Τετάρτη, 11 Μαρτίου 2020

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ - Ἑκάβη (726-753)

ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ
Ἑκάβη, τί μέλλεις παῖδα σὴν κρύπτειν τάφῳ
ἐλθοῦσ᾽ ἐφ᾽ οἷσπερ Ταλθύβιος ἤγγειλέ μοι
μὴ θιγγάνειν σῆς μηδέν᾽ Ἀργείων κόρης;
ἡμεῖς μὲν οὖν ἐῶμεν οὐδὲ ψαύομεν·
730 σὺ δὲ σχολάζεις, ὥστε θαυμάζειν ἐμέ.
ἥκω δ᾽ ἀποστελῶν σε· τἀκεῖθεν γὰρ εὖ
πεπραγμέν᾽ ἐστίν — εἴ τι τῶνδ᾽ ἐστὶν καλῶς.
ἔα· τίν᾽ ἄνδρα τόνδ᾽ ἐπὶ σκηναῖς ὁρῶ
θανόντα Τρώων; οὐ γὰρ Ἀργεῖον πέπλοι
735 δέμας περιπτύσσοντες ἀγγέλλουσί μοι.
ΕΚ. δύστην᾽, ἐμαυτὴν γὰρ λέγω λέγουσα σέ,
Ἑκάβη, τί δράσω; πότερα προσπέσω γόνυ
Ἀγαμέμνονος τοῦδ᾽ ἢ φέρω σιγῇ κακά;
ΑΓ. τί μοι προσώπῳ νῶτον ἐγκλίνασα σὸν
740 δύρῃ, τὸ πραχθὲν δ᾽ οὐ λέγεις; τίς ἔσθ᾽ ὅδε;
ΕΚ. ἀλλ᾽ εἴ με δούλην πολεμίαν θ᾽ ἡγούμενος
γονάτων ἀπώσαιτ᾽, ἄλγος ἂν προσθείμεθ᾽ ἄν.
ΑΓ. οὔτοι πέφυκα μάντις, ὥστε μὴ κλύων
ἐξιστορῆσαι σῶν ὁδὸν βουλευμάτων.
745 ΕΚ. ἆρ᾽ ἐκλογίζομαί γε πρὸς τὸ δυσμενὲς
μᾶλλον φρένας τοῦδ᾽, ὄντος οὐχὶ δυσμενοῦς;
ΑΓ. εἴ τοί με βούλῃ τῶνδε μηδὲν εἰδέναι,
ἐς ταὐτὸν ἥκεις· καὶ γὰρ οὐδ᾽ ἐγὼ κλύειν.
ΕΚ. οὐκ ἂν δυναίμην τοῦδε τιμωρεῖν ἄτερ
750 τέκνοισι τοῖς ἐμοῖσι. τί στρέφω τάδε;
τολμᾶν ἀνάγκη, κἂν τύχω κἂν μὴ τύχω.
Ἀγάμεμνον, ἱκετεύω σε τῶνδε γουνάτων
καὶ σοῦ γενείου δεξιᾶς τ᾽ εὐδαίμονος.

***
ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ
Εκάβη, πώς αργείς και δεν έρχεσαι
να θάψεις την κόρη σου; Μου μήνυσες
με τον Ταλθύβιο, κανείς απ᾽ τον στρατό μας
να μην την αγγίξει. Όπως το θέλησες,
ανέγγιχτη, την έχουμε αφήσει.
Όμως εσύ χασομεράς και το γιατί
730 δεν το καταλαβαίνω.
Ήρθα, λοιπόν, για να σε στείλω εκεί·
εκεί, τέλειωσαν όλα καλά, — αν μπορούμε να πούμε
πως υπάρχει κάτι καλό σ᾽ όλα τούτα.
Μα… για στάσου! Ποιός είναι πάλι τούτος
ο νεκρός Τρωαδίτης που αντικρίζω
μπροστά στις σκηνές; Γιατί απ᾽ τη φορεσιά του
φαίνεται πως δεν είναι Αχαιός.
ΕΚΑΒΗ (μονολογεί.)
Δύστυχη Εκάβη, με τον εαυτό μου
μιλώ, τί από τα δυο να πράξω;
Στα πόδια να προσπέσω του Αγαμέμνονα,
ή σιωπηλά τις συμφορές μου να υπομείνω;
ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ
Τί κλαις σκυφτή, γυρνώντας μου τις πλάτες
740 και δεν μου λες το τί συμβαίνει; Αυτός ποιός είναι;
ΕΚΑΒΗ
Αν μ᾽ αποδιώξει, λογίζοντάς με σκλάβα
κι οχτρό του, μια πίκρα παραπάνω.
ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ
Δεν είμαι μάντης, για να μπορέσω να βρω,
δίχως ν᾽ ακούσω, το τί έχεις στο μυαλό σου.
ΕΚΑΒΗ
Μήπως κι η έχθρα του είναι δική μου ιδέα
μονάχα, κι ο ίδιος διόλου δεν μ᾽ εχθρεύεται;
ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ
Αν θέλεις να μη μάθω τίποτα,
είμαστε σύμφωνοι· ούτ᾽ εγώ θέλω ν᾽ ακούσω.
ΕΚΑΒΗ
Χωρίς τη δική του βοήθεια, είν᾽ αδύνατο
750 να πάρω εκδίκηση. Τί τα κλωθογυρίζω;
Χρειάζεται τόλμη, πετύχω δεν πετύχω.
Στα γόνατά σου προσπέφτω, βασιλιά,
το γένι σου αγγίζω, το καλότυχό σου χέρι.

Μακεδονία εν μύθοις φθεγγομένη: Μύθοι τοπικοί, Ποταμοί - Ελικώνας - Βαφύρας

Στον Ελικώνα ποταμό προσπάθησαν οι Μαινάδες να καθαριστούν από το αίμα του Ορφέα, αφού τον σκότωσαν στο Δίον. Ο ποτάμιος θεός, αρνούμενος να τις εξαγνίσει, εξαφανίζεται κάτω από το έδαφος και βγαίνει στην επιφάνεια πιο μακριά με το όνομα Βαφύρας. «Το ρεύμα το ποταμού, αφού προχωρήσει μέχρι εβδομήντα πέντε στάδια, εξαφανίζεται μετά κάτω από τη γη. Έτσι, με μια διακοπή μήκους κάπου είκοσι δύο σταδίων, ανεβαίνει πάλι στην επιφάνεια το νερό, και τώρα το ποτάμι, αντί Ελικώνας, ονομάζεται Βαφύρας και κατεβαίνει στη θάλασσα ως πλωτός ποταμός. Οι κάτοικοι του Δίου λένε ότι στην αρχή το ποτάμι έτρεχε καθ’ όλη τη διαδρομή του στην επιφάνεια της γης. Αλλά λένε ότι οι γυναίκες που σκότωσαν τον Ορφέα θέλησαν να πλύνουν στα νερά του τα χέρια τους από το αίμα, και γι’ αυτό το ποτάμι βυθίστηκε στη γη, για να μην προσφέρει τα νερά του για καθαρμούς* από φόνους» (Παυσ. 9.30.8).

Το όνομα του ποταμού Βαφύρα (περιοχή Δίου) έχει ετυμολογική σχέση με το «βάφω» ή «χρωματίζω βυθίζοντας σε υγρό», έννοιες που παραπέμπουν στη μυθολογική αιτία εξαφάνισης του ποταμού κάτω από το έδαφος  (Παυσ. 9.30.8). Προσωποποιημένος ο ποταμός ως νέος άνδρας εκτίθεται στο μουσείο του Δίου. Πάνω στο κεφάλι του σώζονται ίχνη στέμματος που είχε τη συμβολική σημασία των τειχών του Δίου. Άγαλμα της Άρτεμης Βαφυρίας αποκαλύφθηκε στις εκβολές του ποταμού.
---------------------------
*Τελετουργικά μύησης και καθαρμού
Η πτώση στο νερό και η αλλαγή του ονόματος αποκαλύπτουν τελετουργικά διάβασης από μια ηλικία σε μιαν άλλη ή τελετουργικά ανανεωτικά των δυνάμεων αναπαραγωγής ή καθαρμού.

Η τέχνη του να μένεις μόνος σου

Πόσο εύκολο είναι να αποφασίζεις να μείνεις μόνος σου όταν όλοι γύρω σου ζευγαρώνονται;

Η ιστορία είναι γνωστή. Είστε μια μεγάλη, όμορφη, παρέα. Βγαίνετε, ξενυχτάτε, περνάτε καλά, γνωρίζετε κόσμο, και έχετε τις μικρές ή μεγαλύτερες περιπέτειες σας. Όλα καλά μέχρι τη μέρα που ένας-ένας, ή μία-μία, αρχίζουν να βρίσκουν το εν δυνάμει άλλο τους μισό, και σταδιακά απομακρύνονται. Προτιμούν τη δυάδα από την πολυκοσμία, και προσπαθούν να ζήσουν τον έρωτα τους μακριά από τα αδιάκριτα βλέμματα. Κι ακόμα κι όταν εμφανίζονται στην παρέα, συχνά είναι υπό περιορισμούς, με δυσκολία, ή συνοδευόμενοι.

Αν είναι ένας-δύο, η υπόλοιπη παρέα το συζητάει και γελάει. Ώσπου οι δύο γίνονται τρεις, και οι τρεις πέντε, και ξαφνικά, βρίσκεσαι μόνος σου. Μόνος στην παρέα και μόνος στο relationship status. Εκεί καταλαβαίνεις πώς είναι να είσαι το μαύρο πρόβατο της αγέλης: ξεχωρίζεις από μακριά. Και τότε είναι που αρχίζουν τα σύνδρομα: ανασφάλειας, κατωτερότητας, και αυτό το «τι πάει στραβά με μένα».

Κάπως έτσι, πολλοί από εμάς οδηγούμαστε σε λάθος επιλογές, αυτές που μετανιώνουμε μετά από καιρό, όταν ήδη έχουμε χάσει χρόνο. Η λάθος επιλογή εμφανίζεται συχνά με ένα υπέροχο προσωπείο, σε εκείνον ή εκείνη που φαίνεται να ενδιαφέρεται για εμάς (ο πρώτος ή η πρώτη μετά από καιρό) και έτσι, μας μοιάζει τόσο όμορφος, γοητευτικός, μοναδικός, σχεδόν τέλειος. Πέφτουμε με τα μούτρα, χωρίς καμία ασπίδα, χωρίς τον παραμικρό ενδοιασμό. Κι έτσι όπως πέφτουμε, πέφτουμε, πέφτουμε, κάποια στιγμή σκάμε στο τσιμέντο και γίνονται όλα σμπαράλια.

