Σάββατο, 11 Απριλίου 2020

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ - Ἑλένη (734-760)

ΜΕ. ἄγ᾽, ὦ γεραιέ, πολλὰ μὲν παρ᾽ ἀσπίδα
735 μοχθήματ᾽ ἐξέπλησας ἐκπονῶν ἐμοί,
καὶ νῦν μετασχὼν τῆς ἐμῆς εὐπραξίας
ἄγγειλον ἐλθὼν τοῖς λελειμμένοις φίλοις
τάδ᾽ ὡς ἔχονθ᾽ ηὕρηκας οὗ τ᾽ ἐσμὲν τύχης,
μένειν τ᾽ ἐπ᾽ ἀκταῖς τούς τ᾽ ἐμοὺς καραδοκεῖν
740 ἀγῶνας οἳ μένουσί μ᾽, ὡς ἐλπίζομεν,
εἰ τήνδε πως δυναίμεθ᾽ ἐκκλέψαι χθονός,
φρουρεῖν ‹θ᾽› ὅπως ἂν εἰς ἓν ἐλθόντες τύχης
ἐκ βαρβάρων σωθῶμεν, ἢν δυνώμεθα.
ΑΓ. ἔσται τάδ᾽, ὦναξ, ἀλλά τοι τὰ μάντεων
745 ἐσεῖδον ὡς φαῦλ᾽ ἐστὶ καὶ ψευδῶν πλέα.
οὐδ᾽ ἦν ἄρ᾽ ὑγιὲς οὐδὲν ἐμπύρου φλογὸς
οὐδὲ πτερωτῶν φθέγματ᾽· εὔηθες δέ τοι
τὸ καὶ δοκεῖν ὄρνιθας ὠφελεῖν βροτούς.
Κάλχας γὰρ οὐκ εἶπ᾽ οὐδ᾽ ἐσήμηνε στρατῶι
750 νεφέλης ὑπερθνήισκοντας εἰσορῶν φίλους
οὐδ᾽ Ἕλενος, ἀλλὰ πόλις ἀνηρπάσθη μάτην.
εἴποις ἄν, οὕνεχ᾽ ὁ θεὸς οὐκ ἠβούλετο.
τί δῆτα μαντευόμεθα; τοῖς θεοῖσι χρὴ
θύοντας αἰτεῖν ἀγαθά, μαντείας δ᾽ ἐᾶν·
755 βίου γὰρ ἄλλως δέλεαρ ηὑρέθη τόδε,
κοὐδεὶς ἐπλούτησ᾽ ἐμπύροισιν ἀργὸς ὤν·
γνώμη δ᾽ ἀρίστη μάντις ἥ τ᾽ εὐβουλία.
ΧΟ. ἐς ταὐτὸ κἀμοὶ δόξα μάντεων πέρι
χωρεῖ γέροντι· τοὺς θεοὺς ἔχων τις ἂν
760 φίλους ἀρίστην μαντικὴν ἔχοι δόμοις.

***
ΜΕΝ. Μόχθους πολλούς μαζί μου πολεμώντας
πέρασες, γέρο· τώρα, έλα, μοιράσου
την ευτυχία μου· τρέξε στους συντρόφους
που μας απόμειναν και πες τα νέα·
πώς είναι εδώ τα πράγματα· ας προσμένουν
έτοιμοι στον γιαλό για τους αγώνες
740 που ᾽χω να κάνω ακόμη, αν θα μπορέσω,
καθώς ελπίζω, ετούτην απ᾽ τη χώρα
ν᾽ αρπάξω· ας αγρυπνούν κι όλοι ενωμένοι,
σε μια σμίγοντας τύχη, απ᾽ τους βαρβάρους
κάποιο να βρούμε τρόπο να σωθούμε.
ΑΓΓ. Θα γίνουν, βασιλιά μου αυτά· μα βλέπω
κούφια τη μαντική, ψευτιές γεμάτη.
Με τη φωτιά και τα πουλιά μαντείες
τίποτα δεν αξίζουν· αν πιστεύεις
πως τα πουλιά ωφελούνε τους ανθρώπους,
ανόητος είσαι. Ο Κάλχας στον στρατό μας
δεν μίλησε καθόλου, κι ας θωρούσε
750 να χάνονται οι δικοί του για έναν ίσκιο·
κουρσέψαν ανωφέλευτα τη χώρα·
θα πεις, δεν το ᾽θελε ο θεός· και γιατί τότε
πηγαίνουμε στους μάντεις; Όταν κάνεις
θυσίες στους θεούς, να τους γυρεύεις
τα καλά μόνο κι άσε τις μαντείες·
ξεγέλασμα είναι στη ζωή· κανένας
δεν πλούτισε μ᾽ αυτές όντας τεμπέλης·
σωστό μυαλό και νους, νά σοφός μάντης.
(Φεύγει ο αγγελιαφόρος.)
ΧΟΡ. Στα όσα είπε ο γέρος συμφωνώ· άμα
κερδίσεις τους θεούς, στο σπιτικό σου
760 την πιο μεγάλη μαντική έχεις μπάσει.

Μακεδονία εν μύθοις φθεγγομένη: Μύθοι Θεσσαλονίκης

Ο Κάσσανδρος ίδρυσε την πόλη της Θεσσαλονίκης το 315 π.Χ., με τον συνοικισμό είκοσι πέντε πολισμάτων μεταξύ Αξιού και Αίνειας, και την κατέστησε μητρόπολη της Μακεδονίας.

Προφανώς στην πόλη θα «συνοίκισαν» και οι μυθολογικές παραδόσεις, χωρίς όμως να είναι γνωστά πολλά στοιχεία.

Ό,τι γνωρίζουμε είναι κυρίως από τα έργα των τεχνών και δευτερευόντως από τις φιλολογικές πηγές.

Gestalt: Διαταραχές επαφής και πώς μετατοπίζεται το όριο επαφής

Η συνάντηση με το περιβάλλον, μεταξύ του ''εγώ' και του ''όχι εγώ'', δεν είναι μια διαδικασία παθητική. Παίρνουμε και διαλέγουμε και, συγχρόνως, και το περιβάλλον παίρνει και διαλέγει. Αυτή η διάδραση ως βίωμα από μόνο του είναι πολύπλοκο, ενίοτε δύσκολο και συγχρόνως έχει ρoή. Βέβαια, πολλές φορές οι άνθρωποι - θεωρώντας το έξυπνο τρόπο επιβίωσης - μεταβάλλουμε το βίωμα αυτό, χειριζόμενοι το όριο επαφής του, ώστε να αντέξουμε αυτό που μας ζητείται από τη διάδραση.

Τρόποι διαταραχής επαφής και μετατόπισης του ορίου της


Κατ' αυτόν τον τρόπο, διαταράσσεται και η ροή. Αυτό, όπως θα δούμε σε λίγο , γίνεται με πολλούς τρόπους. Για παράδειγμα, το σημείο συνάντησης μπορεί να μετακινηθεί, οπότε η επαφή να λάβει χώρα αλλού από εκεί που εμφανίζεται. Η ίδια η φύση του ορίου μπορεί να αλλάξει, τα χαρακτηριστικά του μπορεί να αλλάξουν και, κατ' επέκταση, το όριο να αγνοηθεί ή να διαλυθεί. Παρακάτω παραθέτω κάποιους τρόπους διαταραχής της επαφής και μετατόπισης του ορίου της.

Συμβολή


Υπάρχει συμβολή στη φάση της προ-επαφής, όπου το πεδίο είναι αδιαφοροποίητo, ενώ τα μέρη του είναι παρόντα, κανένα δεν βγαίνει έξω από το πεδίο. Μορφή και φόντο είναι ένα . Δεν υπάρχει επαφή, ούτε μορφή, ούτε όριο. Όταν δεν υπάρχει όριο λοιπόν, το μέρη συγχωνεύονται.

Υπάρχει συμβολή και στη φάση της τελικής επαφής. Εκεί, το εγώ είναι απορροφημένο από το όχι εγώ, με διαφορετικό τρόπο όμως από την προ-επαφή, αφού έχει ήδη υπάρξει επαφή. Σε αυτήν τη συμβολή, δηλαδή, βιώνεται το μη διαφορετικό, συνεπώς δεν βιώνεται η αίσθηση της συνάντησης και της επαφής. Είναι βεβαίως ένα βίωμα. Και είναι σημαντικό βίωμα, όπως η αίσθηση που έχουμε στον διαλογισμό ή όταν γινόμαστε ένα με το σύμπαν, τον Θεό, την ανώτερη δύναμη ή τον λατρεμένο μας.

Ενώ δηλαδή υπάρχει το διαφορετικό, το όριο διαλύεται. Στην προ-επαφή το διαφορετικό δεν υπάρχει. Συμβαίνει στο μωρό που θηλάζει, όταν συμπάσχουμε στον πόνο του άλλου ή σε στιγμές ιδιαίτερες, όπως στον έρωτα. Κατά τη διάλυση του ορίου δημιουργείται μια συνθήκη όπου μπερδεύουμε κάποιον με εμάς. Δεν μπορούμε να ξεχωρίσουμε τα συναισθήματά μας ή τη στάση μας από τον άλλον. Αυτό συμβαίνει συχνά στις σχέσεις, ή όταν βρισκόμαστε σε μια μεγάλη συγκέντρωση ανθρώπων. Νομίζουμε ότι είμαστε σε επαφή. Στην πραγματικότητα, δεν είμαστε σε αυθεντική υγιή επαφή, αφού δεν διαφοροποιούμαστε από τον άλλον. Ο θεραπευτής, όταν χρειάζεται, ωφέλιμο είναι να παράσχει κάποιου είδους πρόκληση, ώστε να μετατοπιστεί από τη θέση της συμβολής και να έρθει σε επαφή με τον εαυτό του, τη διαφορετικότητά του και, συνεπώς, να ξαναδημιουργήσει το διαλυμένο όριο...

Ένα άλλο παράδειγμα είναι όταν βλέπουμε ένα άδειο χωράφι και αρχίζουμε να φαντασιωνόμαστε βλέποντας πάνω του το σπίτι των ονείρων μας, το σπίτι αυτό που βλέπουμε ανήκει στο μάτια του μυαλού μας και προβάλλεται στο τοπίο. Στο όριο λοιπόν, βλέπουμε τις επιθυμίες μας, τις σκέψεις μας, τα συναισθήματα μας ή οτιδήποτε έρχεται από μέσα μας. Όταν γίνεται με επίγνωση, όπως για παράδειγμα στην τέχνη (πχ ζωγραφική ),τότε έχουμε υγιή επαφή. Όταν γίνεται χωρίς επίγνωση, τότε έχουμε μη υγιή επαφή καθώς δεν συνειδητοποιούμε ότι εμείς φτιάχνουμε το όριο κατασκευαστικά (δεν το συναντάμε στην αλήθεια του, το χωράφι είναι άδειο) ούτε βέβαια συνειδητοποιούμε ότι το χειριζόμαστε (το όριο).

Προβολή


Προβολή μπορεί να έχουμε στη φάση της επαφής, αλλά και της μετα-επαφής. Είναι η στιγμή όπου δεν διαλύουμε το όριο, αλλά του αλλάζουμε θέση. Για παράδειγμα, όταν κρυώνουμε και ρωτάμε τον διπλανό μας αν κρυώνει. Ένα άλλο παράδειγμα είναι όταν βλέπουμε ένα άδειο χωράφι και αρχίζουμε να φαντασιωνόμαστε βλέποντας πάνω του το σπίτι των ονείρων μας, το σπίτι αυτό που βλέπουμε ανήκει στο μάτια του μυαλού μας και προβάλλεται στο τοπίο. Στο όριο, λοιπόν, βλέπουμε τις επιθυμίες μας, τις σκέψεις μας, τα συναισθήματα μας ή οτιδήποτε έρχεται από μέσα μας. Όταν γίνεται με επίγνωση, όπως για παράδειγμα στην τέχνη (πχ ζωγραφική) ,τότε έχουμε υγιή επαφή. Όταν γίνεται χωρίς επίγνωση, τότε έχουμε μη υγιή επαφή καθώς δεν συνειδητοποιούμε ότι εμείς φτιάχνουμε το όριο κατασκευαστικά (δεν το συναντάμε στην αλήθεια του, το χωράφι είναι άδειο) ούτε βέβαια συνειδητοποιούμε ότι το χειριζόμαστε (το όριο).

Ενώ λοιπόν στη συμβολή δεν υπάρχει το όριο, στην προβολή βρισκόμαστε και στις δύο πλευρές του ορίου που εμείς δημιουργήσαμε, για να καλύψουμε την ανάγκη μας. Το παραπάνω συμβαίνει όταν φτιάχνουμε ένα περιβάλλον με στοιχεία του Εαυτού μας, όταν δηλαδή το εγώ φτιάχνει ένα όχι εγώ και μετά το συναντά. Για παράδειγμα, να με ενοχλήσει η συμπεριφορά του διευθυντή μου, να μην πατήσω σ ' αυτό το συναίσθημα της ενόχλησης εκείνη τη στιγμή, και μετά από ώρες να τον δω και να έχω αίσθηση, αν όχι τη βεβαιότητα, ότι ο διευθυντής είναι ενοχλημένος μαζί μου.

Στην ουσία, μετατοπίζω το όριο, προβάλλοντας στο περιβάλλον τον εαυτό μου και έτσι βλέπω το θυμό μου. Εδώ, το όριο δεν με συνδέει με το όχι εγώ, αλλά με τον εαυτό μου. Το συγκεκριμένο παράδειγμα αφορά τον δημιουργικό τρόπο προσαρμογής με διαταραχή ορίου, σε σχέση με την αντίδραση στον συγκεκριμένο θυμό ως μορφή. Σε άλλη περίπτωση, η μορφή του θυμού μπορεί να σχηματιστεί αλλιώς και να πάρει και άλλες μορφές.

Ενδοβολή


Ενδοβολή μπορεί να έχουμε στη φάση της επαφής, της τελικής επαφής και της μετα-επαφής. Και εδώ, όπως και στην Προβολή, το όριο υπάρχει ως σημείο συνάντησης διαφορετικότητας. Επίσης, όμως, το τοποθετούμε αλλού από εκεί που πραγματικά είναι. Ό,τι υπάρχει στο περιβάλλον -απόψεις, ιδέες, εκφράσεις, ηθικές αξίες-το βιώνουμε σαν να είναι μέσα μας. Με αυτόν τον τρόπο αποφεύγουμε την επιθετική διαδικασία της πέψης για αφομοίωση (θυμηθείτε πως διογκώνετε τα φαγητά: ουσιαστικά, τα δόντια επιτίθενται στο φαΐ) και αποφεύγουμε τη διάσπαση την καταστροφή, όλη αυτή τη διαδικασία που χρειάζεται για να γίνει κάτι δικό μας. Δεν πλησιάζουμε καν δηλαδή το ''oχι εγώ''. Το καταπίνουμε αμάσητο.

Οπότε το όριο δεν είναι μεταξύ του εγώ και του όχι εγώ, αλλά ανάμεσα σε ένα μέρος του εαυτού μας και σε ένα άλλο μέρος του εαυτού μας. Έτσι, το περιβάλλον μπαίνει μέσα μας αμάσητο, παραμένοντας στην αρχική του μορφή. Απλώς τοποθετείται σε ένα νέο πεδίο.

Ενδοβολή είναι και η μίμηση. Όταν γίνεται με επίγνωση, είναι υγιής. Διαφορετικά, δεν είναι υγιής επαφή. Ενδοβολή είναι να συμφωνείς, χωρίς να το έχεις επεξεργαστεί, με τις προτάσεις του διευθυντή σου. Και εδώ η επίγνωση θέσης κάνει τη διαφορά. Αν η ζωή ενός οργανισμού στηρίζεται σε οτιδήποτε έχει ενδοβάλει, τότε η μορφή της αποκτά ασάφεια, γίνεται άχρωμη και μη διαυγής. Στην ουσία, δεν είναι ο καπετάνιος στο καράβι του. Δεν χαράζει αυτός την πορεία, δεν κρατά το τιμόνι. Χάνεται η αυθεντικότητα του Εαυτού τόσο προς τον εαυτό όσο και προς το περιβάλλον. Θα μιλάει αλλά η φωνή του δεν θα ακούγεται καθαρά και δυνατά.

Αναστροφή


Στην αναστροφή, τα όρια παραμένουν, δεν διαλύονται, αλλά διαταράσσονται και αλλάζουν θέση μέχρι να μετασχηματιστεί αυτό που το ''εγώ συναντά στο ''όχι εγώ''. Το όριο μεταξύ οργανισμού και περιβάλλοντος τοποθετείται εκεί, ώστε το ''εγώ'' να είναι το ''περιβάλλον''. Το εγώ ασκεί μια δράση στο εγώ και όχι στο περιβάλλον. Το εγώ είναι και στις δυο πλευρές του ορίου. Για παράδειγμα, κακοποιώ τον αυτό μου χτυπώντας το πόδι μου με το χέρι μου, για να μη χτυπήσω κάποιον που με προσέβαλε. Όταν γίνεται με επίγνωση, είναι υγιής επαφή, όπως για παράδειγμα το να δαγκώνεις τα χείλη σου από τα νεύρα σου και όχι το παιδί σου.
 

Εγωτισμός


Σε αυτό το σημείο, πριν μιλήσω για τον εγωτισμό, θεωρώ σημαντικό να ξεχωρίσουμε και να αποκτήσουμε διάκριση μεταξύ του εγωτισμού και του αυτισμού ή ανθρώπων που βρίσκονται στο φάσμα του αυτισμού, όπως ΔΑΔ (Διάχυτη Αναπτυξιακή Διαταραχή) ή Άσπεργκερ. (Είναι η διαφορά μεταξύ του εγώ και του εαυτού.) Το αναφέρω αυτό γιατί είναι ωφέλιμο ως θεραπευτές, και όχι μόνο, να μπορούμε να αναγνωρίζουμε τη διαφορά, καθώς στις μέρες μας όλο και περισσότερο πλέον γίνεται σωστή διάγνωση αυτών των ανθρώπων, και συνεπώς αυξάνεται και ο καταγεγραμμένος αριθμός τους.

