Δευτέρα, 18 Μαΐου 2020

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ - Ἡλέκτρα (524-562)

ΗΛ. οὐκ ἄξι᾽ ἀνδρός, ὦ γέρον, σοφοῦ λέγεις,
525 εἰ κρυπτὸν ἐς γῆν τήνδ᾽ ἂν Αἰγίσθου φόβωι
δοκεῖς ἀδελφὸν τὸν ἐμὸν εὐθαρσῆ μολεῖν.
ἔπειτα χαίτης πῶς συνοίσεται πλόκος,
ὁ μὲν παλαίστραις ἀνδρὸς εὐγενοῦς τραφείς,
ὁ δὲ κτενισμοῖς θῆλυς; ἀλλ᾽ ἀμήχανον.
530 πολλοῖς δ᾽ ἂν εὕροις βοστρύχους ὁμοπτέρους
καὶ μὴ γεγῶσιν αἵματος ταὐτοῦ, γέρον.
ΠΡ. σὺ δ᾽ εἰς ἴχνος βᾶσ᾽ ἀρβύλης σκέψαι βάσιν
εἰ σύμμετρος σῶι ποδὶ γενήσεται, τέκνον.
ΗΛ. πῶς δ᾽ ἂν γένοιτ᾽ ἂν ἐν κραταιλέωι πέδωι
535 γαίας ποδῶν ἔκμακτρον; εἰ δ᾽ ἔστιν τόδε,
δυοῖν ἀδελφοῖν ποὺς ἂν οὐ γένοιτ᾽ ἴσος
ἀνδρός τε καὶ γυναικός, ἀλλ᾽ ἅρσην κρατεῖ.
ΠΡ. οὐκ ἔστιν, εἰ καὶ γῆν κασίγνητος μολὼν
‹ . . . ›
κερκίδος ὅτωι γνοίης ἂν ἐξύφασμα σῆς,
540 ἐν ὧι ποτ᾽ αὐτὸν ἐξέκλεψα μὴ θανεῖν;
ΗΛ. οὐκ οἶσθ᾽, Ὀρέστης ἡνίκ᾽ ἐκπίπτει χθονός,
νέαν μ᾽ ἔτ᾽ οὖσαν; εἰ δὲ κἄκρεκον πέπλους,
πῶς ἂν τότ᾽ ὢν παῖς ταὐτὰ νῦν ἔχοι φάρη,
εἰ μὴ ξυναύξοινθ᾽ οἱ πέπλοι τῶι σώματι;
545 ἀλλ᾽ ἤ τις αὐτοῦ τάφον ἐποικτίρας ξένος
†ἐκείρατ᾽ ἢ τῆσδε σκοποὺς λαβὼν χθονός†.
ΠΡ. οἱ δὲ ξένοι ποῦ; βούλομαι γὰρ εἰσιδὼν
αὐτοὺς ἐρέσθαι σοῦ κασιγνήτου πέρι.
ΗΛ. οἵδ᾽ ἐκ δόμων βαίνουσι λαιψηρῶι ποδί.
550 ΠΡ. ἀλλ᾽ εὐγενεῖς μέν, ἐν δὲ κιβδήλωι τόδε·
πολλοὶ γὰρ ὄντες εὐγενεῖς εἰσιν κακοί.
ὅμως δὲ χαίρειν τοὺς ξένους προσεννέπω.
ΟΡ. χαῖρ᾽, ὦ γεραιέ. τοῦ ποτ᾽, Ἠλέκτρα, τόδε
παλαιὸν ἀνδρὸς λείψανον φίλων κυρεῖ;
555 ΗΛ. οὗτος τὸν ἁμὸν πατέρ᾽ ἔθρεψεν, ὦ ξένε.
ΟΡ. τί φήις; ὅδ᾽ ὃς σὸν ἐξέκλεψε σύγγονον;
ΗΛ. ὅδ᾽ ἔσθ᾽ ὁ σώσας κεῖνον, εἴπερ ἔστ᾽ ἔτι.
ΟΡ. ἔα·
τί μ᾽ ἐσδέδορκεν ὥσπερ ἀργύρου σκοπῶν
λαμπρὸν χαρακτῆρ᾽; ἦ προσεικάζει μέ τωι;
560 ΗΛ. ἴσως Ὀρέστου σ᾽ ἥλιχ᾽ ἥδεται βλέπων.
ΟΡ. φίλου γε φωτός. τί δὲ κυκλεῖ πέριξ πόδα;
ΗΛ. καὐτὴ τόδ᾽ εἰσορῶσα θαυμάζω, ξένε.

***
ΗΛΕ. Γέροντα, δεν μιλάς σωστά, αν νομίζεις
πως απ᾽ τον φόβο του Αίγισθου θα ᾽ρχόταν
ο αντρειωμένος μου αδερφός κρυφά στη χώρα.
Έπειτα πώς να μοιάζουν τα βοστρύχια
παλικαριού καλής γενιάς το ένα
που το ᾽θρεψε η παλαίστρα, και το άλλο
παρθένας απ᾽ το χτένισμα απαλό;
Αδύνατο. Μαλλιά με το ίδιο χρώμα,
530 γέροντα, θα βρεις σε πολλούς, μα δίχως
να ᾽χουν το ίδιο αίμα μες στις φλέβες.
ΓΕΡ. Πήγαινε τότε, κόρη μου, και κοίτα
τα χνάρια του αν στο πόδι σου ταιριάζουν.
ΗΛΕ. Πώς είναι δυνατό ν᾽ αφήσουν χνάρια
πατημασιές σε βραχοτόπι; Ωστόσο
κι αν γίνει αυτό, και πάλι ίσα δεν είναι
τα πόδια δυο αδερφιών, γυναίκας κι άντρα·
του άντρα θα ᾽ναι πάντα πιο μεγάλα.
ΓΕΡ. Αν γύριζ᾽ ο αδερφός σου, δεν υπάρχει

κάτι απ᾽ τα ρούχα του ν᾽ αναγνωρίσεις,
που εσύ τα ᾽χες υφάνει, όταν τον πήρα
540 κρυφά, για να γλιτώσει τον χαμό του;
ΗΛΕ. Δεν ξέρεις πως σαν έφυγεν ο Ορέστης
από τη χώρα, ήμουν παιδούλα ακόμη;
Μα κι αν εγώ τα πέπλα τού ᾽χα φτιάξει,
πώς τώρα θα φοράει τα ίδια ρούχα
μ᾽ εκείνο το παιδάκι; Εκτός κι αν έτσι
κορμί και ρούχα αντάμα μεγαλώνουν.
Λυπήθηκε τον τάφο κάποιος ξένος
κι έχει προσφέρει τα μαλλιά του ή κάποιος
ντόπιος, που πήρε τους φρουρούς βοηθούς του.
ΓΕΡ. Πού είναι οι ξένοι; Θέλω να τους δω,
να τους ρωτήσω για τον αδερφό σου.
(Ο Ορέστης και ο Πυλάδης βγαίνουν από το καλύβι.)
ΗΛΕ. Νά τοι που βγαίνουν κιόλας απ᾽ το σπίτι.
ΓΕΡ. Καλή δείχνουν γενιά, μα μπορεί τούτο
550 και να μην είναι αλήθεια· ο χαρακτήρας
σε πολλούς είναι φαύλος, κι ας κρατούνε
από γενιές αρχοντικές. Ωστόσο
εσάς τους ξένους σάς καλωσορίζω.
ΟΡΕ. Κι εσύ, γέροντα, χαίρε. Ηλέκτρα, πες μου
σε ποιόν από τους φίλους σου ν᾽ ανήκει
τ᾽ απομεινάρι αυτό του ανθρώπου;
ΗΛΕ. Αυτός έθρεψε, ω! ξένε, τον γονιό μου.
ΟΡΕ. Τί λες; Αυτός φυγάδεψε τον αδερφό σου;
ΗΛΕ. Αυτός τον γλίτωσε, αν ακόμα ζει.
ΟΡΕ. Καλά.
Γιατί με τέτοιο βλέμμα με κοιτάζει,
λες και λαμπρό σημάδι ξεχωρίζει
σε νόμισμα ασημένιο; Ή με παίρνει
για κάποιον άλλο που του μοιάζω;
560 ΗΛΕ. Ίσως να χαίρεται που του Ορέστη έχεις τα χρόνια.
ΟΡΕ. Με κάποιον που αγαπά· γιατί με τριγυρίζει;
ΗΛΕ. Ξένε, κι εγώ απορώ καθώς τον βλέπω.

Μελέτες για την Αρχαία Μακεδονία, Παλατιανό. Η εγκατάσταση της εποχής του σιδήρου - Κτίριο Δ'

Στο νότιο τμήμα του δρόμου, αλλά και στα κατώτερα στρώματα της ρωμαϊκής οικίας ΙΙΙ, που βρισκόταν στα δυτικά του, αποκαλύφθηκε ένα δεύτερο ορθογώνιο οικοδόμημα της εποχής του Σιδήρου (Κτίριο Δ). Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που παρατηρήθηκαν στην κατασκευή του κτιρίου, προέκυπταν κυρίως από τον τρόπο που είχε χρησιμοποιηθεί ο βράχος για να δημιουργηθούν βαθμιδωτά επίπεδα και οι αναγκαίοι χώροι.
 
Το κτίριο Δ χωριζόταν σε δύο περίπου ισομεγέθη τμήματα, το νότιο και το βόρειο, το καθένα από τα οποία παρουσίαζε διαφορετικά χαρακτηριστικά στην εσωτερική διάταξη και λειτουργία του. Το νότιο τμήμα ανασκάφτηκε σε έκταση 7μ. από Ν > Β και 5,50 μ. από Δ > Α, και οριζόταν στη δυτική, τη βόρεια και τη νότια πλευρά του από τοίχους που αποκαλύφθηκαν αποσπασματικά στο επίπεδο της θεμελίωσης, ενώ το ανατολικό όριο του χώρου δεν ήταν δυνατόν να εντοπιστεί εξαιτίας των μεταγενέστερων κατασκευών.
 
Τα θεμέλια των τοίχων, πάχους 0,50 μ., είχαν κατασκευαστεί, όπως και στο κτίριο Α, με αργές πέτρες πάνω σε στενές, λαξευμένες οριζόντια επιφάνειες του βράχου, και στην καλύτερη περίπτωση είχαν διατηρηθεί σε ύψος που έφτανε τα 0,50 μ.
 
Στον εσωτερικό χώρο η επιφάνεια του βράχου ήταν σχεδόν επίπεδη και σε μικρές περιοχές εντοπίζονταν τμήματα δαπέδου με επίστρωση από καστανοκίτρινο πηλό και ίχνη καμένου χώματος. Στη βορειοδυτική γωνία, όπου ο δυτικός τοίχος σχημάτιζε εσοχή διαστάσεων 1,20 x 0,50 μ., βρέθηκαν δύο μακρόστενες πλακαρές πέτρες, τοποθετημένες σε ρηχό λάξευμα του βράχου, και σε επαφή με αυτές, υπολείμματα πήλινης ημικυκλικής εστίας ή φούρνου με ίχνη καύσης καθώς και κομμάτια από διαλυμένες πήλινες κατασκευές. Στην ίδια περιοχή βρέθηκαν δύο πήλινα αμφικωνικά σφονδύλια, τετράγωνο λίθινο πλακίδιο με κεντρική οπή και τριπτήρας. Στον υπόλοιπο εσωτερικό χώρο και ιδιαίτερα στο ανατολικό του τμήμα, εντοπίστηκαν λάκκοι διαφόρων διαστάσεων οι περισσότεροι από τους οποίους περιείχαν χώμα με διαλυμένους πηλούς και λίγα οστά ζώων. Ανάμεσά τους ξεχώριζε ένας μεγάλος τετράπλευρος λάκκος, με οξυκόρυφο λάξευμα στο εσωτερικό του, όπου, εκτός από το καστανόμαυρο χώμα, βρέθηκαν όστρακα από μεγάλα χειροποίητα αγγεία και πιθάρια. Στο μεγαλύτερο ποσοστό της η κεραμική που βρέθηκε στο νότιο τμήμα του κτιρίου Δ, περιλάμβανε τμήματα από πιθάρια και όστρακα από μεγάλα χειροποίητα αγγεία της εποχής του Σιδήρου.
 