Οι αποφάσεις που παίρνουμε με το 100% της καρδιάς και το 0% του εγκεφάλου είναι καταδικασμένες να αποτύχουν. Γιατί; Επειδή δεν περιέχουν ίχνος λογικής. Όταν σκεφτόμαστε με το συναίσθημα, το μυαλό μας θολώνει από το ροζ σύννεφο και δεν βλέπουμε τα προφανή, το πόσο ακατάλληλος, το πόσο λάθος είναι ο άλλος για εμάς. Πάνω στον ενθουσιασμό μας, στην ανακούφιση που δεν είμαστε πια οι μόνοι single της παρέας, αγνοούμε τα καμπανάκια. Για άλλον χτυπάνε, σκεφτόμαστε, και γελάμε. Κι ο φαύλος κύκλος ξεκινάει.

Το ερώτημα είναι λοιπόν το εξής: πόσο πολύ πιστεύεις στον εαυτό σου ώστε να μην αφήσεις το relationship status σου να καθορίσει την αξία σου; Μπορείς να σταθείς στο ύψος σου και να δηλώσεις ότι δεν ψάχνεις ένα αποκούμπι, αλλά εκείνο το κομμάτι του puzzle που θα σου ταιριάξει;

Και μπορείς να συνεχίσεις να το πιστεύεις μετά από μια σειρά απορρίψεων και απογοητεύσεων; Πόσο δυνατός είσαι ώστε να βάζεις τον εαυτό σου πάνω από όλα τα άλλα, και κυρίως πάνω από τις κοινωνικές πιέσεις;

Το να μένεις μόνος είναι δύσκολο. Σημαίνει ότι ξέρεις ποιος είσαι, τι θέλεις, και να μην συμβιβάζεσαι μέχρι να το βρεις. Να μην έχεις παρέα να βγεις, να βγαίνεις, και να γυρνάς απογοητευμένος από τις γυναίκες και τους άντρες που κυκλοφορούν εκεί έξω. Σημαίνει να μην θέλεις σχέση απλά για τη σχέση, αλλά να τη θέλεις γιατί θέλεις να μοιράζεσαι τη ζωή σου, τα όνειρα και τις σκέψεις σου με κάποιον ο οποίος θα σε καταλαβαίνει και θα σε στηρίζει. Το να μένεις μόνος έως ότου βρεις εκείνον τον άνθρωπο που θα σε κάνει να θέλεις να γίνεις δυάδα είναι τέχνη. Κι όπως κάθε μορφή τέχνης, θέλει κόπο, και ταλέντο. Αλλά στο τέλος πάντα ανταμείβεσαι. Έτσι δεν είναι;

Ξεβολεύεται τελικα ποτε ο βολεμένος;

Ανοίγουμε μεγάλο κεφάλαιο. Ο βολεμένος, η βολεμένη, το βολεμένο. Δεν είναι ένας προσδιορισμός που απαραίτητα προσδίδεται σε συγκεκριμένο τύπο ανθρώπου. Είναι μια κατάσταση, μιλάμε για μια μορφή περιγραφής ζωής. Το βόλεμα στη ζωή. Τι μας έρχεται σαν εικόνα; Ίσως μια ντουλάπα με ρούχα και λοιπά αντικείμενα, καλοτακτοποιημένη. Μα είναι έτσι η ζωή; Μια ντουλάπα που μέλημά μας είναι να την τακτοποιήσουμε;    

Το βόλεμα σε μια ελεύθερη διάσταση είναι μια κατάσταση διαδραστική κι ως τέτοια, έχει και πολλές πτυχές. Άραγε είναι όλοι οπαδοί της θεωρίας του βολέματος; Φυσικά κι όχι. Το να βολευτεί κάποιο, όταν αυτό δεν προϋποθέτει καταναγκασμό, αλλά προέρχεται από ελεύθερη βούληση, είναι μια κατάσταση ιδεατή. Δυστυχώς όμως τις περισσότερες φορές οι περιφερειακοί παράγοντες και συνιστώσες είναι αυτές που καθορίζουν το βόλεμα. Να δώσουμε ένα παράδειγμα για να γίνει κατανοητό. Το πιο σύνηθες κι απλό σαφώς και παρατηρείται στη σφαίρα των σχέσεων. Μέσα σε μια σχέση γίνονται πολλές υποχωρήσεις σου ζητείται από την ίδια σου την προσδοκία να κάνεις τα στραβά μάτια, με τη δικαιολογία ότι θέλει κόπο να κρατηθεί μια τέτοια σχέση και πως, ειδικά όπου υπάρχουν παιδιά, πρέπει να περνάνε τα «θέλω» σε δεύτερη και τρίτη θέση.

Αν όμως μπορούσαμε με κάποιο τρόπο να εφαρμόσουμε τον ορό της αλήθειας -σε όλες κι όλους που προφασίζονται με ζήλο αυτές τις καθ’ όλα κοινωνικά αρεστές απόψεις – τότε τα αποτελέσματα θα ήταν εντυπωσιακά! Το βόλεμα είναι οδηγός και γνώμονας. Η σκέψη του ξε-βολέματος φαντάζει χαοτική. Είτε μιλάμε για άντρα ή γυναίκα, δεν υπάρχει διαχωρισμός εδώ. Η δαιμονοποίηση και η σύνδεση του χωρισμού με τις πληγές του Φαραώ, λειτουργεί αποτρεπτικά.

Υπάρχει όμως τελικά κάτι που να χαλάει αυτή την κατάσταση ακόμα και γι’ αυτούς που είναι στην κατηγορία των βολεμένων; Η απάντηση είναι πως ναι. Και βρίσκεται μέσα στον ίδιο τους τον εαυτό. Πολλές φορές, δεν υπάρχει μεγαλύτερος, πιο ξεκάθαρος και πιο ουσιαστικός κριτής των καταστάσεων από τον ίδιο μας τον εαυτό. Από όλους κι όλα μπορούμε να ξεφύγουμε, αλλά δε γίνεται ν’ αποφύγουμε και να κρυφτούμε από τον εαυτό μας. Ο βολεμένος μπορεί να λέει ό, τι θέλει και να υποστηρίζει με σθένος και με υπερηφάνεια τη στάση ζωής του ως την απολύτως θεμιτή. Να είναι φαινομενικά υπερήφανος που τα κατάφερε. Κατάφερε ν’ ανεχτεί, να βρίσκει διεξόδους να συνηθίσει να παραμυθιάζει με επιτυχία για την εικόνα που συντηρεί. Αλλά. Πάντα υπάρχει ένα αλλά.

Εκείνες οι στιγμές που έρχεται ενώπιος του εαυτού του, δεν μπορεί να κρυφτεί. Είναι αδύνατο να πει ψέμματα για το πόσο καλά είναι βολεμένος. Αυτή η λέξη ηχεί στ’ αυτιά σαν καμπάνα. Τον ξεκουφαίνει με τον ήχο και τον βασανίζει. Κάποιοι έχουν καταφέρει να το περιορίσουν όλο αυτό και να το χωρέσουν σε κάποιες επιλεκτικές στιγμές, όπως όταν κάθονται στο τζάκι τους μπροστά. Η φωτιά τους καίει το μυαλό και το βόλεμα μοιάζει με τιμωρία. Αυτό-τιμωρία γιατί οι ίδιοι το επέλεξαν. Αν υπάρχει ξεβόλεμα λοιπόν για τους βολεμένους; Ναι, υπάρχει και θα υπάρχει εκτός κι αν καταφέρουν να αποκόψουν τη σχέση τους με το βαθύτερο «Εγώ» τους, το μόνο στοιχείο που τους υπενθυμίζει πως δεν είναι ρομπότ ούτε αντικείμενα. Η επιλογή δική τους.

Όταν ο ένας πιάνει το χέρι του άλλου και αποφασίζουν να προχωρήσουν μαζί

Ας μιλήσουμε για την κατεύθυνση αυτή τη φορά. Προς ποια κατεύθυνση εσείς οδεύετε; Ο σύζυγός σας; Είναι παράλληλες; Ταυτίζονται .. ή κάπου, σε κάποιο σημείο συναντιούνται;

Υπάρχει ένα παραμύθι για μεγάλους και εκεί λέει πως οι ζωές των δύο συντρόφων σε μία σχέση είναι σαν δύο σύννεφα, στα βάθη του ουρανού κινούνται μαζί, μπερδεύονται μεταξύ τους, χωρίζουν, ενώνονται πάλι και κάποια στιγμή.. διαλύονται.

Και τότε η στιγμή αυτή είναι οδυνηρή. Το ζευγάρι σκέφτεται «Και τώρα; Πού πάμε;» Είναι αυτή η κομβική στιγμή που και οι δύο τους, αρκετές φορές, ο ένας πιάνει το χέρι του άλλου και αποφασίζουν να προχωρήσουν μαζί, με νέα «ταυτότητα», για νέους προορισμούς, ώριμους, που ο δρόμος τους θα ζυμωθεί, θα αλλάξει και επαναπροσδιοριστεί ίσως αμέτρητες φορές.

Είναι λοιπόν, νομίζω, σημαντικό να δούμε πού βρισκόμαστε με το/τη σύζυγό μας. Κοιτάζουμε προς την ίδια κατεύθυνση; Έχουμε κοινούς στόχους στη ζωή μας; Ίσως κάποιος από τους δύο να είναι πιο «μπροστά», ίσως ο άλλος πιο «πίσω». Αυτό όμως είναι ασήμαντο μπροστά στην απόφαση της κοινής πορείας που έχουν οι δύο επιλέξει να βαδίσουν.

Αν είστε στη θέση εκείνου που πιστεύει ότι «προπορεύεται», ας κοιτάζει συνέχεια πίσω του, να απλώνει ένα χέρι βοηθείας στον/στην αγαπημένη του και να του δείχνει με αγάπη έναν κοντινό τους στόχο, να το υπενθυμίζει με γλύκα (διότι ..προσοχή σε κάποιες ιδιοσυγκρασίες, εύθραυστες ή εκρηκτικές).

Αν είστε αυτός/αυτή που βρίσκεστε «πίσω», μην αισθανθείτε άσχημα ή μειονεκτικά! Εμπιστευτείτε την κατάσταση της αγάπης που έχετε μέσα μας και ζητήστε βοήθεια.

