Παρασκευή 1 Ιανουαρίου 2021

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ - Μήδεια (410-445)

410 ΧΟ. ἄνω ποταμῶν ἱερῶν χωροῦσι παγαί, [στρ. α]
καὶ δίκα καὶ πάντα πάλιν στρέφεται·
ἀνδράσι μὲν δόλιαι βουλαί, θεῶν δ᾽
οὐκέτι πίστις ἄραρεν.
415 τὰν δ᾽ ἐμὰν εὔκλειαν ἔχειν βιοτὰν στρέψουσι φᾶμαι·
ἔρχεται τιμὰ γυναικείῳ γένει·
420 οὐκέτι δυσκέλαδος φάμα γυναῖκας ἕξει.

μοῦσαι δὲ παλαιγενέων λήξουσ᾽ ἀοιδῶν [αντ. α]
τὰν ἐμὰν ὑμνεῦσαι ἀπιστοσύναν.
οὐ γὰρ ἐν ἁμετέρᾳ γνώμᾳ λύρας
425 ὤπασε θέσπιν ἀοιδὰν
Φοῖβος ἁγήτωρ μελέων· ἐπεὶ ἀντάχησ᾽ ἂν ὕμνον
ἀρσένων γέννᾳ. μακρὸς δ᾽ αἰὼν ἔχει
430 πολλὰ μὲν ἁμετέραν ἀνδρῶν τε μοῖραν εἰπεῖν.

σὺ δ᾽ ἐκ μὲν οἴκων πατρίων ἔπλευσας [στρ. β]
μαινομένᾳ κραδίᾳ, διδύμους ὁρίσασα πόντου
435 πέτρας· ἐπὶ δὲ ξένᾳ
ναίεις χθονί, τᾶς ἀνάν-
δρου κοίτας ὀλέσασα λέκ-
τρον, τάλαινα, φυγὰς δὲ χώ-
ρας ἄτιμος ἐλαύνῃ.

βέβακε δ᾽ ὅρκων χάρις, οὐδ᾽ ἔτ᾽ αἰδὼς [αντ. β]
440 Ἑλλάδι τᾷ μεγάλᾳ μένει, αἰθερία δ᾽ ἀνέπτα.
σοὶ δ᾽ οὔτε πατρὸς δόμοι,
δύστανε, μεθορμίσα-
σθαι μόχθων πάρα, σῶν τε λέκ-
τρων ἄλλα βασίλεια κρείσ-
445 σων δόμοισιν ἐπέστα.

***
ΧΟ. Των ιερών ποταμών οι ροές ρέουν προς τα όρη,
και η δικαιοσύνη και τα πάντα ανατρέπονται.
Των ανδρών οι βουλές είναι δόλιες
και η πίστη στους θεούς δεν μένει ακλόνητη.
Άλλο δρόμο η φήμη πορεύεται
415και ο δικός μου ο βίος δοξάζεται. 
Έρχεται τιμή στων γυναικών το γένος.
Ο δύσφημος λόγος
δεν θα συνοδεύει τώρα πια
420 τις γυναίκες.

Των παλαιών ποιητών οι μούσες
θα πάψουν να τραγουδούν την απιστία μου.
Ο Απόλλων, ο μέγας αοιδός,
τη δική μου ψυχή δεν την προίκισε
425 με το θείο τραγούδι της λύρας.
Γιατί τότε και εγώ θα τραγούδαγα ωδές
για των ανδρών το γένος.
Ο μακρός χρόνος
430 έχει να πει πολλά για μας 
και πολλά για τους άντρες.

Εσύ, με την ψυχή σου φλεγόμενη,
έπλευσες από το πατρικό σου σπίτι,
χαράζοντας δρόμο ανάμεσα
στις δίδυμες πέτρες του Πόντου.
435 Τώρα ζεις σε ξένη γη,
έχασες, άμοιρη, το κρεβάτι
το ορφανό από τον άντρα,
και από τη χώρα εξορίζεσαι
ταπεινωμένη.

Το σέβας των όρκων εχάθηκε.
440 Στη μεγάλη την Ελλάδα
η αιδώς τώρα πια δεν κατοικεί,
πέταξε στον θόλο του αιθέρα.
Εσύ, δυστυχισμένη, δεν έχεις σπίτι πατρικό,
για να βρεις εκεί λιμάνι απάνεμο
την ώρα της δοκιμασίας,
και μια άλλη, βασίλισσα,
με τη δύναμη του έρωτα υπέρτερη,
445 ορίζει τώρα στο σπίτι.

Ιστορία της αρχαίας Ελληνικής γλώσσας: Η Eλληνική γλώσσα και το αλφάβητο

5.2 Η αλφαβητική γραφή

Θα χρειαστεί να περάσουν τέσσερις περίπου αιώνες για να ξανασυναντήσουμε γραπτά κείμενα της ελληνικής γλώσσας. Γύρω στο 750 π.Χ. βρίσκουμε τις πρώτες επιγραφές, που χρησιμοποιούν όμως πια ένα άλλο σύστημα γραφής, το αλφαβητικό, αυτό που χρησιμοποιούμε σήμερα. Το αλφαβητικό σύστημα διαφέρει από το συλλαβικό στο ότι καταγράφει όχι συλλαβές αλλά φθόγγους ή, καλύτερα, φωνήματα, δηλαδή τα μικρά κομμάτια ήχου χωρίς νόημα τα οποία, σε διάφορους συνδυασμούς, κατασκευάζουν την τεράστια ποικιλία των λέξεων, των μονάδων της γλώσσας που έχουν νόημα, σημασία. Και η ανακάλυψη του αλφαβήτου σημαίνει ότι οι άνθρωποι έχουν ανακαλύψει το «μυστικό» της γλώσσας, το «μυστικό» της δομής της: ότι «κατασκευάζεται», όπως λέγαμε στο πρώτο κεφάλαιο, από έναν περιορισμένο αριθμό μονάδων ήχου χωρίς νόημα (και αυτές τις μονάδες παριστάνουν τα γράμματα του αλφαβήτου), οι οποίες συνδυαζόμενες μεταξύ τους δημιουργούν την ποικιλία των μονάδων με νόημα, των λέξεων.

Η ανακάλυψη του αλφαβήτου σημαδεύει το τέλος μιας μακρόχρονης πορείας. Η ανάγκη για τη γραφή γεννήθηκε, όπως είδαμε, από την ανάγκη των ανθρώπινων κοινωνιών να δώσουν στον λόγο και στην πληροφορία μονιμότητα, διάρκεια πέρα από τη στιγμή της εκφώνησης. Και η μονιμότητα αυτή ήταν απαραίτητη από τη στιγμή που οι ανθρώπινες κοινωνίες έγιναν πιο σύνθετες: μόνιμες εγκαταστάσεις και πόλεις, γεωργία, εμπόριο, κοινωνική ιεραρχία. Έτσι, λοιπόν, γεννήθηκαν τα συστήματα γραφής, εικονογραφικά, σημασιογραφικά, συλλαβικά, με κατάληξη το αλφαβητικό σύστημα.

Η ανακάλυψη της αλφαβητικής γραφής ήταν μια πραγματική επανάσταση. Και αυτό γιατί είναι ένα σύστημα που καταγράφει με ακρίβεια τον λόγο, αφού βασίζεται στην ίδια τη δομή του: σε κάθε φώνημα αντιστοιχεί ένα γράμμα. Ταυτόχρονα είναι οικονομικό. Σκεφτείτε αυτό που λέγαμε για τα εικονογραφικά/σημασιογραφικά συστήματα (π.χ. τα κινέζικα): πόσες χιλιάδες ιδεογράμματα χρειάζονται για να δηλωθούν σημασίες. Αλλά και στην περίπτωση των συλλαβικών συστημάτων, ο αριθμός των σημείων που χρειάζονται για να δηλωθούν οι συλλαβές είναι μεγάλος, 90-100 περίπου στην περίπτωση της γραμμικής Β'. Και είναι μεγάλος γιατί ο αριθμός των συλλαβών σε κάθε γλώσσα είναι πολύ μεγαλύτερος από τον αριθμό των φωνημάτων.

Στην περίπτωση του αλφαβήτου (αυτού του συστήματος γραφής που βασίζεται στην ανακάλυψη του μεγάλου μυστικού της γλώσσας) ο αριθμός των σημείων μειώνεται δραματικά - θυμηθείτε τα 24 γράμματα του ελληνικού αλφαβήτου. Μειώνεται δραματικά, ακριβώς γιατί κάθε γλώσσα «δουλεύει» με έναν περιορισμένο αριθμό φωνημάτων. Τί σημαίνουν όλα αυτά; Σημαίνουν ότι για πρώτη φορά οι άνθρωποι διαθέτουν ένα σύστημα που μπορεί να το μάθει κανείς εύκολα και σε σύντομο χρονικό διάστημα. Έτσι διευρύνεται κατά πολύ ο αριθμός των χρηστών. Δεν χρειάζονται πια ούτε μια «ξέχωρη» τάξη ειδικευμένων γραφέων ούτε ειδικευμένους αναγνώστες, όπως με τα άλλα, παλιότερα συστήματα γραφής. Η πρόσβαση στην πληροφορία δεν αφορά πια τους πολύ λίγους, αλλά είναι ανοιχτή και στους πολλούς - αρκεί να έχουν την ευκαιρία και τη δυνατότητα να μάθουν να γράφουν. Χωρίς την αλφαβητική γραφή δεν θα υπήρχε η εκπαίδευση για τους πολλούς, όπως υπάρχει μέχρι σήμερα. Μπορεί λοιπόν να πει κανείς ότι η ανακάλυψη του αλφαβήτου δημιουργεί τις προϋποθέσεις για μια πιο δημοκρατική σχέση με τη γραφή και τη γνώση.

Η παιδεία είναι θέμα ανατροφής. Δεν έχει καμία σχέση με την εκπαίδευση

Σ᾽ αυτό τον κόσμο οι άνθρωποι τείνουν να μπερδεύουν την εκπαίδευση με την παιδεία. Αν και τα δυο προέρχονται απ᾽ το ρήμα «παιδεύω», στην ουσία πρόκειται για δύο διαφορετικές έννοιες.

Η εκπαίδευση παρέχεται από τα σχολεία και πιστοποιείται με πτυχία, ενώ η παιδεία είναι αποτέλεσμα τόσο του περιβάλλοντος στο οποίο γαλουχήθηκες, όσο και προϊόν εσωτερικών ζυμώσεων του εκάστοτε ατόμου.

Η παιδεία είναι αυτή που σου μαθαίνει να ξεχωρίζεις το καλό απ᾽ το κακό. Σε διδάσκει τι είναι δικαιοσύνη και τι σεβασμός. Απ᾽ την άλλη, η εκπαίδευση επιτελεί το ρόλο του μορφωτικού αγαθού μέσω του οποίου αποκτάς γνώσεις, που με τη σειρά τους θ᾽ αποτελέσουν εφόδιο για ένα καλό βιοτικό επίπεδο.

Στις μέρες μας, εν αντιθέσει με τα παλαιότερα χρόνια, υπάρχει τέτοια πληθώρα εκπαιδευτικών μέσων και πτυχίων που φτάνουν να γεμίσεις έναν τοίχο. Στην ουσία, όμως, οι άνθρωποι είναι απαίδευτοι.

Οι παλιότεροι μπορεί να μην είχαν τη δυνατότητα να μορφωθούν, όμως, είχαν ιδιαίτερα αυξημένη την αίσθηση δικαίου. Τώρα γιατί εμείς χάσαμε την ουσία, είναι απορίας άξιο.

Προσποιούμαστε πώς γνωρίζουμε τα πάντα κι εκφράζουμε τη γνώμη μας επί παντός επιστητού. Μπορεί να μάθαμε να μιλάμε πολλές και διαφορετικές γλώσσες αλλά δε μιλάμε την κυριότερη: αυτή της πεπαιδευμένης αντίληψης.

Παιδεία: ένας τόσο ηχητικά εύκολος, μα τόσο δυσπρόσιτος στην πράξη όρος. Κανένας απ᾽ τους φιλοσόφους δεν όρισε τον όρο «εκπαίδευση» παρά μόνο τον όρο της παιδείας και ποτέ δεν έκανε το λάθος να τους ταυτίσει.
Ίσως γιατί ήξεραν ποιο απ᾽ τα δυο είναι ο θεμέλιος λίθος μιας υγιούς προσωπικότητας και κοινωνίας.

Εκπαίδευση χωρίς παιδεία μοιάζει με δέντρο χωρίς κορμό. Θα συναντήσεις πολλούς ανθρώπους με πτυχία, μα με παιδεία λίγους. Κι ας πιστεύουν λανθασμένα πως το ένα επιφέρει το άλλο.

Αν υπήρχε ουσιαστική παιδεία θα υπήρχε σεβασμός στην ανθρώπινη ζωή. Θα υπήρχε δικαιοσύνη. Ο κόσμος θα έβλεπε όμορφες και άσπρες μέρες. Οι μαύρες και κόκκινες μέρες που ζούμε είναι προϊόν της εκπαίδευσης που χρησιμοποιείται απ᾽ τους μεγάλους για να χειραγωγήσουν τους λαούς.

Το χέρι του ανθρώπου που έχει γαλουχηθεί με τα ιδανικά της παιδείας δεν οπλίζεται ποτέ για να επιτεθεί. Ο άνθρωπος ο πεπαιδευμένος δίνει αξία στην ανθρώπινη ζωή, την τιμά, τη σέβεται και την υπερασπίζεται.

Σίγουρα η εκπαίδευση είναι ζωτικής σημασίας. Χωρίς αυτήν ο πολιτισμός μας δε θα είχε κάνει άλματα. Το πρόβλημα δεν είναι η εκπαίδευση ως μορφωτικό αγαθό, αλλά η έλλειψη της ουσιαστικής παιδείας ως βάση για να στηριχθεί και να ευοδώσει.

Κανένα βιβλίο και δε θα στη διδάξει. Η οικογένεια σου κι η ίδια η ζωή θα στη μάθουν, αρκεί να έχεις τα μάτια και τα αυτιά ανοιχτά να αφουγκραστείς τα γεγονότα γύρω σου.

Δυστυχώς στους τέσσερις μουντούς τοίχους του σχολείου η κριτική σκέψη αντικαθίσταται απ᾽ την παπαγαλία. Τα παιδιά μαθαίνουν για τις ιδέες της παιδείας χωρίς να μπορούν να τις αντιληφθούν πρακτικά.

Μα πώς θα μάθουμε να φερόμαστε σαν κοινωνικά όντα όταν μεγαλώνουμε σ᾽ ένα εκπαιδευτικό σύστημα που δε σέβεται τη διαφορετικότητα και προάγει ως την παπαγαλία αντί της κριτικής σκέψης;

Δεν ξέρω για εσάς, πάντως οραματίζομαι μια κοινωνία ανθρώπων για ανθρώπους. Μια κοινωνία που χαμογελά συχνότερα, που είναι αισιόδοξη και που δε λειτουργεί τυχοδιωκτικά για άτυπα χαρτιά πιστοποίησης ικανοτήτων.

Οφείλουμε να πλάσουμε έναν κόσμο ανθρωποκεντρικής συνείδησης κι όχι τεχνογνωσίας. Μια πραγματικότητα που δε θα φοβίζει τις νέες γενιές που θα ακολουθήσουν. Που θα τους μάθει να συνυπάρχουν αρμονικά και με σεβασμό προς τον συνάνθρωπο.

Η ελπίδα είναι σαν τον αέρα: Μόλις βρει μια μικρή χαραματιά στην ψυχή μας, ορμάει μέσα γυρεύοντας να γεμίσει το κενό που συνάντησε. Αρκεί να το πιστέψουμε!

Μυστικιστικό Σεξ

«Η ένωση του άντρα και της γυναίκας μοιάζει με το σμίξιμο του ουρανού και της γης. Το σωστό σμίξιμό τους είναι εκείνο που χαρίζει στον Ουρανό και τη Γη την αιωνιότητα. Οι άνθρωποι έχασαν αυτό το μυστικό, γι' αυτό κι έγιναν θνητοί. Μόλις όμως το γνωρίζουν ξανοίγεται μπρος τους η Ατραπός της Αθανασίας.» -Shang – Ku – San – Tai

«Εδώ σε τούτο το σώμα βρίσκονται τα ιερά ποτάμια. Εδώ είναι ο ήλιος και το φεγγάρι και όλοι οι άγιοι τόποι. Πουθενά δε συνάντησα άλλο ναό τόσο ευλογημένο όσο το ίδιο μου το σώμα.» -ΣΑΡΑ ΧΑ ΝΤΟΧΑ

Η σεξουαλική εμπειρία δεν φανερώνει ολόκληρο το μεγαλείο της παρά μόνο σ’ εκείνους που ατενίζουν τον κόσμο γενικά με καινούριο τρόπο. Από την άλλη, η σεξουαλική σχέση είναι μια κατάσταση που διευκολύνει αρκετά το πλήρες άνοιγμα του είναι, αφού είναι η πιο κοινή και δραματική περίπτωση ένωσης του εαυτού μας με κάποιον άλλον. Αλλά για να γίνει ένα μέσο μύησης για το Ενιαίο Σώμα του Σύμπαντος, χρειάζεται μια στοχαστική προσέγγιση. Αυτό δεν θα πει αγάπη χωρίς επιθυμία, με την έννοια της αγάπης χωρίς χαρά, αλλά αγάπη που δεν την προκαλεί κανείς με επινόηση ή με τη θέλησή του για να ξεφύγει από τη συνηθισμένη αίσθηση του κενού που συνοδεύει το αποκομμένο εγώ.

Αντί να πούμε ότι μια τέτοια σχέση υπερφαλαγγίζει το «απλό σεξ», ίσως θα έπρεπε να πούμε ότι η σεξουαλική επαφή διαποτίζει κάθε πλευρά της σχέσης, απλώνοντας τη θέρμη της στην εργασία και τη συνομιλία, δηλαδή έξω από την περιοχή της σωματικής συνουσίας. Ο σεξουαλισμός δεν είναι ένα ξεχωριστό διαμέρισμα της ανθρώπινης ζωής. Είναι μια ακτινοβολία που διαπερνά όλες τις ανθρώπινες σχέσεις, αλλά που εντείνεται ιδιαίτερα σε ορισμένα σημεία. Αντίθετα, θα μπορούσε κανείς να πει ότι ο σeξουαλισμός είναι μια νύξη για τη χαρά που υπάρχει στην ίδια τη ζωή, στη βασική ταυτότητα και ενότητα του ανθρώπου με το σύμπαν. Αλλά αυτή η χαρά είναι συνήθως απωθημένη μέσα μας και η ενότητα με το σύμπαν αβίωτη.

Δεν μπορούμε να συζητήσουμε ικανοποιητικά μια τέτοια σχέση, όπως επιχειρούν να κάνουν τα εγχειρίδια της σeξουαλικής υγιεινής, σαν να ήταν θέμα τεχνικής. Είναι αλήθεια ότι τόσο στον Ταοϊσμό όσο και στον Ταντρικό Βουδισμό υπάρχει κάτι που μοιάζει με τεχνική της σεξουαλικής επαφής, αυτό όμως, όπως και τα «μυστήρια», είναι το εξωτερικό και ορατό σημάδι μιας εσωτερικής στάσης, αφού έρχεται μόνη της και αβίαστα στους εραστές που ζουν την αγάπη τους στοχαστικά, που δεν βιάζονται να αρπάξουν κάτι απ’ αυτήν.