Είναι σημαντικό να σημειώσουμε ότι δεν παρατηρείται αύξηση στον πυρηνικό αυτισμό, αλλά στο φάσμα του αυτισμού. Είναι άνθρωποι που έχουν στοιχεία αυτισμού αλλά, σε αντίθεση με τον αυτισμό, όπου υπάρχει παντελής άρνηση της κοινωνικής επαφής λόγω ολικής ανικανότητας, στο φάσμα υπάρχει μεγάλη επιθυμία κοινωνικής διάδρασης, η οποία συγχρόνως συνοδεύεται από έλλειψη κοινωνικών δεξιοτήτων. Και δυστυχώς, πολλές φορές, λόγω μη διάκρισης μεταξύ εγωτισμού και αυτισμού, οι άνθρωποι αυτοί δεν λαμβάνουν πραγματική θεραπεία. Η διάκριση είναι δύσκολη, καθώς τόσο οι εγωτιστές όσο και οι του φάσματος παρουσιάζουν όμοια στάση και συμπεριφορά, όσον αφορά τη διάδραση, δηλαδή έλλειψή της. Δεν είναι όμως αδύνατη.

Η κύρια διαφορά είναι ότι οι εγωτιστές διαθέτουν την εγκεφαλική δομή να έχουν ικανότητα διάδρασης, η οποία όμως μπλοκάρεται ίσως από ψυχολογικούς λόγους, σοκ παιδικής ηλικίας ή γονικές αστοχίες. Γι' αυτό και λείπει. Αντιθέτως, όσοι βρίσκονται στο φάσμα του αυτισμού δεν έχουν τη συγκεκριμένη εγκεφαλική δομή ικονότητας κοινωνικής διάδρασης. Χρειάζεται να τη χτίσουν. Υπάρχει νευροφυτική διαταραχή, η οποία ευτυχώς, με ανάλογες θεραπείες, σε μεγάλο βαθμό υποκαθίσταται, κυρίως, αν η διάγνωση γίνει έγκαιρα. Γι' αυτό, οι θεραπευτές χρειάζεται να ενημερώνονται διαρκώς όσον αφορά τις νέες επιστημονικές καταστάσεις, ώστε να παρέχουν σωστή θεραπεία.

Η διαφορά μεταξύ εγωτισμού και ΔΑΔ


Η διαφορά μεταξύ εγωτισμού και ΔΑΔ μπορεί να γίνει αντιληπτή από μικροδιαφορές στις αντιδράσεις τους. Για παράδειγμα, υπάρχει τεράστια διαφορά αντίδρασης όταν τους αναφέρεις το "τι" συνέπεια έχει η στάση τους στο περιβάλλον και "πως" το διαταράσσουν. Συνήθως, οι εγωτιστές απαντούν με έντονα επιχειρήματα, αναφερόμενοι ξανά στο εγώ τους. Ενώ οι του φάσματος (οι οποίοι δεν έχουν "εγώ" αλλά "εαυτό", ούτε εγωτισμό, αφού αυτός αναπτύσσεται σε όσους έχουν κοινωνική δεξιότητα, αλλά "εαυτισμό"), σε κοιτούν με μάτια απλανή (είναι δύσκολο να βγουν από τον εαυτό τους και τις ανάγκες τους, να συνειδητοποιησουν ότι κάτι υπάρχει εκεί έξω και έχει και αυτό ανάγκες) και συνεχίζουν να μην καταλαβαίνουν τι τους λες. Σε κοιτούν έκπληκτοι, σαν να τους μιλάς κινέζικα. Και όντως γ'ι αυτούς Κινέζικα είναι. (Υπάρχει βέβαια και η περίπτωση να έχουμε έναν άνθρωπο που να έχει ΔΑΔ Και συγχρόνως και εγωτισμό).

διάκριση αυτή είναι σημαντική, καθώς υποδηλώνει τελείως διαφορετικές θεραπευτικές διαδράσεις. Στην περίπτωση του εγωτισμού, ξέρουν ότι υπάρχει περιβάλλον και το χρησιμοποιούν προς όφελός τους. Αντίθετα, αυτοί πoυ κινούνται στο Φάσμα του αυτισμού αγνοούν την ύπαρξη του περιβάλλοντος και είναι συνεχώς επικεντρωμένοι στις ανάγκες του εαυτού τους.

Στον εγωτισμό εστιάζουμε στη μορφή της εκτίμησης του άλλου. Στην περίπτωση του φάσματος εστιάζουμε στην ανάδειξη της μορφής της ύπαρξης και παρουσίας του άλλου. Στον εγωτισμό, λοιπόν, κάποιος μιλάει για να ακούσει τον εαυτό του ή για να επιδείξει την εξυπνάδα του. Ή κάποιος δεν ακούει τον άλλον, αλλά σκέφτεται τι θα πει. Ή κάποιος επιδεικνύει πόσο ενδιαφέρεται για τους άλλους και, στην πραγματικότητα, προβάλλει τον εαυτό του. Αυτό διαφέρει με το τι έχουμε πει ως τώρα. Το όριο δεν αλλάζει σημείο. Ούτε διαλύεται.

Στον εγωτισμό υπάρχει μόνο ένα όριο επαφής. Το άτομο φτιάχνει τη μορφή που θέλει μόνο με τη δική του συνεισφορά στη συνάντηση. Η διάδραση είναι απούσα. Το όριο αφορά μόνο τη μία πλευρά και, συγκεκριμένα, ή να έχουν την αίσθηση του ενός για τον εαυτό του. Δεν υπάρχει διάδραση και πάρε-δώσε. Στον εγωτισμό το εγώ ούτε που ενδιαφέρεται για το ποιος ή τι είναι το όχι εγώ. Αν γίνει με επίγνωση, για παράδειγμα να πω δέκα φορές κάτι, μπας και ακουστώ, είναι υγιής επαφή. Χωρίς επίγνωση, χάνεται η επαφή, καθώς οι μορφές είναι στείρες, αυστηρές, επιδεικτικές, ανελαστικές. Ο εγωτισμός, λοιπόν, είναι διαταραχή ορίου ως τρόπος δημιουργικής προσαρμογής, ενώ το ΔΑΔ είναι δομική κατάσταση.

Ανάκλαση


Εδώ, ο άνθρωπος μετατοπίζει το όριο σε κάτι άλλο ή σε κάποιο άλλο σημείο στο πεδίο. Για παράδειγμα, θυμώνεις με τον φίλο σου και κλωτσάς τον σκύλο σου. Ή, σε μια κηδεία όπου κορυφώνεται το δράμα, αναφέρεσαι σε ένα αστείο και στρέφεται αλλού το ενδιαφέρον. Όταν γίνεται με επίγνωση, είναι υγιής επαφή. Είναι ωφέλιμο δηλαδή να βαρέσεις την πόρτα και όχι έναν άνθρωπο. Όταν γίνεται χωρίς επίγνωση, δεν είναι υγιής επαφή, καθώς δεν φταίει ο σκύλος επειδή την ώρα που κάποιος ήταν θυμωμένος πέρναγε από μπροστά του κι έφαγε την κλωτσιά.

Προβολική αναστροφή


Προβολική αναστροφή έχουμε όταν κάνεις στον εαυτό σου ό,τι επιθυμείς για τον εαυτό σου, π.χ. χαϊδεύεις το χέρι σου. Εδώ, το όριο μετατοπίζεται μέσα στο εγώ. Στην αναστροφή, θες να χαϊδέψεις τον άλλον και χαϊδεύεις εσένα. Στην προβολική αναστροφή το επιθυμείς για σένα.

Κλουβί με ανοιχτή τη πόρτα

Βάψαμε τη ζωή σε μουντό χρώμα και ελπίζαμε στη πολυχρωμία της.
Όταν τα δάκρυα μας τελείωναν το χαμόγελο επερχόταν.
Σαν το ουράνιο τόξο μετά την βροχή.
Χαθήκαμε στις σκέψεις για πράξεις που ενώ ήταν σωστές μας κάναν να νοιώθουμε ένοχοι.
Καταδικασμένοι σε αιώνιο κελί νοιώθαμε ενώ το παράθυρο ήταν ανοιχτό και τα φτερά μας έτοιμα για δράση.
Θα πετάγαμε αλλά βάλαμε εικονικές μπάρες στα γαμημένα παράθυρα και έτσι αναγκαστήκαμε να το σκάσουμε.
Αλλά εμείς τουλάχιστον το σκάσαμε και ας μας κυνηγάνε πλέον. Μια ζωή στο κυνήγι θα ‘μαστε όλοι στη τελική.
Όσοι μείναν μέσα στο κλουβί κάνουν κύκλους καθώς τους κυνηγάνε οι σκέψεις τους και εμάς τα κτήνη. Αλλά τα κτήνη ή θα κουραστούν ή θα πεθάνουν.
Αρνούμαστε να φύγουμε πρώτοι και ας αργήσουμε για τη πτήση. Στη τελική και να τη χάσουμε θα περπατήσουμε, θα κολυμπήσουμε, αν χρειαστεί θα φτιάξουμε και φτερά και ας καούνε από τον ήλιο. Εμείς δεν φοβόμαστε πλέον. Οραματιζόμαστε. Εσείς ακόμα εκεί θα ‘στε όμως. Αναποφάσιστοι και στάσιμοι λόγω φόβου.
Η ζωή δεν θέλει μόνο φόβο, θέλει όλα τα συναισθήματα αλλά εκεί μέσα τι συναισθήματα;
Ντρέπεσαι και τη λέξη να προφέρεις.
Γι’ αυτό σου λέω, μόνος ή μαζί δραπέτευσε. Στο τέλος θα βαρεθείς και να ΦΟΒΑΣΑΙ!

Αριστοτέλης: Η ευτυχία καθενός εξαρτάται μόνο από τον εαυτό του

Ο Αριστοτέλης, μαθητής του Πλάτωνα που μετέτρεψε τους στοχασμούς του σε πηγή έμπνευσης για τις μελλούμενες γενιές, επικεντρώθηκε ως προς την αναζήτηση της ευτυχίας σε μια ιδέα που συνοψίζεται σε μία μόνο, αλλά πολύπλοκη, λέξη: ευδαιμονία.

Μεταφρασμένη από τα αρχαία ελληνικά ως ο «καλός δαίμονας», υπό την έννοια του θείου, η λέξη αυτή υπήρξε πολύ της μόδας στην εποχή της και προσδιορίζει το πώς πρέπει να είναι η ανώτερη πνευματική κατάσταση που οφείλουμε να αναζητάμε. Ο Αριστοτέλης, διαφέροντας από τους ηδονιστές φιλόσοφους (Κυρηναϊκή Σχολή), διαβεβαίωνε ότι η ευτυχία είναι συνδεδεμένη αναπόφευκτα με την αρετή. Χωρίς την αρετή, το μέγιστο που μπορεί να ελπίζει κανείς είναι η πρόσκαιρη ικανοποίηση.

Στα Ηθικά Νίκομάχεια, ο Έλληνας φιλόσοφος ακτινογραφεί τη μάχη που ξεσπά ανάμεσα σε πάθη, δυνάμεις και συνήθειες εντός του ανθρώπου. Αποκαλεί πάθη την επιθυμία, την οργή, τον φόβο, το θάρρος, τον φθόνο, τη χαρά, το συναίσθημα της φιλίας, το μίσος, τη νοσταλγία, την άμιλλα, τον οίκτο, και γενικά όλες τις ψυχικές καταστάσεις που έχουν ως συνακόλουθο την ηδονή ή τη λύπη. Αποκαλεί δυνάμεις τις δυνατότητες που μας κάνουν επιδεκτικούς σε τέτοιες καταστάσεις, όπως εκείνες που μας καθιστούν ικανούς να οργιζόμαστε ή να μελαγχολούμε ή να συμπάσχουμε. Και αποκαλεί συνήθειες τις διαθέσεις που μας κάνουν να σχετιζόμαστε καλώς ή κακώς με τα πάθη έτσι, για παράδειγμα, αν οργιζόμαστε με σφοδρότητα ή υποτονικά, έχουμε κακή σχέση με την οργή, μα αν το κάνουμε με μέτρο, έχουμε καλή σχέση μαζί της, και το ίδιο και με τα υπόλοιπα πάθη.

Για τον Αριστοτέλη, ήταν σαφές: η ευτυχία είναι ο μόνος στόχος που αξίζει να επιδιώκουμε. Η αποτίμηση της ευφυΐας, της αξίας, του πλούτου και της επιτυχίας εξαρτάται πάντα από άλλα πράγματα.

Έτσι, η ευτυχία είναι η μόνη έννοια που δεν έχει ανάγκη από εξωτερικούς παράγοντες για να αποτιμηθεί.

Κι ακριβώς γι’ αυτό μας προειδοποιούσε ο Έλληνας φιλόσοφος: «Η ευτυχία καθενός εξαρτάται μόνο από τον εαυτό του».

Όμως τα σύννεφα καθαρίζουν όταν μπαίνεις μέσα τους

Μας ενθουσιάζει να τα έχουμε όλα υπό έλεγχο. Να γνωρίζουμε την έκβαση κάθε κατάστασης, τη λύση σε κάθε πρόβλημα και να ξέρουμε τι γράφει ο δρόμος της ζωής.

Η αλήθεια είναι ότι δεν είμαστε φτιαγμένοι για να υπομένουμε την αβεβαιότητα· τη θεωρούμε απειλή και, σαν ζώα που είμαστε, έχουμε προγραμματιστεί για τον αγώνα για επιβίωση και μεταβίβαση των γονιδίων μας.

Αλλά η ζωή είναι αβέβαιη. Το μέλλον είναι ένας ορίζοντας άγνωστος στον οποίο δεν ξέρουμε αν θα υπάρχει ήλιος ή μαύρα σύννεφα βαριά. Ακόμα κι όταν έχουμε ξεκάθαρα τα πράγματα και τα νήματα της ζωής μας καλά δεμένα, μπορεί να συμβούν χίλια πράγματα που θα την ανατρέψουν και θα μας αναγκάσουν να ξεκινήσουμε από την αρχή.

Εκεί που βεβαίως έχουμε τον έλεγχο είναι στον τρόπο που θέλουμε να αντιμετωπίσουμε ό,τι μας έρχεται, τόσο το καλό όσο και το άσχημο.

Για τα υπόλοιπα δε θα έπρεπε να αγωνιούμε, γιατί δεν μπορούμε να τα ελέγξουμε. Ανησυχώ σημαίνει νοιάζομαι για πράγματα πριν αυτά συμβούν, και το μόνο που καταφέρνει το να ανησυχούμε είναι να δημιουργεί μέσα μας ένα άγχος που φρενάρει την ενέργεια και περιορίζει την ευτυχία.

Επιπλέον, έχει αποδειχτεί ότι τα περισσότερα από τα πράγματα που φοβόμαστε ποτέ δεν συμβαίνουν στην πραγματικότητα.

Για την αποδοχή της αβεβαιότητας ήξερε πολλά η Μπέριλ Μάρκχαμ, μια Αγγλίδα γεννημένη στην Κένυα στις αρχές του 20ού αιώνα, η οποία ποτέ δεν θέλησε να μπει στο καλούπι που της υποδείκνυε η κοινωνία. Τόσο πολύ αγάπησε την περιπέτεια, τόσο πολύ αγκάλιασε την αβεβαιότητα, ώστε υπήρξε η δεύτερη γυναίκα η οποία διέσχισε τον Ατλαντικό με ανεμόπτερο, κάπου το 1936.

Στα απομνημονεύματά της η Μάρκχαμ μιλάει για το πώς αντιμετώπισε τη ζωή χωρίς να αφεθεί να παρασυρθεί από τους φόβους της:

Έμαθα πως, αν πρέπει ν’ αφήσεις ένα μέρος που έζησες κι αγάπησες κι όπου είναι θαμμένες όλες οι μέρες σου του χθες, πρέπει να το εγκαταλείψεις με κάθε τρόπο, αλλά να μη γίνει σιγά σιγά. Άφησέ το όσο πιο γρήγορα μπορείς. Μην ξαναγυρίσεις ποτέ κι ούτε ποτέ να σκεφτείς ότι μια ώρα που θυμάσαι θα είναι μια καλύτερη ώρα, γιατί είναι νεκρή. Τα περασμένα χρόνια φαίνονται ασφαλή, νικημένα, ενώ το μέλλον έρχεται μέσα σ’ ένα σύννεφο, τρομακτικό από μακριά. Όμως τα σύννεφα καθαρίζουν όταν μπαίνεις μέσα τους.

Αυτό το έμαθα, αλλά, όπως όλος ο κόσμος, το έμαθα αργά.

Η ζωή, τελικά, είναι μια περιπέτεια. Δεν είναι πιο διασκεδαστικό να την ανακαλύπτεις καθώς σου παρουσιάζεται; Έτσι, λοιπόν, μπες μες τα σύννεφα.

Ζήσε, ανακάλυψε, ξαφνιάσου, γέλα και κλάψε.

Κάν’ τα όλα με ένταση, και θα δεις που στο τέλος των ημερών σου θ’ ανακαλύψεις ότι όλα, ακόμα και τα άσχημα, άξιζαν τον κόπο.

