Σάββατο, 9 Μαΐου 2020

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ - Ἡλέκτρα (167-212)

ΧΟΡΟΣ
Ἀγαμέμνονος ὦ κόρα, ἤλυθον, Ἠλέκτρα, [στρ.]
ποτὶ σὰν ἀγρότειραν αὐλάν.
ἔμολέ τις ἔμολεν γαλακτοπότας ἀνὴρ
170 Μυκηναῖος οὐριβάτας·
ἀγγέλλει δ᾽ ὅτι νῦν τριταί-
αν καρύσσουσιν θυσίαν
Ἀργεῖοι, πᾶσαι δὲ παρ᾽ Ἥ-
ραν μέλλουσιν παρθενικαὶ στείχειν.
175 ΗΛ. οὐκ ἐπ᾽ ἀγλαΐαις, φίλαι,
θυμὸν οὐδ᾽ ἐπὶ χρυσέοις
ὅρμοις ἐκπεπόταμαι
τάλαιν᾽, οὐδ᾽ ἱστᾶσα χοροὺς
Ἀργείαις ἅμα νύμφαις
180 εἱλικτὸν κρούσω πόδ᾽ ἐμόν.
δάκρυσι νυχεύω, δακρύων δέ μοι μέλει
δειλαίαι τὸ κατ᾽ ἦμαρ.
σκέψαι μου πιναρὰν κόμαν
185 καὶ τρύχη τάδ᾽ ἐμῶν πέπλων,
εἰ πρέποντ᾽ Ἀγαμέμνονος
κούραι τᾶι βασιλείαι
τᾶι Τροίαι θ᾽, ἃ ᾽μοῦ πατέρος
μέμναταί ποθ᾽ ἁλοῦσα.

190 ΧΟ. μεγάλα θεός· ἀλλ᾽ ἴθι καὶ παρ᾽ ἐμοῦ χρῆσαι [ἀντ.]
πολύπηνα φάρεα δῦναι
χρύσεά τε χάρισιν προσθήματ᾽ ἀγλαΐας.
δοκεῖς τοῖσι σοῖς δακρύοις
μὴ τιμῶσα θεοὺς κρατή-
195 σειν ἐχθρῶν; οὔτοι στοναχαῖς
ἀλλ᾽ εὐχαῖσι θεοὺς σεβί-
ζουσ᾽ ἕξεις εὐαμερίαν, ὦ παῖ.
ΗΛ. οὐδεὶς θεῶν ἐνοπᾶς κλύει
τᾶς δυσδαίμονος, οὐ παλαι-
200 ῶν πατρὸς σφαγιασμῶν.
οἴμοι τοῦ καταφθιμένου
τοῦ τε ζῶντος ἀλάτα,
ὅς που γᾶν ἄλλαν κατέχει
205 μέλεος ἀλαίνων ποτὶ θῆσσαν ἑστίαν,
τοῦ κλεινοῦ πατρὸς ἐκφύς.
αὐτὰ δ᾽ ἐν χερνῆσι δόμοις
ναίω ψυχὰν τακομένα
δωμάτων φυγὰς πατρίων
210 οὐρείας ἀν᾽ ἐρίπνας.
μάτηρ δ᾽ ἐν λέκτροις φονίοις
ἄλλωι σύγγαμος οἰκεῖ.

***
ΧΟΡΟΣ
Κόρη του Αγαμέμνονα, Ηλέκτρα,
ήρθα εδώ στ᾽ αγροτικό σου σπίτι.
Έφτασεν, έφτασε κάποιος βουνίσιος
170 απ᾽ τις Μυκήνες βοσκός, και μας λέει
πως οι Αργίτες γιορτή διαλαλούνε
που θα βαστάξει τρεις μέρες·
κι όλες τώρα οι κοπέλες θα πάνε
στο μεγάλο της Ήρας ναό.
ΗΛΕ. Δεν λαχταράει, καλές μου, πανηγύρια
μήτε χρυσά στολίσματα η ψυχή μου
εμένα της δυστυχισμένης· μήτε
στήνοντας τον χορό, με πόδι
180 κυκλόσυρτο τη γης θα κρούσω
μαζί με τις Αργίτισσες γυναίκες.
Τις νύχτες μου περνάω με θρήνους
και μόνη μου φροντίδα είναι το δάκρυ
την κάθε μέρα εμένα της βαριόμοιρης.
Γιά δες τα βρόμικα μαλλιά μου, κοίτα
και τα κουρέλια που φορώ, αν ταιριάζουν
στου βασιλιά την κόρη, του Αγαμέμνονα,
και στην Τροία, που ακόμα τον γονιό μου
θυμάται κουρσεμένη έναν καιρό.

190 ΧΟΡ. Είναι μεγάλη η θεά· λοιπόν έλα
και πάρε από με πολυκέντητα ρούχα
και στολίδια χρυσά, για να λάμψουν
οι χάρες σου. Μόνο με θρήνους, χωρίς
να τιμάς τους θεούς, θα νικήσεις θαρρείς
τους εχθρούς σου; Με δίχως στενάγματα, μόνο
με προσευχές τους θεούς άμα σέβεσαι,
θα ᾽χεις καλύτερες μέρες παιδί μου.
ΗΛΕ. Απ᾽ τους θεούς κανένας δεν ακούει
της δύστυχης εμέ τον άγριο θρήνο,
200 μήτε θυμάται τα σφαχτάρια
που έναν καιρό τούς πρόσφερ᾽ ο γονιός μου.
Αλίμονο και για τον σκοτωμένο,
και για τον ζωντανό που εξορισμένος
σε ξένη χώρα ζει γυρνώντας,
ο δόλιος σε τραπέζια φτωχικά,
αυτός, παιδί πατέρα κοσμοξάκουστου.
Κι εγώ διωγμένη απ᾽ του γονιού τα σπίτια
210 μένω στα απόγκρεμνα βουνά σ᾽ ένα καλύβι
με την ψυχή να λιώνει από τη θλίψη.
Κι η μάνα μου πλαγιάζει τώρα μ᾽ άλλον
πάνω στου φόνου το κρεβάτι.

Μελέτες για την Αρχαία Μακεδονία, Στοιχεία της εποχής του σιδήρου από την τράπεζα και το νεκροταφείο της Τούμπας Θεσσαλονίκης - Στοιχεία από τις ανασκαφές στα πλατώματα (τράπεζα) και στο νεκροταφείο

Στις σωστικές ανασκαφές σαράντα περίπου οικοπέδων στην άνω και κάτω τράπεζα της Τούμπας Θεσσαλονίκης, από το 1985 μέχρι σήμερα, και στη γύρω περιοχή τα αρχαιολογικά στοιχεία παρουσιάζουν στρωματογραφία, ευρήματα κινητά και αρχιτεκτονικά που σκιαγραφούν διάφορες καταστάσεις από τη ζωή του οικισμού στην Τούμπα της Θεσσαλονίκης, κατά την πρώιμη εποχή του σιδήρου.
 
Α) Στην ύστερη εποχή του χαλκού χρονολογούνται, με βάση την κεραμική και τα συγκριτικά στοιχεία από τα ανασκαφικά δεδομένα στην κορυφή της τούμπας, οικοδομικά λείψανα, πιθανότατα ορθογώνιων κτισμάτων, στα οποία χρησιμοποιήθηκαν ως κατασκευαστικά υλικά πάσσαλοι, μικρές πέτρες, άψητες πλίνθοι (Σουέρεφ 1993). Τα κατάλοιπα από τις καλύβες αυτές βρίσκονται σε στρώματα με πολλές καμένες οργανικές ουσίες, δηλωτικό τόσο των φθαρτών υλικών που χρησιμοποιούνταν στην ανωδομή, όσο και της αποθηκευτικής χρήσης τμήματος του εσωτερικού τους.
 
Β) Παρόμοια εικόνα με τα στρωματογραφικά και αρχιτεκτονικά ευρήματα της ύστερης εποχής του χαλκού εμφανίζεται και στις φάσεις της πρώιμης εποχής του σιδήρου από τον 11ο ως και τον 9ο αι. π.Χ.. Η μια διαφορά έγκειται στο ότι έχουν εντοπιστεί οικοδομικά λείψανα σε όλη την έκταση των πλατωμάτων γύρω από τον λοφίσκο, όπου αναπτύχθηκε η «τράπεζα των ιστορικών χρόνων» (Σουέρεφ 1990, 1992, 1995). Και η άλλη διαφορά αφορά στο ότι στα σχετικά νεότερα στοιχεία η διατήρηση των οικοδομικών καταλοίπων είναι καλύτερη, πράγμα που υποδηλώνει μεγαλύτερη προσοχή στην ποιότητα των σπιτιών απ' ότι στο παρελθόν. Εξάλλου, η απαρχή της 1ης χιλιετίας θεωρείται, λαμβάνοντας υπόψη και την ανασκαφική έρευνα στην κορυφή της τούμπας, ως η στιγμή της διεύρυνσης πέριξ του λοφίσκου του οικισμού. O πολλαπλασιασμός των σπιτιών συνδέεται προφανώς με δημογραφική αύξηση στον οικισμό, η οποία θα μπορούσε να εξηγηθεί με οικονομικές μεταβολές και από την ανάγκη προστασίας περισσότερων οικογενειών στα στενά όρια της τράπεζας. Η αμυντική από τη φύση της γεωμορφολογίας θέση στην Τούμπα Θεσσαλονίκης, με το μεγάλο ρέμα από βόρεια περικλείει τον υπερυψωμένο οικισμό μέχρι δυτικά. Σε κάθε περίπτωση, προκύπτει ότι τα κτίσματα είχαν ορθογώνια κάτοψη, λίθινη θεμελίωση και το κύριο υλικό της ανωδομής ήταν άψητες πλίνθοι.
 
Γ) Πλινθόκτιστες ορθογώνιες κατασκευές με λίθινη θεμελίωση, χρήση πασσάλων, ξύλινες πιθανότατα σκεπές και δάπεδα από πατημένο πηλόχωμα χαρακτηρίζουν τις φάσεις του 8ου αι. π.Χ. στην τράπεζα (Σουέρεφ 1990, 1992, 1993, 1994, 1995). Στις ίδιες φάσεις εκτός από την παραδοσιακή αρχιτεκτονική εμφανίζονται κατασκευαστικές καινοτομίες, όπως πιο στέρεα λίθινα θεμέλια και τοιχία. Επίσης, στα ίδια χρόνια (800-700 π.Χ.) χρονολογούνται υπόσκαφες κατασκευές, σιροί ή κυψελωτά λίθινα κτίσματα, πηγάδια/δεξαμενές νερού. Η μεταβολή στην οργάνωση του οικισμού κατά τον 8ο αιώνα ίσως συνδέεται με την κινητικότητα στο βόρειο Αιγαίο κατά την έναρξη του β' λεγόμενου αποικισμού, αν κρίνουμε από την ποικιλία της επείσακτης κεραμικής και τις νέες τοπικές κατηγορίες στις φάσεις αυτές.
 
Δ) Περίπου 60 μ. ανατολικά των ορίων της τράπεζας, σε ανωφέρεια, νότια του ίδιου ρέματος που περιβάλλει από βόρεια και δυτικά την Τούμπα, στην είσοδο της εκκλησίας της Αγίας Μαρίνας στην ομώνυμη οδό, δύο λίθινες θεμελιώσεις τοιχαρίων 6 μ. ερευνήθηκαν ανασκαφικά (Σουέρεφ 1997). Αποτελούσαν τμήμα ορθογώνιου κτίσματος με δύο χώρους εκ των οποίων ο ένας ήταν στεγασμένος και περιλάμβανε αποθηκευτικό αγγείο στη θέση του και κυκλικό λιθόστρωτο που συγκρίνεται με ανάλογη κατασκευή γνωστή από το Λευκαντί της Εύβοιας, το Ποσείδι Χαλκιδικής και την τράπεζα Πολίχνης της Θεσσαλονίκης. Η κεραμική που συνόδευε τα ευρήματα αυτά ανήκε στην πρώιμη εποχή του σιδήρου πριν από τον 8ο αι. π.Χ.
 
Δεν αποκλείεται το μικρό τμήμα που αποκαλύφτηκε επί της οδού Αγίας Μαρίνας να ανήκε σε ένα ανάλογο με της κορυφής του λοφίσκου στην Τούμπα Θεσσαλονίκης κεντρικού μεγάλου κτίσματος. Στην περίπτωση αυτή κατά την ύστερη εποχή του χαλκού και την πρώιμη εποχή του σιδήρου, (1200-700 π.Χ.) υπάρχει το ενδεχόμενο να λειτουργούσε, πλην του κεντρικού αψιδωτού μακρόστενου κτηρίου Α (άνω των 230 τ.μ.) με τις δυο πτέρυγες και τα εσωτερικά δωμάτια διαφόρων διαστάσεων με ακάλυπτο διάδρομο πρόσβασης στην κορυφή της τούμπας (Ανδρέου - Κωτσάκης, 1996), και δευτερεύον συγκρότημα στο γειτονικό χαμηλό ύψωμα. Αν δεχτούμε αυτή την υπόθεση εργασίας, τότε η χρήση των χώρων για αποθήκευση τροφών και παρασκευαστικές διαδικασίες (π.χ. άλεση καρπών, οινοποίηση, ελαιοπαραγωγή) παραπέμπουν σε δραστηριότητες που υπόκεινται στον έλεγχο ενός συστήματος υπό την αιγίδα τοπικού άρχοντα, μάλλον εκείνου της κορυφής της τούμπας. Η αποσπασματικότητα του ευρήματος επί της οδού Αγίας Μαρίνας δεν επιτρέπει προς το παρόν εμβάθυνση του προβλήματος.
 
