Τετάρτη, 19 Φεβρουαρίου 2020

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ - Ἑκάβη (1-58)

ΠΟΛΥΔΩΡΟΥ ΕΙΔΩΛΟΝ
Ἥκω νεκρῶν κευθμῶνα καὶ σκότου πύλας
λιπών, ἵν᾽ Ἅιδης χωρὶς ᾤκισται θεῶν,
Πολύδωρος, Ἑκάβης παῖς γεγὼς τῆς Κισσέως
Πριάμου τε πατρός, ὅς μ᾽, ἐπεὶ Φρυγῶν πόλιν
5 κίνδυνος ἔσχε δορὶ πεσεῖν Ἑλληνικῷ,
δείσας ὑπεξέπεμψε Τρωϊκῆς χθονὸς
Πολυμήστορος πρὸς δῶμα Θρῃκίου ξένου,
ὃς τήνδ᾽ ἀρίστην Χερσονησίαν πλάκα
σπείρει, φίλιππον λαὸν εὐθύνων δορί.
10 πολὺν δὲ σὺν ἐμοὶ χρυσὸν ἐκπέμπει λάθρᾳ
πατήρ, ἵν᾽, εἴ ποτ᾽ Ἰλίου τείχη πέσοι,
τοῖς ζῶσιν εἴη παισὶ μὴ σπάνις βίου.
νεώτατος δ᾽ ἦ Πριαμιδῶν, ὃ καί με γῆς
ὑπεξέπεμψεν· οὔτε γὰρ φέρειν ὅπλα
15 οὔτ᾽ ἔγχος οἷός τ᾽ ἦ νέῳ βραχίονι.
ἕως μὲν οὖν γῆς ὄρθ᾽ ἔκειθ᾽ ὁρίσματα
πύργοι τ᾽ ἄθραυστοι Τρωϊκῆς ἦσαν χθονὸς
Ἕκτωρ τ᾽ ἀδελφὸς οὑμὸς εὐτύχει δορί,
καλῶς παρ᾽ ἀνδρὶ Θρῃκὶ πατρῴῳ ξένῳ
20 τροφαῖσιν ὥς τις πτόρθος ηὐξόμην τάλας·
ἐπεὶ δὲ Τροία θ᾽ Ἕκτορός τ᾽ ἀπόλλυται
ψυχὴ πατρῴα θ᾽ ἑστία κατεσκάφη
αὐτός τε βωμῷ πρὸς θεοδμήτῳ πίτνει
σφαγεὶς Ἀχιλλέως παιδὸς ἐκ μιαιφόνου,
25 κτείνει με χρυσοῦ τὸν ταλαίπωρον χάριν
ξένος πατρῷος καὶ κτανὼν ἐς οἶδμ᾽ ἁλὸς
μεθῆχ᾽, ἵν᾽ αὐτὸς χρυσὸν ἐν δόμοις ἔχῃ.
κεῖμαι δ᾽ ἐπ᾽ ἀκταῖς, ἄλλοτ᾽ ἐν πόντου σάλῳ,
πολλοῖς διαύλοις κυμάτων φορούμενος,
30 ἄκλαυτος ἄταφος· νῦν δ᾽ ὑπὲρ μητρὸς φίλης
Ἑκάβης ἀίσσω, σῶμ᾽ ἐρημώσας ἐμόν,
τριταῖον ἤδη φέγγος αἰωρούμενος,
ὅσονπερ ἐν γῇ τῇδε Χερσονησίᾳ
μήτηρ ἐμὴ δύστηνος ἐκ Τροίας πάρα.
35 πάντες δ᾽ Ἀχαιοὶ ναῦς ἔχοντες ἥσυχοι
θάσσουσ᾽ ἐπ᾽ ἀκταῖς τῆσδε Θρῃκίας χθονός.
ὁ Πηλέως γὰρ παῖς ὑπὲρ τύμβου φανεὶς
κατέσχ᾽ Ἀχιλλεὺς πᾶν στράτευμ᾽ Ἑλληνικόν,
πρὸς οἶκον εὐθύνοντας ἐναλίαν πλάτην·
40 αἰτεῖ δ᾽ ἀδελφὴν τὴν ἐμὴν Πολυξένην
τύμβῳ φίλον πρόσφαγμα καὶ γέρας λαβεῖν.
καὶ τεύξεται τοῦδ᾽ οὐδ᾽ ἀδώρητος φίλων
ἔσται πρὸς ἀνδρῶν· ἡ πεπρωμένη δ᾽ ἄγει
θανεῖν ἀδελφὴν τῷδ᾽ ἐμὴν ἐν ἤματι.
45 δυοῖν δὲ παίδοιν δύο νεκρὼ κατόψεται
μήτηρ, ἐμοῦ τε τῆς τε δυστήνου κόρης.
φανήσομαι γάρ, ὡς τάφου τλήμων τύχω,
δούλης ποδῶν πάροιθεν ἐν κλυδωνίῳ.
τοὺς γὰρ κάτω σθένοντας ἐξῃτησάμην
50 τύμβου κυρῆσαι κἀς χέρας μητρὸς πεσεῖν.
τοὐμὸν μὲν οὖν ὅσονπερ ἤθελον τυχεῖν
ἔσται· γεραιᾷ δ᾽ ἐκποδὼν χωρήσομαι
Ἑκάβῃ· περᾷ γὰρ ἥδ᾽ ὑπὸ σκηνῆς πόδα
Ἀγαμέμνονος, φάντασμα δειμαίνουσ᾽ ἐμόν.
φεῦ·
55 ὦ μῆτερ, ἥτις ἐκ τυραννικῶν δόμων
δούλειον ἦμαρ εἶδες, ὡς πράσσεις κακῶς
ὅσονπερ εὖ ποτ᾽· ἀντισηκώσας δέ σε
φθείρει θεῶν τις τῆς πάροιθ᾽ εὐπραξίας.

