Πέμπτη, 7 Μαΐου 2020

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ - Ἡλέκτρα (82-111)

ΟΡΕΣΤΗΣ
Πυλάδη, σὲ γὰρ δὴ πρῶτον ἀνθρώπων ἐγὼ
πιστὸν νομίζω καὶ φίλον ξένον τ᾽ ἐμοί·
μόνος δ᾽ Ὀρέστην τόνδ᾽ ἐθαύμαζες φίλων,
85 πράσσονθ᾽ ἃ πράσσω δείν᾽ ὑπ᾽ Αἰγίσθου παθών,
ὅς μου κατέκτα πατέρα χἠ πανώλεθρος
μήτηρ. ἀφῖγμαι δ᾽ ἐκ θεοῦ μυστηρίων
Ἀργεῖον οὖδας οὐδενὸς ξυνειδότος,
φόνον φονεῦσι πατρὸς ἀλλάξων ἐμοῦ.
90 νυκτὸς δὲ τῆσδε πρὸς τάφον μολὼν πατρὸς
δάκρυά τ᾽ ἔδωκα καὶ κόμης ἀπηρξάμην
πυρᾶι τ᾽ ἐπέσφαξ᾽ αἶμα μηλείου φόνου,
λαθὼν τυράννους οἳ κρατοῦσι τῆσδε γῆς.
καὶ τειχέων μὲν ἐντὸς οὐ βαίνω πόδα,
95 δυοῖν δ᾽ ἅμιλλαν ξυντιθεὶς ἀφικόμην
πρὸς τέρμονας γῆς τῆσδ᾽, ἵν᾽ ἐκβάλω πόδα
ἄλλην ἐπ᾽ αἶαν εἴ μέ τις γνοίη σκοπῶν,
ζητῶν τ᾽ ἀδελφήν (φασὶ γάρ νιν ἐν γάμοις
ζευχθεῖσαν οἰκεῖν οὐδὲ παρθένον μένειν),
100 ὡς συγγένωμαι καὶ φόνου συνεργάτιν
λαβὼν τά γ᾽ εἴσω τειχέων σαφῶς μάθω.
νῦν οὖν (ἕω γὰρ λευκὸν ὄμμ᾽ ἀναίρεται)
ἔξω τρίβου τοῦδ᾽ ἴχνος ἀλλαξώμεθα.
ἢ γάρ τις ἀροτὴρ ἤ τις οἰκέτις γυνὴ
105 φανήσεται νῶιν, ἥντιν᾽ ἱστορήσομεν
εἰ τούσδε ναίει σύγγονος τόπους ἐμή.
ἀλλ᾽ εἰσορῶ γὰρ τήνδε πρόσπολόν τινα
πηγαῖον ἄχθος ἐν κεκαρμένωι κάραι
φέρουσαν, ἑζώμεσθα κἀκπυθώμεθα
110 δούλης γυναικός, ἤν τι δεξώμεσθ᾽ ἔπος
ἐφ᾽ οἷσι, Πυλάδη, τήνδ᾽ ἀφίγμεθα χθόνα.

***
ΟΡΕΣΤΗΣ
Πυλάδη, εσένα απ᾽ όλους τους ανθρώπους
πιστό και πρώτο φίλο λογαριάζω.
Μονάχα εσύ απ᾽ τους φίλους με τιμούσες
εμένα τον Ορέστη, κι ας με πνίγαν
τα όσα από τον Αίγισθο υποφέρω,
που μου ᾽χει θανατώσει τον πατέρα…
με την ολέθρια μάνα μου βοηθό του.
Έφτασα εδώ στη γη του Άργους, όπως
ορίζουν οι χρησμοί, χωρίς κανένας
να το γνωρίζει, για να ξεπληρώσω
με φόνο τους φονιάδες του γονιού μου.
90 Στον τάφο του τη νύχτα επήγα ετούτη
και τον εθρήνησα κι απ᾽ τα μαλλιά μου
του πρόσφερα έναν βόστρυχο και το αίμα,
σφάζοντας ένα αρνί, στάλαξα πάνω
στο μνήμα του· απ᾽ τους άρχοντες της χώρας
κρυφά όλα αυτά. Δεν μπαίνω μες στα τείχη·
δίβουλος ήρθα εδώ στου Άργους
τα σύνορα: ή να φύγω σ᾽ άλλους τόπους,
αν με γνωρίσει ένας φρουρός, ή να βρω
την αδερφή μου· λένε πως δεν είναι
παρθένα, μα την πάντρεψαν και μένει
στο σπιτικό του αντρός της. Να τη συναντήσω,
100 βοηθό στον φόνο παίρνοντάς την, κι όσα
γίνονται μες στο κάστρο να τα μάθω
καλά. Τώρα λοιπόν —η αυγή σηκώνει
το λαμπερό της πρόσωπο— ας κρυφτούμε
δίπλα στο μονοπάτι. Ένας ξωμάχος,
μια δούλα θα φανεί και τη ρωτάμε
αν κατοικεί εδώ γύρω η αδερφή μου.
Νά, βλέπω εκεί μια σκλάβα με μια στάμνα
πάνω στο κουρεμένο της κεφάλι
νερό από τις πηγές να κουβαλάει.
Παράμερα ας καθίσουμε, Πυλάδη·
110 μπορεί να μάθουμε απ᾽ τη δούλα κάτι
για κείνα που εδώ μας έχουν φέρει.
(Κρύβονται. Εμφανίζεται η Ηλέκτρα.)

Μελέτες για την Αρχαία Μακεδονία, Αρχαία Μένδη - Ιερό του Ποσειδώνα στο Ποσείδι

Στην επίπεδη επιφάνεια του ακρωτηρίου Ποσείδι, 4 χλμ. δυτικά της πόλης, η ανασκαφή έφερε στο φως το ιερό της Μένδης, το οποίο ήταν αφιερωμένο στον Ποσειδώνα. Όπως διαπιστώθηκε και από τη γεωλογική έρευνα το ιερό καταλαμβάνει ολόκληρη την έκταση μιας αμμώδους χερσονήσου, μήκους 150 περίπου μέτρων και πλάτους 60, έτσι ώστε τα κτίριά του να προβάλλονται μέσα στη θάλασσα, όπως οι αντίστοιχοι ναοί στο Σούνιο και τη Νάξο. Η γεωμορφολογία του ακρωτηρίου μεταβλήθηκε σημαντικά από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, λόγω των αποθέσεων και μετατοπίσεων της άμμου από τις τρικυμίες αλλά και των μεγάλων σεισμικών ρηγμάτων. Η πυκνή διάταξη των τεσσάρων κτιρίων που έχουν προς το παρόν ερευνηθεί, υποδηλώνει την έλλειψη διαθέσιμου χώρου, κανένα κτίριο ωστόσο δεν φαίνεται να είχε καταργήσει ουσιαστικά τη χρήση του αρχαιότερου, ενώ αρκετά αποσπασματική ήταν η κατάσταση διατήρησης των περισσότερων θεμελίων.

Η πρώτη ένδειξη λατρείας στον χώρο του ιερού διαπιστώνεται από το τέλος των μυκηναϊκών χρόνων, στα τέλη του 12ου ή τις αρχές του 11ου αι. π.Χ. Την περίοδο αυτή ανοίχθηκε ένας αρκετά μεγάλος λάκκος, βάθους περίπου μισού μέτρου, μέσα στην άμμο, για την καύση των σφαγίων που προσφέρονταν στον θεό. Ο τύπος αυτός του κατάγειου βωμού, η εσχάρα, συναντάται κυρίως στη λατρεία των χθόνιων θεών, αυτών δηλαδή που κατοικούσαν μέσα στη γη. Δεν υπάρχουν σαφείς ενδείξεις για τη θεότητα στην οποία ήταν αφιερωμένη η πρώιμη αυτή λατρεία στο ιερό της Μένδης. O Ποσειδώνας, με την ιδιότητά του ως θεού των σεισμών και των υδάτων, «γαιήοχος», κύριος δηλαδή της γης και ενοσίχθων, ήταν ένας από τους χθόνιους θεούς. Το πρωιμότερο αυτό στρώμα, το οποίο αποτελούσαν στάχτες και καμένα λιπαρά χώματα, περιείχε πολλά οστά ζώων, αλλά και όστρεα και τμήματα κυρίως από αμφορείς και κρατήρες. Σταδιακά τα υπολείμματα των θυσιών γέμισαν τον λάκκο και υψώθηκαν πάνω από την επιφάνεια του εδάφους, ενώ ατελείς περίβολοι ή λιθοσωροί από πέτρες και βότσαλα που τοποθετήθηκαν κατά καιρούς τα συγκρατούσαν στη θέση τους.
 
Στις αρχές των πρωτογεωμετρικών χρόνων κατασκευάσθηκε στην περιοχή αυτή το πρώτο κτίριο του ιερού, το κτίριο ΣΤ, το οποίο περιέκλεισε τον βωμό, χωρίς ωστόσο να τον καταστρέψει. Οι θυσίες στον ίδιο χώρο και στην ίδια θέση εσωτερικά του κτιρίου συνεχίστηκαν μέχρι και τον 5ο αι. π.Χ. Τα στρώματα των αρχών του 8ου και του 7ου αι. π.Χ. συγκρατούσαν επίσης καμπύλοι περίβολοι, ενώ τα αντίστοιχα του 5ου αι. μια ορθογώνια κατασκευή. Από το υπογεωμετρικό ή πρώιμο αρχαϊκό στρώμα θυσιών του αψιδωτού κτιρίου προέρχεται και η αρχαιότερη μέχρι σήμερα επιγραφή της Χαλκιδικής χαραγμένη στη λαβή υστερογεωμετρικού αμφορέα. Τα αλλεπάλληλα αυτά στρώματα από υπολείμματα θυσιών και ιερών δείπνων που προσφέρονταν στον Ποσειδώνα στη διάρκεια των αιώνων σχημάτισαν σταδιακά εσωτερικά του αψιδωτού κτιρίου έναν υπερυψωμένο «βωμό στάχτης», ύψους 1,85 μ. Πρόκειται για έναν πανάρχαιο τύπο βωμού που σχηματίζεται από τη συνεχή συσσώρευση των καταλοίπων των θυσιών, ο οποίος μας είναι γνωστός τόσο από τη γεωμετρική φάση του ιερού του Απόλλωνα στην Ερέτρια, όσο και από τον μυκηναϊκό ναό του Απόλλωνα Μαλεάτα στην Επίδαυρο.
 
