Σάββατο, 25 Ιανουαρίου 2020

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ - Βάκχαι (370-433)

370 ΧΟ. Ὁσία πότνα θεῶν, [στρ. α]
Ὁσία δ᾽ ἃ κατὰ γᾶν
χρυσέαι πτέρυγι φέρηι,
τάδε Πενθέως ἀίεις;
ἀίεις οὐχ ὁσίαν
375 ὕβριν ἐς τὸν Βρόμιον, τὸν
Σεμέλας, τὸν παρὰ καλλι-
στεφάνοις εὐφροσύναις δαί-
μονα πρῶτον μακάρων; ὃς τάδ᾽ ἔχει,
θιασεύειν τε χοροῖς
380 μετά τ᾽ αὐλοῦ γελάσαι
ἀποπαῦσαί τε μερίμνας,
ὁπόταν βότρυος ἔλθηι
γάνος ἐν δαιτὶ θεῶν, κισ-
σοφόροις δ᾽ ἐν θαλίαις ἀν-
δράσι κρατὴρ ὕπνον ἀμφιβάλληι.
385
ἀχαλίνων στομάτων [ἀντ. α]
ἀνόμου τ᾽ ἀφροσύνας
τὸ τέλος δυστυχία·
ὁ δὲ τᾶς ἡσυχίας
390 βίοτος καὶ τὸ φρονεῖν
ἀσάλευτόν τε μένει καὶ
ξυνέχει δώματα· πόρσω
γὰρ ὅμως αἰθέρα ναίον-
τες ὁρῶσιν τὰ βροτῶν οὐρανίδαι.
395 τὸ σοφὸν δ᾽ οὐ σοφία,
τό τε μὴ θνατὰ φρονεῖν
βραχὺς αἰών· ἐπὶ τούτωι
δὲ τίς ἂν μεγάλα διώκων
τὰ παρόντ᾽ οὐχὶ φέροι; μαι-
400 νομένων οἵδε τρόποι καὶ
κακοβούλων παρ᾽ ἔμοιγε φωτῶν.

ἱκοίμαν ποτὶ Κύπρον, [στρ. β]
νᾶσον τᾶς Ἀφροδίτας,
ἵν᾽ οἱ θελξίφρονες νέμον-
405 ται θνατοῖσιν Ἔρωτες
Πάφον, τὰν ἑκατόστομοι
βαρβάρου ποταμοῦ ῥοαὶ
καρπίζουσιν ἄνομβροι,
οὗ θ᾽ ἁ καλλιστευομένα
410 Πιερία, μούσειος ἕδρα,
σεμνὰ κλειτὺς Ὀλύμπου·
ἐκεῖσ᾽ ἄγε με, Βρόμιε Βρόμιε,
πρόβακχ᾽ εὔιε δαῖμον.
415 ἐκεῖ Χάριτες, ἐκεῖ δὲ Πόθος, ἐκεῖ δὲ βάκ-
χαις θέμις ὀργιάζειν.

ὁ δαίμων ὁ Διὸς παῖς [ἀντ. β]
χαίρει μὲν θαλίαισιν,
φιλεῖ δ᾽ ὀλβοδότειραν Εἰ-
420 ρήναν, κουροτρόφον θεάν.
ἴσαν δ᾽ ἔς τε τὸν ὄλβιον
τόν τε χείρονα δῶκ᾽ ἔχειν
οἴνου τέρψιν ἄλυπον·
μισεῖ δ᾽ ὧι μὴ ταῦτα μέλει,
425 κατὰ φάος νύκτας τε φίλας
εὐαίωνα διαζῆν,
†σοφὰν δ᾽ ἀπέχειν πραπίδα φρένα τε
περισσῶν παρὰ φωτῶν†.
430 τὸ πλῆθος ὅτι τὸ φαυλότερον ἐνόμισε χρῆ-
ταί τε, τόδ᾽ ἂν δεχοίμαν.

***
ΧΟΡΟΣ
370 Οσιότητα, δέσποινα των ουρανών,
Οσιότητα, που φέρνεις τα χρυσά φτερά σου πάνω στη γη,
άκουσες τί είπε ο Πενθέας;
375 Άκουσες την ανόσια ύβρη για τον Διόνυσο, τον γιο της Σεμέλης,
τον θεό τον πρώτο στις καλλιστέφανες γιορτές;
Εκείνος είναι που ορίζει
380 να δένεσαι στο χορό με το θίασο,
να γελάς όταν παίζει ο αυλός
και οι πίκρες να σβήνουν,
όταν έρχεται λαμπερό κρασί στα δείπνα των θεών
385 και ο κρατήρας,
σε γιορτές που τις στέφει ο κισσός,
βυθίζει στον ύπνο τους άντρες.

Αχαλίνωτα στόματα,
άνομη αφροσύνη,
το τέλος δυστυχία.
390 Ο ήσυχος βίος και η φρόνηση
ασάλευτα μένουν και στηρίζουν τα σπίτια.
Μακριά ζουν στον αιθέρα,
όμως βλέπουν οι ουράνιοι
όσα πράττει ο θνητός.
395 Το σοφόν δεν είναι σοφία.
Αν στοχάζεσαι υπέρ άνθρωπον,
βραχύς ο βίος.
Όποιος κυνηγά τα μεγάλα
χάνει τα καθημερνά.
400 Αυτοί, θαρρώ, είναι τρόποι ανθρώπων
μαινομένων και αστόχαστων.

Ας γινόταν να έφτανα στην Κύπρο,
τη γη της Αφροδίτης,
όπου πλανώνται οι έρωτες,
405 που μαγεύουν τις καρδιές των θνητών.
Στην Πάφο,
που την καρπίζουν, χωρίς βροχή,
του ξένου ποταμού οι εκατόστομες ροές.
Και κει που απλώνεται η θεσπέσια Πιερία,
410 ο τόπος των Μουσών, η σεπτή πλαγιά του Ολύμπου.
Εκεί οδήγησέ με, Διόνυσε Διόνυσε,
κορυφαίε των χορών μου και θεέ των ευάν.
Εκεί ζουν οι Χάριτες,
415 εκεί ο Πόθος.
Εκεί και οι βάκχες ελεύθερες
να τελούν τα όργια.

Ο θεός, ο υιός του Διός,
χαίρεται τις γιορτές.
Αγαπάει την Ειρήνη,
420 τη θεά που χαρίζει τον πλούτο και τρέφει τους άντρες.
Ίση σε πλούσιο και φτωχό
έδωσε την τέρψη του οίνου
που διώχνει τη λύπη.
Και μισεί αυτόν που δε νοιάζεται
425 μέσα στο φως και τις γλυκιές τις νύχτες
ευλογημένη ζωή να περνά ως τα τέλη
και με φρόνηση
νου και καρδιά μακριά να κρατάει
από ανθρώπους υπέρσοφους.
430 Ό,τι ο λαός ο απλός σεβάστηκε
και το πιστεύει
να το δεχθώ.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ - ΤΙΘΩΝΟΣ

ΤΙΘΩΝΟΣ
(έντομο, τζιτζίκι)
 
Κι απ' του λεβέντη Τιθωνού την αγκαλιά η Αυγούλα
σηκώνουνταν να φέρει φως σ' όλους, θεούς κι ανθρώπους.
(Όμ., Οδ. ε 1-2)
 
Του γέρου αφήνει Τιθωνού το πλάγ΄ η χρυσωμένη
Ηώς να φέρει των θεών το φως και των ανθρώπων·
(Όμ., Ιλ. Λ 1-2)
 
Ο Απολλόδωρος παραδίδει και τις δύο εκδοχές για τον Τιθωνό και τη σχέση του με την Ηώ, και μάλιστα στο ίδιο βιβλίο (3.12.3 και 3.14.3). Σύμφωνα λοιπόν με τη μία εκδοχή ο Τιθωνός ήταν γιος της Ηώς και του Αθηναίου Κέφαλου, γιου του Ερμή και της Έρσης.
 
Η πιο διαδεδομένη εκδοχή εντάσσει τον Τιθωνό στον Τρωικό κύκλο και τον θεωρεί γιο του Λαομέδοντα και της Στρυμώς, κόρης του θεού ποταμού, ή της Πλακίας, κόρης του Οτρέα, ή της Λευκίππης. Η ωραιότητα του νέου εμφύσησε στην καρδιά της Ηώς έρωτα, γι' αυτό τον άρπαξε και τον έφερε στην Αιθιοπία· εκεί έσμιξε μαζί του και του γέννησε παιδιά, τον Ημαθίωνα και τον Μέμνονα.
 
Ερωτευμένη πολύ με τον Τιθωνό, η Ηώ ζήτησε από τον Δία να κάνει τον Τιθωνό αθάνατο, ξέχασε όμως να ζητήσει για εκείνον και την αιώνια νιότη. Με τα χρόνια ο Τιθωνός ζάρωσε και συρρικνώθηκε τόσο που αναγκάστηκαν να τον βάλουν μέσα σε καλάθι από ιτιά, όπως έκαμναν με τα παιδιά. Στο τέλος, η ίδια η Ηώ τον μεταμόρφωσε σε τζιτζίκι.

Να μαθαίνεις στους νέους τη ζωή και να τους ξεμαθαίνεις τις δεισιδαιμονίες

Αυτά είναι δουλειές και καμώματα για τους Βουσμάνους φίλε. Αυτά και τα άλλα συναφή τους. Βασκανίες, ξεματιάσματα, αστρολογία, τσαρλατανιά και λωποδύτες.
 
Ευχές και κατάρες, θεοί, διαβόλοι, αγγέλοι και φαντάσματα. Τελώνια τούλπες και δαιμονικά, το χερικό και το ποδαρικό, η μυρωδιά, το θυμίαμα και το λιβάνι. Λιτανείες για την ανεβροχιά, σταυροκοπήματα και μετάνοιες, φυλαχτά γκόλφια, κόκαλα χάντρες νυχτερίδες κα το τετράφυλλο τριφύλλι.
 
Τέτοιας λογής είναι ο φέροντας σκελετός της πνευματικής οργάνωσης των παιδιών μας. Τα πέλματα και τα πέδιλα, οι κολόνες, τα συνάζια και οι δοκοί συνδέσεως της ζωής τους είναι οι δεισιδαιμονίες και οι προλήψεις.

Αγωνιζόμαστε να αφαιρέσουμε τη φύση μέσα από το παιδί, και την ανταλλάζουμε με την άρρωστη γνώμη μας.

Και δόστου οι παπάδες με τα θυμιατά στις γωνίες των κοιμητηρίων. Για να βουτάνε τα όβολα των πονεμένων. Σαν το φίδι κοιτάνε πώς να μαγνητίσουν το θύμα. Ασε πια όταν τύχει να τους ιδείς να πιάνονται σε πρόστυχο καβγά για τον πελάτη. Χάρμα.