***
Σκηνικό: Το ναυτικό στρατόπεδο των Ελλήνων, όπου ξεχωρίζει η σκηνή του Αγαμέμνονα. Στο βάθος, τα καπνίζοντα ερείπια της Τροίας. Χαράματα.
ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΟΥ ΠΟΛΥΔΩΡΟΥ
Έρχομαι από τον Κάτω Κόσμο κι απ᾽ τις πύλες
του σκοταδιού, εκεί που ο Πλούτωνας έχει
την κατοικιά του από τους άλλους θεούς χωριστά,
εγώ ο Πολύδωρος, ο γιος του Πριάμου
και της Εκάβης, θυγατέρας του Κισσέα.
Όταν η Τροία ήρθε σε κίνδυνο να πέσει
κάτω από το ελληνικό κοντάρι, τότε
φοβήθηκε ο πατέρας και κρυφά με στέλνει
από την τρωαδίτικη γη μακριά,
σε φίλο του Θρακιώτη, τον Πολυμήστορα,
αυτόν που σπέρνει της Χερσόνησου τον πιο
καρπερό κάμπο
και διαφεντεύει δαμαστές αλόγων.
10 Μαζί μου κρυφοστέλνει περισσό χρυσάφι
ο πατέρας, μη λείψει απ᾽ τα παιδιά του
το βιος αν ίσως πέφτανε του Ιλίου τα κάστρα.
Ήμουν το στερνοπαίδι του Πριάμου και γι᾽ αυτό
με φευγάτισε, μήτε αρματωσιές
να κρατήσω δυνόμουν, ούτε και σπαθί
στο παιδικό μου χέρι. Κι όσο στέκανε
όρθια τα τείχη κι ήτανε της Τροίας
οι πύργοι αράγιστοι και του αδερφού μου του Έκτορα
εδούλευε καλά το κοντάρι,
περίκαλα κι εγώ μεγάλωνα, βλαστάρι δύσμοιρο,
20 στο σπίτι του Θρακιώτη φίλου του πατέρα.
Μα όταν εχάθηκε κι η Τροία κι ο Έκτορας
κι όταν ξεθεμελιώθηκε το πατρικό μου,
κι ο ίδιος ο γονιός μου στον θεόχτιστο
βωμό μπροστά όταν έπεσε σφαγμένος
απ᾽ τον ανόσιο γιο του Αχιλλέα,
αυτός ο φίλος του πατέρα με σκοτώνει
κι εμένανε τον δόλιο, για ν᾽ αρπάξει
το εμπιστευμένο το χρυσάφι και στην κυματούσα
τη θάλασσα νεκρό με ρίχνει.
Κείτομαι στην ακρογιαλιά κι άλλοτε πάλι
παραδέρνω στο πέλαγο, φερμένος
από της τρικυμιάς τους πολλούς δρόμους,
30 άκλαυτος, άθαφτος. Και τώρα,
έρημο αφήνοντας το σώμα, πεταρίζω
πάνω από τη γλυκιά μητέρα, την Εκάβη,
αγεροκρέμαστος τρία σωστά μερονύχτια
αφότου η δύστυχη, σερμένη από την Τροία,
κονεύει στης Χερσόνησος τα μέρη.
Εδώ, στ᾽ ακροπερίγιαλα της Θράκης
οι Αχαιοί έχουν δέσει τα καράβια
και κάθονται άπραγοι· γιατί ο γιος του Πηλέα,
ο Αχιλλέας,
πρόβαλε πάνω από τον τάφο του και των Ελλήνων
ολόκληρο το στράτευμα σταμάτησε
καθώς ετοιμαζόταν να σηκώσει
πανιά για την πατρίδα· και γυρεύει
40 την Πολυξένη, τη δική μου αδερφή,
σφαχτάρι για τον τάφο του να λάβει,
δώρο ακριβό· και θα το κατορθώσει· πάντα
οι φίλοι τον φροντίζανε. Κι η μοίρα
έτσι το θέλησε, τη μέρα τούτη,
να πεθάνει η αδερφή μου· κι η μάνα,
δυο παιδιών της τα λείψανα θα δει,
και το δικό μου και της δύσμοιρης κόρης.
Γιατί, στην αναρρούσα του γιαλού,
μπροστά στα πόδια μιας σκλάβας θα φανερωθώ,
για ν᾽ αξιωθώ της ταφής τα πρεπούμενα.
Γύρεψα απ᾽ τους θεούς του Κάτω Κόσμου
50 τάφο να βρω και να πέσω στα χέρια
της μάνας μου· κι ό,τι ποθούσα
θα γίνει· όμως θα πρέπει να παραμερίσω
από τον δρόμο της γερόντισσας Εκάβης,
που περνάει τώρα κάτω απ᾽ την ποδιά
της σκηνής του Αγαμέμνονα, σκιαγμένη
από το φάντασμά μου. Ω αλίμονο,
μάνα μου εσύ,
που ήταν της μοίρας σου να δεις,
ύστερ᾽ απ᾽ τα βασιλικά παλάτια,
μέρες σκλαβιάς, πόσο άθλια ζεις,
όσο ευτυχούσες άλλοτε.
Κάποιος θεός σε αφανίζει,
την περασμένη σου ευτυχία αντιζυγιάζοντας
με τωρινές συμφορές.

Μακεδονία εν μύθοις φθεγγομένη: Μύθοι τοπικοί - Θέρμη / Θερμαίος κόλπος

Η Θέρμη, στον μυχό του Θερμαϊκού Κόλπου, ανήκε στη Μυγδονία, μεταξύ Ανθεμούντα και κάτω ρου του Αξιού, και μαζί με τον Εχέδωρο οριοθετούν την εσωτερική τομή του Θερμαϊκού Κόλπου. Η σημασία της θέσης αυτής, με ευρήματα ήδη από τα νεολιθικά χρόνια και με περίοδο ακμής από τα αρχαϊκά χρόνια μέχρι τις αρχές του 5ου αι. π.Χ., φαίνεται από το γεγονός ότι ονομάζει τον Θερμαίο Κόλπο (Ηρόδοτος 7.123).

Το όνομα θεωρείται ότι προέρχεται από τα θερμά αλατούχα και θειούχα νερά. Δεν αποκλείεται όμως να σχετίζεται με τον Διόνυσο, η λατρεία του οποίου στον βορειοελλαδικό χώρο είναι δεδομένο και η οποία προκαλούσε θέρμη στους μύστες του. Προφανώς από την ιδιότητα αυτή του θεού ονομάστηκε και το γειτονικό βουνό Θερμό.

Ο Γ. Μπακαλάκης (1985, 201-215) συνέδεσε το όνομα με τη λατρεία παλαιού τοπικού δαίμονα, του Θερμαίου, τον οποίο αναγνώρισε σε πήλινο αποσπασματικό ανάγλυφο, χαμένο σήμερα, του Μουσείου Θεσσαλονίκης, ως να αναδύεται από τη θάλασσα, και στον οποίο απέδωσε διονυσιακή χροιά, χαρακτηρίζοντάς τον «διάθερμο θεό». Υπέθεσε μάλιστα ότι το όνομα του τοπικού δαίμονα εξέπεσε αργότερα σε επίθετο του Διόνυσου, αν και ακόμη αναζητητέο, και ότι ο τόπος της εκστατικής-μανιακής λατρείας του ονομάστηκε από το ουσιώδες αυτό γνώρισμα του θεού.[1]
------------------------------
[1] Σε νόμισμα των χρόνων του Γορδιανού της Απαμείας Κιβωτού της Φρυγίας παριστάνονται τέσσερις ποτάμιοι θεοί. Την επιγραφή του ενός εξ αυτών ΘΕΡ συμπλήρωσε ο Ο. Hoefer ΘΕΡ[ΜΑΙΟΣ] και σκέφτηκε τον επώνυμο «ήρωα» της Θέρμης (Μπακαλάκης, 1985, 208).

Σαλομέ: Κάθε έρωτας φέρνει ευτυχία, ακόμη και ο πλέον άτυχος

Έρως, με το σοβαρότερο νόημα, σημαίνει: Να ξέρουμε κάποιον, του οποίου το χρώμα πρέπει να παίρνουν τα πράγματα, αν θέλουν να φτάνουν πλήρως ως εμάς, ούτως ώστε να παύουν να είναι αδιάφορα ή φοβερά, ψυχρά ή κενά, και ακόμη και τα πλέον απειλητικά ανάμεσά τους, όπως τα κακά ζώα με την είσοδο τους στον κήπο της Εδέμ, να πέφτουν εξημερωμένα στα πόδια μας.

Κάθε έρωτας φέρνει ευτυχία, ακόμη και ο πλέον άτυχος. Η σοβαρότητα αυτής της ρήσης πρέπει να γίνει κατανοητή εξ ολοκλήρου χωρίς συναισθηματισμό, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη ο αγαπημένος άλλος, απλώς ως ευτυχία του καθαυτό έρωτα, ο οποίος στην εορταστική του αναστάτωση ανάβει έως την πιο κρυφή γωνιά του Είναι μας εκατοντάδες φωτεινά κεριά, των οποίων η λάμψη καταυγάζει όλα τα πραγματικά αντικείμενα.

Μόνον όποιος μένει πλήρως ο εαυτός του είναι κατάλληλος να αγαπιέται διαρκώς, επειδή μόνον αυτός μπορεί στη ζωντανή πληρότητα να συμβολίζει για τον άλλον τη ζωή, μόνον αυτός μπορεί να γίνει αισθητός ως μια δύναμή της.

Λου Αντρέας Σαλομέ, Περί Έρωτος

Κατανόηση, η αρετή της καρδιάς

Την κατανόηση δεν μπορείς να την σπουδάσεις δεν μπορεί να στην διδάξει κανείς.
Χρειάζεται να γίνεις το ερεβοκτόνο φως εσύ για τον εαυτό σου. Χρειάζεται να ψάξεις και να αναζητήσεις μέσα στην ύπαρξή σου, γιατί βρίσκεται ήδη εκεί στον ίδιο τον πυρήνα.
Αν βουτήξεις βαθιά, θα την βρεις. Θα χρειαστεί να μάθεις πώς να βουτάς μέσα στον εαυτό σου, όχι μέσα στις γραφές, αλλά μέσα στη δική σου ύπαρξη


Ο συναισθηματικά ώριμος άνθρωπος είναι γεμάτος κατανόηση και ξέρει ότι τίποτε δεν είναι όπως φαίνεται.

Γνωρίζει ότι πίσω από τις έντονες αντιδράσεις των άλλων ανθρώπων κρύβεται κάποια πληγή που δεν έχει επουλωθεί και κάποιος φόβος που δεν θέλουν αυτοί να φανερώσουν. Έχει πάψει να είναι εγωιστής και να σκέφτεται τον εαυτό του. Έχει σταματήσει να βάζει στους ανθρώπους γύρω του ταμπέλες και να τους τοποθετεί μέσα στο κουτί της ίδιας, επαναλαμβάνουσας και κυλιόμενης συμπεριφοράς.

Δεν παίρνει ποτέ την θέση του ισχυρού αλλά μπορεί να γίνει ένας πολύ καλός ακροατής- εμψυχωτής γιατί έχει βαθιά ενσυναίσθηση της συναισθηματικής κατάστασης του άλλου. Μπορεί να ¨νιώθει¨ τον πόνο του ενώ ταυτόχρονα να αντιλαμβάνεται και τις σκέψεις του. Σαν να είναι και οι δυο στο ίδιο έργο θεατές μόνο που την ταινία την βλέπει μόνο ο ένας. Έχει μάθει πια μέσα από τις εμπειρίες της ζωής του ότι η αληθινή κατανόηση έρχεται μόνο όταν συναντάς τον άλλον μέσα στη μοναδικότητα του και του δίνεις το χώρο και το χρόνο να εκφραστεί.

Όταν σε αυτή την συνάντηση δεν υπάρχουν δυο Εγώ, δυο μυαλά που ανταγωνίζονται για το ποιος θα κυριαρχήσει, για το ποιος έχει δίκιο, για το ποια αλήθεια είναι πιο “αληθινή”, αλλά δυο καρδιές που συναντιόνται και αναγνωρίζουν η μια στην άλλη το μεγαλείο της τότε αυτοί οι δυο άνθρωποι έρχονται σε πραγματική επαφή και μπορούν να ακουστούν πίσω από τις λέξεις, να δουν πίσω από τις εικόνες, να επικοινωνήσουν στην σιωπή. Κι εκεί δεν υπάρχει διαχωρισμός αλλά γίνονται ένα. Δυο σώματα και μια καρδιά που κολυμπά στην βαθιά θάλασσα της κατανόησης.

Για να το καταφέρει όμως κάποιος αυτό πρέπει να ρίξει πολλές φορές μέσα στις συμπληγάδες της ταπεινότητας το Εγώ του. Να σταματήσει να μιλά και να αρχίσει να ακούει. Να σταματήσει το μυαλό του να είναι γεμάτο από τη δική του φωνή, το δικό του πρόβλημα, την δική του άποψη. Να σταματήσει να είναι ¨έξυπνος¨ και να αρχίσει να γίνεται ξύπνιος. Να βουτήξει πολλές φορές μέσα του για να δει και να αγαπήσει το σκιερό Εαυτό του. Να βουτήξει πολλές φορές μέσα του για να αναδυθεί στο τέλος ολόκληρος…

Ο άνθρωπος που δεν έχει κατανόηση για τον ίδιον, που δεν έχει προσεγγίσει τα λιγότερο θελκτικά κομμάτια του εαυτού του, που δεν τα έχει αγαπήσει, δεν μπορεί να έχει κατανόηση για κανέναν άνθρωπο δίπλα του. Πως μπορεί άλλωστε όταν ο άλλος του καθρεφτίζει αυτό που θεωρεί εκείνος αδυναμία ή ακόμα και “μίασμα”.

Μόνο κάποιος που έχει ξεγυμνώσει, έχει αποδεχτεί και αγαπήσει τον εαυτό του μπορεί αυτός να αγαπήσει και να κατανοήσει πλήρως έναν άλλον άνθρωπο. Διαφορετικά πάντα θα υπάρχει μια εκκρεμότητα, μια προσδοκία, μια κρυμμένη μη αποδοχή. Κι όταν αφήσει κάποιος την καρδιά του να τον μετασχηματίσει τότε θα ανακαλύψει ότι και οι άλλοι άνθρωποι έχουν ένα κόσμο μέσα τους πολύ πιο πλούσιο και πολύ πιο όμορφο από ότι μπορούσε ποτέ να φανταστεί.

Η κατανόηση που θα μπορεί να προσφέρει στους ανθρώπους γύρω του θα είναι ένα πολύτιμο δώρο γι’ αυτούς αφού σταδιακά, θα μπορέσουν να δουν κι αυτοί μέσα από τον κατασκευασμένο εαυτό τους ποιοι είναι πραγματικά και θα αρχίσουν κι αυτοί με τη σειρά τους, να μοιράζουν ολόγυρα τους το δώρο της κατανόησης.

Αυτός είναι και ο τρόπος που ο ένας αλλάζει τους πολλούς, χωρίς προσπάθεια, χωρίς εγώ, μόνο με αγάπη…

Αγάπη εκ των έσω

Σ’ αγαπώ!

Έχεις αναρωτηθεί ποτέ πόση δύναμη έχει η λέξη αγάπη; Ακόμα περισσότερη, όταν την μοιράζεσαι και το εννοείς. Ένα συναίσθημα που δονεί όλο σου το σώμα, το κάνει να τρέμει σαν σεισμός, που δεν έχει όμως κάτι να γκρεμίσει ή να σε φοβίσει, μόνο να δώσει. Να δώσει και να πάρει. Η τέλεια ανταλλαγή́. Για αυτό οι άνθρωποι αναζητάμε την αγάπη. Αναζητάμε λίγες στιγμές γαλήνης, ηρεμίας, ευτυχίας.

Σε κάποιους κρατάει περισσότερο και σε κάποιους άλλους μια ολόκληρη ζωή. Η αγάπη όμως δεν είναι μόνο μια λέξη ή ένα συναίσθημα. Είναι και ένας τρόπος ζωής. Το να αισθάνεσαι αγάπη κάθε ημέρα για ό,τι έχεις ή για ό,τι η ζωή απλόχερα σου δίνει ονομάζεται ευγνωμοσύνη. Ευγνωμοσύνη για ό,τι το σύμπαν σου στείλει σαν μάθημα για την εξέλιξη σου, άλλες φορές με ανώδυνο τρόπο και άλλες με επώδυνο τρόπο. Ο στόχος όμως είναι πάντα ένας: να προχωρήσεις μπροστά στο μονοπάτι της εξέλιξης και να γίνεις η καλύτερη εκδοχή του εαυτού σου.

Πώς μπορούμε όμως, να λαμβάνουμε αγάπη χωρίς να την αναμένουμε μόνο από τους σημαντικούς μας ανθρώπους ή από αυτούς που πιστεύουμε ότι είναι σημαντικοί για εμάς; Μα φυσικά́, με το να την δημιουργήσουμε εμείς πρώτοι.

