Παρασκευή, 3 Απριλίου 2020

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ - Ἑλένη (437-475)

ΓΡΑΥΣ
τίς πρὸς πύλαισιν; οὐκ ἀπαλλάξηι δόμων
καὶ μὴ πρὸς αὐλείοισιν ἑστηκὼς πύλαις
ὄχλον παρέξεις δεσπόταις; ἢ κατθανῆι
440 Ἕλλην πεφυκώς, οἷσιν οὐκ ἐπιστροφαί.
ΜΕ. ὦ γραῖα, †ταῦτα ταῦτ᾽ ἔπη καλῶς λέγεις†
ἔξεστι, πείσομαι γάρ· ἀλλ᾽ ἄνες χόλου.
ΓΡ. ἄπελθ᾽· ἐμοὶ γὰρ τοῦτο πρόσκειται, ξένε,
μηδένα πελάζειν τοισίδ᾽ Ἑλλήνων δόμοις.
445 ΜΕ. ἆ, μὴ πρόσειε χεῖρα μηδ᾽ ὤθει βίαι.
ΓΡ. πείθηι γὰρ οὐδὲν ὧν λέγω, σὺ δ᾽ αἴτιος.
ΜΕ. ἄγγειλον εἴσω δεσπόταισι τοῖσι σοῖς ...
ΓΡ. πικρῶς †ἂν οἶμαί γ᾽ ἀγγελεῖν† τοὺς σοὺς λόγους.
ΜΕ. ναυαγὸς ἥκω ξένος, ἀσύλητον γένος.
450 ΓΡ. οἶκον πρὸς ἄλλον νύν τιν᾽ ἀντὶ τοῦδ᾽ ἴθι.
ΜΕ. οὔκ, ἀλλ᾽ ἔσω πάρειμι· καὶ σύ μοι πιθοῦ.
ΓΡ. ὀχληρὸς ἴσθ᾽ ὤν· καὶ τάχ᾽ ὠσθήσηι βίαι.
ΜΕ. αἰαῖ· τὰ κλεινὰ ποῦ ᾽στί μοι στρατεύματα;
ΓΡ. οὐκοῦν ἐκεῖ που σεμνὸς ἦσθ᾽, οὐκ ἐνθάδε.
455 ΜΕ. ὦ δαῖμον, ὡς ἀνάξι᾽ ἠτιμώμεθα.
ΓΡ. τί βλέφαρα τέγγεις δάκρυσι; πρὸς τίν᾽ οἰκτρὸς εἶ;
ΜΕ. πρὸς τὰς πάροιθε συμφορὰς εὐδαίμονας.
ΓΡ. οὔκουν ἀπελθὼν δάκρυα σοῖς δώσεις φίλοις;
ΜΕ. τίς δ᾽ ἥδε χώρα; τοῦ δὲ βασίλειοι δόμοι;
460 ΓΡ. Πρωτέως τάδ᾽ ἐστὶ δώματ᾽, Αἴγυπτος δὲ γῆ.
ΜΕ. Αἴγυπτος; ὦ δύστηνος, οἷ πέπλευκ᾽ ἄρα.
ΓΡ. τί δὴ τὸ Νείλου μεμπτόν ἐστί σοι γάνος;
ΜΕ. οὐ τοῦτ᾽ ἐμέμφθην· τὰς ἐμὰς στένω τύχας.
ΓΡ. πολλοὶ κακῶς πράσσουσιν, οὐ σὺ δὴ μόνος.
465 ΜΕ. ἔστ᾽ οὖν ἐν οἴκοις ὅντιν᾽ ὀνομάζεις ἄναξ;
ΓΡ. τόδ᾽ ἐστὶν αὐτοῦ μνῆμα, παῖς δ᾽ ἄρχει χθονός.
ΜΕ. ποῦ δῆτ᾽ ἂν εἴη; πότερον ἐκτὸς ἢ ᾽ν δόμοις;
ΓΡ. οὐκ ἔνδον· Ἕλλησιν δὲ πολεμιώτατος.
ΜΕ. τίν᾽ αἰτίαν σχὼν ἧς ἐπηυρόμην ἐγώ;
470 ΓΡ. Ἑλένη κατ᾽ οἴκους ἐστὶ τούσδ᾽ ἡ τοῦ Διός.
ΜΕ. πῶς φήις; τίν᾽ εἶπας μῦθον; αὖθίς μοι φράσον.
ΓΡ. ἡ Τυνδαρὶς παῖς, ἣ κατὰ Σπάρτην ποτ᾽ ἦν.
ΜΕ. πόθεν μολοῦσα; τίνα τὸ πρᾶγμ᾽ ἔχει λόγον;
ΓΡ. Λακεδαίμονος γῆς δεῦρο νοστήσασ᾽ ἄπο.
475 ΜΕ. πότ᾽; οὔ τί που λελήισμεθ᾽ ἐξ ἄντρων λέχος;

***
ΓΕΡΟΝΤΙΣΣΑ
Ποιός είναι κει όξω; Φύγε, γιατί στέκεις
στη θύρα; Θα ενοχλήσεις τους αφέντες.
Θα σε σκοτώσουν, Έλληνας αν είσαι.
440 Κανέναν δεν αφήνουν εδώ να ᾽ρθει .
ΜΕΝ. Σωστά μιλάς, γριούλα, νά, σ᾽ ακούω·
όμως κι εσύ μαλάκωσε λιγάκι.
ΓΕΡ. Φεύγα· δουλειά μου να εμποδίζω, ξένε,
τους Έλληνες το σπίτι όταν ζυγώνουν.
ΜΕΝ. Μη σπρώχνεις ντε, το χέρι μη μου σφίγγεις.
ΓΕΡ. Εσύ θα φταις, σ᾽ το λέω, αν δεν μ᾽ ακούσεις.
ΜΕΝ. Πήγαινε μέσα, πες στ᾽ αφεντικά σου.
ΓΕΡ. Κακό για σένα, αν μάθουνε πως ήρθες.
ΜΕΝ. Τους ναυαγούς κανείς δεν τους πειράζει.
450 ΓΕΡ. Κάποιο άλλο σπίτι τότες άντε να βρεις.
ΜΕΝ. Δεν φεύγω, θα μπω μέσα, να μ᾽ αφήσεις.
ΓΕΡ. Ενόχληση έχεις γίνει, θα σε διώξουν.
ΜΕΝ. Αχ! πού είσαι, κοσμοξάκουστε στρατέ μου.
ΓΕΡ. Εκεί, μα όχι εδώ, σπουδαίος ήσουν.
ΜΕΝ. Θεοί, να μ᾽ ατιμάζουν έτσι εμένα!
ΓΕΡ. Δακρύζεις; Τί σου φέρνει τόση λύπη;
ΜΕΝ. Την πρώτη μου, παλιά ευτυχία θυμάμαι.
ΓΕΡ. Δεν πας λοιπόν στους φίλους σου να κλάψεις;
ΜΕΝ. Ποιά είναι η χώρα αυτή; Ποιό το παλάτι;
460 ΓΕΡ. Η Αίγυπτος και του Πρωτέα το σπίτι·
ΜΕΝ. Η Αίγυπτος; Πού έχω αράξει ο δόλιος;
ΓΕΡ. Σου φταίνε τα λαμπρά νερά του Νείλου;
ΜΕΝ. Όχι· στενάζω για τις συμφορές μου.
ΓΕΡ. Δεν είσαι μόνος· κι άλλοι δυστυχούνε.
ΜΕΝ. Ο βασιλιάς που μου είπες είναι μέσα;
ΓΕΡ. Νά ο τάφος του· ο γιος του βασιλεύει.
ΜΕΝ. Βρίσκεται στο παλάτι ή έχει φύγει;
ΓΕΡ. Λείπει· και των Ελλήνων εχθρός μέγας.
ΜΕΝ. Τί του έκαναν κι εγώ θα το πληρώσω;
470 ΓΕΡ. Είν᾽ η Ελένη εδώ, του Δία η κόρη.
ΜΕΝ. Τί λες; Πώς είπες; Ποιά; Πες το μου πάλι.
ΓΕΡ. Η κόρη του Τυνδάρεω απ᾽ τη Σπάρτη.
ΜΕΝ. Κι εδώ από πού σας ήρθε; Εξήγησέ μου.
ΓΕΡ. Από τη Λακεδαίμονα έχει φτάσει.
ΜΕΝ. Πότε; Την έκλεψαν απ᾽ τη σπηλιά μου;

Μακεδονία εν μύθοις φθεγγομένη: Μύθοι επείσακτοι - Ορφισμός

Και ο ορφισμός κινείται μεταξύ Θράκης και Μακεδονίας. Ωστόσο, ο θάνατος και η ταφή του Ορφέα ανήκουν στον μακεδονικό χώρο, ενώ η εξέλιξη του μύθου του και η λατρεία του ως ήρωα στα Λείβηθρα και το Δίον, με τον περιορισμό των ιδιοτήτων του ως προφήτη, εξυπηρετεί πολιτικές σκοπιμότητες που εναγκαλίζονται, μετασχηματίζοντάς τες, λατρείες πλατιά διαδεδομένες.

Πάντως, η κυριαρχία του διονυσιασμού και του ορφισμού στον μακεδονικό και τον θρακικό χώρο αιτιολογείται και από τον πρωτογονισμό των κοινωνιών που καθυστέρησαν στην πολιτιστική εξέλιξη.

