Δευτέρα, 2 Μαρτίου 2020

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ - Ἑκάβη (382-414)

ΕΚ. καλῶς μὲν εἶπας, θύγατερ, ἀλλὰ τῷ καλῷ
λύπη πρόσεστιν. εἰ δὲ δεῖ τῷ Πηλέως
χάριν γενέσθαι παιδὶ καὶ ψόγον φυγεῖν
385 ὑμᾶς, Ὀδυσσεῦ, τήνδε μὲν μὴ κτείνετε,
ἡμᾶς δ᾽ ἄγοντες πρὸς πυρὰν Ἀχιλλέως
κεντεῖτε, μὴ φείδεσθ᾽· ἐγὼ ᾽τεκον Πάριν,
ὃς παῖδα Θέτιδος ὤλεσεν τόξοις βαλών.
ΟΔ. οὐ σ᾽, ὦ γεραιά, κατθανεῖν Ἀχιλλέως
390 φάντασμ᾽ Ἀχαιοὺς ἀλλὰ τήνδ᾽ ᾐτήσατο.
ΕΚ. ὑμεῖς δέ μ᾽ ἀλλὰ θυγατρὶ συμφονεύσατε,
καὶ δὶς τόσον πῶμ᾽ αἵματος γενήσεται
γαίᾳ νεκρῷ τε τῷ τάδ᾽ ἐξαιτουμένῳ.
ΟΔ. ἅλις κόρης σῆς θάνατος, οὐ προσοιστέος
395 ἄλλος πρὸς ἄλλῳ· μηδὲ τόνδ᾽ ὠφείλομεν.
ΕΚ. πολλή γ᾽ ἀνάγκη θυγατρὶ συνθανεῖν ἐμέ.
ΟΔ. πῶς; οὐ γὰρ οἶδα δεσπότας κεκτημένος.
ΕΚ. ὁποῖα κισσὸς δρυὸς ὅπως τῆσδ᾽ ἕξομαι.
ΟΔ. οὔκ, ἤν γε πείθῃ τοῖσι σοῦ σοφωτέροις.
400 ΕΚ. ὡς τῆσδ᾽ ἑκοῦσα παιδὸς οὐ μεθήσομαι.
ΟΔ. ἀλλ᾽ οὐδ᾽ ἐγὼ μὴν τήνδ᾽ ἄπειμ᾽ αὐτοῦ λιπών.
ΠΟ. μῆτερ, πιθοῦ μοι· καὶ σύ, παῖ Λαερτίου,
χάλα τοκεῦσιν εἰκότως θυμουμένοις,
σύ τ᾽, ὦ τάλαινα, τοῖς κρατοῦσι μὴ μάχου.
405 βούλῃ πεσεῖν πρὸς οὖδας ἑλκῶσαί τε σὸν
γέροντα χρῶτα πρὸς βίαν ὠθουμένη,
ἀσχημονῆσαί τ᾽ ἐκ νέου βραχίονος
σπασθεῖσ᾽, ἃ πείσῃ; μὴ σύ γ᾽· οὐ γὰρ ἄξιον.
ἀλλ᾽, ὦ φίλη μοι μῆτερ, ἡδίστην χέρα
410 δὸς καὶ παρειὰν προσβαλεῖν παρηίδι·
ὡς οὔποτ᾽ αὖθις ἀλλὰ νῦν πανύστατον
ἀκτῖνα κύκλον θ᾽ ἡλίου προσόψομαι.
τέλος δέχῃ δὴ τῶν ἐμῶν προσφθεγμάτων.
ὦ μῆτερ, ὦ τεκοῦσ᾽, ἄπειμι δὴ κάτω.

***
ΕΚΑΒΗ
Όμορφα μίλησες, κόρη μου, όμως υπάρχει πόνος
σ᾽ αυτή την ομορφιά. Κι αν είν᾽ ανάγκη,
Οδυσσέα, να πληρώσετε τη χάρη
στον γιο του Πηλέα για να λείψουν κι από σας
οι κατηγόριες, μη μου τη σκοτώσετε.
Εμένα σύρτε στον τάφο του Αχιλλέα
και, δίχως λύπηση, σφάχτε με.
Εγώ είμ᾽ εκείνη που έφερα στον κόσμο
τον Πάρι,
αυτόν που αφάνισε με σαϊτιές τον γιο της Θέτιδας.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ
Δεν γύρεψε απ᾽ τους Αχαιούς ο ίσκιος του Αχιλλέα
τον δικό σου τον θάνατο, κυρά μου,
390 την κοπέλα ζητάει για σφαχτάρι.
ΕΚΑΒΗ
Τότε σκοτώστε με μαζί με την κόρη μου.
Διπλό θα γίνει το αίμα που θα πιει
κι η γη κι ο νεκρός που το γύρεψε.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ
Αρκετός είν᾽ ο θάνατος της κόρης.
Δεν θα προσθέσουμε κι άλλον. Μακάρι
ούτε αυτόν να χρωστούσαμε.
ΕΚΑΒΗ
Κι όμως,
σου λέω πως πρέπει να πεθάνω με την κόρη.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ
Τί λες; Δεν το ᾽ξερα πως έχω κι αφεντάδες.
ΕΚΑΒΗ
Θα την κρατώ σαν ο κισσός που περιπλέκει
το άγριο το δρυ.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ
Κι εγώ σου λέω ν᾽ ακούσεις
εκείνους που είναι φρονιμότεροι από σένα.
ΕΚΑΒΗ
Μάθε πως με τη θέλησή μου δεν θα την αφήσω
400 την κόρη μου.
ΠΟΛΥΞΕΝΗ
Άκουσε, μάνα μου· κι εσύ, γιε του Λαέρτη,
συμπάθα τους γονιούς που με το δίκιο τους
φουντώνουν.
Και συ, δυστυχισμένη, μην εναντιώνεσαι
στους δυνατούς. Θα σ᾽ άρεσε
κατάχαμα να πέσεις και το γέρικο
κορμί σου να λαβώσεις όταν με τη βία
θα σε σπρώχνουνε, και να ντροπιαστείς
καθώς θα σε τραβολογούν τα παλικάρια;
Αυτά θα πάθεις· μη, λοιπόν, ζητάς τα αταίριαστα.
Μανούλα αγαπημένη, δώσε μου
το γλυκό σου το χέρι κι άσε ν᾽ ακουμπήσω
410 το μάγουλο στο μάγουλό σου,
αφού ποτέ πια δεν θα ξαναδώ
του ήλιου το φως. Ακούς
τα τελευταία μου λόγια.
Ω μητέρα, ω εσύ που με γέννησες,
για τον Άδη πορεύομαι.

Μακεδονία εν μύθοις φθεγγομένη: Μύθοι τοπικοί - Πέλλα

«Πέλλα αγγείον σκυφοειδές, πυθμένα έχον πλατύτερον, εις ο ήμελγον το γάλα» (Αθήν. 495C). Η απόδοση της προέλευσης του ονόματος της πόλης από το συγκεκριμένο σκεύος –που σήμερα είναι γνωστό με το όνομα «καρδάρα»–  προδίδει την αρχική οικονομική βάση της περιοχής, δηλαδή την κτηνοτροφία. Πράγματι, στην περιοχή υπήρχε παλαιότερος οικισμός της Υστεροελλαδικής Εποχής, με τον οποίο ίσως σχετίζεται το όνομα Βούνομος ή Βουνόμεια που παραδίδει ο Στέφανος Βυζάντιος. Άλλωστε, με αυτό το επίθετο λατρευόταν η Αθηνά που έφερε περικεφαλαία με κέρατα ταύρου.

Ωστόσο, το επίθετο πελλός-ή-όν, που σημαίνει φαιός, φαιόχρους, μολυβδόχρους, (πρβ. και πελιός, πελιδνός, πολιός, Πέλοψ, Πελίας, ίσως Πελασγός, Πελαγόνες, Πελαγονία, Πελάγων από Λυκία και από Πύλο) παραπέμπει σε λέξεις από τη ρίζα πηλ-, κοινή σε «παλαιοελληνικό και μικρασιατικό πεδίο». Και γνωρίζουμε ότι Πηλεγόνης ονομαζόταν ένας γιος της Περίβοιας και του ποταμού Αξιού που ρέει παράπλευρα στην Πέλλα.

Εἷς οἰωνὸς ἄριστος ἀμύνεσθαι περὶ πάτρης

Στην Μ ραψωδία της Ιλιάδας -κι ενώ μαίνεται η μάχη μπροστά στα τείχη της Τροίας- ο Τρώας Πολυδάμας πλησιάζει τον Έκτορα και τον συμβουλεύει να μην επιτεθούν στα πλοία των Αχαιών («μὴ ἴομεν Δαναοῖσι μαχησόμενοι περὶ νηῶν»), γιατί τα σημάδια, οι οιωνοί, δεν είναι καλοί: «Όχι, ας μην πάμε να χτυπήσουμε τ᾿ Αργίτικα καράβια· / τι έτσι θαρρώ θα γένει: αν φάνηκε στ’ αλήθεια το σημάδι / τούτο στους Τρώες, καθώς λογιάζαμε το σκάμα να διαβούμε, / ένας αϊτός ψηλοπετάμενος ζερβιά μεριά απ’ τ᾿ ασκέρι, / κι εκράτα αιματωπό στα νύχια του θεριακωμένο φίδι, / ακόμα ζωντανό, και το άφησε πριν φτάσει στην κούρνια του, / και δεν κατάφερε στ᾿ αϊτόπουλα γυρνώντας να το φέρει· / όμοια και μείς, κι αν τώρα σπάσουμε των Αχαιών τις πόρτες / και το τειχί με πλήθια δύναμη κι οι Αργίτες κάμουν πίσω, / τον ίδιο δρόμο δε θα γύρουμε με τάξη απ᾿ τα καράβια.»

Όπως είναι γνωστό, οι Αχαιοί και οι σύμμαχοί τους δεν πολεμούν για την «πατρώα γη»· οι Τρώες όμως υπερασπίζονται την πατρίδα τους και η απόφαση τους να πολεμήσουν όχι μόνο είναι αμετάκλητη, αλλά και θεάρεστη· η δειλία και οι σκέψεις για υποχώρηση ταιριάζουν μόνο σε απερίσκεπτους ή σε ανθρώπους που οι θεοί τους πήραν τα μυαλά («θεοὶ φρένας ὤλεσαν»). Η κλασική ομηρική φράση «Εἷς οἰωνὸς ἄριστος ἀμύνεσθαι περὶ πάτρης.» αποδίδεται στον γενναίο Έκτορα:

«Τα λόγια ετούτα, Πολυδάμαντα, καθόλου δε μ᾿ αρέσουν / κι άλλη βουλή να δώσεις δύνεσαι καλύτερη από τούτη. / Όμως αλήθεια, τούτα που ‘λεγες, με τα σωστά σου αν τα ‘πες, / ατοί τους οι θεοί σου σήκωσαν τα φρένα δίχως άλλο’ / που θες του Δία του βροντοσκούταρου το θέλημα καθόλου / να μην ψηφήσουμε, που εσύγκλινε κι έδωσε λόγο ατός του. / Κι εσύ ζητάς στ᾿ ανοιχτοφτέρουγα πουλιά να δώσω πίστη, / που ούτε καθόλου εγώ τα γνοιάζομαι κι ουδέ τα λογαριάζω, / δεξιά, κατά τον ήλιο αν λάμνουνε και την αυγή, ως πετούνε, / για και ζερβά, κατά το σύθολο στα δυτικά σκοτάδι. / Στου Δία μονάχα εμείς το θέλημα ν᾿ ακούσουμε ταιριάζει, / που ‘ναι τρανός, και τους αθάνατους και τους θνητούς ορίζει. / Να διαφεντεύεις την πατρίδα σου το πιο καλό σημάδι

Ή

«Μα αν τέτοιο λόγο αληθινά τον λες με τα σωστά σου, / τότες θα πει οι αθάνατοι πως σ’ έχουν ξεμωράνει, / που εδώ μου ψέλνεις ορισμούς του Δία ν’ αστοχήσω / και κάλια θες εγώ πουλιά κι αητούς μ’ οργιά φτερούγες / ν’ ακούσω… που δεν τους ψηφάω, στο νου μου δεν τους βάνω, / θένε δεξά ας πηγαίνουνε όθε ανατέλνει ο ήλιος, / θένε ζερβά, κατάισα κατά τη μαύρη δύση. / Εμείς τη γνώμη του Διός ν’ ακούμε πρέπει, π’ όλους / ορίζει αθρώπους και θεούς. Ένα πουλί είναι απ’ όλα / το πιο καλό, να πολεμάς για τη γλυκιά πατρίδα

Αυτοσεβασμός

Μια λέξη – κλειδί, για να «προφέρεις» σωστά το όνομα της ζωής, η οποία αν μη τι άλλο, αν δεν οφείλεται σε δώρο θεού, σίγουρα αποτελεί μια όμορφη, μοναδική συνωμοσία του σύμπαντος.

Άκουσε λοιπόν, για μια ακόμα φορά, πώς οφείλεις σεβασμό στην ύπαρξη σου. Κι αυτό, γιατί αν δεν σεβαστείς πρώτα εσένα, δεν θα μπορέσεις να σεβαστείς τίποτα σε τούτη την φύση. Κρίκοι της αλυσίδας, όλα.

Σίγουρα δεν είναι τα πάντα ρόδινα και όταν βιώνεις στην πράξη τις δυσκολίες του βίου, τα λόγια τούτα μπορεί να ακούγονται σαν ουτοπικές φανφάρες. Ίσως!  Μα αναρωτήσου: η επανάληψη απαξίωσης του Είναι σου πού θαρρείς  θα σ’ οδηγήσει; Με μαθηματική ακρίβεια στην απόλυτη υποβάθμιση, η οποία, επί της ουσίας, θα σημάνει ολότελα την εξαφάνιση σου. Αυτός είναι άραγε ο σκοπός της πορείας σου;

Ο αυτοσεβασμός σημαίνει πώς έχω τον πρώτο και μοναδικό λόγο στον εαυτό μου και δεν επιτρέπω σε κανέναν να με χειρίζεται κατά πως τον βολεύει.

Τον χειρισμό των άλλων μπορούμε με σχετική ευκολία  να τον πετάξουμε στο πηγάδι, φτάνει πρώτα να έχουμε ξεκαθαρίσει: τι μας κάνει, τι δεν μας κάνει, τι μας πονάει πιο πολύ, τι μας πιέζει, τι μας απελευθερώνει. Κι είναι απολύτως κατανοητό πώς η αποτυχία διαχείρισης μιας οποιασδήποτε χειραγώγησης θα συμβεί αρκετές φορές στη ζωή μας.