Η απουσία, μέχρι σήμερα, ευρημάτων μετά τον 8ο αιώνα, αρχιτεκτονικών και κεραμικής, στην αγροτική χώρα που συσχετίζεται με τον οικισμό στην Τούμπα και η συγκέντρωση των πλούσιων αρχαιολογικών στοιχείων, επείσακτων και επιχώριων, εντός του οικισμού υποστηρίζει την άποψη ότι ίσως η περιοχή διένυε μια περίοδο κινδύνων και απειλών, συγκρούσεων και αναζήτησης ισορροπιών ή και αλλαγών στην οικονομική και κοινωνική δομή. Ο 8ος αιώνας, συνεπώς, ο οποίος συνδέεται με τα φαινόμενα των αποικισμών τόσο στον Θερμαϊκό κόλπο (Μεθώνη και Δικαία Ερετριέων) όσο και στη Χαλκιδική (π.χ. Μένδη Ερετριέων και Τορώνη Χαλκιδέων) εμφανίζει ένα σημείο αναφοράς για τη συγκρότηση των πόλεων. Πράγματι, τότε φαίνεται ότι περικλείεται συστηματικά ο οικισμός στα πλατώματα περί τον λοφίσκο διαμορφώνοντας καταλυτικά την τράπεζα ως κύριο οργανωμένο χώρο κατοίκησης της περιοχής. Αντίστοιχες διαδικασίες πρέπει να συνέβαιναν και στους οικισμούς που ήταν διάσπαρτοι στην ευρύτερη περιοχή σε αποστάσεις 2-5 χλμ. ο ένας από τον άλλο, αν όχι και εγγύτερα.
 
Κατά τον 8ο αι. π.Χ. επίσης, έχει ήδη επέλθει ο σαφής διαχωρισμός οικισμού-νεκροταφείου (βλ. § ΣΤ).
 
Ε) Τα ανασκαφικά δεδομένα από την τράπεζα ίσως υποκρύπτουν επεισόδια αλλαγών μεταξύ 700 και 600 π.Χ. Οι μετασχηματισμοί στο κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο κατά τα χρόνια της εποχής του σιδήρου και κατά τη μετάβαση στα αρχαϊκά χρόνια, φαίνεται ότι οδήγησαν πρώτα σε μια δυσδιάκριτη αναδιαμόρφωση των δομών του οικισμού, αλλά επακολούθησε μια ριζική αναδιαμόρφωση του οικισμού γύρω στο 600 (Σουέρεφ 1987, 1988, 1991, 1992, 1994, 1999). Τα στοιχεία που υποστηρίζουν το συμπέρασμα αυτό είναι πρωτίστως σχετικά με τη διευθέτηση ενός νέου πολεοδομικού ιστού. Τα όστρακα κεραμικής από κέντρα της Μικράς Ασίας, των νησιών του κεντρικού και βόρειου Αιγαίου και της Εύβοιας χρονολογούν τις ύστατες στιγμές πριν από την πολεοδομική αλλαγή στην Τούμπα της Θεσσαλονίκης. Παρατηρείται συχνά στην τράπεζα το φαινόμενο στρωμάτων καταστροφής και προετοιμασίας με φερτό πηλόχωμα της περιοχής εδάφους για θεμελίωση, κάποτε 1 και 1,50 μ. και κατάργηση πολλών αποθηκευτικών χώρων, όπως σιροί και υπόσκαφα λίθινα κυψελωτά κτίσματα (Σουέρεφ 1996). Σε μια περίπτωση διαμορφώθηκε δρόμος του 6ου αιώνα πάνω από τις αρχαιότερες αποθήκες και σε μιαν άλλη, πάνω από τα υπόσκαφα κτίσματα κτίστηκε ένα σπίτι, του οποίου ανασκάφθηκε ο ανδρώνας, και σώθηκαν αγγεία συμποσίου του 550-540 π.Χ. (Σουέρεφ 1990, 1992, 1993).
 
ΣΤ) Το νεκροταφείο του οικισμού της Τούμπας εκτεινόταν Α, Ν, και Δ της τράπεζας και σε ακτίνα περίπου 500 μ. Στην περίπτωση των οικοπέδων των οδών Νεαπόλεως 15 και Κυζίκου 38-40, νοτιοανατολικά του οικισμού βρέθηκαν τάφοι της εποχής του σιδήρου και των αρχαϊκών χρόνων (Σουέρεφ 1999). Συγκεκριμένα επί της οδού Νεαπόλεως 15 διερευνήθηκαν τέσσερις τάφοι του ορθογώνιου λακκοειδούς τύπου, με σχιστολιθική επικάλυψη. Ένα τεφρόχρωμο τροχήλατο μόνωτο κύπελλο της εποχής του σιδήρου σώθηκε στους δύο από τους τρεις τάφους. Στο οικόπεδο επί της οδού Κυζίκου 38-40 ανασκάφτηκαν οκτώ τάφοι, εκ των οποίων οι πέντε ήταν λακκοειδείς με σχιστολιθική επικάλυψη και οι τρεις αβαθείς λάκκοι, ενώ δεν εντοπίστηκαν ίχνη λίθινης επικάλυψης. Στην περίπτωση του λακκοειδούς τάφου 4 πάνω από τη σχιστολιθική κάλυψη βρέθηκαν τα ίχνη εκτεταμένου λιθόστρωτου. Οι νεκροί είχαν τοποθετηθεί ύπτια με το κεφάλι δυτικά ανεξαρτήτως φύλου, και τα χέρια κατά μήκος του σώματος ή το αριστερό κεκλιμένο στη λεκάνη. Τα κτερίσματα που συνόδευαν τους νεκρούς ήταν κυρίως αγγεία: φιάλες με οριζόντιες, διάτρητες ή συμπαγείς λαβές που φύονται στο χείλος, φιάλη με λοξή - διχαλωτή λαβή επίσης στο χείλος, μόνωτα τεφρόχρωμα τροχήλατα κύπελλα (γνωστά από νεκροταφεία της εποχής σιδήρου στην Κεντρική Μακεδονία), δίωτο κανθαρόσχημο αγγείο, δίωτο φιαλόσχημο, ωοκέλυφο αγγείο με επιφάνεια από αραιό πορτοκαλέρυθρο γάνωμα. Επίσης, ανάμεσα στα κτερίσματα απαριθμούνται σκουλαρίκια, περόνες και δαχτυλίδια από χαλκό και μεγάλα δαχτυλίδια από σίδηρο.
 
Δεν έχουν παρατηρηθεί ομαδικές ταφές στις ανασκαφές στην Τούμπα Θεσσαλονίκης. Κυρίαρχο έθιμο ταφής από τον 9ο αιώνα, αλλά και μέχρι τον 3ο αι. π.Χ. ήταν ο ατομικός ενταφιασμός σε ορθογώνιο λάκκο, εντός του φυσικού εδάφους -στο όξινο πηλόχωμα. Στις ταφές της εποχής του σιδήρου στην Τούμπα συναντώνται συνήθως ένα, δύο ή τρία αγγεία παραδοσιακής τοπικής κεραμικής. Δεν εντοπίζονται ακόμη οι έντονες κοινωνικές ανισότητες που παρατηρούνται σε επίπεδο ενταφιασμών στα αρχαϊκά χρόνια.

Φρίντριχ Νίτσε: Η θεωρία του σκοπού της ζωής

«Η ευτυχία μου: Από τότε που κουράστηκα να γυρεύω, έμαθα να βρίσκω. Από τότε που κάποιος άνεμος μου εναντιώθηκε, ταξιδεύω με όλους τους ανέμους». Φρίντριχ Νίτσε

Πάντα βρίσκω όλους τους ανθρώπους, όπως κι αν τους κοιτάζω, με καλοσύνη ή κακία, να φροντίζουν για ένα πράγμα: Πως να εξυπηρετήσουν τη συντήρηση του είδους. Και φροντίζουν γι’ αυτό, όχι από αγάπη για το είδος, αλλά γιατί δεν υπάρχει μέσα τους τίποτα παλιότερο, δυνατότερο, ανέλεκτο και πιο ακατανόητο από αυτό το ένστικτο, γιατί είναι αλήθεια πως το ένστικτο αυτό, είναι στην κυριολεξία η ουσία του είδους μας, η ουσία του κοπαδιού μας.

Παρ’ όλο που τα καταφέρνουμε αρκετά γρήγορα μπορώ να πω, με τη συνηθισμένη φυσικά μυωπία μας, να ξεχωρίζουμε από απόσταση πέντε βημάτων τους ομοίους μας, σε χρήσιμους και σε άχρηστους, σε καλούς και σε κακούς ανθρώπους, ωστόσο αν καθίσουμε και τα βάλουμε κάτω και κάνουμε έναν απολογισμό και σκεφτούμε το γενικό σύνολο αυτού του ξεχωρίσματος, καταλήγουμε σε μια φοβερή δυσπιστία. Δεν μας ικανοποιεί το ξεχώρισμα, δεν είμαστε σίγουροι και στο τέλος τα παρατάμε. Στο κάτω κάτω της γραφής, ίσως ο πιο άχρηστος, ο πιο βλαβερός άνθρωπος να είναι ο πιο χρήσιμος για τη συντήρηση του είδους. Γιατί ο άνθρωπος αυτός -ο βλαβερός- συντηρεί στον εαυτό του ή στους άλλους ανθρώπους, διάφορα ένστικτα που χωρίς αυτά η ανθρωπότητα θα είχε εδώ και πολύ καιρό αποχαυνωθεί και διαφθαρεί

Ευγένεια και χυδαιότητα

Οι χυδαίοι άνθρωποι βλέπουν τα ευγενικά και γενναιόφρονα αισθήματα σαν κάτι να τους λείπει, να τους λείπει η ορθότητα, άρα -να τους λείπει-, η αληθοφάνεια. Όταν μιλούν γι’ αυτό, κλείνουν πονηρά το μάτι, σαν να λένε: «Κάποιο συμφέρον υπάρχει κρυμμένο πίσω απ’ αυτό· δεν μπορεί να δει κανείς τι υπάρχει μέσα σε όλα τα πράγματα», και υποψιάζονται πως το ευγενικό πλάσμα γυρεύει να κερδίσει κάτι μ’ έναν ελιγμό. Όταν όμως πεισθούν, με αναμφισβήτητο τρόπο, πως ο άνθρωπος αυτός δεν έχει καμιά εγωιστική πρόθεση, και πως περιφρονεί το μικρό κέρδος, τότε βλέπουν τον άνθρωπο αυτόν σαν έναν τρελό· του δείχνουν περιφρόνηση όταν τον βλέπουν να χαίρεται και γελούν με τη λάμψη των ματιών του. Και αναρωτιούνται: «Πώς μπορεί να είναι χαρούμενος όταν πάθει κάποια ζημιά; Πώς μπορεί να ζητά να ζημιώσει; Σίγουρα, το πάθος της ευγένειας θα είναι μπερδεμένο με κάποια αρρώστια του λογικού!».

Τέτοιες ερωτήσεις κάνουν μέσα τους, έτσι σκέπτονται, όπως σκέπτεται κάποιος εμπρός στη χαρά που αισθάνεται ένας τρελός για την έμμονη ιδέα του.

Μια χυδαία φύση αναγνωρίζεται εύκολα αν προσέξει κανείς δυο βασικά πράγματα. Πρώτον -μια χυδαία φύση- δεν λησμονά ποτέ ποιο είναι το συμφέρον της· δεύτερον, η μανία αυτή του σκοπού του κέρδους, είναι σ’ αυτή πιο ισχυρή, παρά το βίαιο ένστικτο. Μέλημά της και αξιοπρέπειά της είναι το να μην παρασύρεται από την άλογη παρόρμηση σε άκαιρες πράξεις. Η ανώτερη φύση είναι πιο παράλογη και αυτό γιατί ο ευγενής, ο γενναιόφρων άνθρωπος υπακούει στα ένστικτά του· στις πιο καλές στιγμές του, σταματάει το μυαλό του. Ένα αρσενικό ζώο που προστατεύει τα μικρά του βάζοντας σε κίνδυνο την ίδια του τη ζωή, ή που ακολουθεί το θηλυκό στον θάνατο, την εποχή του οργασμού, δεν λογαριάζει ούτε τον κίνδυνο, ούτε καν αυτόν τον ίδιο τον θάνατο, κι αυτό γιατί ακόμα κι η λογική του σταματά, η ευχαρίστηση που του προσφέρουν τα μικρά του ή το θηλυκό του και ο φόβος μην τύχει και τα αποχωρισθεί, το κυριεύουν ολοκληρωτικά, γίνεται πιο ζώο από ότι συνήθως είναι, όπως ακριβώς συμβαίνει στον ευγενικό, στον γενναιόφρονα άνθρωπο. Μέσα του, ο ευγενικός άνθρωπος έχει ένα συγκεκριμένο αριθμό αισθημάτων, είτε έλξεις είτε απωθήσεις είναι αυτές, που μιλάνε με τόση δύναμη, που μπροστά τους η διάνοια δεν μπορεί να κάνει τίποτ’ άλλο παρά να σωπάσει ή και να παραδοθεί και να γίνει υπηρέτης τους. Η καρδιά αλλάζει θέση, ανεβαίνει στον εγκέφαλο και τότε μιλάμε για «πάθος». Βέβαια, συμβαίνει πολλές φορές να δημιουργείται ένα αντίστροφο φαινόμενο, μια αναστροφή του πάθους κατά κάποιον τρόπο, όπως π.χ. στον Φοντενέλ, που κάποιος του έλεγε μια φορά τοποθετώντας του το χέρι στην καρδιά: «Αυτό που υπάρχει εκεί μέσα, φίλτατέ μου, είναι και αυτό εγκέφαλος».