Αν δε ζητήσετε βοήθεια από τον άνθρωπο που αγαπάτε και εμπιστεύεστε, από ποιον θα ζητήσετε; Είναι ανακουφιστικό και πολλές φορές σωτήριο!

Έχετε σκεφτεί τις έννοιες «υποκειμενικό και αντικειμενικό» σε μία σχέση;

Κάθε σχέση όταν ξεκινά είναι υποκειμενική. Ο καθένας με ένα δικό του τρόπο αντιλαμβάνεται την άλλη πλευρά. Σαν κάτι διαφορετικό, έξω από εμάς τους ίδιους.

Μετά όμως, με το πέρασμα του χρόνου και την κοινή τριβή, η έννοια «υποκειμενική» σαν να γίνεται «αντικειμενική». Είναι ο κοινός στόχος, είναι ότι βλέπουμε μέσα από τα μάτια του άλλου, ότι νιώθουμε αυτό που νιώθει, είναι η αγάπη που τα κάνει όλα πιο καθολικά, πιο πραγματικά θα έλεγα, καθώς φεύγουμε από τα όρια του μικρού μας εαυτού.

Μη σας τρομάζει όμως αυτός ο μακρύς δρόμος. Γιατί είναι κοινός και θα κρατηθείτε από κάπου ή αν πέσετε!

Γιατί.. η όλη εξέλιξη είναι σαν τη διαδικασία στην οποία υποβάλλεται το ευτελές κάρβουνο, που μετά από την επίμονη και επίπονη επεξεργασία του, το σμίλευμά του, γίνεται κάτι όμορφο και πολύτιμο.. ένα διαμάντι!

Λαιστρυγόνες και Κύκλωπες. Ο φόβος μπροστά στον κίνδυνο… που φρικτά μας απειλεί

«Μέσα στον φόβο και στις υποψίες, / με ταραγμένο νου και τρομαγμένα μάτια, / λυώνουμε και σχεδιάζουμε το πώς να κάμουμε / για να αποφύγουμε τον βέβαιο / τον κίνδυνο που έτσι φρικτά μας απειλεί…». (Κ Π.. Καβάφης, «Τελειωμένα»).

Ο νέο-Οθωμανισμός της Τουρκίας του Ερντογάν δεν αποτελεί μόνο ένα μόνιμο εθνικό κίνδυνο για την Ελλάδα αλλά και πηγή φόβου για τους περισσότερους Έλληνες. Οι πρόσφατες δημοσκοπήσεις ανέδειξαν εμφαντικά την ανησυχία των Ελλήνων πολιτών για ένα θερμό επεισόδιο με την γειτονική χώρα.

Οι πηγές του φόβου

Αυτός ο φόβος, όπως και κάθε φόβος, πηγάζει είτε από την υπερεκτίμηση του κινδύνου είτε από την υποτίμηση των αντοχών και των δυνάμεών μας. Δύσκολα θα εντάξουμε τους Έλληνες στους φοβικούς λαούς και στα φοβικά άτομα που βιώνουν ένα δυσανάλογο φόβο σε σχέση πάντα με το ερέθισμα ή με τον υπαρκτό κίνδυνο που τους απειλεί.

Ο φόβος βαδίζει πάντα παράλληλα με την απειλή και αποτελεί δομικό στοιχείο της ανθρώπινης ψυχοδομής. Ένα στοιχείο πανανθρώπινο, ωφέλιμο και απαραίτητο για την επιβίωσή μας. Σχετικά ο Αισχύλος τονίζει «Εσθ΄ όπου το δεινόν ευ». Συμπληρωματικά ο Γκάντι θεωρούσε πως

«Ο φόβος έχει κάποια χρησιμότητα, η δειλία όμως καμία».

Άνθρωποι και κοινωνίες πολλές φορές ζουν σε μία κατάσταση συνεχούς επαγρύπνησης στο βαθμό που αισθάνονται ότι απειλούνται από κάποιον εξωγενή κίνδυνο. Αυτός ο κίνδυνος - υπαρκτός ή μη - διαμορφώνει ένα κλίμα όπου κυριαρχούν αρνητικά συναισθήματα, όπως: ο φόβος, η αγωνία, η καχυποψία, η ανησυχία και το παραλυτικό άγχος.

Τα παραπάνω ψυχοφθόρα συναισθήματα δρουν διαβρωτικά και στη δυνατότητα του ανθρώπου να σκέπτεται ψύχραιμα και ορθολογικά. Κι αυτό γιατί ο κίνδυνος πολλές φορές δεν έχει ταυτότητα, ούτε πηγή προέλευσης. Όσο αφανής είναι ο κίνδυνος ως προς το μέγεθός του, τόσο λειτουργεί διαβρωτικά στη πνευματική και συναισθηματική νηνεμία του ατόμου.

Το Καφκικό κλίμα

Αυτές οι παραλυτικές εσωτερικές παρενέργειες του φόβου από τον επερχόμενο κίνδυνο εγκλωβίζουν άτομα και κοινωνίες σε μία μοιρολατρική στάση ζωής. Γιατί ο φόβος δρα μεγενθυντικά και πολλαπλασιαστικά ως προς το μέγεθος του κινδύνου, αφού εκλαμβάνεται ως κάτι αναπότρεπτο και νομοτελειακό.

Άνθρωποι και κοινωνίες ζουν απορροφημένοι από την αγωνία και τις έγνοιες από το αν μπορούν και με ποιο τρόπο να αποφύγουν τις συνέπειες του κινδύνου. Ζουν, δηλαδή, τη βεβαιότητα πως ο κίνδυνος είναι αναπότρεπτος και οι συνέπειές του αναπόδραστες και καταστροφικές. Το εφιαλτικό αυτό κλίμα που το άτομο νιώθει θύμα μιας απρόσωπης και αδυσώπητης δύναμης προσεγγίζει το γνωστό Καφκικό κλίμα .

Διακρίνεται, δηλαδή, ένας παραλογισμός και μία παραδοξότητα που χαρακτηρίζει τον επερχόμενο κίνδυνο, ο οποίος μέσα στην απροσδιοριστία του απενεργοποιεί τους αμυντικούς μηχανισμούς των ανθρώπων που βρίσκονται σε σύγχυση. Εξάλλου, όπως επισήμανε και ο Κάφκα

«Δεν μπορείς να σπάσεις αλυσίδες που δεν βλέπεις».

Ωστόσο ο κίνδυνος που προκαλεί το φόβο μας πολλές φορές είναι προϊόν της δικής μας αδυναμίας και δεν υφίσταται αντικειμενικά

«Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,/ τον άγριο Ποσειδώνα δεν θα συναντήσεις,/ αν δεν τους κουβανείς μες στην ψυχή σου,/ αν η ψυχή σου δεν τους στήνεις εμπρός σου».

Φοβίες και μυθικά τέρατα

Οι Λαιστρυγόνες και οι Κύκλωπες ως μυθικά όντα αισθητοποιούν τις εσωτερικές φοβίες, αδυναμίες, ανασφάλειες, και τα ψυχικά αδιέξοδα. Πολλές φορές τα προβλήματα και οι κίνδυνοι είναι προϊόντα της φαντασίας των ανθρώπων και λιγότερο υφίστανται αντικειμενικά. Οι άνθρωποι συνηθίζουν μέσα από τους αμυντικούς μηχανισμούς, και ιδιαίτερα της προβολής, να προβάλουν τις αγωνίες και ανησυχίες τους στον εξωτερικό κόσμο δίνοντας σ΄ αυτές διάφορα ονόματα και περιχαρακώνοντάς τες μέσα σε έννοιες με ποικίλο περιεχόμενο.

Εξάλλου, είναι γνωστό πως η εικόνα της αντικειμενικής πραγματικότητας είναι συνάρτηση του ψυχικού κόσμου του ατόμου. (Ισχύει βέβαια και το αντίθετο). Όσο περισσότερο νιώθουμε τον εαυτό μας ανέτοιμο, ανίκανο και αδύνατο τόσο περισσότερα εμπόδια φανταζόμαστε και πλάθουμε με τη σκέψη μας. Πολλές φορές, ακόμη και τα υπαρκτά προβλήματα και οι αντιξοότητες, λαμβάνουν διαφορετικό περιεχόμενο και μεγεθύνονται ή πληθαίνουν στο βαθμό που ο ψυχικός κόσμος του ατόμου βρίσκεται σε μία κατάσταση ανισορροπίας και βεβαιωμένης ανασφάλειας.

Οι Λαιστρυγόνες και Κύκλωπες, λοιπόν, είναι προϊόντα της φαντασίας των ανθρώπων και ιδιαίτερα εκείνων που χαρακτηρίζονται από μία κατάσταση εσωτερικής αδυναμίας και διακατέχονται από συναισθήματα ακαθόριστου φόβου κι ανησυχίας. Ιδιαίτερα, δε άτομα με μειωμένη αυτοεκτίμηση και αυτοπεποίθηση, καθημερινά πλάθουν με την φαντασία τους αυτές τις μυθικές μορφές, που δεν είναι τίποτε άλλο παρά η προσωποποιημένη αδυναμία τους. Οι μορφές αυτές είναι προϊόντα ενός ανορθολογικού τρόπου σκέψης και ερμηνείας της πραγματικότητας κι είναι μία προσπάθεια να συμφιλιωθούν οι άνθρωποι με εκείνο που τους τρομάζει και προκαλεί φόβο.

Η λανθασμένη εκτίμηση

Βέβαια υπάρχει πάντοτε και η πιθανότητα λόγω του φόβου να προβούμε σε λανθασμένη αξιολόγηση και ερμηνεία των δεδομένων κι αυτό μας εμποδίζει να «δούμε» τον πραγματικό κίνδυνο.

«Κι όμως λανθάνουμε, δεν είν’ αυτός στο δρόμο / ψεύτικα ήσαν τα μηνύματα / (ή δεν τ΄ ακούσαμε, ή δεν τα νοιώσαμε καλά)» (Κ. Π. Καβάφης, «Τελειωμένα»).

Αποτέλεσμα της λανθασμένης εκτίμησης των κινδύνων είναι η ανετοιμότητα μπροστά στο νέο κίνδυνο που ενώ είναι μία αντικειμενική πραγματικότητα, εμείς ως άτομα και κοινωνία παραδινόμαστε μοιρολατρικά. Η ταχύτητα και ο απροσδόκητος χαρακτήρας του νέου κινδύνου δημιουργεί την εντύπωση πως όλα είναι «τελειωμένα» και απαιτεί την πλήρη παράδοση.