ΠΟΙΟΣ ΗΤΑΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ Ο ΟΡΦΕΑΣ

Η Εικόνα που έχουν για την Ελληνική Αρχαιότητα οι σοβαροί μελετητές της Αρχαίας Ελλάδας είναι τελείως διαφορετική από την επίσημη εικόνα που επιβάλλεται από την "χριστιανική εκπαίδευση". Όσοι σπουδάζουν Αρχαιολογία βλέπουν να τους αποκαλύπτεται ένας κόσμος που κρύβεται επιμελώς από την επίσημη εκπαιδευτική κοινότητα και την επικρατούσα αντίληψη.
Να το ξεκαθαρίσουμε από την αρχή: Για τους Αρχαίους Έλληνες (κι όχι μόνο τους μυημένους, τους φιλοσόφους, τους ιστορικούς, τους διανοητές, αλλά και τον απλό λαό) ο Ορφέας ήταν πραγματικό πρόσωπο για το οποίο υπάρχουν συγκεκριμένες ιστορικές αναφορές, πέρα από τους μύθους που δημιουργήθηκαν για τον Ορφέα, για διαφόρους λόγους.
Η Παραλία του Βορείου Αιγαίου, από τον Όλυμπο μέχρι τον Ελλήσποντο, ήταν γνωστή στους αρχαίους σαν Θράκη, εδώ και 35 αιώνες. Αργότερα οι δυτικές περιοχές κατοικήθηκαν από Μακεδόνες. Έχει πολύ λίγη σημασία ποιοι πληθυσμοί κατοίκησαν σε όλες αυτές τις περιοχές. Προέλληνες, Έλληνες, Εξωέλληνες,  (Πίερες Θράκες, Μινύες, Μάγνητες, Κίκονες, Πιεριώτες Μακεδόνες,  κλπ.) όλοι αυτοί οι λαοί έχουν κοινή φυλετική και πολιτιστική καταγωγή που ανάγεται στην παλαιολιθική εποχή.
Η Περιοχή του Ολύμπου, της Πιερίας, και των Λειβήθρων, όπου γεννήθηκε, δίδαξε και τάφηκε ο Ορφέας
Η στενή εύφορη λουρίδα γης ανάμεσα στον Όλυμπο και την θάλασσα ήταν η Αρχαία Πιερία (από τον Μακεδόνα γενάρχη Πίερο). Στους πιερικούς πρόποδες του Ολύμπου (νοτιοανατολικούς πρόποδες) υπήρχαν πόλεις που αρχαιολογικές ανασκαφές ιχνηλατούν 35 αιώνες πίσω. Τα Λείβηθρα, η Πίμπλεια, το Δίον, κι άλλες πόλεις.
Ο Όλυμπος είναι το ψηλότερο βουνό της Ελλάδας (κοντά στα 3000 μέτρα), ιερό βουνό, παγκόσμια γνωστό στους αιώνες, γιατί σχετίζεται με την ελληνική θρησκεία, αλλά και τον Ορφέα και την Ορφική Παράδοση. Ο Ορεινός Όγκος στην νοτιοανατολική πλευρά σχίζεται από την χαράδρα της Ζηλιάνας (αρχαίος χείμαρρος Συς, σήμερα Ζηλιάνα) χωρίζοντας το Βουνό σε Άνω Όλυμπο και Κάτω Όλυμπο.
Οι πολλές χαράδρες και ρεματιές δίνουν μια σπάνια ομορφιά στο τοπίο ακόμα και σήμερα. Σε αυτό το Τοπίο, που προκαλεί ιερό δέος, ηρεμία  και περισυλλογή, και συγκίνηση που σου κόβει την ανάσα (τουλάχιστον σε αυτούς που κρατούν τους δεσμούς τους με την φύση), μπροστά στην πτυχή που χωρίζει τον Άνω Όλυμπο από τον Κάτω Όλυμπο, ήταν χτισμένα τα Λείβηθρα, η πόλη που γεννήθηκε ο Ορφέας.
Λείβηθρα (= ρείθρο, ρέμα, χείμαρρος και υγρός τόπος) σημαίνει ακριβώς τα ρείθρα και τις ρεματιές που μεταφέρουν τα νερά από το Ιερό Βουνό προς την θάλασσα. Τα Λείβηθρα, καθώς κυκλώνονταν από παντού από τα νερά που κυλούσαν έμοιαζαν σαν νησί στους πρόποδες του Βουνού. Ο οικισμός βρισκόταν στα υψώματα βορειοδυτικά της Ακρόπολης.
Εκεί που βρίσκονται σήμερα τα ερείπια της Ακρόπολης υπήρχε Αρχαίο Ιερό που σχετίζεται με τον Ορφέα.
Σύμφωνα με την Ορφική Παράδοση ο Ορφέας γεννήθηκε από την Μούσα Καλλιόπη, Παρθένα, που έμεινε έγκυος όταν λούστηκε στον θεό-ποταμό Οίαγρο, σε μία από τις σπηλιές του Ολύμπου κοντά στα Λείβηθρα και την Πίμπλεια. Αν και ο Οίαγρος σχετίζεται με τον Ζαγρέα, και μέσω του πατέρα του Χάροπα, με τα σκοτεινά βασίλεια, το πιθανότερο είναι πως ο Οίαγρος ήταν τοπικός άρχοντας (που έλαβε αυτό το όνομα καθώς σχετίστηκε με την Λατρεία του Διονύσου Ζαγρέα). Η μητέρα του Ορφέα ήταν κατά πάσα πιθανότητα κάποια ντόπια αρχοντοπούλα.
Την εποχή που γεννήθηκε ο Ορφέας, πριν από 29 αιώνες, η Διονυσιακή Λατρεία (η Λατρεία του Ταύρου) ήταν γνωστή σε όλο το μεσογειακό κόσμο, και στην ευρύτερη περιοχή της Θράκης. Ο Ορφέας ανατράφηκε μέσα σε αυτό το θρησκευτικό περιβάλλον.
Ο νεαρός άρχοντας όμως, δεν έλαβε απλά ιδιαίτερη μόρφωση, είχε από την φύση του ιδιαίτερα χαρίσματα. Αντιλαμβάνονταν το Θείο με ένα ιδιαίτερο τρόπο:
Ο Ορφέας αντιλαμβάνεται την ΘΕΟΤΗΤΑ σαν ΜΙΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ με την Οποία σχετίζεται άμεσα, υπαρξιακά, και βιωματικά… όχι με ένα τρόπο εξωτερικό, σαν μια Βαθύτερη Απροσπέλαστη Πραγματικότητα που αποτυπώνεται σαν εξωτερική πίστη και λατρεία και μέσα από τελετουργικές πράξεις…  Για τον Ορφέα η ΘΕΟΤΗΤΑ Είναι η Πηγή και το Βάθος της Ύπαρξης κι η Ουσία των πάντων, που Βιώνουμε Μέσα μας με ένα τρόπο άμεσο, εσωτερικό και βιωματικό.
Αυτή η ΜΙΑ ΟΥΣΙΑ (μεταφυσικά και σε ανώτερους κόσμους) διαχωρίζεται σε πολλές, ατομικές οντότητες, παραμένοντας στην Ουσία Μία. Ουσιαστικά και Μυστικά το Ένα είναι μέσα στα πολλά, στο καθένα και το καθένα ταυτίζεται με το Ένα, με το Όλο.
Από Αυτή την Κατάσταση στους Ανώτερους Κόσμους η περαιτέρω εξέλιξη στο Όλο και στο καθένα οδηγεί στην διαφοροποίηση από το Ένα και στην ίδια την ξεχωριστή ατομικότητα. Από εδώ αντλείται η έννοια της ψυχής (σαν το σύνολο της πνευματικής οντότητας) που πηγάζει κι εξαρτάται από την Θεότητα, όποιο δρόμο εξέλιξης κι αν πάρει.
Κι από τον Φωτεινό Κόσμο του Νου η Ψυχή πέφτει στον Κόσμο της Απλής Ψυχής που εκφράζει την φύση της με την βούληση και το συναίσθημα.
Είναι αυτή η διαφοροποιημένη ψυχή που ενσωματώνεται στο υλικό σώμα που αποτελεί μεταφυσικά και κυριολεκτικά ένα «τάφο» για την ψυχή.
Από τους Φωτεινούς Κόσμους του Υπερπέραν, της Εξωπραγματικότητας (του ανθρώπου) η Ψυχή πέφτει στον Μεταφυσικό Άδη, στον «Κάτω Κόσμο», που είναι ο «υλικός κόσμος».
Η Ψυχή με όλες τις πνευματικές, νοητικές, και ψυχικές, λειτουργίες δένεται κυριολεκτικά μέσα στις ψυχοσωματικές διαδικασίες, και τις λειτουργίες του σώματος, και τον εξωτερικό κόσμο της ύλης. Από την ένωση  της Ψυχικής Οντότητας με το σώμα, δημιουργείται  η υλική ψυχή, ο ψυχοσωματικός οργανισμός, η ζωή, το ζωτικό σώμα (που πρέπει να διακρίνεται από την Καθαρή Ψυχή).
Αυτή η θρησκευτική αντίληψη δεν ήταν κάτι καινούργιο στην Εποχή του Ορφέα. Στην πραγματικότητα είναι η ίδια η Ουσία της Διονυσιακής Λατρείας (με την μορφή του Ζαγρέα) που ανιχνεύεται σε ολόκληρο τον μεσογειακό κόσμο, στην Κρήτη, στην Ελλάδα, στην Εγγύς Ανατολή, στην Κάτω Ιταλία, τουλάχιστον 35 αιώνες πίσω.
Οι Λάτρες του Διονύσου με την αντίληψη της Βαθύτερης Ενότητας του Όντος (και του κόσμου), και με τα ιερά όργια (που σημαίνει ιερά έργα) Βιώνουν μυστικά την Ενότητα με το Θεό, το Ον, ταυτίζονται μαζί Του, συμμετέχουν έτσι στην Ουσία Του.
Ο Ορφέας δεν το αρνείται αυτό. Πίστευε όμως ότι η Θεία Δημιουργία κι η Εξέλιξη, γίνεται στους μεταφυσικούς κόσμους κι όχι εξωτερικά σε ένα «αντικειμενικό» κόσμο. Έτσι μόνο εσωτερικά, βιωματικά, μπορεί να γίνει Κατανοητή η Ουσία της Θεότητας, και να επιτευχθεί η Ένωση με τον Θεό. Εσωτερικεύοντας την Διονυσιακή Αντίληψη, προσεγγίζοντας βιωματικά (εσωτερικά) την Θεότητα ανοίγει τους Εσωτερικούς Ορίζοντες της Ύπαρξης προς τον Απέραντο Εσωτερικό Κόσμο και την ΘΕΟΤΗΤΑ.
Τι Διδάσκει στην ουσία ο Ορφέας; Ότι εφόσον η Ψυχή διαφοροποιείται (στους ανώτερους κόσμους) από το Ένα, το Όλον, και πέφτει στον υλικό κόσμο, και δένεται στο σώμα, ο μόνος δρόμος λύτρωσης είναι η λύσις της ψυχής από το σώμα. Αυτό μπορεί να γίνει εσωτερικά, μέσα στον καθένα, με την περισυλλογή των δυνάμεων της ψυχής και τον «αποχωρισμό» από το σώμα.
Η ΛΥΣΙΣ, ο «αποχωρισμός» από το σώμα, έχει πολλά επίπεδα εμβάθυνσης:
Μπορεί να σημαίνει την εξωτερική αποχή από μιασμένα αντικείμενα κι ανίερες πράξεις που οδηγεί στην ηθική στάση και στην ηρεμία.
Μπορεί να σημαίνει τον βαθύτερο ψυχικό (βουλητικό και συναισθηματικό) αποχωρισμό από την υλική ζωή που καλλιεργεί την αδιαφορία για τα εγκόσμια και την ησυχία.
Μπορεί να σημαίνει τον βαθύτερο αποχωρισμό του νου από την ενασχόλησή του με τον εξωτερικό κόσμο.
Μπορεί να σημαίνει το Εκστατικό Βύθισμα στην Ενότητα της Ύπαρξης, πίσω από όλες τις διαφοροποιήσεις.
Μπορεί να σημαίνει την Πλήρη Ταύτιση με την Θεότητα.
Μπορεί ακόμα να σημαίνει τον συνειδητό αποχωρισμό από το σώμα και την μετάβαση στους κόσμους του υπερπέραν (αυτό που κάποιοι ονομάζουν αστρικό ταξίδι).
Μπορεί να σημαίνει τον φυσικό αποχωρισμό από το σώμα, που γνωρίζουμε σαν θάνατο.
Έτσι ο Ορφέας μιλά για μια ανοδική πορεία της ψυχής προς την Θεότητα, για μια εισέλιξη. Δεν αρνείται την εξωτερική λατρεία και τελετουργία, αλλά θεωρεί πως η εξωτερική λατρεία δεν είναι παρά ένα εξωτερικό πρώτο στάδιο στην πορεία προς τον Θεό. Στην πραγματικότητα ο Ορφέας με την Διδασκαλία του δίνει ένα απέραντο βάθος στην Διονυσιακή Λατρεία. Η Διδασκαλία του είναι Εσωτερικός Διονυσιασμός. Από την άλλη μεριά χωρίς την ερμηνεία  του Ορφέα ο Διονυσιασμός θα παρέμεινε μια εξωτερική, ιερή μεν, αλλά βάρβαρη θρησκεία. Έτσι ο Διονυσιασμός, όπως τον αντιλαμβάνεται ο Ορφέας δεν είναι παρά Εξωτερικός Ορφισμός.
Η μεταρρύθμιση του Ορφέα, της Διονυσιακής Λατρείας πρόσφερε στους Έλληνες (και στην ανθρωπότητα) μια από τις βαθύτερες μυστικές ερμηνείες της Πραγματικότητας. Ενέπνευσε τους μεγαλύτερους φιλοσόφους του κόσμου (δηλαδή τους Έλληνες Φιλοσόφους, από τον Ηράκλειτο και τον Πυθαγόρα, μέχρι τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη, και τους Κυνικούς, τους Στωικούς, τους Επικούρειους, τους Σκεπτικούς, τους Νεοπλατωνικούς…).
Ο Πυθαγόρας δεν έκανε τίποτα άλλο από το να μεταφέρει την Διδασκαλία του Ορφέα στον Κρότωνα, στη Κάτω Ιταλία. Η πολύ σημαντική του προσφορά, πέρα από την Βασική Ορφική Διδασκαλία είναι η χρήση των μαθηματικών εννοιών στην περιγραφή της Πραγματικότητας. (Σε ξεχωριστό άρθρο θα μιλήσουμε για την Πυθαγόρεια Διδασκαλία).
Η Ορφική Διδασκαλία ανανέωσε την Δελφική Λατρεία, αναζωογόνησε τα Ελευσίνια Μυστήρια, κι άνοιξε τελείως τους Ορίζοντες στην Φιλοσοφική Σκέψη.
Ο Πλάτωνας είναι Ορφικός από όλες τις απόψεις, και συχνά αναφέρεται στην Διδασκαλία του Ορφέα στους διαλόγους του. Όταν αναφέρεται στον Φαίδωνα (Φαίδων, 67,c, d) στον «παλαιό λόγο» («παλαιά παράδοση») και στην «λύσιν της ψυχής», στην πραγματικότητα απλά μεταφέρει την Ορφική Διδασκαλία:
«Πάνυ μεν ούν, έφη ο Σιμμίας. – Κάθαρσις δέ είναι άρα ου τούτο ξυμβαίνει, όπερ πάλαι εν τώ λόγω λέγεται, το χωρίζειν ότι μάλιστα από τού σώματος τήν ψυχήν, καί εθίσαι αυτήν καθ’ αυτήν πανταχόθεν εκ τού σώματος συναγείρεσθαί τε καί αθροίζεσθαι καί οικείν κατά τό δυνατόν, καί εν τώ νύν παρόντι καί εν τώ έπειτα, μόνην καθ’ αυτήν, εκλυομένην ώσπερ εκ δεσμών εκ τού σώματος; - Πάνυ μέν ούν, έφη, - Ουκούν τούτο γε θάνατος ονομάζεται, λύσις καί χωρισμός ψυχής από σώματος; Παντάπασί γε, ή δ’ ός. – Λύειν δέ γε αυτήν, ώς φαμεν, προθυμούνται αεί μάλιστα καί μόνοι οι φιλοσοφούντες ορθώς, καί τό μελέτημα αυτό τούτό εστι των φιλοσόφων, λύσις καί χωρισμός ψυχής από σώματος. ή ού; - Φαίνεται».
Ο Ορφισμός επηρέασε την Ελλάδα για (τουλάχιστον) 15 αιώνες και κατάλοιπα αυτής της θρησκευτικής αντίληψης υπάρχουν ακόμα και σήμερα στην σκέψη, στην γλώσσα, στην ζωή, στις γιορτές. Ήταν στην εποχή του Πεισίστρατου που ο Ορφισμός έγινε επίσημη θρησκεία της Αθήνας και καθιερώθηκαν (επίσημα) οι Γιορτές του Διονύσου (χωρίς να «ποδοπατηθούν» οι πατροπαράδοτες αντιλήψεις κι η λατρεία των άλλων θεών). Ο Ορφισμός, η ορφική αντίληψη για την κοινή θεϊκή καταγωγή, την ισότητα, και την ισονομία, όλων των ανθρώπων, γέννησε ουσιαστικά την Δημοκρατία (αν και δεν εξάλειψε το θεσμό της δουλείας) στην Αθήνα. Αν δεν υπήρχε το Ορφικό Ιδεολογικό Υπόστρωμα στην αντίληψη των Αθηναίων, για την Φύση, την ζωή, και την «πολιτεία», δεν θα είχε γεννηθεί η Δημοκρατία. Όταν τελείωσε ο αρχαίος κόσμος, κι η ελληνική θρησκεία, κι επιβλήθηκαν με την βία άλλα θρησκεύματα στον Ελλαδικό Χώρο, έσβησε κι η Δημοκρατία.
Οι σύγχρονες αντιπροσωπευτικές κοινοβουλευτικές δημοκρατίες είναι παρωδίες δημοκρατίας. Τα κόμματα είναι πολιτικές συμμορίες, που ονομάζουν «δημοκρατίες» αυταρχικά άδικα και βίαια καθεστώτα. Αυτό συμβαίνει γιατί όλες αυτές οι ψευτοδημοκρατίες δεν έχουν υγιές ιδεολογικό υπόβαθρο, όπως συνέβαινε με την Αληθινή Αθηναϊκή Δημοκρατία.
Ήταν φυσικό, οι θρησκευτικές αντιλήψεις κι εμπειρίες του Ορφέα (η εσωτερίκευση της αντίληψης, κι η εσωτερική άμεση βιωματική προσέγγιση της Πραγματικότητας του Θεού), να φέρουν τον νεαρό άρχοντα, στην αρχή της δημόσιας δράσης του, σε «αντίθεση» με το περιβάλλον του. Ήταν δύσκολο να κατανοήσουν χωρίς προσπάθεια το μήνυμα του Εμπνευσμένου. «Αποσύρθηκε» νωρίς από τα δημόσια πράγματα, για να ασχοληθεί με την «θρησκευτική εμπειρία» του, να την κωδικοποιήσει, να την κάνει πράξη και ζωή.
Ο «μύθος» λέει πως ο Ορφέας ταξίδεψε στην Αίγυπτο. Δεν είχε λόγο να το κάνει. Ο Ορφέας βρήκε στην Πατρίδα του όλη την θρησκευτική παράδοση πάνω στην οποία βασίστηκε για να αναπτύξει τις δικές του θρησκευτικές αντιλήψεις. Η Διονυσιακή Λατρεία διαδεδομένη στην Ελλάδα, στην Κρήτη, και στον Ευρύτερο Μεσογειακό Χώρο, δεν είναι Αιγυπτιακό Φαινόμενο (και διαφέρει αρκετά από την Λατρεία του Όσιρι και τα μυστήριά του). Αλλά ακόμα κι αν ο Ορφέας  ταξίδεψε στην Αίγυπτο, δεν έγινε σε τίποτα πιο σοφός από αυτό το ταξίδι. Κατά την δική μας αντίληψη η δράση του εξελίχθηκε εξ’ ολοκλήρου στην Πιερία, και ιδιαίτερα στην Πατρίδα του τα Λείβηθρα και την γύρω περιοχή, στους πρόποδες του Ολύμπου.
Ο Ορφέας δημιούργησε γρήγορα ένα κύκλο ανθρώπων με τους οποίους μοιράστηκε τις εμπειρίες του. Η δημιουργία θρησκευτικών κύκλων είναι παγκόσμιο, διαχρονικό, και διαθρησκευτικό φαινόμενο. Στην Ελλάδα οι θρησκευτικοί κύκλοι ονομάζονται θίασοι (ιδιαίτερα οι ομάδες πιστών του Διονύσου). Ο Ορφέας δημιούργησε ένα συμπαγή κύκλο μυημένων που είχαν ορισμένη αντίληψη του Θείου (Ορφική Θεολογία), και ιδιαίτερο τρόπο ζωής (ορφικό βίος), και συμπεριφορά.
Σύμφωνα με τις μαρτυρίες πολλών αρχαίων (φιλοσόφων, ιστορικών, συγγραφέων) στα Λείβηθρα (όπως σε όλες τις πόλεις της Ελλάδας) υπήρχε Ιερό, σε ένα λόφο νοτιοανατολικά του οικισμού, που κυκλωνόταν από χείμαρρους, πολύ πριν τον Ορφέα. Εκεί γινόταν η δημόσια λατρεία, εκεί ασκούσαν την λατρεία τους οι πιστοί του Διονύσου, κι εκεί ιερούργησε κι ο ίδιος ο Ορφέας. Οι ορφικές τελετές συμπεριλάμβαναν τελετουργική χρήση ιερής φωτιάς, χρήση ύμνων, μουσικής, και χορού. Οι ορφικές τελετές διέφεραν αρκετά από την δημόσια Διονυσιακή Λατρεία, και τις τελετουργίες των βάκχων και των μαινάδων. Οι ορφικές τελετές θα διατηρηθούν σε διάφορους ορφικούς θιάσους, ενώ η δημόσια Διονυσιακή Λατρεία θα μεταφερθεί στις Διονυσιακές Γιορτές, ενώ οι τελετές των μαινάδων θα διατηρηθούν στην Δελφική Λατρεία.
Στην πραγματικότητα δεν υπάρχει καμιά αντίθεση ανάμεσα στις ορφικές αντιλήψεις και την συνηθισμένη Λατρεία του Διονύσου και τις Διονυσιακές Γιορτές που καθιερώθηκαν γύρω από την λατρεία. Στην ουσία όλες οι αντιλήψεις είναι σωστές κι απευθύνονται σε ανθρώπους με διαφορετικό βαθμό κατανόησης της θρησκείας του Διονύσου. Ο Ορφισμός, κι η εξωτερική Διονυσιακή Λατρεία λειτουργούν όχι ανταγωνιστικά αλλά συμπληρωματικά. Αυτό αποδεικνύεται από τον σεβασμό που είχαν όλοι οι Έλληνες για τον Ορφέα, την Δελφική Λατρεία, τα Ελευσίνια Μυστήρια, ακόμα κι όταν δεν ήταν μυημένοι και δεν γνώριζαν το περιεχόμενο της μύησης, αλλά και από την αποδοχή της εξωτερικής λατρείας σαν ένδειξης σεβασμού προς τον Θεό με εξωτερικές πράξεις. Ακόμα και η Ωμοφαγία που θα διατηρηθεί σε ορισμένους θιάσους (αλλά θα καταργηθεί από τις δημόσιες γιορτές στην Κλασσική Αθήνα) είναι μια ιερή πράξη, όσο κι αν φαίνεται αποτρόπαιη. Οι υποκριτές άνθρωποι θεωρούν αποτρόπαιη μια θρησκευτική πράξη, αλλά μπορούν να αδικούν τους συνανθρώπους τους, να αδιαφορούν για τους δυστυχισμένους, και να καταστρέφουν το πλανήτη…
Θρησκευτικοί θίασοι ανάλογοι με αυτόν του Ορφέα θα υπάρχουν τουλάχιστον 15 αιώνες μετά…
Ακολουθώντας το πρότυπο του Ορφέα θρησκευτικούς θιάσους, ή συγκροτημένους συλλόγους, με συγκεκριμένους χώρους λατρείας και διδασκαλίας, θα δημιουργήσουν όλοι οι Μεγάλοι Έλληνες Φιλόσοφοι, ο Πυθαγόρας στον Κρότωνα (ομακοείο), ο Πλάτωνας στην Αθήνα (ακαδημία), ο Αριστοτέλης (λύκειο ή περιπατητική σχολή), οι Στωικοί (στοά), ο Επίκουρος (κήπος)…
Ο Ορφέας έζησε κι έδρασε, δίδαξε κι έγραψε, στην Πατρίδα του, στους Πρόποδες του Ολύμπου. Έζησε βιώνοντας το θρησκευτικό του όραμα κι αφιερώνοντας το χρόνο του στην διδασκαλία και την υπηρεσία των ανθρώπων.
Ο μύθος λέει ότι ο Ορφέας νυμφεύτηκε την Αγριόπη ή Ευρυδίκη. Στην πραγματικότητα ο Ορφέας ήταν τόσο αφιερωμένος στο έργο του που δεν νυμφεύτηκε ποτέ. Ο μύθος του «έρωτα» του Ορφέα με την Ευρυδίκη ήταν μια διήγηση που κατασκευάστηκε για να διδάξει κάτι (την σχέση της Καθαρής Ψυχής με την υλική ψυχή, όπως θα εξηγήσουμε παρακάτω). Ήταν μια διήγηση σαν τις παραβολές του Βούδα, ή του Ιησού…
Ο Ορφέας πέθανε σχετικά νέος, από φυσικά αίτια μάλλον.
Ο μύθος λέει ότι κατασπαράχτηκε από τις μαινάδες της Πιερίας. Ο μυθικός διασπαραγμός του Ορφέα δεν κάνει τίποτα άλλο από το να επαναλαμβάνει τον μύθο του Ζαγρέα (τον τελετουργικό διασπαραγμό του ταύρου) στο πρόσωπο του Ορφέα. Μετά οι δικαιολογίες για τον διασπαραγμό είναι ανόητες.
Λένε ότι ο Ορφέας τιμούσε τον Απόλλωνα κι έτσι ο Διόνυσος καθοδήγησε τις μαινάδες να σκοτώσουν τον Ορφέα. Για τον Ορφέα και τους άλλους μυημένους ο Διόνυσος κι ο Απόλλωνας είναι ο Ίδιος Θεός (που συμβολίζεται στον Χειμερινό Ήλιο και τον Θερινό Ήλιο). Έτσι δεν θα μπορούσε να προκαλέσει την μήνη κανενός Θεού, ούτε των οπαδών του Διονύσου. Αυτά τα λένε οι αμαθείς.
Μετά την ίδια ιστορία διηγούνται για τον Λυκούργο, στην Θράκη, τον Πενθέα στην Θήβα, κι άλλους. Υπάρχει πολύ λίγη αλήθεια σε όλα αυτά…
Ούτε εξ’ άλλου ο Ορφέας ήταν αντίθετος προς την εξωτερική λατρεία του Διονύσου που ακολουθούσαν οι απλοί άνθρωποι. Αντίθετα έβλεπε την εξωτερική λατρεία σαν συμπληρωματική των δικών του αντιλήψεων. Βεβαίως μιλούσε για την ανάγκη εμβάθυνσης της θρησκευτικής δραστηριότητας, αλλά ο σεβασμός του για τον άνθρωπο δεν θα του επέτρεπε ποτέ να πολεμήσει ή να ειρωνευθεί τις απλοϊκές αντιλήψεις των συνανθρώπων του…
Ούτε βέβαια στερούσε τους άνδρες από τις γυναίκες τους κι έτσι προκάλεσε την εκδίκηση των γυναικών. Αυτά τα λένε αισχροί άνθρωποι, που δεν έχουν ιδέα για τι πράγμα μιλάμε.
Ο Ορφέας ήταν Οραματιστής του Φωτός, Υπέρμαχος της Δικαιοσύνης κι Εργάτης της Συμπόνιας και της Βοήθειας στον άνθρωπο…
Το μόνο βέβαιο είναι ότι όταν πέθανε, άφησε πίσω του ένα τεράστιο πνευματικό έργο, αλλά και πολύ πόνο για τον χαμό του. Αλλά όπως δίδασκε ο ίδιος, ο Ορφέας, έλυσε τα δεσμά του με το σώμα κι ανυψώθηκε στους Ανώτερους Κόσμους του Φωτός.
Οι άνθρωποι που τον αγαπούσαν και τον ακολουθούσαν τον έθαψαν στην Ακρόπολη των Λειβήθρων, κοντά στο Ιερό που δίδασκε και ιερουργούσε, και ύψωσαν προς τιμήν του Ηρώο, που το είδαν με τα μάτια τους πολλοί αρχαίοι Έλληνες συγγραφείς και το κατέγραψαν.
Τα Λείβηθρα καταστράφηκαν σύμφωνα με τον Παυσανία όταν πλημμύρισε ο χείμαρρος Συς. Τα ιερά, τα κτήρια και τα τείχη της καταστράφηκαν. (Σήμερα οι αρχαιολογικές έρευνες έχουν εντοπίσει τον Οικισμό, και την Ακρόπολη, αλλά δεν έχει εντοπισθεί κτίσμα στην Ακρόπολη, μόνο μερικά τμήματα του τείχους).
Αυτή είναι λίγο-πολύ η αλήθεια για τον Ορφέα. Η προσωπικότητά του όμως θα διαφωτισθεί περισσότερο μέσα από το έργο του που θα αναλύσουμε στη συνέχεια.
Το ερώτημα όμως είναι το εξής: Αν ο Ορφέας ήταν πραγματικό πρόσωπο (κι αυτό δεν μπορεί να το αμφισβητήσει κανένας σοβαρός μελετητής της Αρχαιότητας)  και μάλιστα τόσο σημαντικό πρόσωπο, τότε γιατί κάποιοι προσπάθησαν με λύσσα να αποδείξουν ότι είναι μυθικό πρόσωπο, μύθος;
Αυτό έγινε από εμπαθείς χριστιανούς, που δεν τους ενδιέφερε η ιστορική (θρησκευτική και θεολογική) αλήθεια, αλλά τους ενδιέφερε να αποκρύψουν ότι πήραν τα πάντα από τον Ορφισμό. Έτσι όμως το μόνο που αποδεικνύεται είναι ότι ο χριστιανισμός όπως εφαρμόστηκε είναι μια ιστορική απάτη. Αυτό θα το αποδείξουμε στη συνέχεια.
Ο Ορφέας υπήρξε ένας Μεγάλος Άνθρωπος, το ίδιο μεγάλος με τον Βούδα, τον Λάο Τσε, τον Ιησού…
Αυτό που πρόσφερε ο Ορφέας στον άνθρωπο και στην ιστορία είναι το Υπέρτατο Μυστικό της Ύπαρξης:
Η Ίδια η Ύπαρξη (που εκδηλώνεται στον καθένα), η Συνείδηση, η Αντίληψη, είναι η Ανεξάντλητη Πηγή της Ενότητας και της διαφοροποίησης, των αντιλήψεων, των προσανατολισμών, και των πράξεων. Όλα προέρχονται από Μέσα. Δεν χρειάζεται να ψάξουμε να βρούμε «έξω», ούτε εξηγήσεις, ούτε δικαιολογίες, ούτε πράγματα να «αρπαχθούμε» από αυτά. Η Ύπαρξη από μόνη της είναι η Ανεξάντλητη Πηγή, κάθε βιώματος και εμπειρίας, η Λαλέουσα Πηγή, το Λάλον Ύδωρ… η Πηγή της Ζωής…
Η Ψυχή Είναι Απέραντη, Χωρίς Όρια, Ελεύθερη, Αγνή, Αιώνια. Η δέσμευση στο σώμα, ακόμα κι όταν επαναλαμβάνεται με την μετενσωμάτωση, είναι προσωρινή.
Η Μόνη Οδός Λύτρωσης είναι η Λύσις της Ψυχής από τα δεσμά του σώματος. Αυτό είναι το πραγματικό περιεχόμενο της Ορφικής Θεολογίας, και το αντικείμενο των Μυστηρίων.
Η Αληθινή Κατοικία της Ψυχής είναι τα Φωτεινά Βασίλεια του Υπερπέραν, της «Εξωπραγματικότητας», κι όχι ο κάτω κόσμος της γης.

Ο φόβος ως μέσο καθυπόταξης

Ποιες είναι οι συνέπειες σε ένα πληθυσμό, όπου κάθε αίσθημα ασφάλειας εξαφανίζεται και τη θέση της παίρνει ένας αγχώδης φόβος και μία ψυχική οπισθοδρόμηση; Τι γίνεται όταν το αίσθημα ασφάλειας αντικαθίσταται από μία οδυνηρή και αγχώδη αναμονή του αγνώστου;
 
Ποιες συνέπειες  καθίστανται σε σωματικό και ψυχικό επίπεδο, παραλύοντας την ύπαρξη του ατόμου; Γνωρίζουμε  μέσω ιστορίας ότι ο φόβος και το άγχος ήταν τρόποι καθυπόταξης ολόκληρων εθνών κατά το παρελθόν;

Ήξεραν πάντα οι κατακτητές ότι η πραγματοποίηση των στόχων τους περνούσαν από το τσάκισμα της ψυχής του εκάστοτε έθνους. Πάντα υπήρχε μυστική δράση και προσπάθεια ψυχολογικής επίδρασης.

Λίγα λόγια λοιπόν περί της επιστήμης του άγχους και του φόβου...

Είναι σκόπιμο θεωρώ να παρατεθούν λίγα λόγια για το άγχος και φόβο, ίσως και τρόμο με τις αντίστοιχες συνέπειες τους στον άνθρωπο. Κατά τον Mosso (la Peur. Alcan 1886), ένα από τα τρομερότερα αποτελέσματα του φόβου είναι η παράλυση , που δεν σου επιτρέπει να φύγεις ή να υπερασπιστείς. Ο Ribot (Psychologie des Sentiments) αναφέρει ότι ο φόβος είναι η αντίδραση του ενστίκτου της αυτοσυντήρησης, με την αμυντική του όψη, στους εξωτερικούς ή εσωτερικούς παράγοντες που τείνουνε στην καταστροφή του ατόμου.

Ο G. Dumas είναι από τους συγγραφείς που μιλάνε αποκλειστικά για το φόβο, όπου ο φόβος προκύπτει από ένα σοκ συγκινησιακό, σαν μια προσπάθεια απότομης συναισθηματικής προσαρμογής. Τα άμεσα και κατοπινά αποτελέσματα του σοκ, είναι βιολογικά και ψυχικά, όπου τα ψυχικά αίτια του σοκ εξαπολύουν ένα πολύπλοκο βιολογικό μηχανισμό συμπαρασύροντας όλες τις λειτουργίες του οργανισμού. Γίνεται και ένας διαχωρισμός της ισχύος της συγκίνησης , όπου η ελαφριά είναι τονική για τον οργανισμό και η δυνατότερη μπορεί να είναι παραλυτική και καταθλιπτική.

Ο Albert Brousseau ως μελετητής του φόβου διακρίνει τρείς βαθμούς φόβου, ανάλογα με την προοδευτική του ένταση.

Ο πρώτος βαθμός, το σκιάξιμο, χαρακτηρίζεται από την απουσία άμεσου κινδύνου. Το άτομο βρίσκεται σε κατάσταση εναγώνιας αναμονής, με ξαναμμένη τη φαντασία του.

Ο δεύτερος βαθμός έχει πια την επιβολή και αμεσότητα του κινδύνου και η φαντασία δεν υφίσταται πια. Οι συγκινησιακές αντιδράσεις είναι υπαρκτές σε όλο το φάσμα τους.

Στον τρίτο βαθμό, ο κίνδυνος είναι μεγάλος, η πιθανότητα διαφυγής σχεδόν ανύπαρκτη και βρισκόμαστε σε ένα ξεχείλισμα του ενστίκτου της αυτοσυντήρησης, όπου όλες οι ηθικές αξίες σαρώνονται και ο άνθρωπος καθίσταται στο έλεος των πρωτόγονων παρορμήσεων. Στο δεύτερο στάδιο, η προσαρμογή είναι στιγμιαία με ακόλουθη  ελαττωματική αντίδραση, που όμως μπορεί να βοηθήσει στη διατήρηση του ατόμου. Στο τρίτο όμως στάδιο, η αντίδραση είναι απροσάρμοστη πράγμα που φέρνει βαρύτατες συνέπειες στο άτομο. Στον ομαδικό φόβο , το στάδιο της εναγώνιας αναμονής φτάνει πολύ γρήγορα στο απόγειό του.

Κατά τον Freud  που προχωρά ένα βήμα παρακάτω, η απόπειρα φυγής μπροστά σε ένα κίνδυνο εξωτερικό καταλήγει στο σταμάτημα και στη λήψη μέτρων άμυνας και η ανάπτυξη του άγχους διακόπτεται από το σχηματισμό συμπτωμάτων στα οποία και υποχωρεί.

Ο Goldstein έκανε ένα διαχωρισμό του άγχους από το φόβο. Ο φόβος προϋποθέτει ένα καθορισμένο αντικείμενο σε αντίθεση με το άγχος. Το άγχος γεννιέται από την προοπτική και την αναμονή του κινδύνου, ιδιαίτερα όταν αυτός είναι άγνωστος.

Στο άγχος υπάρχει μία αβεβαιότητα, μια εκλογή, μια πιθανότητα κινδύνου. Ο H.Wallon τονίζει αυτή την ουσιαστική αβεβαιότητα που οδηγεί στην αναμονή και την τονική συσσώρευση. Έτσι  ενώ ο φόβος είναι μια ευνοϊκή κατάσταση για δράση, το άγχος, αντίθετα, παραλύει κάθε συντονισμένη δράση. Το άγχος αποτελεί ένα σήμα στην προσέγγιση του κινδύνου, τις περισσότερες φορές δυσανάλογο προς αυτόν.

Ο Stekel λέει πως ο αγχώδης φόβος και η καταπίεση εκφράζουν συναισθήματα άγχους χωρίς αντικείμενο και εκδηλώνονται επίσης όταν βρισκόμαστε μπροστά σε γεγονότα και αποτελέσματα άγνωστα. Το άγνωστο και η έλλειψη ασφάλειας γεννά λοιπόν το άγχος.