Στο ευγενικό ον, εκείνο που περιφρονεί ο όχλος, είναι ο παραλογισμός του πάθους του, η η λανθασμένη λογική του, και προπαντός όταν αυτό το πάθος αφορά αντικείμενα που η αξία τους του είναι παντελώς χιμαιρική ή αυθαίρετη, θυμώνει πολύ με όποιον υποκύπτει στο πάθος του στομαχιού του, αλλά καταλαβαίνει την έλξη αυτής της τυραννίας· εκείνο που δεν μπορεί να καταλάβει είναι, π.χ., το πως μπορεί κάποιος να παίζει την υγεία του και την ευτυχία του από πάθος για τη γνώση. Το γούστο των ανωτέρων φύσεων στρέφεται σε πράγματα εξαιρετικά, σε πράγμα που αφήνουν αδιάφορους τους πιο πολλούς από τους άλλους ανθρώπους και που δεν φαίνονται καθόλου γοητευτικά. Η ανώτερη φύση μετρά τις αξίες σε προσωπική κλίμακα. Γενικά όμως, δεν πιστεύει πως αυτή η κλίμακα προσιδιάζει ιδιαίτερα στην καλαισθητική της ιδιοσυγκρασία. Συμβαίνει το αντίθετο μάλιστα· εκτιμά τις προσωπικές αξίες και μη, και πέφτει έτσι στην ακατανοησία και στο απραγματοποιήσιμο. Μια ανώτερη φύση είναι πολύ σπάνιο να διατηρήσει αρκετή λογική ώστε να θεωρεί και να μεταχειρίζεται τον μέτριο άνθρωπο σαν τέτοιο· γενικά πιστεύει μυστικά πως το πάθος της είναι σαν το πάθος όλου του κόσμου και η πίστη αυτή αποτελεί τη φλόγα της και την ευφράδειά της.

Αν οι εξαιρετικοί άνθρωποι δεν νιώθουν τον εαυτόν τους, πώς θα μπορέσουν να καταλάβουν τον όχλο και να αναμετρήσουν δίκαια τον κανόνα;

Μιλάνε λοιπόν και αυτοί για τρέλα, για έλλειψη πνεύματος, ωφελιμιστικού φυσικά, και για τον «χιμαιρισμό» της ανθρωπότητας, και παραξενεύονται για το τρένο της ζωής αυτού του ανόητου κόσμου που δεν επιθυμεί να αναγνωρίσει το «μόνο αναγκαίο του πράγμα». Αυτή είναι η αδικία των ευγενικών φύσεων, η αιώνια αδικία.

Η χαμένη αξιοπρέπεια

Σήμερα ο στοχασμός έχει χάσει όλη του την εξωτερική αξιοπρέπεια. Έχουν ρεζιλέψει το τελετουργικό και την επίσημη στάση εκείνου που στοχάζεται· δεν μπορούμε πλέον να ανεχθούμε έναν σοφό της παλιάς σχολής. Σήμερα σκεφτόμαστε αρκετά γρήγορα, στην πορεία, την ώρα που περπατάμε, μέσα σε κάθε λογής υποθέσεις, ακόμα και όταν σκεφτόμαστε τα σοβαρότερα πράγματα. Δεν έχουμε ανάγκη από πολλή προετοιμασία, ούτε και από πολλή σιωπή. Όλα πραγματοποιούνται σαν να είχαμε στο κεφάλι μας μια μηχανή που να γυρίζει ασταμάτητα και που συνεχίζει να δουλεύει, ακόμα και στις ασχημότερες συνθήκες. Παλαιότερα, όταν κάποιος προσπαθούσε να σκέφτεται -και ήταν αυτό κάτι το πολύ σπάνιο- το καταλάβαινες αμέσως. Έβλεπες πως προσπαθούσε, ήθελε να γίνει πιο σοφός και προετοιμαζόταν για μια ιδέα. Σταματούσε στη μέση του δρόμου, έπαιρνε ένα σοβαρό ύφος, σαν να προσευχόταν, έμενε ασάλευτος για ολόκληρες ώρες, στο ένα του πόδι ή και στα δυο, σαν να «του έρχονταν η ιδέα». Ε, τότε το πράγμα «άξιζε τον κόπο αυτόν».

Η αξιοπρέπεια της τρέλας

Αρκετές χιλιάδες χρόνια, ακόμα στον δρόμο του περασμένου αιώνα, και τότε, σε κάθε πράξη που θα κάνει ο άνθρωπος, θα φαίνεται η πιο υψηλή σοφία· αλλά γι’ αυτό κιόλας, θα έχει χάσει και όλη της την αξία. Τότε θα είναι βέβαια ανάγκη να είναι κάποιος σοφός, αλλά θα είναι τόσο συνηθισμένο πράγμα, που κάθε άτομο με κάπως υψηλότερο γούστο θα θεωρεί χυδαιότητα την ανάγκη αυτή. Όπως μια τυραννία της επιστήμης και της αλήθειας θα μπορούσε να ανεβάσει την αξία του ψεύδους, έτσι ακριβώς και μια τυραννία της σοφίας θα είχε την δύναμη να κάνει να φυτρώσει ένα καινούριο είδος ψυχικής ευγένειας. Και τότε, το να είσαι ευγενής, θα ήταν να έχεις μέσα στο κεφάλι σου πολλές τρέλες.

Για τους καθηγητές της ανιδιοτέλειας

Αποκαλούμε καλές τις αρετές κάποιου ανθρώπου, όχι για τα αποτελέσματα που μπορούν να έχουν γι’ αυτόν, αλλά για τα αποτελέσματα που μπορούν να έχουν για τον πολύ κόσμο και την κοινωνία. Ποτέ δεν υπήρξε κανείς πολύ «ανιδιοτελής» στον έπαινο της αρετής, και ποτέ δεν ήταν πολύ «αλτρουιστής»! Διαφορετικά, θα είχαμε παρατηρήσει πως οι αρετές (όπως η ευλάβεια, η υπακοή, η δικαιοσύνη, η επιμέλεια, η αγνότητα) είναι γενικά επιζήμιες για όποιον τις κατέχει, γιατί είναι ένστικτα που κυριαρχούν μέσα του πάρα πολύ βίαια, πάρα πολύ άπληστα και δεν θέλουν με κανέναν τρόπο να αντισταθμιστούν λογικά από τ’ άλλα.

Όταν μέσα μας έχουμε μια αρετή, μια αληθινή αρετή, μια ακέραια αρετή (και όχι καμιά μικρή τάση να την αποκτήσουμε), είμαστε θύματα αυτής της αρετής! Και γι’ αυτό ακριβώς την επαινεί ο γείτονας! Εγκωμιάζουν τον ζηλωτή άνθρωπο, παρ’ όλο που ο ζήλος του τού καταστρέφει την δράση του, παρ’ όλο που καταστρέφει σιγά σιγά τον αυθορμητισμό και τη δροσιά του πνεύματός του. Εγκωμιάζουν, επαινούν και λυπούνται τον νέο που κυριολεκτικά «σκοτώθηκε στη δουλειά», γιατί σκέφτονται: «Το να χάσει το κοινωνικό σύνολο την πιο καλή μονάδα, είναι μικρή θυσία! Είναι πολύ δυσάρεστο που είναι απαραίτητη αυτή η θυσία! Αλλά θα ήταν περισσότερο δυσάρεστο αν σκεφτόταν διαφορετικά το άτομο, αν φρόντιζε πιο πολύ να συντηρηθεί και να αναπτυχθεί, πάρα να δουλεύει στην υπηρεσία όλων!».

Με άλλα λόγια, δεν λυπούνται τον νέο αυτό για τον εαυτό του, αλλά γιατί με τον θάνατό του η κοινωνία έχασε ένα υποταγμένο όργανο, που δεν φροντίζει για τον εαυτό του, με λίγα λόγια, όπως λένε, η κοινωνία έχασε «έναν καλό άνθρωπο», Ίσως ακόμα ν’ αναρωτιούνται μήπως δεν θα ήταν προτιμότερο, για το καλό της κοινωνίας, να δούλευε αυτό το παιδί με περισσότερη σύνεση και να ζούσε περισσότερο καιρό. Και συμφωνούν μάλιστα ως προς το κέρδος που θα υπήρχε αν έκανε αυτό, αλλά κρίνουν πως είναι κατώτερο απ’ το άλλο, για το γεγονός πως έγινε θυσία και πως η γνώμη του κοινωνικού κτήνους, του όντος που είναι ανάγκη να θυσιαστεί, αποκαλύφθηκε, γι’ άλλη μια φορά ολοφάνερα, πως ήταν υψηλότερο και πιο νόμιμο κέρδος.

Όταν επαινούμε την αρετή, επαινούμε κάτι το επιζήμιο για την ιδιωτική ζωή, εξυμνούμε τις τάσεις που στερούν τον άνθρωπο απ’ την πιο ευγενική αγάπη για τον ίδιο του τον εαυτό, για την υψηλότερη αυτοπροστασία του.

Είναι γεγονός πως για να διαπαιδαγωγήσουν, για να χαράξουν ενάρετες συνήθειες, βγάζουν απ’ την αρετή μια ολάκερη σειρά από αποτελέσματα που την κάνουν έτσι δίδυμη αδερφή του ιδιαίτερου συμφέροντος… Και, πραγματικά, υπάρχει αυτή η συγγένεια.

Αναφέρω ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα: Παρασταίνουν τον τυφλό ζήλο, την μανιώδη επιμέλεια, που είναι η τυπική αρετή του οργάνου, σαν τον δρόμο του πλούτου και των τιμών, σαν το αποτελεσματικότερο δηλητήριο για την ανία και τα πάθη… Αλλά αποσιωπούν τον ανώτερο κίνδυνό του.

Γενικά, η διαπαιδαγώγηση ενεργεί με τον εξής τρόπο: Προσπαθεί να προσδιορίσει στο άτομο, με δόλωμα πάρα πολλά πλεονεκτήματα. Με τον τρόπο λοιπόν αυτό, να σκέφτεται και να ενεργεί, θα του γίνει ο τρόπος αυτός, κάποτε συνήθεια, ένστικτο, πάθος· θα κυριαρχήσει σ’ όλο του το είναι, ενάντια στα υπέρτατα συμφέροντά του, αλλά «προς το συμφέρον όλων».

Είναι αλήθεια, πως πολλές φορές, άπειρες μπορώ να πω, παρατήρησα πως αυτό το ριζικό φάρμακο για το πάθος και για την ανία, εξασθενίζει τις αισθήσεις και κάνει το πνεύμα να αντιστέκεται σε κάθε καινούριο πράγμα.

Η δική μας εποχή, η πιο εργατική εποχή, δεν ξέρει τι να κάνει τον μόχθο της και τα χρήματά της, εκτός αν είναι να κάνει περισσότερα τα χρήματα και λιγότερο μόχθο. Γιατί χρειάζεται πολύ περισσότερο πνεύμα για να ξοδεύεις παρά για ν’ αποκτάς! «Ας τα χαρούν τα εγγόνια μας».

Όταν η αγωγή πετυχαίνει, τότε κάθε ατομική αρετή γίνεται δημόσια μονάδα και ιδιωτική ζημιά -ως προς τον υπέρτατο σκοπό της. Δεν καταλήγει σε τίποτε άλλο παρά σε μια φθορά του πνεύματος και των αισθήσεων, αν όχι και σε μια πρόωρη παρακμή. Από την άποψη αυτή εξετάστε, μια μια, όλες τις αρετές ενός υπάκουου ανθρώπου, αγνού, ευλαβικού και δίκαιου.

Οι έπαινοι που λέγονται για τον αλτρουιστή, για τον ενάρετο άνθρωπο, για τον άνθρωπο εκείνον που παραμελεί τον εαυτό του -δηλαδή για εκείνον που δεν αφιερώνει όλη τη δύναμη, ψυχική και σωματική, στο να αναπτυχθεί, να προοδέψει, να μεγαλώσει τη δύναμή του, αλλά που ζει ταπεινά, χωρίς να νοιάζεται για τον ίδιο του τον εαυτό-, αυτοί οι άνθρωποι σίγουρα δεν ξεκινούν από πνεύμα ανιδιοτέλειας!

Ο «πλησίον» επαινεί την ανιδιοτέλεια γιατί ΚΕΡΔΙΖΕΙ απ’ αυτή. Αν αυτός ο «πλησίον» σκεφτόταν με τον ίδιο «ανιδιοτελή» τρόπο, δεν θα ήθελε την θυσία αυτή της δύναμης, αυτή τη ζημιά που ΕΠΩΦΕΛΕΙΤΑΙ απ’ αυτή. Θα εναντιώνονταν στη γέννηση των κλίσεών του! Και κυρίως θα εκδήλωνε τη δική του ανιδιοτέλεια υποστηρίζοντας πως δεν είναι καλή.

Αυτό φανερώνει η βασική αντίφαση της ηθικής αυτής που τόσο πολύ προβάλλουν στην εποχή μας. Τα ΑΙΤΙΑ ΤΗΣ βρίσκονται σε ΑΝΤΙΦΑΣΗ με την ΑΡΧΗ ΤΗΣ. Το επιχείρημα που προσπαθεί να χρησιμοποιήσει για να αποδείξει πως είναι νόμιμη, το αποκρούει το κριτήριό της, για το καλό. Για να μη σκοντάφτει στην ίδια της την ηθική θά ‘πρεπε, η αρχή του «πρέπει να απαρνηθείς και να θυσιάσεις τον εαυτό σου», να οριζόταν μόνο από ένα ον που θα απαρνιόταν, εφαρμόζοντάς την, τα προσωπικά του πλεονεκτήματα και που ίσως θα προξενούσε την ίδια του την πτώση με τη θυσία που θα απαιτούσε από τ’ άτομα· αλλά μόλις ο πλησίον ή η κοινωνία σας συστήνουν τον αλτρουισμό εξ αιτίας της χρησιμότητάς του, εκείνοι εφαρμόζουν ακριβώς το αντίθετο, δηλαδή: «Πρέπει να επιδιώκεις το προσωπικό σου συμφέρον, ακόμα και σε βάρος όλων των άλλων», κι έτσι διακηρύσσουν με μιας και το τι «ΠΡΕΠΕΙ» και το τι «δεν πρέπει».