Και βέβαια ημπορεί να εννοήσει κανείς τη λυσσαλέα τους αντίδραση, όταν χρόνια τώρα ζητούμε να καθιερωθεί και στην Ελλάδα το αποτεφρωτήριο και η προαιρετική καύση των νεκρών. Όπως είναι σε όλες τις φτασμένες χώρες.

Και δόστου οι αγύρτες με τα ωροσκόπια και τους ζωδιακούς σε εφημερίδες και περιοδικά και τελεβίζια.

Βλέπεις κάτι χοντρές κυρίες, που σαν αρχίσουν να σου μιλούν για τον Στάχυ της Παρθένου και για τις επιρροές του Αιγόκερου με τα κέρατα στα ερωτικά σου βουβαίνουν τον Πεντζίας και τον Ουίλσον (οι αστροφυσικοί Penzias και Wilson to 1963 παρατήρησαν την ακτινοβολία μικροκυμάτων 3Κ που γεμίζει το σύμπαν.

Είναι καθώς υποθέτουν ισχυρά το κατάλοιπο από τη θερμοκρασία της μεγάλης έκρηξης (big bang) που ήταν άπειρη τη στιγμή της πρώτης αρχής, πριν 15 δισεκατομμύρια χρόνια).

Στο άψε σβήσε σου μετρούν την απόσταση από τη Γη ως το νέφος του Μαγγελάνου. Τα έτη φωτός και τα πάρσεκ, και τα μεγαπάρσεκ και τον ηλιακό άνεμο και τις ηλιακές κηλίδες και το ηλιακό στέμμα τα παίζουν στα δάχτυλα πεντόβολα...

Και δόστου το τροπάρι για την καλή ψυχή και τα καλά στερνά.

Να γίνεις δίκαιος και να γίνεις καλός για τους άλλους. Να πηγαίνεις το δείλι στο παρεθύρι, και να διαβάζεις τη Θεία Γραφή και τη Χαλιμά, που έλεγε της θυγατρός της η Γυναίκα της Ζάκυθος.

Εσύ ν΄αγιάσεις. Και να μην προσέχεις που οι άλλοι είναι λύκοι έτοιμοι να σε φάνε.

Και προπάντος αυτό: τα μάτια σου τέσσερα για τον Ουρανό και τη Βασιλεία του…
 
Δυο εντολές

Αυτές είναι οι δύο εντολές που πάνω τους κρέμουνται οι νόμοι και οι προφητείες της παιδείας. Να χτίζεις στο μάρμαρο της γνώσης και να γκρεμίζεις την αχεροπληθιά της πρόληψης.

Σωστή παιδεία θα ειπεί να μαθαίνεις στους νέους τη ζωή και να τους ξεμαθαίνεις τις δεισιδαιμονίες που από νήπια τους περνάει μια παράδοση άρρωστη μέσα από την οικογένεια, την κοινωνία, την πολιτεία, την εκκλησία, τα μέσα ενημέρωσης, και τους άλλους παράγοντες της αγωγής.

Το ένα λοιπόν είναι να ριζώσουμε το νέο στη ζωή, Το άλλο να ξεριζώσουμε από μέσα του την ψευτιά.
 
Δημήτρης Λιαντίνης, Τα Ελληνικά

Μη μεγαλώσετε έναν ακόμη άνθρωπο που δεν κατάφερε να ζήσει για τον εαυτό του

Μπαλαρίνες που χάθηκαν σε αποτυχημένες πιρουέτες. Γιατροί που ξέμειναν με την ασπιρίνη, πικρή στο στόμα. Δικηγόροι που επιχειρηματολογούν μοναχικά χωρίς αντίλογο. Επιστήμονες που η τύχη τους έριξε στο γκισέ μιας γραμματείας. Καθηγητές που δεν δίδαξαν ποτέ κανέναν: Πόσοι από αυτούς τους φιλόδοξους επαγγελματίες -που η πορεία τους έστειλε αλλού- δεν είμαστε γονείς που αποφασίσαμε να επενδύσουμε στα παιδιά μας, χτίζοντας το μέλλον τους; Πόσοι από εμάς δεν επιθυμούμε να ζήσουμε το δικό μας χαμένο όνειρο μέσα από τα παιδιά μας;

ΔιαβάζουΜΕ την προπαίδεια. ΓράφουΜΕ διαγώνισμα ιστορία. ΧάσαΜΕ στον αγώνα του ποδοσφαίρου. Πρόκειται για ένα πρώτο πληθυντικό που δεν είναι μεγαλοπρεπείας, αλλά ένας πληθυντικός εγωισμού και προσωπικών φιλοδοξιών που γεμίζει μέσα από τις λέξεις τις ελπίδες μας.


Όταν ονειρεύεσαι το μέλλον κάποιου χωρίς αυτόν τον «κάποιο», ουσιαστικά ζεις το δικό σου όνειρο, με τον άμεσα ενδιαφερόμενο απλό θεατή που άγεται και φέρεται από ένα σενάριο γραμμένο από άλλον.

Όλοι εμείς, ωραίοι ως Έλληνες, λατρεύουμε τα παιδιά μας. Κάνουμε θυσίες, όπως και άλλοι γονείς, σε άλλες χώρες. Παλεύουμε γι’ αυτά. Το θέμα είναι κατά πόσο όλη αυτή η συναισθηματική επένδυση και η δανεική φιλοδοξία είναι ουσιαστική.

Πόσα παιδιά ονειρεύτηκαν να γίνουν μουσικοί και ο δρόμος που χάραξαν οι γονείς τους τούς έφεραν σε πανεπιστήμια και σπουδές άλλης κατεύθυνσης, πιο «επιστημονικής»; Πόσοι από εμάς δεν ονειρευτήκαμε κάποτε το σανίδι ενός θεάτρου και μας ξύπνησαν από αυτό το όνειρο με φροντιστήρια και διάβασμα; Πόσα παιδιά δεν θέλησαν να ζήσουν με ένα πινέλο και ένα καμβά στο χέρι σκορπώντας πινελιές από το ταλέντο τους και βρέθηκαν να διαβάζουν οικονομικά μίκρο, μάκρο;

Όλα αυτά τα δανεικά φτιαχτά όνειρα γίνονται μόνο από αγάπη. Αυτό δεν το αμφισβητεί κανείς. Γίνονται αναμφίβολα στο όνομα του καλού των παιδιών μας. Επειδή εμείς «ξέρουμε» το καλό τους. Γιατί είναι παιδιά και δεν ξέρουν.


Θέλει δύναμη. Θέλει αγάπη. Θέλει αυταπάρνηση, να αποφασίσεις να αγνοήσεις ένα μέλλον που θέλεις για εκείνο και να το σπρώξεις προς μια ζωή που εκείνο ονειρεύεται. Δύναμη να αντέξεις ότι επιλέγει κάτι δύσκολο που, όμως, του αρέσει. Αγάπη να αποδεχθείς ότι διαλέγει άλλο δρόμο γιατί εκεί το πάει το όποιο ταλέντο. Αυταπάρνηση να βγεις από τα δικά σου γκρεμισμένα όνειρα και να μπεις στα δικά του, θερμός υποστηρικτής και αρωγός.

Και όταν μας παρασύρει η δίνη μιας ψευδαίσθησης ότι εκείνο επιλέγει, ενώ ξέρουμε ότι εκείνο μόνο ακολουθεί, πρέπει να δούμε την αλήθεια και να ακούσουμε τι λέει. Να μην κωφεύουμε στο «δεν μ΄ αρέσει», να μη γυρνάμε το βλέμμα αλλού στο «δεν μπορώ».

Τα παιδιά είναι σαν τα δέντρα. Πρέπει να τους δίνουμε ρίζες να πατάνε γερά και νερό φροντίδας να μεγαλώνουν και να απλώνουν τα κλαδιά τους εκεί που επιθυμούν περισσότερο. Να δίνουν τους καρπούς τους σ’ ό,τι αγαπάνε. Είμαστε γονείς-γεωργοί που φροντίζουμε να διώξουμε ζιζάνια, να δροσίσουμε ξηρασίες. Σε καμία όμως περίπτωση δεν είμαστε γενετιστές που θα δημιουργήσουν μεταλλαγμένα υβρίδια ενός χαμένου δικού μας δρόμου.

Ας αφήσουμε τα παιδιά να αναπτυχθούν χωρίς να μεταφέρουν στην πλάτη τους και έναν άλλο άνθρωπο που δεν κατάφερε να ζήσει για τον εαυτό του.

Ο χρόνος όλα τα γιατρεύει… αλλά το ρολόι το κρατάμε εμείς

Συνηθίζουμε να λέμε πως κάθε γεγονός που βιώνουμε αφήνει και το σημάδι του σαν ένα αποτύπωμα στο χάρτη της ζωής μας. Και ενώ με ευκολία ξεχνάμε κάποια γεγονότα κάποια άλλα μένουν ανεξίτηλα λες και γράφτηκαν από τη γραφίδα της ζωής σε μέρος της καρδιάς που το σκοτάδι διατήρησε αναλλοίωτα την καταγραφή της μέρας, της ώρας, του λεπτού … Εκεί στο σκοτεινό αυτό μέρος της καρδιάς, στο βασίλειο του πόνου, ο χρόνος είναι ταυτόσημος του συναισθήματός μας και ο ήλιος δύσκολα τρυπώνει για να σβήσει τα σημάδια της γραφίδας ζεσταίνοντας παράλληλα και τον πόνο, παρά μόνο αν ένα δυνατότερο συναίσθημα σαν την αγάπη πλησιάσει δειλά, αυθαίρετα και απαλά σαν ήμερο χάδι αγκαλιάζοντας την ύπαρξή μας, διαπερνώντας και διαλύοντας σα ντόμινο όλα τα στρώματα του φυσικού μας σώματος φτάνοντας μέχρι τη σκοτεινή πλευρά των πνευματικών μας ορίων με το θεραπευτικό άγγιγμά της. Κι έρχεται τόσο απαλά και τόσο διακριτικά και λυτρωτικά σαν ένα ευχάριστο θαλασσινό αεράκι στο ηλιοκαμένο δέρμα μας.

Όταν η αλλαγή είναι το σύνθημα της εποχής και νοιώθεις τόσο εσωτερικά όσο και εξωτερικά πως όλα αλλάζουν η στασιμότητα αποτελεί το μόνο εμπόδιο που οι ίδιοι βάζουμε στη ζωή μας με το παράδοξο της σκέψης πως η ζωή μας ακινητοποιεί στη στιγμή του πόνου.

