Παρασκευή, 1 Μαΐου 2020

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ - Ἑλένη (1512-1540)

ΑΓ. ἄναξ, τὰ κάκιστ᾽ ἐν δόμοις ηὑρήκαμεν·
ὡς καίν᾽ ἀκούσηι πήματ᾽ ἐξ ἐμοῦ τάχα.
ΘΕ. τί δ᾽ ἔστιν; ΑΓ. ἄλλης ἐκπόνει μνηστεύματα
1515 γυναικός· Ἑλένη γὰρ βέβηκ᾽ ἔξω χθονός.
ΘΕ. πτεροῖσιν ἀρθεῖσ᾽ ἢ πεδοστιβεῖ ποδί;
ΑΓ. Μενέλαος αὐτὴν ἐκπεπόρθμευται χθονός,
ὃς αὐτὸς αὑτὸν ἦλθεν ἀγγέλλων θανεῖν.
ΘΕ. ὦ δεινὰ λέξας· τίς δέ νιν ναυκληρία
1520 ἐκ τῆσδ᾽ ἀπῆρε χθονός; ἄπιστα γὰρ λέγεις.
ΑΓ. ἥν γε ξένωι δίδως σύ· τοὺς δὲ σοὺς ἑλὼν
ναύτας βέβηκεν, ὡς ἂν ἐν βραχεῖ μάθηις.
ΘΕ. πῶς; εἰδέναι πρόθυμος· οὐ γὰρ ἐλπίδων
ἔσω βέβηκε μίαν ὑπερδραμεῖν χέρα
1525 τοσούσδε ναύτας ὧν ἀπεστάλης μέτα.
ΑΓ. ἐπεὶ λιποῦσα τούσδε βασιλείους δόμους
ἡ τοῦ Διὸς παῖς πρὸς θάλασσαν ἐστάλη,
σοφώταθ᾽ ἁβρὸν πόδα τιθεῖσ᾽ ἀνέστενεν
πόσιν πέλας παρόντα κοὐ τεθνηκότα.
1530 ὡς δ᾽ ἤλθομεν σῶν περίβολον νεωρίων,
Σιδωνίαν ναῦν πρωτόπλουν καθείλκομεν
ζυγῶν τε πεντήκοντα κἀρετμῶν μέτρα
ἔχουσαν. ἔργου δ᾽ ἔργον ἐξημείβετο·
ὁ μὲν γὰρ ἱστόν, ὁ δὲ πλάτην καθίστατο
1535 †ταρσόν τε χειρὶ† λευκά θ᾽ ἱστί᾽ †εἰς ἓν ἦν†
πηδάλιά τε ζεύγλαισι παρακαθίετο.
κἀν τῶιδε μόχθωι, τοῦτ᾽ ἄρα σκοπούμενοι,
Ἕλληνες ἄνδρες Μενέλεωι ξυνέμποροι
προσῆλθον ἀκτὰς ναυφθόροις ἠσκημένοι
1540 πέπλοισιν, εὐειδεῖς μέν, αὐχμηροὶ δ᾽ ὁρᾶν.

***
(Ο Θεοκλύμενος βγαίνει από το παλάτι. Έρχεται ο δεύτερος αγγελιαφόρος.)
ΑΓΓ. Σε βρίσκω, αφέντη, για κακό μαντάτο·
παράξενα στ᾽ αλήθεια έργα θ᾽ ακούσεις.
ΘΕΟ. Τί τρέχει;
ΑΓΓ. Ψάξε να βρεις άλλη γυναίκα τώρα·
γιατί έφυγε απ᾽ τη χώρα πια η Ελένη.
ΘΕΟ. Πώς; Περπατώντας ή έβγαλε φτερούγες;
ΑΓΓ. Ο Μενέλαος την πήρε με καράβι·
αυτός που ήρθε και σου είπε τον χαμό του.
ΘΕΟ. Ω! λόγια φοβερά και απίστευτα. Όμως
1520 με τί πλεούμενο έχει αυτή ξεφύγει;
ΑΓΓ. Μ᾽ εκείνο που έδωσες στον ξένο· οι ναύτες,
για να το ξέρεις, ήτανε δικοί σου.
ΘΕΟ. Πώς; Θέλω να μάθω· δεν πιστεύω
να νίκησε ένας μόνο πλήθος ναύτες,
που πήγαν στον γιαλό μαζί με σένα.
ΑΓΓ. Αφήνοντας η Ελένη το παλάτι,
κατέβαινε στη θάλασσα με βήμα
βαρύ και αργό, τον άντρα της θρηνώντας
που ζωντανός κοντά της ήταν όμως.
1530 Σα φτάσαμε όλοι στο καραβοστάσι,
τραβήξαμε ένα πλοίο της Σιδώνας
μεγάλο κι αταξίδευτο, πενήντα
κουπιά, πενήντα πάγκους είχε. Τότε
πέσαμε στη δουλειά· κατάρτι ο ένας
στεριώνει, τα κουπιά προσδένουν άλλοι,
σιάζουν τ᾽ άσπρα πανιά και το τιμόνι
στη θέση του καλά το συναρμόζουν.
Κι ενώ δουλεύαμε έτσι, στ᾽ ακρογιάλι,
θαρρείς και αυτό περίμεναν, προβάλλουν
Έλληνες, του Μενέλαου συντρόφοι,
κουρέλια απ᾽ το ναυάγιο φορώντας,
1540 καλοί στην όψη, αλλά γεμάτοι λέρα.

Μελέτες για την Αρχαία Μακεδονία, Ζητήματα αποικισμού ΙΙ. Οι Ευβοείς στις ακτές του Θερμαϊκού Κόλπου και της Χαλκιδικής - Ευρήματα που σχετίζονται με ταφικά έθιμα

Τα ευρήματα από τους ταφικούς τύμβους του Δίου και της Βεργίνας, όπως ο σκύφος και η φιάλη με προχοή και ψηλό πόδι, πρωτογεωμετρικής τυπολογίας, μπορούν να εκληφθούν ως η ευβοϊκή επίδραση στα τοπικά συμφραζόμενα[1]. Οι ομάδες που κατοικούσαν στα πεδινά και ορεινά της Πιερίας και της Ημαθίας, βόρεια του όρους Ολύμπου είχαν μικτή οικονομία. Βασίζονταν στην κτηνοτροφία και την καλλιέργεια καρποφόρων δέντρων και σιτηρών. Τα ευρήματα των ανασκαφών παρουσιάζουν, ανάμεσα στα τοπικά, θεσσαλικά και ευβοϊκά στοιχεία. Οι πολιτικές εκφάνσεις των κατοίκων αυτών, ιδιαίτερα στα ταφικά έθιμα, φανερώνουν αφομοιωμένα τα επείσακτα στοιχεία. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι ταφές κατά ομάδες στο εσωτερικό των κιβωτιόσχημων τάφων κάτω από τύμβους.
 
Μια άλλη περίπτωση, προωθημένη στον χρόνο, συνιστά το αρχαϊκό νεκροταφείο της Σίνδου. Για παράδειγμα, μια ερυθρόμορφη υδρία αποδίδεται με επιφύλαξη σε ευβοϊκό εργαστήριο του 525-510 π.Χ.[2]. Η υδρία βρέθηκε με τα κτερίσματα του γυναικείου κιβωτιόσχημου τάφου αρ. 67 μαζί με μία χάλκινη μεσόμφαλη φιάλη, σιδερένια ομοιώματα τετράτροχης άμαξας, κλισμού, τριποδικής τράπεζας, κρατευτών και οβελών, χρυσά κοσμήματα και χρυσή προσωπίδα. Το αγγείο αυτό θεωρούμε συνεκδοχή της διάρκειας των επαφών που υπήρξαν ανάμεσα στην περιοχή του κάτω Αξιού και της Ευβοίας, όταν πλέον οι ευβοϊκές επιρροές σπάνιζαν στον Κόλπο σε σύγκριση με τις ιωνικές-νησιωτικές, τις κορινθιακές και βέβαια τις αττικές επιδράσεις.
 
Από την άλλη πλευρά, στη Μένδη της Παλλήνης στην ακτή και δίπλα στο λιμάνι, το νεκροταφείο παρουσιάζει σημάδια άλλοτε κοντινά και άλλοτε μακρινά από την ευβοϊκή μητρόπολη[3]. Στη Μένδη, πράγματι, δεν συναντάμε, με τις μέχρι τώρα έρευνες, το έθιμο της καύσης που γνωρίζουμε στην Εύβοια της εποχής του σιδήρου. Αντίθετα, το έθιμο αυτό εντοπίστηκε στον Κούκο, γειτονικά της Τορώνης[4]. Στη Μένδη συνηθίζονταν ο ενταφιασμός και ο εγχυτρισμός σε μεγάλους πιθαμφορείς. Η τυπολογία, ωστόσο, των πιθαμφορέων αυτών παραπέμπει σε ερετριακά πρότυπα του 8ου αι. π.Χ.
 
Η περίπτωση του Κούκου της Συκιάς, βορειοανατολικά της Τορώνης, έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον ως προς τα ευρήματα[5]. Το νεκροταφείο βρίσκεται σε μια λοφώδη περιοχή πλησίον ενός αμυντικού τείχους και ενός οικισμού. Το ταφικό έθιμο είναι εκείνο της καύσης, γνωστό στις τελετουργίες του Λευκαντιού από τον 10ο μέχρι τον 8ο αι. π.Χ. σε κιβωτιόσχημους τάφους. Η κεραμική των κτερισμάτων αποδίδεται σε τοπικά εργαστήρια, ενώ περιλαμβάνει σχήματα ευβοϊκής προέλευσης του 11ου-9ου αιώνα. Τέτοια είναι: ο κάνθαρος, παρόμοιοι του οποίου βρέθηκαν στην Τορώνη και αλλού, στο ηρώον στην Τούμπα του Λευκαντιού και στη Θεσσαλία, ο κρατήρας με ζωόμορφες λαβές μυκηναϊκής τυπολογίας, που συγκρίνεται με σχήματα αγγείων γνωστά επίσης από την Ξηρόπολη και το ηρώον του Λευκαντιού, χρονολογούμενα στον 10ο αιώνα, η λεκανίδα με χαμηλό πόδι ευβοϊκής παράδοσης του 8ου αι. π.Χ.
 
Η διαφορά ανάμεσα στο νεκροταφείο της Μένδης και εκείνο του Κούκου είναι ιδιαίτερα σημαντική από τη στιγμή που αφορά δύο διαφορετικά ταφικά έθιμα. Θα μπορούσαμε να διερευνήσουμε αν έπαιξε κάποιο ρόλο το ότι σύμφωνα με τις πηγές η αποικία των Ερετριέων ήταν η Μένδη και των Χαλκιδέων η Τορώνη, στην ευρύτερη περιοχή της οποίας βρίσκεται η θέση Κούκος. Θα μπορούσαμε, επίσης, να υποθέσουμε ότι στη Μένδη ο εγχυτρισμός είχε εισαχθεί από τους Ευβοείς και είχε επικρατήσει ως έθιμο πριν οι δύο τελευταίοι ασκήσουν το έθιμο της καύσης. Σε αυτή την περίπτωση, πιστεύουμε ότι το τοπικό στοιχείο με τις ευβοϊκές επιδράσεις είχε βρει τη συνοχή του ήδη από τα ύστερα υστεροελλαδικά χρόνια, ώστε να συντηρηθεί η παράδοση κατά τον αποικισμό των Ερετριέων στα μέσα του 8ου αιώνα. Στον Κούκο, αντίθετα, οι νεοαφιχθέντες στην περιοχή ανήκαν πιθανόν σε ευβοϊκές ομάδες που ασχολούνταν με τη μεταλλουργία ή σε Ευβοείς με διαφορετική παράδοση στα ταφικά έθιμα.
 
Ευβοϊκά στοιχεία προέρχονται και από το νεκροταφείο της Ακάνθου, βορειοανατολικά της χερσονήσου της Ακτής, η οποία καταλήγει στον Άθωνα[6]. Το αρχαϊκό νεκροταφείο περιλαμβάνει ενταφιασμούς με κτερίσματα που παρουσιάζουν αφθονία αντικειμένων προερχόμενα από την Εύβοια, την Κόρινθο, τη Βοιωτία, την Αθήνα. Το νεκροταφείο ανήκε στην Άκανθο, όπου αποικία των Ανδρίων και πιθανότατα Χαλκιδέων η οποία θεωρείται ότι ιδρύθηκε περί το 655 π.Χ. Η χώρα της Ακάνθου είναι πλούσια σε ορυκτά και δάση, ενώ ελέγχει μια στρατηγική θέση, νότια της Αργίλου και της Αμφίπολης, κοντά στα μεταλλεία του Παγγαίου και της Θάσου. Οι Χαλκιδείς, σύμφωνα με τις πήγες, ήταν παρόντες κατά την ίδρυση της Αμφίπολης[7].
----------------------------------
1  Ανασκαφές των ταφικών τύμβων στο Δίον: Ε. Πουλάκη-Παντερμαλή, στο Ελληνικός Πολιτισμός. Μακεδονία. Το βασίλειο του Μ. Αλεξάνδρου, Κατάλογος έκθεσης Μοντρεάλ, YΠΠO-ICOM, Αθήνα 1993, 122-123, 134 εικ. 85 και 137 εικ. 98. Πρβ. Ε. Πουλάκη-Παντερμαλή - Μ. Μπέσιος, στο ΑΔ 40, 1985 Χρονικά, 238, 240-243, Ε. Πουλάκη-Παντερμαλή, ΑΔ 42, 1987 Χρονικά, 363-364. Επίσης Ε. Πουλάκη-Παντερμαλή, «Ανασκαφή Αγ. Δημητρίου Oλύμπου», ΑΕΜΘ 1, 1987, 201208, τ.ί., «Όλυμπος 2. Μακεδονικόν όρος, μετεωρότατον» στο Αμητός. Τιμητικός τόμος για τον Μ. Ανδρόνικο τ. 2, Θεσσαλονίκη 1987, 697-718, τ.ί., στο ΑΔ 43, 1988 Χρονικά, 366, τ.ί., «Οι ανασκαφές του Oλύμπου», ΑΕΜΘ 2, 1988, 173-180, τ.ί., ΑΔ 44, 1989 Χρονικά, 322-325, τ.ί., «Τα περιβόλια των θεών», ΑΕΜΘ 3, 1989,149-154.
Ανασκαφές στους ταφικούς τύμβους της Βεργίνας: Μ. Ανδρόνικος, Βεργίνα 1. Το νεκροταφείο των τύμβων, Αθήνα 1969, 181-182, πιν. 75, ΑΘ 1 (φιάλη).
2  Για τα ευρήματα από τη Σίνδο βλ. Α. Δεσποίνη κ.ά., Σίνδος, ό.π., 11-13 (οι ανασκαφές: Α. Δεσποίνη), 182-183, εικ. 293 (τυπολογία της μελανόμορφης υδρίας: Μ. Τιβέριος), 182-205 (τυπολογία των κτερισμάτων: Μ. Τιβέριος, Ι. Βοκοτοπούλου, Α. Δεσποίνη). Πρβ. για τις ανασκαφές της Σίνδου Α. Δεσποίνη, στο Ελληνικός Πολιτισμός …, ό.π.
3  Ανασκαφές στο νεκροταφείο της Μένδης: Ι. Βοκοτοπούλου, στο ΑΔ44, 1989 Χρονικά, 327, τ.ί., «Ανασκαφή … 1989», ό.π., 414-415 και σημ. 8-9, εικ 14 (πιθαμφορέας), τ.ί., στο ΑΔ 45, 1990 Χρονικά, 315-316, τ.ί., «Anciennes nécropoles de la Chalcidique» στο Nécropoles et sociétés antiques. Actes du Colloque international de Recherches Archéologiques de l' Université de Lille III, Lille 1991, Naples 1994 (CCJB XVIII), 79-98 (με σύνθεση για τον αποικισμό της Χαλκιδικής και ιδιαίτερη έμφαση στα δεδομένα των ανασκαφών στο νεκροταφείο της Μένδης), Ι. Βοκοτοπούλου - Σ. Μοσχονησιώτη, «Το παράλιο νεκροταφείο της Μένδης», ΑΕΜΘ 4, 1990, 411-424.
4  Βλ. επόμενη σημ. 5.
5  Ανασκαφές στο νεκροταφείο και τον οικισμό του Κούκου: Ι. Βοκοτοπούλου, στο ΑΔ 42, 1987 Χρονικά, 370-371, τ.ί., «Ανασκαφή στον Κούκο Συκιάς», ΑΕΜΘ 1, 1987, 284-285, Ι. Βοκοτοπούλου - J. Carington-Smith, «Ανασκαφή στον Κούκο Συκιάς», ΑΕΜΘ 2, 1988, 357-370, 359-364, εικ. 8, 9 και 10, τ.ί., «Ανασκαφή στον Κούκο Συκιάς 1989», ΑΕΜΘ 3, 1989, 425-438 (αμφορείς, αμφορίσκοι, κρατήρες, λεκανίδες, σκύφοι, κρατηρίσκοι ευβοϊκής παράδοσης), τ.ί., στο ΑΑ 45, 1990 Χρονικά, 319-320, τ.ί., «Η ανασκαφή στον Κούκο Συκιάς 1990», ΑΕΜΘ 4, 1990, 439-454, J. Carington-Smith, «Τρεις κάνθαροι και ένας κρατήρας από τη θέση Κούκος Συκιάς», ΑΕΜΘ 5, 1991, 335-348, εικ. 1-8.
6  Ανασκαφές στην Άκανθο (νεκροταφείο και οικισμός): βλ. σημ. 17. Επίσης στο ΑΑετήσιες αναφορές από το 1971, Ε. Τρακοσοπούλου-Σαλακίδου, «Ανασκαφές στην αρχαία Άκανθο», στα Πρακτικά Πρώτου Πανελλήνιου Συμποσίου Iστορίας και Αρχαιολογίας της Χαλκιδικής, 1987, 83-85, τ.ί., «Αρχαία Άκανθος. Πτυχές της Ιστορίας με βάση τα αρχαιολογικά ευρήματα», στο Άνδρος και Χαλκιδική. Πρακτικά Συμποσίου, Άνδρος 23.8.1997, Καΐρειος Βιβλιοθήκη, Άνδρος 1998 (Ανδριακά Χρονικά 29), 93-137, όπου και βιβλιογραφία.
7  Για την Αμφίπολη, την Άργιλο και τη Θάσο βλ. τη σύνθεση Δ. Σαμσάρης, Ιστορική γεωγραφία της Ανατολικής Μακεδονίας, 1976, Διάφοροι Συγγραφείς, στο Ελληνικός Πολιτισμός. Μακεδονία. Το βασίλειο του Μ. Αλεξάνδρου. Κατάλογος έκθεσης στο Μοντρεάλ, ΥΠΠΟ-ICOM, Αθήνα 1993, 5759 (Σ. Σαμαρτζίδου: Αμφίπολις), 60-63 (Χ. Κουκούλη-Χρυσανθάκη). Πρβ. D. Lazarides, Thasos and its Peraia, Athens 1971 (AGC 5), τ.ί., Αμφίπολις και Άργιλος, Αθήνα 1972, (AGC 6). Για νέα στοιχεία για την Άργιλο βλ. Ζ. Μπόνιας - J. Perreault, «Άργιλος, η αρχαιότερη ελληνική αποικία στη θρακική περιοχή του Στρυμόνα» στο Άνδρος και Χαλκιδική. Πρακτικά Συμποσίου, Άνδρος 23.8.1997, Καΐρειος Βιβλιοθήκη, Άνδρος 1998 (Ανδριακά Χρονικά 29), 173-196.

