Παρασκευή 13 Νοεμβρίου 2020

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ - Ἰφιγένεια ἡ ἐν Ταύροις (657-686)

ΟΡ. Πυλάδη, πέπονθας ταὐτὸ πρὸς θεῶν ἐμοί;
ΠΥ. οὐκ οἶδ᾽· ἐρωτᾷς οὐ λέγειν ἔχοντά με.
660 ΟΡ. τίς ἐστὶν ἡ νεᾶνις; ὡς Ἑλληνικῶς
ἀνήρεθ᾽ ἡμᾶς τούς τ᾽ ἐν Ἰλίῳ πόνους
νόστον τ᾽ Ἀχαιῶν τόν τ᾽ ἐν οἰωνοῖς σοφὸν
Κάλχαντ᾽ Ἀχιλλέως τ᾽ ὄνομα, καὶ τὸν ἄθλιον
Ἀγαμέμνον᾽ ὡς ᾤκτειρ᾽ ἀνηρώτα τέ με
665 γυναῖκα παῖδάς τ᾽. ἔστιν ἡ ξένη γένος
ἐκεῖθεν Ἀργεία τις· οὐ γὰρ ἄν ποτε
δέλτον τ᾽ ἔπεμπε καὶ τάδ᾽ ἐξεμάνθανεν,
ὡς κοινὰ πράσσουσ᾽, Ἄργος εἰ πράσσει καλῶς.
ΠΥ. ἔφθης με μικρόν· ταὐτὰ δὲ φθάσας λέγεις,
670 πλὴν ἕν· τὰ γάρ τῶν βασιλέων παθήματα
ἴσασι πάντες, ὧν ἐπιστροφή τις ἦν.
ἀτὰρ διῆλθον χἅτερον λόγον τινά.
ΟΡ. τίν᾽; ἐς τὸ κοινὸν δοὺς ἄμεινον ἂν μάθοις.
ΠΥ. αἰσχρὸν θανόντος σοῦ βλέπειν ἡμᾶς φάος,
675 κοινῇ τ᾽ ἔπλευσα … δεῖ με καὶ κοινῇ θανεῖν.
καὶ δειλίαν γὰρ καὶ κάκην κεκτήσομαι
Ἄργει τε Φωκέων τ᾽ ἐν πολυπτύχῳ χθονί,
δόξω δὲ τοῖς πολλοῖσι —πολλοὶ γὰρ κακοί—
προδοὺς σεσῷσθαί σ᾽ αὐτὸς εἰς οἴκους μόνος
680 ἢ καὶ φονεύσας ἐπὶ νοσοῦσι δώμασι
ῥάψαι μόρον σοι σῆς τυραννίδος χάριν,
ἔγκληρον ὡς δὴ σὴν κασιγνήτην γαμῶν.
ταῦτ᾽ οὖν φοβοῦμαι καὶ δι᾽ αἰσχύνης ἔχω,
κοὐκ ἔσθ᾽ ὅπως οὐ χρὴ συνεκπνεῦσαί μέ σοι
685 καὶ σὺν σφαγῆναι καὶ πυρωθῆναι δέμας,
φίλον γεγῶτα καὶ φοβούμενον ψόγον.

***
ΟΡΕ. Πυλάδη, έχεις κι εσύ την ίδια σκέψη;
ΠΥΛ. Όπως ρωτάς δεν ξέρω ν᾽ απαντήσω.
660 ΟΡΕ. Ποιά να ᾽ναι η νέα; Σαν καθαυτό Ελληνίδα
μας ρώταε για τον πόλεμο της Τροίας,
για των Αχαιών το γυρισμό, το μάντη
τον Κάλχα και τον ένδοξο Αχιλλέα·
πώς πόνεσε το δύστυχο Αγαμέμνονα!
Ρώταε για τη γυναίκα, τα παιδιά του.
Αργίτισσα είναι, κείθε θα βαστάει·
αλλιώς, γραφή δε θα ᾽στελνε ούτε τόσα
θα ζητούσε να μάθει, ως να κρεμόταν
από την τύχη του Άργους και η δική της.
ΠΥΛ. Με πρόλαβες· να πω σκεφτόμουν τα ίδια,
670 εξόν ένα: όσοι σμίγουνε με κόσμο,
μαθαίνουνε τα νέα των βασιλιάδων.
Κάτι άλλο σκέφτομαι όμως. ΟΡΕ. Τί; Όταν κι άλλος
τ᾽ ακούσει, πιο καλά θα βρεις τη λύση.
ΠΥΛ. Ντροπή να ζήσω, όταν εσύ πεθάνεις·
μαζί σου στο ταξίδι, πρέπει νά ᾽ρθω
μαζί σου και στον Άδη. Αλλιώς, και στο Άργος
και μες στην πολυχάραδρη Φωκίδα
άναντρο και δειλό θα με νομίσουν·
θα κρίνουν οι πολλοί ‒γιατί είναι κιόλας
πολλοί οι δειλοί‒ πως γλίτωσα και μόνος
γύρισα πίσω, αφού σε πρόδωσα· ίσως
πως, βλέποντας τα πάθια του σπιτιού σας,
680 σου ᾽στησα ενέδρα, σου ᾽σκαψα το λάκκο,
το θρόνο για να πάρω εγώ, σαν άντρας
της αδερφής σου, μόνης κληρονόμας.
Αυτά φοβούμαι, αυτά ντροπή μού φέρνουν,
κι αδύνατο να μη σ᾽ ακολουθήσω
στη σφαγή, στη θανή, στο κάψιμο σου,
σα φίλος. κι από φόβο κατηγόριας.

Η Αρχαία Ελληνική Τέχνη και η Ακτινοβολία της, Η ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΕΧΝΗΣ ΣΤΑ ΝΕΟΤΕΡΑ ΧΡΟΝΙΑ: Αρχαιότητα και νεοελληνική τέχνη

14. Αρχαιότητα και νεοελληνική τέχνη


Η Ελλάδα έγινε ανεξάρτητο κράτος το 1830 σε μια εποχή που στην Ευρώπη ο κλασικισμός είχε ήδη εξαπλωθεί σε διάφορες μορφές τέχνης: αρχιτεκτονική, γλυπτική, ζωγραφική. Η σύνδεση της νεότερης Ελλάδας με το αρχαιοελληνικό παρελθόν της προέκυψε από ιστορικές συγκυρίες που καθόρισαν τον ιδεολογικό προσανατολισμό της. Το 1832 οι Μεγάλες Δυνάμεις όρισαν βασιλέα των Ελλήνων τον νεαρό Όθωνα, γιο του Λουδοβίκου Α' της Βαβαρίας, του πιο θερμού φιλέλληνα και αρχαιολάτρη μονάρχη της Ευρώπης. Ήταν αυτός που με αρχαιοπρεπή κτήρια, μουσεία, τη Γλυπτοθήκη με τα γλυπτά της Αφαίας από την Αίγινα, τους Αιγινήτες, και πλήθος αρχαιολογικών θησαυρών μετέτρεψε το Μόναχο σε Αθήνα «επί του Ίσαρος». Ήταν επομένως φυσικό ο Όθωνας να ακολουθήσει τα βήματα του πατέρα του και ο κλασικισμός μαζί με τον ακαδημαϊσμό (τέχνη που διδάσκεται στην Ακαδημία του Μονάχου) να εμφυτευθούν στην Ελλάδα κατά τη βασιλεία του. Η αναβίωση της Αρχαιότητας είναι επομένως ευρωπαϊκή επιλογή για τη νέα Ελλάδα και η επίσημη γλώσσα που θα την εκφράσει είναι η καθαρεύουσα.

Η εισβολή του κλασικισμού στην Ελλάδα γίνεται πρώτα στην αρχιτεκτονική ήδη στη σύντομη διακυβέρνηση της χώρας από τον Καποδίστρια, όταν ο αρχιτέκτονας Λάμπρος Ζαβός δημιουργεί λιτά αυστηρά κτήρια, όπως οι Στρατώνες Ιππικού στο Ναύπλιο, χαρακτηριστικό δείγμα κλασικισμού με καθαρή γεωμετρική αντίληψη. Το 1834 η πρωτεύουσα μεταφέρεται από το Ναύπλιο στην Αθήνα και στη νέα πρωτεύουσα του Όθωνα εισάγεται η ουμανιστική γερμανική αντίληψη που θέλει να αναστήσει την αρχαία δόξα: ο κλασικισμός μεταφέρεται σχεδόν αβίαστα στην αρχιτεκτονική, με το εξαιρετικό πλεονέκτημα να αναπτύσσεται δίπλα στα πιο σημαντικά κλασικά μνημεία της Αρχαιότητας. Ο Σίνκελ προτείνει να οικοδομηθούν τα νέα ανάκτορα πάνω στην ίδια την Ακρόπολη, λύση που ευτυχώς εγκαταλείφθηκε. Η νέα πρωτεύουσα γεμίζει γρήγορα κλασικιστικά κτήρια. Ο Βάιλερ κτίζει το πρώτο δημόσιο κτήριο το 1834, το στρατιωτικό νοσοκομείο, όπου δίπλα του σήμερα υψώνεται το νέο Μουσείο της Ακρόπολης στου Μακρυγιάννη, κ.ά. Κτίζονται τα Παλαιά Ανάκτορα, η σημερινή Βουλή, που άρχισε το 1836 σε σχέδια του Φρίντριχ Γκέρτνερ, ένα μνημειακό, επιβλητικό, συμπαγές σε όγκους κτήριο, που επιβάλλει αμέσως μια διαφορετική κλίμακα στο αττικό τοπίο. Ακολουθεί η λεγόμενη «αθηναϊκή τριλογία», από Δανούς αρχιτέκτονες, το Πανεπιστήμιο (1839) του Χριστιανού Χάνσεν και λίγο αργότερα η Ακαδημία (1859-1887) και η Εθνική Βιβλιοθήκη (1888), έργα του Θεόφιλου Χάνσεν. Ξένοι αρχιτέκτονες, ο Λέο φον Κλέντσε και ο Σάουμπερτ, εκπονούν το πολεοδομικό σχέδιο της Αθήνας. Ο Ερνστ Τσίλερ είναι σίγουρα ο πιο παραγωγικός και δραστήριος Γερμανός αρχιτέκτονας, καθώς ως τον θάνατο του το 1923 έκτισε τα περισσότερα νεοκλασικά κτήρια στην Αθήνα (ανάκτορα της Ηρώδου Αττικού, το Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο, το Ιλίου Μέλαθρον, τη Σχολή Ευελπίδων, το Ταχυδρομείο, αλλά και το Δημαρχείο της Ερμούπολης Σύρου κ.ά.). Παράλληλα με τους ξένους σπουδάζουν στην Ευρώπη σημαντικοί Έλληνες και δημιουργούν στην Αθήνα μια αρχιτεκτονική εκλεκτικισμού, που μεταφέρει το νεοκλασικό πνεύμα στην Ελλάδα: ο Κλεάνθης, που συνέβαλε στον πολεοδομικό σχεδιασμό της πρωτεύουσας, ο Καυταντζόγλου, ο Κάλκος κ.ά. Η Αθήνα ως κέντρο του νέου κράτους επηρεάζει όλη την επικράτεια και οι πόλεις της Ελλάδας γεμίζουν νεοκλασικά κτήρια. Όχι μόνο τα δημόσια κτήρια, αλλά και οι απλές κατοικίες δανείζονται νεοκλασικά στοιχεία και δημιουργείται έτσι ένας «λαϊκός κλασικισμός», όπως τον χαρακτηρίζει ο Παύλος Μυλωνάς, «σε μικρές διαστάσεις, πραγματικά ταπεινός, αφελής, χαριτωμένος». Δυστυχώς σώθηκαν λίγα μόνο δείγματα αυτής της αρχιτεκτονικής, που είναι γνωστή περισσότερο από τη ζωγραφική του Τσαρούχη και άλλων ζωγράφων της γενιάς του, νοσταλγών αυτής της Ελλάδας που χάθηκε, καθώς η μεταπολεμική ταχύρρυθμη ανάπτυξη γύρω στο 1950 έβαλε στη θέση τους απρογραμμάτιστα και κερδοσκοπικά τσιμεντένιες πολυκατοικίες.

Εκτός από τους αρχιτέκτονες, μια μεγάλη ομάδα ξένων καλλιτεχνών, ιδίως Βαβαρών, έρχεται στην Αθήνα για διάφορους λόγους, είτε για να διακοσμήσουν τα ανάκτορα, είτε για να διδάξουν στο Σχολείο των Τεχνών που ίδρυσε ο Όθωνας το 1836, είτε για να συμμετάσχουν στις πρώτες ανασκαφές. Η ίδρυση της Αρχαιολογικής Εταιρείας το 1837 και του Αρχαιολογικού Μουσείου καθώς και η αποκατάσταση των μνημείων της Ακρόπολης τονίζουν τον προσανατολισμό του νέου κράτους στο αρχαίο παρελθόν του. Έλληνες καλλιτέχνες φεύγουν για το Μόναχο, ιδίως στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, και οι περισσότεροι σπουδάζουν στην Ακαδημία του Μονάχου. Στη γλυπτική και στη ζωγραφική επικρατεί ο ακαδημαϊσμός. Στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα στην Ακαδημία του Μονάχου γίνεται καθηγητής ένας ιδιαίτερα προικισμένος Έλληνας ζωγράφος, ο Τήνιος Νικόλαος Γύζης (1842-1901). Την εποχή αυτή στην Ελλάδα, στο Σχολείο των Τεχνών την επαφή με την Ακαδημία του Μονάχου στηρίζει ένας άλλος σπουδαίος Τήνιος, ο Νικηφόρος Λύτρας (1832-1904), ο οποίος μετά τις σπουδές του στο Μόναχο, γύρισε στην Ελλάδα, δίδαξε στο Σχολείο των Τεχνών και φρόντιζε να στέλνει με υποτροφία στο Μόναχο, κοντά στον Γύζη, τους πιο προικισμένους μαθητές του. Πανταζής, Λεμπέσης, Ιακωβίδης, Ροϊλός, Βικάτος, Αριστεύς, Αργυρός, Οθωναίος, Νικόλαος Λύτρας κ.ά. θα συνεχίσουν τις σπουδές τους στο Μόναχο. Η προτίμηση σε ιστορικά θέματα περιλαμβάνει φυσικά και θέματα της ελληνικής Αρχαιότητας. Έτσι η Μήδεια του Νικηφόρου Λύτρα (περ. 1860-1866), που δημιουργείται κάτω από την επίδραση του δραματικού στιλ του Καρλ φον Πίλοτυ, διευθυντή για πολλά χρόνια της Ακαδημίας του Μονάχου, έχει πρότυπό της τη Μήδεια του Ντελακρουά (1838), έργο σημαντικό με μεγάλη απήχηση στην ευρωπαϊκή τέχνη, που φαίνεται ότι επηρέασε και τον Χαλεπά στο έργο που κατέστρεψε ο ίδιος στην πρώτη περίοδο δημιουργίας του (1878) στην Αθήνα την εποχή της περίφημης Κοιμωμένης του. Αυτή τη Μήδεια απηχεί ένα μικρό πρόπλασμα του Χαλεπά της περιόδου της Τήνου, έργο του 1922, που διέσωσε σε γύψο ο γλύπτης Θωμάς Θωμόπουλος.