Είμαστε άνθρωποι εξάλλου και σε αυτό έγκεινται οι αδυναμίες μας. Δεν έχουμε όμως καμία δικαιολογία όταν πέφτουμε θύματα επαναλαμβανόμενα σε μια κατάσταση που γνωρίζουμε τα δεδομένα. Ειλικρίνεια λοιπόν. Στον εαυτό μας δεν λέμε ψέματα.

Παραδεχόμαστε τις καταστάσεις και τις δυσκολίες. Αντιμετωπίζουμε με γενναιότητά τις αντιξοότητές δίχως να εθελοτυφλούμε και να τις ωραιοποιούμε. Ας κρατήσουμε έστω μια αρετή φυλαχτό στο προσκεφάλι μας.

Για το τέλος, που βέβαια είναι και η αρχή, για να αποδώσεις σεβασμό στον εαυτό σου, θα πρέπει πάνω απ’ όλα να τον αγαπήσεις. Να είσαι καλός μαζί του και να τον συγχωρήσεις.

Κάπως έτσι ίσως να αλλάξουν τα στραβά και τα ανάποδα του κόσμου αυτού, που σεβασμό δεν δίνει μα σεβασμό ζητάει!

Στη μάχη της αγάπης, ακόμα και η ίδια η λογική λυγίζει

Ανεκπλήρωτος έρωτας. Δύο λέξεις, χιλιάδες πρόσωπα. Ένας πόνος βαθύς και αδιαπέραστος που χιλιάδες άνθρωποι γύρω μας, δίπλα μας τον έχουν βιώσει. Χιλιάδες άνθρωποι έχουν αισθανθεί ανύπαρκτοι για το πρόσωπο της καρδιάς, έχουν φωνάξει και δεν έλαβαν τίποτα πίσω παρά μόνο σιωπή.

Να υπάρχεις και όμως, να είσαι ανύπαρκτος για το πρόσωπο εκείνο που αγαπάς όσο κανένα. Να σε αγαπάνε και πάλι να αισθάνεσαι μόνος, επειδή την αγάπη που τόσο λαχταράς να μη μπορείς να έχεις. Να αισθάνεσαι πως ζεις και πως δε ζεις ταυτόχρονα. Να αναπνέεις και να σου κόβεται η ανάσα πως όταν αισθάνεσαι πως ξανά από κοντά σου απομακρύνεται.

Να προσπαθείς και πάντοτε να μένεις πίσω, να αισθάνεσαι σα χώμα που το πατεί και να ευγνωμονείς και για αυτό. Να θέλεις να είσαι το τελευταίο άτομο στη σκέψη του και να αισθάνεσαι χαρά επειδή έστω και έτσι σε σκέφτεται. Να θυμώνουν όλοι και να σου λένε πως πρέπει να ξεχάσεις και εσύ να μη δίνεις δεκάρα ια την αξιοπρέπειά σου –γιατί αγαπάς. Και στη μάχη της αγάπης, ακόμα και η ίδια η λογική λυγίζει.

Πόνος βαθύς μέσα στην καρδιά η ώρα αυτή, η ώρα της προσμονής. Να περιμένεις από το σκοτάδι της ανυπαρξίας να περάσεις στο φως της αναγνώρισης, να ακούσεις το ‘’σε αγαπώ’’ εκείνο που θα σε κάνει να σκιρτήσεις από χαρά. Και να σε κάνει να χαίρεσαι μονάχα η ελπίδα της αλλαγής, αυτό που είχε γράψει κάποτε και ο σπουδαίος Οδυσσέας Ελύτης: «Έχει αυτή την κατάρα ο άνθρωπος. Πάντοτε να ελπίζει».

Όταν αγαπάς, τίποτα δεν μπορεί να σε σταματήσει από το να προσδοκάς. Και αυτός ο ανεκπλήρωτος έρωτας που σιγοκαίει τα στήθη σου και ματώνει την καρδιά σου, ακόμα και αυτός σου δίνει ένα κίνητρο για να ζεις, να υπάρχεις, να ατενίζεις την κάθε ημέρα. Κάθε μέρα πιστεύεις πως κάτι θα αλλάξει και θα αγαπηθείς. Ακόμα και αν αυτό δε γίνει όμως, έγινες ήδη ένας καλύτερος άνθρωπος για κάτι που αγάπησες. Και αυτό είναι δώρο ζωής.

Η σοφία δεν βρίσκεται μόνο μέσα στα βιβλία

Θυμάμαι τώρα εκείνη την πανάρχαια ιστορία της αράχνης που ήθελε να φυλάξει τις γνώσεις και τη σοφία της ανθρωπότητας σε μια φιάλη.

Ό,τι έξυπνο διάβαζε ή ανακάλυπτε, το ψιθύριζε στο γυάλινο δοχείο κι έκλεινε βιαστικά το καπάκι, μην τυχόν δραπετεύσει κάποια γνώση.

Όταν η αράχνη έκρινε ότι η φιάλη είχε πια γεμίσει, αποφάσισε να τη φυλάξει σε μια τρύπα που είχε ανοίξει η ίδια, πολύ ψηλά, σ’ ένα τεράστιο δέντρο. Να διατηρήσει τη γνώση στην αιωνιότητα, ασφαλή από οποιαδήποτε απειλή ή διαστρέβλωση.

Έτσι, δένει τη φιάλη στη μέση της και προσπαθεί να σκαρφαλώσει, όπως το έχει κάνει τόσες φορές, ως την κορυφή.

Όμως, αυτή τη φορά τής φαίνεται αδύνατον: η φιάλη είναι βαριά, πολύ ογκώδης, και την εμποδίζει να κινηθεί. Ένα μυρμήγκι που περνάει από κει (η αράχνη το περιφρονεί λίγο επειδή το θεωρεί ανίδεο) της λέει: «Αν θέλεις ν’ ανέβεις, καλύτερα δέσε τη φιάλη στην πλάτη σου· όχι στην κοιλιά σου». ,

Η αράχνη αντιλαμβάνεται ότι, αν και πέρασε σχεδόν όλη της τη ζωή συλλέγοντας σοφία, της έλειπε το πιο απλό: η γνώση που μόνο η εμπειρία του βιώματος μπορεί να προσφέρει.

Η αράχνη -ξεροκέφαλη μεν, αλλά όχι χαζή- αντιλαμβάνεται ότι για να αποκτήσει τη γνώση των απλών πραγμάτων πρέπει ν’ αρχίσει ν’ ακούει αυτό που οι άλλοι -οι οποίοι μπορεί να έχουν διαβάσει λιγότερο αλλά έχουν ζήσει περισσότερα– ξέρουν, μπορούν, και ίσως θέλουν να της μάθουν.

Στο τέλος της ιστορίας, η αράχνη σπάζει τη φιάλη λέγοντας πως είναι καλύτερο να μείνει ελεύθερη η σοφία στη διάθεση όλων, και ειδικά εκείνων που θέλουν να μάθουν.

Ακατάλληλα δι’ Ανηλίκους (λόγω της ημέρας) του αγίου Πούτσου να μην το ξεχνάμε!


Γνωμικά, αφορισμοί, παροιμίες κ.ά. με «τολμηρό» περιεχόμενο

Παρακαλούμε αν είστε κάτω των 18 ετών, μην συνεχίσετε (σοβαρολογούμε!)


Επιτέλους, τώρα θα σταματήσω τα τσιμπούκια.
Marilyn Monroe, 1926-1962, Αμερικανίδα ηθοποιός
Όταν υπέγραψε το πρώτο κινηματογραφικό της συμβόλαιο…

Όλα αυτά είναι μαλακίες. Παρόλα αυτά, χύνω.
Xaviera Hollander, γ. 1943, Αμερικανίδα Πόρνη

Καλύτερα να έχεις τη φήμη πούστη παρά μαλάκα.
Μανώλης Δουκίδης, Συγγραφέας
Μεταφορικά, βεβαίως (νομίζω)

Η φιλοσοφία του σκύλου: αν δεν μπορείς να το γαμήσεις ή να το φας, τότε κατούρα το.
John Jenkins

Ο πρόεδρος Κλίντον λέει ψέματα. Ένας άντρας μπορεί να ξεχάσει πού πάρκαρε ή που είναι το σπίτι του αλλά ποτέ δεν ξεχνάει μια πίπα όσο κακή κι αν ήταν.
Barbara Bush, γ. 1925, Αμερικανίδα, προεδρική σύζυγος

Από την καθημερινή εξάντληση, τρία χρόνια κοιμόμουνα επάνω στο πέος.
Γαβριέλλα, Ιστορική ιερόδουλη της Αθήνας
Aπό τα απομνημονεύματά της

Η αντίδρασή μου στις τσόντες είναι η εξής: μετά τα πρώτα δέκα λεπτά, θέλω να πάω σπίτι μου να πηδηχτώ. Μετά τα πρώτα 20 λεπτά, δεν θέλω να ξαναπηδηχτώ ποτέ στη ζωή μου.
Erica Jong, γ. 1942, Αμερικανίδα συγραφέας

Μια φωνή μέσα μου έλεγε: "ηρέμησε, δεν είσαι ο πρώτος γιατρός που κοιμάται με έναν ασθενή του!" και μια άλλη απαντούσε: "μα είσαι κτηνίατρος!"
Dick Wilson, Αμερικανός κωμικός

Το να πέφτεις στο κρεβάτι με ομόφυλό σου δεν είναι κακό. Πρέπει να είμαστε ανοιχτοί στο σεξ, αλλά θα πρέπει να βάζουμε το όριό μας στις κατσίκες.
Elton John, Βρετανός τραγουδιστής

Ξέρεις ποιο είναι το χειρότερο πράγμα στο στοματικό σεξ; Η θέα.
Maureen Lipman, Βρετανίδα ηθοποιός

Έχω δοκιμάσει διάφορες εκδοχές του σεξ. Στην παραδοσιακή παθαίνω κλειστοφοβία και στις άλλες είτε πιάνεται ο λαιμός μου είτε πιάνεται το σαγόνι μου.
Tallulah Bankhead, 1902-1968, Αμερικανίδα ηθοποιός

Είπε μέσα της: Να πηδηχτώ μαζί του, ναι. Προς Θεού όμως, όχι οικειότητες.
Karl Kraus, 1874-1936, Αυστριακός συγγραφέας

Ένα άπιστο πέος βρίσκει το ταίρι του σε ένα άπιστο αιδοίο.
Παροιμία των αρχαίων Σουμερίων.

Ποτέ μην εμπιστεύεσαι κάποιον, εκτός αν έχεις την ψωλή του στην τσέπη σου.
Λύντον Τζόνσον, 1908-1973, Αμερικανός Πρόεδρος [1963-1968]

Μην καταργείτε την υπογεγραμμένη
ιδίως κάτω από το ωμέγα
είναι κρίμα να εκλείψει
η πιο μικρή ασέλγεια
του αλφαβήτου μας
Ντίνος Χριστιανόπουλος, γ. 1931, Έλληνας ποιητής

Η επιτυχία είναι σαν να είσαι έγκυος: Όλοι σε συγχαίρουν, αλλά κανένας δεν ξέρει πραγματικά πόσες φορές χρειάστηκε να σε πηδήξουν.
Ανώνυμος

Πρέπει να έχετε προετοιμάσει από πριν τις αντιδράσεις σας στις αντιξοότητες της ζωής. Παράδειγμα, τι θα κάνατε αν κάποιος άγνωστος σας έπιανε στη μέση του δρόμου ξαφνικά τον κώλο;
Μανώλης Δουκίδης, Συγγραφέας

Ποτέ δεν πήδηξα δεκάρι, αλλά μια βραδιά πήδηξα πέντε δυάρια.
George Carlin, 1936-2008, Αμερικανός κωμικός

Μου θυμίζει κάτι που συνήθιζε να λέει ο παππούς μου:«πάω επάνω να πηδήξω τη γιαγιά σου». Ήταν ένας τίμιος άντρας και δεν θα έλεγε ποτέ ψέματα σε ένα τετράχρονο παιδάκι.
George Carlin, 1936-2008, Αμερικανός κωμικός

Όταν τους κρατάς από τ’ αρχίδια, οι καρδιές και τα μυαλά τους θα ακολουθήσουν.
Charles Colson, Επιτελής του Ρίτσαρντ Νίξον

Προτού γαμήσω τη γκόμενα πάνω στο καπό του αυτοκινήτου μου, πάντα βάζω μπροστά τη μηχανή για λίγα λεπτά για να το ζεστάνω. Έτσι είμαι εγώ, νοιάζομαι.
Brad Osberg

Νομίζω πως όλοι οι άντρες, σε κάποιες στιγμές της ζωής τους, έχουν αμφιβολίες για τον ανδρισμό τους. Ειδικά τις στιγμές που αγγίζουν το πέος ενός άλλου άντρα.
Jim Rosenberg, Αμερικανός blogger

Το σεξ έχει ενδιαφέρον, αλλά δεν είναι το παν. Εννοώ ότι δεν είναι τόσο σημαντικό όσο το χέσιμο. Ο άνθρωπος μπορεί να ζήσει 70 χρόνια χωρίς να γαμήσει ούτε ένα κώλο, αλλά μπορεί να πεθάνει σε μια βδομάδα χωρίς μια σύσπαση των εντέρων.
Charles Bukowski, 1920-1994, Αμερικανός συγγραφέας

Μην την ψάχνεις αλλού, μία είναι η λύση: τα λεφτά, το φαΐ και το γαμήσι.
Νίκος Καρβέλας

Έρχεσαι πάντα μαζί με το μουνί σου...
Ηλίας Πετρόπουλος, 1928-2003, Έλληνας λαογράφος και συγγραφέας

Σκατά εδώ, σκατά εκεί, σκατά κι ο κόσμος όλος
κι απ’ τα πολλά πια τα σκατά μου πιάστηκε κι ο κώλος.
Έρχεται ο ένας ο σκατάς, θαρρούμε πως σωθήκαμε,
σαν φύγει όμως βλέπουμε πως αποσκατωθήκαμε.
Γεώργιος Σουρής, 1853-1919, Έλληνας σατιρικός ποιητής

Προσπάθησα να βάλω συνθηματικό στο hotmail τη λέξη «πέος». Μου απάντησε ότι δεν ήταν αρκετά μεγάλο.
Ανώνυμος

Αν γίνω καλά θα τονε χαλάσω εγώ αυτόν που με βάρεσε. Εάν ψοφήσω, κλάστε μου το μπούντζον.
Γεώργιος Καραϊσκάκης, 1782-1827, Ήρωας του ‘21

