Δευτέρα 12 Απριλίου 2021

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΣΟΦΟΚΛΗΣ - Αἴας (36-90)

ΑΘ. ἔγνων, Ὀδυσσεῦ, καὶ πάλαι φύλαξ ἔβην
τῇ σῇ πρόθυμος εἰς ὁδὸν κυναγίᾳ.
ΟΔ. ἦ καί, φίλη δέσποινα, πρὸς καιρὸν πονῶ;
ΑΘ. ὡς ἔστιν ἀνδρὸς τοῦδε τἄργα ταῦτά σοι.
40 ΟΔ. καὶ πρὸς τί δυσλόγιστον ὧδ᾽ ᾖξεν χέρα;
ΑΘ. χόλῳ βαρυνθεὶς τῶν Ἀχιλλείων ὅπλων.
ΟΔ. τί δῆτα ποίμναις τήνδ᾽ ἐπεμπίπτει βάσιν;
ΑΘ. δοκῶν ἐν ὑμῖν χεῖρα χραίνεσθαι φόνῳ.
ΟΔ. ἦ καὶ τὸ βούλευμ᾽ ὡς ἐπ᾽ Ἀργείοις τόδ᾽ ἦν;
45 ΑΘ. κἂν ἐξέπραξεν, εἰ κατημέλησ᾽ ἐγώ.
ΟΔ. ποίαισι τόλμαις ταῖσδε καὶ φρενῶν θράσει;
ΑΘ. νύκτωρ ἐφ᾽ ὑμᾶς δόλιος ὁρμᾶται μόνος.
ΟΔ. ἦ καὶ παρέστη κἀπὶ τέρμ᾽ ἀφίκετο;
ΑΘ. καὶ δὴ ᾽πὶ δισσαῖς ἦν στρατηγίσιν πύλαις.
50 ΟΔ. καὶ πῶς ἐπέσχε χεῖρα μαιμῶσαν φόνου;
ΑΘ. ἐγώ σφ᾽ ἀπείργω, δυσφόρους ἐπ᾽ ὄμμασι
γνώμας βαλοῦσα, τῆς ἀνηκέστου χαρᾶς,
καὶ πρός τε ποίμνας ἐκτρέπω σύμμικτά τε
λείας ἄδαστα βουκόλων φρουρήματα·
55 ἔνθ᾽ ἐσπεσὼν ἔκειρε πολύκερων φόνον
κύκλῳ ῥαχίζων, κἀδόκει μὲν ἔσθ᾽ ὅτε
δισσοὺς Ἀτρείδας αὐτόχειρ κτείνειν ἔχων,
ὅτ᾽ ἄλλοτ᾽ ἄλλον ἐμπίτνων στρατηλατῶν.
ἐγὼ δὲ φοιτῶντ᾽ ἄνδρα μανιάσιν νόσοις
60 ὤτρυνον, εἰσέβαλλον εἰς ἕρκη κακά.
κἄπειτ᾽ ἐπειδὴ τοῦδ᾽ ἐλώφησεν φόνου,
τοὺς ζῶντας αὖ δεσμοῖσι συνδήσας βοῶν
ποίμνας τε πάσας ἐς δόμους κομίζεται,
ὡς ἄνδρας, οὐχ ὡς εὔκερων ἄγραν ἔχων.
65 καὶ νῦν κατ᾽ οἴκους συνδέτους αἰκίζεται.
δείξω δὲ καὶ σοὶ τήνδε περιφανῆ νόσον,
ὡς πᾶσιν Ἀργείοισιν εἰσιδὼν θροῇς.
θαρσῶν δὲ μίμνε μηδὲ συμφορὰν δέχου
τὸν ἄνδρ᾽· ἐγὼ γὰρ ὀμμάτων ἀποστρόφους
70 αὐγὰς ἀπείρξω σὴν πρόσοψιν εἰσιδεῖν.