Το κτίριο ΣΤ είναι μια μακρόστενη μονόχωρη κατασκευή, με κατεύθυνση βόρεια-νότια, μήκους 14,27 μ. και πλάτους 5,42 μ. Η βόρεια πλευρά του σχηματίζει αψίδα, ενώ η νότια είναι ανοικτή προς τη θάλασσα. Την υποθεμελίωση των τοίχων αποτελούσαν μεγάλες κροκάλες και βότσαλα, την ευθυντηρία σειρές από λιγότερο ή περισσότερο κατεργασμένες πέτρες, ενώ η ανωδομή ήταν πιθανότατα κατασκευασμένη από άψητα πλιθιά και ενισχυμένη με ξύλινους πασσάλους τοποθετημένους σε επαφή με τους τοίχους. Το δάπεδο του κτιρίου ήταν από πατημένο κιτρινωπό πηλό. Οι δύο μακριές πλευρές κατέληγαν σε όρθια τοποθετημένες πλάκες, εσωτερικά των οποίων σχηματίζονταν υποδοχές για πασσάλους. Δύο μεγάλες κυκλικές κατασκευές από πηλό, στον διαμήκη άξονα του κτιρίου και πάνω στο δάπεδο, χρησίμευαν πιθανότατα και αυτές για τη στήριξη της στέγης. Σύμφωνα με τα δεδομένα της ανασκαφικής έρευνας το κτίριο κατασκευάσθηκε στα τέλη του 11ου ή στις αρχές του 10ου αι. π.Χ., αλλά σταμάτησε να λειτουργεί ένα αιώνα αργότερα. Η διακοπή αυτή, η οποία διήρκεσε σε ολόκληρο τον 9ο αι. π.Χ., και η οποία αποδεικνύεται από ένα παχύ στρώμα καθαρής αιολικά φερτής άμμου που σκεπάζει το πρωτογεωμετρικό λιθόστρωτο εξωτερικά του κτιρίου, πρέπει να συνέβη ενώ το αψιδωτό κτίριο έσωζε ακόμη την ανωδομή του. Είναι ωστόσο βέβαιο ότι η ανωδομή δεν υπήρχε πλέον στη διάρκεια του 7ου αι., καθώς το στρώμα των θυσιών ακουμπά πάνω στο θεμέλιο του τοίχου.
 
Το αψιδωτό κτίριο ΣΤ είναι το πρωιμότερο μέχρι σήμερα κτίριο με αποκλειστικά λατρευτική χρήση στη βόρεια Ελλάδα, αλλά και ένα από τα πρωιμότερα σε ολόκληρο τον υπόλοιπο ελλαδικό χώρο. Η σημαντική του θέση αλλά και η μετέπειτα σχέση του με το ιερό, οι αξιοσημείωτες διαστάσεις και η φροντίδα της κατασκευής, η απουσία εσωτερικών χωρισμάτων και η ανοικτή πλευρά στα νότια, σε συνδυασμό με την παρουσία του βωμού των θυσιών και των λάκκων-βόθρων, είναι τα κριτήρια τα οποία πιστοποιούν τον αποκλειστικά λατρευτικό του προορισμό.
 
Στα τέλη του 7ου ή τις αρχές του 6ου αι. π.Χ. άρχισε να κατασκευάζεται στο ιερό ένα νέο αψιδωτό κτίριο, το κτίριο Γ, το οποίο φαίνεται ότι ολοκληρώθηκε στο δεύτερο τέταρτο του 6ου αι. Η κατασκευή του πιθανότατα ξεκίνησε από τη νότια πλευρά, όπου δημιουργήθηκε μια αψίδα, η οποία κατέστρεψε εν μέρει την αψίδα του κτιρίου ΣΤ. Παράλληλα μια δεύτερη αψίδα διαμορφώνεται στη βόρεια στενή πλευρά, ενώ ένας εσωτερικός εγκάρσιος τοίχος τέμνει τον χώρο στο ύψος περίπου της γένεσης της νότιας αψίδας. Αν και έχει ανάλογο προσανατολισμό με το αρχαιότερο κτίριο ωστόσο παρουσιάζει μικρή απόκλιση σε σχέση με αυτό, ενώ οι διαστάσεις του είναι αρκετά μεγαλύτερες (μήκος 25,20 μ. και πλάτος 7 μ.). Εκτός από το θεμέλιο σώζεται ένα τμήμα του δυτικού τοίχου του, κτισμένο με καμπύλους αρμούς κατά το λέσβιο αρχαϊκό σύστημα, ενώ το δάπεδό του ήταν από συμπαγή κίτρινο πηλό. Το κτίριο επισκευάζεται στα τέλη του 3ου αι. π.Χ., οπότε και δημιουργήθηκε ένα δεύτερο δάπεδο από συμπαγές λευκό κονίαμα, το οποίο σχημάτιζε περιμετρικά έναν χαμηλό αναβαθμό ίσως για την τοποθέτηση εδράνων και κλινών. Το ελληνιστικό δάπεδο κατέστρεψε στη μεγαλύτερή του έκταση η διάνοιξη λάκκων στους ρωμαϊκούς χρόνους.
 
Στα τέλη του 6ου αι. π.Χ. κατασκευάζεται ένα ακόμη κτίριο, το κτίριο Β, το οποίο βρίσκεται στη νοτιοδυτική γωνία του ανεσκαμμένου χώρου. Είναι ορθογώνιο, με μήκος 20 μ. και πλάτος 16 μ., η χρήση του ωστόσο δεν έχει προς το παρόν εξακριβωθεί. Ένα μικρό τετράγωνο δωμάτιο προστέθηκε στα βορειοανατολικά του, στο β' μισό του 4ου αι., όταν πλέον το ίδιο το κτίριο είχε πάψει να λειτουργεί.
 
Μισό αιώνα αργότερα, γύρω στα μέσα του 5ου αι. π.Χ. κτίζεται νέος ναός, το κτίριο Α, αν και το κτίριο Γ εξακολουθούσε να είναι ακόμη σε λειτουργία. Έχει περίπου ίδιες διαστάσεις με αυτό (μήκος 23,20 μ. και πλάτος 8,35 μ.), ταυτόσημο προσανατολισμό Β-Ν και οι δύο μακρές πλευρές τους σχεδόν εφάπτονται. Το κτίριο ενσωμάτωσε ένα τμήμα των θεμελίων και του κτιρίου Β, χωρίς ωστόσο να το καταστρέψει, γεγονός που αποδεικνύει ότι τα δύο κτίρια λειτουργούσαν παράλληλα. Το κτίριο Α έχει την τυπική μορφή ενός ελληνικού ναού, με πρόδομο και επιμήκη σηκό. Δεν υπήρξαν ενδείξεις για την ύπαρξη εξωτερικής κιονοστοιχίας, ενώ περισσότερο πιθανό θεωρείται να υπήρχαν κίονες εν παραστάσι, δηλαδή ανάμεσα στις απολήξεις των δύο πλευρικών τοίχων, στην είσοδο του ναού στη νότια πλευρά. Αναγνωρίσιμα αρχιτεκτονικά μέλη δεν βρέθηκαν στο κτίριο, εκτός ίσως από κάποια πώρινα αποτμήματα σε αποθέτες στα δυτικά του.
 
Την περίοδο ακμής του ιερού, στη διάρκεια του 6ου αι. και στις αρχές του 5ου αι. π.Χ. μέχρι περίπου τους περσικούς πολέμους, και προκειμένου να καλυφθούν οι αυξημένες ανάγκες, για την τέλεση των θυσιών εκτός από τον βωμό της στάχτης χρησιμοποιήθηκε και ο χώρος δυτικότερα, εκεί που αργότερα κτίσθηκε το κτίριο Α. Όπως αποδείχθηκε, ιδιαίτερα ο πρόναος αλλά και το νότιο μέρος του σηκού ήταν θεμελιωμένα πάνω σε πυκνές κατάγειες εσχάρες ή πυρές, μέσα στις οποίες βρέθηκαν άφθονα οστά ζώων και όστρεα, σιδερένιοι οβολοί, οστέινες χάνδρες περιδεραίου, καθώς και αρκετά αγγεία. Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν χιακές κύλικες, κορινθιακά μυροδοχεία και οινοχοΐσκες, λεπτεπίλεπτες ιωνικές κύλικες και αττικές μελανόμορφες μικρογραφικές κύλικες. Είναι αξιοπερίεργο ωστόσο ότι απουσιάζουν οι συνηθισμένες σε άλλα ιερά κατηγορίες προσφορών, όπως τα χάλκινα και τα πήλινα ειδώλια. Ένα μόνο πήλινο ειδώλιο βρέθηκε, ιωνικής προέλευσης, στον τύπο του καλοκάγαθου ευτραφούς νάνου, προστάτη ίσως των πλοίων. Από τις πυρές αυτές προέρχεται και ένας μεγάλος αριθμός από επιγραφές αφιερωμένες στον Ποσειδώνα χαραγμένες κυρίως στο χείλος ιωνικών η αττικών κυλίκων, οι οποίες και βοήθησαν στην ταύτιση της θεότητας η οποία λατρευόταν στο αρχαϊκό ιερό, προσφέροντας παράλληλα πολύτιμες πληροφορίες για τα ονόματα και την καταγωγή των προσκυνητών. Από τον κύκλο του Άμαση προέρχεται πιθανότατα η ταινιωτή κύλικα, με τη διονυσιακή παράσταση, που αφιέρωσε στον θεό ο Ζηνόθεμις, ενώ πάνω σε χείλος υστεροαρχαϊκού κρατήρα ο άγνωστος αναθέτης επικαλείται τη βοήθεια του «γαιαόχου κυανοχαίτα» Ποσειδώνα, επαναλαμβάνοντας πιθανά τη γνωστή ομηρική επίκληση του Πολύφημου.
 
Την εποχή χρήσης του ναού Α, στη διάρκεια του 5ου και 4ου αι. π.Χ., οι θυσίες μετατοπίσθηκαν νοτιότερα, ενώ έξω από τη δυτική πλευρά του δημιουργήθηκαν οι αποθέτες, οι λάκκοι όπου έθαβαν τις άχρηστες πλέον κεραμίδες αλλά και σπασμένα αγγεία από τις προσφορές στον θεό. Οι εγχάρακτες αναθηματικές επιγραφές σε αγγεία που προέρχονται από τους αποθέτες αυτούς είναι πλέον σπάνιες, καθώς η ιδιαίτερα προσφιλής για τον 6ο αι. π.Χ. συνήθεια φαίνεται ότι σταδιακά εγκαταλείπεται στο ιερό της Μένδης. Από τους αποθέτες αυτούς προέρχεται και ένα τμήμα ενσφράγιστης κεραμίδας στέγης με ερωτικό θέμα. Η τρίαινα, σύμβολο του Ποσειδώνα, φαίνεται ότι θα σφραγίσει λίγο αργότερα τις κεραμίδες των κτιρίων του ιερού.
 
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον τέλος παρουσίασε η ανασκαφή νότια από το αψιδωτό κτίριο ΣΤ. Αλλεπάλληλα στρώματα εμπύρων θυσιών από την υστερομυκηναϊκή έως και την ελληνιστική περίοδο εκτείνονταν εξωτερικά από το κτίριο, στον χαλικόστρωτο υπαίθριο χώρο στα νότια και ανατολικά του. Από τον χώρο αυτό προέρχεται ένας μεγάλος αριθμός θρυμματισμένων αγγείων, κυρίως αμφορέων, διακοσμημένων με το τυπικό κόσμημα της πρωτογεωμετρικής εποχής, τους ομόκεντρους κύκλους. Ιδιαίτερα συχνή ωστόσο ήταν η χρήση του χώρου αυτού και στη διάρκεια των κλασικών και ελληνιστικών χρόνων, όταν κατασκευάσθηκαν εκεί δύο κτιστοί βωμοί. Ο πρώτος, ο οποίος αποκαλύφθηκε αμέσως νότια της εισόδου του κτιρίου ΣΤ, διατηρούσε πάνω στην ορθογώνια θεμελίωση αναθηματική μαρμάρινη επιγραφή του 4ου αι. π.Χ. Την επιγραφή αυτή ο Κάλχας, ο γιος του Λύσεος, που ανήκε στην ομάδα των Πόλεων, αφιέρωσε στον Πόντιο Ποσειδώνα, επιβεβαιώνοντας έτσι τη συνέχεια της λατρείας του στο ιερό της Μένδης.
 