Σύμφωνα με τον Ταντρικό συμβολισμό, η ενέργεια της Κουνταλίνι διεγείρεται, αλλά συνήθως σπαταλιέται στη συνηθισμένη σeξουαλική δραστηριότητα. Μπορεί, όμως, να μεταμορφωθεί σε ένα παρατεταμένο αγκάλιασμα που ανακόπτει τον αντρικό οργασμό και διοχετεύει τη σεξουαλική ενέργεια στη στοχαστική ενατένιση του Θείου μέσα στη γυναίκα. Γι' αυτό οι εραστές κάθονται στοχαστικά σταυροπόδι. Η γυναίκα μαγκώνει τη μέση του άντρα με τους μηρούς της ενώ τα χέρια της τα ρίχνει γύρω στο λαιμό του. Είναι φανερό ότι μια τέτοια στάση δεν επιτρέπει καμιά κίνηση. Εκείνο που έχει σημασία είναι να μείνουν και οι δυο ακίνητοι, παρατείνοντας τον εναγκαλισμό τους έτσι ώστε η ανταλλαγή των ουσιών τους να μην είναι ενεργητική αλλά παθητική και δεχτική. Δεν κάνουν τίποτα για να διεγείρουν τη σeξουαλική ενέργεια. Απλώς της επιτρέπουν να ακολουθήσει τη δική της ροή χωρίς να την αδράξουν ή να την εκμεταλλευτούν με τη φαντασία ή με τη θέληση. Ο νους και οι αισθήσεις τους δεν είναι αφημένες στη φαντασία. Απλώς παραμένουν ανοιχτές σε «εκείνο που είναι» χωρίς να προσπαθήσουν να επέμβουν.

Η βασική αρχή είναι να μείνει αδιατάραχτη η συνείδηση από την επιθυμία της ηδονής. Έτσι οι αισθήσεις δεν συλλαμβάνουν ένα παραμορφωμένο και κερματισμένο όραμα του κόσμου.

Αν ο νους και οι αισθήσεις είναι ανοιχτές, η σeξουαλική αγάπη με αυτό το πνεύμα είναι μια αποκάλυψη. Η στοχαστική αγάπη δεν είναι θέμα τεχνικής. Γιατί δεν έχει καθορισμένο σκοπό. Δεν υπάρχει τίποτα που να πρέπει κανείς να κάνει για να πετύχει κάποιον σκοπό. Εκείνο που χρειάζεται είναι η επίγνωση ολόκληρης της σχέσης του ανθρώπου με το σύμπαν και της θέσης του μέσα σ’ αυτό.

Και τότε η απλή αναμονή φέρνει τη μεγαλύτερη ανταμοιβή της. Αν δεν γίνει καμιά προσπάθεια για οργασμό, η αμοιβαία επαφή γίνεται ένας αγωγός της πιο ζωηρής ψυχικής ανταλλαγής. Η αίσθηση της ενότητας με το αγαπημένο πρόσωπο γίνεται ιδιαίτερα έντονη, αν και η κατάσταση μοιάζει με μια νέα ενότητα ανάμεσά τους, με μια ζωή εντελώς δική της. Αυτή η ζωή – θα μπορούσαμε να την πούμε Τάο – τους βγάζει από τον εαυτό τους. Έτσι νιώθουν πως και οι δυο μαζί μεταφέρονται σε ένα ρεύμα ζωτικότητας, παγκόσμιο ή αστρικό, επειδή δεν είναι πια αυτό που «εσύ» ή «εγώ» κάνουμε. Τα συναισθήματα, που στο κορύφωμα της επαφής μπορεί να νομίσει κανείς ότι είναι το απόγειο του πόθου, δεν είναι παρά η έκσταση της ευδαιμονίας που συνοδεύει το βίωμα της σχέσης, αντίθετα με την απομόνωση του εγώ. Η αίσθηση της μεταφοράς έξω από τον εαυτό μας εκφράζεται επίσης και με ευθυμία, ιδιαίτερα όταν το βίωμα, συνοδεύεται από μιαν έντονη αίσθηση πληρότητας.

Η άχρονη ποιότητα της ένωσης δεν κερδίζεται με την υπομονή ή με τη διάρκεια, αλλά με την απουσία κάθε σκοπού και κάθε βιασύνης. Ο τελικός οργασμός, που ούτε τον επιδιώκουν οι εραστές ούτε τον εμποδίζουν, έρχεται μόνος τους και δεν είναι μια πράξη, αλλά μια δωρεά κι ένα χάρισμα. Όταν έρθει ο οργασμός σε μια κατάσταση ανοιχτών αισθήσεων και αισθημάτων, δεν είναι απλώς μια εκσπερμάτωση, αλλά μια έκρηξη που οι πιο μακρινές σπίθες της είναι τα άστρα.

Όσοι βρίσκουν υπερβολική αυτή την περιγραφή αρνούνται να δουν οτιδήποτε το μυστικιστικό ή θείο με αυτή την πράξη. Αλλά με το να μεταχειρίζονται αυτή τη στιγμή σαν έναν κτηνώδη σπασμό, φανερώνουν το τεράστιο χάσμα που τους χωρίζει από τη ζωή. Σε αυτό ακριβώς το ακραίο σημείο μπορεί να ανακαλύψει κανείς ότι το σωματικό και το πνευματικό είναι ένα. Διαφορετικά ο μυστικισμός μας είναι νοσηρός συναισθηματισμός και στείρα αγνότητα και ο σεξουαλισμός μας χυδαιότητα.

Μην δηλητηριάζεις το παρόν σου κολλημένος στο παρελθόν σου

Όλοι θέλουν να ανέβουν και να ζήσουν στην “κορυφή” του βουνού γιατί νομίζουν ότι έτσι θα κατακτήσουν τη Ζωή, την ελευθερία. Δεν γνωρίζουν όμως ότι η αληθινή ελευθερία, η πραγματική Ζωή, κρύβεται μέσα στον τρόπο με τον οποίο κατεβαίνεις μια απόκρημνη πλαγιά…

Εκεί δοκιμάζεσαι, εκεί μεστώνεις σαν άνθρωπος…

Μαλακώνεις σκληραίνοντας ή αν θες σκληραίνεις μαλακώνοντας…

Όπως και να το πεις το ίδιο είναι γιατί στην ουσία μαθαίνεις να κάνεις τις αδυναμίες σου προτερήματα και να προχωράς…

Μαθαίνεις να κοιτάς τον άλλον στα μάτια και να αποδέχεσαι την μοναδικότητα του όπως αποδέχεσαι και τη δική σου…
Μαθαίνεις να έχεις πάντα μια ευαίσθητη ματιά πάνω στα πράγματα. Να κατανοείς, να αποδέχεσαι, να συγχωρείς και να προχωράς…
Μαθαίνεις ότι δεν έχεις όρια κι ότι η ψυχή σου, Όλα Τα Μπορεί…

Γι’ αυτό μη κοιτάζεις πίσω πενθώντας. Μην πενθείς για όσα δεν έζησες. Μην ματώνεις για τις στιγμές που δεν έφυγες, για τα όχι που δεν είπες, για τις γεύσεις που δεν δοκίμασες…

Ότι πενθείς, δεν φεύγει ποτέ από τη ζωή σου. Πρώτα πλημμυρίζει τα κρύα σου βράδια, τις σιωπές σου και σταδιακά γιγαντώνεται μέσα σε κάθε σου στιγμή και γίνεται η ανεξέλεγκτη φυλακή σου…

Αγάπησε τον εαυτό σου στην κάθε στιγμή που έζησε. Στην κάθε μικρή του στιγμή. Σε εκείνες που δοκίμαζες θαρραλέα καινούργια πράγματα αλλά και σε εκείνες που με φόβο πισωπατούσες κι άφηνε τη ζωή να σε προσπερνά. Τόσο μπορούσες, τόσο έκανες. Αποδέξου το, κατέβασε το δάχτυλο του κριτή, αγκάλιασε τον εαυτό σου και προχώρα…

Άφησε τα όλα πίσω. Μην τα καλείς μοιρολογώντας… Μην τα αφήνεις να σε κρατάνε πίσω αλυσοδεμένο, ανήμπορο να ζήσεις στο τώρα. Μην ζητιανεύεις τη γαλήνη. Γίνε η γαλήνη. Αποδέξου, συγχώρησε και προχώρα…

Μην δηλητηριάζεις το παρόν σου κολλημένος στο παρελθόν σου.

Προχώρα μπροστά… κι αν έρθουν “εμπόδια” καλωσόρισέ τα. Κάτι καινούργιο θα μάθεις, μια ακόμη πλευρά σου θα αναγνωρίσεις και η ωραιότητα της ωριμότητας θα σε αγγίξει ακόμα μια φορά.

Δεν υπάρχει “εμπόδιο” που δεν μπορείς να ξεπεράσεις. Μην ξεγελαστείς και κάνεις το “εμπόδιο” ζωή σου. Μην σταματάς! Προχώρα, έχει κι άλλο! Και μην ξεχνάς, Η Ψυχή Σου Όλα Τα Μπορεί.
Όταν το μάθεις αυτό τότε οι μάχες θα σταματήσουν, ο πόλεμος θα τελειώσει κι εσύ θα απολαμβάνεις τη ΖΩΗ σε κάθε σου εμπειρία.

Η ζωή δεν… έρχεται με νόημα. Πρέπει να εφεύρουμε εμείς το νόημα και μετά να… ξεχάσουμε ότι το έχουμε εφεύρει

Μετά από τόση υπαρξιακή αναζήτηση έχετε καταλάβει ποιο είναι το νόημα της ζωής; Η ζωή δεν… έρχεται με νόημα. Πρέπει να εφεύρουμε εμείς το νόημα και μετά να… ξεχάσουμε ότι το έχουμε εφεύρει.

Ποιο νόημα έχετε δώσει στη δική σας ζωή;

Είμαι δάσκαλος και γονέας. Προσπαθώ να είμαι δημιουργικός ως συγγραφέας ώστε να βοηθάω και άλλους, περισσότερους ανθρώπους.

Τι λέτε σε κάποιον που δεν μπορεί να «εφεύρει» κανένα νόημα για την ύπαρξή του;

Όταν κάποιος μου λέει ότι δεν έχει κανένα νόημα να ζει, προσπαθώ να εξερευνήσω τις σχέσεις του:

Ποιους συναντά στην καθημερινότητά του; Τι τον εμποδίζει στην επικοινωνία; Για μένα, ένας από τους πιο σημαντικούς λόγους ύπαρξης είναι η ουσιαστική διασύνδεση με άλλους ανθρώπους και η αγάπη.

Η αγάπη ή ο έρωτας;

Η αγάπη για άλλους ανθρώπους, για τα παιδιά μας, για τους φίλους μας. Αναφέρομαι σε μια πιο σταθερή αγάπη και όχι στην κατάσταση της ερωτικής τρέλας.

Ο έρωτας είναι υπερεκτιμημένος στις μέρες μας;

Σίγουρα η ιδέα τού να ερωτεύεσαι παρουσιάζεται ως ένα υπέροχο συναίσθημα στη λογοτεχνία και στις ταινίες. Μόνο που συνήθως δεν διαρκεί. Εκείνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να μετατρέψουμε τον έρωτα σε μια πιο «αξιοπρεπή» αγάπη: να αγαπάμε τον άλλο όπως είναι και όχι όπως τον ονειρευόμαστε.

Οπότε προτιμήσατε τη «βαρεμάρα» μιας καλής σχέσης από το πάθος;

Δεν νομίζω ότι υπάρχει μεταξύ μας το τυφλό πάθος όπου θέλουμε οπωσδήποτε να βγάλουμε τα ρούχα μας, αλλά υπάρχει πολύ πάθος! Χαίρομαι να είμαι με τη γυναίκα μου.

Το σεξ είναι σημαντικό σε ένα γάμο, σύμφωνα με την επιστημονική σας άποψη; Η κακή σεξουαλική ζωή προξενεί μεγάλη θλίψη στους ανθρώπους. Περνάμε πολλές ώρες ψυχοθεραπεία προσπαθώντας να καταλάβουμε γιατί το σεξ δεν λειτουργεί και θα μπορούσα να αναφέρω μια ολόκληρη λίστα από λόγους. Η σεξουαλικότητα είναι σημαντικό μέρος του δεσμού ανάμεσα σε έναν άντρα και μια γυναίκα.

Καλύτερα να παιδεύεσαι με τα μεγάλα φιλοσοφικά ερωτήματα ή να ζεις ευτυχισμένος μέσα στην άγνοιά σου;

Σίγουρα συμφωνώ με τον Σωκράτη στο ότι, για να ζήσει κανείς μια ολοκληρωμένη ζωή, πρέπει πρώτα να καταλάβει τον εαυτό του. Όμως δεν χρειάζεται να μελετάς υπαρξιακή φιλοσοφία για να είσαι χαρούμενος!

Νιώθετε καλύτερα τώρα ή όταν ήσαστε νέος;

Μου λείπει που δεν μπορώ πια να κάνω αθλητισμό… αλλά νιώθω πολύ πιο άνετα και ευχαριστημένος από τον εαυτό μου. Όταν ο ήλιος δύει, αρχίζεις να βλέπεις άλλα πράγματα στον ουρανό. Σήμερα απολαμβάνω τα αστέρια.

Βοηθάτε τον εαυτό σας να μη φοβάται το θάνατο;

Φυσικά λυπάμαι που θα αφήσω αυτή την καλή ζωή, αλλά δεν διακατέχομαι από τρόμο. 'Εχω ζήσει μια γεμάτη ζωή και αισθάνομαι πολύ τυχερός.

Η οικονομική κρίση επηρεάζει υπαρξιακά τους ανθρώπους;

Δημιουργεί περισσότερη δυστυχία. Είναι σημαντικό να μην ξεπέφτουμε οικονομικά, να μας αρέσει η δουλειά μας, να έχουμε υγεία… Μπορώ όμως να σας διαβεβαιώσω ότι η κατάθλιψη και το άγχος δεν έχουν οικονομικό υπόβαθρο.

Αν δεν μπορείς να αγαπάς ούτε καν τον εαυτό σου, ποιος άλλος θα μπει στον κόπο;

Το πρώτο κυματάκι της αγάπης πρέπει να είναι για τον εαυτό σου.

Η υγιής αγάπη για τον εαυτό αποτελεί μια μεγάλη θρησκευτική αξία. Ο άνθρωπος που δεν αγαπά τον εαυτό του δεν θα μπορέσει να αγαπήσει και κανέναν άλλο, ποτέ.

Το πρώτο κυματάκι της αγάπης πρέπει να σχηματιστεί μέσα στην καρδιά σου. Αν δεν έχει σχηματιστεί για σένα τον ίδιο, δεν μπορεί να σχηματιστεί και για κανέναν άλλο, γιατί όλοι οι άλλοι βρίσκονται μακρύτερα από σένα.

Είναι σα να ρίχνεις μια πέτρα μέσα στην σιωπηλή λίμνη. Τα πρώτα κυματάκια σχηματίζονται γύρω από την πέτρα κι έπειτα απλώνονται συνεχώς ως τις πιο μακρινές ακτές. Το πρώτο κυματάκι της αγάπης πρέπει να είναι γύρω από τον εαυτό σου.

Πρέπει να αγαπά κανείς το σώμα του, πρέπει να αγαπά την ψυχή του, πρέπει να αγαπά την ολότητά του. Και είναι φυσικό αυτό αλλιώς δεν θα μπορούσες να επιβιώσεις καθόλου. Και είναι όμορφο, γιατί σε ομορφαίνει.

Ο άνθρωπος που αγαπά τον εαυτό του γεμίζει χάρη, κομψότητα. Ο άνθρωπος που αγαπά τον εαυτό του είναι επόμενο να γίνει πιο σιωπηλός, πιο διαλογιστικός, πιο προσευχητικός από τον άνθρωπο που δεν αγαπά τον εαυτό του.

Αν δεν αγαπάς το σπίτι σου, δεν το καθαρίζεις. Αν δεν αγαπάς το σπίτι σου, δεν το βάφεις, δεν το περιβάλεις με έναν όμορφο κήπο με μια λιμνούλα με λωτούς. Αν αγαπάς τον εαυτό σου θα δημιουργήσεις ένα κήπο γύρω σου. Θα προσπαθήσεις να αναπτύξεις τις δυνατότητές σου. Θα προσπαθήσεις να φέρεις προς τα έξω όλα όσα έχεις μέσα σου να εκφράσεις. Αν αγαπάς, θα δίνεις συνεχώς σαν βροχή στον εαυτό σου, θα τρέφεις συνεχώς τον εαυτό σου.

Κι αν αγαπάς τον εαυτό σου, θα εκπλαγείς. Θα σε αγαπούν κι οι άλλοι. Κανείς δεν αγαπάει έναν άνθρωπο που δεν αγαπά τον εαυτό του. Αν δεν μπορείς να αγαπάς ούτε καν τον εαυτό σου, ποιος άλλος θα μπει στον κόπο; Κι ο άνθρωπος που δεν αγαπάει τον εαυτό του, δεν μπορεί να παραμείνει ουδέτερος. Να θυμάσαι, στη ζωή δεν υπάρχει ουδετερότητα.

Ο δάσκαλος είχε αποφασίσει, οι υπόλοιποι όμως ήταν καχύποπτοι. Να εμπιστευτούν έναν κλέφτη;

Υπήρχε ένας σπουδαίος μυστικιστής στην Ινδία, ο Εκνάθ. Πήγαινε για ένα ιερό προσκύνημα με τους μαθητές του. Ήταν ένα ταξίδι τριών με έξι μηνών. Ένας άνδρας τον πλησίασε, έπεσε στα πόδια του και του είπε, «Το ξέρω ότι δεν είμαι άξιος. Το ξέρεις κι εσύ, όλοι με ξέρουν. Αλλά ξέρω ότι η συμπόνια σου είναι μεγαλύτερη από την αναξιοσύνη μου. Σε παρακαλώ δέξου με ως ένα από τα μέλη της ομάδας που πηγαίνει στο ιερό προσκύνημα»

Ο Εκνάθ είπε, «Είσαι κλέφτης, και όχι συνηθισμένος κλέφτης, αλλά μια αυθεντία στην κλεψιά. Δεν σε έχουν πιάσει ποτέ, και όλοι ξέρουν ότι είσαι κλέφτης. Εγώ θέλω να σε πάρω μαζί μου, αλλά πρέπει να σκεφτώ τα άλλα πενήντα άτομα που θα έρθουν μαζί μου. Θα πρέπει να μου δώσεις μια υπόσχεση – και δεν ζητάω τίποτε περισσότερο, μονάχα γι’ αυτούς τους τρεις με έξι μήνες όσο θα είμαστε στο προσκύνημα: δεν θα κλέψεις. Μετά από αυτό, είναι δικό σου θέμα. Όταν θα γυρίσουμε σπίτι, θα είσαι ελεύθερος από την υπόσχεσή σου».

Ο άνδρας είπε, «Είμαι απολύτως πρόθυμος να υποσχεθώ, και είμαι τρομερά ευγνώμων για τη συμπόνια σου». Οι άλλοι πενήντα ήταν καχύποπτοι. Να εμπιστευτούν έναν κλέφτης

Αλλά δεν μπορούσαν να πουν τίποτε στον Εκνάθ, ήταν ο δάσκαλος. Το προσκύνημα ξεκίνησε, και από την πρώτη νύχτα κιόλας υπήρξαν προβλήματα. Το επόμενο πρωί επικράτησε χάος: έλειπε το παλτό κάποιου, έλειπε το πουκάμισο κάποιου, έλειπαν τα χρήματα κάποιου. Και όλοι φώναζαν, «Πού είναι τα χρήματά μου;» και όλοι έλεγαν στον Εκνάθ, «Από την αρχή ανησυχούσαμε που θα έπαιρνες αυτόν τον άνθρωπο μαζί σου. Η συνήθεια μιας ολόκληρης ζωής δεν κόβεται εύκολα!»

Αλλά μετά άρχισαν να κοιτάζουν γύρω τους, και ανακάλυψαν ότι τα πράγματα δεν είχαν κλαπεί. Τα χρήματα κάποιου έλειπαν, αλλά βρέθηκαν στην τσάντα κάποιου άλλου. Το παλτό κάποιου άλλου έλειπε, αλλά βρέθηκε στη βαλίτσα κάποιου άλλου. Βρέθηκαν τα πάντα, αλλά ήταν μια περιττή αναστάτωση! Και κανείς δεν μπορούσε να καταλάβει ποιό ήταν το νόημα αυτής της ενέργειας. Σίγουρα δεν το είχε κάνει ο κλέφτης, επειδή ουσιαστικά δεν είχε κλαπεί τίποτε.