Οι δουλειές αλλάζουν χέρια πολύ εύκολα ή χάνονται, οι σχέσεις τροποποιούνται ή πεθαίνουν, το περιβάλλον όπου ζούμε αλλάζει ή καταστρέφεται και όλα παίρνουν τη μορφή της συνεχούς και επιτακτικής ανάγκης για συμπόρευση με την αλλαγή. Εδώ όμως τίθεται και το δίλημμα των περισσότερων. Ακολουθώ τις αλλαγές ή τις ορίζω; Έχω τη δύναμη της αλλαγής; ‘Εχω τη δύναμη της μαραθώνιας προσπάθειας που απαιτείται;

Και αν είμαστε ακόμη στο στάδιο της σκέψης, τότε ας αναλογιστούμε τι πονάει περισσότερο:

Είναι η κατάσταση του πόνου που βιώνουμε από τη θέση του παθητικού ουραγού των αλλαγών που η ζωή επιφέρει δυσκολότερη από την προσπάθεια ν΄ αγωνιστούμε για να επιφέρουμε τις αλλαγές που επιθυμούμε; Τι μας πονάει περισσότερο λοιπόν; Να υπομένουμε παθητικά μία κατάσταση ή να προσπαθήσουμε να την αλλάξουμε;

Όταν η ζυγαριά κλίνει προς μία πλευρά τότε έχουμε απόλυτη επίγνωση της άμεσης ή όχι ανάγκης για αλλαγή της κατάστασης. Είτε επιλέγω το γνώριμο περιβάλλον του πόνου και μένω σε αυτό με το φόβο της αλλαγής είτε επιλέγω την αλλαγή επιλέγοντας παράλληλα ζωή.

Πολλές φορές η ζωή φέρνει με τη μορφή του πόνου τα δώρα της αλλαγής. Μία κατάσταση που είναι στάσιμη και δεν εξυπηρετεί το σκοπό μας αναπόφευκτα θα αλλάξει είτε από εμάς συνειδητά είτε από την ίδια τη ζωή ερήμην μας.

Έτσι η απρόσμενη αλλαγή στη δουλειά, στη σχέση, στα οικονομικά αλλά και σε άλλους τομείς της ζωής μας ορίζει την ανάγκη της δράσης προς μία κατεύθυνση και την ανάληψη άμεσης πρωτοβουλίας. Και ενώ όλα φαίνονται δύσκολα και απροσπέλαστα ο χρόνος έρχεται να γεμίσει με συναίσθημα τις ατελείωτες ώρες των σκέψεων και να μας βάλει σε στάση προσοχής προς τον εαυτό μας. Γιατί ο χρόνος είναι συναίσθημα αφού ορίζεται μέσα από αυτό. Ορίζεται από την αγωνία, τη λύπη, τη χαρά, την προσμονή.

Όταν λοιπόν σχετίζεται συγκεκριμένα με την απώλεια ο χρόνος βιώνεται μέσα από συναισθήματα:

• άρνησης
• θυμού,
• διαπραγμάτευσης,
• θλίψης και
• αποδοχής.

Η αλήθεια είναι πως η απώλεια είναι το πιο οδυνηρό μάθημα γι αυτό και το πιο σημαντικό για την εξέλιξή μας. Ως βιωματική εμπειρία μπορεί να προσφέρει μία μοναδική πηγή γνώσης της ζωής και βαθύτερης αυτογνωσίας. Ο πόνος ως πυξίδα που δείχνει που βρίσκεται ο στόχος μας παρουσιάζει παράλληλα το στάδιο που διανύουμε. Ορίζει κάθε φορά την αξία της ζωής αλλά και του εαυτού μας. Προσδιορίζει με ουσιαστικό τρόπο την αξία του χρόνου και του ανθρώπου στη θέση του οδηγού της μηχανής του χρόνου.

Αρνούμαστε να δεχτούμε το γεγονός που συμβαίνει και πολλές φορές μένουμε για χρόνια κολλημένοι σε γεγονότα του παρελθόντος μη μπορώντας να τα ξεπεράσουμε. Ο χρόνος όμως που θα αφιερώσουμε στην άρνηση του γεγονότος μας καθυστερεί από την έκφραση θυμού που αποσυμφορίζει αρχικά την εσωτερική μας κατάσταση, που πολλές φορές δε θεωρούμε δίκαιη και δονούμαστε αρνητικά για μεγάλο ή μικρό χρονικό διάστημα μέχρι να το ξεπεράσουμε για να προχωρήσουμε στο στάδιο της διαπραγμάτευσης, όπου οι πιθανές λύσεις που θα μπορούσαμε να είχαμε δει και δεν προσέξαμε ή αμελήσαμε φαίνεται να απορροφούν το χρόνο μας και προχωρώντας βλέπουμε την κατάσταση πια συνειδητά και λυπούμαστε βαθιά, εκφράζουμε τη θλίψη μας και αρχίζουμε να αναγνωρίζουμε τι χάσαμε και σταδιακά με πολύ μεγάλη προσπάθεια να ισορροπήσουμε μεταξύ της λύπης και της κατάθλιψης οδηγούμαστε στην αποδοχή και τελικά στη λύτρωση. Εϊναι το στάδιο που απελευθερώνουμε και απελευθερωνόμαστε αποδεχόμενοι πλήρως την κατάσταση.

Ο χρόνος δεν είναι απλά μονάδα μέτρησης… είναι μονάδας συναισθηματικής αναμέτρησης με τον εαυτό μας.

FRIEDRICH NIETZSCHE: Υπάρχει στον κόσμο ένας και μόνο δρόμος που κανένας άλλος δεν μπορεί να διαβεί εκτός από εσένα. Πού οδηγεί; Μη ρωτάς, ακολούθησέ τον

Ακόμα όμως κι αν το μέλλον δεν μας επέτρεπε να ελπίζουμε σε τίποτε, είναι η αλλόκοτη ύπαρξή μας σ’ αυτό ακριβώς το τώρα που, περισσότερο από κάθε τι άλλο, μας ενθαρρύνει να ζήσουμε σύμφωνα με δικά μας μέτρα και δικούς μας νόμους· εκείνο δηλαδή το ανεξήγητο γεγονός ότι ζούμε ακριβώς σήμερα, μολονότι θα μπορούσαμε να γεννηθούμε οποιαδήποτε άλλη στιγμή μέσα στον άπειρο χρόνο, το γεγονός ότι δεν κατέχουμε τίποτε άλλο παρά ένα βραχύ σήμερα και οφείλουμε εντός αυτού να δείξουμε για ποιον λόγο και σκοπό γεννηθήκαμε τώρα και όχι κάποια άλλη στιγμή.

Πρέπει για την ύπαρξή μας να λογοδοτούμε ενώπιον του ίδιου μας του εαυτού· συνεπώς, θέλουμε να αποτελέσουμε και τους πραγματικούς πηδαλιούχους της ύπαρξης αυτής και να μην επιτρέψουμε να καταστεί τούτη όμοια με τυφλή σύμπτωση. Πρέπει να αντιμετωπίζουμε την ύπαρξή μας κάπως πιο τολμηρά και πιο ριψοκίνδυνα, αφού άλλωστε είναι σίγουρο πως, σε κάθε περίπτωση, εμείς πάντα θα τη χάνουμε.

Γιατί να προσκολλόμαστε σε τούτο το κομμάτι γης, σ’ εκείνο το επάγγελμα; Γιατί να αφουγκραζόμαστε αυτό που λέει ο πλησίον;

Είναι τόσο μικροαστικό να δεσμεύεσαι από απόψεις που μόλις διακόσια μίλια μακριά δεν είναι πια δεσμευτικές. Η Ανατολή και η Δύση είναι γραμμές που κάποιος χάραξε μπροστά στα μάτια μας με κιμωλία για να περιγελάσει τη λιποψυχία μας.

“Θα κάνω μια προσπάθεια να αποκτήσω την ελευθερία μου”, μονολογεί η νεανική ψυχή· και σε τούτο πρόκειται να την εμποδίσει το γεγονός ότι δύο έθνη τυχαίνει να μισούνται και να πολεμούν μεταξύ τους ή το ότι μία θάλασσα χωρίζει δύο ηπείρους ή το ότι γύρω της διδάσκεται μια θρησκεία που όμως πριν μερικές χιλιάδες χρόνια πριν δεν υφίστατο. “Δεν είσαι εσύ όλ’ αυτά”, λέει στον εαυτό της. “Κανένας δεν μπορεί να χτίσει για σένα τη γέφυρα στην οποία πρέπει εσύ ακριβώς να βαδίσεις για να περάσεις πάνω από το ποτάμι της ζωής· κανένας εκτός από σένα και μόνο. Υπάρχουν βέβαια αμέτρητα μονοπάτια και γέφυρες και ημίθεοι που θέλουν να σε μεταφέρουν στην απέναντι όχθη, τούτο όμως μόνο με αντίτιμο εσένα τον ίδιο· τον εαυτό σου θα έβαζες ενέχυρο και θα τον έχανες. “Υπάρχει στον κόσμο ένας και μόνο δρόμος που κανένας άλλος δεν μπορεί να διαβεί εκτός από εσένα. Πού οδηγεί; Μη ρωτάς, ακολούθησέ τον”.

Ποιος ήταν αυτός που είπε τη ρήση: “Ένας άνθρωπος δεν ανεβαίνει ποτέ ψηλότερα απ’ όσο όταν δεν ξέρει που ακόμη μπορεί να οδηγήσει ο δρόμος του”.

Πώς όμως θα ξαναβρούμε τον εαυτό μας; Πώς μπορεί ο άνθρωπος να γνωρίσει τον εαυτό του; Αυτός είναι πράγμα σκοτεινό και συγκαλυμμένο· κι αν ο λαγός έχει επτά δέρματα, ο άνθρωπος μπορεί να γδάρει τον εαυτό του επτά επί εβδομήντα φορές και πάλι να μην μπορεί να πει: “Αυτό λοιπόν είσαι πραγματικά, αυτό πλέον δεν έχει περικάλυμμα”.

Επιπλέον, είναι βασανιστικό, επικίνδυνο εγχείρημα το να ανασκάπτει κανείς τον εαυτό του κατά τέτοιον τρόπο και να εκβιάζει την κατάβασή του στα έγκατα της ουσίας του από την πιο κοντινή διαδρομή.

Πόσο εύκολα μπορεί κανείς έτσι να τραυματιστεί τόσο ώστε κανένας γιατρός να μην μπορεί να τον θεραπεύσει! Και πέραν τούτου, γιατί να είναι αναγκαίο κάτι τέτοιο τη στιγμή που όλα αποτελούν μαρτυρίες για την ουσία μας: οι φιλίες και οι έχθρες μας, το βλέμμα και η χειραψία μας και ό,τι ξεχνάμε, τα βιβλία μας και ο γραφικός μας χαρακτήρας;

Για την διεξαγωγή όμως της πλέον σημαντικής ανάκρισης, υπάρχει το εξής μέσο: να στρέψει η νεανική ψυχή το βλέμμα της πίσω και να κοιτάξει τη ζωή της με το ερώτημα: “Τι αγάπησες στ’ αλήθεια μέχρι τώρα, τι εξύψωσε την ψυχή σου, τι την κυρίευσε και συγχρόνως την αγαλλίασε; Βάλε τα λατρευτά αυτά αντικείμενα σε μια σειρά μπροστά σου και τούτα ίσως σου αποκαλύψουν, μέσω της φύσης τους και της σειράς τους, έναν νόμο, τον θεμελιώδη νόμο του αληθινού σου εαυτού. Σύγκρινε τούτα τα αντικείμενα, δες πώς το ένα συμπληρώνει το άλλο, το διευρύνει, το υπερβαίνει, το λαμπρύνει, πώς όλα αυτά μαζί σχηματίζουν μια σκάλα με την οποία εσύ σκαρφάλωνες μέχρι τώρα στον εαυτό σου· διότι η αληθινή ουσία σου δεν βρίσκεται βαθιά κρυμμένη μέσα σου, αλλά σε απροσμέτρητο ύψος πάνω από σένα ή, τουλάχιστον, πάνω απ’ αυτό που συνήθως εκλαμβάνεις ως το Εγώ σου.