Το βόρειο τμήμα του κτιρίου καταλάμβανε ένας υπόγειος χώρος, λαξευμένος στο βράχο, που αποκαλύφθηκε σε έκταση 7 μ. από Ν > Β και 5,50 μ. από Δ > Α..
 
Στη νότια πλευρά του υπόγειου χώρου εντοπίστηκε πιθεώνας που διαχωριζόταν από τον υπόλοιπο χώρο με ένα στενόμακρο τμήμα λαξευμένου βράχου, που είχε κατεύθυνση Δ > Α και συνεχιζόταν ανατολικότερα, στα κατώτερα στρώματα του δρόμου.
 
Ένα ακέραιο οξυπύθμενο πιθάρι, ύψους 2,10 μ., βρέθηκε στη θέση του, και τμήμα ενός δεύτερου δίπλα σε αυτό. Τα πιθάρια ήταν τοποθετημένα σε λαξευμένους λάκκους και στην ίδια περιοχή θα πρέπει να υπήρχαν τουλάχιστον άλλα τρία, εάν κρίνουμε από τα κυκλικά λίθινα καλύμματα που βρέθηκαν εκεί. Στο εσωτερικό του οξυπύθμενου πιθαριού βρέθηκαν οστά ζώων, κάρβουνα, μικρά όστρακα και μικρό τμήμα χάλκινης οκτώσχημης πόρπης.
 
Ανατολικότερα, στο τμήμα του δρόμου όπου συνεχιζόταν ο πιθεώνας, βρέθηκε ένα ακόμη ακέραιο πιθάρι μαζί με άλλα θραύσματα πιθαριών. Νοτιότερα στην ίδια περιοχή βρέθηκε λίθινο αντικείμενο με 9 οπές. Παρόμοια αντικείμενα έχουν εντοπιστεί και σε άλλες θέσεις της κεντρικής Μακεδονίας, όπως ο Καστανάς και η Σίνδος. Παρά τις διάφορες προτάσεις που έχουν γίνει ως τώρα για την ερμηνεία τους, δεν είναι ακόμη βέβαιη η χρήση τους.
 
Στη βόρεια πλευρά του υπόγειου χώρου που βρισκόταν 1 μ. βαθύτερα από τον πιθεώνα, δεν παρατηρήθηκε κάποια ιδιαίτερη διαμόρφωση, εκτός από ένα κυκλικό λάξευμα η συνέχειά του οποίου προς τα ανατολικά δεν ήταν δυνατό να ερευνηθεί λόγω των μεταγενέστερων κατασκευών.
 
Εκτός από τα όστρακα χειροποίητων αγγείων, που ήταν ανάλογα με εκείνα που είχαν βρεθεί στα υπόλοιπα οικοδομήματα της ίδιας περιόδου, βρέθηκε σε μικρό ποσοστό και εισηγμένη τροχήλατη κεραμική.
 
Τα χρονολογικά πλαίσια κατοίκησης του οικοδομήματος Δ δεν διαφέρουν από εκείνα των υπόλοιπων κτιρίων και τοποθετούνται στη διάρκεια του 8ου αι. π. Χ.
 
Νοτιότερα, στο υπόλοιπο τμήμα του ρωμαϊκού δρόμου (κυρίως ανατολικά του κτίσματος IV), βρέθηκε συμπαγής στρώση πορτοκαλοκίτρινου και γκρίζου καθαρού πηλού με σωζόμενο πάχος που έφθανε τουλάχιστον το 1-1,50 μ.. Η συνέχεια της στρώσης του πηλού προς τα ανατολικά είχε διακοπεί από τον αναλημματικό τοίχο, εντοπιζόταν όμως στα βαθύτερα στρώματα των μεταγενέστερων κτισμάτων ανατολικά του αναλήμματος. Σε ορισμένα σημεία, μέσα στα όρια του δρόμου, εντοπίστηκαν μεγάλοι και μικρότεροι λάκκοι που είχαν σκαφτεί στον πηλό και περιείχαν τμήματα πιθαριών και αγγείων στο εσωτερικό τους. Δεν γνωρίζουμε την ακριβή έκταση και το αρχικό πάχος της στρώσης του πηλού. Φαίνεται ωστόσο βέβαιο ότι ο πηλός είχε μεταφερθεί εκεί προκειμένου να χρησιμοποιηθεί για την εξομάλυνση και τη διευθέτηση του χώρου σε όλη εκείνη την περιοχή. Παρόμοια άνδηρα έχουν εντοπιστεί και σε άλλους σύγχρονους οικισμούς της Μακεδονίας, όπως η Σίνδος και η Τούμπα της Θεσσαλονίκης.
 
Αρκετά είναι τα ερωτήματα που πρέπει να απαντηθούν σχετικά με τη διαδοχή των παλαιότερων οικοδομικών φάσεων σε όλο αυτό το νότιο τμήμα του δρόμου, αλλά και ανατολικά και νότια από αυτόν, όπου η κατοίκηση ήταν συνεχής κατά την εποχή του Σιδήρου και την αρχαϊκή εποχή.
 
Η μερική εικόνα για την εγκατάσταση της εποχής του Σιδήρου στο Παλατιανό όπως προκύπτει από τα οικοδομήματα που αναφέρθηκαν, θα συμπληρωθεί με τη μελέτη και αξιολόγηση των οικοδομικών καταλοίπων και των ευρημάτων από τους υπόλοιπους τομείς του ανασκαμμένου χώρου (τομείς Ε-Λ). Ενδεικτικά αναφέρουμε την ανεύρεση τμήματος λίθινου κρατευτή με εγχάρακτες μορφές ζώων στον τομέα Ι, που δημιουργεί ερωτήματα για τη σχέση που είχαν οι κάτοικοι του χώρου με τις γειτονικές τους περιοχές όπου κατοικούσαν θρακικά φύλα.
 
Ωστόσο, παρά τον αποσπασματική εικόνα των κτισμάτων και τα ερωτήματα που έχουν προκύψει, διαπιστώθηκαν ορισμένα βασικά χαρακτηριστικά που φαίνεται ότι ήταν κοινά στην εγκατάσταση αυτής της περιόδου στο Παλατιανό. Δε γνωρίζουμε τη συνολική έκταση του οικισμού, στο τμήμα όμως που ερευνήθηκε, τα οικοδομήματα, ορθογώνια και αψιδωτά, είχαν μεγάλες διαστάσεις και ήταν διατεταγμένα βαθμιδωτά και σε πυκνή διάταξη στην ανατολική πλαγιά του λόφου, προστατευμένα από τους βόρειους ανέμους. Η διευθέτηση του χώρου με μεταφερμένο πηλό στο νότιο τμήμα του οικισμού δεν αφήνει καμιά αμφιβολία ότι εγκατάσταση είχε γίνει σύμφωνα με ένα οργανωμένο σχέδιο.
 
Ο φυσικός βράχος είχε παίξει σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση κλιμακωτών επιπέδων και κατάλληλων επιφανειών για τη θεμελίωση των τοίχων, αλλά και στη δημιουργία αποθηκευτικών και άλλων ωφέλιμων χώρων. Οι τοίχοι είχαν λιθόκτιστη θεμελίωση και πλίνθινη ανωδομή. Εγκάρσιοι τοίχοι χώριζαν τα κτίρια σε επιμέρους χώρους και το δάπεδό τους διαμορφωνόταν κατά κανόνα με στρώσεις πηλού πάνω στην επιφάνεια του βράχου. Χαρακτηριστικός ήταν ο μεγάλος αριθμός των λάκκων που χρησίμευαν κυρίως για αποθηκευτικούς σκοπούς. Εκτός από την περίπτωση μίας εστίας που εντοπίστηκε στο κτίριο Δ, υπολείμματα κινητών κατασκευών για την προετοιμασία της τροφής βρέθηκαν σχεδόν σε όλους τους χώρους.
 
Οι αγνύθες και τα σφονδύλια ήταν ενδεικτικά για την ενασχόληση των κατοίκων με την υφαντουργία, και τα οστά των ζώων που βρέθηκαν, έδειχναν ότι ένα μέρος της διατροφής των κατοίκων βασιζόταν στην εκτροφή ζώων και στο κυνήγι. Η κεραμική, χειροποίητη και τροχήλατη, περιλάμβανε σχήματα γνωστά από τους περισσότερους οικισμούς της ίδιας περιόδου στον μακεδονικό χώρο.
 
Από τα ευρήματα γίνεται φανερό ότι στην εγκατάσταση αυτής της περιόδου στο Παλατιανό, η κοινωνία ήταν καλά οργανωμένη, ευημερούσε, αποθήκευε τα παραγόμενα προϊόντα και ήταν ενταγμένη στο ίδιο πολιτιστικό περιβάλλον με τους υπόλοιπους οικισμούς της ευρύτερης περιοχής.

Αν φλέγεσαι, να ζητάς περισσότερα

Λόγια από εδώ, λόγια από εκεί, λόγια παραπέρα. Άνθρωποι που έρχονται και φεύγουν περαστικά και αδιάφορα. Σχέσεις που πέθαναν πριν προλάβουν να ζήσουν, σχέσεις που εσύ ο ίδιος σκότωσες, χιλιάδες σκέψεις και υποθέσεις κι ένα αν που σου ταλανίζει την ψυχή. Ένα βλέμμα, ένα βήμα, μια λέξη παραπάνω που θα μπορούσαν να σου αλλάξουν τη ζωή.

Κάνεις πρόβα τα λόγια που θα της πεις όταν την ξαναδείς. Οι λέξεις μετρημένες μα τα συναισθήματα αμέτρητα. Παίρνεις βαθιά ανάσα και ξεκινάς. Έτοιμος να απαγγείλεις το λόγο σου. Θυμάσαι απ’ έξω κάθε συλλαβή, κάθε κόμμα. Γνωρίζεις το χρωματισμό κάθε λέξης. Σε κάθε λάθος, αρχίζεις ξανά. Και μόνο στη σκέψη ότι σ’ ακούει, η καρδιά σου αναπτύσσει ταχύτητες φωτός αλλά όχι, αυτό δε θα την αφήσεις να το δει αν και ήδη το ξέρει.

Η μέρα έρχεται κι εκείνη στέκεται τόσο κοντά σου που είναι σχεδόν επικίνδυνο. Ψάχνεις να βρεις την κατάλληλη ευκαιρία να ξεστομίσεις όσα θέλεις να της πεις. Σαν να ξέρει το σκοπό σου, σε προκαλεί με το δικό της σύνηθες τρόπο, χαρίζοντάς σου άπειρα κρυφά νοήματα. Πάντα της άρεσε αυτό το παιχνίδι. Σφίγγεις τις παλάμες σου κι ετοιμάζεσαι να αρθρώσεις την πρώτη λέξη. Ένα ρημάδι σ' αγαπώ είναι όλο κι όλο.

Ένα ακόμα φιλί που δεν της έδωσες, γιατί σκέφτηκες, άστο καλύτερα, θα μπλέξουμε. Αργότερα, όταν πια εκείνη θα έχει γυρίσει την πλάτη της, εσύ θα μετανιώνεις για κάθε δευτερόλεπτο που χαράμισες δίπλα της χωρίς να την αγγίζεις. Κι αυτό φίλε μου, είναι η μεγαλύτερη ήττα.

Είναι οι μεγάλες σιωπές και ο φόβος που σε καθορίζουν. Είσαι αυτά που κάνουν τα πόδια σου να τρέμουν, τη φωνή σου να σπάει και το είναι σου να λυγίζει. Γιατί όσο κι αν φωνάζεις λόγια μεγαλεπήβολα και βαριά, εσύ θα είσαι πάντα όλα αυτά που δεν τολμάς να πεις. Αυτά που δεν έχεις κουράγιο να φωνάξεις, μην τυχόν ακούσεις τον εαυτό σου και τον πιστέψεις. Θα είσαι οι πιο βαθιές σου σκέψεις.