Σαν ξυπνάς κάθε ημέρα, πες αυτό: «Σε αγαπώ. Είσαι έτοιμος/η να ζήσουμε άλλη μια φανταστική εμπειρία;».

Άλλωστε τι θα ήταν η ζωή χωρίς τις εμπειρίες; Για αυτό και η κάθε ημέρα είναι διαφορετική από την προηγούμενη. Δες το πρόσωπο σου στο καθρέφτη. Έχεις παρατηρήσει ποτέ πόσο μοναδικός/η και όμορφος/η είσαι πίσω από τις πεποιθήσεις που έχεις για εσένα;

Πάρε τον εαυτό σου και βγείτε έξω, για βόλτα, για ψώνια, για φαγητό. Κάνε ότι επιθυμείς, σαν να είσαι με το καλύτερο σου φίλο και σαν σκοτεινιάζει και πέσεις να κοιμηθείς πάρε τον αγκαλιά και πες του σε ευχαριστώ, σε αγαπώ, καληνύχτα – θα καταλάβει αυτός. Αγάπα τον και δώσε του ό,τι του λείπει και χρειάζεται, όχι από εγωισμό αλλά γιατί του αξίζει. Σε όλους μας αξίζει.

JEAN-PAUL SARTE: Φυσικά, η σκέψη αυτή μπορεί να φανεί σκληρή σε κάποιον που δεν πέτυχε στη ζωή του

Κάποιοι άνθρωποι συχνά έναν μόνο τρόπο έχουν για να αντέχουν την αθλιότητά τους. Να σκέφτονται: Οι περιστάσεις υπήρξαν εναντίον μου. Τα πράγματα μου πήγανε κόντρα. Άξιζα πολύ περισσότερο απ’ ό,τι έγινα.

ΒΕΒΑΙΑ, ΔΕΝ ΓΝΩΡΙΣΑ ΤΟΝ ΜΕΓΑΛΟ ΕΡΩΤΑ ή τη μεγάλη φιλία, αλλά σ’ αυτό φταίει το γεγονός ότι δεν έλαχε να συναντήσω τον άντρα ή τη γυναίκα που να ήταν άξιοι για την αγάπη ή για τη φιλία μου.

Δεν έγραψα πολύ καλά βιβλία και γι’ αυτό φταίει το ότι δεν είχα πολύ διαθέσιμο ελεύθερο καιρό στη διάθεσή μου.

Δεν έκανα παιδιά για να τους αφιερωθώ, γιατί δεν βρήκα τον άνθρωπο που θα μπορούσα να φτιάξω μαζί του τη ζωή μου.

ΕΜΕΙΝΑΝ ΛΟΙΠΟΝ ΑΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΜΟΥ και είναι πάντα βιώσιμες ένα πλήθος από διαθέσεις, κλίσεις, δυνατότητες, που μου δίνουν μιαν αξία, την οποία ασφαλώς δεν μου επιτρέπει να επικαλεσθώ η σειρά των πράξεών μου».

«ΣΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΟΜΩΣ, ΓΙΑ ΤΟΝ ΥΠΑΡΞΙΣΤΗ δεν υπάρχει άλλος έρωτας απ’ αυτόν που οικοδομείται, πραγματώνεται. Δεν υπάρχει δυνατότητα έρωτα παρά μόνο αυτή που εκδηλώνεται σε έναν έρωτα. Δεν υπάρχει μεγαλοφυΐα παρά μόνο αυτή που εκφράζεται στα έργα τέχνης: η μεγαλοφυΐα του Προυστ είναι το σύνολο των έργων του Προυστ.

Η μεγαλοφυΐα του Ρακίνα είναι η σειρά των τραγωδιών του και τίποτ’ άλλο. Γιατί να αποδίδουμε στον Ρακίνα τη δυνατότητα να γράψει μία νέα τραγωδία, αφού ακριβώς δεν την έγραψε;

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΤΡΑΤΕΥΕΙ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΤΟΥ ΣΤΗ ΖΩΗ, σχεδιάζει ο ίδιος τη φυσιογνωμία του, την προσωπικότητά του και πέρα απ’ αυτή την προσωπικότητα δεν υπάρχει τίποτα. Φυσικά, η σκέψη αυτή μπορεί να φανεί σκληρή σε κάποιον που δεν πέτυχε στη ζωή του. Απ’ την άλλη μεριά όμως, προδιαθέτει τους ανθρώπους να καταλάβουν πως μόνον η πραγματικότητα μετράει, πως τα όνειρα, οι προσδοκίες, οι ευσεβείς πόθοι, οι ελπίδες, άλλο δεν κάνουν απ’ το να καθιστούν τελικά τον άνθρωπο ένα χαμένο, απογοητευμένο όνειρο, γεμάτο ελπίδες ανεκπλήρωτες, προσμονές ανώφελες. Τον καθορίζουν δηλαδή αρνητικά και όχι θετικά»

Ζαν-Πωλ Σαρτρ, Ο Υπαρξισμός είναι ένας Ανθρωπισμός

HERMANN HESSE: Πώς αυτοί οι άνθρωποι είναι ικανοποιημένοι με τόσα λίγα;

Όποιος έχει γευτεί εκείνες τις μέρες.. με τον φριχτό πονοκέφαλο που ριζώνει πίσω απ’ τις κόρες των ματιών και σε κάνει- σε κάνει να καταριέσαι φρικτά κάθε κίνηση του ματιού και του αυτιού από απλή ευχαρίστηση στον πόνο. Όποιος λοιπόν γεύτηκε αυτές τις μέρες της κόλασης, είναι ευχαριστημένος με μέρες κοινές σαν τη σημερινή και γεμάτος ευγνωμοσύνη κάθεται δίπλα στη ζεστή σόμπα…

Κι αν πράγματι ο κόσμος είχε δίκιο, αν αυτή η μουσική στα καφενεία, αν αυτές οι μαζικές διασκεδάσεις, αν αυτοί οι άνθρωποι που είναι ικανοποιημένοι με τόσα λίγα, έχουν δίκιο, τότε εγώ έχω άδικο, τότε είμαι τρελός, τότε είμαι πράγματι ο λύκος της στέπας, όπως συχνά αποκαλούσα τον εαυτό μου, το ζώο που χάθηκε σ’ έναν κι ακατανόητο κόσμο, και δεν μπορεί να βρει μια πατρίδα, αέρα και τροφή.

Κάπου μακριά, σε πράσινες κοιλάδες κάποιοι υγιείς άνθρωποι καλλιεργούσαν σταφύλια και πάταγαν το κρασί για να μπορούν σε διάφορα μέρη του κόσμου, πολύ μακριά απ’ αυτούς, μερικοί απογοητευμένοι και σιωπηλοί αστοί, οι αμήχανοι λύκοι της στέπας, να βρίσκουν λίγο κουράγιο και λίγο κέφι μέσα στα ποτήρια τους. Ποιος θυμόταν εκείνο το μικρό λυγερόκορμο κυπαρίσσι ψηλά στο βουνό πάνω απ’ το Γκούμπιο, που μια κατολίσθηση το ‘χε τσακίσει στη μέση, κι’ όμως αυτό κρατήθηκε στη ζωή κι έβγαλε έναν καινούργιο βλαστό; Ποιος δικαίωνε την εργατική νοικοκυρά του πρώτου ορόφου και την πεντακάθαρη αροκάρια της; Ποιος διάβαζε τις νύχτες πάνω απ’ το Ρήνο τα συννεφογραψίματα της ομίχλης;

Ο λύκος της στέπας…

Και ποιος έψαχνε στα χαλάσματα της ζωής του κάποιο νόημα, ποιος υπέφερε το φαινομενικά ανόητο, ποιος ζούσε το φαινομενικά τρελό, ποιος ήλπιζε μυστικά μέσα στο τελικό χάος να βρει την αποκάλυψη και την ύπαρξη του θεού;

Στα σημάδια του λύκου της στέπας διέκρινες τον άνθρωπο της νύχτας. Το πρωί ήταν γι’ αυτόν μια άσχημη ώρα, που την φοβόταν και ποτέ δεν του είχε φέρει τίποτα καλό.