Για να σταματήσετε να τον παίρνετε από πίσω, πάρτε του μια πίπα.
Διαφημιστικό σλόγκαν της πίπας Herb, αρχές δεκαετίας του `70

Μαστίγωσέ με, δείρε με, χύσε σ’ όλο μου το κορμί, πες ότι μ’ αγαπάς.
Μετά άντε γαμήσου, σήκω και φύγε από ‘δώ.
Ανώνυμο

-------------------
Γαμοτράγουδα
Και του γέρου τα αρχίδια, σαν νερόβραστα κρεμμύδια,
και του νιου τα αρχιδάκια, σαν τα μοσχοκαρυδάκια.
από Δημοτικό τραγούδι ("Πέρασα από ένα γεφύρι")
Όλα σου ταδωσε ο Θεός
μουνί βυζιά και κώλο
και μένα τον κακόμοιρο
τριακόσια δράμια ψώλο.
από Δημώδες Γαμοτράγουδο
Το μουνί τό λένε Γιώτα
καί τόν πούτσο Παναγιώτα!
όποιον Θέλεις πάνε ρώτα
τό κεφάλι μπαίνει πρώτα!
από Δημώδες Γαμοτράγουδο
Πάει ο πούτσος στο παζάρι,
δεν ηξεύρει τι να πάρει.
βρίσκει του μουνιού τον πάτο
και τον κάνει άνω-κάτω.
από Δημώδες Γαμοτράγουδο
 
Άσεμνες Θυμόσοφες Ρήσεις
  • Όταν ένας άντρας πάει με μια πουτάνα, δεν την πληρώνει για το πήδημα, την πληρώνει για να φύγει.
  • Η μεγαλύτερη κατάρα: γέρος, άσχημος, φτωχός και πούστης.
  • Καλή κι η μαλακία, αλλά με το γαμήσι γνωρίζεις και κόσμο.
  • Μόνο έναν καλό άνθρωπο γνώρισα στον κόσμο, τον πατέρα μου, κι εκείνος γάμησε τη μάνα μου.
  • Άλλο Τουμπαμάρος κι άλλο το μουνί της Μάρως.
  • Αν ακουμπήσει ξένο αρχίδι στο κωλομέρι της γυναίκας, δεν την ξαναμαζεύεις.
  • Γυναίκα που κρατά σφιχτά τα μπούτια της κλεισμένα
    πάει να πει πως ψάχνεται για πούτσο απεγνωσμένα
  • Γυναίκα με μικρά βυζιά που μοιάζει με αγόρι
    αν τη γυρίσεις μπρούμυτα σφυρίζει σα βαπόρι.
  • Γυναίκα με κλειστό γιακά και με βυζιά μεγάλα
    Το προτιμά το μπρούμυτα καλύτερα από τα’ άλλα
  • Το μερακλιδικο μουνί βουνά ξεθεμελιώνει,
    στερεύει λίμνες κα γιαλούς και ποταμούς θολώνει.
  • Όσες σταφίδες λιάζονται τον Αύγουστο στ’ αλώνια,
    τόσα βυζιά χαϊδεύονται τα βράδυα στα σαλόνια.
  • Το μουνί δεν είναι αρνί να το κλείσεις στο παχνί.
    Το μουνί θέλει παιχνίδια με τον πούτσο και τ’ αρχίδια.
  • Απ' τη ζωή στο θάνατο είν' ένα μονοπάτι
    και από τον κώλο στο μουνί, δυο δάχτυλα και κάτι.
  • Η φτώχεια θέλει καλοπέραση κι η πουτανιά φτιασίδι,
    το ψάρι θέλει υπομονή και το μουνί κυνήγι.
Πονηρά Αινίγματα
  • Τη σαλιάζω, την κορδώνω και στην τρύπα της τη χώνω
    ( βελόνα και κλωστή )
  • Γύρω γύρω χορταράκι και στη μέση πηγαδάκι
    (το αιδοίο )
  • Τεντωμένη τη βάζεις, ζαρωμένη τη βγάζεις
    (η κάλτσα )
  • Απ' τον κώλο την κρατάω και στο στόμα τη φιλάω
    (το κύπελλο, η κούπα )
  • Το στρογγυλό μου στο σκιστό σου
    (κουμπί και κουμπότρυπα )
  • Ο γαμπρός το βάζει κι η νύφη φωνάζει
    (κλειδί και κλειδαριά )
  • Τρέμει, τρέμει, στου κοριτσιού την τρύπα μπαίνει
    (το σκουλαρίκι )
  • Σουβλωτό, μπιμπικωτό, σε θηλυκού τρύπα μπαίνει
    (το σκουλαρίκι )
  • Βάζω το χέρι στο βρακί, πιάνω το πράμα το μακρύ και το βάζω σε μια τρύπα που 'χει από πάνω τρίχα
    (τσιγάρο, χείλια και μουστάκι)
  • Εγώ γι' αυτό σ' αγόρασα κι έδωσα τον παρά μου, για να σε βάζω ανάσκελα, να κάνω τη δουλειά μου
    (η σκάφη )
  • Τα γόνατα μ’ στα γόνατα σ’, τα χέρια μ’ στα βυζιά σ’ και το μνί σ’ στου κούτελου μ’.
    (το άρμεγμα της κατσίκας )
  • Έχω ένα πραματάκι, μία πιθαμή και κάτι. Σου το δείχνω και τρομάζεις, σου το βάζω και φωνάζεις, σου το βγάζω κι έχει χύσει, κι όμως έχει ωφελήσει. Τι είναι;
    (η ένεση )
Βωμολοχικές & Αθυρόστομες παροιμίες
Περί Αιδοίων
  • Του μουνιού σου το γλωσσίδι μου ‘ριξε κλωτσιά στ’ αρχίδι
  • Το μουνί και το πριόνι, όποιος δεν τα ξέρει ιδρώνει.
  • Το μουνί και το χταπόδι με το χτύπημα απλώνει.
  • Παρακαλετό μουνί, ξινό γαμήσι.
  • Ψηλό μουνί, καμαρωτό γαμήσι.
  • Ξανθό μουνί, τρελό γαμήσι.
  • Το μουνί σέρνει καράβι.
  • Μουνί καλλιγραφία.
  • Ο στρατός και το μουνί θέλουνε υπομονή.
  • Αν δεις καράβι στο βουνό, μουνί το ‘χει τραβήξει.
  • Εδώ ο κόσμος χάνεται και το μουνί χτενίζεται.
  • Πολλά μουνιά τριγύρω μας, στον πούτσο μας κανένα.
  • Δόξα να 'χεις τρυγητή μου που 'δα τρίχα στο μουνί μου.
  • Έλα μουνί στον τόπο σου και ρέστα μη γυρεύεις.
  • Τ’ αρχίδια του Καράμπελα και το μουνί της Χάιδως.
  • Το συχνομπουκουνάτο κάνει το μουνί δροσάτο.
  • Ανάθεμά το το μουνί τόσα κακά που σέρνει.
  • Όσα βγάλαμε στα ξένα, στο μουνί και στην ταβέρνα.
  • Καλογριά στο μοναστήρι, το μουνί της εργαστήρι.
  • Θες μουνί, το θες και στο πιάτο.
  • Άλλος το ‘χει και το κατουρεί κι άλλος δεν το ‘χει και το λαχταρεί.
  • Δουλειά δεν είχε το μουνί και μάθαινε τσαγκάρης.

Πέη
  • Αν ήταν το βιολί ψωλή, θα το παίζανε πολλοί.
  • Της στραβιάς της ψωλής οι τρίχες της φταίνε.
  • Εκεί που βγάζεις το ψωμί σου, μη βάζεις το καυλί σου.
  • Άσπρα μαλλιά στην κεφαλή, κακά μαντάτα στην ψωλή.
  • Τις μεγάλες Αποκριές στέκονται οι ψωλές ορθές.
  • Άσπρα γένια, πούτσα σιδερένια.
  • Μαλλί βαμβάκι, ψωλή φαρμάκι.
  • Ψωμί, τυρί δεν είχαμε, χοντρή ψωλή γυρεύαμε.
  • Είχαμε ψωλές σακκιά, μας ήρθαν κι απ’ τα χωριά.
  • Δεν μας φτάνει η χολή μας, γκαυλώνει και η ψωλή μας.
  • Το μαχαίρι είν’ για τους εχθρούς κι η ψωλή για τους δικούς.
  • Η ψωλή δεν είναι βρύση, άφησέ την να γεμίσει να φχαριστηθεί γαμήσι.

Όρχεις
  • Θα μας κλάσεις τ’ αρχίδια.
  • Πούτσες μπλε κι αρχίδια καπαμά.
  • Τ’ αρχίδια του Καράμπελα και το μουνί της Χάιδως.
  • Έπιασε τον παπά απ’ τ’ αρχίδια.
  • Τσολιάς [ή κεχαγιάς] στ’ αρχίδια μου.
  • Θύμωσε ο Αγάς κι έκοψε τ’ αρχίδια του.
  • Ο τεμπέλης ο μπακάλης τ’ αρχίδια του ζυγίζει.
  • Βρήκε ο γύφτος λάδι, αλείφει και τα αρχίδια του.
  • Γούμενος καθούμενος, τ’ αρχίδια του έλυε κι έδενε.
  • Όποιος διαβάζει με τ’ αρχίδια γαμάει με τα μάτια.
  • Πίσω έχει η αχλάδα την ουρά και το γουρούν’ τ’ αρχίδια.

Περί συνουσίας
  • Θα γυρίσει ο τροχός, θα γαμήσει κι ο φτωχός.
  • Γάτος γαμάει, γάτος σκούζει.
  • Το γαμήσανε και ψόφησε.
  • Γέρου χάιδεμα και νιου γαμήσι.
  • Μαμ και νάνι, πούτσο και σεργιάνι.
  • Όποιος βρέσκει και γαμεί, αστοχιά του αν παντρευτεί.
  • Είδε η αλεπού τρίχα στο μουνί τς, περπατεί και διαλαλεί.
  • Γαμεί η χελώνα το λαγό, όταν ο αετός είναι από πάνω.
  • Γαμιέσαι, κόρη μ’, χαίρεσαι, στη γέννα θα τα πούμε.
  • Γάμα με να σε γαμώ να περνούμε τον καιρό.
  • Το χωριό καιγότανε και η Μαριώ γαμιότανε.
  • Άλλος ψυχομαχά κι άλλος γκαυλομαχά.
  • Άλλοι ψυχομαχάνε και άλλοι ψωλοβαράνε.
  • Βάλαμε χέρι στο βυζί, δέξου μουνί μαντάτα.
  • Εγώ με τον παρά μου, γαμώ και την κυρά μου.
  • Στην ξαδέρφη και στην θειά μπαίνει πάντα πιο βαθιά..
  • Ο χορός και το γαμήσι είναι της γυναικός η φύση.
  • Μάθαν πως γαμιόμαστε, πλακώσανε κι οι γύφτοι.
  • Αλάργα από στραβού ραβδί κι από κουτσού γαμήσι
  • Τύφλα να `χει το γαμήσι, σαν πετύχει η μαλακία.
  • Όποιος νύχτα περπατεί, ή κλέφτης είναι ή γαμεί.
  • Όποιος τον Αύγουστο γαμεί, κακό χειμώνα βγάζει.
  • Στο φαΐ και στο γαμήσι ο Θεός δεν κάμει κρίση.

Παρά φύσιν
  • Το ντέφι κι’ η Αποκριά είναι του πούστη η χαρά.
  • Πάρε κώλο-δώσε κώλο, γνώρισες τον κόσμο όλο.
  • Με σάλιο και υπομονή, ο κώλος γινεται μουνί.
  • Εδώ γαμούν αρσενικούς και συ γυρεύεις νύφη.
  • Ό,τι φάμε, ό,τι πιούμε κι ό,τι αρπάξει ο κώλος μας.
  • Μήτε στο διάβολο κερί, μήτε στον Τούρκο κώλο.
  • Άμα σε γαμήσει κανένας, να ‘ναι και μάστορας.
  • Αν σε γαμήσει ο κατής, πού θα πας για να κριθείς;
  • Είδες παπά στον ύπνο σου; Κώλο γυρεύει.
  • Το μουστάκι είναι η κουρτίνα του πούστη.
  • Πούστηδες και παλικάρια γίναμε μαλλιά κουβάρια.
  • Όσα ξέρει ένας κώλος, δεν τα ξέρει ο κόσμος όλος.
  • Για να γίνεις ηγούμενος, πρέπει να σε γαμήσει ο προηγούμενος.

Πρωκτολογικά
  • Τον κώλο βάζει o μάγειρας, σκατά θα μαγειρέψει.
  • Του κώλου τα εννιάμερα, του πούτσου τα σαράντα.
  • Κι ο ωραιότερος κώλος, πορδές κλάνει.
  • Κώλος και βρακί.
  • Μαγκιά, κλανιά και κώλος φινιστρίνι.
  • Χήρας κώλο γάμησε, πουτάνας μην ζηλέψεις.
  • Χήρας κώλος που πονάει, άλλα πράματα ζητάει.
  • Κώλος που ‘μαθε να κλάνει, εύκολα δεν ξεμαθαίνει.
  • Αλάτισε τον κώλο σου και ρώτα τι βρωμάει.
  • Tα μεταξωτά βρακιά θέλουν κι επιδέξιους κώλους.
  • Βαστάτε ποδαράκια μου να μη σας χέσει ο κώλος μου.
  • Πήγα να πω τον πόνο μου και μου ‘πιασαν τον κώλο μου.
  • Της θείας σου ο πάτος γαρύφαλλα γεμάτος.
  • Έκανε κι η μύγα κώλο κι έχεσε τον κόσμο όλο.
  • Ζούπα-ζούπα τον κώλο σου, σκατά θα βγάλει.
  • Μικρόν κώλο δεν έδειρες, μέγαν μη φοβερίζεις.
  • Από της μυλωνούς τον κώλο ορθογραφία γυρεύεις.
  • Βρακί δεν έχει ο κώλος μας, γαρίφαλο στ’ αυτί μας.
  • Ο κώλος μας ξεβράκωτος κι η σκούφια μας με φιόρα.
  • Άσπρο κώλο που ‘χει η νύφη, να ‘χαμε και μεις οι γύφτοι.
  • Κώλο μυρίζεσαι; Σκατά λιγουρεύεσαι.
  • Κώλοι υπάρχουν, λεφτά δεν υπάρχουν.
  • Άλλος κώλος φαίνεται κι άλλος μαγειρεύεται.
  • Φοβέρισε τον κώλο σου, μην κλάσει στο παζάρι.
  • Η κουρούνα όπου κι αν πάει, τον κώλο της μαζί της τον κουβαλάει.
  • Άγιος και κώλος μαρτυρούν, μα ο άγιος αγιάζει κι ο κώλος ζοχαδιάζει.
  • Όποιος πηδάει πολλά παλούκια, στο τέλος κάποιο θα χωθεί στον κώλο του.

