Πέμπτη, 30 Ιανουαρίου 2020

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ - Βάκχαι (604-641)

ΔΙ. βάρβαροι γυναῖκες, οὕτως ἐκπεπληγμέναι φόβωι
605 πρὸς πέδωι πεπτώκατ᾽; ἤισθεσθ᾽, ὡς ἔοικε, Βακχίου
διατινάξαντος †δῶμα Πενθέως· ἀλλ᾽ ἐξανίστατε†
σῶμα καὶ θαρσεῖτε σαρκὸς ἐξαμείψασαι τρόμον.
ΧΟ. ὦ φάος μέγιστον ἡμῖν εὐίου βακχεύματος,
ὡς ἐσεῖδον ἀσμένη σε, μονάδ᾽ ἔχουσ᾽ ἐρημίαν.
610 ΔΙ. εἰς ἀθυμίαν ἀφίκεσθ᾽, ἡνίκ᾽ εἰσεπεμπόμην,
Πενθέως ὡς ἐς σκοτεινὰς ὁρκανὰς πεσούμενος;
ΧΟ. πῶς γὰρ οὔ; τίς μοι φύλαξ ἦν, εἰ σὺ συμφορᾶς τύχοις;
ἀλλὰ πῶς ἠλευθερώθης, ἀνδρὸς ἀνοσίου τυχών;
ΔΙ. αὐτὸς ἐξέσωσ᾽ ἐμαυτὸν ῥαιδίως ἄνευ πόνου.
615 ΧΟ. οὐδέ σου συνῆψε χεῖρας δεσμίοισιν ἐν βρόχοις;
ΔΙ. ταῦτα καὶ καθύβρισ᾽ αὐτόν, ὅτι με δεσμεύειν δοκῶν
οὔτ᾽ ἔθιγεν οὔθ᾽ ἥψαθ᾽ ἡμῶν, ἐλπίσιν δ᾽ ἐβόσκετο.
πρὸς φάτναις δὲ ταῦρον εὑρών, οὗ καθεῖρξ᾽ ἡμᾶς ἄγων,
τῶιδε περὶ βρόχους ἔβαλλε γόνασι καὶ χηλαῖς ποδῶν,
620 θυμὸν ἐκπνέων, ἱδρῶτα σώματος στάζων ἄπο,
χείλεσιν διδοὺς ὀδόντας· πλησίον δ᾽ ἐγὼ παρὼν
ἥσυχος θάσσων ἔλευσσον. ἐν δὲ τῶιδε τῶι χρόνωι
ἀνετίναξ᾽ ἐλθὼν ὁ Βάκχος δῶμα καὶ μητρὸς τάφωι
πῦρ ἀνῆψ᾽· ὁ δ᾽ ὡς ἐσεῖδε, δώματ᾽ αἴθεσθαι δοκῶν,
625 ἦισσ᾽ ἐκεῖσε κἆιτ᾽ ἐκεῖσε, δμωσὶν Ἀχελῶιον φέρειν
ἐννέπων, ἅπας δ᾽ ἐν ἔργωι δοῦλος ἦν, μάτην πονῶν.
διαμεθεὶς δὲ τόνδε μόχθον, ὡς ἐμοῦ πεφευγότος
ἵεται ξίφος κελαινὸν ἁρπάσας δόμων ἔσω.
κἆιθ᾽ ὁ Βρόμιος, ὡς ἔμοιγε φαίνεται, δόξαν λέγω,
630 φάσμ᾽ ἐποίησεν κατ᾽ αὐλήν· ὁ δ᾽ ἐπὶ τοῦθ᾽ ὡρμημένος
ἦισσε κἀκέντει φαεννὸν ‹αἰθέρ᾽›, ὡς σφάζων ἐμέ.
πρὸς δὲ τοῖσδ᾽ αὐτῶι τάδ᾽ ἄλλα Βάκχιος λυμαίνεται·
δώματ᾽ ἔρρηξεν χαμᾶζε, συντεθράνωται δ᾽ ἅπαν
πικροτάτους ἰδόντι δεσμοὺς τοὺς ἐμούς· κόπου δ᾽ ὕπο
635 διαμεθεὶς ξίφος παρεῖται· πρὸς θεὸν γὰρ ὢν ἀνὴρ
ἐς μάχην ἐλθεῖν ἐτόλμησ᾽. ἥσυχος δ᾽ ἐκβὰς ἐγὼ
δωμάτων ἥκω πρὸς ὑμᾶς, Πενθέως οὐ φροντίσας.
ὡς δέ μοι δοκεῖ (ψοφεῖ γοῦν ἀρβύλη δόμων ἔσω)
ἐς προνώπι᾽ αὐτίχ᾽ ἥξει. τί ποτ᾽ ἄρ᾽ ἐκ τούτων ἐρεῖ;
640 ῥαιδίως γὰρ αὐτὸν οἴσω, κἂν πνέων ἔλθηι μέγα·
πρὸς σοφοῦ γὰρ ἀνδρὸς ἀσκεῖν σώφρον᾽ εὐοργησίαν.

***
ΔΙΟΝΥΣΟΣ
605 Γυναίκες της Ανατολής,
τόσο σας συντάραξε ο φόβος που πέσατε στο χώμα;
Αισθανθήκατε, φαίνεται, τον Βάκχο
να σείει τα δώματα του Πενθέα.
Ορθώστε τα κορμιά σας. Θάρρος.
Διώξτε από πάνω σας τον τρόμο.
ΧΟΡΟΣ
Υπέρλαμπρο φως της βακχικής τελετής,
πώς χαίρομαι που σε αντικρύζω
μέσα στη μοναξιά της ερημίας μου.
ΔΙΟΝΥΣΟΣ
610 Λιποψυχήσατε, όταν μ᾽ έσερναν μέσα,
να με ρίξουν στις σκοτεινές φυλακές του Πενθέα;
ΧΟΡΟΣ
Πώς να μη λιποψυχούσα;
Αν σ᾽ έβρισκε συμφορά, ποιόν θα είχα εγώ να με φυλάει;
Πώς όμως ελευθερώθηκες από τον ανόσιο άνδρα;
ΔΙΟΝΥΣΟΣ
Μόνος μου εσώθηκα, εύκολα, χωρίς κόπο.
ΧΟΡΟΣ
615 Και δεν σου έδεσε τα χέρια με δεσμά και βρόχους;
ΔΙΟΝΥΣΟΣ
Εδώ ακριβώς τον εταπείνωσα.
Νόμιζε πως με δένει,
όμως ούτε μ᾽ άγγιξε ούτε μ᾽ έπιασε
—τον έτρεφε η μάταιη ελπίδα.
Εκεί που με φυλάκισε στο στάβλο βρήκε έναν ταύρο
και πάλευε να του περάσει βρόχους στα γόνατα και τις χηλές.
620 Τις πνοές του τις ερίπιζε ο θυμός,
από το σώμα του έσταζε ιδρώτας,
βύθιζε στα χείλη του τα δόντια.
Εγώ ήμουν δίπλα του, καθόμουν ήσυχος και κοίταζα.
Εκείνη την ώρα ήλθε ο Βάκχος,
έσεισε το παλάτι του Πενθέα
και άναψε φωτιά στον τάφο της μητρός του.
Ο Πενθέας, μόλις την είδε,
νόμισε πως καίγονται τα δώματα,
625 έτρεχε πάνω κάτω
και φώναζε στους υπηρέτες του να κουβαλούν νερό ποτάμι.
Οι δούλοι όλοι αγωνίζονταν, όμως ματαίως.
Εκείνος, πιστεύοντας ότι εγώ διέφυγα,
εγκαταλείπει την προσπάθεια,
αρπάζει ένα μαύρο ξίφος και ορμάει μέσα στο σπίτι.
Και τότε ο Διόνυσος —εγώ έτσι νομίζω (τη γνώμη μου λέω)—
630 έπλασε στην αυλή μια οπτασία.
Αυτός χύθηκε πάνω της και λόγχιζε το λαμπερό αιθέρα
—νομίζοντας πως σφάζει εμένα.
Κοντά σε αυτά, και άλλα δεινά του επεφύλαξε ο Βάκχιος.
Γκρέμισε το παλάτι του στο χώμα. Ισοπεδώθηκε ολόκληρο.
Τα δεσμά τα δικά μου αποδείχθηκαν γι᾽ αυτόν πικρά.
Κατάκοπος άφησε το ξίφος να πέσει από το χέρι του
635 και σωριάστηκε εξαντλημένος,
γιατί τόλμησε, ένας άνθρωπος, να ανοίξει μάχη με θεό.
Ήσυχος εγώ βγήκα έξω και ήρθα κοντά σας
—αδιαφορώ για τον Πενθέα.
Φαίνεται όμως ότι από στιγμή σε στιγμή θα έρθει εδώ
μπροστά στις πύλες — ακούγονται τα βήματά του μέσα στο σπίτι.
Άραγε τί θα βρει να πει τώρα;
640 Ήρεμος θα σταθώ απέναντί του,
ακόμη και αν πνέει σφοδρός
ο θυμός του.
Ο σοφός άνδρας οφείλει να είναι νηφάλιος και πράος.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ - ΦΑΛΑΓΓΑΣ

ΦΑΛΑΓΓΑΣ
(ζώο)
 
Ο μύθος του Φάλαγγα παραδίδεται σε μεταγενέστερες πηγές.
 
Θεωρείται αδελφός της Αράχνης που εκπαιδευόταν από την Αθηνά στην τέχνη των όπλων, όπως η αδελφή του στην τέχνη της υφαντικής από την ίδια θεά.
 
Η μεταμόρφωση της Αράχνης στο ομώνυμο έντομο δεν οφείλεται στην υπεροψία της για τις ικανότητές της, όπως παραδίδουν οι παλιοί μύθοι, αλλά στις ένοχες σχέσεις που είχε με τον αδελφό της που και αυτόν τον μεταμόρφωσε η Αθηνά σε ζώο.

Spinoza & Locke από τη φιλοσοφία στην ψυχολογία

Baruch (Benedict) Spinoza (1632 - 1677), κορυφαίος πανθεϊστής κι ένας από τους πιο εξέχοντες φιλοσόφους όλων των εποχών, ο Spinoza έφερε στην ψυχολογία τη θεωρία του ψυχοφυσικού παραλληλισμού στη θέση της θεωρίας της αλληλεπίδρασης του Descartes και διατύπωσε τις διάφορες συγκινήσεις, πρωτεύουσες και δευτερεύουσες, υφαίνοντάς τις καλά μεταξύ τους.

Η διατύπωση του είναι εκπληκτικά μοντέρνα. Η χαρά, η θλίψη και η επιθυμία είναι οι βασικές συγκινήσεις, οι οποίες, με την προσθήκη των ιδεών, δίνουν μια ποικιλία πρόσθετων συγκινήσεων (emotions). Έτσι: ''Το μίσος είναι θλίψη (πόνος) συνοδευόμενος από την ιδέα μιας εξωτερικής αιτίας.'' '' Ο εμπαιγμός είναι χαρά που προκύπτει από το ότι φανταζόμαστε πως αυτό που απεχθανόμαστε είναι παρόν σ' αυτό που μισούμε.''

Ο Spinoza δέχεται ότι η απαγωγική μέθοδός του φέρνει μαζί της την πεποίθηση, αλλά οι αλήθειες του είναι το αποτέλεσμα των διασθητικών του αντιλήψεων. Στις σημειώσεις και στα σχόλια αποκαλύπτεται το μεγάλο πνεύμα του. Η γεωμετρική μέθοδος που εφάρμοζε ο Spinoza πριν από τριακόσια χρόνια είναι ισοδύναμη με την πειραματική μέθοδο που εφαρμόζεται σήμερα.

Υπάρχει κάτι πολύ σημαντικό στον Spinoza που δεν εκτιμήθηκε όπως θα έπρεπε


Δογματικός - ή μάλλον, όπως θα έκρινε ο ίδιος, αυστηρός - στη μέθοδο, είναι ιδιαίτερα κριτικό στις παρατηρήσεις του. Σε μία από τις φωτισμένες σημειώσεις του (Ηθική II,17) αναφέρεται στην εμπειρική του προσέγγιση. ''Δεν νομίζω ότι έφυγα μακριά από την αλήθεια, επειδή όλα τα αιτήματα που δέχτηκα, σπάνια περιέχουν κάτι που δεν έχει γεννηθεί από την εμπειρία.''

Ο Spinoza προανήγγειλε τον Hume όταν δήλωνε σ' ένα πόρισμα:
Γιατί ο νους δεν γνωρίζει τον εαυτό του παρά μόνο στο βαθμό που αντιλαμβάνεται ιδέες των τροποποιήσεων του σώματος. Αλλά δεν αντιλαμβάνεται το σώμα του παρά μόνο μέσω των ιδεών των τροποποιήσεων, μέσω των οποίων επίσης αποκλειστικά αντιλαμβάνεται τα εξωτερικά σώματα.
Ο Spinoza επισημαίνει τη σύγκρουση που προκύπτει από το να αγαπάς έναν άλλο και εκείνος να μην ανταποκρίνεται. Η σύγκρουση αυτή προκύπτει από την ευχαρίστηση που εμπεριέχεται στην αγάπη και από τον πόνο που είναι προσκολλημένος στο μίσος. Δίνει έμφαση στις ατομικές διαφορές στην πρόταση (Ηθική III, 57): '' Οποιαδήποτε συγκίνηση οποιουδήποτε ατόμου διαφέρει από τη συγκίνηση ενός άλλου μόνο στο βαθμό που η σύσταση του ενός διαφέρει από εκείνην του άλλου.''

Το λογικό είναι το κριτήριο τόσο στην ηθική όσο και στη ζωή


Η νοητική/ ψυχική υγιεινή είναι παράρτημα του λογικού και η βιολογική άποψη είναι πρωτεύουσας σημασίας στο σύστημα του Spinoza. Προικισμένος με ιδιαίτερα γαλήνια ιδιοσυγκρασία, υπέστη διώξεις, παρενοχλήσεις και απειλές. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Spinoza θα είχε γίνει φωτεινό σήμα στην ψυχολογία αν δεν πέθαινε πρόωρα, στα σαράντα του περίπου, εξαντλημένος από τη χειρωνακτική εργασία της λείανσης φακών τη μέρα και από την έντονη διανοητική συγκέντρωση τη νύχτα, και βασανισμένος, μετά τον αφορισμό του από τους ραβίνους, τόσο από Εβραίους φανατικούς όσο και από χριστιανούς θρησκόληπτους.

John Locke (1632 - 1704)


Σπουδαστής ιατρικής δίχως να πάρει δίπλωμα, ο Locke, όπως και ο Goethe, o Leibniz και ο Hobbes, υπηρέτησε ως σύμβουλος, επόπτης και επίτροπος. Είχε την τύχη να συνδεθεί με την οικογένεια Shaftesbury υπό αυτήν την ιδιότητα και άσκησε σημαντική επιρροή ώστε να επιβληθούν φιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις. Λέγεται ότι είχε συμμετάσχει στον προσχεδιασμό του καταστατικού χάρτη των Carolinas.

Οι φιλοσοφικές τάσεις του Locke αναπτύχθηκαν αργότερα, αλλά όταν εμφανίστηκε στο έργο Essay Concering Human Understanding, ήταν προορισμένος να γίνει ο πρώτος μιας νέας δυναστείας, που δεν είχε σβήσει εντελώς σήμερα - ο πρώτος των τριών πατριαρχών του βρετανικού εμπειρικισμού. Δίχως τον Locke δεν θα υπήρχαν ποτέ ο Berkeley ή ο Hume. Το θέμα της υπόστασης, υλικής ή πνευματικής, απορρίφθηκε από το σύστημά του, το οποίο ξεκίνησε να παρουσιάσει μια ενδελεχή ανάλυση ιδεών, με μια πολύ ευρεία έννοια.