οὗτος, σὲ τὸν τὰς αἰχμαλωτίδας χέρας
δεσμοῖς ἀπευθύνοντα προσμολεῖν καλῶ·
Αἴαντα φωνῶ· στεῖχε δωμάτων πάρος.
ΟΔ. τί δρᾷς, Ἀθάνα; μηδαμῶς σφ᾽ ἔξω κάλει.
75 ΑΘ. οὐ σῖγ᾽ ἀνέξῃ μηδὲ δειλίαν ἀρῇ;
ΟΔ. μὴ πρὸς θεῶν· ἀλλ᾽ ἔνδον ἀρκείτω μένων.
ΑΘ. τί μὴ γένηται; πρόσθεν οὐκ ἀνὴρ ὅδ᾽ ἦν;
ΟΔ. ἐχθρός γε τῷδε τἀνδρὶ καὶ τανῦν ἔτι.
ΑΘ. οὔκουν γέλως ἥδιστος εἰς ἐχθροὺς γελᾶν;
80 ΟΔ. ἐμοὶ μὲν ἀρκεῖ τοῦτον ἐν δόμοις μένειν.
ΑΘ. μεμηνότ᾽ ἄνδρα περιφανῶς ὀκνεῖς ἰδεῖν;
ΟΔ. φρονοῦντα γάρ νιν οὐκ ἂν ἐξέστην ὄκνῳ.
ΑΘ. ἀλλ᾽ οὐδὲ νῦν σε μὴ παρόντ᾽ ἴδῃ πέλας.
ΟΔ. πῶς, εἴπερ ὀφθαλμοῖς γε τοῖς αὐτοῖς ὁρᾷ;
85 ΑΘ. ἐγὼ σκοτώσω βλέφαρα καὶ δεδορκότα.
ΟΔ. γένοιτο μέντἂν πᾶν θεοῦ τεχνωμένου.
ΑΘ. σίγα νυν ἑστὼς καὶ μέν᾽ ὡς κυρεῖς ἔχων.
ΟΔ. μένοιμ᾽ ἄν· ἤθελον δ᾽ ἂν ἐκτὸς ὢν τυχεῖν.
ΑΘ. ὦ οὗτος, Αἶας, δεύτερόν σε προσκαλῶ.
90 τί βαιὸν οὕτως ἐντρέπῃ τῆς συμμάχου;

***
ΑΘ. Το ξέρω, Οδυσσέα, κι είμαι από ώρα εδώ,
πρόθυμος οδηγός σου στο κυνήγι.
ΟΔ. Πες τώρα εσύ, δέσποινα της καρδιάς μου·
πάει ο κόπος μου χαμένος;
ΑΘ. Σίγουρα όχι, πέτυχες πράγματι τον ένοχο
αυτής της πράξης.
40 ΟΔ. Ποιός λόγος όμως κίνησε τόσο παράλογα το χέρι του;
ΑΘ. Τον θόλωσε η εκδίκηση για του Αχιλλέα τα όπλα.
ΟΔ. Και τί τον έκανε να πέσει πάνω στα κοπάδια;
ΑΘ. Η ιδέα του πως βάφει στο αίμα σας το χέρι του.
ΟΔ. Κι ήταν αυτή η φονική επίθεση για τους Αργίτες;
ΑΘ. Που θα την έφερνε σε πέρας, αν αμελούσα εγώ.
ΟΔ. Πού βρήκε όμως τόση τόλμη για μιαν απόφαση παράτολμη;
ΑΘ. Όρμησε μόνος μες στη νύχτα με δόλο καταπάνω σας.
ΟΔ. Πράγματι κόντεψε στον τελικό του στόχο;
ΑΘ. Δίδυμες πύλες άγγιξε των δύο στρατηγών.