Κοπρολαγνικά
  • Μπήκαν τα σκατά στο πιάτο κι ήρθανε τα πάνω κάτω.
  • Αμ’ πότε σε ξεβράκωσα και δεν ήσουνα χεσμένος;
  • Στον πόρδο μη θαρρεύεσαι και χέσεις το βρακί σου.
  • Όποιος σε κλάσει χέσε τον, μη βγει καλύτερός σου.
  • Το ‘να του χέρι στα σκατά και τ’ άλλο στο καθίκι.
  • Αν δε σε κλάσει ο μάστορης δε γίνεσαι τεχνίτης.
  • Καράβι που αργεί, σκατά είναι φορτωμένο.
  • Όταν κλάσει ο νοικοκύρης, θε να χέσει ο μουσαφίρης.
  • Χέσε μες στη θάλασσα να μαζευτούν τα ψάρια.
  • Ο καθένας το σκατό του, μηλοκύδωνο το έχει.
  • Κατά τα σκατά και το φτυάρι.
  • Χέσε μέσα Πολυχρόνη που δε γίναμε Ευζώνοι.
  • Χέσε ψηλά κι αγνάντευε.
  • Χεστήκαμε κι η βάρκα γέρνει.
  • Χέστηκε η φοράδα στ’ αλώνι.
  • Γλυκά τρως, πικρά κλάνεις.
  • Χέστηκε ο Πολύδωρος που ‘ναι στα πόδια γρήγορος.
  • Είπε ο χέστης του κλανιάρη, βάρδα απ’ εδώ ρε ξεκωλιάρη.

Πόρνες
  • Θέλει η πουτάνα να κρυφτεί, μα η χαρά δεν την αφήνει.
  • Όποιος σε πόρνη εμπιστευτεί, στον κώλο του ρεπάνι.
  • Πουτάνας κόρη έπαρε, πουτάνας γιο μην πάρεις.
  • Η πουτάνα το ξεφτίλισμα για πανηγύρι το ‘χει.
  • Η πουτάνα απ’ τη χαρά της, διαλαλεί την πουτανιά της.
  • Η πουτάνα κάνει τόσα κι έχει και μεγάλη γλώσσα.
  • Κράζει η πουτάνα την παρθένα.
  • Ούτε εκκλησιά χωρίς καμπάνα, ούτε χωριό χωρίς πουτάνα.
  • Την πουτάνα και στο μπουκάλι να την κλείσεις, με τον φελλό θα το κάνει.
  • Όμοιος τον όμοιο γύρευε, πουτάνα την πουτάνα, κι ο κερατάς τον κερατά να περπατούν αντάμα.

Διάφορα
  • Της γυναίκας ο καημός, λούσα, πούτσα και χορός.
  • Γαμεί γαϊδούρα στην ανηφόρα.
  • Όλοι γαμούν και λειτουργούν κι εγώ αν σημάνω βλάφτει;
  • Σηκωθήκανε τ’ αγγούρια να γαμήσουν το μανάβη.
  • Η μάνα του του δίν’ βυζί, και η γυναίκα του μουνί.
  • Μωρή πουτάνα θάλασσα που σε γαμάν τα ψάρια.
  • Το πολύ το τάκα-τάκα κάνει το παιδί μαλάκα.
  • Του φτωχού η κοιλία όταν γομούτε, η ψωλίατ’ σκούτε.
    (ποντιακή)

Γιατί πετάμε χαρταετό την Καθαρά Δευτέρα

Ένα από τα πιο γνωστά έθιμα της Καθαράς Δευτέρας, το οποίο περνά από γενιά σε γενιά είναι αυτό του πετάγματος του χαρταετού. Λίγοι όμως γνωρίζουμε γιατί πραγματικά πετάμε αετό αυτή τη μέρα και πώς ξεκίνησε το έθιμο.

Ο χαρταετός που πετάμε την Καθαρά Δευτέρα, δεν είναι απλώς ένα ακόμα παιχνίδι, που ίπταται στον αέρα εδώ και χιλιάδες χρόνια. Σύμφωνα με αρχαίες θεωρίες το πέταγμα υποδηλώνει την ανάταση, την κάθαρση της ψυχής μετά το διονυσιακό ξεφάντωμα της Αποκριάς.

Ως χριστιανική θεώρηση το πέταγμα του αετού συμβολίζει το ανθρώπινο πνεύμα που είναι πλασμένο για να πετά στα ουράνια και με αυτόν τον τρόπο είναι σα να ερχόμαστε πιο κοντά στον Θεό.

Πατρίδα του είναι η μακρινή Ανατολή. Η ιστορία του χαρταετού έχει βαθιές ρίζες στην αρχαία Κίνα ξεπερνώντας τα 2.400 χρόνια ζωής. Αρχικά, βέβαια, υλικό κατασκευής των χαρταετών δεν υπήρξε το χαρτί, αλλά το ξύλο. Οι λαοί της Ανατολής χρησιμοποιούσαν τους χαρταετούς σε μαγικές τελετές, θρησκευτικές εκδηλώσεις και σε τελετουργίες για τον εξορκισμό του κακού. Πίστευαν ότι όσο ψηλότερα ανεβεί ο αετός τόσο πιο τυχεροί θα είναι.

Ο αυτοκράτορας της Κίνας Γουέν Χσουν έκανε πειράματα πτήσεων με αετούς φτιαγμένους από μπαμπού, χρησιμοποιώντας για επιβάτες τους κρατούμενούς του. Οι τυχεροί που επιζούσαν κέρδιζαν την ελευθερία τους.

Μια από τις πιο εντυπωσιακές γιορτές με χαρταετούς που ‘‘χορεύουν’’ στους αιθέρες πραγματοποιείται εδώ και χιλιάδες χρόνια στη Βόρεια Ινδία, για την υποδοχή της άνοιξης, με εντυπωσιακές τελετές που έχουν τις ρίζες τους στην ινδουιστική μυθολογία. Για τον ίδιο λόγο, στη Λαχώρη του Πακιστάν κάθε Φεβρουάριο γίνονται πανηγυρικές εκδηλώσεις, που επανα- φέρουν στη μνήμη παγανιστικές συνήθειες του παρελθόντος.

Και στην αρχαιότητα

Αλλά και στην ελληνική αρχαιότητα, ο χαρταετός δεν ήταν άγνωστος. Αναφέρεται ότι ο αρχιμηχανικός Αρχύτας του Τάραντα -4ος αι. π. Χ.- χρησιμοποίησε στην αεροδυναμική του τον αετό, ενώ υπάρχει και ελληνικό αγγείο της κλασικής εποχής με παράσταση κόρης, η οποία κρατά στα χέρια της μια μικρή λευκή σαΐτα (είδος αετού) με το νήμα της, έτοιμη να την πετάξει.

Πιθανότατα βέβαια, τα πειράματα ή τα παιχνίδια των Αρχαίων Ελλήνων με τους “αετούς” θα πρέπει να γίνονταν με πανί τουλάχιστον ως το Μεσαίωνα, καθώς η χώρα μας δεν διέθετε σε αφθονία το χαρτί.

Πολύ αργότερα ο Μάρκο Πόλο γυρίζοντας από τα ταξίδια του, φέρνει το χαρταετό στην Ευρώπη του Μεσαίωνα, όπου τον περιγράφει και για τις επικίνδυνες επανδρωμένες πτήσεις του.

Τα νεότερα χρόνια, πολλές λεπτομέρειες για την παρουσία του χαρταετού στη Γηραιά Ήπειρο έχουμε το 1450 στη Γερμανία και το 1606 στην Ισπανία. Στη δεύτερη περίπτωση, ένας κληρικός αναφέρει στο ημερολόγιό του ότι χρησιμοποιούσαν τον χαρταετό σαν παιχνίδι χαράς την ημέρα του Πάσχα.

Ακολουθούν οι χρόνοι της επιστημονικής χρησιμοποίησης των χαρταετών (ή και υφασματαετών) ώσπου το 1752 στην Αμερική ο Βενιαμίν Φραγκλίνος εκτέλεσε το διάσημο πείραμά του, διαπιστώνοντας με τεχνητό αετό τον ηλεκτρισμό της ατμόσφαιρας και του κεραυνού, οπότε και κατασκεύασε το αλεξικέραυνο. Το 1880 ο Αυστραλός Hargrave σχεδίασε έναν τεράστιο αετό για μετεωρολογικές παρατηρήσεις.

Υπάρχει προφορική παράδοση που αγγίζει τα όρια του μύθου, ότι τη μεγάλη γέφυρα του Νιαγάρα την άρχισαν, ρίχνοντας απέναντι με χαρταετό το πρώτο σχοινί.

Ο Χαρταετός έφθασε στην Ελλάδα πρώτα από τα λιμάνια Ανατολής (Σμύρνη-Χίο-Κωνσταντινούπολη), τα λιμάνια της Επτανήσου, της Σύρας, των Πατρών και ακολούθησαν τα αστικά κέντρα, όπου μπορούσε κανείς να αγοράσει σπάγκο και χρωματιστό χαρτί. Η κατασκευή ενός χαρταετού σήμερα είναι σχετικά εύκολη υπόθεση καθώς υπάρχουν όλα τα τεχνικά μέσα.

Eξωπλανήτης διπλάσιος της Γης ίσως να μπορεί να φιλοξενήσει ζωή

Αστρονόμοι διαπίστωσαν ότι ο εξωπλανήτης Κ2-18b με μέγεθος πάνω από δύο φορές αυτό της Γης ίσως να είναι εν δυνάμει κατοικήσιμος, ανοίγοντας τον δρόμο για την αναζήτηση ζωής σε πλανήτες σημαντικά μεγαλύτερους από τη Γη, μα μικρότερους από τον Ποσειδώνα.  Χρησιμοποίησαν τη μάζα, την ακτίνα και ατμοσφαιρικά δεδομένα του εξωπλανήτη Κ2-18b και διαπίστωσαν πως είναι δυνατόν ο πλανήτης να διατηρεί νερό σε υγρή μορφή σε «κατοικήσιμες» συνθήκες κάτω από την πλούσια σε υδρογόνο ατμόσφαιρά του. Τα αποτελέσματα της έρευνας παρουσιάζονται στο The Astrophysical Journal Letters.
 
O εξωπλανήτης Κ2-18b, σε απόσταση 124 ετών φωτός, έχει 2,6 φορές την ακτίνα και 8,6 φορές τη μάζα της Γης, και κινείται γύρω από το άστρο του σε τροχιά που βρίσκεται στην αποκαλούμενη κατοικήσιμη ζώνη, όπου οι θερμοκρασίες επιτρέπουν την ύπαρξη νερού σε υγρή μορφή. Ο πλανήτης είχε προσελκύσει το ενδιαφέρον των ΜΜΕ το φθινόπωρο του 2019, καθώς δύο διαφορετικές ομάδες είχαν αναφέρει τον εντοπισμό υδρατμών στη πλούσια σε οξυγόνο ατμόσφαιρά του. Ωστόσο, η έκταση της ατμόσφαιρας και οι συνθήκες που επικρατούσαν κάτω από αυτήν παρέμεναν άγνωστες.
 
«Υδρατμοί εντοπίστηκαν στις ατμόσφαιρες ενός αριθμού εξωπλανητών, ωστόσο ακόμα και αν ένας πλανήτης είναι στην κατοικήσιμη ζώνη, αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα πως υπάρχουν κατοικήσιμες συνθήκες στην επιφάνεια» είπε ο Nikku Madhusudhan, του Ινστιτούτου Αστρονομίας του πανεπιστημίου Cambridge, που ηγήθηκε της νέας έρευνας. «Για να διαπιστώσουμε τις προοπτικές κατοικησιμότητας, είναι σημαντικό να αποκτήσουμε ενιαία κατανόηση του εσωτερικού και των ατμοσφαιρικών συνθηκών στον πλανήτη- ειδικά το εάν νερό σε υγρή μορφή μπορεί να υπάρχει κάτω από την ατμόσφαιρα».
 
Δεδομένου του μεγάλου μεγέθους του Κ2-18b, έχει αναφερθεί πως θα μπορούσε να είναι περισσότερο κάτι σαν μια μικρή έκδοση του Ποσειδώνα παρά μια μεγάλη έκδοση της Γης. Ένας «μίνι Ποσειδώνας» θα μπορούσε να έχει μια σημαντική ζώνη υδρογόνου γύρω από ένα στρώμα νερού σε υψηλή πίεση, με εσώτερο πυρήνα από βράχο και σίδηρο. Εάν η ζώνη αυτή είναι πολύ πυκνή, η θερμοκρασία και η πίεση στην επιφάνεια του στρώματος νερού θα ήταν πολύ υψηλές για να επιτρέπουν την ύπαρξη ζωής.
 
Ο Madhusudhan και η ομάδα του έδειξαν πως, παρά το μέγεθος του εξωπλανήτη, η ζώνη αυτή δεν είναι απαραίτητα πολύ πυκνή, και το στρώμα νερού θα είχε τις κατάλληλες συνθήκες για να υποστηρίξει ζωή. Για να το κάνουν αυτό χρησιμοποίησαν υπάρχουσες παρατηρήσεις της ατμόσφαιρας, καθώς και της μάζας και της ακτίνας, προκειμένου να διαπιστώσουν τη σύνθεση και τη δομή τόσο της ατμόσφαιρας όσο και του εσωτερικού, μέσω υψηλής ακριβείας αριθμητικών μοντέλων και στατιστικών μεθόδων για την ερμηνεία των δεδομένων. Μια σειρά από σχετικά σενάρια επιτρέπουν την ύπαρξη ενός ωκεανικού κόσμου, με νερό σε υγρή μορφή σε θερμοκρασίες και πιέσεις παρόμοιες με αυτές που παρατηρούνται στους ωκεανούς της Γης.
 
Η έρευνα αυτή ανοίγει τον δρόμο για την αναζήτηση συνθηκών κατοικησιμότητας και «βιο-υπογραφών» (bio-signatures) έξω από το ηλιακό μας σύστημα, σε εξωπλανήτες σημαντικά μεγαλύτερους από τη Γη.