Ξέρεις, υπάρχει λόγος που λένε πως τα μεθυσμένα λόγια είναι και τα πιο ειλικρινή. Είθισται να πιστεύουμε ότι ενώπιον μεγάλων ποσοτήτων αλκοόλ, παραφερόμαστε. Γινόμαστε ανόητοι και ξεστομίζουμε κουβέντες μεγάλες και πολλά υποσχόμενες. Λόγια που το επόμενο πρωί, όχι μόνο θα μετανιώσουμε, αλλά με πείσμα θα προσπαθήσουμε να πείσουμε τον εαυτό μας ότι δεν τα εννοεί. Βλακείες. Αυτό, λέγεται συναισθηματικός εμετός κι από εκεί θα δεις την καλύτερη αντανάκλαση του εαυτού σου. Την καλύτερη εκδοχή σου. Όλα όσα θα ήσουν αν δε στέγαζες το εγω σου κάτω από καθωσπρεπισμούς και φτηνές δικαιολογίες.

Το μόνο που μπορείς να χρεώσεις στο αλκοόλ, είναι ότι σου στέρησε τη διαύγεια όταν τη χρειαζόσουν πιο πολύ. Να συγκρατήσεις μια ματιά ή ένα άγγιγμα λίγο παραπάνω. Απ’ την άλλη όμως, είναι αυτή η αυτοπεποίθηση. Αυτή η αίσθηση πως μπορείς να κάνεις τα πάντα και ταβάνι δεν υπάρχει. Είναι αυτό το απαγορευμένο που σε καίει και σε λυτρώνει. Η μαγεία που συμβαίνει τη στιγμή που οι άμυνές σου πέφτουν και σωριάζονται μαζί με τον εγωισμό σου. Εκεί είναι όλη η καψούρα. Στα παράλογα, τα αυθόρμητα και τα ξαφνικά κι έτσι, θα έπρεπε να ζεις την κάθε σου στιγμή.

Να μη φοβηθείς ποτέ να φωνάξεις δυνατά αυτά που νιώθεις. Μάθαμε να κάνουμε θόρυβο για εκείνα που μισούμε, μα να σωπαίνουμε για τα πάθη μας. Κάναμε την αγάπη συναισθηματική αναπηρία και κρυφτήκαμε πίσω από προσωπεία και μισόλογα.

Διαλέξαμε πάγκο και μείναμε εκτός. Θελήσαμε μα δε ζητήσαμε ποτέ. Βλέπεις, στα λόγια όλοι καλοί είμαστε. Στις πράξεις κολλάμε.

Όσο εσύ κάθεσαι και διαβάζεις τούτα εδώ τα λόγια, κάπου εκεί έξω υπάρχει μια ψυχή που σιγοβράζει εξαιτίας σου. Κάποιος που ξενυχτάει πάνω από το κινητό του, περιμένοντας ένα μήνυμά σου.

Αν φλέγεσαι, να ζητάς περισσότερα. Περισσότερο πάθος, περισσότερη αγάπη, περισσότερο μαζί.

Μπέρτραντ Ράσσελ: Η Eυτυχία

Ο Μπέρτραντ Ράσσελ μάς έχει προσφέρει την πιο εμπεριστατωμένη πιθανότατα φιλοσοφική ανάλυση της έννοιας της ευτυχίας στο έργο του ''Η Κατάκτηση της Ευτυχίας''. Μελετά την έννοια όχι μόνο σε θεωρητικό επίπεδο ορισμών και περιεχομένου αλλά και σε επίπεδο καθημερινής πρακτικής, διεισδύοντας στην ανθρώπινη κατάσταση σε εξαιρετική λεπτομέρεια και με θαυμαστή οξυδέρκεια.

Κατ’ αρχάς δηλώνει πως, σε αντίθεση με όσα μπορεί να πιστεύουν οι απαισιόδοξοι αυτού του κόσμου, η λογική δεν αποκλείει την ευτυχία, άρα πρόκειται για κατάσταση άξια να την επιδιώξει κανείς με πάθος και χωρίς τον φόβο της ματαιότητας των προσπαθειών του.

Ο Ράσσελ τονίζει ότι υπάρχουν κάποιες βασικές προϋποθέσεις της ευτυχίας που εάν λείψουν μόνο ο εξαιρετικός άνθρωπος μπορεί να εξακολουθήσει να επιδιώκει την ευτυχία του.

Τροφή και στέγη, υγεία, έρωτας, εργασία που αποδίδει και η εκτίμηση των σημαντικών άλλων, για κάποιους και η απόκτηση παιδιών, είναι τα θεμέλια μιας ευτυχισμένης ζωής και φυσιολογικά αρκούν για την εκτίμησή της ως τέτοιας.

Ως βάση του οικοδομήματος της ευτυχίας ορίζει την ολόπλευρη ανάπτυξη του ανθρώπου, την καλλιέργεια και την ολοκληρωμένη ικανοποίηση των κλίσεων του.

Αυτή επιτυγχάνεται μέσα από την άσκηση των ικανοτήτων του ατόμου και την επιλογή των κατάλληλων δραστηριοτήτων που θα απομακρύνουν και θα καταπολεμήσουν την πλήξη και την ανία. Η εργασία αποτελεί τον κατεξοχήν τομέα της οροθέτησης και επίτευξης στόχων για τον άνθρωπο, το πεδίο όπου μπορεί κανείς να αποδείξει τη συνέπεια που τον διακρίνει στις επιδιώξεις του.

Παράλληλα, η εργασία καθιστά την ανάπαυλα, τον ελεύθερο χρόνο, αξία που εκτιμάται περισσότερο και την απολαμβάνει κανείς με περισσότερη όρεξη και κέφι. Κοινό στοιχείο και στις δύο δραστηριότητες, απαραίτητο για την ικανοποίηση των βαθύτερων αναγκών του ανθρώπου, αποτελεί η δημιουργικότητα, αφού χωρίς αυτήν χάνεται το νόημα της καταβολής κόπου και χρόνου από το άτομο.

Ο έρωτας είναι, κατά τον Ράσσελ, πηγή χαράς και η απουσία του πηγή οδύνης. Κάνει πιο έντονες τις λεπτές απολαύσεις της ζωής και «σπάει το σκληρό κέλυφος του εγώ», με αποτέλεσμα τη συνεργασία και το μοίρασμα, κυρίαρχο στοιχείο "επιτυχημένων" ανθρώπινων σχέσεων.

Προϋπόθεση των τελευταίων είναι πάντα η γνησιότητα, η αυθεντικότητα, καθώς και η αυτοεκτίμηση που αντανακλάται στη σχέση.

Για να εξασφαλίσει κανείς την ευτυχία των άλλων αλλά και του εαυτού του μέσα σε μια σχέση θα πρέπει να τους αντιμετωπίζει με γενναιοφροσύνη και εγκαρδιότητα και να φροντίζει για τις κοινωνικές του συναναστροφές να επιλέγει άτομα με τα οποία τον συνδέουν κοινά ενδιαφέροντα και συναντά από την πλευρά τους μια έστω ελάχιστη συμφωνία και αποδοχή των απόψεών του.

Τα ενδιαφέροντα αυτά, που αποτελούν εκδήλωση της ανάγκης του ανθρώπου για δημιουργία, απαιτούν το ενδιαφέρον και την προσήλωσή μας, αφού μόνο έτσι θα μετατραπούν σε πραγματικές εμπειρίες, διαφορετικά μας είναι περιττά.

«Όσο περισσότερα είναι τα ενδιαφέροντα ενός ανθρώπου, τόσο περισσότερες δυνατότητες ευτυχίας έχει», πιστεύει ο Ράσσελ «και τόσο λιγότερο βρίσκεται στο έλεος της μοίρας» αφού μπροστά του ανοίγεται πλήθος επιλογών. (Ράσσελ, ό.π., σελ. 120).

Καμία δραστηριότητα, όμως, δεν μπορεί να εξασφαλίσει την ευτυχία εάν ο άνθρωπος δεν διαβιεί σε κατάσταση ηρεμίας και δεν είναι σε θέση να ελέγχει τις αρνητικές του σκέψεις. Ούτως ή άλλως, το πέρασμα του χρόνου απαλύνει τις στεναχώριες και από ένα σημείο και ύστερα δεν βασανίζουν πια τον άνθρωπο.

Επιπλέον, η συνειδητοποίηση της θέσης του εγώ στο ευρύτερο συμπαντικό πλαίσιο και η συγκέντρωση των σκέψεων σε κάτι υπερβατό μπορεί να οδηγήσει τον άνθρωπο στην ανακάλυψη των πραγματικών διαστάσεων των καθημερινών δυσκολιών του, αρκεί να υπερπηδήσει εμπόδια που ο ίδιος θέτει στην ευτυχία του, όπως είναι ο φθόνος για τις επιτυχίες και τις καλοτυχίες των συνανθρώπων του.

Η ευτυχία μοιάζει να λαμβάνει δύο μορφές σε όποιο πλαίσιο και αν τη μελετάμε. Και οι δυο μορφές της συντηρούν ένα δίπολο αντιθετικό. Υπάρχει, εν προκειμένω, η πραγματική και η φανταστική ευτυχία, όπως υπάρχει η ζωώδης και η πνευματική. Η πνευματικότητα που πηγάζει από τη μόρφωση δεν αποτελεί προϋπόθεση της ευτυχίας ούτε επηρεάζει την ένταση ή τη διάρκειά της. Απλώς καθορίζει τις δραστηριότητες μέσω των οποίων οδηγείται κανείς στην απόλαυση και τις διαφοροποιεί από τις μη πνευματικές δραστηριότητες.

Ο άνθρωπος, βέβαια, όπως πιστεύει ο Ράσσελ, δεν θα μπορέσει να βιώσει την ευτυχία αν δεν διακατέχεται από το αίσθημα του μέτρου σε όλες τις εκδηλώσεις της ζωής του. Θα πρέπει να μην υπερτιμά τις δυνάμεις του και να είναι πρόθυμος να στερηθεί κάποια από τα πράγματα που επιθυμεί. Και όχι μόνο αυτό, αλλά θα πρέπει να εκπαιδευτεί στο να υπομένει την πλήξη που είναι αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής, γιατί μόνο έτσι θα μπορέσει να μάθει να εκτιμά την ευτυχία του.

Η ουσία της ανθρώπινης ευτυχίας είναι κατά βάση απλή, όμως οι κοινωνικές επιταγές διαμορφώνουν ένα ασφυκτικό πλαίσιο που εμποδίζει την κατάκτησή της.

«Ο πολιτισμός έχει ξεστρατίσει», πιστεύει ο Ράσσελ, και ασπάζεται τη φροϋδική θεώρηση του πολιτισμού ως "πηγής δυστυχίας". Η "πολιτισμένη" κοινωνία επιβάλλει περιορισμούς στην ανθρώπινη ελευθερία και τις παρορμήσεις, με αποτέλεσμα να οδηγείται το άτομο στην κόπωση και την πλήξη, από την υποταγή στον καταναγκασμό της εργασίας και τη δυσκολία αυθόρμητης εκδήλωσης των συναισθημάτων του. Ο κοινωνικός περίγυρος αποτελεί έναν αυστηρό κριτή των πράξεων ή των παραλείψεων μας, οι οποίες, αν δεν εμπίπτουν στον επικρατούντα κώδικα συμπεριφοράς, οδηγούν το άτομο στην απομόνωση και του στερούν την κοινωνική αποδοχή και καταξίωση την οποία επιδιώκει.