Όταν, όμως, ο άνθρωπος και οι κοινωνίες βιώνουν οριακές συναισθηματικές καταστάσεις πλήρους αδυναμίας, φόβου, τότε εύκολα βιώνουν και το αίσθημα της απώλειας και της προσωπικής αποτυχίας.

Η αποδοχή του μοιραίου

Η διαφυγή είναι δύσκολη και ένα ακαθόριστο αίσθημα εγκλωβισμού στο μοιραίο διατρέχει παραλυτικά άτομα και κοινωνίες. Η μοιρολατρική διάθεση, ο φαταλισμός και η μεμψιμοιρία είναι τα επακόλουθα. Έτσι το άτομο αφήνεται ανυπεράσπιστο στη φορά των πραγμάτων και νιώθει υπεξούσιο εξωγενών δυνάμεων.

Το κλίμα της απόλυτης εξουσίας που ασκούν στον ψυχισμό του ανθρώπου διάφοροι παράγοντες της εξωτερικής πραγματικότητας (αν δεν είναι προϊόν εσωτερικής αδυναμίας) αποδίδουν με περισσή ενάργεια τα ποιήματα του Καβάφη: «Οι Τρώες» (« όμως η πτώσις είναι βέβαια»), «Τα τείχη» («Ανεπαισθήτως μ΄ έκλεισαν από τον κόσμο έξω») και η «Πόλις» («Δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό»).

Έτσι άτομα και κοινωνίες χωρίς ελευθερία και κολυμπώντας στο φόβο και στην ανασφάλεια αποδέχονται το μοιραίο ως λύτρωση.

«Άλλη καταστροφή, που δεν την φανταζόμεθαν, / εξαφνική, ραγδαία πέφτει επάνω μας, κι ανέτοιμους - που πια καιρός - μάς συνεπαίρνει». (Κ. Π. Καβάφης «Τελειωμένα»).

Ηθικόν δίδαγμα: Το φόβο μπροστά στον κίνδυνο είναι πολύ δύσκολο να τον αποφύγουμε ή να τον διαχειριστούμε σωστά. Μπορούμε, όμως, ως άτομα και κοινωνία να ανιχνεύσουμε τον πραγματικό κίνδυνο και να τον αξιολογήσουμε με ψυχραιμία.

Το μυαλό είναι ξυράφι

Το μυαλό είναι ξυράφι

Όσο το ακονίζεις τόσο κόβει κι η κόψη του γίνεται «αθέρας» (λεπτότατη), κατά την παλιά έκφραση.

Εδώ έγκειται και η διαφορά του έξυπνου από τον καλλιεργημένο· αρχικά μπορεί να διαθέτουν ανάλογη νοητική δωρεά, καταλήγουν όμως να απέχουν ποιοτικά.

Ο έξυπνος και ικανός μαθαίνει τα θεωρητικά και τα πρακτικά της δουλειάς του, παρακολουθεί τις εξελίξεις και αν δεν καταντήσει στυγνή χρηματομηχανή, είναι ευλογία να συνεργάζεσαι με κάποιον που δεν έχει μόνο Μάστερ αλλά και το μυαλό στη θέση του.

Ο καλλιεργημένος δεν περιορίστηκε στην ύλη των όποιων σπουδών του και τα χρηστικά για να κερδίσει χρήματα ή κοινωνικό κύρος, αλλά έκανε το μεγάλο ποιοτικό άλμα: ξέφυγε από το αναγκαίο.

Με πάθος, μελέτη και αγάπη «ψάχτηκε» εντός του και γύρω του και απόκτησε ευρύτερη παιδεία και «δική του» πρωτογενή σκέψη, ώστε να βλέπει κάτω από την επιφάνεια των πραγμάτων, να εντοπίζει βαθύτερα αίτια.

Γιατί η καλλιέργεια (κουλτούρα) δεν είναι συσσώρευση γνώσης, αλλά το απόσταγμά της ή, όπως το έθεσε ο Μαλρό, «είναι αυτό που μένει όταν ξεχάσεις όσα έμαθες.

Δεν είναι το δάγκωμα του φιδιού που σε σκοτώνει, αλλά το δηλητήριο που επιτρέπεις να κυκλοφορεί μέσα σου

Ξέρεις ποια είναι η αλήθεια; Ότι το δηλητήριο το δημιουργείς εσύ. Τι εννοώ; Σκέψου: Κάποιος – κάποια σου είπε είσαι άσχημος, άχρηστος, στραβή, λίγη. Οτιδήποτε αρνητικό. Στο είπε. Τελείωσε. Στον έναν μπαίνει από το ένα αυτί, βγαίνει από το άλλο. Περνά ο ήχος και η δόνηση, το επεξεργάζεται ο νους και ο εαυτός που γνωρίζει την αξία του, βλέπει ότι δεν ισχύει, ή δε τον απασχολεί, και το αφήνει να φύγει. Το βγάζει, το πετάει.

Σε σένα μπαίνει μέσα σου, το επεξεργάζεται ο νους και ο εαυτός που ακόμα έχει τραύματα, έλλειψη επαρκούς αυτογνωσίας, χαμηλή αυτοπεποίθηση. Η πληροφορία λοιπόν, σωστή ή μη, πάει και κάθεται σε αυτούς τους «εσωτερικούς υποδοχείς», και τους ενεργοποιεί. Και το επαναλαμβάνει, και το μεγαλώνει, και το τρέφει. Και το παίρνεις μαζί σου. Και το πολλαπλασιάζεις. Και γίνεται μέρος σου (σκεπτομορφή). Και αυτό είναι που σε βλάπτει. Το τι κάνεις εσύ, συνειδητά ή υποσυνείδητα με αυτό, και για αυτό.

Το ίδιο ισχύει για το μίσος, την εκδίκηση, κάποιες μορφές στεναχώριας, τις περιοριστικές πεποιθήσεις, τα μη ωφέλιμα «προγράμματα» που τρέχεις (ακόμα) μέσα σου. Και το σώμα σου, αυτή η μαγική «στολή» που φοράς, σε υπακούει πιστά. Και εφόσον τρέχεις, κρατάς, και πολλαπλασιάζεις αυτές τις σκέψεις μέσα σου, εκείνο εκκρίνει τις ανάλογες ορμόνες και τοξικότητα. Κι έτσι, το δηλητήριο από ενέργεια λόγο ή σκέψη, ενεργοποιείται πλέον και σε υλική (χειροπιαστή) μορφή μέσα σου.

Ο εγκέφαλος είναι προγραμματισμένος πέρα από άλλες λειτουργίες να σε προστατεύει. Από «απειλές» που μπορεί και πια να μην υπάρχουν. Το λειτουργικό του είναι παλιό, και σε ένα βαθμό δουλεύει σωστά για να επιβιώνεις. Μετατρέπει τα πάντα σε απειλές για να σε προστατέψει, αυτή είναι μια από τις βασικές δουλειές του.

Το κλειδί είναι να μπορείς να αποταυτίζεσαι από κάποιους αυτοματισμούς σου, και να στέλνεις συνειδητά την συνείδησή σου στον νεοφλοιό – τον τρίτο εγκέφαλο, όπου εδρεύει η κριτική σκέψη και η λογική. Η λογική που έχει τη δυνατότητα με την κατάλληλη εκπαίδευση, εσωτερική ή και εξωτερική καθοδήγηση, αλλά και θεραπεία όπου χρειάζεται, να αναβαθμιστεί σε δια-νόηση, με διά-κριση, όταν υπάρχει η εσωτερική δια-ύγεια.

Ναι, συμφωνώ με τον Χαρβ Έκερ πως οι ενέργειες είναι κολλητικές, καθώς και το γνωμικό μας πως «με στραβό αν κοιμηθείς το πρωί θ’ αλληθωρίζεις». Είναι σαν ιοί από τη φύση τους. Και από το θετικό πρόσημο, και από το αρνητικό. Και πραγματικά, το μιμητικό σύστημα πάνω στο οποίο βασίζεται ένα τεράστιο μέρος της βάσης της προσωπικότητάς σου, που είχες ως μωρό ή παιδί, λειτουργεί ακόμα μέσα σου. Κυρίως υποσυνείδητα. Όμως το κλειδί βρίσκεται στο ανοσοποιητικό σου σύστημα. Όχι μόνο το σωματικό, αλλά και το νοητικό, ενεργειακό, ψυχικό.

Το δάγκωμα δε σε σκοτώνει, αλλά το δηλητήριο. Και κανένα δηλητήριο δεν σε εξυπηρετεί. Το αν θα το ενεργοποιήσεις ή όχι, αν θα το αφήσεις να κυλάει μέσα σου ή θα το αποβάλεις, είναι καθαρά δική σου επιλογή. Κι όταν το καταλάβεις, τότε τόσο το σώμα, όσο και η ψυχή σου, θα σε ανταμείψουν απλόχερα.

ARTHUR SCHOPENHAUER: Γι’ αυτό οι συνηθισμένοι άνθρωποι είναι μικροί, ο μεγαλοφυής όμως μεγάλος

Στο μεμονωμένο να βλέπεις πάντα το γενικό, είναι ακριβώς το βασικό χαρακτηριστικό της μεγαλοφυΐας, ενώ ο κανονικός άνθρωπος στο μεμονωμένο αντιλαμβάνεται μόνο το μεμονωμένο ως τέτοιο, αφού μόνο ως τέτοιο ανήκει στην πραγματικότητα, η οποία και μόνο έχει για αυτόν ενδιαφέρον, δηλαδή σχέσεις προς τη βούλησή του.

Ο κανονικός άνθρωπος δηλαδή βρίσκεται μέσα στον σάλο και την ταραχή της ζωής, στην οποία ανήκει μέσω της βούλησής του- η νόησή του είναι γεμάτη από τα πράγματα και τα συμβαίνοντα της ζωής- όμως αυτά τα πράγματα και την ίδια τη ζωή στην αντικειμενική τους σημασία δεν τα βλέπει καθόλου, όπως ο έμπορος στο χρηματιστήριο του Άμστερνταμ καταλαβαίνει πολύ καλά τι λέει διπλανός του, αλλά το έντονο βούισμα, σαν αυτό της θάλασσας, ολόκληρης της αίθουσας του χρηματιστηρίου δεν το ακούει καθόλου, κάτι για το οποίο ένας πιο απομακρυσμένος παρατηρητής απορεί. Η μεγαλοφυΐα αντίθετα, η νόηση της οποίας έχει αποκοπεί από τη βούληση, δηλαδή από το άτομο, αναγνωρίζει ότι τα πράγματα που σχετίζονται με αυτό δεν είναι ο ίδιος ο κόσμος και τα ίδια τα πράγματα. Αυτά η μεγαλοφυΐα τα βλέπει τα ίδια καθαυτά, καθαρά, και τα αναγνωρίζει με την αντικειμενική παρατήρηση- με αυτή την έννοια είναι η ουσία της μεγαλοφυΐας στοχαστική.

