Τετάρτη 5 Μαΐου 2021

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΣΟΦΟΚΛΗΣ - Αἴας (992-1046)

ΤΕΥ. ὦ τῶν ἁπάντων δὴ θεαμάτων ἐμοὶ
ἄλγιστον ὧν προσεῖδον ὀφθαλμοῖς ἐγώ,
ὁδός θ᾽ ὁδῶν πασῶν ἀνιάσασα δὴ
995 μάλιστα τοὐμὸν σπλάγχνον, ἣν δὴ νῦν ἔβην,;
ὦ φίλτατ᾽ Αἴας, τὸν σὸν ὡς ἐπῃσθόμην
μόρον διώκων κἀξιχνοσκοπούμενος.
ὀξεῖα γάρ σου βάξις ὡς θεοῦ τινος
διῆλθ᾽ Ἀχαιοὺς πάντας ὡς οἴχῃ θανών.
1000 ἁγὼ κλύων δύστηνος ἐκποδὼν μὲν ὢν
ὑπεστέναζον, νῦν δ᾽ ὁρῶν ἀπόλλυμαι.
οἴμοι.
ἴθ᾽, ἐκκάλυψον, ὡς ἴδω τὸ πᾶν κακόν.
ὦ δυσθέατον ὄμμα καὶ τόλμης πικρᾶς,
1005 ὅσας ἀνίας μοι κατασπείρας φθίνεις.
ποῖ γὰρ μολεῖν μοι δυνατόν, ἐς ποίους βροτούς,
τοῖς σοῖς ἀρήξαντ᾽ ἐν πόνοισι μηδαμοῦ;
ἦ πού ‹με› Τελαμών, σὸς πατὴρ ἐμός θ᾽ ἅμα,
δέξαιτ᾽ ἂν εὐπρόσωπος ἵλεώς τ᾽ ἴσως
1010 χωροῦντ᾽ ἄνευ σοῦ. πῶς γὰρ οὔχ; ὅτῳ πάρα
μηδ᾽ εὐτυχοῦντι μηδὲν ἥδιον γελᾶν.
οὗτος τί κρύψει; ποῖον οὐκ ἐρεῖ κακόν,
τὸν ἐκ δορὸς γεγῶτα πολεμίου νόθον,
τὸν δειλίᾳ προδόντα καὶ κακανδρίᾳ
1015 σέ, φίλτατ᾽ Αἴας, ἢ δόλοισιν, ὡς τὰ σὰ
κράτη θανόντος καὶ δόμους νέμοιμι σούς.
τοιαῦτ᾽ ἀνὴρ δύσοργος, ἐν γήρᾳ βαρὺς
ἐρεῖ, πρὸς οὐδὲν εἰς ἔριν θυμούμενος.
τέλος δ᾽ ἀπωστὸς γῆς ἀπορριφθήσομαι,
1020 δοῦλος λόγοισιν ἀντ᾽ ἐλευθέρου φανείς.
τοιαῦτα μὲν κατ᾽ οἶκον· ἐν Τροίᾳ δέ μοι
πολλοὶ μὲν ἐχθροί, παῦρα δ᾽ ὠφελήσιμα.
καὶ ταῦτα πάντα σοῦ θανόντος ηὑρόμην.
οἴμοι, τί δράσω; πῶς σ᾽ ἀποσπάσω πικροῦ
1025 τοῦδ᾽ αἰόλου κνώδοντος, ὦ τάλας, ὑφ᾽ οὗ
φονέως ἄρ᾽ ἐξέπνευσας; εἶδες ὡς χρόνῳ
ἔμελλέ σ᾽ Ἕκτωρ καὶ θανὼν ἀποφθίσαι;
σκέψασθε, πρὸς θεῶν, τὴν τύχην δυοῖν βροτοῖν.
Ἕκτωρ μέν, ᾧ δὴ τοῦδ᾽ ἐδωρήθη πάρα
1030 ζωστῆρι πρισθεὶς ἱππικῶν ἐξ ἀντύγων
ἐκνάπτετ᾽ αἰέν, ἔστ᾽ ἀπέψυξεν βίον·
οὗτος δ᾽ ἐκείνου τήνδε δωρειὰν ἔχων
πρὸς τοῦδ᾽ ὄλωλε θανασίμῳ πεσήματι.
ἆρ᾽ οὐκ Ἐρινὺς τοῦτ᾽ ἐχάλκευσε ξίφος
1035 κἀκεῖνον Ἅιδης, δημιουργὸς ἄγριος;
ἐγὼ μὲν οὖν καὶ ταῦτα καὶ τὰ πάντ᾽ ἀεὶ
φάσκοιμ᾽ ἂν ἀνθρώποισι μηχανᾶν θεούς·
ὅτῳ δὲ μὴ τάδ᾽ ἐστὶν ἐν γνώμῃ φίλα,
κεῖνός τ᾽ ἐκεῖνα στεργέτω κἀγὼ τάδε.
1040 ΧΟ. μὴ τεῖνε μακράν, ἀλλ᾽ ὅπως κρύψεις τάφῳ
φράζου τὸν ἄνδρα, χὥ τι μυθήσῃ τάχα.
βλέπω γὰρ ἐχθρὸν φῶτα, καὶ τάχ᾽ ἂν κακοῖς
γελῶν ἃ δὴ κακοῦργος ἐξίκοιτ᾽ ἀνήρ.
ΤΕΥ. τίς δ᾽ ἐστὶν ὅντιν᾽ ἄνδρα προσλεύσσεις στρατοῦ;
1045 ΧΟ. Μενέλαος, ᾧ δὴ τόνδε πλοῦν ἐστείλαμεν.
ΤΕΥ. ὁρῶ· μαθεῖν γὰρ ἐγγὺς ὢν οὐ δυσπετής.