Όχι, δεν ήταν, για τίποτα που πέρασε δεν ήταν κρίμα. Κρίμα είναι μόνο για το σήμερα και το τώρα, για όλες αυτές τις αμέτρητες ώρες και μέρες που έχανα, που υπέφερα μόνο, και οι οποίες ούτε δώρα έφερναν ούτε συγκινήσεις.

Είμαι περίεργος να δω πόσα μπορεί ν’ αντέξει ένας άνθρωπος.

Ο αστός είναι έτσι απ’ τη φύση του, ένα πλάσμα με αδύναμο ζωτικό ένστικτο, φοβισμένο, που φοβάται ακόμα και στον εαυτό του να παραδοθεί.

Βλέπουμε ότι έχει ισχυρές παρορμήσεις, τόσο για να γίνει άγιος όσο και άθλιος, αλλά λόγω κάποιας αδυναμίας ή αδράνειας δεν κατάφερε να πάρει φόρα και να βγει στο ελεύθερο σύμπαν και παρέμεινε δεμένος στην τροχιά του μητρικού πλανήτη της αστικής κοινωνίας.

Να ζεις στον κόσμο σαν να μην ήταν ο κόσμος, να τηρείς τους νόμους κι όμως να είσαι υπεράνω τους, να κατέχεις ”σαν να μην κατέχεις”, ν’ απαρνιέσαι σαν να μην ήταν άρνηση.

Όμως τα πράγματα στη ζωή δεν είναι τόσο απλά όπως μέσα στις σκέψεις μας κι ούτε τόσο χοντροκομμένα όπως στη φτωχή μας γλώσσα των ηλιθίων.

Επειδή είμαι κάτι σαν καθρέφτης σου, γιατί υπάρχει μέσα μου κάτι που σε νιώθει και σου δίνει μια απάντηση. Και θα’ πρεπε κανονικά, όλοι οι άνθρωποι να είναι τέτοιοι καθρέφτες και να επικοινωνούν έτσι ο ένας με τον άλλο…

Hermann Hesse, Ο λύκος της στέπας

Ο μύθος της Αμυγδαλιάς και της άνοιξης

Ήταν κάποτε στη Θράκη, μια πανέμορφη πριγκίπισσα, η Φυλλίς, η οποία ερωτεύτηκε το γιο του Θησέα, τον Δημοφώντα. Οι δύο νέοι γνωρίστηκαν όταν το καράβι του νεαρού Αθηναίου Δημοφώντα επέστρεφε από την Τροία.

Παντρεύτηκαν αλλά μετά από λίγο καιρό ο νεαρός Αθηναίος νοστάλγησε την πατρίδα του και η ερωτευμένη πριγκίπισσα μην αντέχοντας να τον βλέπει στεναχωρημένο,  τον άφησε να γυρίσει πίσω και αν την αγαπούσε πραγματικά θα ξαναγύριζε και τότε θα ήταν πραγματικά και ειλικρινά δικός της. Έτσι κι έγινε, και η ερωτευμένη Φυλλίς έμεινε μόνη να περιμένει τον εκλεκτό της για χρόνια ώσπου μαράζωσε και πέθανε από τη θλίψη της. Όμως οι θεοί που ήξεραν την ιστορία της την μεταμόρφωσαν σε δέντρο για να μπορεί να περιμένει για περισσότερα χρόνια τον αγαπημένο της. Έτσι η ερωτευμένη γυναίκα δεν πέθανε αλλά έγινε το δέντρο, που έμελλε να γίνει σύμβολο της ελπίδας: η Αμυγδαλιά.

Έλεγαν λοιπόν ότι μετά από χρόνια και όταν ο Δημοφώντας επέστρεψε στη Θράκη βρήκε την αγαπημένη του και πιστή γυναίκα, όχι περιστοιχισμένη από μνηστήρες αλλά ένα ξερό δέντρο δίχως φύλλα στη μέση του παγωμένου τοπίου. Απελπισμένος και γεμάτος τύψεις αγκάλιασε τον κορμό της και τότε εκείνη πλημμύρισε ανθούς στη μέση του χειμώνα νικώντας το θάνατο.

Μια άλλη εκδοχή του μύθου για την αμυγδαλιά αναφέρει ότι η Φυλλίς έμεινε πίσω περιμένοντας τον, στον τόπο της τελετής του γάμου της. Τα χρόνια περνούσαν και ο Δημοφώντας δεν επέστρεφε. Απελπισμένη η βασιλοπούλα που τον έχασε για πάντα πήγε και κρεμάστηκε σ΄ ένα δέντρο. Το δέντρο κράτησε την ψυχή της κι από τότε δεν ξανά έβγαλε φύλλα ούτε άνθισε.

Κάποτε με τα χιόνια του Γενάρη γύρισε ο γιος του Θησέα. Σαν έμαθε τον τραγικό χαμό της αγαπημένης του πήγε, αγκάλιασε το δέντρο και αυτό άρχισε να βγάζει τρυφερά φύλλα και άνθη. Η ψυχή της βασιλοπούλας ένιωσε χαρά με το γυρισμό του Δημοφώντα μα δεν ξαναπήρε την ανθρώπινη μορφή της. Έμεινε δέντρο και κάθε χρόνο το Γενάρη, στολίζεται με κάτασπρα λουλούδια.

Έτσι η αμυγδαλιά, έγινε σύμβολο της ελπίδας, δείχνοντας ότι η αγάπη δεν μπορεί να νικηθεί από το θάνατο.

Η Αμυγδαλιά ήταν ένα νέο, πανέμορφο, ροδαλό κορίτσι. Η μητέρα της την αγαπούσε πολύ, φοβόταν όμως τις κρύες μέρες του χειμώνα να την αφήσει να βγει έξω για να μην κρυώσει. Γι’ αυτό το χειμώνα την κλείδωνε στο δωμάτιό της. Μια μέρα όμως ο Βοριάς πέρασε έξω από το παράθυρό της, την είδε και την ερωτεύτηκε.

Πώς όμως θα ερωτεύονταν και αυτή το Βοριά; Τριγυρνούσε θλιμμένος έξω από το παράθυρό της. Ώσπου μια νύχτα σκέφτηκε να μεταμορφωθεί σε πρίγκηπα. Ο Βοριάς παρουσιάστηκε στην Αμυγδαλιά σαν όμορφος νεαρός άντρας και της ζήτησε αμέσως να παντρευτούν. Εκείνη μόλις τον αντίκρισε τον ερωτεύτηκε και δέχτηκε την πρότασή του.

Μια μέρα λοιπόν, που έλειπε η μητέρα της από το παλάτι, βγήκε έξω τρέχοντας και αγκάλιασε το Βοριά. Δεν άντεξε την παγωνιά και απ’ το κρύο του ξεψύχησε.  Από τότε ντύνεται νυφούλα και δέχεται το άγγιγμα του αγαπημένου της Βοριά κάθε χειμώνα.

Η αμυγδαλιά ανθίζει νωρίτερα από όλα τα δέντρα, μέσα στον Ιανουάριο ή Φεβρουάριο.

Παλιότερα  θεωρούσαν πως αν η αμυγδαλιά ανθίσει τον Ιανουάριο ο χειμώνας θα συνεχιστεί βαρύς και με χιόνι και κρύο.