Αυτή η στοχαστικότητα είναι που καθιστά ικανό τον ζωγράφο να απεικονίσει πιστά τη φύση που έχει μπροστά του, και τον ποιητή να προβάλει το παρόν που παρατηρεί με ακρίβεια.

Το ζώο ζει χωρίς κανέναν στοχασμό. Συνείδηση έχει, που σημαίνει αναγνωρίζει τον εαυτό του και το καλό ή το κακό του, ακόμα και τα αντικείμενα που τα προκαλούν αυτά. Όμως η αντίληψή του παραμένει πάντα υποκειμενική, δεν γίνεται ποτέ αντικειμενική: όλα όσα αντιλαμβάνεται του φαίνονται αυτονόητα, και επομένως δεν μπορεί ποτέ να γίνουν ούτε θέμα (αντικείμενο περιγραφής) ούτε πρόβλημα (αντικείμενο σκέψης).

Η συνείδησή του βρίσκεται λοιπόν εντελώς μέσα στα εμπειρικά όρια. Βέβαια όχι από την ίδια, αλλά από συγγενή υφή είναι η συνείδηση του συνηθισμένου ανθρώπινου τύπου, καθώς και η δική του αντίληψη των πραγμάτων είναι προπάντων υποκειμενική και κατά κύριο λόγο παραμένει μέσα στα εμπειρικά πλαίσια. Αντιλαμβάνεται τα πράγματα στον κόσμο, αλλά όχι τον κόσμο- αντιλαμβάνεται τις πράξεις του και τις δυστυχίες του, αλλά όχι τον ίδιο τον εαυτό του.

Όλα τελικά εξαρτώνται από το πού βρίσκεται η βασική σοβαρότητα του ανθρώπου. Σχεδόν σε όλους βρίσκεται αποκλειστικά στο δικό τους καλό και στο καλό των δικών τους, γι’ αυτό και δεν είναι ικανοί να προωθήσουν τίποτα άλλο έξω από αυτό. Γιατί καμία πρόθεση, καμιά θεληματική και εσκεμμένη προσπάθεια δεν αποφέρει την αληθινή, βαθιά σοβαρότητα, ή την αντικαθιστά, ή πιο σωστά την εκτοπίζει. Γιατί αυτή μένει πάντα εκεί που την έχει τοποθετήσει η φύση. Γι’ αυτό, μεγαλοφυή άτομα φροντίζουν συχνά ανεπαρκώς για το δικό τους καλό. Όπως ένα μολυβένιο κομμάτι σε μια αλυσίδα που αιωρείται, την επαναφέρει πάλι πίσω στο σημείο που είναι προσδιορισμένο από τη βαρύτητα, έτσι και η αληθινή σοβαρότητα του ανθρώπου τραβάει τη δύναμη και την προσοχή της νόησής του πάντα πίσω προς τα εκεί που είναι προορισμένη να βρίσκεται: όλα τα άλλα τα κάνει ο άνθρωπος χωρίς αληθινή σοβαρότητα. Γι’ αυτό μόνο οι εξαιρετικά σπάνιοι, μη κανονικοί άνθρωποι, η αληθινή σοβαρότητα των οποίων δεν βρίσκεται στο προσωπικό και πρακτικό, παρά στο αντικειμενικό και θεωρητικό, είναι σε θέση να αντιληφθούν το ουσιαστικό των πραγμάτων και του κόσμου, που σημαίνει τις ύψιστες αλήθειες, και με κάποιο τρόπο να τις προβάλουν. Γιατί μια τέτοια σοβαρότητα, που βρίσκεται έξω από το υποκείμενο, στο αντικειμενικό, είναι κάτι ξένο από την ανθρώπινη φύση, κάτι αφύσικο, στην ουσία υπερφυσικό- όμως μόνο μέσα από αυτήν είναι ένας άνθρωπος μεγάλος, και οι δημιουργίες του είναι σαν να προέρχονται από ένα, διαφορετικό από αυτόν, δημιουργικό πνεύμα, το οποίο τον κατέλαβε. Σε έναν τέτοιον άνθρωπο, η ζωγραφική, η ποίηση ή η σκέψη είναι σκοπός, στους άλλους είναι μέσο. Αυτοί επιδιώκουν τα συμφέροντά τους και γνωρίζουν κατά κανόνα να τα προωθούν προσαρμοζόμενοι στους συγχρόνους τους, έτοιμοι να υπηρετήσουν τις ανάγκες τους και τα κέφια τους- γι’ αυτό κατά το πλείστον ζουν σε ευτυχείς συνθήκες, εκείνος όμως συχνά σε πολύ πενιχρές- γιατί το προσωπικό του καλό το θυσιάζει στον αντικειμενικό σκοπό: δεν μπορεί δηλαδή να κάνει αλλιώς, γιατί εκεί βρίσκεται η σοβαρότητά του. Οι άλλοι κάνουν το αντίστροφο: γι’ αυτό αυτοί είναι μικροί, εκείνος όμως μεγάλος. Σύμφωνα με αυτά, το έργο του είναι για όλους τους καιρούς, αλλά η αναγνώρισή του αρχίζει συνήθως στους μεταγενέστερους. Οι άλλοι ζουν και πεθαίνουν με την εποχή τους. Μεγάλος γενικά είναι εκείνος που με τη δράση του (είτε αυτή είναι πρακτική είτε θεωρητή) δεν επιδιώκει τα συμφέροντά του, παρά ακολουθεί μόνο έναν αντικειμενικό σκοπό. Το ότι αυτός δεν επιδιώκει το καλό του και τα συμφέροντά του, αυτό τον κάνει κάτω από όλες τις συνθήκες μεγάλο. Μικρή αντίθετα είναι κάθε δραστηριότητα που αποσκοπεί σε προσωπικούς σκοπούς, γιατί αυτός που ενεργεί έτσι, αναγνωρίζει και βρίσκει τον εαυτό του μόνο στο απειροελάχιστα μικρό άτομό του. Αντίθετα, όποιος είναι μεγάλος αναγνωρίζει τον εαυτό του σε όλα, δηλαδή στην ολότητα: δεν ζει, όπως εκείνος, μόνο στον μικρόκοσμο, παρά ακόμα πιο πολύ στον μακρόκοσμο. Γι’ αυτό και η υπόθεσή του είναι η ολότητα, και επιδιώκει να την αντιληφθεί, για να την παρουσιάσει, ή για να την εξηγήσει, ή για να επενεργήσει σε αυτήν πρακτικά. Γιατί αυτή δεν του είναι ξένη, νιώθει ότι τον αφορά.

ΑΡΘΟΥΡ ΣΟΠΕΝΧΑΟΥΕΡ, Οι ατέλειες της νόησης και η μεγαλοφυΐα

Η αγάπη είναι η τροφή της ψυχής, αλλά λιμοκτονήσαμε

ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΓΑΠΗ;

Το γεγονός ότι πρέπει να κάνουμε αυτήν την ερώτηση είναι ατυχές. Στη φυσική ροή των πραγμάτων όλοι θα έπρεπε να γνωρίζουν τι είναι η Αγάπη. Αλλά στην πραγματικότητα δεν γνωρίζει κανείς, ή πολύ σπάνια γνωρίζει κάποιος, τι είναι η αγάπη. Η αγάπη έχει γίνει μία από τις πιο σπάνιες εμπειρίες. Ναι, μιλάμε γι’ αυτήν. Ταινίες και ιστορίες γράφονται γι’ αυτήν, τραγούδια συντίθενται γι’ αυτήν, θα τη δείτε στις τηλεοπτικές εκπομπές, στο ραδιόφωνο, στα περιοδικά – υπάρχει μια τεράστια βιομηχανία που σας προμηθεύει με ιδέες σχετικά με το τι είναι η αγάπη. Πολλοί άνθρωποι εργάζονται στη βιομηχανία, ο στόχος της οποίας είναι να βοηθήσει τον κόσμο να καταλάβει τι είναι η αγάπη. Ωστόσο η αγάπη εξακολουθεί να παραμένει ένα άγνωστο φαινόμενο. Και θα έπρεπε να είναι ένα από τα πιο γνωστά.

Είναι σχεδόν σαν να ρωτάει κάποιος, «Τί είναι η τροφή;» Δεν θα νιώθατε έκπληξη αν ερχόταν κάποιος και σας έκανε αυτήν την ερώτηση; Μόνο αν κάποιος πεινούσε από την αρχή της ζωής του και δεν είχε δοκιμάσει ποτέ φαγητό θα ήταν αυτή η ερώτηση λογική. Ισχύει το ίδιο και με την ερώτηση «Τί είναι η αγάπη;»

Η αγάπη είναι η τροφή της ψυχής, αλλά λιμοκτονήσατε. Η ψυχή σας δεν έχει λάβει καθόλου αγάπη, κι έτσι δεν γνωρίζετε τη γεύση της. Έτσι, η ερώτηση είναι μεν λογική, αλλά ατυχής. Το σώμα έχει λάβει τροφή, κι έτσι το σώμα συνεχίζει· αλλά η ψυχή δεν έχει λάβει τροφή κι έτσι η ψυχή είναι νεκρή, ή δεν έχει γεννηθεί ακόμη, ή βρίσκεται διαρκώς στο νεκροκρέβατό της.

Όταν γεννιόμαστε, γεννιόμαστε πλήρως εφοδιασμένοι με την ικανότητα να αγαπήσουμε και να αγαπηθούμε. Το κάθε παιδί γεννιέται γεμάτο αγάπη και γνωρίζει πολύ καλά τι είναι η αγάπη. Δεν χρειάζεται να πούμε σε ένα παιδί τι είναι η αγάπη. Αλλά το πρόβλημα προκύπτει επειδή η μητέρα και ο πατέρας δεν ξέρουν τι είναι η αγάπη. Κανένα παιδί δεν έχει αξίζει τους γονείς — κανένα παιδί δεν έχει ποτέ τους γονείς που αξίζει- πολύ απλά αυτοί οι γονείς δεν υπάρχουν στη γη. Και όταν αυτό το παιδί γίνει γονιός, θα έχει χάσει και αυτό την ικανότητα να αγαπάει.