Την τρίτη νύχτα ο Εκνάθ έμεινε ξύπνιος για να δει τι συμβαίνει. Μέσα στη νύχτα, ο κλέφτης – από συνήθεια- ξύπνησε, άρχισε να παίρνει πράγματα από το ένα μέρος και να τα βάζει σε ένα άλλο. Ο Εκνάθ τον σταμάτησε και του είπε, «Τι κάνεις; Ξέχασες την υπόσχεσή σου;

Εκείνος είπε, «Όχι, δεν ξέχασα την υπόσχεσή μου. Δεν κλέβω τίποτε, αλλά δεν υποσχέθηκα ότι δεν θα μετακινώ πράγματα από το ένα μέρος στο άλλο . Μετά από έξι μήνες πρέπει να γίνω ξανά κλέφτης αυτό είναι απλά εξάσκηση. Και πρέπει να καταλάβεις ότι είναι η συνήθεια μιας ολόκληρης ζωής, δεν μπορείς να την κόψεις τόσο εύκολα! Δώσε μου λίγο χρόνο. Επίσης πρέπει να καταλάβεις το πρόβλημά μου. Για τρεις ημέρες δεν έχω κλέψει τίποτε – είναι σαν τη νηστεία! Αυτό είναι απλά ένα υποκατάστατο, κρατώ τον εαυτό μου απασχολημένο. Αυτή είναι η ώρα που εργάζομαι συνήθως, μέσα στη νύχτα, κι έτσι είναι πολύ δύσκολο για μένα να μείνω στο κρεβάτι ξύπνιος. Και τόσο πολλοί ηλίθιοι κοιμούνται και δεν κάνω κακό σε κανέναν. Το πρωί θα βρουν τα πράγματά τους».

Ο Εκνάθ είπε, «Είσαι παράξενος άνθρωπος. Βλέπεις ότι κάθε πρωί επικρατεί χάος, και χάνουμε μία με δύο ώρες άσκοπα για να βρούμε που έχεις βάλει τα πράγματα, ποιανού τα αντικείμενα έχουν μπει σε ποιανού τη βαλίτσα. Όλοι πρέπει να ανοίξουν τα πάντα και να ρωτήσουν τους πάντες… Σε ποιόν ανήκει αυτό ,

Ο κλέφτης είπε, «Αυτό πρέπει να μου το αναγνωρίσεις».

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΑΙ Η ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΚΟΣΜΟΘΕΑΣΗ

Η αγάπη, η παιδεία και η αρχαία Ελληνική κοσμοθέαση

Δεν ταξινομείται η παιδεία. Κι όσο τη λογαριάζουμε σαν επένδυση ανάμεσα στις άλλες, έστω και την πιο σημαντική, τόσο θα συνεχίζουμε να τελούμε σε σύγχυση φρένων, έτσι ώστε να μπερδεύουμε το ψάρι με τον ψαρά που το ψάρεψε.

Χωρίς να το ξέρουμε και χωρίς να το εννοούμε, από τα γεννοφάσκια του φιδοζώνουμε το παιδί με δεισιδαιμονίες προλήψεις και καταδεσμούς. Και με τα δηλητήρια αυτά πνίγουμε την ψυχή του. Όπως τα ζιζάνια και τα άλλα αγριόχορτα το στάρι.

Φορτώνουμε στην ράχη του νέου ανθρώπου την άρρωστη φαντασία μας, τις ψευτιές, την άγνοια, την ηθική μας απολίθωση, τις έντρομες παραστάσεις και όλο το καταποντισμένο αταβισμό των προγόνων μας, και τον αναγκάζουμε να σηκώσει στον ώμο του αυτό το γιουσουρούμ της αχρηστίας και της οξείδωσης, όπως εσήκωσε ο αρχαίος τιτάνας τον ουρανό.

Αγωνιζόμαστε να αφαιρέσουμε την φύση μέσα από το παιδί, και την ανταλλάσουμε με την άρρωστη γνώμη μας.

Κόκκινο σαν παπαρούνα και κίτρινο σαν την χολή είναι το αφιοτόπι της ψευτιάς και των προλήψεων. Η στρατηγική να καταστρέφουμε το φυσικό πεδίο του παιδιού με τις προλήψεις είναι σκόπιμη, κατευθυνόμενη, κακουργηματική τρεις τετράκις σε θάνατο, και απάνθρωπη.

Έτσι, όταν τα παιδιά μας φτάνουν στη ηλικία να δώσουν τον όρκο του άντρα και όταν οι κοπέλες μας φτάνουν στην ώρα τους, γίνουνται ωραίες δηλαδή, έχουν χωριστεί σε δυο τάξεις.

Η μια που είναι η μάζα σχεδόν του συνόλου, έχει αφομοιώσει το δηλητήριο της ψευτιάς. Και έχει ανοσοποιηθεί στα υδροκυάνια και στα κώνεια, κατά τον τρόπο του παλαιού εκείνου Μιθριδάτη. Είναι η πλαστική στόφα ανθρώπου, τα μηχανημένα νευρόσπαστα, που παραλαβαίνουν την σκυτάλη των προλήψεων και αναπαράγουν το ίδιο στις νέες γενεές.

Η άλλη είναι η τάξη που καταλογογραφεί τους Ελάχιστους. Ετούτοι είναι οι χρηστηριασμένοι από κάποια βούληση, και οι φορτοβασταχτές της προσωπικής τους ευθύνης. Λίγοι, άλλα όλοι τους ξανασαρκώνουν τον Ορέστη, τον Τσε-Γκεβάρα τον Άμλετ. Καθώς τους μαστιγώνει η οργή της αλήθειας, ο τρόμος της εμορφιάς, και το μεγαλείο του ανθρώπου. Περνούν και πηγαίνουν να απαντήσουν την μοίρα τους, και ζητούν να μάθουν την αλήθεια, έστω και αν είναι να τους τυφλώσει. Όπως εζήτησε να μάθει την αλήθεια ο Οιδίποδας, και όταν την έμαθε έβγαλε ο ίδιος τα μάτια του.

Κάτω από τις τυφλωτικές καταλαμπές και θερινές καταιγίδες όλοι αυτοί κρατούν μέσα τους τον άνθρωπο όρθιο και στο φυσικό του ανάστημα. Που πάει να πει Λεύτερο από ψευτιές και δεισιδαιμονίες....

Αγάπη είναι η υποταγή στη φυσική και στην ηθική τάξη

Σχετικά με την αγάπη, την παρούσα στους χριστιανούς και την απούσα στους Έλληνες, αν θέλουμε να βρισκόμαστε σύμμετροι όχι με την πλάνη και την υποκρισία αλλά με την αλήθεια και την εντιμότητα, θα υποχρεωθούμε να αναδιατάξουμε τις θέσεις μας από τα θεμέλια τους.

Για τους Έλληνες αγάπη είναι η υποταγή στη φυσική και στην ηθική τάξη, αυτό που διαφορετικά το περιγράψανε με τη μεγαλώνυμη λέξη της Δίκης. Να επιδικάζεις στον άνθρωπο την τιμή του, να μη γίνεσαι υπέρογκος και υβριστής απέναντι στους νόμους της φύσης και στους νόμους των ανθρώπων, αυτό που οι ευρωπαίοι ερμηνευτικά το βάφτισαν ουμανισμό Και όλα αυτά χωρίς γλυκασμούς και χωρίς ηχηρότητα. Με γνώση, με πικρά και με βούληση.

Για τους Έλληνες δηλαδή, αγάπη δε σημαίνει να δίνεις τον ένα από τους δυο χιτώνες σου. Αλλά να μην επιτρέπεις στον εαυτό σου να έχει τρεις χιτώνες όταν ο διπλανός δεν έχει κανένα.

Η θέση των χριστιανών να δίνεις από τα δυο το ένα σε κείνον που δεν έχει κανένα, είναι η νοσηρή αντίδραση απέναντι στους νοσηρούς όρους. Η ελεημοσύνη δεν ταιριάζει στον αξιοπρεπή και τον περήφανο άνθρωπο. Γιατί ζητεί να λύσει το πρόβλημα προσωρινά, και εκ των ενόντων να «κουκουλώσει» μια κοινωνική αταξία.

Ενώ η θέση των Ελλήνων να μην αποχτήσεις τρία, όταν ο δίπλα σου δεν έχει ούτε ένα, είναι η υγεία. Σου υποδείχνει να προλαβαίνεις στοχαστικά, για να μη χρειάζεσαι ύστερα να γιατροπορεύεις ατελέσφορα.

Η διαφορά ανάμεσα στους Έλληνες και τους χριστιανούς

Τι ορίζει τη διαφορά ανάμεσα στους Έλληνες και στους χριστιανούς; Μια διαφορά, που από ένα σημείο και πέρα γίνεται αντίθεση, εναντίωση, ρήξη, πάλη της φωτιάς με το νερό;

Εκείνο που ορίζει τη διαφορά είναι κάτι άλλο και σαφές, όσο και το φύλλο της Ελιάς. Αλλά γι’ αυτό ακριβώς είναι απόλυτο και ακραίο.

Η διαφορά ανάμεσα στους δύο είναι πως οι Έλληνες οικοδόμησαν έναν κόσμο που στηρίζεται στην παρατήρηση και στη νόηση, ενώ οι χριστιανοί οικοδόμησαν έναν κόσμο που στηρίζεται στην υπόθεση και στη φαντασία.

Η παρατήρηση των Ελλήνων είναι τέτοιας ποιότητας, ώστε πάντα να βεβαιώνεται πρακτικά από τα συμβαίνοντα στη φύση, και πάντα να αποδεικνύεται χειροπιαστά από το πείραμα στο εργαστήριο.

Θρησκεία Ελλήνων

Αν λογαριάσουμε την ισχυρή θέση ότι τους θεούς και τις θρησκείες τις γέννησε πρωτογενώς ο φόβος του ανθρώπου απέναντι στη ζωή, και στο δεύτερο προχωρημένο επίπεδο του πράγματος ο φόβος του ανθρώπου απέναντι στο θάνατο του, τότε θα βρούμε ότι με τη θρησκεία των Ελλήνων συνέβηκε μια εξαίρεση, που αλλιώτικα συνιστά και μια τροπή μοναδική.

Τη θρησκεία των Ελλήνων, δηλαδή, δεν την εγέννησε ο φόβος, αλλά την εγέννησε ο καημός, να ξεπεράσουν οι Έλληνες τον πόνο που προκάλεσε η ορθολογική τους θέωρηση για τη φύση και για τη ζωή.

Με άλλα λόγια, η θρησκεία των Ελλήνων δημιουργήθηκε από την τίμια και την Αντρίκεια στάση τους να υπερβούν τον πεσσιμισμό και τη μελαγχολία τους.

Ανάμεσα όμως στο φόβο απέναντι στη ζωή και στο θάνατο, και στην ανάγκη να συνθηκολογήσουν οι έλληνες με τον πόνο που τους γέννησε η γνώση τους ότι ο κόσμος είναι βαρύς, υπάρχει η ελάχιστη διαφορά που δίνει το μέγιστο αποτέλεσμα.

Η θρησκεία των ελλήνων, δηλαδή, είναι όχι γέννημα της υπόθεσης και της φαντασίας, όπως όλες οι άλλες θρησκείες, αλλά είναι η αισθητική αναπαράσταση των φαινομένων της φύσης.

Έτσι, οι θεοί των ελλήνων δεν είναι αόρατες καν μυστικές παρουσίες. Δεν είναι φαντάσματα του νου, και συμπηγμοί του αγέρα, λόγοι υποθετικοί και επίνοιες, είναι όντα του ξυπνητού ύπνου.

Αντίθετα, οι θεοί των ελλήνων είναι εικονισμοί των φυσικών φαινομένων καμωμένοι με ευφυία και ραδινή δεξιοσύνη. Τους έπλασαν τα φτερουγητά μιας έλλογης φαντασίας, τα ολόκληρα, τα απλά, ατρεμή, και τα ευδαίμονα.

Και προπαντός αυτό: οι θεοί των Ελλήνων βεβαιώνουνται αισθητηριακά, αγγίζουνται με τα χέρια, τους αντικρύζουν τα μάτια, υπάρχουν υποστατοί και ένυλοι.

Ο Απόλλων ξαφνικά, είναι ο ήλιος και η μουσική κανονικότητα της φύσης.

Η Άρτεμη είναι η σελήνη. Και τα δύο αδέρφια συμβολίζουν το φως της μέρας και της νύχτας και γεννήθηκαν στη Δήλο, λέξη που και η ίδια σημαίνει τη διαύγεια και το φως.

Ο Ποσειδώνας είναι η θάλασσα.

Ο Ήφαιστος είναι η φωτιά και τα μέταλλα.

Η Αθηνά είναι η ευφυΐα του ανθρώπου, γι’ αυτό είναι και η πολιούχος του πολυμήχανου Οδυσσέα.

Ο Αίολος είναι οι δέκα έξι αέρηδες στις θάλασσες.

Η Δήμητρα είναι η χαρά των καρπών, το στάρι οι μηλιές το ραβέντι και τα αμπέλια, καθώς λέει ο στίχος του Αρτσιβάλδ Μακλής.

Και ο Δίας είναι ο κεραυνός και η βροχή, που πέφτει σπέρμα γενναίο και γονιμοποιεί τη διψασμένη γης. Γι’ αυτό οι Έλληνες, κοντά σε άλλα, τον πλάσανε εραστή των πιο ωραίων θνητών γυναικών. Της Λήδας, της Ευρώπης, της Ιούς, της Λητούς, της Αλκμήνης, της Σεμέλης, της Ολυμπιάδας του Φιλίππου.

Έτσι πάει η ιστορία και με τους τριάντα χιλιάδες θεούς των Ελλήνων. Ο καθένας είναι κι από ένα υπαρκτό, λειτουργικό, ακατάλυ­το, στο ωφέλιμο και στο βλαβερό αληθινό και υπέροχο φυσικό φαινόμενο.

Με άλλες λέξεις, η θρησκεία των Ελλήνων είναι μία αισθητική εμπραγμάτωση των στοιχείων της φύσης, και κατά τούτο είναι μια παραλλαγή της τέχνης των Ελλήνων.

Τη γεωμετρική απόδειξη αυτής της πρότασης τη δίνει το γεγονός ότι τη θρησκεία των Ελλήνων την περιέχει η τέχνη τους.

 

Δημήτρη Λιαντίνη, τα Ελληνικά

Ἐμμανουὴλ Ῥοΐδης: Τὰ ἐφήμερα

Φυλλομετρῶν ἡμέραν τινὰ τὰς περὶ τὰ ζῷα ἱστορίας τοῦ Ἀριστοτέλους ἔτυχε ν᾿ ἀναγνώσω ἐν αὐταῖς τὰ ἑξῆς:

«Περὶ τὸν Ὕπανιν ποταμόν, τὸν περὶ Βόσπορον Κιμμέριον, ὑπὸ τροπὰς θερινὰς καταφέρονται ὑπὸ τοῦ ποταμοῦ οἷον θύλακοι μείζους ῥωγῶν, ἐξ ὧν ῥηγνυμένων ἐξέρχεται ζῷον πτερωτὸν τετράπουν· ζῇ δὲ καὶ πέτεται μέχρι δειλῆς, καταφερομένου δὲ τοῦ ἡλίου ἀπομαραίνεται καὶ ἅμα δυομένου ἀποθνῄσκει, βιῶσαν ἡμέραν μίαν, διὸ καὶ καλεῖται ἐφήμερον». (Περὶ τὰ ζῷα Ἱστορ. E´, ιθ´).

Πρώτην φορὰν ἤκουον περὶ τῶν ἡμεροβίων τούτων τετραπόδων τῶν γεννωμένων ἐκ τῶν ῥωγῶν· ἐπειδὴ δὲ ἐγένετο λόγος εἰς τὴν αὐτὴν σελίδα περὶ «κωνώπων, ἃ γίνονται ἐκ τῆς περὶ τὸ ὄξος ἰλύος» καὶ περὶ σαλαμάνδρας, «ἡ διὰ πυρὸς βαδίζουσα κατασβέννυσι τὸ πῦρ», ἔκλινα νὰ κατατάξω καὶ τὰ ἐφήμερα εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν παραδόξων ἀκουσμάτων. Δὲν ἠξεύρω ὅμως πῶς ἔτυχε νὰ ἐγχαραγχθῇ εἰς τὴν μνήμην μου τὸ ἀριστοτελικὸν τοῦτο χωρίον καὶ πῶς μὲ ἤγαγεν ἔπειτα νὰ ἐξετάσω τίνα πράγματι εἶναι τὰ ἐφήμερα ταῦτα.

Εὔκολος ὑπῆρξεν ἡ ἱκανοποίησις τῆς περιεργείας μου, διότι τὸ χωρίον τοῦτο τοῦ Σταγειρίτου εἶχεν ἑλκύσει ἀπὸ πολλοῦ πλὴν τῆς ἐμῆς τὴν προσοχὴν πλήθους φυσιοδιφῶν. Κατὰ τὰς ἐρεύνας αὐτῶν τὰ ἐφήμερα πράγματι ὑπάρχουσι, καὶ μάλιστα ἀφθονοῦσιν ὄχι μόνον εἰς τὸν Ὕπανιν τοῦ Κιμμερίου Βοσπόρου, ἀλλὰ καὶ εἰς πάντα σχεδὸν ἄλλον τῆς Εὐρώπης ποταμόν. Εἶναι δὲ ταῦτα τετράπτερα ἔντομα τοῦ εἴδους τῶν νευροπτέρων, διανύοντα ἐντὸς τοῦ ὕδατος τὴν ἐμβρυώδη περίοδον τοῦ βίου των, ἐξερχόμενα ἔπειτα τέλεια ἐξ αὐτοῦ καὶ ἐπὶ τίνας μόνον ὥρας ζῶντα.

Μέχρι τοῦ Ῥεωμύρου ἐπιστεύετο, ὅτι τὰ ἔντομα ταῦτα δὲν συζεύγονται, μὴ ἔχοντα καιρὸν πρὸς τοῦτο, ἀλλ᾿ ὁ φυσιοδίφης οὗτος ἀπέδειξε, καὶ ἔπειτα παρὰ τῶν ἄλλων ἐβεβαιώθη, ὅτι ὁ ἔρως εἶναι ἀπεναντίας ἡ μόνη του βραχυτάτου βίου των ἀσχολία. Ἀφ᾿ ἑτέρου ὅμως δὲν περισσεύει εἰς ταῦτα καιρὸς πρὸς φαγητόν, καὶ διὰ τοῦτο ἴσως ἐθεώρησε περιττὸν ἡ Θεία Πρόνοια νὰ τὰ προικίσῃ διὰ στόματος καταλλήλου πρὸς κατάποσιν τροφῆς.

Τὰ ἔντομα ταῦτα διήρεσαν οἱ ἐπιστήμονες εἰς γένῃ καὶ εἴδη, κατεμέτρησαν τὸ μῆκος τῆς νευρικῆς ἁλύσου τῶν γαγγλίων των, διέκριναν τοὺς ταρσοὺς αὐτῶν καὶ ἠρίθμησαν τὰ ἐν τῇ κοιλίᾳ των ᾠά, τὰ ὁποῖα εὑρέθησαν ὀκτακόσια.