Ο Locke είναι ενάντιος σε κάθε νατιβισμό


Τη στιγμή γέννησης, ο νους είναι tabula rasa, αλλά οι εμπειρίες συσσωρεύονται συνεχώς με τη μορφή αισθήσεων και αντιλήψεων, που είναι ενώσεις αίσθησης και αισθήματος. Εντρυφεί σε μακροσκελείς συζητήσεις  σχετικά με τις πρωταρχικές και τις δευτερεύουσες ιδιότητες, με τα διάφορα είδη ιδεών και την καταγωγή τους, με τις λέξεις, με τη γνώση και με τη γνώμη. Ήταν ο πρώτος που έπλασε τη φράση ''συνειρμός ιδεών'' .

Η επιτυχία του Locke (μόνο στα αγγλικά πρέπει να υπάρχουν μέχρι σήμερα εκατό περίπου εκδόσεις του Essay) οφειλόταν κυρίως στο δημοσιογραφικό του ύφος. Οι επεξηγήσεις δια παραδειγμάτων που δίνει είναι άφθονες και συχνά ασυνήθιστες, αλλά παραμένουν αποτελεσματικές. Δίχως να μνημονεύει τον Hobbes, προσβάλει με επιτηδειότητα την ιδέα ότι η κίνηση μπορεί να παράγει σκέψη.

Τα επιχειρήματά του για την ύπαρξη του Θεού είναι πιο πρωτότυπα και διαλογικά από εκείνα των προκατόχων του, και αν δεχτεί κανείς τις προκείμενες, ο συλλογισμός του είναι πειστικός, αλλά αυτό το μέρος του Essay δεν ανήκει στον χώρο της ψυχολογίας. Το Essay ως σύνολο πάντως μπορεί να θεωρηθεί εγχειρίδιο στην ψυχολογία ελεύθερο από κάθε σχολαστική και δογματική προσθήκη.

Η χλωμή μπλε κουκκίδα είναι εμείς. Ένας διάλογος του Μάρκου Αυρήλιου με τον Carl Sagan

«Παρατήρησε τις τροχιές των άστρων σαν να έτρεχες και εσύ μαζί τους… Μ’ αυτές τις παραστάσεις καθαρίζει η βρομιά της επίγειας ζωής.» Μάρκος Αυρήλιος, Τα εις εαυτόν, 7.47
 
Η ζωή δεν έχει αλλάξει από την εποχή του Μάρκου Αυρήλιου, που δεν έπαυε να υπενθυμίζει στον εαυτό του (εις εαυτόν) το εφήμερο της ανθρώπινης ύπαρξης. Στο προσωπικό του ημερολόγιο Τα εις εαυτόν, ο φιλόσοφος αυτοκράτορας επιχειρεί να ξεδιαλύνει την πραγματικότητα, με ένα νοητικό πείραμα, Στωική άσκηση, τη «θέαση από ψηλά»:
«Αναλογίσου την υλική ουσία του σύμπαντος και πόσο ελάχιστο μέρος της είσαι εσύ, και όλη την αιωνιότητα, πόσο σύντομος και ακαριαίος είναι ο χρόνος που σου αναλογεί, και την ειμαρμένη, πόσο να είναι το μερίδιό σου;» 5.24
Καθώς απομακρύνεται από τον εαυτό του, το εγώ, κοιτάζει το Όλον, τον κόσμο του οποίου αποτελεί μέρος, κατανοώντας ότι, αν και αυτοκράτορας, δεν είναι το κέντρο του σύμπαντος. Η Γη, όποτε κι αν την κοιτάξεις, ακόμη και τους πρώτους μεταχριστιανικούς αιώνες, την εποχή του Μάρκου Αυρήλιου, προσφέρει την ίδια θέα. Τις ζωές των ανθρώπων. Εποπτεύει ο Ρωμαίος αυτοκράτορας:
«Και μάλιστα όταν κάνεις λόγο για τους ανθρώπους, πρέπει να κατοπτεύεις τα επίγεια σαν να βρίσκεσαι κάπου ψηλά και κοιτάζεις κάτω: αγέλες, στρατεύματα, χωράφια, γάμους, χωρισμούς, γεννήσεις, θανάτους, θόρυβο μες τα δικαστήρια, ερημιές, διάφορα βαρβαρικά έθνη, γιορτές θρήνους, αγορές, το συνονθύλευμα, και τη σύνθεση των αντιθέτων που πραγματώνει την τάξη του κόσμου.» 7.48
Η έξοδος από το εγώ, καταδεικνύει τη βραχύτητα της ανθρώπινης ύπαρξης και την ασημαντότητα πραγμάτων στα οποία ο άνθρωπος ανέκαθεν έδινε αξία. Υλικά αγαθά, πλουτισμός, δόξα αποκτούν την πραγματική, τη μηδενική τους αξία κάνοντας την καθημερινότητα να φαντάζει άστοχη. Τα γεγονότα επαναλαμβάνονται:
«Παρατήρησε με προσοχή τα περασμένα, τις τόσες και τόσες αλλαγές από τη μια δυναστεία στην άλλη. Θα μπορέσεις ως και τα μελλούμενα να προβλέψεις γιατί σίγουρα θα ‘ναι ίδιας λογής- δεν γίνεται να βγουν από τον ρυθμό των τωρινών γεγονότων.» 7.49
Δεν έχει σημασία πόσα χρόνια θα περάσουν. Η εικόνα της Γης είναι η ίδια:
«Οπότε είτε σαράντα χρόνια ανθρώπινου βίου μελέτησες είτε δέκα χιλιάδες χρόνια, το ίδιο κάνει. Τι έχεις να δεις παραπάνω;» 7.49
Πράγματι, είκοσι αιώνες αργότερα, ο αστροφυσικός Carl Sagan, παρατηρώντας τη Γη από τη φωτογραφία που έπειτα από αίτημά του τραβήχτηκε από το Voyager 1, συγγράφει το περίφημο βιβλίο του Pale Blue Dot (Χλωμή μπλε κουκκίδα) Random House, 1994, θέλοντας να αφυπνίσει το ανθρώπινο είδος. Έχει αλλάξει κάτι έπειτα από 2000 χρόνια;
 
«Από αυτό το μακρινό σημείο, η Γη μπορεί να μην παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Αλλά για εμάς, είναι διαφορετικά. Σκεφτείτε ξανά αυτήν την κουκκίδα. Αυτή είναι εδώ. Αυτή είναι το σπίτι. Αυτή είναι εμείς. Πάνω σε αυτήν, ο καθένας που έχετε αγαπήσει, όλοι όσους γνωρίζετε, ο καθένας για τον οποίο ακούσατε ποτέ, κάθε άνθρωπος που υπήρξε ποτέ, έζησε τη ζωή του. Το σύνολο της χαράς και της ταλαιπωρίας μας, χιλιάδες θρησκείες, ιδεολογίες και οικονομικά δόγματα, κάθε κυνηγός και συλλέκτης, κάθε ήρωας και δειλός, κάθε δημιουργός και καταστροφέας πολιτισμού, κάθε βασιλιάς και χωρικός, κάθε νεαρό ερωτευμένο ζευγάρι, κάθε μητέρα και πατέρας, κάθε ελπιδοφόρο παιδί, εφευρέτης και εξερευνητής, κάθε δάσκαλος ηθικής, κάθε διεφθαρμένος πολιτικός, κάθε σούπερ σταρ, κάθε ανώτατος ηγέτης, κάθε άγιος και αμαρτωλός στην ιστορία του είδους μας, έζησε εκεί – σε ένα μικρό μόριο σκόνης που αιωρείται σε μία ηλιαχτίδα.»
 
Ο Μάρκος Αυρήλιος στοχάζεται από τη Γη την ιστορία των ανθρώπων, όλων όσοι έζησαν πριν από αυτόν. Όλα είναι ίδια:
«Φέρε στον νου σου, ας πούμε την εποχή του Βεσπασιανού, και θα δεις ότι όλα είναι ίδια: άνθρωποι να παντρεύονται, να ανατρέφουν παιδιά, να ‘ναι άρρωστοι, να πεθαίνουν, να πολεμούν, να ξεφαντώνουν, να ταξιδεύουν για δουλειές, να καλλιεργούν χωράφια, να κολακεύουν, να ‘ναι αλαζονικοί, να υποψιάζονται ή να επιβουλεύονται, να εύχονται τον θάνατο κάποιων άλλων, να γκρινιάζουν για την κατάστασή τους, να ερωτεύονται, να θησαυρίζουν, να θέλουν να γίνουν ύπατοι ή βασιλείς. Από τη ζωή αυτών των ανθρώπων δεν έχει απομείνει τίποτα πουθενά. Πέρνα τώρα στη εποχή του Τραϊανού. Όλα ξανά τα ίδια. Χάθηκε και εκείνη η ζωή. Πάλι, κοίτα προσεκτικά τα σημάδια αλλοτινών καιρών, εθνών ολόκληρων, και δες πόσα έθνη έβαλαν τα δυνατά τους να επικρατήσουν, κι ύστερα από λίγο σωριάστηκαν και διαλύθηκαν. Μα περισσότερο από καθετί  συλλογίσου εκείνους, που κι εσύ ο ίδιος τους ήξερες, πώς κυνηγούσαν μάταιους στόχους, παραμελώντας να κάνουν αυτό που ταίριαζε στη φύση τους, να κρατηθούν από αυτό γερά και να αρκεστούν σ’ αυτό.» 4.32
Ωστόσο, ο άνθρωπος είναι εγκλωβισμένος στο εγώ του, θεωρώντας ότι είναι το κέντρο του σύμπαντος. Ανέκαθεν, «η κόλαση είναι οι άλλοι», αυτοί που ανατρέπουν τα σχέδιά του για κυριαρχία και εξουσία. Σε όλη την Ιστορία της ανθρώπινης ζωής σχημάτιζε ομάδες προκειμένου να καταδείξει την διαφορετικότητά του, να επιβάλλει την ισχύ του. Μεγαλούργησε στην τέχνη και τις επιστήμες και διευκόλυνε τη ζωή του με την τεχνολογία, αλλά εξαφάνισε την ίδια του τη γνώση δημιουργώντας μεσαίωνες και αφάνισε άλλα είδη και το δικό του. Όλα αυτά τα πράττει στο σπίτι του, το μοναδικό του καταφύγιο στο σύμπαν.
 
Συνεχίζει ο Carl Sagan:
«Η Γη είναι μία πολύ μικρή σκηνή σε μία τεράστια κοσμική αρένα. Σκεφτείτε τα ποτάμια αίματος που χύθηκαν από όλους εκείνους τους στρατηγούς και τους αυτοκράτορες ώστε στη δόξα και στον θρίαμβο να μπορέσουν να γίνουν στιγμιαίοι άρχοντες ενός κλάσματος μίας κουκκίδας. Σκεφτείτε τις ατελείωτες βαναυσότητες που επέβαλαν οι κάτοικοι μίας γωνιάς αυτού του pixel στους κατοίκους κάποιας άλλης γωνιάς του. Πόσο συχνές οι παρεξηγήσεις τους, πόσο πρόθυμοι είναι να σκοτώσουν ο ένας τον άλλον, πόσο ένθερμο το μίσος τους. Η φανταστική σημασία που δίνουμε στον εαυτό μας, η αυταπάτη ότι έχουμε κάποια προνομιακή θέση στο σύμπαν, προκαλούνται από αυτό το σημείο χλωμού φωτός. Ο πλανήτης μας είναι μία μοναχική κουκκίδα στο μεγάλο περιβάλλον κοσμικό σκοτάδι. Στο σκοτάδι μας -μέσα σε όλη αυτήν την απεραντοσύνη- δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι βοήθεια θα έρθει από κάπου αλλού για να μας σώσει από τους εαυτούς μας.»
Υπεύθυνοι είμαστε όλοι, όσοι περιστοιχιζόμαστε από το εγώ μας και εθελοτυφλούμε. Ο Carl Sagan δεν ζει για να δει τη συνέχεια της καταστροφής, ίσως και το τέλος, του σπιτιού μας. Η ιστορία δεν διδάσκει τον άνθρωπο, τον ματαιόδοξο, αλαζόνα, εγωμανή κυρίαρχο της χλωμής μπλε κουκκίδας, αλλά όχι του σύμπαντος. Σήμερα όμως οδεύουμε στο τέλος. Έως τώρα ο άνθρωπος κατέστρεφε τους «άλλους», χωρίς να καταλαβαίνει ότι χωρίς τον «άλλο» δεν υπάρχει εγώ. Οι πανταχού καταστροφές δεν συμβαίνουν σε ένα άλλο σύμπαν αλλά στο σπίτι μας. Το σπίτι μας είναι η Γη:
«Η Γη είναι ο μόνος κόσμος, μέχρι στιγμής, για τον οποίο είναι γνωστό ότι φιλοξενεί ζωή. Δεν υπάρχει πουθενά αλλού, τουλάχιστον στο εγγύς μέλλον, όπου μπορεί το είδος μας να μεταναστεύσει. Είτε σας αρέσει είτε όχι, προς το παρόν, η Γη είναι το μέρος όπου θα κάνουμε την αντίστασή μας. Έχει ειπωθεί ότι η αστρονομία είναι μία ταπεινή εμπειρία που οικοδομεί χαρακτήρες. Ίσως να μην υπάρχει καλύτερη απόδειξη της ανοησίας των ανθρώπινων αλαζονειών από αυτήν τη μακρινή εικόνα του μικροσκοπικού μας κόσμου. Για εμένα, υπογραμμίζει την ευθύνη μας να αντιμετωπίσουμε πιο ευγενικά ο ένας τον άλλον, και να διαφυλάξουμε και να αγαπάμε τη χλωμή μπλε κουκκίδα, το μόνο σπίτι που έχουμε γνωρίσει ποτέ».
Η Ιστορία πρέπει να αλλάξει για να συνεχιστεί. Η ανθρωπότητα πρέπει να ξυπνήσει από τον λήθαργο. Έπρεπε να ξυπνήσει πριν από 20 αιώνες. Ο Μάρκος Αυρήλιος αμφισβητεί:
«Και δεν πρέπει να πράττουμε και να μιλάμε σαν να είμαστε βυθισμένοι στον ύπνο… και δεν πρέπει ‘σαν παιδιά των γονιών μας’ άκριτα να τ’ αποδεχόμαστε όλα ‘όπως τα βρήκαμε’.» 4.46
Οι προθεσμίες για να αλλάξει ο άνθρωπος ήταν πολλές και έχουν περάσει ήδη από την εποχή του Μάρκου Αυρήλιου. Ο κόσμος μας είναι ένας για όλους. Είμαστε κομμάτι του και όχι κυρίαρχοι.
«Θυμήσου πόσον καιρό τα αναβάλλεις αυτά, και πόσες φορές σου έδωσαν προθεσμίες οι θεοί και εσύ δεν τις χρησιμοποίησες. Όμως πρέπει πια να αντιληφθείς τίνος κόσμου είσαι κομμάτι, και τίνος κυβερνήτη του κόσμου απόρροια είναι η υπόστασή σου και πως ο χρόνος σου έχει ένα όριο, κι αν δεν τον χειριστείς έτσι ώστε να διώξεις τα σύννεφα, ο χρόνος θα φύγει και θα χαθεί και θα χαθείς και εσύ, χωρίς να σου ξαναδοθεί καμία δυνατότητα.» 2.4
Η Φύση μας χαρίζει τη ζωή. Χωρίς αυτήν δεν έχουμε τίποτα. Είμαστε μέρος της:
«Πορεύομαι μέσα σε όσα ορίζει η Φύση, μέχρι να έρθει η ώρα να πέσω να ξεκουραστώ˙ αφήνοντας την πνοή μου στον αέρα που καθημερινά ανασαίνω, και το κορμί μου στη γη, που χάρισε στον πατέρα μου το σπέρμα, στη μάνα μου το αίμα, στην τροφό μου το γάλα˙ στη γη που καθημερινά επί τόσα χρόνια με ταΐζει και με ποτίζει˙ στη γη που με κουβαλάει ενώ την πατάω και που σε τόσα την εκμεταλλεύομαι.» 5.4
Ο Ρωμαίος αυτοκράτορας, Μάρκος Αυρήλιος, και ο Αμερικανός αστροφυσικός, Carl Sagan, συνομιλούν μέσα από τους αιώνες. Ανακαλύπτουν το νόημα της ζωής στην κοσμική τάξη του σύμπαντος, όπου η Γη δεν είναι παρά μια χλωμή μπλε κουκκίδα. Μία σκόνη στο σύμπαν. Αλλά αυτή η χλωμή μπλε κουκκίδα είναι εμείς. Ως μέρος του Όλου.
 