50 ΟΔ. Και πώς συγκράτησε το χέρι του που λιμπιζόταν αίμα;
ΑΘ. Εγώ του βγήκα εμπόδιο, με παραισθήσεις ξέφρενης
παραφοράς σκοτίζοντας τα μάτια του,
και τον παρέσυρα προς τα κοπάδια, λεία ακόμη αμοίραστη
κι ανάκατη, που οι βοσκοί τη φύλαγαν.
Χύθηκε τότε πάνω τους κι έκανε θραύση, σφάζοντας
κεφάλια κερασφόρα ολόγυρα, τη μια νομίζοντας
ότι πετσόκοβε τους δυο Ατρείδες με τα χέρια του,
την άλλη πως μακέλευε κανέναν άλλον στρατηγό.
Στο πλάι εγώ, παρόξυνα τη φονική μανία του,
60 βαθύτερα μέσα να πέσει στη σκοτεινή παγίδα.
Μετά, όταν χόρτασε μ᾽ αυτό το μακελειό,
όσα απ᾽ τα βόδια είχαν μείνει ζωντανά, τα δένει
μεταξύ τους, κι ευθύς, με τ᾽ άλλο ποίμνιο μαζί,
τα μπάζει στη σκηνή, σάμπως να είχε αιχμαλωτίσει
άντρες, όχι κοπάδι κερασφόρο.
Εκεί, δεμένα πια, τώρα τα βασανίζει.
Θα σου τη δείξω εγώ την ξέφρενη παραφορά του,
κι αφού τη δουν τα μάτια σου, μετά τη φανερώνεις
σ᾽ όλους τους Αργίτες.
Θάρρος προς το παρόν, μείνε εδώ, και μη σε πιάνει
πανικός, νομίζοντας πως θα σε βλάψει.
Αναλαμβάνω εγώ το βλέμμα του να διαστρέψω,
70 να μην μπορεί να δει το πρόσωπό σου.
—Εσένα, εσένα προσκαλώ, που με σχοινιά πιστάγκωνα
των αιχμαλώτων έδεσες τα χέρια· με τ᾽ όνομά σου,
Αίαντα, σε προσφωνώ να ᾽ρθεις· βγες έξω
από το στέκι σου, μπροστά προχώρησε.
ΟΔ. Τί πας να κάνεις, Αθηνά! Μην τον φωνάζεις έξω.
ΑΘ. Σταμάτα, μη μιλάς, μη δείχνεσαι δειλός.
ΟΔ. Όχι, για τον θεό· μέσα καλύτερα να μείνει.
ΑΘ. Μα τί φοβάσαι πως θα γίνει· δεν ήταν άνθρωπος κι αυτός;
ΟΔ. Υπήρξε εχθρός, και παραμένει εχθρός.
ΑΘ. Και δεν σου φέρνει τώρα απόλαυση ο περίγελός του;
80 ΟΔ. Μου φτάνει να τον ξέρω μέσα στη σκηνή του.
ΑΘ. Διστάζεις μήπως ν᾽ αντικρίσεις έναν παράφορο τρελό;
ΟΔ. Αν ήταν στα καλά του, σίγουρα δεν θα δίσταζα.
ΑΘ. Τώρα ωστόσο, ας είσαι πλάι του, τα μάτια του
δεν θα σε δουν.
ΟΔ. Πώς είναι όμως δυνατό, όσο έχει ακόμη ανοιχτά
τα βλέφαρά του ;
ΑΘ. Εγώ κι ολάνοιχτα θα τ᾽ αμαυρώσω.
ΟΔ. Φαίνεται όλα γίνονται, όταν στη μέση μπαίνει ένας θεός.
ΑΘ. Σώπασε τώρα, μείνε ακίνητος.
ΟΔ. Εντάξει μένω· θα προτιμούσα όμως να ᾽μαι εκτός.
ΑΘ. Αίαντα, δεύτερη φορά εσένα προσφωνώ·
90 τόσο λοιπόν δεν καταδέχεσαι τη σύμμαχό σου;

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου