Τετάρτη, 22 Ιανουαρίου 2020

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ - Βάκχαι (215-265)

ΠΕΝΘΕΥΣ
215 ἔκδημος ὢν μὲν τῆσδ᾽ ἐτύγχανον χθονός,
κλύω δὲ νεοχμὰ τήνδ᾽ ἀνὰ πτόλιν κακά,
γυναῖκας ἡμῖν δώματ᾽ ἐκλελοιπέναι
πλασταῖσι βακχείαισιν, ἐν δὲ δασκίοις
ὄρεσι θοάζειν, τὸν νεωστὶ δαίμονα
220 Διόνυσον, ὅστις ἔστι, τιμώσας χοροῖς,
πλήρεις δὲ θιάσοις ἐν μέσοισιν ἱστάναι
κρατῆρας, ἄλλην δ᾽ ἄλλοσ᾽ εἰς ἐρημίαν
πτώσσουσαν εὐναῖς ἀρσένων ὑπηρετεῖν,
πρόφασιν μὲν ὡς δὴ μαινάδας θυοσκόους,
225 τὴν δ᾽ Ἀφροδίτην πρόσθ᾽ ἄγειν τοῦ Βακχίου.
ὅσας μὲν οὖν εἴληφα, δεσμίους χέρας
σώιζουσι πανδήμοισι πρόσπολοι στέγαις·
ὅσαι δ᾽ ἄπεισιν, ἐξ ὄρους θηράσομαι,
[Ἰνώ τ᾽ Ἀγαυήν θ᾽, ἥ μ᾽ ἔτικτ᾽ Ἐχίονι,
230 Ἀκταίονός τε μητέρ᾽, Αὐτονόην λέγω,]
καί σφας σιδηραῖς ἁρμόσας ἐν ἄρκυσιν
παύσω κακούργου τῆσδε βακχείας τάχα.
λέγουσι δ᾽ ὥς τις εἰσελήλυθε ξένος,
γόης ἐπωιδὸς Λυδίας ἀπὸ χθονός,
235 ξανθοῖσι βοστρύχοισιν εὔοσμος κόμην,
οἰνωπός, ὄσσοις χάριτας Ἀφροδίτης ἔχων,
ὃς ἡμέρας τε κεὐφρόνας συγγίγνεται
τελετὰς προτείνων εὐίους νεάνισιν.
εἰ δ᾽ αὐτὸν εἴσω τῆσδε λήψομαι χθονός,
240 παύσω κτυποῦντα θύρσον ἀνασείοντά τε
κόμας, τράχηλον σώματος χωρὶς τεμών.
ἐκεῖνος εἶναί φησι Διόνυσον θεόν,
ἐκεῖνος ἐν μηρῶι ποτ᾽ ἐρράφθαι Διός·
ὃς ἐκπυροῦται λαμπάσιν κεραυνίαις
245 σὺν μητρί, Δίους ὅτι γάμους ἐψεύσατο.
ταῦτ᾽ οὐχὶ δεινὰ κἀγχόνης ἔστ᾽ ἄξια,
ὕβρεις ὑβρίζειν, ὅστις ἔστιν ὁ ξένος;
ἀτὰρ τόδ᾽ ἄλλο θαῦμα· τὸν τερασκόπον
ἐν ποικίλαισι νεβρίσι Τειρεσίαν ὁρῶ
250 πατέρα τε μητρὸς τῆς ἐμῆς, πολὺν γέλων,
νάρθηκι βακχεύοντ᾽· ἀναίνομαι, πάτερ,
τὸ γῆρας ὑμῶν εἰσορῶν νοῦν οὐκ ἔχον.
οὐκ ἀποτινάξεις κισσόν; οὐκ ἐλευθέραν
θύρσου μεθήσεις χεῖρ᾽, ἐμῆς μητρὸς πάτερ;
255 σὺ ταῦτ᾽ ἔπεισας, Τειρεσία· τόνδ᾽ αὖ θέλεις
τὸν δαίμον᾽ ἀνθρώποισιν ἐσφέρων νέον
σκοπεῖν πτερωτὰ κἀμπύρων μισθοὺς φέρειν.
εἰ μή σε γῆρας πολιὸν ἐξερρύετο,
καθῆσ᾽ ἂν ἐν βάκχαισι δέσμιος μέσαις,
260 τελετὰς πονηρὰς εἰσάγων· γυναιξὶ γὰρ
ὅπου βότρυος ἐν δαιτὶ γίγνεται γάνος,
οὐχ ὑγιὲς οὐδὲν ἔτι λέγω τῶν ὀργίων.
ΧΟ. τῆς δυσσεβείας. ὦ ξέν᾽, οὐκ αἰδῆι θεοὺς
Κάδμον τε τὸν σπείραντα γηγενῆ στάχυν,
265 Ἐχίονος δ᾽ ὢν παῖς καταισχυνεῖς γένος;

***
ΠΕΝΘΕΑΣ
Έτυχε να μη βρίσκομαι στη χώρα,
άκουσα όμως για τα νέα δεινά εδώ στην πόλη.
Οι γυναίκες μας εγκατέλειψαν, λέει, τα σπίτια
για υποτιθέμενες βακχείες
και τρέχουν στα όρη με τους βαθείς ίσκιους,
220 τιμώντας με χορούς τον νεόκοπο θεό Διόνυσο
—όποιος και αν είναι.
Στη μέση των θιάσων στέκουν, λέει, κρατήρες
με το κρασί να ξεχειλίζει
και άλλη εδώ άλλη εκεί μέσα στην ερημιά γλιστρά
και υπηρετεί τα κρεβάτια των ανδρών.
Προφασίζονται βέβαια πως είναι μαινάδες που ιερουργούν,
225 όμως την Αφροδίτη τη βάζουν πάνω από το Βάκχο.
Όσες έχω συλλάβει,
με τα χέρια τους δεμένα,
τις φρουρούν στις φυλακές οι άνδρες μου.
228 Εκείνες που διαφεύγουν θα τις κυνηγήσω στα όρη,
231 θα τις δέσω σφιχτά με σιδερένια δίχτυα
και θα τερματίσω μια κι έξω την ολέθρια βακχεία τους.

Λένε ακόμη ότι ήρθε και κάποιος ξένος,
ένας Λυδός εξορκιστής, ένας αγύρτης·
235 η κόμη του ξανθοί μυρωμένοι βόστρυχοι,
στο βλέμμα του λάμπει ο πόθος της Αφροδίτης·
μέρα και νύχτα συντροφεύει νεαρές γυναίκες,
υπόσχεται την έκσταση του Βάκχου.
Αν τον πετύχω εδώ στη χώρα,
240 θα του χωρίσω το κεφάλι από το σώμα
κι έτσι θα πάψει να χτυπά το θύρσο
και ν᾽ ανεμίζει τα μαλλιά του.
Εκείνος λέει ότι ο Διόνυσος είναι θεός,
εκείνος ότι έμεινε κάποτε ραμμένος στο μηρό του Διός,
ενώ τον έκαψαν οι φλόγες του κεραυνού,
αυτόν και τη μητέρα του,
245 που είπε το ψέμα ότι πλάγιασε με τον Δία.
Γι᾽ αυτά που λέει ο ξένος, όποιος κι αν είναι,
για την ύβρη των ύβρεων,
του αξίζει —ναι ή όχι;— η φρίκη της αγχόνης;

Άλλο πάλι τούτο!
Ο μάντης Τειρεσίας, που εξηγεί τα παράδοξα,
να φορά παρδαλό δέρμα ελαφιού!
250 Και ο πατέρας της μητρός μου
—να ξεκαρδίζεσαι στα γέλια—
να βακχεύει θυρσοφόρος!
Δεν υποφέρεται, γέροντά μου,
να σας βλέπω να ανοηταίνετε στα γεράματά σας.
Δεν θα πετάξεις από πάνω σου τον κισσό;
Δεν θα ελευθερώσεις το χέρι σου από το θύρσο,
πατέρα της μητρός μου;
255 Εσύ τον έπεισες, Τειρεσία.
Κόπτεσαι να εισαγάγεις στους ανθρώπους έναν ακόμη νέο θεό,
για να οιωνοσκοπείς και να εισπράττεις από την πυρομαντεία.
Αν δεν σε έσωζαν τα λευκά γηρατειά σου,
θα καθόσουν ήδη δέσμιος ανάμεσα στις βάκχες,
260 γι᾽ αυτές τις ύποπτες ιερουργίες που εισάγεις.
Γιατί όταν στις εορτές των γυναικών έρθει η λάμψη του κρασιού,
τότε —άκουσέ με— καμιά ιερουργία δεν είναι αθώα.
ΧΟΡΟΣ
Το μέγεθος της ασεβείας σου!
Ξένε, δεν σέβεσαι τους θεούς;
Ούτε τον Κάδμο,
που έσπειρε τον καρπό των γεννημένων από τη γη;
265 Είσαι γιος του Εχίονος, και ντροπιάζεις το γένος σου;

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ - ΤΑΥΡΟΣ

ΤΑΥΡΟΣ
(αστερισμός)
 
Για τον αστερισμό του Ταύρου ο Ερατοσθένης* (1.14) παραδίδει ότι μπορεί να είναι ο ταύρος που έφερε την Ευρώπη από τη Φοινίκη στην Κρήτη ή για να τιμήσει το ζώο στο οποίο είχε μεταμορφωθεί η Ιώ. Και στις δύο περιπτώσεις ο καταστερισμός έγινε από τον Δία και για ερωτικές ιστορίες στις οποίες εμπλέκεται ο ίδιος.
 
1. Δίας και Ευρώπη
Ευρώπη ονομαζόταν η κόρη της Τηλέφασσας ή της Κασσιέπειας και του Φοίνικα, γιου του Αγήνορα ή και του ίδιου του Αγήνορα. Ο έρωτας που ενέπνευσε στον Δία και η αρπαγή της από αυτόν θυμίζουν την ιστορία της Περσεφόνης και του Πλούτωνα ή τη συνάντηση του Οδυσσέα και της Ναυσικάς. Και αυτή έπαιζε με τις συντρόφισσές της και μάζευε άνθη σε θαλερό τοπίο στην ακρογιαλιά της Τύρου ή της Σιδώνας, όπου βασίλευε ο πατέρας της. Εκεί την είδε ο Δίας. Για να την πλησιάσει μεταμορφώθηκε σε ήρεμο κάτασπρο ταύρο**, με κέρατα σαν μισοφέγγαρο το καθένα, που πήγε και ξάπλωσε στα πόδια του κοριτσιού. Τον φόβο διαδέχθηκε η επιθυμία της Ευρώπης να καθίσει στη ράχη του. Γρήγορος σαν αστραπή, εκείνος ανασηκώθηκε και όρμησε στη θάλασσα ώστε να μην προλάβει η κόρη να κατεβεί αλλά ούτε και κανένας να προλάβει να παρέμβει. Το ζευγάρι συνόδευε πομπή (δελφίνια, Νηρηίδες, Τρίτωνες, Ποσειδώνας) μέχρι την Κρήτη. Αγκιστρωμένη στα κέρατα η Ευρώπη, κατέβηκε από τη ράχη του ζώου στη Γόρτυνα, όπου οι Ώρες ετοίμασαν το νυφικό κρεβάτι στο Δικταίον άντρον, τόπο γέννησης του Δία, ή στη Γόρτυνα, πλάι στον ποταμό Ληθαίο και κάτω από πλατάνια που από τότε δεν έχαναν ποτέ το φύλλωμά τους (δενδρολατρεία) ή στο Ιδαίον άντρο. Από την ένωση του ζευγαριού προέκυψαν τρία παιδιά, ο Μίνωας, ο Σαρπηδόνας, ο Ραδάμανθυς.
 
2. Δίας και Ιώ, βλ. Ιώ.
---------------------------
*Αστερισμός του Ταύρου
 
Οὗτος λέγεται ἐν τοῖς ἄστροις τεθῆναι διὰ τὸ Εὐρώπην ἀγαγεῖν ἐκ Φοινίκης εἰς Κρήτην διὰ τοῦ πελάγους, ὡς Εὐριπίδης φησὶν ἐν τῷ Φρίξῳ· χάριν δὲ τούτου ἐν τοῖς ἐπιφανεστάτοις ἐστὶν ὑπὸ Διὸς τιμηθεὶς. ἕτεροι δέ φασι βοῦν εἶναι τῆς Ἰοῦς μίμημα· χάριν δὲ ἐκείνης ὑπὸ Διὸς ἐτιμήθη [τὸ ἄστρον].
Τοῦ δὲ Ταύρου τὸ μέτωπον σὺν τῷ προσώπῳ αἱ Ὑάδες καλούμεναι περιέχουσιν· πρὸς δὲ τῇ ἀποτομῇ τῆς ῥάχεως ἡ Πλειάς ἐστιν ἀστέρας ἔχουσα ἑπτά, διὸ καὶ ἑπτάστερος καλεῖται· οὐχ ὁρῶνται δὲ εἰ μὴ ἕξ, ὁ δὲ ἕβδομος ἀμαυρός ἐστι σφόδρα.
Ερατοσθένης, Καταστερισμοί, 1,14
 
** Ο ταύρος έχει μια ιδιαίτερη παρουσία στην κρητική μυθολογία και ιστορία. Για τη λατρεία και τους μύθους που τον περιβάλλουν στον μεσογειακό χώρο, βλ. The Bull in the Mediterranean World, 2003

Ο Αριστοτέλης και η διαφοροποίηση του ακρατή από τον ακόλαστο

Συνεχίζοντας το δεύτερο βιβλίο από τα «Ηθικά Μεγάλα» ο Αριστοτέλης διαχωρίζει την ακράτεια από τη μαλθακότητα: «Η ακράτεια και η μαλθακότητα δεν είναι το ίδιο πράγμα· η μαλθακότητα και ο μαλθακός, από τη μία, είναι αυτός που δεν μπορεί να αντέξει τους κόπους και τα βάσανα, όχι βέβαια κάθε είδους κόπους και βάσανα αλλά εκείνα τα άφευκτα που ένας άλλος θα τα άντεχε· ο ακρατής, από την άλλη, είναι αυτός που δεν μπορεί να αντέξει τις ηδονές, αλλά κατανικιέται από αυτές και άγεται και φέρεται» (1202b 6.28).
 
Κι αμέσως μετά από αυτό το διαχωρισμό ο Αριστοτέλης διερωτάται: «Άραγε ακόλαστος και ακρατής είναι το ίδιο πράγμα; Ή μήπως όχι;» (1202b 6.29 και 1203a 6.29). Η απάντηση θα δοθεί αμέσως: «… ο ακόλαστος χαρακτηρίζεται από την ιδιότητα να φαντάζεται πως όσα κάνει, αυτά είναι και τα καλύτερα γι’ αυτόν και τα συμφερότερα, και δε βρίσκει καμία λογική αντίρρηση ενάντια σε όσα του φαίνονται ηδονικά· ο ακρατής, αντίθετα, έχει το λογικό, που τον κατευθύνει ενάντια σε όσα τον τραβά η επιθυμία» (1203a 6.29).
 
Το δεδομένο ότι ο ακόλαστος δε διαφέρει από τον ακρατή στις πράξεις (αφού και οι δύο επιδίδονται στις σωματικές ηδονές) αλλά στη σκέψη (ο ακρατής έχει επίγνωση της χαμηλής ποιότητας των ενεργειών του, ενώ ο ακόλαστος θεωρεί ότι συμπεριφέρεται σωστά), δίνει την εντύπωση ότι ο ακόλαστος έχει περισσότερες πιθανότητες να διορθωθεί από τον ακρατή: «Διότι αυτός, αν αποκτήσει τη λογική, και καταλάβει ότι οι πράξεις του είναι κακές, δεν πρόκειται να τις ξαναπράξει· στον ακρατή, όμως, υπάρχει ήδη η λογική, κι όμως αυτός φτάνει στην πράξη· άρα ο ακρατής φαίνεται να είναι μάλλον ανίατος» (1203a 6.30).
 
Ο ακόλαστος δείχνει να εντάσσεται περισσότερο στους ανθρώπους που σφάλλουν λόγω κακής υποκειμενικής άποψης θυμίζοντας τη σωκρατική ρήση «ουδείς έκων κακός». Εκ πρώτης όψεως φαίνεται ότι αυτό θα απλουστεύσει τη βελτίωσή του, αφού η κατανόηση του λάθους είναι αρκετή για την αλλαγή της συμπεριφοράς του. Η πρώτη, όμως, αυτή εντύπωση κρίνεται απατηλή. Όταν τα πράγματα τεθούν στη σωστή τους βάση θα αποδειχθεί το αντίθετο.

Ακόμη κι αν ο ακόλαστος φαινομενικά μπορεί να διορθωθεί ευκολότερα από τον ακρατή, δε σημαίνει ότι βρίσκεται σε καλύτερη θέση: «Αλλά ποιος από τους δύο βρίσκεται σε χειρότερη θέση, αυτός που δεν κατέχει κανένα αγαθό <ή αυτός που κατέχει κάποιο αγαθό> αλλά μαζί με τα άσχημα που προαναφέραμε; Σίγουρα ο πρώτος, και μάλιστα τόσο χειρότερα όσο χειρότερα λειτουργεί εκείνο το πολυτιμότατο στοιχείο του» (1203a 6.31).
 
Κι ο Αριστοτέλης θα διευκρινίσει αμέσως: «Ο ακρατής, με άλλα λόγια, κατέχει ένα αγαθό, τον ορθό λόγο, ενώ ο ακόλαστος αυτό το στερείται. Με δεδομένο ότι ο λόγος είναι η αρχή κάθε πράγματος, στην περίπτωση του ακρατούς η πολυτιμότατη αυτή αρχή είναι σε καλή κατάσταση, ενώ αντίθετα του ακόλαστου σε κακή κατάσταση· άρα ο ακόλαστος είναι σε χειρότερη θέση από τον ακρατή» (1203a 6.31-6.32).
 
Η συμπεριφορά του ακόλαστου οφείλεται στην εσφαλμένη λογική του κρίση, ενώ του ακρατή σε ψυχική αδυναμία. Η διαφορά αυτή καθιστά τον ακόλαστο περισσότερο απεχθή, αφού η λογική του αντί να υπηρετήσει την αρετή τον οδηγεί προς την αντίθετη κατεύθυνση. Κι αυτή είναι η αρχή της κακίας: «Στον ακόλαστο ενυπάρχει αρχή κακίας. Διότι στο βαθμό που προβαίνει σε κακές πράξεις έχοντας γι’ αυτές την έγκριση του λογικού, το οποίο θεωρεί πως πρέπει όντως να γίνουν αυτές, η αρχή που υπάρχει μέσα στον ακόλαστο δεν είναι υγιής. Αυτή είναι η αιτία που ο ακρατής θα θεωρούνταν καλύτερος του ακόλαστου» (1203a 6.34).

Η λογική κρίνεται ως καθοριστικό σημείο («αρχή») της κακίας κι αυτός είναι ο λόγος που η κακία αφορά μόνο τους ανθρώπους κι όχι τα ζώα: «Το ίδιο μπορεί να φανεί και με αναφορά σε εκείνη τη μορφή κακίας τη θηριωδία· αυτή δε συναντάται σε θηρία αλλά μόνο στον άνθρωπο· η θηριωδία, δηλαδή, είναι απλώς το όνομα της υπερβολικής κακίας – για ποιο λόγο; Όχι για τίποτε άλλο αλλά μόνο για το ότι στα θηρία δεν υπάρχει αρχή κακίας· αυτή η αρχή είναι ο λόγος» (1203a 6.33).
 
Η αριστοτελική άποψη που διατυπώθηκε στα «Πολιτικά» ότι «η χειρότερη μορφή αδικίας είναι εκείνη που διαθέτει όπλα» (1253a 35), επιβεβαιώνεται και εδώ. Με δεδομένο ότι στα «Πολιτικά» ως κύριο όπλο εννοούνταν η λογική (μαζί με τα πάθη), η διαπίστωση στα «Ηθικά Μεγάλα» ότι η αρχή της κακίας είναι η λογική που δεν υπηρετεί την αρετή, γίνεται σαφές ότι δεν υπάρχει πιο επικίνδυνο ον από τον άνθρωπο που διαθέτει αυτά τα εφόδια στην υπηρεσία του κακού.
 
Κανένα λιοντάρι δεν μπορεί να είναι κακό, γιατί δεν έχει λογική, και βέβαια δεν μπορεί να προξενήσει τις συμφορές που είναι σε θέση να προκαλέσει ο άνθρωπος κάνοντας χρήση της λογικής του: «ποιος άραγε θα προξενούσε μεγαλύτερες συμφορές, ένα λιοντάρι ή ο Διονύσιος και ο Φάλαρις και ο Κλέαρχος» (πρόκειται για τρεις τυράννους) «και όποιος άλλος είναι τόσο υπερβολικά κακός άνθρωπος όσο αυτοί; Δεν είναι προφανές ότι αυτοί; Διότι η αρχή που υπάρχει μέσα τους και είναι κακή έχει μεγάλη αρνητική επίδραση, ενώ στα θηρία δεν υπάρχει καν μια τέτοια αρχή» (1203a 6.33).
 