Η Μαγική Πρωτομαρτιά

Μάρτης και Προλήψεις

Προσοχή! Το μόνο που επιτρέπεται να κάνετε την 1η του Μάρτη, είναι να φυτέψετε ένα βασιλικό. Κι ως τις 6 του μήνα, μην τολμήσετε να πλύνετε ρούχα, γιατί θα έρθουν οι Δρίμνες και θα τα κατακάψουν. Κι ούτε να λουστείτε ούτε να κολυμπήσετε. Επειδή, αν το κάνετε, οι Δρίμνες θα κάψουν το κορμί σας. Κι αν θέλετε να μάθετε, τι είναι οι Δρίμνες, σας λέμε ότι πρόκειται για πνεύματα αόρατα που ζουν μέσα στα νερά και τους δίνουν δύναμη. Πνεύματα, που όμως σας επιτρέπουν, αν ξέρετε την τέχνη, να προβλέψετε, τι καιρό θα κάνει όλο τον χρόνο: Μια μέρα για δυο μήνες. Είναι τα μερομήνια που κακώς κάποιοι τα συνδέουν με τις πρώτες μέρες του Αυγούστου. Το σωστό είναι 1-6 του Μάρτη, καθώς αυτές οι μέρες ονομάζονται δρίμ(ν)ες.

Ναι, η πρώτη του Μάρτη έχει μαγική δύναμη. Επειδή η νεκρανάσταση της βλάστησης δεν επαφιόταν μόνο στις πομπές του Διονύσου παλιά, του Καρνάβαλου αργότερα υπήρχαν πάντα οι γιορτές της 1ης του Μάρτη, αρχής της χρονιάς, πριν να παγιωθεί η 1η του Γενάρη και «την Πρωτομαρτιά, πέφτει απ’ τον ουρανό το κάρβουνο, να ζεσταθεί η γης κι από τότες αρχινούν οι ζέστες» είναι η «μεγάλη ώρα του έτους». Γι’ αυτό, ο ήλιος του Μάρτη καίει σαν κάρβουνο και μαυρίζει τα πρόσωπα των παιδιών. Με τον μαγικό κύκλο, τον «Μάρτη» μπορούμε ν’ αποφύγουμε το κακό: Κλωστές άσπρη και κόκκινη και καμιά φορά και χρυσή, στριφογυρίζονται και αφήνονται πάνω στα κλαδιά μιας τριανταφυλλιάς όλη νύχτα, κάτω απ’ τ’ άστρα.

Το πρωί, ο «Μάρτης» είναι έτοιμος ως το πιο αποτελεσματικό φυλαχτό. Περιδένεται στον καρπό ή στο μεγάλο δάχτυλο του ποδιού και μένει εκεί, όσο η τοπική πρόληψη επιτάσσει. Αν το παιδί δεν έχει ακόμα χρονίσει, ο «Μάρτης» περνιέται στον λαιμό. Για σιγουριά, εφτά «Μάρτηδες» οπότε «Μάρτης δεν πιάνει το μωρό». Αν τον περάσουν στο μεγάλο δάχτυλο του ποδιού, ούτε όταν περπατάνε σκοντάφτουν ούτε όταν τρέχουν κι αν μπει «Μάρτης» στο χερούλι της στάμνας, το νερό μένει πάντα δροσερό. Στη Μυτιλήνη και στην Κάρπαθο, «όποια κοπελιά έχει αρμαστό (αρραβωνιαστικό), του στέλνει τον άρτη κι αν ο αρμαστός είναι στην ξενιτιά, βάζει τον Μάρτη στον φάκελο, μαζί με το γράμμα».

Συνήθως, ο «Μάρτης» φοριέται ως την χριστιανική Ανάσταση, τότε, τον βγάζουν και τον δένουν σε μια τριανταφυλλιά, για να πάρουν το χρώμα της. Στην Κάρπαθο κι αλλού, τον δένουν στην αναστάσιμη λαμπάδα, να καεί μαζί με το κερί. Στη Θήβα και τα Μέγαρα, τους δένουν στο αρνί του Πάσχα και καίγονται καθώς γυρνά η σούβλα. Στ’ Άγραφα, βγάζουν τον «Μάρτη», μόλις δουν χελιδόνι. Τα παιδιά, τον αφήνουν στα δέντρα «για να τον πάρουν τα χελιδόνια» και τραγουδούν: Άφ’κα σύκο και σταφύλ’ / και σταυρό κι αθημουνίτσα / γύρ’σα πίσω, δεν τα βρήκα / λίτσαρ-λίτσαρ, λίτσαρ-λίτσαρ».

Συμβολικά το λευκό και το κόκκινο χρώμα το συναντάμε συχνά στη δεισιδαιμονία όταν είναι να αποτρέψουμε κάποιο κακό. Αυτό μνημονεύεται και από τους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς. Ο Αρτεμίδωρος στα «Ονειροκριτικά» συσχετίζει τους διάφορους στεφάνους των μαγισσών, ο Βιργίλιος στα «Βουκολικά» αναφέρει πολύχρωμους μίτους περιδεμένους τρεις φορές σε εικόνα ερωμένου για να τον σαγηνέψουμε. Ο Πετρώνιος αναφέρει όμοιες μαγγανείες, όπου δένουμε πολύχρωμο στήμονα στον τράχηλο. Οι Βυζαντινοί αναφέρουν τη χρήση βαμμένης κλωστής κατά της βασκανίας. Στα Ελευσίνια μυστήρια κατά την αρχαιότητα οι νεαροί μύστες φόραγαν κρόκους στο δεξί χέρι και στο πόδι. Πρόκειται λοιπόν για έθιμο πανάρχαιο, ή όμοιο πανάρχαιων εθίμων.

Το ιδιότυπο αυτό ασπροκόκκινο βραχιολάκι όταν έφευγε ο Μάρτιος στην κεντρική Ελλάδα τουλάχιστον το έβγαζαν και το κρεμούσαν στο πιο ψηλό κλαδί των δένδρων που ήταν πλησίον στα σπίτια με τις χελιδονοφωλιές και αυτό γιατί: Ο Μάρτιος είναι, ο μήνας της εαρινής μετανάστευσης πτηνών από την Αφρικανική ήπειρο στην Ελλάδα κυρίως και στα Βαλκάνια κατ΄ επέκταση.

Τα πτηνά αυτά μεταφέρουν συχνότατα ασθένειες των θερμότερων κλιμάτων που με την αυξημένη υγρασία της άνοιξης επωάζονται. Στη λαογραφία αναφέρεται πως τα παιδιά πρέπει να σέβονται, να αγαπούν και να μην πειράζουν τα χελιδόνια επειδή λειτουργούσαν ως «οικόσιτα» πτηνά που έκτιζαν τις φωλιές τους στους τοίχους των σπιτιών με το σκεπτικό ότι ήταν χρήσιμα εξολοθρεύοντας τα έντομα, κυρίως κουνούπια, που ήταν βλαβερά για τον άνθρωπο και τα οποία κουνούπια τα ίδια τα χελιδόνια μετέφεραν στο πτίλωμα τους από το ταξείδι τους από την Αφρική. Ο ένας λόγος ήταν εν μέρει αυτός, ο δεύτερος λόγος ήταν ότι οι παλαιότεροι γνώριζαν για τις ασθένειες αυτές και δεν ήθελαν τα παιδιά τους να μολυνθούν.

Μαζί με τα υγιή χελιδόνια και άλλα πουλιά μεταναστεύουν και ασθενή. Ειδικά το ασθενές χελιδόνι εάν δει κόκκινο χρώμα το αποφεύγει και δεν πλησιάζει, αντιθέτως το υγιές χελιδόνι μαζεύει την ασπροκόκκινη κλωστίτσα που την βρίσκει στο ψηλό κλαδί του δένδρου και την μεταφέρει στην φωλιά του για να αποτρέψει την χρήση της από τον ασθενή εισβολέα και να κλωσήσει τα υγιή αυγά του. Για τον λόγο αυτό της υγείας οι παλαιότεροι είχαν σκαρφιστεί την χρησιμότητα των χελιδονιών, κυρίως, και απέτρεπαν τα παιδιά να παίζουν μαζί τους και να πλησιάζουν τις χελιδονοφωλιές.

Στη Σωζόπολη (περιοχή της Βουλγαρίας σήμερα, στην παραλία του Ευξείνου Πόντου), όταν έβλεπαν χελιδόνι, έβγαζαν τον «Μάρτη» και τον τοποθετούσαν κάτω από μια μεγάλη πέτρα. Μετά από σαράντα ημέρες, σήκωναν την πέτρα. Αν από κάτω υπήρχαν μερμήγκια, σήμαινε πως η παραγωγή θα πήγαινε πολύ καλά. Στην Κύζικο (Προποντίδα), έκοβαν τον «Μάρτη» και τον πετούσαν καταγής, όταν έβλεπαν πελαργό. Ταυτόχρονα, απάγγελναν: «Λέλεκα, χατζή μπαμπά / ρίξε γρόσια και φλουριά».

Η συνήθεια να δένονται με τον «Μάρτη» είναι πολύ παλιά. Αναφέρεται γύρω στα 400 μ.κ.ε. από τους χριστιανούς που φυσικά τον αντέγραψαν από την αρχαία Ελληνική παράδοση, άλλωστε ο μεγάλος λαογράφος Ν.Γ. Πολίτης τη θεωρεί γνήσιο ελληνικό έθιμο, καθιερωμένο από την αρχαία λατρεία. Συνδέεται με την «κρόκη», κλωστή που οι μυημένοι στα Ελευσίνια Μυστήρια περνούσαν στο δεξί χέρι και το αριστερό πόδι αποδίδοντάς της συμβολική έννοια που όμως μας είναι άγνωστο, τι σήμαινε.

Ο ήλιος του Μάρτη είναι το πιο γνωστό και πιο μεγάλο κακό που επέρχεται με την «Πρωτομαρτιά».

Οι Δρίμ(ν)ες είναι το δεύτερο.

Ανάλογα με τον τόπο, η καταστροφική τους επίδραση ισχύει τις έξι ή δέκα ή δώδεκα πρώτες μέρες του μήνα, ή «τις τρεις πρώτες, τρεις μεσαίες και τρεις τελευταίες μέρες». Είναι δαιμονικά, νύμφες των νερών και καταστρέφουν ανθρώπινα κορμιά, ξύλα και πανιά. Όσα πανιά πλυθούν, λιώνουν. Όσα ξύλα κοπούν, σαπίζουν. Και καλό είναι οι άνθρωποι να μη λούζονται και να μην κόβουν ξύλα τις κρίσιμες μέρες. Κι ακόμα καλύτερα, να ρίξουν στα νερά ένα πέταλο που δρα σαν γιατρικό κι έχει αποτρεπτική δύναμη, καθώς το σίδερο διώχνει τα δαιμόνια.

Το τρίτο και τελευταίο κακό της «Πρωτομαρτιάς» είναι οι παρενέργειες της αλλαγής του χρόνου, καθώς η ζέστη δεν έρχεται μόνη. Την παραμονή, όπως και την αντίστοιχη της Πρωτοχρονιάς, παιδιά γυρνούν σπίτι με σπίτι τάχα κουτσαίνοντας και κρατώντας τενεκέδες που τους χτυπούν μεταξύ τους, να κάνουν θόρυβο, και τραγουδούν: «Όξω, Κοτσοφλέβαρε / να ΄ρθει ο Μάρτης με χαρά και με πολλά λουλούδια». Οι νοικοκυρές καθαρίζουν το σπίτι, ρίχνουν τα σκουπίδια έξω, σπάνε στην πόρτα κάποιο πήλινο και τραγουδούν: «Βγαίνει ο κακόχρονος, / μπαίνει ο καλόχρονος. / Όξω ο Κουτσοφλέβαρος. / Όξω, ψύλλοι, ποντικοί, / μέσα Μάρτη και χαρά / και καλή νοικοκυρά!».

Επειδή, μαζί με τον Μάρτη και την πρώιμη ζέστη, πλακώνουν όλα τα ζωύφια, κυρίως ψύλλοι και κοριοί που πρέπει να εξορκιστούν, ώστε να μην ενοχλούν τους ανθρώπους. Το έθιμο είναι απλωμένο σχεδόν σε ολόκληρη την Ευρώπη. Στη Γερμανία, με κρότους, σπασίματα πήλινων αλλά και μαγικούς κύκλους προσπαθούν να διώξουν φίδια, ποντικούς και ζωύφια. Οι εκδηλώσεις συμπίπτουν με την δυτική χριστανική γιορτή του Πέτρου, που πέφτει 22 Φεβρουαρίου, μέρα κατά την οποία οι εκεί αρχαίοι λαοί θεωρούσαν ως Πρωτοχρονιά.

Εκεί, τα μαγικά ολοκληρώνονται με μιμητικές πράξεις, δήθεν όργωμα με ψεύτικο άροτρο αλλά και περιφορά αρότρου που οδηγούν νεαροί αλλά σέρνουν κορίτσια. Ανάλογες γιορτές στην Αγγλία συνδέονται με την Πρωτομαγιά. Στον μεσαίωνα ήταν παντού διάσημες στην «γιορτή των Τρελών». Στην αρχαία Ρώμη, συνέπιπταν με τα Σατουρνάλια. Στην Ελλάδα, με τις γιορτές της διονυσιακής λατρείας.

Το ότι ο πρώτος μήνας του ρωμαϊκού έτους ονομάστηκε Μάρτιος (Martius), παίρνοντας το όνομα του θεού Mars (μετονομασία του ελληνικού Άρη), είναι γνωστό. Εκείνο που ίσως οι πολλοί δεν γνωρίζουν είναι το ότι ο Mars, πριν να γίνει θεός του πολέμου, είχε τελείως αντίθετες ιδιότητες ανάμεσα στις οποίες και η διόλου πολεμική της «ευετηρίας» (της δύναμης που έκανε την χρονιά να πάει καλά). Φυσούσε μαζί με τους ανοιξιάτικους ανέμους πάνω από τους αγρούς και βοηθούσε γη, δέντρα και φυτά να βλαστήσουν. Για τους Ρωμαίους άλλωστε, ο κάθε μήνας ή είχε σχέση με θεό ή βλάστηση ή δεν άξιζε καν να έχει όνομα.

Ο Ιανουάριος κατακυρώθηκε ως πρώτος μήνας της χρονιάς το 152 π.κ.ε. και αποτελούσε, μετά τη χειμερινή τροπή του ήλιου το «κομμάτι» του χρόνου, μέσα από το οποίο περνούσαν στο νέο έτος. Πήρε, λοιπόν, το όνομα του «διπρόσωπου» Ιανού, θεού της αρχής και του τέλους. Ο ελληνικός Φλεβάρης (φλέβα, πολύ νερό) είναι ο ρωμαϊκός Φεβρουάριος, από το λατινικό ρήμα februare (καθαίρειν). Ως τελευταίος πριν από τον πρώτο της νέας χρονιάς, ο Φλεβάρης ήταν μήνας των καθαρμών που με κάθε επισημότητα τελούσαν οι Εστιάδες παρθένες.