Η ευτυχία, επομένως, δεν είναι μια εύκολη υπόθεση, σπάνια την απολαμβάνει κανείς χωρίς κόπο και προσπάθεια. Ο Ράσσελ χρησιμοποιεί τον όρο ‘κατάκτηση’, καθώς χρειάζεται να συντονίσει κανείς τις προσπάθειές του προς την κατεύθυνση της αποφυγής της δυστυχίας που πιθανότατα θα συναντήσει στην πορεία του. Αρκεί να είναι υγιής, να έχει εξασφαλίσει την επιβίωσή του και να έχει απλά γούστα, να μην έχει δηλαδή παράλογες απαιτήσεις από τη ζωή. Αποκαλύπτοντας στον αναγνώστη του το μυστικό της ευτυχίας, ο Ράσσελ υπογραμμίζει δύο παραμέτρους: το εύρος των ενδιαφερόντων και την όσο το δυνατόν θετικότερη και φιλικότερη αντιμετώπιση πραγμάτων και προσώπων, για να καταλήξει:
Ευτυχισμένος είναι εκείνος που δεν υποφέρει από καμιά από τις ελλείψεις ενότητας, που η προσωπικότητά του δεν είναι διχασμένη ούτε βρίσκεται σε σύγκρουση με τον κόσμο. Ένας τέτοιος άνθρωπος νιώθει πως είναι πολίτης του κόσμου και απολαμβάνει ελεύθερα το θέαμα που του προσφέρει και τις χαρές που του παρέχει, χωρίς να τον ταράζει η σκέψη του θανάτου, γιατί νιώθει πως πραγματικά δεν είναι κάτι το χωριστό από αυτούς που θα ‘ρθουν ύστερα από αυτόν. Και ακριβώς μέσα σ’ αυτή τη βαθιά και ενστικτώδη ένωση με το ρεύμα της ζωής θα βρούμε τις πιο μεγάλες χαρές.

Η εθελοντική βλακεία

Κάποιοι προσέρχονται στη βλακεία εθελοντικώς.
 
Είναι φορές που ένας νοήμων άνθρωπος, προκειμένου να επιβιώσει ή να μην μπλέξει σε μπελάδες, προτιμά να παραστήσει τον χαζό· κάνει πως δεν κατάλαβε, «την κάνει γαργάρα», «κάνει το κορόιδο», «κάνει την πάπια» («ποιεί την νήσσαν»), «κάνει τον κινέζο» και τον «ψόφιο κοριό».
 
Στις δυτικές κοινωνίες πρωταθλητές αυτής της κουτοπονηρίας είναι ο καχύποπτος χωρικός και ο κρυψίνους πολιτικός· ο πρώτος δεν ανοίγεται ποτέ σε ξένους, ποτέ δεν «είδε», ποτέ δεν «ξέρει», ποτέ δεν «άκουσε», και ο δεύτερος ποτέ δεν απαντάει ευθέως, άλλα τον ρωτάνε και άλλα αντ’ άλλων τσαμπουνάει.
 
Στις σχέσεις συμφέροντος και εξάρτησης η τακτική είναι ανάλογη: ποιος στρατιώτης έχει λόγο μπρος στον αξιωματικό, υπάλληλος στον διευθυντή, φοιτητής στον καθηγητή, πωλητής στον πελάτη· μούγκα και το σιχτίρισμα βουβό.
 
Πόσοι οδηγοί, σωματοφύλακες, γραμματείς και βοηθοί επιφανών είναι όχι μόνο πιο έξυπνοι από το αφεντικό τους, αλλά επιπλέον έχουν την πρόνοια να μην το δείχνουν.
 
Στα χρόνια της γυναικεία καταπίεσης, οι γυναίκες μηχανεύονταν χίλιους δύο τρόπους για να φέρουν βόλτα τον σατράπη σύζυγο.
 
Η βασική συνταγή ήταν έτοιμη από τις παλαιότερες: «κάνε τον βλάκα», «άσ’ τον να λέει», «μην απαντάς», «θα πει θα πει, θα του περάσει», «θα σκούξει και θα σκάσει».
 
Τα καθημερινά τερτίπια συμβίωσης ήταν στο ίδιο μοτίβο: όταν χυνόταν λίγος καφές στο πιατάκι του τύραννου αναφωνούσαν αμέσως «λεφτά» για να γλυτώσουν την αγριάδα, ενώ για το κρασί που χύθηκε από το ποτήρι «γούρι γούρι», επίσης για να διασώσουν την καλή διάθεση του τραπεζιού ή να αποφύγουν τα ντράβαλα έφταιγαν δεν έφταιγαν.
 
Για να ζητήσουν κάτι έπρεπε να τον πιάσουν «στις καλές του» ή «στο κρεβάτι».
Και πάντα να του υποβάλουν την ιδέα πλαγίως, έτσι που να νομίζει ότι είναι δική του: «ό,τι πεις εσύ», «εσύ ξέρεις», «εσύ είσαι ο άνδρας του σπιτιού», αυτά είχαν κάτω από τη γλώσσα τους...
 
Έτσι προωθούσαν τις υποθέσεις του σπιτιού και κρατούσαν τη ρότα της οικογένειας.

Ο δύσκολος δρόμος προς την αυτογνωσία

Ο άνθρωπος αλλάζει καθημερινά. Δέχεται νέα ερεθίσματα, βιώνει νέες εμπειρίες... αφομοιώνει νέες πληροφορίες, σφυρηλατεί νέα χαρακτηριστικά προσωπικότητας ενώ αφήνει άλλα να εξασθενίσουν. Η αυτογνωσία δεν είναι ένα χαρακτηριστικό που κάποιος το κατέχει ή δεν το κατέχει, είναι κάτι που μέρα με τη μέρα το κατακτά, λιγότερο ή περισσότερο, ανάλογα με τις προσωπικές του άμυνες και αντιστάσεις σε συνδυασμό με τις εξωτερικές συνθήκες.
 
Πέρα από τα παραπάνω, η αυτογνωσία δεν μπορεί να είναι ένα μετρίσιμο απόλυτο και αντικειμενικό χαρακτηριστικό γιατί αναφέρεται στην ανθρώπινη ύπαρξη που εξ ορισμού είναι υποκειμενική. Δηλαδή, όπως κάθε άνθρωπος βλέπει τη ζωή, το περιβάλλον και τον κόσμο μέσα από το προσωπικό, μοναδικό του βλέμμα, έτσι βλέπει και τον εαυτό του με τον προσωπικό μοναδικό του τρόπο.
 
Υπάρχουν ωστόσο, συγκεκριμένες δυσκολίες που εμποδίζουν κάποιον να δει τον υποκειμενικό του εαυτό.
 
Συγκεκριμένα:
 
Όροι αξίας
 
Οι όροι αξίας είναι επιταγές που παίρνουμε από το περιβάλλον μας για το πως πρέπει να είμαστε αν θέλουμε να είμαστε αρεστοί, αγαπητοί, επιτυχημένοι κλπ. Φράσεις όπως 'τα αγόρια δεν κλαίνε', «τα καλά κορίτσια δεν θυμώνουν», «οι καλοί φίλοι δεν μαλώνουν», που οι περισσότεροι από εμάς έχουμε δεχτεί κατά την παιδική μας ηλικία, στέλνουν το μήνυμα πως για να είναι κάποιος αποδεκτός πρέπει να μπλοκάρει κάποια κομμάτια των συναισθημάτων και των σκέψεών του.
 
Ο θυμός, η ζήλια η λύπη κ.α. είναι συναισθήματα που συχνά θεωρούνται πως δεν ταιριάζουν σε ένα «καλό παιδί» και το «καλό παιδί» μαθαίνει από νωρίς να μπλοκάρει και να φιμώνει τα συναισθήματά του και τα «θέλω» του.
 
Όταν κάποιος νιώθει πως τα συναισθήματά του ή τα «θέλω» του είναι σε αντίθεση με τους όρους αξίας που του έχουν επιβληθεί από το εξωτερικό του περιβάλλον βιώνει μια συναισθηματική σύγκρουση. Π.χ. Σε κάποιον δεν αρέσει η διασκέδαση των κέντρων διασκέδασης, στην παρέα του όμως αυτή είναι πολύ δημοφιλής. Το να αναγνωρίσει πως βαριέται στα κέντρα αυτά θα τον φέρει σε σύγκρουση με την ανάγκη του να ανήκει στην παρέα του.
 
Έτσι ασυνείδητα μπλοκάρει εκείνα τα συναισθήματα και τα κομμάτια της εμπειρίας του που του λένε πως δεν του αρέσει η διασκέδαση των clubs και πείθει τον εαυτό του πως εκεί όντως διασκεδάζει. Από την άλλη πλευρά, συχνά αυτά τα απωθημένα του συναισθήματα βρίσκουν τρόπο έκφρασης με άλλους έμμεσους τρόπους π.χ. με ψυχοσωματικά συμπτώματα, με κακή διάθεση, χωρίς να είναι σαφής ο λόγος της, με επιθετικότητα προς τους άλλους κλπ.
 
Κάποιος άνθρωπος που συχνά κάνει τέτοιες παραχωρήσεις, απομακρύνεται όλο και περισσότερο από τον εαυτό του, αλλοτριώνεται και η γνώση του πραγματικού του εαυτού συρρικνώνεται όλο και περισσότερο αφού γίνεται μέσα από τις συμπληγάδες πέτρες των όρων αξίας του περιβάλλοντός του και της ιδανικής εικόνας που θέλει να δείξει προς τα έξω.
Στην εποχή μας οι κοινωνικές επιταγές είναι πάρα πολλές και προέρχονται από πολλές και συχνά συγκρουόμενες πηγές με αποτέλεσμα οι άνθρωποι εύκολα να χάνουν το προσωπικό τους βλέμμα και κατά συνέπεια και την ικανότητά τους για αυτογνωσία.
 
Η διαδικασία διερεύνησης του πραγματικού εαυτού είναι αυτή που δίνει στον άνθρωπο την δυνατότητα να τον αγαπήσει να ζει μέσα από τις δικές του επιλογές, χωρίς να γίνεται πιόνι στα χέρια των άλλων, αλλά και να μην παρασύρεται από τη δικιά του θέληση για να δείξει μια «ιδανική», πλην όμως ψεύτικη, εικόνα προς το περιβάλλον του.

Viral Propaganda: Οι “Σκλάβοι” της Επανά-λήψης

Το Ψηφιακό ρολόι του Smartphone που βρίσκεται επιμελώς ξαπλωμένο στο κομοδίνο γράφει 08:30. Ο από μέρες ξεχασμένος σπαστικός ήχος στο ξυπνητήρι επαναλαμβάνεται για ακόμη ένα πρωί, και δίνει το σύνθημα για την έναρξη μίας σχεδόν πανομοιότυπης ημέρας. Το μυαλό από την στιγμή που ανοίγουμε τα μάτια μας εισχωρεί σε Safe Mode και με μηχανικές κινήσεις δίνει τις εντολές, επαναλαμβάνοντας σχεδόν αιρετικά τις ίδιες λέξεις – προσταγές: Ντύσου, πλύσου, δούλεψε, φάε, πιές, ξεκουράσου και πάλι από την αρχή. Έτσι σηκώνομαι και ακολουθώ τα καθημερινά βήματα που έχουν γίνει το άυλο αποτύπωμα της ύπαρξής μου στην σκακιέρα της βιωματικής πραγματικότητας. Ναι, οι κινήσεις μου είναι προβλεπόμενες, εγκεκριμένες και απόλυτα σχεδιασμένες. Ακόμη και άν παρεκκλίνω της πορείας μου αποκτώντας το πρόσκαιρο αίσθημα της ελευθερίας κινήσεων διαπιστώνω πως κάπου, σε κάποιο σημείο ελέγχου και καταγραφής των ανθρώπινων καθημερινών συμπεριφορών κάποιοι γελούν σαρκαστικά μαζί μου.

Γιατί αυτή η «απελευθερωμένη» παράκαμψη της καθημερινότητάς μου, αυτή η βέβηλη στροφή προς κάτι νέο είναι στην ουσία ένα ματαιόπονο βήμα μου προς το επίσης προβλεπόμενο παρακλάδι της ίδιας διαδρομής. Μου επιτρέπεται να «λοξοδρομήσω» αρκεί να καταλήξω στον ίδιο και μοναδικό δρόμο από τον οποίο ξεκίνησα. Δεν κοστίζει τίποτα να ρίξεις μία ματιά στους δρόμους που ανοίγονται μπροστά σου, αρκεί να μην επιλέξεις να τους ακολουθήσεις. Αρκεί να μην επιχειρήσεις να χαράξεις την δική σου, χαοτική διαδρομή προς ένα απρόβλεπτο σημείο τερματισμού, προς μία νέα πραγματικότητα.