Ο κλασικισμός επηρέασε περισσότερο τη νεοελληνική γλυπτική του 19ου αιώνα, μια τέχνη που μπορούσε αμεσότερα να επιβεβαιώσει τη σύνδεση με την αρχαία κληρονομιά. Από τις οικογένειες των Τηνιακών μαρμαράδων που θα δουλέψουν στα πρώτα κλασικιστικά κτήρια της πρωτεύουσας θα προκύψουν στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα οι πρώτοι γλύπτες που θα δημιουργήσουν έργα σε δημόσιους χώρους, στο Α' Νεκροταφείο αλλά και εκτός Αθηνών σε ολόκληρη την Ελλάδα. Πρώτος δάσκαλος στο Σχολείο των Τεχνών είναι ο κλασικιστής Κρίστιαν Ζίγκελ και μετά από αυτόν ο Λεωνίδας Δρόσης και ο Γεώργιος Βρούτος. Τα έργα τους όπως και του σπουδασμένου στο Μόναχο Γεωργίου Κόσσου, καθώς και των Φυτάληδων, του Γεωργίου Βιτάλη, του Βιτσάρη κ.ά. είναι προσανατολισμένα στον ιταλικό και γερμανικό κλασικισμό, στον ακαδημαϊσμό του Μονάχου με κορύφωση τα αριστουργήματα του Γιαννούλη Χαλεπά (1852-1938), την Κοιμωμένη του στο Α' Νεκροταφείο και το σύμπλεγμα Σάτυρος και Έρωτας I (1877) σήμερα στην Εθνική Γλυπτοθήκη.

Παρόλο που η αναφορά στην Ακαδημία του Μονάχου φέρνει στον νου —ειδικών και μη— τους πιο δημοφιλείς καλλιτέχνες της νεοελληνικής τέχνης (Λύτρα, Γύζη, Βολανάκη, Ιακωβίδη, Γιαννούλη Χαλεπά), το έργο τους δέχθηκε έντονη κριτική για την αποδοχή και επιβολή στην Ελλάδα ενός ξενόφερτου ακαδημαϊσμού. Ιδιαίτερα στα τέλη του 19ου και στα πρώτα χρόνια του 20ού αιώνα η τέχνη τους θεωρήθηκε συχνά ταυτόσημη με τη συντήρηση, την οπισθοδρόμηση, τη στείρα μίμηση ξένων προτύπων, ενώ τους αποδόθηκε και η κύρια ευθύνη για την απουσία της Ελλάδας από τις διεθνείς καλλιτεχνικές εξελίξεις. Σήμερα το έργο τους αντιμετωπίζεται πιο ψύχραιμα χωρίς υπερβολές προς όποια κατεύθυνση. Μπορεί οι καλλιτέχνες αυτοί να αποδέχθηκαν τον συντηρητισμό, μετέφεραν όμως και την ποιότητα, μια στέρεη τεχνική, καθώς και μια σωστή οργάνωση και συστηματική εκπαίδευση στον χώρο της καλλιτεχνικής δημιουργίας, βάσεις που είχε ανάγκη στις αρχές της η νεοελληνική τέχνη για να επιδιώξει μια γρήγορη εξέλιξη.

Στις αρχές του 20ού αιώνα η ιδεολογία του ελληνισμού αποκτά νέες αποχρώσεις και μια αύρα ανανέωσης έρχεται από παντού. Η σχέση των Νεοελλήνων καλλιτεχνών με την τέχνη του παρελθόντος τους αλλάζει γρήγορα. Το νέο στιλ (art nouveau) και ιδίως ο συμβολισμός που επικρατούν στην Ευρώπη αποδεικνύονται ιδιαίτερα ελκυστικά για τους Έλληνες καλλιτέχνες, όπως οι Παρθένης, Μαλέας, Γουναρόπουλος, Στέρης, Φρίξος Αριστέας κ.ά., καθώς θεωρούν ότι επιτρέπουν την ανάπτυξη ενός νέου κλασικισμού με μυθολογικά-αλληγορικά θέματα, τα οποία συμβαδίζουν με τον ευρωπαϊκό μοντερνισμό, χωρίς τη μομφή του συντηρητισμού ή της οπισθοδρόμησης. Σε αυτή την κατεύθυνση μπορεί να συνέβαλε και η καθολική σχεδόν αναγνώριση και αποδοχή στην Ελλάδα της όψιμης δουλειάς του Γύζη ήδη στα τέλη του 19ου αιώνα Πρόκειται για αλληγορικά θέματα όπου η νοσταλγία μιας ιδανικής Ελλάδας αποδίδεται με υψιπετείς αρχαιοπρεπείς συνθέσεις: Η τέχνη και τα πνεύματά της, Εαρινή συμφωνία, Αρμονία. Νίκες, λύρες, βάρβιτοι κτλ. οπτικοποιούν σχεδόν τη μουσική του Μπετόβεν ή του Βάγκνερ (προτιμήσεις του Γύζη), με αναφορές στο αιώνιο κλασικό μεγαλείο.

Αρχαιότητα προσαρμοσμένη σε ένα προσωπικό στιλ που καθορίζεται από την προσπάθεια να συμβαδίσει με τη σύγχρονη παραγωγή στην Ευρώπη συναντούμε στο έργο του Κωνσταντίνου Παρθένη (1878-1907), ο οποίος με την αγάπη του στα μυθολογικά θέματα, όπως στο Ορφέας και Ευρυδίκη (περ. 1925-1930), δημιουργεί μια νέα σχέση με το αρχαιοελληνικό παρελθόν είτε αξιοποιώντας τα διδάγματα του κινήματος της απόσχισης (Sezession) της Βιένης είτε του Σεζάν είτε αυτά του γαλλικού συμβολισμού. Τα αρχαία θέματα του Παρθένη, έως την ύστερη, λιτότερη, αποπνευματωμένη ζωγραφική του, φιλτράρονται μέσα από ένα δυτικότροπο κυβιστικό ιδίωμα, που θα επηρεάσει πολλούς καλλιτέχνες της εποχής του.

Ο Παρθένης είναι το εισαγωγικό κεφάλαιο για τη λεγόμενη γενιά του 1930, η οποία αποτελεί τη μεταφορά στην τέχνη ενός λογοτεχνικού περισσότερο κινήματος στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου με πρωτεργάτες ποιητές και πεζογράφους, όπως τους Σεφέρη, Ελύτη, Εγγονόπουλο, Εμπειρίκο κ.ά., οι οποίοι επιδιώκουν την εισαγωγή και αφομοίωση πρωτοποριακών ρευμάτων στην Ελλάδα.

Η Αρχαιότητα έχει μερίδιο στους προβληματισμούς της γενιάς του 1930, όπου οι δημιουργοί προσπαθούν να προσδιορίσουν την εθνική καλλιτεχνική τους ταυτότητα μέσα από ολόκληρο το πολιτισμικό παρελθόν τους (Αρχαιότητα, Βυζάντιο, λαϊκό πολιτισμό), μια διαδρομή με αδιάλειπτη συνέχεια. Η Μικρασιατική καταστροφή το 1922 και το ξερίζωμα των Ελλήνων προσφύγων επιτείνει την ανάγκη μιας νέας εθνικής αυτογνωσίας. Ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα η βυζαντινή παράδοση αναγνωρίζεται ως σημαντική κληρονομιά και ακολουθεί από κοντά η επανεκτίμηση της λαϊκής τέχνης. Η ανακάλυψη πιο πρόσφατων μορφών λαϊκού πολιτισμού, λαϊκών καλλιτεχνών κ.ά. στο Παρίσι κατανοείται ως έκφραση του πηγαίου και πρωτόγονου στοιχείου που αναζητούν οι εκεί πρωτοπορίες. Η ανακάλυψη του Μακρυγιάννη και του Θεόφιλου στην Ελλάδα ερμηνεύεται ως άμεση σύνδεση με τις ρίζες, ως επιβεβαίωση της εθνικής ταυτότητας, ως απόδειξη μνήμης και συνέχειας. Στο κλίμα αυτό αναπτύσσονται δύο τάσεις στην Ελλάδα: αυτή που απορρίπτει την Αρχαιότητα ως ξενόφερτο, επιβεβλημένο βαρύ παρελθόν και στρέφεται στο Βυζάντιο και τη λαϊκή παράδοση με προεξάρχοντα τον Αϊβαλιώτη Φώτη Κόντογλου (1896-1965), παρόλο που σπούδασε στο Παρίσι, και η τάση των καλλιτεχνών που πιστεύουν ότι πρέπει να συμβαδίζουν με τον μοντερνισμό της Δύσης, αξιοποιώντας στοιχεία του ελληνικού πολιτισμού από όλη τη διαδρομή του. Μιαν αντίστοιχη χροιά έχει και η αντίθεση ανάμεσα στην «εθνική μουσική» του Καλομοίρη και το ελληνικό πνεύμα του μοντερνιστή Σκαλκώτα. Ο διαχωρισμός τις περισσότερες φορές δεν είναι καθαρός και κάπως απλουστευτικά συνοψίζεται στο γνωστό δίπολο ελληνικότητα και μοντερνισμός. Είναι πάντως χαρακτηριστικό ότι και στις δύο τάσεις η Αρχαιότητα λειτουργεί ως πηγή υλικού, ακόμη και στις ακραίες μορφές, όπως ο Κόντογλου, που καλλιέργησε με συνέπεια τη βυζαντινή παράδοση: το 1937 καλείται να διακοσμήσει το ισόγειο του Δημοτικού Μεγάρου της Αθήνας με αττικούς μύθους, τους οποίους αποδίδει με ένα ιδιότυπο εκλεκτικό στιλ. Το ίδιο ιδιότυπη και ξεχωριστή είναι η εκδοχή του για τον Λαοκόοντα (1938) με μια μακρινή συγγένεια με αυτόν του Γκρέκο. Ο Κόντογλου επηρέασε μια ολόκληρη γενιά καλλιτεχνών που έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη της νεοελληνικής ζωγραφικής, όπως ο Παπαλουκάς, ο Εγγονόπουλος, ο Τσαρούχης κ.ά.

Από την άλλη οι μοντερνιστές που κινούνται στα πλαίσια του συμβολισμού, του κυβισμού, με κάποιες σουρεαλιστικές τάσεις, όπως ο Γουναρόπουλος, ο Στέρης κ.ά., χρησιμοποιούν αρχαίους μύθους, αρχαία σύμβολα, αλλά και το στιλ, το σχέδιο της κλασικής αγγειογραφίας ως ιδιαιτερότητα στη μοντερνιστική τους κατεύθυνση.

Ο μόνος πραγματικά σουρεαλιστής στην Ελλάδα, που χρησιμοποιεί δημιουργικά με προσωπική γραφή και χιούμορ τους αρχαίους μύθους είναι ο μαθητής του Κόντογλου, ο Νίκος Εγγονόπουλος (1907-1985). Ο Εγγονόπουλος εμπνέεται από τη μεταφυσική περίοδο του Ντε Κίρικο (1888-1978) και βρίσκεται σε συνεχή διάλογο με το ελληνικό παρελθόν, αρχαιοελληνικό και βυζαντινό. Στο έργο του οι αρχαίοι μύθοι αποδίδονται με βυζαντινή τεχνοτροπία και ξαναζωντανεύουν μέσα από την επίδραση του Νίτσε και του Φρόιντ λειτουργώντας ως στοιχεία του παράλογου, του μη ορθολογικού.

Μια ξεχωριστή περίπτωση είναι ο Γιάννης Τσαρούχης (1910-1984)· μαθητής του Παρθένη και του Κόντογλου γοητεύεται από τον Θεόφιλο και τον Καραγκιόζη. Ο Τσαρούχης βλέπει το ελληνικό παρελθόν σαν μια ενιαία συνέχεια ως το σήμερα και επιδιώκει να το συνδέσει και να το εκφράσει μέσα από μοντέρνες τάσεις που θαυμάζει, όπως τον φοβισμό του Ματίς. Ο διχασμός Ανατολή ή Δύση μοιάζει να απαλείφεται γι᾽ αυτόν. Θαυμάζει επίσης την Αναγέννηση, την οποία επιχειρεί να προσεγγίσει μέσα από τις αρχαιοελληνικές πηγές που την επηρέασαν, προσδιορίζοντας έτσι τη δική του εθνική ιδιαιτερότητα. Στρέφεται στην ελληνιστική τέχνη, στα πορτρέτα του Φαγιούμ και δημιουργεί τις Τέσσερις εποχές, τους Δώδεκα μήνες κ.ά. Στο έργο του Αντιγραφή του Τιτσιάνο (1971) οι διεισδύσεις από έργο σε έργο είναι αλλεπάλληλες και χαρακτηριστικές: ο Τσαρούχης με εμφανή την επίδραση από Πομπηιανές τοιχογραφίες διεισδύει στον Τιτσιάνο, του οποίου η Άρτεμη βασίζεται στη λεγόμενη Άρτεμη των Βερσαλιών, ένα μαρμάρινο ρωμαϊκό αντίγραφο ελληνιστικού έργου, σήμερα στο Λούβρο. Στο πρώτο επίπεδο του πίνακα, κάτω αριστερά στο πάτωμα το ανδρικό γυμνό δανείζεται τη στάση του ελληνιστικού Θνήσκοντα Γαλάτη (τέλη 3ου αιώνα π.Χ.).

Τα μυθολογικά θέματα αποτελούν ένα σημαντικό κομμάτι στην παραγωγή της νεοελληνικής γλυπτικής του πρώτου μισού του 20ού αιώνα.