Επιθυμούμε αυτό κι εκείνο και τ’ άλλο, γιατί δεν είμαστε ευχαριστημένοι με τα πράγματα όπως είναι

Αν μας ζητούσαν να περιγράψουμε πώς ακριβώς φανταζόμαστε ότι είναι και φέρεται ένας σοφός άνθρωπος, είναι πολύ πιθανό οι περιγραφές των περισσοτέρων από εμάς να συνέπιπταν σε πολλά σημεία: θα μιλούσαμε μάλλον για έναν άνθρωπο κάπως μεγάλης ηλικίας, που ζει ουσιαστικά μόνος σ’ ένα μέρος μακριά από τη βουή της πόλης μια λιτή ζωή χωρίς πολυτέλειες και περιττά αντικείμενα, με ελάχιστες ή καθόλου ανέσεις και ευκολίες.

Γνωρίζουμε – χωρίς να μπορούμε να πούμε πώς – ότι αν είμαστε σοφότεροι, δεν θα είχαμε τέτοια εξάρτηση από τα υλικά πράγματα, δεν θα χρειαζόταν να περιστοιχιζόμαστε απ’ αυτά ούτε και θα τους αφιερώναμε τόσο χρόνο. Διαισθανόμαστε ότι αν μπορούσαμε να εξυψωθούμε σ’ ένα ανώτερο επίπεδο, δεν θα χρειαζόμαστε πια να βλέπουμε διαρκώς τους άλλους γύρω μας να μας χειροκροτούν, να μας επιδοκιμάζουν, να μας λένε πόσο πολύ μας αγαπάνε ή πόσο μας χρειάζονται. Δεν θ’ αφιερώναμε καθόλου χρόνο ή κόπο στην προσπάθειά μας να γίνουμε κάτι που δεν είμαστε.

Κάτι μας λέει μέσα μας πως η αδυναμία, η άγνοια, η νεύρωση ή η πνευματική μας πενία (μπορούμε να το πούμε με πολλούς τρόπους) είναι που μας ωθεί προς αυτά τα – στην πραγματικότητα επιφανειακά – πράγματα, και μας κάνει να τα θεωρούμε απαραίτητα.

Αν η λέξη προσκόλληση αναφέρεται στην κυριολεξία σε μια κατάσταση έντονου ενδιαφέροντος, κλίσης, συμπάθειας ή στενής σχέσης με κάτι (ή κάποιον), αυτή η σχέση είναι πάντα πολύ ιδιαίτερη και αρρωστημένη, γιατί περιλαμβάνει μια αφοσίωση που σκλαβώνει, μια ευχαρίστηση που πονάει, μια προτίμηση που δεσμεύει. Είναι αυτή η σχέση που μας κρατάει δεμένους και εξαρτημένους απ’ αυτό που αγαπάμε ή έχουμε επιλέξει, και που περιλαμβάνει τον φόβο της απώλειας, τη δυσκολία του αποχωρισμού και την υποκειμενική αδυναμία μας να το αφήσουμε να φύγει.

Μετά απ’ όσα είπαμε, ίσως και να ξεκαθαρίζουν οι λόγοι για τους οποίους χρειάζεται να μάθει κάποιος να βαδίζει στο μονοπάτι της αποστασιοποίησης. Το να “παρατάμε” κάτι, λοιπόν, είναι σχεδόν, σχεδόν, σχεδόν επιτακτική ανάγκη (είναι εμφανές πως ούτε τώρα τολμώ να χρησιμοποιήσω αβασάνιστα τη λέξη επιτακτική).

Ωραία λοιπόν… Πώς μπορούμε να μεταφέρουμε αυτήν την ιδέα στη ζωή μας;

Στην πρόκληση να διασχίσουμε και να εξερευνήσουμε το επίπεδο της πνευματικότητάς μας, μαθαίνουμε, όπως είπαμε, πως στο ταξίδι αυτό παίρνουμε ελάχιστες αποσκευές· τα απολύτως απαραίτητα. Για να ξεκινήσει κανείς τον πνευματικό δρόμο, το μόνο που είναι απολύτως αναγκαίο είναι ν’ αρχίσει να βαδίζει. Από την αρχή καταλαβαίνεις μόνος σου ότι θα πρέπει ν’ απαλλαγείς απ’ όλα τα περιττά, από πράγματα που δεν είναι αναγκαία και, αργά ή γρήγορα, θα σου γίνουν μάλλον βάρος παρά βοήθεια.

Η καταναλωτική κοινωνία μετατρέπει το προαιρετικό σε αναγκαίο και το αναγκαίο σε ζωτικό και σπάνιο (καθιστώντας το έτσι ακόμα πιο επιθυμητό και διευκολύνοντας τη δουλειά των πωλητών και των διαφημιστών).

Για πολλούς, ζωτικά είναι τα λεφτά ή τα υλικά αγαθά· γι’ άλλους, οι ανέσεις που χρησιμοποιούνται ως υποκατάστατο μιας ευτυχισμένης ζωής· για μερικούς, τέλος, η απαγκίστρωση από μια σχέση στην οποία έχουν εγκλωβιστεί.

Όπως και να ’χει, στο καινούργιο επίπεδο ο καθένας μπορεί να συνειδητοποιήσει, λίγο μετά το ξεκίνημά του, τι του περισσεύει, τι τον βαραίνει περισσότερο, τι περιττό φορτίο κουβαλάει.

Είναι κλασική η ιστορία ζεν που μιλάει για έναν ταξιδιώτη που τον βρήκε η νύχτα στη μέση του δρόμου και χτύπησε την πόρτα ενός σοφού για να του ζητήσει να τον φιλοξενήσει ως το επόμενο πρωί. Ο σοφός δέχεται και καλεί τον ταξιδιώτη να περάσει μέσα. Μπαίνει εκείνος, και έκπληκτος βλέπει την καλύβα του σοφού τελείως άδεια, εκτός από ένα ράντσο από καραβόπανο που είχε για κρεβάτι, κι ένα – δυο πήλινα κανάτια με νερό.

“Που είναι τα πράγματά σου;” ρωτάει τον σοφό ο ταξιδιώτης.
“Τα δικά σου που είναι;” απαντάει ο σοφός.
“Μα εγώ είμαι περαστικός!” αναφωνεί ο ταξιδιώτης.
Τότε ο σοφός λέει χαμογελώντας:
“Κι εγώ το ίδιο!”.

Όλοι περαστικοί είμαστε σ’ αυτήν τη ζωή. Ιδιαίτερα όσοι δεν το ξέρουν.

Προσπαθούμε ν’ αποκτήσουμε αυτό που δεν έχουμε ή να γίνουμε εκείνο που δεν είμαστε, ακόμη κι αν αυτό που επιθυμούμε δεν είναι αναγκαίο, κι ακόμη κι αν η φιλοδοξία μας είναι ανέφικτη ή άδικη.

Εμείς οι προνομιούχοι που δεν πεινάσαμε ποτέ, που βρήκαμε ένα κεραμίδι πάνω από το κεφάλι μας και δεν κοιμηθήκαμε έξω στο κρύο, εμείς που – καλώς ή κακώς -, έχουμε ακόμα δουλειά, που δεν περπατήσαμε ποτέ ξυπόλυτοι παρά μόνο στην παραλία, εμείς, πάντα κάτι επιθυμούμε.

Επιθυμούμε αυτό κι εκείνο και τ’ άλλο, γιατί δεν είμαστε ευχαριστημένοι με τα πράγματα όπως είναι.

Λένε πως η επιθυμία σέρνει μονίμως απ’ το χέρι την απογοήτευση, αλλά στην πραγματικότητα συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο: η απογοήτευση είναι που τραβάει απ’ το χέρι την επιθυμία. Γι’ αυτό, ακόμα κι όταν η επιθυμία έχει ικανοποιηθεί, η πιο πρωτόγονη και βαθιά απογοήτευση εξακολουθεί – ακόρεστη – να υπάρχει.

Αν δεν απαλλαγούμε απ’ αυτήν την ενδογενή αίσθηση ανικανοποίητου, ακόμη κι αν καταφέρουμε κάτι απ’ όσα ποθούμε, θα διαπιστώσουμε ότι το επίτευγμά μας δεν είναι ποτέ πλήρες, ποτέ όπως το φανταζόμαστε, ποτέ αρκετό.

Συνεπώς, η μόνη λύση αν θέλει κάποιος να αποφύγει τη ματαίωση και τη δυστυχία, είναι να εγκαταλείψει εξαρχής την επιθυμία.

Μ’ άλλα λόγια: να φτάσει στην απόλυτη αποδοχή, σε μια χαλαρή και διόλου απαιτητική σχέση με τα πράγματα που είναι όπως είναι, και βρίσκονται εκεί που βρίσκονται.

Erich Fromm: Το τέλος μιας αυταπάτης

Η Μεγάλη Υπόσχεση της Απεριόριστης Προόδου -η υπόσχεση της κυριαρχίας επάνω στη φύση, της υλικής αφθονίας, της μέγιστης δυνατής ευτυχίας για τον μέγιστο δυνατό αριθμό ανθρώπων και της ανεμπόδιστης προσωπικής ελευθερίας- διατηρούσε τις ελπίδες και την εμπιστοσύνη των γενιών από την απαρχή ήδη της βιομηχανικής εποχής. Είναι αναμφισβήτητο πως ο ανθρώπινος πολιτισμός ξεκίνησε την ίδια στιγμή που η ανθρώπινη φυλή άρχισε να έχει κάποιον έλεγχο επάνω στη φύση, όμως αυτός ο έλεγχος παρέμεινε περιορισμένος μέχρι την έλευση της βιομηχανικής εποχής. Με τη βιομηχανική πρόοδο, από την υποκατάσταση της ζωικής και της ανθρώπινης ενέργειας πρώτα, από τη μηχανική ενέργεια στη συνέχεια, και από την πυρηνική ως την υποκατάσταση του ανθρώπινου μυαλού από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή, αισθανθήκαμε πως βαδίζαμε στον δρόμο της χωρίς όρια παραγωγής, άρα και της απεριόριστης κατανάλωσης, πως η τεχνολογία μας έκανε παντοδύναμους, πως η επιστήμη μας έκανε παντογνώστες. Βαδίζαμε στον δρόμο για να γίνουμε θεοί, υπέρτατα όντα τα οποία θα μπορούσαν να δημιουργήσουν έναν δεύτερο κόσμο, χρησιμοποιώντας τον φυσικό κόσμο απλώς και μόνο ως πηγή οικοδομικών υλικών για την καινούρια δημιουργία.

Οι άντρες και, με ολοένα αυξανόμενους ρυθμούς, οι γυναίκες βίωναν μια νέα αίσθηση ελευθερίας- είχαν γίνει κύριοι της ίδιας τους της ζωής: οι αλυσίδες της φεουδαρχίας είχαν σπάσει και μπορούσε ο καθένας να κάνει οτιδήποτε επιθυμούσε, ελεύθερος από κάθε είδους δεσμά. Ή, τουλάχιστον, έτσι ένιωθαν οι άνθρωποι. Και, παρά το γεγονός πως αυτό ίσχυσε μόνο για την ανώτερη και τη μεσαία τάξη, το δικό τους επίτευγμα έκανε και όλους τους άλλους να πιστεύουν πως τελικά η ελευθερία νέας μορφής θα μπορούσε να επεκταθεί σε όλα τα μέλη της κοινωνίας, υπό την προϋπόθεση ότι θα εξακολουθούσε η βιομηχανοποίηση να προχωρά με τον ίδιο ταχύ ρυθμό. Ο σοσιαλισμός και ο κομμουνισμός δεν άργησαν να μεταβληθούν από κίνημα, το οποίο στόχευε σε μια νέα κοινωνία και σε έναν νέο άνθρωπο, σε ένα άλλο κίνημα του οποίου το ιδεώδες ήταν η αστική ζωή για όλους, δηλαδή ο παγκοσμιοποιημένος αστός ως ο άντρας και η γυναίκα του μέλλοντος. Η επίτευξη πλούτου και άνεσης για όλους θεωρήθηκε πως θα έφερνε και την απεριόριστη ευτυχία σε όλους. Η τριάδα της χωρίς όρια παραγωγής, της απόλυτης ελευθερίας και της απεριόριστης ευτυχίας διαμόρφωσε τον πυρήνα μιας νέας θρησκείας. Η πρόοδος και μια καινούρια Επίγεια Πολιτεία της Προόδου ήρθαν ν’ αντικαταστήσουν την Πολιτεία του Θεού. Και καθόλου δεν θα πρέπει να μας εκπλήσσει το γεγονός ότι η καινούρια αυτή θρησκεία εφοδιάζει τους πιστούς της με ενέργεια, ζωτικότητα και ελπίδα.

Το εύρος της Μεγάλης Υπόσχεσης -τα θαυμαστά υλικά και διανοητικά επιτεύγματα της βιομηχανικής εποχής- πρέπει να μελετηθεί σε βάθος προκειμένου να κατανοήσουμε επίσης πόσο βαθύ είναι το τραύμα που προκαλεί σήμερα η συνειδητοποίηση της διάψευσής της. Καθώς η βιομηχανική εποχή πράγματι απέτυχε να εκπληρώσει τη Μεγάλη της Υπόσχεση, όλο και περισσότεροι άνθρωποι συνειδητοποιούν σήμερα τα εξής:

Η απεριόριστη ικανοποίηση όλων των επιθυμιών δεν οδηγεί σε μια καλή ποιότητα ζωής ούτε αποτελεί τον δρόμο για την ευτυχία ή έστω για τη μεγίστη δυνατή ευχαρίστηση.

Το όνειρο του να γίνουμε κύριοι της ίδιας μας της ζωής έσβησε όταν αρχίσαμε να συνειδητοποιούμε ότι είχαμε γίνει όλοι μας γρανάζια μιας γραφειοκρατικής μηχανής, με το κράτος -την εκάστοτε κυβέρνηση-, τη βιομηχανία και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, που ελέγχονται από αυτή, να χειραγωγούν τις σκέψεις, τα αισθήματα και τις προτιμήσεις μας.

Η οικονομική πρόοδος παρέμεινε περιορισμένη στις πλούσιες χώρες, και το χάσμα ανάμεσα στα πλούσια και στα φτωχά έθνη μεγάλωσε ακόμη περισσότερο.

Η τεχνολογική πρόοδος από μόνη της προκάλεσε οικολογικούς κινδύνους όπως και τον κίνδυνο ενός πυρηνικού πολέμου, δύο απειλές που, είτε από κοινού είτε η καθεμία μόνη της, θα μπορούσαν να βάλουν ένα τέλος σε ολόκληρο τον πολιτισμό, πιθανώς ακόμη και στην ίδια τη ζωή.

Όταν ο Άλμπερτ Σβάιτσερ πήγε στο Όσλο για να αποδεχτεί το Νόμπελ Ειρήνης (1952), κάλεσε τους ανθρώπους να «τολμήσουν ν’ αντιμετωπίσουν την κατάσταση… Ο άνθρωπος έχει γίνει ένας υπεράνθρωπος… Αλλά ο υπεράνθρωπος με την υπεράνθρωπη δύναμη δεν έχει επίσης εξυψωθεί και σε ένα επίπεδο υπεράνθρωπης λογικής. Στον βαθμό που η δύναμή του αυξάνεται, αυτός γίνεται όλο και περισσότερο φτωχός… Πρέπει να αφυπνιστεί η συνείδησή μας από το γεγονός ότι όσο περισσότερο γινόμαστε υπεράνθρωποι, άλλο τόσο γινόμαστε απάνθρωποι».

Erich Fromm, Να Έχεις ή να Είσαι;

THOMAS HOBBES: Περί των παθών του νου – Η ΔΟΞΑ

Η ΔΟΞΑ (glory), ή μύχια υπερηφάνεια ή θρίαμβος του πνεύματος, είναι το πάθος το οποίο απορρέει από τη φαντασίωση ή την αντίληψη ότι η προσωπική μας ισχύς είναι μεγαλύτερη από εκείνη του ανταγωνιστή μας. Οι ενδείξεις αυτής της μεγαλύτερης ισχύος, πέραν των σωματικών εκδηλώσεών της που δεν μπορούν να περιγραφούν, είναι η επιδεικτικότητα στα λόγια και η θρασύτητα στα έργα.

Το πάθος αυτό ονομάζεται υπερηφάνεια από εκείνους τους οποίους δυσαρεστεί. Εκείνοι τους οποίους ευχαριστεί το αποκαλούν δίκαιη αυτοεκτίμηση. Αυτή η φαντασίωση της προσωπικής δύναμης ή αξίας μας μπορεί να βασίζεται στη βεβαιότητα μιας πείρας προερχόμενης από τις ίδιες μας τις πράξεις- τότε η δόξα είναι δίκαιη και θεμελιωμένη, και δημιουργεί την άποψη ότι μπορεί να επαυξηθεί από νέες πράξεις. Σε αυτό συνίσταται η επιθυμία την οποία αποκαλούμε ΦΙΛΟΔΟΞΙΑ (aspiring) ή επιθυμία αναβάθμισης της ισχύος. Το ίδιο πάθος μπορεί να προέρχεται όχι απ’ την όποια συνείδηση των πράξεών μας, αλλά από το γεγονός ότι οι άλλοι άνθρωποι μας εξυμνούν και μας εμπιστεύονται.

Εξ αυτών μπορεί κάποιος να έχει μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του, και όμως να αυταπατάται.

Αυτό ονομάζεται ΨΕΥΔΗΣ ΔΟΞΑ (false glory), και η φιλοδοξία που πηγάζει από αυτήν οδηγεί σε αποτυχία. Επιπλέον, η φαντασίωση κατορθωμάτων που στην πραγματικότητα ποτέ δεν επιτελέσαμε είναι τρόπος αυτοπροβολής, καθώς όμως δεν εμπνέει καμία επιθυμία ή προσπάθεια για κάτι ουσιαστικό, είναι κούφια και ανώφελη. Όπως όταν κάποιος φαντάζεται ότι είναι ο ίδιος πρωταγωνιστής ενός ρομάντζου που διαβάζει ότι μοιάζει σε κάποιον άλλο, τις πράξεις του οποίου θαυμάζει. Αυτό ονομάζεται ΜΑΤΑΙΟΔΟΞΙΑ (vain glory).