Τα λουλούδια στους αρχαίους πολιτισμούς και στην αρχαία Ελλάδα.

Την αναγνώριση των ιδιοτήτων των λουλουδιών, την γνώριζαν άριστα οι αρχαίοι πολιτισμοί, για αυτό τον λόγο και ασκούσαν την θεραπευτική τέχνη των λουλουδιών ώστε να εξαγνίσουν και να ανυψώσουν το ανθρώπινο πνεύμα. Ο εποχικός κύκλος της βλάστησης, ταυτίζεται με τον κύκλο της ανθρώπινης ζωής και έτσι εισάγεται στους μύθους των μυστηρίων. Οι ζωτικές δυνάμεις που χαρακτηρίζουν τα φυτά στον αιώνιο κύκλο της αναγέννησης των λουλουδιών, των φύλλων και των καρπών τους, αποτυπώνονται στην αρχαία τέχνη. Οι ευεργετικές ιδιότητες των φρέσκων λουλουδιών, δρουν άμεσα και αποτελεσματικά, αρκεί κανείς να γνωρίζει πώς να τις απελευθερώνει.

Κατά την διάρκεια του Κριμαϊκού πολέμου, η Αγγλίδα φιλάνθρωπος και νοσηλεύτρια στη φροντίδα των τραυματιών πολέμου (1854-1855) Florence Nightingale (πρωτοπόρος της νοσηλευτικής - προς τιμήν της γιορτάζεται κάθε χρόνο στις 12 Μαΐου η Διεθνής Ημέρα Αδελφών Νοσοκόμων) με τις απόψεις της περί της Ολιστικής φροντίδας, αναφέρει την επίδραση που είχε στον πυρετό των ασθενών η προσφορά μιας ανθοδέσμης με όμορφα χρωματιστά λουλούδια την οποία θεωρεί όχι μόνον ψυχογενή αλλά και σωματική αντίδραση. Στο πρωτότυπο κείμενο της βιβλιογραφικής πηγής αναφέρεται ότι είπε η Florence Nightingale τα εξής:

«I shall never forget the rapture of fever patients over a bunch of bright colored flowers. People say the effect is only on the mind. It is no such thing. The effect is on the body too».

Παράλληλα οι θεραπευτικές δυνάμεις των φυτών, ως βότανα, (μετά τη διαδικασία της αποξήρανσης),διαδραματίζουν στην αρχαία αλλά και στην σύγχρονη φαρμακολογία αρωματοθεραπεία, και βοτανολογία, καταλυτικό ρόλο, ενώ διάφορα φυτικά είδη χρησιμοποιούνταν σε θρησκευτικές (π.χ. δάφνη) και πολιτιστικές τελετουργίες (π.χ. ελιά).

Στην αρχαία Ελλάδα, ήδη από τα τη Μινωική περίοδο η τέχνη της διακόσμησης είναι γεμάτη παραδείγματα της επιρροής που ασκούσαν τα λουλούδια στους ανθρώπους. Από τις σημαντικότερες Μινωικές τοιχογραφίες, που βρέθηκαν στην Κνωσό, είναι αυτή του «Πρίγκηπα με τα κρίνα», ενώ οι Κροκοσυλλέκτριες, μία επίσης είναι ενδεικτική τοιχογραφία φυσιοκρατικού διάκοσμου, που αποκαλύφθηκε στον οικισμό του Ακρωτηρίου της Σαντορίνης.

Ως γνωστόν, η ζωοδότρα ενέργεια της φύσης αποτελούσε μέρος μυστηρίων και τελετών και εκφράστηκε με την κατανάλωση φυτών και καρπών ή με τη χρήση τους ως τελετουργικών αντικειμένων. Ο μύθος των Ελευσίνιων μυστηρίων (όπως και πολλοί άλλοι), ξεκινά με την Περσεφόνη κόρη της Θεάς Δήμητρας να μαζεύει λουλούδια στο Νύσιον πεδίον, μαζί με την Αθηνά, την Άρτεμη και τις Ωκεανίδες νύμφες, άνοιξε η Γη και ξεπήδησε από μέσα ο Πλούτωνας με το σκοτεινό του άρμα και την άρπαξε, αλλά τις κραυγές της δεν τις άκουσε κανείς, εκτός από την Εκάτη και τον Ήλιο κι έτσι κανείς δεν πρόλαβε να τη σώσει.

Θλιμμένη η Δήμητρα που έχασε την κόρη της, λέγεται ότι μάρανε την πλάση, οι σοδειές δεν καρποφορούσαν πια και τα λουλούδια δεν άνθιζαν. Όταν πληροφορήθηκε από τον Ήλιο ότι την έκλεψε ο Πλούτωνας έτρεξε να τη ζητήσει πίσω, ωστόσο κι εκείνος δεν ήθελε να τη χάσει. Έτσι κατέληξαν σε έναν διακανονισμό, η κόρη να είναι στη Γη οχτώ μήνες και τέσσερις στον Κάτω Κόσμο μαζί του και μάλιστα για να το εξασφαλίσει αυτό, της έδωσε να φάει καρπό ροδιού για να ξαναγυρίσει. Έτσι τους τέσσερις μήνες που η Περσεφόνη, σύμφωνα με τον μύθο, βρισκόταν στον Κάτω Κόσμο, στη Γη κυριαρχούσε ο χειμώνας, ενώ οι υπόλοιποι οχτώ, ήταν μήνες ανθοφορίας γονιμότητας και καλοκαιρίας.

Κατά την τέλεση των μυστηριακών τελετουργιών στα σεπτά Ελευσίνια Μυστήρια, οι μύστες έπιναν τον «κυκεώνα», μείγμα βρασμένου κριθαριού και νερού το οποίο αρωμάτιζαν με διάφορα άλλα βότανα και φυτικά παρασκευάσματα. Στα Θεσμοφόρια, γιορτή προς τιμή της θεάς Δήμητρας για την αναγέννηση της γης και τη γονιμότητα, οι γυναίκες μαστιγώνονταν με πράσινα κλαδιά, έτρωγαν φρούτα και σπόρους ροδιού, ενώ στα Πυανέψια, γιορτή για τα σπαρτά, προσέφεραν στη θεά ένα κλαδί ελιάς, την «Ειρεσιώνη», τυλιγμένο με μαλλί και φορτωμένο με τους πρώτους καρπούς της γης.

Οι αρχαίοι Έλληνες μιλούσαν με θαυμασμό για τους κήπους του βασιλιά Mίδα στους πρόποδες του Bερμίου. Ήταν γεμάτοι από εξηντάφυλλα ρόδα με αξεπέραστο άρωμα. Στα Αρχαϊκά χρόνια, η Σαπφώ έκανε ποίημα την εικόνα του τεράστιου κήπου στη Λέσβο με τα κελαρυστά νερά, τα ανοιξιάτικα λουλούδια, τα σκιερά δένδρα και τα πλούσια λιβάδια του. Oι πόλεις των κλασικών χρόνων είχαν αναπτυχθεί ή ρυμοτομηθεί με πυκνή δόμηση, μην αφήνοντας μεγάλα περιθώρια για κήπους. Ορισμένα σπίτια ωστόσο φαίνεται ότι διέθεταν κάποιο μικρό κήπο. Οι αρχαίοι Έλληνες ήταν οι πρώτοι που υιοθέτησαν την καλλιέργεια φυτών σε γλάστρες, και πιο συγκεκριμένα οι αρχαίες Ελληνίδες, στην τελετουργική θρησκευτική γιορτή του Άδωνη («Αδώνια»), όπου διακοσμούσαν συμβολικά τα αγάλματα του θεού και τις στέγες των σπιτιών τους με γλάστρες που είχαν σπείρει φυτά («Αδώνιοι κήποι»).

Εκτός των τειχών των πόλεων, στα προάστια, οι Έλληνες είχαν θεοποιήσει τα φυτά, πιστεύοντας ότι υπήρχαν μυστικές σχέσεις μεταξύ του κόσμου των φυτών και των ηρώων ή των θεών και είχαν δημιουργήσει γύρω από τους ιερούς χώρους τεχνητά αλσύλλια, αφιερωμένα σε θεούς και ήρωες. Γενικά η διαμόρφωση των δημόσιων ελεύθερων χώρων στην Ελλάδα ήταν αναπόσπαστα δεμένη με τη θρησκευτική λατρεία λόγω του ότι κάθε θεός είχε ένα δένδρο αφιερωμένο σ’ αυτόν που θεωρούνταν ιερό. Στα πλαίσια αυτά το πεύκο ήταν αφιερωμένο στον Πάνα, η Δρύς στο Δία, η οξιά στον Ηρακλή, το πουρνάρι και η παπαρούνα στον Άρη, Μέντα στον Πλούτωνα, η μυρτιά και η τριανταφυλλιά στην Αφροδίτη.

Οι δημόσιοι κήποι αποτέλεσαν χαρακτηριστικά σημεία συνάντησης φιλοσόφων και των μαθητών τους οι οποίοι έκαναν περίπατο κουβεντιάζοντας σε μονοπάτια σκιασμένα από πλατάνια και ακακίες. Ο κήπος της Ακαδημίας αποτελεί χαρακτηριστικό κήπο όλων των εποχών, γιατί στους διαδρόμους του και υπό την σκιά των δέντρων, ακούστηκε για πρώτη φορά το 387 π.Χ. η φιλοσοφική διδασκαλία του Πλάτωνα.

Κάποια από τα ιερά άλση της αρχαίας Αθήνας ήταν αυτό της Ακαδημίας το οποίο εξελίχθηκε σε διακοσμητικό κήπο. Γύρω από το ιερό του Ακάδημου βρίσκονταν ο αρχικός πυρήνα του, ο οποίος σχηματίζονταν από δώδεκα ελιές που προέρχονταν από την ιερή ελιά της Ακρόπολης. Το Λύκειο άλσος ( οι πρώτες φυτεύσεις του πραγματοποιήθηκαν γύρω από το ιερό του Απόλλωνα τον 6ο αιώνα π.Χ), απόκτησε παγκόσμια φήμη χάρη στο Σωκράτη, ο οποίος σύχναζε και δίδασκε εκεί (δεύτερο μισό του 5ου αιώνα π.Χ.) και τον Αριστοτέλη, που λίγο αργότερα (335 π.Χ.) δημιούργησε εκεί κοντά την «περιπατητική» σχολή του. Αυτός αποτελούνταν εκτός από παραγωγικές καλλιέργειες και διακοσμητικό κήπο γύρω από το ιερό.

Τέλος, χαρακτηριστικό παράδειγμα διάσημου αρχαίου Ελληνικού κήπου αποτελεί ο βοτανικός κήπος (οι αρχαιολόγοι τον ταυτίζουν με τον κήπο των Μουσών και βρίσκεται στη θέση της σημερινής πλατείας Συντάγματος), με πολλά σπάνια φυτά (αναφέρονται περί τα 600 είδη), πολλά από τα οποία προέρχονταν από τις Ασιατικές χώρες, που είχε κατακτήσει ο Μέγας Αλέξανδρος. Ο βοτανικός αυτός κήπος δημιουργήθηκε από τον Αριστοτέλη το 350 π.Χ. κοντά στον Ηριδανό, παραπόταμο του Ιλισού, στη συνέχεια τον συντήρησε και τον ανέπτυξε ο Θεόφραστος, αλλά μετά το θάνατο του, ο βοτανικός κήπος, που ήταν ο πρώτος στην Ευρώπη, έπεσε σε παρακμή, για να εξαφανισθεί αργότερα με την παρακμή και της Ελλάδας.

Θα κλείσω αυτή την μικρή αυτή αναφορά στους κήπους και στα λουλούδια, με την ιερή τέχνη των λουλουδιών στην Ιαπωνία, την «Ικεμπάνα».

Η «ιερή» αυτή «τέχνη» σύμφωνα με την παράδοση ξεκίνησε από τον μοναχό Ono - No - Imoko σε ένα μοναστήρι της Ιαπωνίας, ο οποίος παρατηρούσε τους πιστούς, να προσφέρουν άνθη πάνω στο βωμό του Βούδα. Θεώρησε πως ο τρόπος που εναπόθεταν τα λουλούδια οι πιστοί στη θεότητα, δεν ήταν ο ενδεδειγμένος. Δεν του άρεσε η εικόνα των πεταμένων άτακτα λουλουδιών πάνω στον βωμό.

Μετά από στοχασμό, ο Ono - No - Imoko αποφάσισε να υιοθετήσει ένα στυλ σύνθεσης, το οποίο αποτελείτο από τρία άνθη. Τα άνθη αυτά τοποθετημένα στο βάζο, σε όρθια στάση, σχημάτιζαν ένα τρίγωνο. Για τον Imoko συμβόλιζαν τον Ουρανό, τη γη και τον άνθρωπο. Το στυλ αυτό της σύνθεσης ονομάστηκε «Kuge», το πρώτο στυλ σύνθεσης της τέχνης της Ικεμπάνα, και ήταν για πολλά χρόνια ο καθιερωμένος τρόπος για να προσφέρουν στους βωμούς άνθη.Η προσφορά λουλουδιών στην θεότητα άρχισε σιγά- σιγά να γίνεται μια μυστική τέχνη για τους ιερείς, με τελετουργικό και λατρευτικό χαρακτήρα, την οποία ασκούσαν με σεβασμό. Αυτή η ενασχόληση, τους έδωσε την ευκαιρία να μελετήσουν τις ευεργετικές ιδιότητες και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των λουλουδιών.