Η κωμωδία των επιφανών ανδρών

Οι επιφανείς άνδρες που χρειάζονται τη διασημότητά τους -και αυτό γίνεται σε όλους τους πολιτικούς- δεν διαλέγουν πια ποτέ ανυστερόβουλα τους συνεργάτες τους και τους φίλους τους. Από τον έναν φίλο ζητούν λίγη από την λάμψη του, και από την αντανάκλαση της αρετής του. Από τον άλλον, γυρεύουν τον φόβο που μπορούν να προξενήσουν μερικές ανησυχαστικές ιδιότητές του, που τις γνωρίζουν πολλοί άνθρωποι. Από κάποιον άλλο, οι επιφανείς, οι διάσημοι αυτοί άνδρες, προσπαθούν να κλέψουν τη ραθυμία του, γιατί τους είναι χρήσιμη για τους σκοπούς που έχουν, να θεωρηθούν για λίγο καιρό απρόσεκτοι και ράθυμοι. Ναι! Μην σας φαίνεται παράξενο. Με τον τρόπο αυτό (της ραθυμίας), κρύβουν το γεγονός ότι βρίσκονται σε επιφυλακή. Άλλοτε πάλι, χρειάζονται πλησίον τους τον ιδιότροπο, τον ερευνητή, τον σχολαστικό, σαν να είναι το ΕΓΩ ΤΟΥΣ της στιγμής. Μπορεί όμως και να μην τους χρειαστούν την επομένη στιγμή. Έτσι τα περίχωρα τους και οι προσόψεις τους φθίνουν συνεχώς, ενώ όλα φαίνονται σαν να θέλουν να στριμωχτούν σ’ αυτό το προάστιο και να του δώσουν «χαρακτήρα». Σ’ αυτό, ομοιάζουν με τις μεγάλες πόλεις.

Η φήμη τους μεταμορφώνεται συνεχώς, όπως και ο χαρακτήρας τους, γιατί τα ασταθή μέσα τους αποκτούν την αλλαγή αυτή και σπρώχνουν στο πρώτο επίπεδο, για να φαίνεται καλά, πότε τη μια και πότε την άλλη από τις πραγματικές ή επίπλαστες ιδιότητές τους. Όπως λέγαμε, λοιπόν, οι φίλοι τους και οι συνεργάτες τους, αποτελούν ένα μέρος απ’ τις θεατρικές αυτές ιδιότητες.

Ενώ, αντίθετα, πρέπει, αυτό που θέλουν, να μένει ακόμα πιο σταθερό… Ένας λαμπρός χαλκός… Κι αυτό, πολλές φορές, απαιτεί τις σκηνοθεσίες του και την κωμωδία του.

Μαθητές που δυσαρεστούν τον δάσκαλό τους

Ένας φιλόσοφος κάποτε, φώναξε πολύ θυμωμένος: «Τί να κάνω αυτούς τους δυο νέους; Είναι μαθητές μου που έρχονται σε μένα μια τελείως ακατάλληλη ώρα. Ο ένας απ’ αυτούς δεν ξέρει να πει ποτέ του “ΟΧΙ” και ο άλλος δίνει απαντήσεις διά της “μεσαίας οδού”. Κι αν πάρουμε σαν γεγονός, πως και οι δυο τους θα κατανοούσαν τη θεωρία μας, ο πρώτος θα υποφέρει πάρα πολύ, γιατί ο τρόπος της σκέψης μου απαιτεί πολεμικό σθένος, τη θέληση τού να πράττεις το κακό, την ευχαρίστηση να προβάλλεις αντιρρήσεις και σκληρό πετσί.

Για όλα αυτά, ο πρώτος αυτός μαθητής θα υπέκυπτε γεμάτος πληγές κι εσωτερικούς τραυματισμούς.

Ο δεύτερος μαθητής, μπροστά σ’ όλα αυτά, θα κατάφερνε να κάνει κάθε πράγμα που θα υπεράσπιζε μια μέτρια μικρή υπόθεση. Θα μου τα έκανε όλα μέτρια… Μα την αλήθεια! Τέτοιον μαθητή εύχομαι να έχει ο εχθρός μου!».

Η εργασία και η ανία

Σήμερα, με το να ζητάμε μια εργασία με σκοπό να κερδίσουμε χρήματα, είναι μια κοινή φροντίδα για όλους τους ανθρώπους που ζουν σε μια πολιτισμένη χώρα. Γι’ αυτούς τους ανθρώπους η εργασία είναι ένα μέσο, κι έχει σταματήσει πια να είναι αυτοσκοπός, γι’ αυτό και δεν είναι πολύ δύσκολοι στο θέμα εκλογής της εργασίας τους, φτάνει αυτή να τους εξασφαλίζει ικανοποιητικά κέρδη.

Υπάρχουν όμως και άνθρωποι που προτιμούν να πεθάνουν παρά να εργαστούν χωρίς χαρά. Άνθρωποι δύσκολοι, που δεν αρκούνται στα λίγα και που τα πολλά κέρδη δεν τους ικανοποιούν, όσο δεν θεωρούν την ίδια εργασία σαν το ανώτερο κέρδος. Ένα μέρος της σπάνιας αυτής κατηγορίας είναι οι διάφοροι καλλιτέχνες και στοχαστές. Αλλά τέτοιοι είναι κι εκείνοι οι αργόσχολοι που περνούν τη ζωή τους κυνηγώντας ή κάνοντας ταξίδια και που ασχολούνται με τον έρωτα ή με άλλες περιπέτειες. Όλοι τους ψάχνουν την εργασία και τον κόπο, αλλά μονάχα μέχρι το σημείο εκείνο που η εργασία και ο κόπος μπορούν να συνδέονται με την ηδονή, και, αν είναι ανάγκη, ας είναι και η σκληρότερη εργασία και ο χειρότερος κόπος. Όταν όμως βγουν από εκεί, τότε εκδηλώνουν αποφασιστική τεμπελιά, έστω κι αν η τεμπελιά αυτή τους οδηγεί στην καταστροφή, την ατίμωση, κι ακόμα έστω κι αν κινδυνεύουν να αρρωστήσουν ή και να πεθάνουν. Οι άνθρωποι αυτοί δεν φοβούνται τόσο την ανία, όσο φοβούνται την άχαρη εργασία. Και μάλιστα, πρέπει να νοιώθουν μεγάλη πλήξη για να πετύχει η δουλειά τους.

Ενώ, για τον στοχαστή και το εφευρετικό πνεύμα, πλήξη είναι εκείνη η «επίπεδη ηρεμία» της ψυχής, εκείνη η «επίπεδη ηρεμία» που αισθανόμαστε πριν από κάθε ευχάριστο ταξίδι και που πρέπει να ανεχθεί αυτή την ηρεμία, ο άνθρωπος, και να περιμένει τα αποτελέσματά της μέσα του. Εδώ είναι το δύσκολο. Αυτό ακριβώς δεν είναι σε θέση να πετύχουν οι λιγότερο υψηλές ανθρώπινες φύσεις!
Είναι χυδαίο να απομακρύνεις με κάθε τρόπο και θυσία την πλήξη, όπως είναι το ίδιο να εργάζεσαι χωρίς ευχαρίστηση.

Αυτό είναι ίσως εκείνο που κάνει τον Ευρωπαίο να ξεχωρίζει από έναν Ασιάτη. Ο Ασιάτης μπορεί να χαρεί μεγαλύτερη και βαθύτερη ανάπαυση. Ακόμα και τα ναρκωτικά που παίρνει απαιτούν μεγάλη υπομονή και επενεργούν στον οργανισμό του αργά αργά, εκ διαμέτρου δηλαδή αντίθετα απ’ ότι επενεργεί το ευρωπαϊκό δηλητήριο. Είναι γνωστό σε όλους μας πως το αλκοόλ επενεργεί γρήγορα, απαίσια και αιφνίδια.

Τι φανερώνουν οι νόμοι

Κάνουμε μεγάλο σφάλμα, όταν θεωρούμε τον ποινικό κώδικα ενός λαού σαν έκφραση του χαρακτήρα του. Οι νόμοι δεν φανερώνουν τι είναι ένας λαός, αλλά τι του φαίνεται περίεργο, παράξενο, υπερφυσικό, ασυνήθιστο. Ο νόμος αφορά τις εξαιρέσεις της ηθικότητας των ηθών, ενώ οι σκληρότερες ποινές πλήττουν ό,τι είναι σύμφωνο με τα ήθη του γειτονικού λαού. Έτσι, ο λαός των Ιοχαμπί θεωρεί δυο θανάσιμα αμαρτήματα: Πρώτον, να πιστεύουν άλλον θεό εκτός από τον θεό των Ιοαχαμπί και δεύτερον, να καπνίζουν (το κάπνισμα το λένε «αισχρό τρόπο του να πίνεις»). Κάποτε ένας Άγγλος που έμεινε έκπληκτος όταν άκουσε τα θανάσιμα αυτά αμαρτήματα των Ιοαχαμπί ρώτησε: «Και τι ιδέα έχουν, λοιπόν, οι Ιοαχαμπί για τη μοιχεία και τον φόνο;». Κι ένας γέροντας αρχηγός του απάντησε: «Μα την πίστη μου ο θεός είναι μεγαλόψυχος και ευσπλαχνικός».

Κι αν ρίξουμε μια ματιά στους αρχαίους ρωμαϊκούς νόμους θα δούμε πως ήταν για μια γυναίκα αμαρτία θανάσιμη, πρώτον η μοιχεία και δεύτερον…αν έπινε κρασί. Ο Κάτων πίστευε πως η συνήθεια του να φιλιούνται μεταξύ τους οι συγγενείς, είχε σαν απώτερο σκοπό τον έλεγχο της γυναίκας. Να διαπιστώνουν δηλαδή, αν η γυναίκα έπινε κρασί. Και είναι γεγονός πως είχαν τιμωρήσει με θάνατο, γυναίκες που τις είχαν πιάσει να πίνουν κρασί. Δεν το έκαναν αυτό οι Ρωμαίοι γιατί οι γυναίκες κάτω από την επήρεια του κρασιού, τους έλεγαν «όχι» και τους αντιστέκονταν στον έρωτα. Οι Ρωμαίοι πάνω απ’ όλα φοβόντουσαν εκείνη την οργιασμένη και διονυσιακή πνοή που περνούσε καμιά φορά πάνω από τις μεσημβρινές αυτές γυναίκες, τότε που το κρασί ήταν ακόμα κάτι το καινούριο και πρωτότυπο στην Ευρώπη. Θεωρούσαν το κρασί σαν ένα τερατώδη εξωτισμό που θα μπορούσε ίσως να υποσκάψει τα θεμέλια του ρωμαϊκού αισθήματος. Το να μεθά μια γυναίκα ήταν προδοσία για τη Ρώμη, γιατί έβαζε το βαρβαρικό αίμα μέσα στις φλέβες της Ρώμης.

Στην τιμή της φιλίας

Είναι σ’ όλους μας γνωστό, πως οι αρχαίοι θεωρούσαν τη φιλία σαν το πιο ευγενές συναίσθημα, και μάλιστα έφταναν σε τέτοιο βαθμό, ώστε να εκτιμούν περισσότερο τη φιλία από την τόσο επαινετή υπερηφάνεια των σοφών κείνων ανδρών που περιόριζαν στο ελάχιστο τις ανάγκες τους και την έκαναν μοναδικό αντίπαλο και νικητή αυτής της υπερηφάνειας.

θα γνωρίζετε ασφαλώς την όμορφη ιστορία ενός Μακεδόνα πρίγκηπα. Ο πρίγκηπας αυτός, αφού έδωσε ένα νόμισμα σ’ έναν Αθηναίο φιλόσοφο που το είχε κάνει δουλειά του να περιφρονεί τον κόσμο, τον είδε να του επιστρέφει το νόμισμα. Και αμέσως είπε ο πρίγκηπας: «Μα τι λοιπόν, δεν έχει φίλο;», Και εννοούσε με αυτό πως εκτιμούσε την υπερηφάνεια αυτή του σοφού Αθηναίου, του ανεξάρτητου αυτού ατόμου, αλλά πως θα εκτιμούσε πολύ περισσότερο την ανθρωπιά του αν μέσα στα βάθη της ψυχής του η φιλία ήταν πιο δυνατή από την υπερηφάνεια. Ο φιλόσοφος είχε ξεπέσει στα ιμάτια του Μακεδόνα πρίγκηπα με το να δείξει πως αγνοούσε ένα απ’ τα δυο ευγενικότερα συναισθήματα του κόσμου, και βεβαίως το πιο ευγενικό απ’ όλα αυτά.

Η σκληρότητα ενός αγίου

Κάποτε ένας άνθρωπος βρέθηκε σε μια δύσκολη θέση και δεν ήξερε τι να κάνει. Είχε, συγκεκριμένα, αποκτήσει ένα μισοσακάτικο παιδί. Πήγε, λοιπόν, κρατώντας το νεογέννητο μωρό στην αγκαλιά του, σ’ έναν άγιο και τον ρώτησε: «Τι να κάνω το παιδί αυτό, άγιέ μου; Είναι ταλαίπωρο και κακώς διαπλασμένο από τη φύση και δεν έχει ζωή, ούτε όση του χρειάζεται για να πεθάνει».

Και σαν αποτελείωσε τον λόγο του, ακούστηκε μια φοβερή φωνή… Ήταν η φωνή του αγίου: «Σκότωσέ το και βάσταξέ το σφιχτά στην αγκαλιά σου τρία ολόκληρα ημερόνυχτα για να το θυμάσαι πάντα… Έτσι, δεν θα ξαναγεννήσεις παιδί σαν δεν του έχει έρθει η ώρα του».

Ακούγοντας τη «συμβουλή» αυτή του αγίου, ο άνθρωπος έφυγε γεμάτος απόγνωση. Πολύς κόσμος σαν άκουσε τον άγιο να συμβουλεύει ένα τόσο σκληρό πράγμα, τον κατηγόρησε. Και ο άγιος τους απάντησε: «Μα δεν είναι άσπλαχνο να το αφήσουν να ζήσει;».