Τὰ ἐφήμερα δύναταί τις νὰ παρατηρήσῃ πρὸ πάντων τὰς μεσημβρινὰς ὥρας τοῦ θέρους, ἐξορμῶντα ἐκ τοῦ ὕδατος ἀνὰ πυκνὰ σμήνη καὶ ὁμοιάζοντα μικρὰς καταλεύκους πεταλούδας δύο περίπου ἐκατοστομέτρων μήκους. Εἰς τίνας χώρας καὶ ἰδίως ἐν Βελγίῳ καὶ ἐνιαχοῦ τῆς Γαλλίας εἶναι κατὰ τὰς ὑγρὰς ἡμέρας τοῦ θέρους τόσον πολλά, ὥστε σχηματίζουσι νεφελώδη θόλον ὑπεράνω τοῦ ῥύακος ἢ τῆς λίμνης. Τὰ νέφη ταῦτα μένουσι μετέωρα ἐπὶ τρεῖς ὥρας, ὅσον δηλ. διαρκεῖ ὁ βίος τῶν ἀποτελούντων ταῦτα ζωυφίων, περὶ δὲ τὴν δύσιν τῆς μόνης αὐτῶν ἡμέρας τὰ πτώματα αὐτῶν ἀρχίζουσι νὰ καταπίπτωσιν ὡς μικραὶ νιφάδες χιόνος, τὰς ὁποίας καταπίνουσιν ἀπλήστως οἱ ἰχθύες. Τὰ ἐφήμερα οὐδέποτε ἀναπαύονται, ἀλλ᾿ ἡ ζωὴ αὐτῶν συνοψίζεται εἰς ἓν μόνον τρίωρον ἢ τετράωρον πτερύγισμα. Ὀλίγας δὲ στιγμὰς πρὸ τοῦ θανάτου, καταπίπτουσιν ἐκ τῆς γαστρὸς τῆς θηλείας ἐν σχήματι βότρυος τὰ ᾠά, τὰ ἐπὶ τίνας στιγμὰς ἐπιπλέοντα καὶ ἔπειτα βυθιζόμενα εἰς τὸ ὕδωρ τοῦ ποταμοῦ.

Σοφός τις φυσιοδίφης, ὁ Μαρέσιος (Desmarets), ἂν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, ὠθούμενος ὑπὸ τῆς περιεργείας, ἐπεχείρησε καὶ κατώρθωσε νὰ χωρίσῃ τὰ ἄῤῥενα ἐφήμερα ἀπὸ τῶν θηλέων, καὶ τότε ὁ βίος αὐτῶν παρετάθη ἀπὸ τεσσάρων εἰς εἰκοσιτέσσαρας ὥρας, μετὰ τὰς ὁποίας τὰ θύματα ταῦτα τῆς ἐπιστήμης ἀπέθαναν παρθένα, ἐκ τῆς λύπης πιθανῶς καὶ τῆς πλήξεως, ἀντὶ ν᾿ ἀποθάνωσιν ἐξ ὑπερβολῆς ἔρωτος καὶ ἡδυπαθείας, ὡς ὥρισεν αὐτοῖς ὁ πανάγαθος Θεός. Τοιαύτη εἶναι ἡ ἀνελλιπὴς τῶν ἐφημέρων βιογραφία, ἡ ὅσον καὶ ὁ βίος αὐτῶν βραχεῖα.

Θερινὴν τίνα ἡμέραν, πρὸ ἐτῶν πολλῶν, δὲν ἐνθυμοῦμαι ἀκριβῶς πόσων, ἀφοῦ ἐπρογευμάτισα εὐθύμως μετὰ τίνων φίλων εἰς τὸ παρὰ τὴν ὄχθην τοῦ Κηφισοῦ, τοῦ ἔχοντος τότε ὕδωρ, ἑστιατόριον τῆς Κολοκυνθοῦς, ἀφῆκα αὐτοὺς παραδιδομένους εἰς τὴν μακαριότητα τοῦ μεσημβρινοῦ ὕπνου καὶ ἠκολούθησα μόνος τὴν ἄγουσαν εἰς τὰ Σεπόλια παρὰ τὴν ὄχθην τοῦ ῥύακος ὁδόν. Ἀφοῦ ἐπὶ τίνα ὥραν ἐπεριπάτησα, κατέφυγα πρὸς ἀνάπαυσιν ὑπὸ τὴν σκιὰν ὑπερκειμένου τοῦ ῥεύματος δένδρου. Ἦτο ἡμέρα Κυριακή, ὥρα περὶ τὴν δευτέραν μετὰ μεσημβρίαν, καὶ ἐκ τούτου ἀπόλυτος ἐπεκράτει περὶ ἐμὲ σιωπὴ καὶ ἐρημία. Ὁ καύσων δὲν ἦτο ὑπερβολικός· τὸν ἥλιον ἐσκίαζον λευκὰ τίνα νέφη καὶ ἐλαφρὰ ἐκ διαλειμμάτων πνοὴ ἀνέμου ἔσειε τὰ καλάμια καὶ τὰ ἔκαμνε νὰ συγκύπτωσι πρὸς ἀλλῆλα, ὡς νὰ ἐκρυφομίλουν.

Ἀλλὰ τὴν προσοχήν μου εἵλκυσε πρὸ πάντων τὸ πλῆθος τῶν ὑπεράνω τοῦ ὕδατος ἱπταμένων ἐντόμων καὶ ἰδίως αἱ ἀπειράριθμοι χρυσαλλίδες. Οὐδαμοῦ ἔτυχε νὰ ἴδω τόσον πολλάς, τόσον μικρὰς καὶ τόσον ὁμοιομόρφως λευκάς. Τὸ πλῆθος καὶ ἡ λευκότης αὐτῶν ἀνεκάλεσαν εἰς τὴν μνήμην μου ὅσα εἶχον ἀναγνώσει περὶ τῶν ἐφημέρων, καὶ μετ᾿ αὐτῶν ὅσας ἡ τύχη τῶν ἐντόμων τούτων μοι ὑπαγόρευε πολλάκις, ἐν συγκρίσει πρὸς τὴν ἀνθρωπίνην, μελαγχολικὰς σκέψεις. Γνωστὸν εἶναι ὅτι μεταξὺ ὕπνου καὶ ἐγρηγόρσεως ὑπάρχει μέση τις κατάστασις, κατὰ τὴν ὁποίαν οὔτε ἐντελῶς ἔξυπνος εἶναι τις οὔτε κοιμᾶται ἀκόμη. Εἰς τοιαύτην τινὰ κατάστασιν ἀποχαυνώσεως, οὐχὶ ἀμοίρου ἡδυπαθείας, μὲ εἶχε βυθίσει ἡ μόνωσις, ἡ ἠρεμία, κατά τι δὲ ἴσως καὶ οἱ ἀτμοὶ τῶν δύο ἢ τριῶν κατὰ τὸ πρόγευμα ποτηρίων οἴνου. Δύσκολον ἐκ τούτου εἶναι νὰ ὁρίσω κατὰ πόσον μετεῖχον ἀναμνήσεως ἀναγνωσμάτων, ῥεμβασμοῦ καὶ ἐνυπνίου ὅσα κατὰ τὴν ὥραν ἐκείνην ἐσκέφθην ἢ ὠνειρεύθην.

M᾿ ἐφάνη ὅτι αἱ πτερυγίζουσαι ὑπεράνω τοῦ ῥεύματος τοῦ Κηφισοῦ χρυσαλλίδες καὶ τ᾿ ἄλλα περιβομβοῦντα γύρω μου πτερωτὰ ἔντομα ἦσαν ἐφήμερα, ὅτι ὁ βόμβος αὐτῶν ἦτο γνώριμος εἰς ἐμὲ γλῶσσα, καὶ ὅτι τελείως κατενόουν τὸν ἑξῆς μεταξὺ δύο ἐξ αὐτῶν διάλογον.

– Σεβάσμιε πρεσβῦτα, ἔλεγε τὸ νεώτερον εἰς τὸ ἄλλο, ἔχεις ἡλικίαν τουλάχιστον τεσσάρων ὡρῶν καὶ ἑπομένως μακρὰν πεῖραν τοῦ κόσμου. Εὐδόκησε λοιπὸν νὰ μὲ συμβουλεύσῃς, ἐμὲ τὸν νέον καὶ ἄπειρον, τὶ πρέπει νὰ κάμω διὰ νὰ εὐτυχήσω.

– Τέκνον μου, ἀπήντησεν ὁ ἐρωτώμενος, ἀληθὲς εἶναι ὅτι εἶμαι γέρων· ὄχι ὅμως ὅσον φαίνομαι. Τὰ πάθη καὶ αἱ λῦπαι μ᾿ ἔκαμαν νὰ γηράσω προώρως. Δὲν ἔχω ἡλικίαν ἀνωτέραν τριῶν ὡρῶν. Πολλὰ ὅμως εἶδον καὶ ὑπέφερα κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο. Θὰ σὲ εἴπω τὰ σφάλματα, τὰ ὁποῖα μὲ κατέστησαν δυστυχῆ καὶ ἠμπορεῖς σὺ ν᾿ ἀποφύγῃς καὶ νὰ εὐτυχήσῃς. Ὡς δύνασαι νὰ παρατηρήσῃς, ἡ κεφαλή μου εἶναι μεγαλυτέρα τῆς ἰδικῆς σου καὶ τῆς τῶν ἄλλων ἐφημέρων καὶ ἐντὸς αὐτῆς ἐφύτρωσαν καὶ ἀνεπτύχθησαν ἀλλόκοτοι τίνες ἰδέαι, διὰ τὰς ὁποίας δὲν θὰ ὑπῆρχε τόπος ἐντὸς κεφαλῆς συνήθους μεγέθους. Ὅπως σύ, ὑπῆρξα καὶ ἐγὼ νέος, ἀλλὰ ἔχασα τὴν νεότητά μου.

Ὀλίγον μετὰ τὴν γέννησίν μου ἀπήντησα ὡραιοτάτην ἐφημέρισσαν· εἶχε ἡλικίαν δέκα λεπτῶν καὶ ἐγὼ ἑνὸς τετάρτου τῆς ὥρας. Ἦτο δὲ διὰ τοὺς δύο ἡ ἀληθινὴ τοῦ ἔρωτος ἐποχή. Ἀλλ᾿ ἀντὶ νὰ τῆς ἐκθέσω καθαρὰ καὶ χωρὶς περιφράσεις τὶ ἐπιθυμῶ παρ᾿ αὐτῆς, ἐπεθύμησα, ὡς ἔχων μεγαλυτέραν κεφαλήν, νὰ διακριθῶ τῶν συνήθων ἐραστῶν, νὰ φανῶ μεγαλόκαρδος, ὑπερευαίσθητος, ποιητικός. Ἐκείνη ἦτο φιλάρεσκος καὶ κάπως φαντασμένη καὶ ἐπίστευσεν, ὅτι ἦτο ἀληθῶς ἀξία τῶν ὕμνων τοὺς ὁποίους ἐτόνιζα εἰς τιμὴν της. Ὅταν λοιπόν, ἀφοῦ τὴν ἀπεθέωσα, ἠθέλησα νὰ τὴν μεταχειρισθῶ ὡς εὔμορφην θνητήν, ἐνόμισεν ὅτι ἐπέβαλεν εἰς αὐτὴν ἡ ἀποθέωσις νὰ ὑποκριθῇ ὀλίγην ἀντίστασιν εἰς τοὺς πόθους μου, καὶ ἐγὼ ὁ μεγαλοκέφαλος βλάξ, ἀντὶ νὰ ἀψηφήσω τὴν σκιὰν ἐκείνην ἀντιστάσεως καὶ νὰ προβῶ ἀπὸ τῶν μεταφυσικῶν εἰς τὰ φυσικά, ὡς ἡ ἐρωμένη μου ἤλπιζε βεβαίως καὶ ἐπεθύμει, ἤρχισα νὰ παραπονοῦμαι καὶ νὰ μεμψιμοιρῷ, νὰ γίνωμαι ἐλεγειακός, μονότονος καὶ ἐπὶ τέλους ἀνιαρός.

Κατ᾿ ἐκείνη τὴν στιγμὴν ἐπτερύγισε πλησίον μας ἄλλος τὶς νέος ἐφήμερος, πολὺ φρονιμώτερός μου, ἂν καὶ ἡ κεφαλή του ἦτο μικροτέρα, ὅστις χωρὶς πολλὰ προοίμια καὶ περιττὰ λόγια, ἥρπασε τὴν λατρευτήν μου ἀπὸ τὴν μέσην. Τοὺς εἴδα ν᾿ ἀπομακρύνωνται πληρέστατα συνεννοημένοι, καὶ μάλιστα ἀγκαλιασμένοι, καὶ ἀπέμεινα ταπεινωμένος, ἀπαρηγόρητος, κατῃσχυμένος, καταρώμενος τὴν ἄπιστον καὶ τὴν Θείαν Πρόνοιαν καὶ εὑρίσκων ἀτελεύτητον τὸν ἀναμένοντα μὲ δίωρον ἀκόμη βίον. Εἰς θρήνους καὶ παράπονα ἔχασα μίαν ὥραν, κατὰ τὸ διάστημα τῆς ὁποίας εὔκολον ἦτο ν᾿ ἀνεύρω δέκα ἄλλας ἐφημέρους, προθύμους νὰ μὲ ἀποζημιώσουν διὰ τὴν ἀπώλειαν τῆς μιᾶς.

Ὅταν ἐννόησα ἐπὶ τέλους τὸ σφάλμα μου, τοῦτο ἦτο ἀνεπανόρθωτον, διότι ἤμην ἤδη γέρων εἰς ἡλικίαν δύο ὠρῶν. Αἱ νέαι ἐφήμεροι διήρχοντο πλησίον μου χωρὶς νὰ μὲ κοιτάξουν, ἢ ἂν ἔστρεφον πρὸς ἐμὲ τὸ βλέμμα, τοῦτο ἦτο ψυχρὸν καὶ περιφρονητικόν. Ἀλλ᾿ ἀρκετὰ σ᾿ ἐφλυάρησα, νεανίσκε μου, ἐνῶ αἱ στιγμαί σου εἶναι πολύτιμοι. Θὰ ἦτο κίνδυνος νὰ σὲ κάμω νὰ περιπέσῃς εἰς τὸ σφάλμα, ἀπὸ τὸ ὁποῖον ζητῶ νὰ σὲ προφυλάξω, ἂν σὲ ὡμίλουν μικρότερον περὶ αὐτοῦ. Ἐγεννήθης πρὸ ἡμισείας ὥρας καὶ δὲν ἔχεις καιρὸν νὰ χάσῃς. Ἰδού, βλέπω μίαν ἐφήμερον, ἡ ὁποία διερχομένη πλησίον μας σ᾿ ἐκοίταξε μετὰ συμπαθείας. Πέταξε νὰ τὴν φθάσῃς. Ἀλλ᾿ αἰσθάνομαι ὅτι ἔφθασεν ἡ τελευταία μου στιγμή. Χαῖρε, μικρέ μου φίλε.

Ταῦτα λέγων περιεδινήθη ὁ πρεσβύτης ὡς κροκὶς λευκοῦ ἐρίου εἰς τὸν ἀέρα καὶ ἔπεσεν ἄπνους εἰς τὸ νερόν, καθ᾿ ἣν στιγμὴν κατέφθανεν ὁ σύντροφός του τὴν ὑποδειχθεῖσαν ἐφήμερον καὶ περιεπτύσσετο αὐτὴν τόσον σφιγκτά, ὥστε ἐφαίνετο τὸ ζεῦγος ἓν μόνον ἔντομον μὲ ὀκτὼ πτερά.

Ὄνειρον πιθανῶς ἦτο τοῦ αἰσθηματικοῦ ἐκείνου ἐφημέρου μου ἡ μωρία καὶ ἡ κακὴ τύχη, ἀφοῦ ὁ Θεὸς μόνον τὸ ἡμέτερον λογικὸν γένος ἔπλασε δεκτικὸν τοιούτων παραλογισμῶν. Ἀλλ᾿ ἂν ἦτο ἐκεῖνο ὄνειρον, βέβαιον ἀπεναντίας καὶ ἀναμφισβήτητον εἶναι ὅτι δὲν ὑπάρχουσιν ἄλλα οὔτε ἐπίγεια, οὔτε ὑδρόβια οὐδ᾿ ἐναέρια πλάσματα ζηλευτότερα τῶν ἐφημέρων. Γεννῶνται, ἀγαπῶσι καὶ ἀποθνήσκουσιν ἀνταλλάσσοντα φίλημα, εἰς τὸ ὁποῖον ἐξατμίζεται ἡ μικρὰ αὐτῶν ψυχή. Οὐδὲν ἄλλο ἔχουσιν εἰς τὸν κόσμον νὰ πράξωσιν, οὐδὲ περὶ τῶν συνεπειῶν τῶν φιλημάτων αὐτῶν νὰ φροντίσωσιν, ἀφοῦ ἀρκεῖ ν᾿ ἀφήσῃ ἡ θήλεια νὰ καταπέσωσιν εἰς τὸ ὕδωρ τὰ ᾠά της διὰ ν᾿ ἀσφαλισθῇ τῶν ἀπογόνων της ἡ τύχη. Μόνα τὰ ἐφήμερα δὲν κινδυνεύουσι νὰ προσκρούσωσιν εἰς μακρὰν ἀντίστασιν ἐρωμένης, διὰ τὸν λόγον ὅτι εἶναι ἀκαταμάχητον τὸ ἐπιχείρημα: «Κυρία μου, δὲν ἔχομεν καιρόν».

Ἀλλ᾿ οὐδὲ ἔριδας ἔχουσι νὰ φοβῶνται, οὔτε ζηλείαν γνωρίζουσιν, οὔτε ἀστασίαν, οὔτε ψυχρότητα, οὔτε ἐγκατάλειψιν ἢ ἀπιστίαν, διὰ τὸν λόγον ὅτι οὐδὲ διὰ τὰς τοιαύτας δὲν περισσεύει καιρός. Εἶναι τὰ μόνα πλάσματα, διὰ τὰ ὁποῖα εἶναι ὁ ἔρως ῥόδον ἄνευ ἀκανθῶν. Πῶς δὲ νὰ μὴ θεωρήσωμεν ὡς μέγιστον αὐτῶν εὐτύχημα, ὅτι οὐδὲν οὔτε πράττουσιν οὔτε αἰσθάνονται δὶς κατὰ τὸ διάστημα τοῦ βίου αὐτῶν, ἐνῶ πᾶσα ἡμῶν ἀπόλαυσις, ὁσάκις ἐπαναλαμβάνεται, ἀποβάλλει μέγα μέρος τοῦ προτέρου αὐτῆς θελγήτρου; Ἡ ἡδονὴ ἡμῶν δύναται νὰ ὁμοιωθῇ πρὸς ποτήριον γενναίου οἴνου, τὸ ὁποῖον πίνομεν κατὰ μικρὰς δόσεις καὶ μετὰ πᾶσαν ῥόφησιν γεμίζομεν δι᾿ ὕδατος τὸ ποτήριον, μέχρις οὗ καταντήσωσιν ἀνούσιον ἀπόπλυμα αἱ τελευταῖαι.

Ὅσον ἀκριβέστερον ἐξετάζω τὰ πράγματα, τόσον μᾶλλον κλίνω νὰ πιστεύσω, ὅτι τὸ ἐφήμερον εἶναι τὸ μόνον τοῦ Θεοῦ πλάσμα, εἰς τὸ ὁποῖον δὲν ἁρμόζει τὸ δυνάμενον περὶ τῶν λοιπῶν καὶ πρὸ πάντων περὶ τοῦ ἀνθρώπου νὰ ῥηθῇ, ὅτι κάλλιον θὰ ἦτο νὰ μὴ γεννηθῇ.

Μόνον τὸ ἐφήμερον περὶ οὐδενὸς ἔχει νὰ σκεφθῇ ἢ ν᾿ ἀποφασίση· ζῇ τὴν μικρὰν αὐτοῦ ζωὴν πτερυγίζον χωρὶς οὐδέποτε νὰ στραφῇ νὰ κοιτάξῃ πρὸς δεξιὰν ἢ ἀριστεράν· τὸ τέλος του ἐπέρχεται ἄνευ νόσου, ἄνευ ὀδύνης καὶ ἄνευ τρόμου τοῦ θανάτου· δὲν αἰσθάνεται ἐξαντλουμένας τοῦ σώματος καὶ τῆς ψυχῆς του τὰς δυνάμεις, ἀλλ᾿ ἀποθνῄσκει διὰ μιᾶς ἐντὸς δευτερολέπτου, κατὰ τὴν διάρκειαν ἐρωτικοῦ σπασμοῦ.

Κατ᾿ ἀντίθεσιν πρὸς τὸ τρισόλβιον τοῦτο ἔντομον, ἀναγκαζόμεθα ἡμεῖς δεκάκις τῆς ἡμέρας νὰ σκεπτώμεθα καὶ ν᾿ ἀποφασίζωμεν περὶ παντοίων πραγμάτων. Τὴν ἀπόφασιν παρακολουθεῖ πλειστάκις ἡ μετάνοια, ἡ δὲ ταλάντευσις καὶ ἔλλειψις ἀποφάσεως εἶναι βάσανος ὀδυνηρά. Τὸν βίον ἡμῶν εὑρίσκομεν βραχύν, ἀλλὰ συγχρόνως καὶ πᾶσαν ὥραν αὐτοῦ μακράν. Μόνα ἐξ ὅλων τῶν ζώντων ἔχουσι τὰ ἐφήμερα τὸ πλεονέκτημα νὰ μὴ τρώγωσι, τοῦ δὲ ἀνθρώπου ὁ πολυσύνθετος ἐπιούσιος ἄρτος κατήντησε σήμερον τοσοῦτον δυσπόριστος, ὥστε μὴ ἐξαρκοῦντος πλέον τοῦ Θεοῦ ἀναγκάζονται πολλοὶ νὰ ζητήσωσιν αὐτὸν παρὰ τοῦ διαβόλου.

Ὡς τὰ τάγματα κατὰ στρατιωτικὴν ἐπιθεώρησιν, οὕτω παρήλαυνον ἀλλεπάλληλοι εἰς τὴν μνήμην μου ὅλαι αἱ ἀθλιότητες τοῦ ἀνθρωπίνου βίου. Αὗται εἶναι τόσον γνωσταὶ καὶ ἀναμφισβήτητοι καὶ τοσάκις περιεγράφησαν καὶ ἐθρηνήθησαν ἀπὸ τοῦ Ἐκκλησιαστοῦ καὶ τοῦ Ἱερεμίου μέχρι τοῦ Σοπεγχάουερ καὶ Λεοπάρδι, ὥστε κατήντησαν κοινοὶ τόποι. Κατ᾿ οὐδὲν ὅμως συνετέλεσεν ἡ πεῖρα εἰς συνετισμὸν τῶν λεγομένων λογικῶν ὄντων καὶ οὐδεμία παρ᾿ αὐτῶν κατεβλήθη προσπάθεια, ὅπως περιορισθῇ ἡ ἐγκειμένη τῇ ἀνθρωπίνῃ φύσει ἀθλιότης εἰς τὸν ἐλάχιστον αὐτῆς ὀρόν. Ὁ βίος ὁμολογεῖται πάλη κατὰ παντοίων δεινῶν καὶ ὁ μόνος τρόπος μετριασμοῦ αὐτῶν θὰ ἦτο νὰ περισυλλεχθῇ καὶ συσταλῇ, οὕτως εἰπεῖν, ὁ ὑφιστάμενος ταῦτα, ὥστε νὰ παρουσιάζῃ μικροτέραν ὅσον τὸ δυνατὸν ἐπιφάνειαν εἰς τὰς πληγάς· ἀντὶ τούτου οὐδὲν ἄλλο φαίνεται ἐπιζητῶν ἢ μόνην τὴν ἐπέκτασιν αὐτῆς, ἤτοι τὴν αὔξησιν τῶν φροντίδων καὶ τῶν βασάνων του.

Μὴ ἀρκούμενος νὰ ζήσῃ καὶ ν᾿ ἀποθάνῃ ὅπου ἔτυχε νὰ γεννηθῇ, περιέρχεται τὴν γῆν ὅλην, καταβαίνει εἰς τὰ σπλάγχνα αὐτῆς καὶ τοὺς βυθοὺς τῆς θαλάσσης ἢ ζητῇ ν᾿ ἀνυψωθῇ εἰς τὸν ἀέρα, νὰ ζήσῃ οὐ μόνον ὡς ἐπίγειον πλάσμα, ἀλλὰ καὶ ὡς ὀψάριον ἢ πτηνόν. Θέλει νὰ παρευρίσκεται πανταχοῦ οὐ μόνον διαδοχικῶς, ἀλλὰ καὶ συγχρόνως. Πᾶς φλύαρος, ἀντὶ νὰ ἐνοχλῇ διὰ τῆς ἀδολεσχίας του μόνους τοὺς ἀκροατάς του, κατορθώνει διὰ τῶν ἀνταποκρίσεων αὐτοῦ ἢ διὰ τοῦ τύπου νὰ φλυαρῇ συγχρόνως ἐν Παρισίοις, ἐν Ῥώμῃ, ἐν Πετρουπόλει, ἐν Νέᾳ Ὑόρκῃ καὶ ἐν Πεκίνῳ.

Ὅπως ἐν τῷ χώρῳ, οὕτω ζητεῖ νὰ ἐπεκτείνῃ τὴν ἐπιφάνειαν αὐτοῦ καὶ ἐν τῷ χρόνῳ. Τὴν διάρκειαν τοῦ βίου αὐτοῦ εὑρίσκει πολὺ βραχεῖαν. Ἀληθὲς εἶναι ὅτι διέρχεται τὰ τρία τέταρτα αὐτῆς χασμώμενος ἢ στενάζων, ἀλλ᾿ ἑβδομήκοντα ἢ ὀγδοήκοντα ἔτη δὲν ἀρκοῦσιν εἰς αὐτὸν διὰ νὰ χορτάσῃ τὰ χασμήματα καὶ τοὺς στεναγμούς. Ἐπὶ πολλοὺς αἰῶνας ἀνεζήτουν ἀντίδοτον κατὰ τοῦ θανάτου οἱ ἀλχημισταί, καὶ ἀπὸ τῶν χρόνων τοῦ Οὐφελάνδου κατετάχθη εἰς τὰς ἐπιστήμας ἡ λεγομένη Μακροβιωτική. Ἂν πιστεύσωμεν τοὺς ἰατροὺς καὶ τὰς στατιστικάς, κατωρθώθη ἤδη εἰς τίνας χώρας καὶ ἰδίως εἰς Ἀγγλίαν ἡ παράτασις τοῦ πρὶν συνήθους μέσου ὅρου τοῦ βίου κατὰ δύο ἢ τρία ἔτη. Οὐδ᾿ ὡς σταγὼν ὅμως ὕδατος δύναται νὰ θεωρηθῇ ἡ τριὰς αὕτη ἐτῶν ἐν συγκρίσει πρὸς τὴν βασανίζουσαν τὸν ἄνθρωπον δίψαν ἐκτάσεως τῆς διαρκείας αὐτοῦ, τὴν ὁποίαν δὲν δύναται ἐπὶ τοῦ παρόντος νὰ ἱκανοποιήσῃ ἄλλως ἢ φανταζόμενος ἓν οἰονδήποτε εἶδος ὑπάρξεως ἐν σπέρματι προγενεστέρας τῆς γεννήσεως, ἢ ἄλλο παρατεινόμενον μετὰ τὸν θάνατον αὐτοῦ.

Δεν ἐννοῶ διὰ τούτων οὔτε τὴν πυθαγόρειον μετεμψύχωσιν οὔτε τὸ περὶ ἀθανασίας τῆς ψυχῆς χριστιανικὸν δόγμα, ἀλλ᾿ ἄλλο τι τελείως ἄσχετον πρὸς τὴν φιλοσοφίαν καὶ τὴν θρησκείαν, τὴν μανίαν τῆς καταγωγῆς ἐξ ἐπιφανῶν προγόνων καὶ τὸν πόθον τῆς κληροδοτήσεως διαρκοῦς μνήμης τῆς διαβάσεως ἡμῶν διὰ τοῦ κόσμου εἰς τὰς ἔπειτα γενεάς. Πολλοὶ ἐναβρύνονται πιστεύοντες, ὅτι τὸ ὑποκείμενον αὐτῶν προϋπῆρχε λανθάνον παρὰ τοῖς ἐνδόξοις προγόνοις, οἵτινες ἐγέννησαν τοὺς μέλλοντας νὰ γεννήσωσιν αὐτούς, κατορθοῦντες οὕτω νὰ ἐπεκτείνωσιν ἐπὶ τίνας αἰῶνας τὴν ὕπαρξιν αὐτῶν ἐν τῷ παρελθόντι. Τούτων ἡ μωρία εἶναι προφανής· ἀλλ᾿ ἂν ἐξετάσωμεν ἀκριβῶς τὰ πράγματα δύσκολον εἶναι νὰ θεωρήσωμεν ὡς ὀλιγώτερον μωροὺς τοὺς φλεγομένους ὑπὸ τοῦ πόθου ἐπιβιώσεως τοῦ ὀνόματος αὐτῶν παρὰ τοῖς μεταγενεστέροις.

Ἀλλόκοτον ὅσον καὶ κοινὸν εἶναι τὸ αἴσθημα τὸ ἄγον ἡμᾶς νὰ μεριμνῶμεν περὶ γεγονότων, τὰ ὁποῖα ἐνδέχεται νὰ ἐπέλθωσιν, ὅταν δὲν θὰ ὑπάρχωμεν πλέον, καὶ ν᾿ ἀποδίδωμεν μεγάλην σημασίαν εἰς τὴν περὶ ἡμῶν γνώμην ἀνθρώπων, οἵτινες δὲν ἐγεννήθησαν ἀκόμη. Μεθύομεν προκαταβολικῶς δι᾿ οἴνου, τὸν ὁποῖον οὐδέποτε θὰ πίωμεν. Ὁ πάγκοινος καὶ ἀνεκρίζωτος ἐκ τῆς καρδίας ἡμῶν πόθος μακρᾶς ὑπάρξεως μ᾿ ἐφαίνετο κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην τόσον ἄτοπος καὶ παράλογος, ὥστε ᾐσχυνόμην ν᾿ ἀνήκω εἰς τὸ μωρὸν καὶ τρισάθλιον ἀνθρώπινον γένος καὶ ἐζήλευα τὰς πετώσας ὑπεράνω τοῦ ῥεύματος μικρὰς χρυσαλλίδας, τὰς ὁποίας ἐπέμενα νὰ ταυτίζω μετὰ τῶν τρισολβίων ἐφημέρων.

Ρέει πραγματικά ο χρόνος; Οι νέες ενδείξεις προέρχονται από μια προσέγγιση αιώνων στα μαθηματικά

Ρωτήστε ένα μέσο θεωρητικό φυσικό για τη φύση του χρόνου, και πιθανότατα θα σας πει ότι η ροή του χρόνου είναι κάτι σαν παραίσθηση. Σύμφωνα με τη γενική θεωρία της σχετικότητας, οι τρεις διαστάσεις του χώρου υφαίνονται μαζί με μια 4η διάσταση, αυτή του χρόνου, σε ένα «σύμπαν μπλοκ» που καλύπτει ολόκληρο το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον.

«Για εμάς τους πιστούς φυσικούς», έγραψε ο Αϊνστάιν το 1955, εβδομάδες πριν από το θάνατό του, «η διάκριση μεταξύ του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος είναι μόνο μια αποφασιστικά επίμονη ψευδαίσθηση».

Ωστόσο, μια νέα ιδέα για το χρόνο και την τυχαιότητα – αυτή που προέρχεται από μια παλιά ιδέα για τα μαθηματικά – μπορεί να μας προσφέρει ένα νέο προβληματισμό για το τι σημαίνει το μπλοκ σύμπαν. Έτσι πολλοί αρχίζουν να αναρωτιούνται και να αμφισβητούν τις επιπτώσεις του.

Ρέει λοιπόν πραγματικά ο χρόνος; Οι νέες ενδείξεις προέρχονται από μια προσέγγιση αιώνων στα Μαθηματικά, που ονομάζεται διαισθητικά μαθηματικά, και τα οποία απορρίπτουν την ύπαρξη αριθμών με άπειρα ψηφία..

Οι νόμοι της φυσικής υπονοούν ότι η ροή του χρόνου είναι μια ψευδαίσθηση. Για να αποφύγουμε αυτό το συμπέρασμα, ίσως χρειαστεί να ξανασκεφτούμε την πραγματικότητα των απεριόριστα ακριβείας αριθμών. Και εάν οι αριθμοί δεν μπορούν να έχουν άπειρες σειρές ψηφίων, τότε το μέλλον δεν μπορεί ποτέ να είναι απόλυτα προκαθορισμένο. Εάν οι αριθμοί είναι πεπερασμένοι και περιορισμένοι στην ακρίβειά τους, τότε η ίδια η φύση είναι εγγενώς ανακριβής και συνεπώς απρόβλεπτη

Οι φυσικοί που εξετάζουν το χρόνο δείχνουν προβλήματα που δημιουργούνται από την κβαντομηχανική, δηλαδή τους νόμους που περιγράφουν την πιθανοκρατική συμπεριφορά των σωματιδίων. Στην κβαντική κλίμακα, εμφανίζονται μη αναστρέψιμες αλλαγές που διακρίνουν το παρελθόν από το μέλλον: Ένα σωματίδιο διατηρεί ταυτόχρονες κβαντικές καταστάσεις έως ότου κάνετε μία μέτρηση του, οπότε το σωματίδιο υιοθετεί μία από τις καταστάσεις. Μυστηριωδώς, τα μεμονωμένα αποτελέσματα μέτρησης είναι τυχαία και απρόβλεπτα, ακόμη και όταν η συμπεριφορά των σωματιδίων ακολουθεί συλλογικά στατιστικά πρότυπα. Αυτή η φαινομενική ασυνέπεια μεταξύ της φύσης του χρόνου στην κβαντική μηχανική και του τρόπου λειτουργίας της σχετικότητας έχει δημιουργήσει αβεβαιότητα και σύγχυση.

Το 2019 λοιπόν ο Ελβετός φυσικός Nicolas Gisin είχε δημοσιεύσει τέσσερα άρθρα που προσπαθούσαν να διαλύσουν την ομίχλη γύρω από το χρόνο στη φυσική. Όπως το βλέπει ο Gisin, το πρόβλημα από την αρχή ήταν μαθηματικό. Και υποστηρίζει ότι ο χρόνος γενικά και ο χρόνος που καλούμε το παρόν εκφράζονται εύκολα σε μια μαθηματική γλώσσα μιας αιωνόβιας που ονομάζεται διαισθητικός μαθηματικά, η οποία απορρίπτει την ύπαρξη αριθμών με απεριόριστα πολλά ψηφία. Όταν τα διαισθητικά μαθηματικά χρησιμοποιούνται για να περιγράψουν την εξέλιξη των φυσικών συστημάτων, καθιστά σαφές, σύμφωνα με τον Gisin, ότι «ο χρόνος περνά πραγματικά και δημιουργούνται νέες πληροφορίες». Επιπλέον, με αυτόν τον φορμαλισμό, ο αυστηρός ντετερμινισμός που υπονοείται από τις εξισώσεις του Αϊνστάιν δίνει τη θέση του σε ένα κβαντικό απρόβλεπτο. Εάν οι αριθμοί είναι πεπερασμένοι και περιορισμένοι στην ακρίβειά τους, τότε η ίδια η φύση είναι εγγενώς ανακριβής και συνεπώς απρόβλεπτη.

Οι φυσικοί εξακολουθούν να μελετούν το έργο του Gisin – γιατί δεν είναι σύνηθες κάποιος να προσπαθεί να αναδιατυπώσει τους νόμους της φυσικής σε μια νέα μαθηματική γλώσσα – αλλά πολλοί από αυτούς που έχουν εμπλακεί με τα επιχειρήματά του πιστεύουν ότι θα μπορούσαν ενδεχομένως να γεφυρώσουν το εννοιολογικό χάσμα μεταξύ του ντετερμινισμού της γενικής σχετικότητας και της εγγενούς τυχαιότητας στην κβαντική κλίμακα.

Ο ίδιος ο Gisin είπε ότι είναι σημαντικό να διαμορφωθούν νόμοι της φυσικής που να καθιστούν το μέλλον τόσο ανοιχτό και το παρόν τόσο πραγματικό, γιατί αυτό βιώνουμε. «Είμαι φυσικός που έχει τα πόδια του στο έδαφος», είπε. “Κυλάει ο χρόνος και δημιουργούνται νέες πληροφορίες. Όλοι το ξέρουμε αυτό.”

Αναζητώντας τον Πατέρα: Μια ψυχαναλυτική ερμηνεία της ανάγκης για Θεό

Πιστεύω ότι η επαλήθευση της ύπαρξης αυτού που συλλήβδην ονομάζουμε θεό είναι έξω από τα όρια της επιστήμης και άπτεται της ψυχολογίας ειδικότερα σαν φαντασία και ψευδαίσθηση που είναι.

Αν λάβουμε υπόψη το πρώτο αξίωμα, ότι δηλαδή η ύπαρξη του θεού δε μπορεί να ελεγχθεί εμπειρικά, με ενδιαφέρουν περισσότερο τα δυναμικά, οι ψυχικοί μηχανισμοί και οι λόγοι που οδηγούν έναν άνθρωπο να πιστέψει σε κάτι που εμπειρικά δε μπορεί να προσεγγίσει.

Από βιολογικής άποψης, το ισχυρότερο ένστικτο στον άνθρωπο, όπως και σε κάθε έμβιο ον, είναι η αυτοσυντήρηση, δηλαδή η διατήρηση, προστασία και συνέχιση της ύπαρξης του. Είναι το ένστικτο που ωθεί τον κάθε έναν από εμάς να προστατεύσει τον φυσικό του εαυτό από κάθε εξωτερικό κίνδυνο. Στην ψυχαναλυτική θεωρία, ισχυριζόμαστε ότι υπάρχει ένας αντίστοιχος ενδοψυχικός μηχανισμός.

Με απλά λόγια το ψυχικό σύστημα του ανθρώπου αποτελείται από μηχανισμούς άμυνας που τον προστατεύουν από τον πόνο και το άγχος. Ωστόσο, η ισχυρότερη και πιο οδυνηρή μορφή άγχους είναι το άγχος θανάτου.

Σε όλο το φυσικό κόσμο είμαστε τα μόνα όντα που έχουμε γνώση του επικείμενου θανάτου μας. Η γνώση του ότι η ύπαρξη μας είναι πεπερασμένη γεννά μεγάλο άγχος το οποίο ενεργοποιεί τους εσωτερικούς μηχανισμούς άμυνας οι οποίοι σπεύδουν να μας προστατέψουν από αυτό.

Όταν ερχόμαστε στον κόσμο, είναι αδύνατο να επιβιώσουμε χωρίς την καθοριστική συμβολή των προσώπων φροντίδας τα οποία εξυπηρετούν τις άμεσες βιολογικές μας ανάγκες. Οι βιολογικές ανάγκες επιβίωσης συνδέονται στενά με θεμελιώδεις ψυχικές ανάγκες. Έτσι, αφού το βρέφος εξασφαλίσει την επιβίωση του αναζητά την κάλυψη σημαντικών ενδοψυχικών αναγκών όπως η ανάγκη για στοργή, αγάπη, ασφάλεια και προστασία.

Όσο περισσότερο ικανοποιηθούν οι ανάγκες αυτές, τόσο λειτουργικότερο και ωριμότερο θα γίνει το άτομο στην ενήλικη ζωή του. Φυσικά, η ανεπαρκής κάλυψη τους μπορεί να οδηγήσει το άτομο σε λιγότερο ή περισσότερο σοβαρές μορφές ψυχοπαθολογίας. Ο καθένας από εμάς λοιπόν στη μετέπειτα ζωή του έρχεται αντιμέτωπος με καταστάσεις που θέτουν σε κίνδυνο την επιβίωση του.

Αυτές οι καταστάσεις τον κάνουν να παλινδρομεί στο στάδιο της βρεφικής ηλικίας. Ομοιάζουν δηλαδή, με το πρώτο άγχος επιβίωσης που είχε όταν πρωτοήρθε στον κόσμο.

Αυτές οι καταστάσεις μπορεί να είναι μία σοβαρή ασθένεια, ο χαμός ενός αγαπημένου προσώπου ή ένα οποιοδήποτε τραυματικό γεγονός. Ο ενήλικας πλέον νιώθει όπως ένα βρέφος: μικρός και ανίσχυρος απέναντι στο γεγονός και προσπαθεί να προστατευτεί από αυτό. Χρειάζεται λοιπόν και πάλι ένα πρόσωπο φροντίδας, ένα δεύτερο πατέρα, ισχυρότερο και δυνατότερο όμως, που θα τον προστατεύσει από τα δεινά της ζωής. Αυτή η ανάγκη για προστασία οδηγεί στην δημιουργία του θεού.