Η Μυστική ιερή τέχνη για 900 χρόνια η «Ικεμπάνα» το 1500 μ. Χ. γίνεται γνωστή στους Αυτοκρατορικούς κύκλους και στις τάξεις των ευγενών «Shogun». Η επιρροή των κύκλων αυτών θα διαμορφώσει διαφορετικά στυλ «Ικεμπάνα».

Εκείνες τις πληγές που σε γεννούν ξανά, να τις σέβεσαι

Οι άνθρωποι έχουν πληγές μέσα και έξω.
Μην φοβάσαι να δεις ένα από αυτούς και μην φοβάσαι να πεις πως είσαι ένας από αυτούς.
Ξέρεις, όλα στη ζωή δεν είναι ζωγραφισμένα σαν από την όμορφη πλευρά του κόσμου.
Εκείνες οι πληγές είναι που σου δίνουν την ομορφιά του εαυτού σου.
Πόσες φορές δεν έχουμε δει ανθρώπους αλλιώτικους από τους άλλους, διαφορετικούς γιατί έχουν μια πληγή εξωτερική, γιατί έχουν σημάδια από τη ζωή του, από εκείνη που εκείνοι επέλεξαν να κάνουν και όμως κάτι ή όλα, δεν έχει σημασία, δεν τους πήγε όπως είχαν φανταστεί.
Έχεις παρατηρήσει πόσο όμορφοι είναι εκείνοι οι άνθρωποι;
Πως λάμπουν και πως δεν τους νοιάζει τίποτε άλλο παρά μόνο ή ζωή. Η ζωή με τα ωραία της και με τα άσχημα της.
Χαρά, λύπη, ναι και λύπη, όλα εκείνα που τους κάνουν δυνατούς και ζωντανούς.
Γιατί έφυγαν, το ξεπέρασαν και ας τους άφησε την πιο μεγάλη εσωτερική πληγή που δεν θα κλείσει ποτέ.
Και ούτε θέλουν να κλείσει, γιατί από εκείνη έμαθαν και μαθαίνουν ακόμα.
Άντεξαν και βγήκαν δυνατοί, δυνατοί σαν εκείνο που σε κάνει να λες, πόση ομορφιά υπάρχει κρυμμένη μέσα σε τούτη τη γη.
Εκείνες οι πληγές που σε γεννούν ξανά.
Εκείνες τις πληγές να τις θέλεις για να παραμένεις ζωντανός!

Στην κλίνη του Προκρούστη: «Να είσαι ο εαυτός σου…», αλλά σου επιτρέπω να είσαι μόνο όπως θέλω εγώ.

Humanity 2020. Παίζει πολύ το μότο «να είσαι ο εαυτός σου και όχι αυτός που θέλουν οι άλλοι να είσαι, δεν χρειάζεται να προσαρμόζεσαι στις νόρμες τους».
 
Δεν αναφέρομαι στο επικό «να κάνεις ό,τι γουστάρεις» (αυτό είναι άλλο μότο που όπως φαίνεται έχει αρχίσει να το πληρώνει ακριβά η ανθρωπότητα κατά τη γνώμη μου).
 
Επίσης, υποστηρίζεται πολύ ο σεβασμός στην διαφορετικότητα. Και η λέξη κυρίως παραπέμπει πλέον στις προτιμήσεις φύλου και σεξουαλικότητας, και όχι στη μοναδικότητα της προσωπικής ταυτότητας ως ύπαρξη ποικιλομορφίας, ευτυχώς.
 
Ο Έριχ Φρομμ θέτει το εξής δίλημμα με τον ερωτηματικό τίτλο του βιβλίου του: «να έχεις ή να είσαι;». Άνθρωπος, Εαυτός, Ατομικότητα, Ταυτότητα, Κοινότητα, Σχέση. Θεμελιώδης πλευρές της ανθρώπινης ύπαρξης, λέξεις και έννοιες δυναμικές, δηλαδή που μπορούν να μεταβληθούν, να αλλάξουν με τον καιρό. Για τις μετατροπές συνήθως προηγούνται γόνιμες συγκρούσεις ή δημιουργικές απογοητεύσεις που οδηγούν σε μια νέα σύνθεση.
 
Ωστόσο, ο εαυτός, ιστορικά είναι μια σχετικά καινούργια ιδέα. Ο Καθηγητής Ψυχολογίας Baumeister (1987) αποτυπώνει μια εικόνα της μεσαιωνικής κοινωνίας στην οποία οι κοινωνικές σχέσεις ήταν δεδομένες και σταθερές. Οι ζωές και οι ταυτότητες των ανθρώπων ήταν αυστηρά προδιαγεγραμμένες σύμφωνα με τη θέση τους στην κοινωνική ιεραρχία – στη βάση ορατών αποδιδόμενων χαρακτηριστικών όπως η οικογένεια, η κοινωνική τάξη, η σειρά γέννησης, ο τόπος γέννησης. Αυτά ήταν όλα όσα χρειαζόταν να γνωρίζει κανείς εκείνη την εποχή, επομένως, η ιδέα ενός σύνθετου ατομικού εαυτού που υπέβοσκε ήταν δύσκολο να καλλιεργηθεί και πιθανότατα περιττό. Συν τοις άλλοις, σε συχνές περιόδους πολεμικών συρράξεων δεν είχε κάποιος την πολυτέλεια να σκέφτεται ποιος είναι όταν σαφώς προήχε η αγωνία της επιβίωσης, ή της λύτρωσης από θανατηφόρο χτύπημα.
 
Η ψυχανάλυση που ακολούθησε χρονικά, λειτούργησε ως μια καινοφανής ιδέα που μπορεί να συμβάλλει ολοκληρωτικά στον τρόπο που οι άνθρωποι σκέπτονται για τον κόσμο τους. Έτσι προκύπτουν σταδιακά πολλές διαφορετικές μορφές του εαυτού με τρεις να φαίνεται πως ξεχωρίζουν: ο συλλογικός, ο ατομικός, και ο σχεσιακός.
 
Σύμφωνα και με τις νευροεπιστημονικές μελέτες, παράγοντες που συγκροτούν την προσωπική ταυτότητα και τον εαυτό είναι η καλλιέργεια της αποδοχής, η ανάδειξη της επιδοκιμασίας και της αυτοεκτίμησης που μέσα από την αλληλεπίδραση ενεργοποιούν ή όχι (με την απουσία τους), τις εκκρίσεις των κατάλληλων ορμονών στον ανθρώπινο εγκέφαλο. Και αντίστοιχα με τη σειρά τους συνεργούν στη γέννηση ευχάριστων ή δυσάρεστων συναισθημάτων.
 
Το μόνο ιδιαίτερο που έχουν τα στοιχεία που μας αποτελούν (τα οποία μπορεί να τα βρει κανείς και στο χώμα για παράδειγμα) είναι πως συναποτελούν εμάς τους ίδιους ως ανεπανάληπτες υπάρξεις.
 
Όλοι οι άνθρωποι έχουν κοινό το 99,9% του DNA τους, και όμως δεν υπάρχουν δύο ίδιοι άνθρωποι. Το δικό μου DNA διαφέρει από κάποιου άλλου σε τρία ή τέσσερα εκατομμύρια μέρη, που είναι μικρό ποσοστό σου συνόλου, αλλά αρκετό για να κάνει μεγάλη τη διαφορά ανάμεσά μας. Αυτά είναι η βιολογική βάση για να έχουμε κοινή την ανθρώπινη φύση μεν, αλλά να διαφέρουμε τόσο πολύ δε. Γι’ αυτό η κοινωνική νοημοσύνη είναι η επιστήμη των ανθρωπίνων σχέσεων. Η τέχνη να συνυπάρχεις και να συμπορεύεσαι με άλλους ανθρώπους στη διάρκεια της ζωής σου.
 
Όλο αυτό το δρομολόγιο, το ταξίδι της ζωής του ανθρώπου για την αυτό-αντίληψη, την συνύπαρξη και την κατανόηση αποτυπώνεται και στις τέχνες ως αφορμή έμπνευσης και προβληματισμού.
 
Για παράδειγμα η κλασική τριλογία του Samuel Beckett, Μολλόυ (1951), Ο Μαλόν πεθαίνει (1951), Ο ακατανόμαστος (1953) πραγματεύεται σε τελευταία ανάλυση την ξέφρενη και εξαγνιστική αναζήτηση σε όλη τη διάρκεια της ζωής για μια αίσθηση ταυτότητας και κατανόησης του εαυτού – μια αναζήτηση για τον αληθινό εαυτό μεταξύ των πολλών εαυτών της ζωής μας.
 
Μια επιπλέον εύστοχη, απλή και διαχρονική αναφορά επιμέρους ζητημάτων που θίγονται παραπάνω βρίσκει κανείς στην Μυθολογία.
 
Ο Θησέας ήταν γιος του βασιλιά των Αθηνών Αιγέα και της Αίθρας. Ο Θησέας συναντά έξω από την Αθήνα, στο σημερινό Δαφνί, τον Προκρούστη. Ο Προκρούστης ζούσε σε ένα σπίτι με δύο κρεβάτια, ένα κοντό και ένα μακρύ. Εξανάγκαζε τους μικρόσωμους περαστικούς να ξαπλώνουν στο μακρύ κρεβάτι και τους τραβούσε βίαια μέχρι θανάτου ώστε να καλύψουν όλο το μήκος του. Τους ψηλόσωμους τους έβαζε στο κοντό κρεβάτι και τους έκοβε τα πόδια που εξείχαν. Ο Θησέας αντιμετώπισε και εξόντωσε και τον Προκρούστη, μπήκε θριαμβευτής στην Αθήνα, και αργότερα έγινε βασιλιάς της πόλης.
 
Το κρεβάτι του Προκρούστη της Μυθολογίας συμβολίζει διαχρονικά τη βίαιη προσαρμογή ενός ατόμου, μιας ομάδας ατόμων ή ενός λαού σε προκαθορισμένα πλαίσια.
 
Ο σύγχρονος άνθρωπος βρίσκεται καθημερινά την Προκρούστεια κλίνη των ανθρωπίνων σχέσεων με τους γνωστούς και τους φίλους του να απαιτούν απ’ αυτόν κάτι που ενδεχομένως δεν είναι σε θέση να είναι όταν αυτοί θέλουν, και αντίθετα, να θέλει ο ίδιος να συμπεριφέρονται και να δρουν οι άλλοι διαρκώς, όπως ο ίδιος. Αυτό όμως θυμίζει έναν ρομποτικό ρυθμισμένο άνθρωπο χωρίς λάθη και ολισθήσεις.
 
Εξαιτίας αυτής της βαθιάς ασυνείδητης πεποίθησης περί σωστού και λάθους που κάνει ο φίλος/ο γνωστός/ο περαστικός, έχει την τάση να γίνεται επίμονος ανιχνευτής σφαλμάτων αντί να συνδράμει στην ανάδειξη και ανάπτυξη των ικανοτήτων που αλληλοσυμπληρώνουν ένα ξεχωριστό ψηφιδωτό. Το πρώτο είναι πιο εύκολο και unbored σε σχέση με το δεύτερο.
 
Ενώ λοιπόν έχει κανείς να διαχειριστεί ζητήματα εαυτού, ταυτότητας, σχέσεων σύμφωνα με τις δικές του κληρονομικές και βιολογικές καταβολές που χρειάζονται μια ολόκληρη ζωή δίχως να ζυγώσει στο άψογο αποτέλεσμα, με όσα προκύπτουν ή του συμβαίνουν ως ανατροπές και μπορεί να μη μάθουμε ποτέ, πολύ συχνά γίνεται δέκτης παραπόνων και προσδοκιών για να συμμορφωθεί και να σωφρονιστεί σύμφωνα με τα θέλω μας. Δεν μιλώ για την περίπτωση επίτευξης κάποιου κοινού ομαδικού σκοπού, που κι αυτό διακατέχεται από στάδια με χώρο και χρόνο και συνέπειες προκειμένου να φτάσει σε αίσιο πέρας.
Με λίγα λόγια, «να είσαι ο εαυτός σου», αλλά επειδή σ’ αγαπώ και νοιάζομαι θα είσαι όπως θέλω εγώ. Αν δεν έχεις τις προδιαγραφές που θέλω δεν σε χρειάζομαι γιατί με κουράζεις. Τέλειο προιόν…Τώρα μένει να περάσει κι από ISO. Κατανάλωση σε όλο το μεγαλείο. Σε κάθε περίπτωση πάντως το ζόρισμα έχει να μας μάθει περισσότερα από το βόλεμα. Αλλά σε σπουδαίες βάσεις, όπως η αποδοχή, η κατανόηση, η ενθάρρυνση και η συνεξήγηση. Είναι μικρή η ζωή για να ξοδεύεται σε γκρίνια και ξινά μούτρα.

Δύσκολοι καιροί για Επιστήμη

Είναι δύσκολο να είσαι επιστήμονας στις μέρες μας. Βρίσκεις κάθε λογής εμπόδια. Θα συναντήσεις πολιτικούς που διαστρέφουν τις τεκμηριωμένες απόψεις της Επιστήμης σου, για να τις ταιριάξουν στους, συχνά ιδιοτελείς, σκοπούς τους. Θα συναντήσεις τσαρλατάνους που θα διατείνονται ότι κατέχουν, από επιφοίτηση, αυτά που εσύ επί δεκαετίες μοχθείς να γνωρίσεις.

Θα βρεις στον δρόμο σου θεωρίες συνωμοσίας, που, με απίστευτη ευκολία, δημιουργούν βραχυκυκλώματα ψευτοεξηγήσεων σε φαινόμενα που η Επιστήμη συστηματικά και καρτερικά πασχίζει να διαφωτίσει.

Ακόμα και Πρόεδροι Υπερδυνάμεων, με ένα τους τιτίβισμα, θα επιχειρήσουν να μηδενίσουν τις επιστημονικά τεκμηριωμένες μελέτες, σχετικά με την κλιματική αλλαγή την πανδημία ή την δημιουργία της ζωής.

Και, φυσικά, θα συναντήσεις αγριάνθρωπους φονταμενταλιστές, ανθεκτικούς σε κάθε είδος ορθολογικής εξήγησης, αλλά και συναδέλφους επιστήμονες επιρρεπείς στον χρηματισμό και στις μελέτες με προκαθορισμένα αποτελέσματα.

Η εξ’ ορισμού προσπάθεια της Επιστήμης να είναι κατά το δυνατόν αντικειμενική και διυποκειμενικά ελέγξιμη, την καθιστά άσπονδο εχθρό όσων θέλουν να παραπλανούν, να ασκούν προπαγάνδα και να χειραγωγούν τους συμπολίτες τους. Και οι ανθρώπινες αδυναμίες, ακόμα και των λαμπρότερων επιστημόνων, καθιστούν ευκολότερη αυτήν την ανίερη προσπάθεια. Ασχέτως, όμως, των προσωπικών μας αδυναμιών, η Επιστήμη καθ’ εαυτή αρνείται να συμπράξει με την τάδε ή δείνα Ιδεολογία και είναι ηθικά ουδέτερη. Τα συμπεράσματά της όμως και οι εφαρμογές της μπορούν να χρησιμοποιηθούν προς όφελος κάποιου σκοπού.

Η Επιστήμη έχει σαφώς διαμορφωμένη άποψη σε θέματα όπως τα εμβόλια, οι ψεκασμοί, οι θεραπείες των νεοπλασιών, αλλά και σε εξωφρενικές, πλην διαδεδομένες, πλάνες, όπως το σχήμα του Πλανήτη μας ή η Αστρολογία.

Η Επιστήμη γνωρίζει καλά τα θέματα των ακτινοβολιών των κινητών τηλεφώνων και των φούρνων μικροκυμάτων. Και η διάδοση των επίσημων επιστημονικών απόψεων θα μπορούσε να απελευθερώσει πολλούς συμπολίτες μας από τα δεσμά ανορθολογικών και μεταφυσικών δοξασιών.

Καθόλου δεν είμαι βέβαιος ότι όλοι οι ταγοί της κοινωνίας μας επιθυμούν αυτή την απελευθέρωση των πολιτών από τον ανορθολογισμό και την βαθύτατα συντηρητική εξάρτηση από ξόρκια, ματζούνια, ξεματιάσματα και θεωρίες συνωμοσίας.

Με αυτή την έννοια, η διδασκαλία, η διάδοση και η υιοθέτηση της Επιστήμης στην καθημερινότητα του πολίτη, στους σημερινούς καιρούς σύγχυσης, αποτελεί μία επαναστατική πράξη. Και είναι καθήκον των επιστημονικών σωματείων να στέκονται στο ύψος των περιστάσεων, χωρίς ωφελιμιστικές υποχωρήσεις σε τσαρλατάνους και Ιδεολογίες.

Όσο η Επιστήμη εμπλέκεται με τις Ιδεολογικές εξαρτήσεις, τόσο χάνει το κύρος της και μετατρέπεται σε υπηρέτρια προαποφασισμένων απόψεων. Και αυτό το τελευταίο είναι έγκλημα καθοσιώσεως για έναν επιστήμονα, του οποίου η έρευνα δεν πρέπει να στηρίζει προειλημμένες αποφάσεις.

Η κατά τη γνώμη μου βασίλισσα των επιστημών, η Φυσική, οφείλει να διδάσκεται συστηματικά, πολλές ώρες και με πλήρη κρατική βοήθεια, από τις μικρές ηλικίες. Διότι η Φυσική μπορεί να συμβάλλει στη δημιουργία πολιτών που θα έχουν ανοσία στον ανορθολογισμό και την «μαγική» σκέψη.

Οι Επιστήμες Υγείας, τέλος, όταν διδάσκονται με συστηματικό τρόπο, μας προστατεύουν από τις μυριάδες πλάνες και τους τσαρλατάνους που τόσο ευδοκιμούν στις ταραγμένες εποχές μας.

Είμαστε σίγουροι ότι όλοι θέλουν κάτι τέτοιο;

Περί τρέλας

Υπάρχουν δύο είδη ανθρώπων. Τρελοί, που αναγνωρίζουν τη τρέλα τους και τρελοί, που δεν έχουν ιδέα για την ύπαρξη αυτής. Βάση αυτού του συλλογισμού, στη τελική, είμαστε όλοι τρελοί!
 
Σίγουρα κάποιος διαβάζοντας την πιο πάνω δήλωση εύκολα, μπορεί να προβεί στο συμπέρασμα πως αυτός που τα γράφει είναι τρελός.
 
Αν είναι τρελός, αυτός που ασχολείται με την τρέλα, παραμένει ένα διαχρονικό ερώτημα. Αν είναι τρελός αυτός που ασχολείται με τη τρέλα τότε ίσως αυτός δεν θα έπρεπε να ασχολείται. Αλλά ποιος τρελός θα ασχοληθεί μ’ αυτή τη δουλειά;
 
Η τρέλα παραμένει μια εμπειρία μέσα από την οποία ο άνθρωπος έρχεται αντιμέτωπος με την ηθική του αλήθεια και με τους κανόνες που ιδιάζουν στη φύση.
 
Συνεχίζει να μπαίνει αδιάκοπα κάτω από καλύτερο φωτισμό καθώς στη σύγχρονη εποχή που ζούμε οι μελετητές της τρέλας, σε σημείο κορεσμού, έχουν πολλαπλασιαστεί.
 
Οι τραγικές της όψεις, σε μεγάλο βαθμό συνεχίζουν κοινωνικά να επισκιάζονται με στίγμα και φόβο για αποκλεισμό, με ρίζες στην ιστορία των τρελών που κατά τον μεσαίωνα διαδέχτηκαν τους λεπρούς και τους πάσχοντες από αφροδισιακά νοσήματα, έγκλειστοι σε πέτρινους πύργους ως εξόριστα μολυσμένα όντα, για εξάλειψη από προσώπου γης.
 
Η συγγένεια της ενοχής, της μόλυνσης, του βρώμικου, του αμαρτωλού και του κακού μαζί με τη τρέλα είναι κάτι που έχει εγκατασταθεί στο συλλογικό ασυνείδητο της ανθρωπότητας και δικαίως στη σύγχρονη κοινωνία γίνονται ηράκλειες προσπάθειες για αποδέσμευση του στίγματος της ψυχικής ασθένειας.
 
Ο Χάινροθ, (1818) χαρακτήρισε τη τρέλα κάτι σαν ζοφερή αταξία, κινούμενο χάος, σπέρμα και θάνατο των πάντων που αντιτίθεται στην φωτεινή και ενήλικη σταθερότητα του πνεύματος.
 
Ο Ζαρατούστρας απ’ την άλλη έλεγε πως πρέπει να έχει κανείς μέσα του το χάος, για να γεννήσει ένα αστέρι πού χορεύει. (Νίτσε, 1883).
 
Πιθανών ο Πασκάλ (1670) να είχε δίκαιο καταγράφοντας πως ¨οι άνθρωποι είναι τόσο αναγκαία τρελοί, ώστε θα ήταν τρέλα άλλης λογής να μην είσαι τρελός.¨
 
Τελικά πόσο απέχει η τρέλα από τη γνώση; Πόσο διαφορετικός είναι ο τρελός;
 
Η ανθρώπινη αντίληψη για την τρέλα ως «πνευματική ασθένεια», είναι το προϊόν της ιστορίας, της εκπαίδευσης και της κουλτούρας. (Φουκώ, 1961).
 
Και παρόλο που παραμένει εξόριστη είναι η αιτία για τα χειρότερα αλλά και τα μεγαλύτερα επιτεύγματα της ανθρωπότητας επιβεβαιώνοντας έτσι τον Σ. Φρανκ (1938) σε σχέση με τη τοποθέτηση του περί αντιφάσεων, πως σε κάθε τι υπάρχουν δύο όψεις.
 
Δεν χρειάζεται ιδιαίτερα να εμβαθύνει κανείς στη τρελά, για να βρει την όψη της λογικής.
 
Δεν μπορεί να υπάρξει η μια χωρίς την άλλη καθώς οι λεπτές γραμμές που διαχωρίζουν μπορεί να οδηγήσουν δια τρόμου τους λογικούς να τα χάσουν αλλά και τους τρελούς προς ανακούφιση, να αποκτήσουν οξύνοια.
 
Η ενασχόληση με τη τρέλα είναι μια άβολη περιοχή. Δεν είναι όμως γη άγονη.
 
Μαθαίνοντας για τα μονοπάτια που βγάζουν από τα προκαθορισμένα πλαίσια κάποιας ηθικής, μπορούμε να δούμε το παράδοξο, το αντίπερα, το ανοίκειο και το άπειρο της ανθρώπινης ψυχής.
 
Η διαφώτιση στα σκοτεινά δωμάτια της ανθρώπινης ψυχής μπορεί να αποτελέσει πεδίο επεξήγησης της ανθρώπινης σκέψης, να τεθούν σε αμφισβήτηση οι αξίες και ηθικές άλλων εποχών και επιτέλους, ο άνθρωπος να συνειδητοποιήσει και να εναρμονιστεί με την πολυσύνθετη του φύση, που ολιστικά περιλαμβάνει σώμα, ψυχή και πνεύμα, σε πλανητικό και συμπαντικό επίπεδο.
 
Ας μην ξεχνάμε πως στη ¨διαταραγμένη¨ σκέψη κάποιων ανθρώπων οφείλουμε την επινόηση των επιστημών και των τεχνών.
 
Πολλοί που βρίσκονται έξω από το χορό της τέχνης, της επιστήμης, της ποίησης και της μουσικής τείνουν να αποκαλούν αυτούς τους αδιάκοπους εξερευνητές της αλήθειας ως εναλλακτικούς, ιδιότροπους, συγχυσμένους και παράφρονες.
Συνάμα τους αποκαλούν αγνούς, μεγαλοφυείς, λαμπρούς και οξυδερκείς επιβεβαιώνοντας με αυτό το τρόπο την συνύπαρξη της τρέλας με τη σοφία, της ζωής με το θάνατο, του σκότους και του φωτός, του γίν με το γιάν.
 
Ίσως τελικά η μεγάλη σοφία να βρίσκεται στο λαό και τις ρήσεις του όπως τη γνώστη πως ¨από μικρό και από τρελό μαθαίνεις την αλήθεια.¨

Jean-Paul Dubois: Επιστρέφοντας απ’ τους περίπατους, ο εξωτερικός αέρας σταματά στο κατώφλι

Ο εγκλεισμός έχει μια δυσάρεστη οσμή.

Αποφορά από το μούλιασμα άσχημων σκέψεων, μυρωδιές από βρώμικες ιδέες που σέρνονται σχεδόν παντού, έντονες αναθυμιάσεις από παλιές νοσταλγικές στιγμές.

Ο αέρας, ο οποίος είναι εξ ορισμού ελεύθερος, δεν μπαίνει ποτέ εδώ μέσα.

Εισπνέουμε τις ανάσες μας μέσα σε κλειστό δοχείο, κοινές αναπνοές φορτωμένες με σκοτεινά σχέδια.

Ακόμη και τα ρούχα, τα σεντόνια, οι επιδερμίδες, καταλήγουν να εμποτίζονται μ’ αυτές τις αναθυμιάσεις που δεν μπορείς ποτέ να τις συνηθίσεις.

Επιστρέφοντας απ’ τους περίπατους, ο εξωτερικός αέρας σταματά στο κατώφλι των περιστρεφόμενων θυρών και η μετάβαση είναι πάντα απότομη.

Μια αόριστη ναυτία έρχεται αμέσως να μας υπενθυμίσει ότι ζούμε κι αναπνέουμε μέσα σε μια κοιλιά που μας κουβαλά μέσα της και μας χωνεύει αργά-αργά, προτού τελικά μας αποβάλει, περισσότερο για να μας ξεφορτωθεί παρά για να μας δώσει πίσω την ελευθερία μας.

Dubois Jean-Paul, Δεν κατοικούν όλοι οι άνθρωποι τον κόσμο με τον ίδιο τρόπο

Όχι άλλοι ναοί του 'Ηλιου

Βαρεθήκαμε με αυτή την πόλη, δεν υπάρχουν πια άλλοι ναοί του ΄Ηλιου” σημειώνει ο  Chtcheglov (Γάλλος Ποιητής).

Όχι άλλοι ναοί του 'Ηλιου

Δεν είναι ξεκάθαρο όμως αν εννοεί τον Ναό του ήλιου στο Πεκίνο, την πυραμίδα του Ήλιου στο Τεοτιουακάν ή τις πυραμίδες της Αιγύπτου, σίγουρα όμως δεν αρεσκόταν στο να μιλά για τον οβελίσκο της πλατείας κονκόρδ. Πέρα από το να ενθουσιάζεται με τις πυραμίδες (Αιγυπτιακές & Προ-κολομβιανές), ο Ζωρζ Μπατάιγ είχε ένα θέμα με τον συγκεκριμένο οβελίσκο ο οποίος μέχρι πρότινος κοσμούσε το κατώφλι του ναού Luxor. Ο Μπατάιγ του είχε δώσει το όνομα “απολιθωμένη ηλιαχτίδα”. Για εκείνον η πλατεία κονκόρδ ήταν το locus από το οποίο θα ανακοινωθεί ο θάνατος του Θεού “ακριβώς γιατί ο οβελίσκος είναι η πιό ήρεμη άρνησή του”. Ο οβελίσκος στήθηκε για να αναδείξει την στρατιωτική δύναμη του Φαραώ, για την πυραμίδα που αντιπροσώπευε την ένωσή του με την αιωνιότητα των Θεών. Η μετακόμισή του στην πλατεία Κονκόρδ την μετέτρεψε σε ένα είδος αρνητικά φορτισμένου ιερού!
 
Πρίν τον πόλεμο ο Μπατάιγ ήθελε να δημιουργήσει ένα τελετουργικό γύρω από το συγκεκριμένο σημείο για να μεταστρέψει την σημασία του και την ενεργειακή ροή του. Η ιδέα που είχε ήταν να μουσκέψει ένα κρανίο στην άλμη ώσπου να μαλακώσει και έπειτα να ειδοποιήσει τον τύπο πως το κρανίο του Βασιλιά είχε μυστηριωδώς επιστρέψει. Αυτό ήταν το σημείο εξάλλου στο οποίο o Λουδοβίκος ΙΣΤ΄ της Γαλλίας εκτελέστηκε κατά την διάρκεια της επανάστασης, για να τον ακολουθήσουν ο Ζωρζ Ζακ Νταντόν, ο Ροβεσπιέρος, ο Λουί Αντουάν Λεόν ντε Σαιν Ζυστ και αρκετοί ακόμη! Τον  Chtcheglov δεν τον ενδιέφερε αυτό. Σε κάθε περίπτωση, ο θάνατος του Θεού είχε ήδη ανακοινωθεί από τον άμβωνα της Παναγίας των Παρισίων από μία ομάδα Λεττεριστών (Letterists: Πρώιμη μορφή των καταστασιακών, υπό τον Guy Debord).
 
Κατά την διάρκεια ενός ήσυχο πρωινού το 1950, ο Μάικλ Μουρ ανέβηκε στο άμβωνα της παναγίας των παρισίων ντυμένος ως Δομινικανός μοναχός για να διαβάσει ένα κήρυγμα που γράφτηκε από το ιδρυτικό μέλος του οργανισμού Letterist International Σερζ Μπερνά. Το μήνυμα ήταν το εξής: “Αληθώς σας λέγω. Ο Θεός Πέθανε” Και τότε ξέσπασε πανικός. Ο Μουρ και δύο ακόμη συνελλήφθησαν. Ο Πομεράντ διέφυγε απαρατήρητος.
 
Όλα τα παραπάνω ήταν παλιά νέα για τον Chtcheglov. “ Διότι είμαστε στον 21ο αιώνα, ακόμη και αν μονάχα λίγοι άνθρωποι πραγματικά το κατανοούν”. Είχε έρθει η ώρα όλες αυτές οι παλιές ιστορίες να μείνουν εκεί που ανήκουν. Στο παρελθόν. Το πρόβλημα ήταν η αποτυχία της επίγειας πόλης να ανανεώσει τον εαυτό της, όχι οι ουρανοί που “αφανίζονται”. “ όλοι ταλαντεύονται μεταξύ του συναισθηματικά ακόμη ζωντανού παρελθόντος και του ήδη νεκρού μέλλοντος”. Και ήταν εκείνος που πρότεινε στον Μπαταίγ μία αρκετά διαφορετική προσέγγιση για τον χώρο της πόλης. Το πρόβλημα ήταν η αντικατάσταση της σταθεροποιητικής παρουσίας του Θεού με μία νέα σχέση μεταξύ της πόλης και του Κόσμου. Η λύση δεν ήταν η κατασκευή ενός σημείου για τελετουργικές θυσίες, μα η νέα διάταξη της κίνησης.
 
Η θεωρία του Μπατάιγ για την πόλη έπαιρνε ως αρχικό σημείο της την ιερή γεωμετρία στο κέντρο, κάτι που δημιουργούσε το σημείο από το οποίο θα εκθρόνιζε τον Θεό. Αντίθετα ο Chtcheglov δεν κοιτούσε την αρχαία και ιερή μορφή της πόλης, μα την μοντέρνα και την ορθολογική πτυχή της. Το κείμενό του στοχεύει ξεκάθαρα το radiant city του Λε Κορμπυζιέ (1887-1965) και αν είχε την ευκαιρία θα αφάνιζε ακόμη περισσότερο την πόλη κι από τις πολεμικές βόμβες και θα την αντικαθιστούσε  με τεράστια ανοιχτά πάρκα και χώρους. Για τον Chtcheglov αυτή ήταν η λάθος προσέγγιση για την αναδιαμόρφωση μιας πόλης. Όχι την Ορθολογική πόλη, μα την παιχνιδιάρα πόλη, όχι την πόλη της εργασίας, μα την πόλη της περιπέτειας. Όχι την πόλη που κατακτά την φύση, μα την πόλη που ξανοίγεται στην ροή και την διαμόρφωση του σύμπαντος.
 