Ο δεύτερος μικρότερος βωμός, αποτελείται από τέσσερις όρθιες πλάκες, το εσωτερικό των οποίων ήταν γεμάτο με θαλάσσια βότσαλα. Τον βωμό περιέβαλλαν στις τρεις πλευρές, σχεδόν ελλειπτικά, έντεκα συνολικά πήλινοι σωλήνες ή ζεύγη ελληνιστικών λακωνικών καλυπτήρων μπηγμένων στην άμμο, που περιείχαν επίσης άμμο και βότσαλα. Το γέμισμα με βότσαλα επέτρεπε τη ροή των υγρών προσφορών βαθιά μέσα στη γη επιβεβαιώνοντας για ακόμη μια φορά τη χθόνια υπόσταση του Ποσειδώνα. Αξίζει να σημειωθεί ωστόσο ότι αγωγοί χοών σε αυτήν τη μορφή παρατηρούνται για πρώτη φορά σε αρχαίο ιερό.
 
Στη διάρκεια των ύστερων ελληνιστικών χρόνων φαίνεται ότι το ιερό έπαψε πλέον να λειτουργεί οριστικά και ο χώρος κάλυψε τις ανάγκες κεραμικών εργαστηρίων, ενώ ένα πλήθος λάκκων για τα απορρίμματα ανοίχτηκε εκεί στα ρωμαϊκά χρόνια.
 
Το ιερό της Μένδης, όπως αποδεικνύεται ανασκαφικά, είναι ένα από τα πρωιμότερα εκτός οικισμού (extra-urban) ιερά σε ολόκληρο τον ελλαδικό χώρο το οποίο και παρέμεινε σε συνεχή σχεδόν χρήση για μια περίπου χιλιετία, από την υστερομυκηναϊκή έως και την ύστερη ελληνιστική περίοδο. Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός, ωστόσο, ότι παρά την αρχαιότητα και τη μακρόχρονη χρήση του δεν υπάρχει καμία σχετική αναφορά στις αρχαίες ιστορικές και γεωγραφικές πήγες.
 
Η κεραμική που προέρχεται από το ιερό στο Ποσείδι παρουσιάζει επίσης ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Στα βαθύτερα στρώματα κυριαρχούν και πάλι τα χειροποίητα όστρακα, η παραγωγή των οποίων φαίνεται να σταματά μόλις τον 7ο αι. π.Χ. Στα στρώματα της υστερομυκηναϊκής περιόδου βρεθήκαν μεγάλες ποσότητες από μυκηναϊκού τύπου σκύφους μαζί όμως με χειροποίητα αγγεία, κυρίως αμφορείς, διακοσμημένα με το τυπικό πρωτογεωμετρικό μοτίβο των ομόκεντρων κύκλων με διαβήτη. Η συνύπαρξη αυτή, γνωστή ήδη και από άλλες θέσεις (Καλαπόδι Φθιώτιδας, Καστανάς και Τούμπα Θεσσαλονίκης), ενισχύει τον προβληματισμό των μελετητών σχετικά με την ύπαρξη ή μη της μεταβατικής υπομυκηναϊκής περιόδου, αλλά και επηρεάζει άμεσα το ανώτερο χρονολογικό όριο του οικισμού της Μένδης. Στο πρωτογεωμετρικό στρώμα υπήρχαν άφθονοι χειροποίητοι, αλλά και τροχήλατοι, σκύφοι και κρατηρίσκοι καθώς και αμφορείς διακοσμημένοι με ομόκεντρους κύκλους. Τα γεωμετρικά ευρήματα από το ιερό ακολουθούν σε μεγάλο βαθμό τα δεδομένα του οικισμού, ενώ έντονη και πάλι είναι η ευβοϊκή παρουσία. Οι νεότερες χρονολογικά φάσεις, τέλος, αντιπροσωπεύονται από έναν μεγάλο αριθμό ευρημάτων, ενώ ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν μερικά εξαιρετικής ποιότητας αττικά αγγεία, πολύτιμα όπως φαίνεται, αναθήματα στον Ποσειδώνα του 6ου και 5ου αι. π.Χ.
 
Με βάση την εγχώρια αλλά και την εισηγμένη κεραμική από την ανασκαφή στη Μένδη και το Ποσείδι, σε συσχετισμό με τα δεδομένα από άλλες θέσεις (Τορώνη, Σάνη, Όλυνθος, Κούκος Συκιάς), μπορούν να εξαχθούν σχετικά ασφαλή συμπεράσματα για τις επιρροές που δέχθηκε η περιοχή της Χαλκιδικής σε ολόκληρη τη διάρκεια των Σκοτεινών Αιώνων. Με βάση τα στοιχεία αυτά διαπιστώνεται ότι η Χαλκιδική ήδη από τους υπομυκηναϊκούς και πρώιμους πρωτογεωμετρικούς χρόνους έχει δεχθεί επιρροές από τη νότια Ελλάδα και ιδιαίτερα από την Εύβοια, αλλά και τη Θεσσαλία και τις απέναντι ακτές της Πιερίας, ακολουθεί ωστόσο παράλληλα και σε μεγάλο βαθμό και τα πρότυπα της Κεντρικής Μακεδονίας. Η πρώιμη και μέση γεωμετρική περίοδος κινείται στο ίδιο περίπου πλαίσιο χωρίς ιδιαίτερη διαφοροποίηση, ενώ η κεραμική παραγωγή χαρακτηρίζεται από την επιβίωση των προηγούμενων τάσεων με την προσθήκη λίγων νέων στοιχείων. Το γεγονός αυτό μάλιστα, σε συνδυασμό με τις περιορισμένες ακόμη εισαγωγές αλλά και με την απουσία εκτεταμένων ανασκαφικών συνόλων, δεν επιτρέπει προς το παρόν να οριοθετηθούν με ασφάλεια οι πρώιμες αυτές παραγωγές της γεωμετρικής περιόδου. Στη διάρκεια της υστερογεωμετρικής και της πρώιμης αρχαϊκής εποχής παρουσιάζεται μια αξιοσημείωτη διαφοροποίηση. Η οικονομική και πολεοδομική ανάπτυξη των αποικιών της παραλίας και των πόλεων του εσωτερικού, και οι νέες σχέσεις που εμφανίζονται και οδηγούν σε ακμή των τεχνών, προκαλούν τη σταδιακή μείωση της επιρροής της Εύβοιας και τις ισχυρές πλέον επιδράσεις των Κυκλάδων, της Ιωνίας, της Σάμου, της Κορίνθου και της Αιολίδας. Η πολιτική ενοποίηση του βορειοανατολικού Αιγαίου, μετά την επέκταση της περσικής κυριαρχίας στη Θράκη και τη Χαλκιδική, αλλά και η κατάκτηση της Λήμνου από τον Μιλτιάδη, το 513 π.Χ., που οδήγησε στην εποίκηση της Σιθωνίας από τους Πελασγούς, ενίσχυσαν, κατά την Ι. Βοκοτοπούλου την επιρροή της Αιολίδας στη Χαλκιδική. Οι νέες συνθήκες οδηγούν σταδιακά σε μια περισσότερο δυναμική ανάπτυξη της εγχώριας κεραμικής παραγωγής, μέσα από τη συνύπαρξη διαφόρων εργαστηρίων ή γενικότερα καλλιτεχνικών κέντρων στη Χαλκιδική και στην ευρύτερη περιοχή του Θερμαϊκού Κόλπου. Τα κέντρα αυτά βασιζόμενα σε μια κοινή παράδοση, αλλά ακολουθώντας έναν διαφορετικό βαθμό εξέλιξης, προσδιόρισαν την παραγωγή της κεραμικής στις επιμέρους μορφές της. Σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη αυτή φαίνεται ότι έχει και η Μένδη.
 
Παράλληλα, με βάση τα ανασκαφικά ευρήματα από τη Μένδη, ουσιαστικά αναθεωρούνται οι απόψεις των ιστορικών σχετικά με το θέμα της ίδρυσης του ίδιου του οικισμού και της εξέλιξής του στη διάρκεια των αιώνων. Όπως αποδεικνύεται, ένας οικισμός ιδρύθηκε στη Μένδη ήδη από την ύστερη ή την υπομυκηναϊκή περίοδο, περίπου τέσσερις αιώνες νωρίτερα από την ιστορικά τεκμηριωμένη έλευση των πρώτων αποίκων. Ο οικισμός χαρακτηρίζεται από την αδιάκοπη χρήση του ίδιου οικιστικού και λατρευτικού χώρου αλλά και από τη συνέχεια και συνέπεια στην αρχιτεκτονική και θρησκευτική πρακτική και ιδεολογία. Παράλληλα, ιδιαίτερα πρώιμη και συνεχής είναι η ευβοϊκή επιρροή στην κεραμική και την αρχιτεκτονική, με τη χρησιμοποίηση αλλά και την επιβίωση κάποιων μάλλον κοινών αρχιτεκτονικών τύπων, όπως τα αψιδωτά κτίρια και τα λιθόστρωτα δάπεδα. Τα δεδομένα αυτά σε συνδυασμό με την παρουσία ευβοϊκής κεραμικής και σε άλλες θέσεις της Χαλκιδικής και της Θεσσαλονίκης (Τορώνη, Κούκος Συκιάς, Άσσηρος, Καραμπουρνάκι, Τούμπα Θεσσαλονίκης), οδήγησαν την ανασκαφέα της Μένδης Ι. Βοκοτοπούλου στο συμπέρασμα ότι η εγκατάσταση Ευβοέων στη Μένδη, προερχόμενων από τον ευρύτερο χώρο της Ερέτριας ή πιθανότατα από το Λευκαντί, πρέπει τελικά να συνέβη τον 12ο αι. π.Χ. και στη διάρκεια του α' αποικισμού. Η άποψη αυτή, την οποία έχουν υιοθετήσει σήμερα πολλοί αρχαιολόγοι και ιστορικοί μελετητές του αποικισμού, επιβεβαιώνει τελικά τον γνωστό από τις γραπτές μαρτυρίες, ηγετικό ρόλο των Ευβοέων κατά τη διάρκεια του πρώτου και δεύτερου αποικισμού στη Χαλκιδική και τον Θερμαϊκό κόλπο, ενώ παράλληλα δικαιολογεί κατά ένα σημαντικό μέρος και την αξιομνημόνευτη παρουσία του Ηρακλή στον βορειοελλαδικό χώρο. Από τα μέχρι στιγμής στοιχεία δεν μπορεί ακόμη να προσδιορισθεί με ακρίβεια ο χρόνος και ο τόπος προέλευσης αυτών των πρώτων Ευβοέων, αλλά ούτε και ο τρόπος με τον οποίο εξελίχθηκε ο οικισμός της Μένδης στη διάρκεια των αιώνων. Είναι πιθανό ωστόσο ότι κάποια λιγότερο ή περισσότερο μόνιμη εγκατάσταση δημιουργήθηκε αρχικά εκεί, η οποία, αρκετά αργότερα, οργανώθηκε ως αποικία, με την αποστολή ίσως κάποιου οικιστή από την Ερέτρια. Η μεταγενέστερη αυτή οργάνωση της πόλης, η οποία φαίνεται να δικαιώνει τις ιστορικές πληροφορίες, δεν μπορεί ωστόσο να συσχετισθεί με την επανάχρηση του ιερού στο Ποσείδι στα τέλη του 8ου αι. π.Χ., καθώς δεν υπάρχουν προς το παρόν αντίστοιχα δεδομένα από την ανασκαφή του οικισμού.
 