Ο Victor Hugo έγραψε: «Ο άνθρωπος ζει περισσότερο με βεβαιότητα παρά με ψωμί». Ο κίνδυνος που προκαλεί το άγχος είναι εκείνος που απειλεί κάτι το ουσιαστικό, τον πυρήνα της προσωπικότητας, οτιδήποτε είναι ικανό να απειλήσει τους ειδικούς μηχανισμούς ασφάλειας του ατόμου.

Έτσι, αν βρούμε τι αντιπροσωπεύει για κάθε άνθρωπο το κυριότερο μέσο εξασφάλισής του θα μπορούμε εύκολα να προβλέψουμε ποιο θα είναι το αγχογόνο ερέθισμα για τον άνθρωπο αυτό (Κ.Horney, New ways in Psychoanalysis. W.Norton 1939).

Ασφάλεια μπορούμε να αισθανθούμε μονάχα σε κάτι που έχουμε δοκιμάσει και συνακόλουθα μόνο στο αντίκρισμα του παρελθόντος μπορούμε να μην αγχωνόμαστε. Ενώ η αιτία του φόβου είναι συσχετισμένη με ένα δυσάρεστο βίωμα του οργανισμού και ανταποκρίνεται στην πιθανότητα να επαναληφθεί το βίωμα, αντίθετα το άγχος πρόκειται για μια εξαρτημένη απάντηση σε ερεθίσματα που συχνά έχασαν κάθε σχέση με το απόλυτο απειλητικό ερέθισμα.

Θέλοντας να υπογραμμίσουμε τη σημασία του παράγοντα αναμονής στο άγχος αναφέρω τα λόγια του Boutonnier: «Όπου ο κίνδυνος είναι παρών, χωρίς να προκαλεί ακόμα τη φυγή, το δευτερόλεπτο εκείνο της σύγχυσης, όπου βρισκόμαστε στο έλεος του». Η αναμονή με το άγχος είναι οδυνηρότερη από το φόβο. Μπροστά σε ένα κίνδυνο που προκαλεί φόβο μπορείς να κάνεις κάτι για να υπερασπιστείς. Πως όμως να παλέψεις ενάντια σε εκείνο που δεν υπάρχει ακόμα;

Ο Επίκτητος έλεγε: να μη φοβόμαστε ούτε τις αρρώστιες ούτε το θάνατο, παρά μόνο τον φόβο

Αλμπέρ Καμύ: Δεν υπάρχει αγάπη για τη ζωή χωρίς απελπισία για τη ζωή

Πόσες φορές ο άνθρωπος αμφισβήτησε την ύπαρξή της στη σημερινή μορφή; Τις επιδημίες μα και τους πολέμους που ανά καιρούς φτάσαν το κατώφλι μας; Πόσες φορές απέφυγε ως τρελούς εκείνους που ανάμεσα στον όχλο, κραύγαζαν: “Η ζωή είναι μικρή!”, κι έπειτα αδιάφορα τους προσπερνούσε;

Πόσες φορές δε πίστεψε και αισθάνθηκε το ίδιο απροετοίμαστος τη στιγμή που διαπίστωσε πως αποτελούν πραγματικότητα; Κομμάτι πια της δικής του πραγματικότητας.

Τώρα πιθανώς, περισσότερο από κάθε άλλη φορά σε τούτη τη γενιά, να υπάρξει περιθώριο αποδοχής. Της αγάπης για τη σύντομη ζωή, αποδοχή. Εκείνης της σκληρής “αντιπάλου” μιας βιωμένης – ψυχή τε και σώματι – σημερινής απελπισίας.







00:00
/
00:00

Loading Ad
Άλλωστε, η δεύτερη είναι πια αδιαμφισβήτητη. Ξυπνάμε, πορευόμαστε και κοιμόμαστε αγκαλιά. Το παρόν έχει ξαφνικά μεταλλαχθεί. Το μέλλον είναι, ακόμη και για κείνους που σε γραμμές ευθείες ανέκαθεν βαδίζανε, άγνωστο. Πόσο άραγε τρομάζαμε στον απόηχο αυτού, στα πόδια του οποίου θυσιάσαμε ολόκληρες ζωές;

Στου κόσμου τη σκακιέρα όλα επιτρέπονται. Το δικό μας πεδίο, τώρα πεδίο δυστυχίας. Η απελπισία μας, Βασίλισσα. Ο φόβος, Βασιλιάς. Οι στρατηγοί και οι ίπποι, υπό περιορισμό. Οι στρατιώτες, με τα κεφάλια τους σκυμμένα. Κινήσεις άφαντες. Αντίσταση καμιά. Εγκλεισμός.

Ο αντίπαλος δύσκολος και δίχως διαχωρισμούς. Βασίλισσα του, η αγάπη. Ο Βασιλιάς, προστάτης. Στρατηγοί, ίπποι και στρατιώτες σε στέρεες παρατάξεις, έτοιμοι να λάβουν οδηγίες. Παρτίδας σκοπός; Η ίδια η ζωή. Θα νικήσει ή θα ηττηθεί;

Όσο η απελπισία μεγαλώνει, τόσο της μάχης το αποτέλεσμα ορίζεται. Όσο αθόρυβα κοιτά, τόσο η αγάπη θα νικά. Νίκη ενός αγνώστου που έως πρότινος τρελό αποκαλούσαμε. Νίκη μιας ζωής που ακόμη περιμένει. Ονείρων που λησμονήθηκαν, σχεδίων που ξάφνου επανέρχονται. Η παρτίδα δε θα ‘χει αδίκως κερδηθεί, καθώς με άγνωστους και μη καθορισμένους όρους, έχει επαναπροσδιορισθεί.

Δεύτερη ευκαιρία – Πιθανότατα για μας, να μην υπάρξει τρίτη.

Κωνσταντίνος Καβάφης: Τελειωμένα

«Μέσα στον φόβο και στες υποψίες,
με ταραγμένο νου και τρομαγμένα μάτια,
λυώνουμε και σχεδιάζουμε το πώς να κάμουμε
για ν’ αποφύγουμε τον βέβαιο
τον κίνδυνο που έτσι φρικτά μας απειλεί.
Κι όμως λανθάνουμε, δεν είν’ αυτός στον δρόμο•
ψεύτικα ήσαν τα μηνύματα
(ή δεν τ’ ακούσαμε, ή δεν τα νοιώσαμε καλά).
Άλλη καταστροφή, που δεν την φανταζόμεθαν,
εξαφνική, ραγδαία πέφτει επάνω μας,
κι ανέτοιμους — πού πια καιρός — μας συνεπαίρνει.»

Ο Καβάφης κατορθώνει να αποτυπώσει στην ποίησή του, πέραν από την προσωπική του φιλοσοφία, στοιχεία που απορρέουν από την εμπειρία του, αλλά και από την παρατήρηση των τρόπων και των αντιδράσεων των ανθρώπων γύρω του. Ο ποιητής κατανοεί απόλυτα τις ανησυχίες των ανθρώπων είτε αυτές είναι έκδηλες είτε ενδόμυχες, κι αυτό αποτυπώνεται με σαφήνεια στην ποίησή του.

Στο μοιρολατρικό «Τελειωμένα» ο Καβάφης καταγράφει τη διαρκή κατάσταση επαγρύπνησης στην οποία βρίσκονται οι άνθρωποι, καθώς αισθάνονται πως δεν μπορούν να ξεφύγουν από τη σκληρότητα της πραγματικότητας και πως αργά ή γρήγορα θα έρθουν αντιμέτωποι με κάποιο χτύπημα της μοίρας.

Η ατμόσφαιρα φόβου, αγωνίας και συνεχούς ανησυχίας που δημιουργεί ο ποιητής μας παραπέμπει στα έργα του Κάφκα, όπου η αίσθηση του κινδύνου που εκκρεμεί, η αίσθηση της επερχόμενης συμφοράς, δημιουργεί συναισθήματα καταστροφικού άγχους, καθώς οι άνθρωποι δε γνωρίζουν ποιος ακριβώς είναι ο κίνδυνος που τους απειλεί ώστε να μπορέσουν να τον αντιμετωπίσουν. Με παρόμοιο, λοιπόν, τρόπο ο Καβάφης στο «Τελειωμένα» δημιουργεί ένα κλίμα πλήρους εγκλωβισμού, στο οποίο βέβαια εντάσσει και τον εαυτό του, με τη χρήση του α΄ πληθυντικού προσώπου, μιας κι ο ίδιος έχει βρεθεί πολλές φορές σε παρόμοια κατάσταση και γνωρίζει καλά το ψυχοφθόρο αυτό συναίσθημα του φόβου.

Με ταραγμένο νου, από το φόβο και τις υποψίες, λιώνουμε, χάνουμε σταδιακά την υπόστασή μας, γινόμαστε υποδεέστεροι του πραγματικού μας εαυτού και αφιερώνουμε κάθε στιγμή και κάθε σκέψη μας, στο πώς θα αποφύγουμε τον κίνδυνο που με βεβαιότητα πιστεύουμε ότι μας απειλεί.

Κι όμως, κάναμε λάθος, ο κίνδυνος που φοβόμασταν δεν εμφανίζεται, καθώς οι ενδείξεις που λάβαμε υπόψη μας είτε δεν ήταν αληθινές είτε δεν τις αντιληφθήκαμε σωστά κι ενώ προετοιμαζόμασταν να αντιμετωπίσουμε ένα συγκεκριμένο κίνδυνο, άλλη καταστροφή πέφτει πάνω μας ξαφνικά και ραγδαία, βρίσκοντάς μας ανέτοιμους.

Περιμένοντας με φόβο το συγκεκριμένο κίνδυνο, την απειλή που εμείς θεωρούσαμε ότι καραδοκεί, βρισκόμαστε ανέτοιμοι τελικά απέναντι στη συμφορά που έρχεται και συνταράζει τη ζωή μας. Και η συμφορά αυτή έρχεται τόσο γρήγορα και απροσδόκητα, ώστε από τη στιγμή που τίθεται σε κίνηση είναι όλα «τελειωμένα», δεν υπάρχει χρόνος αντίδρασης και δεν υπάρχει δυνατότητα αναστροφής της πορείας των πραγμάτων.

Η καταγραφή της αναπότρεπτης ανατροπής που επέρχεται στη ζωή των ανθρώπων, θυμίζει μια σειρά ποιημάτων του Καβάφη, στα οποία γίνεται εμφανής η αίσθηση εγκλωβισμού και η αδυναμία διαφυγής.

Στο ποίημα «Τρώες» ο Καβάφης αποτυπώνει το γεγονός ότι η αποτυχία των προσπαθειών μας είναι δεδομένη, στο «Η πόλις» καταγράφει την αδυναμία των ανθρώπων να αλλάξουν τη ζωή τους και να ξεφύγουν από το παρελθόν τους, από τα λάθη και τις επιλογές τους, στα «Τείχη» δημιουργεί μια εικόνα πλήρους αποκλεισμού, όπου ο άνθρωπος δεν έχει καμία ελευθερία στη ζωή του, καθώς είναι εγκλωβισμένος από ένα ισχυρό πλέγμα κοινωνικών κανόνων αλλά και προσωπικών περιορισμών.

Τα ποιήματα του Καβάφη, πάντως, που αποτυπώνουν συναισθήματα φόβου, μοιρολατρίας και απαισιοδοξίας, δεν εκφράζουν γενικά τον τρόπο που σκέφτεται ο ποιητής, εκφράζουν μόνο τις στιγμές εκείνες, τις αμιγώς ανθρώπινες στιγμές, κατά τις οποίες ο ποιητής αφήνεται στην ανασφάλειά του και αντιμετωπίζει με ανησυχία τη ζωή.

Ο Καβάφης γνώρισε από μικρός την απώλεια, τις ριζικές ανατροπές στη ζωή του και την ανησυχία για το τι του επιφυλάσσει το μέλλον, γεγονός που μπορεί να εξηγήσει γιατί στην ποίησή του συχνά καταγράφονται με τόση ακρίβεια συναισθηματικές καταστάσεις πλήρους αδυναμίας και φόβου.

Αγάπη έχουν αρκετή, αλλά κατανόηση καθόλου. Γι’ αυτό, στα βράχια της παρανόησης, η αγάπη τους πεθαίνει

Υπάρχει ανάγκη για συντροφιά και υπάρχει ανάγκη για μοναχικότητα. Πρόκειται για ένα ρυθμό. Δεν είναι καθόλου πρόβλημα.

Δεν μπορείς να είσαι με ένα άτομο για είκοσι τέσσερις ώρες έχοντας την ίδια διάθεση. Όχι, όταν δεν υπάρχει ανάγκη, μείνετε χώρια.

Ένας γάμος δεν είναι το αντίθετο του διαζυγίου. Είναι παραπάνω από διαζύγιο. Πολλά διαζύγια συμβαίνουν σ’ ένα γάμο, κάθε μέρα συμβαίνουν πολλά διαζύγια, αλλά ο γάμος επιβιώνει. Είναι κάτι παραπάνω από διαζύγιο.

Αν την αγαπάς, θα ξεπεράσεις τις στιγμές που θέλεις ν’ αποσυρθείς και ν’ απομακρυνθείς. Συμβαίνει στον καθένα, είναι φυσικό, μη δημιουργείς λοιπόν πρόβλημα σχετικά μ’ αυτό. Όταν δεν αισθάνεσαι την ανάγκη να είστε μαζί, φύγε. Γιατί με το να είστε μαζί, θα αισθανθείς σαν φυλακισμένος.

Δεν σε φυλακίζει εκείνη, εσύ φυλακίζεις τον εαυτό σου. Όταν αισθάνεσαι την ανάγκη να απομακρυνθείς, ζήτησέ της απλώς να σε καταλάβει και φύγε. Θα καταλάβει γιατί κι εκείνη έχει το ίδιο πρόβλημα. Όλοι έχουμε το ίδιο πρόβλημα και πρέπει να δείχνουμε κατανόηση.

Μερικές φορές αισθάνεσαι θυμωμένος και μερικές φορές δεν έχεις όρεξη για αγάπες. Δεν υπάρχει πρόβλημα, αυτές είναι ανθρώπινες διαθέσεις.

Δεν είσαι υπεράνθρωπος. Να είσαι ανθρώπινος και να αποδέχεσαι όλα όσα είναι ανθρώπινα. Αποδέξου τα, με απόλυτο ανθρωπισμό. Θα ήθελες να τα υπερβείς, αλλά δεν μπορείς να τα ξεπεράσεις μονομιάς.

Πρέπει να δουλευτούν σιγά-σιγά. Η ωριμότητα θα έρθει σταδιακά, μέσα από πολλές κρίσεις, πολλούς διαπληκτισμούς, εντάσεις και εφιάλτες, μέσα από πολλά παραστρατήματα. Σιγά-σιγά ωριμάζεις. Η ζωή είναι μια σκληρή δοκιμασία.

Ζήσε μια αληθινή και αυθεντική ζωή! Λοιπόν, απ’ αυτή τη στιγμή και για τρεις βδομάδες, θα είσαι αληθινός.

Αν πραγματικά θέλεις να την αγγίζεις, κάντο, διαφορετικά όχι. Γιατί, όταν δεν θέλεις ν’ αγγίξεις, το άγγιγμά σου είναι δηλητηριώδες. Δηλητηριάζει εσένα, δηλητηριάζει εκείνη. Χάνει κάθε νόημα και γίνεται τόσο ανιαρό, που είναι άσχημο, αηδιαστικό.

Και το πρόβλημα είναι, αν συνεχίσεις να την αγγίζεις όταν δεν θέλεις, ότι ακόμη και σ’ εκείνες τις σπάνιες στιγμές που θέλεις, το χέρι σου θα χάσει την ποιότητα του αγγίγματος. Κι εκείνες οι στιγμές πρέπει να διατηρηθούν, είναι το αλάτι της ζωής και για εκείνες τις λίγες στιγμές ζει κανείς, γι’ αυτό μην τις καταστρέφεις.

Όταν σου έρχεται η ιδέα να την πλησιάσεις, να είσαι κοντά της, τότε πλησίασέ την πραγματικά. Τότε δεν θα αισθάνεσαι σαν φυλακισμένος. Θα αισθάνεσαι μια κοινωνία, έναν όμορφο χορό, ένα μαζί της, τραγούδι, έκσταση. Μοιραστείτε τις όμορφες στιγμές σας, αλλά δεν υπάρχει ανάγκη να ταλαιπωρείτε ο ένας τον άλλο με τις άσχημες στιγμές σας.

Η αγάπη είναι ένα από τα πιο δύσκολα πράγματα ν’ αποκτήσεις και οι άνθρωποι νομίζουν ότι είναι διαθέσιμη στον καθένα. Είναι δύσκολη.

Για την αγάπη χρειάζονται δύο. Οι δυσκολίες πολλαπλασιάζονται. Έχει τις δυσκολίες της, έχεις τις δικές σου κι όταν συναντιόσαστε πολλαπλασιάζονται, διασταυρώνονται και το όλο πράγμα μπερδεύεται.

Αλλά κανείς χρειάζεται να ωριμάσει μέσα απ’ αυτό. Μη φοβάσαι, να είσαι γενναίος. Και μη δημιουργείς κανένα πρόβλημα, δεν υπάρχει άλλωστε.

Δέξου το ρυθμό της ζωής. Είναι απλά όπως η νύχτα και η μέρα: τη μέρα δουλεύεις, τη νύχτα ξεκουράζεσαι. Αν είσαι μαζί της, για μία-δύο ώρες, το απολαμβάνεις, αλλά μετά θέλεις να δραπετεύσεις γιατί η πείνα έχει φύγει και αισθάνεσαι ικανοποιημένος.

Είναι σαν να κάθεσαι σ’ ένα τραπέζι και συνέχεια να τρως και να τρως και να τρως. Το φαγητό είναι θρεπτικό μέχρι ενός σημείου, μέχρι ενός ορίου, αλλά μετά σου δημιουργεί ναυτία. Αν συνεχίσεις, θα σου προκαλέσει εμετό. Το ίδιο φαγητό, που θα μπορούσε να έχει γίνει ενέργεια, γίνεται ασθένεια.

Να θυμάσαι, το ίδιο ισχύει με μια ανθρώπινη σχέση.

Η αγάπη που μπορεί να γίνει θρεπτική, θα γίνει απεχθής. Όταν σπάει ο ρυθμός, προσέξτε, αφήστε ο ένας τον άλλο. Μείνετε μόνοι, έτσι ώστε ν’ αποκτήσετε μια ορισμένη πείνα για να είστε μαζί: Ένα συνεχές διαζύγιο και γάμος.

Η αγάπη είναι τρελή. Γι’ αυτό δεν μπορείς να την κάνεις λογική. Η αγάπη είναι παράλογη κι αυτή είναι όλη η ομορφιά της! Δεν είναι λογική. Κι αυτό συμβαίνει στον καθένα.

Μερικές φορές θέλεις να είσαι ερωτευμένος κι άλλες όχι. Μερικές φορές θέλεις ν’ απομακρυνθείς από το αντικείμενο αγάπης κι άλλες φορές θέλεις να διαλυθείς μέσα σ’ αυτό. Και τα δύο είναι σωστά. Δεν χρειάζεται να διαλέξεις ανάμεσα στα δύο, πάνε μαζί, είναι οι δυο όψεις του ίδιου φαινομένου.

Χρειάζεται να καταλάβεις, δεν είναι θέμα επιλογής, είναι θέμα κατανόησης. Είναι σαν τη μέρα και τη νύχτα. Δεν μπορείς να είσαι πάντα ερωτευμένος, αυτό είναι δύσκολο. Αδύνατον! Μερικές φορές χρειάζεται κανείς ανάπαυση και από την αγάπη.

Έτσι, τα δύο αυτά πράγματα θα ανεβοκατεβαίνουν. Μερικές φορές είσαι τόσο βαθιά ερωτευμένος, που δεν νοιάζεσαι για ελευθερία. Μερικές φορές χρειάζεσαι το χώρο σου και σκέφτεσαι την ελευθερία και δεν σ’ απασχολεί η αγάπη. Και τα δυο όμως είναι αληθινά. Χρειάζεται κανείς να φτάσει σε μια κατανόηση.

Έτσι, αν ζεις με τον εραστή σου, δημιούργησε κατανόηση, μιλήστε ο ένας στον άλλον και κατάλαβε ότι μερικές φορές ο άλλος χρειάζεται το χώρο του. Κι αυτό είναι ένα πρόβλημα, γιατί μπορεί να μη συμβαίνει ταυτόχρονα και στους δύο.

Μερικές φορές θέλεις να είσαι μαζί του και θέλει να είναι μόνος του και τίποτα δεν μπορεί να γίνει γι’ αυτό. Τότε, θα πρέπει να καταλάβεις και να τον αφήσεις μόνο. Μερικές φορές θέλεις να είσαι μόνη κι αυτός θέλει να έρθει σε σένα. Τότε πες του ότι προτιμάς να μείνεις μόνη.

Δημιούργησε όλο και πιο πολύ κατανόηση. Αυτό είναι που λείπει από τους εραστές. Αγάπη έχουν αρκετή, αλλά κατανόηση καθόλου, τίποτα. Γι’ αυτό, στα βράχια της παρανόησης, η αγάπη τους πεθαίνει. Η αγάπη δεν μπορεί να ζήσει μόνη της, χωρίς κατανόηση.

Μόνη της η αγάπη είναι πολύ ανόητη. Με κατανόηση, η αγάπη μπορεί να έχει μακροζωία, να μοιράζεται πολλές χάρες, πολλές όμορφες στιγμές, σπουδαίες ποιητικές εμπειρίες. Αυτό όμως συμβαίνει μόνο με την κατανόηση.

Η αγάπη μπορεί να σου δώσει ένα μικρό μήνα μέλιτος, αλλά αυτό είναι όλο. Μόνο η κατανόηση μπορεί να σου δώσει βαθιά οικειότητα.

Και μετά από κάθε μήνα του μέλιτος ακολουθεί κατάθλιψη, θυμός, απογοήτευση. Αν δεν ωριμάσεις μέσα στην κατανόηση, κανένας μήνας του μέλιτος δεν πρόκειται να οι βοηθήσει- λειτουργεί μόνο σαν ναρκωτικό.

Γι’ αυτό, προσπάθησε να δημιουργήσεις περισσότερη κατανόηση με τον εραστή σου. Και τότε, ακόμη κι αν μια μέρα χωρίσετε, η κατανόηση θα είναι μαζί σου, θα είναι μαζί του κι αυτό θα είναι ένα δώρο της αγάπης σας, του ενός για τον άλλο.

Οι εραστές μπορεί να χωρίσουν, αλλά η κατανόηση που έχει κερδηθεί μέσα από τον άλλο, με τη συντροφιά του άλλου, θα είναι πάντα μαζί σου.

Αυτό θα μείνει σαν ένα δώρο. Δεν μπορεί να υπάρξει άλλο δώρο. Αν αγαπάς κάποιον, το μόνο πολύτιμο δώρο που μπορείς να του δώσεις είναι κάποιου είδους κατανόηση.

Πόσο αγαπάτε τον εαυτό σας; Αυτή είναι η αξία σας

Αν μπορούμε να δούμε τον εαυτό μας όπως είναι, αυτό είναι το πρώτο βήμα προς την αυτοαποδοχή και το τέλος της αυτοαπόρριψης. Μόλις καταφέρουμε να αποδεχτούμε τον εαυτό μας όπως είναι, από κει κι έπειτα όλα μπορούν να αλλάξουν.

Όλοι έχουν μια αξία και η Ζωή τη σέβεται. Η αξία αυτή δεν μετριέται σε χρήματα ή σε χρυσό- μετριέται σε αγάπη και ιδιαίτερα σε αγάπη για τον εαυτό μας. Πόσο αγαπάτε τον εαυτό σας; – αυτή είναι η αξία σας- και η Ζωή τη σέβεται. Όταν αγαπάτε τον εαυτό σας, η αξία σας είναι πολύ υψηλή, που σημαίνει ότι η ανοχή που έχετε στην αυτοκακοποίηση είναι ελάχιστη. Κι αυτό, γιατί σέβεστε τον εαυτό σας. Τον αγαπάτε όπως είναι και αυτό αυξάνει την αξία σας. Αν υπάρχουν πράγματα που δεν σας αρέσουν στον εαυτό σας, η αξία σας μειώνεται.

Μερικές φορές η αυτοκριτική είναι τόσο έντονη που κάποιοι πρέπει να είναι «ναρκωμένοι» για να μπορούν να είναι ο εαυτός τους. Αν δεν σας αρέσει κάποιος, μπορείτε να φύγετε μακριά του. Το ίδιο κι αν δεν σας αρέσει μια ομάδα ανθρώπων. Αν, όμως, δεν σας αρέσει ο εαυτός σας, όπου κι αν πάτε δεν μπορείτε να ξεφύγετε. Για να μην είστε ο εαυτός σας, πρέπει να πάρετε κάτι για να «ναρκωθείτε», για να στρέψετε το μυαλό σας μακριά από τον εαυτό σας. Ίσως λίγο αλκοόλ να βοηθούσε. Ή ίσως τα ναρκωτικά. Ή ίσως το φαγητό – φάτε, φάτε, φάτε. Η αυτοκακοποίηση μπορεί να γίνει πολύ χειρότερη. Υπάρχουν άνθρωποι που μισούν πραγματικά τον εαυτό τους. Είναι καταστροφικά άτομα που σκοτώνουν σιγά σιγά τον εαυτό τους, γιατί δεν έχουν το θάρρος να το κάνουν γρήγορα.

Αν παρατηρήσετε αυτοκαταστροφικούς ανθρώπους, θα δείτε ότι προσελκύουν άτομα που τους μοιάζουν. Τι κάνουμε όταν δεν μας αρέσει ο εαυτός μας; Προσπαθούμε να «ναρκωθούμε πίνοντας αλκοόλ για να ξεχάσουμε ότι υποφέρουμε. Αυτή είναι η δικαιολογία που χρησιμοποιούμε. Πού βρίσκουμε αλκοόλ; Πάμε σε μπαρ και μαντέψτε ποιοι βρίσκονται εκεί. Άνθρωποι σαν κι εμάς, που προσπαθούν να ξεφύγουν από τον εαυτό τους, που προσπαθούν να πιούν για να ξεχαστούν. Πίνουμε μαζί, αρχίζουμε να μιλάμε για τον πόνο μας και καταλαβαινόμαστε. Μάλιστα, αρχίζει να μας αρέσει η παρέα. Καταλαβαινόμαστε απόλυτα, γιατί εκπέμπουμε στο ίδιο μήκος κύματος. Είμαστε και οι μεν και οι δε αυτοκαταστροφικοί. Σε πληγώνω και με πληγώνεις – η τέλεια σχέση της κόλασης.

Τι συμβαίνει όταν αλλάζετε; Για έναν κάποιο λόγο, δεν έχετε πια ανάγκη το αλκοόλ. Τώρα νιώθετε καλά όταν είστε μόνοι με τον εαυτό σας, το απολαμβάνετε. Δεν πίνετε πια, αλλά έχετε τους ίδιους φίλους και όλοι πίνουν. Μεθούν, νιώθουν χαρά αλλά εσείς βλέπετε ότι η χαρά τους δεν είναι πραγματική. Αυτό που αποκαλούν χαρά είναι μια επανάσταση απέναντι στον ίδιο τον συναισθηματικό τους πόνο. Σε αυτή τους τη «χαρά» είναι τόσο πληγωμένοι ώστε περνούν καλά όταν πληγώνουν τους άλλους και τον εαυτό τους.

Πλέον δεν ταιριάζετε μαζί τους και φυσικά σας κρατούν κακία γιατί δεν τους συμπαθείτε πια. «Με απορρίπτεις, αφού δεν πίνεις πια μαζί μου, αφού δεν κάνεις μαζί μου ναρκωτικά»· Τώρα πρέπει να επιλέξετε: μπορείτε να επανέλθετε στις παλιές σας συνήθειες ή να διαλέξετε άλλο μήκος κύματος και να αρχίσετε να συναναστρέφεστε ανθρώπους που αποδέχονται τον εαυτό τους, όπως κι εσείς. Διαπιστώνετε ότι υπάρχει μια άλλη πραγματικότητα, ένα νέο είδος σχέσης και πλέον δεν ανέχεστε συγκεκριμένα είδη καταστροφικής συμπεριφοράς.

Πόση σημασία έχει να είσαι συνεπής στις πράξεις σου;

Πόση σημασία έχει να είσαι συνεπής στις πράξεις σου; Έχει πολύ μεγάλη σημασία, μπορεί να είναι η πρώτη απάντηση, αφού η συνέπεια είναι η ουσία της αυθεντικότητας. Οπότε, σκέπτεται ο Μονταίνι, κοίταξε μέσα σου:

Όχι μόνο ο άνεμος των τυχαίων πραγμάτων με κινεί σύμφωνα με την τάση του, αλλά επίσης κινούμαι και ενοχλούμαι από την αστάθεια της στάσης μου: οποιοσδήποτε στρέφει τη βασική του προσοχή στον εαυτό του, δύσκολα θα βρει τον εαυτό του δύο φορές στην ίδια κατάσταση… Μιλώ για τον εαυτό μου με διαφορετικούς τρόπους: κι αυτό επειδή κοιτάζω τον εαυτό μου με διαφορετικούς τρόπους. Κάθε είδους αντίφαση μπορεί να βρεθεί μέσα μου, ανάλογα με κάποια αλλαγή ή ιδιότητα: ντροπαλός, αυθάδης, αγνός, λάγνος, ομιλητικός, λιγομίλητος, σκληρός, ασθενικός, έξυπνος, ανόητος, σοβαρός, πρόσχαρος, ψεύτης, ειλικρινής, μορφωμένος, αδαής, γενναιόδωρος, τσιγκούνης και, πάλι, άσωτος.

Το μάθημα είναι να μην ανησυχούμε και τόσο πολύ γι’ αυτήν την «περιστροφή» και «αταξία». Είναι σοφία να την αναγνωρίζουμε και, απλώς, άγνοια να αρνούμαστε ότι αλλάζουμε στο όνομα της συνέπειας.

ΑΛΑΙΝ ΝΤΕ ΜΠΟΤΤΟΝ: Μετρήστε τον χωρίς τα ξυλοπόδαρά του

Παρόμοια διάθεση να αμφισβητήσει τις ιδέες της αξιοκρατίας είχε και ο Τζον Ράσκιν, που στο Unto This Last [=Προς τα τελευταία] (1862), περιέγραψε με εμφανή σαρκασμό τα συμπεράσματα στα οποία είχε καταλήξει ως προς το χαρακτήρα φτωχών και πλουσίων, βασισμένος στις εκατοντάδες γνωριμίες του με μέλη και των δύο ομάδων σε πολλές χώρες και σε διάστημα τεσσάρων δεκαετιών: «Εκείνοι που αποκτούν πλούτο είναι εν γένει φιλόπονοι, αποφασιστικοί, υπερήφανοι, ζηλότυποι, ευέλικτοι, μεθοδικοί, λογικοί, προσγειωμένοι, άνευ φαντασίας και ευαισθησιών, αδαείς. Φτωχοί παραμένουν οι ολωσδιόλου άφρονες, οι απολύτως σοφοί, οι οκνηροί, οι ευαίσθητοι, οι καλλιεργημένοι, οι μη προνοητικοί, οι παρορμητικά και άστατα αχρείοι, ο αδέξιος αγύρτης, ο κατάφωρος κλέφτης και ο άνθρωπος ο βαθύτατα φιλεύσπλαχνος, δίκαιος και ενάρετος».

Με άλλα λόγια, κάθε καρυδιάς καρύδι μπορεί να γίνει πλούσιος ή φτωχός, πράγμα που σημαίνει ότι, και το επαναλάβουν οι πολιτικοί στοχαστές σε όλη τη διάρκεια του 19ου και 20ού αιώνα, το εισόδημα δε συνιστά κριτήριο για την καταξίωση. Για να γίνει ο τάδε πλούσιος και ο δείνα άπορος συντρέχουν αναρίθμητα εξωτερικά γεγονότα και εσωτερικά χαρακτηριστικά. Και πέρ’ από αυτά πρέπει να συνυπολογίσουμε τις συγκυρίες, την τύχη, τις ασθένειες και το φόβο, τα απρόοπτα και την όψιμη βελτίωση, την καλή εκτίμηση των συνθηκών και τα δυστυχήματα.