Ο Απρίλιος έχει να κάνει με το ρήμα aperire (ανοίγειν) επειδή τότε ανοίγουν τα λουλούδια και μπαίνουν στη φάση της καρποφορίας. Ο Μάης συνδυάζεται με τη λέξη magis (περισσότερο), καθώς τον μήνα αυτό τα πάντα, από τα σπαρτά και τα λαχανικά ως τα δέντρα, μεγαλώνουν. Ο Ιούνιος έχει την ίδια ρίζα με η λέξη Juventus (Γιουβέντους) που σημαίνει «νεανική ωριμότητα», ενώ Juno ήταν η θεά του γάμου: Όλα ωριμάζουν, περιμένοντας τον θερισμό.

Οι δυο επόμενοι μήνες (Ιούλιος και Αύγουστος), πριν να πάρουν τα ονόματα του δολοφονημένου Ιούλιου Καίσαρα και του πρώτου αυτοκράτορα Οκταβιανού Αυγούστου, αναφέρονταν απλά με τον αριθμό τους (Quintilis – Πέμπτος μετά την ρωμαϊκή πρωτοχρονιά και Sextilis – Έκτος), όπως και ο επόμενος September – Σεπτέμβριος – Έβδομος, Οκτώβριος – Όγδοος, Νοέμβριος – Ένατος και Δεκέμβριος – Δέκατος.

Για έναν πολύ απλό λόγο, όπως εξηγεί ο E. Fehrle: Όταν ο σπόρος ωριμάσει, τότε κανένας δεν έχει ανάγκη την επίκληση θεού για να πάει καλά η σοδειά του. Αγρότες αλλά και ρεαλιστές, οι Ρωμαίοι δεν έβρισκαν για ποιο λόγο θα έπρεπε να αφιερώσουν σε κάποια θεότητα ή δύναμη εκείνους τους μήνες που έτσι κι αλλιώς δεν προσφέρονται για αγροτικές εργασίες σχετικές με την ανάπτυξη της καρποφορίας. Οπότε απλά τους αριθμούσαν σε σχέση με τους προηγούμενους. Η τάση αυτή δεν σήμαινε ασέβεια, καθώς οι Ρωμαίοι ήταν όντως πρακτικοί άνθρωποι και εφάρμοζαν τη μέθοδο σε πολλές περιπτώσεις, ακόμα και στα παιδιά τους.

Αντί να σκοτώνονται, πώς θα ονομάσουν το κάθε παιδί τους, το βάπτιζαν με τον «αύξοντα αριθμό» του: Sextus Pompeius (Έκτος Πομπήιος) ο αντίπαλος του Καίσαρα, Quintus Cicero (Πέμπτος Κικέρων) ο ρήτορας. Μας έμειναν έτσι ως αριθμοί οι μήνες από τον Σεπτέμβρη ως τον Δεκέμβρη, επειδή από τους Ρωμαίους διαδόθηκε το ημερολόγιο σ’ ολόκληρο τον κόσμο.

Για να ξαναγυρίσουμε στον Μάρτη, οι Αθηναίοι είχαν μια πολύ λογική εξήγηση για τον λόγο για τον οποίο «μια κλαίει και μια γελάει». Ο Μάρτης, έλεγαν, έχει δυο γυναίκες. Μια πολύ πλούσια αλλά πανάσχημη και μια πάμφτωχη αλλά πανέμορφη. Αυτός κοιμάται στη μέση. Όταν γυρνά προς τη μεριά της άσχημης, κατσουφιάζει, μαυρίζει και σκοτεινιάζει ο κόσμος όλος. Όταν γυρνά προς τη μεριά της όμορφης, γελάει, χαίρεται και λάμπει ο κόσμος όλος. Πλην όμως, τις πιο πολλές φορές γυρνά προς τη μεριά της άσχημης, καθόσον αυτή τρέφει κι αυτόν και την όμορφη. Οπότε είναι άσκοπο να περιμένετε ότι τον Μάρτη θα έχει πολλές λιακάδες. Η δύναμη του χρήματος γαρ.

Υπάρχει κι άλλη εξήγηση για το ότι ο Μάρτης «μια κλαίει και μια γελάει». Ήταν τότε που οι δώδεκα μήνες απέκτησαν ένα βαρέλι κρασί με δώδεκα κάνουλες, τη μια πάνω από την άλλη. Πάνω που συζητούσαν, ποιος μήνας να πάρει ποια κάνουλα, ο Μάρτης τους ζήτησε, επειδή ήταν γέρος, να του δώσουν την κάτω κάτω. Οι άλλοι δέχτηκαν, καθώς κανένας τους δεν σκέφτηκε ότι το κρασί αδειάζει από πάνω προς τα κάτω. Κι όλο έβλεπαν τον Μάρτη να πηγαίνει, ν’ ανοίγει την κάτω κάνουλα και να πίνει, να πίνει, τελειωμό να μην έχει. Κάποτε αποφάσισαν να πιουν το δικό τους μερίδιο. Ανοίγει ο πρώτος την πάνω κάνουλα. Φυσικά και δεν βγάζει κρασί. Ανοίγουν ο δεύτερος, ο τρίτος, όλοι τις δικές τους. Ούτε σταγόνα. Μόνο η κάτω κάτω, του Μάρτη, έβγαζε λίγο ακόμα. Κατάλαβαν, τι έγινε. Άρχισαν να τσακώνονται, τι να τον κάνουν τον γέρο Μάρτη. Ακόμα δεν έχουν καταλήξει: Τη μια λένε να τον κρεμάσουν κι ο Μάρτης κλαίει, την άλλη να τον συγχωρήσουν κι ο Μάρτης γελάει.

Όσο για τις 31 του ημέρες, ούτε αυτές ήταν όλες δικές του. Στα Καλάβρυτα εξηγούσαν ότι αρχικά ο Μάρτης είχε 28 μέρες κι ο Φλεβάρης 31. Μια χρονιά, έτυχε ο Μάρτης να είναι συνέχεια στις καλές του, οπότε ούτε κρύο ούτε βροχές ούτε χιόνια ταλαιπωρούσαν τους ανθρώπους. Ανάμεσα στις τυχερές, μια γριά με κάμποσες κατσίκες και κάμποσα αρνιά τις χαιρόταν αυτές τις μαρτιάτικες καλοσύνες. Ήταν όμως κακιασμένη κι όταν έφτασε η τελευταία μέρα του μήνα, η 28η, δεν άντεξε κι ευχήθηκε στον Μάρτη να πεθάνει, λέγοντας: «Στην πομπή σου, γέρο Μάρτη. Τ’ αρνοκάτσικά μου καλά περάσανε».

Θύμωσε ο Μάρτης, έχασε το κέφι του, πήγε στον Φλεβάρη, του ζήτησε τρεις μέρες κι έγινε χαμός. Από τότε, ο Φλεβάρης έχει 28 μέρες κι ο Μάρτης 31. Τη συγκεκριμένη χρονιά, τις τρεις τελευταίες μέρες του, ο Μάρτης έκανε τρομερό κρύο, φυσούσε διαβολεμένα και χιόνιζε από το πρωί ως το βράδυ. Οι άνθρωποι χώθηκαν στα σπίτια της να ζεσταθούν κι η γριά, ξεπαγιασμένη, στριμώχτηκε στο τζάκι, κάτω από το τσουκάλι. Ούτε εκεί κατάφερε να ζεσταθεί.

Τρελαμένη από το κρύο, μπήκε μέσα στο τσουκάλι κι έγινε βραστή. Από τότε έμεινε η παροιμία «Ο Μάρτης έβαλε την γριά μεσ’ στο τσουκάλι». Στα Καλάβρυτα όμως, αυτές τις τρεις τελευταίες μέρες τις βάφτιζαν καθεμιά με το όνομα μιας από τις τρεις πιο μεγάλες σε ηλικία γριές. Αν η μέρα ήταν καλή, έλεγαν πως και η γριά που η μέρα της ανήκε ήταν καλός άνθρωπος. Αν η μέρα ήταν κακή, συμπέραιναν ότι και η γριά ήταν κακός άνθρωπος κι από αυτήν ξεκινούσε η «κακιά μέρα».

Το ότι ουσιαστικά ο χρόνος αλλάζει την 1η του Μάρτη, το φανερώνουν μια σειρά από έθιμα, πολλά από τα οποία έχουν χαθεί με την πάροδο του χρόνου. Σε πολλά μέρη, την τελευταία νύχτα του Φλεβάρη έσβηναν τη φωτιά, πριν να πάνε για ύπνο, ώστε το πρωί να ανάψουν καινούρια. Αλλού, πρωί «Πρωτομαρτιάς» έχυναν το νερό της προηγούμενης μέρας και πήγαιναν στη βρύση να πάρουν νέο, ως αρχή μιας νέας περιόδου, πιο ευοίωνης.

Στα Μέγαρα, πρωί πρωί Πρωτομαρτιάς, οι γυναίκες πήγαιναν στα χωράφια και πλένονταν με δροσιά κριθαριού (τις σταγόνες που μάζευαν από τα πρώιμα φύλλα του), έβγαζαν στάχυα και τα πήγαιναν, νωπά ακόμα, στο σπίτι και τα κρεμούσαν στις πόρτες για να είναι δροσεροί όλο τον χρόνο οι χώροι. Στην Αθήνα, με το που ξημέρωνε, κάθε νοικοκυρά πήγαινε στο πηγάδι, έπαιρνε το «αμίλητο νερό» (δεν έπρεπε δηλαδή να μιλήσει σε κανέναν, ώσπου να ολοκληρώσει το έργο της), έβρεχε μ’ αυτό λίγο γρασίδι και ράντιζε όλους όσοι κοιμόντουσαν. Μετά, ράντιζε κι όλους τους χώρους του σπιτιού. Αφού τα τέλειωνε όλα αυτά, απάγγελλε: «Ήρθες Μάρτη; Ήρθ’ η γεια σου, / ήρθ’ η πληθομαμμουδιά σου / Μέσα Μάρτης και χαρά / και καλή νοικοκυρά». Αν η όλη τελετουργία γινόταν σωστά, η δροσιά έμπαινε στο σπίτι κι εξασφάλιζε υγεία και ευτυχία για όλα τα μέλη της οικογένειας.

Τα πράσινα κλαδιά και τα γεμάτα χυμό βλαστάρια έχουν την «Πρωτομαρτιά» τη δύναμη της θαλερότητας και της γονιμότητας. Και μπορούν να τις μεταδώσουν σ’ ανθρώπους και ζώα, αν τα βουτήξουν στη δροσιά (όπως των Θεοφανίων με το αγιασμένο νερό) και χτυπήσουν έπειτα μ’ αυτά εκείνους, στους οποίους πρέπει οι δυνάμεις αυτές να μεταδοθούν. Στην περιοχή του Πωγωνίου (το βόρειο κομμάτι του νομού Ιωαννίνων, γύρω από το Δελβινάκι), «σηκώνεται ένας το πρωί και παίρνει μια κρανιά ανθισμένη και χτυπάει όλους μέσα στο σπίτι λέγοντας: να είστε στέρεοι όλη τη χρονιά σαν την κρανιά (γερός θάμνος του δάσους)».

Στην Κρήτη, «την Πρωτομαρτιά κόβγουν μιαν ασφεντουλιά και χτυπούν μ’ αυτή τα βούγια και λένε: Μάρτης είναι σήμερο, κι άλλαξε την τριχιά σου / και βάλε πήχες το λαρδί και πιθαμές το ξύγκι». Στην Κω, χτυπούν μια γάτα. Στην Γερμανία, τα κορίτσια που έβλεπαν το πρώτο χελιδόνι πλένονταν με δροσιά ή κυλιόντουσαν στο γρασίδι για να μην τους πονά η μέση το καλοκαίρι, κυρίως την εποχή του θερισμού.

Ένα πανάρχαιο έθιμο με ρίζες στις εποχές της μαγείας και συνδεμένο με θρησκευτικές δοξασίες, είναι η «περιφορά της χελιδόνας». Μεταδόθηκε και στους γερμανικούς λαούς κι απλώθηκε σ’ όλη σχεδόν την Ευρώπη, επιβιώνοντας και μετά την εξαφάνιση της μαγείας. Σήμερα, επιζεί σε περιοχές της Θράκης και δηλώνει με τον πιο εύγλωττο τρόπο τον ερχομό της νέας χρονιάς «μαζί με τα χελιδόνια»: Την 1η του Μάρτη, ανά δυο, τα παιδιά παίρνουν ένα καλάθι, το γεμίζουν με φύλλα κισσού (σύμβολα του θεού Διονύσου και της βλάστησης, με τα οποία, εκτός των άλλων, μεταδίδεται η θαλερότητα και η γονιμότητα στα ζώα και στις κότες). Μέσα στο καλάθι περνούν ένα ραβδί, στην άκρη του οποίου προσαρμόζουν ένα ξύλινο ομοίωμα χελιδονιού. Είναι η χελιδόνα, στον λαιμό της οποίας κρεμούν κουδουνάκια που ηχούν, όταν κάποιος κινεί το ραβδί.

Μ’ αυτή την κατασκευή που παίζει τον ίδιο ρόλο με το τρίγωνο στα κάλαντα των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς, γυρνούν από σπίτι σε σπίτι και τραγουδούν: «Ήρθε, ήρθε χελιδόνα, / ήρθε κι άλλη μελιδόνα, / κάθισε και λάλησε, / και γλυκά κελάδησε: / «Μάρτη, Μάρτη μου, καλέ, / και Φλεβάρη φοβερέ, / κι αν φλεγίσεις κι αν τσικνίσεις, / καλοκαίρι θα μυρίσεις. / Κι αν χιονίσεις, κι αν κακίσεις, / πάλιν άνοιξιν θ’ ανθίσεις. / Θάλασσα επέρασα / και στεριάν δεν ξέχασα, / κύματα κι αν έσχισα, / έσπειρα, ’κονόμησα. / Έφυγα κι αφήκα σύκα, / και σταυρόν και θημωνίτσα, / κ’ ήρθα τώρα κ’ ηύρα φύτρα, / κ’ ηύρα χόρτα, σπάρτα, βλίτρα, / βλίτρα, βλίτρα, φύτρα, φύτρα».