Έχω ακούσει για μια μικρή κοιλάδα όπου τα παιδιά γεννιούνταν και μέσα σε τρεις μήνες τυφλώνονταν όλα. Ήταν μια μικρή, πρωτόγονη κοινωνία, όπου υπήρχε μια μύγα που προκαλούσε μια μόλυνση και τύφλωση στα μάτια, κι έτσι ολόκληρη η κοινότητα τυφλώθηκε. Κάθε παιδί γεννιόταν με μάτια που λειτουργούσαν στην εντέλεια, αλλά μέσα σε τρεις μήνες το πολύ είχε τυφλωθεί εξαιτίας αυτών των μυγών. Λοιπόν, κάποια στιγμή στη ζωή τους αυτά τα παιδιά πρέπει να ρώτησαν, «Τί είναι τα μάτια; Τί εννοείς όταν χρησιμοποιείς τη λέξη ‘μάτι’; Τι είναι η όραση; Τί σημαίνει βλέπω; Τί εννοείς;» Και η ερώτηση θα ήταν λογική. Εκείνα τα παιδιά είχαν γεννηθεί με όραση, αλλά την είχαν χάσει κάποια στιγμή κατά την ωρίμανσή τους.

Αυτό συνέβη και στην αγάπη. Κάθε παιδί γεννιέται με όση αγάπη μπορεί να διαθέτει κανείς, με παραπάνω από όση αγάπη μπορεί να διαθέτει κανείς, με ένα περίσσευμα αγάπης. Ένα παιδί γεννιέται ως αγάπη· ένα παιδί δημιουργείται από αυτό που αποκαλείται αγάπη. Αλλά οι γονείς δεν μπορούν να δώσουν αγάπη. Έχουν τα δικά τους κατάλοιπα οι γονείς τους δεν τους αγάπησαν ποτέ. Οι γονείς μπορούν μονάχα να προσποιηθούν. Μπορούν να μιλούν για αγάπη. Μπορούν να πουν, «Σ’ αγαπάμε πολύ», αλλά αυτό που κάνουν στην πραγματικότητα είναι να μην αγαπάνε. Ο τρόπος που συμπεριφέρονται, ο τρόπος που φέρονται στο παιδί είναι προσβλητικός· δεν υπάρχει σεβασμός. Κανένας γονιός δεν σέβεται το παιδί. Ποιος σκέπτεται ποτέ να σεβαστεί ένα παιδί; Το παιδί δεν θεωρείται καν άνθρωπος. Το παιδί θεωρείται πρόβλημα. Αν είναι ήσυχο, είναι καλό· αν δεν ουρλιάζει και δεν κάνει σκανταλιές, είναι καλό· αν πολύ απλά δεν μπαίνει στον δρόμο των γονιών, είναι πολύ καλό. Αυτό πρέπει να είναι ένα παιδί. Αλλά δεν υπάρχει σεβασμός και δεν υπάρχει αγάπη.

Οι γονείς δεν έχουν μάθει τι είναι αγάπη. Η σύζυγος δεν έχει αγαπήσει τον σύζυγό της, ο σύζυγος δεν έχει αγαπήσει τη σύζυγό του. Δεν υπάρχει αγάπη ανάμεσά τους – αντίθετα υπάρχει εξουσία, κτητικότητα, ζήλια, και κάθε είδους δηλητήριο που καταστρέφει την αγάπη. Όπως ακριβώς ένα συγκεκριμένο δηλητήριο μπορεί να καταστρέψει την όρασή σας, έτσι και το δηλητήριο της κτητικότητας και της ζήλιας καταστρέφει την αγάπη.

Η αγάπη είναι ένα εύθραυστο λουλούδι. Πρέπει να προστατεύεται, πρέπει να δυναμώνει, πρέπει να ποτίζεται- μόνο τότε γίνεται δυνατή και η αγάπη του παιδιού είναι πολύ εύθραυστη -επειδή, φυσικά, και το παιδί είναι εύθραυστο, το σώμα του είναι εύθραυστο. Πιστεύετε ότι αν ένα παιδί αφεθεί μόνο του θα μπορέσει να επιβιώσει; Σκεφθείτε μόνο πόσο αβοήθητο είναι ένα ανθρώπινο παιδί – αν ένα παιδί αφεθεί μόνο του, είναι σχεδόν αδύνατον να επιβιώσει. Θα πεθάνει, και αυτό ακριβώς συμβαίνει στην αγάπη. Αφήνουμε την αγάπη μόνη της, δίχως φροντίδα.

Η εκδίωξη είναι πάντα εκεί, και κάθε γονιός απειλεί να εκδιώξει το παιδί, να το πετάξει έξω. «Αν δεν με ακούσεις, αν δεν συμπεριφερθείς σωστά, θα σε διώξω». Όπως είναι φυσικό, το παιδί φοβάται. Θα το διώξει; Στην αγριότητα αυτής της ζωής; Αρχίζει να συμβιβάζεται. Μετά από λίγο το παιδί αρχίζει να πονηρεύεται και να χειραγωγεί. Δεν θέλει να χαμογελάσει, αλλά αν η μητέρα είναι εκεί κοντά και αυτό θέλει γάλα, χαμογελά. Αυτό ονομάζεται πολιτική – η αρχή, οι βασικές αρχές της πολιτικής.

Κατά βάθος το παιδί αρχίζει να μισεί τους γονείς, επειδή δεν το σέβονται· κατά βάθος αρχίζει να απογοητεύεται, επειδή δεν το αγαπάνε όπως είναι. Έχουν την απαίτηση να κάνει ορισμένα πράγματα και μόνο τότε το αγαπάνε. Η αγάπη έχει όρους· το παιδί δεν είναι άξιο έτσι όπως είναι. Πρώτα πρέπει να γίνει άξιο και μόνο τότε θα δοθεί η αγάπη των γονιών. Έτσι για να γίνει «άξιο» το παιδί αρχίζει να γίνεται ψεύτικο· χάνει κάθε αίσθηση της δικής του εγγενούς αξίας. Χάνει τον σεβασμό για τον εαυτό του, και σιγά-σιγά αρχίζει να νιώθει ότι είναι ένοχο.

Η αγάπη αναπτύσσεται μόνο μέσα στην αγάπη. Η αγάπη χρειάζεται ένα περιβάλλον αγάπης – αυτό είναι το πιο θεμελιώδες πράγμα που πρέπει να θυμόμαστε. Μόνο σε ένα περιβάλλον αγάπης αναπτύσσεται η αγάπη· χρειάζεται τον ίδιο παλμό γύρω της. Αν η μητέρα αγαπάει, αν ο πατέρας αγαπάει -όχι μόνο το παιδί, αλλά αν αγαπιούνται και μεταξύ τους, αν το σπίτι έχει μια ατμόσφαιρα στην οποία η αγάπη ρέει- το παιδί θα αρχίσει να λειτουργεί ως ένα ον αγάπης, και δεν θα κάνει ποτέ την ερώτηση, «Τί είναι η αγάπη;» Θα την ξέρει από την αρχή, θα γίνει το θεμέλιό του.

Αλλά αυτό δεν συμβαίνει. Είναι άσχημο, αλλά ως τώρα δεν έχει συμβεί. Και τα παιδιά παίρνουν από τους γονείς τους τη γκρίνια τους, τις διαμάχες τους. Απλά δείτε τον εαυτό σας. Αν είστε γυναίκα, δείτε, ίσως να επαναλαμβάνετε, σχεδόν κατά γράμμα, τους τρόπους με τους οποίους φερόταν η μητέρα σας. Δείτε τον εαυτό σας όταν είστε με το αγόρι σας η με τον άνδρα σας: Τί κάνετε; Δεν επαναλαμβάνετε ένα μοτίβο; Αν είστε ανόρας, δείτε: Τί κάνετε; Δεν συμπεριφέρεστε σαν τον πατέρα σας; Δεν κάνετε τις ίδιες ανοησίες που έκανε εκείνος; Κάποτε νιώθατε έκπληξη -«Πώς μπορεί να κάνει κάτι τέτοιο ο πατέρας μου;»- και τώρα εσείς κάνετε ακριβώς το ίδιο. Οι άνθρωποι επαναλαμβάνουν- οι άνθρωποι μιμούνται. Το ανθρώπινο ον είναι μια μαϊμού. Επαναλαμβάνετε τη συμπεριφορά του πατέρα σας ή της μητέρας σας, και αυτό πρέπει κάποτε να σταματήσει. Μόνο τότε θα μάθετε τι είναι η αγάπη, διαφορετικά θα παραμείνετε διεφθαρμένοι.

Δεν μπορώ να προσδιορίσω τι είναι η αγάπη, επειδή δεν υπάρχει ορισμός της αγάπης. Είναι ένα από εκείνα τα απροσδιόριστα πράγματα όπως είναι η γέννηση, ο θάνατος. Είναι ένα από εκείνα τα απροσδιόριστα φαινόμενα -δεν μπορώ να την προσδιορίσω. Δεν μπορώ να πω «αυτό είναι αγάπη», δεν μπορώ να σας τη δείξω. Δεν είναι ένα ορατό φαινόμενο. Δεν μπορεί να εξεταστεί, να αναλυθεί· μόνο να τη βιώσουμε μπορούμε, και μόνο μέσω της εμπειρία θα μάθετε τι είναι. Αλλά μπορώ να σας δείξω τον τρόπο να τη βιώσετε.