 

Στις μπόρες υπάρχουν δέντρα που λυγίζουν κι άλλα που στέκονται όρθια. Εμείς επιλέγουμε ποιο δέντρο θα είμαστε

Όλοι οι άνθρωποι είμαστε ίδιοι αλλά ξεχωριστοί. Πόσες φορές το έχεις ακούσει αυτό; Έχεις αναλογιστεί πότε τι είναι αυτό που μας κάνει ξεχωριστούς αλλά συνάμα τόσο ίδιους; Ίδιοι ως προς το γεγονός ότι είμαστε άνθρωποι, περπατάμε, μιλάμε, σκεφτόμαστε. Ξεχωριστοί, γιατί όσα προανέφερα, τα κάνουμε με το δικό μας μοναδικό τρόπο. Αυτά ως προς το πασιφανές.

Όλοι οι άνθρωποι νιώθουμε και επεξεργαζόμαστε τα ερεθίσματα που δεχόμαστε, με τις μηχανές αντίδρασής μας που από μωρά δημιουργούμε, και καθώς μεγαλώνουμε, τελειοποιούμε. Όλες αυτές οι εξωτερικές εισβολές που θα προσπαθήσουν να επηρεάσουν τον κάθε άνθρωπο ξεχωριστά θα έχουν την ίδια ένταση και επιμονή για να τα καταφέρουν, απλά θα αλλάξει από τη δική μας επιλογή η αντιμετώπισή τους. Και θα σου πω αυτό:

Αν θελήσεις να ανέβεις στο λόφο ενός ψηλού βουνού για να κοιτάξεις την κοιλάδα που εξαπλώνεται μπροστά σου, εκείνο που θα παρατηρήσεις είναι οι αμέτρητες κορυφές των δέντρων που ενώνονται μεταξύ τους και δημιουργούν ένα τεράστιο, πράσινο χαλί. Πόσο όμοια και μικρά μοιάζουν τα δέντρα από ψηλά.

Κατεβαίνοντας προς το δάσος και ακολουθώντας το μονοπάτι, διαπιστώνεις ότι τα πελώρια δέντρα που στέκονται τώρα μπροστά σου, δεν έχουν την πανομοιότυπη εικόνα που αντίκριζες προηγουμένως και ότι το καθένα είναι διαφορετικό. Το καθένα θα έχει σίγουρα μια δική του ιστορία να μας πει. Τα κλαδιά τους απλώνονται και φουντώνουν και σκορπούν τους καρπούς τους, όταν ποτίζονται και παίρνουν από το έδαφος όλα αυτά που χρειάζονται για να αναπτυχθούν.

Υπάρχουν και οι μπόρες όμως, που ζηλεύουν την ομορφιά τους και προσπαθούν επίμονα να τα λυγίσουν. Άλλα δέντρα σπάνε κι νικημένα ακουμπούν τα κλαδιά τους στην γη. Κι άλλα στέκουν δυνατά μέχρι να περάσει η θύελλα, ώστε να ανθίσουν πάλι και να μοιράσουν τους καρπούς τους ξανά. Το μυστικό κρύβεται στις ρίζες τους και πόσο βαθιά και πεισματικά δένονται στη γη για να καταφέρουν να επιβιώσουν. Κι αν παρατηρήσετε, μετά από όλη τους την ταλαιπωρία στέκονται εκεί γεμάτα και γερά σα να μην τους κουνήθηκε φύλλο.

Εμείς, λοιπόν, ποιο δέντρο διαλέγουμε να είμαστε; Εκεί έξω υπάρχουν πολλά που προσπαθούν να μας λυγίσουν, από μικρά μέχρι μεγάλα προβλήματα. Από εμάς εξαρτάται στις μάχες μας να μην εγκαταλείπουμε να στεκόμαστε εκεί δυνατοί και να επιμένουμε, πρώτα για εμάς και ύστερα για τους ανθρώπους μας που περιμένουν τους καρπούς μας, γιατί αυτή είναι η τροφή που χρειάζονται οι δικές μας ρίζες.

Το πηγάδι όπου ρίχνεις ό,τι πρέπει να αφήσεις να φύγει

Κάπου ανάμεσα σε κάτι ψηλά δέντρα, τα οποία μοιάζουν να είναι εκεί αιώνες ριζωμένα, είναι ένας δρόμος που τον βρίσκεις μονάχα στα μονοπάτια του νου, σαν κλείσεις τα μάτια. Αν τον ακολουθήσεις, θα συναντήσεις ένα πηγάδι.

Ένα πηγάδι διαφορετικό από τα άλλα. Πιο βαθύ, με πυθμένα ακαθόριστο, που ίσως αγγίζει διαστάσεις διόλου γνώριμες.

Εκεί δεν ρίχνεις κέρματα για ευχές. Ούτε ψάχνεις να βρεις νερό να ξεδιψάσεις.

Αυτό το πηγάδι δίνει απαντήσεις αλλιώτικες από τις άλλες, ελαφραίνοντας την ψυχή. Έχει την μαγική ιδιότητα να σε ωθεί να αδειάζεις, ώστε να μπορείς να δεις καθαρά.

Εκεί, στην αγκάλη των πετρωμάτων του, στο βαθύ σκοτάδι του που απλώνεται μπροστά σου και συναντάει το φως. Εκεί, έχεις την απεριόριστη ευκαιρία να αφαιρέσεις ό,τι περιττό κουβαλάς μέσα σου, για να μπορείς να γεμίσεις έπειτα σωστά.

Όταν νιώθεις πως δεν αντέχεις άλλο, με όλα όσα σε βαραίνουν, να πηγαίνεις εκεί. Όσες φορές κι αν χρειαστεί…

Κλείσε τα μάτια σε μια ήρεμη στιγμή. Σίγησε κάθε σκέψη. Άφησε τον εαυτό σου να ταξιδέψει σε αυτό το μαγικό μέρος. Επέτρεψε στον νου σου να το πλάσει όπως επιθυμεί, για να νιώσεις οικεία. Και αφέσου στην εμπειρία να σε παρασύρει.

Σαν φτάσεις στο πηγάδι αυτό, με την δύναμη του νου, πέταξε μέσα του όσα έχεις ανάγκη να αποδεσμεύσεις. Όσα θέλεις να αφήσεις πίσω σου, δίχως δεύτερη σκέψη. Μην αναλύσεις τίποτα, μην διστάσεις λεπτό. Ρίξε μέσα όσα η καρδιά σε προστάζει…

Στιγμές δύσκολες, που κουβαλάς στην θύμηση σου από το παρελθόν και σε πονάνε ακόμα, σαν να ρίζωσαν μέσα σου..

Την μοναξιά, που χαράχτηκε στο είναι σου, από όταν δεν είχες κανέναν ώμο να γύρεις και έτρεμες το κάθε νέο ξημέρωμα…

Τον φόβο να τολμήσεις ξανά να εμπιστευτείς, αφού τόσες πολλές φορές προδόθηκες…

Όλα τα περιττά συναισθήματα, που όμως αν εμμένεις σε αυτά σε φθείρουν και διαμορφώνουν το αύριο σου πιο σκοτεινό.

Για αυτό πέτα εκεί μέσα αβίαστα, τον κάθε πόνο, όλες τις στεναχώριες, την όποια σκιά περιβάλλει την ζωή σου…

Χάρισε στο άπειρο του πηγαδιού τις ατέρμονες, άσκοπες σκέψεις, που βυθίζουν την ζωή σου σε έναν κυκεώνα θλίψης…

Άφησε εκεί πρόσωπα που σε πλαισιώνουν και μονάχα σε απομυζούν, σαν ήρθε η ώρα να φύγουν πλέον από κοντά σου…

Σκόρπισε στα βάθη του τις επιρροές, τα λόγια ανθρώπων που σε ακολουθούν και επιτρέπεις να σε αγγίζουν και να σε περιορίζουν.

Τοποθετώντας καθ´ αυτόν τον τρόπο αυτόματα όρια..

Φώναξε «ΦΤΑΝΕΙ», αν χρειαστεί, καθώς γλιστράνε από εσένα και χάνονται…

Όλα αυτά και ό,τι άλλο επιθυμείς, απελευθέρωσε τα με αγάπη!

Με την αγάπη οδηγό, να οδεύεις μπροστά, δίχως βαρίδια να σε κρατάνε πίσω. Για να φτάσεις στον πάμφωτο προορισμό, καθαρός, ελεύθερος… αυτόφωτος!

Η μοίρα του παρτάκια είναι πάντα η μοναξιά του, να το θυμάσαι

Θαρρείς πως κάποιοι άνθρωποι, περιστρέφονται γύρω από τον εαυτό τους και μόνο, πως υπάρχει μόνο ο κόσμος τους και τίποτε πιο πέρα. Οι ανάγκες τους να βρίσκονται στο κεφαλόσκαλο και όλοι οι άλλοι να είναι συνειδητά και μονίμως στην απ’ έξω.

Να ενεργούν με πρωταρχικό τους στόχο το προσωπικό τους συμφέρον και χάρη σε αυτό να καταπατούν και να ισοπεδώνουν σχέσεις, φιλίες, αξίες, πιστεύω ανύπαρκτα εν τέλει και τον όποιο χαρακτήρα μπορείς να πείς πως έχουν!

Κάποιοι άνθρωποι, περιθωριοποιούνται, στιγματίζονται και μένουν στην απ’ έξω χάρην στον εγωκεντρισμό, ενίοτε στον ναρκισσισμό και την άξεστη πονηριά τους, δηλώνοντας εμμέσως με τις πράξεις τους και τον σιχαμένο δόλο τους, πως είναι εκεί μόνο για να εξυπηρετήσουν το κακόμοιρο εγώ τους και να ξεκλέψουν σαν αρπακτικά ότι τους βολέψει από τα καλύτερα που έχεις για να τους προσφέρεις.

Τέτοιοι άνθρωποι σηκώνοντας τα χέρια τους, βγάζουν από μόνοι τους τα μάτια τους. Θαρρούν τους εαυτούς τους έξυπνους και όλους τους άλλους βλάκες. Μα έλα όμως που ο παρτάκιας ξεχωρίζει σαν την φακή στο ρύζι και όλοι μα όλοι τον παίρνουν χαμπάρι από νωρίς. Έλα που σιγά σιγά αλλά σταθερά, ένας ένας αποχωρούν από κοντά του. Και έλα που ο χαζός αναρωτιέται το γιατί και πάντα ρίπτει της ευθύνες και το φταίξιμο σε αυτούς.

Η μοίρα του παρτάκια είναι πάντα η μοναξιά του, ακόμη και η συναισθηματική. Εκείνη την πληρότητα που ποτέ δεν την γνώρισε αλλά ούτε και θα την γνωρίσει, εκείνη την μοναξιά που μόνος του θα καταφέρνει πάντοτε να χτίζει και ολοένα άλλο τόσο δα, να την ψηλώνει κι άλλο.

ΦΡΑΝΤΣ ΚΑΦΚΑ: Η ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ

Ξυπνώντας κάποιο πρωί ο Γκρέγκορ Σάμσα από ταραγμένο ύπνο, βρέθηκε στο κρεβάτι του μεταμορφωμένος σ’ ένα τεράστιο έντομο. ‘Ήταν ξαπλωμένος ανάσκελα -η πλάτη του ήταν σκληρή σαν πλάκα-και, ανασηκώνοντας λίγο το κεφάλι του, μπόρεσε να δει τη στρογγυλή καφετιά κοιλιά του που χωριζόταν σε τμήματα από κάτι τοξοειδείς ζώνες, ενώ τα σκεπάσματα μετά βίας τον κάλυπταν ολόκληρο και ήταν έτοιμα να γλιστρήσουν από πάνω του. Μπροστά στα μάτια του ανάδευαν αβοήθητα ένα σωρό μικρά ποδαράκια, θλιβερά λεπτεπίλεπτα σε σχέση με το υπόλοιπο σώμα του.

Μα τι μου συμβαίνει; σκέφτηκε. Δεν ήταν όνειρο. Ο χώρος του δωματίου του -ένα συνηθισμένο, αν και κάπως μικρό δωμάτιο- απλωνόταν ήρεμα ανάμεσα στους τέσσερις οικείους τοίχους. Πάνω από το γραφείο του, όπου βρίσκονταν απλωμένα διάφορα δείγματα υφασμάτων -ο Γκρέγκορ ήταν πλασιέ-, κρεμόταν μια φωτογραφία που είχε πρόσφατα κόψει από ένα εικονογραφημένο περιοδικό και την είχε τοποθετήσει σε μια κομψή επίχρυση κορνίζα. Ήταν η φωτογραφία μιας γυναίκας που φορούσε γούνινο καπέλο, πελερίνα και στεκόταν όρθια προτείνοντας στον θεατή ένα πελώριο γούνινο μανσόν, όπου το χέρι της χωνόταν μέχρι τον αγκώνα.

Το βλέμμα του Γκρέγκορ κατευθύνθηκε μετά προς το παράθυρο και ο βαρύς ουρανός -άκουγε κανείς τις στάλες της βροχής να χτυπούν στο περβάζι- του έφερε μελαγχολία. Το καλύτερο που έχω να κάνω είναι να κοιμηθώ λίγο ακόμα και να ξεχάσω όλες αυτές τις σαχλαμάρες, σκέφτηκε. Ωστόσο αυτό αποδείχθηκε εντελώς αδύνατο, αφού ήταν συνηθισμένος να κοιμάται στο δεξί πλευρό· στην κατάσταση όμως που βρισκόταν εκείνη τη στιγμή δεν μπορούσε καθόλου να γυρίσει. ‘Όσο κι αν πάσχιζε να στρίψει προς τα δεξιά, τελικά κατέληγε πάλι ανάσκελα. Θα πρέπει να το δοκίμασε ίσαμε εκατό φορές, ώσπου στο τέλος έκλεισε τα μάτια του για να μην είναι αναγκασμένος να βλέπει τα ποδαράκια του που σαλεύανε μπροστά του και δεν τα ξανάνοιξε μέχρι που άρχισε να νιώθει έναν ελαφρό, μουντό, σχεδόν ανεπαίσθητο πόνο στα πλευρά του.