Το έργο της δεύτερης και τρίτης περιόδου του Γιαννούλη Χαλεπά (1918-1938) έχει στοιχεία μοντερνισμού, παρόλη την απομόνωση του δημιουργού τους. Ξαναδουλεύει τα μυθολογικά θέματα της πρώτης του περιόδου, Σάτυρος και Έρωτας, Μήδεια, Αμφιτρίτη, Αφροδίτες κ.ά. δίνοντας σημασία στην ισορροπία των όγκων και στη σύνθεση, στην εκφραστικότητα της χειρονομίας και όχι στις ακαδημαϊκές αξίες του 19ου αιώνα Οι γλύπτες μας, ωστόσο, στις αρχές του 20ού αιώνα προσανατολίζονται όλο και περισσότερο στο Παρίσι, στον Ροντέν, στον συμβολισμό, χωρίς να αποδεσμεύονται από την ανθρωπομορφική κατεύθυνση της κλασικής παράδοσης. Εξαίρεση αποτελεί ο Αντώνης Σώχος (1888- 1975), ο οποίος στο κλίμα του μοντερνισμού και της στροφής της ευρωπαϊκής γλυπτικής σε αρχαϊκές ή πρωτόγονες φόρμες, δημιουργεί έργα εμπνευσμένα από την παραδοσιακή τέχνη (ξυλόγλυπτα ακρόπρωρα) ή την αρχαϊκή πλαστική (κόρες κ.ά.). Πρόκειται όμως πάντοτε για έργα που δεν προορίζονται για επίσημες δημόσιες παραγγελίες. Το ίδιο και ο Τόμπρος, στην προσωπική του δουλειά και όχι στα έργα παραγγελιών, θα προχωρήσει μετά το 1935 σε μιαν αφαιρετική διατύπωση, ενώ η αποδέσμευση της νεοελληνικής γλυπτικής από το κλασικό παρελθόν της θα γίνει κυρίως μετά τον πόλεμο από τους Ζογγολόπουλο, Λουκόπουλο, Καπράλο, Λαμέρα, Παππά κ.ά.

Η Αρχαιότητα δεν έπαψε να αποτελεί σημείο αναφοράς για τη νεοελληνική δημιουργία σε όλο τον 20ό αιώνα, ανεξάρτητα από καλλιτεχνικούς προσανατολισμούς. Αρχαίοι μύθοι, ο Διόνυσος, ο Βάκχος, Μαινάδες, κολόνες, αρχαία σύμβολα εισχωρούν στον εξελληνισμένο κυβιστικό χώρο του Χατζηκυριάκου-Γκίκα. Όταν μετά τον πόλεμο η αντίθεση ανάμεσα στις τάσεις του μοντερνισμού και της παράδοσης αντικαθίστανται από το δίλημμα αφαίρεση ή παραστατική ζωγραφική, η αφηρημένη έκφραση εμφανίζεται για ένα διάστημα ως απαραίτητος και αναγκαίος εκσυγχρονισμός της νεοελληνικής τέχνης. Ωστόσο, και οι αφηρημένοι καλλιτέχνες αισθάνονται την ανάγκη να συνδεθούν με την παράδοση. Ο Γιάννης Σβορώνος σε συνθέσεις καθαρά γεωμετρικής αφαίρεσης θα προτιμήσει, εκ των υστέρων όπως ομολογεί ο ίδιος, να δώσει στα έργα του τίτλους από μυθολογικές μορφές (Μινώταυρος, κ.ά.). Η επίδραση της Αρχαιότητας στη μεταπολεμική ελληνική τέχνη χαρακτηρίζεται γενικά από μια πιο ψύχραιμη, ελεύθερη και προσωπικότερη αντιμετώπιση του παρελθόντος. Αφετηρία των καλλιτεχνών δεν είναι η άγνοια ή η αμφισβήτηση του μοντερνισμού, αλλά η ανάγκη προσωπικού προσδιορισμού σε έναν διεθνή χώρο καλλιτεχνικής δημιουργίας. Τη δεκαετία του 1950 ο Γιάννης Μόραλης (1913) επιδιώκει την επιστροφή στην παράδοση μέσω ενός δικού του ελληνικού μοντερνισμού που τείνει σε ένα κλασικό ιδεώδες: λιτότητα, ολιγοχρωμία, έρωτας και θάνατος, επιτύμβιες συνθέσεις με νεαρές γυμνές γυναίκες, που κατάγονται από αρχαία πρότυπα μεταφρασμένα σε γεωμετρικά ιδεογράμματα. Με την Αρχαιότητα διαλέγεται και το πιο προσωπικό έργο του Νίκου Νικολάου (1909-1986), φίλου και συνοδοιπόρου του Μόραλη. Γυναικείοι κορμοί εμπνέονται ελεύθερα και αφαιρετικά από την αρχαία αγγειογραφία, όπως και στο έργο του Αλέκου Φασιανού (1938), όπου τύποι της Αρχαιότητας, λαϊκή τέχνη και διδάγματα του Τσαρούχη δημιουργούν έναν αισιόδοξο κώδικα επικοινωνίας.

Το 1966 ο Χρήστος Λεφάκης (1906-1969) μετά από μια διαδρομή στην αφαίρεση, δημιουργεί στο τέλος της ζωής του τις σειρές «Ελληνικά θέματα» και «Ανθέμια» για την Μπιενάλε της Βενετίας. Στην αφηρημένη επιφάνεια εισάγει ρεαλιστικά στοιχεία, κεφάλια από σπασμένες τερακότες, αρχαία γλυπτά, εμπειρίες που μάζεψε από τη συμμετοχή του σε ανασκαφές και στη συντήρηση αρχαιοτήτων, τις οποίες μετουσιώνει σε στοιχεία προσωπικής ιδιαιτερότητας στον διεθνή χώρο. Αλλά και ο Αλέκος Κοντόπουλος (1905-1975), μετά από μια ενδιαφέρουσα αναζήτηση στον χώρο της αφαίρεσης, αξιοποιεί τις εμπειρίες από τη θητεία του στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο και σε έργα όπως η Θέτις ή η Πολιτεία ή το χρυσό βόδι (1955) προσθέτει στο αφηρημένο γεωμετρικό βάθος του πίνακα αρχαιολογικά σύμβολα, αετώματα, σπασμένους κίονες, ταύρους, μια βάρβιτο, μορφές από λευκές ληκύθους κ.ά., λεπτές ερμηνείες ελληνικών θεμάτων ως «υποβολή μιας ασύνορης κοσμοθεωρίας ουμανισμού» (Σπητέρης). Αυθεντικός απόγονος του Ντε Κίρικο ο Σαράντης Καραβούζης (1938) δημιουργεί μεταφυσικά αρχαιολογικά τοπία με ακρωτηριασμένα αγάλματα, σπασμένες επιγραφές, κολόνες κτλ. συνδυασμένα κάποτε και με επικαιρικές νύξεις.

Ο ιστορισμός επανέρχεται στη δεκαετία του 1970-1980 με τη μορφή ενός κριτικού σχολιασμού της Αρχαιότητας και άλλων περιόδων τέχνης, ένα κίνημα που έγινε γνωστό ως μεταμοντέρνο (αρχικά από την ποίηση και την αρχιτεκτονική). Το κίνημα του μεταμοντέρνου, όπως και του συμβολισμού παλαιότερα, έγινε γρήγορα αποδεκτό στη σύγχρονη ελληνική δημιουργία, καθώς άφηνε περιθώρια στη χρήση προγονικών αξιών χωρίς αμφισβητήσεις ή ιεραρχίες. Συχνά έχει αναγνωριστεί ο Γιάννης Τσαρούχης ως ο πρώτος μεταμοντέρνος καλλιτέχνης στην Ελλάδα για τον ελεύθερο, εκλεκτικό διάλογο που επιχειρεί με πολλές παραδόσεις ταυτόχρονα. Εξάλλου, αυτός ο —κατά τον Χατζηδάκι— «οραματιστής της μεσογειακής μας μελαγχολίας», αυτοχαρακτηρίστηκε μεταμοντέρνος για τον τρόπο που χρησιμοποιεί την ελληνική παράδοση.

Τη δεκαετία του 1970-1980 οι διαμάχες ανάμεσα σε συντηρητικούς και πρωτοπόρους δεν έχουν πια σημασία μέσα σε ένα γενικότερο κλίμα συγκρητισμού και παγκοσμιοποίησης. Ο ελληνοκεντρικός μοντερνισμός έφθασε στον κορεσμό, στην εκλαΐκευση, στη φυσική του εξάντληση. Η ρήξη με την παράδοση που επιζητούσαν οι πρωτοπορίες δεν είναι πια της μόδας. Αντικαθίστανται με την επιστροφή σε ιστορικά στιλ του παρελθόντος έως το κοντινό παρόν, όμως με ένα νηφάλιο, αποστασιοποιημένο τρόπο, συχνά με ειρωνεία και χιούμορ, κάποτε με τρυφερότητα και νοσταλγία, χωρίς τον κίνδυνο μομφής για οπισθοδρόμηση. Ο εκλεκτικισμός του μεταμοντέρνου δημιούργησε ένα σχεδόν ιδανικό περιβάλλον για την ελληνική εικαστική παραγωγή. Οι Νεοέλληνες δημιουργοί στα τέλη του 20ού αιώνα μπορούν να θαυμάσουν χωρίς αναστολές τα αριστουργήματα της αρχαίας τέχνης και να ορίσουν ελεύθερα τον τρόπο που θα τα χρησιμοποιήσουν. Έτσι διακρίνουμε μεταμοντέρνες επιστροφές και σχολιασμό της Αρχαιότητας σε έργα σύγχρονων Ελλήνων ζωγράφων. Ο Δημήτρης Μυταράς (γενν. 1934) στη Νίκη του 1967 χρησιμοποιεί τη Νίκη της Αγοράς (ακρωτήριο από τα τέλη του 5ου αιώνα π.Χ.· σ. 423). Ο Χρίστος Καράς (γενν. 1930) έχει μια προσωπική εκδοχή για τις Τρεις Χάριτες (1974). Στο έργο του Αντώνη Απέργη (γενν. 1938), Εν τω μηνί Αθήρ (1998) διακρίνεται καθαρά η χρήση μιας Νίκης από το Θωρακείο του Ναού της Απτέρου Νίκης στην Ακρόπολη, ενώ ο Αχιλλέας Δρούγκας (γενν. 1940) δημιουργεί το Ολυμπιακό πνεύμα το 2007 με δεσπόζουσα τη μορφή του Ηνιόχου των Δελφών.

Η Αρχαιότητα ως προγονικό παρελθόν μπορεί να είναι πλέον ελεύθερη επιλογή των Νεοελλήνων. Η διεθνοποίηση μοιάζει να μπορεί να αντιμετωπιστεί.

Ιπποκλείδης

Μια φορά κι έναν καιρό, εδώ και δυόμιση χιλιάδες χρόνια, ήταν ένας βασιλιάς που τον έλεγαν Κλεισθένη, κι ήθελε να παντρέψει τη μοναχοκόρη του.

Στέλνει λοιπόν ανθρώπους του σε όλα τα βασίλεια, να διαλαλήσουν την απόφασή του: εκείνοι που ήθελαν την όμορφη βασιλοπούλα, να μαζευτούνε στο παλάτι του∙ εκεί θα έκαναν αγώνες και τσιμπούσια, κι ο βασιλιάς θα διάλεγε στο τέλος τον καλύτερο.

Σαν τ’ άκουσαν αυτό τα βασιλόπουλα, ξεκίνησαν για το παλάτι του Κλεισθένη.

Άλλος ξεχώριζε για ομορφιά, άλλος για την παλικαριά του, άλλος για την καταγωγή του και άλλος για τα πλούτη του.

Μα απ’ όλους ξεχώριζε ο Ιπποκλείδης, το πρώτο της Αθήνας αρχοντόπουλο, που έσκιζε σε ομορφιά και τσαχπινιά.

Αυτόν τον συμπαθούσε ιδιαίτερα ο Κλεισθένης.

Σαν ήρθε ο καιρός να γίνει η κρίση, κι αφού τελείωσαν οι αγώνες, ο βασιλιάς οργάνωσε συμπόσια και γλέντια.

Τρεις μέρες τρώγαν κι έπιναν με μουσικούς και αυλητρίδες∙ και ξαφνικά την τρίτη μέρα, σηκώνεται ο Ιπποκλείδης μες στη σούρα του κι αρχίζει να χορεύει ένα χορό από αυτούς που ξέραν μόνοι οι ηνίοχοι, και δώσ’ του να λυγάει μαργιόλικα τη μέση του, και δώσ’ του οι άλλοι ένα γύρο παλαμάκια.

Ύστερα σάλταρε επάνω στο τραπέζι, στηρίχτηκε με το κεφάλι κάτω κι άρχισε να χορεύει με τα πόδια στον αέρα, χωρίς ούτε στιγμή να χάσει την ισορροπία του.

Σε λίγο κατεβαίνει, αρπάζει το τραπέζι με τα δόντια του και το σηκώνει αψηλά, κι αρχίζει να χορεύει έναν κόρδακα, δίχως ν’ αφήσει να του πέσει ούτε ένα κύπελλο.

Όλοι κρατούσαν την αναπνοή τους από θαυμασμό – ποιος να φανταζόταν τόση μαγκιά μες στο παλάτι!

Μα ο Κλεισθένης, βλέποντάς τα όλα αυτά, άφριζε μέσα του απ’ το κακό του.

Όσο κι αν συμπαθούσε το αρχοντόπουλο, τον διάδοχο τον ήθελε συμμαζεμένο και κιμπάρη, όχι μαγκάκι των χαμαιτυπείων.

Γι’ αυτό και μόλις τέλειωσε ο χορός, κατέβηκε οργισμένος απ’ το θρόνο του και είπε στον Ιπποκλείδη:

«Κρίμα, λεβέντη μου∙ μ’ αυτά σου τα καμώματα έχασες και το θρόνο και τη νύφη».

Κι ο Ιπποκλείδης τού απάντησε κοφτά: «Σκασίλα μου!»

Έτσι έχασε και πλούτη και τιμές, για ένα κέφι, μα κέρδισε όλων τις καρδιές ο Ιπποκλείδης.

Και έμεινε αθάνατος στην ιστορία, πρώτος μάγκας του ντουνιά.