***
ΤΕΥ. Ω θέαμα πιο θλιβερό από όσα ως τώρα αντίκρισαν
τα μάτια μου· δρόμος που πήρα για να φτάσω εδώ,
απ᾽ όλους όσους βάδισα πιο βασανιστικός, όταν,
Αίαντα ακριβέ μου, μαθαίνοντας τον θάνατό σου,
έτρεξα αμέσως, ψάχνοντας τα ίχνη σου να βρω. Γιατί
μια φήμη γρήγορη, σάμπως φωνή θεού, πέρασε
πάραυτα σ᾽ όλους τους Αχαιούς, αγγέλλοντας
πως πέθανες, πως τέλειωσες και πάει.
1000 Κι εγώ σ᾽ απόσταση ο δύστυχος ακούγοντας βογκούσα,
μα τώρα που σε βλέπω, χάνομαι.
Οά, Οά.
Έλα, ξεσκέπασέ τον, να δω ολόκληρη τη συμφορά.
Ω θέα αθέατη τόλμης παράτολμης, τί πόνο αβάστακτο
πεθαίνοντας μέσα μου σπέρνεις.
Πού τώρα να στραφώ, σε ποιούς ανθρώπους,
που δεν σου παραστάθηκα ούτε στιγμή στον πόνο σου;
Υπάρχει αλήθεια ελπίδα, ο Τελαμών, πατέρας δικός σου
και δικός μου, να μου φερθεί καλόκαρδα, να δείξει
κατανόηση, όταν βρεθώ μπροστά του,
1010 χωρίς εσένα; όχι;
Αφού αυτός, ακόμη κι ευτυχώντας, ποτέ δεν έσκασε
στα χείλη του γλυκό χαμόγελο.
Σαν τί άλλο να κρύψει; Λόγος κακός κανένας δεν θα λείψει
για μένα, νόθο σπόρο σκλάβας στη μάχη κερδισμένης.
Για μένα που σε πρόδωσα, άναντρος και δειλός,
Αίαντα ακριβέ μου,
μπορεί ακόμη κι από δόλο· πεθαίνοντας εσύ, να καρπωθώ
εγώ ό,τι σου ανήκει μέσα στο παλάτι.
Τέτοια τα λόγια που θα πει, στρυφνός ο γέρος
και βαρύθυμος, που με το τίποτα ανάβει και κορώνει.
Στο τέλος, σαν σκουπίδι απορριγμένος, έξω απ᾽ τη χώρα,
δούλος στα λόγια του θα λογαριάζομαι,
1020 όχι άνθρωπος ελεύθερος.
Αυτά εκεί, στον γυρισμό. Κι όσο είμαι εδώ, στην Τροία,
θα περισσεύουν οι εχθροί, οι ωφέλιμοι θα λιγοστεύουν.
Όλα με τον δικό σου θάνατο με βρήκαν.
Και τώρα τί να κάνω; πώς ν᾽ αποσπάσω το κορμί σου
απ᾽ το πικρό γυαλιστερό αυτό λεπίδι που έγινε
ο φονιάς σου, κόβοντας την πνοή σου;
Είδες πώς έμελλε, με τον καιρό, νεκρός ο Έκτορας
κι εσένα να νεκρώσει; Για τον θεό, συλλογιστείτε
αυτή την τύχη δυο θνητών: ο Έκτωρ πρώτος,
δεμένος στον ζωστήρα, δώρο και χάρισμα του Αίαντα,
1030 απ᾽ το στεφάνι του άρματος εξαρτημένος, σύρθηκε
καταγής ώρες ατέλειωτες αιμόφυρτος, ώσπου
η πνοή του να παγώσει.
Κι εδώ ο Αίας, το αντίδωρο του Έκτορα στα χέρια του
κρατώντας, μ᾽ αυτό αφανίστηκε, πέφτοντας
πάνω του νεκρός.
Πείτε, λοιπόν, η Ερινύα δεν ήταν αυτή που σφυρηλάτησε
το ξίφος, κι εκείνον τον ζωστήρα ο Άδης,
τεχνουργός αμείλικτος;
Εγώ από μέρους μου, παντού και πάντα, αυτά
θα λέω πως οι θεοί τα μηχανεύονται στον άνθρωπο.
Αν κάποιος πάλι δεν ασπάζεται τη γνώμη μου,
ας μείνει αυτός με την ιδέα του κι εγώ με τη δική μου.
1040 ΧΟ. Μην το παρατραβάς, σκέψου καλύτερα το πώς
το σώμα του θα θάψεις, και τί θα πεις σε λίγο.
Γιατί μπροστά μου βλέπω τον εχθρό· έτσι κακόψυχος
που είναι, ίσως να φτάνει εδώ
για να περιγελάσει τα δεινά μας.
ΤΕΥ. Ποιόν απ᾽ τα μέλη του στρατού πήρε το μάτι σου;
ΧΟ. Είναι ο Μενέλαος, που για δική του χάρη μπήκαμε
στα πλοία, αναλαμβάνοντας αυτήν την εκστρατεία.
ΤΕΥ. Τον βλέπω τώρα, είναι κοντά, αναγνωρίζεται εύκολα.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου