Δευτέρα 7 Σεπτεμβρίου 2020

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ - Ἱππόλυτος (1257-1281)

ΘΗ. μίσει μὲν ἀνδρὸς τοῦ πεπονθότος τάδε
λόγοισιν ἥσθην τοῖσδε· νῦν δ᾽ αἰδούμενος
θεούς τ᾽ ἐκεῖνόν θ᾽, οὕνεκ᾽ ἐστὶν ἐξ ἐμοῦ,
1260 οὔθ᾽ ἥδομαι τοῖσδ᾽ οὔτ᾽ ἐπάχθομαι κακοῖς.
Αλ. πῶς οὖν; κομίζειν, ἢ τί χρὴ τὸν ἄθλιον
δράσαντας ἡμᾶς σῆι χαρίζεσθαι φρενί;
φρόντιζ᾽· ἐμοῖς δὲ χρώμενος βουλεύμασιν
οὐκ ὠμὸς ἐς σὸν παῖδα δυστυχοῦντ᾽ ἔσηι.
1265 ΘΗ. κομίζετ᾽ αὐτόν, ὡς ἰδὼν ἐν ὄμμασιν
λόγοις τ᾽ ἐλέγξω δαιμόνων τε συμφοραῖς
τὸν τἄμ᾽ ἀπαρνηθέντα μὴ χρᾶναι λέχη.

ΧΟ. σὺ τὰν θεῶν ἄκαμπτον φρένα καὶ βροτῶν
ἄγεις, Κύπρι, σὺν δ᾽ ὁ ποι-
1270 κιλόπτερος ἀμφιβαλὼν
ὠκυτάτωι πτερῶι·
ποτᾶται δὲ γαῖαν εὐάχητόν θ᾽
ἁλμυρὸν ἐπὶ πόντον,
θέλγει δ᾽ Ἔρως ὧι μαινομέναι κραδίαι
1275 πτανὸς ἐφορμάσηι χρυσοφαής,
φύσιν ὀρεσκόων σκύμνων πελαγίων θ᾽
ὅσα τε γᾶ τρέφει
τά τ᾽ αἰθόμενος ἅλιος δέρκεται
1280 ἄνδρας τε· συμπάντων βασιληίδα τι-
μάν, Κύπρι, τῶνδε μόνα κρατύνεις.

***
ΘΗΣ. Γι᾽ αυτά π᾽ άκουσα, χάρηκ᾽ από μίσος
στον κακοθάνατο άντρα, μα και ντρέπομαι
και τους θεούς κι αυτόν, γιατί ᾽ναι σπλάχνο μου.
Κι έτσι για τα σκληρά παθήματά του
1260 δε νιώθω ούτε χαρά μα κι ούτε λύπη.
ΑΓΓ. Και τώρα; Να τον φέρουμε στο σπίτι
το δύστυχον ή πες μας τί να κάνουμε
για να σ᾽ ευχαριστήσουμε; Άκου εμένα!
Δεν πρέπει να φερθείς σκληρά στο γιο σου.
ΘΗΣ. Για φέρε τον να τον ιδώ κατάματα,
που αρνιέται πως μου ατίμασε την κλίνη!
Θα τον αποστομώσουν τα δικά μου
τα λόγια και των θεών η τιμωρία.

ΧΟΡ.
Συ των ανθρώπων και θεών
την άσειστη βουλή
συ κυβερνάς, ω Κύπρη,
κι αντάμα σου ο λαμπρόφτερος
1270 ο γιος σου τους τυλίγει
με τη γοργή φτερούγα του.
Χυμάει στη γης, στη θάλασσα
τη μακριαντιλαλούσα!
Τα πάντα Έρως χρυσόφωτος
μαγεύει και τ᾽ αποτρελαίνει!
Τ᾽ αγρίμια των βουνών, τα ζωντανά
της θάλασσας κι όσα η στεριά
τα θρέφει και το μάτι του Ήλιου
τ᾽ αψηλοβλέπει ολόφλογο —
1280 και τους ανθρώπους! Σ᾽ όλα εσύ
μονοκρατόρισσα, Αφροδίτη.

Η Αρχαία Ελληνική Τέχνη και η Ακτινοβολία της, Η τέχνη του 4ου αιώνα π.Χ.: Η όψιμη κλασική περίοδος

7.6.3. Το Μαυσωλείο της Αλικαρνασσού

Στο προηγούμενο κεφάλαιο είδαμε ότι στη δυτική Μικρά Ασία και ειδικότερα στη Λυκία οι τοπικοί δυνάστες, που ήταν φόρου υποτελείς στον βασιλιά της Περσίας αλλά διατηρούσαν αρκετά μεγάλη αυτονομία, είχαν τη συνήθεια να κατασκευάζουν μεγάλα και πλούσια διακοσμημένα ταφικά μνημεία, εμπνευσμένα από την αρχιτεκτονική των κατοικιών, τα οποία από τις αρχές του 4ου αιώνα π.Χ. γίνονται ναόμορφα κτίσματα επάνω σε υψηλό πόδιο. Το γνωστότερο παράδειγμα είναι το μνημείο των Νηρηίδων στην Ξάνθο της Λυκίας. Η συνήθεια αυτή έφτασε στο αποκορύφωμά της με το ταφικό μνημείο του ηγεμόνα της Καρίας Μαυσώλου στην Αλικαρνασσό, ένα κτίσμα που αποτέλεσε σταθμό στην ιστορία της αρχιτεκτονικής.
 
Ο Μαύσωλος, γιος του Εκατόμνω, διαδέχθηκε τον πατέρα του ως ηγεμόνας και σατράπης (δηλαδή διοικητής υποτελής στον βασιλιά της Περσίας) της Καρίας το 376 π.Χ., και αφού κατόρθωσε να συγκεντρώσει στα χέρια του μεγάλο πλούτο και δύναμη, αποφάσισε να μεταφέρει την πρωτεύουσά του από τα Μύλασα, στο εσωτερικό της χώρας, στην ελληνική πόλη Αλικαρνασσό, που βρισκόταν στα παράλια και διέθετε αξιόλογο λιμάνι. Συνέπεια της απόφασης αυτής ήταν να ξανασχεδιαστεί η Αλικαρνασσός με βάση ένα πολεοδομικό σχέδιο με οριζόντιους και κάθετους δρόμους, όμοιο με εκείνο που είχε εφαρμοστεί περίπου 50 χρόνια νωρίτερα στη Ρόδο. Στο πιο περίοπτο σημείο της πόλης, περίπου στο κέντρο της, δημιουργήθηκε ένα μεγάλο τεχνητό ανάλημμα (242 m x 107 m), που δέσποζε επάνω από την αγορά. Εκεί, σύμφωνα με την απόφαση του Μαυσώλου, κατασκευάστηκε για τον ίδιο και την αδελφή και σύζυγό του Αρτεμισία ένα επιβλητικό ταφικό μνημείο, που έμεινε γνωστό ως Μαυσωλείο και θεωρήθηκε ένα από τα επτά θαύματα του αρχαίου κόσμου. Σημασία δεν έχει μόνο το μέγεθος και η πολυτέλεια, αλλά και η θέση του κτηρίου. Η ίδρυση ενός ταφικού μνημείου στο κέντρο μιας πόλης έχει ιδιαίτερο συμβολισμό. Οι αρχαίοι έθαβαν τους νεκρούς τους έξω από τα τείχη. Μόνο τάφοι ηρώων μπορούσαν να βρίσκονται σε κεντρικά σημεία και ειδικότερα στην αγορά. Είναι επομένως σαφές ότι, με την κατασκευή του επιβλητικού ταφικού μνημείου του στο κέντρο της καινούργιας του πρωτεύουσας, ο Μαύσωλος επιδίωκε να αποκτήσει μετά τον θάνατό του ηρωικές τιμές.
 
Πραγματικά το όνομα του Μαυσώλου έγινε πασίγνωστο χάρη στον τάφο του. Τόσο μεγάλη ήταν η φήμη του Μαυσωλείου στην Αρχαιότητα, αλλά και στα μεταγενέστερα χρόνια, ώστε το όνομά του χρησιμοποιείται ως σήμερα για να δηλώσει κάθε είδους μεγάλο και μνημειακό ταφικό οικοδόμημα. Οι διαστάσεις του Μαυσωλείου ήταν εντυπωσιακές: είχε μήκος 32,40 m, πλάτος 38,50 m και ύψος που ξεπερνούσε τα 40 m. Ο Μαύσωλος πέθανε το 353 π.Χ., πριν τελειώσει το λαμπρό ταφικό κτίσμα στο οποίο ενταφιάστηκε· οι εργασίες αποπερατώθηκαν με τη φροντίδα της Αρτεμισίας. Τις πληροφορίες αυτές μας τις δίνει ο Πλίνιος ο Πρεσβύτερος (Naturalis historia 36.30-31):
 
«Ο Σκόπας είχε ανταγωνιστές στα ίδια χρόνια τον Βρύαξη και τον Τιμόθεο και τον Λεωχάρη, που πρέπει να τους αναφέρουμε μαζί, επειδή δούλεψαν από κοινού στα γλυπτά του Μαυσωλείου. Πρόκειται για τον τάφο που έφτιαξε για τον Μαύσωλο, τον ηγεμόνα της Καρίας που πέθανε το δεύτερο έτος της 107ης Ολυμπιάδας, η γυναίκα του Αρτεμισία. Το ότι το έργο αυτό συγκαταλέγεται ανάμεσα στα επτά θαύματα οφείλεται κυρίως σε αυτούς τους καλλιτέχνες. Το πλάτος του στα νότια και τα βόρεια είναι 63 πόδια, ενώ στα μέτωπα λίγο μικρότερο. Η περίμετρός του είναι συνολικά 440 πόδια, φτάνει σε ύψος τους 25 πήχεις, και περιβάλλεται από 36 κίονες. Την περίσταση των κιόνων οι Έλληνες την ονομάζουν πτερόν. Τα γλυπτά της ανατολικής πλευράς τα έκανε ο Σκόπας, της βόρειας ο Βρύαξις, της νότιας ο Τιμόθεος και της δυτικής ο Λεωχάρης. Πριν τελειώσουν, η βασίλισσα πέθανε. Ωστόσο, δεν σταμάτησαν και ολοκλήρωσαν το έργο, γιατί θεώρησαν ότι θα ήταν ένα μνημείο για την υστεροφημία τους και την τέχνη τους. Ως σήμερα δεν υπάρχει συμφωνία τίνος τα γλυπτά είναι τα καλύτερα. Υπήρχε και πέμπτος καλλιτέχνης. Διότι επάνω στο πτερόν στέκεται μια πυραμίδα ίση σε ύψος με την κάτω κατασκευή, η οποία με τις 24 βαθμίδες της καταλήγει στενεύοντας στην κορυφή του έργου. Στο ψηλότερο σημείο υπάρχει ένα μαρμάρινο τέθριππο, το οποίο κατασκεύασε ο Πύθις. Αν συνυπολογίσει κανείς αυτή την πυραμίδα ολόκληρο το οικοδόμημα φτάνει σε ύψος τα 140 πόδια.»
 
Το Μαυσωλείο ήταν μια σύνθετη κατασκευή αποτελούμενη από μια ψηλή, περίπου κυβική βάση, ένα περίπτερο οικοδόμημα που στηριζόταν επάνω της και μια ψηλή πυραμιδοειδή στέγη. Τα δύο πρώτα στοιχεία τα συναντούμε ήδη στο μνημείο των Νηρηίδων· η πυραμίδα όμως που στεγάζει το κτίσμα είναι κάτι καινούργιο για τη δυτική Μικρά Ασία και ίσως έχει ως πρότυπο τις πυραμίδες της Αιγύπτου, που ήταν τα μεγαλύτερα ως τότε γνωστά ταφικά μνημεία. Αρχιτέκτονας ήταν ο Πύθις, ο οποίος κατασκεύασε άλλα δύο σημαντικά κτήρια στην ίδια περιοχή: τον ναό της Αθηνάς στην Πριήνη και τον ναό του Δία στα Λάβρανδα.
 
Το Μαυσωλείο παρέμεινε σχεδόν αλώβητο ως τις αρχές του 14ου αιώνα, οπότε υπέστη σοβαρές ζημιές από έναν σεισμό. Το τμήμα που δεν είχε καταρρεύσει το κατεδάφισαν ως τα θεμέλια το 1522 οι Ιωαννίτες Ιππότες της Ρόδου, για να χτίσουν με το υλικό του το φρούριο του Αγίου Πέτρου, το οποίο ελέγχει ως σήμερα την είσοδο του λιμανιού της Αλικαρνασσού. Στα μέσα του 19ου αιώνα, από το 1856 ως το 1859, ο Άγγλος αρχαιολόγος Charles Newton διεξήγαγε ανασκαφές και αρχαιολογικές έρευνες στην Αλικαρνασσό και αποκάλυψε το θεμέλιο του Μαυσωλείου και αρκετά γλυπτά από τον πλούσιο διάκοσμό του. Τα γλυπτά και τα άλλα κινητά ευρήματα μεταφέρθηκαν στο Βρετανικό Μουσείο, το οποίο είχε οργανώσει την ερευνητική αποστολή. Στα πρόσφατα χρόνια μια δανική αρχαιολογική ομάδα ολοκλήρωσε την έρευνα του Μαυσωλείου και έφερε στο φως νέα στοιχεία, τα οποία επιτρέπουν μια πειστικότερη αποκατάσταση του μνημείου από εκείνες που είχαν γίνει στο παρελθόν.

Εισαγωγή στην Ελληνική Θρησκεία

Η Πρώτη Θρησκευτική Αντίληψη που έχει ο πρωτόγονος άνθρωπος, εδώ και χιλιάδες χρόνια, είναι αυτή του «περιβάλλοντος κόσμου»: μια χαώδης αντίληψη κατ’ αρχήν, που γρήγορα συγκεκριμενοποιείται (ήδη εδώ και 30.000 χρόνια) στην «αντίληψη της Φύσης», που λαβαίνει έτσι μια μυστική έννοια και περιλαμβάνει τα πάντα, όχι μόνο όσα φαίνονται αλλά και όσα δεν φαίνονται. Κατ’ αρχήν η Φύση είναι Άγνωστη, απειλητική, αλλά και Γεννήτρα και Τροφός μαζί. (Η Φύση θα διατηρήσει αυτό τον δισυπόστατο χαρακτήρα και τις επόμενες χιλιετηρίδες).

Σε ένα δεύτερο θρησκευτικό στάδιο (εξέλιξης) επιχειρείται να διερευνηθεί η Φύση και διαχωρίζεται ο Ουρανός (Αυτό που είναι Υψηλά, Αόρατο συχνά, Ιερό, Πλήρες Δύναμης, - όχι απλά ο φυσικός ουρανός), και η Γαία, η ορατή (ή δυνητικά ορατή) Φύση. Σε αυτό το στάδιο διαχωρίζεται η θρησκευτική αντίληψη (ήδη εδώ και 10.000 χρόνια) και γεννιούνται «οι θρησκείες του Ουράνιου», κι «οι θρησκείες της Φύσης».

Σε ένα τρίτο στάδιο (εξέλιξης) οι έννοιες του Ουρανού και της Φύσης, που είναι αρκετά ασαφείς έννοιες, συγκεκριμενοποιούνται. Ο Ουρανός παραχωρεί την θέση του σε Γονιμοποιούς Θεούς του κόσμου (ή Ηλιακούς Θεούς)… ενώ η Φύση παραχωρεί την θέση της σε Γονιμοποιούς Θεούς της Ζωής. Ίχνη αυτών των αντιλήψεων ανιχνεύονται ήδη εδώ και 5.000 χρόνια.

Σε ένα τέταρτο στάδιο (εξέλιξης) επιχειρείται να συγκροτηθεί ένα πλήρες σύστημα που θα ερμηνεύει τα πάντα. Αυτή η κίνηση ξεκινάει εδώ και 4.000 χρόνια κι ολοκληρώνεται γύρω στο 3.000 πριν από σήμερα. Παλιές θρησκευτικές έννοιες και νέες θρησκευτικές αντιλήψεις συνδυάζονται και όλη η συσσωρευμένη θρησκευτική γνώση δένεται σε μια νέα σύνθεση:

Τα στάδια που διανύει ο ανθρώπινος νους, προχωρώντας σε πιο βαθιές ή λεπτομερείς αντιλήψεις της πραγματικότητας δίνονται σαν ιστορική συνέχεια του κόσμου, σαν Θεογονία: Έτσι, από την Ανέκφραστη Αρχή του Χάους, γεννιέται η Γαία (η Ασαφής Φύσης) – όχι η Γαία του Ζεύγους Ουρανός-Γαία (που έρχονται μεταγενέστερα). Μετά, διαχωρίζονται Ουρανός και Γαία: Η Πρώτη Γαία γεννά τον Ουρανό, κι έτσι προκύπτει το Αρχικό Ζευγάρι Ουρανός-Γαία, με πιο συγκεκριμένες έννοιες. Από τον Ουρανό (και την Γαία) γεννιούνται όλες οι Τιτανικές Δυνάμεις, (Κρόνος και Ρέα, κλπ.), από τις Οποίες θα αναδυθεί η Μια Ζωογόνος Δύναμη: Είναι ο Ζευς, «ο πατέρας θεών και ανθρώπων», ο Διευθυντής, Κυρίαρχος του Κόσμου.

Αυτού του είδους η θρησκευτική κοσμοθεωρία αρχίζει να διαμορφώνεται στους ινδοευρωπαίους Έλληνες, ήδη εδώ και 4.000 χρόνια πριν. Εδώ και 3.000 χρόνια εμφανίζονται Συγκροτημένες Θεογονίες. Η Θεογονία του Ησιόδου, πριν 29 αιώνες, δεν είναι παρά μία από τις πολλές (κι όχι οπωσδήποτε η πιο εμπνευσμένη κι η πιο πλήρης θεογονία). Στους επόμενους αιώνες οι θρησκευτικές αντιλήψεις θα πλουτισθούν, έτσι που θα προκύψει ένα αυστηρά συγκροτημένο πάνθεο.

Στην Κρήτη, πριν 4.000 χρόνια είχε επικρατήσει η Λατρεία της Θεάς Φύσης. Χίλια χρόνια μετά (γύρω στο 3.000 χρόνια πριν) η Θεά παραχωρεί την θέση της στον Θεό της Γονιμότητας, Ζαγρέα. Ήδη από αυτή την εποχή διαμορφώνονται οι βασικές αντιλήψεις γύρω από τον Θεό, ο Κεντρικός Ιερός Λόγος, και οι διάφοροι συσχετισμοί του Θεού με την δημιουργία, τον άνθρωπο, τον κόσμο, κλπ.

Ο νεογέννητος Ζαγρέας που περιβάλλεται από τους φύλακες-πιστούς του διασπαράσσεται σε μια ιερή τελετή και τρώγεται ωμός: Ένα μεταφυσικό γεγονός αποτυπώνεται και επαναλαμβάνεται τελετουργικά σε μια ιερή τελετή, και ταυτόχρονα η ίδια η ιερή τελετή αναφέρεται σε μια μεταφυσική πραγματικότητα: Οι πιστοί που τελούν την ιερή πράξη εκπροσωπούν τις «εχθρικές» δυνάμεις της διάσπασης της Ενότητας του Όντος, τις δυνάμεις της πολλαπλότητας (Τιτάνες), ενώ η ίδια η ιερή πράξη αναπαριστά την κοσμική θυσία, την δημιουργία, την γέννηση του ανθρώπου. Η μεταφυσική πραγματικότητα από τη μια και η τελετουργική πράξη υφίστανται παράλληλα και η μια αναφέρεται στην άλλη. Το μεταφυσικό γεγονός (που συνέβη σε άλλο χώρο, άλλο χρόνο) επαναλαμβάνεται αιώνια μέσα στην τελετουργική πράξη (σε ετήσια βάση). Από την διάσπαση του Όντος γεννιούνται τα όντα κι έτσι ο Θεός θεωρείται προπάτορας των ανθρώπων. Ο άνθρωπος όμως δεν είναι απλά το Ον μέσα στο ον (μέσα στα όντα). Η Φύση του Όντος νοθεύεται με την διασπαστική δύναμη, αποκτά τιτανική φύση. Η τιτανική φύση μέσα στον άνθρωπο (που είναι Ον στην Ουσία του) εκδηλώνεται με την διασπαστική λειτουργία του ατομικού νου που ξεπέφτει σε ατομική ψυχή, κι ενσωματώνεται σε ένα υλικό σώμα.

Με την ιερή τελετή και ωμοφαγία οι άνθρωποι συμμετέχουν όχι μόνο στην Ουσία του Θεού, αλλά και στην Κοσμική Θυσία, και με αυτή την συμμετοχή ακριβώς ξαναενώνονται με τον Θεό, μετέχουν της Αιωνιότητας του Όντος.

Ο Θεός Ταυτίζεται με τον Ταύρο, (το κατ’ εξοχήν Γονιμοποιό Ζώο). Η ιερή τελετουργία «ταυτίζεται» με την θυσία, τον διασπαραγμό και την ωμοφαγία του Ταύρου. Ο Θεός ταυτίζεται ακόμα με το σύνολο της Δημιουργίας και σχετίζεται με την βλάστηση (που εκφράζει την ζωή). Δεν είναι βέβαιο ότι σχετίζεται (τουλάχιστον στην Κρήτη) ιδιαίτερα με την άμπελο.

Αυτές οι αντιλήψεις κι η Λατρεία του Γονιμοποιού Θεού και του Ταύρου επικρατούν σε όλο τον τότε μεσογειακό κόσμο, και ίχνη αυτής της λατρείας ανιχνεύονται αιώνες μετά, στην Ηπειρωτική Ελλάδα, στην Ιωνία, και στην Μεγάλη Ελλάδα (Κάτω Ιταλία).

Στην Μυκηναϊκή Ελλάδα, αλλά κυρίως τους επόμενους αιώνες, η Λατρεία του Ζαγρέα θα διαμορφωθεί σύμφωνα με το Ελληνικό πνεύμα και θα αφομοιωθεί από τους εκεί πληθυσμούς. Ο Ζαγρέας γίνεται έτσι Γιός του Δία (του Κατ’ εξοχήν Θεού), ο Διόνυσος - όπου το Διόνυσος χρησιμοποιείται περισσότερο στην προσδιοριστική του σημασία, σαν επίθετο, για να καταλήξει με τα χρόνια σε κύριο όνομα, που φανερώνει το Γιό του Θεού. Ο Διόνυσος εντάσσεται , ήδη πριν 3.000 χρόνια στην ελληνική θεολογία.

Από το 3.000 χρόνια πριν, και μετά, σιγά-σιγά θα διαμορφωθούν οι κυριότεροι μύθοι γύρω από τον Θεό, και η λατρεία του θα εξαπλωθεί, όχι χωρίς αντιδράσεις, σε πολλά μέρη. Διαμορφώνονται διάφορες λατρευτικές πράξεις από τις οποίες θα προέλθουν αργότερα και οι κυριότερες γιορτές του Θεού.

Ο Ορφέας έζησε πριν 29 αιώνες. Ήταν πραγματικό πρόσωπο, κι όχι μυθικός ήρωας του πολιτισμού, και ο Αριστοτέλης τον τοποθετεί στην εποχή των θεολόγων, δηλαδή μετά τους μεγάλους ποιητές (Όμηρο, Ησίοδο), και πάντως πριν τους μεγάλους προσωκρατικούς φιλοσόφους. Ο Ορφέας έδωσε μια άλλη ερμηνεία στην Διονυσιακή Λατρεία, πιο βαθιά πιο εσωτερική «μετατρέποντας» το μεταφυσικό γεγονός που αποτυπωνόταν στην ιερή πράξη και την εξωτερική λατρεία σε προσωπικό βίωμα μέσα στον κάθε άνθρωπο. Για τον Ορφέα, και τους ορφικούς, κατ’ εξοχήν θεολόγους, το «μεταφυσικό αντικειμενικό γεγονός» (της Διάσπασης της Ενότητας του Όντος σε πολλαπλότητα), δεν είναι ένα εξωτερικό γεγονός που συμβαίνει έξω από εμάς, σε άλλους χρόνους, συντελείται μέσα στον άνθρωπο: Ο ίδιος ο άνθρωπος είναι το Ον που ξεπέφτει από την Κατάσταση της Ενότητας, στην πολλαπλότητα και στην ατομικότητα, και μέσα στο υλικό σώμα. Έτσι το Κοσμικό Δράμα γίνεται το προσωπικό δράμα της εξέλιξης του κάθε όντος, (του καθενός μας).

Γύρω από αυτή την κεντρική μεταφυσική αντίληψη θα διαμορφωθεί μια θεολογία που ταυτίζει το Ον με το κάθε ον. Κυρίως όμως θα εσωτερικευθεί η λατρεία (και θα γίνει προσωπική σχέση με την Θεία Πραγματικότητα, προσωπική πνευματική εξέλιξη, και προσωπική ταύτιση με το Ον, το Θεό). Αυτή η αντίληψη όχι μόνο θα επικρατήσει σαν Ορφισμός (ορφική αντίληψη της ζωής), αλλά κυρίως θα επηρεάσει τις θρησκευτικές αντιλήψεις στα δύο μεγάλα θρησκευτικά κέντρα της Αρχαίας Ελλάδας, τους Δελφούς (και την Δελφική Λατρεία) και την Ελευσίνα (και τα Ελευσίνια Μυστήρια). Ο Ορφισμός θα εμπνεύσει όλους τους μεγάλους Έλληνες Φιλοσόφους, από τον Πυθαγόρα και τον Πλάτωνα, μέχρι τους Στωικούς και τον Πλωτίνο.

Στα χρόνια του Πεισίστρατου (ενός λαοπρόβλητου ηγέτη που οι «αμαθείς ιστορικοί», από την αρχαιότητα ακόμα, ονομάζουν τύραννο),πριν 27 αιώνες, ο Ορφισμός θα γίνει η επίσημη θρησκεία του Αθηναϊκού Κράτους. Ο Ορφισμός είναι η Αληθινή και Επίσημη Θρησκεία της Αθηναϊκής Δημοκρατίας. Το αποδεικνύουν οι θρησκευτικές αντιλήψεις, που εμπνέουν την φιλοσοφική σκέψη, και επηρεάζουν την πολιτική πράξη (πολιτική αρετή, δικαιοσύνη, ισονομία, αληθινή δημοκρατία), οι επίσημες γιορτές της Πόλης, (Διονύσια, Ελευσίνια Μυστήρια, κλπ.), και ακόμα το θέατρο, που προέρχεται από την καρδιά της Ορφικής λατρείας.

Είναι, όχι απλά ιστορική ανακρίβεια, αλλά ηθελημένη διαστρέβλωση της ιστορίας, ότι οι Αρχαίοι Έλληνες της Κλασσικής Εποχής λατρεύαν το «Δωδεκάθεο» κι ήταν ειδωλολάτρες. Οι «δωδεκαθεϊστικές αντιλήψεις» (του Ομήρου, και του Ησίοδου…) είναι πολλούς αιώνες πίσω. Αυτή η διαστρεβλωμένη αντίληψη της ιστορίας «επιβλήθηκε» από «χριστιανούς ιστορικούς» και διδάσκεται ακόμα και σήμερα στα ελληνικά σχολεία, στους απογόνους των Ελλήνων. Ο λόγος είναι απλός. Θέλουν να κρύψουν το αληθινό περιεχόμενο της Ορφικής Λατρείας, από το οποίο προήλθε κατά ένα πολύ μεγάλο μέρος ο μετά τον Ιησού χριστιανισμός. Στην πραγματικότητα όλη η «θεολογία του Γιού του Θεού» του χριστιανισμού προέρχεται από τον Ορφισμό. Τα Μυστήρια, οι πνευματικές πρακτικές, ακόμα κι οι γιορτές, είναι όλα παρμένα από τον Ορφισμό. Έπρεπε λοιπόν οι «χριστιανοί», όχι μόνο να αποκρύψουν την αλήθεια για τον Ορφισμό, αλλά να τον «εξαφανίσουν» από την ιστορία, αν ήταν δυνατόν, για να μην αποκαλυφθεί η ιστορική απάτη τους.

Στα πλαίσια της Ορφικής Λατρείας διαμορφώθηκαν νέες θεογονίες, που δεν ήταν ακριβώς παραλλαγές της ελληνικής θεογονίας (του Ησιόδου), αφού έφερναν μια νέα αντίληψη για το Θεό (Ον), για την σχέση Θεού-ανθρώπου, και την θρησκευτική πρακτική. Αυτές έμειναν γνωστές σαν Ορφικές Θεογονίες. Απόσπασμα μιας τέτοιας Θεογονίας μεταφέρει (αυτούσιο) ο Αριστοφάνης στις «Όρνιθές» του (Αριστοφάνης, Όρνιθες, 692-703). Παραθέτουμε το απόσπασμα στο τέλος του άρθρου.

Οι δύο τάσεις της Διονυσιακής Λατρείας, η πανάρχαια Διονυσιακή Λατρεία, κι η Ορφική Μεταρρύθμιση θα συνυπάρχουν για αιώνες προκαλώντας συγκρούσεις ανάμεσα στις θρησκευτικές ομάδες και σύγχυση σε όσους δεν γνωρίζουν καλά την ιστορία. Η διάσταση και οι «αντιφάσεις» που υπάρχουν μέσα στην Διονυσιακή Λατρεία, εξηγούνται εύκολα, όταν διευκρινίσουμε τι προέρχεται από την «παλιά λατρεία», και τι αποτελεί «ορφική μεταρρύθμιση». Πάντως η Διονυσιακή Λατρεία κι η Ορφική Ερμηνεία, όλους αυτούς τους αιώνες, θα συνυπάρχουν, θα σχετίζονται ή θα διαχωρίζονται, αλλά πάντα θα βρίσκονται σε εξάρτηση.

Αριστοφάνης, «Όρνιθες, 693 – 702»

«Χάος ἦν καὶ Νὺξ Ἔρεβός τε μέλαν πρῶτον καὶ Τάρταρος εὐρύς·
γῆ δ᾽ οὐδ᾽ ἀὴρ οὐδ᾽ οὐρανὸς ἦν· Ἐρέβους δ᾽ ἐν ἀπείροσι κόλποις
τίκτει πρώτιστον ὑπηνέμιον Νὺξ ἡ μελανόπτερος ᾠόν,
ἐξ οὗ περιτελλομέναις ὥραις ἔβλαστεν Ἔρως ὁ ποθεινός,
στίλβων νῶτον πτερύγοιν χρυσαῖν, εἰκὼς ἀνεμώκεσι δίναις.
Οὗτος δὲ Χάει πτερόεντι μιγεὶς νύχιος κατὰ Τάρταρον εὐρὺν
ἐνεόττευσεν γένος ἡμέτερον, καὶ πρῶτον ἀνήγαγεν εἰς φῶς.
Πρότερον δ᾽ οὐκ ἦν γένος ἀθανάτων, πρὶν Ἔρως
ξυνέμειξεν ἅπαντα·
ξυμμειγνυμένων δ᾽ ἑτέρων ἑτέροις γένετ᾽ οὐρανὸς ὠκεανός τε
καὶ γῆ πάντων τε θεῶν μακάρων γένος ἄφθιτον
».

Η απλή μετάφραση

«Πρώτα ήταν το Χάος, η Νύχτα, το μέλαν Έρεβος κι ο ευρύς Τάρταρος.
Δεν υπήρχε ούτε γη, ούτε Αήρ, ούτε Ουρανός. Μέσα στους απέραντους κόλπους του Ερέβους
γέννησε στην αρχή η μελανόπτερος Νύχτα δίχως αρσενική σπορά ένα Ωό,
από το οποίο, σαν πέρασε ο καιρός, βγήκε ο ποθητός Έρως
με τις χρυσές φτερούγες στην πλάτη που έλαμπαν και γοργός σαν τον άνεμο.
Αυτός έσμιξε στο σκοτάδι με το πτερωτό Χάος μέσα στον ευρύ Τάρταρο,
κλώσησε το ημέτερον γένος και το ανήγαγε στο φως.
Πρωτύτερα δεν υπήρχε το γένος των αθανάτων, ώσπου ο Έρως
συνέμειξε τα πάντα.
Κι όπως ενώθηκαν το ένα με το άλλο, γεννήθηκε ο Ουρανός, ο Ωκεανός,
η Γαία κι όλο το αθάνατο γένος των μακάριων θεών».

Το κείμενο αποκρυπτογραφημένο σύμφωνα με τον «αρχαίο μυητικό κώδικα»

«(Πριν απ’ όλα) Στην Αρχή, υπήρχε το Απροσδιόριστο (Χάος), το Άχρονο (Νυξ), και το Σκοτεινό Άγνωστο (Έρεβος), και το Μη-μετρήσιμο Απεριόριστο (Τάρταρος).

Δεν υπήρχε (τότε) ούτε γη (ύλη), ούτε αέρας (υπερφύση), ούτε ουρανός (ον). Μέσα στους Απέραντους Κόλπους του Αγνώστου

το Άχρονο που παραμένει Άγνωστο, «γέννησε» πρώτα, (στην αρχή, πριν απ’ όλα), από Μόνο του (χωρίς την βοήθεια κανενός), το Πρώτο Ον (Ωόν)

από το Οποίο, όταν ωρίμασε ο καιρός, αναδύθηκε ο Έρως (η πρωταρχική ελκτική δύναμη) με τις ιερές λαμπρές χρυσές φτερούγες στην πλάτη, που αγκαλιάζει τον κόσμο, γοργός σαν τον άνεμο.

Αυτός (ο Έρως) έχοντας την Ίδια Ουσία με το Απροσδιόριστο (Χάος) που απλώνεται παντού, Άχρονος στον χαρακτήρα του, μέσα στο Απεριόριστο (Τάρταρο)

γέννησε (με απορροή) το δικό μας γένος (των περιορισμένων όντων), και το έφερε στο φως της ύπαρξης, στη «ζωή».

Στην Αρχή δεν υπήρχαν θεϊκές δυνάμεις, πριν ο Έρωτας (η Πρωταρχική Δύναμη)
τα εκδηλώσει, τα φανερώσει, όλα.

Κι όπως σχετίστηκαν (αυτές οι δυνάμεις) η μία με την άλλη δημιουργήθηκε ο ουρανός του όντος (νους), ο ωκεανός της ζωής (ψυχή),

και η γη (ο υλικός κόσμος), κι όλες οι άφθαρτες θεϊκές δυνάμεις».

Σημειώσεις:

Χάος, Νυξ, Έρεβος, Τάρταρος, είναι προσδιοριστικές έννοιες της Ύστατης Πραγματικότητας, που διαφοροποιούνται ως προς τον ρόλο τους και την σημασία τους για την δημιουργία και τα όντα…

 Ό Έρωτας ο Ωογέννητος, είναι ο Πρωτόγονος, ο Φάνης, ο Ζαγρέας, ο Διόνυσος ο Ταυρόφωνος ( ο Γεννήτορας των μακαρίων και των θνητών ανθρώπων)… κι όλες οι θεϊκές δυνάμεις, ολόκληρο το σύμπαν…

Θεοί, θεϊκές δυνάμεις, είναι οι Όψεις του Θείου μέσα στην δημιουργία

Άνθρωπος είναι το πρόσωπο του Θεού στους κατώτερους κόσμους.

Ο έρωτας είναι ανεξήγητος

Ο έρωτας είναι ανεξήγητος.

Ένα μυστήριο, όπως όλα όσα πηγάζουν από την ψυχή, τον βαθύτερο εαυτό μας. Ουδείς μπορεί να σου πει γιατί ερωτεύτηκες αυτό το πρόσωπο κι όχι ένα άλλο. Αν κάποιος μπάμιας ειδικός επιχειρήσει να σου το αναλύσει, απλώς θα λέει μπαρούφες.

Έρωτας

Η παγίδα της φύσης είναι στημένη και μας περιμένει.

Πιανόμαστε όλοι ανεξαιρέτως. Είναι στη φύση μας.

Πλην παθολογικών περιπτώσεων δεν υπάρχει άνθρωπος επί γης που δεν πιάστηκε στα ερωτικά δόκανα.

Ο έρωτας είναι εμπειρία ζωής.

Ποτέ άλλοτε δεν θα νιώσουμε τόση χαρά, ευτυχία, αλλά και τόσο πόνο. Οι μεγάλες στιγμές της ζωής μας, χαρούμενες ή οδυνηρές, είναι απότοκες του έρωτα.

Ο έρωτας είναι ανεξήγητος.

Ένα μυστήριο, όπως όλα όσα πηγάζουν από την ψυχή, τον βαθύτερο εαυτό μας. Ουδείς μπορεί να σου πει γιατί ερωτεύτηκες αυτό το πρόσωπο κι όχι ένα άλλο. Αν κάποιος μπάμιας ειδικός επιχειρήσει να σου το αναλύσει, απλώς θα λέει μπαρούφες.

Το υπέροχο νέο πρόσωπο.

Στη ζωή μας συναντάμε εκατοντάδες πρόσωπα. Στη δουλειά, στις παρέες, στη διασκέδαση. Και ξαφνικά με κάποιο από αυτά συμβαίνει ο ξαφνικός θάνατος των υπολοίπων. Αυτό θέλουμε και κανένα άλλο. Το εξυψώνουμε μέσα μας μέχρι θεοποίησης.

Ο έρωτας είναι μια υπόσχεση ευτυχίας.

Την επιλογή υπαγορεύουν οι ελλείψεις μας αυτές καθορίζουν το πρόσωπο που μας ελκύει. είναι αυτό που συγκεντρώνει τις μεγαλύτερες ελπίδες να τις καλύψει.

Το πρόσωπο που θα μας ολοκληρώσει.

«Έψαχνα κάποιον να σου μοιάζει και βρήκα εσένα», έγραψε μια ξεχωριστή γυναίκα.

Πίσω από το ερωτικό σου αντικείμενο είναι πάντα ο εαυτός σου. Στην ουσία αυτό που αναζητούμε στον άλλον είναι ήδη βαθιά μέσα μας.

Ακούς ένα τραγούδι και επειδή αναγνωρίζεις δικά σου στοιχεία, σου αρέσει, σε αγγίζει και ταυτίζεσαι΄ διαβάζεις ένα βιβλίο, βλέπεις μια ταινία και σου αρέσουν γιατί έχουν άτι από σένα. Έτσι και με το πρόσωπο της επιλογής σου΄ ταυτίζεσαι γιατί «κάτι λέει» που μόνο εσύ μπορείς να το ακούσεις.

Ο έρωτας είναι μια σαγηνευτική πλάνη.

Όταν ερωτευτείς, οι φίλοι σου λένε «περαστικά» γιατί ξέρουν με βεβαιότητα αυτό που εσύ αρνείσαι να παραδεχτείς΄ το ερωτικό μας αντικείμενο δεν είναι όπως εμείς το βλέπουμε.

Δεν έχει κάνει τίποτα να μας εξαπατήσει.

Εμείς είμαστε σε παρεκτροπή προβάλλοντας πάνω του αυτά που έχουμε ανάγκη. Βέβαια, όλα αυτά καμιά σημασία δεν έχουν΄ το σπουδαίο και συνταρακτικό είναι ότι βρήκαμε τον έρωτα.

Ο έρωτας είναι εξαρχής μια χαμένη μάχη.

Η πιο απελπισμένη και πιο καταδικασμένη που θα δώσεις ποτέ, αλλά και η πιο όμορφη. Κάπου στο βάθος το ξέρουμε, ι’ αυτό ζούμε διαρκώς με τον φόβο της απώλειας.

Ο Μπαρτ το συνοψίζει έξοχα: «Σ’ αγαπώ όπως πρέπει να αγαπάει κανείς, με απόγνωση».

Αρσενικό-Θηλυκό. Οι δύο μεγάλες κατασκευές της Φύσης. Το σταθερό δίπολο δημιουργίας. Δύο πλάσματα προορισμένα το ένα για το άλλο που είναι σε συνεχή διαμάχη μεταξύ τους. Ιδίως αν ζευγαρώσουν.

Ανιμισμός: Η αρχέγονη θρησκεία των Πνευμάτων

Η ύπαρξη Πνευματικών όντων και έντονης δραστηριότητας στον Πνευματικό κόσμο είναι μία πραγματικότητα που αποτυπώνεται στις Θρησκευτικές διδαχές που υιοθετεί μεταξύ άλλων ο Ανιμισμός αλλά και την Ανιμιστική Κοσμοθεωρία.

Αυτή η Πνευματική θεωρία υποθέτει πως η υπέρτατη πραγματικότητα είναι πνευματική, όχι φυσική ή υλική. Και είναι γεγονός πως η πλειοψηφία του Ανθρώπινου πολιτισμού υιοθετεί ένα είδος Πνευματικής Κοσμοθεωρίας.

Ο Ανιμισμός έχει διάφορες μορφές και οι πρακτικές εφαρμογές του διαφέρουν από Πολιτισμό σε πολιτισμό. Ακόμη και οι φυλές που ζουν και μοιράζονται τις παρυφές κάποιου βουνού μπορεί να επιδείξουν σημαντικές διαφορές στον τρόπο που η πνευματική θεώρησή τους επηρεάζει την καθημερινή ζωή τους.

Ανιμισμός: Προσδιορισμός της Έννοιας

Ανιμισμός ονομάζεται η πεποίθηση πως τα μη ζωντανά αντικείμενα έχουν Ψυχή και πως τα φυσικά φαινόμενα κατέχουν υπερφυσικές ή μαγικές ιδιότητες. Ο Gailyn Van Rheenen παρέχει μία πιό προσεκτική επεξήγηση της έννοιας:

«Ανιμισμός ονομάζεται η πεποίθηση πως τα πνευματικά όντα και οι πνευματικές ενέργειες κατέχουν δύναμη πάνω στους ανθρώπους, και πως οι άνθρωποι θα πρέπει να ανακαλύψουν ποιές είναι οι δυνάμεις εκείνες που τους επηρεάζουν για να καταφέρουν να καθορίσουν τις μελλοντικές πράξεις τους, και εν τέλει να χειραγωγήσουν αυτή την δύναμη»

Είναι ο Ανιμισμός θρησκεία ή Κουλτούρα;

Μπορούμε να υποθέσουμε πως είναι και τα δύο. Η πίστη, οι ανθρώπινες σχέσεις και η κουλτούρα είναι αδιαχώριστα κομμάτια του Φυλετικού κόσμου. Οι πνευματικές πεποιθήσεις είναι ένα αναπόσπαστο κομμάτι της κουλτούρας και του φυλετικού τρόπου ζωής. Το να ακολουθεί κανείς τις πνευματικές αυτές παραδόσεις είναι μία σχεδόν απαραίτητη προϋπόθεση στην καθημερινή διαβίωση της εκάστοτε κουλτούρας. Ο Ανιμισμός είναι μία καθημερινή εμπειρία που βασίζεται πάνω σε πνευματικές πεποιθήσεις. Αντίθετα η Χριστιανική πίστη όπως λογίζεται στον Δυτικό κόσμο τουλάχιστον είναι μία σειρά από Δόγματα που πρέπει να πιστεύει κάποιος. Δόγματα που βαφτίζονται με ευκολία πνευματικά και διαχωρίζονται από το υπόλοιπο της καθημερινής δραστηριότητας του ατόμου.

Ανιμισμός: Θεώρηση περί Ζωής

Οι Ανιμιστικοί πολιτισμοί διαθέτουν πολλές υποθέσεις σχετικά με το τί θεωρείται πραγματικό και τί όχι στη ζωή. Οι παρακάτω αναφορές είναι υποβόσκουσες θεωρήσεις σχετικά με την ζωή που οι Ανιμιστικές κοινωνίες θεωρούν ως αναμφίβολες αλήθειες. Το σύνολο της ζωής είναι Πνευματικό. Ο πνευματικός κόσμος ελέγχει τα πάντα στην ζωή. Τα πνευματικά όντα βρίσκονται παντού και σχηματίζουν κάθε γεγονός που θα συμβεί στην διάρκεια της ζωής μας. Ο Υλικός Κόσμος είναι υποδεέστερος του Πνευματικού. Η Πνευματική δύναμη αποκτάται μέσα από την μυστική γνώση και την χρήση της Μαγείας. Αυτές οι υποθέσεις σχετικά με το τί είναι αληθινό στον κόσμο του Ανιμιστή εμπίπτει σε μία τεράστια κατηγορία που συνήθως αποκαλείται mana. Οι Ανιμιστικές θεωρήσεις σχετικά με την εσώτερη πνευματική δύναμη που ενυπάρχει μέσα στους ανθρώπους ή τα αντικείμενα επίσης αναφέρεται ως mana.

Ανάμεσα στους πρώτους που ανέλυσαν και κατέγραψαν αυτή την έννοια ήταν ο R.H. Codrington το 1891.Ο Codrington περιέγραψε το mana ως «Μία υπερφυσική δύναμη που λειτουργεί πίσω από ολόκληρη την ανθρώπινη δραστηριότητα του Κόσμου. Μία διαφορετική δύναμη που ενεργεί με όλους τους τρόπους για το καλό ή και το κακό και δίνει το υπέρτατο πλεονέκτημα σε εκείνον που την κατέχει. Είναι η δύναμη που καθορίζει την επιτυχία και την αποτυχία. Είναι μία δύναμη που μπορεί να σου μεταδώσει ο πρόγονος, ο «πολεμιστής» που έχασε την μάχη, ένα φυλαχτό που είχε έρθει σε επαφή με ένα πρόσωπο που κατείχε την δύναμη ή με ένα πνεύμα..»

Ο Theodore Ahrens περιγράφοντας την σημερινή Μελανησία αναφέρει πως « Το κύριο θρησκευτικό ερώτημα στην Μελανησία είναι πώς να αποκτήσει κανείς πρόσβαση στην δύναμη και πως να την ελέγξει με σκοπό να κάνει την ζωή του καλύτερη». Η Ενέργεια mana παρέχει στον ανιμιστή την δύναμη που απαιτείται για μία επιτυχημένη ζωή; Αν ισχύει αυτή η θεώρηση τότε η έλλειψη της ενέργειας αυτής προκαλεί την αποτυχία.

Οι αρχαίοι Βασιλείς της Χαβάης λέγεται πως ήταν τόσο ενεργειακά φορτισμένοι που θα προκαλούσαν το θάνατο σε όποιο κοινό άνθρωπο ερχόταν σε επαφή μαζί τους.

Αυτή η παθιασμένη πεποίθηση για την δύναμη mana και της επιρροής που είχε, δημιούργησε προβλήματα στην κυβέρνηση της Νέας Γουινέας όταν εκείνη επιχείρησε να δημιουργήσει μία τράπεζα αίματος καθώς κανείς δεν έδινε αίμα. Οι άνθρωποι είχαν τον φόβο πως όταν το αίμα τους συλλεχθεί και αποθηκευτεί τότε η κυβέρνηση θα αποκτήσει πνευματικό έλεγχο πάνω τους.!

Στον δυτικό κόσμο μία τέτοια θεώρηση θεωρείται αστεία όμως είναι ενδιαφέρον ο παραλληλισμός της ενέργειας mana και της επιρροής που έχει στους ανθρώπους με την πίστη στην τύχη και την επιρροή της σύμπτωσης στις σύγχρονες κοινωνίες. Ένας επιχειρηματίας μπορεί να θεωρήσει την προαγωγή του ως αποτέλεσμα τύχης (πέρα από τις ικανότητές του) διότι βρισκόταν στο κατάλληλο μέρος την κατάλληλη στιγμή. Κάποιος άλλος παίζει τυχερά παιχνίδια βασίζοντας την μοίρα της καθημερινότητάς του σχεδόν αποκλειστικά στην τύχη, ελπίζοντας σε ένα καλύτερο μέλλον. Αυτή η σύγχρονη στρέβλωση της έννοιας αποτυπώνει αρκετά την δύναμη mana. Η έννοια της πνευματικής δύναμης κυριαρχεί στις Ανιμιστικές κοινωνίες. Μπορεί να ονομάζεται Toh στην Ινδονησία, Baraka στον Μουσουλμανικό κόσμο ή Συμπαντική ενέργεια στους σύγχρονους λάτρεις της θεωρίας. Όμως πρόκειται για την ίδια αρχετυπική ενεργειακή μορφή.

Ελέγχοντας τα Πνεύματα

Μία Φυλετική θεώρηση σχετικά με την ζωή είναι πως τα πνεύματα είναι μοχθηρά και πρέπει να αντιμετωπίζονται με εξαιρετική προσοχή. Τα παιδιά μαθαίνουν από πολύ μικρή ηλικία τις δυνάμεις και τους κινδύνους των πνευμάτων. Η ύπαρξή τους είναι ένας από τους μόνιμους φόβους και αποτέλεσμα υποταγής (λατρείας) σε μία πλειάδα πνευματικών οντοτήτων. Μεγάλες ποσότητες ενέργειας μεταφέρονται μέσω της μαγείας και της θυσίας στην λατρεία και την ικανοποίηση των πνευμάτων. Αυτές οι δαιμονικές οντότητες παίρνουν μέρος στα ζητήματα της καθημερινής ζωής της φυλής και του χωριού και οι κάτοικοι του μόνιμα αναζητούν την λύση στα προβλήματα που τα πνεύματα αυτά δημιουργούν.

Ξοδεύουν αρκετή από την ζωή τους προσπαθώντας να ανακαλύψουν ποιά πνεύματα κυριαρχούν και αναζητούν τα κατάλληλα τελετουργικά για να τα ικανοποιήσουν. Παρακάτω υπάρχουν μερικά παραδείγματα που καταδεικνύουν τους τρόπους με τους οποίους οι ανιμιστές προσπαθούν να χειραγωγήσουν τις πνευματικές αυτές δυνάμεις:

1) Αναζητώντας την μυστική γνώση μέσα από διάμεσα (Μέντιουμ).
2) Προσεγγίζοντας τους προγόνους τους μέσα από αρχετυπικούς χορούς και αρχετυπικές γιορτές.
3) Χρησιμοποιώντας μάγους για να αντιμετωπίσουν ένα συγκεκριμένο πρόβλημα.

Ένας Πνευματικός Πόλεμος

Είναι ατυχές το γεγονός πως η πλειοψηφία του σύγχρονου κόσμου αρνείται την ύπαρξη οτιδήποτε υπερφυσικού ξεπερνά τις πέντε αισθήσεις τους. Και είναι εκπληκτικό το γεγονός πως οι περισσότεροι αγνοούν τον πνευματικό πόλεμο που λαμβάνει χώρα στον Πνευματικό κόσμο. Αφού δεν μπορούν να αντικρύσουν τις δαιμονικές οντότητες , αφού δεν μπορούν να νιώσουν την σκοτεινή επιρροή των κακόβουλων πνευματικών οντοτήτων θεωρούν αυτόματα πως τίποτε δεν υπάρχει πέρα από την φυσική υπόσταση και ζωή του ανθρώπου. Αυτή η «διαμάχη» αποκαλείται πνευματική διότι δεν μπορεί να θεαθεί με το κοινό ανθρώπινο μάτι. Και ίσως είναι αρκετή μία μικρή μεταστροφή της συνείδησης για να κατανοήσουμε έστω και αμυδρά τις σκοτεινές αλλά και φωτεινές δυνάμεις που υπάρχουν πίσω και πέρα από εμάς, αθέατα από τον ανθρώπινο σκεπτικισμό.

Η αποδοχή

Πολλές φορές η συνειδητοποίηση κάποιων πραγμάτων είναι αρκετά επώδυνη και αρνούμαστε να τα δεχτούμε. Ο εγκέφαλός μας είναι περισσότερο εξοπλισμένος για την αποφυγή του πόνου παρά για την αντιστάθμισή του οπότε, όταν νιώθουμε ότι θα υποφέρουμε, σταματάμε απότομα και αμέσως αρχίζουμε να τρέχουμε.

Παρασυρόμενοι από το συναίσθημα, δύσκολα θα απαλλαγούμε από αυτό, αν δεν κατανοήσουμε τη ρίζα του συμβάντος. Oπότε, η λέξη-κλειδί είναι η αποδοχή, δηλαδή η συμφιλίωση με την πραγματικότητα. Θα ήθελα να επισημάνω ότι η αποδοχή δεν έχει καμία σχέση με την παραίτηση, μεταξύ άλλων διότι η παραίτηση ωθεί στην επώδυνη αδράνεια, σαν να νιώθουμε πως δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα για να αλλάξουμε την κατάσταση.

Η αποδοχή κατορθώνει εκείνο που δεν θα μπορούσε ποτέ να επιτύχει η παραίτηση, αφού προτρέπει σε δράση, στην ανάληψη ευθύνης, στην απόλυτη επίγνωση πως μπορούμε να αντιδράσουμε στο συμβάν. Στην αποδοχή, η δράση δεν είναι επανάσταση ενάντια στο συμβάν, αλλά στην ιδέα πως δεν υπάρχει επιλογή αντίδρασης.

Καθώς ανοίγομαι στη δυνατότητα να αποδεχτώ κάτι, συμφωνώ και με τη σκέψη ότι μπορεί να υπάρχει μια κρυφή ευκαιρία στην κατάσταση που βιώνω και ότι μπορώ να αναζητήσω και την άλλη πλευρά του νομίσματος.

Υπάρχουν πολλοί τρόποι να αντιμετωπίσετε τα βάσανα

ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΖΟΝΤΑΣ ΤΑ ΒΑΣΑΝΑ

Υπάρχουν πολλοί τρόποι να αντιμετωπίσετε τα βάσανα: Κρατήστε τα για τον εαυτό σας, αποδράσετε, δώστε τα σε κάποιον άλλο, τερματίστε τα ο ίδιος ή μετατρέψτε τα σε κάτι χρήσιμο.
Ας κοιτάξουμε το καθένα με τη σειρά, μαζί με περιπτωσιολογικές μελέτες.

ΚΡΑΤΗΣΤΕ ΤΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΑΣ.

Μια δημοφιλής (όχι όμως ιδανική) στρατηγική είναι να κρατάτε τα βάσανά σας για τον εαυτό σας – να “υποφέρετε σιωπηρά”. Μπορεί να έχετε διδαχθεί ότι αυτό είναι κατά κάποιο τρόπο ευγενές, αλλά είναι για την ακρίβεια περιττό.
Σας στερεί άσκοπα, την ευχαρίστηση και το αίσθημα πληρότητας. Ή ίσως πιστεύετε ότι τα βάσανά σας είναι μια αναγκαία ετοιμασία για την ευτυχία σας στον επόμενο κόσμο. Ή ίσως τρέφετε λανθασμένες πεποιθήσεις για τον εαυτό σας, εμφυτευμένες από άλλους, που εμποδίζουν τον πραγματικό εαυτό σας να ευημερήσει.
Οι πεποιθήσεις δεν καθορίζονται από τα γονίδια· αποκτούνται από πολιτισμική μεταβίβαση. Μια πεποίθηση που σας προκαλεί λύπη μπορεί να αντικατασταθεί από μια που σας προκαλεί χαρά, αλλά η αλλαγή εξαρτάται από εσάς. Εναλλακτικές πεποιθήσεις όλων των ειδών είναι διαθέσιμες· ο κόσμος βρίθει από αυτές. Αλλά εξαρτάται από εσάς να βρείτε πεποιθήσεις που είναι ωφέλιμες για εσάς, αντί για βλαβερές. Και ενώ τα βάσανα μπορούν να είναι ένα είδος εκπαίδευσης κατά καιρούς (όπως και οτιδήποτε άλλο στη ζωή), από τη στιγμή που έχετε μάθει το μάθημά τους είστε ελεύθεροι να αποφοιτήσετε – και σας αξίζει αυτό.

Το ηθικό δίδαγμα: Το να κρατάς τα βάσανα για τον εαυτό σου, όσο ευγενές και αν είναι, δεν είναι η απάντηση.

Το να ξεριζώσεις τις αιτίες τους, όσο καιρό κι αν πάρει, είναι η καλύτερη προσέγγιση.

ΑΠΟΔΡΑΣΗ.

Αυτό ακούγεται δελεαστικό και, επίσης, έχει έναν ηρωικό απόηχο. Δεν είναι σύμπτωση που το θέμα της απόδρασης είναι πάντα δημοφιλές στο Χόλιγουντ. Το κοινό λατρεύει τις ταινίες με αποδράσεις, προφανώς γιατί πολλοί άνθρωποι ταυτίζονται με αυτές.

Το είδος των βασάνων για το οποίο μιλάμε, όμως, δεν παράγεται από τον πόνο της φυσικής αιχμαλωσίας σε αυστηρά περιβάλλοντα, αλλά, αντίθετα, από συνηθισμένες καταστάσεις της ζωής, από τις οποίες οι άνθρωποι μη ηθελημένα, ασυνείδητα ή χωρίς να παραστρατίσουν δημιουργούν τις δικές τους φυλακές και έπειτα προσπαθούν να αποδράσουν.
Αυτοί που είναι υπεύθυνοι για τα βάσανά τους δεν μπορούν να τους ξεφύγουν παρά μόνο αντιμετωπίζοντάς τα, κατανοώντας τις πραγματικές αιτίες τους και απομακρύνοντάς τες. Οι προσπάθειες να ξεφύγουν από τα αυτο-προκαλούμενα βάσανα όχι μόνο αποτυγχάνουν, αλλά συχνά χειροτερεύουν τα βάσανα.
Το “πολέμα ή φεύγα” είναι ένα από τα αρχαιότερα βιολογικά ένστικτα στους ανθρώπους, αποτυπωμένο στα πιο πρωτόγονα τμήματα του εγκεφάλου μας και δίχως αμφιβολία αντικατοπτρίζεται στην ψυχή. Τα βάσανα είναι ένα είδος απειλής για την ευημερία ενός ανθρώπου, και έτσι υπάρχει μια φυσική τάση να τα πολεμήσει ή να τους ξεφύγει.
Αλλά όταν τα βάσανα είναι αυτο-προκαλούμενα, δεν μπορούμε να τα πολεμήσουμε παρά μόνο με το να τα αντιμετωπίσουμε, δεν μπορούμε να τους ξεφύγουμε καθόλου. Αν υποφέρετε και κάποιος σας προσφέρει ένα δωρεάν ταξίδι κάπου στον κόσμο ή και στον γαλαξία αν αυτό έχει σημασία, θα το παίρνατε; Μπορεί να το κάνατε για να σας αποσπάσει την προσοχή ή για προσωρινή απόδραση, αλλά γνωρίζετε πάρα πολύ καλά ότι τα βάσανά σας θα σας ακολουθούσαν όπου κι αν πηγαίνατε, τόσο σίγουρα όσο και η σκιά σας.
Παρ’ όλα αυτά, οι άνθρωποι θα προσπαθήσουν φυσιολογικά να αποδράσουν – μέσα από το αλκοόλ, τα ναρκωτικά, τις σχέσεις, τις θρησκείες – με οποιοδήποτε μέσο νομίζουν ότι τους απομακρύνει από τους εαυτούς τους, παρεμβάλλοντας το χρόνο ή το χώρο ή αλλαγμένες καταστάσεις συνείδησης μεταξύ αυτών και των βασάνων τους.
Όμως η απόδραση είναι μόνο προσωρινή.
Οι άνθρωποι που θέλουν να ζήσουν και όχι να υποφέρουν πρέπει να βρουν ένα τρόπο να αντιμετωπίσουν και να νικήσουν τα βάσανά τους.

ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΣΤΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΣΑΣ.

Μια άλλη πολύ κοινή στρατηγική είναι να προσπαθήσετε να μεταφέρετε τα βάσανά σας σε κάποιον άλλο. Βραχυπρόθεσμα, αυτό μοιάζει με το ανθρώπινο ισοδύναμο της σειράς υπαιτιότητας σε μια φάρμα:
Το αφεντικό σάς βάζει τις φωνές· εσείς φωνάζετε στο παιδί σας· το παιδί σας κλοτσάει το σκύλο.
Δυστυχώς, τα βάσανα δεν είναι σαν το ποδόσφαιρο: Δεν μπορείς να τα “κάνεις πάσα” σε κάποιον άλλον και επομένως να μην σου ανήκουν πια. Αν προσπαθήσετε, θα δείτε ότι έχει ένα πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα. Δηλαδή, δεν μπορείτε να ξεφορτωθείτε τα βάσανα με το να τα μεταφέρετε σε άλλους. Αυτό απλώς αυξάνει την παρουσία τους στον κόσμο. Οι άνθρωποι που ψάχνουν άλλους απλώς για να τους κάνουν συνένοχους στα βάσανά τους στην πραγματικότητα υποφέρουν διπλά: Πρώτον, από αυτό που πρωτίστως τους ενοχλεί και, δεύτερον, από την αυταπάτη ότι κάνοντας τους άλλους συνένοχους θα ελαφρύνουν τα δικά τους προβλήματα.

ΒΑΛΤΕ ΤΕΛΟΣ ΣΤΑ ΒΑΣΑΝΑ ΣΑΣ ΕΝΤΟΣ ΣΑΣ.

Αν υποφέρετε από μια ασθένεια, αυτή η ασθένεια είναι μέσα στο κορμί σας και πρέπει να γιατρευτεί εκεί.
Γιατί θα έπρεπε η δυσαρέσκεια να είναι τόσο διαφορετική;
Αλλά φαίνεται ότι είναι πολύ πιο δύσκολο για τους ανθρώπους να “κατέχουν” τη δυσαρέσκειά τους, γιατί πρέπει να δεχθούν την υπευθυνότητα για ό,τι σκέφτονται, προκειμένου να εξαλείψουν τη δυσαρέσκεια από μέσα τους.
Είναι πολύ ευκολότερο, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα, να κατηγορείτε τους άλλους: “Αυτός με κάνει δυστυχισμένη” ή “Αυτή δεν με εκτιμά” ή “Η κοινωνία μου φέρεται άδικα”.
Είναι πολύ δυσκολότερο να παραδεχθείτε ότι μερικές από τις πεποιθήσεις ή τις προσδοκίες σας δουλεύουν ενάντια στα καλύτερα συμφέροντά σας και ακόμη δυσκολότερο να αποφασίσετε τι να κάνετε ώστε να το αντιμετωπίσετε.
Μακροπρόθεσμα όμως, ο μόνος τρόπος να σταματήσετε τα βάσανά σας είναι να τα αποκηρύξετε. Αλλά για να το κάνετε αυτό, πρέπει να παραδεχθείτε ότι σας ανήκουν, πρώτα από όλα.

Διαθέτει ευφυΐα και αρετή; Τόσο πιο ακατάλληλες του αποκαλύπτονται για την εξέλιξή του

Αν εξετάσουμε τα πρακτικά εμπόδια που ορθώνονται στο δρόμο των ενάρετων νέων, δεν θα απορήσουμε που εμφανίστηκε αυτή η γενικευμένη τάση διερεύνησης των αδικιών στους κόλπους της κοινωνίας. Ξεκινώντας για τη ζωή, ο νέος άνδρας βρίσκει φραγμένο από τη διαφθορά το δρόμο προς τις επικερδείς απασχολήσεις. Οι τρόποι διεξαγωγής του εμπορίου έχουν γίνει ιδιοτελείς, αγγίζουν τα όρια της κλοπής, και τείνουν προς τα όρια (αν δεν τα ξεπερνούν) της απάτης.

Στην ουσία οι εμπορικές δραστηριότητες δεν είναι αταίριαστες για τον άνδρα, ούτε λιγότερο πρόσφορες για την ανάπτυξη των ικανοτήτων του αλλά σήμερα, σε γενικές γραμμές, είναι τόσο βρόμικες από τις παραβάσεις και τις καταχρήσεις, οι οποίες γίνονται με την συνέργεια όλων, ώστε απαιτούν περισσότερο σθένος και δυνάμεις απ' όσο μπορεί κανείς να περιμένει από ένα νέο άνδρα που επιθυμεί να ασχοληθεί μ’ αυτές˙ βρίσκεται χαμένος μέσα τους˙ βρίσκεται δεμένος χειροπόδαρα. Διαθέτει ευφυΐα και αρετή;

Τόσο πιο ακατάλληλες του αποκαλύπτονται για την εξέλιξή του, και αν θελήσει να ευδοκιμήσει ασκώντας τες, θα πρέπει να θυσιάσει όλα τα λαμπρά όνειρα της παιδικής ηλικίας και της εφηβείας του· θα πρέπει να λησμονήσει τις νεανικές προσδοκίες του και να μπει στον ζυγό της ρουτίνας και της δουλοπρέπειας. Εάν όμως σκέπτεται διαφορετικά, τότε: δεν του μένει παρά να χτίσει τον κόσμο από την αρχή, όπως εκείνος που χώνει το τσαπί στη γη για να τραφεί.

Όλοι, βεβαίως, είμαστε ένοχοι γι’ αυτή την κατάσταση˙ δεν χρειάζεται παρά να κάνουνε μερικές ερωτήσεις για τον τρόπο της προώθησης των εμπορεύσιμων προϊόντων από τα χωράφια όπου παράγονται μέχρι τα σπίτια μας, για να κατανοήσουμε ότι τρώμε, πίνουμε και φοράμε ψευδορκία και απάτη ενσωματωμένες σ’ εκατοντάδες αγαθά.

Αυτοεξάρτηση

Πως να μην διατηρηθούν συμπεριφορές από αυτό που ήμαστε κάποτε, αφού εξακολουθεί πραγματικά να ζει μέσα μας;

Εξακολουθούμε να είμαστε οι έφηβοι, τα μικρά παιδιά και τα μωρά που ήμαστε κάποτε.

Κατοικούν μέσα μας τα μικρά παιδιά που υπήρξαμε κάποτε. Όμως…

Αυτά τα μικρά παιδιά μας κάνουν εξαρτημένους.

Εμφανίζεται αυτό το μικρό παιδί και γίνεται κύριος της προσωπικότητας μου:

Γιατί είμαι φοβισμένος,
γιατί κάτι μου συμβαίνει,
γιατί έχω ένα πρόβλημα,
γιατί τα έχω χαμένα,
γιατί νιώθω ότι η ζωή μου πήγε χαμένη…

Όταν συμβαίνει κάτι τέτοιο, η μόνη λύση είναι να βρεθεί κάποιος, ένας ενήλικος, να με αναλάβει. Αυτός είναι ο λόγος που δεν πιστεύω στην ανεξαρτησία.

Γιατί δεν μπορώ να αρνηθώ το μικρό παιδί που ζει μέσα μου.

Γιατί δεν πιστεύω ότι αυτό το παιδάκι μπορεί στ’ αλήθεια να με αναλάβει.

Πιστεύω, βέβαια, ότι υπάρχει κι ένας ενήλικος μέσα μου, όταν πλέον είμαι ενήλικος.

Αυτός ο ενήλικος, και όχι κάποιος άλλος, είναι που θα αναλάβει το μικρό παιδί που έχω μέσα μου.
Αυτό είναι αυτοεξάρτηση!

Εντόπισαν ένα σύστημα στον Ωρίωνα με τρία άστρα και έναν πλανήτη που δεν γνωρίζει ποτέ το σκοτάδι

Τα ηλιακά συστήματα όπως το δικό μας γενικά σχηματίζονται με όλους τους πλανήτες τους σε τροχιά γύρω από τον ήλιο τους στο ίδιο όμως σχεδόν επίπεδο. Αλλά, όπως διαπίστωσε μια διεθνής ομάδα επιστημόνων, σε μια νέα μελέτη, αυτό δεν συμβαίνει πάντα. Έτσι, ομάδες αστεριών μπορούν να σχίσουν τον περιαστρικό πρωτοπλανητικό δίσκο τους (από τον οποίο σχηματίζονται οι πλανήτες), αφήνοντας πίσω τους στρεβλωμένους, μη ευθυγραμμισμένους δακτυλίους.
Στην άκρη του αστερισμού του Ωρίωνα περιστρέφεται ένα ηλιακό σύστημα με τρία άστρα και έναν πλανήτη που δεν γνωρίζει ποτέ το σκοτάδι. Η πάνω εικόνα συνδυάζει μία εικόνα από το ραδιο τηλεσκόπιο ALMA (με μπλε χρώμα) με εικόνα του οργάνου SPHERE του Πολύ Μεγάλου Τηλεσκόπιου του ESO, που δείχνει τη σκιά του εσωτερικού δακτυλίου του συστήματος

Μετά από 11 χρόνια μελέτης του GW Orionis, ενός νεαρού πλανητικού συστήματος με τρία άστρα-ήλιους κάπου 1.300 έτη φωτός μακριά  με έναν περιαστρικό δίσκο (ένας δακτυλιοειδής δίσκος που αποτελείται από αέριο, πρωτοπλανήτες, αστεροειδείς και άλλα μικρά σώματα από τα οποία σχηματίζονται οι πλανήτες), η ερευνητική ομάδα από τα Πανεπιστήμια Έξετερ και Λέστερ στην Αγγλία,  βρήκε την πρώτη άμεση απόδειξη ότι ομάδες αστεριών μπορούν στην πράξη να διαλύσουν αυτούς τους πρωτοπλανητικούς δίσκους τους. Επίσης, στο παρελθόν είχαν βρει δακτυλίους πυκνής αστρικής σκόνης που φώλιαζαν μεταξύ των τριών άστρων.  Αυτή δε η εργασία αποκαλύπτει έναν δίσκο που δεν είναι καθόλου επίπεδος και, αντίθετα, δεν είναι ευθυγραμμισμένος και σε μικρά κομμάτια ύλης.
 
Αυτός ο στρεβλωμένος σπασμένος δακτύλιος, που βρίσκεται στο εσωτερικό μέρος του περιαστρικού δίσκου του συστήματος GW Orionis, περιέχει 30 γήινες μάζες σε σκόνη. Αυτό σημαίνει ότι ο δίσκος περιέχει αρκετό υλικό για να σχηματίσει πολλούς πλανήτες και δακτυλίους πυκνής αστρικής σκόνης που φώλιαζαν μεταξύ των τριών άστρων.
 
Τώρα όμως μια προσεκτικότερη ανάλυση αυτού του συστήματος έδειξε ότι εκτός από σκόνη οι δακτύλιοι μπορεί να κρύβουν κάτι πολύ απίστευτο: έναν πλανήτη που λούζεται από το φως αυτών των τριών άστρων σε μόνιμη βάση.  Αυτό το GW Orionis είναι ένα σπάνιο παράδειγμα ουράνιας δομής τριπλού αστέρα, με δύο ήλιους να περιστρέφονται ο ένας γύρω από τον άλλο και ένα τρίτο αστέρι να περιστρέφεται γύρω από το δύο συνοδευτικά άστρα, εκατοντάδες εκατομμύρια χιλιόμετρα μακριά.
 
Δύο ξεχωριστές έρευνες που δημοσιεύθηκαν στο περιοδικό Science και στην επιστημονική επιθεώρηση The Astrophysical Journal Letters, αποκάλυψαν ότι μόνο η ύπαρξη ενός πλανήτη θα μπορούσε να διατηρήσει τη βαρυτική ισορροπία ολόκληρου του συστήματος. Η παρουσία του πλανήτη θα βοηθούσε, επίσης, να εξηγηθεί γιατί ο εσωτερικός δακτύλιος του συστήματος ταλαντεύεται ανεξέλεγκτα, ​​σαν ένα σπασμένο γυροσκόπιο. Αν αυτό επιβεβαιωθεί, ο μακρινός κόσμος του GW Orionis θα γίνει το πρώτο γνωστό ηλιακό σύστημα ενός μόνο πλανήτη σε τροχιά γύρω από τρία άστρα.
 
Τα περισσότερα ηλιακά συστήματα στο σύμπαν αποτελούνται από δυαδικά ζεύγη, δύο αστέρια που περιστρέφονται μεταξύ τους γύρω από ένα κοινό κέντρο βάρους. Ακόμη και ο Ήλιος μας μπορεί να έχει έναν χαμένο «δίδυμο» σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη. Τα συστήματα τριπλών αστέρων, όπως το GW Orionis, είναι πολύ σπάνια, καθώς η συνδυασμένη βαρυτική έλξη τριών ήλιων μπορεί δύσκολα δημιουργεί ισορροπία. Εάν η μάζα και η απόσταση του τρίτου αστεριού από το ζευγάρι δεν είναι συνδυάζει μια σειρά από προϋποθέσεις, μπορεί εύκολα να διαφύγει από το σύστημα και να χαθεί στο διαστρικό διάστημα.
 
Στο GW Ori, τρεις διαφορετικοί δακτύλιοι σκόνης περιστρέφονται γύρω από το κέντρο του ηλιακού συστήματος και κανένας από αυτούς δεν ευθυγραμμίζεται με την τροχιά των τριών αστεριών, όπως θα έπρεπε. Οι ερευνητές ανακάλυψαν αυτή την αδύνατη μη ευθυγράμμιση χρησιμοποιώντας το τηλεσκόπιο Atacama Large Millimeter Array (ALMA) στη Χιλή. Διαπίστωσαν επίσης ότι ο εξώτατος δακτύλιος, που βρίσκεται 338 αστρονομικές μονάδες  από το κέντρο του συστήματος, περιέχει αρκετή μάζα σκόνης για την κατασκευή 245 πλανητών σαν τη Γη – καθιστώντας τον μοναδικό μεγαλύτερο πρωτοπλανητικό δίσκο σε οποιοδήποτε γνωστό ηλιακό σύστημα.
 
Αναλύοντας σε βάθος τα στοιχεία που έχουν συλλέξει, οι αστρονόμοι κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι κάπου ανάμεσα στους δακτυλίους σκόνης, μάλλον έχει ήδη σχηματιστεί ή βρίσκεται σε φάση σχηματισμού ένας πλανήτης, που με τη μάζα του δίνει βαρυτική ισορροπία σε όλο το σύστημα. Σε αντίθεση με οποιονδήποτε άλλο γνωστό πλανήτη, θα περιστρέφεται ταυτόχρονα γύρω από τρεις ήλιους.
 
Ωστόσο ακόμη και αν υπάρχει αυτός ο υποθετικός πλανήτης, θα είναι ένας κόσμος αφιλόξενος, σκλάβος μιας άγριας ​​βαρυτικής έλξης, που λούζεται μονίμως από την ακτινοβολία τριών πύρινων γιγάντων.
 
Από το 2008, οι ερευνητές, οι οποίοι προέρχονταν από το Ηνωμένο Βασίλειο, το Βέλγιο, τη Χιλή, τη Γαλλία και τις ΗΠΑ, μελέτησαν τα τρία νεογέννητα αστέρια στο σύστημα GW Orionis χρησιμοποιώντας το AMBER (Astronomical Multi-BEam CombR) και αργότερα τα όργανα GRAVITY στο Ευρωπαϊκό Το Πολύ Μεγάλο Τηλεσκόπιο του Νότιου Παρατηρητηρίου (VLT) στη Χιλή, το οποίο συνδυάζει το φως από διαφορετικά τηλεσκόπια.

Σκέπτομαι, υπάρχω

Η πίστη στην ικανότητα του ανθρώπινου λογικού. Ο καρτεσιανός δυϊσμός. Η ταύτιση Θεού και Φύσης. Το ατομικό και το καθολικό

Η περίοδος της νεότερης φιλοσοφίας ξεκινάει, κατά σύμβαση, τον 17ο αιώνα, διαμορφώνοντας το θεωρητικό πλαίσιο της εποχής και της κοσμοαντίληψης που σήμερα ονομάζουμε νεωτερικότητα. Έτσι η νεότερη φιλοσοφία αγκαλιάζει δύο τουλάχιστον αιώνες στους οποίους δεσπόζουν τρεις μεγάλοι φιλοσοφικοί σταθμοί: ο εμπειρισμός, ο ορθολογισμός και η κριτική φιλοσοφία του Καντ, η οποία ανοίγει τον δρόμο για τον γερμανικό ιδεαλισμό.

Την ίδια περίοδο υπάρχουν ασφαλώς και άλλα ρεύματα σκέψης, όπως για παράδειγμα ο Διαφωτισμός, τα οποία όμως εντάσσονται μάλλον στην ιστορία των ιδεών παρά στην ιστορία της φιλοσοφίας. Βεβαίως η προηγούμενη διάκριση, κάπως σχηματική, αναφέρεται στην ενδιαφέρουσα θεωρητική συζήτηση που άνοιξε τα τελευταία χρόνια γύρω από τα ζητήματα της ιστορίας της φιλοσοφίας, συζήτηση που κατέδειξε την ανάγκη να διατυπωθεί ένα είδος κριτικής ιστορίας και κριτικής φιλοσοφίας της ίδιας της ιστορίας της φιλοσοφίας.

Ειδικότερα εδώ θα ασχοληθούμε με τον κλασικό ορθολογισμό.

Ορθολογισμός ή ρασιοναλισμός είναι η φιλοσοφική θέση που διδάσκει ότι η αληθινή φύση της πραγματικότητας μπορεί να γίνει γνωστή αποκλειστικά μέσω του ορθού λόγου, της recta ratio, σύμφωνα με τη λατινική έκφραση των φιλοσόφων της εποχής. Αν ο ορθολογισμός ασχολείται κυρίως με τη γνώση, την προέλευσή της και την κατάκτησή της από τον άνθρωπο, ωστόσο δεν περιορίζεται μόνο στο γνωσιοθεωρητικό πεδίο, αλλά επεκτείνεται στον χώρο της μεταφυσικής και της οντολογίας.

Σύμφωνα με τους ορθολογιστές φιλοσόφους επειδή η πραγματικότητα έχει μια εγγενώς ορθολογική δομή, υπάρχουν αλήθειες τις οποίες ο νους μπορεί να συλλάβει άμεσα δίχως τη διαμεσολάβηση των αισθήσεων. Ασφαλώς με αυτή την έννοια στοιχεία ορθολογισμού εντοπίζονται σε πολλές φιλοσοφίες από την αρχαιότητα ως τις ημέρες μας. Ωστόσο ο ορθολογισμός ως σταθμός που ορίζει και θέτει τους κανόνες της νεότερης ορθολογικότητας γεννιέται με το έργο τριών σπουδαίων στοχαστών: Καρτέσιος, Σπινόζα, Λάιμπνιτς. Η μεταφυσική ένταση με την οποία οι φιλόσοφοι αυτοί προβάλλουν τη δύναμη του λόγου οδήγησε έναν σύγχρονο φιλόσοφο, τον Μερλό-Ποντύ, να μιλήσει για Μεγάλο Ορθολογισμό.

Ο Καρτέσιος

Ιδρυτής της νεότερης φιλοσοφίας, και τούτο κατά γενική σχεδόν ομολογία, θεωρείται ο Καρτέσιος (1596-1650). Μάλιστα, σύμφωνα με τον Χέγκελ, δεν πρόκειται απλώς για ιδρυτή αλλά για κανονικό ήρωα ο οποίος τόλμησε να ξαναπάρει τα πράγματα από την αρχή. Είναι αλήθεια ότι ο Καρτέσιος ξεκινά τη φιλοσοφία του από μηδενική βάση. Τούτο σημαίνει ότι με μια εντυπωσιακή πράγματι χειρονομία παραμερίζει όλη την προηγούμενη σχολαστική φιλοσοφία και προχωρά στην άρθρωση ενός καινοτόμου φιλοσοφικού λόγου, με κεντρικό άξονα την πίστη στην ικανότητα του ανθρώπινου λογικού.

Ο Καρτέσιος ισχυρίζεται ότι η μαθηματική μέθοδος είναι το πρότυπο της ασφαλούς γνώσης των πραγμάτων στο σύνολό τους. Με εκκίνηση τη μέθοδο της ριζικής αμφιβολίας, η οποία θα καταλήξει στην πρώτη αδιαμφισβήτητη αλήθεια, το «cogito ergo sum», καθίσταται δυνατή, μέσω των σαφών και ευκρινών ιδεών, η θεμελίωση ενός επιστημονικού λόγου που τείνει να αγκαλιάσει όλες τις πτυχές της ανθρώπινης γνώσης και δράσης.

Η μεταφυσική αναζήτηση στην καρτεσιανή φιλοσοφία προσπαθεί να απαντήσει σε δύο κυρίως ερωτήματα.

Το πρώτο μπορεί να διατυπωθεί ως εξής: αν έχω μια σαφή και ευκρινή ιδέα, η οποία είναι αληθής σύμφωνα με τις εσωτερικές απαιτήσεις του λόγου, υπάρχει άραγε κάποιο πραγματικό ον που να ανταποκρίνεται σ’ αυτήν; Η απάντηση είναι καταφατική, διότι πρόκειται ακριβώς για τον εαυτό μου, ο οποίος υπάρχει όπως ακριβώς τον νοώ: εγώ σκέφτομαι και, εφόσον σκέφτομαι, υπάρχω.

Το δεύτερο ερώτημα αφορά το αν οι σαφείς και ευκρινείς ιδέες μου έχουν αντίκρυσμα στην πραγματικότητα, δηλαδή αν ό,τι μου δείχνει καθαρά ο λόγος μου αποτελεί έκφραση ενός καθολικού λόγου ή αν πρόκειται απλώς για υποκειμενική κρίση. Η απάντηση είναι και εδώ καταφατική, επειδή την εγγυάται ο ίδιος ο Θεός: ο λόγος μου, στο μέτρο που εκφράζει σαφείς και ευκρινείς ιδέες, δεν μπορεί παρά να είναι ορθός. Έτσι, με την απόδειξη της ύπαρξης του Θεού, ο Καρτέσιος πετυχαίνει την εγκυρότητα κάθε λογικής απόδειξης, ώστε να θεμελιωθεί αναμφίβολα η πλήρης αντιστοιχία μεταξύ των ορθολογικών ιδεών μας και των νόμων της φύσης. Κατά συνέπεια ακολουθώντας τους κανόνες του ορθού λόγου η σκέψη μας μπορεί να γνωρίσει το πραγματικό.

Σε τι συνίσταται όμως η πραγματικότητα; Σε δύο υποστάσεις ή ουσίες: την έκταση (χώρος, υλικά σώματα) και τη νόηση (ψυχή, νους, ιδέες). Αυτός είναι επιγραμματικά ο περίφημος καρτεσιανός δυϊσμός. Με την έννοια αυτή ο άνθρωπος ορίζεται ως ένωση δύο υποστάσεων, σώμα-ψυχή, οι οποίες βρίσκονται σε αλληλεπίδραση μεταξύ τους, με το ψυχικονοητικό στοιχείο να κατέχει πάντως προνομιακή θέση. Σ’ αυτή τη θέση εξάλλου ο Καρτέσιος αποδίδει την ελεύθερη βούληση του ανθρώπου, το αυτεξούσιο: ως προς την ελευθερία του ο άνθρωπος αποτελεί τρόπον τινά μικρογραφία του Θεού.

Ωστόσο υπάρχει κάτι που δεν μπορεί να γνωρίσει ο άνθρωπος με τον λόγο, και τούτο είναι η ουσία της θεϊκής φύσης: ο Θεός παραμένει κατά βάθος ακατανόητος, εφόσον είναι άπειρος, ενώ αντίθετα ο ανθρώπινος νους είναι πεπερασμένος. Ακριβώς στο σημείο αυτό θα αντιδράσουν έντονα τόσο ο Σπινόζα όσο και ο Λάιμπνιτς, για διαφορετικούς λόγους ο καθένας. Με την αντιπαράθεση των δύο αυτών στοχαστών στο καρτεσιανό πρότυπο, το οποίο προφανώς προϋποθέτουν, μπορούμε να πούμε ότι ξεκινά η περίοδος των μετακαρτεσιανών φιλοσόφων.

Ο Σπινόζα

Η σκέψη του Σπινόζα (1632-1677) διαφέρει από την καρτεσιανή σε ορισμένα καίρια σημεία, έτσι ώστε έχουμε να κάνουμε με διαφορετική φιλοσοφία, παρά τη θεματική συνάφεια και το παρεμφερές εννοιολογικό πλαίσιο των δύο συστημάτων.

Κατ’ αρχάς ο σπινοζισμός δεν αποτελεί μόνο μεταφυσικό οικοδόμημα αλλά είναι και μια εντυπωσιακή προσπάθεια για να βρεθεί και να καταδειχθεί ένας μη θρησκευτικός δρόμος για τη σωτηρία των ανθρώπων. Ο δηλωμένος αυτός στόχος του φιλοσόφου οδηγεί τον Σπινόζα στην παραγωγή μιας πρωτότυπης θεωρίας των παθών, μιας πολιτικής φιλοσοφίας, καθώς και μιας θεωρίας της ιστορίας, σε αντίθεση με τον Καρτέσιο, ο οποίος δηλώνει αδιάφορος για την πολιτική και απορρίπτει ως περίπου άχρηστη την ιστορική γνώση.

Αλλά η βασική διαφωνία του Σπινόζα ως προς τον καρτεσιανισμό σχετίζεται με την καθολική εμβέλεια του ορθολογισμού. Η πραγματικότητα ή είναι απολύτως κατανοήσιμη ή είναι εντελώς ακατανόητη, θα ισχυριστεί ο Σπινόζα, σύμφωνα με την τολμηρή πρόταση του οποίου η ανθρώπινη σκέψη μπορεί να γνωρίσει στην εντέλεια τον Θεό, πράγμα που η σπινοζική φιλοσοφία δηλώνει με τρόπο λιτό: «Έχουμε την ιδέα του Θεού». Το γεγονός ότι ο σπινοζικός ορθολογισμός είναι απόλυτος, δεν σημαίνει ότι είναι και τυφλός ή αφελής: αναγνωρίζει πράγματι την ισχύ των παθών, των αισθήσεων, της φαντασίας και της εμπειρίας· στον βαθμό αυτό εξάλλου ο ορθολογισμός του Σπινόζα είναι απόλυτος: ενσωματώνει πράγματι τις ανορθόλογες πλευρές τόσο της σκέψης όσο και της συμπεριφοράς μας.

Σε ό,τι αφορά την περιγραφή της πραγματικότητας ο Σπινόζα απορρίπτει τον δυϊσμό, δεχόμενος μία και μοναδική υπόσταση την οποία ονομάζει Θεό ή Φύση. Συνέπεια του γεγονότος αυτού αποτελεί η ισοτιμία ή ο παραλληλισμός μεταξύ σώματος και ψυχής, όπου ψυχή είναι η ιδέα του σώματος, δηλαδή το ίδιο πράγμα θεωρημένο υπό διαφορετικό κατηγόρημα ή, απλούστερα, από διαφορετική σκοπιά: το σώμα είναι μια τροπή της έκτασης, η ψυχή μια τροπή της νόησης.

Ένα καίριο επακόλουθο της ταύτισης του Θεού με τη Φύση είναι και η σπινοζική αντίληψη περί ελευθερίας. Όλα τα πράγματα στη φύση είναι καθορισμένα να υπάρχουν και να ενεργούν με συγκεκριμένους τρόπους. Οι άνθρωποι καθορίζονται από δεδομένες αιτίες, ώστε να ενεργούν με τον έναν ή τον άλλον τρόπο. Συνήθως όμως αγνοούν παντελώς αυτές τις αιτίες, ενώ ταυτοχρόνως έχουν συνείδηση των επιθυμιών και των επιδιώξεών τους. Εξαιτίας της πλήρους αυτής άγνοιας ως προς τις αιτίες, θεωρούν ότι είναι ελεύθεροι τόσο στις αποφάσεις όσο και στις πράξεις τους: σε τούτο συνίσταται η ψευδαίσθηση της ελεύθερης βούλησης.

Η ελευθερία στον Σπινόζα είναι το άλλο όνομα της αναγκαιότητας. Στην προοπτική αυτή, απόλυτη ελευθερία θα ήταν η τέλεια γνώση της αναγκαιότητας, κάτι εξαιρετικά δύσκολο για τους ανθρώπους, εφόσον αγνοούν την άπειρη αλυσίδα των εξωτερικών, αλλά και των εσωτερικών, αιτίων που τους καθορίζουν ανά πάσα στιγμή. Οι εξωτερικές αιτίες όμως, και τούτο πρέπει να τονιστεί, δεν προκύπτουν βάσει ενός ορισμένου προϋπάρχοντος σχεδίου, δεν επιτελούν δηλαδή κάποιον σκοπό ή, με άλλα λόγια, η οντολογία δεν υποτάσσεται στην τελεολογία.

Στον Σπινόζα η πραγματικότητα είναι κατανοητή στο σύνολό της, χωρίς όμως να τη βαραίνει κανένα υπερβατικό νόημα, κανενός είδους έξωθεν σκοπός. Κατά συνέπεια στο οντολογικό επίπεδο είναι άτοπο να μιλούμε για σκοπό ή, τέλος, το μόνο που θα μπορούσαμε να πούμε είναι ότι η αναγκαιότητα συνιστά αυτοσκοπό, δηλαδή δεν έχει άλλο τέλος εκτός του εαυτού της.

Ο σπινοζικός ντετερμινισμός είναι λοιπόν απόλυτος από μεταφυσική και από οντολογική άποψη. Εν τούτοις επειδή ακριβώς πρόκειται για ντετερμινισμό που δεν εμπεριέχει το παραμικρό ίχνος τελεολογίας, η σπινοζική σύλληψη περί αναγκαιότητας δεν καταλήγει να είναι για τους ανθρώπους ένα πεπρωμένο, δεν οδηγεί στο κισμέτ ή σε οποιασδήποτε μορφής μοιρολατρία. Αντίθετα η κατανόηση του καθορισμένου και αναγκαίου χαρακτήρα των όσων συμβαίνουν στη φύση και στη ζωή τους βοηθάει και διευκολύνει τελικά τους ανθρώπους, στο μέτρο που συλλαμβάνουν τα γεγονότα ως αναγκαία και, άρα, ταράζονται λιγότερο εξαιτίας τους. Ετσι μπορούν να αντιδρούν καλύτερα, δηλαδή πιο ενεργητικά και πιο αυτόνομα, στα εξωτερικά ερεθίσματα, στους εξωτερικούς καθορισμούς. Ακριβώς στο μέτρο που οι άνθρωποι είναι ενεργητικοί και αυτόνομοι, είναι επίσης χαρούμενοι, παραγωγικοί και, εν τέλει, ελεύθεροι και ευτυχισμένοι.

Ο Λάιμπνιτς

Ο Λάιμπνιτς (1646-1716) θα αντιπαρατεθεί τόσο στον καρτεσιανισμό όσο και στον σπινοζισμό. Ο καρτεσιανός δυϊσμός απορρίπτεται, καθώς η έκταση (ή ο χώρος) δεν θεωρείται πλέον υπόσταση ούτε κατηγόρημα, αλλά εκλαμβάνεται ως τάξη σύμφωνα με την οποία υπάρχουν οι άπειρες υποστάσεις τις οποίες ο Λάιμπνιτς ονομάζει μονάδες. Κάθε μονάδα, παρ’ όλο που είναι ατομική, αποτελεί από μόνη της έναν ολόκληρο κόσμο ή μάλλον μία άποψη του κόσμου, έναν μικρόκοσμο. Κάθε μονάδα προϋποθέτει όλες τις άλλες και συγχρόνως αντικατοπτρίζει τρόπον τινά ολόκληρο το Σύμπαν.

Έτσι ξεδιπλώνεται η σαγηνευτική λαϊμπνιτσιανή διαλεκτική μεταξύ του ατομικού και του καθολικού. Οι μονάδες χωρίζονται σε ανώτερες και κατώτερες, αναλόγως με την ενέργεια που περιέχουν, αποτελώντας με αυτόν τον τρόπο ένα ιεραρχικό σύστημα. Η κάθε μονάδα χαρακτηρίζεται από αυτονομία και αυτενέργεια, καθώς δεν επικοινωνεί με τις άλλες. Ο Θεός είναι εκείνος που συνδυάζει μεταξύ τους τις κλειστές, «δίχως πόρτες και παράθυρα», μονάδες. Ο Θεός έχει υπολογίσει εκ των προτέρων τα πάντα μέσα στον κόσμο, όπου και κυριαρχεί μια προκαθορισμένη ή προδιαγεγραμμένη αρμονία. Σε τούτο οφείλεται άλλωστε και η δυνατότητα ορθολογικής γνώσης για τους ανθρώπους: ο Θεός γίνεται αντιληπτός σαν αρχιτέκτονας της μηχανής του Σύμπαντος και σαν μονάρχης στο θεϊκό βασίλειο των πνευμάτων.

Σε ό,τι αφορά τις σχέσεις του σώματος με την ψυχή, ο Λάιμπνιτς θέτει την πλήρη αυτονομία των δύο αυτών στοιχείων. Το σώμα και η ψυχή ακολουθούν το καθένα τους δικούς του νόμους: η ψυχή καθορίζεται από τα τελικά αίτια (τελεολογία), το σώμα από τα ποιητικά αίτια (φυσική μηχανική) χωρίς να έχει τη δυνατότητα το ένα να δρα επί του άλλου, παρ’ όλο που εμφανίζονται σαν σε διαρκή αλληλεπίδραση. Πηγή αυτής της ψευδαίσθησης είναι η αρμονία που ο Θεός όρισε να βασιλεύει ανάμεσά τους. Η αρμονία σώματος-ψυχής οφείλεται λοιπόν σε μια προκαθορισμένη εσωτερική αρχή, σαν να επρόκειτο για δύο συγχρονισμένα ρολόγια που έχουν ρυθμιστεί και λειτουργούν κατά τον ίδιο ακριβώς τρόπο, δίχως το ένα να επιδρά στο άλλο.

Μέσα στο λαϊμπνιτσιανό σύμπαν, που διέπεται εξαρχής από τη θεία πρόνοια, πώς μπορεί να εξηγηθεί η ύπαρξη του κακού; Πώς γίνεται να υπάρχει κακό στον καλύτερο δυνατό κόσμο, τον οποίο ο Θεός επιλέγει και ενεργοποιεί ανά πάσα στιγμή; Στην πραγματικότητα ο Θεός δεν είναι υπεύθυνος για το προπατορικό αμάρτημα: μπορεί να επιτρέπει την ύπαρξη του κακού αλλά επιθυμεί μόνο το καλό. Η ρίζα του κακού βρίσκεται στον άνθρωπο επειδή αυτός, ως δημιούργημα, είναι ατελής και όχι τέλειος σαν τον δημιουργό Θεό. Μέσα στον καλύτερο δυνατό κόσμο λοιπόν η ανθρώπινη ελευθερία κατέχει την εξέχουσα θέση που της αρμόζει. Η ελευθερία συνίσταται τελικά στο ότι ο Θεός δίνει μια μικρή κλίση στην ψυχή του ανθρώπου, χωρίς όμως να την εξαναγκάζει σε οποιαδήποτε πράξη.

Ως συμπέρασμα θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι ο κλασικός ορθολογισμός αποτέλεσε σημαντικό σταθμό, ο οποίος καθόρισε σε μεγάλο βαθμό την ιστορία της φιλοσοφίας. Δίχως υπερβολή, τίποτε δεν θα ήταν ίδιο στη σύγχρονη σκέψη αν δεν υπήρχαν τα τρία φιλοσοφικά συστήματα που συνοπτικά εκτέθηκαν προηγουμένως. Αφήνοντας κατά μέρος την πρόοδο των επιστημών (κυρίως των μαθηματικών, χάρη στους Καρτέσιο και Λάιμπνιτς), ας θυμηθούμε ότι η καρτεσιανή φιλοσοφία συνέβαλε στη συγκρότηση του νεωτερικού υποκειμένου και άνοιξε τον δρόμο προς τις φιλοσοφίες της συνείδησης, τη φαινομενολογία και τον υπαρξισμό. Ακόμη και η «γενετική γραμματική» που προσφάτως πρότεινε ο Τσόμσκι έχει χαρακτηριστεί καρτεσιανής έμπνευσης.

Η σκέψη του Λάιμπνιτς τροφοδότησε φιλοσόφους και καλλιτέχνες, άνοιξε τον δρόμο στον προοπτικισμό, έδωσε υλικό στην επιστήμη αλλά και στη λογοτεχνία με την ιδέα των άπειρων δυνατών κόσμων. Τέλος ο σπινοζισμός, εμπνέοντας τα εντονότερα αισθήματα θαυμασμού (π.χ. στους Φρόιντ, Αϊνστάιν, Μπόρχες) αλλά και αποστροφής, ανάγκασε τον Χέγκελ να αποφανθεί ότι «ο Σπινόζα αποτελεί κομβικό σημείο στη νεότερη φιλοσοφία· το δίλημμα είναι: ή Σπινόζα ή όχι φιλοσοφία».

Nietzsche: Αγών είναι η Ομορφιά της Ζωής

Φρίντριχ Νίτσε: 1844-1900

Ο ΑΓΩΝ ΤΗΣ ΖΩΗΣ: να ερωτεύεσαι το πεπρωμένο σου

§1

     Στα έργα του ο Νίτσε δεν φείδεται να χρησιμοποιεί φράσεις και εκφράσεις, ιστορικά καταξιωμένες και ως εκ τούτου ικανές να απελευθερώνουν νοήματα της σκέψης του με ακατάλυτη ισχύ. Μια απ’ αυτές είναι και η φράση: amor fati. Tην έχει δανειστεί από τον ρωμαϊκό στωικισμό και κυριολεκτικά σημαίνει: έρως/αγάπη του πεπρωμένου/της μοίρας. Με τούτη τη φράση καταφάσκει το άνοιγμα στη ζωή: τουτέστι θέλει να δηλώσει τη συναίνεση, το μεγάλο ναι, ως γενική στάση έναντι της πραγματικότητας. Ουσιαστικά ενεργοποιεί τη δυνατότητα να εκφράσει μια συναισθηματική και όχι γνωσιολογική σχέση με το πεπρωμένο, με τη μοίρα. Κατ’ αυτήν τη σχέση δεν πρόκειται για παραίτηση σε ό,τι μας επιτάσσει το πεπρωμένο, για παθητική υποταγή στην αναπόφευκτη μοίρα αλλά για τη χαρούμενη αποδοχή της· μια αποδοχή, που μας επιτρέπει να βιώνουμε την αναγκαιότητα ως μια μορφή της ομορφιάς. Γράφει σχετικά:

«Σήμερα ο καθένας επιτρέπει στον εαυτό του να εκφράζει την επιθυμία του και την πιο προσφιλή του σκέψη· γι’ αυτό κι εγώ θα πω τι επιθυμώ από τον εαυτό μου σήμερα και ποια πρώτη σκέψη πέρασε από την καρδιά μου αυτό τον χρόνο ‒ ποια σκέψη πρέπει να γίνει για μένα βάση, εγγύηση και γλυκύτητα της ζωής μου από δω και πέρα! Θέλω να μαθαίνω όλο και περισσότερο να βλέπω ως ωραίο αυτό που είναι αναγκαίο στα πράγματα ‒ έτσι θα γίνω ένας από κείνους που κάνουν ωραία τα πράγματα. Amor fati: ας είναι αυτή η αγάπη μου από δω και πέρα! Δεν θέλω να κηρύξω πόλεμο εναντίον αυτού που είναι άσχημο. Δεν θέλω να κατηγορώ· δεν θέλω να κατηγορώ ούτε εκείνους που κατηγορούν. Να στρέφω αλλού το βλέμμα μου: αυτή ας είναι η μόνη μου άρνηση! Και, με δυο λόγια: θέλω να γίνω από μια στιγμή και μετά ένας άνθρωπος που λέει μόνο Ναι!» (Η χαρούμενη επιστήμη, § 276).

§2

     Amor fati: το να αγαπάμε το πεπρωμένο μας σημαίνει, για τον Νίτσε, να προσηλώνουμε το βλέμμα μας στη ρεαλιστική πραγματικότητα και μόνο σ’ αυτή· να μην αρνούμαστε, δηλ. να μην φοβόμαστε να αναμετρηθούμε με αυτό «που μας βρίσκει, μας συντυχαίνει και μας αλλάζει» (Heidegger) αλλά να το αντιμετωπίζουμε με ενεργητική βούληση και με έναν τέτοιο δυναμισμό, ώστε να εκμηδενίζουμε τη δυσθυμία, την πλήξη, τη θλίψη, την απελπισία, την απόγνωση και κάθε φυγή ή πτήση προς ένα ιδεαλιστικό επέκεινα. Άμα εισχωρήσει στη ζωή μας ένα τέτοιο επέκεινα ως παραμυθία από την τραγικότητα του υπαρκτικού μας Είναι, παραλύει τη βούλησή μας για κατάφαση της ζωής και καλλιεργεί μια ροπή να αρνούμαστε αυτή την κατάφαση, υπό τη μορφή καταδίκης των οδυνηρών και τραγικών πτυχών της ζωής. Τέτοιες πτυχές, που είναι σύμφυτες με την ενεργό πραγματικότητά μας, δεν τις καταδικάζουμε αρνούμενοι αυτή την πραγματικότητα, αλλά τις αντιπαλεύουμε, τις πολεμάμε. Η αγάπη, επομένως, του πεπρωμένου μας υποδηλώνει την αγάπη του πολέμου στη ζωή υπέρ της ζωής. Να γιατί ο Νίτσε ανήγαγε σε εμβληματική αρχή και μορφή της σκέψης του την ηρακλείτεια ρήση: «πόλεμος πατήρ πάντων …». Η μόνη άρνηση, ως εκ τούτου, απέναντι στην κατάφαση της ζωής είναι η άρνηση του ιδεαλισμού, που ως επέκεινα μας κραδαίνει διαρκώς τον κίνδυνο της ήττας μας κατά την αναμέτρησή μας με τις οδυνηρές και τραγικές πλευρές της ζωής.

§3

     Με την αγάπη της μοίρας, του πεπρωμένου, φαίνεται πως ο Νίτσε αναγνωρίζει την αναγκαιότητα των πραγμάτων, της πραγματικότητας, και μάλιστα την αναγνωρίζει ως το ωραίο. Αυτή η αναγκαιότητα του δημιουργεί την επιθυμία να μαθαίνει όλο και περισσότερο να βλέπει τα πράγματα στην κατ’ αναγκαιότητα ομορφιά τους και να είναι έτσι εκείνος που τα ομορφαίνει και ομορφαίνει και ο ίδιος. Η αγάπη της μοίρας δεν πρέπει να εκλαμβάνεται πλέον ως υπαγωγή της ζωτικής μας δραστηριότητας στο τυχαίο, ως παθητική αποδοχή αυτού που μας συμβαίνει ή ως άνευ όρων παράδοση σε αυτό που δεν ελέγχουμε, αλλά ως αυτή τούτη η αγάπη που μας εμπνέει, ως η αγάπη της ζωής μας ή ως η αγάπη στη ζωή μας. Όπως λέει ο Νίτσε και στο πιο πάνω απόσπασμα (§1) δεν επιθυμεί να ασχοληθεί με το άσχημο, να το καταπολεμήσει, να κατηγορήσει κ.λπ., γενικώς να ακολουθήσει μια ατέρμονη γραμμή εμπλοκής του στο άσχημο, ήτοι, να αναλώσει τη ζωτική του δραστηριότητα σε ό,τι ποδοπατάει την ομορφιά της ζωής, αλλά να κρατήσει το βλέμμα του μακριά από την ασχήμια και να καταστήσει τον εαυτό του δύναμη αποκλειστικά κατάφασης της ομορφιάς της ζωής. Κατ’ αυτό τον τρόπο κατορθώνει, με πολλή προσοχή και ακρίβεια, να συνδυάσει την ελευθερία του ανθρώπου με την αναγκαιότητα του πεπρωμένου του. Όσο μαθαίνει να βλέπει την αναγκαιότητα των πραγμάτων ως το ωραίο, τόσο πιο πολύ επιθυμεί να αγαπά τη μοίρα του. Και η ελευθερία του; Σε τι έγκειται; Έγκειται στο να βλέπει, να μαθαίνει, να επιθυμεί, να αποφασίζει, να ομορφαίνει και να αγαπά τα πάντα στη ζωή, να αναγνωρίζει την αναγκαιότητά τους και να ενεργεί κινητοποιώντας όλες τις εσωτερικές του δυνάμεις υπό ένα εύρυθμο συνδυασμό ενστίκτων, αισθημάτων, λογισμού και υποσυνείδητου. Για μια τέτοια κινητοποίηση χρειάζεται να αίρεται κανείς πάνω από τις καθημερινές αντιλήψεις που διχοτομούν, θραύουν, συντρίβουν, κατακομματιάζουν την ενότητα αναγκαιότητας και ελευθερίας.

§4

     Το Amor fati αποτελεί για τον Νίτσε ένα από τα καθοριστικά θέματα της σκέψης του. Το να αγαπάει κανείς το πεπρωμένο σημαίνει, γι’ αυτόν τον γεμάτο φως φιλόσοφο, να αγαπάει την αισθητή πραγματικότητα, τον αισθητό κόσμο, όπου ζει, και να εναντιώνεται στην καταδίκη αυτού του κόσμου, στην οποία προχωρεί, με τον δικό του τρόπο, ο μεταφυσικός/θεολογικός ιδεαλισμός, με το να τοποθετεί την ευτυχία του ανθρώπου σε έναν υπεραισθητό, αμετάβλητο κόσμο. Η εν λόγω στάση της καταδίκης της αισθητής πραγματικότητας ανάγει τις ρίζες της στη μνησικακία και στην επιθυμία για εκδίκηση προς τη ζωή. Αυτή τη στάση την εντοπίζει ο Νίτσε στην κλασική μεταφυσική, που έχει για χαρακτηριστικό της έμβλημα ή σήμα την ερμηνευτική δημιουργία του κόσμου του Είναι ‒π.χ. την ερμηνευτική πράξη της δημιουργίας του κόσμου από τον θεό‒ δηλ. ενός κόσμου αμετάβλητου, αιώνια ίδιου με τον εαυτό του. Πρόκειται για τον κόσμο, που κατά τη θεολογική μεταφυσική δεν γνωρίζει το γίγνεσθαι, τη γένεση και τη φθορά και στέκεται πάνω και πέρα από τις αντιφάσεις της ζωής, οι οποίες συνιστούν πηγή ανυπόφορων πόνων. Η ελευθερία του ανθρώπου όμως, όπως τονίζει με έμφαση ο Νίτσε, δεν ενδημεί σε μια τέτοια φυγή από την πραγματικότητα αλλά στα ελεύθερα πνεύματα, που πρωτίστως είναι σωματικά όντα με τις ρίζες τους μέσα στην κοινωνία και την ιστορία. Υπό την οπτική της εντιμότητας, της μη-δολιότητας και του θάρρους αυτών των όντων, δηλ. υπό την οπτική της ικανότητας ημών των ανθρώπων να σκεπτόμαστε την πραγματικότητα στο σύνολό της και της ικανότητάς μας να αντιμετωπίζουμε μέσα σε τούτη καθετί συνταρακτικό, τρομερό, το amor fati ταυτίζεται για τον Νίτσε με μια από τις διαστάσεις του Διονυσιακού και γίνεται το χαρακτηριστικό γνώρισμα του ανθρώπινου μεγαλείου:

«Ο κανόνας μου για το μεγαλείο του ανθρώπου είναι amor fati: να μη θέλει κανείς τίποτε άλλο, μπροστά τίποτε, πίσω τίποτε, στους αιώνες των αιώνων τίποτε. Το αναγκαίο [=το κατ’ αναγκαιότητα] όχι μόνο να το υποφέρεις, πολύ λιγότερο να το αποκρύβεις ‒ολόκληρος ο ιδεαλισμός δεν είναι παρά ψευδολογία, παραπλάνηση, ως προς το αναγκαίο‒ αλλά να το αγαπάς» (Ecce homo, Warum ich so klug bin §10, KSA6, σ. 297).  

§5

     Το ερώτημα, στη συνάφεια τούτη, επανέρχεται και πάλι στην έννοια του πεπρωμένου. Ο Νίτσε χρησιμοποιεί για τούτη την έννοια τη λατινική λέξη Fatum και όχι τη γερμανική Schicksal, γιατί η εν λόγω λατινική λέξη δεν σημαίνει μόνο μοίρα, πεπρωμένο αλλά και θάνατο. Όλοι οι άνθρωποι, ως ιστορικο-κοινωνικά όντα, φέρουν μέσα τους αυτό το Fatum ως την αναγκαία οριοθέτηση της ζωής τους, ως τον βιολογικό τους περιορισμό. Το amor fati, συνακόλουθα, υποδηλώνει πως η μοίρα του ανθρώπου περιλαμβάνει τέτοιους παράγοντες, όπως γέννηση, διάρκεια ζωής, θνητότητα ‒που περικλείει χρονικότητα και σωματικότητα‒ θάνατο, διάφορες άλλες περιστάσεις, τόσο σε επίπεδο φυσικού κόσμου, όσο και σε εκείνο του ιστορικού και κοινωνικού κόσμου. Εδώ εντάσσεται και η καλή όπως και η κακή τύχη, η καλοτυχία και κακοτυχία. Στο βαθμό που συνειδητοποιούμε αυτό το πολύπλοκο πλέγμα των ως άνω παραγόντων ζωής και το ερμηνεύουμε, δηλ. το εσωτερικεύουμε, στην αλήθεια του, συνάπτουμε τη μοίρα μας με την ελευθερία και με τον Αγώνα για την ελευθερία, πέρα από κάθε πτήση έξω από την αισθητή πραγματικότητα. Ο Νίτσε, κατ’ αυτό τον τρόπο, επικεντρώνει το ενδιαφέρον του στο θάνατο, αποδοκιμάζοντας όλες τις θεϊστικές πεποιθήσεις και τις σκιές, που αφήνουν να απλώνονται πάνω στον κόσμο και οι οποίες θέλουν να μας κάνουν να πιστεύουμε ότι ο κόσμος είναι ρυθμισμένος και αρμονικός έξω από τη βούληση του ανθρώπου. Το amor fati αποβλέπει στην απομάκρυνση όλων αυτών των σκιών και κατ’ επέκταση δείχνει πως ένας κόσμος του Αγώνος για ζωή, που περιλαμβάνει και την περίσταση του θανάτου αλλά πάντοτε στηρίζεται στη βούληση του ανθρώπου για δύναμη είναι ένας όμορφος κόσμος. Είναι όμορφος, γιατί η εν λόγω βούληση για δύναμη, όταν κατανοείται σωστά από τους ίδιους τους ανθρώπους, επιτρέπει να βρίσκονται στο προσκήνιο ως ενεργά όντα οι δυνατοί, όπως λέει ο Νίτσε, δυνατοί δηλ. τόσο από τη σκοπιά της πνευματικότητας, όπως π.χ. ήταν και ο ίδιος ο φιλόσοφος, όσο και από εκείνη της εξωτερικότητας, δηλ. της μη καθυπόταξης των πραγματικά ικανών-των άξιων ανθρώπων, των υπέρ-ανθρώπων, στην εξουσία του συρφετού των ανίκανων, των αδύναμων και ανάξιων, οι οποίοι κρύβονται συνήθως πίσω από ιδεολογίες και ποικίλα άλλα προσωπεία πολιτικής, κομματικής, πολιτισμικής, αξιωματικής ή και «επιστημονικής» υφής:

«Όλα τα προβλήματα της πολιτικής, της κοινωνικής τάξης, της αγωγής … είναι ως τα βάθη της ουσίας τους παραχαραγμένα, κατά τρόπο που ο κόσμος να εκλάβει για μεγάλους τους πιο ολέθριους ανθρώπους …Αυτοί είναι για μένα τα απορρίμματα της ανθρωπότητας, τα εκτρώματα της αρρώστιας και των εκδικητικών ενστίκτων: είναι οι ανίατοι στην ουσία απ-άνθρωποι, που παίρνουν εκδίκηση από τη ζωή» (Ecce homo, Warum ich so klug bin §10, KSA6, σ. 296).

ΠΛΑΤΩΝ: Πολιτεία (377e-380c)

[377e] Ὅταν εἰκάζῃ τις κακῶς [οὐσίαν] τῷ λόγῳ, περὶ θεῶν τε καὶ ἡρώων οἷοί εἰσιν, ὥσπερ γραφεὺς μηδὲν ἐοικότα γράφων οἷς ἂν ὅμοια βουληθῇ γράψαι.
Καὶ γάρ, ἔφη, ὀρθῶς ἔχει τά γε τοιαῦτα μέμφεσθαι. ἀλλὰ πῶς δὴ λέγομεν καὶ ποῖα;
Πρῶτον μέν, ἦν δ᾽ ἐγώ, τὸ μέγιστον καὶ περὶ τῶν μεγίστων ψεῦδος ὁ εἰπὼν οὐ καλῶς ἐψεύσατο ὡς Οὐρανός τε ἠργάσατο ἅ φησι δρᾶσαι αὐτὸν Ἡσίοδος, ὅ τε αὖ Κρόνος [378a] ὡς ἐτιμωρήσατο αὐτόν. τὰ δὲ δὴ τοῦ Κρόνου ἔργα καὶ πάθη ὑπὸ τοῦ ὑέος, οὐδ᾽ ἂν εἰ ἦν ἀληθῆ ᾤμην δεῖν ῥᾳδίως οὕτως λέγεσθαι πρὸς ἄφρονάς τε καὶ νέους, ἀλλὰ μάλιστα μὲν σιγᾶσθαι, εἰ δὲ ἀνάγκη τις ἦν λέγειν, δι᾽ ἀπορρήτων ἀκούειν ὡς ὀλιγίστους, θυσαμένους οὐ χοῖρον ἀλλά τι μέγα καὶ ἄπορον θῦμα, ὅπως ὅτι ἐλαχίστοις συνέβη ἀκοῦσαι.
Καὶ γάρ, ἦ δ᾽ ὅς, οὗτοί γε οἱ λόγοι χαλεποί.
[378b] Καὶ οὐ λεκτέοι γ᾽, ἔφην, ὦ Ἀδείμαντε, ἐν τῇ ἡμετέρᾳ πόλει. οὐδὲ λεκτέον νέῳ ἀκούοντι ὡς ἀδικῶν τὰ ἔσχατα οὐδὲν ἂν θαυμαστὸν ποιοῖ, οὐδ᾽ αὖ ἀδικοῦντα πατέρα κολάζων παντὶ τρόπῳ, ἀλλὰ δρῴη ἂν ὅπερ θεῶν οἱ πρῶτοί τε καὶ μέγιστοι.
Οὐ μὰ τὸν Δία, ἦ δ᾽ ὅς, οὐδὲ αὐτῷ μοι δοκεῖ ἐπιτήδεια εἶναι λέγειν.
Οὐδέ γε, ἦν δ᾽ ἐγώ, τὸ παράπαν ὡς θεοὶ θεοῖς πολεμοῦσί [378c] τε καὶ ἐπιβουλεύουσι καὶ μάχονται —οὐδὲ γὰρ ἀληθῆ— εἴ γε δεῖ ἡμῖν τοὺς μέλλοντας τὴν πόλιν φυλάξειν αἴσχιστον νομίζειν τὸ ῥᾳδίως ἀλλήλοις ἀπεχθάνεσθαι —πολλοῦ δεῖ γιγαντομαχίας τε μυθολογητέον αὐτοῖς καὶ ποικιλτέον, καὶ ἄλλας ἔχθρας πολλὰς καὶ παντοδαπὰς θεῶν τε καὶ ἡρώων πρὸς συγγενεῖς τε καὶ οἰκείους αὐτῶν— ἀλλ᾽ εἴ πως μέλλομεν πείσειν ὡς οὐδεὶς πώποτε πολίτης ἕτερος ἑτέρῳ ἀπήχθετο οὐδ᾽ ἔστιν τοῦτο ὅσιον, τοιαῦτα λεκτέα μᾶλλον πρὸς [378d] τὰ παιδία εὐθὺς καὶ γέρουσι καὶ γραυσί, καὶ πρεσβυτέροις γιγνομένοις καὶ τοὺς ποιητὰς ἐγγὺς τούτων ἀναγκαστέον λογοποιεῖν. Ἥρας δὲ δεσμοὺς ὑπὸ ὑέος καὶ Ἡφαίστου ῥίψεις ὑπὸ πατρός, μέλλοντος τῇ μητρὶ τυπτομένῃ ἀμυνεῖν, καὶ θεομαχίας ὅσας Ὅμηρος πεποίηκεν οὐ παραδεκτέον εἰς τὴν πόλιν, οὔτ᾽ ἐν ὑπονοίαις πεποιημένας οὔτε ἄνευ ὑπονοιῶν. ὁ γὰρ νέος οὐχ οἷός τε κρίνειν ὅτι τε ὑπόνοια καὶ ὃ μή, ἀλλ᾽ ἃ ἂν τηλικοῦτος ὢν λάβῃ ἐν ταῖς δόξαις [378e] δυσέκνιπτά τε καὶ ἀμετάστατα φιλεῖ γίγνεσθαι· ὧν δὴ ἴσως ἕνεκα περὶ παντὸς ποιητέον ἃ πρῶτα ἀκούουσιν ὅτι κάλλιστα μεμυθολογημένα πρὸς ἀρετὴν ἀκούειν.
Ἔχει γάρ, ἔφη, λόγον. ἀλλ᾽ εἴ τις αὖ καὶ ταῦτα ἐρωτῴη ἡμᾶς, ταῦτα ἅττα τ᾽ ἐστὶν καὶ τίνες οἱ μῦθοι, τίνας ἂν φαῖμεν;
Καὶ ἐγὼ εἶπον· Ὦ Ἀδείμαντε, οὐκ ἐσμὲν ποιηταὶ ἐγώ τε [379a] καὶ σὺ ἐν τῷ παρόντι, ἀλλ᾽ οἰκισταὶ πόλεως· οἰκισταῖς δὲ τοὺς μὲν τύπους προσήκει εἰδέναι ἐν οἷς δεῖ μυθολογεῖν τοὺς ποιητάς, παρ᾽ οὓς ἐὰν ποιῶσιν οὐκ ἐπιτρεπτέον, οὐ μὴν αὐτοῖς γε ποιητέον μύθους.
Ὀρθῶς, ἔφη· ἀλλ᾽ αὐτὸ δὴ τοῦτο, οἱ τύποι περὶ θεολογίας τίνες ἂν εἶεν;
Τοιοίδε πού τινες, ἦν δ᾽ ἐγώ· οἷος τυγχάνει ὁ θεὸς ὤν, ἀεὶ δήπου ἀποδοτέον, ἐάντέ τις αὐτὸν ἐν ἔπεσιν ποιῇ ἐάντε ἐν μέλεσιν ἐάντε ἐν τραγῳδίᾳ.
Δεῖ γάρ.
[379b] Οὐκοῦν ἀγαθὸς ὅ γε θεὸς τῷ ὄντι τε καὶ λεκτέον οὕτω;
Τί μήν;
Ἀλλὰ μὴν οὐδέν γε τῶν ἀγαθῶν βλαβερόν· ἦ γάρ;
Οὔ μοι δοκεῖ.
Ἆρ᾽ οὖν ὃ μὴ βλαβερὸν βλάπτει; Οὐδαμῶς.
Ὃ δὲ μὴ βλάπτει κακόν τι ποιεῖ;
Οὐδὲ τοῦτο.
Ὃ δέ γε μηδὲν κακὸν ποιεῖ οὐδ᾽ ἄν τινος εἴη κακοῦ αἴτιον;
Πῶς γάρ;
Τί δέ; ὠφέλιμον τὸ ἀγαθόν;
Ναί.
Αἴτιον ἄρα εὐπραγίας;
Ναί.
Οὐκ ἄρα πάντων γε αἴτιον τὸ ἀγαθόν, ἀλλὰ τῶν μὲν εὖ ἐχόντων αἴτιον, τῶν δὲ κακῶν ἀναίτιον.
[379c] Παντελῶς γ᾽, ἔφη.
Οὐδ᾽ ἄρα, ἦν δ᾽ ἐγώ, ὁ θεός, ἐπειδὴ ἀγαθός, πάντων ἂν εἴη αἴτιος, ὡς οἱ πολλοὶ λέγουσιν, ἀλλὰ ὀλίγων μὲν τοῖς ἀνθρώποις αἴτιος, πολλῶν δὲ ἀναίτιος· πολὺ γὰρ ἐλάττω τἀγαθὰ τῶν κακῶν ἡμῖν, καὶ τῶν μὲν ἀγαθῶν οὐδένα ἄλλον αἰτιατέον, τῶν δὲ κακῶν ἄλλ᾽ ἄττα δεῖ ζητεῖν τὰ αἴτια, ἀλλ᾽ οὐ τὸν θεόν.
Ἀληθέστατα, ἔφη, δοκεῖς μοι λέγειν.
Οὐκ ἄρα, ἦν δ᾽ ἐγώ, ἀποδεκτέον οὔτε Ὁμήρου οὔτ᾽ ἄλλου [379d] ποιητοῦ ταύτην τὴν ἁμαρτίαν περὶ τοὺς θεοὺς ἀνοήτως ἁμαρτάνοντος καὶ λέγοντος—
ὡς δοιοί τε πίθοι κατακείαται ἐν Διὸς οὔδει
κηρῶν ἔμπλειοι, ὁ μὲν ἐσθλῶν, αὐτὰρ ὃ δειλῶν·
καὶ ᾧ μὲν ἂν μείξας ὁ Ζεὺς δῷ ἀμφοτέρων,
ἄλλοτε μέν τε κακῷ ὅ γε κύρεται, ἄλλοτε δ᾽ ἐσθλῷ·
ᾧ δ᾽ ἂν μή, ἀλλ᾽ ἄκρατα τὰ ἕτερα,
τὸν δὲ κακὴ βούβρωστις ἐπὶ χθόνα δῖαν ἐλαύνει·
[379e] οὐδ᾽ ὡς ταμίας ἡμῖν Ζεὺς—
ἀγαθῶν τε κακῶν τε τέτυκται.
τὴν δὲ τῶν ὅρκων καὶ σπονδῶν σύγχυσιν, ἣν ὁ Πάνδαρος συνέχεεν, ἐάν τις φῇ δι᾽ Ἀθηνᾶς τε καὶ Διὸς γεγονέναι, οὐκ ἐπαινεσόμεθα, οὐδὲ θεῶν ἔριν τε καὶ κρίσιν [380a] διὰ Θέμιτός τε καὶ Διός, οὐδ᾽ αὖ, ὡς Αἰσχύλος λέγει, ἐατέον ἀκούειν τοὺς νέους, ὅτι—
θεὸς μὲν αἰτίαν φύει βροτοῖς,
ὅταν κακῶσαι δῶμα παμπήδην θέλῃ.
ἀλλ᾽ ἐάν τις ποιῇ ἐν οἷς ταῦτα τὰ ἰαμβεῖα ἔνεστιν, τὰ τῆς Νιόβης πάθη, ἢ τὰ Πελοπιδῶν ἢ τὰ Τρωικὰ ἤ τι ἄλλο τῶν τοιούτων, ἢ οὐ θεοῦ ἔργα ἐατέον αὐτὰ λέγειν, ἢ εἰ θεοῦ, ἐξευρετέον αὐτοῖς σχεδὸν ὃν νῦν ἡμεῖς λόγον ζητοῦμεν, καὶ [380b] λεκτέον ὡς ὁ μὲν θεὸς δίκαιά τε καὶ ἀγαθὰ ἠργάζετο, οἱ δὲ ὠνίναντο κολαζόμενοι· ὡς δὲ ἄθλιοι μὲν οἱ δίκην διδόντες, ἦν δὲ δὴ ὁ δρῶν ταῦτα θεός, οὐκ ἐατέον λέγειν τὸν ποιητήν. ἀλλ᾽ εἰ μὲν ὅτι ἐδεήθησαν κολάσεως λέγοιεν ὡς ἄθλιοι οἱ κακοί, διδόντες δὲ δίκην ὠφελοῦντο ὑπὸ τοῦ θεοῦ, ἐατέον· κακῶν δὲ αἴτιον φάναι θεόν τινι γίγνεσθαι ἀγαθὸν ὄντα, διαμαχετέον παντὶ τρόπῳ μήτε τινὰ λέγειν ταῦτα ἐν τῇ αὑτοῦ πόλει, εἰ μέλλει εὐνομήσεσθαι, μήτε τινὰ ἀκούειν, [380c] μήτε νεώτερον μήτε πρεσβύτερον, μήτ᾽ ἐν μέτρῳ μήτε ἄνευ μέτρου μυθολογοῦντα, ὡς οὔτε ὅσια ἂν λεγόμενα εἰ λέγοιτο, οὔτε σύμφορα ἡμῖν οὔτε σύμφωνα αὐτὰ αὑτοῖς.
Σύμψηφός σοί εἰμι, ἔφη, τούτου τοῦ νόμου, καί μοι ἀρέσκει.
Οὗτος μὲν τοίνυν, ἦν δ᾽ ἐγώ, εἷς ἂν εἴη τῶν περὶ θεοὺς νόμων τε καὶ τύπων, ἐν ᾧ δεήσει τούς τε λέγοντας λέγειν καὶ τοὺς ποιοῦντας ποιεῖν, μὴ πάντων αἴτιον τὸν θεὸν ἀλλὰ τῶν ἀγαθῶν.
Καὶ μάλ᾽, ἔφη, ἀπόχρη.