Αχ, Θεέ μου, σκέφτηκε, τι εξοντωτικό επάγγελμα είναι αυτό που διάλεξα! Μέρα μπαίνει, μέρα βγαίνει κι εγώ όλο στον δρόμο είμαι. Οι σκοτούρες αυτής της δουλειάς είναι πολύ περισσότερες απ’ ό,τι όταν δουλεύει κανείς κανονικά στο μαγαζί και επιπλέον έχω και τον άλλο τον βραχνά: τα ταξίδια, την αγωνία για τις ανταποκρίσεις των τρένων, τα ακανόνιστα γεύματα και το κακό φαγητά κι αυτό το συνεχές, απάνθρωπο πηγαινέλα των προσώπων, που δεν επιτρέπει καμιά ανθρώπινη ζεστασιά. Ε, δεν πάνε όλα στον διάολο! Αισθάνθηκε μια ελαφριά φαγούρα στην κοιλιά του. Με την πλάτη σύρθηκε αργά πιο ψηλά στο κρεβάτι, κοντά στο κεφαλάρι, για να μπορέσει να ανασηκώσει περισσότερο το κεφάλι του. Εντόπισε το σημείο που τον έτρωγε: ήταν γεμάτο με πολλά μικρά άσπρα στίγματα, που όμως δεν μπορούσε να καταλάβει τι ακριβώς ήταν. ‘Έκανε να τα ψηλαφήσει με το πόδι του, τραβήχτηκε όμως αμέσως γιατί το άγγιγμα του έφερε ρίγη.

Γλίστρησε ξανά στην αρχική του θέση. Αυτό το πρωινό ξύπνημα είναι ικανό να σε τρελάνει, σκέφτηκε. Ο άνθρωπος πρέπει να χορταίνει ύπνο. Άλλοι πλασιέ την περνάνε ζάχαρη. Την ώρα που εγώ γυρίζω στο ξενοδοχείο για να συμπληρώσω, ας πούμε, τα έντυπα για τις παραγγελίες που έχω ήδη κλείσει, οι άλλοι κύριοι έχουν μόλις κατεβεί στο εστιατόριο και παίρνουν το πρωινό τους. Ας δοκίμαζα όμως εγώ κάτι τέτοιο με το αφεντικό που έχω και θα βρισκόμουν στον δρόμο πριν καλά καλά το καταλάβω. Αλλά πάλι, ποιος ξέρει, μπορεί αυτό να ήταν και πολύ καλύτερο για μένα. Αν δεν ήταν το ζήτημα των γονιών μου στη μέση, θα είχα υποβάλει την παραίτησή μου από καιρό τώρα, θα είχα πάει στον διευθυντή και θα του τα ‘χα πει έξω από τα δόντια. Θα έπεφτε από το έδρανό του! Εδώ που τα λέμε, είναι περίεργο που κάθεται στο έδρανο και μιλάει στους υπαλλήλους του αφ’ υψηλού και, όπως είναι και βαρήκοος, αναγκάζει τον υπάλληλο να πλησιάσει πολύ κοντά. Τέλος πάντων, δεν έχει χαθεί κάθε ελπίδα· μόλις μαζέψω αρκετά χρήματα για να του ξεπληρώσω τα χρέη των γονιών μου -κι αυτό δε θα μου πάρει πάνω από πέντε έξι χρόνια ακόμα, θα το αποτολμήσω οπωσδήποτε. Και τότε θα γίνει το μεγάλο ξεκαθάρισμα. Για την ώρα όμως εγώ πρέπει να σηκωθώ αμέσως. Το τρένο μου φεύγει στις πέντε.

Έριξε μια ματιά στο ρολόι, που χτυπούσε τα δευτερόλεπτα πάνω στο μπαούλο. Θεέ και Κύριε! σκέφτηκε. Η ώρα ήταν έξι και μισή και οι δείχτες εξακολουθούσαν να προχωρούν ήρεμα, είχαν περάσει κιόλας τη μέση και κόντευε εφτά παρά τέταρτο. Μήπως δεν είχε χτυπήσει το ξυπνητήρι; Κι όμως, το είχε ρυθμίσει σωστά να χτυπήσει στις τέσσερις, το έβλεπε κι από το κρεβάτι του. Δεν μπορεί να μη χτύπησε. Εντάξει, αλλά είναι δυνατόν να μην τον ξύπνησε αυτό το κουδούνισμα που τραντάζει και τα έπιπλα ακόμα; Ήρεμα βέβαια δεν είχε κοιμηθεί, αλλά προφανώς γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο είχε κοιμηθεί πολύ βαθιά. Τι να κάνει τώρα; Το επόμενο τρένο έφευγε στις εφτά. Για να το προλάβει, θα έπρεπε να φύγει σαν τρελός και τα δείγματα ήταν ακόμα χύμα πάνω στο τραπέζι. Αλλά και ο ίδιος δεν αισθανόταν ιδιαίτερα φρέσκος και ευκίνητος. Ακόμα όμως και να προλάβαινε το τρένο, την κατσάδα από το αφεντικό δε θα τη γλίτωνε. Ο επιστάτης τον περίμενε με το τρένο των πέντε και σίγουρα θα έχει αναφέρει από ώρα την απουσία του. Αυτός ο επιστάτης ήταν ένα δημιούργημα του αφεντικού, χωρίς κότσια και χωρίς κατανόηση. Κι αν ειδοποιούσε ότι ήταν άρρωστος; Κάτι τέτοιο όμως και ύποπτο Θα φαινόταν και σε δύσκολη θέση θα τον έφερνε, αφού στα πέντε χρόνια της υπηρεσίας του ο Γκρέγκορ δεν είχε αρρωστήσει ούτε μία φορά. Χωρίς αμφιβολία το αφεντικό θα του έστελνε τον γιατρό του ασφαλιστικού ταμείου, θα κατηγορούσε τους γονείς του Γκρέγκορ για τον τεμπέλη γιο τους και δε θα δεχόταν ούτε κουβέντα, αφού, σύμφωνα με τον γιατρό του ταμείου, δύο μόνο κατηγορίες ανθρώπων υπάρχουν: οι απόλυτα υγιείς και οι φυγόπονοι. Και, εδώ που τα λέμε, στην προκειμένη περίπτωση δε θα είχε και τελείως άδικο. Αν εξαιρέσει κανείς μια υπνηλία, κάπως υπερβολικά έντονη ύστερα από τόσον ύπνο, ο Γκρέγκορ αισθανόταν πραγματικά μια χαρά και μάλιστα πεινούσε σαν λύκος.

Από το μυαλό τον περνούσαν με τρομερή ταχύτητα όλες αυτές οι σκέψεις, χωρίς όμως να μπορεί να το πάρει απόφαση να σηκωθεί από το κρεβάτι, και, τη στιγμή ακριβώς που το ρολόι έδειξε εφτά παρά τέταρτο, κάποιος χτύπησε δειλά την πόρτα που βρισκόταν ακριβώς πίσω από το προσκέφαλό του.

«Γκρέγκορ» φώναξε κάποιος (ήταν η απαλή φωνή της μητέρας του) «η ώρα είναι εφτά παρά τέταρτο. Δε θα φύγεις;»

Ο Γκρέγκορ όμως τρόμαξε ακούγοντας τη δική του φωνή -ήταν σίγουρα η δική του φωνή- όταν απάντησε· ήταν εντελώς αγνώριστη, δεν είχε καμία σχέση με την παλιά του. Λες και από το βάθος ανάβλυζε μαζί με τη φωνή κι ένα κακόηχο τσίριγμα, που δεν μπορούσε να ελέγξει, και τα λόγια ακούγονταν για μια στιγμή μόνο καθαρά και έπειτα ο απόηχός τους παραμορφωνόταν σε τέτοιο βαθμό, που στο τέλος δεν ήξερε κανείς αν είχε ακούσει σωστά ή όχι. Ο Γκρέγκορ ήθελε να απαντήσει και να εξηγήσει τα πάντα λεπτομερώς, λόγω της κατάστασης όμως αρκέστηκε να πει: «Ναι, ναι, μητέρα, ευχαριστώ, τώρα, σηκώνομαι».

Καθώς μεσολαβούσε η ξύλινη πόρτα, η αλλαγή στη φωνή του Γκρέγκορ προφανώς δεν έγινε αντιληπτή, γιατί η μητέρα του, καθησυχασμένη με την απάντηση που πήρε, ακούστηκε ν’ απομακρύνεται σέρνοντας τις παντόφλες της. Η σύντομη συζήτηση όμως μάλλον κίνησε την περιέργεια των άλλων μελών της οικογένειας, τα οποία παραξενεύτηκαν που ο Γκρέγκορ ήταν ακόμα σπίτι, και σε λίγο άρχισε ο πατέρας να χτυπά ελαφρά με τη γροθιά του την πλαϊνή πόρτα.

«Γκρέγκορ, Γκρέγκορ» φώναξε «τι τρέχει;» Και ύστερα από λίγο του ξαναφώναξε με πιο βαθιά και αυστηρή φωνή: «Γκρέγκορ, Γκρέγκορ». Από την άλλη πόρτα όμως ακούστηκε σιγά η θλιμμένη φωνή της αδερφής του: «Γκρέγκορ; Μήπως δεν είσαι καλά; Χρειάζεσαι τίποτα;».

Τότε ο Γκρέγκορ, απευθυνόμενος και στις δύο πλευρές, απάντησε «Έτοιμος είμαι» και προσπάθησε, προσέχοντας όσο ήταν δυνατόν την προφορά του και κάνοντας μεγάλες παύσεις ανάμεσα στις λέξεις, να απαλλάξει τη φωνή του από καθετί το ασυνήθιστο. Ο πατέρας επέστρεψε στο πρωινό του, η αδερφή του όμως ψιθύρισε:

«Γκρέγκορ, σε εκλιπαρώ, άνοιξε!».

Ο Γκρέγκορ όμως δεν είχε την παραμικρή πρόθεση να ανοίξει, ενώ από μέσα του μακάριζε την προνοητικότητα που είχε αποχτήσει από τα ταξίδια να κλειδώνει όλες τις πόρτες του τα βράδια, ακόμη και στο σπίτι του.

ΦΡΑΝΤΣ ΚΑΦΚΑ, Η ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ

Πειραματικό αεροπλάνο που τροφοδοτείται από ηλεκτροκινητήρες και μπαταρίες

Τα αεροπορικά ταξίδια ίσως να μην είναι έντονα στη λίστα με όσα έχουν αρνητικό αντίκτυπό στο περιβάλλον.

Αυτό θέλησε να αλλάξει η JDXP δημιουργώντας ένα concept που βασίζεται στην ηλεκτροκίνηση της αυτοκινητοβιομηχανίας. Με διαφορετικό σχεδιασμό και υλικά κατασκευής ταυτοχρόνως, που ρίχνουν το βάρος και βελτιώνουν την αεροδυναμική.

Επιβατικό αεροσκάφος είναι το πρωτότυπο που τροφοδοτείται από ηλεκτροκινητήρες και μπαταρίες. Ακόμα και ηλεκτρική γεννήτρια μπορεί να έχει στην άτρακτό του.

Ο δραστικά διαφορετικός σχεδιασμός του βελτιώνει την κατανομή του βάρους και την πτητική ικανότητα του σκάφους, λειτουργώντας με πρωτόγνωρη αποδοτικότητα.

Και καθώς κινείται με τη βοήθεια ηλεκτροκινητήρων, έχει μηδενικό αποτύπωμα άνθρακα στο περιβάλλον, βάζοντας τη βιώσιμη ανάπτυξη μπροστά από την ταχύτητα.

Το concept είναι μια σύλληψη του νεοϋορκέζικου σχεδιαστικού γραφείου JDXP, έχοντας αντικαταστήσει την αεριωθούμενη τεχνολογία ώστε να έχει «τη βιωσιμότητα στον πυρήνα του».

Ο σχεδιασμός προσθέτει βέβαια 25 λεπτά ανά δίωρο πτήσης, καθώς η ταχύτητα δεν είναι το φόρτε του. «Zero» το λένε γιατί απελευθερώνει ακριβώς «μηδέν» ρύπους στην ατμόσφαιρα. Ακόμα και την ηλιακή ενέργεια απορροφά, με τη βοήθεια φωτοβολταϊκών.

«Δεν πήγαμε να σπάσουμε το φράγμα του ήχου, καθώς δικό μας κλειδί ήταν η αποδοτικότητα», λέει χαρακτηριστικά ο επικεφαλής της φίρμας, Joe Doucet.

Τα φτερά του Zero είναι μεγαλύτερα από αυτά των σημερινών επιβατικών αεροπλάνων, την ίδια ώρα που η θέση τους στο πίσω μέρος της ατράκτου διευκολύνουν σημαντικά την απογείωσή του. Ο Doucet λέει μάλιστα πως το αεροσκάφος του προσγειώνεται ακόμα και αν μείνει από ενέργεια ή παρουσιάσει δυσλειτουργία.

Η JDXP δεν είναι η μόνη που οραματίζεται ένα οικολογικότερο μέλλον για τις αεροπορικές πτήσεις, καθώς το ίδιο κάνει και η Rolls Royce, παρουσιάζοντας το δικό της πλήρως ηλεκτρικό αεροπλάνο, που πιάνει ταχύτητες 480 χλμ/ώρα και έχει αυτονομία 320 χιλιομέτρων.

Μια νέα στρατηγική για την άμεση ανίχνευση ελαφρού σωμάτιου σκοτεινής ύλης

Για σχεδόν ένα αιώνα, οι αστρονόμοι υπέθεταν ότι το σύμπαν περιέχει περισσότερη ύλη από ότι μπορεί να παρατηρηθεί από το ανθρώπινο μάτι. Τώρα θεωρείται ότι κατά προσέγγιση το 80% της μάζας του σύμπαντος αποτελείται από έναν τύπο ύλης, ο οποίος δεν εκπέμπει φως ή ενέργεια και δεν μπορεί ακόμη να παρατηρηθεί άμεσα από τους επιστήμονες, που αναφέρεται ως σκοτεινή ύλη. Ενώ υπάρχουν αμέτρητες πλέον μελέτες και θεωρίες σχετικά με τη σκοτεινή ύλη, δεν υπάρχει ακόμη πειραματική απόδειξη που να στηρίζει την ύπαρξή της. Πολλοί φυσικοί έχουν προσπαθήσει να επινοήσουν μεθόδους για να ανιχνεύσουν τη σκοτεινή ύλη στο σύμπαν, ωστόσο όλες μέχρι τώρα έχουν αποτύχει.

Κατά τη διάρκεια των λίγων προηγούμενων δεκαετιών, οι ερευνητές άρχισαν να αναζητούν με ποιο τρόπο θα μπορούσε πιθανά να ανιχνευθεί η σκοτεινή ύλη, ιδιαίτερα θεωρώντας ότι συνίσταται από σωμάτια που είναι πολύ ελαφρύτερα από ότι τα πρωτόνια. Ένα μοντέλο που έχει κερδίσει σημαντική προσοχή είναι αυτό που θεωρεί τη σκοτεινή ύλη ως ένα σωμάτιο το οποίο έχει πολύ μικρό φορτίο στο πλαίσιο του κανονικού ηλεκτρομαγνητισμού. Εμπνεόμενοι από αυτό το μοντέλο, ερευνητές στο Εθνικό Εργαστήριο Επιταχυντή SLAC στην Καλιφόρνια έχουν πρόσφατα σχεδιάσει μια νέα στρατηγική με την οποία θα μπορούσε να ανιχνευθεί άμεσα ένα ελαφρύ σωμάτιο της σκοτεινής ύλης που έχει ευρέος φάσματος αλληλεπιδράσεις με την συνηθισμένη ύλη.

Η προτεινόμενη στρατηγική, η οποία παρουσιάστηκε σε μελέτη που δημοσιεύθηκε στο Physical Review Letters, απαιτεί παραμορφώσεις της τοπικής ροής της σκοτεινής ύλης με χρονικά μεταβαλλόμενα πεδία και τη μέτρηση αυτών των στρεβλώσεων με χρήση θωρακισμένων ανιχνευτών συντονισμού.