Είστε σίγουρος ότι γνωρίζετε τι σας κάνει ευτυχισμένο;

Ευτυχία


• Θα ήταν ο κόσμος δικαιότερος αν οι ευτυχισμένοι υποχρεώνονταν να πληρώσουν φόρο επί της ευτυχίας τους;

• Υπάρχει κάποιος άνθρωπος με τον οποίο θα θέλατε ν’ ανταλλάξετε ζωές, υπό τον όρο ότι θ’ αποκτήσετε όλα τα θετικά και αρνητικά αυτού του ανθρώπου; Αν όχι, πώς εξηγείτε στον εαυτό σας το ότι δεν σκάτε από ευτυχία;

• Ας υποθέσουμε πως είστε ευτυχισμένος. Επιδεικνύετε την ευτυχία σας ή συμπεριφέρεστε με διακριτικότητα έναντι των λιγότερο ευτυχισμένων;

• Θα αποδεχόσασταν το νόημα της ζωής αν στην πραγματικότητα συνίστατο κυρίως από πράξεις οι οποίες θα σας έκαναν δυστυχισμένο;

• Πόσοι απ’ όσους πιστεύουν πως είναι ευτυχισμένοι είναι όντως;

• Σε τίνος το πετσί θα μπαίνατε αν επρόκειτο να βγείτε από το δικό σας;

• Αν χαρακτηρίζατε τη ζωή σαν ένα δώρο, πόσο από καρδιάς θα ευχαριστούσατε μετά το άνοιγμα του περιτυλίγματος;

• Χρειάζεστε κάποιο λόγο για να είστε δυστυχισμένοι;

• Είστε κατά τι λιγότερο δυστυχισμένοι μόλις βρίσκετε έναν λόγο;

• Σας αρέσει να περνάτε μια βραδιά παρέα με ανθρώπους για τους οποίους είστε πεπεισμένοι ότι έχουν βρει το νόημα της ζωής;

• Ψάχνετε ακόμα το νόημα στη ζωή ή μήπως βρήκατε ήδη την ανοησία;

• Έχει καμιά διαφορά αν συμπληρώσει κάποιος άλλος το δελτίο του λόττο σας;

• Συμπεραίνετε από το γεγονός πως τα ζώα δεν αυτοκτονούν ότι είναι πιο ευτυχισμένα από τους ανθρώπους;

• Αν υποθέσουμε ότι μπορούσατε να περπατήσετε πάνω στο νερό, ποιο δρόμο θα ακολουθούσατε;

• Πότε κοντοσταθήκατε τελευταία φορά για να μυρίσετε ένα λουλούδι;

Πίσω από κάθε φόβο, κρύβεται ο φόβος για το πώς θα τον διαχειριστούμε

Οι κύριες αδυναμίες που επικρατούν στην κοινωνία μας σήμερα, είναι ο θυμός και ο φόβος. Όλοι οι φόβοι μας δημιουργούνται γιατί έχουμε αποκοπεί από την αληθινή μας ύπαρξη, τον ανώτερο εαυτό μας. Καθώς έχουμε χάσει την εσωτερική μας αγνότητα, εύλογα άρχισαν να αναδύονται διάφοροι φόβοι εκ των έσω.

Σύμφωνα με τον φιλόσοφο Πωλ Τίλιά, στο τέλος του αρχαίου πολιτισμού, κυριαρχεί ο υπαρξιακός φόβος-ο φόβος μπροστά στο πεπρωμένο και το θάνατο- στο τέλος του Μεσαίωνα, ο ηθικός φόβος -ο φόβος μπροστά στην ενοχή και στην καταδίκη και στο τέλος της σύγχρονης εποχής, ο πνευματικός φόβος-ο φόβος μπροστά στην έλλειψη νοήματος της ζωής. Ο Καρλ Γιούνγκ χώρισε το φόβο σε ατομικό, ο οποίος διαφέρει από άνθρωπο σε άνθρωπο και σε συλλογικό φόβο, ο οποίος είναι ίδιος σε όλους τους ανθρώπους.

Ο καθένας φοβάται το άγνωστο, το αδιανόητο ή το ανεξήγητο. Ο φόβος μπροστά στο άγνωστο. Η πιο έντονη μορφή του είναι ο υπαρξιακός φόβος, τον οποίο οι φιλόσοφοι περιέγραψαν ως φόβο μπροστά στο μηδέν. Στη συνέχεια έρχεται ο φόβος μπροστά στο θάνατο. Το ίδιο δυνατός είναι ο φόβος για το αύριο, μπροστά στην άγνωστη πτυχή της ίδιας της ζωής.

Ο φόβος της μοναξιάς, της απώλειας και της αρρώστιας, είναι κάποιοι επίσης από τους κυριότερους φόβους, που μαστίζουν τον κόσμο μας σήμερα. Αλλά και ο φόβος της απόρριψης, της εγκατάλειψης και της οικονομικής κατάρρευσης, δεν είναι λιγότεροι. Για να ξεπεράσουμε τους φόβους μας, χρειάζεται πρώτα να τους αναγνωρίσουμε και έπειτα να τους αποδεχτούμε. Σύμφωνα με τον Όσο, η άρνηση των φόβων μας γίνεται ενοχή και η αποδοχή των φόβων, μας ελευθερώνει, καθώς ο φόβος είναι μέρος της ζωής.

Παρατηρήστε τους φόβους σας και αποδεχτείτε τους σαν ένα φυσικό κομμάτι της ζωής. Τη στιγμή που αποδέχεστε τους φόβους σας, το ψεύτικο και αλαζονικό εγώ που νιώθει ότι είναι άφοβο, θα αρχίσει να υποχωρεί και δε θα φοβάστε πια. Όταν φοβάστε, σημαίνει ότι βρίσκεστε σε μία διαδικασία πάλης και τότε ο φόβος σας μεγαλώνει.

Αξίζει να θυμάστε, ότι πίσω από κάθε φόβο, κρύβεται ο φόβος, για το πώς θα τον διαχειριστείτε.

Πίσω από κάθε φόβο μας, κρύβεται βαθύς
εσωτερικός πόνος και συχνά πίσω από

κάποιους φόβους μας, κρύβεται ο φόβος για την
αναβάθμιση της ζωής μας, δηλαδή ο φόβος για την
αλλαγή.

Με τη δημιουργία κάθε καινούριου φόβου, σαμποτάρουμε
τον εαυτό μας να προχωρήσει μπροστά και χάνουμε την
ευκαιρία να βουτήξουμε βαθιά μέσα στη ζωή.

Η δυνατότητα που μας προσφέρεται είναι να κυριαρχήσουμε στο φόβο με την αγάπη. Να μη φοβόμαστε πια το φόβο αλλά να τον αποδεχτούμε ως σύντροφο στη ζωή. Να συμμαχήσουμε και να συμφιλιωθούμε μαζί του.

Σημαντικό: Με τη δύναμη της σιωπής και του στοχασμού, μπορούν να εξαλειφθούν ολοκληρωτικά οι φόβοι μας και να ενωθούμε πάλι με την αυθεντική μας ύπαρξη και την Υπέρτατη Πηγή στο σύμπαν, που είναι Άφοβη, Απεριόριστη και γεμάτη Αγάπη.

Η Χημεία της Αισιοδοξίας: Πώς θα δημιουργήσετε μια ισχυρή νοοτροπία

Αφού έψαξα για ένα καλό ρητό για την αισιοδοξία και δεν βρήκα τίποτα, ρώτησα τον γιο μου, τον Άνγκους, τι σημαίνει για εκείνον.
Μου είπε:
Η αισιοδοξία δεν θα έπρεπε να είναι δικαιολογία για να αποφεύγετε τα προβλήματά σας, αλλά ένα εργαλείο που θα σας βοηθήσει να τα λύσετε και να πείτε «Μπορώ να το κάνω αυτό».
Άνγκους Ντέιλ

Ας εξετάσουμε πιο βαθιά τώρα κάποιες δύσκολες αλλά αποτελεσματικές τεχνικές που μας επιτρέπουν να ανακτήσουμε την αισιοδοξία μας μπροστά στις κακουχίες. Η αισιοδοξία είναι εύκολη όταν όλα πάνε καλά, αλλά συχνά είναι το πρώτο πράγμα που χάνεται όταν συμβαίνουν άσχημα πράγματα. Μερικές φορές, μας φαίνεται πως δεν έχουμε κανένα έλεγχο και χρειαζόμαστε τεχνικές για να ξαναπιάσουμε το τιμόνι.

Σε στιγμές αμφιβολίες ή απαισιοδοξίας, ο προστατευτικός, αμυντικός μας νους λέει: «Γιατί να μπεις στον κόπο;… Καλή προσπάθεια, αλλά δεν θα σε βγάλει πουθενά… Μείνε κάτω από το πάπλωμα… Ποιος είσαι εσύ για να περιμένεις σπουδαία πράγματα από τον εαυτό σου;… Μην εκτίθεσαι… Δεν αξίζει τον κόπο… Αυτό είναι το σημείο που θα τα κάνω μαντάρα μια και καλή;» Και μετά έρχεται τα κλασικό «σύνδρομο του απατεώνα», που μπορεί να προσθέσει: «Θα ανακαλύψουν πως είμαι απατεώνας;» Τέτοιες σκέψεις γεννιούνται όταν αισθανόμαστε πολύ άσχημα για τον εαυτό μας.

Τα πράγματα είναι πολύ διαφορετικά όταν οι κριτικές των άλλων είναι διθυραμβικές. Τότε νιώθουμε ότι μας ανήκει ολόκληρος ο κόσμος και είμαστε γεμάτοι περηφάνια, πιστεύουμε ότι έχουμε σκοπό και κάθε δικαίωμα να είμαστε εδώ. Η σεροτονίνη, η ωκυτοκίνη και η ντοπαμίνη είναι τα βασικά συστατικά για την αισιοδοξία. Όταν συμβεί μια αναποδιά, η αυτοεκτίμησή μας πέφτει, η φούσκα μέσα στην οποία ζούμε σκάει και φοβόμαστε ότι θα γκρεμιστούμε από το βάθρο μας. Σε αυτή τη διάθεση, είναι πολύ πιο δύσκολο να κάνουμε τις απαραίτητες ενέργειες για να προχωρήσουμε μπροστά.

Οι άνθρωποι φοβούνται ότι θα χάσουν μια προαγωγή, δεν θα γίνουν δεκτοί σε κάποιο πανεπιστημιακό πρόγραμμα, δεν θα κάνουν περήφανους τους γονείς τους. Ένας ηθοποιός φοβάται ότι δεν θα ξαναχτυπήσει το τηλέφωνο, οι αθλητές φοβούνται ότι θα χάσουν τη φόρμα τους και θα τους νικήσουν νεότεροι αθλητές. Όσον αφορά τη δύναμη και το σθένος, είδαμε πως η ακριβής ανάλυση και η ικανότητα να μαθαίνουμε από τις αποτυχίες μας είναι πολύ σημαντικές ιδιότητες για την επιτυχία και τη χημεία της αυτοπεποίθησης. Για τη χημεία της αισιοδοξίας, χρειαζόμαστε επίγνωση των συναισθημάτων μας, το θάρρος να αντιμετωπίσουμε τα αρνητικά, ενισχυμένη επίγνωση του σώματός μας και αλλαγή στη νοοτροπία μας.

Νοοτροπία μάθησης

Η έρευνα της ψυχολόγου δρα Κάρολ Ντουέκ σχετικά με τη νοοτροπία ανάπτυξης έναντι της στατικής νοοτροπίας* έχει αλλάξει τον τρόπο που σκεφτόμαστε για την αισιοδοξία. Μια νοοτροπία ανάπτυξης ερμηνεύει οποιαδήποτε αναποδιά ή λάθος σαν μια ευκαιρία για ανάπτυξη και όχι σαν μια αποτυχία που οδηγεί σε έλλειψη αυτοπεποίθησης. Επομένως, η ανατροφοδότηση είναι ευπρόσδεκτη, καθώς προσφέρει χρήσιμη καθοδήγηση για τους τομείς τους οποίους πρέπει να δουλέψουμε και όχι έναν σχολιασμό στα προσωπικά μας χαρακτηριστικά, καλά ή κακά.

ΧΡΗΣΙΜΗ ΣΥΜΒΟΥΛΗ: Σκεφτείτε ένα λάθος που έχετε κάνει. Με μια φανταστική κάμερα εστιάστε και δείτε τον εαυτό σας σε κοντινό πλάνο. Θυμηθείτε την ένταση των συναισθημάτων τη στιγμή της εστίασης. Τώρα μεγαλώστε την εικόνα και δείτε ολόκληρη τη σκηνή, συμπεριλαμβάνοντας γεγονότα του παρελθόντος και του παρόντος. Δείτε όλα τα στοιχεία που συμβάλλουν.

Συνειδητοποιήστε ότι δεν είστε μόνοι και ότι κι άλλοι έχουν βιώσει, ή βιώνουν ταυτόχρονα με εσάς, παρόμοιες καταστάσεις. Αποφασίστε να έχετε φιλοπερίεργη στάση και να μάθετε. Ασχολούμαστε με την καλλιέργεια μιας νοοτροπίας μάθησης σε μια τεχνική που ονομάζουμε «Δείτε το θετικά». Αυτό περιλαμβάνει να μπορούμε να αναπλαισιώσουμε όλα τα συμβάντα, να τα δούμε σαν ευκαιρίες μάθησης και να αναπτύξουμε μια σθεναρή, ρεαλιστική αισιοδοξία. Η αισιοδοξία είναι, όπως το έθεσε ο φιλόσοφος Λάιμπνιτς, η νοοτροπία του «καλύτερου δυνατού κόσμου».

Στο κεφάλαιο αυτό, θα μελετήσουμε πώς μπορούμε να ανεβάσουμε τα επίπεδα της σεροτονίνης, της ωκυτοκίνης και της ντοπαμίνης, χρησιμοποιώντας το σώμα μας, επεξεργαζόμενοι τα αρνητικά συμβάντα με αποδοτικό τρόπο και εφαρμόζοντας μια νοοτροπία μάθησης σε όλα όσα κάνουμε. Ο τρόπος με τον οποίο ερμηνεύουμε τα πράγματα που συμβαίνουν επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε τον κόσμο. Μπορούμε να μάθουμε πώς να βλέπουμε τα πράγματα με ρεαλιστική αισιοδοξία, μια προδραστική κατάσταση που δημιουργεί τη βέλτιστη πνευματική και συναισθηματική υγεία. Οι έρευνες δείχνουν ότι οι αισιόδοξοι έχουν πιο καλοπληρωμένες δουλειές και επιμένουν περισσότερο πάνω σε ένα έργο από τους απαισιόδοξους. Διαθέτουν επίσης ισχυρότερο ανοσοποιητικό σύστημα. Προσέξτε, ωστόσο – οι υπερβολικά αισιόδοξοι είναι επίσης πιο πιθανό να καπνίζουν και είναι λιγότερο πιθανό να προετοιμάζονται επαρκώς για σημαντικά γεγονότα ή να αποταμιεύουν για το μέλλον.

Η ιστορία μας επηρεάζει έντονα τον τρόπο με τον οποίο ερμηνεύουμε τα διάφορα γεγονότα. Η αμυγδαλή, το συναισθηματικό κέντρο του εγκεφάλου, είναι το πιο γρήγορο αλλά λιγότερο ακριβές κέντρο ως προς τις αντιδράσεις. Είναι κοντά στη μνήμη μας, στον ιππόκαμπο, και συγκρίνει κάθε τωρινό συμβάν με το παρελθόν, ψάχνοντας πρώτα απ’ όλα για απειλές στην επιβίωσή μας. Πρέπει να είμαστε σε θέση να εντοπίζουμε, να αναγνωρίζουμε και να αντιμετωπίζουμε παράλογες αντιδράσεις και να επιλέγουμε άλλες με ρεαλιστική αισιοδοξία. Οι προκατασκευασμένες ιδέες μας είναι επίσης σημαντικές – τι μας λένε οι άνθρωποι ότι ισχύει πριν από κάτι. Η έρευνα της νευροεπιστήμονα Σάρα Μπένγκτσον το 2011 έδειξε ότι οι φοιτητές που είχαν χαρακτηριστεί «ανόητοι» σε σχέση με κάποιο έργο ήταν λιγότερο πιθανό να κάνουν αυτοκριτική και να μάθουν από τα λάθη τους. Αν είχαν χαρακτηριστεί «έξυπνοι», σκέφτονταν περισσότερο τι είχαν κάνει, τότε και η απόδοσή τους βελτιωνόταν. Τόσο για την ψυχική ανθεκτικότητά μας όσο και για την αισιοδοξία μας, πρέπει να αρχίσουμε να ελέγχουμε αυτές τις προκατασκευασμένες ιδέες.