Πρώτα, λοιπόν, το σημαντικό είναι να δούμε πώς ζούμε

Οι επιστήμονες λένε ότι ήρθαμε από τη θάλασσα, από κύτταρα, από τον πίθηκο, που όλα αυτά είναι μέρος της φύσης. Πήρε τρεισήμισι εκατομμύρια χρόνια περίπου για να γίνουμε τα ανθρώπινα πλάσματα που είμαστε τώρα. Είτε αυτό είναι έτσι είτε πιστεύει κανείς ότι μας έκανε ο Θεός. Καταλαβαίνετε; Μπορείς να παίζεις όποιο παιχνίδι σ’ αρέσει: Είτε να πιστεύεις την επιστημονική θεωρία και στα επιστημονικά γεγονότα είτε να πιστεύεις ότι μας έκανε ο Θεός ή ότι ο Θεός βρίσκεται μέσα μας. Οι επιστήμονες έχουν αποδείξει σαν γεγονός ότι προερχόμαστε από ένα μικρό κύτταρο, αυτοπολλαπλασιαζόμενο μέσα στη θάλασσα που σταδιακά πέρασε στη γη και έγινε γέννημά της, κι από τον πίθηκο έχουμε γίνει αυτό που είμαστε. Δηλαδή, είμαστε μέρος της φύσης και όλος ο κόσμος είναι μέρος μας. Κι αν πιστεύετε ότι σας έχει φτιάξει κάποιος δημιουργός, αυτός ο δημιουργός θα πρέπει να είναι μάλλον ανόητος, μάλλον τυφλός, ένας χαζός άνθρωπος -άντρας ή γυναίκα-, γιατί, κοιτάξτε μας, κοιτάξτε πώς είμαστε.

Δεν έχουμε φτιαχτεί «κατ’ εικόνα του Θεού», αλλά έχουμε φτιάξει τον Θεό σύμφωνα με τη δική μας εικόνα. Καταλαβαίνετε τη διαφορά; Για να βρούμε, για να ανακαλύψουμε ή για να ανταμώσουμε εκείνο που δεν είναι η λέξη, που δεν είναι μνήμη, που δεν ανήκει στον χρόνο, που είναι κάτι πραγματικά ιερό, πρέπει πρώτα να καταλάβουμε τι είμαστε εμείς- γιατί έχουμε γίνει έτσι όπως είμαστε: Βάρβαροι, βίαιοι, άπληστοι, φθονεροί, με τον νου μας στο χρήμα, έχοντας μίσος ο ένας για τον άλλο- τα ξέρετε όλα αυτά που συμβαίνουν στην ανθρωπότητα. Είναι πολύ πιο σημαντικό να βρεθεί αυτό πρώτα και μετά να πείτε «ποιος μας έφτιαξε;». Τώρα είμαστε αυτό που είμαστε: «τυφλοί», μάλλον ανόητοι, ευκολόπιστοι, φοβισμένοι, γεμάτοι μοναξιά, απογοήτευση και θλίψη- όλο αυτό είναι το πώς είμαστε και το να κατανοηθεί όλη η δομή της ανθρώπινης ψυχής είναι πάρα πολύ πιο σημαντικό από το να μιλάμε απλώς για τον Θεό ή να κάνουμε κάποια επαναλαμβανόμενη τελετή ή να πηγαίνουμε σε έναν ναό και να λατρεύουμε κάποια ξύλινη ζωγραφιά ή ένα μαρμάρινο άγαλμα.

Συγγνώμη που το επισημαίνω, αλλά ο ομιλητής δεν αποδοκιμάζει οτιδήποτε. Απλώς δείχνει τι κάνουμε εμείς τα ανθρώπινα πλάσματα και λειτουργεί σαν καθρέφτης για να κοιταχτείτε σ’ αυτόν. Αυτός ο καθρέφτης δεν είναι κάποια αυθεντία· δεν έχει καμιά αυθεντία. Ο ομιλητής είναι απλώς ένας καθρέφτης. Και αυτό τον καθρέφτη, όταν κοιταχτείτε σ’ αυτόν και δείτε καθαρά και κατανοήσετε ό,τι βλέπετε, πετάξτε τον, σπάστε τον, μην τον κάνετε ένα ακόμα είδωλο ή μια ακόμα προσωπική λατρεία, όπως έχουν την τάση να κάνουν οι περισσότεροι. Πρώτα, λοιπόν, το σημαντικό είναι να δούμε πώς ζούμε. Να δούμε γιατί έχουμε τόσο στενούς, περιορισμένους ορίζοντες· γιατί είμαστε τόσο εγωκεντρικοί, γεμάτοι ιδιοτέλεια. Μπορεί να μοιάζει παράλογο, αλλά αυτός είναι ο πιο σημαντικός παράγοντας, που διαμορφώνει τη ζωή μας.

Σόλων: η ποίηση της πολιτικής

Σόλων ο Αθηναίος

§1

Γιατί χρειάζεται να μιλάμε για τον Σόλωνα; Επειδή ανήκει σ’ εκείνα τα πολυτάλαντα πρόσωπα της ιστορίας, που συνδυάζουν, έργω και λόγω, μοναδικά χαρίσματα ποιητικής, πολιτικής και άδολα πατριωτικής στάσης ζωής. Για την κοινή συνείδηση, ο Σόλων είναι περισσότερο πολιτικός παρά ποιητής. Ο ίδιος όμως δεν ξεχώριζε την ποίηση από την πολιτική και αντίστροφα: η ποιητική του πράξη εμπνέει την πολιτική του δράση και η τελευταία δικαιώνει την πρώτη, καθώς ο ποιητής συνδέει τη δημόσια δραστηριότητά του με την ευτυχία σύμπασας της κοινωνίας και όχι με την ευημερία της μιας μερίδας σε βάρος της άλλης. Το ενδιαφέρον του για το γενικό καλό συνιστά κλασικό αντίβαρο στην πολιτική σήψη του σημερινού κοινωνικο-πολιτικού μας γίγνεσθαι. Εάν ο Σόλων χαρακτηριζόταν από ορισμένους Αθηναίους του καιρού του ως «άφρων», επειδή δεν χρησιμοποίησε την εξουσία για ίδιον όφελος, οι χαμαιλέοντες του πολιτικού σήμερα αγάλλονται να «εξουσιάζουν, για να συσσωρεύουν πλούτη» (Σόλων), απαιτώντας μάλιστα την ανοχή ή την παθητική τουλάχιστο συγκατάθεση ενός άγνωμου πλήθους Η παρουσία του Σόλωνα στην πολιτική σκηνή της πόλης του ήταν πρωτίστως πνευματική με όλες τις χάρες συγχρόνως ενός σκεπτόμενου και ελευθερόφρονος πολιτικού. Η μέγιστη Χάρη του ήταν να αντιταχθεί, όπως μας πληροφορεί ο Αριστοτέλης, και στα δυο υπάρχοντα τότε κόμματα, προκειμένου να δώσει στην πατρίδα του καλούς νόμους και να την σώσει από την αποσύνθεση, που την οδηγούσαν οι αθέμιτοι κομματικοί ανταγωνισμοί. Και τότε και τώρα η υποτέλεια στον ένα ή τον άλλο κομματικό σωλήνα παράγει την πιο ανελεύθερη κι ευτελιστική σχέση του ανθρώπινου όντος: εκείνη του ποιμένα και του ποιμνίουˑ κοινώς: του βοσκού και των προβάτων (Νίτσε).

§2

Τρία είναι τα βασικά χαρακτηριστικά που επιτρέπουν την εύρυθμη οργάνωση και λειτουργία της ελληνικής πόλεως, ιδίως την εποχή του Σόλωνος (6ος π.Χ. αι.): εκείνα της ποίησης, της πολιτικής και της σοφίας. Ο συνδυασμός αυτών των τριών στοιχείων συνθέτει την οντότητα των σημαινόντων ανδρών, αναπόδραστα αναγκαίων για το παρόν και το μέλλον της ευνομίας της πόλεως. Γιατί οι σημαίνοντες άνδρες ενσαρκώνουν την εσωτερική αναγκαιότητα μιας τέτοιας ευνομίας; Επειδή εμφορούνται από εκείνη την οντολογική γνώση, που οδηγεί πέρα από οποιαδήποτε επί μέρους, ειδική ή και τυπική κατάρτιση των νομοθετούντων: προς ένα καθολικό νομοθετείν, ανέγγιχτο από ιδιωτικά συμφέροντα και αναγόμενο στην περιωπή του ιερού, του θείου. Η πολιτική σχέση Σόλωνος και Αθήνας οικοδομήθηκε ακριβώς πάνω σ’ αυτή την οντολογική βάση. Εφόσον το αθηναϊκό κράτος ήθελε να είναι πνευματικά ελεύθερο, χρειαζόταν τον Σόλωνα, γιατί συνδύαζε στον υπέρτατο βαθμό τα ως άνω τρία στοιχεία. Με την ποίησή του, αυτός ο μεγάλος άνδρας προσφέρει στο λυκαυγές της αθηναϊκής πολιτείας ένα νέο, πατριωτικό κατά την τάξη της μεσότητας και γι’ αυτό αυθεντικά δημοκρατικό σώμα ιδεών. Με τούτο το σώμα απελευθερώνει τις απαραίτητες για την ιστορική στιγμή συγ-κινήσεις της αθηναϊκής κοινωνίας και επιχειρεί να εμφυτεύσει στη συνείδησή της την ακατάλυτη δύναμη της Δίκης, της Δικαιοσύνης. Ο λόγος για δικαιοσύνη ρέει άφθονος από τότε μέχρι σήμερα στα ρείθρα της ελληνικής πολιτείας. Η πρακτική της όμως εφαρμογή είναι πάντα το ζητούμενο. Ειδικά στην εποχή μας ηχεί, με φωτεινές βέβαια εξαιρέσεις, ως μια παραπλανητική μελωδία της πολιτικής συναυλίας των επίδοξων εκάστοτε κυβερνητικών διαχειριστών για την κατίσχυση των πιο υστερόβουλων εξουσιαστικών τους βλέψεων. Υπ’ αυτό το πνεύμα, το περιεχόμενο του ελεγειακού έργου του Σόλωνος εξακολουθεί να είναι επί-καιρο, καθώς το ποιητικό-αττικό του πνεύμα στιγματίζει όλους τους καταστροφείς της πατρικής εστίας –με σημερινούς όρους, τους εθνομηδενιστές– που στα λόγια αυτοκολακεύονται ως μεγαλοσχήμονες «δημοκράτες», αλλά στην πράξη αποδεικνύονται ως τα πιο ύπουλα τρωκτικά. Να γιατί ολόκληρο το μεταρρυθμιστικό έργο του Σόλωνος δεν οφείλει τη διαχρονική μεγαλοσύνη του μόνο και κύρια στις νομοθετικές πράξεις, αλλά θεμελιωδώς στον ηθικό φρονηματισμό αρχόντων και αρχομένων, που αυτές οι πράξεις εκπέμπουν.