Παρατηρώντας τις μονοθεϊστικές θρησκείες (Χριστιανισμός, Ισλάμ και Ιουδαϊσμός) η σχέση μεταξύ θεού-πιστού δε διαφέρει από τη σχέση πατέρα-νηπίου. Σύμφωνα με την άποψη αυτή, ο ενήλικας αναβιώνει την πρώιμη σχέση που είχε με τον πατέρα του και την μεταφέρει στη σχέση του με το θεό.

Ο πιστός δηλαδή, μεταβιβάζει στο θεό όλα τα χαρακτηριστικά της πρωταρχικής αυτής σχέσης.

Έτσι λοιπόν έχουμε έναν παντοδύναμο θεό-πατέρα, αυταρχικό, απόλυτο, συγκεντρωτικό. Ένα θεό-πατέρα που δε διστάζει να ευνοήσει τα τέκνα που ακολουθούν τις προσταγές του και να τιμωρήσει όσους αψηφούν τις εντολές του. Ο θεός είναι κάποιος που τον προστατεύει και κάποιος τον οποίο φοβάται, μισεί και αγαπά την ίδια στιγμή. Με απλά λόγια ο θεός είναι ένα υποκατάστατο του πατέρα και ο πιστός τον προσεγγίζει με τα ίδια διφορούμενα συναισθήματα που προσέγγιζε και την πατρική φιγούρα.

Πίσω από κάθε θεό κρύβεται μία από τις πιο θεμελιώδεις ανάγκες της βρεφικής ηλικίας, η ανάγκη για έναν προστατευτικό και γεμάτο αγάπη πατέρα. Οι δυσκολίες της ζωής και αυτό το ίδιο το πεπερασμένο της ύπαρξης ξυπνάνε στον άνθρωπο έντονες μνήμες από εκείνο το στάδιο της πλήρους αδυναμίας.

Παλινδρομεί λοιπόν σε αυτό, έχοντας την ανάγκη να ξαναβιώσει ένα αίσθημα παντοδυναμίας έχοντας κάποιον να φροντίζει τις ανάγκες του. Αγαπά το θεό για τους ίδιους λόγους που ένα βρέφος αγαπά το πρόσωπο φροντίδας: επειδή καλύπτει όλες τις βιολογικές και ναρκισσιστικές του ανάγκες, προστατεύοντας το έτσι από εσωτερικές και εξωτερικές απειλές.

Καρλ Πόπερ: Τι μπορούμε να μάθουμε από το παρελθόν, για το μέλλον;

Πρώτα απ’ όλα, πρέπει να απαλλαγούμε από την παράλογη συνήθεια που θέλει έναν ευφυή άνθρωπο να μπορεί να προβλέπει όσα πρόκειται να συμβούν: Καθένας, σχεδόν, πιστεύει ότι η ευφυΐα αποδεικνύεται όταν κάνει κανείς αξιόπιστες προφητείες. Και καθένας πιστεύει ότι ένα ορθολογικό πρόγραμμα για το μέλλον πρέπει να προκύπτει από μια αξιόπιστη πρόβλεψη.

Επιπροσθέτως, πολλοί παρατηρούν την ανθρώπινη Ιστορία σαν έναν ορμητικό χείμαρρο που στροβιλίζεται μπροστά στα μάτια μας. Βλέπουμε πως απορρέει από το παρελθόν. Και όταν βλέπουμε σωστά, πρέπει, υποτίθεται, να είμαστε και σε θέση να προβλέψουμε τουλάχιστον τη γενική κατεύθυνση της μελλοντικής του πορείας.

Αυτή η αντίληψη είναι θεμελιωδώς λάθος – είναι μάλιστα και ηθικά λανθασμένη. Στη θέση της θα έπρεπε να μπει ένας εντελώς διαφορετικός τρόπος θεώρησης της Ιστορίας. Εγώ, πάντως, προτείνω τον εξής:

Η Ιστορία τελειώνει με τη σημερινή ημέρα. Μπορούμε να μάθουμε από αυτήν. Το μέλλον, εντούτοις, δεν είναι ποτέ προέκταση του παρελθόντος και δεν μπορούμε να εξάγουμε συμπεράσματα απ’ αυτό. Το μέλλον δεν υφίσταται ακόμη, και εδώ ακριβώς βρίσκεται η μεγάλη ευθύνη μας: Να επηρεάζουμε το μέλλον, εις τρόπον ώστε όλα όσα κάνουμε να αποβαίνουν προς τη βελτίωσή του.

Γι’ αυτόν το σκοπό πρέπει να χρησιμοποιούμε όλα εκείνα που έχουμε μάθει από το παρελθόν. Και κάτι πολύ σημαντικό που θα έπρεπε να έχουμε μάθει: Να είμαστε σεμνοί.

Τι προτείνω να κάνουμε λοιπόν;

Προτείνω να κάνουμε μια μεγάλη προσπάθεια να αφοπλιστούμε όχι μόνο εξωτερικά, αλλά και εσωτερικά. Τούτο σημαίνει ότι πρέπει να προσπαθήσουμε να πορευτούμε χωρίς μια πολιτική πόλωσης. Πιστεύω πως είναι δύσκολο να το κατορθώσουμε· παρά ταύτα, είμαι σίγουρος πως είναι εφικτό.

Προτείνουμε το εξής πρόγραμμα και είμαστε έτοιμοι να το θέσουμε υποσυζήτηση και βελτίωση:

Περισσότερη ελευθερία, ελεγχόμενη μέσω της υπευθυνότητας. Ελπίζουμε να κατορθώσουμε το μέγιστο της προσωπικής . ελευθερίας. Κάτι τέτοιο, όμως, είναι εφικτό μόνο σε μια πολιτισμένη κοινωνία, ήτοι σε μια κοινωνία που δεσμεύεται στο καθήκον της ζωής χωρίς βία. Πράγματι, αυτό είναι το εξέχον γνώρισμα μιας πολιτισμένης κοινωνίας: το ότι αναζητά ακατάπαυστα ειρηνικές και ανθρώπινες λύσεις στα προβλήματά της.

Παγκόσμια ειρήνη. Εφόσον έχουν εφευρεθεί ατομικές βόμβες και πυρηνικές εκρηκτικές κεφαλές, είναι χρέος όλων των πολιτισμένων κοινωνιών να συνεργαστούν για να διαφυλάξουν την ειρήνη, καθώς και να είναι σε επιφυλακή για την περαιτέρω εξάπλωση αυτών των καταστροφικών όπλων. Αυτό είναι πραγματικά το καθήκον μας, γιατί διαφορετικά θα εξαφανιστεί ο πολιτισμός και σύντομα, κατόπιν, η ανθρωπότητα.

Καταπολέμηση της φτώχειας. Χάρη στην τεχνολογία, ο κόσμος είναι αρκετά πλούσιος, ώστε -δυνητικά τουλάχιστον να εξαλείψει τη φτώχεια. Και επίσης αρκετά πλούσιος για να περιορίσει την ανεργία σε ένα ανεκτό κατώτατο όριο. Πολλοί οικονομολόγοι πράττουν ως εάν να υπήρχε απόδειξη ότι το πρόβλημα αυτό είναι άλυτο. Υπάρχουν, εντελώς αντιθέτως ωστόσο, περισσότερες από μία αποδείξεις, ότι το πρόβλημα είναι σε σημαντικό βαθμό επιλύσιμο, ακόμη και αν αποδεικνυόταν πολύ δύσκολο να αποφευχθούν συγκεκριμένες παρεμβάσεις, στην ελεύθερη οικονομία της αγοράς. Όμως παρεμβαίνουμε συνεχώς στη ν ελεύθερη οικονομία της αγοράς, και ίσως περισσότερο από όσο χρειάζεται. Η επίλυση αυτού του προβλήματος είναι άμεση. Στην περίπτωση που οι ειδικοί επί των οικονομικών θεμάτων δεν έχουν να προτείνουν καλύτερες μεθόδους τότε πολύ απλά, πρέπει να καταφύγουμε στη λήψη μέτρων δημόσιας απασχόλησης. Σε αυτά περιλαμβάνονται ιδιωτικοποιημένες δημόσιες εργασίες, όπως η οδοποιία, η κατασκευή σχολικών κτιρίων, η κατάρτιση εκπαιδευτικών κτλ. Σε περιόδους αυξανόμενης ανεργίας, θα πρέπει αυτά τα μέτρα να εντατικοποιούνται, με σκοπό μια αντικυκλική οικονομική πολιτική.

Καταπολέμηση της πληθυσμιακής έκρηξης. Με την εφεύρε ση των χαπιών αντισύλληψης, που αποτελεί μια συμπληρωματική μέθοδο ελεγχου γεννήσεων, η βιοχημική τεχνολογία κατέκτησε ένα επίπεδο πάνω στο οποίο θα μπορούσε να στηριχτεί μια παγκόσμια ενημέρωση σχετικά με τον πληθυσμιακό έλεγχο. Οι ανοιχτές κοινωνίες μπορούν να ανατρέψουν τη μομφή ότι αυτή η θέση αντιστοιχεί σε μια Δυτική, ιμπεριαλιστική πολιτική, με το επιχείρημα ότι κι εκείνες φροντίζουν για την ελάττωση τού -σε κάθε περίπτωση, μειούμενου- δείκτη γεννήσεων Αυτό το σημείο είναι μέγιστης σπουδαιότητας και θα έπρεπε να βρίσκεται στην ημερησία διάταξη όλων των κομμάτων που ,έχουν ένα ανθρωπιστικό πρόγραμμα, καθότι όλα τα περιβαλλοντικά μας προβλήματα ανάγονται, εν τέλει, στην πληθυσμιακή έκρηξη. Θα αρκούσε μόνο μια στιγμή προβληματισμού, για να πειστεί κανείς πάνω σε αυτό. Επί παραδείγματι, μπορεί να είναι αληθές ότι η κατανάλωση ενέργειας κατ’ άτομο αυξάνει και ότι πρέπει να περιοριστεί. Αν όμως πράγματι συμβαίνει αυτό, τότε- είναι ακόμη πιο πιεστικό να καταπολεμήσουμε τις αίτιες της πληθυσμιακής έκρηξης, που προφανέστατα βρίσκονται σε συνάφεια με την ανέχεια και τον αναλφαβητισμό. Επιπροσθέτως, πρέπει για ανθρωπιστικούς λόγους να εργαστούμε προς την κατεύθυνση της γέννησης μόνο επιθυμητών παιδιών, γιατί ο ερχομός ενός ανεπιθύμητου παιδιού στον κόσμο είναι κάτι σκληρό και οδηγεί πολύ συχνά σε φυσική και σωματική βία.

Αγωγή με βάση την έλλειψη βίας Έχω την πεποίθηση (αν και, φυσικά, μπορεί και να σφάλλω) ότι η βιαιότητα, τον τελευταίο καιρό, έχει αυξηθεί. Σε κάθε περίπτωση, αυτή είναι μια υπόθεση που μπορεί να ελεγχθεί. Κατά την άποψή μου, πρέπει να διερευνηθεί αν τα παιδιά” μας ανατρέφονται στην ανοχή της βίας ή όχι. Αν πράγματι συμβαίνει αυτό, πρέπει να αναληφθεί δράση επειγόντως. Κι αυτό γιατί μια αντίληψη η οποία συμβιβάζεται με τη βία θα απειλούσε ξεκάθαρα την κοινωνία μας. Όμως, αν δούμε το θέμα στο σύνολό του, ενδιαφερόμαστε σε ικανοποιητικό βαθμό για τα παιδιά μας; Τους δίνουμε πράγματι την αφοσίωση που χρειάζονται; Αυτό το θέμα είναι ύψιστης σημασίας, γιατί τα παιδιά εξαρτώνται σχεδόν αποκλειστικά από εμάς και η ευθύνη μας απέναντι τους είναι τεράστια. Είναι προφανές ότι αυτές οι ερωτήσεις συνδέονται στενά με ορισμένα από τα προρρηθέντα· όπως τα σχετικά με την πληθυσμιακή έκρηξη. Πιστεύω πως πρέπει να προσπαθήσουμε να μάθουμε στα παιδιά μας αν όχι την αρετή της μη ανοχής στη βία, τουλάχιστον την αλήθεια ότι η βιαιότητα είναι το μεγαλύτερο όλων των κακών. Δεν λέω «περιττή βιαιότητα», γιατί η βιαιότητα δεν είναι μόνο πάντα περιττή, αλλά και ανεπίτρεπτη-συμπεριλαμβανομένης, φυσικά, και της ψυχικής βίας. Φοβάμαι πως είναι παρωχημένο να μιλά κανείς γι’ αυτά τα προβλήματα αγωγής, γιατί σήμερα είναι της μόδας να κάνει κανείς ό,τι θέλει, ακόμη και όταν αυτό -σύμφωνα με τα μέτρα μιας καθιερωμένης ηθικής- είναι επιλήψιμο και αφού, ομολογουμένως, η ηθική πολύ συχνά έχει να κάνει με την υποκρισία. Εν τοιαύτη περιπτώσει, αντιτείνω αυτό που ο Καντ μας παρότρυνε: «Έχε θάρρος να χρησιμοποιείς τη δική σου διάνοια!» Εγώ, ίσως λίγο σεμνότερα, θέλω να πω: Έχετε το θάρρος να αντιπαρέρχεστε τις διάφορες μόδες και κάθε ημέρα, να γίνεστε λίγο περισσότερο υπεύθυνοι. Αυτή, είναι ίσως η καλύτερη συμβολή που μπορείτε να προσφέρετε στην ελευθερία.

Η έκτη και τελευταία πρόταση είναι: Έλεγχος και περιορισμός της γραφειοκρατίας. Και παρόλο που θα μπορούσε να ειπωθούν πολλά επ’ αυτού, δεν σκοπεύω να το κάνω σε αυτό το σημείο.

Καρλ Πόπερ*, Η ζωή είναι επίλυση προβλημάτων. Σκέψεις για την επιστήμη, την ιστορία και την πολιτική.
----------------------
*Ο Καρλ Πόπερ συγκαταλέγεται στους δημιουργικότερους στοχαστές του 20ού αιώνα, καθώς υπήρξε ένας από τους φιλοσόφους που άσκησαν σημαντική επίδραση στη σύγχρονη εποχή. Στο παρόν βιβλίο, που ολοκλήρωσε το Σεπτέμβριο του 1994, λίγο πριν από το θάνατό του, προσεγγίζει τα θέματα που κυριαρχούν στο έργο ολόκληρης της ζωής του: Ζητήματα σχετικά με τη γνώση, το ρόλο και τους περιορισμούς της επιστήμης, το πρόβλημα σώματος-ψυχής, την ειρήνη, την ελευθερία, το νόημα της Ιστορίας, την ευθύνη των διανοουμένων, τη δημοκρατία, την ανοιχτή κοινωνία και τους εχθρούς της. Για μια ακόμη φορά, ο Πόπερ αιχμαλωτίζει με την καθαρότητα της σκέψης του και την εύληπτη γλώσσα του. “Ο Καρλ Πόπερ ανήκει μαζί με τον Σίγκμουντ Φρόυντ και τον Λούντβιχ Βίτγκενσταϊν, στα τέκνα της εβραϊκής αστικής τάξης της Βιέννης, των οποίων οι σκέψεις άλλαξαν και διαμόρφωσαν το πνευματικό τοπίο της Ευρώπης αυτού του αιώνα.” (Γκύντερ Πάτσιχ, Frankfurter Allgemeine Zeitung)

Όταν η ευτυχία δεν αρκεί: Το φαινόμενο της ηδονικής προσαρμογής

«Ἐσεῖς ποὺ βρήκατε τὸν ἄνθρωπό σας
κι ἔχετε ἕνα χέρι νὰ σᾶς σφίγγει τρυφερά,
ἕναν ὦμο ν᾿ ἀκουμπᾶτε τὴν πίκρα σας,
ἕνα κορμὶ νὰ ὑπερασπίζει τὴν ἔξαψή σας,
κοκκινίσατε ἄραγε γιὰ τὴν τόση εὐτυχία σας,
ἔστω καὶ μία φορά;
Εἴπατε νὰ κρατήσετε ἑνὸς λεπτοῦ σιγή
γιὰ τοὺς ἀπεγνωσμένους
;» - Ντῖνος Χριστιανόπουλος -

Άραγε κοκκινίζουμε από την τόση ευτυχία μας; Χαιρόμαστε πραγματικά και βαθιά όταν όλα πάνε καλά; Όταν η γνωστή επωδός των παραμυθιών «Και ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα» πραγματοποιείται;

Όχι, η ζωή δεν είναι μόνο κλάμα, δράματα, πληγές και κακουχίες. Το νόμισμα συχνά πεισματικά αρνείται να μας δείξει την άσχημη όψη του και βιώνουμε ημέρες όμορφες, ήρεμες που όντως δε μας λείπει τίποτα. Αλλά ακόμα και τότε, εμείς οι άνθρωποι, ως μεμψίμοιρα όντα, δε νιώθουμε ευχαριστημένοι.

Γιατί συμβαίνει όμως αυτό;

Όλα κυλούν ομαλά, είμαστε ευτυχισμένοι με μια όμορφη ζωή, δουλειά, ανθρώπους που μας αγαπούν, έχουμε όλα όσα θα θέλαμε. Αυτό σταδιακά γίνεται ρουτίνα, η ευτυχία γίνεται απλά μια επανάληψη και συνήθεια. Όπως αναφέρει και η Σιμόν ντε Μποβουάρ, «οι ακίνητοι παράδεισοι δεν μας υπόσχονται παρά μια αιώνια πλήξη».

«Δύο είναι οι εχθροί της ανθρώπινης ευτυχίας: πόνος και ανία», λέει ο Άρθουρ Σοπενχάουερ.

Η ανία λοιπόν... Ίσως ακουστεί παράξενο, αλλά μπορεί να προκύψει από την ευτυχία. Ο άνθρωπος βαριέται εύκολα και είναι ικανός να βαρεθεί ακόμα και σε μια κατάσταση ευτυχίας. Μιλώντας πιο επιστημονικά, με όρους θετικής ψυχολογίας, ουσιαστικά αναφερόμαστε στην ηδονική προσαρμογή (hedonic adaptation).

Σύμφωνα με την ψυχολόγο Σόνια Λιουμπομίρσκι, «οι άνθρωποι έχουν μια τεράστια ικανότητα να προσαρμόζονται σε νέες σχέσεις, θέσεις εργασίας και επίπεδα πλούτου, με αποτέλεσμα ακόμη και τέτοιες θετικές αλλαγές ζωής να αποφέρουν όλο και μικρότερες ανταμοιβές με την πάροδο του χρόνου. Η τάση μας να συνηθίζουμε σε σχεδόν οτιδήποτε θετικό μας συμβαίνει είναι ένα πολύ σημαντικό εμπόδιο για την ευτυχία μας. Πραγματικά, αν τελικά αρχίζουμε να παίρνουμε ως δεδομένη τη νέα καλύτερη δουλειά μας, το νέο μας έρωτα, το νέο μας σπίτι, τις νέες επιτυχίες μας, πώς είναι δυνατόν να διαρκέσει η χαρά και η ικανοποίησή μας από αυτά τα πράγματα;»

Θα πρέπει να συνειδητοποιήσουμε τι πραγματικά σημαίνει ευτυχία για μας. Να θέσουμε τους δικούς μας στόχους και να σταματήσουμε να υφαρπάζουμε τους κοινωνικά κατασκευασμένους. Η ευτυχία είναι προσωπική υπόθεση και δεν πρέπει να εκλαμβάνεται ως κατάσταση με οικουμενικά χαρακτηριστικά. Δεν πρέπει να συγκρίνουμε τις ζωές μας με των άλλων, ούτε το επίπεδο διαβίωσής μας με το κοινωνικά αποδεκτό και προβεβλημένο. Τα ιδανικά και τα όνειρά μας οφείλουμε να τα προστατεύουμε και να τα ανακαλύπτουμε όπως προκύπτουν μέσα από τη συνειδητοποίηση του εαυτού μας.

Είναι σημαντικό όσα έχουμε να μην τα θεωρούμε δεδομένα. Να αφουγκραστούμε την ευμεταβλητότητα, τη ρευστότητα που μας περιβάλλει. Να μην φτάνουμε στο σημείο να αναγνωρίζουμε την αξία των πραγμάτων όταν τα χάνουμε, πλημμυρισμένοι από μια αίσθηση ανικανοποίητου, ματαιοδοξία και απουσία πραγματικής γνώσης του εαυτού μας.

«Το βασικό σφάλμα είναι ότι υπερτιμάμε τη διάρκεια και την ένταση της απελπισίας που θα μας προκαλέσει ένα συγκεκριμένο αρνητικό γεγονός αλλά και τη διάρκεια και την ένταση της αγαλλίασης που θα μας προκαλέσει ένα συγκεκριμένο θετικό γεγονός. Ο κύριος λόγος για τον οποίο συμβαίνει αυτό συνοψίζεται εξαιρετικά στο απόφθεγμα: “Τίποτα στη ζωή δεν είναι τόσο σημαντικό όσο νομίζεις όταν το σκέφτεσαι”. Με άλλα λόγια δίνουμε υπερβολική σημασία στην επίδραση που θα ασκήσει στην ευτυχία μας μια αλλαγή στη ζωή μας, επειδή δεν μπορούμε να προβλέψουμε ότι δε θα την σκεφτόμαστε πάντα», όπως αναφέρει η ίδια ψυχολόγος.

Περιμένουμε με τόσο ενθουσιασμό και ανυπομονησία να έρθουν κάποια πράγματα στη ζωή μας, αλλά μόλις αυτά γίνουν πραγματικότητα δε μας αποδίδουν την ικανοποίηση που περιμέναμε και αυτό ίσως γιατί δεν υπήρξαν ποτέ πραγματικές μας ανάγκες και επιθυμίες. Έτσι, ο αρχικός ενθουσιασμός για ένα σπουδαίο γεγονός και απωθημένο φθίνει και μετατρέπεται σε κεκτημένο λάβαρο, σε νίκη, που πλέον έχει πάψει να επιτελεί το ρόλο της. Ακόμα, οι προσδοκίες μας πρέπει να τίθενται σε ρεαλιστικές βάσεις. Μεγαλοποιούμε τόσο τα θέλω και τις επικείμενες «νίκες» μας που όταν τις γευτούμε απογοητευόμαστε από τη θνητότητα που τις προσδιορίζει.

Όπως αποτυπώνει στο βιβλίο της «Οι Μύθοι της Ευτυχίας», αρκεί να καταλάβουμε πως «ευτυχισμένος δεν είναι αυτός που βιώνει μια σειρά συγκεκριμένων καταστάσεων, αλλά εκείνος που έχει συγκεκριμένους τρόπους αντιμετώπισης των καταστάσεων της ζωής».

«Αυτός που δεν είναι ευχαριστημένος με αυτό που έχει, δεν θα ήταν ευχαριστημένος και με αυτό που θα ήθελε να έχει» -Σωκράτης-

Ο ανθέλληνας Mέγας Βασίλειος: Αρχιεπίσκοπος Καισαρείας

Ο "Μέγας" Βασίλειος και το Μίσος του για τους Έλληνες

Οι ανθέλληνες και ανώμαλοι Πατέρες της Εκκλησίας φρόντισαν και κατόρθωσαν να εξευτελίσουν τους Έλληνες καθιερώνοντας εορτές φανατισμένων καθαρμάτων κατά του Ελληνικού πολιτισμού, θέτοντάς τις στις χαρακτηριστικότερες ημέρες του χρόνου. Πρωτοχρονιά, ηλιοστάσια, ισημερίες κ.α.

Έτσι την πρωτοχρονιά, πλην της περιτομής του Χριστού (βλ. Πρωτοχρονιά. Μια ψωλογιορτή σύμφωνα με τους Πατερικούς κανόνες) καθιέρωσαν την εορτή του μισέλληνα Βασιλείου, στον οποίο μάλιστα φρόντισαν να αποδώσουν τον τίτλο του Μεγάλου.
«Είναι εχθροί οι Έλληνες, διότι διασκεδάζουν κατα-βροχθίζoντας με ορθάνοιχτο στόμα τον «Ισραήλ». Στόμα δε λέγει εδώ ο προφήτης (βλ. Ησαΐας Θ΄11) την σοφιστική του λόγου δύναμη, η οποία τα πάντα χρησι­μοποίησε για να παραπλανήσει τους εν απλότητι πιστευσάντων» Βασίλειος Καισαρείας εις προφήτην Ησαϊα 9.230.8. Mέγας Βασίλειος: Αρχιεπίσκοπος Καισαρείας…
«Προσταγή, (!!!) μη δειλιάζετε από των Ελληνικών πιθανολογημάτων… τα οποία είναι σκέτα ξύλα, μάλλον δε δάδες που απώλεσαν και του δαυλού την ζωντάνια και του ξύλου την ισχύ, μη έχοντας δε ούτε και του πυρός την φωτεινότητα, αλλά σαν δάδες καπνίζουσες καταμελανώνουν και σπιλώνουν όσους τα πιάνουν και φέρνουν δάκρυα στα μάτια όσων τα πλησιάζουν. Έτσι και (των Ελλήνων) η ψευδώνυμος γνώση σε όσους την χρησιμοποιούν» Βασίλειος ο Μέγας, 330-379 μ.Χ. (ο γνωστός μας και ως Αϊ-Βασίλης) Εις τον προφήτην Ησαΐαν προοίμιον 7.196.3
Προσέξτε πώς αποδεικνύεται ότι οι Πατέρες αυτοί ήταν Πατέρες του Ισραήλ κι ότι ο χριστιανισμός ήταν υπόθεση Εβραϊκή, διότι λέει «…διότι διασκεδάζουν κατα-βροχθίζoντας με ορθάνοιχτο στόμα τον “Ισραήλ…», δηλαδή τους προγόνους τους, επειδή όντως οι Εβραίοι τους σέβονται υπερβολικά.

Για τον λόγο αυτόν οι φανατικοί χριστιανοί κλωτσούν σαν τα μουλάρια όταν ακούν την λέξη ιουδαιοχριστιανισμός.

Βασίλειος ο Μέγας (υβριστής των Ελλήνων)

Ο Βασίλειος ήταν επίσκοπος την περίοδο μεταξύ των Α΄ (325 μ.Χ.) και Β΄ Οικουμενικών (381 μ.Χ.) Συνόδων. Πέθανε δυό χρόνια πρίν την Β΄ σύνοδο, αλλά είχε προλάβει να προετοιμάσει το θεολογικό έδαφος, πάνω στο οποίο στηρίχθηκε αυτή. Ο τίτλος «Μέγας» του αποδόθηκε από τα εννέα αδέλφια του, τέσσερα από τα οποία έχουν ανακηρυχθεί επίσης άγιοι (Γρηγόριος Νύσσης, Πέτρος Σεβαστείας, οσία Μακρίνα, Ναυκράτιος). Αγία ανακηρύχθηκε και η μητέρα τους, Εμμέλεια. Ο Βασίλειος ασκήτευσε επί πολλά έτη και πέθανε σε ηλικία 49 ετών από ασθένεια των νεφρών, που μάστιζε εκείνο τον καιρό τους ασκητές, λόγω της κακής διατροφής τους.

Ενδεικτικά παραθέτουμε μερικά μόνο χαρακτηριστικά αποσπάσματα από γεμάτα ανθελληνικό μένος κηρύγματα του Μεγάλου Βασιλείου (έχουν ληφθεί από την «Patrologia Graeca» του αββά Migne):

- «Και ράξει ο Θεός τους επανισταμένους επί όρος Σιών επ’ αυτόν, και τους εχθρούς αυτού διασκεδάσει, Συρίαν αφ’ ηλίου ανατολών και τους Έλληνας αφ’ ηλίου δυσμών, τους κατεσθίοντας τον Ισραήλ όλω τω στόματι».

«Ράξειν ουν αυτούς επαγγέλλεται και καταβαλείν πάντας τους επανισταμένους τω όρει Σιών, και διασκεδάσειν αυτών την κατά της αληθείας ασεβή συμφωνίαν. Εισί δε οι εχθροί σύροι και Έλληνες· οι μεν τα προς ανατολάς του ηλίου κατέχοντες, οι δε τα προς τας δυσμάς. Δια τούτο δε διασκεδασθήσονται, επειδή κατήσθιον όλω τω στόματι τον Ισραήλ.» («Εnarratio in prophetam Ιsaiam», κεφ. 9, τμ. 230, γρ. 1-10.)

- «Ημείς δε, ώσπερ απεφύγομεν Έλληνας.» («Contra Sabellianos et Arium et Anomoeos», τ. 31, σελ. 600, γρ. 32.)

- «Οι παρά τοις Έλλησι σοφοί, τον μεν βίον έχοντες τοις αισχίστοις της σαρκός πάθεσιν εγκυλινδούμενον.» («Εnarratio in prophetam Isaiam», κεφ. 10, τμ. 239, γρ. 22.)

- «Δια της σης σοφίας εις το βάθος της Ομήρου μανίας εισελθείν.» («Εpistulae», Epistle 345, τμ. 1, γρ. 25.)

- «Οι των Ελλήνων σοφοί, οι την φιλοσοφίαν ασκήσαντες, και την μισογυνίαν ελόμενοι, κατακρίνουσι τους εν τη αληθινή σοφία όντας, και συμπεπλεγμένους γυναικαρίοις ασώτοις.» («Sermo de contubernalibus», τ. 30, σελ. 824, γρ. 39-42.)

- «Πρόσταγμα ημίν, μη δειλιάν από των Ελληνικών πιθανοτήτων και από των παρά τοις ετεροδόξοις δυσφημιών, άτινά εστι δύο ξύλα, μάλλον δε δύο δαλοί, απολέσαντες μεν του φυτού το ζωτικόν και του ξύλου το ισχυρόν, μη έχοντες δε το του πυρός φωτεινόν, αλλά δαλοί καπνιζόμενοι, μελαίνοντες μεν τους απτομένους αυτών και σπιλούντες, δακρύειν δε τους οφθαλμούς των εγγιζόντων παρασκευάζοντες.» («Εnarratio in prophetam I», κεφ. 7, τ. 196, γρ. 3-9.)

O "μεγάλος" ιεράρχης για τον Ελληνικό πολιτισμό:

«οι Ολυμπιακοί αγώνες είναι γιορτές του διαβόλου»
Ο Λιβάνιος αναφερόμενος στις πολυάριθμες βιαιοπραγίες των χριστιανών μοναχών κατά των ναών των Ελλήνων λέει:
«οι μαυροφορεμένοι φέροντες ξύλα, πέτρες και σίδερα αλλά και με τα χέρια και τα πόδια γκρεμίζουν τις στέγες και τους στύλους των ναών, συντρίβουν τα αγάλματα, ανατρέπουν τους βωμούς ενώ οι ιερείς πρέπει να διαλέξουν ανάμεσα στην σιωπή και τον θάνατο»
Γι’ αυτές τις βιαιοπραγίες, για τις καταστροφές που διέπραξαν οι χριστιανοί εναντίον των έργων τέχνης που σήμερα θεωρούνται από την ανθρωπότητα παγκόσμια κληρονομιά, ο Μ. Βασίλειος θριαμβολογεί:
«τα αγάλματα γκρεμίστηκαν, οι βωμοί έπεσαν, τα δαιμόνια έφυγαν»
ενώ στο ίδιο έργο δείχνει για ακόμη μια φορά το πώς σκέφτεται για την παιδεία και τον πολιτισμό των Ελλήνων:
«να μην δειλιάζουμε από τους Ελληνικούς λόγους γιατί αυτοί είναι σαν τους δαυλούς που δεν έχουν πλέον την φωτεινότητα του πυρός αλλά καπνίζουν και μαυρίζουν όσους τους ακουμπούν και δακρύζουν τα μάτια όσων πλησιάζουν» (εις Ησαΐαν 7,196,1-9)
Ο Μεγάλος Ιεράρχης, Βασίλειος και προστάτης της παιδείας των νεοελλήνων, είναι ομολογουμένως ο πλέον μορφωμένος ιεράρχης. Πολλοί είναι αυτοί που επικαλούνται το όνομά του για να δείξουν πως ο χριστιανισμός δεν ήταν υπόθεση μόνον των αμόρφωτων αλλά ούτε και είχε σχέση με το εκδικητικό πνεύμα της Παλαιάς Διαθήκης.

Όμως ό,τι θετικό υπάρχει στα κείμενα του Βασιλείου είναι «δάνεια» από τον πλατωνισμό και τον στωϊκισμό και όχι από τον Μωϋσή που ο ίδιος επικαλείται. Η «σοφία» που αντλεί από τον Μωϋσή φαίνεται στο «εις την αρχή των παροιμιών». Σε αυτό το κείμενο βλέπουμε και τι ακριβώς εννοεί με τον όρο «παιδεία» ο Βασίλειος:
«όπου κατοικεί ο φόβος εκεί κατοικεί η καθαρότητα της ψυχής… η παιδεία του Κυρίου ανοίγει τα ώτα» (100 Ε)
ο φόβος και η χριστιανική διδασκαλία είναι η παιδεία που ευαγγελίζεται ο προστάτης της νεοελληνικής παιδείας
«ομοίως συμβαίνει και με τους παρακούοντες την διδασκαλία του Θεού όταν επέλθει σε αυτούς η παιδεία και ο σωφρονισμός γίνεται δεκτή η διδασκαλία…επειδή η τιμωρία νουθετεί όπως έκανε και ο Παύλος με το να παραδίδει στον Σατανά όπως σε δήμιο που βασανίζει και μαστιγώνει δια να δεχθούν την διδασκαλία του Θεού» (101 D-E )
«να δέχεσαι τους πόνους και τις πληγές καθαριζόμενος από όσα αμαρτάνεις και να λέγεις για την γνώση της παιδείας θα υπομείνω την οργή του Κυρίου διότι αμάρτησα»

αυτή είναι η παιδεία του Βασιλείου, φόβος, βασανιστήρια, ταπείνωση. Το τέλειο τρίπτυχο για να διαμορφώνεις υποταγμένες συνειδήσεις κι ανελεύθερα πνεύματα. Να όμως και ποια είναι η μεγάλη ηθική διδασκαλία του Μεγάλου Ιεράρχη.
«αυτός που χρησιμοποιεί πανουργία προς ωφέλεια δική του και των άλλων είναι άξιος επαίνου…ωραία η πανουργία των Εβραίων όταν εξαπάτησαν τους Αιγυπτίους…καλή η πανουργία της Ρεβέκκας…ωραία η πανουργία της Ραάβ και της Ραχήλ…η πανουργία όμως των Γαβαωνιτών κατά των Ισραηλιτών είναι κακή» (108 Α-Β)
καλή λοιπόν η πανουργία των Εβραίων -δηλαδή των πνευματικών πατέρων των χριστιανών- κατά των υπολοίπων λαών και κακή αυτή που στρέφεται κατά αυτών.

Για να μην υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία για την πλήρη ταύτιση και των Πατέρων της Ορθοδοξίας με το μισαλλόδοξο και ρατσιστικό πνεύμα της Παλαιάς Διαθήκης, ιδού ένα χαρακτηριστικό κομμάτι του Βασιλείου από το «κατά οργιζομένων» όπου κι εδώ μας διδάσκει με τα γεμάτα σοφία λόγια του πως υπάρχει καλή και κακή οργή και μαντέψτε εκ μέρους ποιών επιτρέπει ο Θεός τους την οργή, που κατά τα άλλα είναι κακό πράγμα:
«αυτά είναι η διδασκαλία για να μεταχειριζόμαστε τον θυμό ως όπλο. Γι’ αυτό ο Μωϋσής ο πραότατος των ανθρώπων, για να εκδικηθεί την ειδωλολατρεία όπλισε τα χέρια των Λευϊτών για να φονεύσουν τους αδελφούς τους. Και είπε ο Μωυσής: ο καθένας να φονεύσει τον πλησίον του, τον αδελφό του, τον γείτονά του και με τους φόνους αυτούς αγιάστε τα χέρια σας. Φονεύοντας άλλος τον γιό του κι άλλος τον αδελφό του ο Θεός σας ευλόγησε…αλλά και ο Ηλίας ο ζηλωτής 450 ιερείς του αίσχους, ιερείς του άλσους, κυριαρχούμενος από λογικόν και σώφρωνα θυμόν δεν θανάτωσε για το καλό του Ισραήλ;» (89,6 C-D)
Όπως βλέπουμε ο χριστιανισμός όχι μόνον έχει τις βάσεις του σε μισαλλόδοξα και ρατσιστικά κηρύγματα αλλά αυτά τα κηρύγματα τα διαιωνίζει και τα προάγει ως αρετή μέσω των «φωτισμένων» Πατέρων. Υπάρχει κανείς που να αμφιβάλει για το ποιοι ήταν οι ηθικοί και φυσικοί αυτουργοί των εγκλημάτων που διέπραξε ο χριστιανισμός στην μακραίωνη ιστορία του;

Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος όπως και ο Βασίλειος, οργίζεται με τον δάσκαλό του, τον «ειδωλολάτρη» Λιβάνιο και τον αποκαλεί
«μιαρό, άθλιο και ταλαίπωρο»
(διότι άκουσον, άκουσον ο Λιβάνιος τόλμησε να πει πως την φωτιά στον ναό του Απόλλωνα στη Δάφνη, την έβαλε ανθρώπινο χέρι και όχι ο πανάγαθος θεούλης τους) και συνεχίζει:
«δεν υπάρχει ώριμος Έλληνας… γιατί όπως κι εκείνος (ο Λιβάνιος) πιστεύουν πως την φωτιά την έβαλε άνθρωπος κι όχι ο Θεός»
Μάλιστα, τέτοια η σοφία των μεγάλων πατέρων!!!

Όπως και ο άλλος μεγάλος ιεράρχης έτσι κι αυτός θεωρεί πνευματική κληρονομιά του το Ισραήλ, ξεχνώντας βεβαίως πως έμαθε να γράφει, να διαβάζει και να σκέφτεται -δηλαδή εξανθρωπίστηκε- από Έλληνες
«ο Θεός βρήκε κάθε επιστήμη και την έδωσε στον Ιακώβ και τον αγαπημένο του λαό, Ισραήλ» (ασπ. Πρίστιλλαν και Ακίλαν)
Το ίδιο επιβεβαιώνει και ένας ακόμη άγιος, ο Τερτυλλιανός ο οποίος θέλοντας να δείξει την ανωτερότητα του Ισραήλ έναντι των Ελλήνων θα ξεστομίσει άθελά του και προς μεγάλη απογοήτευση των σύγχρονων ελληνορθόδοξων, μία μεγάλη αλήθεια, δηλαδή πως Ελληνισμός και χριστιανισμός είναι δύο κόσμοι εντελώς διαφορετικοί
«τι κοινό μπορεί να έχουν ο φιλόσοφος και ο χριστιανός, ο μαθητής των Ελλήνων και ο μαθητής του Ουρανού, η Αθήνα και η Ιερουσαλήμ, η στοά του Ζήνωνα και η στοά του Σολωμόντα»
Εξάλλου όπως είδαμε στις «πράξεις Αποστόλων» κεφ ΙΑ' της Κ.Δ. αναφέρεται πως οι απόστολοι είχαν ως επιδίωξη να εκχριστιανίσουν τους Ελληνίζοντες Ιουδαίους της διασποράς και να τους επαναφέρουν έτσι στις προγονικές τους (Ιουδαϊκές) παραδόσεις. Βλέπουμε δηλαδή πως οι απόστολοι ήταν ενοχλημένοι που οι Ιουδαίοι είχαν Ελληνική παιδεία! Επίσης και ο Παύλος όπως είδαμε στο «προς Κορινθίους» λέει πως οι Έλληνες ζητούν σοφία, όμως ο Θεός ήρθε για να ντροπιάσει τους σοφούς!