“Οι αληθινοί παιδαγωγοί και διαμορφωτές σου σού αποκαλύπτουν ότι το αληθινό πρωταρχικό νόημα και το θεμελιώδες υλικό της ουσίας σου είναι κάτι εντελώς ανεπίδεκτο διαπαιδαγώγησης και διαμόρφωσης και οπωσδήποτε κάτι το δέσμιο, δυσπρόσιτο και παραλυμένο· οι παιδαγωγοί σου δεν μπορούν να είναι παρά μόνον ελευθερωτές σου. Κι αυτό είναι το μυστικό όλης της παιδείας: δεν παρέχει τεχνητά μέλη, κέρινες μύτες, διοπτροφόρα μάτια· απεναντίας, εκείνο που δεν θα κατόρθωνε να προσφέρει παρά μόνο τέτοια χαρίσματα θα ήταν απλώς το κακέκτυπο της διαπαιδαγώγησης. Η παιδεία είναι, αντιθέτως, απελευθέρωση, απομάκρυνση όλων των ζιζανίων, των σωρών από μπάζα, των σκουληκιών που θέλουν να βλάψουν τα τρυφερά βλαστάρια των φυτών, εκπομπή φωτός και θερμότητας, τρυφερό βουητό νυχτερινής βροχής· είναι μίμηση και λατρεία της φύσης εκεί όπου η φύση εμφανίζει μητρική κι ευσπλαχνική διάθεση, είναι τελείωση της φύσης όταν αποτρέπει τις φρικτές και ανελέητες επιθέσεις αυτής και τις μετατρέπει σε κάτι καλό, όταν καλύπτει μ’ ένα πέπλο τις εκδηλώσεις των άστοργων διαθέσεων αυτής και της θλιβερής της αφροσύνης”.

Θα υπάρχουν σίγουρα και άλλα μέσα για να βρει κανείς τον εαυτό του, για να βγει από τον λήθαργο μέσα στον οποίο πλανιέται συνήθως σαν σε θολό σύννεφο και να έλθει στον εαυτό του· εγώ όμως δεν ξέρω κανένα καλύτερο από το να αναλογίζεται κανείς τους παιδαγωγούς και τους διαμορφωτές του. Έτσι λοιπόν, σήμερα θα τιμήσω τη μνήμη του μόνου δάσκαλου και αυστηρότατου παιδαγωγού για τον οποίο μπορώ να καυχιέμαι: του Άρθουρ Σοπεγχάουερ [Arthur Schopenhauer] – προκειμένου αργότερα να τιμήσω τη μνήμη και άλλων.

Friedrich Nietzsche

Ξαναβρείτε τον δρόμο σας

Η μεγάλη κλοπή της ταυτότητάς σας ξεκίνησε λίγο μετά την άφιξή σας στη Γη. Οι γονείς, οι δάσκαλοι, τα αδέλφια σας, οι ιερείς και άλλες φιγούρες εξουσίας σας είπαν πως είστε απρεπείς, ασήμαντοι, άσχημοι, ανόητοι, ανάξιοι και αμαρτωλοί, πως ο κόσμος είναι μια επικίνδυνη ζούγκλα και ο κίνδυνος ελλοχεύει σε κάθε γωνιά. Με τον καιρό αρχίσατε να πιστεύετε αυτά τα απαίσια ψέματα, μέχρι που έφτασε η ημέρα που ξεχάσατε την εσωτερική σας ομορφιά, δύναμη, αθωότητα και ασφάλεια. Στο τέλος, υιοθετήσατε μια ταυτότητα αντιφατική ως προς την θεϊκή σας φύση και ζείτε έκτοτε, σαν να είστε κάποιος άλλος.  

 Υπάρχει μια ιστορία, όπου κάποιοι απαγάγουν μια πριγκιποπούλα, η οποία τελικά μεγαλώνει ανάμεσα στους ψαράδες. Μεγάλωσε μέσα στα ψάρια και έμαθε να ζει στις κακουχίες. Μετά από πολλά χρόνια, ένας από τούς υπηρέτες του βασιλιά βρήκε την πριγκίπισσα και την έφερε πίσω στο παλάτι. Οι γονείς της την καλωσόρισαν με χαρά και την οδήγησαν στο βασιλικό της δωμάτιο, που είχε ένα μαλακό κρεβάτι, μεταξένια σεντόνια, πολύχρωμα λουλούδια, αρώματα. Το πρώτο της βράδυ η πριγκίπισσα στριφογύριζε συνεχώς στο κρεβάτι της. «Πάρτε με από εδώ» φώναζε. «Θέλω να πάω στο σπίτι μου». Αυτό που δεν είχε καταλάβει η πριγκίπισσα είναι πως βρισκόταν ήδη στο σπίτι της. Η βασιλική ζωή ήταν δική της από τη γέννησή της. Όμως εκείνη είχε τόσο συνηθίσει να ζει μέσα στις δυσκολίες, που πίστευε πραγματικά πως αυτή ήταν η θέση της στη ζωή. Το φυσιολογικό δεν ταυτίζεται και με το φυσικό. Όπως η πριγκίπισσα, όλοι μας έχουμε συνηθίσει να ζούμε σε ψυχικές συνθήκες πολύ χειρότερες από αυτές που μας αξίζουν 

Για να ξαναβρείτε τον δρόμο προς το παλάτι, θα πρέπει να θυμηθείτε την αληθινή σας καταγωγή. Δεν είστε το άνομά σας, η ηλικία σας, το βάρος σας, η διεύθυνσή σας, η θρησκεία σας, οι προσωπικές σας σχέσεις, η θέση εργασίας σας, το περιεχόμενο του τραπεζικού σας λογαριασμού, η ιατρική διάγνωση για την υγεία σας ή οποιοδήποτε άλλο χαρακτηριστικό με το οποίο σας προσδιορίζει ο κόσμος. Μπορεί οι κοινωνικές συμβάσεις να σας αρχειοθετούν βάσει κατακερματισμένων απόψεων, αλλά εσείς είστε πάντοτε ακέραιοι και ολόκληροι, όπως δημιουργηθήκατε από την αρχή.  

Δημώναξ: Ευτυχισμένος είναι ο ελεύθερος

«Ο αληθινά ευτυχισμένος είναι ο ελεύθερος. Μιλώ για εκείνον που μήτε ελπίζει μήτε φοβάται τίποτα.» -Δημώναξ (Δημώνακτος Βίος, Λουκιανός Ζ΄, 20)
Ο Κύπριος φιλόσοφος Δημώναξ δεν είναι γνωστός. Τουλάχιστον όχι όσο ο συντοπίτης του, Ζήνων ο Κιτιεύς, ο ιδρυτής του Στωικισμού. Οι λόγοι είναι πολλοί. Κατ’ αρχάς ο Δημώναξ δεν ίδρυσε κάποιο φιλοσοφικό κίνημα, όπως ο Ζήνων, αλλά ακολούθησε την ήδη υπάρχουσα φιλοσοφία του Κυνισμού. Δεύτερον, η εποχή του (έζησε τον 1ο-2ο αιώνα μ.Χ.) δεν έχει να προσφέρει κάτι καινούργιο φιλοσοφικά.

Δεν υπάρχει η έκρηξη της φιλοσοφικής σκέψης των Προσωκρατικών και ο θάνατος του Σωκράτη έχει κάνει εμφανείς τις συνέπειές του με την ίδρυση των μεγάλων φιλοσοφικών σχολών (Κυνισμός, Επικουρισμός, Σκεπτικισμός, Στωικισμός). Στον Δημώνακτα δεν παραπέμπουν όπως στον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη ούτε υπομνηματίζουν. Δε θα γνωρίζαμε ούτε την παρουσία του, αν δεν υπήρχε ο Λουκιανός να γράψει τον βίο του. Ίσως να μην στοχαζόμασταν για την ελευθερία του, αν ο Νίκος Καζαντζάκης δεν επέλεγε να βάλει στον τάφο του το επίγραμμα:

«Δεν ελπίζω τίποτα, δε φοβούμαι τίποτα, είμαι λέφτερος».

Η γνωριμία του Καζαντζάκη με τη φιλοσοφία του Δημώνακτος ξεκινάει το 1911, όταν ο Ιωάννης Κονδυλάκης, επίσης Κρητικός, (του οποίου ο Καζαντζάκης ήταν θαυμαστής) εκδίδει τη μετάφραση των «Απάντων» του Λουκιανού, όπου, στο Ζ΄ Βιβλίο περιλαμβάνεται ο «Δημώνακτος Βίος». Ο Καζαντζάκης θαυμάζει τον Κονδυλάκη και εμπιστεύεται τη γνώμη του. Λίγα χρόνια νωρίτερα, ο νεαρός Καζαντζάκης, μόλις 23 ετών το 1906, είχε αποστείλει στον φτασμένο τότε λογοτέχνη και αρχισυντάκτη της αθηναϊκής εφημερίδας «Εμπρός» το πρώτο του βιβλίο «Όφις και κρίνο» (με το ψευδώνυμο Κάρμα Νιρβαμή) να το διαβάσει.

Έτσι ξεκινάει η σχέση τους. Ο Καζαντζάκης είναι δεινός αναγνώστης, λάτρης των αρχαίων και της φιλοσοφίας. Διαβάζει το έργο του Λουκιανού που έχει μεταφράσει ο Κονδυλάκης. Η ιδέα της ελευθερίας του Δημώνακτος φαίνεται να είναι ελκυστική για τον Κρητικό λογοτέχνη. Το 1922 ξεκινάει να γράφει την «Ασκητική», όπου διαβάζουμε:

«Τίποτα δεν υπάρχει! Μήτε ζωή, μήτε θάνατος. Κοιτάζω την ύλη και το νου σα δυο ανύπαρχτα ερωτικά φαντάσματα να κυνηγιούνται, να σμίγουν, να γεννούν και ν΄ αφανίζουνται, και λέω: «Αυτό θέλω!»

Ξέρω τώρα. Δεν ελπίζω τίποτα, δε φοβούμαι τίποτα, λυτρώθηκα από το νου κι από την καρδιά, ανέβηκα πιο πάνω, είμαι λεύτερος. Αυτό θέλω. Δε θέλω τίποτα άλλο. Ζητούσα ελευτερία.»