Τα δεδομένα από την ανασκαφή στον οικισμό και το ιερό της Μένδης έχουν αποδειχθεί επομένως ιδιαίτερα σημαντικά για την ιστορική έρευνα της Χαλκιδικής αλλά και του βόρειου Αιγαίου γενικότερα, καθώς νέα στοιχεία έχουν επιπλέον προστεθεί σχετικά με τον χαρακτήρα της πρώιμης λατρείας και τον ρόλο της στη διαμόρφωση της πρώιμης πόλης, και κυρίως πολύτιμες πληροφορίες έχουν δοθεί για την κατανόηση τόσο του βόρειου ευβοϊκού αποικισμού όσο και γενικότερα των σχέσεων και επαφών που αναπτύχθηκαν στο Αιγαίο μετά την κατάρρευση του Μυκηναϊκού κόσμου. Οι πρόσφατες έρευνες των Σκοτεινών Αιώνων στο Αιγαίο και τη Μεσόγειο έχουν αποδείξει ότι η περίοδος αυτή, εκτός από περίοδος καταστροφής και προσωρινής εγκατάλειψης οικισμών, ήταν και μια εποχή συνεχών μετακινήσεων για την εξερεύνηση νέων οικονομικών δυνατοτήτων, αγορών και υλικών. Στενότερες σχέσεις φαίνεται ότι αναπτύσσονται την εποχή αυτή αλλά και αργότερα, στην πρώιμη πρωτογεωμετρική περίοδο, ανάμεσα στην Εύβοια, τις ακτές της Θεσσαλίας, τη Λοκρίδα, την Αττική και κάποιες από τις Κυκλάδες, οι οποίες επεκτείνονται, όπως αποδεικνύουν τα πρόσφατα ευρήματα, και στους οικισμούς της Κεντρικής Μακεδονίας. Η ασφάλεια αυτών των σχέσεων, αλλά και η ανάγκη νέων εξερευνήσεων, φαίνεται ότι έδωσαν τελικά την ώθηση στους Ευβοείς να κινηθούν αρχικά προς τα περισσότερο προσιτά παράλια του βόρειου Αιγαίου, πριν τολμήσουν το εγχείρημα προς την Κάτω Ιταλία και Σικελία. Η περιοχή της Χαλκιδικής, με τα εύφορα εδάφη αλλά κυρίως με τα μεταλλεία χαλκού, σιδήρου και χρυσού, φαίνεται επομένως ότι έχει από πολύ νωρίς κινήσει το ενδιαφέρον της Εύβοιας. Η θέση της Μένδης, όχι μόνο κοντά και σχεδόν σε οπτική επαφή με τις Ευβοϊκές ακτές, αλλά και σε ένα καίριο σημείο του Θερμαϊκού Κόλπου, το οποίο εξαιτίας των θαλασσίων ρευμάτων είναι ιδιαίτερα σημαντικό για την κάθε προς βορρά ή ανατολάς ναυσιπλοΐα, θα μπορούσε επιπλέον να καθορίσει την ανάγκη της εγκατάστασης στην περιοχή αυτή.

Τι Συμβαίνει στο Παραφυσικό;

Μέσα σε ένα χώρο όπως το Παραφυσικό όπου στόχος είναι η θεώρηση του υπερφυσικού ως σημείο ανέλιξης, σε μονοπάτια όπου υποτίθεται πως θα πρέπει να υπάρχει μια ενιαία άποψη, αυτή της σωστής πληροφόρησης, έρχονται αντιμέτωπες αντίθετες απόψεις, καταστάσεις που κρατούν την γνώση και την ενημέρωση πίσω. Τι πραγματικά συμβαίνει όμως σε αυτόν μαγικό κόσμο του παραφυσικού στην Ελλάδα;

Με καλοπροαίρετη διάθεση, μιας και βρισκόμαστε ως ιστοσελίδα στον ίδιο αυτό χώρο θα καταθέσω τις απόψεις μου πάνω στο ζήτημα. Δίχως να προσπαθήσω να γίνω μέρος του, δίχως να έχω ως απώτερο σκοπό το “τσίγκλιμα” εκείνων που κρατούν τα σκήπτρα στον ενθουσιώδη, μα και τελματωμένο χώρο του Παραφυσικού.

Σε καιρούς θεμιτού και αθέμιτου ανταγωνισμού το απόκρυφο κλονίζεται, παραμένει στάσιμο. Παιχνίδια εντυπωσιασμού και μάρκετινγκ, που καμία επαφή δεν έχουν με το αντικείμενο, μα έχουν με το μέσο μπροστά στο οποίο τα πάντα καταρρέουν και παύουν να υφίστανται, το χρήμα, ρίχνουν μιά στον ερευνητή μα και σε κάθε διάθεση ειλικρινούς αναζήτησης και πληροφόρησης.

Τα περιοδικά της αναζήτησης αναμασούν θεματολογίες πιασάρικες, χάνοντας την ουσία (σε μεγάλο τουλάχιστον ποσοστό!). Κρυφοκοιτάζουν το ένα το άλλο, αντιγράφονται. Αντί να κοιτούν με ποιό τρόπο θα εξυπηρετήσουν καλύτερα το σκοπό του ενδιαφερόμενου, που είναι η όμορφη και διδακτική θεματολογία, αναζητούν την ιδανικότερη καταχώρηση και την νίκη στον “αόρατο” πόλεμο του Τυράζ. Καλά και αυτά, μιας και υπάρχουν τα έξοδα της εκτύπωσης, τα οποία θα πρέπει από κάπου να εισχωρήσουν. Μα ενδιαφέρει αυτό τον νέο που θα ενδιαφερθεί για τα ζητήματα που καταπιανόμαστε;

Κατά την διάρκεια της ασχολίας μου με τα θέματα του απόκρυφου, έχω διαπιστώσει πως αρκετοί άνθρωποι που ξεκίνησαν με ζήλο να ασχολούνται, σταμάτησαν μόλις διαπίστωσαν τα υποχθόνια “χτυπήματα” εκατέρωθεν στον έντυπο κόσμο του Φανταστικού. Γιατί, κάτι τέτοιο δεν αργεί να φανεί… Δεν είναι δα και τόσο δύσκολο να συγκρίνεις και να αποσπάσεις απόψεις του ενός ή του άλλου περιοδικού σχετικά με αυτό το θέμα. Δεν κρύβεται η χαρά κάποιων, όταν ο άλλος καταποντίζεται και χάνει το μερίδιο του ενδιαφέροντος από τους αναγνώστες του απόκρυφου.

Πραγματοποιώντας μάλιστα τις πρώτες μας επαφές με ανθρώπους του χώρου, διαπιστώσαμε πως αξιόλογοι αρθρογράφοι η συγγραφείς μας συμβούλευαν πως ο χώρος πραγματικά είναι δύσκολος. Πως υπάρχει σκοπιμότητα που κάνει σχεδόν ακατόρθωτη κάθε προσπάθεια εξέλιξης. Εν μέρει θα διαφωνήσω. Γιατί αν και στον Έντυπο χώρο τα προβλήματα αυτά όντως ισχύουν, στο διαδίκτυο τα πράγματα είναι κατά κάποιο τρόπο διαφοροποιημένα. Βλέπετε, εκεί το κόστος δημιουργίας μια σελίδας είναι μικρό, άρα μικρά είναι και τα συμφέροντα που μπορεί να αποσπάσουν την προσπάθεια και να την στείλουν στον ίδιο δρόμο της με κάθε κόστος επιτυχίας. Το μόνο που χρειάζεται είναι όρεξη. Διάθεση για αξιόλογη θεματολογία, σωστή παρουσίαση, σεβασμός προς τον αναγνώστη που θέλει να πληροφορηθεί, να μάθει. Με αυτό τον τρόπο ο άλλος ανταποδίδει τον σεβασμό που του δείχνεις, αναγνωρίζει την δουλειά σου.

Θα κλείσω αυτό το άρθρο που πραγματικά δεν είχε σκοπό να “ενοχλήσει”, μα με ρομαντική διάθεση να ρίξει λίγο φως στα τεκταινόμενα του χώρου, με μία ιδέα που αν γινόταν πραγματικότητα ο χώρος θα πήγαινε δύο βήματα παρακάτω.

Όλοι μπορούμε να συνυπάρξουμε. Να συνενωθούμε με απώτερο σκοπό ο Χώρος του παραφυσικού να γίνει ακόμη πιο ενδιαφέρον στα μάτια του αναζητητή. Δίχως προστριβές, μόνο με την κοινή μας αγάπη για το φανταστικό να μας πλαισιώνει, δίνοντάς μας ώθηση για κάτι καλύτερο στο μέλλον…

Τα συναισθήματα του ανθρώπου καθορίζουν την μοίρα του

Είναι πλέον δεδομένο ότι οι ανθρώπινες σχέσεις, είτε είναι ερωτικές, συντροφικές, φιλικές είτε επαγγελματικές, γίνονται όλο και δυσκολότερες με την πάροδο του χρόνου. Ο ενθουσιασμός της νεανικής ηλικίας έχει περάσει ανεπιστρεπτί, το πάθος σπανίζει, σχεδόν οι μισοί γάμοι οδεύουν στο διαζύγιο, η οικονομική ύφεση έχει επηρεάσει την καθημερινότητα και η ψηφιακή εποχή έχει αλλοτριώσει την συναισθηματική επαφή, με περισσότερο πληγέντες όσους ανήκουν στην ηλιακή ομάδα 40-60 ετών.

Ξεκινήσαμε την ζωή μας μέσα σε ένα στενό οικογενειακό περιβάλλον. Για κάποιους η οικογένεια ήταν ένα κουκούλι, γεμάτο αγάπη, στοργή, προστασία και ελευθερία για προσωπική ανάπτυξη, ακόμα και αν ζήσαν φτωχικά. Για κάποιους άλλους όμως, η οικογένεια ήταν σκληρή, απαιτητική, απολυταρχική, «αγαπούσε» μόνο το υπάκουο παιδί και αυτό υπό προϋποθέσεις, ενώ σε ακόμα χειρότερες περιπτώσεις η οικογένεια ήταν ο δυνάστης της παιδικής ψυχής. Εκεί λοιπόν ξεκίνησαν οι πρώτες συναισθηματικές απογοητεύσεις της ζωής. Είτε από την απώλεια των αγαπημένων προσώπων της οικογένειας, είτε από την «απώλεια» της παιδικής αθωότητας μέσα στην τοξική οικογένεια. Μεγαλώνοντας, στο περιβάλλον αυτό προστέθηκαν φίλοι, δάσκαλοι, έρωτες, συμφοιτητές και αργότερα συνεργάτες, γείτονες και πάει λέγοντας…

Μέσα σε αυτή την πορεία των ετών, ο καθένας έζησε πολλές χαρές: το πρώτο φλερτ, μια πρωτιά στο σχολείο, την επιτυχία στην σχολή της επιλογής του… αλλά και πολλές λύπες: την προδοσία ενός φίλου, την αποτυχία σε ένα αγώνισμα ή την ανεργία…

Ο εγκέφαλος παίζει ένα παράδοξο παιχνίδι. Έχει τη δύναμη αφενός να αναπολεί τις καλές στιγμές παροδικά και αφετέρου να βασανίζει το άτομο με τις συναισθηματικές δυσκολίες που έχει περάσει, χαράσσοντας τες βαθιά στη μνήμη και στην καρδιά, για μέρες ή και χρόνια.