Ένα παράδειγμα βρίσκουμε στο μύθο με τη μύγα που κάθεται στον άξονα της άμαξας και σκέφτεται: «Πόση σκόνη σηκώνω!». Η έκφραση της ματαιοδοξίας είναι αυτό που ονομάζουμε ευσεβή πόθο, τον οποίο κάποιες Σχολές εξέλαβαν λανθασμένα ως μια διακριτή επιθυμία και την ονόμασαν «ψευδή προδιάθεση», δημιουργώντας έναν νέο όρο, και άρα ένα νέο πάθος που δεν υπήρχε πριν. Ενδείξεις έκδηλης ματαιοδοξίας ορισμένων ανθρώπων είναι η μίμηση των άλλων, η προσποιητή προσήλωση σε πράγματα που δεν κατανοούν καν, οι επιτηδευμένοι τρόποι, η προσπάθεια καταξίωσης απ’ τα όνειρά τους και τις μικρές ιστορίες της ζωής τους ή από τη χώρα τους, το όνομά τους κλπ.

THOMAS HOBBES, ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

Στάθμιση: η αναγκαία προϋπόθεση για τον συνδυασμό της ευθύνης με τη χαρά

Οι θαρραλέοι άνθρωποι οφείλουν συνεχώς να σπρώχνουν τους εαυτούς τους να είναι απολύτως τίμιοι, αλλά οφείλουν συνάμα να κατέχουν την ικανότητα να αποκρύπτουν την όλη αλήθεια όταν χρειάζεται. Για να είμαστε ελεύθεροι άνθρωποι, πρέπει να αναλαμβάνουμε ολόκληρη την ευθύνη για τους εαυτούς μας, αλλά κάνοντάς το αυτό, πρέπει να κατέχουμε την ικανότητα να αρνιόμαστε την ευθύνη που δεν είναι αληθινά δική μας.

Η στάθμιση είναι η πειθαρχία που μας δίνει την ευκαμψία. Εξαιρετική ευκαμψία χρειάζεται για μια επιτυχημένη ζωή σε όλες τις σφαίρες δραστηριότητας. Για να χρησιμοποιήσω ένα μόνο παράδειγμα, ας εξετάσουμε το θέμα του θυμού και της έκφρασής του. Θυμός είναι ένα συναίσθημα που γεννήθηκε μέσα μας (και μέσα σε οργανισμούς λιγότερο εξελιγμένους) από την εξέλιξη αναρίθμητων γενεών με σκοπό να υποβοηθήσει την επιβίωσή μας. Αισθανόμαστε θυμό όποτε αντιλαμβανόμαστε ότι ένας άλλος οργανισμός αποπειράται να καταπατήσει το γεωγραφικό ή ψυχολογικό χώρο μας, ή προσπαθεί με τον ένα ή με τον άλλον τρόπο να μας εξαφανίσει. Ο θυμός μας οδηγεί να αντιπαλέψουμε με τον εισβολέα. Χωρίς το θυμό μας, θα ήμασταν πράγματι συνεχώς καταπατούμενοι μέχρι την τελική σύνθλιψη και εξολόθρευσή μας. Μόνο με το θυμό μπορούμε να επιβιώσουμε.

Ωστόσο πολύ συχνά, όταν διακρίνουμε, σε μια πρώτη φάση, ότι επιχειρούν άλλοι να μας καταπατήσουν, ύστερα από προσεκτικότερη εξέταση αντιλαμβανόμαστε ότι δεν είναι καθόλου αυτό που επεδίωκαν. Ή ακόμη, όταν έχουμε πειστεί ότι ορισμένοι πραγματικά επιδιώκουν να μας καταπατήσουν, μπορεί να καταλάβουμε ότι για τον ένα ή για τον άλλο λόγο, δεν είναι προς το συμφέρον μας να αντιδράσουμε με θυμό. Κατά συνέπεια, είναι ανάγκη τα ανώτερα κέντρα του εγκεφάλου μας (κρίση) να είναι ικανά να καθοδηγούν και να προσαρμόζουν τα κατώτερα κέντρα.

Για να ενεργούμε επιτυχημένα στον περίπλοκο κόσμο μας είναι απαραίτητο να έχουμε την ικανότητα όχι μόνο να εκφράζουμε το θυμό μας αλλά και να μην τον εκφράζουμε. Επιπλέον, πρέπει να είμαστε ικανοί να εκφράζουμε το θυμό μας με διαφορετικούς τρόπους. Μερικές φορές, λόγου χάρη, είναι αναγκαίο να τον εκφράζουμε μόνο ύστερα από πολλή μελέτη και αυτοαξιολόγηση. Άλλες φορές είναι περισσότερο ωφέλιμο για μας να τον εκφράζουμε αμέσως και αυθόρμητα. Καμιά φορά είναι βέλτιστο να τον εκφράσουμε ψυχρά και ήρεμα· άλλοτε πάλι βροντόφωνα και με σφοδρότητα.

Συνεπώς, δε χρειαζόμαστε μόνο να ξέρουμε πώς να χειριστούμε το θυμό μας με διαφορετικούς τρόπους σε διαφορετικές περιστάσεις, αλλά και πώς να συνταιριάζουμε καλύτερα τον κατάλληλο χρόνο με το κατάλληλο ύφος έκφρασης. Για να μπορέσουμε να χειριστούμε το θυμό μας με πλήρη ορθότητα και αξιοσύνη, απαιτείται ένα καλά μελετημένο και ευλύγιστο σύστημα αντίδρασης. Γι’ αυτό δεν είναι ν’ απορεί κανείς, ότι το να μάθουμε να χειριζόμαστε το θυμό μας είναι ένα πολυσύνθετο και επίπονο έργο που συνήθως δεν μπορεί να ολοκληρωθεί πριν από την ενηλικίωση, ή ακόμα κι από τη μέση ηλικία, και η οποία πολλές φορές δεν ολοκληρώνεται ποτέ. Όλοι οι άνθρωποι, άλλος πολύ άλλος λίγο, υποφέρουν από ανεπάρκεια των συστημάτων τους ευλύγιστων αντιδράσεων.

Η ωριμότητα απαιτεί επομένως μιαν εξαιρετική ικανότητα να πετυχαίνεις ευλύγιστα και να ξαναπετυχαίνεις συνεχώς, μια λεπτή και δύσκολη ισορρόπηση ανάμεσα σε αντικρουόμενες ανάγκες, σκοπούς, καθήκοντα, υπευθυνότητες, κατευθύνσεις κ.λπ. Η ουσία αυτής της πειθαρχίας για στάθμιση είναι η παραίτηση από ορισμένες ιδιαιτερότητες της προσωπικότητας, από βαθιά ριζωμένους τύπους, συμπεριφορές, ιδεολογίες κι ακόμα από ολόκληρες βιοτροπίες. Αυτές είναι μείζονες μορφές της στάθμισης που απαιτούνται προκειμένου να πάει κανείς πολύ μακριά στο ταξίδι της ζωής.

Η ομορφιά μας γεμίζει με δύναμη για ζωή

Πρόκειται για μια εμπειρία που βιώνουμε τακτικά. Περπατάμε στην εξοχή και ξαφνικά μας παρασύρει η ομορφιά ενός τοπίου. Χανόμαστε κοιτάζοντας τον ουρανό, που είναι παράξενα λαμπερός. Ακούμε στο ραδιόφωνο ένα τραγούδι που μας συγκινεί βαθιά. Κι όλα αυτά τα βρίσκουμε όμορφα. Δεν λέμε ότι “μας ευχαριστούν”, αλλά ότι “είναι όμορφα”, σαν να πρέπει όλοι να συμφωνήσουν ότι είναι.

Επομένως πόση αυτοπεποίθηση έχουμε για να τολμήσουμε να ξεστομίσουμε μια τόσο γενική αλήθεια;

Έχουμε τόση εμπιστοσύνη στην κρίση μας, που δεν νιώθουμε καν την ανάγκη να επιχειρηματολογήσουμε. Κρίνουμε ελεύθερα, χωρίς να μας εμποδίζει οποιοδήποτε κριτήριο. Είναι όμορφο, έτσι απλά. Δεν είναι όμορφο γιατί. Είναι όμορφο επειδή δεν υπάρχει γιατί. Εμείς που αμφιβάλλουμε τόσο συχνά για τον ίδιο μας τον εαυτό να που τελικά δεν αμφιβάλλουμε: η παρατήρηση της ομορφιάς μάς επιτρέπει ν’ ακούσουμε επιτέλους τον εαυτό μας.

Θυμάμαι μια καλοκαιρινή βραδιά. Περπατώ σε μια παραλία και σκέφτομαι τη ζωή που φεύγει. Αμφιβάλλω σχεδόν για τα πάντα. Πρέπει να ξαναπιάσω τα ηνία, όμως δεν ξέρω πώς. Πρέπει να πάρω μια απόφαση, όμως δεν τα καταφέρνω. Ξαφνικά βλέπω αυτό το φως στη θάλασσα, αυτό το ασημένιο λαμπύρισμα. Το φως αρχίζει να χάνεται, κι όμως μοιάζει πιο έντονο. Ξαφνικά όλα γίνονται πιο πραγματικά, πιο παρόντα. Μπροστά σ’ αυτό το τόσο σαγηνευτικό θέαμα όλα δημιουργούν, παραδόξως, την αίσθηση της αιωνιότητας. Δεν αμφιβάλλω ούτε μία στιγμή: αυτό που βλέπω είναι όμορφο.

«Είναι όμορφο»: μια τόσο απλή φράση, γεμάτη από δύναμη .

Αυτή τη δύναμη την έχει ίσως γιατί το αισθητικό συναίσθημα περιλαμβάνει το σύνολο του εαυτού μας. Όταν κρίνω όμορφο το τοπίο, δεν σημαίνει ότι είμαι απλώς ευαίσθητος. Φυσικά ευαισθητοποιούνται οι αισθήσεις μου, όμως η αισθητική ευχαρίστησή μου δεν περιορίζεται σε μια αισθησιακή ευχαρίστηση, σε μια απόλαυση για τα μάτια και τα αφτιά. Αυτό το τοπίο έχει αξίες, έχει σημασία. Με κάνει να σκέφτομαι το άπειρο, τον Θεό, την ελευθερία… Επομένως η ευχαρίστησή μου έχει, πέρα από μια αισθησιακή, και μια διανοητική διάσταση. Με τον ίδιο τρόπο έχω συνείδηση ότι μου αρέσει αυτό το τοπίο, όμως με σαγηνεύει, επίσης, και για λόγους που σχετίζονται με το ασυνείδητο και αφυπνίζουν το πιο κρυφό μέρος του εαυτού μου. Όταν είμαστε ευαίσθητοι απέναντι στην ομορφιά, δεν ακούμε, λοιπόν, μόνο ένα μέρος του εαυτού μας, αλλά εμπιστευόμαστε την αρμονία όλων των ιδιοτήτων μας: ευαισθησία, ευφυΐα ασυνείδητο, φαντασία… Αυτή η αρμονία μάς επιτρέπει να μιλάμε για αυτοπεποίθηση κι όχι απλώς για εμπιστοσύνη στην ευαισθησία ή στη λογική μας.

Παρατηρώντας το έργο ενός καλλιτέχνη μπαίνουμε μερικές φορές στον πειρασμό ν’ αναρωτηθούμε «τι εννοεί». Η σκέψη ενδέχεται να μας παρασύρει και να μας στερήσει την εσωτερική αρμονία που προσφέρουν τόσο απλά τα όμορφα τοπία: προσπαθώντας να βρούμε τι εννοεί ο καλλιτέχνης, δεν καταφέρνουμε να αισθανθούμε αυτό που προκαλεί το έργο του σ’ εμάς τους ίδιους. Σημαίνει όμως και να παρατηρήσουμε ένα έργο τέχνης ακριβώς όπως ένα τοπίο της φύσης, χωρίς να θέσουμε το ερώτημα της σκοπιμότητας που κρύβεται πίσω του. Τότε μας αρκεί να το κοιτάζουμε ή να το ακούμε, γιατί μας γεμίζει με βαθιά χαρά και μας βοηθάει ν’ ανακαλύψουμε αυτό που αισθανόμαστε. Πόσοι έφηβοι που αμφέβαλλαν για τον εαυτό τους ανακάλυψαν για πρώτη φορά, ακούγοντας τον Ντέιβιντ Μπόουι ή τον Τζον Λένον, ότι μπορούσαν να νιώσουν ασφάλεια και να εμπιστευτούν την κρίση τους; Σίγουρα αυτό είναι όμορφο. Το να βρίσκεται κανείς κοντά στην ομορφιά σημαίνει ότι έρχεται κοντά στον εαυτό του. Δεν θέλει να «ξεφύγει», αλλά να βυθιστεί στον εαυτό του και να συναντήσει το ενδεχόμενο της αυτοπεποίθησης.

Γι’ αυτό ευγνωμονούμε τους καλλιτέχνες που μας συγκινούν. Νιώθουμε την ανάγκη να τους ευχαριστήσουμε για τη δύναμη που μας δίνουν.

Όταν δηλώνουμε ότι κάτι «είναι όμορφο», τελικά ίσως μιλάμε τόσο για ένα τοπίο ή ένα τραγούδι όσο και για την ακαταμάχητη αυτοπεποίθηση που νιώθουμε ξαφνικά. Κάθε φορά που η ομορφιά μάς αγγίζει, μας δίνει τη δύναμη να τολμήσουμε να γίνουμε ο εαυτός μας.

Θυμάμαι πώς ένιωσα την πρώτη φορά που βρέθηκα μπροστά σ’ ένα έργο του Ρόθκο. Ένας τεράστιος καμβάς με πορτοκαλί και κίτρινο. Βρέθηκε ξαφνικά εκεί, μπροστά μου. Η απόλυτη αγνότητα. Η ομορφιά είναι μια παρουσία που καλεί μια άλλη. Κοιτούσα ένα έργο του Ρόθκο κι ένιωθα όπως τότε που κοιτούσα τη θάλασσα: σίγουρα ήταν όμορφο, υπήρχε μέσα σ’ αυτή τη δόνηση του φωτός κάτι αιώνιο, κάτι αληθινό. Μια ανήκουστη πυκνότητα πνεύματος στην καρδιά της ύλης. Κι όμως δεν ήξερα τίποτα γι’ αυτό, δεν ήξερα καν ποιος ήταν ο Ρόθκο. Ωστόσο δεν είχα καμία αμφιβολία.Ένιωσα απόλυτη εμπιστοσύνη στο συναίσθημά μου, στην κρίση μου, σ’ εμένα και ταυτόχρονα σ’ αυτόν τον καλλιτέχνη που δεν ήξερα, στην τέχνη, στην ομορφιά, στη ζωή.

Όμως η ομορφιά μάς προσφέρει κάτι ακόμα. Μας γεμίζει με δύναμη για ζωή, μας βοηθάει ν’ αποκτήσουμε ξανά θάρρος. Το έχουμε ήδη ζήσει όλοι, ίσως σε μουσεία, ίσως ακούγοντας μουσική, σίγουρα κοντά στη φύση. Εξαντλημένοι από τις έννοιες, δύσθυμοι από τις αμφιβολίες μας, πεπεισμένοι ότι δεν πρόκειται να τα καταφέρουμε, θα περπατήσουμε στην εξοχή, θα δούμε τις χιονισμένες βουνοκορφές ή απλώς τις ακτίνες του ήλιου να χορεύουν ανάμεσα στα κλαδιά των δέντρων και τότε, ξαφνικά, θα νιώσουμε ότι τίποτα δεν είναι αδύνατον.

Κάπως έτσι έμοιαζε η εμπειρία που είχα στην Κορσική, κάτι τέτοιο περιγράφει και ο Χένρι Ντέιβιντ Θόρο, στενός φίλος του Έμερσον, στο αριστούργημά του Walden ή Η Ζωή στο Δάσος: “Αυτός που ζει κοντά στη φύση και νιώθει τις αισθήσεις του ζωντανές δεν θα είναι ποτέ μελαγχολικός. Δεν υπήρξε ποτέ καταιγίδα που να μη συνοδεύεται από αιολική μουσική για τα αθώα αφτιά ενός αγνού πλάσματος. Όσο οι εποχές είναι φίλες μου, τίποτα δεν μπορεί να κάνει τη ζωή βάρος”.

Εδώ η ομορφιά της φύσης κάνει κάτι περισσότερο από το να μας επιτρέψει να την κρίνουμε. Μας πλημμυρίζει από την ουσία της σε τέτοιο βαθμό, που μας δίνει δύναμη να πιστέψουμε στον εαυτό μας. Είναι αρκετά δύσκολο να καταλάβουμε τι συμβαίνει. Τι είναι αυτό που στην απλή παρατήρηση της ομορφιάς της φύσης μάς κάνει να νιώθουμε εμπιστοσύνη; Όπως και να’χει, αυτές οι όμορφες εικόνες είναι εξ ορισμού επιφανειακές. Τότε γιατί μας αγγίζουν τόσο βαθιά, μας ηρεμούν και τρέφουν την εμπιστοσύνη μας;

Η παρατήρηση μας επιτρέπει να σχετικοποιούμε, να αλλάζουμε οπτική γωνία, προοπτική. Μπροστά σε τόση ομορφιά, μπροστά στο θαύμα της μέρας που ξημερώνει, του κόσμου που μοιάζει να γεννιέται μπροστά στα μάτια μας, παίρνουμε απόσταση από τα προβλήματά μας. Μπροστά στο μυστήριο του φωτός, ξαφνικά οι προβληματισμοί μάς βαραίνουν λιγότερο.