Κι αυτός ακριβώς είναι ο λόγος που ο ακόλαστος κρίνεται χειρότερος από τον ακρατή. Η ακολασία παρουσιάζεται ως πραγμάτωση του κακού, αφού στρέφει τη λογική στην υπηρεσία του. Ο ακόλαστος μπορεί να γίνει κτηνώδης. Η λογική μπορεί να τον ωθήσει στην επινόηση των πιο επαίσχυντων διαστροφών. Ο ακρατής, αν και συμπεριφέρεται επίσης αχαλίνωτα, έχει επίγνωση του λάθους. Εν τέλει αισθάνεται άσχημα. Είναι περισσότερο θύμα των παθών του. Στο βάθος είναι δυστυχής.
 
Εν τέλει, ο Αριστοτέλης αποδίδει την κακία του ακόλαστου στη φύση: «Ο ακόλαστος ο ίδιος είναι άνθρωπος κακός από τη φύση, οπότε για τούτο ακριβώς και το λογικό μέσα του είναι επίσης κακό» (1203b 6.41). Η εκδοχή της ακολασίας σε φυσικό ελάττωμα καθιστά τη διόρθωση του ακόλαστου σχεδόν αδύνατη: «Διότι όσα ανάγονται στη φύση επιδέχονται πιο δύσκολα θεραπεία από όσα είναι θέμα συνήθειας (μάλιστα η συνήθεια για τούτο ακριβώς θεωρείται ισχυρή, για το λόγο ότι καθίσταται δεύτερη φύση)» (1203b 6.40).
 
Τα πράγματα μπαίνουν στη θέση τους. Το αρχικό φαινομενικό συμπέρασμα που ήθελε τον ακόλαστο να αλλάζει ευκολότερα από τον ακρατή καταρρίπτεται ανεπιστρεπτί. Αυτό που φαίνεται εξαρχής δε σημαίνει ότι ισχύει.

Ο Αριστοτέλης ξεκαθαρίζει: «Με τον ακρατή δεν είναι έτσι τα πράγματα· δεν είναι η φύση η αιτία ώστε το λογικό του να μην είναι καλό (διότι σε μια τέτοια περίπτωση θα έπρεπε ο λόγος του να είναι κακός, αν ο ακρατής ήταν λόγω φύσεως άνθρωπος κακός)· άρα ο ακρατής φαίνεται ότι είναι κακός λόγω συνήθειας, ενώ αντίθετα ο ακόλαστος λόγω φύσεως· έτσι ο ακόλαστος δεν μπορεί να θεραπευτεί τόσο εύκολα. Διότι η μια συνήθεια μπορεί να χτυπηθεί από μία άλλη, ενώ η φύση δε χτυπιέται με τίποτα» (1203b 6.41 και 1204a 6.41-6.42).
 
Από κει και πέρα, ο Αριστοτέλης θα διακρίνει δύο μορφές ακράτειας: «Η ακράτεια διαιρείται σε δύο είδη: η πρώτη είναι ορμητική [προτρεπτική] και μη προμελετημένη και προκύπτει ξαφνικά (παράδειγμα: βλέπουμε μια ωραία γυναίκα, και αμέσως κάτι παθαίνουμε, και από το πάθος προξενείται μια ορμή να πράξουμε κάτι από αυτά που ίσως δεν έπρεπε να πράξουμε)· η δεύτερη μορφή μοιάζει με ασθένεια και συνυπάρχει με το λογικό που προσπαθεί να λειτουργήσει αποτρεπτικά» (1203a 6.35).
 
Για το πρώτο είδος ακράτειας ο Αριστοτέλης φαίνεται περισσότερο επιεικής: «Η πρώτη μορφή ακράτειας ίσως δεν μπορεί να θεωρηθεί άξια μεγάλου ψόγου· μάλιστα η μορφή αυτή συναντάται σε ενάρετους ανθρώπους, σε όσους ακριβέστερα από αυτούς είναι θερμόαιμοι και ευφυείς» (1203a 6.36 και 1203b 6.36).
 
Αντίθετα, για το δεύτερο είδος έχει επικριτικότερη στάση: «Η άλλη, πάλι, μορφή» (ακράτειας εννοείται) «συναντάται σε ανθρώπους ψυχρούς και μελαγχολικούς· σ’ αυτούς τους τελευταίους αποδίδεται ψόγος» (1203b 6.36).
 
Η λόγος που προφανώς η δεύτερη μορφή ακράτειας παρουσιάζεται ως χειρότερη έχει να κάνει και πάλι με την παρουσία της λογικής. Στην πρώτη περίπτωση ο ακρατής συμπεριφέρεται αυθόρμητα, θα έλεγε κανείς ενστικτωδώς. Στη δεύτερη υπάρχει πάλη με τη λογική που προσπαθεί να λειτουργήσει αποτρεπτικά αλλά αποτυγχάνει. Για τον Αριστοτέλη η πλήρης απουσία της λογικής σε μια τέτοια στιγμή (φαίνεται ότι) είναι πιο κατανοητή. Όχι όμως ότι δεν είναι κατακριτέα.

Μετά την ολοκλήρωση της διάκρισης ανάμεσα στον ακόλαστο και στον ακρατή σειρά έχει η διερεύνηση του φρόνιμου ανθρώπου: «Με δεδομένα, τώρα, πρώτον ότι ο ακρατής είναι ο άνθρωπος που έχει τη γνώση πλην όμως αυτή δε λειτουργεί αποτρεπτικά, και δεύτερον ότι ο φρόνιμος είναι ο άνθρωπος που προσεγγίζει θεωρητικά τα πάντα με κριτήριο τον ορθό λόγο, γίνεται άραγε να είναι ο φρόνιμος ακρατής; Ή μήπως όχι;» (1204a 6.43).
 
Θα λέγαμε ότι η διερεύνηση αυτή γίνεται περισσότερο για λόγους μεθοδολογίας. Η απάντηση είναι απολύτως αναμενόμενη: «Αν ακολουθήσουμε προσεκτικά τις συνέπειες όσων έχουμε πει, δεν πρόκειται ο φρόνιμος να είναι ακρατής. Διότι ορίσαμε τον φρόνιμο ως εξής: ο άνθρωπος που όχι μόνο έχει τον ορθό λόγο, αλλά προβαίνει και στις πράξεις που του εισηγείται ο λόγος ως άριστες· αλλά αν ο φρόνιμος πράττει άριστα, τότε δεν μπορεί να είναι ακρατής. Ένας τέτοιος άνθρωπος είναι επιτήδειος» (1204a 6.43).
 
Μοιραία επανερχόμαστε στο διαχωρισμό του φρόνιμου από τον επιτήδειο. Ενώ και οι δύο είναι σε θέση να κάνουν τα χρήσιμα, ο φρόνιμος ακολουθεί πάντα το δρόμο της αρετής σε αντίθεση με τον επιτήδειο που μπορεί να μεταχειριστεί και άλλα μέσα: «επιτήδειος ονομάζεται και ένας άνθρωπος κακός, παράδειγμα ο Μέντωρ, που θεωρείται ότι ήταν μεν επιτήδειος, όχι όμως και φρόνιμος άνθρωπος» (1197b 34.20). (Σχετικά με τον Μέντορα ο μεταφραστής Βασίλης Μπετσάκος παραθέτει στα σχόλια: «πρόκειται για τον Μέντορα που ενεχόταν στην καταδίκη του Ερμεία πεθερού του Αριστοτέλη»).
 
Εν τέλει, ο φρόνιμος θα κάνει αυτά που πρέπει, ενώ ο επιτήδειος όχι: «Μπορεί βέβαια να έχουν να κάνουν με τα ίδια πράγματα, αλλά ο ένας έχει την τάση να προβαίνει στην πράξη όσων πρέπει, ο άλλος το αντίθετο» (1204a 6.44). Γι’ αυτό ο επιτήδειος δεν αποκλείεται να είναι ακρατής: «Άρα ο επιτήδειος μπορεί να είναι ακρατής (διότι δεν έχει την τάση να πράττει αυτά ακριβώς στα οποία είναι επιτήδειος)· αντίθετα, ο φρόνιμος δε γίνεται να είναι ακρατής» (1204a 6.44).
 
Αυτό που μένει είναι η διαφοροποίηση του σώφρονα από τον εγκρατή: «η εγκράτεια είναι επακόλουθο της σωφροσύνης, και θα είναι ο σώφρων εγκρατής, χωρίς αυτό να συνεπάγεται πως και ο εγκρατής θα είναι σώφρων. Διότι σώφρων είναι αυτός που δεν έχει πάθη, ενώ ο εγκρατής αυτός που έχει αλλά τα ελέγχει ή τουλάχιστον μπορεί και τα αντέχει· κανένα από αυτά τα δύο δεν είναι γνώρισμα του σώφρονος· γι’ αυτό και ο εγκρατής δεν είναι υποχρεωτικά και σώφρων» (1203b 6.38).
 
Το ότι ο σώφρων, ζει απαλλαγμένος από τα πάθη (κι ως εκ τούτου είναι αναγκαστικά κι εγκρατής) δεν υπονοεί ότι η σωφροσύνη είναι κάτι που δίνεται από τη φύση. Ο σώφρων κατάφερε να απαλλαγεί από τα πάθη του συνηθίζοντας να υπηρετεί την αρετή με βάση τις επιταγές του ορθού λόγου. Γι’ αυτό και είναι αξιέπαινος. Σε τελική ανάλυση, αυτή είναι και η αποστολή του ανθρώπου: η διαρκής προσπάθεια βελτίωσης του εαυτού προς την κατάκτηση της αρετής, αφού μόνο έτσι θα βιώσει την ευτυχία. Ο εγκρατής είναι επίσης αξιέπαινος, αλλά δεν κατάφερε να φτάσει στα ύψη της σωφροσύνης.
 
Η τελική απολύτως εξονυχιστική διαλεύκανση των όρων έχει να κάνει με το διαχωρισμό της εγκράτειας από την καρτερία: «η εγκράτεια έχει να κάνει με τις ηδονές, ενώ η καρτερία έχει να κάνει με τις λύπες· διότι όποιος καρτερεί και υπομένει τις λύπες, αυτός είναι καρτερικός» (1202b 6.27).
 
Αριστοτέλης, Ηθικά Μεγάλα - Πολιτικά

Eckhart Tolle: Αυτό που συμβατικά αποκαλούμε «αγάπη» είναι η στρατηγική του «εγώ» για να αποφύγει να αφεθεί

Αυτό που συμβατικά αποκαλούμε «αγάπη» είναι η στρατηγική του «εγώ» για να αποφύγει να αφεθεί.

Αναζητάτε κάποιον να σας δώσει κάτι το οποίο μπορεί να έρθει σε εσάς μόνο στην κατάσταση της παράδοσης, στην κατάσταση του να αφήνεστε.

Η Ισπανική γλώσσα είναι η πιο ειλικρινής σε αυτή την εκτίμηση. «Te quiero» σημαίνει ταυτόχρονα «σ' αγαπώ» και «σε θέλω» ενώ η αληθινή αγάπη δεν έχει μέσα της το «σε θέλω», δεν έχει επιθυμία να κατέχει κάποιον ή να θέλει να αλλάξει ο άλλος σύντροφος.