Και συνεχίζει: «Συ, καλή νοικοκυρά, / έμπα στο κελάρι σου, / φέρ’ αβγά περδικωτά, / και πουλιά σαρακοστά, / δώσε και μιαν ορνιθίτσα, / φέρε και μια κουλουρίτσα. / Μέσα δω που ’ρθαμε τώρα, / μέσα γεια, μέσα χαρά, / στον αφέντη, στην κυρά, / στα παιδιά και στους γονείς / σ’ όλους τους τούς συγγενείς. / Μέσα Μάρτης, έξω ψύλλοι, / έξ’ οχτροί, σας τρών’ οι σκύλοι. / Μέσα φίλοι, μέσα φτήνια, / και χαρές, χοροί, παιχνίδια». Η νοικοκυρά παίρνει λίγα φύλλα κισσού από το καλάθι της χελιδόνας και τα βάζει στο κοτέτσι για να κάνουν οι κότες πολλά αβγά. Μετά, παίρνει ένα ή δυο αβγά και τα δίνει στα παιδιά που την επισκέφτηκαν, τα οποία συνεχίζουν παρακάτω.

Στα 200 (μ.κ.ε.) ο Αθήναιος κατέγραψε ένα ήδη αρχαίο στην εποχή του τραγούδι που τα παιδιά στην Ρόδο έψαλλαν αρχή της άνοιξης περιφέροντας από σπίτι σε σπίτι μια «χελιδόνα» και ζητώντας να τα τρατάρουν γλυκά. Λέει: «Ήλθ’ ήλθε χελιδών / καλάς ώρας άγουσα / καλούς ενιαυτούς» Και περιγράφει πώς είναι το χελιδόνι, τι καλά φέρνει με την άνοιξη, με ευχές για καλή σοδειά κ.λπ. Στο τέλος, ζητά από την νοικοκυρά ν’ ανοίξει την πόρτα στο χελιδόνι να τα φιλέψει κι αυτά καθόσον «ου γαρ γέροντες εσμέν αλλά παιδία».

Αναγεννησιακή φιλοσοφία: το αιχμηρό της δόρυ

Αναγέννηση: όψεις της κοινωνικο-πολιτικής φιλοσοφίας

§1

      Η νέα κοσμο-εικόνα της Αναγέννησης εμφανίζεται και στην κοινωνικο-πολιτική φιλοσοφία. Σημαντικά έργα κοινωνικού και πολιτικού προβληματισμού είναι ο «Ηγεμόνας» του Ν. Machiavelli, η «Ουτοπία» του T. More, η «Νέα Ατλαντίς» του F. Bacon, η «Πολιτεία του ήλιου» του T. Campanella και ο «Λεβιάθαν» του Th. Hobbes.

     Ο «Ηγεμόνας» στοχεύει στο κέντρο της ζωής και συνδέεται με την πολύπλοκη και όχι λιγότερο διεφθαρμένη κοινωνικο-πολιτική κατάσταση στην Ιταλία της Αναγέννησης. Προσφέρει μια σύλληψη του κράτους και των πολιτικών σχέσεων, στα όρια των οποίων πρόκειται να παιχθεί εξελικτικά το πολιτικό παιχνίδι. Η εξουσία, μέσα σε αυτό το έργο, συλλαμβάνεται ως ένας σχετικός/μερικός αυτοσκοπός που οφείλει να πραγματώνεται χωρίς να υποτάσσεται σε ηθικές αξιώσεις ή αντίστοιχες αναστολές. Σε συνάφεια προς αυτό, διαγράφεται και η συμπεριφορά του κυβερνήτη.

     Ο κυβερνήτης πρέπει να έχει τα χαρακτηριστικά της αλεπούς, δηλαδή να εξαπατά τους αντιπάλους του με πονηριά, και του λιονταριού, δηλαδή να εκφοβίζει τους εχθρούς του. Επίσης, η εικόνα του στο λαό οφείλει να παρουσιάζεται ως εικόνα ενός ανθρώπου που διακρίνεται για υψηλή θρησκευτικότητα, για πίστη, για έλεος, για ακεραιότητα, για αξιοπρέπεια. Δεν χρειάζεται να κατέχει αυτές τις αρετές, αλλά πρέπει να δείχνει ότι τις κατέχει. Και αυτό γιατί οι μάζες είναι αφελείς και μπορούν εύκολα να ξεγελιούνται με την εικόνα ενός αξιοπρεπούς κυβερνήτη. Οι λίγοι έξυπνοι που θα μπορούν να διακρίνουν την εξαπάτηση του «κάκιστου» κυβερνήτη δεν θα μπορούν να επαναστατήσουν, γιατί θα είναι λίγοι και γιατί ο κυβερνήτης προστατεύεται από αστυνομικές και στρατιωτικές δυνάμεις, ενώ παράλληλα έχει με το μέρος του τις εξαπατημένες μάζες. Με την όλη περιγραφή του ο Μακιαβέλι αναδεικνύει τον μέγιστο πραγματισμό της κοινωνικο-πολιτικής ζωής και δεν κηρύσσει κανένα ανηθικισμό ή αμοραλισμό, όπως του καταμαρτυρείται ορισμένως.

§2

     Ο Θωμάς Μουρ στο έργο του «Ουτοπία» αναφέρει τις εμπειρίες ενός ναύτη που βρέθηκε τυχαία σε ένα νησί με το όνομα Ουτοπία. Οι διηγήσεις και περιγραφές γύρω από θεσμούς και ηθικούς κανόνες που κάνει ο ναύτης, όταν γυρίζει στη χώρα του, σχετίζονται με κοινωνικά και πολιτικά προβλήματα. Χαρακτηριστικά γνωρίσματα της ζωής των νησιωτών ήταν η κοινότητα των αγαθών, η κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας, η υπεράσπιση και διατήρηση της ειρήνης, ο περιορισμός της εργάσιμης ημέρας σε έξι ώρες. Το τελευταίο ήταν δυνατό, επειδή εργάζονταν όλοι οι άνθρωποι και δεν υπήρχαν οι νωθροί πλούσιοι, που περίμεναν από τους άλλους να εργαστούν για να απολαύσουν αυτοί. Τέτοιοι πλούσιοι σήμερα είναι, ανάμεσα σε πολλές άλλες αδρανείς-νωθρές μάζες ή κοινωνικές ομάδες, και οι διάφοροι «σοσιαλίζοντες» που δομούν την εξουσία τους στο όνομα των εργαζομένων, για να τους αρπάξουν στο τέλος «το ψωμί από το τραπέζι» (Μπρεχτ). Επίσης, ο πόλεμος θεωρούνταν κάτι κακό και δικαιολογούταν μόνο στις εξής περιπτώσεις: 1. Για την υπεράσπιση της πατρίδας από τον εισβολέα, κάτι βέβαια που για τους πραιτοριανούς «δημοκρατικο-σοσιαλιστές» της καθεστηκυίας τάξης, στη γαλάζια μας χώρα, θεωρείται «προπατορικό αμάρτημα»· 2. για την απελευθέρωση συμμάχου από επιτιθέμενους εισβολείς, 3. για την απελευθέρωση καταπιεσμένων λαών από την τυραννία.

     Ο Bacon, από τη δική του πλευρά, περιέγραψε την ιδεώδη ζωή των κατοίκων ενός φανταστικού νησιού. Με το έργο του «Η νέα Ατλαντίδα» συνέλαβε ένα ουτοπικό σχέδιο οργάνωσης της κοινωνίας και της πολιτικής διακυβέρνησης. Στο νησί με την ομώνυμη ονομασία κατοικούσε ένας λαός που χρησιμοποιούσε τις επιστημονικές ανακαλύψεις για να επιτύχει αύξηση της παραγωγικότητας. Οι άνθρωποι της κοινότητας ενδιαφέρονταν να γνωρίσουν τις αληθινές αιτίες των πραγμάτων, να επιμηκύνουν τη ζωή και με τη βοήθεια της επιστήμης να θεραπεύσουν τις ασθένειες. Επίσης επιζητούσαν την κοινοκτημοσύνη της γνώσης περισσότερο παρά του πλούτου. Συνέδεαν τον πολιτισμό με την επιστήμη και προωθούσαν το εξωτερικό εμπόριο με σκοπό την ανταλλαγή της γνώσης.

§3

     Στους φιλοσόφους της ουτοπίας ανήκει και ο Θωμάς Καμπανέλα (1568-1639) Το έργο, με το οποίο έγινε γνωστός, είναι η «Πολιτεία του Ήλιου». Το έγραψε, όταν ήταν φυλακισμένος από την Ισπανική Ιερή Εξέταση. Μέσα στο έργο παρουσιάζει την ιστορία ενός Γενοβέζου καπετάνιου, που έφτασε σε ένα μακρινό νησί, στην Πολιτεία του Ήλιου. Εδώ οι άνθρωποι παρήγαγαν όσα χρειάζονταν και δεν λάμβαναν περισσότερα από όσα άξιζαν. Τα κύρια κακά που κατατυραννούν τους ανθρώπους, η φτώχεια και ο πλούτος, δεν υπήρχαν. Αυτά τα δυο κακά αλλοιώνουν τη φύση του ανθρώπου. Η μεν φτώχεια τον κάνει ψεύτη, πονηρό και κλέφτη, ο δε πλούτος τον κάνει αχαλίνωτο, εγωιστή, συκοφάντη, αναιδή. Ο Αριστοτέλης, ως γνωστό, τον άνθρωπο της πρώτης κατηγορίας τον χαρακτηρίζει ως μικροπόνηρο με όλες τις συναφείς παρενέργειες και εκείνον της δεύτερης κατηγορίας ως μεγαλοπόνηρο με όλα πάλι τα συναφή: ό,τι ακριβώς ισχύει στις μέρες μας, αλλά και διαχρονικά με τις συντεχνίες απάντων των κοινωνικοπολιτικών εσμών. Να γιατί ο Μακιαβέλι κάνει λόγο για πονηριά της εξουσίας. Ακόμη στην Πολιτεία του Ήλιου ο κυβερνήτης ήταν πρόσωπο που συνδύαζε ακαδημαϊκή και πρακτική παιδεία, κάτι δηλαδή που προσιδιάζει κατά πολύ στον φιλόσοφο-κυβερνήτη του Πλάτωνα και διόλου στους άξεστους κυβερνήτες των σημερινών σχημάτων εξουσίας. Δεν ήταν κληρονομικός ούτε τυραννικός. Η ηθική θεμελιωνόταν στο λόγο και στο φυσικό νόμο. Οι άνθρωποι δούλευαν τέσσερις ώρες την ημέρα για να συντηρήσουν την κοινότητα και δεν υπήρχε κανένας αργόσχολος παραμυθολόγος της πολιτικής ραθυμίας.

§4

     O Χομπς ανέπτυξε τις πολιτικές του απόψεις εκτίθενται βασικά στο έργο του «Λεβιάθαν». Το όνομα το πήρε από την Παλαιά Διαθήκη, όπου υπήρχε ένα μυθικό θηρίο με αυτή την ονομασία. Ήταν ένα γιγαντιαίο θαλάσσιο τέρας, που λογιζόταν ως σύμβολο του κακού. Στη σύλληψη του φιλοσόφου ο Λεβιάθαν συμβολίζει το τεράστιο τεχνητό κατασκεύασμα που έχει τεχνητή ψυχή μέσα του. Αυτό το κατασκεύασμα είναι η πολιτεία και η τεχνητή ψυχή είναι η κυρίαρχη εξουσία. Το κεντρικό ερώτημα είναι: πώς κατανοείται η γενετική προέλευση της πολιτείας; Στη «φυσική κατάσταση», δηλαδή πριν από το σχηματισμό της κοινωνίας, επικρατούσε η επιβολή του ενός πάνω στον άλλο. Η κινητήρια δύναμη των ανθρώπων ήταν η φυσική ορμή και το γνώρισμά τους ήταν ο εγωισμός. Η δικαιοσύνη ήταν παντελώς άγνωστη και μια άγρια κατάσταση απλωνόταν παντού. Ο καθένας δικαιούταν ό,τι μπορούσε να θέσει υπό την κατοχή του. Η ζωή έγινε ένας «πόλεμος όλων εναντίον όλων» και δεν μπορούσε να υπάρχει συμβίωση.

     Τότε τα άτομα αισθάνθηκαν την ανάγκη να συνάψουν ένα είδος «συμφώνου» και να συγκροτήσουν κοινότητες με τάξη και δικαιοσύνη. Η προέλευση λοιπόν της πολιτείας κατανοείται ως προϊόν ενός κοινωνικού συμβολαίου για να προστατεύονται και να αισθάνονται ασφαλείς όλοι. Η εξήγηση αυτή με το «συμβόλαιο» δεν έχει ιστορικές καταβολές, αλλά στηρίζεται στην υπόθεση ότι κάποιοι άνθρωποι συνέρχονται και συμφωνούν να παραδώσουν την εξουσία σε ένα «ηγεμόνα», ο οποίος νομιμοποιείται να τους κυβερνά με βάση το συμβόλαιο και όχι λόγω κάποιου θεϊκού δικαίου. Έτσι θα σταματούσε ο οικουμενικός πόλεμος και θα ελεγχόταν ο εγωισμός των ατόμων. Ωστόσο η χαλιναγώγηση των ορμών τους δεν απέτρεψε τον ανταγωνιστικό χαρακτήρα των σχέσεων ανάμεσα στις πολιτείες, δηλαδή ανάμεσα στα κράτη. Αντίθετα ο «πόλεμος όλων εναντίον όλων» αποτελεί για τις σχέσεις των κρατών μια αναγκαία τάση της εξελικτικής τους κίνησης. Ο πόλεμος αυτός δεν είναι ένα προσωρινό φαινόμενο, αλλά κάτι το μόνιμο, διότι οι σχέσεις των κρατών στηρίζονται στην αρχή: άνθρωπος προς άνθρωπο λύκος. Αυτό που ενδιαφέρει την κοινωνία και το κράτος είναι η δύναμη και η ωφέλεια.

     Ο Χομπς υποστηρίζει επίσης ότι τα άτομα μπορούν να συνεργαστούν μεταξύ τους μόνο κατόπιν ενός τεχνητού συμβολαίου, που συνάπτεται ανάμεσα στους πολίτες τους ίδιους και όχι ανάμεσα στους πολίτες και σε μια άρχουσα δύναμη. Απ’ αυτή την άποψη για μεν τους πρώτους υπάρχουν δεσμεύσεις που υπαγορεύει το συμβόλαιο, για δε τους άρχοντες δεν υπάρχει καμιά δέσμευση. Γενικώς η πολιτική φιλοσοφία του Χομπς διακρίνεται για ένα ατομικιστικό ορθολογισμό, σύμφωνα με τον οποίο κίνητρο της ανθρώπινης συμπεριφοράς είναι το ατομικό συμφέρον, που εξυπηρετείται πιο καλά μέσα στην κοινωνία. Υπ’ αυτό το πνεύμα, η απόλυτη εξουσία του άρχοντα αποτελεί αναγκαίο συμπλήρωμα του ατομισμού των πολιτών.