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ: Ρητορική (1392a-1392b)

[XIX] Πρῶτον μὲν οὖν περὶ δυνατοῦ καὶ ἀδυνάτου λέγωμεν. ἂν δὴ τὸ ἐναντίον ᾖ δυνατὸν ἢ εἶναι ἢ γενέσθαι, καὶ τὸ ἐναντίον δόξειεν ἂν εἶναι δυνατόν, οἷον εἰ δυνατὸν ἄνθρωπον ὑγιασθῆναι, καὶ νοσῆσαι· ἡ γὰρ αὐτὴ δύναμις τῶν ἐναντίων ᾗ ἐναντία. καὶ εἰ τὸ ὅμοιον δυνατόν, καὶ τὸ ὅμοιον· καὶ εἰ τὸ χαλεπώτερον δυνατόν, καὶ τὸ ῥᾷον· καὶ εἰ τὸ σπουδαῖον καὶ καλὸν γενέσθαι δυνατόν, καὶ ὅλως δυνατὸν γενέσθαι· χαλεπώτερον γὰρ καλὴν οἰκίαν ἢ οἰκίαν εἶναι. καὶ οὗ ἡ ἀρχὴ δύναται γενέσθαι, καὶ τὸ τέλος· οὐδὲν γὰρ γίγνεται οὐδ᾽ ἄρχεται γίγνεσθαι τῶν ἀδυνάτων, οἷον τὸ σύμμετρον τὴν διάμετρον εἶναι οὔτ᾽ ἂν ἄρξαιτο γίγνεσθαι οὔτε γίγνεται. καὶ οὗ τὸ τέλος, καὶ ἡ ἀρχὴ δυνατή· ἅπαντα γὰρ ἐξ ἀρχῆς γίγνεται. καὶ εἰ τὸ ὕστερον τῇ οὐσίᾳ ἢ τῇ γενέσει δυνατὸν γενέσθαι, καὶ τὸ πρότερον, οἷον εἰ ἄνδρα γενέσθαι δυνατόν, καὶ παῖδα (πρότερον γὰρ ἐκεῖνο γίγνεται), καὶ εἰ παῖδα, καὶ ἄνδρα (καὶ ἀρχὴ γὰρ ἐκείνη). καὶ ὧν ἢ ἔρως ἢ ἐπιθυμία φύσει ἐστίν· οὐδεὶς γὰρ ἀδυνάτων ἐρᾷ οὐδὲ ἐπιθυμεῖ ὡς ἐπὶ τὸ πολύ. καὶ ὧν ἐπιστῆμαί εἰσι καὶ τέχναι, δυνατὸν ταῦτα καὶ εἶναι καὶ γίγνεσθαι. καὶ ὅσων ἡ ἀρχὴ τῆς γενέσεως ἐν τούτοις ἐστὶν ἃ ἡμεῖς ἀναγκάσαιμεν ἂν ἢ πείσαιμεν· ταῦτα δ᾽ ἐστὶν ὧν κρείττους ἢ κύριοι ἢ φίλοι. καὶ ὧν τὰ μέρη δυνατά, καὶ τὸ ὅλον, καὶ ὧν τὸ ὅλον δυνατόν, καὶ τὰ μέρη ὡς ἐπὶ τὸ πολύ· εἰ γὰρ πρόσχισμα καὶ κεφαλὶς καὶ χιτὼν δύναται γενέσθαι, καὶ ὑποδήματα δυνατὸν γενέσθαι, καὶ εἰ ὑποδήματα, καὶ πρόσχισμα καὶ κεφαλίς καὶ χιτών. καὶ εἰ τὸ

[1392b] γένος ὅλον τῶν δυνατῶν γενέσθαι, καὶ τὸ εἶδος, καὶ εἰ τὸ εἶδος, καὶ τὸ γένος, οἷον εἰ πλοῖον γενέσθαι δυνατόν, καὶ τριήρη, καὶ εἰ τριήρη, καὶ πλοῖον. καὶ εἰ θάτερον τῶν πρὸς ἄλληλα πεφυκότων, καὶ θάτερον, οἷον εἰ διπλάσιον, καὶ ἥμισυ, καὶ εἰ ἥμισυ, διπλάσιον. καὶ εἰ ἄνευ τέχνης καὶ παρασκευῆς δυνατὸν γίγνεσθαι, μᾶλλον διὰ τέχνης καὶ ἐπιμελείας δυνατόν, ὅθεν καὶ Ἀγάθωνι εἴρηται

καὶ μὴν τὰ μέν γε τῆς τέχνης πράσσειν, τὰ δὲ
ἡμῖν ἀνάγκῃ καὶ τύχῃ προσγίγνεται.


Καὶ εἰ τοῖς χείροσι καὶ ἥττοσι καὶ ἀφρονεστέροις δυνατόν, καὶ τοῖς ἐναντίοις μᾶλλον, ὥσπερ καὶ Ἰσοκράτης ἔφη δεινὸν εἴναι εἰ ὁ μὲν Εὔθυνος ἔμαθεν, αὐτὸς δὲ μὴ δυνήσεται εὑρεῖν. περὶ δὲ ἀδυνάτου δῆλον ὅτι ἐκ τῶν ἐναντίων τοῖς εἰρημένοις ὑπάρχει.

***
[19] Ας μιλήσουμε λοιπόν πρώτα για το δυνατό και το αδύνατο. Αν λοιπόν για το αντίθετο ενός πράγματος είναι δυνατή η ύπαρξη ή η γένεση, τότε μπορεί κανείς να δεχτεί ότι το ίδιο είναι δυνατό και για το αντίθετό του· αν, επί παραδείγματι, είναι δυνατό ένας άνθρωπος να γιατρευτεί, θα πει ότι είναι δυνατό και να αρρωστήσει· γιατί και στα δύο αντίθετα —ως αντίθετα— υπάρχει η ίδια δυνατότητα. Επίσης: αν είναι δυνατό το ένα από δύο όμοια πράγματα, τότε είναι δυνατό και το όμοιό του. Επίσης: αν είναι δυνατό το δυσκολότερο, τότε και το ευκολότερο. Επίσης: αν είναι δυνατό ένα πράγμα να υπάρξει ως καλό και ωραίο, τότε είναι δυνατό και απλά να υπάρξει· γιατί είναι πιο δύσκολο να υπάρξει ένα ωραίο σπίτι από το να υπάρξει απλώς ένα σπίτι. Επίσης: αν είναι δυνατή η αρχή ενός πράγματος, είναι δυνατό και το τέλος του· γιατί κανένα από τα αδύνατα πράγματα δεν έρχεται, ούτε αρχίζει να έρχεται, στην ύπαρξη· π.χ. η διαγώνιος ενός τετραγώνου ούτε θα μπορούσε να αρχίσει να είναι ούτε είναι σύμμετρη με τις πλευρές του. Επίσης: αν είναι δυνατό το τέλος ενός πράγματος, είναι δυνατή και η αρχή του· γιατί όλα τα πράγματα έρχονται στην ύπαρξη από μια αρχή. Επίσης: αν είναι δυνατό να ᾽ρθει στην ύπαρξη αυτό που είναι ύστερο από πλευράς ουσίας ή γένεσης, τότε και το πρότερο· π.χ. αν είναι δυνατό να υπάρξει άντρας, τότε και παιδί (το παιδί είναι πρότερον ενσχέσει με τον άντρα)· και αν είναι δυνατό να υπάρξει παιδί, τότε και άντρας (το παιδί είναι επίσης και αρχή). Δυνατά είναι επίσης αυτά προς τα οποία μας κινεί ένας φυσικός έρωτας και ένας φυσικός πόθος· γιατί κανένας δεν αισθάνεται έρωτα ή πόθο για τα αδύνατα πράγματα — αυτός, τουλάχιστο, είναι ο κανόνας. Για όσα επίσης πράγματα υπάρχουν επιστήμες και τέχνες, για όλα αυτά είναι δυνατή και η ύπαρξη και η γένεση. Δυνατά είναι επίσης όλα αυτά που η αρχή της γένεσής τους βρίσκεται σε πράγματα στα οποία εμείς μπορούμε να ασκήσουμε πίεση ή πειθώ· πρόκειται, βέβαια, για όλα εκείνα από τα οποία είμαστε δυνατότεροι ή των οποίων είμαστε αφέντες ή φίλοι. Επίσης, αν τα μέρη ενός πράγματος είναι δυνατά, είναι δυνατό και το σύνολο· και, αν είναι δυνατό το σύνολο, τότε είναι συνήθως δυνατά και τα μέρη. Πραγματικά: αν μπορούν να υπάρξουν σχισμένες μπροστά μύτες, ψίδια και πανωδέρματα, τότε μπορούν να υπάρξουν και παπούτσια, και αν μπορούν να υπάρξουν παπούτσια, τότε και σχισμένες μπροστά μύτες, ψίδια και πανωδέρματα.

[1392b] Αν το γένος είναι, στο σύνολό του, μεταξύ των δυνατών πραγμάτων, τότε είναι και το είδος, και αν το είδος, τότε και το γένος· παράδειγμα: αν μπορεί να υπάρξει πλοίο, τότε και τριήρης, και αν τριήρης, τότε και πλοίο. Επίσης: αν είναι δυνατό το ένα από δύο πράγματα που σχετίζονται αμοιβαία εκ φύσεως, τότε και το άλλο· αν π.χ. είναι δυνατό το διπλάσιο, τότε και το μισό, και αν το μισό, τότε και το διπλάσιο. Επίσης, αν κάτι μπορεί να υπάρξει δίχως τέχνη και δίχως καμιά προπαρασκευή, τότε μπορεί —σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό— με τη βοήθεια κάποιας τέχνης και κάποιας ιδιαίτερης φροντίδας· εξού και ο λόγος του Αγάθωνα

 κάποια, αλήθεια, πράγματα με τη βοήθεια της τέχνης πρέπει να τα κάνουμε,
άλλα όμως, πάλι, μας συμβαίνουν από ανάγκη κι από τύχη.

Αν, επίσης, κάτι είναι δυνατό σε χειρότερους, σε κατώτερους και σε πιο άφρονες ανθρώπους, είναι βέβαια σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό δυνατό στους αντίθετούς τους, όπως ακριβώς το είπε και ο Ισοκράτης, πως θα ήταν φοβερό, κάτι που μπόρεσε να το καταλάβει ο Εύθυνος, ο ίδιος να μη μπορέσει να το βρει.

Είναι φανερό ότι τα σχετικά με το αδύνατο προκύπτουν από τα αντίθετα αυτών που έχουμε πει.