Οι άνθρωποι στο Μετρό δίπλα μου είναι καλωδιωμένοι και προσηλωμένοι στο timeline της συνεχούς ροής πληροφοριών. Δεκάδες άγνωστοι άνθρωποι κινούνται με τα κεφάλια σκυφτά ζώντας και ανασαίνοντας μέσα από τις υψηλής ευκρίνειας οθόνες τους. Ο Ψηφιακός εαυτός τους προχωρά μαζί τους δίνοντας το στίγμα της δραστηριότητάς τους. Σκηνοθετημένες συναντήσεις, αυθόρμητα χαμόγελα και στοχασμοί διαμοιράζονται στην Ψηφιακή πραγματικότητα που τείνει να αντικαταστήσει την φυσική πραγματικότητα του Ανθρώπου. Είμαστε τα Ψηφιακά «Διπλά» μας. Τα ψηφιακά Doppelganger μας ζούν, χαίρονται, ονειρεύονται και τρέφονται από την αυταρέσκεια και την συνεχή αναμετάδοση των Κυβερνο – Εαυτών μας. Είναι αλήθεια πως έχουμε πια μετατραπεί σε Κυβερνο-Ζόμπι που ρουφούν για να παραμείνουν ζωντανά κάθε ψηφιακή δραστηριότητα της συσκευής μας. Όχι, δεν ζούμε πλέον σε κάποιο τρισδιάστατο κόσμο διότι η Κυβερνόσφαιρα είναι εδώ και μερικά χρόνια η τέταρτη άμεση διάσταση μέσα και δίπλα στην φυσική μας πραγματικότητα, ο αυτούσιος τόπος διαμονής μας. Αυτή είναι η πραγματικότητα που βιώνουμε. Τα ανθρώπινά μας όρια εξαντλούνται ολοένα και περισσότερο με κάθε γραμμή που αδειάζει στην μπαταρία της ψηφιακής ζωής μας.

Με μία γρήγορη σύνδεση σε αυτόν τον Υπερρεαλιστικό κόσμο μπορώ να δω ποιός είσαι, να καταγράψω τον καθημερινό χάρτη της διαδρομής σου, τις διατροφικές σου συνήθειες, ποια ταινία παρακολούθησες χτες, με ποιόν, που πάρκαρες και τι ώρα έπεσες για ύπνο, μόνο και μόνο για να επαναλάβεις την ίδια δραστηριότητα και την επόμενη μέρα, και την μέρα που έρχεται μετά από αυτή.

Δίχως να το καταλάβουμε γίναμε σκλάβοι του Εικονικού μας εαυτού και τροφοδοτούμε το σύστημα καταγραφής πληροφοριών αποκλειστικά με την δική μας θέληση. Γινόμαστε βορά στον Δαίμονα της επανάληψης που κατακερματίζει κάθε είδος δημιουργικής και αυθόρμητης σύναψης που ίσως έχει απομείνει στον πραγματικό – συνειδητό και ασυνείδητο Νου μας.

Σκλάβοι της Επανάληψης

Πόσο εύηχη μπορεί να ακουστεί μία λέξη όταν επιφέρει την αποδοχή σχεδόν του Συνόλου του Κυβερνοσύμπαντος; Σε αυτή την αλλόκοτη εποχή μπορεί να μην γνωρίζουμε τον διπλανό μας, όμως ο Ψηφιακός αντικατοπτρισμός του εμφανίζεται στην καθημερινή ροή ενημέρωσης και είναι ο εικονικός μας Φίλος. Συνδεόμαστε ο ένας με τον άλλο μέσα από τις Διαδικτυακές συνδετικές ροές δημιουργώντας ένα αχανές δίκτυο αναμετάδοσης των ίδιων Viral πληροφοριών. Ναι, η λέξη viral είναι η μόδα της εποχής, η μάστιγα που καταστρέφει κάθε είδος συνειδητότητας και πρωτοτυπίας.

Δεν χρειάζεται τίποτε περισσότερο από την ανάλυση της ίδιας της λέξης VIRAL: Μιά πληροφορία που εισέρχεται στο αχανές αυτό δίκτυο και λαμβάνει της μαζικής αποδοχής, είτε πρόκειται για εικόνα, είτε για οπτικοακουστικό υλικό, είτε για άρθρο ή νέο της επικαιρότητας, αποκαλείται Viral που σε ελεύθερη μετάφραση και βάση της αξίας που έχει δοθεί στην λέξη σημαίνει πως αυτή η πληροφορία είναι της μόδας. Μόλις χθες τα 2/4 του Ανθρώπινου πληθυσμού αναμετάδοσαν με τον οποιοδήποτε τρόπο την τραγική είδηση του Θανάτου του David Bowie, εκφράζοντας την πραγματική λύπη για το συμβάν. Σαν υπνωτισμένοι, με λίγα μόλις κλικ οι ψηφιακές Κυβερνο-περσόνες ανακατεύθυναν την πληροφορία με τρομερά γρήγορους ρυθμούς δημιουργώντας μία νέα δυναμική που αναδύεται και υπερκερνά στο τέλος την σημασία της ίδιας της πληροφορίας. Λειτουργώντας με ρυθμούς καθημερινότητας, σχεδόν προστακτικά με την μέθοδο της επανάληψης το Δίκτυο της Ψηφιακής πραγματικότητας έβαλε στην πληροφορία την ταμπέλα που της αρμόζει και την απελευθέρωσε για να εκτελέσει το «διπλό» της καθήκον.

Η Είδηση έγινε της μόδας, άρα ονομάστηκε viral. Η Μέγιστη δύναμη των λέξεων στην διαμόρφωση των συνθηκών εκείνων που απαιτούνται για τον έλεγχο της ανθρώπινης συνειδητότητας όμως είναι πλέον γνωστή, και η λέξη viral είναι ένα αρκούντως χαρακτηριστικό παράδειγμα για την διπλή σημασία μίας στοχευμένης έννοιας.

Πριν την μαζικοποίηση της χρήσης του Κυβερνοδιαστήματος, η λέξη είχε μία και μόνο σημασία και δεν είχε το θετικό πρόσημο που έχει η μεταμοντέρνα έννοια της Λέξης. Η Λέξη Viral στην κυριολεξία σημαίνει ιογενής μόλυνση που προέρχεται από κάποιο ιό (Virus). Υπάρχει άραγε η πιθανότητα μίας μαζικής Συνειδησιακής «Μόλυνσης» στο πλήθος του Κόσμου που αναμεταδίδει Viral πληροφορίες μέσω της Ψηφιακής απεικόνισής του;

Η πληροφορία που μεταδίδεται αποκτά διπλή σημασία και μπορεί κάποιος να την κατανοήσει αναλύοντας το κατά τα άλλα τυχαίο παράδειγμα που περιέγραψα πιο πάνω. Μία ματιά στα σχόλια των χρηστών που ενεπλάκησαν στην είδηση αυτή αποκαλύπτει πως πέρα από την κατανόηση πως ένας καλλιτέχνης που προσέφερε πολλά στην σύγχρονη τέχνη δεν βρίσκεται πια μαζί μας υποβόσκει κάτι το πραγματικά απαισιόδοξο. Η Πεποίθηση πως με κάθε αρνητικό γεγονός που συνταράσσει την ανθρωπότητα ερχόμαστε ένα βήμα κοντύτερα στην καταστροφή της Ανθρώπινης δημιουργίας και Συνειδητότητας. Οι άνθρωποι που έγιναν δέκτες και πομποί της viral πληροφορίας υποσυνείδητα δέχτηκαν και αναμετάδοσαν την άποψή τους πως αυτός ο κόσμος πηγαίνει από το κακό στο χειρότερο, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο.

Ίσως αυτή η λεπτομέρεια που σπάνια γίνεται αντιληπτή να είναι και η ιογενής παθογένεια που μολύνει ένα μεγάλο ποσοστό των ανθρώπων και βομβαρδίζει το ανθρώπινο υποσυνείδητο Νου καθιστώντας τον πρακτικά Ανίκανο να θεωρήσει πως μπορεί να μετατρέψει τον εαυτό του αλλά και το σύνολο, να οδηγήσει την ίδια του τη φύση προς τα μονοπάτια της δημιουργίας και όχι προς την απαισιόδοξη σκέψη πως αποδεχόμαστε την υπαρξιακή φθορά μας, μα δεν επιχειρούμε το άλμα προς την συνειδησιακή επανάσταση.

Είναι αυτές οι Ιογενείς μολύνσεις που σπανίως αφορούν κάποια θετική πληροφορία που εισχωρούν και κλειδώνουν την Υπερ-ανθρώπινη ιδιοσυγκρασία, τον πνευματικό εσώτερο εαυτό που ούτως η άλλως βρίσκεται εν δυνάμει και εν υπνώσει μέσα μας. Η χαρτογράφηση τέτοιων ροών viral πληροφόρησης είναι σίγουρα μία ενδιαφέρουσα προοπτική και είμαι βέβαιος πως θα μας αποκαλύψει πως το πλήθος αυτών των Viral πληροφοριών εμποτίζουν την ανθρώπινη συνειδητότητα με την εθιστική μα και καταστροφική αρνητική ροή ενέργειας. Για κάθε μία Viral πληροφορία με θετικό αντίκτυπο θα βρούμε περί τις είκοσι με αρνητική προδιάθεση.

Μέσα σε αυτό το Ιογενές Pattern διαπιστώνουμε πως βομβαρδιζόμαστε από πολυεπίπεδες αρνητικές ειδήσεις. Με την Υπέρτατη μέθοδο της Προπαγάνδας να βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη, την Μέθοδο της Επανάληψης, μολύνουμε τον ίδιο μας τον εαυτό παγιδεύοντάς τον σε μία αέναη Ψηφιακή λούπα (Digital Viral Loop) που ακινητοποιεί σχεδόν κάθε διάθεση για πραγματική εξέλιξη. Αυτό είναι ένα από τα πολλά ( Θα ακολουθήσει σειρά άρθρων που θα παρουσιάζουν το σύνολο του project για την παύση της εξέλιξης του Μετά – Ανθρώπου) εργαλεία, και ίσως ένα από τα σημαντικότερα, που χρησιμοποιούνται για την παύση κάθε ουσιαστικής δραστηριότητας του ατόμου, για τον κατακερματισμό της Ατομικής και Συνειδησιακής Προόδου.

Ο Άνθρωπος γεννήθηκε για να ανακαλύψει τις απεριόριστες δυνατότητες του Εαυτού του. Να γίνει ο επαναστάτης της Εξέλιξης και όχι ένα Διαδικτυακό ανδρείκελο που έχει εναποθέσει το ίδιον της ύπαρξής του σε αναμεταδόσεις μίας κατευθυνόμενης καθημερινής δραστηριότητας. Είμαστε δημιουργημένοι για να αναπροσαρμόζουμε την Ατομική και συλλογική μας πραγματικότητα προς το καλύτερο, και όχι να αποδεχόμαστε παγιωμένες απόψεις που απλά αναμεταδίδονται μέσα από την ψηφιακή ροή μας. Ας ανακαλύψουμε μία μία τις χορδές που μας κρατούν δέσμιους στην λογοκρισία του Υπερβατικού και της υπερβατικής γνώσης, στην πεζότητα της καθημερινής φθοράς. Ας κοιτάξουμε λίγο βαθύτερα στις αυθόρμητες διαδρομές του Εσωτερικού εαυτού μας. Ας σπάσουμε τα Δεσμά του Νου.

Μη συγκρίνεσαι με κανέναν. Η σύγκριση είναι αρρώστια

Να είσαι αυτό που είσαι και ξέχνα το να γίνεις κάποιος άλλος. Το να Θέλεις να γίνεις οτιδήποτε είναι εφιάλτης.

Είσαι τέλειος. Η ζωή έτσι όπως είναι, είναι τέλεια την κάθε στιγμή της.

Πολύ δύσκολο να το αποδεχθείς, επειδή επί αιώνες σου δίνουν ιδεώδη κι εσύ συνεχώς συγκρίνεσαι με αυτά τα ιδεώδη.