Όμως υπάρχει και κάτι ακόμα. Νιώθουμε ότι στην καρδιά αυτής της ομορφιάς υπάρχει μια δύναμη που μας ξεπερνά και την οποία εμπιστευόμαστε. Δεν παρατηρούμε απλώς την εξωτερική ομορφιά, νιώθουμε ταυτόχρονα μια δύναμη να μας διαπερνά τόσο εσωτερικά όσο και εξωτερικά. Έτσι δεν είμαστε πια απλώς θεατές της ομορφιάς του κόσμου. Βρισκόμαστε μέσα στον κόσμο, κάτι που είχαμε ξεχάσει και μας το θυμίζει η ομορφιά. Ζούμε σ’ αυτόν τον κόσμο. Δεν είναι κάτι που πρέπει να εκμεταλλευτούμε ή κάτι στο οποίο πρέπει να επενδύσουμε. Είναι το σπίτι μας. Είναι πιο εύκολο να έχουμε αυτοπεποίθηση όταν νιώθουμε ότι ο κόσμος είναι το σπίτι μας.

Δεν είμαι καπετάνιος` όμως, αν ήσουν τόσο μακριά μου σαν την απέραντη ακτή της πιο μακρινής θάλασσας, θα το διακινδύνευα για τέτοιο θησαυρό

Η σκηνή αυτή από τη δεύτερη πράξη του Ρωμαίος και Ιουλιέτα παρομοιάζει τον έρωτα με το πολυτιμότερο από τα πλούτη, μια και χωρίς αυτόν τίποτα απ’ όσα έχουμε δεν μπορεί να λάμψει.

Ο έρωτας ασφαλώς και αξίζει να ξεκινάμε το μακρινότερο ταξίδι, για να φέρουμε με την επιστροφή το μυστικό καρύκευμα που διορθώνει όλα τα πιάτα της ύπαρξής μας, όπως το περιγράφει η ανατολίτικη ιστορία που ακολουθεί:

Μια γυναίκα είδε τρεις γέρους με λευκές γενειάδες στον κήπο της. Δεν ήξερε ποιοι ήταν, αλλά τους λυπήθηκε και τους κάλεσε να μπουν στο σπίτι να τους δώσει να φάνε κάτι.
-Είναι εδώ ο άντρας του σπιτιού; τη ρώτησε κάποιος.
-Όχι, απάντησε η γυναίκα.
Το σούρουπο, όταν ο άντρας της γύρισε στο σπίτι, η γυναίκα του διηγήθηκε το συμβάν.
-Πήγαινε και πες τους ότι είμαι στο σπίτι κι ότι τους καλώ να έρθουν και οι τρεις.
Έτσι έκανε η σύζυγος, κι αυτή τη φορά η απάντηση ήταν διαφορετική:
-Δεν μπορούμε να είμαστε καλεσμένοι σ’ ένα σπίτι και οι τρεις, της είπε με αποφασιστικότητα κάποιος.
-Γιατί; ρώτησε η γυναίκα με πολλή περιέργεια. Ο γέροντας με τη λευκότερη γενειάδα της απάντησε:
-Το όνομά του είναι Πλούτος, είπε δείχνοντας τον έναν και, δείχνοντας τον άλλο, πρόσθεσε: Το όνομά του είναι Επιτυχία, και το δικό μου είναι Αγάπη… Τώρα, πήγαινε στον άντρα σου κι αποφασίστε ποιον καλείτε.

Ο άντρας της, συγκινημένος, αναφώνησε:
-Τι καταπληκτικό! Αν πρέπει να διαλέξουμε, θα καλέσουμε τον Πλούτο. Έτσι θα γεμίσουμε το σπίτι με πλούτη.
Όμως η σύζυγος σχολίασε πως ήταν καλύτερα να καλέσουν την Επιτυχία, ώστε να τους θαυμάζουν όλοι. Η κόρη , που άκουγε τη συζήτηση από το δωμάτιό της, αναφώνησε:
-Γιατί δεν καλούμε την Αγάπη; Γιατί πρέπει πάντα να σκεφτόμαστε τα πλούτη και την επιτυχία σαν να μην είναι η αγάπη τόσο σημαντική για μας;
Οι γονείς, ντροπιασμένοι, της έδωσαν δίκιο. Τότε η γυναίκα βγήκε να συναντήσει τους γέροντες και τους ρώτησε:
-Ποιος από σας είναι η Αγάπη; Παρακαλώ, να περάσει και να είναι ο καλεσμένος μας.
Ο γέροντας Αγάπη σηκώθηκε κι άρχισε να περπατάει. Σηκώθηκαν και οι άλλοι δύο. Έκπληκτη η γυναίκα κοίταξε τους γέροντες Επιτυχία και Πλούτο και τους ρώτησε:
-Αφού κάλεσα την Αγάπη, γιατί έρχεστε κι εσείς;
Οι τρεις γέροντες απάντησαν μαζί:
-Αν είχατε καλέσει την Επιτυχία ή τον Πλούτο, οι άλλοι δύο θα έμεναν έξω, αλλά όπου πάει η Αγάπη, ακολουθούν και οι άλλοι δύο. Όπου υπάρχει αγάπη, πάντα υπάρχει επιτυχία και πλούτος.

Θα έπρεπε να αγαπάμε τον άλλον απλά και μόνο επειδή υπάρχει

Μας αρέσει πολύ να λέμε σ’ αυτούς που αγαπάμε ότι θα τους αγαπάμε ό,τι και να γίνει. Οι παραδοσιακοί γαμήλιοι όρκοι: «Στις χαρές και στις λύπες, στα πλούτη και στη φτώχεια, στην αρρώστια και στην υγεία, μέχρι να μας χωρίσει ο θάνατος» μπορεί να θυμίζουν υποσχέσεις αγάπης άνευ όρων, οι οποίες όμως ξέρουμε ότι δεν είναι δυνατόν να τηρηθούν.

Στην καθημερινή μας ζωή, μας αρέσουν οι ερωτήσεις:

«Θα μ’ αγαπάς αν πάρω είκοσι κιλά;»
«Ασφαλώς!»
«Θα μ’ αγαπούσες αν ήμουνα φτωχός;»
«Φυσικά!»

Οι απαντήσεις δεν είναι κατ’ ανάγκην ανεδαφικές, εντούτοις είναι ελάχιστα βέβαιο πως θ’ αγαπάμε «ό,τι κι αν συμβεί». Το υποστηρίζουμε συχνά, θεωρώντας πως αυτή είναι η βέλτιστη και ύψιστη αγάπη που μπορούμε να προσφέρουμε. Φοβόμαστε πως αν η αγάπη μας έχει όρους, θα θεωρηθεί ήσσονος αξίας ή κίβδηλη. Αλλά δεν είναι έτσι. Το πόσο αγαπάμε τους συντρόφους, τους φίλους και τους γονείς μας θα εξαρτάται πάντα από τα πράγματα που συμβαίνουν στη μεταξύ μας σχέση. Δεν είναι βέβαιο πως θα τους αγαπάμε πάντα ανεξαρτήτως συμβάντων και πράξεων, ούτε πως κι εκείνοι θα συνεχίσουν να μας αγαπάνε για πάντα, ό,τι κι αν κάνουμε. Τον φίλο που σε εκμεταλλεύεται οικονομικά συνεχώς, όχι μόνο είναι πιθανό να πάψεις να τον αγαπάς, αλλά ίσως είναι και το πιο σωστό… Αν κάποιος ασκεί βία στη γυναίκα του, θα πρέπει να περιμένουμε πως η αγάπη της για εκείνον θα χαθεί… Αν ένας ή μία πρώην σύζυγος χρησιμοποιεί τα παιδιά ως μέσο χειραγώγησης του άλλου, είναι λογικό η όποια εναπομείνασα αγάπη να κινδυνεύει να χαθεί.

Ένα παλιό ανέκδοτο που δείχνει πόσο πονάει «μια αγάπη» που εξαρτάται υπερβολικά από πράγματα που δεν έχουν καμία σχέση με την αγάπη…

Ρωτάει ο Ιάκωβος τη γυναίκα του (τριάντα χρόνια μικρότερή του):

«Μαργαρίτα… Θα εξακολουθούσες να μ’ αγαπάς αν έχανα όλα μου τα λεφτά, ως την τελευταία δεκάρα;»

Κι εκείνη απαντάει μ’ ένα χαμόγελο, ενώ τον αγκαλιάζει τρυφερά:

«Φυσικά, γλυκέ μου… φυσικά Θα συνέχιζα να σ’ αγαπώ… και θα μου έλειπες πάρα πολύ!!!»

Ασφαλώς, υπάρχουν πράγματα που μπορούμε να παραβλέψουμε στο πρόσωπο που αγαπάμε και όχι σε οποιονδήποτε άλλον. Υπάρχουν ιδιότητες που υπερεκτιμούμε στον/στην σύντροφό μας και μπορεί να μη μας εντυπωσιάζουν σε κάποιον ξένο, όπως υπάρχουν κι ελαττώματα που μπορούμε να δικαιολογήσουμε σε άλλους, αλλά δεν ανεχόμαστε σ’ ένα πρόσωπο με το οποίο έχουμε αποφασίσει να συμβιώσουμε. Τα βέβαιο είναι ότι δεν ανεχόμαστε -ούτε και θα έπρεπε- οποιονδήποτε όρο επιβάλλει η αγάπη κάποιου, ούτε μπορεί ν’ απαιτούμε αλλαγή της συμπεριφοράς τον άλλου χρησιμοποιώντας πρόσχημα τη δική μας αγάπη. Η αγάπη ποτέ δεν θέτει όρους αν είναι αληθινή, απελευθερώνει. Η ρητή ή άρρητη απαίτησή μας για συνεχή προσφορά μιας άνευ όρων αγάπης, ανοίγει την πόρτα στις χειρότερες δυσκολίες που μπορούν ν’ αντιμετωπίσουν δύο άνθρωποι σε μια στενή σχέση, συντροφική ή οποιουδήποτε άλλου τύπου.

Ο ορίζοντας στον οποίο θα έπρεπε να προσβλέπει κάθε σωστή αγάπη -κι αυτή μεταξύ γονέων και παιδιών δεν αποτελεί εξαίρεση- δεν καθορίζεται από το αν το συναίσθημα είναι άνευ όρων, αλλά απ’ αυτό που τόσο ωραία εκφράζει ο ορισμός του Τζόζεφ Ζίνκερ: «Αγάπη είναι να χαίρεσαι και μόνο που υπάρχει ο άλλος».

Και έτσι, νομίζω, θα έπρεπε ν’ αντιδρούμε σε όλες μας τις σχέσεις: ν’ αγαπάμε τον άλλον απλά και μόνο επειδή υπάρχει – να χαιρόμαστε που έχει μπει στη ζωή μας χωρίς να του ζητάμε να συμπεριφέρεται έτσι ή αλλιώς- να μην απαιτούμε απ’ αυτόν ν’ αλλάξει απλά και μόνο για να δούμε να εκπληρώνονται οι δικές μας προσδοκίες. Αυτός είναι ο σωστός τρόπος ν’ αγαπάμε και -το δίχως άλλο- ο δυσκολότερος όλων.

Ο έξυπνος άνθρωπος λύνει το πρόβλημα. Ο σοφός το αποφεύγει

Ας αναρωτηθούμε: τι είναι η σοφία;

Ακόμη και εκείνοι που βρίσκονται στη μέση του κύκλου των ικανοτήτων τους – πράγμα που απαιτεί πολύ εξειδικευμένες γνώσεις- δεν είναι αναγκαστικά σοφοί. Η σοφία δεν ταυτίζεται με τη συσσώρευση γνώσεων.

Η σοφία είναι μια πρακτική ικανότητα. Είναι ένα μέτρο της ικανότητας με την οποία πλοηγούμαστε στη ζωή. Μόλις καταλάβετε ότι είναι πιο εύκολο να αποφύγετε σχεδόν όλες τις δυσκολίες παρά να τις αντιμετωπίσετε, έρχεται στο φως αυτός ο απλός ορισμός: «Σοφία είναι η πρόληψη».

Η ζωή είναι δύσκολη. Προβλήματα φυτρώνουν από παντού. Η μοίρα βάζει παγίδες και εμπόδια στον δρόμο σας. Αυτό δεν μπορείτε να το αλλάξετε. Αλλά αν υποψιάζεστε πού κρύβονται οι κίνδυνοι, μπορείτε να αποφύγετε κάποια εμπόδια. Ο Αϊνστάιν το έθεσε έτσι: «Ο έξυπνος άνθρωπος λύνει το πρόβλημα. Ο σοφός το αποφεύγει».

Το παραδέχομαι, η αποφυγή των προβλημάτων δεν είναι και τόσο σέξι. Φανταστείτε δύο κινηματογραφικά σενάρια Α και Β. Στην ταινία Α ένα πλοίο προσκρούει σε παγόβουνο. Το πλοίο βυθίζεται. Με υποδειγματικό, ανιδιοτελή, σπαρακτικό τρόπο, ο καπετάνιος διασώζει όλους τους επιβάτες. Είναι ο τελευταίος που εγκαταλείπει το πλοίο μπαίνοντας σε σωσίβια λέμβο – λίγα μόλις λεπτά προτού το σκάφος βυθιστεί. Στην ταινία Β ο πλοίαρχος καταφέρνει να παρακάμψει το παγόβουνο. Ποιο σενάριο Θα σας έκανε να πάτε στον κινηματογράφο; Το Α, είναι λογικό. Τι θα προτιμούσατε αν ήσασταν στο πλοίο; Εξίσου σαφές, το Β.

Υποθέστε ότι το παράδειγμα είναι πραγματικό. Τι θα συνέβαινε στη συνέχεια; Ο καπετάνιος στο Α θα εμφανιζόταν στην τηλεόραση, ίσως μάλιστα να υπέγραφε κάποιο χρυσό συμβόλαιο για να γράψει βιβλίο, θα έβαζε στην ντουλάπα τη στολή του ναυτικού και θα γινόταν δημόσιο πρόσωπο. Η πατρίδα του θα έδινε το όνομά του σε κάποιο δρόμο και τα παιδιά του θα αισθάνονταν για πρώτη φορά υπερηφάνεια για τον πατέρα τους. Ο καπετάνιος στο Β θα παρέμενε άσημος και μέχρι τη συνταξιοδότησή του θα παρέκαμπτε εμπόδια σύμφωνα με το αξίωμα τον Τσάρλι Μάνγκερ: «Αν υπάρχει μια επικίνδυνη δίνη καλό είναι να την αποφύγετε σε απόσταση διακοσίων μέτρων, όχι έξι μέτρων». Αν και ο Β αποδεικνύεται καλύτερος καπετάνιος, ο Α γίνεται διάσημος. Ο λόγος; Οι επιτυχίες που σημειώνουμε μέσω της πρόληψης (δηλαδή αποφεύγοντας τις αποτυχίες) είναι αόρατες για τον έξω κόσμο.

Τα μέσα ενημέρωσης που ασχολούνται με την οικονομία αναδεικνύουν τα διευθυντικά στελέχη που καταφέρνουν να ξαναστήσουν στα πόδια τους παραπαίουσες επιχειρήσεις. Αυτό είναι καλό και σωστό. Αλλά ακόμα καλύτερο θα ήταν η ανάδειξη των διευθυντικών στελεχών που εμποδίζουν μια επιχείρηση να φτάσει στο σημείο να παραπαίει. Αλλά επειδή οι επιτυχίες πρόληψης δεν είναι ορατές απέξω, δεν αναδεικνύονται στα ΜΜΕ. Βασικά, μόνο ο ίδιος ο διευθυντής και η ομάδα του ξέρουν πόσο σοφά έχει ενεργήσει – κι αυτό όχι πάντοτε.

Επομένως, υπερεκτιμάμε συστηματικά τον ρόλο επιτυχημένων στρατηγών, πολιτικών, χειρουργών στα επείγοντα και θεραπευτών, υποτιμώντας τον ρόλο των ανθρώπων που προστατεύουν την κοινωνία και τα άτομα από τις καταστροφές, Αυτοί είναι οι αληθινοί ήρωες, οι αληθινοί σοφοί: ικανοί οικογενειακοί γιατροί, καλοί δάσκαλοι, λογικοί νομοθέτες και διπλωμάτες.

Τι συμβαίνει στη δική σας ζωή; Ακόμη και αν δεν το πιστεύετε, τουλάχιστον οι μισές από τις επιτυχίες σας έχουν να κάνουν με την πρόληψη. Σίγουρα κάπου κάπου τα θαλασσώνετε, όπως όλοι μας. Αλλά τις περισσότερες φορές αποφεύγετε τις ηλιθιότητες. Σκεφτείτε πόσους κινδύνους είχατε την προνοητικότητα να αποφύγετε από άποψη υγείας, σταδιοδρομίας, χρημάτων και σχέσεων.