Τι είναι η Μεσαιωνική Φιλοσοφία;

Μεσαιωνική Φιλοσοφία: Θεωρία και πράξη

§1. Η φιλοσοφία εκείνης της περιόδου της ευρωπαϊκής ιστορίας, που βρίσκεται ανάμεσα στους αρχαίους και νέους χρόνους, ονομάστηκε μεσαιωνική φιλοσοφία, ή αλλιώς: φιλοσοφία των μέσων χρόνων ή μέσων αιώνων. Σχετικά με την ακριβή χρονική στιγμή έναρξής της οι απόψεις των ιστορικών ποικίλουν. Ορισμένοι υποστηρίζουν πως θα πρέπει να αρχίζει ευθύς με το κλείσιμο της Ακαδημίας των Αθηνών (529 μ.Χ.) από τον Ιουστινιανό. Αρκετοί άλλοι θεωρούν ως χρονικό σημείο έναρξής της το 800 μ.Χ. Είναι τότε που ο Καρλομάγνος ίδρυσε την λεγόμενη καρολίγγεια αυτοκρατορία, την πρώτη στη λατινογενή Δυτική Ευρώπη μετά την κατάλυση της πάλαι ποτέ κραταιάς δυτικής ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Αποτελεί ορόσημο αυτή η χρονική στιγμή, διότι επί βασιλείας του Καρλομάγνου έλαβε σάρκα και οστά μια πρωτόφαντη πολιτισμική και πνευματική ανάπτυξη μέσα στους κόλπους της καθολικής εκκλησίας. Υπ’ αυτούς τους ορίζοντες, η μεσαιωνική φιλοσοφία ενσάρκωνε έναν αντίστοιχο μεσαιωνικό τρόπο σκέψης, ο οποίος δεν εξέφραζε ούτε κατά την πιο αρρωστημένη φαντασία έναν «μεσαιωνικό σκοταδισμό». Η κουβέντα για έναν τέτοιο «σκοταδισμό» ανήκει στην τάξη της καθημερινότητας και τροφοδοτείται εν πολλοίς από την ολική άγνοια ορισμένων γύρω από την πνευματική/φιλοσοφική δημιουργία της υπό συζήτηση εποχής ή ακόμη και από μια τυφλή πίστη τους στις πλάνες της ιδεολογικής τους νύχτας. Μια συζήτηση περί «σκοτεινών αιώνων», θεμιτή λιγότερο ή περισσότερο επιστημονικά, θα μπορούσε να αφορά την ενδιάμεση περίοδο από την κατάλυση της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας (476 μ.Χ.) έως το 800 μ.Χ. Αυτή η περίοδος δεν έχει να επιδείξει κάποιο ουσιώδες φιλοσοφικό – στοχαστικό επίτευγμα ή ιδεώδες και συναφώς κάποια παιδευτική διαδικασία, συστηματικά ή θεσμικά οργανωμένη. Γι’ αυτό και χαρακτηρίζεται ως μια νεκρή, εντελώς-παντελώς στάσιμη περίοδος.

§2. Ποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά μας επιτρέπουν να μιλάμε για μεσαιωνική φιλοσοφία; Το θεμελιακό χαρακτηριστικό, γύρω από το οποίο περιστρέφονται και τόσα άλλα, είναι η εμφάνιση και η καθίδρυση του χριστιανισμού ως κυρίαρχης θρησκείας. Η επικράτηση βέβαια της συγκεκριμένης θρησκείας κυρίως –χωρίς ασφαλώς να παραβλέπεται και η συμβολή άλλων θρησκειών, όπως π.χ. ο ιουδαϊσμός ή ο ισλαμισμός, στην ευρύτερη επικράτεια του τότε κόσμου– δεν προέκυψε ως εκπλήρωση μιας καλά οργανωμένης επιχείρησης, με προδιαγεγραμμένη σκοπιμότητα, να εκτοπίσει κάθε προηγούμενο, ισχυρό ως τότε, πνευματικό, πολιτισμικό ή στοχαστικό κίνημα. Απεναντίας συνιστά μια πρώτη θεσμική ολοκλήρωση νέων αντιλήψεων, θεωρήσεων, διδασκαλιών, θρησκευτικών δογμάτων για τη ζωή και τον κόσμο, ωριμασμένων σιγά- σιγά και σε μεγάλο βάθος του παρελθοντικού χρόνου, από τότε περίπου που πρωτοεμφανίστηκε ο χριστιανισμός, αποτελεσματικών στο να ανταποκρίνονται στις λυτρωτικές ανησυχίες των λαών και των ανθρώπινων ατόμων. Γιατί υπήρχαν τέτοιες ανησυχίες; Επειδή η κατάρρευση της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, σε συνδυασμό με τη μεγάλη μετανάστευση ολόκληρων λαών, τη δημιουργία νέων κρατικών μορφωμάτων, τη δόμηση σκληροτράχηλων δομών εξουσίας, την ύπαρξη ανηλεών συγκρούσεων και πολέμων, προκαλούσε απρόβλεπτες αβεβαιότητες στους συγκροτούμενους, υπ’ αυτές τις συνθήκες, νέους πληθυσμούς. Στο μεταξύ, η αποσύνθεση της εν λόγω αυτοκρατορίας σήμαινε και την περαιτέρω αποδυνάμωση του αρχαίου πολιτισμού ως συστηματικής πηγής δημιουργικού πνεύματος, ικανής να μεταδώσει στα νέα φύλα εξουσίας, όπως τα γερμανικά, μια αναγεννησιακή μόρφωση που ως τότε δεν είχαν. Στη χορεία των προαναφερθέντων χαρακτηριστικών ανήκει και το γεγονός ότι η ίδια η ελληνική φιλοσοφία, από την εποχή της ακμής της έως και τις τελευταίες αναλαμπές του Νεοπλατωνισμού, ανέπτυξε περιοδικά πλούσιους προβληματισμούς, εξόχως ταιριαστούς στις αρχέγονες αναζητήσεις του χριστιανικού δόγματος. Ο φιλοσοφικός στοχασμός της ελληνικής αρχαιότητας, με όλες τις κατά περιόδους σχολές του, επηρέασε βαθύτατα τη διαμόρφωση της μεσαιωνικής φυσιογνωμίας του στοχασμού.