Από τις νευροεπιστήμες γνωρίζουμε πως μια ομάδα νευρώνων, η αμυγδαλή που βρίσκεται κοντά στο εγκεφαλικό στέλεχος και θεωρείται μέρος του πρωτόγονου εγκεφάλου, εξειδικεύεται στα συναισθηματικά ζητήματα. Αποτελεί την έδρα κάθε πάθους και αν απομονωθεί από τον υπόλοιπο εγκέφαλο προκαλεί μια εντυπωσιακή ανικανότητα αντίληψης της συναισθηματικής αξίας των γεγονότων της ζωής, δηλαδή προκαλεί συναισθηματική τύφλωση. Η αμυγδαλή λειτουργεί ως αποθήκη συναισθηματικής και συγκινησιακής μνήμης που μπορεί να πάρει τον έλεγχο των πράξεων μας, πριν ακόμα ο σκεπτόμενος εγκέφαλος καταλήξει σε μιαν απόφαση, προκαλώντας παρορμητικές αντιδράσεις που υπερισχύουν της λογικής.

Και κάπως έτσι τα συναισθήματα του κάθε ανθρώπου γίνονται η μοίρα του…

Μεγαλώνοντας λοιπόν, ο καθένας κουβαλά στην αμυγδαλή του όλα τα συναισθήματα που έχει βιώσει: απογοητεύσεις, εσωτερικά κίνητρα, παρορμήσεις, αχαλιναγώγητα ένστικτα, φοβίες από εμπειρίες και γεγονότα του παρελθόντος. Συναισθήματα που εξουσιάζουν όποιον αδυνατεί να τα αναγνωρίσει στο συνειδητό επίπεδο.

Τα χρόνια περνούν και ξαφνικά συνειδητοποιείς πως βαδίζεις προς το δεύτερο μισό αιώνα της ζωής σου, έχοντας κάνει παρορμητικά λάθη με μικρό ή μεγάλο κόστος. Κοιτάς στο παρελθόν και σκέπτεσαι όλες τις περιπτώσεις όπου θα μπορούσες να έχεις πράξει διαφορετικά ώστε σήμερα να είσαι περισσότερο ωφελημένος. Σίγουρα σκέφτεσαι κάτι που έκανες ή δεν έκανες, που είπες ή δεν είπες, που εγκατέλειψες ή δεν εγκατέλειψες ενώ έπρεπε… γιατί η αμυγδαλή σου αποφάσισε για εσένα πριν από εσένα!

Όμως αυτά ανήκουν στο χθες και το πιθανότερο είναι να μην μπορείς πλέον να τα αλλάξεις. Μπορείς όμως να αλλάξεις τον τρόπο που αντιδράς στον κατακλυσμό των συναισθημάτων σου σήμερα, ώστε να μην συνεχίσουν να ορίζουν τη ζωή σου και αύριο.

Ένα πρωταρχικό βήμα σε αυτή την αλλαγή αποτελεί η αυτοεπίγνωση. Η αναγνώριση ενός συναισθήματος την ώρα που δημιουργείται. Οφείλουμε στον αυτό μας να αναγνωρίσουμε τι νιώθουμε, να το ονομάσουμε και έπειτα να σκεφτούμε γιατί νιώθουμε έτσι και από αυτό πηγάζει. Με βάση τον Coleman, οι άνθρωποι που νιώθουν πιο σίγουροι με τα συναισθήματα τους διευθύνουν καλύτερα τη ζωή τους γιατί έχουν μεγαλύτερη επίγνωση των αποφάσεων που λαμβάνουν για τον εαυτό τους, από τον ποιο θα επιλέξουν για σύντροφο μέχρι ποιο επάγγελμα θα ασκήσουν.

Το δεύτερο βήμα είναι ο αυτοέλεγχος. Η χειραγώγηση των παρορμητικών συναισθημάτων και ο έλεγχος των αντιδράσεων. Υπάρχουν διάφορες τεχνικές για αυτό, η ευκολότερη ίσως είναι να μετρήσει κανείς ως το 10 παίρνοντας ήρεμες και βαθιές ανάσες και έπειτα αφού σκεφτεί λογικά να λάβει την απόφαση. Ένας άλλος τρόπος είναι το time-out, δηλαδή όταν αρχίσει ο κατακλυσμός των αρνητικών συναισθημάτων, ο αναστατωμένος ομιλητής ζητά τη διακοπή της συζήτησης μέχρι να ηρεμήσει. Μιλώντας ειλικρινά για το πως νιώθει, ζητά χρόνο για να χαλιναγωγήσει τα παρορμητικά του συναισθήματα και έπειτα θα επανέλθει.

Δεν είναι ντροπή, ούτε αγενές να πει κάποιος στον συνομιλητή του «συγγνώμη, αλλά δεν είμαι σε θέση να κάνω αυτή την κουβέντα τώρα, χρειάζομαι λίγο χρόνο να ηρεμήσω, να σκεφτώ λογικά και να αντιμετωπίσω το πρόβλημα αντικειμενικά». Αντιθέτως είναι μια ώριμη πράξη που δείχνει πως σεβόμαστε τον εαυτό μας και τον συνομιλητή μας γιατί επιθυμούμε έναν εποικοδομητικό διάλογο μακριά από παρορμήσεις και προκαταλήψεις.

Το τρίτο βήμα αποτελεί η αναζήτηση κινήτρων για τον εαυτό μας. Με απλά λόγια να αναλογιστούμε για ποιον λόγο πρέπει να καταστείλουμε τα αρνητικά μας συναισθήματα. Πρόκειται για την αιώνια μάχη μεταξύ της παρόρμησης και της καταστολής της, του Εκείνο και του Εγώ, της επιθυμίας και του αυτοελέγχου, της ικανοποίησης και της υπομονής. Οι άνθρωποι που έχουν την ικανότητα της αυτοκυριαρχίας, της καθυπόταξης της ανυπομονησίας, της χαλιναγώγησης της παρορμητικότητας και γενικά τον έλεγχο των αρνητικών συναισθημάτων τους τείνουν να είναι πιο αποτελεσματικού και παραγωγικοί σε ότι και αν κάνουν.

Η ικανότητα να αναστείλουμε αυτά τα ένστικτα και να βρούμε κίνητρα για τον εαυτό μας, έχουν την ρίζα τους στην πρώιμη παιδική ηλικία, από τότε που μπορέσαμε ή όχι να αντισταθούμε στη δεύτερη καραμέλα και συνεχίζουν να παρεμβαίνουν στην ζωή μας ως σήμερα, από το να διατηρήσουμε μια δίαιτα μέχρι να διακόψουμε το κάπνισμα. Ο μόνος τρόπος για να επιτύχουμε σε αυτό το βήμα, είναι η προσήλωση στον στόχο της ανταμοιβής, δηλαδή στην εξυπηρέτηση του απώτερου σκοπού που δεν είναι άλλος από το προσωπικό όφελος και την πνευματική ανάπτυξη.

Η ενσυναίσθηση είναι το τέταρτο βήμα της αλλαγής και αποτελεί την αναγνώριση των συναισθημάτων των άλλων. Αυτό που λέμε, να έρθουμε στη θέση του άλλου και να καταλάβουμε πως νιώθει την παρούσα στιγμή. Τα ενσυναισθαντικά άτομα, έχουν αναπτυγμένη δεκτικότητα και προσαρμοστικότητα που τα κάνει καλύτερους συντρόφους και επιτυχημένους επαγγελματίες στον τομέα των ανθρωπιστικών επαγγελμάτων. Για να αναπτύξει κάποιος –που δεν έχει γεννηθεί με αυτήν- την ενσυναίσθησή δεν είναι κάτι εύκολο. Απαιτεί πολλή μελέτη και προσωπική προσπάθεια μέσα από διάφορες τεχνικές. Στο εμπόριο υπάρχουν αρκετά βιβλία για αυτό το σκοπό, όπως υπάρχουν και αρκετά βίντεο στο διαδίκτυο.

Το πέμπτο και τελευταίο βήμα είναι η ικανότητα να αναπτύξει κανείς υγιείς διαπροσωπικές σχέσεις. Το να μπορεί κάποιος να συσχετίζεται με ώριμο και υγιή τρόπο με τους συνανθρώπους του, να μπορεί να διαχειριστεί τα συναισθήματα τους, να διαθέτει κοινωνική παιδεία και επάρκεια, ευγένεια χαρακτήρα και καλοσύνη. Όσοι κατέχουν την τέχνη των διαπροσωπικών σχέσεων, διαπρέπουν σε ότι αφορά την ομαλή αλληλεπίδραση με τους άλλους και λάμπουν πάντα στο κοινωνικό στερέωμα. Από την άλλη, όσοι στερούνται αυτής οδηγούνται σε πολλαπλές αποτυχημένες σχέσεις, συχνά καταλήγουν μόνοι και χαρακτηρίζονται ως αναίσθητοι ή τοξικοί Αυτές οι δεξιότητες ωριμάζουν με την ηλικία αλλά και καλλιεργούνται.

Το κλειδί για αυτές είναι να μαθαίνει κανείς από τα λάθη του και να δοκιμάζει διαφορετικές λύσεις από τις πεπατημένες. Όπως λέει ο λαός «εκεί που φοβάσαι να πας θα βρεις την λύση». Στο εμπόριο υπάρχουν βιβλία που μπορούν να βοηθήσουν τον ενδιαφερόμενο στην ανάπτυξη κοινωνικών δεξιοτήτων.

Εν κατακλείδι, όποιος μπορεί να ελέγξει τα συναισθήματα του μπορεί να καθορίσει την πορεία της ζωής του. Αν προσπαθήσεις να κυριαρχήσεις στους ανθρώπους έχει ήδη ηττηθεί. Για να βγεις κερδισμένος πρέπει να κυριαρχήσεις στα αρνητικά σου συναισθήματα και στις παρορμητικές τους αντιδράσεις.

Στους ανοιχτούς κύκλους, ή μένεις μέσα και αργοπεθαίνεις ή βγαίνεις έξω και εξαφανίζεσαι

Εμένα μου αρέσει να κλείνω τους κύκλους μου. Νιώθω άβολα όταν είναι μισάνοιχτοι και ματώνω. Καλύτερα να ξέρω ότι άλλος ένας έκλεισε, παρά να είμαι μέσα του και να αργοπεθαίνω.

Εγώ δεν ζω στα δήθεν και στα ίσως. Δεν αναπνέω στα μπορεί και στα δεν ξέρω. Δεν υπάρχω εάν με αφήσεις μισόγυμνο. Ή ντύσε με ή άφησε με γυμνό, αλλά κάνε κάτι γενναίο. Μην με τυραννάς με την αβεβαιότητα σου, μην μου μαραζώνεις την καρδιά με την αστάθεια σου. Άφησε με να κολυμπώ στα βαθιά χωρίς σωσίβιο, μα μην με βουλιάζεις στα ρηχά δεν μου ταιριάζει.

Η δική μου καρδιά δεν κάνει ρυτίδες. Μπορώ να την ξεριζώσω να στην δώσω, μπορείς να την βγάλεις με νυστέρι, δεν θα παραπονεθώ. Μα μην της κόβεις κάθε μέρα και από ένα κομματάκι. Μην την χαραμίζεις. Καλύτερα να την πετάξω στα σκυλιά πάρα να την πετσοκόβεις κατά πως σε βολεύει. Δεν στην δανείζω. Την δική μου καρδιά, την θέλω ολόκληρη ή την χαρίζω ολόκληρη.

Γι’ αυτό δεν γουστάρω τους ανοιχτούς κύκλους. Η βάλε με μέσα ή κλείδωσε με απ’ έξω. Μην με μαγκώσεις όμως την ώρα που θέλω να βγω. Εκεί ματώνω και γίνομαι επικίνδυνος. Και γίνομαι αέρας. Και γίνομαι σκόνη. Και εξαφανιζόμαι.