Οι εσωτερικές φωνές μας, που διαμορφώθηκαν στο παρελθόν μας, μας σπρώχνουν προς κάποιες κατευθύνσεις, λέγοντάς μας ιστορίες στο μυαλό μας που δημιουργούν εσωτερική σύγκρουση. Πρέπει να μάθουμε ποιες είναι αυτές οι φωνές, από πού προέρχονται, ποιες θα έπρεπε να ακούμε και πώς μπορούμε να τις ενσωματώσουμε ώστε να ζήσουμε ειρηνικά με τον εαυτό μας. Η Αλεσάντρα το σχολίασε αυτό ως εξής: «Δεν είναι αλήθεια ότι αισθανόμαστε γαλήνη αν ενώσουμε όλα μας τα κομμάτια; Θέλω να πω, δεν μπορείς να απαλλαγείς από τη σκιά σου ούτε από την ανασφάλειά σου ούτε από το εγώ σου. Τα έχουμε όλα αυτά και είναι μέρος του να είμαστε άνθρωποι. Δεν μπορείς να γίνεις ξαφνικά άγιος. Είμαστε γαλήνιοι όταν αγκαλιάζουμε όλες μας τις πλευρές – ακόμα και τις σκοτεινές. Αν κάποια πλευρά μας δεν είναι ισορροπημένη, τότε μπαίνουμε σε ένα σκοτεινό τούνελ, πράγμα που όλοι κάνουμε από καιρού εις καιρόν».

Και συνέχισε: «Αυτή είναι μια πραγματική ανακάλυψη για μένα τα τελευταία ένα ή δύο χρόνια: αυτές οι εσωτερικές φωνές που μου λένε πράγματα και κάποιες φορές είναι μια εσωτερική φωνή που θέλει να με σαμποτάρει. Όλοι μας έχουμε τέτοιες φωνές σε διάφορες αναλογίες, αλλά έχω αποφασίσει ότι δεν θέλω να κυριαρχήσει πάνω μου αυτή η πλευρά μου, οπότε όταν βλέπω ότι συμβαίνει, προσπαθώ να πω “Συγγνώμη, ΟΧΙ”.

Έτσι χρησιμοποιώ τη δύναμη της θέλησής μου. Αν έχεις ισχυρή θέληση, δεν σημαίνει ότι δεν έχεις μια πλευρά που θέλει να τα παρατήσει – όλοι έχουμε. Μερικές φορές αφήνω στην πλευρά αυτή λίγο χώρο, απλώς και μόνο για να της δώσω λίγη ικανοποίηση. Μετά, αφού περάσουν μια ή δύο μέρες, λέω: “Αυτό ήταν – τέλος”. Κάθε άνθρωπος πρέπει να βρει τον πιο θετικό εαυτό του». Με αυτά τα λόγια να μας εμπνέουν, ας εκπαιδεύσουμε τον εαυτό μας να βλέπει τα πράγματα αισιόδοξα.
---------------------
* Σύμφωνα με τη θεωρία αυτή, οι άνθρωποι με «στατική νοοτροπία» (fixed mindset) ασπάζονται μια «μονοδιάστατη» θεωρία εαυτού και πιστεύουν ότι σημαντικές ιδιότητες, όπως η ευφυΐα και η προσωπικότητα, αποτελούν παγιωμένα χαρακτηριστικά που δεν μπορούν να αλλάξουν. Οι άνθρωποι με «νοοτροπία ανάπτυξης» (growth mindest) πιστεύουν ότι αυτές οι βασικές ιδιότητες είναι «εύπλαστες» και μπορούν να βελτιωθούν με τη μάθηση και την προσπάθεια.

Πλάτωνας: Τίποτα δεν είναι πιο υπεροπτικό από τον άνθρωπο που έχει αποκτήσει τη φήμη του επιτυχημένου

Οι Κυρηναίοι ικέτευαν τον Πλάτωνα να τους συγγράψει νόμους και να αναδιοργανώσει το πολίτευμά τους, αλλά εκείνος αρνήθηκε ισχυριζόμενος ότι θα ήταν δύσκολο να καθιερώσει νόμους γι’ αυτούς επειδή ακριβώς ευημερούσαν. «Γιατί τίποτε δεν είναι από τη φύση του τόσο υπεροπτικό» και ταυτόχρονα τόσο στρυφνό και δύσκολο στη διακυβέρνησή του «όσο ο άνθρωπος» που έχει ήδη αποκτήσει τη φήμη του επιτυχημένου.

Είναι δύσκολο για τον ίδιο λόγο να ενεργήσει κάποιος ως σύμβουλος διακυβέρνησης σε εκείνους που κατέχουν αξιώματα, επειδή οι ίδιοι φοβούνται να αποδεχθούν τη Λογική ως δικό τους κυβερνήτη, από φόβο ότι αυτό θα τους κάνει δουλοπρεπείς ως προς τις υποχρεώσεις των αξιωμάτων τους και έτσι θα μειώσει το πλεονέκτημα της εξουσίας τους.

Αυτοί οι άνθρωποι δεν γνωρίζουν το παράδειγμα του Θεόπομπου, βασιλιά των Σπαρτιατών, ο οποίος ήταν ο πρώτος στη Σπάρτη που ενέπλεξε τους Εφόρους στις υποθέσεις των βασιλέων. Όταν η σύζυγός του τον κατέκρινε με την κατηγορία ότι θα παρέδιδε στα παιδιά τους ένα αξίωμα ασθενέστερο από εκείνο που είχε ο ίδιος παραλάβει, της απάντησε: «Στην πραγματικότητα θα είναι ισχυρότερο, στον βαθμό που θα είναι πιο σταθερό». Αποβάλλοντας τον υπερβολικό και απόλυτο χαρακτήρα του αξιώματός του, διέφυγε τον φθόνο και απέφυγε τον κίνδυνο.

Ωστόσο, όταν ο Θεόπομπος παραχώρησε βασιλική εξουσία στους Εφόρους, όπως όταν εκτρέπουμε τον ρου ενός μεγάλου ποταμού, στέρησε από τον εαυτό του εξουσία ίση με εκείνη που τους έδωσε. Η Λογική, η οποία θεωρείται κατά τη φιλοσοφία σύμβουλος και προστάτιδα όποιου κυβερνά, αφαιρεί το ασταθές στοιχείο της εξουσίας και διατηρεί το υγιές, όπως ακριβώς συμβαίνει όταν εφαρμόζουμε τη Λογική για να διατηρήσουμε την υγεία μας.

Παρ’ όλα αυτά, οι περισσότεροι βασιλείς και άρχοντες στερούνται κοινής λογικής και έτσι μιμούνται τους ανειδίκευτους γλύπτες, οι οποίοι πιστεύουν ότι τα κολοσσιαία αγάλματά τους φαίνονται μεγάλα και δυνατά αν τα παραστήσουν σε δυναμικό βηματισμό, με σώμα σε ένταση και στόμα ανοιχτό. Αυτοί οι βασιλείς και οι ηγεμόνες, επειδή μιλούν με βαριά φωνή, κοιτάζουν με αυστηρό βλέμμα, προσποιούνται τους δύστροπους και κρατούν απόμακρη την προσωπική τους ζωή, θεωρούν ότι μιμούνται την αξιοπρέπεια και τη σοβαρότητα του αξιώματος του ηγέτη. Στην πραγματικότητα, καθόλου δεν διαφέρουν από εκείνα τα κολοσσιαία αγάλματα, τα οποία εξωτερικά έχουν ηρωική και θεοπρεπή όψη αλλά στο εσωτερικό τους είναι παραγεμισμένα με χώμα
και λίθους και μόλυβδο.

Στην περίπτωση των αγαλμάτων, πάντως, αυτό το βάρος διατηρεί τη στεκόμενη μορφή τους σταθερή και αμετακίνητη, ενώ οι απαίδευτοι στρατηγοί και ηγεμόνες συχνά τρικλοποδίζονται και ανατρέπονται εξαιτίας της έμφυτης ανοησίας τους. Γιατί έστησαν την υψηλόφρονη εξουσία τους σε βάθρο μη αλφαδιασμένο που δεν μπορεί να στέκει όρθιο.

Επιπλέον, όπως ακριβώς το αλφάδι του κτίστη πρώτα κατασκευάζεται ευθύ και αλύγιστο και μετά χρησιμοποιείται για να διορθώσει την ευθυγράμμιση σε οτιδήποτε άλλο μέσω προσαρμογών και συγκρίσεων σε σχέση με αυτό, κατά τον ίδιο ακριβώς τρόπο όσοι κυβερνούν πρέπει πρώτα να κατακτήσουν τη διακυβέρνηση του εαυτού τους, να ευθυγραμμίσουν τις ψυχές τους, και στη συνέχεια θα πρέπει να συνταιριάξουν τους υπηκόους τους με τον εαυτό τους.

Γιατί όποιος παραπατά και πέφτει δεν μπορεί να κρατήσει όρθιο κάποιον άλλο ούτε μπορεί ο αγράμματος να διδάξει ούτε ο άτακτος να δημιουργήσει ευταξία ούτε ο ανοργάνωτος να οργανώσει ούτε ο ακυβέρνητος να κυβερνήσει. Αλλά οι περισσότεροι ηγέτες το παρερμηνεύουν αυτό, σκεπτόμενοι, αντίθετα, ότι το μεγαλύτερο όφελος που αποκομίζουν ως κυβερνήτες είναι ότι δεν κυβερνά αυτούς κάποιος άλλος. Δείτε, για παράδειγμα, τον βασιλιά των Περσών: πίστευε ότι όλοι είναι σκλάβοι του εκτός της συζύγου του, της οποίας όφειλε πρωτίστως να είναι ο αφέντης.

Διδάξτε με αγάπη και όχι με υπακοή που βασίζεται στο φόβο και τους περιορισμούς

Σε αντίθεση με ό,τι πιστεύουν οι περισσότεροι άνθρωποι, η αυστηρή διαπαιδαγώγηση δεν εγγυάται την επιτυχία στην ανατροφή των παιδιών. Η υπακοή που προέρχεται από τις φωνές και τους σκληρούς κανόνες οδηγεί στο φόβο και την ανασφάλεια.

Στην πραγματικότητα, είναι περίεργο το πώς μπορούμε να συνδέουμε στη γλώσσα μας «το υπάκουο και πειθήνιο παιδί» με κάτι το οποίο επιθυμούν και ελπίζουν οι περισσότερες οικογένειες.

Μερικές φορές όμως υπάρχει χαμηλή αυτοεκτίμηση και δυστυχία πίσω από αυτό το πειθήνιο παιδί. Είναι ένα παιδί που έχει συναντήσει τόσους τοίχους γύρω του και αντιλαμβάνεται ότι η ζωή δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια φυλακή.

Εκτός αυτού, το μυαλό του δεν έχει τη δυνατότητα να αναλαμβάνει πρωτοβουλίες καθώς περιμένει από τους άλλους ανθρώπους να του λένε συνεχώς τι μπορεί να κάνει και τι όχι.

Ευτυχισμένο παιδί είναι εκείνο που ανακαλύπτει, παίζει, γελάει και επικοινωνεί. Αυτό συμβαίνει επειδή ο φόβος και η αυστηρότητα κόβουν τα φτερά της ανάπτυξης και της αυτοπεποίθησής τους.

Επομένως, όταν επιλέγετε τι είδος γονέας θα θέλετε να είστε για τα παιδιά σας, θα πρέπει να επιλέξετε εκείνο που θα τους επιτρέπει να αναπτυχθούν με ακεραιότητα. Το είδος που θα τα βοηθήσει να ζήσουν με σεβασμό προς τον κόσμο και θα έχουν την ικανότητα να είναι ευτυχισμένα αλλά και να προσφέρουν ευτυχία στους άλλους.

Παρακάτω, θα σας δώσουμε μερικές απλές κατευθυντήριες γραμμές για να εξετάσετε.

Περιορισμοί στην εκπαίδευση

Όλοι θέλουν να έχουν ένα παιδί που τους ακούει, τους ικανοποιεί και τηρεί τα πρότυπα που του έχουν θέσει.

Αν και αληθεύει το γεγονός ότι είναι κάτι επιθυμητό, μην ξεχνάτε ότι η συγκεκριμένη συμπεριφορά θα πρέπει να βρίσκεται σε αρμονία με τις υπόλοιπες.

Η υπακοή στους κανόνες θα πρέπει να συμβαδίζει με την κατανόησή τους.

  • Τα παιδιά πρέπει να κατανοήσουν τι οφείλουν να κάνουν κάθε στιγμή και γιατί υπάρχουν οι κανόνες.
  • Κάνω ό,τι μου λέει η μαμά μου επειδή εκείνη θέλει το καλύτερο για μένα. Τακτοποιώ τα παιχνίδια μου κάθε βράδυ επειδή πρέπει να διατηρώ το δωμάτιό μου καθαρό. Από σεβασμό πρέπει να παραμένω σιωπηλός όταν μιλούν οι άλλοι και να τους ακούω.

Τα παιδιά δεν πρέπει να υπακούν κανόνες επειδή φοβούνται ή επειδή φοβούνται την τιμωρία. Η συμπεριφορική ψυχολογία δεν λειτουργεί πάντα στον τομέα της εκπαίδευσης.

Όταν το παιδί σας έχει συνηθίσει τις φωνές ή κάποιο άλλο είδος επίπληξης κάθε φορά που κάνει ένα λάθος ή δεν συμπεριφέρεται σωστά, θα αναπτύξει συναισθήματα φόβου και θυμού απέναντί σας, απέναντι στους γονείς του.

Αμέσως μετά, θα το αναλύσουμε με περισσότερες λεπτομέρειες.

Η εκπαίδευση που βασίζεται στο φόβο δημιουργεί δυστυχία

Η ηλικία των παιδιών της πρώιμης παιδικής ηλικίας είναι από ενός μηνών έως και επτά ετών.

Οτιδήποτε συμβαίνει σε αυτή την περίοδο είναι το κλειδί για τη μελλοντική ανάπτυξή του.

  • Κάθε γονέας θέλει το παιδί του να τον υπακούει όποτε του ζητάει να κάνει κάτι.
  • Αυτό βοηθά το παιδί να ενσωματώνεται στη δυναμική της οικογένειας ενώ παράλληλα το διατηρεί ασφαλές.