Ο Λε κορμπυζιέ ήταν το μαύρο πρόβατο ολόκληρου του Καταστασιακού project, όμως αξίζει να αναρωτηθούμε τί κοινό υπήρχε στην σκέψη του Κορμπυζι΄τ και του Τσέγκλωφ. Ο Κορμπυζιέ έγραψε πως “ Η αρχιτεκτονική, που περιέχει μέσα της πλαστικότητα και κίνηση, θα έπρεπε να ξεκινήσει από την αρχή και να χρησιμοποιήσει στοιχεία ικανά να εξιτάρουν τις αισθήσεις μας, ή να ικανοποιούν της οπτικές επιθυμίες μας, και να τις διαμορφώσουμε με τέτοιο τρόπο μας επηρεάζει μέσω της λεπτότητας και της βαρβαρότητας, αναταραχής και γαλήνης, αδιαφορίας και ενδιαφέροντος”. Αυτή η κατανόηση της πόλης ως μία ολότητα αισθήσεων και αισθητικών επιρροών είναι αυτό που μοιράζονται οι δυό τους. Ο φιλόσοφος Ζακ Ρανσιέρ  μιλά  για μία “ διανομή της ευαισθησίας”.. Με αυτούς τους όρους ο Κορμπυζιέ και ο Τσέγκλωφ τέμνουν τις απόψεις τους, κατά μία έννοια γιατί και οι δύο φαντάζονται τον χώρο της πόλης ως κάτι το οποίο ο άνθρωπος βιώνει αισθητικά. Κι όμως εδώ ο οργανισμός Letterist International πιέζουν στα όρια το πρόγραμμα του Κορμπυζιέ. Η αρχιτεκτονική μπορεί να είναι για τον κόσμο, αλλά δεν αποφασίζεται από εκείνους ούτε για εκείνους.
 
Χρειάζονται νέες μορφές για να εκφράσουμε μία νέα αρχή αποφάσεων. Η αρχιτεκτονική του Κορμπυζιέ απευθύνεται στην δύναμη, και δεν κατανοεί τις νέες μορφές που χρειάζεται κάτι τέτοιο. “Οι αστοί στα σπίτια τους μοιάζουν με πρόβατα και μειωμένοι, σαν τίγρεις σε κλουβιά. Κάποιος θα μπορούσε να αντιληφθεί πως ίσως και να ήταν περισσότερο χαρούμενοι στο εργοστάσιο ή την τράπεζα”. Οι μορφές που τους προσφέρει συνδέουν την σύγχρονη τεχνολογία με την πνευματικότητα. Η αρχιτεκτονική σηματοδοτεί το “σημάδι της απροσδιόριστης απόλυτης επιμονής στον πυρήνα της ίδιας μας της ύπαρξης” και “μία ενωτική διαχείριση στο σύμπαν”. Αν για τον Μπατάιγ ο ναός του Λούξορ ήταν μία θυσία σε κάποιον απόντα Θεό, Μία αδύνατη αρχή, για τον Κορμπυζιέ θα μπορούσε να επανακατασκευαστεί η αρμονία μεταξύ του Παραδείσου και της Γης μα μέσα από μία μοντέρνα εκδοχή της αρχαίας γεωμετρικής δομής του Λούξορ, σε ολόκληρη την δομή της πόλης μα απογυμνωμένη από όλα τα διακοσμητικά υποσαρκώματα. Ο Κορμπυζιέ επιβάλλει την γεωμετρία του ναού σε ολόκληρο τον χώρο της πόλης. Για τον Τσέγκλωφ όμως, αυτού του είδους η πόλη δεν ήταν σύγχρονη, ήταν προ πολλού ξεπερασμένη. Ήταν ένα προιόν ενός ανάδρομου πολιτισμού, που υστερεί πίσω από την επιστήμη. Ο φυσικός κόσμος δεν γίνεται πλέον κατανοητός ως  μία ομαλή γεωμετρία, όμως ο πολιτισμός ακόμη δεν έχει κατανοήσει αυτό το γεγονός. Ο σκοπός της τεχνολογίας είναι να απαλλάξει μια πόλη από την πολυπλοκότητα, δημιουργώντας μία πλατωνική μορφή που αστράφτει στον Ήλιο. Το πνεύμα είναι γήινο, όχι ουράνιο.
 
Οι πηγές του Τσέγκλωφ που διαμόρφωσαν την θεώρησή του για την πόλη ήταν 2. Σίγουρα άντλησε ιδέες από ένα συγκεκριμένο ρεύμα τέχνης και λογοτεχνίας που παρουσίαζε φανταστικά τοπία, όπως ο Ζωγράφος Τζόρτζιο ντε Κίρικο (1888-1978) και ο Κλωντ Λορραίν (c1600-1682) μέσα από τους  οποίους μπορούσε να διακρίνει μία νέα οπτική του χώρου και του χρόνου. Το λογοτεχνικό ενδιαφέρον του Τσεγκλώφ περιλαμβάνει τον Τόμας ντε Κουίνσι (1785-1859), την ιστορία του  Έντγκαρ Άλαν Πόε ‘The Domain of Arnheim’. Οι άλλες πηγές του δεν ήταν πρότερη τέχνη ή συγγραφή, μα μία συγκεκριμένη πρακτική, που εκείνος και οι φίλοι του αποκαλούσαν derive. Είναι μία παράξενη λέξη. Ένα σημείωμα σε κάποιο ημερολόγιο του Letterist International δίνει κάποιες ερμηνείες για την σημασία και την προέλευσή της. Η λατινική της ρίζα σημαίνει “εξισορροπώ ένα ρεύμα”, “παρακάμπτω μία ροή”. Όλη η σημασιολογία της περιέχει το ξύπνημα των ροών, των καναλιών, όπως επίσης και παράκαμψη των ροών. Υποδεικνύει έναν χωροχρόνο ρευστής κινητικότητας, που μερικές φορές προβλέπεται μα άλλες έχει αναταραχές. Η λέξη αυτή καταδεικνύει έναν ολόκληρο τρόπο ζωής.
 
Είναι το Derive, γράφει η Μισέλ Μπέρνστιν “από το οποίο αναμένουμε τα καταληκτικά αποτελέσματα”. Αφού είχε βαρεθεί τις ακαδημαϊκές σπουδές του και τις αστικές καταβολές του η Μπέρνστιν γύρω στο 1952 βρήκε τον δρόμο της προς τον οργανισμό των Λεττεριστών. Εκείνη ήταν που τυπογραφούσε τα άρθρα για το Potlatch που μπέρδευε τα νέα , ανέκδοτα , θεωρητικά κείμενα και σημειώσεις πάνω στο derive. “Αποξένωσ稔 – Γνωρίζω ότι είναι εκεί κάθε φορά που τραγουδάω κάποιο ερωτικό τραγούδι, απαγγέλω ένα ποίημα, είτε συναλλάσσομαι με τις τράπεζες ή μπαίνω σε κάποιο μαγαζί, η ακόμα και όταν διαβάζω την εφημερίδα. Τον καιρό που ζούμε ο άνθρωπος καθορίζεται ως ον με εμμονές…

Ο Νους και το Άγνωστο

Ο νους, έως τώρα, είναι το αποτέλεσμα του γνωστού. Τι άλλο είναι κανείς εκτός από συσσώρευση γνωστού: από όλα του τα βάσανα, από τις ματαιοδοξίες του και τις φιλοδοξίες του, από όσα τον έχουν πονέσει ή του έχουν δώσει χαρά, από τις επιτυχίες του και τις απογοητεύσεις του;

Όλα αυτά είναι το γνωστό, το γνωστό στα πλαίσια του χρόνου και του χώρου· και όσο ο νους λειτουργεί μέσα στο πεδίο του χρόνου, του γνωστού δηλαδή, δεν μπορεί ποτέ να είναι το άγνωστο, μπορεί μόνο να συνεχίσει να βιώνει ό,τι του είναι γνωστό. Όλο αυτό δεν είναι περίπλοκο ή μυστηριώδες· σας περιγράφω προφανή γεγονότα της ύπαρξής μας μέσα στην καθημερινότητα.

Ο νους, φορτωμένος με το γνωστό, ψάχνει να ανακαλύψει το άγνωστο. Πώς μπορεί; Κάθε λέξη χρησιμοποιείται συνέχεια, αλλά πάντοτε με μια εικόνα του γνωστού. Μόνο οι πολύ λίγοι, που εγκαταλείπουν τις προσκολλήσεις τους πάνε πιο πέρα και ανακαλύπτουν.

Τώρα: ο νους είναι αποτέλεσμα του χρόνου, του γνωστού, κα όταν ένας τέτοιος νους ξεκινάει να ανακαλύψει το άγνωστο μπορεί να ανακαλύψει μόνο ό,τι έχει ήδη βιώσει, πράγμα που είναι το γνωστό.

Για να ανακαλύψει ο νους το άγνωστο πρέπει να απαλλαγεί εντελώς από το γνωστό, από το παρελθόν, ερμηνεύοντας κάθε όνειρό του, κάθε του αντίδραση, αλλά βλέποντας εντελώς την αλήθεια όλης αυτής της κατάστασης, άμεσα, εκεί όπου κάθεστε. Όσο ο νους είναι το αποτέλεσμα του χρόνου, του γνωστού, δεν μπορεί ποτέ να βρει το άγνωστο, που είναι η Πραγματικότητα ή όπως θέλετε πείτε το.

Ο νους απελευθερώνεται από το γνωστό όταν βλέπει αυτή την αλήθεια. Μην ερμηνεύετε αμέσως την ελευθερία με βάση το παρελθόν, σαν να μην θυμάστε το δρόμο για το σπίτι σας – αυτό είναι απλώς αμνησία. Μην υποβιβάζετε την ελευθερία σε μια τόσο παιδιάστικη σκέψη.

Ο νους απελευθερώνεται τη στιγμή που βλέπει την αλήθεια ότι δεν μπορεί να βρει το πραγματικό, αυτή την εξαιρετική κατάσταση του άγνωστου, όταν είναι φορτωμένος με το γνωστό.

Η γνώση, η εμπειρία, είναι το «εγώ», ο εαυτός, που έχει συσσωρεύσει, που έχει συγκεντρώσει· οπότε όλη η γνώση πρέπει να ανασταλεί, όλη η εμπειρία πρέπει να παραμεριστεί. Και όταν υπάρξει η σιγή της ελευθερίας, τότε ο ίδιος ο νους δεν είναι το αιώνιο; Τότε βιώνει κάτι εντελώς καινούργιο, που είναι το πραγματικό· αλλά για να το βιώσει ο νους πρέπει να είναι αυτό το καινούργιο.

Σας παρακαλώ, μη λέτε ότι ο νους είναι η πραγματικότητα. Δεν είναι.

Ο νους μπορεί να βιώσει την πραγματικότητα μόνο όταν είναι τελείως απαλλαγμένος από τον χρόνο.

Η αγάπη δεν είναι μόνο συναίσθημα, είναι και τέχνη

Για εκείνον που τον συναντάς με τον πιο παράδοξο τρόπο και σου αποδεικνύει καθημερινά με κάθε τρόπο ότι ήρθε στη ζωή σου για να μείνει.

Για εκείνον που από ξένος καταλήγει να γίνεται κομμάτι του εαυτού σου. Για εκείνον που νιώθεις διαφορετικά μαζί του από την πρώτη κιόλας στιγμή. Είσαι διαφορετική μαζί του. Συμπληρώνετε ο ένας τον άλλον με έναν μαγικό και ταυτόχρονα ανεξήγητο τρόπο. Σαν τα κομμάτια του παζλ που “κουμπώνει” το ένα με το άλλο. Ακόμη κι αυτά δεν είναι σχεδιασμένα για να είναι όμοια, αλλά για να συμπληρώνει η διαφορετικότητα του ενός το άλλο. Σημασία έχει να βρίσκεις όσα αναζητάς στην διαφορετικότητα του άλλου και όχι να αναζητάς την “καθ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσή σου”.

Κάτι τέτοιο όμως, μπορείς να το καταλάβεις μονάχα όταν το ζήσεις. Μονάχα όταν είσαι και νιώθεις με τον άλλον ένα! Αλλά για να το ζήσεις πρέπει να βρεθεί το κατάλληλο άτομο. Εκείνος που θα σε κάνει να ξαναπιστέψεις στη δύναμη της αγάπης. Εκείνος που θα σου ξυπνήσει συναισθήματα που δεν είχε καταφέρει κανείς ως τώρα. Με εκείνον που θα θέλεις να μοιράζεσαι κάθε στιγμή, κάθε σκέψη και κάθε συναίσθημα μαζί του. Με εκείνον που δεν υπάρχει χώρος για ψέματα και δεύτερες σκέψεις γιατί θα υπάρχει εμπιστοσύνη και επικοινωνία ανάμεσά σας. Με εκείνον που στα δύσκολα θα σηκώνει ο ένας τον άλλον και στα όμορφα θα χαίρονται και θα απολαμβάνουν την κάθε στιγμή.

Εκείνον που θα αγαπήσεις γι’ αυτό ακριβώς που είναι και όχι γι’ αυτό που θα ήθελες να γίνει. Πρωτίστως όμως, εκείνον που θα αγαπήσεις τα ελαττώματά του περισσότερο και από τα προτερήματά του και θα γιατρέψεις τις πληγές του. Για τα θετικά σου όλοι θα είναι πρόθυμοι να πλέξουν το εγκώμιό σου, ποιος όμως θα αγαπήσει τα ελαττώματά σου ; Με εκείνον που όσο και αν διαφωνήσετε δεν θα αντέχετε να μένετε μαλωμένοι και μακριά ο ένας από τον άλλον, και θα το λύσετε όσο πιο άμεσα γίνεται, γιατί ο τσακωμός θα σου προκαλεί έναν εσωτερικό ξεριζωμό.

Για εκείνον που θα αποτελείς προτεραιότητα και θα σου συμπεριφέρεται με ευγένεια και σεβασμό, γιατί θα σε εκτιμάει. Εκείνον που θα αγαπάς και θα νοιάζεσαι περισσότερο και από τον εαυτό σου. Με εκείνον που θα ερωτευτείς πραγματικά και θα θέλεις να βαδίσεις μαζί του σε άβατα μονοπάτια του έρωτα. Εκείνον που πρώτα θα σε αιχμαλωτίσει το μυαλό του και έπειτα θα σε δέσει με γερά δεσμά ο χαρακτήρας και η καρδιά του. Εκείνος που θα νιώθεις τυχερή κάθε πρωί που θα ξυπνάς δίπλα του. Θα τον θαυμάζεις και θα νιώθεις περήφανη γι’ αυτόν. Δίπλα του σε κάθε βήμα, μα και σε κάθε ρίσκο, επιτυχία ή αποτυχία.

Μα πάνω απ’ όλα, με εκείνον που θα μείνετε ενωμένοι και αγαπημένοι. Γιατί μόνο μαζί μπορούν να αντιμετωπισθούν όλα.

Για εκείνον που θα μείνει…

ΣΟΛΩΝ: Από δική σας δειλία και αμυαλιά σας χτυπούν οι φουρτούνες

Όταν ο Πεισίστρατος πήρε τη δύναμη στα χέρια του, ο Σόλωνας, μη μπορώντας πια να πείσει τον λαό, πήγε και άφησε τα όπλα του μπροστά στο οίκημα του στρατηγού λέγοντας “Πατρίδα μου, σε βοήθησα με λόγια και με έργα” – και αμέσως απέπλευσε για την Αίγυπτο και την Κύπρο, από όπου και επισκέφθηκε τον Κροίσο.

Τότε ήταν που ο Κροίσος τον ρώτησε: “Ποιον θεωρείς ευτυχισμένο;”, και εκείνος του απάντησε: “Τον Τέλλο τον Αθηναίο, τον Κλεόβη και τον Βίτωνα”, και όσα άλλα πασίγνωστα λένε οι παλιές ιστορίες.

Κάποιοι λένε ότι ο Κροίσος κάθισε ολοστόλιστος στον θρόνο του και τον ρώτησε αν είδε ποτέ στη ζωή του ωραιότερο θέαμα, και εκείνος απάντησε: “Ναι, πετεινούς, φασιανούς και παγώνια· γιατί αυτά έχουν όλα τους τα λαμπερά στολίδια από τη φύση, χίλιες φορές πιο όμορφα”.