***
[377e] Όταν κανείς με το λόγο εικονίζει άσχημα και όχι καθώς πραγματικώς είναι τους θεούς και τους ήρωες, καθώς έξαφνα ένας ζωγράφος που δεν αποδίδει την ομοιότητα εκείνου που θέλει να ζωγραφίσει.
Σωστή βέβαια θα ήταν αυτή η κατηγορία, αλλά πώς και κατά τί εφαρμόζεται στους ποιητάς;
Πρώτα πρώτα δεν είναι από τα μεγαλύτερα και βαρύτερα ψέματα που μπορεί να γίνουν εκείνα που διηγείται ο Ησίοδος ότι έκαμε τάχα ο Ουρανός και [378a] πώς πάλι τον εκδικήθηκε ο Κρόνος; Όσα πάλι έκαμε αυτός κι έπαθε έπειτα από το γιο του, και αληθινά ακόμη να ήταν, νομίζω πως δεν έπρεπε να λέγουνται τόσο εύκολα σε νέους που δεν έχουν κρίση, αλλά να αποσιωπούνται, και αν ήταν οπωσδήποτε ανάγκη να γίνει λόγος γι᾽ αυτά, να τ᾽ ακούουν με απόλυτη μυστικότητα όσο μπορεί πιο λίγοι κι αφού θυσιάσουν όχι πια χοίρο, αλλά το πιο μεγάλο και πιο δυσεύρετο θύμα, για να είναι όσο γίνεται πιο λίγοι εκείνοι που συνέβηκε να τ᾽ ακούσουν.
Πραγματικώς, είπε ο Αδείμαντος, είναι επικίνδυνες αυτές οι διηγήσεις.
[378b] Και δεν πρέπει, Αδείμαντε, ν᾽ ακουστούν ποτέ στη δική μας την πόλη, ούτε θα επιτραπεί ποτέ να λέγεται εμπρός σε νέο ακροατή πως και τη χειρότερη αδικία αν έκανε κανείς, πως και τον πατέρα του αν έριχνε στα χειρότερα βασανιστήρια για κάποιο κακό που του έκαμε εκείνος, δε θα ήταν αυτό κανένα έκτακτο πράγμα αλλά κάτι που έκαμαν και οι πρώτοι και μεγαλύτεροι θεοί.
Και εγώ, μα την αλήθεια, φρονώ πως δεν είναι διόλου κατάλληλες αυτές οι διηγήσεις.
Και ούτε ο ελάχιστος λόγος, εννοείται, δε θα γίνει, πως πολεμούν [378c] και επιβουλεύονται και μάχονται οι θεοί μεταξύ τους —γιατί δεν είναι κι αλήθεια αυτό— αν θέλομε τουλάχιστο αυτοί που μέλλουν να μας φυλάξουν την πόλη να νομίζουν το αισχρότερο πράγμα το να γίνουνται για το τίποτα εχθροί μεταξύ των· πολύ περισσότερον, να καθόμαστε να διηγούμαστε ή να ιστορίζομε γιγαντομαχίες και άλλες κάθε λογής έχθρες θεών και ηρώων με συγγενείς και με άλλους δικούς των. Αλλ᾽ αν ο σκοπός μας είναι να τους πείσομε πως ποτέ δε μίσησε πολίτης άλλο συμπολίτη του κι ούτε είναι όσιο να γίνεται τέτοιο πράγμα, πρέπει να αναγκάσομε [378d] ευτύς και γέρους και γριές μόνο μ᾽ αυτό το πνεύμα μύθους να διηγούνται στα παιδιά και αναλόγους να συνθέτουν και οι ποιηταί. Τα δεσίματα, εννοείται, της Ήρας από το γιο της και τα ριξίματα του Ηφαίστου από τον πατέρα του, επειδή ζήτησε να υπερασπισθεί τη μητέρα του ενώ την χτυπούσε εκείνος, και όλες τις θεομαχίες που διηγείται ο Όμηρος, θα είναι ολότελ᾽ απαράδεκτα στην πόλη μας, ούτε αν είναι καμωμένα με αλληγορίες, ούτε αν είναι χωρίς αλληγορίες. Γιατί ο νέος δεν είναι σε θέση να κρίνει τί είναι αλληγορία και τί δεν είναι, μα όσα εντυπωθούν απ᾽ αυτή την ηλικία στο πνεύμα του [378e] δύσκολο είναι συνήθως να εξαλειφθούν και να μετακινηθούν από κει μέσα· γι᾽ αυτό ίσως πρέπει να δώσομε τη μεγαλύτερη σημασία, οι πρώτοι λόγοι που ακούει το παιδί να είναι όσο μπορεί καταλληλότεροι να το οδηγούν στην αρετή.
Είναι λογικότατα αυτά που λες, είπε ο Αδείμαντος, μα, αν κανείς μάς ρωτούσε τί λογής πρέπει να ᾽ναι και ποιοί είναι αυτοί οι μύθοι, τί θα του απαντούσαμε;
Δεν είμαστε, Αδείμαντε, ποιηταί, ούτε εγώ [379a] ούτε συ, όσο για το παρόν· τώρα είμαστε οικισταί πολιτείας και οι οικισταί χρειάζεται μόνο να γνωρίζουν τους τύπους που επάνω σ᾽ αυτούς θα συνθέτουν οι ποιηταί τους μύθους και που δε θα τους επιτρέπουν να βγαίνουν έξω απ᾽ αυτούς· δε θα συνθέτουν όμως κι οι ίδιοι τούς μύθους.
Πολύ σωστά· μα αυτοί ακριβώς οι τύποι της θεολογίας ποιοί θα είναι;
Τέτοιοι επάνω κάτω· πρέπει να παριστάνεται πάντοτε ο θεός ακριβώς απαράλλακτος όπως είναι, είτε στα επικά ποιήματα, είτε στις τραγωδίες.
Βέβαια έτσι πρέπει.
[379b] Αλλά ο θεός δεν είναι αγαθός πραγματικώς και δεν πρέπει τέτοιο και να τον παρασταίνουν;
Και ποιός λέγει το εναντίον;
Καθετί όμως που είναι αγαθό μπορεί ποτέ να είναι βλαβερό;
Δε μου φαίνεται.
Κι ένα πράγμα που δεν είναι βλαβερό μπορεί να προξενήσει βλάβη;
Διόλου.
Κάνει λοιπόν ποτέ το κακό;
Ούτε.
Ή μπορεί ποτέ να γίνει αφορμή κακού;
Ποτέ.
Το αγαθό πάλι είναι ωφέλιμο;
Ναι.
Δεν είναι επομένως η αιτία του καλού που γίνεται;
Ναι.
Ώστε λοιπόν δεν είναι το αγαθό η αφορμή όλων που γίνουνται, αλλά μόνο των καλών και όχι των κακών.
[379c] Βεβαιότατα.
Ούτε επομένως ο θεός, αφού είναι αγαθός, μπορεί να είναι η αιτία όλων, καθώς λέγουν οι πολλοί· αλλά μόνο για λίγα είναι αίτιος στους ανθρώπους, για πολλά όμως αναίτιος· επειδή πολύ λιγότερα είναι τα καλά που έχουν οι άνθρωποι από τα κακά· όσο για τα καλά, σε κανέναν άλλο δεν μπορούμε να τ᾽ αποδώσομε, ενώ για τα κακά κάθε άλλη αιτία πρέπει να ζητούμε, μα όχι το θεό.
Μου φαίνεται πως είναι η μόνη αλήθεια αυτά που λες.
Δεν πρέπει λοιπόν να δώσομε πίστη στον Όμηρο, ούτε σε κανέναν άλλο [379d] ποιητή, όταν ανόητα ξεστομίζει αυτή τη βλαστήμια για τους θεούς και λέγει πως τάχα υπάρχουν δυο πιθάρια στου Δία το κατώφλι.
γεμάτα το ένα με καλές, με κακές τ᾽ άλλο μοίρες·
και ότι σ᾽ όποιον ο Δίας ανακατώσει και δώσει κι από τα δυο πιθάρια,
πότε δεξά θα του έρχουνται και πότε ζερβά πάλι,
σ᾽ όποιον όμως δώσει μονάχ᾽ από το ένα, χωρίς ν᾽ ανακατατώσει κι απ᾽ το άλλο το πρώτο,
αυτόν μια πείνα λυσσιακή παντού στη γη τον διώχτει·
[379e] κι ούτε πως
ο Δίας μας είναι των καλών και των κακών ταμίας.
Κι αν κανείς πει πως με την υποκίνηση του Διός ή της Αθηνάς καταπάτησε ο Πάνδαρος τους όρκους κι έγινε αφορμή να λυθεί η ανακωχή, δε θα το παραδεχτούμε· ούτε επίσης το μάλωμα των θεών, [380a] που διαλύθηκε με την παρέμβαση της Θέμιδος και του Διός· ούτε ακόμη θ᾽ αφήσομε τους νέους ν᾽ ακούουν εκείνα που λέγει ο Αισχύλος, ότι τάχα
ο θεός αφορμή βρίσκει
σαν θέλει σύρριζα να ξεπατώσει σπίτι·
μα αν κανείς ποιητής διεκτραγωδεί στους ιάμβους του τα παθήματα της Νιόβης, ή των Πελοπιδών ή τα Τρωικά ή άλλα τέτοια παρόμοια, δε θα τον αφήσομε να λέγει πως είναι έργα του θεού αυτά· ή τουλάχιστο θα πρέπει να βρεθεί ο λόγος, που ζητούμε κι εμείς τώρα, και [380b] να λέμε πως δίκαια και καλά ήταν όσα έκαμε ο θεός και πως ωφελήθηκαν εκείνοι που τους τιμώρησε· ότι όμως είναι δυστυχισμένοι εκείνοι που τιμωρήθηκαν και πως αίτιος της δυστυχίας των ήταν ο θεός, αυτό δεν πρέπει να επιτρέψομε στον ποιητή να το λέει· ας λέγουν, αν θέλουν, ότι είναι άθλιοι οι κακοί, επειδή εχρειάστηκε να τιμωρηθούν, με την τιμωρία τους όμως ωφελήθηκαν από το θεό· αυτό, μάλιστα· να κάθουνται όμως να λέγουν πως μπορεί ο θεός, ενώ είναι αγαθός, να κάμει κακό σε κανένα, αυτό με όλη μας τη δύναμη πρέπει να το αντικρούσομε, αν πρόκειται να έχομε ευνομουμένη πόλη, και να μη δώσομε ποτέ την άδεια σε κανένα, [380c] ούτε στους νέους ούτε σε γέρους, ούτε να λέγουν ούτε ν᾽ ακούουν μέσα στην πόλη μας τέτοιους λόγους είτε με στίχους είτε χωρίς στίχους, γιατί και ανόσια είναι να λέγουνται, αν λέγουνται, τέτοια πράγματα για τους θεούς και για μας όχι ωφέλιμα, μα ακόμη και μεταξύ τους ασύμφωνα.
Μου αρέσει αυτός σου ο νόμος και τον συνυπογράφω κι εγώ.
Ο πρώτος μας λοιπόν νόμος και τύπος, που σύμφωνα μ᾽ αυτόν θα ρυθμίζουν ό,τι λέγουν κι ό,τι γράφουν για τους θεούς, θα είναι ο εξής: ο θεός δεν είναι ο αίτιος για όλα τα πράγματα, αλλά μόνο για τα καλά.
Και είναι πραγματικώς αναγκαιότατος.