Η ιδέα της απόλυτης ελευθερίας του Δημώνακτος αποτέλεσε έμπνευση και για τον Ανώνυμο Έλληνα, συγγραφέα της «Ελληνικής Νομαρχίας» (Ήτοι Λόγος Περί Ελευθερίας) ένα προεπαναστατικό έργο που εκδόθηκε με έξοδα του συγγραφέα στην Ιταλία το 1806. Η ιδέα της ελευθερίας, συνυφασμένη με την απουσία ελπίδας και φόβου, είχε σκοπό έχει την εθνική αφύπνιση των Ελλήνων («προς ωφέλεια των Ελλήνων»):

«Και ο ελεύθερος ούτε ελπίζει, ούτε φοβείται εις ό,τι μέλλει να πράξη»

Ο Δημώναξ ούτε έλπιζε ούτε φοβόταν. Το απέδειξε με τη ζωή του, κατακτώντας την ευτυχία μέσα από την ελευθερία, κάνοντας πράξη την Κυνική φιλοσοφία. Έζησε ελεύθερος από κοινωνικές συμβάσεις και απατηλές ανάγκες. Ο Λουκιανός (σατιρικός συγγραφέας του 2ου αιώνα) μας μεταφέρει τον βίο του συγχρόνου του, Δημώνακτος, καθώς πιστεύει ότι αξίζει να διατηρηθεί η μνήμη του «άριστου των φιλοσόφων» και επειδή αποτελεί έξοχο παράδειγμα για τους νέους της εποχής του.

Ο Λουκιανός ξεκινά να περιγράφει τη ζωή του Δημώνακτος από την αφετηρία της. Ο Δημώναξ καταγόταν από την Κύπρο, γόνος πλούσιας οικογένειας με σημαντική κοινωνική θέση, αλλά «θεωρώντας τον εαυτό του άξιο για πράγματα ανώτερα, στράφηκε στη φιλοσοφία». Φυσικά, έζησε στην Αθήνα, στο κέντρο του κόσμου, του πολιτισμού, για να τον αρνηθεί στη συνέχεια. Δεν έφτασε στη φιλοσοφία του χωρίς πρώτα να μελετήσει ρητορική και φιλοσοφία ακόμη και να αποστηθίσει ποίηση. Γύμνασε το σώμα του στην αντοχή, ώστε να μην έχει την ανάγκη κανενός μέχρι τον θάνατό του, «γι’ αυτό μόλις ένιωσε ότι δεν ήταν πλέον αυτάρκης, έφυγε με τη θέλησή του από τη ζωή, αφήνοντας πίσω του μεγάλη υπόληψη για την προσωπικότητά του».

Για τη στάση της ζωής και τον χαρακτήρα του οι Αθηναίοι τον θαύμαζαν υπερβολικά σαν κάποιον ανώτερο άνθρωπο. Πολλοί επιζητούσαν τη συντροφιά του και η συναναστροφή μαζί του τους έκανε ευτυχέστερους. Αν και, όπως συνέβη και με τον Σωκράτη, βρέθηκαν κατήγοροι που συνασπίστηκαν εναντίον του, κατηγορώντας τον για αθεΐα, επειδή δεν έπαιρνε μέρος στις θρησκευτικές τελετές. Στην απολογία του ο Δημώναξ μίλησε με περίσσιο θάρρος υποστηρίζοντας ότι οι θεοί δεν έχουν ανάγκη τις θυσίες του. Με τον μειλίχιο λόγο του έπεισε τους Αθηναίους, που κρατούσαν ακόμη πέτρες στα χέρια τους, να ηρεμήσουν. Έτσι, άρχισαν να τον τιμούν και να τον σέβονται.

Ο Δημώναξ ως προσωπικότητα δεν ήταν σοβαροφανής, αντιθέτως τον διέκρινε ιλαρότητα. Ήταν μακρόθυμος, ποτέ δεν παθιαζόταν ούτε επέκρινε κάποιον για τα λάθη του (παρομοιάζοντας τον εαυτό του με τον γιατρό που θεραπεύει τις ασθένειες, αλλά δεν θυμώνει με τον ασθενή), θεωρώντας τα λάθη ανθρώπινα. Του είχαν μεγάλη αγάπη και σεβασμό, όχι μόνο στη Αθήνα αλλά σε ολόκληρη την Ελλάδα, σε σημείο που στον δρόμο τα παιδιά του πρόσφεραν φρούτα και τον φώναζαν «πατέρα», ενώ μια φορά που υπήρχε μια διένεξη στην Εκκλησία του Δήμου, μόλις μπήκε μέσα όλοι σώπασαν μόνο με την παρουσία του.

Δεν παρέλειπε να μιλάει για τη ματαιότητα της ανθρώπινης ύπαρξης, θεωρώντας πρόσκαιρα τα αγαθά για οποία περηφανεύονταν όσοι τα είχαν. Για τον ίδιο δεν είχαν καμία σημασία, άλλωστε τα είχε γνωρίσει και κατανόησε ότι δε φέρνουν την ευτυχία. Γι’ αυτό και τα αρνήθηκε. Ο ορισμός της ευτυχίας ήταν και ο ορισμός της ελευθερίας:

«Ο αληθινά ευτυχισμένος είναι ο ελεύθερος. Μιλώ για εκείνον που μήτε ελπίζει μήτε φοβάται τίποτα».

Όσα αφορούν τον άνθρωπο δεν αξίζουν ούτε την ελπίδα ούτε τον φόβο μας, πίστευε.

«Ευχάριστα και δυσάρεστα έχουν οπωσδήποτε ένα τέλος».

Όταν είδε κάποιον κλεισμένο σ’ ένα κατασκότεινο μέρος να πενθεί για τον θάνατο του γιου του, του είπε ότι είναι μάγος και θα του έφερνε το είδωλο του παιδιού του, αρκεί να του κατονόμαζε τρεις ανθρώπους που δεν είχαν πενθήσει για κανέναν. Άφησε τον πατέρα πολλή ώρα να σκέφτεται, αλλά φυσικά δεν είχε ούτε έναν ν’ αναφέρει. Τότε του είπε:

«Γελοίε άνθρωπε, νομίζεις πως είσαι ο ένας και μοναδικός που βασανίζεσαι από κακά ανυπόφορα, τη στιγμή που βλέπεις ότι δεν υπάρχει άνθρωπος που να μην έχει δοκιμάσει πένθος;»

Όταν τον ρώτησε κάποιος πώς θα ήθελε την κηδεία του, απάντησε «μην πολυσκοτίζεστε». Θα ήθελε να φανεί χρήσιμος ως νεκρός, γινόμενος βορά σε ζωντανούς οργανισμούς (όρνεα και σκυλιά). Όμως οι Αθηναίοι τον έθαψαν δημοσία δαπάνη. Στην κηδεία του, οι φιλόσοφοι τον μετέφεραν στους ώμους τους. Όλοι οι Αθηναίοι πήγαν για να τον τιμήσουν και τον πενθούσαν για πολύ καιρό, ενώ προσκυνούσαν και στεφάνωναν ακόμη και την πέτρα που καθόταν, θεωρώντας την ιερή. «Έφυγε απ’ τη ζωή ολόχαρος» στα εκατό του χρόνια, χρήσιμος στους φίλους του χωρίς να αποκτήσει εχθρούς.

Ο Δημώναξ, ο Κύπριος Κυνικός φιλόσοφος του 2ου μ.Χ. αιώνα ξεχάστηκε. Μαζί και η Κυνική φιλοσοφία, μία αξιοθαύμαστη στάση ζωής, ελεύθερη από τεχνητές συμβάσεις και φαινομενικές ανάγκες. Το επίγραμμα του Καζαντζάκη, αυτό που ο ίδιος επέλεξε να μας τον θυμίζει, είναι αυτό που και ο Δημώναξ θα ήθελε να κρατήσουμε από τη ζωή του. Μικρή σημασία έχει το ότι ο Καζαντζάκης δεν αναφέρει τον Κύπριο φιλόσοφο. Άλλωστε ούτε ο Δημώναξ θα επιθυμούσε κάτι τέτοιο. Ίσως ο Καζαντζάκης σεβόμενος την κυνική ζωή του Δημώνακτος, να τον απάλλαξε από μεταθανάτια φήμη. Ακόμα και οι Αστρονόμοι ονόμασαν έναν κρατήρα στη σκοτεινή πλευρά της Σελήνης «Δημώναξ», προς τιμήν του.

Είναι ευτυχία η ελευθερία; Όσο είμαστε υπόδουλοι των «αναγκών» μας δε θα το μάθουμε ποτέ.

Πλωτίνος: Φιλοσοφία και Έρως

Πλωτίνος: 204-270 μ. Χ.

Το ερωτικό στοιχείο στη φιλοσοφία του Πλωτίνου.

Ο Πλωτίνος στην Εννεάδα του περί του καλού (1,6,8-9) κατά διασκεπτικό τρόπο μας δίδει όλο το συναισθηματικό υπόβαθρο του Έρωτος, τον οποίο τοποθετεί σε γερά συμπαντικά θεμέλια. O φιλόσοφος επαναφέρει τη συζήτηση «περί έρωτος» μέσα από πλατωνικές ατραπούς στην οντολογική της βάση. Ο Πλωτινικός έρωτας πηγάζει μέσα από την μεγάλη Πρωταρχή (VI,9,4,28). Σε αυτή τη μεγάλη Πρωταρχή ανήκει η οντολογική και αξιολογική προτεραιότητα, η εσωτερική αυτο-ενδοσκόπηση του Υποκειμένου, η ενότητα με το Eν το οποίο ευρίσκεται πέρα και πάνω από όλα.

Ο Πλωτινικός Έρως είναι ένα καθαρά οντολογικό μέγεθος το οποίο αποσκοπεί στην επιστροφή του ανθρώπου στους συνειδησιακούς κόλπους του Ενός, της μεγάλης Αρχής, στη μέθεξη της πρώτης ουσίας του Πλωτινικού συστήματος. Η αρχή και μόνο της Εννεάδος «περί του καλού» μας αποσαφηνίζει για την έννοια του ερωτικού στοιχείου στον Πλωτίνο: (1,6,8) «Ας φύγουμε για την αγαπημένη μας πατρίδα, να η πιο σωστή συμβουλή». Ο έρωτας αποκτά οντολογικές διαστάσεις και δεν είναι βέβαια κοντόφθαλμος και σωματικά περιορισμένος. Καθίσταται υπόσταση του πνεύματος διότι ακριβώς εργάζεται για τη Δευτέρα μεταβλητή του Πλωτινικού συστήματος, το Νού. Είναι τρόπος νοητικός προκειμένου ο άνθρωπος να αποκτήσει ακόμη μία δύναμη και ενέργεια επικουρική στην οδό του προς την επιστροφή στο Έν.