Η πρόληψη δεν είναι παίξε γέλασε. Στο βιβλίο του The Most Important Thing ο Αμερικανός διαχειριστής αντισταθμιστικών κεφαλαίων Χάουαρντ Μαρκς αφηγείται την ιστορία ενός τζογαδόρου: «Μια μέρα άκουσε για μια ιπποδρομία με ένα μόνο άλογο και στοιχημάτισε όλη του την περιουσία σε αυτό. Ποιο σίγουρο στοίχημα δεν υπήρχε! Αλλά στα μέσα της διαδρομής το άλογο πήδηξε πάνω από τον φράχτη κι έφυγε καλπάζοντας». Ο Χένρν Κίσσινγκερ αποδίδει αυτό το είδος λάθους σε έλλειψη φαντασίας. Η πρόληψη δεν χρειάζεται μόνο γνώση, χρειάζεται και φαντασία· κάτι αρκετά παρεξηγημένο. Πολλοί άνθρωποι πιστεύουν ότι η φαντασία είναι η περιπλάνηση του μυαλού πάνω από ένα ποτηράκι κρασί. Αλλά δεν γεννιούνται έτσι οι ιδέες. Φαντασία σημαίνει να βάζουμε τον εαυτό μας να σκέφτεται τις πιθανότητες και τις συνέπειες από το Α μέχρι το Ω. Η φαντασία είναι εξαντλητική εργασία.

Και γίνεται ακόμα πιο εξαντλητική όταν πρόκειται για προβλήματα που ξεπετιούνται ξαφνικά. Πρέπει να σκεφτόμαστε διαρκώς τις πιθανές καταστροφές; Δεν είναι κάπως καταθλιπτικό; Η εμπειρία λέει όχι· το ίδιο και ο Τσάρλι Μάνγκερ: «Σε όλη μου τη ζωή φανταζόμουν κάθε είδους δυσκολίες, αλλά δεν έγινα δυστυχισμένος. Περίμενα τα προβλήματα· ήμουν προετοιμασμένος γι’ αυτά».

Το τελικό βήμα: προσπαθήστε να εξαλείψετε τα πιθανά αίτια έτσι ώστε το πρόβλημα να μη συμβεί.

Εννοείται ότι, ακόμα κι αν τα κάνετε όλα αυτά τακτικά και ευσυνείδητα, θα παραβλέψετε κινδύνους και θα πάρετε λανθασμένες αποφάσεις. Μπορείτε να μετριάσετε αυτές τις αναπόφευκτες καταστροφές αντιμετωπίζοντας την πραγματικότητα και τα ζητήματα αμέσως, χωρίς χρονοτριβή. Όσα όμως είναι προβλέψιμα μπορούν να αποφευχθούν ευκολότερα από το να επιλυθούν όταν προκύψουν. Σοφία είναι η πρόληψη. Δυστυχώς, επειδή είναι αόρατη, δεν μπορείτε να την επιδείξετε: όμως η επίδειξη, η καυχησιά, δεν βοηθάει στην καλή ζωή.

Το πέρασμα του BepiColompo από τη Γη στην πορεία του προς τον Ερμή

Το BepiColombo περνώντας μέσα από την σκιά της Γης το πρωί της 10ης Απριλίου 2020 λίγο μετά από το πέρασμά του κοντά από τον πλανήτη μας, όπως το συνέλαβε τηλεσκόπιο του Συντονιστικού Κέντρου NEO (Near-Earth Object) της ESA στη Χιλή. Κάθε πλάνο της απεικόνισης λήφθηκε με έκθεση 2 δευτερολέπτων, καθώς  το 25 cm τηλεσκόπιο παρακολουθούσε τη διαστημοσυσκευή. Το BepiColombo μπορεί να φαίνεται ως ένα μικρό σημείο στο μέσο της εικόνας που περιβάλλεται με συρόμενες γραμμές κινούμενες μέσα στο οπτικό πεδίο απεικονίζοντας τα άστρα.

Το πέρασμα κοντά από τη Γη, που βοήθησε το BepiColombo να διορθώσει την τροχιά του, είναι το πρώτο από εννέα ελιγμούς που θα εκτελέσει η διαστημοσυσκευή με βοήθεια της βαρύτητας κατά τη διάρκεια του επταετούς ταξιδιού του προς τον πλανήτη Ερμή. Θα υπάρξουν δυο περάσματα από την Αφροδίτη και επιπλέον έξι στον Ερμή, που όλες βοηθάνε τη διαστημοσυσκευή να αντιπαλέψει τη βαρυτική έλξη του Ήλιου με σκοπό να μπορέσει να μπει στη σωστή τροχιά γύρω από το μικρότερο και εσωτερικότερο πλανήτης του ηλιακού μας συστήματος. Κατά τη διάρκεια του κοντινού του περάσματος από τη Γη βρέθηκε σε απόσταση 12.700 Km από την επιφάνεια του πλανήτης μας και ήταν παρατηρήσιμος από αστρονόμους, συμπεριλαμβανομένων και των ερασιτεχνών, εξοπλισμένων με μικρά τηλεσκόπια.

Ο πόλεμος λογικής και παράνοιας

«Είσαι ένα ψεγάδι στο σχέδιο, Γουίνστον. Είσαι μια κηλίδα που πρέπει να σβηστεί. Δεν σου είπα μόλις τώρα πως διαφέρουμε από τους διώκτες του παρελθόντος; Δεν ικανοποιούμαστε με μιαν αρνητική υποταγή, ούτε ακόμα και με την πιο ταπεινή υποταγή. Όταν στο τέλος θα μας παραδοθείς, αυτό πρέπει να γίνει με την δική σου θέληση. Δεν καταστρέφουμε τον αιρετικό όσο μας αντιστέκεται. 'Οσο μας αντιστέκεται, δεν τον καταστρέφουμε ποτέ. Τον προσηλυτίζουμε, κυριεύουμε την ψυχή του, τον αναπλάθουμε. Εξαλείφουμε κάθε κακό και κάθε ψευδαίσθηση από μέσα του. Τον παίρνουμε με το μέρος μας, όχι μόνο φαινομενικά, αλλά πραγματικά με την ψυχή και το μυαλό του. Προτού τον σκοτώσουμε τον κάνουμε δικό μας.» -1984, Τζ. Οργουελ
 
Αυτές τις παράξενες μέρες, της καραντινάτης ζωής μας, το κόλλημα με το διαδίκτυο έχει πάρει διαστάσεις επικές! Όλοι προσπαθούν να καταλάβουν τι γίνεται, πόσο κινδυνεύουν, πότε θα βγούμε από τα σπίτια, ποιος προκάλεσε όλο αυτό το μακελειό η φύση, ξέφυγε από εργαστήριο, έχουμε βιολογικό πόλεμο ή μια ακόμα επιδημία κλπ. κλπ.
 
Ο πόλεμος μεταξύ λογικής και παράνοιας έχει χτυπήσει κόκκινο, όπου βέβαια κανείς δεν μπορεί να ξεχωρίσει που ξεκινάει η μία και που καταλήγει η άλλη. Ο καθένας μπορεί να πει ότι του γουστάρει. Είναι η στιγμή που μπορούν να πλασαριστούν τα πιο μεγάλα ψέμματα και οι οι πιο μεγάλες αλήθειες και οι φοβισμένοι άνθρωποι που τους εκτοξεύονται στην μούρη τους, τόνοι από τρομολαγνικές ειδήσεις, με δημοσιοκάφρους να αναμεταδίδουν συνέχεια εικόνες θανάτου, έχουν κλειστεί στα σπίτια ελπίζοντας να μην τους συμβεί το μοιραίο.
 
Τι όμως είναι απάτη και τι όχι;
 
Λίγο δύσκολο κανείς να μεταδώσει αλήθειες σε ένα πλήθος που συμβαίνει το εξής παράδοξο. Μπορείς να αναφέρεις πως π.χ. υπάρχει μια διεθνής τρομοκρατική οργάνωση που αποτελείται από πανίσχυρους μεγιστάνες που κάνουν παιχνιδάκια με τις ανθρώπινες ζωές, και που έχει εκτοξεύσει ένα θανατηφόρο ιό με σκοπό να κάνει ξεκαθάρισμα του πληθυσμού, οικονομικές ανακατατάξεις κυριαρχίας ή σχέδια για διάφορες μελλοντικές δυστοπικές κοινωνίες όπου η πλειοψηφία των ανθρώπων θα είναι απλά κρέας για σφάξιμο. Την ίδια στιγμή θα πεταχτούν ολόκληρα πλήθη απόλυτα «λογικών» οι οποίοι θα ονομάσουν κάποιον που λέει κάτι τέτοιο στην καλύτερη περίπτωση ψυχοπαθή στην χειρότερη πρακτοράκι που εξυπηρετεί κάποια αόριστα συμφέροντα.
 
Αυτοί οι ίδιοι που θα γελάσουν, θα κοροϊδέψουν, θα πετάξουν τόνους λάσπης στον «ηλίθιο» που λέει τέτοιες μαλακίες, είναι οι ίδιοι στο μεγαλύτερο μέρος, που πιστεύουν με απόλυτη βεβαιότητα και ευλάβεια, πως ένα φίδι έδωσε σε μια γκόμενα ένα μήλο κι εκείνη το πάσαρε στον δικό της να το φάει και αυτό προκάλεσε τη πτώση της ανθρωπότητας στο μεγάλο αμάρτημα!!!
 
Είναι εκείνοι που θεωρούν αυτονόητο πως πτώματα είναι θαυματουργά, πως μπορείς να δωροδοκήσεις μια εικόνα και να φτιάξει το χαλασμένο σου μάτι, πως ένα ποτήρι κρασί περιέχει σάρκα και αίμα, πως ένας τύπος πήρε μια πλάκα με εντολές από τον δημιουργό του σύμπαντος, και πως αν δεν είσαι καλό παιδί υπάρχει ένας τύπος με κερατάκια και ουρίτσα που θα σε τσιμπήσει με μια τσουγκράνα και θα σε πετάξει σε ένα καζάνι να γίνεις ξεροψημένη γουρουνοπούλα!!!
 
Είναι εκείνοι που ψοφάνε στο γέλιο αν τους πεις πως τον πλανήτη κυβερνάνε αρπακτικά που μόνη τους τροφή είναι αυτός ακριβώς ο φόβος που εκτοξεύουν με κάθε τρόπο στην ανθρώπινη ψυχή και την ίδια στιγμή πιστεύουν πως μόνος κυβερνήτης είναι ένας παππούλης με άσπρα γένια που καθισμένος σε ένα αόρατο θρόνο πάνω από ολόκληρο το σύμπαν, σε βλέπει και σε επιβραβεύει ή τιμωρεί ανάλογα. Ο ορατός κυρίαρχος που κάθεται πάνω στο σβέρκο σου είναι συνομωσιολογία, ο αόρατος που δεν έχεις καμία αντίληψη του τι είναι, πέραν όσων σου επιβάλλει η κάθε θρησκεία είναι απόλυτα λογικό.
 
Επίσης μην ξεχάσουμε πως τα δώρα τα φέρνει ο Αγιος Βασίλης, το κουνελάκι του Πάσχα, και πως τα παιδιά έρχονται με τον πελαργό.
 
Φυσικά και υπάρχουν απίστευτες μπούρδες που κυκλοφορούν αυτές τις μέρες από ένα σωρό παλαβούς. Φυσικά υπάρχουν απάτες που στοχεύουν ακριβώς στο να πετάνε σκουπίδια σε κάθε δυνατότητα προσέγγισης της αλήθειας. Φυσικά υπάρχουν αθώα πρόβατα που μασάνε ότι χορτάρι διαθέτει ο χασάπης. Υπάρχουν κι ελάχιστοι σκεπτόμενοι που χωρίς να γνωρίζουν «μυρίζονται» πως κάτι δεν κολλάει καλά σε όλο αυτό το καρναβάλι.
 
Πως όμως να ξεχωρίσει κανείς την ουσιαστική πληροφορία από την απάτη ή την χωρίς ουσία μαλακία;
 
ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ, ΣΚΕΨΗ, ΛΟΓΙΚΗ, αφού πρώτα ΚΛΕΙΣΟΥΜΕ ΤΗ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ!
 
Προσεκτική ανάγνωση ανακοινώσεων, αναφορών και γενικά κάθε σχετικής πληροφόρησης πάνω στο καυτό θέμα.
 
'Ερχονται δύσκολοι καιροί κι ο τρόμος, η υποταγή, η χωρίς σκέψη τυφλή πίστη σε ότι ακούμε, η αναρώτηση για κάποια πράγματα που μας φαίνονται περίεργα αλλά όχι «απίθανα» και κυρίως η ψυχραιμία και η ήρεμη αντιμετώπιση όλων αυτών που συμβαίνουν και θα συμβούν, είναι οι τακτικές για να μην το χάσουμε τελείως και να μην είμαστε το απόλυτα χειραγωγίσιμο σφαχτό στην φάρμα των ζώων.
 
Πως ξεκίνησε και τι έλεγαν οι πρώτες αναφορές, τι διαφορά συνέβη στην Ιταλία (και όχι δεν είναι μια χώρα γέρων γι΄αυτό έγινε, γιατί εμείς έχουμε περισσότερους ηλικιωμένους), τι έχουν απογίνει στην Ιταλία εκείνοι που ήρθαν σε επαφή με 110.000 επιβεβαιωμένα κρούσματα; Ασθένησαν, πόσοι και πόσο σοβαρά. Τι συμβαίνει με την αποτέφρωση; Γιατί έχει πέσει απαγόρευση της ελεύθερης έκφρασης στους γιατρούς και πρέπει όλα να ανακοινώνονται από κυβερνητικά στελέχη. Γιατί υπάρχουν τόσα βιντεάκια ψεύτικα και τόσες αναφορές ατόμων που σπέρνουν τον τρόμο και μετά μας λένε δεν ήταν αληθινό.
 
Και το σημαντικότερο ερώτημα. Πόσοι που πέθαναν από τον κορονοϊό, ήταν ΕΞ’ ΑΙΤΙΑΣ του κορονοϊου και δεν συνέβαλε απλά ΚΑΙ αυτός σε ένα ήδη καταβεβλημένο και καταδικασμένο οργανισμό; Στην Ιταλία βγαίνουν συνεχώς πληροφορίες πως στην καταμέτρηση των θυμάτων υπάρχουν τερματικοί ασθενείς, ασθενείς που ήταν σε κώμα, ασθενείς που είχαν εισπράξει μαζί και την εποχιακή γρίπη, ασθενείς που νοσηλευόντουσαν ήδη σε εντατικές, ασθενείς που έπασχαν από σοβαρότατες ασθένειες. Όλοι αυτοί είναι στους αριθμούς που διαβάζουμε.
 
Κατά την γνώμη μου ναι, έχουμε να κάνουμε με μια μεγάλη απειλή. Όμως τι μορφή έχει αυτή η απειλή; Ποιους χτυπάει; Τι σημαίνει μερικοί θα τον περάσουν σαν μια γριπούλα; Οι υγιείς; Μα αυτοί περνάνε έτσι κάθε γριπούλα οι δε ευάλωτοι πληθυσμοί κινδυνεύουν από κάθε ιό ή μικρόβιο σοβαρό που θα βρεθεί στο δρόμο τους. Τι διαφοροποιεί αυτόν τον ιό στ΄ αλήθεια;
 
Είναι πολλά τα ερωτήματα και ο συσχετισμός τους με τα μέτρα που λαμβάνονται. Εν τω μεταξύ, ενώ όλοι είμαστε σπίτι για να προστατεύσουμε τους ευάλωτους ανθρώπους μας, πήγα προχτές στην λαϊκή και γινόταν της τρελής από παππούδες και γιαγιάδες που ούτε καν κράταγαν απόσταση ασφαλείας, ούτε μάσκες ούτε τίποτα. Το ίδιο και στις ουρές που περίμεναν να πάρουν τις συντάξεις τους. Λογικά τις επόμενες ημέρες θα πρέπει να περιμένουμε μεγάλη αύξηση στα κρούσματα σε αυτές τις ηλικίες γιατί αφού ο ιός είναι και στον αέρα, μια χιλιάρα δεν θα τον εισέπραξε; Έτσι δεν είναι;
 
ΤΗΝ ΑΣΘΕΝΕΙΑ ΤΗΝ ΕΧΟΥΜΕ. ΤΟ ΣΘΕΝΟΣ;
 
Η κυρία φτερνίστηκε. Ίσως να ήταν πιο ψύχραιμη η αντίδραση των γύρω της, αν είχε σκάσει κάποιος ταλιμπάν με αυτοσχέδια βόμβα, παρά αυτό. Σαν κουρδισμένοι κλόουν, πετάχτηκαν όσο πιο μακριά μπορούσαν, μόνο που δεν τσακίστηκαν. Η κυρία απλά φτερνίστηκε. Το βλέμμα των ανθρώπων αυτών μαρτυρούσε πως με αυτό και μόνο είχαν πάθει τέτοιο πανικό, σαν να ήταν μπροστά στο γιατρό τους και τους ανακοίνωσε πως πάσχουν από κάποια ανίατη ασθένεια.
 
Γι΄ αυτούς όλους τους ανθρώπους και πολλούς άλλους έχει γίνει ολόκληρη προεργασία εδώ και πολλά χρόνια. Έχουν μάθει όλοι αυτοί πως από την ώρα που γεννιέσαι, είσαι άρρωστος. Κινδυνεύεις. Τίποτα δεν είναι βέβαιο στο αβέβαιο και ζοφερό αύριο. Είναι τα παιδάκια που έχουν καταπιεί ολόκληρη σειρά από μπουκαλάκια αντιβίωσης πριν καλά καλά βγάλουν το δημοτικό, για κάθε συνάχι, κάθε πονόλαιμο, κάθε βήχα που πέρασαν. Είναι τα παιδάκια που η μαμά πανικόβλητη σκούπιζε με ιώδια, οινοπνεύματα και τσιρότα την γρατζουνίτσα που έγινε καθώς έπαιζαν με την μπάλα.
 