Φεύγοντας από εκεί πήγε στην Κιλικία, όπου και ίδρυσε μια πόλη που της έδωσε το όνομα Σόλοι – απ’ το δικό του όνομα. Εκεί εγκατέστησε και κάτι λίγους Αθηναίους, που σιγά σιγά, καθώς περνούσε ο καιρός, αλλοιώθηκε η γλώσσα τους – γι’ αυτούς ήταν που πλάστηκε η λέξη σολοικίζω [1].

Οι κάτοικοι αυτής της πόλης λέγονται Σολείς, ενώ οι κάτοικοι των Σόλων της Κύπρου λέγονται Σόλιοι.

Και όταν έμαθε ότι ο Πεισίστρατος ήταν ήδη τύραννος, έγραψε στους Αθηναίους τα εξής:

Από δική σας δειλία και αμυαλιά σας χτυπούν οι φουρτούνες·
όχι μομφές στους θεούς· δεν είναι φταίχτες· εσείς οι ίδιοι αρματώσατε τούτους εδώ και τρανέψατε τόσο· έτσι, απ’ αυτά, στην πικρή πέσατε τώρα σκλαβιά· ίδια αλεπού πονηρά περπατάει ο καθένας σας χώρια, μα όλοι σαν πάτε μαζί, τότε σας πιάνει αμυαλιά· οι γαλιφιές σας πλανεύουν, και δίνετε πίστη στα λόγια, όμως καμιά προσοχή στα έργα δεν δίνετ’ εσείς.

Αυτά έγραψε ο Σόλωνας. Ο Πεισίστρατος, από την άλλη, έστειλε στον Σόλωνα, που βρισκόταν μακριά από την πατρίδα του, την ακόλουθη επιστολή:

Ο Πεισίστρατος στον Σόλωνα

 Δεν είμαι ο μόνος Έλληνας που επιδίωξε την τυραννίδα, αλλά η τυραννίδα δεν είναι κάτι που δεν μου ταιριάζει: είμαι από τη γενιά των Κοδριδών. Στην πραγματικότητα ξαναπήρα τα προνόμια που οι Αθηναίοι είχαν ορκιστεί ότι θα δώσουν στον Κόδρο και στους απογόνους του, και ύστερα τους τα αφαίρεσαν. Κατά τα άλλα δεν κάνω κανένα κακό ούτε στους θεούς ούτε στους ανθρώπους, αλλά αφήνω τους Αθηναίους να ζουν ως πολίτες σύμφωνα με τους νόμους που εσύ θέσπισες γι’ αυτούς. Ζουν μάλιστα καλύτερα παρά αν ζούσαν σε δημοκρατία. Σε κανέναν δεν επιτρέπω να συμπεριφέρεται υβριστικά· και εγώ ο τύραννος δεν διεκδικώ για τον εαυτό μου τιμές και προνόμια περισσότερα από αυτά που είχαν καθοριστεί και για τους παλαιότερους βασιλείς. Ο κάθε Αθηναίος ξεχωρίζει από ό,τι παράγει το ένα δέκατο, όχι για μένα, αλλά για τη δημιουργία ενός αποθέματος, από το οποίο θα είναι δυνατό να αντιμετωπίζονται τα έξοδα για τις δημόσιες θυσίες και για τις άλλες τυχόν κοινές εκδηλώσεις, καθώς και για την περίπτωση που θα βρεθούμε σε πόλεμο.

Εγώ πάντως δεν σε κατηγορώ που αποκάλυψες τα σχέδιά μου, και ο λόγος είναι ότι τις αποκαλύψεις σου τις έκανες πιο πολύ από αγάπη για την πόλη παρά από έχθρα για μένα, και, ακόμη, γιατί αγνοούσες τι είδους διακυβέρνηση επρόκειτο να εγκαθιδρύσω εγώ στην πόλη. Γιατί, αν το ήξερες, θα έδειχνες ίσως ανοχή απέναντί μου καθώς ανελάμβανα την εξουσία, και ούτε θα έφευγες από την πατρίδα.

Γύρισε λοιπόν πίσω στην πατρίδα, δείχνοντάς μου εμπιστοσύνη όταν λέω – ας είναι και δίχως όρκο – ότι ο Σόλωνας δεν πρόκειται να πάθει κανένα κακό από τον Πεισίστρατο. Γιατί – να το ξέρεις – ούτε και κανένας άλλος από τους εχθρούς μου έπαθε οποιοδήποτε κακό. Και αν το βρεις σωστό να είσαι ένας από τους φίλους μου, θα έχεις την πρώτη θέση ανάμεσα στους φίλους μου· γιατί δεν διακρίνω μέσα σου κανένα δόλο και καμιά κακοπιστία· αν, πάλι, θέλεις να ζήσεις αλλιώς στην Αθήνα, θα έχεις την άδειά μου. Μη στερηθείς την πατρίδα σου εξαιτίας μου.
Αυτά έγραψε στο γράμμα του ο Πεισίστρατος.

Ο Σόλωνας στον Πεισίστρατο

 Είμαι απόλυτα βέβαιος ότι δεν πρόκειται να πάθω κανένα κακό από σένα. Γιατί και πριν γίνεις τύραννος ήμουν φίλος σου, και τώρα δεν είμαι εχθρός σου περισσότερο από οποιονδήποτε Αθηναίο που δεν του αρέσει το τυραννικό πολίτευμα.

Ο καθένας ας αποφασίσει για λογαριασμό του, σύμφωνα με την κρίση του, αν είναι καλύτερο γι’ αυτόν να κυβερνιέται από έναν μόνο άνθρωπο ή να ζει σε τόπο που έχει δημοκρατία.

Εν πάση περιπτώσει παραδέχομαι ότι εσύ είσαι από όλους τους τυράννους ο καλύτερος.

Όσο για την επιστροφή μου στην Αθήνα, δεν βλέπω ότι θα ήταν σωστό για μένα: φοβούμαι μήπως με κατηγορήσει κανείς ότι, ενώ θέσπισα ίσα πολιτικά δικαιώματα για όλους τους Αθηναίους, και ενώ, μπορώντας να ήμουν εγώ τύραννος, δεν το θεώρησα σωστό, τώρα επιστρέφω και επιδοκιμάζω αυτά που κάνεις εσύ.
--------------------------------
1. Μιλώ ή γράφω λανθασμένα

Και ακριβώς επειδή δεν αισθανόμαστε πως είμαστε άρρωστοι, η γιατρειά μας καθίσταται ακόμα πιο δύσκολη

Ας προσθέσουμε μια ακόμα ιστορία, την οποία ο Σενέκας διηγείται σε ένα γράμμα του.

“Ξέρεις”, λέει, γράφοντας στον Λουκίλιο, “πως η Αρπάστη, η παλαβή δούλα της γυναίκας μου, έμεινε στο σπίτι μου σαν κληρονομικό βάρος· γιατί, από το χαρακτήρα μου, είμαι εχθρός αυτών των τεράτων και αν έχω διάθεση να γελάσω με κάποιον χαζό, δεν μου χρειάζεται να τον ψάξω αρκετά μακριά: γελάω με τον ίδιο μου τον εαυτό. Αυτή η χαζή έχασε ξαφνικά το φως της.

Σου διηγούμαι πράγμα περίεργο αλλά αληθινό: δεν αισθάνεται διόλου πως είναι τυφλή και πιέζει αδιάκοπα τον επιστάτη να την πάρει έξω, γιατί λέει πως το σπίτι μου είναι σκοτεινό.

Εκείνο που περιγελάμε σε αυτή τη γυναίκα, σε παρακαλώ να πιστέψεις πως συμβαίνει στον καθένα μας· κανείς δεν γνωρίζει πως είναι φιλάργυρος ή πως ορέγεται ξένα πράγματα.

Οι τυφλοί τουλάχιστον ζητούν έναν οδηγό. Εμείς ξεφεύγουμε από τον ίσιο δρόμο με τη δική μας συγκατάθεση. Δεν είμαι φιλόδοξος, λέμε, αλλά στη Ρώμη δεν μπορεί να ζήσει κανείς διαφορετικά· δεν είμαι σκορποχέρης, αλλά η πόλη απαιτεί μεγάλα έξοδα· δεν είναι λάθος μου να είμαι χολερικός ή φταίει η νιότη αν ακόμα δεν έχω φέρει σε λογαριασμό κάποιον οριστικό τρόπο ζωής. Ας μην ψάχνουμε έξω από εμάς για την αρρώστια μας· η αρρώστια είναι μέσα μας, φυτεμένη στα σωθικά μας. Και ακριβώς επειδή δεν αισθανόμαστε πως είμαστε άρρωστοι, η γιατρειά μας καθίσταται ακόμα πιο δύσκολη.

Αν από νωρίς δεν αρχίσουμε να φροντίζουμε τις πληγές μας, πότε άραγε θα καταφέρουμε να γιατρέψουμε και αυτές και τα κακά που τις προκαλούν; Ωστόσο, έχουμε ένα πολύ γλυκό γιατρικό, δηλαδή τη Φιλοσοφία, που προσφέρει την πιο γλυκιά γιατρειά. Τις άλλες γιατρειές τις απολαμβάνουμε μόνο όταν έχουν κάμει τη δουλειά τους· ετούτη μας προσφέρει χαρά μεμιάς”.

AEQUAM MEMENTO

Να θυμάσαι να διατηρείς ατάραχο το πνεύμα σου
στις δυσχερείς περιστάσεις, παρόμοια και στις ευχάριστες
στιγμές να το προστατεύεις από την υπερβολική
χαρά, μελλοθάνατε Δήλλιε,

είτε ζήσεις όλον τον καιρό περίλυπος,
είτε κατά τις εορταστικές ημέρες ξαπλωμένος
σε απόμακρη χλόη ευφραίνεσαι
με το παλαιότερο κρασί.

Για ποιο λόγο το θεόρατο πεύκο και η λεύκα αγαπούν
να σχηματίζουν με τα κλαδιά τους μια φιλόξενη σκιά;
Γιατί το τρεχούμενο νερό σπεύδει
επίπονα σε λοξό ρυάκι;

Δώσε εντολή να φέρουν εδώ το κρασί, τα αρώματα
και τα πάρα πολύ βραχύβια άνθη του τερπνού
τριαντάφυλλου, όσο το επιτρέπουν τα πράγματα,
η ηλικία και τα μαύρα νήματα των τριών αδερφών*.

Θα αποχωρήσεις από τα άλση που αγόρασες, την κατοικία
και την έπαυλή σου, που λούζει ο ξανθός Τίβερης,
θα αποχωρήσεις και ιδιοκτήτης, του σε ύψος
συσσωρευμένου πλούτου θα γίνει ο κληρονόμος σου.

Δεν υπάρχει καμιά διαφορά είτε ζεις κάτω από
τον ουρανό πλούσιος και καταγόμενος από τον αρχαίο
Ίναχο είτε πτωχός ευτελέστατης καταγωγής.
Είσαι θύμα του ανηλεούς Άδη.
-------------------------
*Εννοεί τις τρεις Μοίρες (Parcae), Κλωθώ, Λάχεσι και Άτροπο.

Ορατίου, Οι Ωδές – Β΄-3

Πρωτομαγιά: Η Νύχτα των Μαγισσών

Βαλπούργια Νύχτα: 30 Απριλίου· παραμονή Πρωτομαγιάς
 
1η Μαΐου: Η μεγάλη νύχτα οργίων των Μαγισσών
 
Το Φεστιβάλ Beltaine (είναι το Αγγλικοποιημένο όνομα της Gaelic πρωτομαγιάς), που ονομάζεται και είναι γνωστή ως “Βαλπουργιανή Νύχτα”. Αυτή είναι η σημαντικότερη ημέρα στο ημερολόγιό των Δρυίδων μαγισσών, ενώ η 1η Μαΐου είναι η δεύτερη πιο ιερή γιορτή των Illuminati. Απαιτούνται Ανθρωποθυσίες, συναισθηματικά και σωματικά. Δεδομένου ότι ο εορτασμός ξεκινά επίσημα το βράδυ πριν το Beltaine, η παράδοση έχει αναπτυχθεί μεταξύ των αποκρυφιστών να γιορτάζουν το Beltaine ως τελετή 2 ημερών. Αυτή η παράδοση ήταν αρκετά ισχυρή ώστε ο Αδόλφος Χίτλερ αποφάσισε να αυτοκτονήσει (λέμε τώρα) στις 30 Απριλίου στις 3:30 μ.μ. δημιουργώντας έτσι ένα «333» για να τοποθετηθεί την θυσία-αυτοκτονία του εντός του χρονικού πλαισίου του Beltaine.
 
Η αγία Βαλπούργη (Walpurga) γεννήθηκε (τον 8ο αιώνα) στο Ντέβον της Αγγλίας από οικογένεια τοπικού ηγεμόνα. Ο άγιος Βονιφάτιος, ο Άγγλος που προσηλύτισε στο χριστιανισμό τους Φράγκους και πολλές γερμανικές φυλές, είναι ο προστάτης άγιος της Γερμανίας,  ήταν θείος της Βαλπούργης (αδελφός της μητέρας της). Η Βαλπούργη και οι δύο αδελφοί της πήγαν στη Γερμανία να βοηθήσουν τον Βονιφάτιο στον εκχριστιανισμό των γερμανικών φύλων. Για το έργο της ανακηρύχτηκε αγία και η μνήμη της γιορτάζεται από τους Ρωμαιοκαθολικούς την 1η Μαΐου.
 
Η γιορτή της Βαλπούργης μπλέχτηκε με τα τοπικά εορταστικά έθιμα της παραμονής της πρωτομαγιάς και έτσι η γερμανική Walpurgisnacht (αγγλικά Walpurgis Night), η βαλπούργεια ή βαλπούργια νύχτα όπως έγινε στα ελληνικά, περιγράφει ειδικότερα τις τελετές μαγισσών που μαζεύονται σε βουνό να γιορτάσουν την άνοιξη (που στο βορρά έρχεται με κάποια καθυστέρηση). Μια τέτοια νύχτα περιγράφει και ο Γκαίτε στον Φάουστ σκηνή που αξιοποιεί βέβαια ο Γκουνό. Γενικότερα οι βαλπούργιες νύχτες περιγράφουν οργιαστικές τελετές και νύχτες οργίων. (Βαλπούργεια στον Σταματάκο, τον Δημητράκο και το ΛΝΕΓ, βαλπουργεία στην καθαρεύουσα, βαλπουργία στον Δρανδάκη, τελικά το βαλπούργια φαίνεται να επικρατεί)
 
Ο άγιος Βονιφάτιος, ένας από τους σημαντικότερους αγίους της αρχαίας δυτικής Ευρώπης. Αγωνίστηκε ενάντια στη νόθευση του ορθόδοξου ήθους από τους Φράγκους που αργότερα κατέληξαν στον Καθολικισμό, ενώ πέθανε αρνούμενος να πολεμήσει για τη ζωή του, όταν δέχτηκε επίθεση βάρβαρων κατά τα ιεραποστολικά ταξίδια του. Η Ορθοδοξία τον τιμά, μαζί με την αγία Βαλπούργη, στις 5 Ιουνίου.
 
Η Βαλπούργεια Νύχτα
 
Είναι μια παγανιστική πανάρχαια γιορτή για τον ερχομό της άνοιξης, που γιορτάζεται στις 30 Απριλίου και 1 Μαΐου σε πολλές χώρες της Κεντρικής και Βόρειας Ευρώπης, όπως και στην Αμερική, αλλά και σε πολλά μέρη στα Ανατολικά. Το επίκεντρο της Βαλπουργιανής ή Βαλπούργειας Νύχτας (Walpurgisnacht) είναι η Γερμανία. Σύμφωνα με τις τευτονικές παραδόσεις, την παραμονή της εορτής της Αγίας Βαλπούργης ή Βαλπουργίας (1 Μαΐου) – της Αγγλίδας μοναχής που συνεισέφερε τα μέγιστα στην επικράτηση του Χριστιανισμού στον γερμανικό χώρο. Οι δαίμονες και οι μάγισσες συγκεντρώνονται στο όρος Μπλόκεν ή Μπλόγκσμπεργκ της Σαξωνίας και υπό την επίβλεψη του Σατανά και των υπηρετων του, κυριολεκτικά οργιάζουν και προβαίνουν σε διαφόρων ειδών μαγείες, μαγγανείες και όργια για να υποδεχθούν την άνοιξη. Τώρα τι δουλειά έχουν οι μάγισσες, τα όργια κι ο σατανισμός, με τον επίσημο χριστιανισμό και την εκκλησία του, εεε κάνε τους συνειρμούς μόνος σου!!!
 