Γι’ αυτό οι δικοί μου κύκλοι είναι τετράγωνοι. Μου αρέσουν οι γωνίες. Να κουρνιάζω, να ξαπλώνω, να κρύβομαι.

ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ: Δεν έχουμε ανάγκη ανθρώπων που κλαίνε και θρηνούν μαζί μας, σε καταστάσεις δυσάρεστες, αλλά ανθρώπους που μιλούν με ειλικρίνεια και μας διδάσκουν

Το έργο Περί φυγής απευθύνεται ως επιστολή σε εξόριστο από τις Σάρδεις, όπως επανειλημμένα δηλώνει ή υποδηλώνει ο Πλούταρχος μέσα στο κείμενο, χωρίς, ωστόσο, να αναφέρει πουθενά το όνομά του. Οι μελετητές έχουν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι πρόκειται κατά πάσα πιθανότητα για τον Μενέμαχο, τον νεαρό από τις Σάρδεις, προς τον οποίο στέλνει, ύστερα από παράκλησή του, ο Πλούταρχος τα Πολιτικά παραγγέλματα του.

ΠΕΡΙ ΦΥΓΗΣ

Οι καλύτεροι και πιο σίγουροι λόγοι, όπως ακριβώς και φίλοι, είναι, λένε, όσοι με την παρουσία τους στις συμφορές ωφελούν και προσφέρουν βοήθεια. Διότι, βέβαια, εμφανίζονται πολλοί και μιλούν σε εκείνους που έχουν σκοντάψει, η επέμβασή τους όμως είναι άχρηστη, ή καλύτερα βλαβερή, και μοιάζουν με ανθρώπους που, χωρίς να ξέρουν κολύμπι, προσπαθούν να βοηθήσουν αυτούς που πνίγονται, αγκαλιάζοντάς τους όμως και παρασύροντάς τους μαζί τους στον βυθό. Πρέπει, λοιπόν, ο λόγος όσων αγαπούν και προσπαθούν να βοηθήσουν να είναι παρηγοριά, και όχι συνηγορία υπέρ αυτού που προξενεί τη λύπη. Στ’ αλήθεια, δεν έχουμε ανάγκη ανθρώπων που κλαίνε και θρηνούν μαζί μας, σαν άλλοι χοροί της τραγωδίας, σε καταστάσεις δυσάρεστες, αλλά ανθρώπους που μιλούν με ειλικρίνεια και μας διδάσκουν ότι το να παραδίδεται κανείς στη θλίψη και να ταπεινώνει τον εαυτό του είναι σε κάθε περίπτωση και αποδεικνύεται άσκοπο κι ανόητο. Να μας διδάσκουν επίσης ότι, όπου οι ίδιες οι καταστάσεις, αφού τις ψηλαφήσει και τις φέρει στο φως ο λόγος, προσφέρουν τη δυνατότητα να πούμε στον εαυτό μας:

“Κακό δεν έπαθες, αν δεν το φτιάξεις ο ίδιος στο μυαλό σου”. Είναι εντελώς γελοίο να μη ρωτάμε τη σάρκα να μάθουμε τι έπαθε, ούτε την ψυχή για το αν με αυτό που της έτυχε έγινε χειρότερη, αλλά να έχουμε τους έξω, που στενοχωριούνται και θλίβονται μαζί μας, ως δασκάλους της λύπης.

Επομένως, μόνοι με τον εαυτό μας ας εξετάζουμε της κάθε συμφοράς το βάρος, σαν να ήταν φορτίο. Το σώμα πιέζεται με το βάρος του φορτίου, ενώ η ψυχή συχνά προσθέτει από μόνη της βάρος στις καταστάσεις. Η πέτρα είναι από τη φύση της σκληρή, ο πάγος είναι από τη φύση του ψυχρός και δεν προβάλλουν αντίσταση ούτε προκαλούν πάγωμα από άσχετες εξωτερικές αιτίες. Για την εξορία όμως, την έλλειψη δόξας και την απώλεια των τιμών, όπως ακριβώς για τα αντίθετα επίσης, τα στεφανάκια, δηλαδή, τα αξιώματα, τις πρωτοκαθεδρίες, έχοντας ως μέτρο της λύπης και της χαράς που γεννούν όχι τη δική τους φύση αλλά τη δική μας κρίση, ο καθένας μας τα κάνει για τον εαυτό του ελαφρά και βαριά, εύκολα να τα αντέξει ή το αντίθετο. Ας ακούσουμε τον Πολυνείκη, που απαντά στο ερώτημα:

“Τι είναι να χάσεις την πατρίδα; Είναι, στ’ αλήθεια, μεγάλο κακό;”

“Το πιο μεγάλο, και στην πράξη μεγαλύτερο απ’ ό,τι στα λόγια”.

Αλλά και τον Αλκμάνα, όπως τον έχει βάλει να λέει εκείνος που έγραψε το επίγραμμα.

“Σάρδεις, αρχαία πατρίδα των προγόνων μου, αν σε σας είχα μεγαλώσει, ιερέας θα ήμουν τώρα ή ευνούχος χρυσοντυμένος, χτυπώντας φλύαρα τύμπανα- τώρα ευτυχώς Αλκμάν είναι το όνομά μου, της Σπάρτης με τους πολλούς τρίποδες και γνώρισα τις Ελληνίδες Μούσες, που από τον τύραννο τον γιο του Δασκύλεω, τον Γύγη, με έκαναν ανώτερο”.

Έτσι, το ίδιο πράγμα η γνώμη για τον ένα το κάνει εύχρηστο, σαν να ήταν ισχύον νόμισμα, ενώ για τον άλλο δύσχρηστο και βλαβερό.

ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ, ΗΘΙΚΑ

Όποιος, λοιπόν, δεν αγαπά την μοναξιά δεν αγαπά και την ελευθερία

Το ν’ αρκείται κανείς στον εαυτό του, το να είναι γι’ αυτόν τα πάντα σ’ όλες τις περιστάσεις και να μπορεί να λέγει omnia mea mecum porto [όλα τα δικά μου τα έχω επάνω μου] είναι αναμφίβολα η ιδιότητα που προάγει την ευτυχία μας περισσότερο από κάθε τι άλλο. Για τον λόγο αυτό, η ρήση του Αριστοτέλη η ευδαιμονία των αυτάρκων εστί [η ευτυχία ανήκει στους αυτάρκεις] (Ηθ. Ευδ. Ζ’ 2) δεν μπορεί να τύχει ποτέ υπερβολικής επαναλήψεως· και τούτο, αφενός, διότι μόνο στον εαυτό του μπορεί να βασίζεται κανείς με αρκετή βεβαιότητα και, αφετέρου, διότι τα δεινά που συνδέονται με την κοινωνικότητα, οι κόποι και οι ζημίες, οι κίνδυνοι και οι θλίψεις – όλα τούτα είναι αναρίθμητα και αναπόφευκτα.

Κατ’ αρχάς, κάθε κοινωνική διασύνδεση απαιτεί κατ’ ανάγκη μία αμοιβαία προσαρμογή κι έναν συγκερασμό. Για τον λόγο αυτό, όσο περισσότερα άτομα συμμετέχουν σ’ αυτήν τόσο πιο άνοστη γίνεται. Να είναι κανείς απόλυτα ο εαυτός του δεν μπορεί παρά μόνον όσο είναι μόνος- όποιος, λοιπόν, δεν αγαπά την μοναξιά δεν αγαπά και την ελευθερία, καθώς μόνον όταν είναι κανείς μόνος είναι και ελεύθερος – ο καταναγκασμός είναι ο αχώριστος σύντροφος κάθε κοινωνίας. Κατά συνέπεια, το πόσο ο κάθε άνθρωπος αποφεύγει, αντέχει ή αγαπά την μοναξιά του αντιστοιχεί ακριβώς στην αξία του ίδιου του εαυτού του, καθώς στην μοναξιά του νιώθει ο μεν ενδεής τω πνεύματι την πνευματική του ένδεια, ο δε μεγαλοφυής τη μεγαλοφυΐα του – κοντολογής, ο καθένας το πώς όντως είναι. Περαιτέρω, όσο υψηλότερα βρίσκεται κανείς στη Ιεραρχική κλίμακα της φύσης τόσο πιο μοναχικός είναι, και μάλιστα κατ’ ουσίαν και κατ’ ανάγκη. Τότε, όμως, συνιστά γι’ αυτόν ευεργεσία ν’ αντιστοιχεί στην πνευματική μοναξιά – ειδάλλως, η συχνή παρουσία πλασμάτων ετερογενών εισβάλλει οχληρά μέσα του, μάλιστα εχθρικά, και του στερεί τον εαυτό του χωρίς να έχει τίποτε να του προσφέρει ως αποζημίωση.

Κατόπιν, ενώ η φύση έχει εισαγάγει ανάμεσα στους ανθρώπους, τόσο σε ηθικό όσο και σε διανοητικό επίπεδο, την μέγιστη δυνατή διαφορετικότητα, η κοινωνία, θεωρώντας αυτή τη διαφορετικότητα ως ένα τίποτε, καθιστά όλους ίσους, ή, μάλλον, υποκαθιστά τις φυσικές με τις τεχνητές διαφορές και τις ιεραρχίες των τάξεων και των βαθμών, οι οποίες πολύ συχνά, είναι αντιδιαμετρικά αντίθετες από την φυσική ιεραρχία. Χάρη σε αυτή τη διάταξη εκείνοι που η φύση είχε τοποθετήσει χαμηλά έχουν καλή θέση, ενώ εκείνοι, αντίθετα, για τους οποίους προέβλεψε υψηλή θέση αδικούνται – για αυτό τον λόγο, τούτοι οι τελευταίοι προσπαθούν να αποσπαστούν από κάθε συνάθροιση, αφού σε κάθε τέτοια κυριαρχεί, όσο περισσότεροι μετέχοντες, το κοινό κι ευτελές.

Η καλούμενη “καλή κοινωνία” αναγνωρίζει κάθε λογής προτερήματα πλην των πνευματικών- τούτα, μάλιστα, τα θεωρεί λαθραίο εμπόρευμα μας εξαναγκάζει, λοιπόν, να αποδεικνύουμε άπειρη μακροθυμία με κάθε ανοησία, μούρλα, διαστροφή, ηλιθιότητα- τα προσωπικά προτερήματα, αντίθετα, πρέπει να εκλιπαρούν τη συγγνώμη της ή να κρύβονται. Κατά συνέπεια, η κοινωνία που καλείται “καλή κοινωνία” δεν έχει μόνο το μειονέκτημα ότι μας παρουσιάζει ανθρώπους που δε μπορούμε ούτε να επαινέσουμε ούτε να αγαπήσουμε ακόμα αλλά και δε μας επιτρέπει να είμαστε ο εαυτός μας όπως αρμόζει στη φύση μας- απεναντίας, μας εξαναγκάζει, χάριν του αρμονικού συγκερασμού μας με τους άλλους, να συρρικνωθούμε, ή μάλιστα και να παραμορφώσουμε οι ίδιοι τον εαυτό μας.