Είναι ολόκληρες γενιές που δίπλα από εκτός από την αποθήκη τροφίμων, έχουν μια άλλη μικρότερη που είναι γεμάτη από διάφορα καλούδια. Χαπάκια για τις αλλεργίες, αντιπυρετικά, χαπάκια για τη ναυτία, τις ζαλάδες, τις διάρροιες, τον πονόλαιμο, τον στομαχόπονο, τις ταχυκαρδίες, την πίεση, τα αντιρευματικά, και αντιβιώσεις καλού κακού, καραμελίτσες που ξέρουμε την δοσολογία, και την ανάγκη να τις καταπιούμε μήπως και προλάβουμε το μεγαλύτερο κακό.
 
Είναι οι γενιές που αφού τις φουσκώσανε με όλων των ειδών τα σκουπίδια που ονόμασαν τροφή, αφού τις ποτίζανε με τόννους από φυτοφάρμακα, συντηρητικά και όλων των ειδών τα δηλητήρια, αφού τις μάθανε να μην μπορούν να κουνήσουν το πόδι τους από το σπίτι στο περίπτερο, αφού τους ετοίμασαν μια ζωή γεμάτη συνεχή αγωνία για το αύριο, που όλο και πιο σκοτεινό δείχνει, και έκαναν όλο το δυτικό κόσμο να είναι εν δυνάμει ασθενής από την κούνια του, ξεκίνησαν το παραμύθι της πρόληψης και διάσωσης.
 
Μια ολόκληρη βιομηχανία παρασκευής δηλητηρίων, από γη, αέρα και θάλασσα, πλούτισε ασύστολα πάνω στις πλάτες από τα προβατάκια, και στην συνέχεια κάνει μπίζνες με την πρόληψη και τις ασθένειες που η ίδια προκάλεσε. Φάε αυτό το σκουπίδι σε καθημερινή βάση, πρώτο κέρδος, επειδή το έφαγες κινδυνεύεις στο μέλλον να πάθεις αυτό και αυτό, οπότε καλό είναι να ξεσκίζεσαι στις εξετάσεις, τις αξονικές, τις μαγνητικές και κάθε είδους εξωτικό έλεγχο στην αποικία των αποβλακωμένων, δεύτερο κέρδος, κι επειδή άργησες να κάνεις αυτή τον έλεγχο …ουπς τη πάτησες, οπότε τώρα κάτσε κάτω από μαχαίρια, χημειοθεραπείες, ακτινοβολίες κλπ κλπ τρίτο χοντρό κέρδος.
 
Αυτοί οι άνθρωποι οι εκ γενετής ασθενείς, που έχουν καταντήσει να φοβούνται και τον ίσκιο τους, και κρέμονται από τα χείλη δημοσιοκάφρων και σοβαροφανών επιστημόνων που τους κουνάνε το δάχτυλο συνέχεια μέσα στην μούρη, ήταν έτοιμοι από καιρό να κλειστούν στα σπίτια. Να φορέσουν γάντια, μάσκες και να βλέπουν το συνάνθρωπο σαν υγειονομική βόμβα. Ηταν έτοιμοι από καιρό να υποκύψουν στην οποιαδήποτε ασθένεια γιατί δεν θυμούνται καν τι σημαίνει η λέξη σθένος.
 
Έμαθαν να είναι υποδειγματικοί καρπαζοεισπράκτορες κάποιου αφεντικού, δούλοι κάποιου θεού, κλαψομούνηδες για το κακό που συμβαίνει στην φουκαριάρικη ζωή τους, πεφτοσυνεφάκηδες σε κάθε τι που βγαίνει έξω από τις παρωπίδες του πλαστικοποιημένου εγκέφαλου. Έχουν είδωλα που κρέμονται από τα χείλη τους τι θα πουν, κι αυτά τα είδωλα είναι κάποιος αγύρτης πολιτικάντης που τους πλασάρει ξεδιάντροπα τα πιο μεγάλα ψέμματα, κάποιος παππάς που θα τους δώσει την αιώνια σωτηρία, κάποια ποδοσφαιρική ομάδα για να σκίζουν τις φανέλες, κάποια γελοία τηλεπερσόνα που παριστάνει τον φωτεινό παντογνώστη, τα διαφημιστικά σποτάκια που βομβαρδίζουν συνέχεια το μυαλό για την αγορά των άχρηστων, ή κάποιος δημιουργός καψουροτράγουδων για να πνίγουν το πόνο τους από την άτιμη την κενωνία…
 
Και ναι ο ιός, ο κάθε ιός πλέον μπορεί να είναι απόλυτα θανατηφόρος. Και ναι όταν ήμουν μικρή πέρασα στο πόδι, με μόνη διαμαρτυρία που η μάνα δεν με άφηνε να βγω έξω από το σπίτι, κατά σειρά μέσα 6 χρόνια, ιλαρά, μαγουλάδες, ανεμοβλογιά, κοκκύτη, ερυθρά και κάποια άλλη που δεν θυμάμαι τι ήταν, όπως και τα υπόλοιπα παιδιά στην γειτονιά μου και στο σχολείο μου. Έχω άπειρα σημάδια στα γόνατα από σκισίματα γιατί δεν είχα ησυχία, όλη μέρα στο δρόμο να τρέχω και να τσακίζομαι. Ούτε θυμάμαι αν έβαλα ποτέ ιώδιο ή αν απλά ξέπλενα λίγο το γόνατο και συνέχιζα το παιχνίδι.
 
Πέρασα εποχές που δεν είχαμε θέρμανση στο σπίτι παρά μόνο μια μικρή σόμπα, αλλά κατά περίεργο τρόπο γύριζα με το κοντομάνικο, δεν κρύωνα και δεν κρυολογούσα, ίσως η πρώτη φορά που πήρα αντιβίωση στην ζωή μου να ήταν μετά την πρώτη γέννα που έκανα για κάποια φλεγμονή. Και ναι υπήρχαν πολλοί άνθρωποι γύρω μου με ασθένειες. Πραγματικές. Οπως συνέβαινε πάντα κι εκείνοι θα έπρεπε να εξεταστούν να πάρουν τα φάρμακά τους να έχουν ιδιαίτερη φροντίδα, αλλά δεν άκουγες σε μια τάξη 16 χρόνων παιδιών τα 10 να έχουν πρόβλημα με θυρεοειδή, δεν άκουγες παιδιά του δημοτικού να έχουν χοληστερόλη, τριγυκερίδια και υπέρταση. Δεν έβλεπες αυτό το έγκλημα παιδάκια μικρά στους θαλάμους του τρόμου να γυρνάνε με τους ορούς στα χέρια.

Εγκληματίες που ασέλγησαν ασύστολα πάνω στην ανθρώπινη ζωή.
 
Αφαίρεσαν σιγά σιγά με τον πιο ύπουλο τρόπο στα κοπάδια των χειραγωγημένων ανθρώπων, το ΣΘΕΝΟΣ. Και τώρα είναι οι καλοί λύκοι που αφού τα έκαναν όλα αυτά, και ρήμαξαν τα ασφαλιστικά ταμεία, υποβάθμισαν τα συστήματα υγείας σε αποθήκες ψυχών που παρακαλάνε για λύτρωση, μας σώνουν από τις νυχτερίδες, τους πιθήκους, τα κοτόπουλα και τα γουρουνόπουλα. Οι πεφτοσυνεφάκηδες κατάλαβαν κατόπιν εορτής πως οι αγελάδες έτρωγαν την ίδια τους την σάρκα, πως τα κοτόπουλα ήταν σάπια, τα χάμπουργκερ δεν ήταν κρέας και οι ντομάτες ήταν σαν παραφουσκωμένοι μποντι-μπιλντεράδες.
 
Έμαθαν πως τα λάδια μόνο λάδια δεν ήταν, τα γάλατα ήταν γεμάτα τοξίνες, τα φρούτα δεν είχαν πια γεύση, οι ζάχαρες ήταν δηλητήρια, τα αλάτια είχαν γυαλάκια και τα αλεύρια ήταν για τα σκουπίδια. Κι εκεί ακόμα γερή μπίζνα επάνω τους, με τα ιδιαίτερα τρόφιμα με τις τριπλάσιες τιμές επάνω για τους λίγους που βαστάει η τσέπη και δεν έχει ακόμα τρυπήσει. Αυγό για τους φτωχομπινέδες και δίπλα αυγό για τους ψαγμένους. Κολοκυθάκι για τα μπάζα και κολοκυθάκι μοσχομεγαλωμένο.
 
Εννοείται πως πρέπει να πεταγόμαστε στην άλλη άκρη μόλις κάποιος φτερνιστεί, γιατί με τι πράγμα να τον αντιμετωπίσουμε. Σωματικά είμαστε μεταλλαγμένοι, ψυχικά είμαστε χειραγωγημένοι σε φαινόμενα nocebo που ανακουφίζουμε με placebo τεχνικές. Μην πάτε πουθενά. Καθίστε σπίτι, γιατί ναι εκεί είναι η σωστή θέση. Η ελευθερία του να συναθροίζεσαι, η ελευθερία της κίνησης, της έκφρασης, η ελευθερία του να επιλέγεις τι να κάνεις στην ζωή σου, τι αγαπάς, τι ονειρεύεσαι και το ΣΘΕΝΟΣ να το αποκτήσεις θέλει πρώτα από όλα να το ΠΙΣΤΕΨΕΙΣ.
 
Προς το παρόν ας πιστέψουμε αυτό που μας αρμόζει. Είμαστε σε μια ανθρωπότητα μολυσμένη, και η φυσική μας θέση είναι να είμαστε ικέτες για λίγα ψίχουλα σωτηρίας από τους πατερούληδες που εξουσιάζουν τις ζωές μας. Θέλεις να γυρίσεις στη κανονικότητα. Ποια κανονικότητα εννοείς; Αυτήν που ήσουν πριν; Αν είναι αυτό που θέλεις να κάνεις, όχι απλά είμαι σύμφωνη με τα μέτρα εγκλεισμού, νομίζω πως είναι και πολύ χαλαρά και κανονικά θα έπρεπε να είμαστε στους υπονόμους εκεί που έτσι κι αλλιώς μας κατατάσσουν αυτοί που με μεγάλη αγάπη θέλουν να μας σώσουν.

Το φιλοσοφικό τέλος

Οι χριστιανοί ενέσκηψαν κάποτε στην Ελλάδα, στην πατρίδα του υψηλότερου πολιτισμού στον κόσμο τότε, ως μία πολύ καλά οργανωμένη κι αποφασισμένη μεταφυσική συμμορία, με ακαταμάχητο σύμβολο ένα βασανισμένο σεβάσμιο πτώμα πάνω στον μισητό ρωμαϊκό σταυρό. Η χρησιμοποίηση ενός βασανισμένου πτώματος ως μέσο πειθούς είναι μια υπόθεση επαίσχυντη σίγουρα, όμως εκείνοι ήταν αδίστακτοι και δεν ορρωδούσαν ποτέ, μπροστά σε τίποτα. Έκαναν το πτώμα αυτό όσο πιο σεβάσμιο μπορούσαν, διογκώνοντας την αδικία στο έπακρο. Προς αυτό το άδικα βασανισμένο σεβαστό σώμα κατάφεραν μ’ ευχέρεια να εμφυσήσουν βαθιά λύπη και συμπόνια από όλους. Σαν πολύ ταλαντούχοι επαίτες που γνωρίζουν πώς να εμπνεύσουν λύπη και συμπόνια από όλους με μύρια σαγηνευτικά κόλπα.

Πως λειτουργούν αυτοί οι άνθρωποι σε αυτές τις υποθέσεις μας τα αφηγείται πολύ αναλυτικά ο Ανδρέας Καρκαβίτσας στο μνημειώδες λογοτεχνικό έργο του «Ο ζητιάνος». Για τους χριστιανούς ήταν μια πανεύκολη υπόθεση, που μας τη διδάσκουν εξαντλητικά επί δύο χιλιάδες χρόνια καθημερινά. Στην ουσία τις χριστιανικές ψυχές ενώνει ισχυρά μια κοινή φυσική συμπόνια προς ένα άδικα βασανισμένο πάνσεπτο σώμα. Είναι ένα αληθινό και πανίσχυρο θυμικό φορτίο, ψεύτικα και πονηρά εμπνευσμένο με αλήθειες και εύστοχα ψέματα. Εκεί στηρίζονται ισχυρά και χτίζονται με ευκολία μετά όλα τα λόγια της χριστιανικής κατήχησης, που χαράζονται γερά μες στις αθώες ψυχές των ανθρώπων σε ένα πανίσχυρο κι αληθινό θυμικό φορτίο, εμπνευσμένο σε όλους και στον καθένα ξεχωριστά με μύρια έντεχνα λόγια.

Με τέτοια δόλια κι αδίστακτα αφηγηματικά κόλπα κατάφεραν πανεύκολα και βουλημικά να φέρουν «ες γην» τον μονάκριβο λογικό πολιτισμό της αρχαίας Ελλάδας και να εγκαταστήσουν ως απόλυτες αλήθειες τα δικά τους πονηρά κι έντεχνα θρησκευτικά φληναφήματα. Με αυτά τα παραμύθια κατάφεραν σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα να μαγέψουν ισχυρά τους πολλούς κι αδαείς στα πάμπολλα ειδωλολατρικά έθνη τότε και να σύρουν αναγκαστικά την ηγεσία της ρωμαϊκής παντοκρατορίας να προσεταιριστεί τον Χριστιανισμό, για να διοικήσει ευκολότερα όλα τα έθνη που κυβερνούσε δια σιδηράς πυγμής εκείνο τον καιρό.

Ιστορικά όλα έγιναν πολύ εύκολα! Οι χριστιανοί κατάφεραν τη ρωμαϊκή διοίκηση να ασπαστεί και να υιοθετήσει τη δική τους θρησκεία και να ποδοπατήσει στη συνέχεια όλους τους άλλους ειδωλολάτρες, μαζί και τους Έλληνες, μαζί και την πολύ υψηλή μη θρησκευτική φιλοσοφία τους. Τα πήρε όλα η μπάλα. Από τον Χριστιανισμό, επιφυλάχθηκε στους φιλοσοφούντες Έλληνες η ίδια και χειρότερη οδυνηρή τύχη που είχαν όλοι οι ειδωλολάτρες. Οι ίδιοι οι χριστιανοί δεν χρειάστηκε να κάνουν πολλά. Τους αρκούσε να συκοφαντήσουν άδικα και καταχρηστικά ως τις μέρες μας τους λογικούς Έλληνες φιλοσόφους ως παγανιστές, ισοπεδώνοντάς τα όλα. Τους ήταν πολύ εύκολο, γιατί στη δόλια συκοφαντία ήταν και ακόμα είναι αδίστακτοι και επίμονοι.

Με τέτοια πονηρά κόλπα απέκτησαν στη συνέχεια μες στη φιλική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία υπεράφθονα οικονομικά μέσα και κατάφεραν να εγκαθιδρύσουν ένα απίστευτο σύστημα χριστιανικής προπαγάνδας με κατηχητικά ως το τελευταίο χωριό της Ελλάδας, για να προωθήσουν ως δόγματα σεπτά και άγια τις αλλοπρόσαλλες φλυαρίες τους, με τις οποίες έλουζαν όλους καθημερινά από άμβωνος, σε σημείο που σήμερα όλοι να «γνωρίζουν» και να ακολουθούν ως «θεία αλήθεια» ότι ακριβώς έλεγαν εκείνοι. Πραγματικά, «επανάληψις μήτηρ πάσης μαθήσεως».

Ποιος δεν γνωρίζει και δεν εκπλήσσεται εκστατικά ακόμα και σήμερα με την πονηριά και την κακία της Ηρωδιάδας, η οποία, χρησιμοποιώντας τα σεξουαλικά θέλγητρα της κόρης της Σαλώμης και την ερωτική της τέχνη στο χορό με τα επτά πέπλα, έπαιξε με τη λίμπιντο του Ηρώδη και κατάφερε τον αποκεφαλισμό του αγίου Ιωάννη;

Σ’ αυτήν την φαινομενικά απλή, αλλά πολύ πονηρή στην ουσία αφήγηση, ο ένας πρωταγωνιστής είναι ένας άδολος και πεισματάρης «άγιος» πιστός του Γιαχβέ, που χάνει το κεφάλι του στο τέλος με το πείσμα του και ο άλλος είναι μια κακούργα και παμπόνηρη πρωταγωνίστρια, που κερδίζει με αέρα τελικά τη διαμάχη μεταξύ τους. Έτσι γίνεται πανεύκολο και φυσικό για τον καθένα που τα ακούει όλα αυτά, να πάρει θετική ή αρνητική θέση και να τηρήσει ανάλογη στάση υπέρ ή κατά του Γιαχβέ. Φοβερά λανθασμένη εστίαση στόχου και προσοχής, έτσι κι αλλιώς. Όλα ήταν απλά αλητήρια κόλπα, με τα οποία το ιερατείο κέρδισε ολοσχερώς την ιστορική παρτίδα. Την πολύ αβανταδόρικη αυτή αφήγηση, και άλλες πολλές παρόμοιες, μας λένε και μας ξαναλένε ξανά και ξανά για αιώνες κι ακόμα διεγείρουν μέσα μας πολλά ζωντανά θαυμαστικά. Πολύ εύστροφες και πονηρές ιστορίες.

Ποιος δεν γνωρίζει και δεν θαμπώνεται από την μυστηριώδη κι ευφάνταστη αφήγηση για τη φλεγόμενη αλλά μη καιγόμενη βάτο που έφερνε μυστηριακά τάχα από το υπερπέραν τη φωνή του Γιαχβέ, το διαχωρισμό της ερυθράς θάλασσας από τον Μωυσή και τη διάβαση των ταλαίπωρων Ισραηλιτών, που προσπαθούσαν εναγωνίως να αποφύγουν την επάρατη αιχμαλωσία στην Αίγυπτο. Στις αφηγήσεις τους οι Ισραηλίτες είναι πάντα σε αβανταδόρικο ρόλο αναξιοπαθών και βασανισμένων θυμάτων. Ξέρουν πολύ καλά πως να παίρνουν εύκολα το ρόλο του αιώνια αναξιοπαθούς θύματος και να το υπογραμμίζουν εμφατικά μετά κι εμείς να θαυμάζουμε. Ακριβώς σαν κάτι πολύ ταλαντούχους επαίτες, που γνωρίζουν άριστα πώς να διεγείρουν την φιλανθρωπία μας με μύρια τεχνάσματα.