Ενάντια στις τύψεις

Ο στοχαστής βλέπει τις πράξεις του σαν έρευνες και ζητήματα που πρόκειται να του δώσουν λύσεις στο ένα ή στο άλλο ζήτημα. Η επιτυχία και η αποτυχία για τον στοχαστή είναι, πρώτ’ απ’ όλα, απαντήσεις. Αλλά, το να οργίζεται για μια του αποτυχία, ή ακόμα χειρότερα, το να αισθάνεται τύψεις γι’ αυτήν, αυτά τα αφήνει για εκείνους που ενεργούν, επειδή τους το διέταξαν και που θα τους δείρει αν δεν μείνει ευχαριστημένος ο δάσκαλος από το αποτέλεσμα.

Friedrich Nietzsche: Ό,τι ονομάζουμε «αγάπη»

Αγάπη και φιληδονία! Αλήθεια, πόσο διαφορετικά ακούγονται στις καρδιές μας οι δυο αυτές λέξεις. Κι όμως, θα μπορούσαν να εκφράζουν και οι δυο αυτές λέξεις το ίδιο ένστικτο, βαφτισμένο δυο φορές. Η πρώτη εγκωμιαστικά, απ' την άποψη των ανικανοποίητων και των ακόρεστων που βρίσκουν «καλό» το ένστικτο αυτό· τη δεύτερη με τη χυδαία έννοια, από την άποψη εκείνων που γνωρίζουν καλά πλέον, που έχουν ένα ένστικτο κατοχής κατασιγασμένο κάπως, και που τώρα φοβούνται για τα «αγαθά» τους.
 
Η «αγάπη για τον συνάνθρωπό» μας δεν είναι τάχα επιτακτική ανάγκη για μια καινούρια ιδιοκτησία; Και αλήθεια, το ίδιο μήπως δεν συμβαίνει και με την αγάπη μας για τη γνώση, για την αλήθεια; Και γενικότερα για κάθε επιθυμία καινούριου;
 
Κουραζόμαστε με το παλιό, για ό,τι γνωρίζουμε καλά και σίγουρα, έχουμε ανάγκη να τεντώσουμε τα χέρια μας ακόμα πιο μακριά. Και το πιο όμορφο τοπίο, όταν το ζήσουμε, όταν το έχουμε μπροστά στα μάτια μας για τρεις ολόκληρους μήνες, μας κουράζει· δεν είμαστε βέβαιοι για την αγάπη μας γι' αυτό. Κάποια άλλη μακρινή όχθη, μας τραβάει περισσότερο.
 
Γενικότερα, μια κατοχή μειώνεται με τη χρήση.
 
Η ευχαρίστηση που αισθανόμαστε για τον εαυτόν μας προσπαθεί να διατηρηθεί με το να μεταμορφώνει πάντοτε κάποιο καινούριο πράγμα μέσα μας· κι αυτό ακριβώς ονομάζεται «κατοχή». Όταν κουραζόμαστε από ένα απόκτημα, κουραζόμαστε με τον ίδιο μας τον εαυτό. (Μπορούμε και να υποφέρουμε απ' το παραπανίσιο· επίσης, και η ανάγκη του να πετάμε, να προσφέρουμε, μπορεί και αυτή να πάρει το κολακευτικό όνομα «αγάπη»).
 
Όταν βλέπουμε κάποιον να υποφέρει, με μεγάλη προθυμία αρπάζουμε την ευκαιρία που μας προσφέρεται. Αυτό κάνει ο φιλεύσπλαχνος, ο συμπονετικός άνθρωπος· και αυτός, ονομάζει «αγάπη» την επιθυμία ενός νέου αποκτήματος που έχει ξυπνήσει μέσα στη ζωή του και την χαίρεται, όπως χαίρεται κανείς την πρόσκληση μιας καινούριας κατάστασης.
 
Αλλά εκείνο που παρουσιάζεται σαν επιθυμία απόκτησης είναι η φυλετική αγάπη. Αυτός που αγαπά θέλει να γνωρίζει αποκλειστικά το πρόσωπο που επιθυμεί, θέλει να εξουσιάζει απόλυτα, τόσο την ψυχή του, όσο και το σώμα του, θέλει να αγαπιέται μονάχα αυτός, να κυριαρχεί και να βασιλεύει μέσα στην άλλη ψυχή, σαν το υψηλότερο και πιο επιθυμητό αγαθό.
 
Αν καθίσουμε και σκεφτούμε προσεκτικά όλα τα παραπάνω, θα δούμε πως αυτό, ούτε λίγο ούτε πολύ, δεν φανερώνει τίποτ' άλλο παρά απ' το να αποκλείουμε ολόκληρο τον κόσμο απ' την απόλαυση ενός αγαθού και μιας πολυτιμότατης ευτυχίας, αν σκεφτούμε πως αυτός που αγαπά προσπαθεί να κάνει φτωχούς και να στερήσει όλους τους άλλους αντιπάλους, και να γίνει ο δράκουλας του θησαυρού του σαν τον πιο αδιάκριτο «κατακτητή» και τον πιο εγωιστή εκμεταλλευτή· αν, τέλος, υποθέσουμε πως ολόκληρος ο υπόλοιπος κόσμος του είναι τελείως αδιάφορος, χωρίς χρώματα και χωρίς καμιά άξια, και πως είναι έτοιμος να κάνει κάθε θυσία, να διαταράξει κάθε καθιερωμένη τάξη, να βγάλει στο περιθώριο κάθε ενδιαφέρον, θα μείνουμε κατάπληκτοι!...
 
Ναι! Θα μείνουμε κατάπληκτοι και Θα αναρωτηθούμε: Πως αυτή η άγρια φιληδονία, αυτή η παράφρονη αδικία της σεξουαλικής αγάπης, υμνήθηκε και θεοποιήθηκε τόσο πολύ σε όλες τις εποχές της ιστορίας, και ακόμα, πως έβγαλαν από την αγάπη αυτή την ιδέα της αγάπης σαν αντίθετο του εγωισμού, ενώ ίσως αντιπροσωπεύει την πιο αυθόρμητη έκφρασή του.
 
Η συνήθεια, σ' αυτή την περίπτωση, θα δημιουργήθηκε από αυτούς που δεν είχαν τίποτα και που επιθυμούσαν να αποκτήσουν κάτι.
 
Είναι σίγουρο πως πάντα θα υπήρχαν και οι παραπανήσιοι. Όσοι άνθρωποι είχαν την τύχη να γνωρίσουν πολλά, να κορεστούν δηλαδή, πετούσαν κάπου κάπου τη λέξη «μανιασμένος δαίμονας», όπως ο αρχαίος Σοφοκλής, ο πιο αξιαγάπητος στους Αθηναίους. Αλλά ο Έρωτας πάντα κοροϊδεύει κάτι τέτοιους βλάσφημους· είναι οι μεγαλύτεροι ευνοούμενοί του.
 
Βέβαια, υπάρχει εδώ κι εκεί πάνω σ' ολόκληρη τη γη κι ένα είδος επέκτασης του έρωτα, όπου η φιλήδονη επιθυμία που αισθάνονται δυο άνθρωποι ο ένας για τον άλλον, παραχωρεί τη θέση της σε μια καινούρια επιθυμία, σ' έναν καινούριο πόθο, σε μια ύψιστη, κοινή επιθυμία, την επιθυμία ενός ιδανικού που να τους υπερβάλλει και τους δυο τους. Αλλά ποιός γνωρίζει αυτή την αγάπη; Ποιός άνθρωπος την έζησε;
 
Το όνομά της, το αληθινό της όνομα, είναι ΦΙΛΙΑ.
 
Φρίντριχ Νίτσε, Η θεωρία του σκοπού της ζωής

Η σκοτεινή τριάδα της προσωπικότητας

Η σκοτεινή τριάδα είναι ένα σύμπλεγμα παθολογικών χαρακτηριστικών προσωπικότητας που σχετίζονται με μια στρατηγική χειραγώγησης και εκμετάλλευσης άλλων για να επιτύχουν ιδίους σκοπούς. Αυτά τα χαρακτηριστικά μπορούν και υπάρχουν ανεξάρτητα, μερικές φορές ως διαταραχές προσωπικότητας, αλλά συχνά επικαλύπτονται. Ονομάζονται ” σκοτεινά ” λόγω των κακών συμπεριφορών τους.

Την σκοτεινή τριάδα της προσωπικότητας απαρτίζουν τρία χαρακτηριστικά: ο ναρκισσισμός, ο μακιαβελισμός και η ψυχοπάθεια. Αυτά, όταν εμφανίζονται σε επίπεδο χαμηλό που δεν πληροί κριτήρια για πλήρη διάγνωση αποτελούν κομμάτια της προσωπικότητας των ανθρώπων, όπως για παράδειγμα η ειλικρίνεια ή η ευσυνειδησία. Ο τρόπος με τον οποίο εμφανίζονται αυτά τα χαρακτηριστικά δεν διαφέρει από οποιαδήποτε άλλα στοιχεία της προσωπικότητας: υπάρχουν κάποιες γενετικές ενδείξεις, αλλά κυρίως το περιβάλλον και η ανατροφή παίζουν τον καθοριστικότερο ρόλο.

Οι άνθρωποι που εμφανίζουν αυτά τα χαρακτηριστικά τείνουν να ακολουθούν τις λεγόμενες «γρήγορες» στρατηγικές ζωής (fast life strategy). Αυτού του είδους η στάση ζωής περιλαμβάνει απερίσκεπτες δράσεις, χρήση ναρκωτικών, ταραχώδη ερωτικής ζωή και διαπροσωπική επιθετικότητα. Σε γενικές γραμμές στην επιλογή άμεση ικανοποίηση ή καθυστερημένα κέρδη αλλά με μεγαλύτερη αξία, τα άτομα με υψηλές βαθμολογίες σε αυτά τα τρία χαρακτηριστικά επιλέγουν την πρώτη επιλογή. Φυσικά, αυτές οι άκριτες αποφάσεις και ο επιπόλαιος τρόπος ζωής φέρουν τις ανάλογες επιπτώσεις στην κοινωνική, σωματική και ψυχική υγεία των ανθρώπων αυτών. Ας εξετάσουμε, όμως, το κάθε χαρακτηριστικό και τις επιπτώσεις τους ξεχωριστά.

Ναρκισσισμός: Ένας όρος που χρησιμοποιείται για να περιγράψει τόσο μια διαταραχή της προσωπικότητας όσο και ένα χαρακτηριστικό / πτυχή της προσωπικότητας. Στο πλαίσιο της σκοτεινής τριάδας, ορίζεται ως ένα χαρακτηριστικό που εμπεριέχει υπερηφάνεια, μεγαλοπρέπεια και μειωμένη ή ανύπαρκτη ενσυναίσθηση. Θεωρείται ως το πιο προσαρμοστικό και κοινωνικά αποδεκτό από τα τρία χαρακτηριστικά. Οι ναρκισσιστές χαρακτηρίζονται από την τάση να αναζητούν συνεχώς εξωτερική επιβεβαίωση, προσοχή, υπέρμετρη αυτοπεποίθηση και αισθήματα μεγαλομανίας. Είναι ανυπόμονοι, κατά κανόνα αγνοούν τα συναισθήματα των άλλων και σπάνια κάνουν αυτοκριτική. Θεωρείται πιο προσαρμοστικό, καθώς οι νάρκισσοι είναι συνήθως άτομα κοινωνικά και διασκεδαστικά όσο φυσικά εξυπηρετούνται οι ανάγκες τους και οι σκοποί τους.

Μακιαβελισμός: ένα χαρακτηριστικό που περιλαμβάνει απατηλή, χειραγώγηση, συναισθηματική απόσπαση και αδιαφορία προς ή τάση να «παίζουμε θεό» με την ηθική. Στο πλαίσιο της σκοτεινής τριάδας, ορίζεται ως ένα χαρακτηριστικό που εμπεριέχει επιφανειακή γοητεία, ανίατη / ανόητη συμπεριφορά, εγωισμό, έλλειψη ενσυναίσθησης και αντικοινωνική συμπεριφορά. Η μακιαβελική προσωπικότητα χαρακτηρίζεται από διπροσωπία στις διαπροσωπικές σχέσεις και τάσεις χειραγώγησης των άλλων. Αναφέρεται στη λεγόμενη χειριστική προσωπικότητα. Επίσης, περιλαμβάνει μια κυνική στάση για την ηθική, έλλειψη φραγμών και πρωταρχικό ενδιαφέρον για το προσωπικό όφελος. Τα άτομα με αυτό το χαρακτηριστικό εμφανίζουν έλλειψη συναισθημάτων γεγονός που βοηθά στο να μην δένονται με άλλους ανθρώπους, κάνοντας ευκολότερη την χειραγώγηση τους. Συχνά, υπάρχει συσχέτιση αυτού του χαρακτηριστικού με υψηλή επίτευξη στον εργασιακό χώρο: μακιαβελικές προσωπικότητες συχνά συναντώνται στον χώρο της πολιτικής, των επιχειρήσεων και γενικά σε τομείς με ιεραρχία και δυνατότητες ανέλιξης.

Ψυχοπάθεια: Ένας όρος που χρησιμοποιείται για να περιγράψει τόσο μια διαταραχή της προσωπικότητας όσο και ένα χαρακτηριστικό / πτυχή της προσωπικότητας. Στο πλαίσιο της σκοτεινής τριάδας, ορίζεται ως ένα χαρακτηριστικό που εμπεριέχει επιφανειακή γοητεία, ανίατη / ανόητη συμπεριφορά, εγωισμό, έλλειψη ενσυναίσθησης και αντικοινωνική συμπεριφορά. Η έννοια της ψυχοπάθειας περιλαμβάνει κυρίως φτωχή συναισθηματική ζωή και έλλειψη του αισθήματος ντροπής. Εμφανίζουν απουσία συναισθημάτων, με τα θετικά αισθήματα προς τους άλλους να είναι ψεύτικα και να κινούνται κυρίως στο πλαίσιο της συνήθειας των ψυχοπαθών να χρησιμοποιούν την γοητεία τους για την χειραγώγηση τους. Γενικά, τα χαρακτηριστικά της χωρίζονται σε δύο μεγάλες κατηγορίες: αυτά που έχουν σχέση με την συναισθηματική αποστασιοποίηση και αυτά που περιλαμβάνουν έναν αντικοινωνικό τρόπο ζωής. Αξίζει να σημειωθεί ότι παρόλη την ομοιότητα μακιαβελισμού και ψυχοπάθειας αποτελούν διακριτά χαρακτηριστικά, τα οποία συχνά αλληλοκαλύπτονται.