Το βράδυ της 30ης Απριλίου προς την 1η Μαΐου, σε πολλά μέρη της Γερμανίας, της Κεντρικής και Βόρειας Ευρώπης, ο κόσμος συγκεντρώνεται στην ύπαιθρο. Ανάβει μεγάλες φωτιές, τραγουδά και χορεύει για να τιμήσει την Αγία Βαλπούργη, αλλά και τον ερχομό της Άνοιξης. Μία παγανιστική εορτή, που επιβίωσε του Χριστιανισμού και θυμίζει αρκετά τις δικές μας «φωτιές» την παραμονή της εορτής του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου (24 Ιουνίου). Η Αγία Βαλπουργεία δεν είναι παρά το πρόσχημα ή ακόμη και η προσπάθεια «καπελώματος» από την επίσημη θρησκεία, των εορτασμών αυτής της περιόδου με επίκεντρο την νύχτα της τριακοστής Απριλίου προς την πρώτη Μαΐου.
 
Εδώ τώρα κοιτώντας τις φωτογραφίες κράτα στον νου σου τον Χ. Φ. Λάβκραφτ. Το έργο του είναι ξεκάθαρα εμποτισμένο με την πιο μοναδικά ρεαλιστική οπτική κι απόδοση του κοσμικού τρόμου. Για τον Λάβκραφτ η ανθρωπότητα είναι παγιδευμένη από τις δυνάμεις των αρχέγονων οντοτήτων και συνθλίβεται από αυτές. Ο Λάβκραφτ ήταν φυλετιστής, αναγνώριζε την ποικιλία και την διαφορετικότητα μεταξύ των λαών, αλλά και την διαφορετική παραγωγή έργου του κάθε λαού, ως προϊόν της διαφορετικότητας από την οποία χαρακτηρίζεται ο κάθε λαός. Δεν μπορούσε να αποδώσει ίση τιμή σε έναν λαό που το μόνο πολιτιστικό προϊόν του και η συμβολή του στην ανθρωπότητα είναι το Βουντού.
 
Γι αυτό και θεωρούσε ότι η «πολυπολιτισμικότητα» ήταν (και είναι) στοιχείο παρακμής και διαστροφής. Δεν υπάρχει ούτε ένας φιλόσοφος νέγρος, ποιητής, μαθηματικός, συγγραφέας του φανταστικού και δεν διαπρέπουν σε καμία επιστήμη που απαιτείται ανώτερη νοητική στοχαστικότητα και διαύγεια.
Όταν αναγκάστηκε να ζήσει στη Νέα Υόρκη, το μίσος, η απέχθεια και ο φόβος άρχισαν να παίρνουν διαφορετικές διαστάσεις, με αποτέλεσμα τα εφιαλτικά πλάσματα των ιστοριών του, να είναι η απόδοση των «αισχρών, σιχαμερών και εφιαλτικών μεταναστών». Ένιωθε ότι οι «λιγδεροί και χαζοχαρούμενοι μιγάδες, οι απαίσιοι νέγροι σαν πελώριοι χιμπατζήδες» τον ποδοπατούσαν και του έκλεβαν ζωτικό χώρο στο μετρό και σε όποιο χώρο αυτής της πόλης και αν βρισκόταν. Όταν ζήτησε εργασία κατάλαβε πως η καλλιέργεια και η μόρφωση του δεν είχαν καμία αξία, αν δεν συγκαταλέγονταν με τους «ποντικομούρηδες» Εβραίους και «τερατόμορφους μιγάδες».
 
Αυτή η αίσθηση τον έκανε να νιώθει σαν παγιδευμένο ζώο μέσα σε ένα κλουβί που είναι αναγκασμένο να το μοιραστεί με άλλα είδη ζώων, βγάζοντας αναγκαστικά ωμή βία για να επιβιώσει. Όπως λένε οι άνθρωποι του κοντινού του περιβάλλοντος, όταν ο Λάβκραφτ συναντούσε άτομα άλλων φυλών, έτριζε τα δόντια του και χλόμιαζε ελαφρά, αλλά διατηρούσε την ψυχραιμία του. Η οργή του ξεσπούσε μέσα στις επιστολές του – πριν ξεσπάσει σαν χείμαρρος μέσα στα αφηγήματά του.
 
Είναι γεγονός αξιοπρόσεκτο ότι κανένας από την μαύρη φυλή δεν έγινε συγγραφέας του φανταστικού, ούτε φιλόσοφος, ούτε μαθηματικός τίποτε δηλ. που να απαιτεί καλλιέργεια ανώτερης συνείδησης. Ούτε ένας φιλόσοφος ειδικά την τελευταία πεντηκονταετία που η πρόσβαση στην γνώση «έγινε γιαούρτι» και μπορεί σχετικά εύκολα ο μελετητής να εμπνευστεί; ΟΥΤΕ ΕΝΑΣ; Κι αναφέρω την ιδιότητα του φιλόσοφου, γιατί κάποιος γίνεται φιλόσοφος στα δύσκολα και στον κατατρεγμό. Εξαιρετικά αξιοπρόσεκτο που λέει πολλά !!!
 
Το στυλ του Lovecraft έχει μια γοτθική μεγαλοπρέπεια που μερικές φορές φαίνεται πομπώδης και περιττή αλλά εξυπηρετεί απόλυτα τον στόχο του να υφάνει ένα κόσμο όπου το κακό παραμονεύει για να αρπάξει στα νύχια του τον ανύποπτο και αμέριμνο ορθολογιστή αναγνώστη ο οποίος καθησυχάζεται με τις βεβαιότητες που του παρέχει η υλιστική θεώρηση, της ψευδαίσθησης μιας πιθανής πραγματικότητας. Οι ιστορίες του Lovecraft είναι ιδανικές να εξιστορούνται βραδιές γύρω από την φωτιά, μέσα στο σκοτάδι, όπου όλοι όσοι τις ακούν να νιώθουν ότι κάτι περιμένει … Είπαμε στο σύμπαν του Lovecraft δεν υπάρχουν βεβαιότητες, όπως δεν υπάρχουν βεβαιότητες πουθενά σε ένα χαώδες και φρακταλικό σύμπαν. Οπως ο συγγραφέας προειδοποιεί μέσα από το Necronomicon:
 
That is not dead which can eternal lie, and with strange aeons, even Death may die”
 
“Υπήρχαν σ’ εκείνα τα ταξίδια ανυπολόγιστοι τοπικοί κίνδυνοι – καθώς κι εκείνη η συγκλονιστική έσχατη απειλή που σκούζει άναρθρα και ακατανόμαστα έξω από το σύμπαν της τάξης, εκεί όπου κανένα όνειρο δεν μπορεί να φτάσει ποτέ – εκείνη η άμορφη πληγή του εσώτατου χάους που βλαστημά και αφρίζει στο κέντρο του απείρου – ο απέραντος δαιμονικός ηγεμόνας Αζαθόθ, που τ’ όνομά του κανένα στόμα δεν τολμά ν΄ αρθρώσει μεγαλόφωνα και ο οποίος ροκανίζει πεινασμένα στο κέντρο του απείρου σε κάποιες ασύλληπτες κι αφώτιστες αίθουσες πέρα από το χρόνο μέσα σ΄ έναν πνιχτό, φρενήρη ρυθμό από βδελυρά τύμπανα και το αχνό, μονότονο κλαψούρισμα από καταραμένους αυλούς – και στη συνοδεία αυτών των αποκρουστικών μπουμπουνητών και συριγμών χορεύουν αργά, αδέξια και αλλόκοτα οι γιγάντιοι Έσχατοι Θεοί, τυφλοί, βουβοί ζοφεροί και άμυαλοι. Οι άλλοι θεοί, η ψυχή και ο αγγελιοφόρος των οποίων είναι το έρπον χάος, ο Νυαρλαθοτέπ” / Nyarlathotep
 
Όλοι έχουν δικαίωμα στην ζωή, ειδικά τα παιδιά των Αβυσσαίων, σε μια πολυπολιτισμική τουρλού – τουρλού μανιφατούρα !!!
 
Αυτά τα υβριδικά παιδιά γιορτάζουν την Βαλπούργια Νύχτα, άλλωστε είναι κι επίσημη γιορτή των Ερπετοειδών Επικυρίαρχων, είναι οι ημέρες με τις περισσότερο άγριες τελετές και θυσίες λοιπόν αναμενόμενο να την γιορτάζουν με όργια και σαματά.

Η όλη εικόνα, που παραστατικά δίνει ο Λάβκραφτ, στοχεύει κατευθείαν, σαν μαύρη δίνη, τις συνεκτικές ιδιότητες που εναρμόζουν τον άνθρωπο, την ψυχή και το είναι του. Φτάνει σ ένα επίπεδο πέρα από οποιαδήποτε μορφή οργάνωσης και αιτιοκρατίας. Εκεί όπου η γεωμετρία του χώρου και του μυαλού παρασύρεται και συστρέφεται σε αφύσικες γωνίες και καμπύλες. Σαν μια δομή που λιώνει, διαστρεβλώνοντας το γύρω διάστημα και ρουφιέται μέσα απ’ μια πύλη σε τόπους πέρα απ’ τον κόσμο, στο αρχέγονο και το άμορφο. Περιγράφει μια κατάσταση απρόσιτη και μακρινή που δεν παρεμβαίνει άμεσα στον ανθρώπινο κόσμο. Τον απειλεί όμως πίσω απ’ το παραπέτασμα της τρέλας και της καθέλιξης της ίδιας της δημιουργίας στην πρωτοζωϊκή ύλη.
 
Η κλασσική μέθοδος επιρροής, μετάδοσης και κατεύθυνσης της πληροφορίας μέσα στις συνειδήσεις των πιστών είναι η τεχνική των ονείρων. Στο όνειρο, η επίγνωση του καθενός μπορεί να σταλεί σαν κύμα και να ταξιδεύσει μέσα στις διαστάσεις – στον χώρο και τον χρόνο- ανασύροντας και τα ανάλογα δεδομένα στο πέρασμά του, αρκεί και ο ίδιος να είναι κάπως εξοικειωμένος σ’ αυτό το στροβίλισμα της ενέργειάς του. Ανάλογα και από άλλες σφαίρες, μπορεί να δημιουργηθεί μια δινοτροπική εστία και ένα κύμα ή μια παραφυάδα από κάποιο σκοτεινό φορέα να εισχωρήσει μέσα απ’ τις ρωγμές, κατευθείαν στα κέντρα αντίληψης και στο νευρικό σύστημα του ονειρευόμενου. Σαν ένας διανοητικός ιός που αναδύεται απ’ τα βάθη για να κατσικωθεί στην δική μας πραγματικότητα.
 
“Είχε πει ότι η γεωμετρία του ονειρικού κόσμου ήταν αφύσικη, μη ευκλείδεια, που υπαινισσόταν με αποκρουστικό τρόπο την ύπαρξη χώρων και διαστάσεων πέρα από τις δικές μας” The Call of Cthulhu
 
Αναφορές για την Νύχτα των μαγγισών:
Στον Φάουστ του Γκαίτε υπάρχει ένα κεφάλαιο, που τιτλοφορείται «Walpurgisnacht» και στο οποίο οι μάγισσες ενώπιον του Μεφιστοφελή και του Φάουστ ιππεύουν τράγους ή σκουπόξυλα και πλανώνται μέσα στο σκοτάδι στις κορυφές των βουνών, διαπράττοντας μαγείες και όργια.
 
Ένα κεφάλαιο του μυθιστορήματος του Τόμας Μαν “Το Μαγικό Βουνό” επιγράφεται «Walpurgisnacht».
 
Η δεύτερη πράξη του θεατρικού έργου του Έντουαρντ Άλμπι “Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ” επιγράφεται «Walpurgisnacht».
 
Στο μυθιστόρημα του Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ “Ο Μετρ και η Μαργαρίτα” ο Σατανάς διοργανώνει ένα μεγάλο χορό, στη διάρκεια της Βαλπουργιανής Νύχτας.
 
Πολλά επεισόδια του μυθιστορήματος του Τόμας Πίντσον “Το ουράνιο τόξο της βαρύτητας” (Gravity’s Rainbow) εκτυλίσσονται τη Βαλπουργιανή Νύχτα του 1945.
 
Στη «Βίβλο του Σατανά», το Ευαγγέλιο της Σατανιστικής Θρησκείας του Άντον Λα Βέι, η Βαλπουργιανή Νύχτα θεωρείται ως μία από τις σπουδαίες σατανιστικές γιορτές.
 
“Οι Θανατοφάγοι” (Death Eater) από τις ιστορίες του Χάρι Πότερ λέγονταν και Ιππότες της Βαλπούργης (Knights of Walpurgis).
 
Όσοι ασπάζονται τη σχέση Αποκρυφισμού και Ναζισμού σχετίζουν τη Βαλπουργιανή Νύχτα με τον Αδόλφο Χίτλερ, ο οποίος διάλεξε την 30η Απριλίου (1945) για να αυτοκτονήσει, επειδή αποτελεί σημαδιακή ημέρα για τον Σατανισμό.
 
Die Erste Walpurgisnacht (H πρώτη Βαλπουργιανή Νύχτα), καντάτα του Φέλιξ Μέντελσον σε ποίηση Γκαίτε (1843).
 
Noc filipojakubská (Η Ξεκούραση των Μαγισσών) από την πιανιστική συνθεση Ze Šumavy (Από τα δάση της Βοημίας) του Αντονίν Ντβόρζακ (1883).
 
Walpurgisnacht (Βαλπουργιανή Νύχτα), ντουέτο για δύο σοπράνο και πιάνο του Γιοχάνες Μπραμς (1878).
 
Repent Walpurgis, σύνθεση των Procol Harum (1967), από τα πρώιμα δείγματα του λεγόμενου «προοδευτικού ροκ» (prog-rock).
 
Walpurgis, γνωστό τραγούδι των πιονιέρων του χέβι μέταλ Black Sabbath.
 
Walpurgisnacht, τρίο για έγχορδα του Τζον Τζορν (2004).
 
Παράδοξες διασυνδέσεις σε παράξενες αντιπαραθέσεις ανάμεσα σε αρχαίες φυλές, που χάνονται σε πάμπολλες διασταυρώσεις μέσα στην ιστορία, χωροχρονικά τούνελ και σκουληκότρυπες που μέχρι σήμερα λειτουργούν ως περάσματα για οντότητες όπως οι Μεγάλοι Παλαιοί και οι Πρεσβύτεροι Θεοί της Μυθολογίας Κθούλου. Υβριδικά γένη που μεθοδεύτηκαν σε ανίερες τελετές των οποίων τους οποίους συναντάμε στην εποχή μας σε εορτασμούς σαν αυτούς της Βαλπουργίας Νύχτας και της Πρωτομαγιάς.
 
Κάποιοι αδαείς γιορτάζουν την αναγέννηση της Φύσης και κάποιοι γνώστες την αναγέννηση του Είδους τους!!!

Για τους αδαείς λοιπόν
 
Πρωτομαγιά: Η Γιορτή της Αναγέννησης
 
Της Αναγέννησης Ποιού ή Ποιών;
 
Η Πρωτομαγιά όπως και η προηγούμενη νύχτα της 30ης Απριλίου, είναι η γιορτή της άνοιξης, της φύσης και το μαγιάτικο στεφάνι είναι το μοναδικό έθιμο αυτής της μέρας που έχει μείνει και τηρείται μέχρι σήμερα, ακόμη και χωρίς να γνωρίζει ο σύγχρονος άνθρωπος την σημειολογία του, όμως όχι μόνο αυτά. Κάθε τέτοια μέρα ένα λουλουδένιο στεφάνι στολίζει τις πόρτες των σπιτιών. Ο εορτασμός της Πρωτομαγιάς, έχει τις ρίζες του στις αρχαίες παγανιστικές εορτές του παρελθόντος. Πολλά από τα αρχαία έθιμα έχουν επιβιώσει μέχρι και σήμερα. Η σημασία της ημέρας της Πρωτομαγιάς για τους αρχαίους λαούς οφείλεται στο γεγονός πως ημερολογιακά (για το βόρειο ημισφαίριο) η πρώτη ημέρα του Μαΐου βρίσκεται ανάμεσα στην Εαρινή Ισημερία και το Θερινό Ηλιοστάσιο, τοποθετείται δηλαδή στην αρχή της άνοιξης.
 