Τον καθοριστικό ρόλο που ασκούν οι αστάθμητοι παράγοντες στο πεπρωμένο μας τον είχε τονίσει τρεις αιώνες πριν από τον Ράσκιν και τον Σο -αλλά στο ίδιο πνεύμα- ο Μισέλ ντε Μονταίνι. Μας συμβούλευε να θυμόμαστε ότι « Η μοίρα μάς ταιριάζει τη δόξα ανάλογα με το πώς της έρχεται. Την είδα πολύ συχνά να βαδίζει πριν την αξία και συχνά να ξεπερνάει την αξία κατά μεγάλη απόσταση». Η ψυχρή αποτίμηση της επιτυχίας ή της αποτυχίας μας θα έπρεπε να μας δημιουργεί την αίσθηση ότι υπάρχουν σαφείς λόγοι για να νιώθουμε λιγότερο περήφανοι ή στενοχωρημένοι με τον εαυτό μας, αφού μεγάλο ποσοστό αυτών που μας συμβαίνουν δεν απορρέουν από δικές μας ενέργειες. Ο Μονταίνι ζητούσε να χαλιναγωγούμε τον ενθουσιασμό που νιώθουμε κατά τη γνωριμία μας με πλούσιους και ισχυρούς, καθώς επίσης και τις επικρίσεις μας κατά τις συναντήσεις με φτωχούς και αφανείς. «Γιατί δεν κρίνουμε έναν άνθρωπο για γνωρίσματα που είναι πράγματι δικά του; Ζει μεγάλη ζωή, έχει πλούσιο ανάκτορο, τόση επιρροή, τόσο εισόδημα: όλα αυτά είναι γύρω του, όχι μέσα του… Μετρήστε τον χωρίς τα ξυλοπόδαρά του- ας βάλει στην άκρη τα πλούτη και τις τιμές του, ας παρουσιαστεί με την πουκαμίσα του… Τι ψυχή έχει; Είναι όμορφη, ικανή και κατ’ ευχήν εφοδιασμένη με όλες της τις λειτουργίες; Είναι πλούσια από δικό της πλούτο ή από πλούτο άλλου; Έχει να κάνει σε τίποτα η τύχη με αυτά;… Αυτό πρέπει να βλέπετε και από εκεί να κρίνετε τις τεράστιες διαφορές που υπάρχουν ανάμεσά σας».

Το στοιχείο που συνδέει μεταξύ τους τις πολλές αντιρρήσεις για το αξιοκρατικό ιδεώδες της κοινωνίας της αγοράς είναι η έκκληση όλων των αντιπάλων της να πάψουμε να προσδίδουμε ηθικές συνεκδοχές σε κάτι που διανέμεται με τρόπο τόσο αλλοπρόσαλλο όσο το χρήμα· να καταργήσουμε τους δογματικούς δεσμούς που είθισται να συνδέουν τον πλούτο με την αξία – και να κάνουμε μια προσπάθεια να διασφαλίσουμε ότι δεν κρίνουμε τους άλλους όταν φορούν ακόμη τα ξυλοπόδαρά τους.

ΑΛΑΙΝ ΝΤΕ ΜΠΟΤΤΟΝ, Περί του κοινωνικού Status

JOHANN GOTTLIEB FICHTE: Η αποστολή του λογίου

Τα Γράμματα σχετικά με την αποστολή του λογίου δημοσιεύονται το 1794, όταν ο Φίχτε καλείται να διδάξει στο Πανεπιστήμιο της Ιένα. Ο σκοπός του κειμένου είναι να δείξει ποιος πρέπει να είναι ο ρόλος, στο εσωτερικό της κοινωνίας, του λογίου, ο οποίος περιγράφεται από τον Φίχτε ως «εκπαιδευτής της ανθρωπότητας», και, κατά συνέπεια, ποια είναι η αξία και η σημασία της ίδιας της κουλτούρας στην ιστορική διαδρομή της ανθρωπότητας.

“Η απόκτηση της άμεσης ικανότητας από τη μία πλευρά να καταστέλλουμε και να εξαφανίζουμε τις κακές τάσεις που έχουν αναπτυχθεί πριν από το ξύπνημα της λογικής μας και της αίσθησης της αυτονομίας μας, και από την άλλη να τροποποιούμε τα εξωτερικά πράγματα και να τα θέτουμε σε αρμονία με τις έννοιές μας, η απόκτηση μιας τέτοιας ικανότητας, λέγω, ονομάζεται κουλτούρα· και παρομοίως με αυτό το όνομα προσδιορίζουμε και εκείνον τον συγκεκριμένο βαθμό κατάκτησης αυτής της ικανότητας. Η κουλτούρα έχει διαφορετικότητα μόνο ως προς τους βαθμούς· αλλά υπόκειται σε ένα άπειρο βαθμών. Είναι το τελευταίο και πιο υψηλό μέσο για να φτάσουμε στον υπέρτατο σκοπό του ανθρώπου, που είναι η πλήρης συνοχή με τον εαυτό του, αν θεωρήσουμε τον άνθρωπο ον λογικό και συνετό μαζί· αυτή είναι ο υπέρτατος σκοπός, αν θεωρήσουμε τον άνθρωπο ον καθαρά συνετό. Αυτή η ικανότητα πρέπει να καλλιεργείται: αυτό είναι το υψηλότερο και καλύτερο που μπορούμε να κάνουμε.

Ο υπέρτατος σκοπός του ανθρώπου είναι να καθυποτάξουμε κάθε παράλογο, να το κατακτήσουμε ελεύθερα και σύμφωνα με τον νόμο μας· υπέρτατος σκοπός, ο οποίος είναι αρκούντως ανέφικτος και θα παραμείνει αιωνίως ανέφικτος εκτός εάν ο άνθρωπος πάψει να είναι άνθρωπος και γίνει θεός. Η αποστολή του ανθρώπου, επομένως, δεν είναι να φτάσει αυτόν τον στόχο. Αλλά εκείνος μπορεί και πρέπει να πλησιάζει όλο και πιο πολύ στον στόχο του: ή, επομένως, τo να πλησιάζει αδιάκοπα σε αυτόν τον στόχο να είναι η πραγματική αποστολή του ανθρώπου επειδή είναι άνθρωπος, δηλαδή επειδή είναι λογικός αλλά πεπερασμένος, επειδή είναι συνετός αλλά ελεύθερος.

Τη γνώση που έχει αποκτήσει για την κοινωνία πρέπει τώρα ο λόγιος να τη χρησιμοποιήσει προς όφελος της κοινωνίας: Πρέπει να αφυπνίσει τους ανθρώπους και να τους κάνει να καταλάβουν τις πραγματικές τους ανάγκες, να τους κάνει να γνωρίσουν τα μέσα για να τις ικανοποιήσουν. Πώς μπορεί, λοιπόν, να διασπείρει τις γνώσεις που κατέχει και πώς οφείλει να το κάνει αυτό; Η κοινωνία δεν θα μπορούσε να υπάρξει χωρίς την εμπιστοσύνη στην ειλικρίνεια και τις ικανότητες των άλλων, και αυτή η εμπιστοσύνη είναι βαθιά αποτυπωμένη στις καρδιές μας· και με μια χάρη της φύσης δεν κατέχουμε ποτέ αυτή την εμπιστοσύνη σε μεγαλύτερο βαθμό απ’ όταν χρειαζόμαστε περισσότερο την ειλικρίνεια και την ικανότητα των άλλων. Ο λόγιος μπορεί να υπολογίζει σε αυτή την εμπιστοσύνη στην ειλικρίνεια και την ικανότητά του, αμέσως όταν θα την έχει κερδίσει ως οφείλει.

Επιπλέον, σε όλους τους ανθρώπους υπάρχει αυτό που μπορεί να ονομαστεί έννοια της αλήθειας, και αυτή φυσικά δεν είναι επαρκής από μόνη της, αλλά πρέπει να αναπτυχθεί, να αποδειχθεί και να εξαγνιστεί- και αυτό είναι το καθήκον του λογίου. Ο λόγιος, επομένως, μπορεί να υπολογίζει και σε αυτή την έννοια της αλήθειας. Ο λόγιος είναι ο δάσκαλος του ανθρώπινου είδους.

Αλλά δεν οφείλει μονάχα να οδηγήσει γενικά τους ανθρώπους να γνωρίσουν τις ανάγκες τους και τα μέσα με τα οποία θα ικανοποιήσουν αυτές τις ανάγκες· πρέπει, παρομοίως, πάντα και παντού να τους διδάσκει να αναγνωρίζουν τις τρέχουσες ανάγκες τους, εκείνες που παρουσιάζονται σε εκείνες τις συγκεκριμένες περιστάσεις, και να τους οδηγεί στα κατάλληλα μέσα για να φτάσουν στους σκοπούς που πρέπει να πετύχουν.

Αυτός δεν βλέπει μόνο το παρόν, βλέπει και το μέλλον- δεν βλέπει μόνο το σημείο που κατέχει τώρα η ανθρωπότητα, αλλά και αυτό που πρέπει να φτάσει.

Johann Gottlieb Fichte, Η αποστολή του λογίου

Σε σέρνει η γυναίκα σου από τη μύτη ή όχι;

Θα εκπλαγείτε όταν μάθετε ότι η αγγλική λέξη «lονe» προέρχεται από μια πολύ άσχημη ρίζα στα Σανσκριτικά. Προέρχεται από τη λέξη lobh. Lobh σημαίνει «απληστία». Και σε ό,τι αφορά τη συνηθισμένη αγάπη, είναι ένα είδος απληστίας, Γι’ αυτό υπάρχουν άνθρωποι που αγαπάνε τα χρήματα, που αγαπάνε τα σπίτια˙ υπάρχουν άνθρωποι που αγαπάνε αυτό, που αγαπάνε εκείνο. Ακόμη κι αν αγαπάνε μία γυναίκα ή έναν άνδρα, είναι απλά η απληστία τους ˙ θέλουν να κατέχουν οτιδήποτε όμορφο. Είναι ζήτημα δύναμης. Γι’ αυτό θα βρείτε εραστές που τσακώνονται συνεχώς, τσακώνονται για τόσο ασήμαντα πράγματα.  Η αγάπη δεν μπορεί να υπάρξει σε τέτοιες περιστάσεις.

Έχω ακούσει μια ιστορία: Στη ζωή ενός από τους πιο σπουδαίους αυτοκράτορες της Ινδίας, του Άκμπαρ, υπάρχει μια μικρή ιστορία. Ενδιαφερόταν πολύ για κάθε λογής ταλαντούχους ανθρώπους, και είχε συγκεντρώσει εννιά άνδρες από όλη την Ινδία, τις πιο μεγάλες ιδιοφυΐες, που ήταν γνωστοί ως τα «εννιά πετράδια της αυλής του Άκμπαρ». Μια ημέρα, κουτσομπολεύοντας με τους συμβούλους του, είπε, «Χθες το βράδυ συζητούσα με τη γυναίκα μου. Υποστηρίζει ότι κάθε γυναίκα σέρνει τον σύζυγό της από τη μύτη. Προσπάθησα πολύ αλλά λέει, ‘Ξέρω πολλές οικογένειες, αλλά δεν ξέρω κανέναν σύζυγο που να μην τον σέρνει από τη μύτη η γυναίκα του. Εσείς τί λέτε;» ρώτησε τους συμβούλους. Ένας από τούς συμβούλους, ο Μπιρμπάλ, είπε, «Ίσως έχει δίκιο, επειδή δεν θα μπορούσατε να το αποδείξετε. Κι εσείς ο ίδιος είστε από τους συζύγους που τους σέρνει από τη μύτη η γυναίκα τους. Διαφορετικά θα της είχατε ρίξει ένα καλό χέρι ξύλο εκείνη τη στιγμή, αποδεικνύοντας ότι εσείς είστε ο σύζυγος, κι εσείς κάνετε κουμάντο». Ο Άκμπαρ είπε, «Δεν μπορώ να το κάνω αυτό, επειδή πρέπει να ζήσω μαζί της. Είναι εύκολο να συμβουλεύεις κάποιον άλλον να δείρει τη γυναίκα του. Εσύ μπορείς να δείρεις τη γυναίκα σου;» Ο Μπιρμπάλ είπε, «Όχι, δεν μπορώ. Απλά δέχομαι ότι είμαι ένας σύζυγος που τον σέρνει η γυναίκα του από τη μύτη, και ότι η σύζυγός σας έχει δίκιο». Αλλά ο Άκμπαρ είπε, «Πρέπει να αποδειχθεί, με τον έναν τρόπο ή τον άλλον.

Σίγουρα Θα πρέπει να υπάρχει στην πρωτεύουσα τουλάχιστον ένας σύζυγος που δεν τον σέρνει η γυναίκα του από τη μύτη. Δεν υπάρχει κανόνας στον κόσμο που να μην έχει εξαίρεση, και αυτός δεν είναι ένας επιστημονικός κανόνας». Είπε στον Μπιρμπάλ, «Πάρε τα δύο όμορφα αραβικά άλογά μου» -το ένα ήταν μαύρο, το άλλο λευκό- «και γύρνα όλη την πρωτεύουσα. Αν μπορέσεις να βρεις έναν άνδρα που να μην τον σέρνει από τη μύτη η γυναίκα τον, μπορείς να του δώσεις την επιλογή: μπορεί να πάρει όποιο άλογο θέλει σαν ένα δώρο από εμένα». Ήταν πολύτιμα. Εκείνη την εποχή τα άλογα ήταν πολύ πολύτιμα, και αυτά ήταν τα πιο όμορφα άλογα.

Ο Μπιρμπάλ είπε, «Είναι ανώφελο, αλλά αν το λέτε εσείς θα πάω». Πήγε, και ανακάλυψε ότι όλες οι γυναίκες έσερναν τους συζύγους τους από τη μύτη. Ήταν πολύ εύκολο να το διαπιστώσει! Ο Μπιρμπάλ φώναζε απλά το άτομο και τη γυναίκα του στην εξώπορτά τους και ρωτούσε τον σύζυγο, «Σε σέρνει η γυναίκα σου από τη μύτη ή όχι;» Ο άνδρας κoιτούσε τη γυναίκα του και έλεγε, «Έπρεπε να με ρωτήσεις όταν Θα ήμουν μόνος. Αυτό δεν είναι σωστό, θα δημιουργήσει περιττά προβλήματα. Δεν πρόκειται να καταστρέψω τη ζωή μου για ένα άλογο, Πάρε τα άλογά σου, δεν θέλω κανένα από αυτά». Αλλά μετά συνάντησε έναν άνδρα που καθόταν μπροστά στο σπίτι του, έχοντας δύο άτομα να τον κάνουν μασάζ. Ήταν πρωταθλητής στην πάλη, ένας πολύ δυνατός άνδρας.

Ο Μπιρμπάλ σκέφτηκε, «Ίσως αυτός ο άνδρας- θα μπορούσε να σκοτώσει τον οποιοδήποτε, ακόμη και χωρίς όπλα. Αν σε πιάσει από το λαιμό, είσαι τελειωμένος!» Ο Μπιρμπάλ είπε, «Μπορώ να σου κάνω μια ερώτηση;» Ο άνδρας σηκώθηκε και είπε, «Ερώτηση; Ti ερώτηση;» Ο Μπιρμπάλ τον ρώτησε, «Σε σέρνει η γυναίκα σου από τη μύτη;» Εκείνος ο άνδρας είπε, «Πρώτα, ας χαιρετήσουμε ο ένας τον άλλο με μια χειραψία» .Έλιωσε το χέρι του Μπιρμπάλ και είπε, «Δεν θα αφήσω το χέρι σου μέχρι να αρχίσουν να τρέχουν δάκρυα από τα μάτια σου! Τολμάς να μου κάνεις τέτοια ερώτηση;» Ο Μπιρμπάλ κόντευε να πεθάνει – και ο ίδιος ήταν άνδρας σχεδόν από ατσάλι, αλλά τα δάκρυα άρχισαν να τρέχουν, και είπε, «Άφησέ με! Δεν σε σέρνει η γυναίκα σου από τη μύτη! Προφανώς ήρθα σε λάθος μέρος για να ρωτήσω κάτι τέτοιο. Αλλά πού είναι η γυναίκα σου;» Ο άνδρας έδειξε και είπε, «Κοίτα, είναι εκεί και ετοιμάζει το πρωινό μου».