Το «εγώ» θεωρεί τον άλλον ξεχωριστό. Χρησιμοποιεί αυτό το άτομο για να καλύψει τη διαρκή αίσθηση της δυσφορίας που νιώθει, την αίσθηση του ανικανοποίητου, τον θυμό ή το μίσος που αισθάνεται και όλα αυτά συνδέονται στενά μεταξύ τους.

Αυτές είναι εκφάνσεις μιας υποκειμενικής στάσης η οποία είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την κατάσταση του «εγώ».

Όταν το «εγώ» ξεχωρίζει κάτι και λέει «αγαπώ» αυτό ή εκείνο, είναι μια ασυνείδητη προσπάθεια να σκεπάσει ή να αφαιρέσει τα βαθιά ριζωμένα αισθήματα που πάντα συνοδεύουν το «εγώ»: τη δυσαρέσκεια, τη δυστυχία ή την αίσθηση της ανεπάρκειας η οποία είναι τόσο οικεία.

Για λίγο, αυτή η ψευδαίσθηση πραγματικά λειτουργεί.

Έπειτα αναπόφευκτα, σε κάποιο βαθμό, το άτομο που έχετε ξεχωρίσει στα μάτια σας, αποτυχαίνει να λειτουργήσει ως σκέπασμα του πόνου, του μίσους, της δυσαρέσκειας ή της δυστυχίας, τα οποία όλα αυτά έχουν τις ρίζες τους στην ανεπάρκεια και στην μη ολοκλήρωση που αισθάνεται το «εγώ» σας.

Έπειτα, έρχεται το συναίσθημα πως όλα σκεπάστηκαν και έτσι προβάλλετε στο ξεχωριστό εκείνο πρόσωπο την προσδοκία πως θα «σας σώσει».

Ξαφνικά όμως η αγάπη γυρνάει σε μίσος. Το «εγώ» δεν συνειδητοποιεί ότι το μίσος είναι προβολή του γενικού πόνου που ακόμη νιώθετε μέσα σας. Το «εγώ» πιστεύει ότι αυτό το πρόσωπο δημιουργεί αυτόν τον πόνο.

Κι έτσι δεν συνειδητοποιείτε πως ο πόνος είναι το γενικό συναίσθημα το οποίο προέρχεται από το γεγονός ότι δεν είσαστε συνδεδεμένοι με το βαθύτερο επίπεδο της ύπαρξής σας.

Το αντικείμενο της αγάπης είναι ανταλλάξιμο όπως ανταλλάξιμο είναι και το αντικείμενο που θέλει το «εγώ».

Μερικοί άνθρωποι κάνουν πολλές σχέσεις. Ερωτεύονται και παύουν να είναι ερωτευμένοι πολλές φορές. Αγαπούν έναν άνθρωπο για όσο καλύπτει τον πόνο τους, μέχρι να σταματήσει να το κάνει.

Μόνο το να αφήνεστε μπορεί να σας δώσει αυτό που αναζητάτε ως αντικείμενο αγάπης.

Το «εγώ» λέει πως το να αφήνεστε δεν είναι απαραίτητο επειδή αγαπάτε αυτό το άτομο. Είναι φυσικά μια ασυνείδητη διαδικασία.

Τη στιγμή που αποδέχεστε εντελώς αυτό που είναι στην παρούσα στιγμή, κάτι μέσα σας συνειδητοποιεί πως νιώθει μια έμφυτη, μόνιμη γαλήνη, ακίνητη και γεμάτη ζωντάνια.

Είναι άνευ όρων, είναι η αληθινή σας ουσία. Είναι αυτό που αναζητούσατε ως αντικείμενο αγάπης. Είναι ο εαυτός σας.

Όταν συμβαίνει, ένα εντελώς διαφορετικό είδος αγάπης είναι παρόν το οποίο δεν υπόκειται στο δίδυμο αγάπη / μίσος.

Αυτή η αγάπη δεν ξεχωρίζει κανέναν. Είναι παράλογο να χρησιμοποιείται ακόμη και η ίδια λέξη γι' αυτήν την κατάσταση.

Τώρα ακόμη και η φυσιολογική αγάπη / μίσος σχέση μπορεί να εισέλθει στην κατάσταση της απελευθέρωσης.

Προσωρινά και για σύντομο χρονικό διάστημα θα συμβαίνει: θα βιώνετε μια βαθύτερη, εσωτερική αγάπη η οποία αποδέχεται ολοκληρωτικά το γεγονός ότι μερικές φορές θα λάμπει ακόμη και μέσα από μια εγωιστική σχέση.

Αν αυτή η απελευθέρωση και παράδοση δεν επιτυγχάνεται, θα καλύπτεται ξανά με το παλιό εγωιστικό μοτίβο.

Οπότε, δεν λέω ότι η βαθιά, αληθινή αγάπη δεν μπορεί να είναι παρούσα σποραδικά, ακόμη και σε μια φυσιολογική αγάπη / μίσους σχέση. Αλλά είναι σπάνιο και κρατάει λίγο.

Όταν αποδεχθείτε αυτό που είναι στην παρούσα στιγμή, κάτι βαθύτερο συγχωνεύεται από αυτό που είναι. Οπότε, μπορεί να τύχει να παγιδευτείτε στο πιο επώδυνο εσωτερικό ή εξωτερικό δίλλημα, στα πιο επώδυνα αισθήματα ή καταστάσεις αλλά από τη στιγμή που αποδέχεστε όλα αυτά ακριβώς όπως είναι, πηγαίνετε πέρα από αυτά.

Ακόμη και αν αισθάνεστε μίσος, τη στιγμή που αποδέχεστε αυτό το μίσος, αυτό δηλαδή που αισθάνεστε, το υπερβαίνετε. Μπορεί ακόμη να βρίσκεται εκεί αλλά απρόσμενα θα βρεθείτε σε αυτό το βαθύτερο μέρος όπου το μίσος δεν έχει ιδιαίτερη σημασία πλέον.

Όλη η φαινομενική ατομικότητα υπάρχει λόγο της έντασης μεταξύ των αντιθέτων. Ζέστη και κρύο, ανάπτυξη και φθορά, κέρδος και απώλεια, επιτυχία και αποτυχία, δηλαδή οι πολικότητες που είναι μέρος της ύπαρξης και φυσικά μέρος κάθε σχέσης.
 
Eckhart Tolle & Kim Eng, Σχέσεις – Η αληθινή αγάπη και η υπέρβαση της δυαδικότητας

Δεν είναι σωστό να μεγαλώνουμε τα παιδιά μέσα σε μία γυάλα

Οι γονείς συχνά στην προσπάθειά τους να προστατέψουν τα παιδιά τους και να τους παρέχουν όσο τον δυνατόν περισσότερα, γίνονται υπερβολικοί με αποτέλεσμα να επιτυγχάνουν συνέπειες που δεν επιθυμούν.

Για να δούμε μερικές περιπτώσεις:

• Αρκετοί γονείς αγχώνονται και αγωνιούν υπερβολικά για το παιδί τους. Τους παρέχουν το «χρυσό κλουβί» προστατεύοντας το από καταστάσεις όπως το να πέσει, να χτυπήσει, να φοβηθεί, να κάνει λάθη… και το μετατρέπουν άθελα τους σε μαλθακό, άβουλο, γεμάτο φοβίες και χωρίς εμπειρίες παιδί.

• Πολλοί γονείς είναι υπερβολικοί ακόμη και με την καθαριότητα του παιδιού. Παιδί είναι! Έχει περιέργεια… θα θελήσει να αγγίξει το οτιδήποτε, να το γευτεί, να το μυρίσει, θα παίξει και τελικά θα λερωθεί. Μην κάνετε το παιδί σας μικροβιοφοβικό. Οπωσδήποτε διδάξτε του για την καθαριότητα του σώματος αλλά όχι σε σημείο που να φτάνετε στην υπερβολή.

• Προσδοκίες! Άλλο ένα αγκάθι στη σχέση γονέα –παιδιού. Επιβάλλοντας και προσδοκώντας από το παιδί να πραγματοποιήσει δικά μας θέλω, όνειρα και ανάγκες που είναι πέρα από τις δυνατότητές του τότε το παιδί νευριάζει, απογοητεύεται και αισθάνεται ενοχές που δεν κατάφερε να ευχαριστήσει τους γονείς του. Πρέπει να υπάρχει ρεαλισμός στις δυνατότητες που έχει ένα παιδί. Αγαπήστε το παιδί γι’ αυτό που είναι και αφήστε το να γίνει αυτό που εκείνο θέλει και όχι αυτό που εσείς θα θέλατε.

• Συνήθως, οι γονείς προσπαθούν να ωραιοποιήσουν την οικογένειά τους «ξεσπώντας» στο παιδί τους και το θέλουν αψεγάδιαστο, φρόνιμο, καθαρό, υπάκουο, άριστο μαθητή για να αρέσουν κυρίως στον έξω κόσμο. Για παράδειγμα, κοινοποιώντας συνεχώς στον προσωπικό μας λογαριασμό στο facebook, instagram, κλπ στιγμιότυπα της καθημερινής μας ζωής, προσπαθούμε να φτιάξουμε μία εικόνα που να αρέσει στον κόσμο ανεξάρτητα αν αυτή μας ταιριάζει. Αυτή η υπερβολική εμμονή στο να δείξουμε ότι περνάμε καλά και ότι είμαστε ευτυχισμένοι έχει αντίκτυπο και στο παιδί.

Δεν είναι σωστό να μεγαλώνουμε τα παιδιά μέσα σε μία γυάλα. Πρέπει να τα αφήνουμε ελεύθερα να κάνουν τις επιλογές τους και από τα λάθη τους να μάθουν. Πολλές φορές με τα πολλά ΜΗ και την καταπίεση καταφέρνουμε ακριβώς τα αντίθετα αποτελέσματα. Αφήστε τα παιδιά να ζήσουν τα παιδικά χρόνια ανέμελα και αθώα, όπως καλά γνωρίζουμε είναι τα καλύτερα χρόνια που δε θα ξαναέρθουν ποτέ.

Ο άνθρωπος που δεν έχει επαφή με τα συναισθήματά του, δεν μπορεί να έχει επαφή με κανέναν

Ακηδία, για κάποιους άγνωστη λέξη, βιωματικά όμως γνωστή για πολλούς. Σε απλή εξήγηση σημαίνει τη μη φροντίδα του εαυτού.

Ένας μη φροντισμένος άνθρωπος, ένας άνθρωπος που δεν έχει ουσιαστικά επαφή με τα συναισθήματά του, με τις ανάγκες του, με αυτό που ζητά η ψυχή του, πώς μπορεί να έρθει σε αληθινή επαφή με τον συνάνθρωπο;

Το δυσκολότερο σήμερα, είναι να νιώσουμε. Δε νιώθουμε, προσπερνάμε. Δεν συνδεόμαστε με το συναίσθημα. Φοβόμαστε να το βιώσουμε.