Παρόλα αυτά, τα παιδιά πάντα θέλουν να υπερβαίνουν τα όρια για να αποδείξουν στον εαυτό τους ότι μπορούν, όπως κι εμείς οι ίδιοι.

  • Αν κάθε φορά που υπερβαίνουν αυτά τα όρια αντιμετωπίζονται με σοβαρή τιμωρία, φωνές ή επίπληξη τότε το παιδί μπορεί να αντιδράσει με δυο τρόπους.
  • Θα θρέψει το θυμό του, προσπαθώντας να σας προκαλέσει ακόμη περισσότερο ή θα κλειστεί περισσότερο στον εαυτό του.
  • Τα παιδιά δεν πρέπει να περνούν την πρώιμη παιδική τους ηλικία με καθημερινό φόβο.
  • Ο φόβος φθείρει την αυτοεκτίμησή τους και προκαλεί αδικαιολόγητη πίεση στον υπό ανάπτυξη εγκέφαλό τους.
  • Όταν η ανατροφή του παιδιού βασίζεται στην τιμωρία, το παιδί επικεντρώνεται μόνο στην εξωτερική αναγνώριση. Μπορεί να δημιουργήσετε ένα αναποφάσιστο άτομο που δεν έχει αυτοπεποίθηση.

Όσα παιδιά ανακαλύπτουν τον κόσμο μέσα από το φόβο λόγω της οικογένειάς τους, μεγαλώνουν με δυστυχία.

«Αν οι άνθρωποι που με αγαπούν περισσότερο με κάνουν να φοβάμαι τότε θα πρέπει να προστατεύω τον εαυτό μου σε αυτό τον κόσμο.»

Διδάξτε με αγάπη και σεβασμό

  • Διδασκαλία με σεβασμό σημαίνει να λέτε στο παιδί σας τι πρέπει να κάνει κάθε στιγμή. Παράλληλα, σημαίνει να το ενθαρρύνετε να είναι ο εαυτός του, ελεύθερο να ανακαλύπτει τον κόσμο στο πλευρό σας με ασφάλεια.
  • Όταν διδάσκετε με αγάπη, σημαίνει ότι δεν χρειάζεται να φωνάζετε και οι διαφωνίες μπορούν να επιλύονται με έναν ήρεμο και καθαρό τόνο της φωνής σας.
  • Αν θέλετε να διδάξετε στα παιδιά σας με αγάπη πώς να είναι υπάκουα, θα πρέπει κι εσείς να τα ακούσετε. Δώστε προσοχή στις σκέψεις τους και βάσει αυτών μπορείτε να κάνετε προτάσεις, διευκρινίσεις και να προσθέσετε την καθοδήγηση.
  • Μην προσπαθείτε να κάνετε τα παιδιά σας τέλεια. Ο στόχος σας είναι να μεγαλώσετε ευτυχισμένα παιδιά που γνωρίζουν τους κανόνες της οικογένειας και της κοινωνίας.
  • Για να διδάξετε το παιδί σας θα πρέπει να του δώσετε την ελευθερία να μιλάει. Αν επικεντρωθείτε στην τιμωρία και την επίπληξη και τους τονίζετε μόνο τα λάθη τους τότε θα μεγαλώσουν χωρίς να μπορούν να διεκδικήσουν τον εαυτό τους.
  • Αντί να είστε σκληροί μαζί τους όταν δεν συμπεριφέρονται σωστά, εξηγήστε τους τι έχουν κάνει λάθος και πώς μπορούν να το κάνουν καλύτερα.
  • Να θυμάστε ότι δεν είναι καλό να έχετε πολλές απαιτήσεις. Δεν θέλετε να δημιουργήσετε ένα παιδί υποχωρητικό και σιωπηλό.

Επικεντρωθείτε στα φυσικά ταλέντα του παιδιού σας, ώστε να αισθάνεται σιγουριά όταν θα έρθει η ώρα να αγωνιστεί για όσα το κάνουν ευτυχισμένο.

Μάθετε να «συνδέεστε» με το παιδί σας αντί να το τιμωρείτε. Αν κατανοήσετε τις ανάγκες του, θα μπορέσετε να το βοηθήσετε να αναπτύσσεται μέρα με τη μέρα.

Το μεγαλύτερο ψέμα είναι αυτό που λες στον εαυτό σου

Δεν υπάρχει μεγαλύτερο ψέμα από το να προσπαθείς να πείσεις τον εαυτό σου ότι είσαι καλά.

Αυτό έκανα, για πολλά χρόνια. Έπειθα συνεχώς τον εαυτό μου, με ψευδαισθήσεις.

Η καρδιά και η διαίσθησή μου, μου έλεγαν: “νομίζω ότι έχουμε πρόβλημα”, ωστόσο, το μόνο που έκανα ήταν να τους κλείνω την πόρτα.

Νόμιζα ότι αν άφηνα μόνο το μυαλό μου σε πλήρη λειτουργία, θα τα κατάφερνα.

Μα, όλο αυτό, μου απορροφούσε κάθε είδους ενέργεια που μου είχε απομείνει. Αρνιόμουν να δεχτώ την αποτυχία. Όσο κι αν η καρδιά μου το ήξερε, εγώ τη φίμωνα.

Όμως, η πραγματική ζωή είναι όταν αντιμετωπίζεις το πρόβλημα. Όταν είσαι έτοιμος να δεχθείς την κάθε συνέπεια ή το όποιο αποτέλεσμα. Το να φιμώνεις, λοιπόν, ό,τι δε θες να δεις, είναι σαν να βάζεις ένα τσιρότο στην πληγή σου και να την καπακώνεις, χωρίς να την έχεις καθαρίσει. Αυτό είναι το λάθος κομμάτι. Το σωστό είναι να ρίξεις οινόπνευμα στην πληγή σου, κι ας πονέσεις! Αλλά μετά τον πόνο σου, το κομμάτι θα είναι καθαρό.

Έτσι και με την καρδιά σου. Μόνο όταν δεις τις πληγές σου κατάματα, χωρίς χρήση τσιρότου, θα καταλάβεις τι συμβαίνει πραγματικά.

Κι αυτό που συμβαίνει τότε, είναι ότι πασχίζεις να κρατήσεις ζωντανό, με νύχια και με δόντια, κάτι που είναι ήδη χρόνια νεκρό. Πως σε αυτό το πεδίο της μάχης, είσαι λαβωμένος και μόνος σου, ενώ ο αντίπαλός σου, έχει κερδίσει τη μάχη κι έχει αποχωρήσει προ πολλού.

Εκεί, συνειδητοποιείς ότι είναι πολύ σκληρό να μάχεσαι για κάποιον που δεν σε αγαπά αρκετά για να παλέψει μαζί σου.

Εκεί είναι που γυρίζει το διακοπτάκι του μυαλού. Έτσι γύρισε και σε μένα. Αποφάσισα να αποτελειώσω το μισογκρεμισμένο πύργο μου και να μην είμαι πιόνι κανενός στη σκακιέρα αυτή.

Κατάλαβα ότι έλεγα ψέματα σε αυτόν που δεν πρέπει ποτέ να λέω.

Στον εαυτό μου.

Και ακριβώς επειδή δεν αισθανόμαστε πως είμαστε άρρωστοι, η γιατρειά μας καθίσταται ακόμα πιο δύσκολη

Ας προσθέσουμε μιαν ακόμα ιστορία, την οποία ο Σενέκας διηγείται σε ένα γράμμα του.

“Ξέρεις”, λέει, γράφοντας στον Λουκίλιο, “πως η Αρπάστη, η παλαβή δούλα της γυναίκας μου, έμεινε στο σπίτι μου σαν κληρονομικό βάρος· γιατί, από το χαρακτήρα μου, είμαι εχθρός αυτών των τεράτων και αν έχω διάθεση να γελάσω με κάποιον χαζό, δεν μου χρειάζεται να τον ψάξω αρκετά μακριά: γελάω με τον ίδιο μου τον εαυτό. Αυτή η χαζή έχασε ξαφνικά το φως της.

Σου διηγούμαι πράγμα περίεργο αλλά αληθινό: δεν αισθάνεται διόλου πως είναι τυφλή και πιέζει αδιάκοπα τον επιστάτη να την πάρει έξω, γιατί λέει πως το σπίτι μου είναι σκοτεινό.

Εκείνο που περιγελάμε σε αυτή τη γυναίκα, σε παρακαλώ να πιστέψεις πως συμβαίνει στον καθένα μας· κανείς δεν γνωρίζει πως είναι φιλάργυρος ή πως ορέγεται ξένα πράγματα.

Οι τυφλοί τουλάχιστον ζητούν έναν οδηγό. Εμείς ξεφεύγουμε από τον ίσιο δρόμο με τη δική μας συγκατάθεση. Δεν είμαι φιλόδοξος, λέμε, αλλά στη Ρώμη δεν μπορεί να ζήσει κανείς διαφορετικά· δεν είμαι σκορποχέρης, αλλά η πόλη απαιτεί μεγάλα έξοδα· δεν είναι λάθος μου να είμαι χολερικός ή φταίει η νιότη αν ακόμα δεν έχω φέρει σε λογαριασμό κάποιον οριστικό τρόπο ζωής. Ας μην ψάχνουμε έξω από εμάς για την αρρώστια μας· η αρρώστια είναι μέσα μας, φυτεμένη στα σωθικά μας. Και ακριβώς επειδή δεν αισθανόμαστε πως είμαστε άρρωστοι, η γιατρειά μας καθίσταται ακόμα πιο δύσκολη.

Αν από νωρίς δεν αρχίσουμε να φροντίζουμε τις πληγές μας, πότε άραγε θα καταφέρουμε να γιατρέψουμε και αυτές και τα κακά που τις προκαλούν; Ωστόσο, έχουμε ένα πολύ γλυκό γιατρικό, δηλαδή τη Φιλοσοφία, που προσφέρει την πιο γλυκιά γιατρειά. Τις άλλες γιατρειές τις απολαμβάνουμε μόνο όταν έχουν κάμει τη δουλειά τους· ετούτη μας προσφέρει χαρά μεμιάς”.

Η τύχη πάντα μες στις ατυχίες αφήνει μια πόρτα ανοιχτή, για να τους δίνει τη λύση

Ο Σαλβαδόρ δελ Πόθο γεννήθηκε το 1968 στη Μαδρίτη από Ισπανό πατέρα και Ελληνίδα μητέρα. Η απώλεια της όρασής του σε νηπιακή ηλικία τον έκανε να προσκολληθεί στη μητέρα του, η οποία, αφιερώνοντάς του όλο τον χρόνο της, του έμαθε ελληνικά και —φιλόλογος ούσα- του ενέπνευσε αγάπη τόσο για την ελληνική, όσο και για την ισπανική λογοτεχνία, μια αγάπη που λειτούργησε και εξακολουθεί να λειτουργεί παρηγορητικά και υποστηρικτικά για εκείνον. Σήμερα, θέλοντας αφενός να τιμήσει τη μνήμη της μητέρας του και αφετέρου να παρακινήσει ανθρώπους που δοκιμάζονται να αναζητήσουν ζωτικά στηρίγματα στη λογοτεχνία, γράφει στην ελληνική γλώσσα βιβλία εμπνευσμένα από έργα Ισπανών ποιητών και πεζογράφων, τα οποία διανθίζει με ελληνικά κείμενα, βασιζόμενος περισσότερο στην ακουστική του μνήμη.

«Πολύ σοφή κουβέντα, Σάλβο μου, είναι αυτή που λέει ο δον Κιχώτης στον Σάντσο. Να τη θυμάσαι πάντα!» μου είπε σ’ αυτό το σημείο η μητέρα μου με τον ενθουσιασμό του ερευνητή μπροστά σε μια τυχαία ανακάλυψη.

«Μαμά, μιλάς σε μένα για ατυχίες;» τη διέκοψα και συνέχισα με παράπονο: «Στη δική μου ατυχία, ποια πόρτα έχει μείνει ανοιχτή για τη λύση της; Μου λες εσύ που τα ξέρεις όλα;».

Δεν πρόλαβα να αισθανθώ ηλεκτρισμό στην ατμόσφαιρα- η μητέρα μου, ίσως λόγω των παιδαγωγικών σπουδών της, συγκράτησε την ψυχραιμία της κι άρχισε να μου εξηγεί με επισημότητα αλλά και με όλη την τρυφερότητα του κόσμου.

«Δεν τα ξέρω όλα. Κανένας δεν τα ξέρει όλα. Και η ατυχία σου να χάσεις ξαφνικά την όρασή σου είναι τόσο μεγάλη που δεν μπορεί να μετρηθεί. Aλλά, όσο μεγάλη και να είναι η ατυχία, η ζωή πάντα είναι μεγαλύτερη».

«Μέσα σ’ αυτό το σκοτάδι; Να βλέπω τον ήλιο μόνο στα όνειρά μου, που μου γίνονται εφιάλτες από τον πόνο; Καλύτερα να μην είχα προλάβει να τον δω, καλύτερα να είχα γεννηθεί τυφλός, να μην ήξερα το φως τι σημαίνει».

«Σάλβο μου, νομίζεις ότι όλοι όσοι έχουν την όρασή τους ξέρουν και τι σημαίνει φως; Στο μυαλό και στην ψυχή πολλών ανθρώπων κατοικεί μόνο το σκοτάδι και, το χειρότερο, δεν ξέρουν πώς να το διώξουν».

«Μαμά, μήπως αμπελοφιλοσοφείς;» τη διέκοψα.

«Όχι, γιε μου. Ακούς πόσος φανατισμός, πόση βία και μισαλλοδοξία επικρατούν στον κόσμο. Και ξέρεις τι τα γεννάει όλα αυτά τα κακά συναισθήματα; Το σκοτάδι του μυαλού και της ψυχής!»
«Έχεις δίκιο» Θυμάμαι ότι ψέλλισα.

«Ας πάμε όμως και σ’ έναν άλλο συλλογισμό: Η τυφλότητα για τους αρχαίους Έλληνες ήταν ιερή -γι’ αυτό και οι μάντεις ήταν τυφλοί, ενώ η τύφλωση είχε την έννοια της τιμωρίας. Βασικά παραδείγματα η αυτοτύφλωση του Οιδίποδα και η τύφλωση από τον Οδυσσέα του Κύκλωπα Πολύφημου. Στους χριστιανικούς χρόνους η τύφλωση χρησιμοποιήθηκε ως βασανιστήριο» .

«Κι όλα αυτά γιατί μου τα λες;» τη ρώτησα με απορία.