Οι πρώτοι εορτασμοί της Πρωτομαγιάς ξεκίνησαν στην προ-χριστιανική Ευρώπη με γιορτές όπως το κέλτικο Μπελτέιν και την εωσφορική γιορτή της Νύχτας του Walpurgis στην κεντρική και βόρεια Ευρώπη και γίνονται μέχρι σήμερα. Με τον εκχριστιανισμό και την πτώση της Ευρώπης, πολλές από αυτές τις γιορτές είτε απαγορεύτηκαν, είτε έλαβαν χριστιανικό χαρακτήρα, άλλωστε έτσι επικράτησε ο χριστιανισμός, ενσωματώνοντας τις γιορτές και τα έθιμα που έβρισκε. Έτσι, ο εορτασμός της Πρωτομαγιάς έχασε το φυσικό και μαγικό του νόημα. Σήμερα, σε πολλές περιοχές της Ευρώπης επιβιώνουν έθιμα αυτής της εποχής όπως ο χορός γύρω από το Γαϊτανάκι. Σήμερα πολλές νεο-παγανιστικές ομάδες προσπαθούν να αναβιώσουν ανάλογα αρχαία έθιμα της Πρωτομαγιάς.
 
Για πολλές προ-χριστιανικές παγανιστικές κοινωνίες της Ευρώπης η Πρωτομαγιά εορτάζοταν ως η πρώτη ημέρα του καλοκαιριού. Έτσι το Θερινό Ηλιοστάσιο στις 21 Ιουνίου συνέπιπτε με τη μέση του καλοκαιριού. Παλιότερα η κατασκευή του αποτελούσε ολόκληρη ιεροτελεστία, αφού τίποτα δεν φτιαχνόταν στην τύχη και καθετί που είχε πάνω του είχε και το δικό του συμβολισμό. Το μαγιάτικο κλαδί ή το στεφάνι δεν είναι μια απλή εκδήλωση, έχει τις ρίζες του στην αρχαιότητα και ως εκ τούτου, κρατάει στο ασυνείδητο όλους τους συμβολισμούς της αρχέγονης φύσης, της ίδιας της ζωής.
 
Είναι γνωστό ότι στην αρχαία Ελλάδα τέτοια κλαδιά ή στεφάνια χρησιμοποιούσαν πολύ συχνά και δεν έλειπαν από καμία σημαντική εκδήλωση. Επιπλέον, είναι παράξενο ότι μια σημαντική γιορτή ενός μήνα των αρχαίων, του Θαργηλιώνος, που αντιστοιχούσε περίπου χρονικά στο Μάιο, περιελάμβανε στα δρώμενά της την κατασκευή ενός κλαδιού ανάλογου με το μαγιάτικο. Το κλαδί αυτό δεν το έφτιαχναν με άνθη, αλλά με κλαδιά οπωροφόρων δέντρων, στα οποία τοποθετούσαν επίσης κρεμμύδι και σκόρδο.
 
Στις μέρες μας έχουμε καθιερώσει στεφάνια από λουλούδια του αγρού ή των κήπων, τα οποία τοποθετούμε για μερικές μέρες στην κύρια είσοδο των σπιτιών μας. Δύσκολα μπορεί πια να ανιχνευτεί συνειδητός συμβολισμός στο σύγχρονο μαγιάτικο στεφάνι. Ασυνείδητα όμως … είναι άλλο θέμα. Για τους περισσότερους δεν αποτελεί τίποτα περισσότερο από μια όμορφη σύνθεση λουλουδιών, χωρίς να παραπέμπει σε συσχετισμούς, σύμφωνα με τους οποίους «χαρίζει» στους ενοίκους ενός σπιτιού υγεία, καλή τύχη, ειρήνη, ευτυχία και ευφορία. Σίγουρα, όμως, η κατασκευή του προσφέρει χαρά σε μικρούς και μεγάλους.
 
Όμως το στεφάνι του Μάη πρέπει να έχει ορισμένα λουλούδια για να πιάσουν οι ευχές που θα κάνεις, όπως: Τριαντάφυλλα, γαρίφαλα, βιόλες, πασχαλιές (λιλά), γεράνια, για να είναι ανθισμένο το σπίτι. Κλωνάρια ανθισμένα από αγιόκλημα ή ελιά, για την ευτυχία του σπιτιού. Στάχυα και λουλούδια του κάμπου, όπως μαργαρίτες, παπαρούνες, για να είναι γεμάτο. Μια κουκιά (φυτό) με τις ρίζες και τους καρπούς της, για τη γλωσσοφαγιά. Ένα κλωνάρι λυγαριάς, για την αγάπη των κοριτσιών του σπιτιού. Ένα κεφάλι σκόρδο, κρεμασμένο στη μέση του ώστε να φαίνεται, για το μάτι.
 
ΚΑΛΟ ΜΑΣ ΜΗΝΑ ΜΕ ΧΑΡΑ ΚΑΙ ΔΥΝΑΜΗ!
 
Ελεγεία των Λουλουδιών
 
Όσα λουλούδια υπάρχουν, το καλοκαίρι ανθίζουν
Κι’ απ’ όλα τα λουλούδια του κάμπου φαίνεται
η νεότης πιο ωραία. Aλλά μαραίνεται
γρήγορα, και σαν πάει δεν ξαναγένεται·
η πασχαλι[αίς] με της δροσιάς τα δάκρυα την ραντίζουν.
Όσα λουλούδια υπάρχουν, το καλοκαίρι ανθίζουν.
Aλλά τα ίδια μάτια δεν τα κυττάζουνε.
Και άλλα χέρια σ’ άλλα στήθεια τα βάζουνε.
Έρχοντ’ οι ίδιοι μήνες, πλην ξένοι μοιάζουνε·
τα πρόσωπα αλλάξαν και δεν τ’ αναγνωρίζουν.
Όσα λουλούδια υπάρχουν,το καλοκαίρι ανθίζουν.
Aλλά με την χαρά μας πάντα δεν μένουνε.
Aυτά οπού ευφραίνουν, αυτά πικραίνουνε·
κ’ επάνω εις τους τάφους, που κλαίμε, βγαίνουνε,
καθώς τους γελαστούς μας τους κάμπους χρωματίζουν.
Πάλ’ ήλθε καλοκαίρι κ’ οι κάμποι όλοι ανθίζουν.
Aλλ’ απ’ το παραθύρι δύσκολα φθάνεται.
Και το υαλί μικραίνει-μικραίνει, χάνεται.
Το πονεμένο μάτι θολώνει, πιάνεται.
Βαρυά τα κουρασμένα πόδια, δεν μας στηρίζουν.
Για μας δεν είναι φέτος που οι κάμποι όλοι ανθίζουν.
Λησμονημένου Aυγούστου κρίνοι μάς στέφουνε,
τ’ αλλοτεινά μας χρόνια γοργά επιστρέφουνε,
σκιαίς αγαπημέναις γλυκά μάς γνέφουνε
και την φτωχή μας την καρδιά γλυκά αποκοιμίζουν.
 
Κωνσταντίνος Καβάφης (από τα αποκηρυγμένα)

Agamben: Γυμνή ζωή και βιοπολιτική κυριαρχία

Giorgio Agamben: (1942– )

Ζωή, Βίος και κυριαρχία:
Τι είναι η γυμνή ζωή;

«Το θάρρος στο κόμμα. ‒Τα φτωχά πρόβατα
λένε στον φύρερ/οδηγό τους: “μόνο να πηγαίνεις
πάντα μπρος και σε μας δεν θα λείψει ποτέ το θάρρος
να σε ακολουθούμε”. Ο φτωχός όμως φύρερ/οδηγός
σκέφτεται μέσα του: μόνο να με ακολουθείτε πάντα και
σε μένα δεν θα λείψει ποτέ το θάρρος να σας οδηγώ».
(Νίτσε)

§1: Ο σύγχρονος Ιταλός φιλόσοφος G. Agamben σε όλο του σχεδόν το πολυδιάστατο έργο αναπτύσσει μοναδικά βαθυστόχαστους προβληματισμούς γύρω από την έννοια της ζωής. Επιχειρεί να την κατανοήσει όχι απλώς ως μια βιολογική έννοια, αλλά ως μια κατ’ εξοχήν πολιτική. Προχωρεί έτσι σε μια φιλοσοφία της ζωής, εντελώς διαφορετική από τις παραδοσιακές προσεγγίσεις, όπως εκείνες του Σπινόζα, του Μπέρξον και άλλες βιταλιστικές συλλήψεις. Δεν θεωρεί επαρκείς τις παραδοσιακές αντιλήψεις περί της ζωής ως μιας ζωτικής δύναμης και λαμβάνει ως σημείο αναφοράς του, από άποψη γενικής αρχής, βασικές θέσεις του Αριστοτέλη περί ζωής, όπως έχουν διατυπωθεί στα Πολιτικά του, στο περί Ψυχής, στα Ηθικά Νικομάχεια και αλλού. Σύμφωνα με τον Έλληνα φιλόσοφο, η απλή φυσική ζωή, το απλό γεγονός της ζωής, σχετίζεται αποκλειστικά με τη ζωή της αναπαραγωγής, με την περιοχή του οίκου, ενώ η ζωή της πόλης, δηλαδή η πολιτική ζωή, δεν ασχολείται απλώς με το ζῆν, αλλά με το εὖ ζῆν: η πολιτική ζωή δεν περιορίζεται στο απλώς ζην, αλλά συνυφαίνεται με το καλώς ζην.

§2: Η Αριστοτελική τούτη διάκριση αναγιγνώσκεται από τον Agamben ως διάκριση ανάμεσα στη ζωή, ήτοι τη βιολογική ζωή, και τον Βίο, δηλαδή την πολιτική ζωή. Η πρώτη μορφή ζωής ανήκει στην ιδιωτική σφαίρα, ενώ η δεύτερη στη δημόσια, στην πολιτική μορφή της ζωής. Ο Ιταλός φιλόσοφος αποφαίνεται διεισδυτικά πως η εν λόγω διάκριση αποτελεί το θεμελιακό στοιχείο, για να καθιδρυθεί η βιοπολιτική κυριαρχία, όπου η ζωή στην πολιτική μπορεί να υπάρχει μόνο μέσα από τον αποκλεισμό της. Παρακολουθώντας και τις σχετικές αναλύσεις του Foucault, σύμφωνα με τις οποίες η νεωτερική εποχή επιφυλάσσει εμπλοκή της φυσικής ζωής στους μηχανισμούς και στις υπολογιστικές συμπεριφορές της πολιτικής εξουσίας και ως εκ τούτου μετατροπή της πολιτικής σε βιοπολιτική, στρέφει το ερευνητικό του βλέμμα στα πιο χαρακτηριστικά πεδία της σύγχρονης βιοπολιτικής: στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, στην προοδευτική μετατόπιση της μαζικής δημοκρατίας σε καταστάσεις ή πολιτικές μορφές ολοκληρωτικού κράτους, στην πλήρη επικράτηση της ολοκληρωτικής εξουσίας με τη μορφή της κατάστασης εξαίρεσης, δηλαδή της κατάστασης έκτακτης ανάγκης.

§3: Η κατάσταση εξαίρεσης ανάγει σε πηγή του νόμου όχι τον ίδιο το Νόμο και το Δίκαιο, έστω κι αυτό το αστικό και άδικο [=μη-δίκαιο] Δίκαιο, αλλά τον πάσης φύσεως και χρώματος Führer. Απόλυτη ισχύς του κράτους ο λόγος του Führer. Διερώτηση: κάτι παρόμοιο δεν ισχύει και στον Ελλαδικό χώρο, όπου όχι μόνο οι δυνάμεις της αστικής κυριαρχίας, αλλά κατ’ εξοχήν και τα «μαύρα κοράκια» του σημερινού «αριστερο»-χουντικού εξουσιασμού έχουν αναγάγει σε Λόγο Πολιτικού θεού τις αερολογίες των Führer τους; Μάλιστα κάποιος από τους πιο αγράμματους στο πολιτικό στερέωμα αρχηγίσκους [=Führer] αυτού του «αριστερο»-φασιστικού συνονθυλεύματος δεν δίστασε να μιλήσει, σε ανύποπτη στιγμή, για μελλοντική κυβέρνηση έκτακτης ανάγκης, εγκαθιδρύοντας ανοικτά και αδιάντροπα πια την αδιαφάνεια της κατάστασης εξαίρεσης. Σύμφωνα με τον Agamben, με την κατάσταση εξαίρεσης συμβαίνει οι ανθρώπινες υπάρξεις να μεταποιούνται [=πολτοποιούνται] σε ένα είδος γυμνής ζωής, δηλαδή σε πολιτικά υποκείμενα, που εγκαθίσταται στο κέντρο της πολιτικής ως ζωντανά νεκρά σώματα χωρίς ιδιαίτερα δικαιώματα και λόγο δικαίου. Υποχρεωτικά κινούνται ανάμεσα στον λόγο του Führer τους και στη δικαιολόγηση της έκτακτης κατάστασης.

§4: Υπ’ αυτή την οπτική, το δουλικό αυτό σώμα, δηλαδή η γυμνή ζωή –που δεν βιώνεται ως αυθεντική, πλήρης νοήματος ζωή, αλλά παραμένει κάτι το νεκρό και ανάξιο– είναι ένα βιοπολιτικό σώμα, που αναπνέει και ενεργεί υπό το ακόλουθο περίπου πλέγμα πολιτικών σχέσεων: ανώτατος άρχων είναι ο Führer. Αυτός είναι ο κανόνας και η φωνή του έθνους. Την ίδια στιγμή το εν λόγω βιοπολιτικό σώμα δεν παραμένει αδρανές, αλλά γίνεται κι αυτό, στην αναλογία του, κανόνας βασικά προς τα κάτω, δηλαδή για τους υπηκόους. Αποτελεί, με άλλα λόγια, τον κανόνα και την εφαρμογή του κανόνα, με το νόημα ότι είναι ο λόγος που αποφασίζει το γεγονός εκείνο, που επιβάλλει την εφαρμογή αυτού του κανόνα. Π.χ. οι Gauleiter της χιτλερικής Γερμανίας αποτελούσαν τον λόγο, τον ενδιάμεσο κανόνα, που αποφάσιζε το γεγονός, το οποίο με τη σειρά του ήταν ο αποφασιστικός παράγοντας για να εφαρμοστεί ο κανόνας του Gauleiter ως κανόνας του Führer. Κάτι παρόμοιο, σε μια πιο αφανή μορφή, συμβαίνει και στο Ελλαδικό πολιτικό τοπίο με τα απανταχού κομματόσκυλα να αναπαράγουν, τήδε κακείσε, κυνικά και ιδιαζόντως σχιζοφρενικά, τη βία του «σοσιαλ»-φασιστικού θεάματος, που ενσαρκώνει ο σαλεμένος Φύρερ τους. Σύμφωνα με τον Ιταλό φιλόσοφο έχουμε να κάνουμε με ένα κράτος ‒ θέαμα, που δεν θεμελιώνεται σε κάποιο κοινωνικό συμβόλαιο, αλλά στη διάλυσή του, την οποία συγχρόνως απαγορεύει (βλ. σχετικά Agamben, Βία και ελπίδα στο τελευταίο θέαμα, σ. 7). Έτσι, η γυμνή ζωή δεν είναι ούτε Ζωή ούτε Βίος παρά ένα αντι-ανθρώπινο είδος ζωής, που παράγεται, οσάκις η Ζωή [=βιολογική, φυσική ζωή] είναι χωρισμένη από το Βίο [=ηθική και πολιτική ζωή] και ο τελευταίος θέτει την πρώτη υπό αμφισβήτηση. Ως εκ τούτου, αυτό το αντι-ανθρώπινο είδος ζωής παρασιτεί στα όρια μιας ηθικο–πολιτικής ζωής, που δεν παριστά τίποτε άλλο παρά μια φαντασμαγορική κενότητα.