Λες:

Πως μπορώ εγώ να είμαι τέλειος; Εγώ εξακολουθώ να έχω θυμό μέσα μου.
Πως μπορώ εγώ να είμαι τέλειος; Εγώ εξακολουθώ να έχω φλόγα μέσα μου.
Πως μπορώ να είμαι τέλειος; Εγώ εξακολουθώ να έχω βία μέσα μου.
Πως μπορώ εγώ να είμαι τέλειος;

Συγκρίνεις!

Η σύγκριση είναι αρρώστια.

Εσύ είσαι εσύ.

Η μεταμόρφωση συμβαίνει μέσα από τη ζωή, όχι μέσα από την προετοιμασία.

Μόνο ένας σοφός άνθρωπος μπορεί να πει “δεν ξέρω”

Όταν έχεις μαζέψει αρκετή γνώση και την πετάς, επιτυγχάνεται η άγνοια.

Τότε γίνεσαι αληθινά αδαής, σαν το Σωκράτη, ο οποίος μπορεί να πει: “Ένα πράγμα ξέρω, ότι δεν ξέρω τίποτα”.

Αυτή η γνώση ή αυτή η άγνοια, μπορείς να την ονομάσεις όπως σου αρέσει, είναι εντελώς διαφορετική, η ποιότητα είναι εντελώς διαφορετική, έχει αλλάξει η διάσταση.

Αν είσαι απλώς αδαής, επειδή δεν έχεις φτάσει ποτέ σε καμία γνώση, η άγνοιά σου δεν μπορεί να είναι σοφή, δεν μπορεί να είναι σοφία. Είναι απλώς απουσία γνώσης. Και η δίψα θα παραμείνει μέσα σου: Πώς να κερδίσω περισσότερη γνώση; Πώς να κερδίσω περισσότερες πληροφορίες;

Όταν γνωρίζεις πάρα πολλά, έχεις γνωρίσει τα κείμενα, έχεις γνωρίσει το παρελθόν, έχεις γνωρίσει την παράδοση, έχεις γνωρίσει όλα όσα μπορείς να γνωρίσεις, τότε, ξαφνικά, συνειδητοποιείς τη ματαιότητα του όλου πράγματος, ξαφνικά συνειδητοποιείς πως αυτό δεν είναι γνώση. Αυτά είναι δανεισμένα πράγματα!

Αυτή δεν είναι η δική σου υπαρξιακή εμπειρία, αυτό δεν είναι ό,τι έχεις γνωρίσει εσύ ο ίδιος. Οι άλλοι μπορεί να τα έχουν γνωρίσει, μα εσύ τα έχεις απλώς συγκεντρώσει. Τα συγκεντρώνεις μηχανικά. Δεν έχουν εμφανιστεί από μέσα σου, δεν είναι ωριμότητα. Είναι απλώς μάζεμα , από τη μια πόρτα στην άλλη, δανεικά πράγματα, νεκρά.

Να θυμάσαι, η γνώση είναι ζωντανή μόνο όταν τη γνωρίζεις εσύ ο ίδιος, όταν είναι άμεση εμπειρία. Όταν όμως την ξέρεις από τους άλλους, δεν είναι ζωντανή εμπειρία, δεν είναι γνώση, είναι απλώς μνήμη.

Η μνήμη είναι κάτι νεκρό. Όταν μαζεύεις πολλά, πλούτη της γνώσης, ιερά κείμενα, βιβλιοθήκες ολόκληρες συγκεντρωμένες μέσα στο νου σου και ξαφνικά συνειδητοποιείς ότι απλώς κουβαλάς το φορτίο των άλλων, ότι τίποτα δεν σου ανήκει, ότι εσύ ο ίδιος δεν τα έχεις γνωρίσει, τότε μπορείς να τα παρατήσεις, μπορείς να παρατήσεις όλη αυτή τη γνώση.

Εγκαταλείποντάς την, εμφανίζεται μέσα σου ένας καινούργιος τύπος άγνοιας. Αυτή η άγνοια δεν είναι η άγνοια του αδαή, αλλά του σοφού.

Έτσι είναι η σοφία.

Μόνο ένας σοφός άνθρωπος μπορεί να πει “δεν ξέρω”.

Λέγοντας όμως “δεν ξέρω”, δεν διψάει για γνώση, απλώς πιστοποιεί το γεγονός. Κι όταν μπορείς να πεις με όλη σου την καρδιά, “δεν ξέρω”, την ίδια εκείνη στιγμή, τα μάτια σου ανοίγουν, οι πόρτες της γνώσης ανοίγουν. Την ίδια εκείνη στιγμή, όταν λες με την ολότητά σου, “δεν ξέρω”, έχεις την ικανότητα της γνώσης.

Αυτή η άγνοια είναι όμορφη, μα έχει επιτευχθεί μέσα από τη γνώση. Είναι φτώχεια που επιτυγχάνεται μέσα από τα πλούτη.

Και το ίδιο συμβαίνει και με το εγώ. Μπορείς να τα χάσεις μόνο αν το έχεις.

Η ΣΩΚΡΑΤΙΚΗ «ΕΙΡΩΝΕΙΑ»

Πλάτωνα, Συμπόσιο, 2165-ε, 2186-219α
Αυτό το απόσπασμα οπό το Συμπόσιο του Πλάτωνα μας δείχνει στην πράξη την περίφημη «σωκρατική ειρωνεία» (μέσα από τα λόγια του Αλκιβιάδη), που παρουσιάζεται αμέσως πολύ διαφορετική από αυτό που κοινώς εννοούμε όταν χρησιμοποιούμε τη λέξη «ειρωνεία».

[ΑΛΚΙΒΙΑΔΗΣ] Δεν τον απασχολεί καθόλου αν κάποιος είναι όμορφος, αλλά περιφρονεί σε αφάνταστο βαθμό την ομορφιά, ούτε τον νοιάζει αν κάποιος είναι πλούσιος ή διαθέτει κάποιο άλλο στοιχείο που λατρεύεται από το πλήθος. Όλα αυτά τα προτερήματα τα θεωρεί ανάξια, άρα το ίδιο και εμάς -σας διαβεβαιώνω- και περνά όλη του τη ζωή μέσα στην ειρωνεία, κάνοντας αστεία πίσω από την πλάτη των ανθρώπων.

Και αυτός, όταν τα άκουσε, πήρε εκείνη τη γνωστή, την τόσο χαρακτηριστική για εκείνον στάση ειρωνείας και είπε: «Αγαπητέ μου Αλκιβιάδη, θα τολμούσα να πω ότι πραγματικά δεν απέχεις από τους πολλούς, αν αυτά που λες για εμένα απηχούν την πραγματική αλήθεια και ασφαλώς υπάρχει σε εμένα κάποια δύναμη με την οποία εσύ θα μπορούσες να γίνεις καλύτερος. Πρέπει να δεις σε εμένα ανυπέρβλητο κάλλος, πολύ ανώτερο της δικής σου σωματικής ωραιότητας. Αν, λοιπόν, επειδή το βλέπεις προσπαθείς να ανταλλάξεις το κάλλος με το κάλλος, προσπαθείς να κερδίσεις εις βάρος μου: προσπαθείς να κάνεις κτήμα σου την αληθινή και γνήσια ομορφιά, και σκέφτεσαι να “ανταλλάξεις τον χρυσό με τoν χαλκό”.

Αλλά, αγαπητέ μου, ξανασκέψου το καλύτερα, μήπως πέφτεις έξω και δεν είμαι παρά ένας άχρηστος. Γιατί, σε βεβαιώνω, η όραση του μυαλού τότε αρχίζει να βλέπει με τρόπο διαυγή, όταν η όραση των ματιών αρχίζει να παρακμάζει. Κι εσύ απέχεις ακόμα πολύ από αυτό».

Η αρετή είναι ένα τεχνητό ανακάτεμα και δεν είναι ούτε ακέραιη, ούτε ξεκάθαρη, ούτε σταθερή, ούτε εντελώς αθώα

Σε τι χρησιμεύουν αυτές oι ύψιστες κορυφές της φιλοσοφίας, όπου κανένα ανθρώπινο ον δεν μπορεί να φτάσει, και οι κανόνες που ξεπερνούν τη συνήθειά μας και τις δυνάμεις μας; Βλέπω συχνά να μας προτείνουν παραδείγματα ζωής τα οποία ούτε εκείνοι που τα προτείνουν ούτε οι ακροατές τους έχουν ποτέ καμιά ελπίδα να ακολουθήσουν, και προπαντός τη διάθεση. Από το ίδιο χαρτί, στο οποίο μόλις έγραψε την απόφαση καταδίκης εναντίον ενός μοιχού, ο δικαστής κόβει ένα κομμάτι για να γράψει ραβασάκι στη γυναίκα του συναδέλφου του. Η γυναίκα με την οποία μόλις πριν λίγη ώρα βρεθήκατε παράνομα, μετά από λίγο και μπροστά σας μάλιστα, θα βάλει τις φωνές εναντίον μιας φίλης της που έκανε το ίδιο σφάλμα, κι ακόμη πιο άγριες απ’ όσο θα φώναζε η Πόρσια. Και κάποιος άλλος καταδικάζει ανθρώπους σε θάνατο για εγκλήματα που ο ίδιος ούτε καν θεωρεί λάθη.

Έτσι κάνουν οι άνθρωποι. Αφήνουμε τους νόμους και τις εντολές να ακολουθούν το δρόμο τους, εμείς παίρνουμε έναν άλλο- όχι μόνο από χαλάρωση των ηθών, αλλά συχνά και λόγω αντίθετης γνώμης και κρίσης. Παρακολουθήστε την ανάγνωση ενός φιλοσοφικού λόγου: η εφευρετικότητα, η ευγλωττία, η ακρίβεια εντυπωσιάζουν αμέσως το πνεύμα σας και σας συγκινούν- δεν υπάρχει όμως τίποτα που να προκαλεί ή να κεντρίζει τη συνείδησή σας- αλήθεια, σ’ αυτήν δεν απευθύνονται; Ο Αρίστων έλεγε όμως ότι κανένα πλύσιμο και κανένα μάθημα δεν ωφελεί αν δεν καθαρίζει και δεν απομακρύνει τη βρομιά.

Σε όλες τις σχολές της αρχαίας φιλοσοφίας θα βρεις ότι το ίδιο άτομο επεξεργάζεται και δημοσιεύει κανόνες εγκράτειας και συγχρόνως γραπτά έρωτα και ακολασίας. Και ο Ξενοφώντας, στον κύκλο του Κλινία, έγραψε εναντίον της ηδονής εκείνης που εκθείαζε ο Αρίστιππος. Δεν υπάρχει κάποια θαυμαστή μεταλλαγή που τους ταρακουνάει. Όμως στην περίπτωση του Σόλωνα, παρουσιάζεται άλλοτε ως ο εαυτός του κι άλλοτε ως νομοθέτης: άλλοτε μιλάει για το λαό, άλλοτε για το άτομό του- και υιοθετεί για τον εαυτό του τους ελεύθερους και φυσικούς κανόνες, αισθανόμενος τη σιγουριά μιας σταθερής και σιδερένιας υγείας.

Ο Αντισθένης επιτρέπει στο σοφό να αγαπά και να κάνει με τον τρόπο του αυτό που θεωρεί σωστό, χωρίς να δίνει σημασία στους νόμους, δεδομένου ότι είναι πιο συνετός από αυτούς και έχει μεγαλύτερη γνώση της αρετής. Ο μαθητής του ο Διογένης έλεγε να αντιπαραθέτουμε στις ταραχές τη λογική, στη μοίρα το θάρρος, στους νόμους τη φύση.

Για τα ευαίσθητα στομάχια χρειάζονται δίαιτες αυστηρές και μελετημένες. Τα γερά στομάχια ακολουθούν απλά τις οδηγίες της φυσικής τους όρεξης. Έτσι κάνουν οι γιατροί μας που τρώνε το πεπόνι και πίνουν το φρέσκο κρασί ενώ επιβάλλουν στους ασθενείς τους το σιρόπι και το νεροζούμι.