Τα τρία αυτά χαρακτηριστικά (καθώς και οι αντίστοιχες κλινικές διαταραχές τους, στην περίπτωσης του ναρκισσισμού και της ψυχοπάθειας) εμφανίζονται κατά κανόνα συχνότερα στους άνδρες και η καθεμία συνοδεύεται από το ανάλογο αντίκτυπο στη ζωή των ανθρώπων. Η ψυχοπάθεια συγκριτικά με τα άλλα δύο χαρακτηριστικά συνδέεται με χαμηλότερο προσδόκιμο ζωής και χειρότερη ποιότητα ζωής: συχνά άτομα με υψηλά ποσοστά στις κλίμακες τις ψυχοπάθειας εμπλέκονται σε εγκληματικές συμπεριφορές και επικίνδυνες καταστάσεις. Ο ναρκισσισμός, από την άλλη, αποτελώντας το πιο προσαρμοστικό χαρακτηριστικό συνδέεται με υψηλότερο προσδόκιμο ζωής: χάρις στις λειτουργικές διαπροσωπικές τους σχέσεις, οι ναρκισσιστές ζουν μια «γεμάτη» ζωή και εμφανίζουν υψηλά ποσοστά σε κλίμακες μέτρησης ευδαιμονίας. Ο μακιαβελισμός δεν υπάρχει κάποια ένδειξη ότι συσχετίζεται σε σημαντικό βαθμό με καλύτερη ή χειρότερη ποιότητα ζωής.

Αυτά τα τρία χαρακτηριστικά, λοιπόν, μπορεί να υπάρχουν σε υψηλό ή χαμηλό βαθμό στον κάθε άνθρωπο. Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι, μπορούν να υπάρχουν ξεχωριστά ή να συνυπάρχουν: η ύπαρξη του ενός δεν προϋποθέτει ούτε αναιρεί την ύπαρξη του άλλου. Η σκοτεινή τριάδα, τέλος, όπως έχει γίνει γνωστός ο συνδυασμός των τριών αυτών χαρακτηριστικών, δεν αναφέρεται στις αντίστοιχες κλινικές διαταραχές παρά στην ύπαρξη αυτών των χαρακτηριστικών σε υπο-κλινικό επίπεδο και φυσικά σε κάθε περίπτωση δεν πρέπει να κάνουμε αυθαίρετα διαγνώσεις ή να χρησιμοποιούμε αυτόν τον όρο για να αναφερθούμε σε ψυχικές διαταραχές.

Ροή Πληροφορίας: Πίσω από τις μάσκες

Η Αντίστροφη μέτρηση καλά κρατεί! 10,9,8… Μία δικαιολογημένη κινητικότητα παρατηρείται στις τάξεις του Ιερατείου της Υπερ-Πληροφορίας. Η εντολή συλλογής στοιχείων  έχει από καιρό δοθεί, και τα αποτελέσματα για την Ροή Πληροφορίας έχουν αρχίσει να ρέουν μεγαλειωδώς από τα στοχευμένα κανάλια συσσώρευσής τους.
 
Η Απόκρυφη βάση δεδομένων αρχειοθετείται στις ηλεκτρονικές κυψέλες της σέκτας, προετοιμάζοντας το ιερό μέλι της γνώσης που θα σερβιριστεί πλήρως ανακυκλωμένο σύντομα από τους Πάπες της Υπερ-Πληροφόρησης στους ανυποψίαστους λάτρεις…
 
Ο Μέγας Μάγιστρος της πληροφορίας, καθισμένος στο γραφείο του γελά χαιρέκακα. Η Τεράστια οθόνη που βρίσκεται μπροστά του τον ενημερώνει σαν καλοκουρδισμένο ρολόι. Κάθε δευτερόλεπτο και μία νέα εισροή στην ανάπτυξη του Τάγματος. Τρίβει τα χέρια γεμάτος ικανοποίηση, και ετοιμάζεται για την νιοστή υπερ-σύνδεση με τον εκπρόσωπό του: Τον Φύλακα της γνώσης.
 
Μίλησα μερικές ημέρες πριν για την νέα θρησκεία: Το Τάγμα Cut-Delete, το ιερατείο της Υπερ-Πληροφορίας. Και σκοπεύω να συνεχίσω να μιλάω για την δράση του, παρουσιάζοντας με μία διαφορετική ματιά τα πεπραγμένα τους. Και είναι αλήθεια πως  τις τελευταίες ημέρες, κορυφώνεται το κρεσέντο της ροής πληροφοριών…
 
Παρατηρείται μια τελετουργική υπερδιέγερση, τα κεφάλια της Υπερ-πληροφοριακής λερναίας Ύδρας  αχνοφαίνονται συντονισμένα  καθώς στρέφουν το βλέμμα τους προς μία κατεύθυνση:  Στην προετοιμασία  της Μεγάλης Τελετουργίας!
 
Προτού δούμε όμως αυτό το ζήτημα που διατυμπανίζεται ως η υπέρτατη αλήθεια γνωσιολογικού περιεχομένου, θα ήθελα να ρίξω λίγο φως σε έναν από τους τρόπους αναμετάδοσης της «Δυναμικής πληροφορίας» που χρησιμοποιείται κατά κόρον από την Ινφο/Σέκτα…
 

Ροή Πληροφορίας: Η Μέθοδος Ηχώ

 
Όταν μία πληροφορία επιλέγεται ως κατάλληλη για παρουσίαση, είτε για να δώσει την αναγκαία ώθηση στο τάγμα, είτε για να αποδυναμώσει την δύναμή της, μιας και ίσως να βρίσκεται και στα χέρια κάποιων άλλων που θα την αξιοποιούσαν, δίνεται το πρόσταγμα της Ηχούς! Και εξηγώ: Η Πληροφορία δημοσιεύεται άμεσα από την κύρια πηγή του Ιερατείου με την απαραίτητη έμφαση, και έπειτα διοχετεύεται στο κοινό από τα κανάλια που το εξυπηρετούν, σαν κραυγή που ακούγεται ξανά και ξανά ασταμάτητα στο αχανές!
 
Με αυτό τον τρόπο επιτυγχάνεται  ο πρόσκαιρος εντυπωσιασμός, και άμεσα επέρχεται η πλήρης απαξίωση της πληροφορίας αυτής! Ο Αναγνώστης έτσι, που αποζητά όντως την ουσιώδη ενημέρωση πέφτει στον κυκεώνα των ίδιων καναλιών, χωρίς ελπίδα διαφυγής. Μία ακόμη παγίδα που εξυπηρετεί την ανέλιξη δύναμης του Τάγματος!
 
Κατά συνέπεια, αν ένα ανεξάρτητο μέσο επιδιώξει να δημοσιεύσει την πληροφορία αναγνωρίζεται λανθασμένα  ως μέρος του Παζλ που αναφέρω παραπάνω. Εγκλωβίζεται, χάνεται στην δίνη…
 
Η Μεγάλη Τελετουργία
 
Για να παρατηρήσεις αυτό το φαινόμενο καλύτερα, θα πρέπει αναγκαστικά να έρθεις αντιμέτωπός του. Έτσι, βρίσκομαι διαρκώς διακριτικά συντονισμένος με τα κανάλια του Ιερατείου που όπως ανέφερα παραπάνω, ετοιμάζει την Μεγάλη τελετουργία!  Πλήθος εκλεκτών Ιερέων θα βρίσκεται εκεί, χιλιάδες πιστών της Πληροφορίας θα σταθούν κάτω από τα Podium εκστασιασμένοι από τις τελετουργικές Ιαχές …
 
Ένα γεγονός πρωτόγνωρο στα δρώμενα της Ελληνικής πραγματικότητας, μία πραγματική πανδαισία αναπαραγωγής των τετριμμένων! Μια κίνηση εξαιρετικά σχεδιασμένη!!!   Με όλα τα κομφόρ που μπορεί ο ανυποψίαστος να φανταστεί. Φαντεζί ανακοινώσεις, hyper-links που προσεγγίζουν την ανυπέρβλητη υπόσταση του ζητήματος. Σε όλα τα μέσα, όπου σταθεί και όπου βρεθεί ο δύσμοιρος αναγνώστης. Ένας αέναος χορός πληροφορίας, σερβιρισμένο στο πιάτο σας με αρκετή σάλτσα μίας Υπερ-Κοινωνίας που σας παρέχει όλες τις απαραίτητες γνώσεις!!!
 
Δεν θα αναλύσω περαιτέρω την τελετουργική φύση του γεγονότος, τουλάχιστον όχι την δεδομένη χρονική στιγμή. Το σίγουρο είναι πως βρεθώ και εγώ ανάμεσα στους λάτρεις της Υπερ-Πληροφόρησης
 
Υστερόγραφο #1: Αφουγκράζεται κανείς τις ιαχές του ιερατείου αργά την νύχτα;
Υστερόγραφο #2: Αφού ότι αξίζει δεν κοστίζει, γιατί πληροφορούμαστε το παράξενο έναντι αντίτιμου;
 
Stay Tuned…

Ό,τι σπέρνεις, αυτό θερίζεις

Αν σπέρνεις τσιγγούνικα, μίζερα, μαζεμένα, λίγη θα είναι και η σοδειά σου. Αν από την άλλη φροντίζεις να σπέρνεις απλόχερα, άφθονη θα είναι και η σοδειά που θα πάρεις ως ανταμοιβή.

Αποφάσισε.

Όλη μέρα μέσα στη γκρίνια, μέσα στη μιζέρια, με τα μούτρα σου να σέρνονται στο πάτωμα. Από το στόμα σου, δεν βγαίνει καλή κουβέντα. ‘’Σε ευχαριστώ, σε αγαπώ, συγγνώμη’’, δεν καταδέχεσαι να πεις. Όλο κουρασμένος είσαι, όλο δεν μπορείς, όλο δεν πάνε καλά τα πράγματα. Και μετά σου φταίνε οι άλλοι. Τι να σου κάνουν και οι άλλοι; Εδώ εσύ δεν αντέχεις τον εαυτό σου. Θα σε αντέξουν αυτοί;

Δώσε. Δώσε. Δώσε αγάπη στους γύρω σου. Δώσε μια καλή κουβέντα. Ένα καλό λόγο. Ένα χαμόγελο. Δώσε μια παρηγοριά. Φέρσου με αρχοντιά. Άσε τις μικρότητες. Άσε τις γυφτιές. Με αρχοντιά. Δεν είναι τα λεφτά. Αυτά είναι το τελευταίο. Η συμπεριφορά σου είναι. Δώσε απλόχερα.

Να χαμογελάς. Να χαμογελάς. Δεν υπάρχει μεγαλύτερα φιλανθρωπία.
Ό,τι σπέρνεις, αυτό θερίζεις. Να το ξέρεις.

Αποφάσισε.

Κάνε ό,τι σου λέει καρδιά σου…

Τι σημαίνει πολυτέλεια;

Πολυτέλεια πιθανόν είναι η δυνατότητα να απολαμβάνει κανείς όσα επιθυμεί. Αρκεί να είναι ιδιαίτερα προσεκτικός κατά την επιλογή εκείνων που επιθυμεί…

«Η πολυτέλεια είναι μια νοητική κατάσταση. Είναι το πώς διάγεις τη ζωή σου και πώς εκπληρώνεις τις επιθυμίες των άλλων αλλά και τις δικές σου».

Η άποψή μου επικεντρώνεται στο θέμα της πολυτέλειας μέσα από την οπτική του εαυτού αλλά και των άλλων. Ένας άνθρωπος δεν επιλέγει αποκλειστικά για τον εαυτό του να καταναλώσει πολυτελή προϊόντα αλλά πρόκειται περισσότερο για μια συμπεριφορά με κοινωνικό προσανατολισμό. Για παράδειγμα, γιατί κάποιος φοράει το καλό του κοστούμι (ή φόρεμα) όταν πρόκειται να πάει σε μια σημαντική συνάντηση ή σε μια συνέντευξη; Γιατί βεβαιωνόμαστε ότι δεν θα φορέσουμε κάποιο φθηνό άρωμα όταν πρόκειται να πάμε σε ένα ραντεβού; Όταν μιλάμε για πολυτέλεια, βλέπουμε ότι το κομμάτι της προσωπικής απόλαυσης είναι συνυφασμένο με κοινωνικά κίνητρα.

Ωστόσο, οι ερωτήσεις που μου έκαναν στο luxury society με έκαναν πραγματικά να σκεφτώ τον ορισμό της πολυτέλειας.

Η έννοια της πολυτέλειας είναι παρούσα από την αρχή του πολιτισμού σε διάφορες μορφές. Ο ρόλος της ήταν τόσο σημαντικός στις αρχαίες δυτικές κι ανατολικές αυτοκρατορίες όσο και στις μοντέρνες κοινωνίες. Με τον ξεκάθαρο διαχωρισμό των κοινωνικών τάξεων στους προγενέστερους πολιτισμούς, η κατανάλωση πολυτελών αγαθών ήταν περιορισμένη στην ελίτ. Αυτό σημαίνει ότι η έννοια της πολυτέλειας ήταν ξεκάθαρη. Πολυτέλεια θεωρείτο οτιδήποτε μπορούσαν να έχουν μόνο οι πλούσιοι και όχι οι φτωχοί.