«Μέχρι τώρα, οι περισσότερες ιδέες για το πώς να ανιχνευθούν σωμάτια σκοτεινής ύλης έχουν στηριχθεί στην προσπάθεια να ανιχνευθούν μικρές αποθέσεις ενέργειας από σκοτεινή ύλη που σκεδάζεται σε έναν πολύ ευαίσθητο ανιχνευτή», αναφέρθηκε από τον Asher Berlin, έναν από τους ερευνητές που συμμετείχαν στη μελέτη. «Οι συνεργάτες μου και εγώ συνειδητοποιήσαμε πρόσφατα ότι υπάρχει ένας εναλλακτικός μηχανισμός ανίχνευσης: Αντί να περιμένεις για τη σκοτεινή ύλη να αποθέτει κάποιο μικρό ποσό ενέργειας σε έναν ανιχνευτή μέσω σκεδασμού, είναι δυνατό να διαχειριστείς άμεσα τις τροχιές των ξεχωριστών σωματίων σκοτεινής ύλης, δημιουργώντας διαταραχές που μπορούν στη συνέχεια να μετρηθούν με πολύ ευαίσθητους ανιχνευτές συντονισμού, παρόμοιους με τα καθημερινά ραδιόφωνα».

Σε αντίθεση με τις περισσότερες στρατηγικές ανίχνευσης της σκοτεινής ύλης που εισήχθησαν σε προηγούμενες μελέτες, η νέα στρατηγική που προτάθηκε από τον Berlin και τους συναδέλφους του έχει το πλεονέκτημα του «συλλογικού» αποτελέσματος που πολλά μεμονωμένα σωμάτια σκοτεινής ύλης θα μπορούσαν να παραγάγουν, μάλλον, παρά στο αποτέλεσμα που μπορεί να παράγεται από ένα απλό σωμάτιο σκοτεινής ύλης. Ως προς το αποτέλεσμα, η προτεινόμενη μέθοδος ανίχνευσής πλεονεκτεί από τη μικρή μάζα/ορμή της ελαφριάς σκοτεινής ύλης, ιδιαίτερα αν συγκριθεί με τεχνικές που προσπαθούν να μετρήσουν τη σκοτεινή ύλη που σκεδάζεται σε έναν ανιχνευτή, που τυπικά είναι μακράν περισσότερο δύσκολες αν τα σωμάτια της σκοτεινής ύλης είναι πολύ ελαφρά.

Στη μελέτη τους ο Berlin και οι συνεργάτες του, θεωρητικά, εφάρμοσαν το νέο τους σχήμα ανίχνευσης που σχεδίασαν, για υπο-MeV σωμάτια σκοτεινής ύλης με πολύ μικρά ηλεκτρικά φορτία ή σωμάτια που είναι συζευγμένα με έναν ελαφρύ ενδιάμεσο φορέα. Η ανάλυσή τους υποστηρίζει ότι η προσέγγισή τους μπορεί να ανιχνεύσει μάζες σκοτεινής ύλης στην περιοχή μεταξύ 10 MeV και κάτω ενός meV, δυνητικά φθάνοντας έτσι πέρα από αυτό που οι προηγούμενες θεωρίες και οι προσπάθειες έχουν καταφέρει.

Αν και η στρατηγική που επινοήθηκε από τους ερευνητές μοιάζει να υπόσχεται κάτι, είναι ακόμη μόνο θεωρητική. Στα προσεχή χρόνια, ωστόσο, η εργασία τους θα μπορούσε να συμβάλει στην ανάπτυξη νέων εργαλείων για την ανίχνευση σωματίων σκοτεινής ύλης, τα οποία τελικά θα βοηθήσουν να προσδιοριστεί η εγκυρότητα και οι πιθανοί περιορισμοί της προσέγγισής τους.

Τι είναι η Βυζαντινή Φιλοσοφία;

Η κινηματική Φύση της Βυζαντινής Σκέψης

§1

Υπό τον όρο Βυζαντινή Φιλοσοφία συνήθως καταλαβαίνει κανείς εκείνον τον φιλοσοφικής υφής στοχασμό που αναπτύχθηκε στο Βυζάντιο ως θεραπαινίδα της θεολογίας. Και τούτο μέσα σε ένα γενικότερο πνεύμα που θεωρεί τη μεσαιωνική σκέψη της Δύσης ως μια τέτοια θεραπαινίδα της θεολογίας. Είναι αλήθεια πως η εν λόγω φιλοσοφία, όπως και η συνολική μεσαιωνική φιλοσοφία, δεν στάθηκε στο ιστορικό προσκήνιο ερήμην της θεολογικής σκέψης, που αυτούς τους χρόνους έπαιζε έναν κυρίαρχο ρόλο: απηχούσε το πνεύμα της εποχής. Ωστόσο, ο όρος Βυζαντινή Φιλοσοφία παραπέμπει σε κάτι πιο φιλοσοφικό, με σχετική αυτονομία από τη θεολογία, και θεμελιωδώς σημαντικό ή αναγκαίο για την περαιτέρω ιστορική ανάπτυξη του φιλοσοφικού στοχασμού. Κατ’ αρχήν, ιστορικά ιδωμένη, η θεωρητική φιλοσοφική δημιουργία στο Βυζάντιο μπορεί να χαρακτηριστεί ως η μεσαιωνική περίοδος της Αρχαίας Ελληνικής Φιλοσοφίας. Πρόκειται, στ’ αλήθεια, για εκείνη την περίοδο, όπου βρίσκονται σε παράλληλη ή και ορισμένως σε αλληλονοηματοδοτούμενη ανάπτυξη η ύστατη φάση της Αρχαίας φιλοσοφίας και η Πατερική θεολογία. 

§2

Όπως κι αν έχει το πράγμα, η Βυζαντινή φιλοσοφία καλλιεργεί έναν στοχασμό κριτικής-Λογικής αυτοσυνείδησης σε σχέση πάντοτε με την ιστορικά-Λογικά πραγματωμένη ως τότε αρχαία φιλοσοφική σκέψη. Βέβαια, η θεματική αυτού του στοχασμού κινείται σε μια περιοχή, σχετιζόμενη με τη Θεολογία: θέματα, ας πούμε, είναι ο θεός στις πολλαπλές του ερωτηματικές-σημασιακές σχέσεις, όπως το ερώτημα για την προσωπική του ύπαρξη, για το κατά πόσο είναι η ύψιστη αρχή της ύπαρξης και της ουσίας, για την περατότητα και την απειρότητα κ.α. Η αυθεντικότητα όμως και η πρωτοτυπία του εν λόγω φιλοσοφικού στοχασμού έναντι της Θεολογίας έγκειται κυρίως στην επιστημονική του εκδίπλωση: ακολούθησε τη δική του Λογική, γνωσιοθεωρητική μέθοδο ή μεθόδευση (Verfahren), την οποία η Θεολογία δεν διέθετε με κανένα τρόπο και σε κανένα σημείο. Μέσα από μια τέτοια μεθοδολογική πορεία αναδύθηκαν θεμελιώδη πνευματικά στοιχεία ή φαινόμενα της οντο-λογικής αγωνίας του ανθρώπου, όπως ο ανθρωπισμός, ο δια-φωτισμός κ.λπ., τα οποία συνιστούσαν σπέρματα ή στοιχειακές ενοράσεις για ό,τι έμελλε να μας προσφέρει το μετέπειτα συμπαντικό πνευματικό κίνημα της Δύσης.

§3

Οι διάφοροι Λόγιοι, που εντάσσονται στη χορεία των Βυζαντινών φιλοσόφων, πέραν των φιλοσοφικών εγχειριδίων, έχουν αφήσει σημαντικό ερμηνευτικό, σχολιαστικό έργο επί κειμένων της κλασσικής φιλοσοφίας των Ελλήνων, όπως του Πλάτωνα ή του Αριστοτέλη. Αυτή η συμβολή είναι μοναδική στο είδος της –και τότε αλλά και διαχρονικά– γιατί η αληθινή φιλοσοφία διέρχεται πρωτίστως μέσα από τη βαθιά και συγκεκριμένη κατανόηση των φιλοσοφικών πηγών της ανθρώπινης σκέψης και όχι από ένα παραφραστικό πλησίασμά τους. Το τελευταίο συμβαίνει, σχεδόν κατά κόρον, στη σημερινή νεοελληνική πραγματικότητα: εντός κυρίως των «μορφωτικών» μας ιδρυμάτων, αλλά και ορισμένως εκτός, συμβαίνει ο καθηγητεύων να μην γνωρίζει ούτε τι χρώμα έχει το εξώφυλλο από το ένα ή το άλλο έργο ενός αρχαίου φιλοσόφου ή ενός Χέγκελ, Νίτσε, Χάιντεγκερ, Μαρξ κ.λπ. και όμως να αποφαίνεται με «μεγάλη κατάνυξη» για την πεμπτουσία της σκέψης τους. Να γιατί η πιο πάνω συμβολή των φιλοσόφων–στοχαστών του Βυζαντίου αποτέλεσε μια σαφώς οριοθετημένη περιοχή, μια εύκρατη ζώνη, εντός της οποίας κατόρθωσε να αναπτυχθεί η μεσαιωνική φάση της δυτικής σκέψης.

§4

 Χωρίς τον πολυσχιδή φιλοσοφικό μόχθο του Βυζαντίου δεν θα γινόταν δεόντως αισθητός σήμερα ο ζωτικός πλούτος των φιλοσοφικών κειμένων της αρχαίας φιλοσοφίας. Η φυσική συνέχεια του αρχαίου Ελληνικού στοχασμού –συμπεριλαμβανομένης και της ελληνικής γλώσσας ως έκφρασης και σκέψης– συνέβη στο Βυζάντιο και όχι στη Λατινική Δύση. Ακόμη και το κλείσιμο της Πλατωνικής Ακαδημίας στην Αθήνα το 529 από τον Ιουστινιανό δεν μπόρεσε να ανακόψει την κινηματική πορεία της ελληνικής σκέψης και ενός αντίστοιχου Λόγου. Αυτός ακριβώς ο κινηματικός χαρακτήρας του Λόγου επέτρεψε στον Χριστιανισμό να αναζητήσει μέσα στον συγκεκριμένο Λόγο και δι’ αυτού τη δική του αυτογνωσία και αυτοσυνειδησία. Αυτός ο βυζαντινός Χριστιανισμός αποτέλεσε την αφετηρία, κυριολεκτικά το γλυκοχάραμα, για τον δυτικό Χριστιανισμό και τις περαιτέρω μετεξελίξεις του. Το εννοιολογικό οπλοστάσιο του Χριστιανισμού, όπως π.χ. άγιο Πνεύμα, θεία ουσία ή υπόσταση κ.λπ., ανάγει τις ρίζες του ή τις θεωρητικές του επανερμηνείες, σε γενικές γραμμές, στον παραπάνω φιλοσοφικό στοχασμό ή μέσω αυτού του Βυζαντινού στοχασμού στον αρχαίο ελληνικό στοχασμό. Θα μπορούσε λοιπόν κανείς να συνοψίσει πως η Βυζαντινή Φιλοσοφία νομιμοποιεί την παρουσία της μέσα στην Ιστορία της Φιλοσοφίας ως εκείνη τη μορφή της Αρχαίας Ελληνικής Φιλοσοφίας, που ανταποκρινόταν στο πνεύμα της εποχής, όπως ετούτη η εποχή εκφράστηκε πολιτικά–κρατικά με το μόρφωμα της Ανατολικής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.

ΔΕΣ:

Ορθοδοξία και η άλλη άποψη έως την Άλωση - Ποια είναι ιστορικά η σχέση της Ανατολικής Εκκλησίας με την άλλη άποψη, ιδιαίτερα την φιλοσοφική, θεολογική και επιστημονική μέχρι το 1453

Οι τρεις ανθέλληνες Ιεράρχες - Μια «γιορτή» όνειδος για την Ελληνική Παιδεία

Οι τρεις ανθέλληνες Ιεράρχες - Μια «γιορτή» όνειδος για την Ελληνική Παιδεία

Οι τρεις Ιεράρχες (Μέγας Βασίλειος, Ιωάννης Χρυσόστομος και Γρηγόριος Ναζιανζηνός), ελάχιστοι γνωρίζουν, ότι δεν είχαν και τις καλύτερες σχέσεις μεταξύ τους. Σύμφωνα και με την επίσημη ιστοσελίδα της Εκκλησίας, υπήρχε μια έριδα ανάμεσά τους, σε σχέση με το ποιος την...έχει πιο μεγάλη...(την πνευματικότητα). Αιώνες αργότερα*, οι «ιερές» αυτές κοκορομαχίες είχαν οδηγήσει σταδιακά μάλιστα και στην δημιουργία ομάδων από φανατικούς οπαδούς του κάθε «πατέρα»: Τους Βασιλείτες, τους Γρηγορίτες και τους Ιωαννίτες.

Ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου, Αλέξιος Α' Κομνηνός, βλέποντας ότι η διαμάχη αυτή, ανάμεσα στις παρατάξεις των φανατικών οπαδών των τριών Ιεραρχών, είχε πάρει επικίνδυνες διαστάσεις (οι διάφοροι θρησκόληπτοι οπαδοί έκαναν πράξη τη ρήση «όπου δεν πίπτει λόγος, πίπτει ράβδος») κι απειλούσε ακόμη και την ενότητα της αυτοκρατορίας, ανέθεσε στον Βυζαντινό συγγραφέα και επίσκοπο Ευχαϊτών, Ιωάννη Μαυρόπου (Μαυρόποδας), να βάλει τέλος σ' αυτήν την διένεξη. Ο Ιωάννης Μαυρόπους, με μια απλή και «μπακαλίστικη» λογική, τους έκανε «3 σε 1». Δηλαδή δημιούργησε μια κοινή γιορτή και για τους τρεις («Γιορτή των γραμμάτων της ελληνοχριστιανικής παιδείας»), έγραψε και μια κοινή ακολουθία η οποία θα ψάλλονταν και για τους τρεις κι έτσι κατάφερε να ηρεμήσει κάπως τα πνεύματα και τα...αίματα των φανατικών οπαδών. Ο Μαυρόπους μάλιστα, τόνιζε ότι οι τρεις Ιεράρχες «Ψευδείς μεν εξέκλιναν Ελλήνων ύθλους, πειθώ δε την τύραννον, ανθρώποις μόνην είλκοντο υφ’ ης την αλήθειαν, οι τρεις τονώσαντες, ούτως άπαν σύστημα πιστών, χειρούνται λόγοις και καταπείθουσι».

Αυτά τα ολίγα για το τότε. Ερχόμενοι στην σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα, ερχόμαστε αντιμέτωποι με την ελληνοχριστιανική προπαγάνδα, η οποία εμφανίζει ούτε λίγο, ούτε πολύ, τους τρεις Ιεράρχες ως Έλληνες και προστάτες των ελληνικών γραμμάτων. Καθιερώθηκαν δε, ως τέτοιοι, μετά την Απελευθέρωση και μάλιστα με την σφραγίδα του νεοσύστατου επίσημου ελληνικού κράτους και της Συγκλήτου του Πανεπιστημίου Αθηνών, το 1842. Βρισκόμαστε ήδη στα πρώτα στάδια της δημιουργίας της ιδέας του ανύπαρκτου «Ελληνοχριστιανικού Πολιτισμού», με τον οποία η Εκκλησία, προσπαθεί να διαγράψει μονοκονδυλιά το ένοχο παρελθόν της (διωγμοί, σφαγές, αφορισμοί, προδοσίες, καταπίεση, οικονομική αφαίμαξη των πιστών κ.ά.). Και δεν περιορίζεται μόνο εκεί, αλλά κάνοντας το άσπρο μαύρο, προσπαθεί να παρουσιάσει εαυτόν ως θεματοφύλακα του ελληνικού γένους (οϊμέ...).