Δεν ξέρω για τα βιβλία τους, έλεγε η εταίρα Λαΐς, για τις γνώσεις τους, για τη φιλοσοφία τους, αλλά αυτοί οι άνθρωποι χτυπάνε εξίσου συχνά την πόρτα μου με οποιονδήποτε άλλον. Από τότε που η ελευθερία των ηθών μάς παρασύρει συνεχώς πέρα από αυτό που είναι νόμιμο και επιτρεπτό, έχουμε συχνά περιορίσει τους κανόνες και τους νόμους της ζωής μας πέρα από κάθε λογική.

Όλος ο κόσμος θεωρεί ότι αυτά τα σφάλματα βρίσκονται μέσα στα όρια του επιτρεπτού.

Θα ήταν ευχής έργον να υπήρχε μεγαλύτερη αντιστοιχία ανάμεσα στην εντολή και την υπακοή και μοιάζει άδικος ο στόχος που δεν μπορούμε να φτάσουμε.Η ανθρώπινη σοφία δεν κατόρθωσε ποτέ να ανταποκριθεί στα καθήκοντα που η ίδια καθόρισε για τον εαυτό της και, αν το είχε καταφέρει, θα όριζε άλλα πιο πέρα, τα οποία πάντα θα επιθυμούσε και θα διεκδικούσε, τόσο εχθρική προς τη σταθερότητα είναι η φύση μας. Ο άνθρωπος ορίζει ότι πρέπει ο ίδιος αναγκαστικά να βρίσκεται στην αμαρτία. Δεν είναι αρκετά επιδέξιος για να κόψει το καθήκον του στα μέτρα μιας διαφορετικής φύσης από τη δική του. Σε ποιόν λοιπόν επιβάλλει κάτι που από κανένα δεν περιμένει να το πράξει; Βρίσκει άδικο να μην κάνει ο άλλος αυτό που του είναι αδύνατο; Οι ίδιοι νόμοι που μας καταδικάζουν στην αδυναμία, είναι οι ίδιοι που μας κατηγορούν γιατί δεν μπορούμε.

Στη χειρότερη περίπτωση, αυτή η κακοφορμισμένη ελευθερία, να παρουσιάζεται δηλαδή κανείς με δυο όψεις, οι πράξεις με έναν τρόπο, τα λόγια με έναν άλλο, ας επιτρέπεται σε εκείνους που μιλούν για τα πράγματα- όμως δεν μπορεί να επιτρέπεται σε εκείνους που μιλούν για τον εαυτό τους, όπως κάνω εγώ: πρέπει να ακολουθώ με την πέννα το βηματισμό των ποδιών μου. Η κοινωνική ζωή πρέπει να σχετίζεται με τις ζωές των άλλων. Η αρετή του Κάτωνα ξεπερνούσε σε σθένος το μέτρο της εποχής του- και για έναν άνθρωπο που ανακατευόταν με τη διακυβέρνηση άλλων, αφιερωμένο στην υπηρεσία της κοινωνίας, θα μπορούσαμε να πούμε ότι οι νόμοι του ήταν, αν όχι άδικοι, τουλάχιστον μάταιοι και εκτός εποχής. Η ίδια η συμπεριφορά μου, που αν και μόλις που αποκλίνει κατά ένα δαχτυλάκι από τις συνήθεις συμπεριφορές, με κάνει εντούτοις κάπως απρόσιτο και ελάχιστα κοινωνικό για την εποχή μου. Δεν ξέρω αν είναι χωρίς λόγο που αισθάνομαι αηδιασμένος από τον κόσμο που συναναστρέφομαι, αλλά ξέρω καλά ότι θα ήταν αδικαιολόγητο να παραπονιέμαι γιατί ο κόσμος είναι περισσότερο αηδιασμένος από μένα απ’ ό,τι είμαι εγώ από εκείνον.

Η αρετή που αρμόζει στις υποθέσεις των ανθρώπων είναι μια αρετή με πολλές πτυχές, εσωτερικές και εξωτερικές γωνίες, για να μπορέσει να προσαρμοστεί και να ταιριάξει με την ανθρώπινη αδυναμία, είναι ένα τεχνητό ανακάτεμα και δεν είναι ούτε ακέραιη, ούτε ξεκάθαρη, ούτε σταθερή, ούτε εντελώς αθώα.

M. Heidegger: Πώς λέγεται ο Χρόνος;

Μάρτιν Χάιντεγκερ: 1889-1976

Τι είναι Χρόνος;

1. Η έννοια του Χρόνου απασχολεί τον Χάιντεγκερ από τα πρώτα του δοκίμια, για παράδειγμα από το πρώτο δοκίμιο: Η έννοια του Χρόνου στην επιστήμη της ιστορίας (1916) μέχρι και τα ύστερα γραπτά του· π.χ. το δοκίμιό του (1962): Χρόνος και Είναι. Ο χρόνος συνιστά θεμελιώδη έννοια της σκέψης του, καθώς συνάπτεται καθοριστικά με την ερμηνεία και κατανόηση του Είναι. Στο ως άνω πρωτόλειο κείμενό του επιχειρεί να σκεφτεί επιστημολογικά και να αναζητήσει την ουσία του χρόνου στις ιστορικές επιστήμες κατ’ αντιδιαστολή προς τον «φυσικό» χρόνο των φυσικών επιστημών. Με δεδομένη την ερμηνεία του χρόνου στη βάση εκείνης της λειτουργίας του που καθιστά δυνατή τη μέτρηση και σε αντίθεση με την ποσοτική του κατανόηση στη φυσική, ο Χάιντεγκερ διακρίνει στην ιστορική επιστήμη τη δυνατότητα χρονολόγησης με βάση τις αξιακές σχέσεις. Ο χρόνος εδώ χαρακτηρίζεται από ποιοτική διαφορετικότητα και εκτίθεται σε μια μεταβλητότητα, ευθέως αντίθετη προς την αιωνιότητα. Από τα πρώτα τούτα βήματά του, ο φιλόσοφός μας δοκιμάζει να συλλάβει τον χρόνο στην περατότητά του, κάτι που θα επεξεργαστεί πιο αναλυτικά στα επόμενα κείμενά του σε συνδυασμό με τη χρονική ερμηνεία του Είναι.

2. Σε μια διάλεξή του το 1924 για την Έννοια του Χρόνου αναμετρείται με την αιωνιότητα και στοχεύει στην αμφισβήτηση της αντίθεσης ανάμεσα στον χρόνο και την αιωνιότητα. Το ζητούμενο τώρα είναι να κατανοήσει φιλοσοφικά τον χρόνο με αφετηρία τον ίδιο τον χρόνο, προβαίνοντας σε σαφή διάκριση ανάμεσα στη φιλοσοφία και την πίστη:

«Ο φιλόσοφος δεν εκτίθεται στην πίστη. Όταν θέτει το ερώτημα για τον χρόνο, είναι αποφασισμένος να κατανοήσει τον χρόνο εκκινώντας από τον χρόνο ή από το αεί, που μοιάζει με την αιωνιότητα, αλλά αποδεικνύεται ως ένα απλό παράγωγο της χρονικότητας [του χρονικώς-Είναι (Zeitlichsein)]».

Η θεολογικώς εννοούμενη αιωνιότητα, όπως μας λέει πιο πάνω ο Χάιντεγκερ και θα μιλήσει πιο εκτενώς στο Είναι και Χρόνος, δεν έχει κανένα εσωτερικό δεσμό με τη χρονικότητα του ανθρώπινου Dasein και των εκάστοτε παροντικών του στιγμών μέσα στον κόσμο, όπου εκ-τίθεται σε αναμέτρηση πρωτίστως με τον εαυτό του και παράλληλα με τους άλλους. Είναι μια έννοια κενή από συγκεκριμένο, ιστορικό περιεχόμενο και ως τέτοια ούτε την αρχέγονη αρχή του χρόνου αποτελεί ούτε τη δική μας εμπειρική χρονικότητα αντανακλά. Απλώς είναι ένα παράγωγο πράγμα ή γεγονός της εν λόγω εμπειρικής χρονικότητας.

3. Στο Είναι και Χρόνος τίθεται η θεμελιώδης προβληματική γύρω από τον χρόνο.

3.1 Η κύρια επιδίωξη συνδέεται με τούτο: ο χρόνος να καταδειχθεί ως ο ορίζοντας που καθιστά εφικτή κάθε κατανόηση του Είναι. Χωρίς έναν τέτοιο ορίζοντα, το ερώτημα για το νόημα του Είναι αποδυναμώνεται σε βαθμό που να εξαφανίζεται μέσα στην ομίχλη μιας ατέρμονης αοριστολογίας και όχι λιγότερο μιας πληκτικής κοινοτοπίας και ανοήμονος ταυτολογίας. Με τον ως άνω τίτλο του έργου, ο Χάιντεγκερ ήδη μας οικειώνει με μια προ-κατανόηση της σχέσης του χρόνου με το Είναι. Ο τίτλος ήδη: Είναι και Χρόνος δεν παραπέμπει σε μια παράλληλη και συγχρόνως αντιθετική πραγμάτευση των δυο εννοιών αλλά σε μια αλληλένδετη σχέση τους. Ανάμεσα στο Είναι και τον χρόνο ο Χάιντεγκερ αναγνωρίζει πως υπάρχει μια εγγενής συναλληλία, η οποία θέτει την αναγκαιότητα για μια πιο αρχέγονη σκέψη γύρω από τις δυο αυτές έννοιες. Το ότι υπάρχει μια θεμελιώδης σχέση μεταξύ τους, μας λέει ο Χάιντεγκερ, γίνεται φανερό στην αρχαία ερμηνεία του Είναι ως ουσίας. Υπό έναν οντολογικό-χρονικό τρόπο, ουσία σημαίνει παρουσία. Το Είναι, στην ενδοσυνάφειά του με τον χρόνο, αποφεύγει τον κίνδυνο να παρανοηθεί ως κάτι ακίνητο, παγιωμένο, ή επέκεινα, όπως συμβαίνει με την παραδοσιακή οντολογία, στο μέτρο που ερμηνεύεται υπό την προοπτική του χρόνου. Ο χρόνος ως χρονικότητα και όχι ως φυσικός χρόνος δίνει ενέργεια στο Είναι και στη σκέψη του Είναι, έτσι ώστε το τελευταίο να μην παρουσιάζεται, ως προς την αλήθεια του, ως μια ανενεργός ύπαρξη του αισθητού κόσμου, η οποία ακολουθεί παθητικά μια δεδομένη φυσική τάξη.

3.2 Η αρχέγονη ερμηνεία του χρόνου ως ορίζοντα κατανόησης του Είναι, ως ορίζοντα κατάδειξης του χρονικού του χαρακτήρα, εκκινεί από τη χρονικότητα του ανθρώπινου Dasein, της ανθρώπινης ύπαρξης. Τούτο σημαίνει πως μια φιλοσοφική πραγμάτευση του χρόνου προϋποθέτει τη φιλοσοφική μελέτη-ερμηνεία της οντολογικής σύστασης του ανθρώπου, καθώς η χρονικότητά του ως χρόνος επιτρέπει στον άνθρωπο να υπάρχει ως άνθρωπος. Πώς θα μπορούσε να συμβαίνει διαφορετικά, όταν ξέρουμε πως η χρονικότητα, ως χρόνος, συνιστά το πεδίο, όπου λαμβάνει χώρα κάθε είδους ανθρώπινη δραστηριότητα και καθίσταται δυνατή η ιστορικότητα του ανθρώπινου Είναι. Το ανθρώπινο Dasein γράφει ιστορία και αποκτά ιστορικότητα, όταν θέτει συγκεκριμένους σκοπούς συνειδητά, αναιρώντας έτσι την αιτιοκρατική σχέση και παύοντας, ως εκ τούτου, να αφήνεται στο έλεος της νομοτέλειας του φυσικού του γίγνεσθαι. Η δυνατότητά του να αναιρεί αυτή τη σχέση προκύπτει ακριβώς από τον εγκόσμιο χαρακτήρα του, από την ενδοκοσμική του σύσταση ως ανθρώπινης ύπαρξης και από την πολλότητα των καταστασιακών σχέσεων που αναπτύσσει μέσα στον κόσμο.