«Για να σκεφτείς με τι θα ταυτίσεις την ατυχία σου: Με την τυφλότητα ή με την τύφλωση; Με την ιερότητα ή με την τιμωρία;»

«Μα…»

«Σου μιλάω σκληρά, το ξέρω, αλλά, ως μητέρα σου, οφείλω να σε βοηθήσω να ενδυναμώσεις τον νου και, κατά συνέπεια, τον χαρακτήρα σου. Λοιπόν;»

«Δεν ξέρω…»

«Τι προτιμάς; Να κάνεις αυτή σου την αδυναμία δύναμή σου, να πάρεις τη μοίρα σου στα χέρια σου και να τραβήξεις μπροστά ή να τη δεχτείς μοιρολατρικά και να μείνεις πίσω τιμωρώντας τον εαυτό σου και καταδικάζοντάς τον;»

«Το πρώτο θέλω, σίγουρα, όμως πώς θα το καταφέρω;» της απάντησα σαν να μη μιλούσα εγώ αλλά μια άλλη φωνή από μέσα μου, κι ένιωσα μια ζεστή αύρα να με τυλίγει: Η μαμά μου μου κρατούσε τα χέρια και τα φιλούσε υγραίνοντάς τα με τα δάκρυα της χαράς της για την επιλογή μου. Κι έπειτα από λίγο μού πρότεινε: «Με το να γίνεις συγγραφέας, για παράδειγμα!».

«Μα δεν πρόλαβα να μάθω να γράφω…» αντέτεινα.

«Αυτό δεν είναι εμπόδιο» προέβαλε εκείνη και, μπρος στη σιγουριά της, άρχισα να την ακούω με περισσότερο θάρρος και προσοχή. «Μπορείς να υπαγορεύεις τα κείμενά σου σε κάποιον, όπως συνήθιζαν οι παλιοί συγγραφείς, ή να τα μαγνητοφωνείς και μια δακτυλογράφος να κάνει την απομαγνητοφώνηση. Αρκεί να ξεκλειδώσεις τα πέλαγα της φαντασίας σου, να ελευθερώσεις τα κύματα των ιδεών σου… Μα, για μια στιγμή! Λυτό με το ξεκλείδωμα των πελαγών από κάπου το έχω πάρει… Ναι! Από ένα διήγημα του Μπόρχες, του Αργεντινού που η απώλεια της όρασής του δεν τον εμπόδισε να εξελιχθεί σε μέγιστο συγγραφέα παγκόσμιας εμβέλειας».

«Μου λες δηλαδή να τα βλέπω όλα με άλλα μάτια. Άλλα μάτια;… μάτια του άλλου;… μάτια της πούλιας!

Πόσο πολύ σε αγάπησα εγώ μονάχα το ξέρω

Εγώ που κάποτε σ’ άγγιξα με τα μάτια της πούλιας…»

«Αχ, μπράβο! Γιατί κι ο Έρωτας είναι τυφλός!»

Η ζωή είναι εύθραυστη και μπορεί εύκολα να διαταραχθεί

Η ζωή είναι εύθραυστη και μπορεί εύκολα να διαταραχθεί.

Ασήμαντες μικροενοχλήσεις, μάταιες μερικές φορές, αλλά πάντοτε ενοχλητικές.

Οι πιο μικρές και ασήμαντες είναι και οι πιο έντονες· και όπως τα μικρά γράμματα ενοχλούν και κουράζουν περισσότερο τα μάτια, το ίδιο μας ενοχλούν οι μικροϋποθέσεις.

Πολλά μικρά προβλήματα κάνουν περισσότερο κακό από ένα, όσο μεγάλο κι αν είναι.

Όσο πιο πολλά και ασήμαντα είναι τα προβλήματα του σπιτιού, τόσο πιο έντονα και απροειδοποίητα μας πλήττουν, πιάνοντάς μας εύκολα στον ύπνο.

Δεν είμαι φιλόσοφος, οι δυστυχίες με βαραίνουν ανάλογα με τη σοβαρότητά τους· και η σοβαρότητά τους εξαρτάται εξίσου από τη μορφή και την ουσία τους. Έχω μεγαλύτερη εμπειρία από τους κοινούς ανθρώπους· γι’ αυτό έχω και περισσότερη υπομονή.

Τελικά, αν δεν με πληγώνουν, με ενοχλούν.

Η ζωή είναι εύθραυστη και μπορεί εύκολα να διαταραχθεί.

Από τη στιγμή που έχω στραφεί προς τη θλίψη (“ πράγματι κανείς δεν αντιστέκεται στις επιθυμίες του, όταν έχει υποχωρήσει στην πρώτη παρόρμηση” ΣΕΝΕΚΑΣ), όσο βλακώδης κι αν είναι η αιτία που με οδήγησε εκεί, καθοδηγώ τη διάθεσή μου προς αυτή τη κατεύθυνση, κι εκείνη πλέον συντηρείται και ενισχύεται από μόνη της, προσελκύοντας και συσσωρεύοντας το ένα ζήτημα πάνω στο άλλο για να επιδεινώνεται.

“Το νερό που στάλα στάλα τρώει το βράχο” (ΛΟΥΚΡΗΤΙΟΣ)

Αυτές οι συνηθισμένες σταλαγματιές με κατατρώνε. Οι συνηθισμένες αντιξοότητες δεν είναι ποτέ χωρίς σημασία. Είναι συνεχείς και ανεπανόρθωτες, κυρίως όταν δημιουργούνται από λεπτομέρειες της διαχείρισης του οίκου, που εμφανίζονται συνεχώς και είναι αναπόφευκτες.

Όταν εξετάζω τις υποθέσεις μου από κάποια απόσταση και συνολικά, βρίσκω, ίσως γιατί δεν τις θυμάμαι με ακρίβεια, ότι μέχρι τώρα έχουν προοδεύσει πέρα από τις προσδοκίες μου και τους υπολογισμούς μου. Μου φαίνεται ότι έχω περισσότερο κέρδος από αυτό που πραγματικά υπάρχει· η επιτυχία τους με ξεγελάει.

Όταν όμως βρίσκομαι μέσα στο πρόβλημα και παρακολουθώ την εξέλιξη όλων των λεπτομερειών,
“Τότε η ψυχή μας μοιράζεται σε χίλιες έγνοιες” (ΒΙΡΓΙΛΙΟΣ)

χίλια πράγματα με κάνουν και να επιθυμώ και να φοβάμαι. Να τα εγκαταλείψω εντελώς μου είναι πολύ εύκολο, να ασχοληθώ με αυτά χωρίς να στεναχωρηθώ, πολύ δύσκολο.

Είναι κρίμα να βρίσκεσαι κάπου όπου εμπλέκεσαι σε ό,τι βλέπεις και το καθετί σε αφορά. Και μου φαίνεται ότι απολαμβάνω με μεγαλύτερη ευχαρίστηση τις χαρές ενός ξένου σπιτιού και τις γεύομαι πιο ξένοιαστα. Ο Διογένης απάντησε, σύμφωνα με τη δική μου άποψη, σε εκείνον που τον ρώτησε ποιο κρασί έβρισκε καλύτερο: “το ξένο”, είπε.

Γιατί όσον αφορά την ιδιαίτερη κλίση μου, ούτε η ευχαρίστηση να κτίζεις, που λένε ότι είναι τόσο ελκυστική, ούτε το κυνήγι, ούτε η κηπουρική, ούτε οι άλλες χαρές κάποιου που έχει αποσυρθεί από τη ζωή, μπορούν να με διασκεδάσουν. Είναι κάτι για το οποίο κακίζω τον εαυτό μου, όπως και για όλες τις άλλες απόψεις που δεν με βολεύουν. Δεν με ενδιαφέρει τόσο να είναι οι απόψεις υγιείς και σοφές, όσο να είναι εύκολες και βολικές για την ζωή, είναι αρκετά αληθινές και υγιείς αν είναι χρήσιμες και ευχάριστες.

Με πεθαίνουν αυτοί που, ακούγοντάς με να διαλαλώ την ανεπάρκειά μου στα θέματα διαχείρισης του σπιτιού, έρχονται και μου ψιθυρίζουν συνεχώς στα αυτιά ότι το κάνω από περιφρόνηση και ότι παραμελώ να μάθω τα εργαλεία του οργώματος, τις εποχές του, τη σειρά του, πως γίνονται τα κρασιά μου, πως γίνεται το μπόλιασμα, το όνομα και το σχήμα των φυτών και των καρπών και πως παρασκευάζονται τα τρόφιμα από τα οποία ζω, το όνομα και την τιμή των υφασμάτων με τα οποία ντύνομαι, γιατί η ψυχή μου ασχολείται με κάποια ανώτερη γνώση.

Αυτό είναι ανοησία και μάλλον βλακεία.

Θα προτιμούσα να ήμουν καλός ιπποκόμος παρά ειδικός της Λογικής.

“Γιατί να μην ασχοληθείς με κάτι χρήσιμο,
να πλέκεις καλάθια με λυγαριά ή με ευέλικτα σχοινιά” (ΒΙΡΓΙΛΙΟΣ)

Φορτώνουμε τη σκέψη μας με γενικότητες και με τις αιτίες και τη συμπεριφορά του σύμπαντος, που και χωρίς εμάς λειτουργεί πολύ καλά, και αφήνουμε πίσω τις υποθέσεις μας και τον Μισέλ, κάτι που μας αφορά πιο άμεσα κι από τον άνθρωπο γενικά.

Κι όμως, μένω στο σπίτι μου συνήθως, τον περισσότερο καιρό, αλλά θα ήθελα να μου αρέσει περισσότερο εκεί παρά αλλού.

” Ας ήταν να ζήσω εκεί τα γερατειά μου, να τελείωνε εκεί η κούραση
τόσων ταξιδιών σε θάλασσα και σε στεριά και εκείνη
της στρατιωτικής ζωής” (ΟΡΑΤΙΟΣ)

Δεν ξέρω αν θα τα καταφέρω μέχρι το τέλος.

Θα ήθελα ο πατέρας μου, αντί για κάποιο άλλο μέρος της κληρονομιάς του, να μου είχε κληροδοτήσει αυτή την παθιασμένη αγάπη που είχε στα γεράματά του για την διαχείριση του οίκου του. Ήταν πολύ ευτυχής που μπορούσε να προσαρμόζει τις επιθυμίες του στα μέτρα της οικονομικής του δυνατότητας και να ευχαριστιέται με όσα είχε. Η πολιτική φιλοσοφία μπορεί κάλλιστα να κατηγορήσει τη μετριότητα και τη στειρότητα της ασχολίας μου, ποσώς με ενδιαφέρει, αρκεί μια φορά να το απολαύσω, όπως εκείνος.

Είμαι της άποψης ότι η πιο αξιοπρεπής ασχολία είναι να υπηρετείς τα κοινά και να είσαι χρήσιμος σε πολλούς.

Τους καρπούς της διάνοιας, της αρετής και κάθε χαρίσματος, τους απολαμβάνουμε καλύτερα όταν τους μοιραζόμαστε με τον συνάνθρωπό μας.

Όσον αφορά εμένα, το αποφεύγω, εν μέρει λόγω συνείδησης (γιατί, όπως το βλέπω το βάρος παρόμοιων ασχολιών, βλέπω επίσης και πόσο λίγα μέσα διαθέτω για να ανταποκριθώ· ο Πλάτωνας, αν και αρχιμάστορας σε κάθε θέμα πολιτικής διακυβέρνησης, το απέφευγε συνεχώς), εν μέρει λόγω τεμπελιάς.

Αρκούμαι στο να χαίρομαι τον κόσμο χωρίς να εμπλέκομαι στα κοινά με ζήλο, να ζω μια ζωή απλά αποδεκτή, που να μην βαραίνει ούτε εμένα ούτε άλλον.

Αρχαίο ελληνικό κράτος: θεμελιώδεις αρχές

Αρχαίο ελληνικό κράτος: η αυτοκυβερνώμενη πολιτεία

§1

Σε επίπεδο πολιτικής το αντίστοιχο του φιλοσοφικού Ενός της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας είναι το πολιτικό Εν: η πόλις. Η ελληνική πόλις είναι η πιο ισχυρή πολιτική μονάδα, η οποία περιέχει ως μέλη της τα λεγόμενα πολιτικά ζώα, δηλαδή τα αεί κινούμενα ανθρώπινα όντα, που εννοούν να αντλούν το νόημα του Είναι τους από την οργανωμένη ζωή της πόλεως. Σε τι συνίσταται ετούτη η οργανωμένη ζωή; Στο θεμελιακό γεγονός ότι η αρχαία ελληνική πόλις αποτελεί την έδρα όλων των κοινωνικών τάξεων και στρωμάτων και ως εκ τούτου πρέπει να φροντίζει για τη συνδυαστική λειτουργία τους. Με δεδομένο ότι οι εν λόγω τάξεις και στρώματα από τη μια πλευρά περιλαμβάνουν τεχνίτες και εμπόρους, από την άλλη ευγενείς γαιοκτήμονες, ο πολιτικός πολιτισμός, ήτοι ο πολιτικός χαρακτήρας της πόλεως, είναι τόσο αστικός [:σχετίζεται με τον πολίτη του άστεως], όσο και αγροτικός [:σχετίζεται με τον χωρικό του αγρού, της υπαίθρου]. Όπως σημειώνει ο Αριστοτέλης (Πολιτικά 1319, a 4-b1), η δημοκρατία εμφανίζεται να είναι δημοκρατία των χωρικών της υπαίθρου. Σε κάθε περίπτωση ωστόσο η πόλις λειτουργούσε ως ο τόπος συνάντησης των πιο διαφορετικών επαγγελμάτων και ως η βάση για συνεννόηση μεταξύ τους.

§2

Η συνεννόηση αυτή είχε, εν πολλοίς, τον χαρακτήρα ίσης μεταχείρισης των πολιτών, στη βάση των κοινών συναντήσεων στην αγορά και στα δημόσια γυμνάσια. Χωρίς να καταργούνται δια νόμου τα προνόμια των πλουσίων, ευγενείς, φτωχοί και οποιεσδήποτε άλλες κατηγορίες πολιτών, λιγότερο ή περισσότερο μορφωμένων, διαμόρφωναν κοινές απόψεις στους προαναφερθέντες δημόσιους χώρους, αλλά και σε άλλους πιο θεσμικούς, όπως ήταν π.χ. το λαϊκό δικαστήριο της Ηλιαίας. Απ’ αυτή την άποψη, η πόλις αποκτούσε βαθμιαία τον χαρακτήρα μιας αυτοκυβερνώμενης πολιτείας, η οποία ακριβώς λόγω της αυτοκυβερνησίας της ενθάρρυνε τις κοινωνικές και πολιτικές συζητήσεις. Έτσι διαπαιδαγωγούσε, ως ένα βαθμό, τους πολίτες προς την ανοικτή, ειλικρινή –και όχι εικονική όπως σήμερα– διαβούλευση γύρω από κεντρικά θέματα της ατομικής και κοινωνικής ζωής τους, αλλά και ζητήματα της δικαιοσύνης. Μέσα από τέτοιες ανοικτές διαβουλεύσεις, συνομιλίες και δια-λογικές αντιπαραθέσεις οικοδομούνταν ισχυροί δεσμοί φιλίας, αλλά καθιδρυόταν και η απαράγραπτη αρχή της αυταξίας του ατόμου. Ετούτες οι κατακτήσεις, με τη σειρά τους, επέτρεπαν να αξιοποιείται το κάθε άτομο με βάση την ουσιαστική του αξία και όχι με κατασκευασμένα, ανελεύθερα κριτήρια, σαν αυτά, με τα οποία κάποιοι άξεστοι και μισθοφόροι πολιτικοί του σήμερα επιχειρούν να εξοντώσουν την πλειονότητα των πολιτών.