Οι τρεις Ιεράρχες, τιμώνται από την ελληνική Εκκλησία διότι, λέει, «διέσωσαν» τα ελληνικά γράμματα. Το ερώτημα βέβαια που προκύπτει, είναι, από ποιους τα διέσωσαν και πώς; Αφού η ελληνική γλώσσα ήταν, τότε, η επίσημη γλώσσα του γνωστού κόσμου! Επιπλέον, για τί είδους «γράμματα μιλάμε», απ' τη στιγμή που ως γνωστόν οι επιστήμες στο θεοκρατικό Βυζάντιο ήταν υπό διωγμόν, ενώ τα αρχαία ελληνικά συγγράμματα καίγονταν σωρηδόν και δημοσίως; Ο συγγραφέας Τζόζεφ Μακ Κέιμπ μάλιστα έχει κάνει και την εξής θλιβερή διαπίστωση: «Το Βυζάντιο επί δέκα ολόκληρους αιώνες δεν κατόρθωσε να παράγει ούτε ένα βιβλίο που να διαβάζεται σήμερα από έναν καλλιεργημένο άνθρωπο». Και πως να παράγει, αφού ως «γράμματα» τότε θεωρούνταν τα θρησκευτικά συγγράμματα των «πατέρων» της Εκκλησίας και τα λοιπά σκοταδιστικά θρησκευτικά κείμενα;

Ας δούμε όμως πως «υπερασπίστηκαν» τον Ελληνισμό και το Ελληνικό Πνεύμα οι τρεις Ιεράρχες, μέσα απ' τα κείμενά τους (τα πρωτότυπα κείμενα των παραπομπών, για τον όποιο ενδιαφερόμενο, υπάρχουν στην «Ελληνική Πατρολογία»)...

Μέγας Βασίλειος:
«Προσταγή! Μη δειλιάζετε από των ελληνικών πιθανολογημάτων…τα οποία είναι σκέτα ξύλα, μάλλον δε δάδες που απώλεσαν και του δαυλού την ζωντάνια και του ξύλου την ισχύ, μη έχοντας δε ούτε και του πυρός την φωτεινότητα, αλλά σαν δάδες καπνίζουσες καταμελανώνουν και σπιλώνουν όσους τα πιάνουν και φέρνουν δάκρυα στα μάτια όσων τα πλησιάζουν. Έτσι και (των Ελλήνων) η ψευδώνυμος γνώση σε όσους την χρησιμοποιούν».

(«Εις τον προφήτην Ησαΐαν Προοίμιον», 7.196.3)
«Είναι εχθροί οι Έλληνες...διότι διασκεδάζουν καταβροχθίζoντας με ορθάνοιχτο στόμα τον “Ισραήλ”. Στόμα δε, λέγει εδώ ο προφήτης (βλ. Ησαΐας Θ΄: 11) την σοφιστική του λόγου δύναμη, η οποία τα πάντα χρησιμοποίησε για να παραπλανήσει αυτούς που πιστεύουν με απλότητα στον Θεό».
(«Εις τον προφήτην Ησαΐαν Προοίμιον», 9.230.8)

«Δεν πρέπει να παραδώσετε στους αρχαίους (Έλληνες) συγγραφείς το τιμόνι του νου σας, για να σας πάνε όπου αυτοί θέλουν... Οδηγός μας στην εδώ κάτω ζωὴ είναι η Αγία Γραφή, που η γλώσσα της έχει πολύ μυστήριο... Αν οι δυο διδασκαλίες έχουν κάποια συγγένεια, θα ήταν ωφέλιμη η γνώση και των δυο. Αλλά έχουν και μεγάλη διαφορά. Γι᾿ αυτό, αν τις βάλουμε τη μια πλάι στην άλλη και τις συγκρίνουμε, θα δούμε καθαρά ότι η μια υπερέχει της άλλης (εννοεί ότι υπερέχει η εβραϊκή έναντι της ελληνικής)... Όσοι στα συγγράμματα των αρχαίων Ελλήνων δεν αναζητούν μονάχα τη γλύκα και τη χάρη του λόγου, μπορούν ν᾿ αποκομίσουν και κάποια ωφέλεια για την ψυχή. Πρέπει, λοιπόν, αυτά τα συγγράμματα να τα σπουδάζουμε ακολουθώντας το παράδειγμα των μελισσών. Οι μέλισσες δεν πετάνε σε όλα τα λουλούδια με τον ίδιο τρόπο. Κι όπου καθίσουν, δεν κοιτάνε να τα πάρουν όλα. Παίρνουν μονάχα όσο χρειάζεται στη δουλειά τους και το υπόλοιπο το παρατούν και φεύγουν».
(«Παραινέσεις προς τους νέους όπως αν εξ ελληνικών ωφελοίντο λόγων», παρ. 1-4)
[σ.σ.: Ο τίτλος του λόγου, είναι τουλάχιστον παραπλανητικός. Ο Βασίλειος, δεν προτρέπει, αλλά ουσιαστικά αποτρέπει. Αποτρέπει την διάβαση των «επικίνδυνων» -για την ιουδαιοχριστιανική θρησκεία- μονοπατιών της Ελληνικής Παιδείας. Προτρέπει, κατ' ουσίαν, στην «ξερή» και υπό όρους χρήση των ελληνικών γραμμάτων, χρησιμοποιώντας την ελληνική γλώσσα, απλά σαν ένα εργαλείο κατανόησης των θρησκευτικών κειμένων.]

Ιωάννης ο Χρυσόστομος:
«Αν κοιτάξεις στα ενδότερα (των ελληνικών σκέψεων) θα δεις, τέφρα και σκόνη και τίποτε υγιές, αλλά τάφος ανοιγμένος είναι ο λάρυγγας (των Ελλήνων φιλοσόφων), όλα δε είναι γεμάτα ακαθαρσίες και πύον, και πάντα τα δόγματα τους βρίθουν από σκουλήκια… Αυτά γέννησαν και αύξησαν οι Έλληνες, παίρνοντας από τους φιλοσόφους τους… Εμείς όμως, δεν παραιτούμαστε από την μάχη εναντίον τους».
(«Υπόμνημα εις τον άγιον Ιωάννην τον Απόστολον και Ευαγγελιστήν», Ομιλία Ξ', 59.369-370)

«Πού είναι τώρα οι σοφοί των Ελλήνων με τα πυκνά τους γένια, με τους έξωμους χιτώνες τους και με τα παραφουσκωμένα λόγια; Όλη την βάρβαρη Ελλάδα ο σκηνοποιός (ο Παύλος) επέστρεψε (εκχριστιάνισε). Ας είναι ανάμεσά τους κι αυτός ο περιβόητος Πλάτων, που τρεις φορές πήγε στη Σικελία, γεμάτος επίδειξη και κομπορρημοσύνη, μα κανείς δεν του έδωσε προσοχή. Όμως εκείνος ο σκηνοποιός όχι μόνο στη Σικελία, όχι μόνο στην Ιταλία αλλά και σ’ όλη την οικουμένη πέταξε και δεν σκανδάλισε, και είναι φυσικό, γιατί οι διδάσκαλοι δεν καταφρονούνται από την εργασία τους αλλά από τα ψέμματά τους».
(«Ερμηνεία εις την “Προς Ρωμαίους επιστολήν”», 60.407)

«Πόσο κόπιασε ο Πλάτων με τους μαθητές του με το να μας συζητεί περί γραμμής και γωνίας και σημείου και περί αριθμών αρτίων και περιττών και ίσων μεταξύ τους και ανίσων και για τέτοια θέματα λεπτεπίλεπτα ως ο ιστός της αράχνης -διότι αυτά στη ζωή είναι περισσότερο άχρηστα από εκείνα τα υφάσματα- και χωρίς να ωφελήσει πολύ ή λίγο με τις συζητήσεις αυτές εγκατέλειψε έτσι τη ζωή;».
(«Ερμηνεία εις την “Α΄ Κορινθίους επιστολήν”», Ομιλία Δ', 61.34)

«Οι Έλληνες φιλόσοφοι και ρήτορες, είναι καταγέλαστοι και δεν διαφέρουν από τα παιδιά που λένε ανοησίες. Γιατί δεν μπόρεσαν να πάρουν με το μέρος τους ούτε έναν σοφό η άσοφο, ούτε άνδρα ή γυναίκα, ούτε ένα μικρό παιδί από τόσα έθνη κι από τόσους λαούς, αλλά προκαλούσαν τόσα γέλια τα βιβλία που είχαν γράψει, ώστε, μόλις τα παρουσίαζαν, να εξαφανίζονται, γι' αυτό και χάθηκαν τα περισσότερα... Ποτέ δεν έκαμαν το σωστό, αλλά ήσαν δειλοί, φιλόδοξοι, αλαζόνες και είχαν ασυλλόγιστα πάθη... Ο Ελληνισμός μπορεί ν' απλώθηκε σ' όλη τη γη και να κατέκτησε τις καρδιές των ανθρώπων, καταλύθηκε όμως με την δύναμη του Χριστού και το κήρυγμά μας φυτεύτηκε στις ψυχές των ανθρώπων... Και όσοι ήταν άπιστοι εντυπωσιάστηκαν από την διδασκαλία του Ιησού και περιφρόνησαν την δουλοπρέπεια, την ανελευθερία και την ποταπότητα των Ελλήνων. Όλοι διέκριναν την ευγένεια των μέσων που χρησιμοποιούν οι χριστιανοί, σε αντίθεση με την αισχρότητα των Ελλήνων».
(«Εις τον μακάριον Βαβύλαν και κατά Ελλήνων», παρ. 11-12, 15, 40)
[σ.σ.: Ολόκληρο αυτό κείμενο, είναι ένας λίβελλος εναντίον των Ελλήνων και του Ελληνισμού.]

«Όλα αυτά τα λόγια της ελληνικής μωρίας, είναι παραληρήματα που προκαλούν το γέλιο. Διότι όπως ακριβώς εάν κάποιος αποτολμά να σημαδεύει τον ουρανό με το τόξο του προσπαθώντας να τον κάνει κομμάτια με τα βέλη του ή να αποστερέψει τον ωκεανό με το να τον αδειάζει με τα χέρια του, δεν θα υπάρχει κανένας εύθυμος που δεν θα γελάσει μαζί του, αλλά οι σοβαρότεροι θα χύσουν πολλά δάκρυα (για τα χάλια του). Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, όταν οι Έλληνες μας αντιμιλούν, είναι καλό να γελάς εις βάρος τους και να κλαις για λογαριασμό τους. Διότι αυτοί επιχειρούν πολύ πιο κενόδοξα πράγματα απ’ αυτόν που ελπίζει ότι μπορεί να τραυματίσει τον ουρανό ή να αδειάσει τη θάλασσα».
(«Εις τον μακάριον Βαβύλαν και κατά Ελλήνων», παρ. 21)

«Όπου η μνήμη των μαρτύρων, εκεί και η ντροπή των Ελλήνων».
(«Εις τον άγιον ιερομάρτυραν Βαβύλαν», παρ. β')

«Όσο πιο βάρβαρο ένα έθνος φαίνεται και της ελληνικής απέχει παιδείας, τόσο λαμπρότερα φαίνονται τα ημέτερα…».
(«Υπόμνημα εις τον άγιον Ιωάννην τον Απόστολον και Ευαγγελιστήν», Ομιλία Α', 59.31)

«Tα παιδιά να υπακούτε στους γονείς σας σύμφωνα με το θέλημα του Kυρίου… Εκτός κι αν ο γονέας είναι Έλληνας...».
(«Προς Eφεσίους επιστολήν», Oμιλία KA', παρ. α')

«Τι όμως, άγιος είναι ο ναός του Σεράπιδος διά τα βιβλία; (αναφέρεται στα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης που υπήρχαν στην Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας) Μη γένοιτο! Αλλ’ εκείνα μεν (τα ιουδαϊκά αυτά βιβλία) έχουν την δική τους αγιότητα, στον τόπο όμως (στο Σεράπειο δηλαδή) δεν την μεταδίδουν...αλλά δαίμονες οικούσι τον τόπον...μάλλον δε και αυτών (των Ελλήνων) όντων δαιμόνων...και παρ’ αυτών (των Ελλήνων) στέκει εκεί βωμός απάτης αόρατος, εις τον οποίον ψυχάς ανθρώπων θυσιάζουσι... Κατάλαβε λοιπόν και φανέρωσε (διέδωσε) ότι δαίμονες κατοικούν εκεί».
(«Λόγοι κατά Ιουδαίων», Λόγος Α', παρ. στ')

«Κανένας δεν πρέπει να δίνει στα παιδιά του ονόματα των (Ελλήνων) προγόνων του, του πατέρα, της μητέρας, του παππού και του προπάππου, αλλά να δίνει τα ονόματα των δικαίων (δηλ. εβραϊκά, της Παλαιάς Διαθήκης), των μαρτύρων, των επισκόπων και των αποστόλων».
(«Περί κενοδοξίας και όπως δει τους γονέας ανατρέφειν τα τέκνα»)

«Που είναι τώρα τα έργα του Πλάτωνα, του Πυθαγόρα και των Αθηναίων (φιλοσόφων); Οι ψαράδες (Απόστολοι) και ο σκηνοποιός (Παύλος) διέδωσαν το έργο τους όχι μόνο στην Ιουδαία, αλλά και στη γλώσσα των βάρβαρων, κάτι που οι Έλληνες μόνο στον ύπνο τους θα φαντάζονταν».
(«Ομιλία Η', λεχθείσα εν τη εκκλησίᾳ τη επὶ Παύλου, Γότθων αναγνόντων, και πρεσβυτέρου Γότθου προομιλήσαντος», παρ. α')

«Αφανίσαμε από προσώπου γης κάθε ίχνος παιδείας, τέχνης και φιλοσοφίας του αρχαίου κόσμου».
(«Ο ανθελληνισμός στα πατερικά και εκκλησιαστικά κείμενα» [Γεώργιος Σιέττος])
[σ.σ.: Αδιαμφισβήτητο «επίτευγμα», με πολύ γνωστό παράδειγμα εφαρμογής τον φόνο της Ελληνίδας φιλοσόφου Υπατίας.]