§3. Η νέα τούτη πραγματικότητα χαρακτηρίζεται τελικά από ένα σύνολο αντιθετικών ή αντιφατικών τάσεων, που εξομαλύνονται βαθμιαία κάτω από την απόλυτη ισχύ του θεολογικού πνεύματος. Μοιραία, ως μια τέτοια πρωτόγνωρη πραγματικότητα, σημαδεύεται από άσπλαχνες δονήσεις κάθε προηγούμενου στηρίγματος ζωής, από την κατάλυση κάθε άμεσης ζωτικής επικοινωνίας με τα πνευματικά επιτεύγματα των Ελλήνων, από καθοριστικές εν πολλοίς αλλοιώσεις του ως τότε ισχύοντος συστήματος αξιών. Ωστόσο δεν εξαφανίζει ορισμένως κάποιες δοκιμασμένες δομές οργάνωσης, λειτουργίας, μετάβασης από το παλαιό στο νέο· και τούτο όχι μόνο στη σφαίρα του Πολιτικού, αλλά και του Πνευματικού εν γένει. Ο νέος κόσμος δεν γνωρίζει τα υψιπετή επίπεδα μόρφωσης, που ανέδιδε καθ’ όλους τους προηγούμενους αιώνες το ελληνικό πνεύμα. Αντικειμενικά όμως σπεύδει να αφομοιώσει, στον ένα ή τον άλλο βαθμό, βασικές του πτυχές, προκειμένου να βαδίσει πάνω σε ανθεκτικά στο χρόνο θεμέλια και να διαμορφώνει ευέλικτους τρόπους σκέψης και δράσης. Έτσι, η ουσία της μεσαιωνικής φιλοσοφίας συνδυάζει θεωρητικό ενδιαφέρον για μεγάλα οντολογικά, αξιολογικά ή γνωσιοθεωρητικά προβλήματα, όπως περίπου έρχονται από την αρχαία ελληνική παράδοση, με μια έντονα θρησκευτική στάση ζωής, όπως υπαγορεύεται από το θεσμισμένο πια σε κυρίαρχη θρησκεία χριστιανικό δόγμα. Αυτός ο συνδυασμός γίνεται αισθητός σε έναν τρόπο σκέψης και σε αντίστοιχα περιεχόμενα, που τείνουν ανυπερθέτως να εδραιώνουν την απόλυτη υπεροχή του θρησκευτικού/χριστιανικού αξιακού συστήματος. Μα και τούτη η υπεροχή δεν μπορεί να ευδοκιμήσει χωρίς έναν νέο κόσμο της ψυχής, δηλαδή μια συνείδηση, που οι φιλοσοφικές της καταβολές θα οδηγούν σε νέα ψυχικά βάθη και θα εμπεδώνουν ή θα μεταλαμπαδεύουν στους καινούριους σχηματισμούς λαών, στην πληγωμένη αλλά και απολίτιστη ψυχή τους, εκχριστιανισμένα συστήματα αξιών, παρηγορητικών ιδεών, θεραπευτικών άρθρων πίστης, φιλοσοφικών/μεταφυσικών πτήσεων.      

§4. Όσο πιο πολύπλοκο και περιπετειώδες γίνεται το πολιτικό, κοινωνικό, πολιτιστικό, επιστημονικό σύμπλεγμα του μεσαιωνικού κόσμου, τόσο πιο πολύ η χριστιανική θρησκεία αποζητά να εκλογικεύει τα θέματά της και να δίνει στην πίστη ένα πιο λογικό περιεχόμενο. Έτσι αποκτά μια πιο στενή σχέση με τη φιλοσοφία και εντείνει την προσπάθειά της να περισώσει ό,τι μπορεί από τη φιλοσοφική κληρονομιά των αρχαίων Ελλήνων και να επωφεληθεί απ’ αυτήν. Είναι αλήθεια πως τα αρχαία ελληνικά κείμενα, τα πρωτότυπα, μόνο ή σχεδόν μόνο μέσω των λατινικών έφθαναν –εάν έφθαναν– στη Δύση. Εξίσου αλήθεια είναι πως μέσα στην αγριότητα και τη βαρβαρότητα των εκ Βορρά προελαυνόντων φύλων και των αντίμαχων εξουσιαστικών ορδών, –καλή ώρα σαν τις σύγχρονες ορδές αιμοδιψών βαρβάρων της εξουσίας εντός της ελληνικής επικράτειας– τα εν λόγω κείμενα είτε κινδύνευαν να χαθούν ολοσχερώς και κυριολεκτικά, όπως συνέβη με πολλά που δεν έφθασαν ως εμάς, είτε να ξεχαστούν και να χαθούν βαθμιαία από προσώπου γης. Εξάλλου, ο αισθητικός, πολιτισμικός και επιστημονικός απόηχος των εν λόγω κειμένων έμεινε έξω από τόσο αγριωπά πρόσωπα και ώτα σαν εκείνα, όπως δεν συγκινεί και ορισμένα δικά μας σημερινά σχήματα εξουσίας. Ο ρόλος της εκκλησίας και των διανοουμένων της εδώ ήταν καταλυτικός. Διέσωσε τα κείμενα, τουλάχιστον εκείνα που εξυπηρετούσαν καλύτερα τους σκοπούς της, με πολλαπλούς τρόπους: με μεταφράσεις, ερμηνείες, σχολιασμούς, διδασκαλίεςˑ με τη μετατροπή τους γενικώς σε μορφωτικό αγαθό, έστω και με θρησκευτικό εμποτισμό, για την παίδευση και αισθητική καλλιέργεια του νέου κόσμου. Ο ρόλος της εκκλησίας θα μπορούσε και σήμερα να γίνει καταλυτικά φιλοσοφικός με τη μόρφωση και διαμόρφωση ελεύθερων συνειδήσεων μέσω της συμπόρευσης με τη θύραθεν παιδεία, και όχι συμπόρευση με την εκάστοτε εξουσία, στο βαθμό που ετούτο συμβαίνει. Γενικώς ειπείν, η σχέση φιλοσοφίας και χριστιανικής θρησκείας στο Μεσαίωνα δεν είναι απλώς σχέση ιδεών, αλλά και θεσμικά λειτουργική με το νόημα ότι ο φιλοσοφικός στοχασμός εξ ολοκλήρου υπηρετεί τους σκοπούς της θρησκείας, ήτοι της εκκλησίας, έτσι ώστε η φιλοσοφία να θεωρείται υπηρέτρια της θεολογίας (ancilla theologiae=θεραπαινίδα της θεολογίας).

ΔΕΣ:

Philosophia ancilla

Ο ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΜΕΣΑΙΩΝΑ

§5. Σε κάθε περίπτωση, από την πολλαπλή σχέση της θρησκείας με τη φιλοσοφία προέκυψαν εξελικτικά δυο κατευθύνσεις της μεσαιωνικής φιλοσοφίας: πρωταρχικά η φιλοσοφία της Πατρολογίας (Philosophie der Patristik), η Πατερική φιλοσοφία, και στη συνέχεια η Σχολαστική (Philosophie der Scholastik). Αυτοί που υλοποιούν την Πατερική φιλοσοφία είναι προπάντων οι Πατέρες της εκκλησίας, εξού και το όνομα. Το φιλοσοφικό τους έργο έγκειται κυρίως στην ερμηνεία, επεξεργασία ή μετουσίωση παλαιών φιλοσοφικών θεωριών με πνεύμα και μορφή θρησκευτικο-χριστιανική. Επίσης παραλαμβάνονται έννοιες και εμποτίζονται με χριστιανικά περιεχόμενα, έτσι ώστε να αποτελέσουν την ορολογία της εξ αποκαλύψεως θρησκείας. Μέσα από την υπέρβαση του δυισμού, τον οποίο κληρονόμησε η χριστιανική φιλοσοφία από την αρχαία, αναδύθηκε ο Ενισμός, δηλαδή μια και ενιαία αρχή του σύμπαντος κόσμου. Στη χριστιανικο-θρησκευτική-θεολογική του εννόηση ο Ενισμός είναι ο θεάνθρωπος: η ενότητα θείου και ανθρώπινου όντος. Όλη αυτή η διανοητική/φιλοσοφική εργασία αναπτύχθηκε κάτω από δύσκολους εσωτερικούς αγώνες/διαμάχες ανθρώπων και πραγμάτων της εκκλησίας, με αφορισμούς και αναθεματισμούς, όπως π.χ. συνέβη με τον χαλκέντερο θεωρητικό της φιλοσοφίας Ωριγένη, Δες και εδώ, ένα πραγματικά ελεύθερο πνεύμα για τα τότε δεδομένα της εκκλησίας. Η Σχολαστική φιλοσοφία πήρε το όνομά της από την αρχική ονομασία του δασκάλου ως σχολάριου, σχολαστικού, συσχετιζομένου με τη σχολή, το σχολείο. Θεμελιώδες γνώρισμα αυτής της φιλοσοφίας, μεταξύ πολλών άλλων, είναι να υπερβαθεί το στερεότυπο, ατεκμηρίωτο των βασικών αρχών της πίστης μέσα από τη γνώση: οικοδόμηση φιλοσοφικο-θεολογικού συστήματος, κατά το οποίο η προβαλλόμενη ως τώρα σοφία της πίστης υπόκειται σε μεταστοχασμό δια του Λόγου –εν αρχή είναι ο Λόγος– και υψώνεται σε μια τεκμηριωμένη αλήθεια της πίστης. Επίσης αναπτύχθηκε μια ενιαία οργάνωση και μέθοδος διδασκαλίας, ζητήματα, για τα οποία θα γίνει λόγος σε επόμενες ενασχολήσεις. Συγκεφαλαιωτικά θα μπορούσε να πει κανείς πως η εν λόγω φιλοσοφία εργάστηκε ομοθυμαδόν για μια Λογική συνόψιση, σύνθεση όλης της γνώσης με παράλληλη αποσαφήνιση, δια της Λογικής οδού, της σκέψης: εκλογικευμένη πίστη.