Ο Πλωτίνος ο ίδιος αναφέρει (VI,7 35,25)ότι η ψυχή διά της ερωτικής επιθυμίας επιστροφής στο Έν γίνεται «νούς ερών, μεθυσθείς του νέκταρος». Υπάρχει ξεκάθαρη αναφορά στην υπέρβαση διά του νοός της ψυχής, από το επίπεδο του νοός «καίπερ καλού όντος» προς το Πρωταρχικό Έν, «αιρομένη η ψυχή υπό του δόντος τον έρωτα». Εξάλλου έχουμε την μαρτυρία του μαθητή του Πορφυρίου η οποία αποδεικνύει του λόγου το αληθές. Συγκεκριμένα στην αρχή της βιογραφίας του δασκάλου του ο Πορφύριος αναφέρει ότι ο δάσκαλός του διακατεχόταν από ντροπή για το σώμα του και για κάθε τι το οποίο πρόδιδε την καταγωγή του.

Η φιλοσοφική δικαιολόγηση είναι εύλογος. Ο Πλωτίνος μέσα από την έντονο ερωτική διάθεσή του προς το Έν, απεχθάνεται κάθε τι το μεταβλητό, το φθαρτό, το πρόσκαιρο. Η ύλη ως απουσία του ανωτέρου πνεύματος του Ενός υποπίπτει στο θάνατο και δεν κατέχει οντολογική αξία. Άρα ο Πλωτινικός Έρωτας ουσιαστικά αποκτά όχι μόνο οντολογική μορφή ως δύναμη επιστροφής στην Απαρχή. Καθίσταται δύναμη αιώνιος, η οποία νικά το χρόνο, ίπταται του χρόνου και πέρα από τα φθαρτά οδηγεί τον άνθρωπο στην άνω αιωνιότητα του Ενός. Η αλληγορία την οποία ο σοφός χρησιμοποιεί στην εννεάδα του «Περί του καλού» δεν μας αφήνει αμφιβολίες για όλα αυτά. Εκεί μας λέει ότι όπως έπραξε ο Οδυσσέας ο οποίος τελικά απελευθερώθηκε από τα κάλλη και τα θέλγητρα της Κίρκης και της Καλυψούς συνεχίζοντας το ταξίδι του προς τη Μεγάλη Πατρίδα, παρόμοια θα πρέπει να πράττει και ο κάθε ένας από εμάς. Η Πατρίδα μας από την οποία ήλθαμε στη γή, ο Πατέρας μας είναι στην Πρωταρχή του Ενός. Εκεί και προς τα Εκεί θα πρέπει όλοι να οδεύσουμε. Αυτή είναι η Ιθάκη για όλους τους νοήμονες ανθρώπους και κανένας Λαιστρυγών και κανένας λωτός δεν θα πρέπει να μας εμποδίσει από αυτό το υπέροχο ερωτικό ταξίδι επιστροφής. Άρα ο Πλωτινικός Έρωτας διαγράφει και τον σκοπό του ανθρώπου, γίνεται ένας μεγάλος σκοποθέτης, καθοδηγητής του ανθρώπου προς το Έν.

Ο Έρωτας στον Πλωτίνο προκαλεί τον άνθρωπο σε έναν άλλο τρόπο όρασης και θέασης των πραγμάτων, των προσώπων, του κόσμου. Ουσιαστικά ο φιλόσοφος στην εννεάδα του «Περί του καλού» αφ΄ ενός συσχετίζει τον Έρωτα ως επιστροφή στο Εν με το καλό, αφ΄ ετέρου μας προσφέρει και τον ερωτικό τρόπο επίτευξης της μεγάλης μέθεξης του Ενός. Συγκεκριμένα μας αναφέρει ότι η ερωτική επιστροφή προς το Εν δεν χρειάζεται κανένα αμάξι με άλογα ή κάποιο θαλάσσιο μέσο αλλά κατ΄ αρχήν ο άνθρωπος θα πρέπει να εγκαταλείψει όλα όσα τον κρατούν εδώ δέσμιο. Κλείνοντας τα σαρκικά μάτια μας βλέπουμε με τα εσωτερικά μάτια του πνεύματος τα οποία ανοίγουν την άλλη όραση η οποία συνδέει τον άνθρωπο με το Νου και την πορεία προς το Έν. Αναφέρεται (1,6,9) : « τι βλέπει λοιπόν η εσωτερική εκείνη όραση; Μόλις ξυπνήσει καθόλου δεν μπορεί να ίδει τα λαμπρά εκείνα όντα. Πρέπει λοιπόν η ψυχή πρώτα να αντικρύσει να συνηθίσει και να διακρίνει τους ωραίους τρόπους ζωής. Κατόπιν τα ωραία έργα όχι εκείνα που κατασκευάζουν οι τέχνες αλλά αυτά τα οποία κάνουν οι λεγόμενοι αγαθοί άνδρες. Κοίταξε μετά την ψυχή αυτών που κάνουν τα ωραία έργα».

Συζητούμε για την Πλωτινική παιδαγωγική δύναμη του έρωτος, προκειμένου ο Έρως του Ενός να γίνει δάσκαλος και παιδαγωγός στον άνθρωπο που επιθυμεί της μεγάλης επιστροφής. Το ανθρώπινο Υποκείμενο χωρίζει τη ζωή του από τα γήινα υλικά σχήματα και προσπαθεί να προσανατολισθεί προς την ανωτέρα Ψυχή και το Νου. Σημαντικοί άνθρωποι, που μέσα από τη ζωή τους κατάφεραν να δουν τον άλλο κόσμο με τα μάτια του πνεύματος, μπορούν να αποτελέσουν πρότυπο και οδηγό στην προσπάθεια του ανθρώπου να επιστρέψει στην Πατρίδα από όπου ήλθε. Δεν συζητούμε για μίμηση αλλά για βύθιση στις πρωταρχικές δυνάμεις του ήδη υπάρχοντος Ενός διά του ανθρωπίνου Νοός. Η πορεία είναι εξόχως εσωτερική, ο Έρωτας ως βούληση και δύναμη ωθεί το Υποκείμενο προς τα ανώτερα συναισθήματα και τις σκέψεις οι οποίες μέσα από το εσωτερικό εκχειλίζον ποτάμι της ανθρώπινης ύπαρξης οδηγεί στο Εν.

Ωστόσο δεν συζητούμε για μία ακριβώς επιτηδειότητα προς θέωση, η οποία εμφανίζεται για πρώτη φορά στα Αρειοπαγητικά και εν συνεχεία σε έργα του Μαξίμου του Ομολογητού. Αναμφίβολα το ερωτικό στοιχείο της μέθεξης του Ενός στη φιλοσοφία του Πλωτίνου εμπεριέχει και το στοιχείο της εσκεμμένης επιτήδευσης, της κατευθυνόμενης και σκοποθετημένης πορείας προς το Πάντοτε υπάρχον. Ούτως ή άλλως υπάρχει η πλατωνική παράδοση του Θεαίτητου, όπου η ομοίωσις με το Θεό αποτελεί φυγή της ψυχής, προκειμένου στον κόσμο του Νοός αυτή να σωθεί από την μίξη του σώματος, η οποία της επιφέρει την επαφή με το κακό. Συζητούμε βέβαια για μία μορφή θέωσης η οποία επιβάλλεται από τον Πλάτωνα. Ο Πλωτίνος όμως προχωρεί το όλο θέμα πέρα από την επιτηδειότητα. Λόγω των απορροών και των εκχειλίσεων του Ενός ο άνθρωπος έχει βαθυτάτη οντολογική αποστολή όπως επιστρέψει ανεπιτήδευτα και αυθορμήτως εσωτερικά στο Πρωταρχικό Εν.

Ο Πλωτίνος, σε αυτό το σημείο, οντολογικοποιεί την ερωτική πορεία της ψυχής προς το Εν, οντολογικοποιεί την Πλατωνική ερωτική πορεία της ψυχής προς τη θέωση. Αναμφίβολα το σώμα για τον Πλωτίνο είναι κάτι το κακό, επειδή ακριβώς παρατηρείται σε αυτό απουσία πνεύματος. Στην Εννεάδα του Περί του καλού (1,6,9) ο Νεοπλατωνικός φιλόσοφος ομιλεί για την εσωτερική όραση της ψυχής. Η ψυχή ορά το ανώτερο και επιθυμεί την πορεία προς αυτό· θεωρεί ότι οντικά δύναται να πορευθεί προς τον τόπο του Νοός, εκεί όπου η πνευματική απόλαυση υπερκεράζει κάθε υλική ευδαιμονία. Το δεύτερο κριτήριο της μη επιτηδειότητας του ερωτικού στοιχείου της Πλωτινικής ψυχής τίθεται ως ακολούθως:

Η ψυχή διακρίνει τους ωραίους τόπους εις τους οποίους μπορεί να πορευθεί και εκουσίως τους ακολουθεί. Ο Πλωτίνος είναι καταπληκτικός στην περιγραφή του τρόπου. Η ομορφιά της καλής ψυχής διακρίνεται όταν ο άνθρωπος αποσυρθεί στον εαυτό του, τον οποίο και παρατηρεί. Όπως ο δημιουργός του ωραίου αγάλματος, παρόμοια και ο άνθρωπος σμιλεύει με την σκέψη και την ενόραση του Ενός τον εαυτό του, ώστε το ερωτικό αυτό ταξίδι της ψυχής να καταλήξει στη Μεγάλη Πρωταρχή. Βέβαια παρατηρούμε και μία άλλη παράμετρο της ερωτικής διάστασης της Πλωτινικής φιλοσοφίας. Ο άνθρωπος ερά την ίδια του την ψυχή, θεωρώντας την διαφορετικά και οντολογικώς εξελικτικά. Ο έρωτας είναι συνεκτικός, επιθυμεί την αρχέγονη ένωση, δεν ενέχει τίποτε το εγωιστικό και το επιτηδευμένο, είναι το μέσο της ένωσης της ψυχής με την ωραία εικόνα του Ενός από την οποία αποκολλήθηκε.

Ποια όμως είναι η θέση της ελπίδας σε αυτό το ερωτικό ταξίδι της ψυχής; Ο όρος Ελπίς ανιχνεύεται δύο φορές στις Εννεάδες, ενώ το ρήμα ελπίζειν μόλις μία. Αυτό και μόνο το γεγονός δηλώνει ότι ο Πλωτίνος προσπάθησε να στηρίξει το σύστημά του σε απολύτως έλλογα οντολογικές βάσεις· το ερωτικό στοιχείο είναι η ήδη προϋπάρχουσα πορεία επιστροφής προς το Εν διά του Νοός, ο οποίος αποκαθαίρει την Ψυχή από τις επιρροές της Ύλης και την προωθεί προς την μεγάλη Πρωταρχή. Ο άνθρωπος δεν ελπίζει, διότι η ελπίδα αντικατοπτρίζει φόβο και απιστία, έλλειψη της απολύτου δυνάμεως επιστροφής στο Έν. Ως εκ τούτου ο έρωτας της Ψυχής προς την μεγάλη επιστροφή προς το Έν είναι αδήριτος, αναπόφευκτος και απόλυτος, μακριά από κάθε ελπίδα ή πίστωση της πραγματικότητας. Είναι ξεκάθαρη υπέρβαση αυτής της πραγματικότητας, πορεία προς το Ήδη υπάρχον.