Άραγε όταν ακούς μια θλιβερή είδηση, τι νιώθεις; Όταν ακούς ένας συνάνθρωπος βιάστηκε, κακοποιήθηκε, αρρώστησε, κινδυνεύει η ζωή του, πέθανε, τι νιώθεις;

Όταν ακούς μια ευχάριστη είδηση, τι νιώθεις; Όταν ακούς ότι κάποιος προχώρησε στη ζωή του, τα κατάφερε με κάτι δύσκολο, ξεπέρασε μια ασθένεια, τι νιώθεις;

Οι άνθρωποι έχουν τις δικές τους ζωές, είναι κλεισμένοι στον μικρόκοσμό τους και με αυτόν προσπαθούν να επικοινωνήσουν. Όσο καλά ή όχι μπορούν εκεί να συνδιαλέγονται, το ίδιο καλά ή όχι μπορούν να έρχονται σε επαφή και με το ευρύτερο περιβάλλον.

Είναι πολύ καταστροφική αυτή η τάση του ανθρώπου να κουκουλώνει τα συναισθήματά του και να μη μπορεί να επικοινωνήσει με τους γύρω του. Βρίσκει ένα σωρό τρόπους για να το κάνει αυτό. Ας σκεφτεί ο καθένας για τον εαυτό του, πώς το πράττει.

Όμως εκεί δεν βρίσκεται ποτέ η λύση, ούτε στο κακής ποιότητας ή πολλής ποσότητας φαγητό που θα καταναλώσεις, ούτε στις εφήμερες σχέσεις, ούτε στο αλκοόλ και γενικά σε καμία κατάχρηση ή εξάρτηση.

Σίγουρα κάνοντας αυτά, αυτόν που πρώτα προσπερνάς, είναι τον εαυτό σου. Παλεύει να σε κάνει να νιώσεις κι εσύ συνεχίζεις με το εγώ σου να σκεπάζεις τη φωνή του κάνοντας τα ίδια και τα ίδια, συνθλίβοντάς τον με χίλια δυο, μην τυχόν και σταθείς να τον ακούσεις.

Ναι, να τον ακούσεις. Τρέμεις και μόνο στην ιδέα από αυτά που έχει να σου πει και τρέχεις μονίμως για να αποφύγεις την αλήθεια.

Αγαπημένε μου άνθρωπε, όσο και να τρέχεις, όσο και να κρύβεσαι, η αλήθεια είναι εκεί, μέσα σου, και όσο “καλά” επιλέγεις να τη φιμώνεις, η αλήθεια από τη φύση της έχει την τάση να λάμπει πάντα.

Η επιλογή είναι δική σου. Για πόσο θα επιλέγεις να κρύβεσαι στη σπηλιά σου και να προσπερνάς τα συναισθήματά σου, όταν η αλήθεια είναι μόνο μία και σου φωνάζει: Νιώσε!

Ο χρόνος δεν σβήνει τα συναισθήματα, τα βάζει στην θέση τους

Ο χρόνος δεν πρόκειται να διορθώσει το πρόβλημα σας, δεν θα σβήσει όλα όσα νιώθετε. Ούτε θα κάνει τους άλλους να ξεχάσουν.

Μπορεί να ακούγεται σκληρό, αλλά είναι αλήθεια: ο χρόνος μόνο θα βάλει τα συναισθήματα στη θέση τους και θα σας κάνει τον πρωταγωνιστή της ζωής σας.

Όταν διαβάζω Miguel de Cervantes ο οποίος λέει ότι ο χρόνος προσφέρει γλυκές μέρες σε πικρές καταστάσεις, το μόνο που μπορώ να σκεφτώ είναι τον χρόνο σαν εργαλείο για αλλαγή. Σε δυσμενείς καταστάσεις, μπορούμε να απομακρυνθούμε από την πορεία μας αλλά καθώς οι μέρες περνούν αρχίζουμε να ελπίζουμε ξανά για συναισθηματική γαλήνη.

«Ο χρόνος είναι πολύ αργός γι' αυτούς που περιμένουν, πολύ γρήγορος γι αυτούς που φοβούνται, πολύ μακρύς γι' αυτούς που θρηνούν, πολύ μικρός γι' αυτούς που χαίρονται αλλά γι' αυτούς που αγαπούν, ο χρόνος είναι αιώνιος». -Ουίλλιαμ Σαίξπηρ

Ο χρόνος είναι σχετικός και ομοιόμορφος και προσαρμόζεται στην ψυχολογία του ατόμου που τον σκέφτεται. Γι' αυτό ο χρόνος ποτέ δεν σβήνει τον πόνο μας, αλλά μας δίνει αρκετό χώρο για να συνεχίσουμε. Κάποιες φορές χρειαζόμαστε μήνες και σε άλλες περιπτώσεις χρόνια.

 Είσαι ο πρωταγωνιστής της ζωής σου

Ο Αργεντινός Μπόρχες κάποτε σχολίασε ότι ο χρόνος είναι ίσως ο καλύτερος πιθανός αφηγητής επειδή προσαρμόζεται στη ζωή μας με βάση τα συναισθήματα που εμφανίζονται μέσα μας κάθε στιγμή και μας διαμορφώνει ως ανθρώπους: είναι ο συνθέτης που συγκεντρώνει την δουλειά όλων των ημερών και μέσα σε αυτό το έργο τέχνης είστε ο κύριος πρωταγωνιστής.

Το μαξιλάρι του χρόνου που βάζουμε στον εαυτό μας για να αποδεχτούμε τους δύσκολους καιρούς είναι σαν να έχουμε κοντινούς φίλους ή κάποιον που μπορεί να μας υποστηρίξει. Είναι ένας ώμος για να γείρουμε και είμαστε ευγνώμονες γι' αυτούς αλλά δεν μπορούν να ζήσουν την ζωή μας.

«Δεν έχει σημασία τι μας συνέβη, τι μας συμβαίνει και τι θα μπορούσε να μας συμβεί: υπάρχει ένα διάστημα ανάμεσα σε αυτά τα πράγματα και στις απαντήσεις τους». – Stephen Covey

Αν νιώθετε την ανάγκη να αλλάξετε, χρειάζεται να αναλάβετε τα ηνία στα όσα σας συμβαίνουν και να πάρετε αποφάσεις. Από την άλλη, αν το έχετε περάσει όλο αυτό και όλα είναι πίσω στην πορεία τους, ξέρετε πόση δουλειά χρειάστηκε.

Δουλειά που πιθανώς υποστηρίχτηκε από τους αγαπημένους σας και τον χρόνο, η ταπετσαρία που έχουν ξεδιπλώσει οι ενέργειες σας.

 Όλα πρέπει να είναι στην κατάλληλη θέση

Με τον καιρό και με κουράγιο, δεν θα σβήσετε αυτό που νιώσατε ή νιώθετε. Είναι σαν τατουάζ και θα πρέπει να ζήσετε με αυτό. Αλλά επίσης, χρειάζεται να τους βρείτε μια θέση.

Με την πάροδο του χρόνου κάθε πράγμα βρίσκει τη θέση του στην καρδιά και στην μνήμη σας, παραμένει μέσα σας αλλά μεταμορφωμένο. Παρά τον πόνο που νιώθετε όταν αγγίζετε αυτό το σημείο, δεν σας παραλύει πλέον. Αντιθέτως, σας υπενθυμίζει πόσα έχετε μάθει.

Έτσι, κατανοείτε πως δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αυτό το μέρος, όπου επίπονα πράγματα τώρα διαμένουν, είναι το σωστό. Ναι, το αύριο θα έρθει και δε θα έχετε ξεχάσει: τα συναισθήματα, καλά ή άσχημα, δε θα ξεχαστούν.

Ωστόσο, δε θα συνεχίσουν να σας πληγώνουν αν συγχωρήσετε- και σε κάποιες περιπτώσεις να συγχωρήσετε τον εαυτό σας. Σε αυτή την περίπτωση, θα είναι ένα καινούργιο μάθημα ζωής και ο αληθινός ήρωας θα είστε εσείς, όχι ο χρόνος.

 Ο χρόνος σας διδάσκει να εκτιμάτε τα πράγματα

Αν υπάρχει κάτι που ο χρόνος κάνει, είναι ότι μας βοηθά να ανοίξουμε τα μάτια μας, να βγάλουμε αυτό που τα καλύπτει και να εκτιμήσουμε το παρόν.

Στο παρόν, η ζωή μας δίνει καινούργιες εμπειρίες, άλλες σχέσεις για να φροντίσουμε και να εκτιμήσουμε και διαφορετικούς ανθρώπους και στόχους που μας χρειάζονται.

«Με τον χρόνο μαθαίνεις ότι η ζωή είναι εδώ και τώρα και ωστόσο παρά τα πολλά σχέδια που ίσως έχεις, το αύριο δεν υπάρχει, ούτε το χθες». – Veronica Shoffstall

Τα σχέδια δεν έχουν σημασία αν δεν κάνουμε κάτι για να τα πραγματοποιήσουμε. Δε θα αισθανθούμε καλύτερα αν δεν χρησιμοποιήσουμε την εσωτερική μας δύναμη. Επειδή ο χρόνος μπορεί να βοηθήσει, αλλά όχι αν αφήσουμε όλη την δουλειά σε αυτόν.

Εν τέλει, ο χρόνος θα σας διδάξει να ζείτε τη ζωή σήμερα, όχι χθες, ούτε αύριο.

Το άτομο που έφυγε επειδή το ήθελε, δεν είναι πια εδώ. Το άτομο που έφυγε αν και δεν το ήθελε είναι εδώ. Το άτομο που δεν έχει φύγει θέλει να είμαστε μαζί του.

Και αν τα ξεχάσουμε όλα αυτά, η ζωή ίσως απλώς περάσει.

Γιατί οι γονείς πληγώνουν τόσο βαθειά;

Η μητρική αγάπη θεωρείται αυτονόητο συναίσθημα αλλά αντικειμενικά δεν είναι.

Τα παιδιά δεν είναι τα ιδανικά παιδιά της φαντασίας μας . Όπως επίσης και οι μητέρες δεν μοιάζουν μ αυτές που περιγράφουν τα ποιήματα.

Ο μύθος της μητρότητας – όπως κάθε μύθος – είναι απλουστευμένος και απλοποιημένος. Όλοι μας έχουμε βιώσει την κατάρριψη αυτού του μύθου στην παιδική μας ηλικία, αλλά μεγαλώνοντας όλοι θέλουμε ν’ αποδείξουμε ότι εμείς θα τον επαληθεύσουμε ως γονείς.