Μια πολύ μικρόσωμη γυναίκα ετοίμαζε το πρωινό του. Η γυναίκα ήταν τόσο μικρόσωμη και ο άνδρας τόσο μεγαλόσωμος ώστε ο Μπιρμπάλ σκέφτηκε ότι ίσως να υπήρχε στ’ αλήθεια μια πιθανότητα να μην τον έσερνε από τη μύτη. Θα μπορούσε να τη σκοτώσει! Έτσι είπε, «Δεν υπάρχει λόγος να συνεχίσω κι άλλο την έρευνα. Μπορείς να διαλέξεις όποιο άλογο θέλεις από αυτά τα δύο, το μαύρο και το λευκό, ως ανταμοιβή από τον βασιλιά για τον άνδρα πού δεν τον σέρνει η γυναίκα του από τη μύτη». Και εκείνη ακριβώς τη στιγμή, εκείνη η μικρόσωμη γυναίκα είπε, «Μη διαλέξεις το μαύρο! Διάλεξε το λευκό, διαφορετικά θα σου κάνω τη ζωή κόλαση!» Ο άνδρας είπε, «Όχι, όχι, το λευκό θα διάλεγα κι εγώ. Απλά μη μιλάς». Και ο Μπιρμπάλ είπε, «Δεν θα πάρεις ούτε το λευκό ούτε το μαύρο. Τελείωσαν όλα, το έχασες το παιχνίδι. Ακόμη κι εσένα σε σέρνει η γυναίκα σου από τη μύτη».

Υπάρχει μια συνεχής μάχη για κυριαρχία. Η αγάπη δεν μπορεί να ανθίσει σε μια τέτοια ατμόσφαιρα.

Το μεγαλύτερο προνόμιό της είναι το δικαίωμα στην αυτογελοιοποίηση

-Ποιά χωρίζει σήμερα; ρώτησε η μικρή

-Μια εξαισίως ανόητη. Αρχετυπικό μοντέλο. Απ’ αυτές που, παρά να διαλύσουν το γάμο τους, προτιμούν να διαλύονται οι ίδιες. Είκοσι χρόνια παντρεμένη. Επέμενε. Ασυνεννοησία, πλήξη, ανευθυνότητα, καθολική ανυπαρξία του άλλου, απιστίες – όλα ήταν ψιλοπράγματα. Μαρτύριο της σταγόνας – αυτό το τόσο άρρηκτα συνδεδεμένο με την τρέχουσα συζυγική ζωή- αυτή και πάλι έμενε. Την έκανε σκουπίδι, του έβρισκε βορβορώδη άλλοθι: κακή παιδική ηλικία, γολγοθάς του στρατού, η επιθετικότητα που εισπράττει από το προϊστάμενο και την εξαπολύει κι αυτός με τη σειρά του σαν αγέλη αγριόσκυλων πάνω στον πλησιέστερο άνθρωπο… Όλη της η θέση ζωής ήταν ένα διαρκές: “Σ’ ευχαριστώ που με θεωρείς τον πιο κοντινό σου άνθρωπο, ξαμόλυσε και άλλα αγριόσκυλα εναντίον μου”.

…Αν πέσει πάνω σε μπερδεμένο, σε ανασφαλή, σε αναποφάσιστο, σε ασταθή, σε άντρα με ιδιότητες που μόνο ως γυναικείες είναι ανεκτές μέχρι χαριτωμένες, την έβαψε. Θα τον επινοήσει ως αρχετυπικό. Μεταθέτει το μοντέλο του αρχετυπικού πάνω στο εύρημά της, αρνούμενη να συλλάβει πως αυτός σφαδάζει κάτω από το βάρος της επιταγής… Η δεινοσαυρική πλέον ευφυία της (εγκέφαλος σε μέγεθος μήλου) της απαγορεύει ακόμα και να σκεφτεί πως η τρυφερότητα, η ευγένεια, η καλοσύνη είναι ανθρώπινες ιδιότητες, που μερίδιό τους της αναλογεί. Αν αυτός την κακομεταχειρίζεται, την ταπεινώνει, την εξοντώνει ηθικά, δεν παίζει ρόλο. Αυτή η γυναίκα δεν είναι απλώς δυστυχισμένη και καταπιεσμένη, είναι ένας προδότης του αγώνα της ανθρώπινης επιβίωσης. Το μεγαλύτερο προνόμιό της είναι το δικαίωμα στην αυτογελοιοποίηση…

Είμαι ευτυχισμένη όσο μου λέει πως με αγαπάει και ας μη μου το δείχνει.
Είμαι ευτυχισμένη όσο δεν πηγαίνει με άλλες.
Είμαι ευτυχισμένη όσο δεν το ξέρω.
Είμαι ευτυχισμένη όσο δεν με αφήνει.
Είμαι ευτυχισμένη όσο κάθε δεκαπέντε μέρες μου αφιερώνει μία ώρα.
Είμαι ευτυχισμένη όσο δεν με δέρνει.
Είμαι ευτυχισμένη όσο οι μώλωπές μου είναι ασήμαντοι.

Όσο δε μου βγάζει με το μαχαίρι τα μάτια, ωραία. Όσο δεν το στρίβει κιόλας το μαχαίρι, αξίζει ακόμα να είμαι παντρεμένη μαζί του. Η κλίμακα της Σούζαν Μπρέγκερ, κουκλίτσα μου… Αρχέτυπο γυναίκα.

…Ο αρχετυπικός άντρας είναι ευτυχώς έτσι φτιαγμένος, ώστε η γυναίκα να είναι μόνο ένα επεισόδιο στη ζωή του. Ποτέ όλη του η ζωή: αρχές, υπαρξιακό, αναγνώριση, φιλία, ποδόσφαιρο, γυναίκα. Έτσι πάει. Γι’ αυτό και είναι ο μόνος τύπος που δεν μας κρατάει κακία…

ΜΑΛΒΙΝΑ ΚΑΡΑΛΗ, ΣΑΒΒΑΤΟΓΕΝΝΗΜΕΝΗ

Ο Ντέιβιντ Ρικάρντο, ο μισθός της εργασίας και τα κέρδη του κεφαλαίου

Η εργασία από τη στιγμή που τίθεται στην αγορά κοστολογούμενη με συγκεκριμένα κριτήρια δεν μπορεί παρά να υπόκειται στους ίδιους κανόνες που καθορίζουν το ύψος της χρηματικής αξίας όλων των προϊόντων. Με λίγα λόγια αποτελεί εμπόρευμα που η τιμή του καθορίζεται από τους νόμους της αγοράς, όπως κάθε εμπόρευμα. Ο Ρικάρντο είναι σαφής: «Η εργασία, όπως όλα τα άλλα πράγματα που αγοράζονται και πωλούνται, και η ποσότητα των οποίων μπορεί να αυξηθεί ή να μειωθεί, έχει τη φυσική και την αγοραία τιμή της».
 
Και αμέσως ξεκαθαρίζει: «Φυσική τιμή της εργασίας είναι η τιμή εκείνη που είναι αναγκαία για να μπορέσουν οι εργάτες, όλοι οι εργάτες, να επιβιώσουν και να διαιωνίσουν την τάξη τους, χωρίς να αυξηθεί ή να μειωθεί το πλήθος τους».
 
Επί της ουσίας, η τιμή της εργασίας θα καθοριστεί από το κόστος της ζωής, δηλαδή από το κόστος των μέσων συντήρησης που χρειάζεται ο εργάτης για τον εαυτό του και την οικογένειά του: «Η ικανότητα του εργάτη να συντηρεί τον εαυτό του, αλλά και την οικογένεια που μπορεί να είναι αναγκαία για να διατηρηθεί ο αριθμός των εργατών, δεν εξαρτάται από το χρηματικό ποσό που μπορεί να λαμβάνει ως μισθό, αλλά από την ποσότητα των μέσων διατροφής, των άλλων αναγκαίων μέσων συντήρησης και των ανέσεων, που η συνήθεια έχει καταστήσει αναγκαίες γι’ αυτόν, τα οποία μπορεί να αγοράσει με το χρηματικό αυτό ποσό».
 
Το τελικό συμπέρασμα για την τιμή της εργασίας προκύπτει αβίαστα: «Η φυσική τιμή της εργασίας, επομένως, εξαρτάται από την τιμή των μέσων διατροφής, των αναγκαίων μέσων συντήρησης και των ανέσεων, που είναι απαραίτητα για τη συντήρηση του εργάτη και της οικογένειάς του».
 
Κατ’ επέκταση: «Όταν ανεβαίνει η τιμή των μέσων διατροφής και των άλλων αναγκαίων μέσων συντήρησης, η φυσική τιμή της εργασίας θα αυξηθεί· όταν όμως πέσει η τιμή τους, η φυσική τιμή της εργασίας θα μειωθεί».
 
Πέρα όμως από την άνοδο των τιμών στα μέσα συντήρησης, που αναγκαστικά θα συνοδευτεί από την άνοδο των μισθών, ώστε να μπορέσει ο εργάτης να διαιωνίσει την τάξη του, η διαρκώς αυξανόμενη ζήτηση εργατικών χεριών θα αυξήσει εκ νέου την τιμή της εργασίας, αφού θα καταστήσει τα εργατικά χέρια σπανιότερα. Πρόκειται για τον πασίγνωστο νόμο της προσφοράς και της ζήτησης που καθορίζει τις τιμές όλων των προϊόντων.
 
Ο Ρικάρντο εκθέτει το ζήτημα ως εξής: «Η συσσώρευση κεφαλαίου προκαλεί, φυσιολογικά, ένταση του ανταγωνισμού μεταξύ των εργοδοτών με αποτέλεσμα την άνοδο της τιμής της εργασίας. Οι αυξημένοι μισθοί δε δαπανώνται, πάντοτε, αμέσως στα μέσα διατροφής, αλλά πρώτα συνεισφέρουν σε άλλες απολαύσεις του εργάτη. Η βελτίωση της κατάστασής του, όμως, παρακινεί τον εργάτη, αλλά και του επιτρέπει να νυμφευθεί, και τότε η ζήτηση μέσων διατροφής για τη συντήρηση της οικογένειάς του παραγκωνίζει εκείνη για άλλες απολαύσεις, στις οποίες ξοδευόταν προσωρινά ο μισθός του».
 
Η αύξηση του επιπέδου ζωής που προσφέρει το κεφάλαιο γεννώντας θέσεις εργασίας, πληθώρα προϊόντων και άνοδο των μισθών δεν μπορεί παρά να επιφέρει και την αύξηση του πληθυσμού. Όμως, η αύξηση του πληθυσμού αυξάνει και τη ζήτηση των διατροφικών μέσων, γεγονός που θα ανεβάσει την τιμή τους (σύμφωνα πάντα με τον απαράβατο κανόνα της προσφοράς και της ζήτησης).
 
Η συνέχεια κρίνεται επίφοβη: «Οι τιμές του σίτου αυξάνονται τότε, επειδή αυξάνει η ζήτηση σίτου, εφόσον υπάρχουν τώρα εκείνα τα μέλη της κοινωνίας που έχουν περισσότερα μέσα για να τον αγοράσουν». Από το σημείο αυτό όλα εξαρτώνται από την ποιότητα του εδάφους που θα χρησιμοποιηθεί για να παραχθεί το επιπλέον σιτάρι που χρειάζεται για να καλύψει τις διατροφικές ανάγκες του αυξημένου πλέον πληθυσμού.
 
Αν η χώρα έχει ανεκμετάλλευτες ακαλλιέργητες εκτάσεις ίδιας ποιότητας με εκείνες που βρίσκονται ήδη σε χρήση, η τιμή του σίτου θα επανέλθει στα αρχικά της επίπεδα και η αύξησή της θα διαρκέσει μονάχα στο χρονικό διάστημα που θα χρειαστεί μέχρι να αρχίζουν να αποδίδουν οι νέες εκτάσεις. Αν, όμως, δεν υπάρχουν ίδιας ποιότητας εκτάσεις, αλλά χρειαστεί να μπουν σε λειτουργία εδάφη λιγότερο γόνιμα και περισσότερο δαπανηρά για την παραγωγή, τότε η αύξηση της τιμής του σίτου θα είναι μόνιμη, αφού τις τιμές τις καθορίζουν οι παραγωγικές ανάγκες των χειρότερων ποιοτικά χωραφιών ανεβάζοντας την πρόσοδο σε όλα τα άλλα που κρίνονται ποιοτικότερα.
 
Το ότι οι τιμές προσαρμόζονται στην αποδοτικότητα των χειρότερων χωραφιών κρίνεται αναμφισβήτητο, αφού αν δε συμβεί αυτό, τότε η καλλιέργειά τους θα κριθεί ασύμφορη και μοιραία θα εγκαταλειφθεί αφήνοντας την αγορά με έλλειψη σίτου. Τα επιπλέον έσοδα των καλύτερων χωραφιών που θα προκύψουν από τη νέα αυξημένη τιμή του σίτου (δεν υπάρχει τίποτε πιο κερδοφόρο από τα να πουλά κανείς ακριβότερα χωρίς να υπάρχει καμία αύξηση στα έξοδά του ή καμιά μείωση στο προϊόν που παράγεται), εν τέλει, περνούν στα χέρια του γαιοκτήμονα αυξάνοντας σταδιακά τη γαιοπρόσοδο, καθώς η αύξηση των κερδών θα οδηγήσει στην αύξηση της ενοικίασης της γης: «Αν αποκτάται» (ο σίτος εννοείται) «από εδάφη εξίσου εύφορα με εκείνα που άρχισαν να καλλιεργούνται τελευταία, και χωρίς μεγαλύτερο κόστος εργασίας, η τιμή θα πέσει στο προηγούμενο επίπεδό της· αν αποκτάται από φτωχότερα εδάφη, θα εξακολουθήσει να βρίσκεται συνεχώς σε υψηλότερο επίπεδο».
 
Τα πράγματα περιπλέκονται ακόμη περισσότερο, αν αναλογιστεί κανείς ότι το κόστος των μέσων συντήρησης ανεβάζει και τους μισθούς. Με άλλα λόγια, η βελτίωση της ποιότητας ζωής, που (κατά τον Ρικάρντο πάντα) προσφέρει η λειτουργία του κεφαλαίου και η συνακόλουθη αύξηση του πληθυσμού, δεν μπορεί παρά να συνοδεύεται από επέκταση στα καλλιεργήσιμα εδάφη χειρότερης ποιότητας που θα ανεβάσουν την τιμή του σίτου αυξάνοντας τη γαιοπρόσοδο. Από αυτή την άποψη, ο μεγάλος κερδισμένος είναι ο γαιοκτήμονας-ενοικιαστής γης, ο οποίος αυξάνει τα έσοδά του χωρίς να έχει καταβάλει τον ελάχιστο μόχθο.
 
Κι όχι μόνο αυτό: «Αν υποθέσουμε ότι ο σίτος και τα βιομηχανικά προϊόντα πωλούνται πάντοτε στην ίδια τιμή, τότε τα κέρδη θα είναι υψηλά ή χαμηλά ανάλογα με το αν οι μισθοί είναι χαμηλοί ή υψηλοί. Ας υποθέσουμε, όμως, ότι η τιμή του σίτου ανεβαίνει, επειδή απαιτείται περισσότερη εργασία για την παραγωγή του· η αιτία αυτή δε θα ανεβάσει την τιμή των βιομηχανικών προϊόντων στην παραγωγή των οποίων δεν απαιτείται πρόσθετη ποσότητα εργασίας. Αν, λοιπόν, οι μισθοί εξακολουθήσουν να είναι οι ίδιοι, τα κέρδη των βιομηχάνων θα παραμείνουν αμετάβλητα. Αν, όμως, όπως είναι απολύτως βέβαιο, αυξηθούν και οι μισθοί, με την άνοδο της τιμής του σίτου, τότε θα πέσουν κατ’ ανάγκη και τα κέρδη τους».
 