3.3 Οποιαδήποτε παρερμηνεία της ανθρώπινης ύπαρξης προκύπτει από την παραγνώριση της χρονικότητάς της. Το Είναι ‒του ανθρώπινου Dasein, των ανθρώπινων όντων‒ κατανοείται, σε ό,τι αφορά την ουσία του ως παρουσία, υπό τη μορφή ενός ορισμένου τρόπου του χρόνου. Κατ’ αυτό το πνεύμα, ο τελευταίος κατανοείται ως το «νόημα του Είναι», δηλ. ως εκείνο για το οποίο διαθέτουμε ήδη πάντα μια κατανόηση, όταν προφέρουμε τον ρηματικό τύπο «είναι/εστί». Στο πλαίσιο, συνακόλουθα, του ανθρώπινου Dasein, ο χρόνος παραπέμπει στη βασική δομή του τρόπου, με τον οποίο υπάρχει αυτό το Dasein, και ορισμένως συνιστά τον νοηματικό ορίζοντα όλων των πτυχών και των καταστάσεων, που συγκροτούν την ως άνω δομή του τρόπου του Είναι του. Αυτή η θεμελιώδης δομή, ήτοι ο χρόνος ως τέτοια δομή φέρει το όνομα: ύπαρξη (Existenz) και μέλλει να αποδεικνύεται ως ο τρόπος της γενικής χρονικότητας αυτού τούτου του Είναι. Το υπάρχειν (existieren) σημαίνει τώρα εξίστασθαι σε ένα Είναι, που μέλλει να κατισχύσει, να πραγματωθεί, να φέρει σε πέρας την κατίσχυσή του.

3.4 Το Dasein έτσι δεν είναι απλά και μόνο ένα παρευρισκόμενο ον, αλλά υπάρχει κατά τρόπο, που να ρέπει προς το Είναι του. Τούτο υποδηλώνει πως ο άνθρωπος είναι ανοικτός προς το Είναι: εξ-έρχεται στον κόσμο και βρίσκεται στη σκοπιά του da [=εδωνά] ως φύλακας, φρουρός του Είναι. Και όλη αυτή η ενεργός στάση, το ασίγαστο πάθος του ανθρώπινου Dasein για ζωή και η προ-πόρευσή του προ του θανάτου συνάπτεται με τη μέριμνα που το τελευταίο αναλαμβάνει ή επιδεικνύει για την ύπαρξή του. Και πώς μπορεί το Dasein να βιώνει αυτό το εγχείρημα ως συνολικό εγχείρημα; Μπορεί δυνάμει των φαινομένων τέτοιων, όπως αυτά του θανάτου, της συνείδησης, της ενοχής, που αφορούν το σύνολο, την ολότητα της ύπαρξης. Αφορούν τον άνθρωπο ως όλο, έτσι όπως το καταδεικνύει η χρονική ανάλυση των δομικών στοιχείων της μέριμνας, τουτέστιν η μέριμνα ως χρονικότητα.

3.5 Κατανοούμενη, στο οικείο της νόημα αυτή η χρονικότητα εκτείνεται σε μέλλον, παρελθόν και παρόν. Η χρονικότητα ωστόσο, ως αυθεντικά οντολογικός χρόνος, δεν εξαντλείται στον κοινότοπο χρόνο, που εκτείνεται στις τρεις προαναφερθείσες έννοιες ‒μέλλον, παρελθόν, παρόν‒νοούμενες υπό την παραδοσιακή έννοια του χρόνου που έρχεται και παρέρχεται, αλλά συνάπτεται με μια πιο αρχέγονη χρόνιση, ήτοι ωρίμανση (Zeitigung). Πρόκειται για μια διεργασία, η οποία δεν έρχεται από τον ουρανό, αλλά τελεί πάντοτε υπό το χρονικό νόημα της μέριμνας, ως της ουσίας της ανθρώπινης ύπαρξης. Τούτο δε το νόημα μπορεί να προσδιορίζεται συγκεκριμένα μέσα από τη χρονική ερμηνεία των στοιχείων με τις υποδιαιρέσεις τους, που δομούν τη μέριμνα. Συνοπτικά αυτά έχουν ως εξής: 1. Η κατανόηση, που σχετίζεται θεμελιωδώς με το μέλλον και έχει το έρεισμά της σε αυτό. 2. Η εύρεση, νοούμενη ως διάθεση και έχουσα τις ρίζες της στο παρελθόν: στρέφεται προς το ατομικό Είναι ή και ακόμη το αποστρέφεται. 3. Η κατάπτωση ή η έκπτωση, σχετιζόμενη με το παρόν και 4. Η ομιλία, που συνιστά μια διανοικτότητα προς τον κόσμο και συναντάται στο παρόν ως μια προνομιακή δυνατότητα της ανθρώπινης ύπαρξης να συγκροτεί γλώσσα: ως εκ τούτου να καλλιεργεί την ομιλία και να αρθρώνει τη θεμελιακή της τάση να ανοίγεται στο κόσμο και να επωμίζεται τη μοίρα της.

ΘΕΟΦΡΑΣΤΟΣ: Χαρακτῆρες (28.1-28.6) - ΚΑΚΟΛΟΓΙΑΣ

ΚΗ'. ΚΑΚΟΛΟΓΙΑΣ

 
[28.1] [Ἔστι δὲ ἡ κακολογία ἀγωγὴ ψυχῆς εἰς τὸ χεῖρον ἐν λόγοις,]
[28.2] ὁ δὲ κακολόγος τοιόσδε τις, οἷος ἐρωτηθεὶς «Ὁ δεῖνα τίς ἐστιν;» «Οὐκοῦν δή», ‹εἰπεῖν› καθάπερ οἱ γενεαλογοῦντες «πρῶτον ἀπὸ τοῦ γένους αὐτοῦ ἄρξομαι. τούτου ὁ μὲν πατὴρ ἐξ ἀρχῆς Σωσίας ἐκαλεῖτο, ἐγένετο δὲ ἐν τοῖς στρατιώταις Σωσίστρατος, ἐπειδὴ δὲ εἰς τοὺς δημότας ἐνεγράφη, ‹Σωσίδημος›. ἡ μέντοι μήτηρ εὐγενὴς Θρᾷττά ἐστι· καλεῖται γοῦν ἡσυχῆ Κρινοκόρακα· τὰς δὲ τοιαύτας φασὶν ἐν τῇ πατρίδι εὐγενεῖς εἶναι. αὐτὸς δὲ οὗτος ὡς ἐκ τοιούτων γεγονὼς κακὸς καὶ μαστιγίας».
[28.3] καὶ ἱκανὸς δὲ πρός τινα εἰπεῖν «Ἐγὼ δήπου τὰ τοιαῦτα οἶδα, ὑπὲρ ὧν σὺ πλανᾷ πρὸς ἐμέ». κἀπὶ τούτοις διεξιών «Αὗται αἱ γυναῖκες ἐκ τῆς ὁδοῦ τοὺς παριόντας συναρπάζουσι» καὶ «Οἰκία τις αὕτη τὰ σκέλη ἠρκυῖα· οὐ γὰρ οὖν λῆρός ἐστι τὸ λεγόμενον, ἀλλ᾽ ὥσπερ αἱ κύνες ἐν ταῖς ὁδοῖς συνέχονται» καὶ «Τὸ ὅλον ἀνδρόλαλοί τινες» καὶ «Αὐταὶ τὴν θύραν τὴν αὔλειον ὑπακούουσι».
[28.4] ‹ἀ›μέλει δὲ καὶ κακῶς λεγόντων ἑτέρων συνεπιλαβέσθαι εἴπας «Ἐγὼ δὲ τοῦτον τὸν ἄνθρωπον πλέον πάντων μεμίσηκα· καὶ γὰρ εἰδεχθής τις ἀπὸ τοῦ προσώπου ἐστίν· ἡ δὲ πονηρία οὐδεν‹ὶ› ὁμοία· σημεῖον δέ· τῇ γὰρ αὑτοῦ γυναικὶ τάλαντον εἰσενεγκαμένῃ προῖκα, ἐξ οὗ παιδίον αὐτῷ γεννᾷ, τρεῖς χαλκοῦς εἰς ὄψον δίδωσι καὶ [τῷ] ψυχρῷ λοῦσθαι ἀναγκάζει τῇ τοῦ Ποσειδῶνος ἡμέρᾳ.
[28.5] καὶ συγκαθημένοις δεινὸς περὶ τοῦ ἀναστάντος εἰπεῖν καὶ ἀρχήν γε εἰληφὼς μὴ ἀποσχέσθαι μηδὲ τοὺς οἰκείους αὐτοῦ λοιδορῆσαι.
[28.6] καὶ πλεῖστα περὶ τῶν ‹αὑτοῦ› φίλων καὶ οἰκείων κακὰ εἰπεῖν, καὶ περὶ τῶν τετελευτηκότων, ‹τὸ› κακῶς λέγειν ἀποκαλῶν παρρησίαν καὶ δημοκρατίαν καὶ ἐλευθερίαν καὶ τῶν ἐν τῷ βίῳ ἥδιστα τοῦτο ποιῶν.

***

28. Ο ΚΑΚΟΛΟΓΟΣ


[28.1] [Κακολογία είναι η τάση της ψυχής προς το χειρότερο στα λόγια,]
[28.2] ενώ ο κακολόγος το είδος του ανθρώπου που, όταν τον ρωτήσουν «Ο τάδε τί άνθρωπος είναι;», απαντά με τον τρόπο των γενεαλόγων: «Λοιπόν, πρώτα θ᾽ αρχίσω από τους προγόνους του. Αυτού του ανθρώπου ο πατέρας λεγόταν στην αρχή Σωσίας, στο στρατό όμως έγινε Σωσίστρατος, κι όταν εγγράφτηκε στους καταλόγους των δημοτών, Σωσίδημος. Η μητέρα του, βέβαια, είναι Θρακιώτισσα από ευγενική γενιά. Στα κρυφά την φωνάζουν Κρινοκόρακα. Στην πατρίδα της αυτές τις γυναίκες τις λένε αριστοκράτισσες. Αυτός ο ίδιος, από τέτοιους γονείς που κατάγεται, είναι άθλιος και τιποτένιος».
[28.3] Είναι ικανός να πει σε κάποιον «Εγώ, βέβαια, τα ξέρω αυτά τα υποκείμενα, για χάρη των οποίων έρχεσαι άσκοπα σ᾽ εμένα». Και συνεχίζει με λεπτομέρειες πάνω στο ίδιο θέμα: «Αυτές οι γυναίκες αρπάζουν τους περαστικούς από το δρόμο. Είναι ένα σπίτι που έχει τα σκέλια σηκωμένα. Δεν είναι ανοησία αυτό που λέγεται, αλλά (στ᾽ αλήθεια) ζευγαρώνουν στο δρόμο όπως οι σκύλες. Γενικά μιλούν συνέχεια για άνδρες. Οι ίδιες τρέχουν να ανοίξουν την αυλόπορτα».
[28.4] Όταν κάποιοι άλλοι επιδίδονται στην κακολογία, είναι βέβαιο ότι θα πάρει μέρος κι αυτός λέγοντας: «Αυτόν τον άνθρωπο εγώ τον έχω μισήσει περισσότερο απ᾽ όλους. Ακόμη κι από το πρόσωπό του είναι απεχθής. Η πονηριά του δεν έχει όμοιά της. Να η απόδειξη: της γυναίκας του, που του έφερε προίκα ένα τάλαντο, της δίνει, από τότε που του γέννησε παιδί, τρία χάλκινα νομίσματα για τα ψώνια της και την αναγκάζει να λούζεται με κρύο νερό την ημέρα του Ποσειδώνα».
[28.5] Είναι ικανός να αρχίσει να μιλά στους διπλανούς του γι᾽ αυτόν που ανέβηκε στο βήμα και από τη στιγμή που έκανε την αρχή, δε σταματά προτού κατηγορήσει ακόμη και τους συγγενείς του. [28.6] Και λέει ένα σωρό ασχήμιες και για τους δικούς του φίλους και συγγενείς, ακόμη και για τους πεθαμένους, αποκαλώντας την κακολογία παρρησία και δημοκρατία και ελευθερία και απολαμβάνοντάς την περισσότερο από οτιδήποτε άλλο στη ζωή του.