ΔΕΣ: ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ. ΕΝΑΣ ΒΡΩΜΟΣΤΟΜΟΣ ΑΝΘΕΛΛΗΝΑΣ

Γρηγόριος Ναζιανζηνός ο Θεολόγος**:
«Η μητέρα μου πρόσεχε να μη φιλήσουν τα χείλη μου ελληνικά χείλη, να μην αγγίξουν τα χέρια μου ελληνικά χέρια και ούτε ελληνικά τραγούδια να μολύνουν τα αφτιά και την γλώσσα μου».
(«Επιτάφιος εις τον πατέρα, παρόντος Βασιλείου», παρ. ι')

«Οι αμόρφωτοι (Έλληνες) φιλόσοφοι, ενώ μυθολογούσαν για τα άστρα και δημιούργησαν την αστρολογία, δεν κατάφεραν να εξηγήσουν πως μας διοικεί ο Θεός».
(«Λόγος προς αστρονόμους»)

«(Η βάπτιση του Ιησού), δεν είναι μυστήριο απατηλό, ούτε ελληνική απάτη και μέθη. Είναι μυστήριο θείο και λαμπρό».
(«Εις τα Άγια Φώτα», παρ. α')

«Η σοφία των Ελλήνων είναι τύφος... Οι Έλληνες είναι αλαζόνες...δεισιδαίμονες...αυθάδεις...».
(«Εις Ηρώνα τον φιλόσοφον»)

«Ποίος Ευκλείδης εμιμήσατο ταύτα, γραμμαίς εμφιλοσοφών ταις ουκ ούσαις, και κάμνων εν ταις αποδείξεσι; Τίνος Παλαμήδους τακτικά κινήματά τε και σχήματα γεράνων, ως φασι, και ταυτά παιδεύματα κινουμένων εν τάξει, και μετά ποικίλης της πτήσεως; Ποίοι Φειδίαι και Ζεύξιδες και Πολύγνωτοι, Παρράσιοι τε τινες και Αγλαοφώντες, κάλλη μεθ᾿ υπερβολής γράφειν και πλάττειν ειδότες;».
(«Λόγος θεολογικὸς Β', περὶ Θεολογίας», παρ. 25)

Τέλος, για να τελειώνει και η ιστορία ελληνοχριστιανικής φαντασίας, σε ότι αφορά την ελληνικότητα των τριών Ιεραρχών, κανένας απ' αυτούς δεν ήταν Έλληνας, ή τουλάχιστον δεν μπορεί να ειπωθεί κάτι τέτοιο με βεβαιότητα. Ο Μέγας Βασίλειος και ο Γρηγόριος Ναζιανζηνός (επονομαζόμενος και «Θεολόγος») ήταν Καππαδόκες. Η δε καταγωγή του Ιωάννη Χρυσόστομου, ο οποίος γεννήθηκε στη Συρία, είναι αδιευκρίνιστη και εντελώς αυθαίρετα παρουσιάζεται ως Έλληνας. Το ότι η μητέρα του είχε ελληνικό όνομα (Ανθούσα) δεν σημαίνει απολύτως τίποτε, καθώς ήταν συνηθισμένη πρακτική την εποχή εκείνη, οι Εβραίοι να λαμβάνουν ελληνικά ονόματα. Δεν ήταν όμως καθόλου συνηθισμένο, Έλληνες να λαμβάνουν εβραϊκά ονόματα και μάλιστα από τη στιγμή της γέννησής τους, όπως ο Ιωάννης (το «Ιωάννης» είναι εβραϊκό όνομα). Το όνομα της θείας του, ήταν επίσης εβραϊκό (Σαββία), ο δε πατέρας του, έφερε το ρωμαϊκό στρατιωτικό τίτλο «Σεκούνδιος» και οι ρωμαϊκοί τίτλοι, αλλά και τα ρωμαϊκά ονόματα επίσης, ήταν κάτι συνηθισμένο στους Εβραίους τότε (π.χ. ο Σαούλ που έγινε Παύλος). Το πιο πιθανόν λοιπόν, για τον Χρυσόστομο, και με βάση τα υπάρχοντα στοιχεία, είναι πως ήταν Εβραίος χριστιανός.
-----------------------
* Δώστε βάση να δείτε τι αρλούμπες αναγράφονται στην ιστοσελίδα της Εκκλησίας και στο συγκεκριμένο κείμενο που αφορά το τέλος της διαμάχης των τρεις Ιεραρχών: «Οι ίδιοι οι άγιοι έδωσαν τέλος στη διαμάχη εμφανιζόμενοι στο θεοσεβή, ενάρετο και προικισμένο με πλούσια χαρίσματα ιεράρχη Ιωάννη Μαυρόποδα, επίσκοπο Ευχαϊτών, λέγοντάς του ότι μεταξύ τους δεν υπήρχε αντιδικία και να ενεργήσει τα δέοντα για να σταματήσει η επικίνδυνη για την ενότητα της Εκκλησίας διαμάχη».

Οι τρεις Ιεράρχες έζησαν τον 4ο αιώνα μ.Χ. Ο Αλέξιος Α' Κομνηνός διατέλεσε αυτοκράτορας του Βυζαντίου μεταξύ στα τέλη του 11ου αιώνα μ.Χ. και αρχές του 12ου. Ο Ιωάννης Μαυρόπους έζησε κι αυτός τον 11ο αιώνα μ.Χ. (τον πρόλαβε τον Αλέξιο). Μιλάμε δηλαδή για μια απίστευτη -και ανεπίτρεπτη- χρονική ακροβασία της Εκκλησίας, μόνο και μόνο για να παρουσιάσει το παραμυθάκι της, όσο το δυνατόν πιο όμορφο, γεμάτο καλοσύνη και ομόνοια. Εκτός κι αν εννοείται ότι εμφανίστηκαν «θαυματουργικώς», οπότε δεν μας εκπλήσσει τίποτε. Αν και είναι απορίας άξιον, πως τόσους αιώνες οι «άγιοι» δεν έκαναν κάτι για να σταματήσουν τις έριδες κι όταν το αποφάσισαν, χρειάστηκαν...διαμεσολαβητή.


** Ο Γρηγόριος, σε σχέση με τους άλλους Ιεράρχες, εμφανίζεται λιγότερo ανθέλληνας, αν και η ακόλουθη διαπίστωσή του (που θυμίζει Τερτυλλιανό), σε απλά ελληνικά, μπορεί να προβληματίσει, ακόμα και τον πιο καλόπιστο χριστιανό, ανεξαρτήτως εθνικής καταγωγής: «Τί­ποτα δεν μπορεί να επιβλη­θεί καλύτερα στον κό­σμο από τη μωρολογία· όσο λι­γότερο καταλαβαίνουν κάτι, τόσο περισσότερο το θαυμά­ζουν»! («Ἐπειδὴ τὸ μὲν ῥᾳδίως ληπτὸν, ἅπαν εὐκαταφρόνητον· τὸ δὲ ὑπὲρ ἡμᾶς, ὅσῳ δυσεφικτότερον, τοσούτῳ θαυμασιώτερον· καὶ γυμνάζει τὸν πόθον ἅπαν τὸ διαφεῦγον τὴν ἔφεσιν» [«Περί φιλοπτωχίας», παρ. λγ']).

ΔΕΣ:
  • Το αγεφύρωτο χάσμα Ελληνισμού και Χριστιανισμού
  • Τα επίσημα αναθέματα της Ορθοδοξίας κατά της ελληνικής σκέψης
  • Χριστιανισμός και επιστήμη
  • Γνώμες των χριστιανών Πατέρων για την Ελληνική παιδεία και τους αρχαίους Έλληνες σοφούς – Η δυσφήμηση των Ελλήνων από την Ορθοδοξία
  • ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ: Ρητορική (1366a-1367b)

    Επιδεικτικός λόγος: κεφ. 9

    [IX] Μετὰ δὲ ταῦτα λέγωμεν περὶ ἀρετῆς καὶ κακίας καὶ καλοῦ καὶ αἰσχροῦ· οὗτοι γὰρ σκοποὶ τῷ ἐπαινοῦντι καὶ ψέγοντι· συμβήσεται γὰρ ἅμα περὶ τούτων λέγοντας κἀκεῖνα δηλοῦν ἐξ ὧν ποιοί τινες ὑποληφθησόμεθα κατὰ τὸ ἦθος, ἥπερ ἦν δευτέρα πίστις· ἐκ τῶν αὐτῶν γὰρ ἡμᾶς τε καὶ ἄλλον ἀξιόπιστον δυνησόμεθα ποιεῖν πρὸς ἀρετήν. ἐπεὶ δὲ συμβαίνει καὶ χωρὶς σπουδῆς καὶ μετὰ σπουδῆς ἐπαινεῖν πολλάκις οὐ μόνον ἄνθρωπον ἢ θεὸν ἀλλὰ καὶ ἄψυχα καὶ τῶν ἄλλων ζῴων τὸ τυχόν, τὸν αὐτὸν τρόπον καὶ περὶ τούτων ληπτέον τὰς προτάσεις, ὥστε ὅσον παραδείγματος χάριν εἴπωμεν καὶ περὶ τούτων.

    Καλὸν μὲν οὖν ἐστιν ὃ ἂν δι᾽ αὑτὸ αἱρετὸν ὂν ἐπαινετὸν ᾖ, ἢ ὃ ἂν ἀγαθὸν ὂν ἡδὺ ᾖ, ὅτι ἀγαθόν· εἰ δὲ τοῦτό ἐστι τὸ καλόν, ἀνάγκη τὴν ἀρετὴν καλὸν εἶναι· ἀγαθὸν γὰρ ὂν ἐπαινετόν ἐστιν. ἀρετὴ δ᾽ ἐστὶ μὲν δύναμις ὡς δοκεῖ ποριστικὴ ἀγαθῶν καὶ φυλακτική, καὶ δύναμις εὐεργετικὴ πολλῶν καὶ μεγάλων, καὶ πάντων

    [1366b] περὶ πάντα· μέρη δὲ ἀρετῆς δικαιοσύνη, ἀνδρεία, σωφροσύνη, μεγαλοπρέπεια, μεγαλοψυχία, ἐλευθεριότης, φρόνησις, σοφία. ἀνάγκη δὲ μεγίστας εἶναι ἀρετὰς τὰς τοῖς ἄλλοις χρησιμωτάτας, εἴπερ ἐστὶν ἡ ἀρετὴ δύναμις εὐεργετική. διὰ τοῦτο τοὺς δικαίους καὶ ἀνδρείους μάλιστα τιμῶσιν· ἡ μὲν γὰρ ἐν πολέμῳ, ἡ δὲ καὶ ἐν πολέμῳ καὶ ἐν εἰρήνῃ χρήσιμος ἄλλοις. εἶτα ἐλευθεριότης· προΐενται γὰρ καὶ οὐκ ἀνταγωνίζονται περὶ τῶν χρημάτων, ὧν μάλιστα ἐφίενται ἄλλοι. ἔστι δὲ δικαιοσύνη μὲν ἀρετὴ δι᾽ ἣν τὰ αὑτῶν ἕκαστοι ἔχουσι, καὶ ὡς ὁ νόμος· ἀδικία δὲ δι᾽ ἣν τὰ ἀλλότρια, οὐχ ὡς ὁ νόμος. ἀνδρεία δὲ δι᾽ ἣν πρακτικοί εἰσι τῶν καλῶν ἔργων ἐν τοῖς κινδύνοις, καὶ ὡς ὁ νόμος κελεύει, καὶ ὑπηρετικοὶ τῷ νόμῳ· δειλία δὲ τοὐναντίον. σωφροσύνη δὲ ἀρετὴ δι᾽ ἣν πρὸς τὰς ἡδονὰς τὰς τοῦ σώματος οὕτως ἔχουσιν ὡς ὁ νόμος κελεύει· ἀκολασία δὲ τοὐναντίον. ἐλευθεριότης δὲ περὶ χρήματα εὐποιητική, ἀνελευθερία δὲ τοὐναντίον. μεγαλοψυχία δὲ ἀρετὴ μεγάλων ποιητικὴ εὐεργετημάτων [μικροψυχία δὲ τοὐναντίον], μεγαλοπρέπεια δὲ ἀρετὴ ἐν δαπανήμασι μεγέθους ποιητική, μικροψυχία δὲ καὶ μικροπρέπεια τἀναντία. φρόνησις δ᾽ ἐστὶν ἀρετὴ διανοίας καθ᾽ ἣν εὖ βουλεύεσθαι δύνανται περὶ ἀγαθῶν καὶ κακῶν τῶν εἰρημένων εἰς εὐδαιμονίαν.

    Περὶ μὲν οὖν ἀρετῆς καὶ κακίας καθόλου καὶ περὶ τῶν μορίων εἴρηται κατὰ τὸν ἐνεστῶτα καιρὸν ἱκανῶς, περὶ δὲ τῶν ἄλλων οὐ χαλεπὸν ἰδεῖν· φανερὸν γὰρ ὅτι ἀνάγκη τά τε ποιητικὰ τῆς ἀρετῆς εἶναι καλά (πρὸς ἀρετὴν γάρ) καὶ τὰ ἀπ᾽ ἀρετῆς γινόμενα, τοιαῦτα δὲ τά τε σημεῖα τῆς ἀρετῆς καὶ τὰ ἔργα· ἐπεὶ δὲ τὰ σημεῖα καὶ τὰ τοιαῦτα ἅ ἐστιν ἀγαθοῦ ἔργα ἢ πάθη καλά, ἀνάγκη ὅσα τε ἀνδρείας ἔργα ἢ σημεῖα ἀνδρείας ἢ ἀνδρείως πέπρακται καλὰ εἶναι, καὶ τὰ δίκαια καὶ τὰ δικαίως ἔργα (πάθη δὲ οὔ· ἐν μόνῃ γὰρ ταύτῃ τῶν ἀρετῶν οὐκ ἀεὶ τὸ δικαίως καλόν, ἀλλ᾽ ἐπὶ τοῦ ζημιοῦσθαι αἰσχρὸν τὸ δικαίως μᾶλλον ἢ τὸ ἀδίκως), καὶ κατὰ τὰς ἄλλας δὲ ἀρετὰς ὡσαύτως. καὶ ἐφ᾽ ὅσοις τὰ ἆθλα τιμή, καλά.

    Καὶ ἐφ᾽ ὅσοις τιμὴ μᾶλλον ἢ χρήματα. καὶ ὅσα μὴ αὑτοῦ ἕνεκα πράττει τις τῶν αἱρετῶν, καὶ τὰ ἁπλῶς ἀγαθά, ὅσα τε ὑπὲρ πατρίδος τις ἐποίησεν παριδὼν τὸ αὑτοῦ, καὶ τὰ τῇ φύσει ἀγαθά, καὶ ἃ μὴ αὐτῷ

    [1367a] ἀγαθά· αὑτοῦ γὰρ ἕνεκα τὰ τοιαῦτα. καὶ ὅσα τεθνεῶτι ἐνδέχεται ὑπάρχειν μᾶλλον ἢ ζῶντι· τὸ γὰρ αὑτοῦ ἕνεκα μᾶλλον ἔχει τὰ ζῶντι. καὶ ὅσα ἔργα τῶν ἄλλων ἕνεκα· ἧττον γὰρ αὑτοῦ. καὶ ὅσαι εὐπραγίαι περὶ ἄλλους ἀλλὰ μὴ περὶ αὑτόν. καὶ περὶ τοὺς εὖ ποιήσαντας· δίκαιον γάρ. καὶ τὰ εὐεργετήματα· οὐ γὰρ εἰς αὑτόν. καὶ τὰ ἐναντία ἢ ἐφ᾽ οἷς αἰσχύνονται· τὰ γὰρ αἰσχρὰ αἰσχύνονται καὶ λέγοντες καὶ ποιοῦντες καὶ μέλλοντες, ὥσπερ καὶ Σαπφὼ πεποίηκεν, εἰπόντος τοῦ Ἀλκαίου

    θέλω τι εἰπῆν, ἀλλά με κωλύει
    αἰδώς,
    αἱ δ᾽ ἦχες ἐσθλῶν ἵμερον ἢ καλῶν
    καὶ μή τι εἰπῆν γλῶσσ᾽ ἐκύκα κακόν
    αἰδώς κέν σε οὐκ εἶχεν ὄμματ᾽,
    ἀλλ᾽ ἔλεγες περὶ τῶ δικαίω.