ΠΛΑΤΩΝ: Πολιτεία (503e-505b)

[503e] Βασανιστέον δὴ ἔν τε οἷς τότε ἐλέγομεν πόνοις τε καὶ φόβοις καὶ ἡδοναῖς, καὶ ἔτι δὴ ὃ τότε παρεῖμεν νῦν λέγομεν, ὅτι καὶ ἐν μαθήμασι πολλοῖς γυμνάζειν δεῖ, σκοποῦντας εἰ καὶ τὰ μέγιστα μαθήματα δυνατὴ ἔσται ἐνεγκεῖν εἴτε καὶ [504a] ἀποδειλιάσει, ὥσπερ οἱ ἐν τοῖς ἄλλοις ἀποδειλιῶντες.Πρέπει γέ τοι δή, ἔφη, οὕτω σκοπεῖν. ἀλλὰ ποῖα δὴ λέγεις μαθήματα μέγιστα;
Μνημονεύεις μέν που, ἦν δ᾽ ἐγώ, ὅτι τριττὰ εἴδη ψυχῆς διαστησάμενοι συνεβιβάζομεν δικαιοσύνης τε πέρι καὶ σωφροσύνης καὶ ἀνδρείας καὶ σοφίας ὃ ἕκαστον εἴη.
Μὴ γὰρ μνημονεύων, ἔφη, τὰ λοιπὰ ἂν εἴην δίκαιος μὴ ἀκούειν.
Ἦ καὶ τὸ προρρηθὲν αὐτῶν;
Τὸ ποῖον δή;
[504b] Ἐλέγομέν που ὅτι ὡς μὲν δυνατὸν ἦν κάλλιστα αὐτὰ κατιδεῖν ἄλλη μακροτέρα εἴη περίοδος, ἣν περιελθόντι καταφανῆ γίγνοιτο, τῶν μέντοι ἔμπροσθεν προειρημένων ἑπομένας ἀποδείξεις οἷόν τ᾽ εἴη προσάψαι. καὶ ὑμεῖς ἐξαρκεῖν ἔφατε, καὶ οὕτω δὴ ἐρρήθη τὰ τότε τῆς μὲν ἀκριβείας, ὡς ἐμοὶ ἐφαίνετο, ἐλλιπῆ, εἰ δὲ ὑμῖν ἀρεσκόντως, ὑμεῖς ἂν τοῦτο εἴποιτε.
Ἀλλ᾽ ἔμοιγε, ἔφη, μετρίως· ἐφαίνετο μὴν καὶ τοῖς ἄλλοις.
[504c] Ἀλλ᾽, ὦ φίλε, ἦν δ᾽ ἐγώ, μέτρον τῶν τοιούτων ἀπολεῖπον καὶ ὁτιοῦν τοῦ ὄντος οὐ πάνυ μετρίως γίγνεται· ἀτελὲς γὰρ οὐδὲν οὐδενὸς μέτρον. δοκεῖ δ᾽ ἐνίοτέ τισιν ἱκανῶς ἤδη ἔχειν καὶ οὐδὲν δεῖν περαιτέρω ζητεῖν.
Καὶ μάλ᾽, ἔφη, συχνοὶ πάσχουσιν αὐτὸ διὰ ῥᾳθυμίαν.
Τούτου δέ γε, ἦν δ᾽ ἐγώ, τοῦ παθήματος ἥκιστα προσδεῖ φύλακι πόλεώς τε καὶ νόμων.
Εἰκός, ἦ δ᾽ ὅς.
Τὴν μακροτέραν τοίνυν, ὦ ἑταῖρε, ἔφην, περιιτέον τῷ [504d] τοιούτῳ, καὶ οὐχ ἧττον μανθάνοντι πονητέον ἢ γυμναζομένῳ· ἤ, ὃ νυνδὴ ἐλέγομεν, τοῦ μεγίστου τε καὶ μάλιστα προσήκοντος μαθήματος ἐπὶ τέλος οὔποτε ἥξει.
Οὐ γὰρ ταῦτα, ἔφη, μέγιστα, ἀλλ᾽ ἔτι τι μεῖζον δικαιοσύνης τε καὶ ὧν διήλθομεν;
Καὶ μεῖζον, ἦν δ᾽ ἐγώ, καὶ αὐτῶν τούτων οὐχ ὑπογραφὴν δεῖ ὥσπερ νῦν θεάσασθαι, ἀλλὰ τὴν τελεωτάτην ἀπεργασίαν μὴ παριέναι. ἢ οὐ γελοῖον ἐπὶ μὲν ἄλλοις σμικροῦ ἀξίοις [504e] πᾶν ποιεῖν συντεινομένους ὅπως ὅτι ἀκριβέστατα καὶ καθαρώτατα ἕξει, τῶν δὲ μεγίστων μὴ μεγίστας ἀξιοῦν εἶναι καὶ τὰς ἀκριβείας;
Καὶ μάλα, ἔφη, [ἄξιον τὸ διανόημα]· ὃ μέντοι μέγιστον μάθημα καὶ περὶ ὅτι αὐτὸ λέγεις, οἴει τιν᾽ ἄν σε, ἔφη, ἀφεῖναι μὴ ἐρωτήσαντα τί ἐστιν;
Οὐ πάνυ, ἦν δ᾽ ἐγώ, ἀλλὰ καὶ σὺ ἐρώτα. πάντως αὐτὸ οὐκ ὀλιγάκις ἀκήκοας, νῦν δὲ ἢ οὐκ ἐννοεῖς ἢ αὖ διανοῇ [505a] ἐμοὶ πράγματα παρέχειν ἀντιλαμβανόμενος. οἶμαι δὲ τοῦτο μᾶλλον· ἐπεὶ ὅτι γε ἡ τοῦ ἀγαθοῦ ἰδέα μέγιστον μάθημα, πολλάκις ἀκήκοας, ᾗ δὴ καὶ δίκαια καὶ τἆλλα προσχρησάμενα χρήσιμα καὶ ὠφέλιμα γίγνεται. καὶ νῦν σχεδὸν οἶσθ᾽ ὅτι μέλλω τοῦτο λέγειν, καὶ πρὸς τούτῳ ὅτι αὐτὴν οὐχ ἱκανῶς ἴσμεν· εἰ δὲ μὴ ἴσμεν, ἄνευ δὲ ταύτης εἰ ὅτι μάλιστα τἆλλα ἐπισταίμεθα, οἶσθ᾽ ὅτι οὐδὲν ἡμῖν ὄφελος, ὥσπερ οὐδ᾽ εἰ [505b] κεκτῄμεθά τι ἄνευ τοῦ ἀγαθοῦ. ἢ οἴει τι πλέον εἶναι πᾶσαν κτῆσιν ἐκτῆσθαι, μὴ μέντοι ἀγαθήν; ἢ πάντα τἆλλα φρονεῖν ἄνευ τοῦ ἀγαθοῦ, καλὸν δὲ καὶ ἀγαθὸν μηδὲν φρονεῖν;
Μὰ Δί᾽ οὐκ ἔγωγ᾽, ἔφη.
Ἀλλὰ μὴν καὶ τόδε γε οἶσθα, ὅτι τοῖς μὲν πολλοῖς ἡδονὴ δοκεῖ εἶναι τὸ ἀγαθόν, τοῖς δὲ κομψοτέροις φρόνησις.
Πῶς δ᾽ οὔ;
Καὶ ὅτι γε, ὦ φίλε, οἱ τοῦτο ἡγούμενοι οὐκ ἔχουσι δεῖξαι ἥτις φρόνησις, ἀλλ᾽ ἀναγκάζονται τελευτῶντες τὴν τοῦ ἀγαθοῦ φάναι.
Καὶ μάλα, ἔφη, γελοίως.

***
[503e] Πρέπει λοιπόν να τους δοκιμάζομε και στους κόπους και τους φόβους και τις ηδονές που λέγαμε τότε, αλλά εκτός απ᾽ αυτά, εκείνο που παραλείψαμε τότε να πούμε και το προσθέτομε τώρα, πρέπει ακόμα και σε πολλά μαθήματα να τους γυμνάζομε, για να δούμε αν είναι ικανό το πνεύμα τους να βαστάξει και τα μεγαλύτερα απ᾽ αυτά, είτε [504a] θα δειλιάσει, όπως κάνουν στους αγώνες όσοι δειλιάζουν κι αποτραβιούνται.
Πρέπει βέβαια να τους υποβάλομε σ᾽ αυτή τη δοκιμασία· μα ποιά λες πως είναι τα μεγαλύτερα αυτά μαθήματα;
Θα θυμάσαι βέβαια ότι, αφού διαιρέσαμε σε τρία χωριστά μέρη την ψυχή, ζητήσαμε να ορίσομε σχετικά με τη δικαιοσύνη, τη σωφροσύνη και την αντρεία, ποιά είναι της καθεμιάς η ουσία.
Αν δεν το θυμόμουν, δε θα ήμουν άξιος ν᾽ ακούω και τα επίλοιπα.
Μα θυμάσαι και τί ακόμα είχαμε πει πριν απ᾽ αυτά;
Το ποιό;
[504b] Ελέγαμε, θαρρώ, πως, για να καταλάβομε αυτά όσο μπορεί καλύτερα, υπήρχε ένας άλλος μακρύτερος δρόμος από γύρω, που θα έπρεπε να τον περάσομε όλο για να μας παρουσιαστούν ολοφάνερα, θα μπορούσαμε όμως να προσθέσομε και μερικές αποδείξεις που θα συμφωνούσαν με όσα είχαμε πει και πριν· και σεις είπατε πως κι αυτό θα ήταν αρκετό κι έτσι τα είπαμε τότε, όχι βέβαια με την ακρίβεια που κατά τη γνώμη μου εχρειάζονταν, αν όμως εσείς εμείνετε ευχαριστημένοι, εσείς είστε οι αρμόδιοι να το πείτε.
Εγώ τουλάχιστο έμεινα αρκετά, και το ίδιο μου φάνηκε και οι άλλοι.
[504c] Μα, ω φίλε μου, όταν στα τέτοια πράματα λείπει από το μέτρο τους και τρίχα ακόμα, ποτέ δεν μπορεί να θεωρηθεί ικανοποιητικό το ζύγισμα· γιατί τίποτα το λειψό δεν μπορεί να είναι μέτρο για κανένα πράγμα. Πολλοί όμως καμιά φορά φαντάζονται πως είναι αρκετό και το τόσο και δεν είναι ανάγκη να ζητούμε και το παραπέρα.
Πραγματικώς, πολλοί το παθαίνουν αυτό από οκνηρία.
Από τέτοιο όμως πάθημα καμιά ανάγκη δεν έχει ο φύλακας της πόλης και των νόμων.
Φυσικά.
Ώστε το μακρύτερο εκείνο, φίλε μου, απόγυρο πρέπει να πάρει [504d] αυτός και να κοπιάζει όχι λιγότερο για να μαθαίνει παρά για να γυμνάζει το σώμα του· ή αλλιώς, όπως και τώρα το λέγαμε, ποτέ δεν θα φτάσει στο τέλος της μεγαλύτερης εκείνης μάθησης που παρά κάθε άλλη περισσότερο του χρειάζεται.
Μα πώς; υπάρχει λοιπόν και τίποτ᾽ άλλο μεγαλύτερο από τη δικαιοσύνη και τα άλλα που περιγράψαμε;
Υπάρχει βέβαια· και αυτού μάλιστα δεν πρέπει να περιοριστούμε, όπως τώρα, να κοιτάξομε το απλό σχεδιογράφημα, αλλ᾽ απεναντίας χρειάζεται να μην παραλειφθεί η τελειότατή του επεξεργασία. Γιατί δεν θα ήταν γελοίο, για άλλα μικρά και ασήμαντα πράματα [504e] να κάνομε το παν και να βάζομε όλα τα δυνατά μας, για να τα έχομε όσο γίνεται καθαρότερα και ακριβέστερα, και για τα μεγαλύτερα να μη νομίζομε πως αξίζουν την ακόμα πιο μεγαλύτερη ακρίβεια και λεπτολογία;
Είναι πολύ σωστός ο συλλογισμός σου· νομίζεις όμως πως θα σ᾽ αφήσει κανείς να περάσεις χωρίς να σ᾽ ερωτήσει ποιό είναι αυτό το μεγαλύτερο μάθημα και σε τί λες πως αναφέρεται;
Όχι βέβαια, αλλά ρώτα και συ. Το έχεις άλλωστε ακουσμένο όχι λίγες φορές· μα τώρα ή δεν το βάζεις στο νου σου ή εννοείς [505a] να με δυσκολεύεις με νέες αντιρρήσεις σου. Κι αυτό μάλλον πιστεύω· γιατί πολλές φορές έχεις ακούσει πως το μεγαλύτερο μάθημα είναι η ιδέα του αγαθού που, όταν την πάρει για συμπλήρωσή της η δικαιοσύνη και οι άλλες αρετές, γίνονται χρήσιμες και ωφέλιμες. Και τώρα ξέρεις σχεδόν πως γι᾽ αυτή πρόκειται να μιλήσω κι εκτός απ᾽ αυτό πως δεν τη γνωρίζομε αρκετά καλά· κι αν δεν τη γνωρίζομε, κι αν χωρίς αυτή γνωρίζαμε όσο παίρνει καλύτερα όλα τ᾽ άλλα, ξέρεις πως σε τίποτα δε θα μας ωφελούσε, όπως και αν [505b] είχαμε αποκτήσει κάτι χωρίς όμως και το αγαθό. Ή νομίζεις ότι θα είχε καμιάν αξία να είχαμε τα πάντα αποκτήσει, χωρίς όμως να είναι αυτά καλά και αγαθά, ή να είχαμε όλες τις άλλες γνώσεις του κόσμου, καμιά όμως γνώση του καλού και αγαθού;
Όχι, μά τον Δία, δεν το πιστεύω.
Μα όμως γνωρίζεις βέβαια και τούτο, πως οι περισσότεροι παραδέχονται για αγαθό την ηδονή, οι πιο λεπτότεροι πάλι τη φρόνηση.
Πώς όχι;
Κι ακόμα πως οι τελευταίοι αυτοί δεν έχουν να δείξουν τίνος πράγματος φρόνηση, και αναγκάζονται στο τέλος να πουν: η φρόνηση του αγαθού.
Πολύ αστείος, μά την αλήθεια, ορισμός.