Επίσης στην ομιλία Α΄ προς Κορινθίους (για να ξαναγυρίσουμε στον Ι. τον Χρυσόστομο), κατανοούμε πλήρως γιατί οι σύγχρονοι ορθόδοξοι θεωρούν την ορθοδοξία συνέχεια του Ελληνικού πολιτισμού:
«κάποιοι δεν πιστεύουν στην ανάσταση των νεκρών γιατί πάσχουν από την Ελληνική μωρία»
Μην σπεύσετε αβίαστα να συμπεράνετε πως εννοεί την ειδωλολατρεία γιατί ο Μεγάλος Ιεράρχης της Ορθοδοξίας και προστάτης της Παιδείας θα σας απογοητεύσει με τον χειρότερο τρόπο:
«κι όλα αυτά προέρχονται από την ανοησία της φιλοσοφίας των Ελλήνων η οποία είναι μητέρα όλων των κακών»
και αποκαλεί τους φιλοσόφους «καθάρματα» κι όμως αυτός ο δυστυχής είναι… προστάτης της παιδείας των νεοελλήνων!!!

Φυσικά είναι απολύτως εναρμονισμένος με το πνεύμα του θεού της Κ.Δ. και του Παύλου ο οποίος στους Κολοσσαείς λέει πως η φιλοσοφία είναι απάτη.

Επίσης στο «εις τον άγιον Ιωάννην τον απόστολο κι ευαγγελιστή» (59,370,7-11) λέει τα εξής εκπληκτικά που δείχνουν την απέχθεια και το μίσος του στον Ελληνικό πολιτισμό:

«αν κοιτάξεις στα ενδότερα των Ελλήνων θα δεις τέφρα και σκόνη και τίποτα υγιές, αλλά σαν τάφος ανοιγμένος είναι ο λάρυγγας αυτών γεμάτος ακαθαρσίες και πύον και τα δογματά τους γεμάτα σκουλήκια…εμείς δεν παραιτούμαστε της κατ’αυτών μάχης»

Οι άγιοι Πατέρες της Ορθοδοξίας είχαν λοιπόν κηρύξει ανοιχτά τον πόλεμο κατά της Ελληνικής φιλοσοφίας και του Ελληνικού πολιτισμού. Αυτά που σήμερα όλη η ανθρωπότητα θαυμάζει και χάριν στα οποία υπάρχει σήμερα πολιτισμός, αυτά οι Ιεράρχες τα αποκαλούν πύον και σκουλήκια.

Επίσης στο «εις τον μακάριον Βαβύλον» ξεκαθαρίζει για ποιόν λόγο διεσώθησαν από την μανία των χριστιανών και κάποια ελάχιστα κείμενα των Ελλήνων φιλοσόφων:
«οι φιλόσοφοι (των Ελλήνων) είναι καταγέλαστοι και δεν διαφέρουν από τα φλύαρα παιδιά. Είναι τόσο γελοία αυτά που έγραφαν ώστε τα βιβλία τους εξαφανίστηκαν κι αν διεσώθη κάποιο βιβλίο τους, βρίσκεται στα χέρια χριστιανών και με αυτόν τον τρόπο εξευτελίζουμε τις πλεκτάνες τους διότι δεν φοβόμαστε τα φίδια και τους σκορπιούς. Έχουμε λάβει εντολή από τον Θεό να καταπατούμε τα φίδια και τους σκορπιούς» (539,2 D-E)
Μην αναρωτιέστε λοιπόν ποιοι κατέστρεψαν τα βιβλία των Ελλήνων φιλοσόφων και για ποιόν λόγο διέσωσαν κάποια εξ αυτών. Φίδια και σκορπιοί λοιπόν για τους χριστιανούς Πατέρες ο Πλάτων, ο Σωκράτης, ο Ηράκλειτος, ο Αριστοτέλης και όλοι οι άλλοι μεγάλοι Τιτάνες του πνεύματος στους οποίους όλος ο πολιτισμένος κόσμος υποκλίνεται.

«ο Διογένης ήταν αισχρός και ματαιόπονος όπως και οι άλλοι φιλόσοφοι…σε τι είναι χρήσιμο να γεύεσαι ανθρώπινο σπέρμα όπως ο Αριστοτέλης ή να έχεις σαρκικές σχέσεις με αδελφές και μητέρες όπως νομοθέτησε ο αρχηγός της Στοάς (ο Ζήνων) θα μπορούσα ακόμη να αποδείξω ως αισχρότερους αυτών (των Ελλήνων φιλοσόφων) τον Πλάτωνα και τον Σωκράτη που μέρος της φιλοσοφίας τους ήταν η παιδεραστία» (549,8 C-D, 9 A-E και 550.9 C)

Τα αφοπλιστικά και γεμάτα σοφία λόγια (που δεν έχουν καμία σχέση με την πραγματικότητα) δεν σταματούν εδώ. Ο Μεγάλος Ιεράρχης υπήρξε πράγματι Μέγας, όμως πολέμιος του χορού, του θεάτρου, των τεχνών και ζητούσε από τους χριστιανούς να μην τραγουδούν ούτε να νανουρίζουν τα παιδιά τους γιατί
«αυτά είναι λείψανα της Ελληνικής πλάνης» (κανών ΟΕ΄)
Τα βαθυστόχαστα και γεμάτα σοφία λόγια του μεγάλου Ιεράρχη περί παιδείας, τέχνης και πολιτισμού είναι τόσο σημαντικά για την Ορθοδοξία που τα συμπεριέλαβε στους Κανόνες της Εκκλησίας, το περίφημο «πηδάλιο»:
«να μην πλησιάζει κανείς τα θέατρα γιατί κάνουν τους ανθρώπους μοιχούς, πομπή του σατανά τα θέατρα. Στα θέατρα γεννιέται κάθε πορνεία, ακολασία και ασέλγεια» (Κανών ΚΔ΄)
Το ίδιο και ο Τερτυλλιανός στο τελευταίο κεφάλαιο του έργου του «περί θεαμάτων» επιτίθεται στο θέατρο και τους Τραγικούς ποιητές καγχάζοντας πως τα κλάματά τους θα αγαλλιάζουν τους χριστιανούς όταν θα καίγονται και θα ταπεινώνονται (οι τραγικοί ποιητές) την ημέρα της κρίσης:
«τι θέαμα θα είναι για εμάς σε λίγο η επάνοδος του Κυρίου μας…τι πανηγύρι θα γίνει, ποιο θα είναι το αντικείμενο του γέλωτά μου;…όταν θα καίγονται στην πυρά μαζί με τους μαθητές τους ντροπιασμένοι εκείνοι οι σοφοί φιλόσοφοι»
Αν τα απωθημένα αυτών των ψυχικά διαταραγμένων ανθρώπων θεωρούνται ακόμη και σήμερα κείμενα ιερά για τους φέροντες καταχρηστικά το όνομα «Έλληνας», τότε μπορούμε με άνεση να ισχυριστούμε ότι οι νεοέλληνες ζούνε ακόμη στον Μεσαίωνα. 

Στο ίδιο ύφος ακόμη ένας μεγάλος της ορθοδοξίας ο Μέγας Αθανάσιος στον «Λόγο κατά Ελλήνων» αλλά και στο «περί ενανθρωπήσεως» θα εκφράσει για ακόμη μία φορά τον ρατσισμό των χριστιανών έναντι των Ελλήνων:

«το μυαρόν γένος των Ελλήνων… οι ψευάμενοι Έλληνες»

αλλά και την απέχθειά τους έναντι στην φιλοσοφία:
«των Ελλήνων σοφία ο Θεός κατήργησε…μετά την έλευση του Σωτήρος η σοφία των Ελλήνων καταργήθηκε και η λιγοστή που απέμεινε εξαφανίζεται» 55 (Λόγος περί ενανθρωπήσεως)
Ας μην μας εκπλήσσουν αυτές οι δηλώσεις των αγίων πατέρων αφού είναι απολύτως σύμφωνες με αυτές του Παύλου, οι άνθρωποι εκείνοι ήταν απολύτως συνεπής προς το δόγμα τους, αυτοί που τα έμπλεξαν εντελώς είναι οι σύγχρονοι ορθόδοξοι.

Τα ίδια θα δηλώσει και ο άλλος μεγάλος Ιεράρχης, ο Γρηγόριος στο «λόγοι εις Βασίλειον κθ'»,
«η Αθήνα είναι βλαβερή για την ψυχή, πλούσια σε κακό και είδωλα»
Παρ’όλα αυτά όμως και ο τρίτος Μεγάλος Ιεράρχης παρέμενε στην ειδωλολατρική Αθήνα και φοιτούσε στις σχολές της. Όχι βεβαίως για την αγάπη τους προς την φιλοσοφία αλλά γιατί γνώριζε κι αυτός όπως και οι άλλοι Ιεράρχες, πως για να αντιμετωπίσουν τα επιχειρήματα των Ελλήνων και να μπορέσει να σταθεί και θεολογικά ο χριστιανισμός θα έπρεπε να λάβουν μόρφωση. Μόρφωση όμως που είχαν και παρήγαγαν οι ειδωλολάτρες Έλληνες και δεν μπορούσαν να την βρουν οι χριστιανοί από την επιφοίτηση του αγίου Πνεύματος!

Ας μην κοροϊδεύουν εαυτούς και αλλήλους οι ορθόδοξοι διανοούμενοι όταν υποστηρίζουν πως οι Πατέρες ήταν υπεύθυνοι για την σύγκλιση ελληνισμού και χριστιανισμού. Η προσέγγιση των Πατέρων της Εκκλησίας προς την ελληνική παιδεία έγινε -όπως ήδη είπαμε- για να αποκτήσουν γνώσεις και ικανότητες ώστε να μπορέσουν να στηρίξουν φιλοσοφικά και θεολογικά το άμουσο και άσοφο δόγμα τους αλλά και να μπορέσουν να αντιπαρατεθούν στην σοφία των «ειδωλολατρών» Ελλήνων.

Ο Ι. Χρυσόστομος όπως είδαμε λίγο πριν λέει ξεκάθαρα πως:
«κι αν διεσώθει κάποιο βιβλίο τους αυτό έγινε για να ξευτιλίζουμε τις πλεκτάνες τους»
Ο Ι. Δαμασκηνός στο «περί ορθοδόξου πίστεως» (iv 27) λέει ξεκάθαρα:
«εξ άλλου αν μπορούμε να αντλήσουμε κάποιο όφελος από τους Έλληνες, αυτό είναι επιτρεπτό…γιατί μπορούμε να πάρουμε από τους Έλληνες πολλά πράγματα που μας ισχυροποιούν απέναντί τους»
αλλά και ο Γεννάδιος πολλά χρόνια αργότερα στο ίδιο μήκος κύματος θα πει:
«τα βιβλία των Ελλήνων τα διέσωζαν οι πατέρες μας για χάρη της γλώσσας και για να ελέγχουν τον παραλογισμό των Ελλήνων και να λάμψει η καθαρότητα της χριστιανικής θεολογίας… οι Έλληνες φιλόσοφοι ζούσαν στο σκοτάδι και τις φλυαρίες τους τις ανέτρεψαν θεόπνευστοι άνδρες όπως ο Μωυσής»
Υπάρχει ακόμη η παραμικρή αμφιβολία για ποιο λόγο διέσωσαν έστω και αυτά τα ελάχιστα Ελληνικά κείμενα που δεν κατέστρεψαν οι χριστιανοί Πατέρες της Ορθοδοξίας; Υπάρχει καμία αμφιβολία πως θεωρούσαν πνευματικούς τους πατέρες τον Μωυσή και τους άλλους προφήτες του Ισραήλ;

Δείτε και την γνώμη ενός ακόμη πατέρα της ορθοδοξίας του Ευσέβιου Καισαρείας
«τον φτωχό λαό σήκωσες από την κοπριά των Ελληνικών βδελυγμάτων και κάθισες αυτόν με τους άρχοντες του Ισραήλ, τον όντως αληθινό λαό του Θεού» (Ευσέβιος εκκλησιαστική ιστορία 23,1352, 34-38)
Άγιος Βασίλης - Ένας «πατροπαράδοτος», μεταλλαγμένος άγιος

Κατ' αρχάς, θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε κάποια πράγματα...

Η φιγούρα του ευτραφούς και συμπαθή Άγιου Βασίλη με τα δώρα, τα πλούσια λευκά γένια, την κόκκινη στολή με τον σκούφο, είναι μια καθαρά αμερικάνικη επινόηση.

Θα πουν αμέσως πολλοί, «ναι, το ξέρουμε, η εικόνα αυτή δημιουργήθηκε στα πλαίσια μιας διαφήμισης της Coca-Cola, το 1931».

Βασικά, δεν είναι ακριβώς έτσι. Όντως η κλασσική εικόνα του Άι Βασίλη, που όλοι γνωρίζουμε σήμερα, έγινε διάσημη απ' την Coca-Cola, αλλά δεν την πρωτοδημιούργησε αυτή.

Τα «πρωτεία» φαίνεται ν' ανήκουν στην, επίσης αμερικανική εταιρεία, White Rock Beverages, η οποία χρησιμοποίησε την εικόνα αυτή, σε μια διαφήμιση μεταλλικού νερού, το 1915. Μαρτυρούνται δε, και παλαιότερες αναφορές, σύμφωνα με τις οποίες, η συγκεκριμένη εικόνα κοσμούσε ευχετήριες κάρτες, αλλά και σε στήλες εφημερίδων, από τα τέλη του 19ου στην Αμερική.

Φυσικά, λίγα Ελληνόπουλα γνωρίζουν (αλλά κι ενήλικες), ότι ο συμπαθής γέροντας με τα δώρα, που γιορτάζουν ως Άγιο Βασίλη, είναι στην πραγματικότητα, ο Άγιος Νικόλαος για τους καθολικούς. Στην πορεία, οι ξένοι πρόσθεσαν και κάποια άλλα στοιχεία στην εικόνα και την λατρεία του Αγίου Νικολάου (Άη Βασίλη για τους ελληνορθόδοξους), όπως σάκο με δώρα, έλκηθρο με τάρανδους, χριστουγεννιάτικο δέντρο κ.α.

Κάπου εδώ, φαίνεται να τα μπερδεύουν οι Έλληνες, οι οποίοι άρχισαν να γνωρίζουν τον «Άγιο της Coca-Cola», αρχικά μέσα από τις ευχετήριες επιστολές που ελάμβαναν από Έλληνες του εξωτερικού, κατά κύριον λόγο μετανάστες. Έτσι βλέπουμε να συνυπάρχουν στοιχεία, όπως το καραβάκι που παραπέμπει στον Άγιο Νικόλαο, των «προστάτη» των ναυτικών και η βασιλόπιτα που παραπέμπει στον Μέγα Βασίλειο, επισκόπου Καισαρείας της Καππαδοκίας, ο οποίος (όπως και ο Άγιος Νικόλαος) ήταν «πετσί και κόκκαλο», μελαχροινός, ενώ, συν τοις άλλοις, δεν ήταν καθόλου γέροντας, καθώς πέθανε και σε σχετικά μικρή ηλικία (50 ετών).

Ο Μέγας Βασίλειος, ο οποίος θεωρείται και μέγας φιλάνθρωπος (ίδρυσε ''κοινωφελή'' ιδρύματα) -με το αζημίωτο-, φαίνεται να είναι, άθελά του, «υπεύθυνος» και για το σημερινό έθιμο της «βασιλόπιτας». 

Έχει φτάσει μέχρι τις μέρες μας, ο απλοϊκός μύθος, ότι ο Μέγας Βασίλειος έβαζε σε πίτες νομίσματα και μοίραζε τα κομμάτια στους φτωχούς.

Η ιστορία όμως, δεν είναι ακριβώς αυτή. Σύμφωνα με την παράδοση, οι κάτοικοι της περιοχής της μητρόπολής του, προκειμένου να αποφύγουν την βαριά φορολογία από τον Ρωμαίο διοικητή, έδωσαν όλα τα τιμαλφή τους στον Μέγα Βασίλειο για να τα γλυτώσουν (από τότε υπήρχε η φοροαπαλλαγή της εκκλησίας!). Όταν ο κίνδυνος πέρασε και τα τιμαλφή έπρεπε να επιστραφούν, ο Μέγας Βασίλειος φαίνεται πως βρισκόταν μπροστά σε ένα σοβαρό πρόβλημα: Δεν είχε καταγράψει, ποιος του είχε δώσει τι.

Μπροστά σ' αυτό το αδιέξοδο, αποφάσισε να δώσει μια «σολομώντεια λύση» και μάλλον μεσοβέζικη. Έφτιαξε μεγάλες πίτες, μέσα στις οποίες έβαλε μόνο όσα τιμαλφή ήθελε από αυτά που του είχαν εμπιστευθεί και κατόπιν μοίρασε τα κομμάτια στους κατοίκους. Έτσι λοιπόν, όποιος ήταν τυχερός, όλο και κάτι θα έπαιρνε πίσω, έστω και μ' αυτόν τον τρόπο (το μεγαλύτερο μέρος τους φυσικά το παρακράτησε).

Επίσης πρέπει να θυμόμαστε και το ίδρυμα που είχε δημιουργήσει την Βασιλειάδα* (δήθεν κοινωφελές ίδρυμα) που φιλοξενούσε χήρες και ορφανά (τότε υπήρχαν πολλές νεαρές χήρες 17-30 ετών λόγω των συνεχών πολέμων των κακουχιών και ασθενιών) με την "μικρή" υποχρέωση τους να του μεταβιβάσουν όλη την περιουσία τους (θυμηθήτε την ιστορία της δολοφονίας του Ανανία και της Σαπφείρας από τον Πέτρο).

Όλα αυτά όμως την σήμερον ημέρα, ελάχιστη σημασία έχουν, καθώς ο Άγιος Βασίλης, εκτός από αγαπημένο άγιο των παιδιών, αποτελεί και αγαπημένο άγιο των εμπόρων. Τι σημασία έχει λοιπόν η αλήθεια, μπροστά στην γοητεία του χρήματος, αλλά και το παραμύθι που ζουν τα παιδιά;

Κλείνοντας θα πρέπει να προτρέψουμε τους αναγνώστες μας να διαβάσουν την αλληλογραφία μεταξύ του Αγίου Βασιλείου και του Ιωάννη του βρομόστομου (Χρυσόστομου) τις ''ευσεβείς πατερικές ύβρεις'' τόσο για τις αλλαξοπατριαρχίες τους στον θρόνο της Κωνσταντινούπολης, όσο και για τα οικονομικά που καταχράστηκαν! Για τον όποιο ενδιαφερόμενο, στοιχεία υπάρχουν στην «Ελληνική Πατρολογία».
-----------------------------
*Η δι­καστική εξουσία εδόθη στα χέρια των χριστιανών και δη των επισκόπων. Το δημόσιο χρήμα, όσο είχε απομείνει μετά τις αλόγιστες σπατάλες των αυτοκρατόρων, εδόθη στους χριστιανούς και ειδικά στους επισκόπους. Αυτοί το εξανέμισαν με το να χτί­ζουν εκκλησίες και μοναστήρια και στα δικά τους ενδιαφέροντα (στις ερωμένες/ους τους και στα εξώγαμά τους). Ακόμα οι ηλικιω­μέ­νοι, οι χή­ρες και τα ορ­φανά, που σε με­ρι­κές περιπτώσεις μπόρεσαν να περιθάλψουν, ζού­σαν κά­τω από τη σκληρή καταπίεση της χριστιανικής τους δικτατορίας, π.χ. δεν επέ­τ­ρε­παν στις νέες χήρες να ξαναπαντρευτούν και όλη η περιου­σία τους όπως και των θανόν­των ανδρών τους περιήρχετο στα χριστιανικά ιδ­ρύματα αυτοδι­καίως (όπως π.χ. στην Βασι­λειάδα του Αγίου Βασιλείου κ.ο.κ.) (Για δεύτερη παντρειά, χήρες και ζων­τοχήρες διαβάσετε να χαρείτε: Ματθαίος 19: 9-10, Μάρκος 10: 11-12, Λουκάς 16: 18, Α΄ Πρός Κοριν­θίους 7: 8-9, Α΄ Πρός Τιμόθε­ον 5: 5-16, κλπ.).


Καλές γιορτές...