    Καὶ περὶ ὧν ἀγωνιῶσι μὴ φοβούμενοι· περὶ γὰρ τῶν πρὸς δόξαν φερόντων ἀγαθῶν τοῦτο πάσχουσιν. καὶ αἱ τῶν φύσει σπουδαιοτέρων ἀρεταὶ καλλίους καὶ τὰ ἔργα, οἷον ἀνδρὸς ἢ γυναικός. καὶ αἱ ἀπολαυστικαὶ ἄλλοις μᾶλλον ἢ αὐτοῖς· διὸ τὸ δίκαιον καὶ ἡ δικαιοσύνη καλόν. καὶ τὸ τοὺς ἐχθροὺς τιμωρεῖσθαι καὶ μὴ καταλλάττεσθαι· τό τε γὰρ ἀνταποδιδόναι δίκαιον, τὸ δὲ δίκαιον καλόν, καὶ ἀνδρείου τὸ μὴ ἡττᾶσθαι. καὶ νίκη καὶ τιμὴ τῶν καλῶν· αἱρετά τε γὰρ ἄκαρπα ὄντα, καὶ ὑπεροχὴν ἀρετῆς δηλοῖ. καὶ τὰ μνημονευτά, καὶ τὰ μᾶλλον μᾶλλον. καὶ ἃ μὴ ζῶντι ἕπεται, καὶ οἷς τιμὴ ἀκολουθεῖ, καὶ τὰ περιττά, καὶ τὰ μόνῳ ὑπάρχοντα, καλλίω· εὐμνημονευτότερα γάρ. καὶ κτήματα ἄκαρπα· ἐλευθεριώτερα γάρ. καὶ τὰ παρ᾽ ἑκάστοις δὲ ἴδια καλά, καὶ ὅσα σημεῖά ἐστιν τῶν παρ᾽ ἑκάστοις ἐπαινουμένων, οἷον ἐν Λακεδαίμονι κομᾶν καλόν· ἐλευθέρου γὰρ σημεῖον· οὐ γάρ ἐστιν κομῶντα ῥᾴδιον οὐδὲν ποιεῖν ἔργον θητικόν. καὶ τὸ μηδεμίαν ἐργάζεσθαι βάναυσον τέχνην· ἐλευθέρου γὰρ τὸ μὴ πρὸς ἄλλον ζῆν. ληπτέον δὲ καὶ τὰ σύνεγγυς τοῖς ὑπάρχουσιν ὡς ταὐτὰ ὄντα καὶ πρὸς ἔπαινον καὶ πρὸς ψόγον, οἷον τὸν εὐλαβῆ ψυχρὸν καὶ ἐπίβουλον καὶ τὸν ἠλίθιον χρηστὸν ἢ τὸν ἀνάλγητον πρᾶον, καὶ ἕκαστον δ᾽ ἐκ τῶν παρακολουθούντων ἀεὶ κατὰ τὸ βέλτιστον, οἷον τὸν ὀργίλον καὶ τὸν μανικὸν ἁπλοῦν καὶ τὸν αὐθάδη

    [1367b] μεγαλοπρεπῆ καὶ σεμνόν, καὶ τοὺς ἐν ταῖς ὑπερβολαῖς ὡς ἐν ταῖς ἀρεταῖς ὄντας, οἷον τὸν θρασὺν ἀνδρεῖον καὶ τὸν ἄσωτον ἐλευθέριον· δόξει τε γὰρ τοῖς πολλοῖς, καὶ ἅμα παραλογιστικὸν ἐκ τῆς αἰτίας. εἰ γὰρ οὗ μὴ ἀνάγκη κινδυνευτικός, πολλῷ μᾶλλον ἂν δόξειεν ὅπου καλόν, καὶ εἰ προετικὸς τοῖς τυχοῦσι, καὶ τοῖς φίλοις· ὑπερβολὴ γὰρ ἀρετῆς τὸ πάντας εὖ ποιεῖν.

    ***
    [9] Ύστερα από αυτά ας μιλήσουμε για την αρετή και την κακία, για το όμορφο και το άσχημο, τους στόχους δηλαδή του ρήτορα που επαινεί ή ψέγει. Καθώς θα μιλούμε γι᾽ αυτά, την ίδια στιγμή ο λόγος μας θα φανερώσει παρεμπιπτόντως όλα αυτά μέσω των οποίων θα θεωρηθούμε πρόσωπα με κάποιες συγκεκριμένες ιδιότητες στον χαρακτήρα μας (κάτι που, όπως λέγαμε, είναι ένα ακόμη μέσο πειθούς). Ο λόγος είναι ότι με τα ίδια μέσα θα κάνουμε και τον εαυτό μας και κάθε άλλο πρόσωπο αξιόπιστο ως προς την αρετή. Δεδομένου όμως ότι συχνά συμβαίνει να επαινούμε, στ᾽ αστεία ή στα σοβαρά, όχι μόνο κάποιον άνθρωπο ή κάποιον θεό, αλλά και πράγματα άψυχα ή το πρώτο τυχαίο ζώο, θα πρέπει να έχουμε προτάσεις και γι᾽ αυτά τα θέματα με τον ίδιο τρόπο. Ας μιλήσουμε λοιπόν και γι᾽ αυτά τα θέματα όσο για να δώσουμε ένα παράδειγμα.

    Όμορφο λοιπόν είναι αυτό που, όντας επιθυμητό γι᾽ αυτό που είναι, είναι άξιο επαίνου, ή αυτό που, όντας κάτι καλό, είναι ευχάριστο, ακριβώς γιατί είναι κάτι καλό. Αν αυτό είναι το όμορφο, η αρετή δεν μπορεί παρά να είναι κάτι το όμορφο· γιατί όντας κάτι καλό, είναι άξιο επαίνου. Η αρετή είναι, κατά τη γενική εκτίμηση, μια δύναμη που εξασφαλίζει καλά πράγματα και τα διαφυλάσσει, μια δύναμη που πραγματοποιεί πολλές και μεγάλες καλές πράξεις, κάθε είδους και

    [1366b] σε κάθε περίσταση. Επιμέρους αρετές είναι η δικαιοσύνη, η ανδρεία, η εγκράτεια, η μεγαλοπρέπεια, η μεγαλοψυχία, η ελευθεριότητα, η πραότητα, η φρόνηση, η σοφία. Αφού η αρετή είναι δύναμη που πραγματοποιεί καλές πράξεις, οι πιο μεγάλες αρετές δεν μπορεί παρά να είναι οι πιο χρήσιμες στους άλλους. Αυτός είναι ο λόγος που οι άνθρωποι απονέμουν τη μεγαλύτερη τιμή στους δίκαιους και στους ανδρείους: η ανδρεία είναι χρήσιμη στους άλλους σε καιρό πολέμου, ενώ η δικαιοσύνη και στον καιρό του πολέμου και στον καιρό της ειρήνης. Αμέσως μετά έρχεται η ελευθεριότητα, γιατί οι άνθρωποι αυτοί είναι ανοιχτοχέρηδες και δεν ανταγωνίζονται ο ένας τον άλλον για τα χρήματα, που άλλοι τα επιθυμούν τόσο πολύ. Η δικαιοσύνη είναι η αρετή χάρη στην οποία ο καθένας έχει τα δικά του αγαθά, σύμφωνα με όσα ορίζει ο νόμος· με την αδικία παίρνει κανείς τα ξένα πράγματα, αντίθετα με ό,τι ορίζει ο νόμος. Η ανδρεία είναι η αρετή που κάνει τους ανθρώπους να πράττουν όμορφες πράξεις μέσα στους κινδύνους του πολέμου και όπως ο νόμος ορίζει· ακόμη να υπηρετούν τον νόμο· το αντίθετο είναι η δειλία. Η εγκράτεια είναι η αρετή που κάνει τους ανθρώπους να συμπεριφέρονται ως προς τις σωματικές ηδονές με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος. Το αντίθετο είναι η ακολασία. Ελευθεριότητα είναι η αρετή που έχει την τάση να κάνει καλές πράξεις με τα χρήματα. Το αντίθετο είναι η ανελευθερία. Η μεγαλοψυχία είναι η αρετή που κάνει τον άνθρωπο ικανό για μεγάλες ευεργεσίες [το αντίθετο είναι η μικροψυχία], ενώ η μεγαλοπρέπεια είναι η αρετή που προχωρεί σε δαπάνες που αποπνέουν μεγαλείο. Τα αντίθετα είναι η μικροψυχία και η μικροπρέπεια. Η φρόνηση είναι αρετή του μυαλού, η οποία κάνει τον άνθρωπο ικανό να σκέφτεται σωστά για τα καλά και κακά που είπαμε ότι σχετίζονται με την ευτυχία του.

    Αρκετά όσα είπαμε στην παρούσα περίσταση για την αρετή και την κακία, είτε μιλώντας γενικά είτε μιλώντας για τις επιμέρους μορφές τους — και φυσικά δεν είναι καθόλου δύσκολο να δούμε τις λογικές συνέπειες αυτών που είπαμε· γιατί είναι φανερό ότι και αυτά που παράγουν την αρετή δεν μπορεί παρά να είναι όμορφα (αφού τείνουν στην αρετή), όπως επίσης και όσα είναι παράγωγα της αρετής: τέτοια είναι και τα σημάδια και τα έργα της αρετής. Δεδομένου λοιπόν ότι τα σημάδια της αρετής αλλά και όλα όσα είναι πράξεις ή αποτελέσματα της αρετής είναι ωραία, δεν μπορεί παρά να είναι ωραία και όσα είναι πράξεις ή σημάδια ανδρείας ή έχουν πραχθεί με ανδρείο τρόπο· το ίδιο και τα δίκαια πράγματα και οι πράξεις που έγιναν με δίκαιο τρόπο (δεν μπορεί όμως να λεχθεί το ίδιο και για όσα έχει υπομείνει κανείς δικαίως: η δικαιοσύνη είναι η μόνη αρετή στην οποία το «δικαίως» δεν είναι πάντοτε ωραίο, αφού στην περίπτωση που έχει τιμωρηθεί κανείς το «δικαίως» είναι πιο άσχημο από το «αδίκως»). Έτσι και στις υπόλοιπες αρετές.

    Ωραίες είναι επίσης οι πράξεις που αμείβονται με τιμές. Και αυτές που αμείβονται μάλλον με τιμές παρά με χρήματα. Μεταξύ, επίσης, των πράξεων που αποτελούν αντικείμενο επιλογής και προτίμησης αυτές που κάνει κανείς όχι για τον ίδιο τον εαυτό του. Επίσης τα με απόλυτο τρόπο καλά πράγματα, και όσα έκανε κανείς για την πατρίδα του, παραβλέποντας το προσωπικό του συμφέρον. Επίσης τα καλά που έχει κανείς με την ίδια του τη γέννηση. Και όσα δεν είναι καλά σε προσωπικό επίπεδο·

    [1367a] γιατί αυτού του τελευταίου είδους τα πράγματα έχουν καθαρά προσωπικά κίνητρα. Επίσης όσα μπορούν να ανήκουν σε έναν άνθρωπο ύστερα από τον θάνατό του παρά στη διάρκεια της ζωής του· γιατί στα δεύτερα υπάρχει μεγαλύτερη ιδιοτέλεια. Επίσης οι πράξεις που γίνονται για το καλό των άλλων· γιατί μέσα σ᾽ αυτές υπάρχει σε μικρότερο βαθμό το προσωπικό όφελος. Ό,τι καλό επίσης πετυχαίνει κανείς για τους άλλους, όχι για τον εαυτό του. Ό,τι καλό κάνει επίσης κανείς σ᾽ αυτούς που του έχουν κάνει καλό· γιατί αυτό είναι δίκαιο. Επίσης οι ευεργεσίες· γιατί αυτές δεν είναι για το συμφέρον αυτού που τις κάνει. Ωραία είναι, επίσης, όσα είναι αντίθετα με αυτά που μας κάνουν να ντρεπόμαστε: ντρεπόμαστε όταν λέμε ή κάνουμε ή σκοπεύουμε να κάνουμε πράγματα που φέρνουν ντροπή, όπως ακριβώς η Σαπφώ, όταν ο Αλκαίος έγραψε τον στίχο:

    θέλω κάτι να πω, μα μ᾽ εμποδίζει η ντροπή,
    εκείνη απάντησε:

     αν η λαχτάρα σου ήταν για κάτι όμορφο ή καλό,
    κι αν η γλώσσα σου δεν σάλευε να πει κάτι κακό,
    τα μάτια σου δεν θα τα σκέπαζε η ντροπή,
    κι ο λόγος σου θα ήταν, θαρρώ, για το σωστό.

    Όλα, επίσης, αυτά για τα οποία παλεύουν οι άνθρωποι με αγωνία, όχι όμως με φόβο: έτσι αντιδρούν οι άνθρωποι ενσχέσει με τα αγαθά που συμβάλλουν στο καλό τους όνομα. Οι αρετές, επίσης, και τα έργα εκείνων που είναι εκ φύσεως ανώτεροι είναι ωραιότερα· του άντρα π.χ. παρά της γυναίκας. Το ίδιο και οι αρετές που προκαλούν μεγαλύτερη ευχαρίστηση στους άλλους παρά σε μας τους ίδιους· αυτός είναι ο λόγος που το δίκαιο και η δικαιοσύνη είναι κάτι το ωραίο. Η τιμωρία, επίσης, των εχθρών και η μη συνδιαλλαγή μαζί τους· γιατί και η ανταπόδοση του ίσου είναι κάτι το δίκαιο (και ό,τι είναι δίκαιο είναι ωραίο) και γνώρισμα του ανδρείου είναι το να μη δέχεται να νικηθεί. Η νίκη, επίσης, και η τιμή είναι ωραία πράγματα: οι άνθρωποι τα ποθούν και όταν ακόμη δεν τους αποδίδουν κανέναν καρπό· επιπλέον, δείχνουν υπεροχή αρετής. Επίσης τα αξιομνημόνευτα πράγματα· τα περισσότερο μάλιστα ακόμη πιο πολύ. Πιο ωραία είναι επίσης αυτά που μας ακολουθούν ύστερα από τον θάνατό μας, αυτά που συνοδεύονται από τιμή, τα έξω από τα συνήθη και αυτά που τα έχουμε μόνο εμείς· γιατί αυτά είναι πιο αξιομνημόνευτα. Επίσης ό,τι έχουμε στην κατοχή μας που δεν φέρνει καρπούς· γιατί τα πράγματα αυτά ταιριάζουν πιο πολύ στον ελεύθερο πολίτη. Ωραία είναι επίσης όσα υπάρχουν στον κάθε λαό ως ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του, καθώς και όσα φανερώνουν τί επαινείται στον κάθε επιμέρους τόπο· στη Σπάρτη π.χ. θεωρείται ωραίο το να έχει κανείς μακριά μαλλιά, γιατί είναι σημάδι ελεύθερου πολίτη· δεν είναι, πράγματι, εύκολο, έχοντας μακριά μαλλιά να κάνει κανείς οποιαδήποτε δουλειά δούλου. Ωραίο είναι επίσης το να μην ασκεί κανείς χειρωνακτικό επάγγελμα· γιατί ένας ελεύθερος άνθρωπος δεν ζει εξαρτημένος από άλλους.

    Για τον έπαινο όμως και για τον ψόγο πρέπει να λάβουμε ως ίδιες προς τις υπάρχουσες ιδιότητες και όλες εκείνες που βρίσκονται πάρα πολύ κοντά σ᾽ αυτές· για τον επιφυλακτικό, π.χ., άνθρωπο να πούμε ότι είναι ψυχρός και επίβουλος, για τον αφελή πως είναι καλός άνθρωπος ή για τον αναίσθητο πως είναι πράος, και —γενικά— για το κάθε επιμέρους άτομο να διαλέγουμε ανάμεσα στις ιδιότητες που το συνοδεύουν πάντοτε την πιο καλή· τον οργίλο π.χ. και τον ευέξαπτο άνθρωπο να τον λέμε ευθύ και ειλικρινή, τον αλαζόνα

    [1367b] υψηλόφρονα και σοβαρό, και αυτούς που βρίσκονται στον χώρο της υπερβολής να τους λέμε ανθρώπους που κατέχουν την αντίστοιχη αρετή· τον θρασύ π.χ. ανδρείο και τον άσωτο ελευθέριο: πρώτον γιατί αυτό θα το θεωρήσουν σωστό οι περισσότεροι άνθρωποι, και την ίδια στιγμή είναι ένα λανθασμένο συμπέρασμα που έχει συναχθεί «από την αιτία». Γιατί αν ένας βάζει σε κίνδυνο τη ζωή του όταν δεν υπάρχει καμιά ανάγκη, θα θεωρηθεί ότι θα κάνει το ίδιο αυτό πράγμα πολύ περισσότερο σε μια ωραία περίσταση· το ίδιο, αν ξοδεύει χρήματα για τους πρώτους τυχόντες, τότε πολύ περισσότερο για τους φίλους του· γιατί το να ευεργετεί κανείς τους πάντες είναι υπερβολή αρετής.