Ο Πλωτίνος συνδέει στενά την έννοια της ύλης με εκείνη του χώρου, η ύλη είναι αντανάκλαση της υπερβατικής φύσης του νοητού. Η ελπίδα επεισέρχεται σε αυτό το σημείο, ώστε να συνδέσει την ψυχή με την πηγή της αντανάκλασης που είναι ο Ενικός και Υπερβατικός Νους. Η ελπίδα στον Πλωτίνο είναι το συνεκτικό μέγεθος ανάμεσα στην εικόνα και στο πραγματικό μέγεθος του Ενός το οποίο επιφαίνεται στην εικόνα (το μέγεθος του Ενός δεν είναι απλά δεκτικό αλλά καθεαυτό) προκειμένου η ερωτική πορεία να αποκτήσει έλλογες βάσεις και η ψυχή να ενδυναμώσει στην πορεία της από την εικόνα της ύλης προς το αρχέτυπο του Ενός. Η ελπίδα βοηθάει την ψυχή στην μεγάλη επιστροφή, διότι καλύπτει το νοητικό κενό ανάμεσα στην μεριστή ύλη και στο άπειρο Έν.

Στην 4η μάλιστα Εννεάδα («περί της εις τα σώματα καθόδου της ψυχής») η ελπίδα πλέον αναγράφεται στο γνωστικό επίπεδο. Ο φιλόσοφος αυτο-εξομολογείται (γινόμενος…εμαυτού είσω) ότι η ελπίδα στηρίζει την ερωτική πορεία της ψυχής προς το ταξίδι της προς το Εν, ο άνθρωπος γνωρίζει ότι μπορεί να συναντήσει όλους τους προγενεστέρους που ακολούθησαν την πορεία προς το Έν. Όμως θα πρέπει να σημειώσουμε ότι υπάρχει μια βασική διαφορά ανάμεσα στην Πλωτινική και την Πλατωνική ελπίζουσα ερωτική πορεία της ψυχής προς το Εν. Ο Πλωτίνος αλληλοπεριχωρεί την ερωτική πορεία του ανθρώπου προς το Εν εσωτερικά της ανθρώπινης ψυχής, πέρα από την Πλατωνική διαλεκτική που στηρίζει πολλά στη γνώση του Άλλου και στην επιστροφή σε αυτό.

Ο Πλωτίνος (πέρα από την εξωτερική διαλεκτική ανάμεσα στον άνθρωπο και στο Άλλο ως Αγαθό, το οποίο γνωρίζεται και καλεί τον άνθρωπο) διά της θεωρίας των εκχειλιζουσών απορροών θεωρεί την επιστροφή της ψυχής προς το Εν όχι ως ένα εξωτερικό ταξίδι ενός μεγέθους προς το Άλλο, αλλά ως μυστική και εσωτερική αναπόφευκτη επιστροφή του ανθρώπου προς τον πραγματικό και όχι τον Άλλο εαυτό του. Θα μας πει στην Εννεάδα ΙΙ(2,2,(12-14) «Η δε ψυχή περιθέουσα τον θεόν αμφαγαπάζεται και περί αυτόν ως οίον τε αυτή έχει». Η ψυχή απλώνεται από τον κόσμο της πολλότητας στον κόσμο της ενότητος και υπέρλογα ενώνεται με το Εν. Ο Πλωτίνος μάλιστα προσεγγίζοντας ερμηνευτικά το Πλατωνικό Συμπόσιο στην περί θεωρίας Εννεάδα (ΙΙΙ,5 7 , 24) αναφέρεται στον έρωτα ως «αμήχανον …διά την ένδειαν» αλλά και «ποριστικόν διά την του λόγου φύσιν». Επίσης αναφέρει για το κάθε ον «μόνον πληρούται αληθώς ό,τιπέρ και πεπλήρωται τη εαυτού φύσει» (21-22).

Άρα ο Πλωτινικός έρωτας δεν είναι απλή «επίσκεψις», που προσπαθεί να καλύψει τη γνωσιολογική ένδειά του με περισσές γνώσεις περί του Αγαθού, αλλά μια βαθύτατα εσωτερική, βιωματική και ενοποιητική επιστροφική κίνηση της ψυχής προς τον αρχέγονο εαυτό της, το Εν. Εξάλλου ο φιλόσοφος περίφημα το διατυπώνει αυτό «ήδη γάρ ούτως προς το Εν, και προς το ήσυχον ού μόνον των έξω, αλλά και προς αυτόν και πάντα είσω» (ΙΙΙ,8 6 37-40). Εννοείται ότι για τον Πλωτίνο δεν επεισέρχεται κανένα χριστιανικής απόχρωσης ερώτημα περί της σωτηρίας της ψυχής. Ίσως και γι’ αυτό τελικά ο Νεοπλατωνισμός ηττήθηκε από το χριστιανισμό και δεν επικράτησε στις ευρείες μάζες. Ο Πλωτίνος δεν μετέχει καμιάς εσχατολογικής ή μεσσιανικής συζήτησης, η οποία θα μπορούσε εξουσιαστικά να ελέγξει τα πλήθη. Ο έρωτας της ψυχής προς την επιστροφή στον Ενικό εαυτό της είναι εσωτερική ανάγκη της ψυχής, ταξίδι μυστικό, η αντίθετη απορροή και εκχείλιση προς το Εν. Η ψυχή αφ’ εαυτής επιζητεί την άνω πορεία προς τον πρώτο και πραγματικό εαυτό της· σε τούτη την πορεία της δεν χρειάζεται κάποιον θεό κριτή. Η ερώσα ψυχή επιθυμεί το αντικείμενο του έρωτος, το δίχως όρια Εν-Αγαθόν.

Ο Πλωτίνος ορθά μας παραδίδει ότι η ψυχή στο ερωτικό της ταξίδι προς το Εν δεν έλκεται από το κάλλος του Ενός, διότι αυτό αναπόφευκτα θα το βιώσει όταν ενωθεί μαζί του· τότε δεν θα το γνωρίσει θα το ζήσει (σε αυτό το σημείο ο οντολόγος Πλωτίνος ξεπερνά το γνωσιολόγο Πλάτωνα). Ήδη η ψυχή κατέχει το Ενικό κάλλος, διότι είναι μέρος του Ενός· όταν ενωθεί με το Εν θα το βιώσει. Η Πλατωνική γνωσιολογία εξωτερικεύει τις σχέσεις και καθιστά την ψυχή έτερον του Αγαθού, το οποίον νοείται ως Άλλον. Όμως ο Πλωτινικός έρωτας αποκαθιστά πάνω από όλα τις οντολογικές ισορροπίες. Η ψυχή επιθυμεί την μεγάλη επιστροφή προς αυτό το οποίο ήδη είναι, προς τον εαυτός της ως Εν.

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ: Ρητορική (1362b-1363b)

Ταῦτα μὲν οὖν σχεδὸν τὰ ὁμολογούμενα ἀγαθά ἐστιν· ἐν δὲ τοῖς ἀμφισβητησίμοις ἐκ τῶνδε οἱ συλλογισμοί. ᾧ τὸ ἐναντίον κακόν, τοῦτ᾽ ἀγαθόν. καὶ οὗ τὸ ἐναντίον τοῖς ἐχθροῖς συμφέρει· οἷον εἰ τὸ δειλοὺς εἶναι μάλιστα συμφέρει τοῖς ἐχθροῖς, δῆλον ὅτι ἀνδρεία μάλιστα ὠφέλιμον τοῖς πολίταις. καὶ ὅλως ὃ οἱ ἐχθροὶ βούλονται ἢ ἐφ᾽ ᾧ χαίρουσι, τοὐναντίον τούτου ὠφέλιμον φαίνεται· διὸ εἴρηται,

ἦ κεν γηθήσαι Πρίαμος.

ἔστι δ᾽ οὐκ ἀεὶ τοῦτο, ἀλλ᾽ ὡς ἐπὶ τὸ πολύ· οὐδὲν γὰρ κωλύει ἐνίοτε ταὐτὸ συμφέρειν τοῖς ἐναντίοις· ὅθεν λέγεται ὡς τὰ

[1363a] κακὰ συνάγει τοὺς ἀνθρώπους, ὅταν ᾖ ταὐτὸ βλαβερὸν ἀμφοῖν. καὶ οὗ μὴ ἔστιν ὑπερβολή, τοῦτο ἀγαθόν, ὃ δ᾽ ἂν ᾖ μεῖζον ἢ δεῖ, κακόν. καὶ οὗ ἕνεκα πολλὰ πεπόνηται ἢ δεδαπάνηται· φαινόμενον γὰρ ἀγαθὸν ἤδη, καὶ ὡς τέλος τὸ τοιοῦτον ὑπολαμβάνεται, καὶ τέλος πολλῶν, τὸ δὲ τέλος ἀγαθόν. ὅθεν ταῦτ᾽ εἴρηται,

κὰδ δέ κεν εὐχωλὴν Πριάμῳ
καὶ
αἰσχρόν τοι δηρόν τε μένειν.


καὶ ἡ παροιμία δὲ τὸ ἐπὶ θύραις τὴν ὑδρίαν. καὶ οὗ ‹οἱ› πολλοὶ ἐφίενται, καὶ τὸ περιμάχητον φαινόμενον· οὗ γὰρ πάντες ἐφίενται, τοῦτο ἀγαθὸν ἦν, οἱ δὲ πολλοὶ ὥσπερ πάντες φαίνονται. καὶ τὸ ἐπαινετόν· οὐδεὶς γὰρ τὸ μὴ ἀγαθὸν ἐπαινεῖ. καὶ ὃ οἱ ἐχθροὶ καὶ οἱ φαῦλοι ἐπαινοῦσιν· ὥσπερ γὰρ πάντες ἤδη ὁμολογοῦσιν, εἰ καὶ οἱ κακῶς πεπονθότες· διὰ γὰρ τὸ φανερὸν ὁμολογοῖεν ἄν, ὥσπερ καὶ φαῦλοι οὓς οἱ φίλοι ψέγουσι καὶ [ἀγαθοὶ] οὓς οἱ ἐχθροὶ μὴ ψέγουσιν. διὸ λελοιδορῆσθαι ὑπέλαβον Κορίνθιοι ὑπὸ Σιμωνίδου ποιήσαντος,

Κορινθίοις δ᾽ οὐ μέμφεται τὸ Ἴλιον.