Αρχαίοι Έλληνες συγγραφείς: αυθεντική πηγή απέραντου πνευματικού πλούτου

Κάθε τόσο στην Ελλάδα ανακαλύπτουμε, τις περισσότερες φορές με μεγάλη καθυστέρηση, έναν ξένο συγγραφέα, πότε Γάλλο, πότε Ιταλό, πότε Ισπανό, πότε Λατινοαμερικάνο. Τότε μεταφράζονται μανιωδώς τα έργα τους κι εμείς οι αναγνώστες τα αγοράζουμε εξίσου μανιωδώς. Και οι ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΛΑΣΙΚΟΙ συγγραφείς παραμένουν πάντοτε άγνωστοι. Τόσο κοντινοί μας, τόσο οικείοι, αλλά ταυτόχρονα και τόσο μακρινοί, πιο μακρινοί κι από τον τελευταίο Λατινοαμερικάνο συγγραφέα που ανακαλύψαμε. Ολόκληρη η αρχαιοελληνική λογοτεχνία είναι για μας τους Έλληνες άγνωστη γη.

Πώς το καταφέραμε αυτό; Πώς δημιουργήθηκε αυτή η αποξένωση και το δέος; Φταίει η σχολαστική, μουχλιασμένη, αποξηραμένη από κάθε χυμό και αποστειρωμένη διδασκαλία τους στα γυμνάσια και στα πανεπιστήμια; Φταίει όλο αυτό το άγονο πνεύμα της προσπάθειας να γραπωθούμε από τους αρχαίους «ημών» προγόνους για να αποδείξουμε ότι αξίζουμε κι εμείς κάτι; Φταίνε οι ελάχιστες μεταφράσεις, πολλές από τις οποίες, πιο δυσνόητες κι από το ίδιο το πρωτότυπο, μεγάλωσαν το δέος και την απόστασή μας απ’ αυτούς; Όλα φταίνε και ίσως και άλλα.

Το γεγονός είναι πως τα έργα της αρχαίας ελληνικής λογοτεχνίας δεν τα είδαμε ποτέ ως αναγνώσματα. Οι αρχαίοι Έλληνες συγγραφείς είναι καταχωρημένοι στο μυαλό μας περίπου σαν ονόματα δρόμων. Κι όμως αντιπροσωπεύουν έναν ολόκληρο κόσμο που σφύζει από ζωή, πνεύμα, χιούμορ, κάπως αλλιώτικο, κάπως παράξενο, γοητευτικό, συγκινητικά ανθρώπινο και επίκαιρο.

Είναι σαν να γύρισε ένας διακόπτης, σαν να χάθηκε μια αίσθηση του κόσμου που υπήρχε, αλλιώτικη από τη δική μας.

Γιατί να μη γίνουν κάποτε και για μας οι ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΛΑΣΙΚΟΙ ανάγνωσμα; Γιατί να μη γνωρίσουμε αυτό τον Μεγάλο κόσμο; Να τους αγαπήσουμε και να τους πλησιάσουμε. Να τους ανακαλύψουμε κι αυτούς όπως και τους ξένους (γιατί έχουν γίνει πιο ξένοι κι από τους ξένους για μας), χωρίς να ζητάμε απ’ αυτούς τίποτα περισσότερο από μια πνευματική απόλαυση. Ούτε προγονολατρείες, ούτε συντακτικές αναλύσεις.

Εκείνο που χρειάζεται είναι σύγχρονες μεταφράσεις (τόσο στη γλώσσα όσο και στο πνεύμα), που να μη βαραίνουν και να μην τρομάζουν τους αναγνώστες, μεταφράσεις σαν κι αυτές που διαβάζουν εκατομμύρια άνθρωποι σ’ όλον τον κόσμο εκτός από την Ελλάδα.

Σήμερα που οι κάθε είδους θεωρητικοί δογματισμοί καταρρέουν και ξαναρχίζουν έντονοι προβληματισμοί για την πορεία της Ευρώπης και του κόσμου, η ανοιχτή και ανήσυχη ελληνική σκέψη περνά πάλι σε πρώτο πλάνο, όχι για να δώσει έτοιμες λύσεις, αλλά για να μας κάνει να στοχαστούμε με φρέσκο, σύγχρονο μυαλό πάνω στα ζητήματα που αφορούν τον άνθρωπο και τη σχέση του με τον κόσμο.

Επίκτητος: Κύριος σε κάθε τι είναι αυτός που έχει τη δύναμη να παρέχει ή να απομακρύνει αυτό που ο ίδιος θέλει ή δεν θέλει

Σε αυτά το αποσπάσματα από το Εγχειρίδιό του, ο Επίκτητος θεμελιώνει μια σημαντική σχέση ανάμεσα στις επιθυμίες, την ελευθερία και την επιλογή, προτρέποντας να φροντίζουμε μόνο εκείνο που είναι στις δυνάμεις μας.

Εάν επιθυμείς τα παιδιά σου, η γυναίκα σου και οι φίλοι σου να ζουν για πάντα, είσαι ανόητος: θέλεις τα πράγματα που δεν είναι στον έλεγχό σου, να είναι, και εκείνα που είναι ξένα, να γίνουν δικά σου. Με τον ίδιο τρόπο, εάν θέλεις ο σκλάβος σου να μη σφάλλει, είσαι τρελός, γιατί θέλεις το ελάττωμα να μην είναι ελάττωμα, αλλά κάτι άλλο. Αλλά αν θέλεις να μην αποτυγχάνεις όταν επιθυμείς κάτι, αυτό μπορείς να το καταφέρεις. Να ασκείσαι, λοιπόν, σε αυτό που μπορείς. Κύριος σε κάθε τι είναι αυτός που έχει τη δύναμη να παρέχει ή να απομακρύνει αυτό που ο ίδιος θέλει ή δεν θέλει. Όποιος, λοιπόν, θέλει να είναι ελεύθερος, δεν επιθυμεί και δεν αφαιρεί κάτι που βρίσκεται στον έλεγχο άλλων: διαφορετικά. αναπόφευκτα είναι σκλάβος.

Παρατήρησε πως όταν βλέπεις αξιότιμους ή ισχυρούς άντρες ή τον τρόπο με τον οποίο είναι φημισμένοι και δοξασμένοι, η εμφάνισή τους δεν σου κάνει εντύπωση ώστε να θεωρήσεις ότι είναι περιπετειώδεις και ευτυχισμένοι. Γιατί, αν η ουσία του καλού βρίσκεται στα πράγματα που είναι στην ευχέρειά μας, δεν πρέπει να υπάρχουν ούτε ο φθόνος ούτε η ζήλια. Κι εσύ, σε ό,τι σε αφορά, δεν θα θέλεις να είσαι ούτε αρχηγός στρατού ούτε πρόεδρος συμβουλίου ούτε πρόξενος, αλλά ελεύθερος: και προς αυτό υπάρχει μόνο ένας δρόμος, που είναι να μην ασχολούμαστε με τα πράγματα που δεν ανήκουν στη δύναμή μας.

Όταν οι άνθρωποι θυμώνουν οι καρδιές τους απομακρύνονται πολύ

Μια μέρα, ένας σοφός ρώτησε τους μαθητές του:

«Γιατί οι άνθρωποι ουρλιάζουν όταν εξοργίζονται;».
«Επειδή χάνουν την ψυχραιμία τους» απάντησε κάποιος.
«Μα γιατί πρέπει να ξεφωνίζουν αφού ο άλλος βρίσκεται δίπλα τους;» επέμεινε ο σοφός.

«Γιατί θέλουν να τους ακούσει» είπε ένας άλλος μαθητής.
«Και γιατί δεν μπορεί να του μιλήσει με χαμηλή φωνή;» ρώτησε πάλι ο δάσκαλος.

Διάφορες απαντήσεις δόθηκαν αλλά καμιά δεν τον ικανοποίησε.
«Ξέρετε γιατί ουρλιάζουν δυο άνθρωποι όταν είναι θυμωμένοι;» τους είπε τότε.

«Επειδή όταν θυμώνουν, οι καρδιές τους απομακρύνονται πολύ. Έτσι για να μπορέσει ο ένας ν’ ακούσει τον άλλο, πρέπει να φωνάξει δυνατά, ώστε να καλύψει την απόσταση. Όσο πιο οργισμένοι είναι, τόσο πιο δυνατά πρέπει να φωνάξουν για ν’ ακουστούν.

Το αντίθετο γίνεται, για παράδειγμα, όταν δυο άνθρωποι είναι ερωτευμένοι.
Δεν έχουν ανάγκη να ξεφωνίσουν. Μιλούν σιγανά και τρυφερά, επειδή οι καρδιές τους είναι πολύ κοντά. Η απόσταση μεταξύ τους είναι ελάχιστη.

Μερικές φορές μάλιστα είναι τόσο κοντά, που δεν χρειάζεται ούτε καν να μιλήσουν. Ψιθυρίζουν μονάχα. Κι όταν η αγάπη τους είναι πολύ δυνατή, δεν είναι αναγκαίο ούτε καν να μιλήσουν, τους αρκεί να κοιταχτούν. Έτσι συμβαίνει πάντα κι όταν δυο άνθρωποι που αγαπιούνται πλησιάζει ο ένας τον άλλον».

Όταν συζητάτε, λοιπόν, μην αφήνετε τις καρδιές σας να απομακρυνθούν, μη λέτε λόγια που σας απομακρύνουν, γιατί θα έρθει μια μέρα που η απόσταση θα γίνει τόσο μεγάλη, ώστε τα λόγια σας δεν θα βρίσκουν πια το δρόμο του γυρισμού.

Max Stirner: Ο Μοναδικός και η Ιδιοκτησία του

Μαξ Στίρνερ: 1806–1856

Όλα είναι δημιουργήματα του Εγώ

§1

Ποιος είναι ο Μαξ Στίρνερ; Είναι γερμανός φιλόσοφος, ακριβέστερα διανοητής, που αναδείχθηκε μέσα από την εγελιανή παράδοση, βασικά μέσα από την εγελιανή αριστερά και επιχείρησε να προχωρήσει πέρα απ’ αυτή. Προς ποια κατεύθυνση; Προς τη μοναδικότητα του Εγώ (του). Στο κύριο έργο του με τίτλο ο μοναδικός και η ιδιοκτησία του (der Einzige und sein Eigentum), δημοσιευμένο το 1844, μας καλεί να εισχωρήσουμε στον εαυτό του Εγώ μας, να τον κατανοήσουμε ως δική μας υπόθεση ο καθένας και έτσι να φτάσουμε στο σημείο να αντικρίζουμε την υπόθεση της ανθρωπότητας, του θεού, της ελευθερίας, κάθε δηλαδή ξένη προς το Εγώ μας υπόθεση και αλλοτριωτική γι’ αυτό, ως δική μας υπόθεση. Ως δική μας υπόθεση όχι με το τρέχον νόημα ότι πρέπει να ταυτιζόμαστε με αυτή: να δίνουμε όλο μας το Είναι, να εμπνεόμαστε, να ενθουσιαζόμαστε, να θυσιαζόμαστε για μια δήθεν κοινή υπόθεση, αλλά με το νόημα ότι η κάθε τέτοια υπόθεση είναι μια εγωιστική υπόθεση, υπηρετεί δηλαδή το δικό της Εγώ, ακόμη κι αν επικαλείται το γενικό καλό, και έτσι εμείς πρέπει να αποσπόμαστε από τον εγωισμό αυτών των υποθέσεων, έχοντας επίγνωση ότι πρόκειται για κάτι ξένο, και να επιστρέφουμε στον δικό μας εγωισμό, στην υπεράσπιση και ανάδειξη ως κεντρομόλου δύναμής μας του δικού μας Εγώ.