Μοιάζει να υπάρχει μια συλλογική πεποίθηση ότι όταν μια γυναίκα γίνεται μητέρα – μεταμορφώνεται σε καθαγιασμένο πλάσμα. Όσοι έχουν μπει στη διαδικασία να δουλέψουν θεραπευτικά με τον εαυτό τους, γνωρίζουν ότι το είδος και η ποιότητα της αγάπης που έχουμε εισπράξει ως παιδιά, αυτό είναι που μπορούμε να προσφέρουμε ως γονείς .

Η σχέση με το παιδί είναι μαγική. Ο ενήλικος άνθρωπος φαινομενικά, έχει τη δυνατότητα να δημιουργήσει την ιδανική σχέση, να πλάσει τον ιδανικό άνθρωπο, όπως τον έχει στο μυαλό του.

Αυτό όμως το πρότυπο πολύ συχνά , μέσα στο εικοσιτετράωρο συγκρούεται με τα πραγματικά συναισθήματα που ξεπηδούν απ' εκεί που δεν τα περιμένεις και τα οποία παραμένουν ανομολόγητα και καλά κρυμμένα .

Προσπαθώντας οι γονείς να φτιάξουν αυτό που φαντάζονται πολύ συχνά – ανάλογα και με τον χαρακτήρα τους – το πετυχαίνουν. Πετυχαίνουν ακριβώς την εικόνα και ξεγελούν τον κοινωνικό περίγυρο και τον εαυτό τους. Ο μόνος που δεν ξεγελιέται είναι το παιδί. Το οποίο παραμένει ο μοναδικός αξιόπιστος μάρτυρας της αλήθειας των συναισθημάτων κάθε οικογένειας.

Μπορεί να κακοποιηθεί συναισθηματικά ένα παιδί για να αναγκαστεί να χωρέσει στην εικόνα που έχουν οι γονείς, να ανταποκριθεί στις προσδοκίες τους, να γίνει αυτό που εκείνοι θέλουν. Όμως πάντα θα υπάρχει κάτι που αργά η γρήγορα θα εμφανισθεί ως αδυναμία, ασθένεια, επιθετικότητα, απάθεια και δεν θα μπορεί να το εξηγήσει κανείς.

Η κακοποίηση των παιδιών δεν είναι μόνο οι ακραίες ιστορίες που βγαίνουν στις ειδήσεις. Συμβαίνει καθημερινά από ανύποπτους γονείς. Συμβαίνει μ ένα απλανές βλέμμα, με μια επιτιμητική ματιά, με προσβλητικά λόγια, με θυμό που εγκλωβίζεται σ ένα κλειστό στόμα. Συμβαίνει όταν οι γονείς εστιάζουν στα επιτεύγματα και όχι στο ίδιο το παιδί, στην ύπαρξη του.

Συμβαίνει, όχι γιατί αυτό που κάνει ή δεν κάνει ένας γονιός, είναι από μόνο του τόσο φοβερό, αλλά γιατί το μωρό είναι τόσο εύθραυστο και εξαρτημένο για την επιβίωση του απ αυτούς. Είναι φτιαγμένο έτσι ώστε να αντιλαμβάνεται στο κέντρο της ύπαρξης του την κάθε δόνηση που νοιώθει το πλάσμα που του δίνει ζωή.

Δεν πρέπει καμία μητέρα να νομίζει πως μπορεί να φροντίζει ένα μωρό μηχανικά, χωρίς επιπτώσεις. Το μωρό που δεν συναντά ένα βλέμμα να το κοιτάζει, νοιώθει ότι βρίσκεται σε θανάσιμο κίνδυνο. Το αποτύπωμα της συναισθηματικής απουσίας ή της συναισθηματικής αναστάτωσης της μητέρας είναι ανεξίτηλο στην ψυχή και στο σώμα του ανθρώπου.

Όμως γιατί οι μητέρες δεν είναι τόσο διαθέσιμες όσο χρειάζεται να είναι, για τις ανάγκες του παιδιού;

Γιατί οι μητέρες και οι πατέρες είναι πριν απ' όλα άνθρωποι. Άνθρωποι που έχουν διανύσει μια απόσταση στη ζωή τους, μπορεί να έχουν πληγές ανοιχτές, κρυμμένα μυστικά, καταπιεσμένα συναισθήματα και σε κάθε περίπτωση παιδικά τραύματα που τώρα ενεργοποιούνται.

Έρχεται το παιδί στη ζωή μας και μας φέρνει αντιμέτωπους με το παρελθόν μας. Έχουμε δύο επιλογές ή θα το αντιμετωπίσουμε ή θα του το κληροδοτήσουμε αυτούσιο. Αυτή είναι ακριβώς η ευκαιρία που δίνει η γονεϊκότητα. Σου καθρεφτίζει τις πληγές, τις στρεβλώσεις, τα κενά. Μπορείς πάντα να αποστρέψεις το βλέμμα αλλά όχι χωρίς τίμημα.

Οι γονείς που νοιάζονται, το πιο σημαντικό που μπορούν να κάνουν, για να προστατεύσουν τα παιδιά τους απ' τον εαυτό τους, είναι να φροντίσουν τον εαυτό τους. Μόνο έτσι θα επιτρέψουν στην αγάπη τους να εκδηλωθεί αβίαστα και ευεργετικά.

Η Αγάπη απαιτεί να είμαστε δυνατοί

Αγάπη και ουσιαστική πραγματικότητα του κόσμου μας αποτελούν καθώς φαίνεται δυο μεγάλους αντιθετικούς παράγοντες και δυνάμεις. Από τη μια μεριά, ο άνθρωπος μπορεί να ξέρει ότι μόνον όταν είναι ευπρόσιτος μπορεί αληθινά να προσφέρει και ν’ αποδεχτεί αγάπη. Ταυτόχρονα όμως ξέρει ότι αν αποκαλύψει το πόσο ευπρόσιτος είναι στην καθημερινή ζωή συχνά κινδυνεύει να τον εκμεταλλευτούν, να επωφεληθούν απ’ αυτόν. Νιώθει πως αν κρατήσει σε εφεδρία ένα τμήμα του εαυτού του για να προστατέψει το ευπρόσιτο του, θα δέχεται πάντα από τους άλλους μόνο το μέρος της αγάπης που προσφέρει. Έτσι, η μοναδική πιθανότητα που έχει για μια βαθιά αγάπη είναι να προσφέρει όλα όσα διαθέτει. Όμως, ανακαλύπτει πως αν δίνει όλα όσα έχει συχνά μένει μ’ ελάχιστα ή τίποτα από μέρους των άλλων.

Ξέρει ότι πρέπει να εμπιστεύεται και να πιστεύει στην αγάπη. Ωστόσο, αν εκφράσει την εμπιστοσύνη και την πίστη του, η κοινωνία δε διστάζει να τον εκμεταλλευτεί και να τον θεωρήσει τρελό. Αν έχει ελπίδα στην αγάπη και ξέρει ότι μόνο με την ελπίδα, που μπορεί να κάνει το όνειρο,μιας όλο αγάπη ανθρωπότητας, πραγματικότητα η κοινωνία θα τον γελοιοποιήσει σαν έναν ιδεαλιστή ονειροπόλο.

Αν δεν αποζητά την αγάπη σαν μανιακός, θα τον υποπτευτούν ότι είναι ανίκανος, ή ότι έχει «παράξενα γούστα». Ωστόσο, ξέρει ότι την αγάπη δεν την επιδιώκεις, υπάρχει παντού, και το να την αναζητάς είναι αυταπάτη, κοροϊδία. Η αγάπη κι η καθημερινή πρακτική του σημερινού κόσμου μοιάζουν απομακρυσμένες καταστάσεις, μίλια μακριά. Δεν είναι ν’ απορούμε λοιπόν που τόσο πολλοί άνθρωποι δεν έχουν το κουράγιο να προσπαθήσουν να γεφυρώσουν αυτό το χάσμα, γιατί από πρακτικής πλευράς το χάσμα μοιάζει αγεφύρωτο. Ο άνθρωπος έχει την κατανόηση και την παρόρμηση για ωρίμανση μέσα στην αγάπη, αλλά η κοινωνία καθιστά αυτή την παρόρμηση δύσκολη στην πράξη.

Η πραγματικότητα της κοινωνίας διαφέρει από την πραγματικότητα της αγάπης. Η δύναμη να πιστεύεις στην αγάπη, χωρίς να κινείσαι σ’ έναν ασφαλή περίγυρο, είναι κάτι περισσότερο απ’ αυτό που μπορούν να δεχτούν οι περισσότεροι άνθρωποι. Έτσι, βρίσκουν ότι είναι πιο εύκολο ν’ αφήσουν την αγάπη κατά μέρος, να τη φυλάξουν μόνο για ειδικούς ανθρώπους, ή για μοναδικές ευκαιρίες και να συμμαχήσουν με την κοινωνία.

Για να μένεις ανοικτός στην αγάπη, να εμπιστεύεσαι και να πιστεύεις στην αγάπη, να έχεις ελπίδες στην αγάπη και να ζεις με την αγάπη, χρειάζεσαι την πιο μεγάλη δύναμη. Αυτός ο όρος τόσο σπάνια βιώνεται μέσα στην πραγματική ζωή, ώστε οι άνθρωποι δεν ξέρουν πώς να συμπεριφερθούν μαζί του, ακόμη κι όταν ανακαλύπτουν ότι τον διαθέτουν. Η κοινωνία έχει λίγο χώρο για την τιμιότητα, την τρυφερότητα, την καλοσύνη ή το ενδιαφέρον. Όλ’ αυτά θεωρούνται σαν εμπόδια στην «πορεία του κόσμου». Αυτό το φαινόμενο υπήρξε η βάση για σπουδαία φιλολογικά έργα αρχίζοντας από την Πολιτεία του Πλάτωνα και τον Ηλίθιο του Ντοστογιέφκι, ως τον Αλέξη Ζορμπά του Νίκου Καζαντζάκη. Μοιάζει σχεδόν σαν ένα παιχνίδι.

Οι άνθρωποι αποζητούν μια φυσιογνωμία για να την εξάρουν. Επιλέγουν προσεχτικά το άτομο αυτό, περνούν λίγο καιρό πεσμένοι στα πόδια του με λατρεία, κι ύστερα βρίσκουν μεγάλη ικανοποίηση σφαγιάζοντάς το. Μοιάζει σα να μη μπορούν ν’ ανεχτούν την τελειότητα σαν να τους αναγκάζει να δουν τον εαυτό τους, σαν να τους παρακινεί ν’ αλλάξουν, – κι όλες αυτές οι σκέψεις είναι τόσο δυσάρεστες κι επίπονες! Είναι πιο εύκολο να μη βλέπουν ούτε να ενδιαφέρονται για τον εαυτό τους, να μην ασχολούνται με την τελειότητα. Έτσι μπορούν να είναι ευχαριστημένοι με τις ατέλειές τους.