Καὶ ὃ τῶν φρονίμων τις ἢ τῶν ἀγαθῶν ἀνδρῶν ἢ γυναικῶν προέκρινεν, οἷον Ὀδυσσέα Ἀθηνᾶ καὶ Ἑλένην Θησεὺς καὶ Ἀλέξανδρον αἱ θεαὶ καὶ Ἀχιλλέα Ὅμηρος. καὶ ὅλως τὰ προαιρετά· προαιροῦνται δὲ πράττειν τά τε εἰρημένα καὶ τὰ τοῖς ἐχθροῖς κακὰ καὶ τὰ τοῖς φίλοις ἀγαθὰ καὶ τὰ δυνατά· ταῦτα δὲ διχῶς ἐστιν, τά τε γενόμενα ἂν καὶ τὰ ῥᾳδίως γιγνόμενα· ῥᾴδια δὲ ὅσα ἢ ἄνευ λύπης ἢ ἐν ὀλίγῳ χρόνῳ· τὸ γὰρ χαλεπὸν ὁρίζεται ἢ λύπῃ ἢ πλήθει χρόνου. καὶ ἐὰν ὡς βούλονται· βούλονται δὲ ἢ μηδὲν κακὸν ἢ ἔλαττον τοῦ ἀγαθοῦ· τοῦτο δὲ ἔσται, ἐὰν ἢ λανθάνῃ ἢ ἡ τιμωρία μικρὰ ᾖ. καὶ τὰ ἴδια, καὶ ἃ μηδείς, καὶ τὰ περιττά· τιμὴ γὰρ οὕτω μᾶλλον. καὶ τὰ ἁρμόττοντα αὐτοῖς· τοιαῦτα δὲ τά τε προσήκοντα κατὰ γένος καὶ δύναμιν, καὶ ὧν ἐλλείπειν οἴονται καὶ ἂν μικρὰ ᾖ· οὐδὲν γὰρ ἧττον προαιροῦνται ταῦτα πράττειν. καὶ τὰ εὐκατέργαστα. δυνατὰ γὰρ καὶ ῥᾴδια· εὐκατέργαστα δὲ ἃ πάντες ἢ οἱ πολλοὶ ἢ οἱ ὅμοιοι ἢ οἱ ἥττους κατώρθωσαν. καὶ ἃ χαριοῦνται τοῖς φίλοις, ἢ ἃ ἀπεχθήσονται τοῖς ἐχθροῖς. καὶ ὅσα οὓς θαυμάζουσι προαιροῦνται πράττειν. καὶ πρὸς ἃ εὐφυεῖς εἰσιν καὶ ἔμπειροι· ῥᾷον γὰρ κατορθώσειν οἴονται. καὶ ἃ μηδεὶς φαῦλος· ἐπαινετὰ γὰρ μᾶλλον. καὶ ὧν ἐπιθυμοῦντες τυγχάνουσιν, οὐ γὰρ μόνον ἡδὺ ἀλλὰ καὶ βέλτιον φαίνεται. καὶ μάλιστα

[1363b] ἕκαστοι πρὸς ἃ φιλοτοίουτοι, οἷον οἱ φιλόνικοι εἰ νίκη ἔσται, οἱ φιλότιμοι εἰ τιμή, οἱ φιλοχρήματοι εἰ χρήματα, καὶ οἱ ἄλλοι ὡσαύτως. περὶ μὲν οὖν ἀγαθοῦ καὶ τοῦ συμφέροντος ἐκ τούτων ληπτέον τὰς πίστεις.

***
Αυτά είναι όσα όλοι λίγο πολύ οι άνθρωποι δέχονται ως καλά — στις περιπτώσεις που υπάρχει αμφισβήτηση, οι συλλογισμοί μας πρέπει να ξεκινούν από τις ακόλουθες προτάσεις: Καλό είναι καθετί που το αντίθετό του είναι κακό. Επίσης αυτό που το αντίθετό του συμφέρει στους εχθρούς μας· αν π.χ. το να είμαστε δειλοί συμφέρει πάρα πολύ στους εχθρούς μας, είναι φανερό ότι η ανδρεία είναι κάτι το εξαιρετικά ωφέλιμο στους πολίτες μας. Γενικά, το αντίθετο από αυτό που επιθυμούν οι εχθροί μας ή από αυτό με το οποίο χαίρονται, ολοφάνερα είναι ωφέλιμο για μας· γι᾽ αυτό και είπε ο ποιητής,

 αλήθεια, πολύ θα χαιρόταν ο Πρίαμος...

Δεν είναι, βέβαια, έτσι πάντοτε, είναι όμως έτσι τις περισσότερες φορές. Πραγματικά, τίποτε δεν εμποδίζει να είναι μερικές φορές το ίδιο πράγμα ωφέλιμο και στα δύο αντίπαλα μέρη· εξού και το λεγόμενο ότι

[1363a] τα κακά ενώνουν τους ανθρώπους, όταν το ίδιο πράγμα είναι βλαβερό και στις δυο πλευρές. Καλό είναι επίσης ό,τι δεν είναι υπερβολή· κακό είναι ό,τι είναι μεγαλύτερο από αυτό που θα έπρεπε να είναι. Καλό είναι επίσης καθετί που για χάρη του έχουν καταβληθεί πολλοί κόποι ή έχουν γίνει πολλά έξοδα· γιατί το πράγμα αυτό για πολύν καιρό ήδη ήταν κάτι ολοφάνερα καλό, και ένα τέτοιο πράγμα λογαριάζεται τελικός σκοπός, τελικός μάλιστα σκοπός πολλών προσπαθειών — και ο τελικός σκοπός είναι κάτι το καλό. Γι᾽ αυτό και ο ποιητής είπε,

και καύχημα στον Πρίαμο θα την αφήσετε
και
είναι ντροπή τόσον καιρό να έχεις μείνει·

έτσι και η παροιμία: δίπλα στην πόρτα του σπιτιού τη στάμνα. Καλό είναι επίσης αυτό που επιθυμούν και επιδιώκουν οι περισσότεροι άνθρωποι, και αυτό που μοιάζει στα μάτια τους άξιο για διεκδίκηση· καλό ήταν, πράγματι, για μας αυτό που επιθυμούν και επιδιώκουν όλοι: ολοφάνερα «οι περισσότεροι άνθρωποι» είναι κάτι σαν το «όλοι». Καλό είναι επίσης ό,τι επαινείται· γιατί κανείς δεν επαινεί κάτι που δεν είναι καλό. Καλό είναι επίσης αυτό που επαινούν οι εχθροί και οι ευτελείς άνθρωποι· γιατί είναι σαν να υπάρχει πια μια καθολική αναγνώριση, αν ακόμη και αυτοί που βλάφτηκαν από κάτι το αναγνωρίζουν ως καλό: η αναγνώρισή τους δεν μπορεί παρά να οφείλεται στο ότι είναι ολοφάνερο ότι πρόκειται για κάτι καλό· όπως είναι ευτελείς άνθρωποι αυτοί που τους κατηγορούν οι φίλοι τους και δεν τους κατηγορούν οι εχθροί τους. Αυτός είναι και ο λόγος που οι Κορίνθιοι θεώρησαν ότι τους συκοφάντησε ο Σιμωνίδης με τον στίχο του,

 για τους Κορίνθιους όμως δεν έχει να πει κατηγόρια η Τροία.

Καλό είναι επίσης αυτό που προτίμησε ένας φρόνιμος ή καλός άνθρωπος, άντρας ή γυναίκα, π.χ. η Αθηνά τον Οδυσσέα, ο Θησέας την Ελένη, οι θεές τον Αλέξανδρο και ο Όμηρος τον Αχιλλέα. Γενικά, καλά είναι τα πράγματα που οι άνθρωποι επιλέγουν και προτιμούν. Οι άνθρωποι λοιπόν προτιμούν να κάνουν α) αυτά που ήδη είπαμε, β) αυτά που είναι κακά για τους εχθρούς τους, γ) αυτά που είναι καλά για τους φίλους τους, δ) αυτά που μπορούν να γίνουν. Τα τελευταία αυτά είναι δύο ειδών: α) αυτά που θα μπορούσαν να γίνουν, β) αυτά που γίνονται εύκολα. Εύκολα είναι αυτά που γίνονται ή δίχως κόπο και ταλαιπωρία ή μέσα σε λίγο χρόνο· γιατί στον ορισμό του δύσκολου υπάρχει ή ο κόπος και η ταλαιπωρία ή το μήκος του χρόνου. Επίσης τα πράγματα που έρχονται όπως τα επιθυμούν οι άνθρωποι· φυσικά οι άνθρωποι επιθυμούν ή κάτι που δεν είναι καθόλου κακό ή κάτι που ως κακό είναι μικρότερο από το καλό που θα προκύψει από αυτό — είναι η περίπτωση που η βλάβη από το κακό ή δεν γίνεται αντιληπτή ή είναι ασήμαντη. Επίσης αυτά που είναι ολόδικά τους, αυτά που δεν κάνει κανένας άλλος και αυτά που είναι έξω από τα συνήθη — γιατί η τιμή είναι τότε μεγαλύτερη. Επίσης αυτά που τους ταιριάζουν· τέτοια είναι όσα προσιδιάζουν στην καταγωγή και στις δυνατότητές τους. Και αυτά επίσης που θεωρούν ότι τους λείπουν, όσο μικρά κι αν είναι· γιατί αυτό δεν μειώνει καθόλου την επιθυμία τους να τα κάνουν και αυτά. Και αυτά επίσης που η εκτέλεσή τους είναι εύκολη· γιατί, ως εύκολα που είναι, τα πράγματα αυτά μπορούν να γίνουν. Πράγματα εύκολα να εκτελεσθούν είναι αυτά που κατάφεραν να κάνουν όλοι οι άνθρωποι ή οι πιο πολλοί ή όμοιοι ή κατώτεροι άνθρωποι. Επίσης αυτά με τα οποία θα γίνουν ευχάριστοι στους φίλους τους ή δυσάρεστοι στους εχθρούς τους. Επίσης όσα επιλέγουν και προτιμούν να κάνουν αυτοί τους οποίους οι ίδιοι θαυμάζουν. Επίσης εκείνα για τα οποία διαθέτουν τα απαιτούμενα φυσικά προσόντα και την απαιτούμενη πείρα· γιατί θεωρούν ότι αυτά τα πράγματα θα τα πετύχουν ευκολότερα. Επίσης αυτά που δεν κάνει ένα κοινό και συνηθισμένο άτομο· γιατί αυτές οι πράξεις αξίζουν μεγαλύτερο έπαινο. Επίσης αυτά που συμβαίνει να ανταποκρίνονται στις επιθυμίες τους· γιατί τα πράγματα αυτά δεν φαίνονται μόνο ευχάριστα, αλλά και καλύτερα. Πάνω από όλα όμως

[1363b] η κάθε κατηγορία ανθρώπων επιλέγει και προτιμάει αυτά για τα οποία έχει ένα ξεχωριστό ενδιαφέρον· οι φιλόδοξοι π.χ. τη νίκη, οι λάτρεις των τιμών τις τιμές, οι φιλοχρήματοι τα χρήματα, και ούτω καθεξής. Από όλα αυτά λοιπόν ο συμβουλευτικός ρήτορας πρέπει να αντλεί τα αποδεικτικά του επιχειρήματα ενσχέσει με το καλό και με το συμφέρον.