Με τον σταδιακό εκδημοκρατισμό, πολλές νέες κατηγορίες προϊόντων έκαναν την εμφάνισή τους μέσα στο κομμάτι της αγοράς που εύστοχα ονομάστηκε – προσβάσιμη πολυτέλεια ή πολυτελής μάζα. Αυτοί οι τύποι πολυτέλειας στοχεύουν ειδικά τη μεσαία τάξη ( που μερικές φορές αποκαλείται και επίδοξη-φιλόδοξη τάξη). Καθώς η πολυτέλεια εισχωρούσε στις μάζες, η έννοιά της έγινε ακόμα πιο δύσκολο να ορισθεί.

Στο σύγχρονο μάρκετινγκ ο καθηγητής Bernard Dubois ορίζει το «πολυτελές» ως την προσφορά μιας συγκεκριμένης (δηλαδή με υψηλότερη τιμή) σειράς για μία κατηγορία οποιουδήποτε προϊόντος ή υπηρεσίας. Εντούτοις, παρά τη σημαντική γνώση που έχει συσσωρευθεί κατά τη διάρκεια των προηγούμενων δεκαετιών, οι ερευνητές δεν έχουν ακόμη καταφέρει να συμφωνήσουν σε ένα κοινό ορισμό της έννοιας του πολυτελούς.

Αν και η λέξη πολυτελές χρησιμοποιείται στην καθημερινότητα για να αποδώσει έναν συγκεκριμένο τρόπο ζωής, ο υποκείμενος ορισμός συσχετίζεται με τον συγκεκριμένο καταναλωτή και κατάσταση. Αν κερδίζεις λιγότερο από ένα ευρώ τη μέρα, ένα παγωτό θα είναι μια μεγάλη πολυτέλεια για σένα. Από την άλλη μεριά, αν πηγαίνεις σε ένα πάρτι μαζί με κάποιους κοινωνικά μεγαλόσχημους, ένα αυτοκίνητο 100,000 ευρώ μπορεί να μην είναι πολυτέλεια. Η λέξη luxury (πολυτέλεια στα αγγλικά) προέρχεται από τη λατινική λέξη “luxus” που σημαίνει « απαλός ή υπερβολικός τρόπος ζωής, απόλαυση, πλούτος ή χλιδή». Ωστόσο, το πολυτελές είναι μία έννοια αρκετά περίπλοκη να ορισθεί λόγω της έντονης συμμετοχής του ανθρώπινου στοιχείου και της υποκειμενικής αξιακής της αναγνώρισης.

Πολλές ακόμη απόπειρες έχουν γίνει για να ορισθεί η πολυτέλεια με βάση την τιμή και την ποιότητα, θεωρώντας τα προϊόντα που έχουν υψηλότερη τιμή ως πολυτελή. Με τον ίδιο τρόπο, ερευνητές χρησιμοποίησαν ως βάση ορισμού την μοναδικότητα. Όμως με την αυξανόμενη καλυτέρευση της ποιότητας των προϊόντων των συμβατικών μαρκών της αγοράς και λόγω της μαζικής παραγωγής πολυτελών προϊόντων, είναι ακόμα πιο δύσκολο να χρησιμοποιήσουμε οποιαδήποτε από τις παραπάνω διαστάσεις για να την ορίσουμε.

Ο καθηγητής Jean–Noel Kapferer κάνει μια βιωματική προσέγγιση και ορίζει ως πολυτελή τα αντικείμενα τα οποία προσδίδουν μεγαλύτερη απόλαυση με το να ευχαριστούν όλες τις αισθήσεις ταυτόχρονα. Πολλοί άλλοι ερευνητές επικεντρώνονται στη διάσταση της αποκλειστικότητας και ισχυρίζονται ότι η πολυτέλεια προκαλεί μία αίσθηση του ανήκειν σε μια ελίτ. Ωστόσο, κρατώντας μια τσάντα Louis Vuitton σε κεντρικές περιοχές μιας οποιασδήποτε μεγάλης πόλης του κόσμου δεν θα σε κάνει να νιώσεις έτσι. Σε ένα από τα παλαιότερα άρθρα μου έκανα την εξής ερώτηση σε κάποιους καταναλωτές: Αν πολλοί άνθρωποι μπορούν να έχουν κάτι πολυτελές, αυτό εξακολουθεί να είναι πολυτελές; Εκείνοι απάντησαν ξεκάθαρα ότι οι μάρκες Louis Vuitton και Gucci έχουν αρχίσει να χάνουν τη «λάμψη» τους στο μυαλό τους.

Αυτή η συζήτηση επισημαίνει την ακραία υποκειμενικότητα και την πολυδιάστατη φύση της έννοιας της πολυτέλειας. Οι προσπάθειες ορίζουν ως διαστάσεις της πολυτέλειας την υψηλή τιμή, την υψηλή ποιότητα, την μοναδικότητα, την αποκλειστικότητα κλπ.

Όμως, ακόμα δεν είναι ξεκάθαρο «τι είναι πολυτέλεια»

Λοιπόν εσείς τι πιστεύετε ότι η πολυτέλεια;

Ορατίου: Οι Ωδές – Β΄-10

RECTIUS VIVES

Ορθότερα θα ζήσεις, Λικίνιε*, εάν δεν αναζητείς διαρκώς
και επίμονα το πέλαγος, ούτε εάν πλέεις πάρα πολύ κοντά
στην επικίνδυνη ακτή, όταν τρέμεις τις θύελλες
και παίρνεις προφυλάξεις.

Όποιος αγαπά τη χρυσή μεσότητα
αποφεύγει ασφαλής τους ρύπους ενός
παλαιού οικήματος, αποφεύγει με φρόνηση
την έπαυλη, που προκαλεί τον φθόνο.

Συχνότερα τραντάζεται από τους ανέμους το πελώριο
πεύκο, με σφοδρότερη πτώση καταρρέουν οι πανύψηλοι
πύργοι, τα υψηλότερα όρη πλήττουν
οι κεραυνοί.

Ελπίζει στις δυσχέρειες, φοβάται στις ευνοϊκές
στιγμές την εναλλαγή της τύχης ο καλά προετοιμασμένος
νους. Τους δύσμορφους χειμώνες επαναφέρει.

Ο Δίας, ο ίδιος
τους εκδιώκει. Εάν τώρα κυριαρχεί το κακό,
δεν θα είναι πάντα έτσι. Κάποτε με την κιθάρα
συνεγείρει την σιωπηλή Μούσα ο Απόλλωνας
και δεν εντείνει διαρκώς το τόξο.

Στις στεναχώριες να είσαι θαρραλέος
και ισχυρός· ο ίδιος με σοφία θα συστέλλεις
τα ιστία, όταν θα φουσκώνουν υπερβολικά
από τον ευνοϊκό άνεμο.
-------------------------
* Ο Λεύκιος Λικίνιος Μουρήνας (ύπατος το 23 π.Χ.) ανήκε στη μερίδα των δημοκρατικών. Ήλθε σε σύγκρουση με τον Οκταβιανό Αύγουστο, αναγκάστηκε να παραιτηθεί από το αξίωμά του, καταδικάστηκε ερήμην σε θάνατο με την κατηγορία της συμμετοχής σε συνωμοσία και θανατώθηκε, ενώ επιχειρούσε να εγκαταλείψει την Ιταλία.

Ο Ελέφαντας

Όταν ρώτησαν κάποιον ποιο ζώο εκτιμάει περισσότερο, εκείνος είπε τον ελέφαντα και αιτιολόγησε την προτίμησή του έτσι:

«Ο Ελέφαντας ενώνει την πονηριά με τη δύναμη. Ετούτη δεν είναι η κουτοπονηριά που σου φτάνει για να ξεφύγεις από κάποιον που σε καταδιώκει ή για να εξασφαλίσεις το φαγητό σου περνώντας απαρατήρητος, μα είναι η πονηριά που επιστρατεύει η δύναμη για ένα μεγάλο εγχείρημα.

Απ΄ όπου κι αν διαβεί τούτο το ζώο αφήνει πλατιά τ΄ αχνάρια του.

Κι είναι καλόκαρδο, σηκώνει χωρατά.

Είναι καλός φίλος όπως είναι και καλός εχθρός.

Είναι βαρύ και θεόρατο κι όμως τρέχει πολύ γρήγορα.

Με την προβοσκίδα του μπορεί και τροφοδοτεί ένα τεράστιο κορμί με τις πιο μικρές τροφές ακόμα και με καρύδια.

Κουνάει τ΄ αυτιά του: ακούει μονάχα ότι τον συμφέρει.

Φτάνει σε βαθιά γεράματα. Του αρέσει η παρέα κι όχι μονάχα με ελέφαντες.

Παντού τον αγαπάνε μα και τον φοβούνται. Ένα κάποιο κωμικό στοιχείο του δίνει τη δυνατότητα ακόμη και να τον σέβονται.

Το πετσί του είναι σκληρό, σπάει μαχαίρια, μα η ψυχή του ευαίσθητη. Μπορεί και θλίβεται. Μπορεί και θυμώνει.

Του αρέσει να χορεύει.

Πεθαίνει στην καρδιά της ζούγκλας.

Αγαπάει τα παιδιά καθώς κι άλλα μικρά ζώα. Είναι γκρίζος και τραβάει την προσοχή μόνο με τον όγκο του.

Δεν τρώγεται.

Είναι δουλευταράς.

Του αρέσει να πίνει και να 'ρχεται στο κέφι.

Κάνει κάτι και για την τέχνη: προσφέρει το ελεφαντόδοντο».

Τι έλεγαν οι αρχαίοι Έλληνες για τους πολιτικούς

Η πολιτική γεννήθηκε στην αρχαία Ελλάδα. Το ίδιο και οι πολιτικοί. Εντυπωσιάζει, ανατρέχοντας κανείς στα σωζόμενα γνωμικά των αρχαίων Ελλήνων, πόσο οι Έλληνες πολιτικοί δεν κατάφεραν καθόλου να εξελιχθούν τους τελευταίους 27 αιώνες.

Το ίδιο προφανώς αφορά και τον ελληνικό λαό, που από ό,τι φαίνεται ήταν από τα αρχαία χρόνια ευκολόπιστος στους δημαγωγούς και αλλοπρόσαλλος.

«Βρώμικη φωνή, κακή ανατροφή, είσαι χυδαίος, τα έχεις όλα όσα χρειάζονται για να ασχοληθείς με την πολιτική», γράφει ο Αριστοφάνης στους Ιππής και προφανώς κάποιους είχε υπόψιν του.

Στην ίδια κωμωδία υπάρχει και η ακόλουθη συμβουλή: «Να έχεις πάντα τον δήμο (λαό) με το μέρος σου καλοπιάνοντάς τον με μαγειρεμένα λόγια».

«Κάθε εξουσία όταν γίνει ισχυρή, δεν θεωρεί τίποτε πιο ωφέλιμο από το δικό της συμφέρον», έλεγε ο Μένανδρος και ο Ισοκράτης βεβαίωνε ότι «το ήθος όλης της πολιτείας είναι το ίδιο μ’ αυτό εκείνων που την κυβερνούν».

Ο Δίφιλος από τη Σίφνο προειδοποιούσε ότι «ο όρκος της πόρνης μοιάζει με τον όρκο του πολιτικού: και οι δύο ορκίζονται σε όποιον απευθύνονται», ενώ ο Φωκυλίδης από την Μίλητο έλεγε ότι «μην εμπιστεύεσαι τον λαό. Είναι ένα απρόβλεπτο σύνολο. Λαός, φωτιά και νερό δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν».

Καμιά φορά, σπάνια, προέκυπτε και ο εξαιρετικός ηγέτης, πράγμα που έκανε τόσο μεγάλη εντύπωση που η ιστορία κατέγραψε ως «Μεγάλους» αυτές τις εξαιρέσεις, οι οποίοι είναι ελάχιστοι στο σύνολο όλων όσοι κυβέρνησαν ανθρώπους, πόλεις και κράτη.

Hegel: Η ζωή της αλήθειας είναι συγκεκριμένη

Γκέοργκ Χέγκελ: 1770-1831

Το αληθές είναι το Όλο

§1

Είναι κοινός τόπος πως η φιλοσοφία δεν μπορεί να ευδοκιμήσει παρά σε έναν ανοικτό κόσμο. Όσο πιο ανοικτός αποβαίνει ένας τέτοιος κόσμος, τόσο πιο επιτακτικά τείνει να ανταποκρίνεται προς την αλήθεια ως το Όλο. Πώς κατανοείται τούτη η αλήθεια; Μια ιστορικά δικαιωμένη απάντηση μας δίνει σχετικά ο Χέγκελ:

«Το αληθές είναι το Όλο. Αλλά το Όλο είναι μόνο η ουσία που φτάνει στην τελείωσή της μέσα από την ανάπτυξή της. Για το Απόλυτο πρέπει να πούμε ότι ουσιαστικά είναι αποτέλεσμα, ότι στο τέλος μόνο ό,τι είναι στ’ αλήθεια και πως σ’ αυτό ακριβώς συνίσταται η φύση του, να είναι δηλ. ενεργώς πραγματικό, υποκείμενο ή ένα αυτογίγνεσθαι».[1]

Σε αντίθεση με πολλούς προγενεστέρους του φιλοσόφους, ο Χέγκελ δεν ορίζει την αλήθεια σε τυπική αντίθεση προς το λάθος, προς το ψευδές, αλλά αληθές και ψευδές τα προσδιορίζει σε σχέση με τη διαλεκτική κίνηση ανάμεσα στο όλο και το μέρος.[2] Κατά τη διαλεκτική τούτη, το Όλο είναι η μορφή, που δεν παραμένει μια απλώς μορφική, ήτοι τυπική αντίθεση προς κάθε άλλη επιμέρους μορφή, αλλά συνάπτεται εσωτερικά-εννοιολογικά μαζί τους, υπό το νόημα ότι όλες οι επιμέρους μορφές αποτελούν τον πλούτο των ανεπτυγμένων της μορφών· έναν πλούτο, που είναι το συγκεκριμένο εκάστοτε περιεχόμενο της καθολικής μορφής της αλήθειας ως Όλου.