Μετά ήταν οι περιπέτειες της πίστης που πέρασε ο αγαθός γίγαντας Σαμψών ενάντια στις κακόβουλες πονηριές της πανούργας Δαλιδά. Ήταν η πίστη και ο ζήλος του σκηνοποιού Σαούλ-Πάουλους, για να μην πω και το απόλυτο και αιώνιο δίκιο του ραβί Τζεσουά πάνω στο ένα ή στο άλλο εκθαμβωτικό θέμα. Κι εμείς θαυμάζουμε. Εκείνος, μας λένε με τη μέγιστη σοβαρότητα, έκανε καταπληκτικό κρασί το απλό νερό στην Κανά. Κι εμείς θαυμάζουμε. Περπάτησε πάνω στα νερά της λίμνης Τιβεριάδας. Κι εμείς θαυμάζουμε. Θεράπευσε τόσους αναξιοπαθείς ασθενείς, τυφλούς, χωλούς, ξηρούς, δαιμονισμένους, συνέδραμε τόσους κατατρεγμένους, ανάστησε τον Λάζαρο. Κι εμείς θαυμάζουμε. Και πάνω από όλα, Εκείνος σταυρώθηκε για όλους εμάς, με υπερθετικό αλτρουισμό. Κι εμείς θαυμάζουμε. Το ιερατείο οργάνωσε τους πολλούς και αδαείς με κοινή πίστη προς Εκείνον και τα θαυμαστά κι απίστευτα έργα Του, και το ίδιο οργανώθηκε ισχυρά, επειδή Τον δόξασε λατρευτικά για αιώνες. Επέλεγαν προσεκτικά πάντα τα καλύτερα κίνητρα για τον εαυτό τους και τα κόλπα τους, ακόμα και όταν έκαναν τη χειρότερη ευτέλεια. Από την πρώτη στιγμή Τον εξύψωσαν σε υιό του θεού, ισόθεο κι αυτόν. Για φαντάσου πόσο μεγαλεπήβολες υποθέσεις, που γίνονται με τόσο σαγηνευτικά αφηγηματικά κόλπα!

Με τέτοιες σερπετές αφηγήσεις, πασπαλισμένες με τέτοιου είδους αφηγηματικά τεχνάσματα, που εμείς θαυμάζουμε υπερθεματίζοντας πάντα, κατάφεραν να μας σαγηνεύσουν ολοκληρωτικά και να σφιχτοδέσουν την ψυχή μας κι εκείνοι να αλωνίζουν ελεύθεροι και να δουλεύουν πυρετικά σε βάρος μας κι εμείς να τους θαυμάζουμε. Κατάφεραν να αποκτήσουν τεράστια οικονομικά μέσα και να χτίσουν ναούς παντού, να ιδρύσουν αδελφότητες σε κάθε γωνιά της Ελλάδας, να εκδίδουν προπαγανδιστικά φυλλάδια, να επεμβαίνουν στις πολιτικές υποθέσεις, να επηρεάζουν τα γήινα κέντρα λήψεις αποφάσεων, όπως επηρέαζαν και κάθε ψυχή.

Έπαιξαν με τις λειτουργικές ψυχές μας, όπως η γάτα με το ποντίκι, επειδή ονόμασαν μεταφυσικές κι αθάνατες τις ψυχές των ανθρώπων, που τις εγκλώβισαν στο σκληρότατο δίλημμα μεταξύ παραδείσου και κόλασης. Σ’ αυτό το δίλημμα είχαν ορίσει έναν δικό τους, τον Άγιο Πέτρο, να κρατάει επί αιώνες σταθερά τα κλειδιά και ισχυρίζονταν πανεύκολα για τις ψυχές μας, ότι κατέβαζε η κούτρα τους και τις ερέθιζαν ξεδιάντροπα κι αμείλικτα μεταξύ παντοτινής σωτηρίας και αιώνιας φρικτής καταδίκης, ανάλογα πάντα με τα οικονομικά ή όποια συμφέροντά τους, ενώ εμείς παραμέναμε ενεοί.

Την «αλήθεια» πλέον γνώριζε και προωθούσε εμφατικά κι ο τελευταίος υπερκινητικός παπάς στην Ελλάδα, απλά κραδαίνοντας την αγιαστούρα του. Ο Χριστιανισμός έγινε de facto η σημαντικότερη καθημερινή πρακτική στην Ελλάδα σε βάρος του εξαιρετικού θησαυρού της αρχαίας λογικής ελληνικής φιλοσοφίας, που πολύ πονηρά και με απόλυτα εχθρική αντιμετώπιση εξωθήθηκε παντελώς άδικα σε πλήρη ανυποληψία στην Ελλάδα και στην πλήρη εξαφάνιση μες στις ψυχές των απλών Ελλήνων για πολλούς αιώνες, που έτσι κι αλλιώς είχαν χάσει πλέον την παιδεία να την γνωρίσουν.

Ενώ ο απλοϊκός και δόλιος Χριστιανισμός κέρδισε μεγάλη και εμφατική παρουσία με συχνότατες λειτουργίες, δοξολογίες, λιτανείες και κηρύγματα, κατάσπαρτα έντεχνα από ευφάνταστα και σαγηνευτικά ψέματα πάντα, που πιστεύονταν και λατρεύονταν από τους πολλούς, ως αληθινά θεία θέσφατα. Με αυτά τα ψέματα ακριβώς κέρδισε ο Χριστιανισμός μεγάλη καθημερινή ενέργεια και τεράστια ευμάρεια. Οι χριστιανοί απέδειξαν περίτρανα στην πράξη πόσο πολλά μπορούν να καταφέρουν οι λίγοι και οργανωμένοι και αποφασισμένοι και αδίστακτοι, σε βάρος των πολλών και ανύποπτων και ανοργάνωτων και αθώων, που απλά τους θαυμάζουν από πάνω.

Τώρα, όμως, οι αθώοι, είναι σε πλήρη επίγνωση της χριστιανικής πραγματικότητας, επειδή την έζησαν και την κατάλαβαν και τη γνωρίζουν πολύ καλά πλέον και μπορούν να επιλέξουν σωστά. Σήμερα οι ψυχές έχουν απελευθερωθεί ολοσχερώς σχεδόν σιγά σιγά από το ψεύτικο δίλημμα μεταξύ Παραδείσου και Κόλασης. Οι Έλληνες ειδικά έχουν από πάντα τον δικό τους λογικό τρόπο να φτάνουν στην αλήθεια αργά, σταθερά, σίγουρα. Έχουν και μια τεράστια φιλοσοφική ιστορία στην πλάτη τους, η οποία στηρίζεται αποκλειστικά στην αλήθεια και στη λογική και φιλοσοφικά είναι οι μόνοι σήμερα που μπορούν να επωμισθούν την υποχρέωση να δώσουν στους χριστιανικούς φαντασιώδεις παραλογισμούς το πλέον κατάλληλο και λογικό φιλοσοφικό τέλος.

Σήμερα ο Έλληνας δεν γνωρίζει, φυσικά, πως και τι ακριβώς θα συμβεί στο μέλλον και ιδίως πότε. Αν θα περιορίσουν αργά ή γρήγορα οι Έλληνες στο ιδεολογικό περιθώριο τις παράλογες κι εξωφρενικές χριστιανικές ιδέες και στο κοινωνικό περιθώριο τους πολλαπλά αμαρτωλούς χριστιανούς ή θα βάλουν στην άκρη παλιές πίκρες από τόσες φοβερές ιστορικές αδικίες και θα ζήσουν όλοι μαζί παράλογοι και λογικοί, μες στην απέραντη σημερινή δημοκρατική ελευθερία, όπως όλα αυτά έχουν προκύψει σήμερα και ανάλογα ο καθένας με τις πραγματικές επιθυμίες του και την έφεση και την ανοχή του για τη λογική ή τον φαντασιόπληκτο παραλογισμό.

Το μέλλον θα δείξει από μόνο του αργά ή γρήγορα ποιο τέλος επιφυλάσσει για τον καθένα, το οποίο όμως θα πρέπει απαραίτητα να είναι λογικό, φιλοσοφικό. Όσο κι αν μπορεί να σαγηνεύσει το υπερφίαλο υπερφυσικό, κανείς δεν μπορεί και δεν πρέπει να ξεφύγει ποτέ από τη λογική και από ένα πραγματικά λογικό φιλοσοφικό τέλος.
 

Fr. Hölderlin: H ποιητική ελευθερία της ύπαρξης (4)

Friedrich Hölderlin: 1770–1843

Άρτος και Οίνος: Από τις σκιές στο φως

§1 Προς μια ποιητική ερμηνευτική

Με την παρούσα ποιητική πράξη ερμηνεύουμε την τέταρτη ακολουθία από το συνθετικό ποίημα του Χαίλντερλιν: Άρτος και Οίνος. Τι αξία έχει μια τέτοια ερμηνεία; Την ίδια ακριβώς που έχει εν γένει ο μεγάλος ποιητής ως τέτοιος και ο Χαίλντερλιν ειδικότερα ως τέτοιος ποιητής. Έχει, στ’ αλήθεια, την αξία της οδού, που μας άγει προς τις αρχέγονες πηγές της ανθρώπινης ύπαρξης και την οποία μόνο η υψηλή ποίηση μπορεί να μας εγγυηθεί. Όσο θνητή, πεπερασμένη, στην καθημερινή της βίωση, είναι η ύπαρξή μας, τόσο αθάνατη, απέραντη, αιώνια γίνεται στις προοπτικές και τον προορισμό της. Τέτοιες όμως προοπτικές δεν είναι ούτε άμεσα ορατές ούτε ευκολοδιάβατες: είναι δύσβατες, αν όχι άβατες.

Προκύπτουν από τη συνάντηση με τον ποιητή. Η συνάντηση με τον Χαίλντερλιν προς ένα τέτοιο Δύσβατο μας οδηγεί: μακριά και πέρα από την εύπεπτη ποίηση ως χθαμαλή πολιτιστική διεκπεραίωση, ως επιβράβευση με πολλά κοσμητικά επίθετα της μιας ή της άλλης υποκειμενικότητας, που θέλει να ορίζει την υφιστάμενη πραγματικότητα του ποιείν [=δημιουργείν] και συνάμα να ορίζεται απ’ αυτή ως ο αδιαφιλονίκητος αυθέντης της. Μας οικειώνει με εκείνη τη δυναμική πνοή της ποίησης, που μεταμορφώνει το ποίημα από ένα εργαλειακό αντι-κείμενο σε ουσιακή πράξη ελευθερίας και εμάς τους αναγνώστες, ως διψώντες και πεινώντες, σε αναζητητές της ιδίας ημών αρχέγονης πηγής. Η αρχέγονη πηγή μας στο ποίημα που ακολουθεί είναι η μακάρια Γη των Ελλήνων, η μακάρια Ελλάδα. Και τούτη όχι ως ένας κενός, σχηματικός λόγος, ως βάναυση προγονοπληξία αλλά ως ποιητικός τόπος μιας άλλης σκέψης, ως ένα ιστορικό συμβάν, που εισέρχεται στη ζωή μας ως μια αιφνίδια και άκρως προνομιακή στιγμή αποκάλυψης του Είναι μας: του Άρτου και του Οίνου μας: της ημέρας, του φωτός, και της νύχτας μας, του σκότους της ζωής.

§2

Άρτος και Οίνος:

                                                     4

Μακάρια Γη των Ελλήνων! Κατοικία πάντων των Ουρανίων εσύ,
Είναι αλήθεια, λοιπόν, αυτό που κάποτε στη νιότη μας ακούσαμε;
Εορταστικό δώμα! Το δάπεδο είναι θάλασσα! Και τα βουνά τραπέζια,
Αληθινά για μια γιορτή μοναδική από παλιά φτιαγμένα!
Αλλά πού τώρα οι θρόνοι; Οι ναοί, και πού οι αμφορείς,
Πού οι μεστοί από νέκταρ, πού τα άσματα για των θεών την τέρψη;
Πού, πού λάμπουν άραγε , οι μεγαλεπήβολοι χρησμοί;
Καθεύδουν οι Δελφοίˑ και πού η μεγάλη μοίρα αντηχεί;
Πού είναι η γρήγορη; Πού ξεσπά γεμάτη πανταχού παρούσα ευδαιμονία,
Βροντώντας, από ευφρόσυνο αγέρα εκκινώντας, μπροστά στα μάτια μας;
Πατέρα Αθέρα! Έτσι αντιλάλησε και πέταξε από γλώσσα σε γλώσσα
Χίλιες φορές ο λόγος, κανείς δεν άντεχε μονάχος τη ζωή,
Μοιρασμένο με άλλους τέτοιο αγαθό δίνει χαρά και σαν ανταλλαχθεί, με ξένους,
Γίνεται αγαλλίαση, αυξάνει, καθώς κοιμάται, η δύναμη του λόγου:
Πατέρα! Χαρούμενα! και αντηχεί, όσο γίνεται πιο μακριά, το πανάρχαιο
Σημείο, απ’ τους γονείς κληρονομιά, το στόχο βρίσκοντας προς τα
κάτω εδώ και δημιουργώντας.
Έτσι επιστρέφουν οι Επουράνιοι, συγκλονιστική βαθιά φτάνει έτσι
μέσα απ’ τις σκιές προς τα κάτω, ανάμεσα στους ανθρώπους, η μέρα τους.  

§3 Ερμηνεία ‒κατανόηση

     1. Ο ποιητής οραματίζεται την ευδαίμονα γη των Ελλήνων ως έναν τόπο [=εορταστικό δώμα με δάπεδο τη θάλασσα και τα βουνά τραπέζια], όπου όλα είναι φτιαγμένα για να συν-τελείται η πνευματική ευωχία, που είναι μοναδική πατρογονική στιγμή ευτυχίας: μοναδικό συμβάν αποκάλυψης της αλήθειας του Είναι μας.

     2. Αλλά μια τέτοια ευωχία/ευτυχία δεν είναι συμβατή με τον δικό μας αργό ρυθμό, με τον ράθυμο βηματισμό του μαζικού πολιτισμού. Αυτή η ραθυμία εμποδίζει την έγκαιρη εσωτερική συμμετοχή μας στην ως άνω ευωχία [=αλλά πού …μπροστά στα μάτια μας]: απώλεια της αποκαλυπτικής δυνατότητας του ανθρώπινου Dasein να βρεθεί στο φωτεινό μονοπάτι προς το Είναι [του]ˑ να βρεθεί πλησίον των θεών.

     3. Αυτό το Πλησίον, μας λέει ο Χάιντεγκερ, είναι το ίδιον χαρακτηριστικό της Πατρίδας. Όταν είναι μακριά, όταν δηλαδή η φυγή των θεών είναι γεγονός, τότε περισφίγγει ανέκκλητα τη ζωή μας το σιδηρουργείο της επιτηδευμένης γλώσσας του ως άνω μαζικού πολιτισμού: στα ρείθρα της βιοπορείας μας λιμνάζουν τα στυγερά ύδατα του υπολογισμού, του σκοταδισμού, της καταθλιπτικής ερήμωσης.

       4. Όλα τούτα είναι σήματα ακριβώς της απουσίας του Ιερού. Την υπέρβαση μιας τέτοιας απουσίας αναγγέλλει στη συνέχεια ο ποιητής. Ο άνθρωπος δεν μπορεί να πορεύεται μονάχος στη ζωή του. Χρειάζεται την εύηχη γλώσσα των θεών, τα σήμαντρα των χρησμών, που μεταφράζουν τη βούληση των θεών για μια ανθρώπινη ζωή με νόημα και προ-οπτική, για ένα δεσμό με τον συμπαντικό ρυθμό της φύσης και του κόσμου [=του Είναι και του γίγνεσθαι], για ένα άνοιγμα των ανθρώπων στους ανθρώπους και στους θεούς.

     5. Το Πλησίον της φυγής των θεών (Χάιντεγκερ) έτσι τείνει να μας αποκαλύπτεται ως επι-στροφή τους (Ein-kehr) μέσα στη ζωή μας: οι άνθρωποι συνειδητοποιούν βαθμιαία πως είναι παρών ο λόγος των θεών, ο αυθεντικά δηλαδή ποιητικός λόγος ως ισόθεος λόγος, στην ερημωμένη ύπαρξή τουςˑ και όσο το συνειδητοποιούν γίνονται οι ίδιοι δημιουργοί και γράφουν την ιστορία τους ως ιστορία ακατάλυτων ‒ένθεων έργων.

     6. Πρόκειται καθαρά για τη διεργασία ποιητικού μετα-λογισμού, όπου το κάθε δημιούργημα καταφάσκεται ως δωρεά των θεών προς τους ανθρώπουςˑ τουτέστι ως μετουσίωση, σε επίπεδο κοινωνικής οντολογίας, του ίδιου του υπαρκτικού Είναι μας. Σ’ αυτά τα ένθεα έργα, για παράδειγμα, ανήκει και η ποίηση του Χαίλντερλιν, αλλά και όλα τα μεγαλουργήματα της ιστορίας, ας πούμε η αρχαία τραγωδία, η φιλοσοφία, τα έργα του Μπετόβεν κ.λπ.: Ιδού η μέρα των θεών!

ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ: ΜΕΡΟΣ Α', ΜΕΡΟΣ Β', ΜΕΡΟΣ Γ'