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ: Ρητορική (1387a-1387b)

Πρῶτον μὲν οὖν περὶ τοῦ νεμεσᾶν λέγωμεν, τίσιν τε νεμεσῶσι καὶ ἐπὶ τίσι καὶ πῶς ἔχοντες αὐτοί, εἶτα μετὰ ταῦτα περὶ τῶν ἄλλων. φανερὸν δ᾽ ἐκ τῶν εἰρημένων· εἰ γάρ ἐστι τὸ νεμεσᾶν λυπεῖσθαι ἐπὶ τῷ φαινομένῳ ἀναξίως εὐπραγεῖν, πρῶτον μὲν δῆλον ὅτι οὐχ οἷόν τ᾽ ἐπὶ πᾶσι τοῖς ἀγαθοῖς νεμεσᾶν· οὐ γὰρ εἰ δίκαιος ἢ ἀνδρεῖος, ἢ εἰ ἀρετὴν λήψεται, νεμεσήσει τούτῳ (οὐδὲ γὰρ ἔλεοι ἐπὶ τοῖς ἐναντίοις τούτων εἰσίν), ἀλλὰ ἐπὶ πλούτῳ καὶ δυνάμει καὶ τοῖς τοιούτοις, ὅσων ὡς ἁπλῶς εἰπεῖν ἄξιοί εἰσιν οἱ ἀγαθοὶ καὶ οἱ τὰ φύσει ἔχοντες ἀγαθά, οἷον εὐγένειαν καὶ κάλλος καὶ ὅσα τοιαῦτα. ἐπεὶ δὲ τὸ ἀρχαῖον ἐγγύς τι φαίνεται τοῦ φύσει, ἀνάγκη τοῖς ταὐτὸ ἔχουσιν ἀγαθόν, ἐὰν νεωστὶ ἔχοντες τυγχάνωσι καὶ διὰ τοῦτο εὐπραγῶσι, μᾶλλον νεμεσᾶν· μᾶλλον γὰρ λυποῦσιν οἱ νεωστὶ πλουτοῦντες τῶν πάλαι καὶ διὰ γένος· ὁμοίως δὲ καὶ ἄρχοντες καὶ δυνάμενοι καὶ πολύφιλοι καὶ εὔτεκνοι καὶ ὁτιοῦν τῶν τοιούτων. καὶ ἂν διὰ ταῦτα ἄλλο τι ἀγαθὸν γίγνηται αὐτοῖς, ὡσαύτως· καὶ γὰρ ἐνταῦθα μᾶλλον λυποῦσιν οἱ νεόπλουτοι ἄρχοντες διὰ τὸν πλοῦτον ἢ οἱ ἀρχαιόπλουτοι. ὁμοίως δὲ καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων. αἴτιον δ᾽ ὅτι οἱ μὲν δοκοῦσι τὰ αὑτῶν ἔχειν οἱ δ᾽ οὔ· τὸ γὰρ ἀεὶ οὕτω φαινόμενον ἔχειν ἀληθὲς δοκεῖ, ὥστε οἱ ἕτεροι οὐ τὰ αὑτῶν ἔχειν. καὶ ἐπεὶ ἕκαστον τῶν ἀγαθῶν οὐ τοῦ τυχόντος ἄξιον, ἀλλά τις ἔστιν ἀναλογία καί τι ἁρμόττον, οἷον ὅπλων κάλλος οὐ τῷ δικαίῳ ἁρμόττει ἀλλὰ τῷ ἀνδρείῳ, καὶ γάμοι διαφέροντες οὐ τοῖς νεωστὶ πλουσίοις ἀλλὰ τοῖς εὐγενέσιν· ἂν οὖν ἀγαθὸς ὢν μὴ τοῦ ἁρμόττοντος τυγχάνῃ, νεμεσητόν. καὶ ‹τὸ› τὸν ἥττω τῷ κρείττονι ἀμφισβητεῖν, μάλιστα μὲν οὖν τοὺς ἐν τῷ αὐτῷ, ὅθεν καὶ τοῦτ᾽ εἴρηται,

Αἴαντος δ᾽ ἀλέεινε μάχην Τελαμωνιάδαο·
Ζεὺς γὰρ οἱ νεμέσασχ᾽, ὅτ᾽ ἀμείνονι φωτὶ μάχοιτο·


[1387b] εἰ δὲ μή, κἂν ὁπωσοῦν ὁ ἥττων τῷ κρείττονι, οἷον εἰ ὁ μουσικὸς τῷ δικαίῳ· βέλτιον γὰρ ἡ δικαιοσύνη τῆς μουσικῆς.

Οἷς μὲν οὖν νεμεσῶσι καὶ διὰ τί, ἐκ τούτων δῆλον· ταῦτα γὰρ καὶ τὰ τοιαῦτά ἐστιν. αὐτοὶ δὲ νεμεσητικοί εἰσιν, ἐὰν ἄξιοι τυγχάνωσιν ὄντες τῶν μεγίστων ἀγαθῶν καὶ ταῦτα κεκτημένοι· τὸ γὰρ τῶν ὁμοίων ἠξιῶσθαι τοὺς μὴ ὁμοίους οὐ δίκαιον. δεύτερον δέ, ἂν ὄντες ἀγαθοὶ καὶ σπουδαῖοι τυγχάνωσιν· κρίνουσί τε γὰρ εὖ, καὶ τὰ ἄδικα μισοῦσι. καὶ ἐὰν φιλότιμοι καὶ ὀρεγόμενοί τινων πραγμάτων, καὶ μάλιστα περὶ ταῦτα φιλότιμοι ὦσιν ὧν ἕτεροι ἀνάξιοι ὄντες τυγχάνουσιν. καὶ ὅλως οἱ ἀξιοῦντες αὐτοὶ αὑτοὺς ὧν ἑτέρους μὴ ἀξιοῦσι, νεμεσητικοὶ τούτοις καὶ τούτων· διὸ καὶ οἱ ἀνδραποδώδεις καὶ φαῦλοι καὶ ἀφιλότιμοι οὐ νεμεσητικοί· οὐδὲν γὰρ ἔστιν οὗ ἑαυτοὺς οἴονται ἀξίους εἶναι.

Φανερὸν δ᾽ ἐκ τούτων ἐπὶ ποίοις ἀτυχοῦσι καὶ κακοπραγοῦσιν ἢ μὴ τυγχάνουσι χαίρειν ἢ ἀλύπως ἔχειν δεῖ· ἐκ γὰρ τῶν εἰρημένων τὰ ἀντικείμενά ἐστι δῆλα, ὥστ᾽ ἐὰν τούς τε κριτὰς τοιούτους παρασκευάσῃ ὁ λόγος, καὶ τοὺς ἀξιοῦντας ἐλεεῖσθαι, καὶ ἐφ᾽ οἷς ἐλεεῖσθαι, δείξῃ ἀναξίους ὄντας τυγχάνειν ἀξίους δὲ μὴ τυγχάνειν, ἀδύνατον ἐλεεῖν.


***
Ας μιλήσουμε λοιπόν πρώτα για την αγανάκτηση: με ποιούς αγανακτούν οι άνθρωποι, για ποιούς λόγους, και ποιά είναι τότε η γενική τους κατάσταση· ύστερα θα μιλήσουμε και για τα υπόλοιπα πάθη. Τα πράγματα είναι φανερά από όσα έχουμε ήδη πει. Αν, πράγματι, η αγανάκτηση είναι η λύπη και η στενοχώρια που αισθάνεται κανείς όταν βλέπει κάποιον να χαίρεται μια ευτυχία που δεν του αξίζει, γίνεται πρώτα πρώτα φανερό ότι δεν γίνεται να αγανακτεί ο άνθρωπος για όλων των ειδών τα καλά· κανείς, πράγματι, δεν θα αγανακτήσει αν κάποιος είναι δίκαιος ή ανδρείος ή αν κοιτάζει να αποκτήσει μια αρετή (όπως δεν θα νιώσει και οίκτο στην περίπτωση που υπάρχουν οι αντίθετες ιδιότητες)· θα νιώσει όμως αγανάκτηση ενσχέσει με τον πλούτο, τη δύναμη και τα παρόμοια, με μια λέξη: ενσχέσει με όλα τα καλά που αξίζει να τα έχουν οι ενάρετοι άνθρωποι, καθώς και αυτοί που η φύση τούς προίκισε με τα αγαθά της: ευγενική καταγωγή, ομορφιά και τα παρόμοια. Δεδομένου, τώρα, ότι το παλιό μοιάζει πολύ κοντινό στο φυσικό, αναγκαστικά, αν δύο άτομα έχουν το ίδιο αγαθό, οι άνθρωποι αγανακτούν περισσότερο με αυτόν που το απέκτησε πρόσφατα και χρωστάει σ᾽ αυτό την ευτυχία του· πραγματικά, οι νεόπλουτοι άνθρωποι ενοχλούν περισσότερο από αυτούς που έχουν τα πλούτη τους από παλιά ή από οικογενειακή κληρονομιά· το ίδιο συμβαίνει και με αυτούς που έχουν στα χέρια τους την εξουσία, με τους ανθρώπους που διαθέτουν δύναμη, με αυτούς που έχουν πολλούς φίλους, καλά παιδιά ή οποιοδήποτε άλλο αγαθό αυτού του είδους. Ενοχλητικό γίνεται επίσης, αν τα αγαθά αυτά γίνουν η αιτία ώστε τα άτομα αυτά να αποκτήσουν και κάποιο άλλο αγαθό: στην περίπτωση αυτή οι νεόπλουτοι που με τον πλούτο τους αποκτούν κάποιο αξίωμα γίνονται πιο ενοχλητικοί σε σύγκριση με αυτούς που είχαν πλούτη από παλιά — το ίδιο, βέβαια, και σε όλες τις άλλες ανάλογες περιπτώσεις. Ο λόγος είναι ότι οι δεύτεροι θεωρούνται ότι έχουν ό,τι τους ανήκει, ενώ οι πρώτοι όχι· γιατί αυτό που φαίνεται πως ήταν πάντοτε όπως είναι τώρα θεωρείται ότι δηλώνει μια πραγματικότητα, οπότε οι άλλοι θεωρούνται ότι έχουν στην κατοχή τους πράγματα που δεν είναι δικά τους. Και καθώς το κάθε επιμέρους αγαθό δεν ταιριάζει στον πρώτο τυχόντα, αλλά πρέπει να υπάρχει μια αναλογική και αρμονική σχέση προσώπων και αγαθών (π.χ. τα όμορφα όπλα δεν ταιριάζουν στον δίκαιο, αλλά στον γενναίο, και ένας διακεκριμένος γάμος δεν ταιριάζει στον νεόπλουτο αλλά στον αρχοντογεννημένο άνθρωπο) — αν λοιπόν ένας καλός άνθρωπος δεν πετυχαίνει αυτό που του ταιριάζει, το πράγμα προκαλεί αγανάκτηση. Αγανάκτηση προκαλεί επίσης το να ανταγωνίζεται ο κατώτερος τον ανώτερό του, κατά κύριο βέβαια λόγο αν ασχολούνται και οι δύο με το ίδιο πράγμα· εξού και ο λόγος του ποιητή,

Από τον Αίαντα μόνο αλάργευε, το γιο του Τελαμώνα.
τι ο Δίας τον αμποδούσε πόλεμο με πιο αντρειανούς να στήνει,


[1387b] αλλιώς, αν υπάρχει οποιοσδήποτε ανταγωνισμός κατώτερου προς ανώτερό του, π.χ. αν ο μουσικός ανταγωνίζεται τον δίκαιο· γιατί η δικαιοσύνη είναι ανώτερη από τη μουσική.


Με ποιούς λοιπόν αγανακτούν οι άνθρωποι και για ποιόν λόγο, είναι πια φανερό από αυτά που είπαμε: είναι αυτά και τα παρόμοιά τους. Αγανάκτηση αισθάνονται οι άνθρωποι που α) συμβαίνει να είναι άξιοι των πιο μεγάλων αγαθών και β) τα έχουν κιόλας στην κατοχή τους — γιατί δεν είναι δίκαιο να θεωρούνται άξιοι για τα ίδια με αυτούς πράγματα άνθρωποι που δεν είναι ίδιοι με αυτούς. Αισθάνονται επίσης αγανάκτηση, κατά δεύτερο λόγο, αυτοί που συμβαίνει να είναι καλοί και ενάρετοι· γιατί οι άνθρωποι αυτοί και κρίνουν σωστά και μισούν τα άδικα πράγματα. Επίσης αυτοί που έχουν τη φιλοδοξία και τη ζωηρή επιθυμία να αποκτήσουν κάποια πράγματα — ιδίως αν η φιλοδοξία τους είναι για πράγματα που κάποιοι, ανάξιοι γι᾽ αυτά, τα έχουν αποκτήσει. Γενικά αυτοί που θεωρούν τον εαυτό τους άξιο για πράγματα για τα οποία δεν θεωρούν άξιους κάποιους άλλους, αισθάνονται αγανάκτηση γι᾽ αυτούς και γι᾽ αυτά. Αυτός είναι ο λόγος που δεν αισθάνονται αγανάκτηση τα δουλοπρεπή και τα μικρής αξίας άτομα, καθώς και τα άτομα που δεν έχουν καμιά φιλοδοξία· γιατί δεν υπάρχει κάτι για το οποίο τα άτομα αυτά να θεωρούν άξιο τον εαυτό τους.


Έγινε από όλα αυτά φανερό τί λογής είναι οι άνθρωποι, για τις ατυχίες, τις δυστυχίες ή τις αποτυχίες των οποίων πρέπει κανείς να χαίρεται ή τουλάχιστο να μη λυπάται· γιατί από αυτά που είπαμε γίνονται, βέβαια, φανερά τα αντίθετά τους. Αν λοιπόν ο λόγος του ρήτορα α) φέρει σε τέτοιου είδους κατάσταση τους κριτές, β) δείξει ότι αυτοί που το θεωρούν σωστό να εξασφαλίσουν τον οίκτο (και για ποιούς λόγους το θεωρούν σωστό) δεν τους αξίζει να το πετύχουν, αλλ᾽ ότι, ίσα ίσα, το σωστό είναι να μη το πετύχουν, είναι πια τότε αδύνατο να υπάρξει από μέρους τους οίκτος.