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ: Ρητορική (1381b-1382a)

Εἴδη δὲ φιλίας ἑταιρεία οἰκειότης συγγένεια καὶ ὅσα τοιαῦτα. ποιητικὰ δὲ φιλίας χάρις καὶ τὸ μὴ δεηθέντος ποιῆσαι καὶ τὸ ποιήσαντα μὴ δηλῶσαι· αὐτοῦ γὰρ οὕτως ἕνεκα φαίνεται καὶ οὐ διά τι ἕτερον.

[1382a] Περὶ δ᾽ ἔχθρας καὶ τοῦ μισεῖν φανερὸν ὡς ἐκ τῶν ἐναντίων ἔστι θεωρεῖν. ποιητικὰ δὲ ἔχθρας ὀργή, ἐπηρεασμός, διαβολή. ὀργὴ μὲν οὖν ἐστιν ἐκ τῶν πρὸς αὑτόν, ἔχθρα δὲ καὶ ἄνευ τοῦ πρὸς αὑτόν· ἂν γὰρ ὑπολαμβάνωμεν εἶναι τοιόνδε, μισοῦμεν. καὶ ἡ μὲν ὀργὴ ἀεὶ περὶ τὰ καθ᾽ ἕκαστα, οἷον Καλλίᾳ ἢ Σωκράτει, τὸ δὲ μῖσος καὶ πρὸς τὰ γένη· τὸν γὰρ κλέπτην μισεῖ καὶ τὸν συκοφάντην ἅπας. καὶ τὸ μὲν ἰατὸν χρόνῳ, τὸ δ᾽ ἀνίατον. καὶ τὸ μὲν λύπης ἔφεσις, τὸ δὲ κακοῦ· αἴσθεσθαι γὰρ βούλεται ὁ ὀργιζόμενος, τῷ δ᾽ οὐδὲν διαφέρει. ἔστι δὲ τὰ μὲν λυπηρὰ αἰσθητὰ πάντα, τὰ δὲ μάλιστα κακὰ ἥκιστα αἰσθητά, ἀδικία καὶ ἀφροσύνη· οὐδὲν γὰρ λυπεῖ ἡ παρουσία τῆς κακίας. καὶ τὸ μὲν μετὰ λύπης, τὸ δ᾽ οὐ μετὰ λύπης· ὁ μὲν γὰρ ὀργιζόμενος λυπεῖται, ὁ δὲ μισῶν οὔ. καὶ ὁ μὲν πολλῶν ἂν γενομένων ἐλεήσειεν, ὁ δ᾽ οὐδενός· ὁ μὲν γὰρ ἀντιπαθεῖν βούλεται ᾧ ὀργίζεται, ὁ δὲ μὴ εἶναι.

Φανερὸν οὖν ἐν τούτων ὅτι ἐνδέχεται ἐχθροὺς καὶ φίλους καὶ ὄντας ἀποδεικνύναι καὶ μὴ ὄντας ποιεῖν καὶ φάσκοντας διαλύειν, καὶ δι᾽ ὀργὴν ἢ δι᾽ ἔχθραν ἀμφισβητοῦντας ἐφ᾽ ὁποτέραν ἂν προαιρῆταί τις ἄγειν.

***
Είδη φιλίας: η φιλία των συντρόφων, η φιλία των μελών μιας οικογένειας, η φιλία των συγγενών, και άλλα παρόμοια.

Τη φιλία τη γεννάει το να κάνει κανείς μια χάρη, το να την κάνει δίχως να του τη ζητήσουν, και αφού την κάνει να μη την κοινολογήσει· γιατί τότε φαίνεται ότι έγινε για τον φίλο και όχι για κάποιον άλλο λόγο.

[1382a] Όσο για την έχθρα και το μίσος, είναι φανερό ότι μπορούμε να τα αναλύσουμε ως αντίθετα προς όσα είπαμε. Την έχθρα τη γεννούν η οργή, η κακεντρεχής εναντίωση στη θέλησή μας, η διαβολή. Η οργή γεννιέται από πράγματα που στρέφονται προσωπικά εναντίον μας, ενώ μίσος υπάρχει και όταν τα πράγματα δεν στρέφονται προσωπικά εναντίον μας: μόλις σχηματίσουμε τη γνώμη πως ένας άνθρωπος έχει τον τάδε χαρακτήρα, τον μισούμε. Έπειτα η οργή στρέφεται εναντίον συγκεκριμένων προσώπων, του τάδε ή του τάδε, π.χ. εναντίον του Καλλία ή εναντίον του Σωκράτη, ενώ το μίσος το αισθανόμαστε και για κατηγορίες ανθρώπων: όλοι μας μισούμε τους κλέφτες ή τους συκοφάντες. Την οργή τη θεραπεύει ο χρόνος, ενώ το μίσος δεν έχει γιατρειά. Η οργή επιθυμεί να προξενήσει προσωρινή στενοχώρια, ενώ το μίσος μόνιμη βλάβη: ο θυμωμένος θέλει να γίνει αντιληπτός από τον άλλον, ενώ αυτός που μισεί δεν δίνει καμιά σημασία σ᾽ αυτό. Τα οδυνηρά πράγματα γίνονται αντιληπτά με τις αισθήσεις, ενώ τα μέγιστα κακά (η αδικία, ας πούμε, ή η παραφροσύνη) ελάχιστα γίνονται αντιληπτά με τις αισθήσεις· πραγματικά, η παρουσία της κακίας δεν προκαλεί καμία λύπη. Η οργή συνοδεύεται από λύπη, το μίσος όχι: όλοι το ξέρουμε πως ο θυμωμένος είναι στενοχωρημένος, ενώ δεν είναι εκείνος που μισεί. Εκτός αυτού, ο θυμωμένος μπορεί κάποτε, ύστερα από πολλά, να νιώσει συμπόνια γι᾽ αυτόν με τον οποίο ήταν θυμωμένος· ο άλλος σε καμιά περίπτωση· ο θυμωμένος ένα μόνο θέλει: να υποφέρει με τη σειρά του και αυτός με τον οποίο ο ίδιος είναι θυμωμένος, ενώ αυτός που μισεί επιθυμεί να πάψει να υπάρχει ο άλλος.

Είναι λοιπόν —από αυτά που είπαμε— φανερό ότι είναι δυνατό από τη μια να αποδείξει ο ρήτορας ότι τα τάδε άτομα είναι πράγματι εχθροί μεταξύ τους ή φίλοι, και αν δεν είναι, να τους παρουσιάσει ως εχθρούς ή φίλους, και αν οι ίδιοι ισχυρίζονται πως είναι, να ανατρέψει τους ισχυρισμούς τους, και από την άλλη, σ᾽ αυτούς που από θυμό ή έχθρα παίρνουν αντίπαλη θέση, να αναγάγει την αντίπαλη θέση τους σε όποιον από τους δύο λόγους προτιμήσει.