Ο Ρικάρντο θα γίνει ακόμη πιο επεξηγηματικός: «Αν ο βιομήχανος πωλεί πάντοτε τα αγαθά του έναντι του ίδιου χρηματικού ποσού, λόγου χάριν έναντι 1.000 λιρών, το κέρδος του θα εξαρτάται από την τιμή της εργασίας που είναι αναγκαία για την παραγωγή των αγαθών αυτών. Τα κέρδη του θα είναι μικρότερα όταν οι μισθοί ανέρχονται σε 800 λίρες παρά όταν πληρώνει μόνο 600 λίρες σε μισθούς. Τα κέρδη, επομένως, θα μειώνονται ανάλογα με την αύξηση των μισθών».
 
Το πλέγμα των αντίθετων συμφερόντων έχει γίνει απολύτως διακριτό: οι καπιταλιστές-βιομήχανοι-κάτοχοι του κεφαλαίου συμβάλλουν στην άνοδο του βιοτικού επιπέδου που οδηγεί στην αύξηση του πληθυσμού και αυτό που επιτυγχάνεται είναι η άνοδος της τιμής των μέσων διατροφής και η ανάγκη καλλιέργειας χαμηλών ποιοτικά εδαφών ευνοώντας το γαιοκτήμονα που αυξάνει την πρόσοδο που εισπράττει, την οποία, εν τέλει, πληρώνουν οι ίδιοι οι βιομήχανοι μειώνοντας τα κέρδη τους μέσω της αύξησης των μισθών. Για το Ρικάρντο η ζωή είναι πολύ σκληρή για τους βιομήχανους. Όχι μόνο οδηγούν την κούρσα της ανάπτυξης, όχι μόνο ευεργετούν την κοινωνία βάζοντας σε κίνδυνο το κεφάλαιό τους, όχι μόνο αποτελούν την οικονομική και παραγωγική πρωτοπορία, αλλά εν τέλει ζημιώνονται προσωπικά πληρώνοντας (μέσω της αύξησης των μισθών) την αυξημένη πρόσοδο του γαιοκτήμονα, που ευνοείται χωρίς να κάνει απολύτως τίποτα.
 
Ο βιομήχανος επιθυμεί χαμηλή τιμή στο σίτο και καλλιέργεια υψηλής ποιότητας εδαφών σε αντίθεση με το γαιοκτήμονα που θέλει την εισβολή των χειρότερων εδαφών στο παιχνίδι της καλλιέργειας, αφού έτσι αυξάνει την πρόσοδό του, αδιαφορώντας για το αν ανεβαίνει η τιμή των μέσων συντήρησης: «Η ανάγκη στην οποία θα βρισκόταν ο εργάτης να πληρώνει υψηλότερη τιμή για τα αναγκαία μέσα συντήρησης, θα τον υποχρέωνε να ζητήσει υψηλότερους μισθούς· και οτιδήποτε αυξάνει τους μισθούς, μειώνει κατ’ ανάγκη τα κέρδη».
 
Το οικονομικό σύστημα είναι τόσο άδικο (κατά το Ρικάρντο πάντα) σε βάρος του βιομηχανικού κεφαλαίου, που, ενώ στα δικά του προϊόντα η ίδια η φύση της αγοράς θα περιόριζε αμέσως όποια ευκαιρία διογκωμένου κέρδους προέκυπτε, στο ζήτημα της αύξησης του πληθυσμού, εφόσον μιλάμε για ανθρώπους, είναι αδύνατο να βρεθούν τόσο άμεσες λύσεις, αφού είναι αδύνατο να μειωθεί ο πληθυσμός από τη μια στιγμή στην άλλη. Αν για παράδειγμα υπάρχει έλλειψη καπέλων ανεβάζοντας την τιμή τους στα ύψη, το κεφάλαιο θα δράσει ακαριαία, καθώς η αναζήτηση του κέρδους θα επιφέρει επενδύσεις στην παραγωγή καπέλων μέχρι που η πληθώρα του προϊόντος που θα παραχθεί θα εξισορροπήσει τις τιμές – εκτός αν ξεπεραστεί το όριο των αναγκών της αγοράς (αν υπάρξει δηλαδή επένδυση υπέρ του δέοντος) όπου οι τιμές θα πέσουν ακόμη πιο χαμηλά από την αναμενόμενη ισορροπία. Ο βιομήχανος είναι υποχρεωμένος να αναλάβει αυτούς τους κινδύνους για το κεφάλαιό του σε αντίθεση με το γαιοκτήμονα που δε χρειάζεται να διακινδυνεύσει τίποτε.
 
Στην περίπτωση των ανθρώπων, όμως, δεν μπορεί να συμβεί το ίδιο: «Δεν μπορούμε να αυξήσουμε τον αριθμό τους μέσα σε ένα ή δύο χρόνια, όταν αυξηθεί το κεφάλαιο, ούτε μπορούμε να μειώσουμε τον αριθμό τους όταν το κεφάλαιο είναι σε κατάσταση υποχώρησης· και, επομένως, αφού ο αριθμός των εργατικών χεριών αυξάνεται ή μειώνεται αργά, ενώ τα χρηματικά κεφάλαια (funds) για τη συντήρηση της εργασίας αυξάνονται ή μειώνονται γρήγορα, πρέπει να μεσολαβήσει ένα σημαντικό χρονικό διάστημα πριν η τιμή της εργασίας ρυθμιστεί με ακρίβεια από την τιμή του σίτου και των άλλων αναγκαίων μέσων συντήρησης».
 
Για τον Ρικάρντο η επιθυμία του κέρδους από τον βιομήχανο κεφαλαιοκράτη είναι αρκετή να κινήσει τους νόμους της αγοράς, ώστε να επιτευχθεί η απαραίτητη ισορροπία ανάμεσα στην προσφορά και τη ζήτηση επιφέροντας και την εξισορρόπηση των τιμών. Αυτό όμως δεν μπορεί να συμβεί στο ζήτημα της αύξησης του πληθυσμού (τουλάχιστον με την ταχύτητα που καθορίζεται η παραγωγή των προϊόντων) πράγμα που ευνοεί το γαιοκτήμονα σε βάρος του βιομήχανου.
 
Η κατάσταση είναι τόσο κατάφωρα άδικη σε βάρος των βιομηχάνων και προοδευτικά επιδεινώνεται σε τέτοιο βαθμό, που για τον Ρικάρντο τίθεται θέμα κινήτρων για τη συνέχιση της ευεργετικής δράσης του κεφαλαίου προς την κοινωνία: «Ήδη έχω πει ότι πολύ πριν η κατάσταση αυτή των τιμών γίνει μόνιμη, δε θα υπάρχει κανένα κίνητρο για συσσώρευση· επειδή κανένας δε συσσωρεύει κεφάλαια παρά μόνο για να κάνει τη συσσώρευσή του παραγωγική – και το συσσωρευμένο κεφάλαιό του αποφέρει κέρδος μόνο όταν χρησιμοποιείται παραγωγικά. Χωρίς κίνητρο δε θα μπορούσε να υπάρξει συσσώρευση και, άρα, δε θα μπορούσε να υπάρξει μια τέτοια κατάσταση τιμών. Και ο αγρομισθωτής και ο βιομήχανος δεν μπορούν να ζήσουν χωρίς κέρδη, όσο και ο εργάτης χωρίς μισθό. Το κίνητρό τους για συσσώρευση θα εξασθενεί με κάθε μείωση του κέρδους, και θα εκλείψει τελείως όταν τα κέρδη τους θα είναι τόσο χαμηλά ώστε να μην τους παρέχουν αρκετή αποζημίωση για τον κόπο τους και τον κίνδυνο, τον οποίο κατ’ ανάγκη πρέπει να αντιμετωπίσουν όταν επενδύουν παραγωγικά τα κεφάλαιά τους».
 
Ο Ρικάρντο ανησυχεί τόσο πολύ για την τύχη του κεφαλαίου που κρούει τον κώδωνα του κινδύνου. Κι αν το κεφάλαιο χάσει το ενδιαφέρον του για επενδύσεις, τότε όχι μόνο οι εργάτες (που θα χάσουν το μισθό τους), αλλά εν τέλει και οι γαιοκτήμονες θα ζημιωθούν ανεπανόρθωτα. Το κεφάλαιο τίθεται ως στυλοβάτης της κοινωνίας και όχι μόνο δεν του αναγνωρίζεται αυτό, αλλά σταδιακά ψαλιδίζεται ο καταλυτικός του ρόλος.
 
Τα κέρδη του κεφαλαίου συρρικνώνονται γεγονός εξόχως ανησυχητικό για την κοινωνία: «Η φυσική τάση των κερδών είναι να πέφτουν, επειδή με την πρόοδο της κοινωνίας και την αύξηση του πλούτου, η επιπλέον αναγκαία ποσότητα μέσων διατροφής αποκτάται μόνο με τη δαπάνη όλο και περισσότερης εργασίας».
 
Το ευτύχημα είναι ότι υπάρχουν και παράγοντες που επιδρούν ανακουφιστικά για το κεφάλαιο: «Ευτυχώς, η τάση αυτή, ή αυτός ο νόμος, θα λέγαμε, της βαρυτικής έλξης του κέρδους, αναχαιτίζεται συχνά από τις βελτιώσεις των μηχανών που συνδέονται με τη παραγωγή αναγκαίων μέσων συντήρησης, όπως και από τις αποκαλύψεις της γεωπονικής επιστήμης, που μας επιτρέπουν να απελευθερώσουμε ένα μέρος της εργασίας η οποία ήταν αναγκαία μέχρι τότε και, έτσι, να μειώσουμε την τιμή των πιο ζωτικών μέσων συντήρησης του εργάτη».
 
Με άλλα λόγια, ευτυχώς που η πρόοδος της γεωπονικής και της γεωργικής τεχνολογίας αυξάνουν την παραγωγή των μέσων συντήρησης κατεβάζοντας τις τιμές τους. Η φράση όμως «μας επιτρέπουν να απελευθερώσουμε ένα μέρος της εργασίας η οποία ήταν αναγκαία μέχρι τότε» έχει και μια επιπλέον σημασία. Οι βελτιώσεις των μηχανών συμβάλλουν στην αντικατάσταση του εργάτη απαλλάσσοντας το κεφάλαιο από την ανάγκη να τον πληρώνει.
 
Η ανεργία και η εξαθλίωση που θα επέλθουν θα μειώσουν το κόστος της συντήρησης των εργατών (όχι γιατί ο βιομήχανος θα βρίσκεται σε θέση ισχύος στον καθορισμό του μεροκάματου, αφού όποιος δε δέχεται θα μπορεί άμεσα να αντικατασταθεί, αλλά γιατί –προφανώς– θα μειωθεί αριθμητικά η εργατική τάξη, ώστε να μη χρειάζεται η καλλιέργεια των χειρότερων χωραφιών για τη συντήρησή της, πράγμα που θα μειώσει την τιμή του σίτου και κατ’ επέκταση την πρόσοδο του γαιοκτήμονα).
 
Για τον Ρικάρντο το πρόβλημα της μείωσης των κερδών από την αύξηση των μισθών δε θα μπορούσε να λυθεί, ακόμη κι αν ο βιομήχανος αύξανε με τη σειρά του την τιμή πώλησης των προϊόντων του: «Ας υποθέσουμε ότι ο πιλοποιός, ο βιομήχανος καλτσών και ο υποδηματοποιός πληρώνουν ο καθένας 10 λίρες επιπλέον σε μισθούς για την παραγωγή μιας ορισμένης ποσότητας των εμπορευμάτων τους, και ότι η τιμή των καπέλων, των καλτσών και των υποδημάτων αυξάνεται κατά ένα ποσό αρκετό ώστε να πάρει πίσω ο κάθε βιομήχανος τις 10 λίρες· η θέση τους δε θα είναι τώρα καλύτερη από ό,τι ήταν πριν από την αύξηση αυτή. Αν ο βιομήχανος καλτσών πωλήσει τις κάλτσες του έναντι 110 και όχι 100 λιρών, το κέρδος του θα είναι ακριβώς το ίδιο χρηματικό ποσό όπως και προηγουμένως· από τη στιγμή, όμως, που για το ίδιο χρηματικό ποσό παίρνει ως αντάλλαγμα λιγότερα κατά το ένα δέκατο καπέλα, υποδήματα ή οποιοδήποτε άλλο εμπόρευμα, και εφόσον το προηγούμενο ποσό των αποταμιεύσεών του μπορεί να απασχολεί λιγότερους εργάτες, επειδή έχουν αυξηθεί οι μισθοί, και να αγοράζει λιγότερες πρώτες ύλες σε υψηλότερες τιμές, δε θα είναι σε καλύτερη θέση από εκείνη στην οποία θα βρισκόταν αν το ποσό του χρηματικού κέρδους του είχε μειωθεί πραγματικά και η τιμή κάθε εμπορεύματος παρέμενε στο προηγούμενο επίπεδό της. Αν αυξάνονταν οι τιμές όλων των εμπορευμάτων, πάλι το αποτέλεσμα για τα κέρδη θα ήταν το ίδιο· Θα μειωνόταν μόνο η αξία του μέσου με το οποίο υπολογίζονται οι τιμές και τα κέρδη».
 
Τα πράγματα είναι τόσο τραγικά για την τάξη του κεφαλαίου, που (για τον Ρικάρντο) ακόμη και η υπόθεση ότι η αύξηση του πληθυσμού, ως αύξηση των εργατικών χεριών, θα μειώσει την τιμή της εργασίας (χάρη στο νόμο προσφοράς και ζήτησης) δεν ισχύει: «Είναι αλήθεια ότι οι μισθοί της εργασίας μπορεί να βρίσκονταν προηγουμένως σε υψηλό επίπεδο και ότι μπορεί να υποστούν κάποια μείωση. Αν αυτό συμβαίνει πράγματι, η πτώση των κερδών θα ανακοπεί· είναι όμως αδιανόητο ότι η χρηματική αξία των μισθών θα μπορούσε να μειώνεται ή να μένει στάσιμη, ενώ θα αυξάνεται προοδευτικά η χρηματική αξία των αναγκαίων μέσων συντήρησης· και, επομένως, μπορούμε να θεωρήσουμε δεδομένο ότι, κάτω από συνήθεις συνθήκες, καμιά μόνιμη αύξηση της τιμής των αναγκαίων μέσων συντήρησης δεν είναι δυνατή, χωρίς να επιφέρει, ή χωρίς να έχει προηγηθεί, αύξηση μισθών».
 
Οι άθλιες συνθήκες διαβίωσης των εργατών (το έργο αυτό γραφόταν το 1815), η υπερεργασία, η παιδική εκμετάλλευση, η θνησιμότητα, η παντελής έλλειψη ασφάλειας ή υγειονομικής περίθαλψης δε φαίνεται να προβληματίζουν ιδιαίτερα τον Ρικάρντο. Εκείνο που τον συγκινεί είναι το ενδεχόμενο της συρρίκνωσης των κερδών του κεφαλαίου. Δυστυχώς, οι εργάτες δε δέχονται να πληρώνονται κάτω από τις τρέχουσες τιμές των μέσων διαβίωσης και με αυτό τον τρόπο βάζουν την κερδοφορία σε κίνδυνο. Προφανώς θα πρέπει να εξαθλιωθούν περισσότερο. Και οι γαιοκτήμονες δεν είναι δυνατό κερδίζουν από τον ιδρώτα του κεφαλαίου, ενώ δεν κάνουν τίποτε.
 
Το κεφάλαιο είναι εκείνο που κάνει τα πάντα για την κοινωνία και που ταυτόχρονα ζημιώνεται περισσότερο. Κι αυτό αποδεικνύεται από τους απαράβατους νόμους της οικονομίας… Δε χρειάζεται να δοθούν ιδιαίτερες εξηγήσεις για να γίνουν κατανοητοί οι λόγοι που ο Ρικάρντο υπήρξε ο αγαπημένος της αστικής τάξης.
 
David Ricardo, Αρχές Πολιτικής Οικονομίας και Φορολογίας