Είναι γεγονός ότι ο άνθρωπος δε ζει μέσα σ’ έναν κόσμο όπου όλοι αγαπιούνται. Αν σχετιστεί με τον κόσμο των ανθρώπων είναι το πιο πιθανό ότι θα συναντήσει εγωισμό, σκληρότητα απάτη, εκμετάλλευση και διάθεση για παρασιτικές πράξεις. Αν εξαρτηθεί από τον πραγματικό κόσμο, έξω από τον εαυτό του, για ενίσχυση, θ’ απογοητευτεί και γρήγορα θ’ ανακαλύψει ότι η κοινωνία κι οι άνθρωποι δεν είναι καθόλου τέλειοι. Γιατί η κοινωνία του δημιουργήθηκε από καθόλου τέλειους ανθρώπους. Για να τα βγάλει πέρα μ’ αυτά που ανακαλύπτει και να εξακολουθήσει να ζει μέσα στην αγάπη χρειάζεται μεγάλη δύναμη. Θα επιβιώσει μόνο αν αυτή η δύναμη βρίσκεται μέσα του. Δεν πρέπει να προσφέρει την αγάπη του στον κόσμο, κι αν απορριφθεί να κατηγορεί τον κόσμο για την αναισθησία του. Αν δε βρει καθόλου αγάπη, μπορεί να κατηγορήσει μόνο τον εαυτό του που δεν είχε αγάπη. Πρέπει να έχει την αγάπη εξασφαλισμένη μέσα του. Πρέπει ν’ αφιερώσει τον εαυτό του στην αγάπη, να είναι αποφασιστικός κι ακλόνητος με την αγάπη του.

Δεν πρέπει να είναι σαν τον ανοήτο Αφελή του Βολταίρου και ν’ αναγνωρίζει μόνο καλοσύνη ακόμη κι εκεί που υπάρχει το κακό. Πρέπει να γνωρίζει και το κακό, το μίσος και την απάτη σαν πραγματικά φαινόμενα, αλλά πρέπει να βλέπει την αγάπη σαν μεγαλύτερη δύναμη. Δεν πρέπει ν’ αμφιβάλλει γι’ αυτό, έστω και για μια στιγμή, γιατί τότε χάθηκε. Η μοναδική του σωτηρία είναι ν’ αφιερώσει τον εαυτό του στην αγάπη. Μόνο τότε θα βρούμε τη δύναμη να καταπολεμήσουμε τις δυνάμεις της αμφιβολίας, της σύγχυσης και της αντίθεσης- Ο άνθρωπος δεν πρέπει να εξαρτιέται από κανέναν κι από τίποτα για ενίσχυση κι εξασφάλιση εκτός από τον εαυτό του. Αυτός ο δρόμος μπορεί να είναι μοναχικός, αλλά θα είναι λιγότερο μοναχικός αν ο άνθρωπος κατανοήσει τα παρακάτω:

Το βασικό του λειτούργημα είναι να βοηθήσει στην αναδίπλωση του αληθινού Εαυτού του.

Ισότιμο μ’ αυτό το λειτούργημα είναι να βοήθα τους άλλους να γίνουν δυνατοί και να τελειοποιηθούν σαν μοναδικά άτομα.

Θα το κάνει αυτό καλύτερα δίνοντας σ’ όλους την ευκαιρία να δείξουν τα αισθήματα τους, να εκφράσουν τις βλέψεις τους και να μοιραστούν τα όνειρά τους.

Πρέπει να βλέπει τις δυνάμεις που χαρακτηρίζονται «κακές» σαν να προέρχονται από άτομα που υποφέρουν και που, όπως ο ίδιος, είναι «ανθρώπινα», ζώντας μέσα στη διαδικασία της προσπάθειας να τελειοποιηθούν σαν «πλάσματα».

Πρέπει να καταπολεμά αυτές τις δυνάμεις του κακού, μέσα από μια δραστήρια αγάπη που βαθιά ασχολείται κι ενδιαφέρεται για την ελεύθερη αναζήτηση της αυτοανακάλυψης του κάθε ατόμου.

Πρέπει να πιστεύει ότι δεν είναι ο κόσμος άσχημος, πικρόχολος και καταστρεπτικός, αλλά είναι έτσι όπως ο άνθρωπος έχει κάνει τον κόσμο να φαίνεται.

Πρέπει να είναι ένα πρότυπο. Όχι πρότυπο τελειότητας – μια κατάσταση που δεν τη φτάνει συχνά ο άνθρωπος – αλλά ένα πρότυπο ανθρώπινου πλάσματος. Γιατί το να είναι ένα καλό ανθρώπινο πλάσμα είναι το σπουδαιότερο που μπορεί να είναι.

Πρέπει να μπορεί να συγχωρεί τον εαυτό του επειδή είναι λιγότερο τέλειος.

Πρέπει να καταλάβει ότι η αλλαγή είναι αναπόφευκτη και πως το να πορεύεται μέσα στην αγάπη και στην αυτο-υλοποίηση, είναι πάντα καλό.

Πρέπει να πειστεί ότι τη συμπεριφορά για να τη μάθει, πρέπει να τη δοκιμάζει. «Ζω σημαίνει κάνω».

Πρέπει να μάθει ότι δεν μπορεί ν’ αγαπηθεί απ’ όλους τους ανθρώπους. Ότι αυτό είναι το ιδανικό. Μέσα στον κόσμο των ανθρώπων, αυτό το ιδανικό δε βρίσκεται συχνά.

Πρέπει να γίνει ο πιο όμορφος καρπός που υπάρχει στον κόσμο, ώριμος, ζουμερός, γλυκός, και να προσφερθεί σε όλους. Αλλά πρέπει και να θυμάται ότι θα υπάρξουν άνθρωποι που δεν τους αρέσουν αυτοί οι καρποί.

Πρέπει να καταλάβει πως αν γίνει ο πιο όμορφος καρπός του κόσμου και σε κάποιον τον οποίο αγαπά δεν αρέσουν αυτοί οι καρποί, έχει την επιλογή ν’ αλλάξει και να γίνει ένας άλλος καρπός. Αλλά πρέπει και να τον προειδοποιήσουμε πως αν γίνει ένας άλλος καρπός θα είναι πάντα δεύτερης ποιότητας. Μόνο ο καρπός που πραγματικά είναι, θα ‘ναι πάντα ο καλύτερος.

Πρέπει να συνειδητοποιήσει πως αν επιλέξει να είναι ένας δεύτερης ποιότητας καρπός, διατρέχει τον κίνδυνο αυτός που αγαπά ν’ ανακαλύψει το δεύτερο της ποιότητας, κι επειδή θέλει μόνο το καλύτερο, να τον απορρίψει. Μπορεί τότε να σπαταλήσει την υπόλοιπη ζωή του προσπαθώντας να γίνει ο καλύτερος άλλος καρπός – πράγμα αδύνατο αφού είναι άλλος – ή μπορεί πάλι να ξαναγίνει αυτό που ήταν.

Πρέπει να προσπαθήσει ν’ αγαπά όλους τους ανθρώπους, έστω κι αν όλοι δεν τον αγαπούν. Δεν αγαπάς για να σ’ αγαπήσουν αγαπάς για χάρη της αγάπης.

Δεν πρέπει ν’ απορρίπτει κανέναν άνθρωπο, γιατί έχει συνειδητοποιήσει ότι είναι τμήμα του κάθε ανθρώπου κι αν απορρίπτει έστω κι έναν άνθρωπο είναι σαν ν’ απορρίπτει τον εαυτό του.

Πρέπει να ξέρει πως αν αγαπά όλους τους ανθρώπους κι απορριφθεί από έναν, δεν πρέπει ν’ αποτραβηχτεί με φόβο, πόνο, απογοήτευση ή θυμό. Δεν είναι λάθος του άλλου. Απλά δεν ήταν έτοιμος γι’ αυτά που του προσφέρονταν. Η αγάπη δεν του προσφέρθηκε με όρους. Έδωσε αγάπη επειδή στάθηκε αρκετά τυχερός ώστε να έχει για να δώσει, επειδή ένιωθε χαρά δίνοντας, και δεν έδωσε μόνο και μόνο επειδή θα ’παίρνε κάτι σαν αντάλλαγμα.

Πρέπει να καταλάβει πως αν κάποιος απόρριψε την αγάπη του, υπάρχουν εκατοντάδες άλλοι που την περιμένουν. Η ιδέα ότι δεν υπάρχει παρά μόνο μια σωστή αγάπη είναι αυταπάτη. Υπάρχουν πολλές σωστές αγάπες.

Αυτές οι σκέψεις θα σας βοηθήσουν ν’ αποκτήσετε δύναμη σαν άτομο που αγαπά, γιατί το ν’ αγαπάς θ’ απαιτήσει να έχεις συνέχεια τη λεπτότητα του πολύ σοφού, την ευελιξία του παιδιού, την ευαισθησία του καλλιτέχνη, την κατανόηση του φιλόσοφου, την ανεκτικότητα του άγιου, την ανεξιθρησκεία του αφοσιωμένου, τη γνώση του λόγιου, και τη γενναιότητα του σίγουρου. Πολλά προτερήματα! Μα όλ’ αυτά θα ωριμάσουν μέσα σ’ αυτόν που επιλέγει ν’ αγαπά, γιατί είναι κιόλας τμήμα του δυναμικού του και θα υλοποιηθούν μέσα από την αγάπη. Το ζήτημα είναι λοιπόν ν’ αγαπάς τον τρόπο με τον οποίο αγαπάς.

Ευρωπαϊκός Οργανισμός Διαστήματος: Έθεσε σε λειτουργία μονάδα παραγωγής οξυγόνου από σεληνιακή σκόνη

Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Διαστήματος (ESA) άρχισε να παράγει οξυγόνο από προσομοιωμένη σεληνιακή σκόνη (ρηγόλιθο), σε μια πιλοτική μονάδα που είναι εγκατεστημένη στο Ευρωπαϊκό Κέντρο Διαστημικής Έρευνας και Τεχνολογίας (ESTEC) στην Ολλανδία.

Η πρωτοποριακή τεχνολογία -ουσιαστικά η δημιουργία αέρα στο φεγγάρι- μπορεί να αποδειχθεί ζωτική για τις μελλοντικές επανδρωμένες αποστολές αποίκισης της Σελήνης, οι οποίες θα επιδιώξουν να αξιοποιήσουν τους τοπικούς πόρους τόσο για να αναπνέουν οι άνθρωποι οξυγόνο όσο και για να παράγουν πυραυλικά καύσιμα, που επίσης χρειάζονται το οξυγόνο.

Ο σεληνιακός ρηγόλιθος αποτελείται σε ποσοστό 40% ως 45% από οξυγόνο, που είναι το πιο άφθονο συστατικό της σεληνιακής σκόνης. Όμως αυτό το οξυγόνο είναι προσδεδεμένο χημικά με τη μορφή οξειδίων, συνεπώς δεν είναι άμεσα αξιοποιήσιμο. Η νέα ευρωπαϊκή μονάδα επιτρέπει την εξαγωγή του οξυγόνου από τον ρηγόλιθο, ενώ ό,τι απομένει από αυτόν, μετατρέπεται σε επίσης χρήσιμα κράματα μετάλλων.