§2

Πού έγκειται η πρωτοτυπία της σκέψης του; Στο ότι ξαναδίνει στο Εγώ τη χαμένη του τιμή και το υψώνει σε ύπατη δύναμη δημιουργίας των πάντων. Όλες εκείνες οι δυνάμεις, όπως ο θεός, το πνεύμα, ο ανθρώπινος κόσμος, η πολιτική εξουσία κ.λπ., που υποτίθεται ότι απεργάζονται την αποδυνάμωση του Εγώ και πρεσβεύουν κάτι ανώτερο από τον εγωισμό, στην ουσία προκύπτουν απ’ αυτό το Εγώ και υπηρετούν έναν δικό τους ιδιοτελή εγωισμό. Πρέπει συνεπώς να μαθαίνουμε πως πίσω από την κήρυξη πολέμου ενάντια στο Εγώ γενικά κρύβεται η εξουσία ενός ξένου προς εμάς εγωισμού, που θέλει να κατασπαράξει το δικό μας Εγώ, ό,τι δηλαδή είναι χρήσιμο και ωφέλιμο σε μας, προς ίδιον όφελος. Ας αποτιμάμε λοιπόν τον ρόλο των ως άνω δυνάμεων στο πλαίσιο του γεγονότος ότι είναι δημιουργήματα του Εγώ. Ο θεός, για παράδειγμα, είναι το παν του παντός για τον εαυτό του και ως τέτοιος προβάλλει ως ο υπέρτατος εγωιστής: όπως λέει ο Στίρνερ, ο θεός σκέφτεται μόνο τον εαυτό του, αυτόν μόνο έχει μπροστά στα μάτια του· τα πάντα πρέπει να είναι της αρεσκείας του. Πράγματι, η έννοια της θεότητας, ας πούμε υπό τη μορφή του χριστιανισμού, είναι παρούσα στον άνθρωπο ως μια αδιαφιλονίκητη εξουσία του Εγώ και υπ’ αυτή την εξουσία θέλει να υποτάξει τους ανθρώπους, κηρύσσοντας προκλητικά και παραπλανητικά τη μελλοντική τους συνεύρεση με τον θεό. Όποιος αμφισβητεί αυτή τη θρησκευτική εξουσία ενός ξένου Εγώ πάνω του, κατονομάζεται άθρησκος, άθεος, απόβλητος … και ως τέτοιος αξίζει να χαθεί.

§3

Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και με την πολιτική εξουσία. Μας λέγει ότι με ανιδιοτέλεια και περισσή αγάπη θυσιάζεται για τον λαό∙ ότι αντλεί το νόημα της ύπαρξής της από τον αγώνα για το κοινό καλό. Στην πράξη όμως αγωνίζεται για το δικό της καλό, για τα δικά της εγωιστικά συμφέροντα και ζητεί την υποταγή του δικού σου Εγώ στην επικράτηση του δικού της φίλαυτου Εγώ. Άμα αρνηθείς να υπηρετείς ανιδιοτελώς τον εγωισμό της, άμα αμφισβητείς τη μοναδικότητά της και προσπαθήσεις να αποσπάσεις το Εγώ σου απ’ αυτή, ρίχνεσαι στα μπουντρούμια. Κάθε δύναμη –πολιτική, πνευματική, θρησκευτική, επιστημονική κ.λπ.– που αντιστρατεύεται το δικό μου/σου Εγώ και κηρύσσει την άρνηση του εαυτού, ποτέ δεν το αντιστρατεύεται ρητά, ποτέ δεν ζητεί φανερά την άρνησή του, εκτός εάν πρόκειται για στιγμιαία όξυνση ή αντιπαράθεση· πάντοτε διοχετεύει την απάρνηση του Εγώ σου μέσα από την ενθάρρυνση της ανιδιοτέλειας. Σου λένε: να είσαι ανιδιοτελής, να εργάζεσαι για το κοινό συμφέρον κ.α. Με αυτό τον τρόπο σου λένε παραιτήσου από το δικό σου Εγώ, δηλαδή πάψε να είσαι ιδιοκτήτης του δικού σου σκοπού που είναι ωφέλιμος για σένα, εάν θέλεις να σώσεις τον εαυτό σου. Στην πράξη όμως σε κατακρημνίζουν στο βάραθρο της παραλυσίας. Σου αφαιρούν κάθε δυνατότητα να ελέγχεις τον εαυτό σου, να τον διαθέτεις όπως εσύ θέλεις, να αυτοποροσδιορίζεσαι κατά το δικό σου Geschmack (=γούστο).

§4

Την ίδια στιγμή που οι ως άνω δυνάμεις αφαιρούν από τον άνθρωπο την εγκυρότητα του εαυτού του, τον φυλακίζουν μέσα σε έναν κόσμο της ηθικότητας που ανάγει την πλήρη του έκφραση στο κράτος. Η ηθικότητα, κατά τον Στίρνερ, είναι πλήρως ασυμβίβαστη με το Εγώ και τον εγωισμό. Γιατί; Επειδή δίνει εγκυρότητα όχι στο Εγώ, όχι σε μένα, αλλά στον άλλο άνθρωπο που αυτή μεταφέρει μέσα σε μένα. Εδώ έγκειται και η μακροζωία του κράτους: απαιτεί από το κάθε «εμένα» να συμπεριφέρεται ως ηθικό ον και όχι ως εγωιστής, έτσι όπως τον εννοεί ο Στίρνερ. Τούτο σημαίνει ότι αποδέχομαι το κράτος ως το ύψιστο ιερό, μπροστά στο οποίο το Εγώ μου πρέπει να επιδεικνύει χρηστομάθεια, να δίνει καθημερινά εξετάσεις σεβασμού και συγχρόνως το ίδιο να αποδυναμώνεται θανάσιμα. Στη συνάφεια τούτη τα δικαιώματα που μου εκχωρεί το κράτος είναι τόσα και τέτοια που ισχυροποιούν το ίδιο και εξασθενίζουν εμένα. Παρόμοια και ο δικαστής είναι ο μηχανικός που εφαρμόζει τη βούληση του κράτους. Ο μόνος εξολοθρευτής του κράτους μπορεί να είναι η μοναδική, η ιδιαίτερη βούληση του Εγώ. Προκειμένου λοιπόν να διαιωνίσει τη δεσποτεία του –είτε η τελευταία έχει τη μορφή του Ενός, της Απόλυτης Μοναρχίας, είτε των Πολλών, της Δημοκρατίας– το κράτος δυσφημεί την ατομική βούληση του Εγώ ως κακή, ανορθολογική κ.λπ. Με ποιο τρόπο; Με τα έργα και τις ημέρες του κομματικού εγωισμού. Το κράτος δεν μπορεί να υπάρχει χωρίς τα κόμματα. Αυτά ποδηγετούν τον λαό και έχουν ως κύριο στόχο τον καταθρυμματισμό της ιδίας βούλησης του Εγώ. Γι’ αυτό και το κράτος αντιτάσσει στον αυθεντικό εγωισμό του Μοναδικού τον επικίνδυνο εγωισμό του κόμματος.

ΘΕΟΦΡΑΣΤΟΣ: Χαρακτῆρες (17.1-17.9) - ΜΕΜΨΙΜΟΙΡΙΑΣ

ΙΖ'. ΜΕΜΨΙΜΟΙΡΙΑΣ


[17.1] [Ἔστι δὲ ἡ μεμψιμοιρία ἐπιτίμησις παρὰ τὸ προσῆκον τῶν δεδομένων,]
[17.2] ὁ δὲ μεμψίμοιρος τοιόσδε τις, οἷος ἀποστείλαντος μερίδα τοῦ φίλου εἰπεῖν πρὸς τὸν φέροντα «Ἐφθόνησέ μοι τοῦ ζωμοῦ καὶ τοῦ οἰναρίου οὐκ ἐπὶ δεῖπνον καλέσας».
[17.3] καὶ ὑπὸ τῆς ἑταίρας καταφιλούμενος εἰπεῖν «Θαυμάζω, εἰ σὺ καὶ ἀπὸ τῆς ψυχῆς ὄντως με φιλεῖς».
[17.4] καὶ τῷ Διὶ ἀγανακτεῖν, οὐ διότι ὕει, ἀλλὰ διότι ὕστερον.
[17.5] καὶ εὑρὼν ἐν τῇ ὁδῷ βαλλάντιόν τι εἰπεῖν «Ἀλλ᾽ οὐ θησαυρὸν εὕρηκα οὐδέποτε».
[17.6] καὶ πριάμενος ἀνδράποδον ἄξιον καὶ πολλὰ δεηθεὶς τοῦ πωλοῦντος «Θαυμάζω», εἰπεῖν, «εἴ τι ὑγιὲς οὕτω ἄξιον ἐώνημαι».
[17.7] καὶ πρὸς τὸν εὐαγγελιζόμενον ὅτι «Ὑός σοι γέγονεν», εἰπεῖν ὅτι «Ἂν προσθῇς “καὶ τῆς οὐσίας τὸ ἥμισυ ἄπεστιν”, ἀληθῆ ἐρεῖς».
[17.8] καὶ δίκην νικήσας καὶ λαβὼν πάσας τὰς ψήφους ἐγκαλεῖν τῷ γράψαντι τὸν λόγον ὡς πολλὰ παραλελοιπότι τῶν δικαίων.
[17.9] καὶ ἐράνου εἰσενεχθέντος παρὰ τῶν φίλων καὶ φήσαντός τινος «Ἱλαρὸς ἴσθι», «Καὶ πῶς;» εἰπεῖν «ὅτε δεῖ τἀργύριον ἀποδοῦναι ἑκάστῳ καὶ χωρὶς τούτων χάριν ὀφείλειν ὡς εὐεργετημένον;»

***

17. Ο ΜΕΜΨΙΜΟΙΡΟΣ


[17.1] [Η μεμψιμοιρία είναι ο ανάρμοστος ψόγος για αυτά που σου έχουν δοθεί,]
[17.2] ενώ ο μεμψίμοιρος το είδος του ανθρώπου, ο οποίος λέει σ᾽ εκείνον που του φέρνει μερίδα φαγητού σταλμένη από κάποιο φίλο: «Μου στέρησε την ευκαιρία να δοκιμάσω τη σούπα και το κρασί με το να μη με καλέσει στο δείπνο».
[17.3] Όταν η ερωμένη του τον φιλά με πάθος, της λέει: «Αναρωτιέμαι αν πράγματι με αγαπάς με την καρδιά σου».
[17.4] Αγανακτεί με το Δία, όχι γιατί βρέχει, αλλά γιατί έβρεξε με καθυστέρηση.
[17.5] Αν βρει στο δρόμο κανένα πορτοφόλι, λέει: «Ποτέ μου όμως δε βρήκα θησαυρό».
[17.6] Αν αγοράσει σε φθηνή τιμή κάποιο δούλο, έχοντας παζαρέψει πολύ με τον πωλητή, λέει: «Αναρωτιέμαι αν είναι γερό το εμπόρευμα, τόσο φθηνά που το αγόρασα».
[17.7] Σ᾽ εκείνον που του φέρνει την καλή είδηση «Απέκτησες γιο!» απαντά: «Αν προσθέσεις ότι χάθηκε και η μισή περιουσία, θα πεις την αλήθεια».
[17.8] Αν κερδίσει μια δίκη, και μάλιστα έχοντας λάβει το σύνολο των ψήφων, κατηγορεί αυτόν που του έγραψε το λόγο ότι παρέλειψε πολλά από τα δίκαιά του.
[17.9]Αν οι φίλοι του μαζέψουν (για χάρη του) ένα ποσό από κοινού και κάποιος του πει «Να είσαι χαρούμενος!», αυτός απαντά: «Μα πώς; Όταν πρέπει και τα χρήματα να επιστρέψω στον καθένα χωριστά και να οφείλω επιπλέον χάρη, γιατί τάχα ευεργετήθηκα».