§2

Στον Πρόλογο της Φαινομενολογίας του πνεύματος ο φιλόσοφος παρουσιάζει μια κυριολεκτικά επαναστατική σύλληψη της φιλοσοφίας ως της πιο καθολικής οδοιπορίας του πνεύματος, ως μιας επιτευχθείσας διεργασίας του, κατά την οποία αποκτά νόημα όχι μόνο η παρούσα κατάσταση του πνεύματος αλλά και κάθε προηγούμενο στάδιο ή στιγμή του. Γράφει συγκεκριμένα ο Χέγκελ:

«Το ξεκίνημα του νέου πνεύματος είναι το προϊόν μιας εκτεταμένης ανατροπής πολλών μορφών πολιτισμού, το έπαθλο μιας πορείας πολλαπλά περίπλοκης όσο και μιας πολύμοχθης προσπάθειας. Αυτό το ξεκίνημα είναι το όλο, που από τη διαδοχή του και την εξάπλωσή του επανήλθε στον εαυτό του, είναι η προσκτηθείσα απλή έννοια του όλου. Η πραγματικότητα δε αυτού του απλού όλου βρίσκεται σε εκείνη τη διαδικασία, δια της οποίας εκείνες οι διαμορφώσεις που έγιναν βαθμίδες, αναπτύσσονται εκ νέου και προσδίδουν στον εαυτό τους μια νέα μορφή αλλά μέσα στο νέο τους στοιχείο, με το νέο νόημα που προσέλαβαν».[3] 

Το εν λόγω Όλο διαφοροποιείται από το αφηρημένο, φορμαλιστικό καθολικό, που έχει ξεχάσει τις διάφορες βαθμίδες του, τις έχει διαγράψει και δεν τις έχει εσωτερικεύσει. Δεν είναι το ίδιο με την αφηρημένη καθολικότητα ούτε είναι ένας εμπειρικός σωρός από στοιχεία, στοιβαγμένα εξωτερικά και τυχαία. Απεναντίας είναι συγκεκριμένο Όλο, εννοιολογικά συγκροτούμενο και κατανοούμενο κατά τις επιταγές του Διαλεκτικού Λόγου: τουτέστι, η φιλοσοφία του διαλεκτικού και θεωρησιακού Λόγου (Vernunftsphilosophie) εισχωρεί στην πολλαπλότητα των διαφορών, των χωρισμών, των διακρίσεων, των εκάστοτε επμέρους και τα συλλαμβάνει στη διαλεκτική τους ενότητα, δηλ. ως ένα ενιαίο Όλο εν-νοημάτων, ως εννοιολογική ταυτότητα υποκειμένου και αντικειμένου. Τον ως άνω εμπειρικό σωρό πρεσβεύει η φιλοσοφία των αφηρημένων και παγιωμένων διακρίσεων, ήτοι η φιλοσοφία της χωριστικής διάνοιας (Verstandesphilosophie).

§3

Κατά τη φιλοσοφία της διάνοιας, που χωρίζει χωρίς να ενώνει, χωρίς να συμφιλιώνει το λογικά πρώτο και το χρονικά ύστερο, η διαφορά ανάμεσα στο όλο και το επιμέρους προσδιορίζεται απλώς εξωτερικά, ήτοι μόνο με βάση την εξωτερική τους μορφή και τη συμπαράθεση τούτης της μορφής. Προς την ακριβέστερη κατανόηση μιας τέτοιας διαφοράς και μιας εννοιολογικής σύλληψης του όλου, ο Χέγκελ αναφέρει το ακόλουθο παράδειγμα:

«Κάποιος που θέλει να φάει φρούτα, αρνείται να φάει κεράσια, αχλάδια ή σταφύλια, επειδή ετούτα είναι κεράσια, αχλάδια ή σταφύλια και όχι φρούτα».[4]

Η λέξη φρούτα είναι η αληθινή έννοια, το εννοιολογικό Όλο, γιατί ως εννοιολογική μορφή είναι εντός του εαυτού της συγκεκριμένη: ανα-λύεται και επιμερίζεται σε συγκεκριμένα περιεχόμενα, δηλ. σε καθορισμένα φρούτα. Το αληθές είναι η ολότητα της έννοιας φρούτα, ήτοι: η έννοια «φρούτα» ως όλο και το άνοιγμα της φιλοσοφίας, ως τέτοιου όλου, δηλ. ως της μιας φιλοσοφίας με τις πολλές επιμέρους αναπτύξεις της, προς τον κόσμο είναι τα επιμέρους φρούτα που διακρίνονται μεταξύ τους και ορίζονται. Σε ένα άλλο σημείο αναφέρει πάλι ο Χέγκελ πως, αν πω «όλα τα ζώα», δεν σημαίνει ότι δικαιούμαι να υποστηρίζω πως «μπορούν να ισοδυναμούν με μια ζωολογία».[5] Το να έχουμε αποκτήσει Γνώση του όλου υποδηλώνει ότι έχουμε αποκτήσει Γνώση των διάφορων και διαφορετικών του ροπών, πτυχών, βαθμίδων.

§4

Σε καμιά περίπτωση η ως άνω Γνώση δεν πρέπει να παρερμηνεύεται ως ίδια με την εκάστοτε γνώση των διαφορετικών στοιχείων, που εξετάζονται χωριστά και αποκομμένα μεταξύ τους και συγκροτούν ένα αθροιστικό όλο ή σύνολο της εμπειρικής τους ενικότητας και κανένα αληθές Όλο, δηλ. εννοιολογικό-συγκεκριμένο και εν-Νοηματικό. Η απόλυτη Γνώση (absolutes Wissen) είναι η φιλοσοφική Γνώση ‒που ανα-συλ-λέγεται ως ολοκλήρωση της εποποιίας της συνείδησης, την εκδίπλωση της οποίας συνιστά ή παρουσιάζει η Φαινομενολογία του πνεύματος‒ και δεν έχει διόλου σχέση με οποιαδήποτε πολυμάθεια, με οποιαδήποτε λόγια Γνώση, ήτοι με ένα άθροισμα εξωτερικά συσσωρευμένων γνώσεων πληροφοριακής ή άλλης επιμέρους υφής. Π.χ. μπορεί κανείς να γνωρίζει όλες τις πρωτεύουσες, τα λιμάνια, τις σημαίες κ.λπ. των κρατών του κόσμου, αλλά με αυτές τις γνώσεις δεν σημαίνει ότι γνωρίζει τη γεωγραφία. Η απόλυτη Γνώση, ως φιλοσοφική αλήθεια του Όλου, δεν είναι απόλυτη ή καθολική γνώση με την κοινή έννοια του όρου ως γνώση όλων των πραγμάτων, δηλ. ως ποσοτική γνώση, αλλά η Γνώση που έχει απελευθερωθεί ‒καταπώς μας λέει και η ετυμολογική παραγωγή του Απόλυτου [=του λελυμένου από τα δεσμά/τις δεσμεύσεις/τους περιορισμούς του]‒ από τις περιοριστικές μορφές της καθημερινής, αφιλοσόφητης γνώσης. Η απόλυτη Γνώση ως η αληθινή ολότητα, ως η φιλοσοφική Αλήθεια, δεν μπορεί να ανθήσει στις σκονισμένες αίθουσες μορφωτικών και πανεπιστημιακών ιδρυμάτων, όπου συνήθως κυριαρχούν οι διορισμένες ασημαντότητες των αφιλοσόφητων προφεσόρων, πλην ορισμένων φωτεινών εξαιρέσεων. Αντιθέτως ενυπάρχει ως αυτογίγνεσθαι και αναπτύσσεται ως η συνείδηση, η επίγνωση, με άλλα λόγια ως μεταστοχασμός της εν Έργω Πραγματικότητας του ανθρώπου.[6]
------------------------------------
[1] Φαινομενολογία του πνεύματος Ι, σ. 141.
[2] Ό.π., σσ. 160-161.
[3] Ό.π., σ. 133.
[4] Werke 8, σ. 59.
[5] Φαινομενολογία του πνεύματος, ό.π., σ. 141.
[6] Hegel-Διαλεκτική του Συγκεκριμένου, σσ. 124 κ.εξ. 

ΘΕΟΦΡΑΣΤΟΣ: Χαρακτῆρες (19.1-19.11) - ΔΥΣΧΕΡΕΙΑΣ

ΙΘ'. ΔΥΣΧΕΡΕΙΑΣ


[19.1] [Ἔστι δὲ ἡ δυσχέρεια ἀθεραπευσία σώματος λύπης παρασκευαστική,]
[19.2] ὁ δὲ δυσχερὴς τοιοῦτός τις, οἷος λέπραν ἔχων καὶ ἀλφὸν καὶ τοὺς ὄνυχας μεγάλους περιπατεῖν καὶ φῆσαι ταῦτα εἶναι αὑτῷ συγγενικὰ ἀρρωστήματα· ἔχειν γὰρ αὐτὸν καὶ τὸν πατέρα καὶ τὸν πάππον, καὶ οὐκ εἶναι ῥᾴδιον αὐτῶν εἰς τὸ γένος ὑποβάλλεσθαι.
[19.3] ἀμέλει δὲ δεινὸς καὶ ἕλκη ἔχειν ἐν τοῖς ἀντικνημίοις καὶ προσπταίσματα ἐν τοῖς δακτύλοις καὶ μὴ θεραπεῦσαι ἀλλ᾽ ἐᾶσαι θηριωθῆναι· καὶ τὰς μασχάλας δὲ φθειρώδεις καὶ δασείας ἔχειν ἄχρι ἐπὶ πολὺ τῶν πλευρῶν καὶ τοὺς ὀδόντας μέλανας καὶ ἐσθιομένους [ὥστε δυσέντευκτος εἶναι καὶ ἀηδής. καὶ τὰ τοιαῦτα.]
[19.4] ‹καὶ› ἐσθίων ἀπομύττεσθαι, θύων ἅμ᾽ ἀδαξᾶσθαι, προσλαλῶν ἀπορρίπτειν ἀπὸ τοῦ στόματος, ἅμα πίνων προσερυγγάνειν.
[19.5] ἀναπόνιπτος ἐν τοῖς στρώμασι μετὰ τῆς γυναικὸς αὑτοῦ κοιμᾶσθαι.
[19.6] ἐλαίῳ σαπρῷ ἐν βαλανείῳ χρώμενος ὄζεσθαι.
[19.7] καὶ χιτωνίσκον παχὺν ‹ἔχων› καὶ ἱμάτιον σφόδρα λεπτὸν καὶ κηλίδων μεστὸν ἀναβαλλόμενος εἰς ἀγορὰν ἐξελθεῖν.
‹. . . ›
[19.8] ‹. . .› καὶ ἐξ ὀρνιθοσκόπου τῆς μητρὸς εἰσελθούσης βλασφημῆσαι.
[19.9] καὶ εὐχομένων καὶ σπενδόντων ἐκβαλεῖν τὸ ποτήριον καὶ γελάσαι ὥσπερ ἀστεῖόν τι πεποιηκώς.
[19.10] καὶ αὐλούμενος δὲ κροτεῖν ταῖς χερσὶ μόνος τῶν ἄλλων καὶ συντερετίζειν καὶ ἐπιτιμᾶν τῇ αὐλητρίδι ὅτι οὕτω ταχὺ ἐπαύσατο.
[19.11] καὶ ἀποπτύσαι δὲ βουλόμενος, ὑπὲρ τῆς τραπέζης προσπτύσαι τῷ οἰνοχόῳ.

***

19. Ο ΑΠΟΚΡΟΥΣΤΙΚΟΣ


[19.1] [Αποκρουστικότητα είναι η παραμέληση του σώματος που προκαλεί δυσαρέσκεια,]
[19.2] ενώ ο αποκρουστικός το είδος του ανθρώπου που κυκλοφορεί έχοντας ψωρίαση και αλφισμό και μεγάλα νύχια, και μάλιστα ισχυρίζεται ότι όλα αυτά είναι αρρώστιες που τις κληρονόμησε, γιατί τις έχουν και ο πατέρας του και ο παππούς του, με αποτέλεσμα να μην είναι εύκολο να εισχωρήσει νόθο παιδί στην οικογένειά τους.
[19.3] Χωρίς αμφιβολία είναι ικανός, ενώ έχει πληγές στις κνήμες και χτυπήματα στα δάχτυλα, να μην τα θεραπεύει, αλλά να τα αφήνει να επιδεινώνονται. Τις μασχάλες τις έχει ψειριασμένες και δασιές μέχρι πολύ κάτω στα πλευρά. Τα δόντια του είναι μαύρα και φαγωμένα. [Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να μην μπορείς να του κάνεις εύκολα συντροφιά και να είναι αηδιαστικός και ούτω καθεξής.]
[19.4] Ενώ τρώει, σκουπίζει τη μύτη του. Ξύνεται την ώρα που κάνει θυσία. Μιλά και φτύνει από το στόμα του. Πίνει και ρεύεται.
[19.5] Κοιμάται με τη γυναίκα του στο κρεβάτι άπλυτος.
[19.6] Επειδή χρησιμοποιεί χαλασμένο λάδι στα λουτρά, βρομά.
[19.7] Βγαίνει και πάει στην αγορά φορώντας χιτώνα χοντρό και ρίχνοντας από πάνω ιμάτιο εξαιρετικά λεπτό και γεμάτο κηλίδες…
‹ακολουθεί κείμενο από έναν άλλο χαρακτήρα›
[19.8] … όταν η μητέρα του επιστρέφει στο σπίτι από τον οιωνοσκόπο, αυτός βλασφημεί.
[19.9] Όταν οι άλλοι προσεύχονται και κάνουν σπονδή στους θεούς, αυτός ρίχνει το ποτήρι του και γελά σαν να έκανε κάποια εξυπνάδα.
[19.10] Όταν ακούει παράσταση αυλού, μόνος αυτός από όλους χτυπάει παλαμάκια και τερετίζει συνοδευτικά και επιτιμά την αυλητρίδα που σταμάτησε να παίζει τόσο σύντομα.
[19.11] Όταν θέλει να φτύσει, φτύνει πάνω από το τραπέζι και πετυχαίνει τον οινοχόο.