Ο πυρήνας της τεχνολογίας αναπτύχθηκε από τη βρετανική εταιρεία Metalysis. Ο ρηγόλιθος τοποθετείται σε ένα μεταλλικό δοχείο μαζί με άλατα, θερμαίνεται σε θερμοκρασία έως 950° βαθμών Κελσίου και μετά διοχετεύεται σε αυτόν ηλεκτρικό ρεύμα. Το τελικό αποτέλεσμα είναι ο διαχωρισμός του οξυγόνου.

Η όλη διαδικασία εξαγωγής οξυγόνου είναι αθόρυβη και το οξυγόνο μπορεί να αποθηκευτεί μετά την παραγωγή του. Μια μεγαλύτερη μονάδα παραγωγής οξυγόνου από σεληνόσκονη θα είναι έτοιμη έως τα μέσα της δεκαετίας μας, έτσι ώστε να μπορεί να αξιοποιηθεί και στη Σελήνη.

Τόσο η ESA όσο και η NASA έχουν θέσει ως στόχο να στείλουν ανθρώπους στο φεγγάρι τα επόμενα χρόνια και αυτή τη φορά διάχυτη είναι η επιθυμία για μια πιο μόνιμη εγκατάσταση και για την πρώτη σεληνιακή βάση. Ο επόμενος στόχος θα είναι ο Άρης, όπου μια ανάλογη τεχνολογία δημιουργίας οξυγόνου από τοπικές πρώτες ύλες μπορεί πιθανώς να αναπτυχθεί.

Η Γη ως πηγή νετρίνων: Πείραμα διπλασίασε τον αριθμό γεωνετρίνων από το εσωτερικό της Γης – Επιπτώσεις στα γεωλογικά μοντέλα του μανδύα

Τα νετρίνα μας βομβαρδίζουν από όλες τις κατευθύνσεις, συμπεριλαμβανομένου του εσωτερικού της Γης, όπου διασπάσεις ραδιενεργών στοιχείων, όπως ουράνιο και θόριο, παράγουν νετρίνα. Το πείραμα Borexino, που εξελίσσεται στο Εθνικό Εργαστήριο Gran Sasso στην Ιταλία, έχει πλέον μετρήσει ένα συνολικό αριθμό 53 από αυτά τα «γεωνετρίνα», περισσότερα από το διπλάσιο της προηγούμενης μέτρησης του προγράμματος. Τα νέα αποτελέσματα εντοπίζουν καλύτερα την προέλευση της παρατηρούμενης ροής των γεωνετρίνων, δείχνοντας ότι σχεδόν τα μισά των σωματίων που ανιχνεύονται προέρχονται από τον μανδύα της Γης και ότι τα υπόλοιπα προέρχονται από τον φλοιό.

Το πείραμα Borexino συνίσταται από μια σφαίρα διαμέτρου 18 m που περιέχει 280 τόνους υγρού σπινθηριστή που περιβάλλεται από φωτοσυλλέκτες. Τα εισερχόμενα νετρίνα μπορούν – σε σπάνιες περιπτώσεις – να αλληλεπιδρούν με έναν πυρήνα στον σπινθηριστή, παράγοντας ένα ανιχνεύσιμο σήμα φωτός. Αρχικά κατασκευασμένος για τη μελέτη ηλιακών νετρίνων, ο ανιχνευτής επίσης εξυπηρετεί ως ένα παρατηρητήριο γεωνετρίνων. Προηγούμενα αποτελέσματα επιβεβαίωσαν ότι ο πλανήτης μας εκπέμπει περίπου 10^25 γεωνετρίνα το δευτερόλεπτο (σχεδόν το ένα τρισεκατομμυριοστό των νετρίνων που δίνει ο Ήλιος).

Για τη νέα τους μελέτη για τα γεωνετρίνα, η Συνεργασία για το Borexino ανέλυσε δεδομένα από το 2007 μέχρι το 2019, χρησιμοποιώντας βελτιωμένες τεχνικές για τη διαχωρισμό των γεγονότων νετρίνων από σήματα υποβάθρου που προκαλούνται από άλλα σωμάτια, όπως τα μυόνια. Τα μέλη της Συνεργασίας εκτίμησαν επίσης των αριθμό των νετρίνων υποβάθρου που προέρχονται από τους πυρηνικούς αντιδραστήρες. Από τις προκύπτουσες μετρήσεις των γεωνετρίνων, η ομάδα υπολόγισε ότι η αναμενόμενη ενέργεια από τις ραδιενεργές διασπάσεις που παράγουν τα σωμάτια εξηγεί περισσότερο από το μισό της ολικής παραγόμενης θερμότητας της Γης (47.000 GW). Αυτός ο εκτιμώμενος προϋπολογισμός ευνοεί τα μοντέλα που προβλέπουν – σχετικά με άλλα μοντέλα – υψηλή συγκέντρωση ραδιενεργών στοιχείων στον μανδύα.

Ευριπίδης: Τραγωδία και Διαλεκτική

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ: 484-406

Διαλεκτική εσωτερικής και εξωτερικής τραγωδίας του ανθρώπου

§1.

Ποιος είναι ο Ευριπίδης; Είναι ο δημιουργικός ποιητής, που παραγνωρίστηκε στην εποχή του, για να αρχίσει αμέσως μετά τον θάνατό του να τυχαίνει καθολικής αναγνώρισης. Συνέβη ό,τι συμβαίνει συνήθως με τα πρωτοπόρα και ρηξικέλευθα μυαλά. Σχεδόν ποτέ δεν αναγνωρίζονται εν ζωή καθ’ όλη τη λάμψη του έργου τους, διότι ο κοινός νους –ήτοι η κοινή γνώμη– κατευθυνόμενος από θεσμικές μετριότητες του εκάστοτε παρόντος, δεν επιτρέπει ή δεν ανέχεται αμφισβήτηση της κυρίαρχης συμβατικότητας. Ο Ευριπίδης έχει να επιδείξει ένα έργο, που ακούει με μεγάλη προσοχή την εποχή του: εισδύει στην επικαιρότητα, τη μεθερμηνεύει στοχαστικά και επιχειρεί να την αναζωογονήσει με μια ποιητική γλώσσα, κατ’ εξοχήν τραγική, ικανή να διαλύει τη μοιρολατρική αντιμετώπιση των πολλαπλών αδιεξόδων της εποχής του και να αίρεται δυναμικά πάνω από τα συντρίμμια. Όσο ζούσε και έγραφε στην Αθήνα, πολεμήθηκε σκληρά, μεταξύ των άλλων, και από τον Αριστοφάνη, που με τη σάτιρά του δεν διασκέδαζε μόνο το αθηναϊκό κοινό, αλλά συγχρόνως το εξοικείωνε και με παραστάσεις, εικόνες, ιδέες εχθρικές σε κάθε πρωτοποριακή σκέψη ή ιδέα. Θυμίζουμε ότι ο Αριστοφάνης, πρώτος και σε ανύποπτο ακόμα χρόνο, συκοφάντησε από σκηνής το Σωκράτη και προετοίμασε την κοινή γνώμη για τη μετέπειτα καταδίκη του σε θάνατο. Με χαιρέκακο τρόπο στάθηκε και απέναντι στον Ευριπίδη. Στα έργα του, για παράδειγμα, Αχαρνείς (425), Θεσμοφοριάζουσες (411), αλλά και στους Βατράχους, γραμμένο μετά τον θάνατο του Ευριπίδη, παρουσιάζει το μεγάλο τραγικό ποιητή ως έναν μοναχικό, αποτραβηγμένο από τον κόσμο, υπερόπτη διανοούμενο, που περνά όλη τη μέρα στο γραφείο του με ονειροπολήσεις και πνευματικές ενατενίσεις. Το αρνητικό εδώ είναι η διόγκωση ή απολυτοποίηση, με σατιρικό τρόπο, μιας υπαρκτής πραγματικότητας: η σκωπτική ανάγνωση της βιοθεωρίας και της αντίστοιχης πρακτικής ζωής του Ευριπίδη ως μιας ανατρεπτικής πραγματικότητας, με δήθεν ολέθρια αποτελέσματα για τον μέσο πάσχοντα πολίτη. Κατηγορήθηκε, στη συνάφεια τούτη, και ως κατασκευαστής, επί σκηνής, διαφωτιστικών μηνυμάτων, που διέδιδαν τις σοφιστικές ιδέες.

§2.

Την ισχύουσα σήμερα επιστημονική άποψη, που διαλύει κάθε πλάνη περί χειραγώγησης του ποιητή από τη σοφιστική κίνηση του καιρού του, τη συνοψίζει ουσιωδώς ο A. Lesky: 

«Ο Ευριπίδης δεν είναι ‘‘ο ποιητής του ελληνικού Διαφωτισμού’’, όπως τον ήθελε ο τίτλος του βιβλίου του W. Nestle: vom Mythos zum Logos, δεν ήταν με κανένα τρόπο ο ‘‘κήρυκας’’ ή το ‘‘φερέφωνο’’ της σοφιστικής βιοθεωρίας. Δεν την προσπέρασε όμως αδιάφορος. Ολόκληρο το έργο του μαρτυρεί τη βαθιά αναστάτωση που του δημιουργούσαν οι καινούριες ιδέες, ενώ ταυτόχρονα παρουσιάζει μια εξαιρετικά ποικίλη αντιμετώπισή τους».

Ο ποιητής ήταν πράγματι ανοικτός στις νέες ιδέες της εποχής του, αλλά ούτε για μια στιγμή δεν σκέφτηκε να υποτάξει τη δραματουργική του τέχνη στο έναν ή τον άλλο ιδεολογικό μηχανισμό του καιρού του ή σε υπαγορευμένες έξωθεν δέσμες ιδεών. Η αρχέγονη ιδέα της ποιητικής του δημιουργίας είναι μία και υπό το οδηγητικό νήμα αυτής της ιδέας μπορεί κανείς περαιτέρω να αντλήσει άλλες σημαντικές ιδέες που απηχεί το συνολικό του έργο. Η εν λόγω ιδέα είναι η τραγική ιδέα, η οποία εκφράζει το τραγικό πνεύμα της ζωής αυτής καθεαυτής και συνυφαίνεται με τον τραγικό τρόπο σκέψης του ίδιου του ποιητή για τα πράγματα της ζωής. Η κατανόηση αυτής της ιδέας είναι πάντοτε το ζητούμενο για μια αμερόληπτη, αντικειμενική ερμηνεία των δραμάτων του Ευριπίδη. Δεν μπορεί να εντοπιστεί, έτσι απλά, στο ένα ή άλλο χωρίο, που πιθανόν να εκφράζει καινοτόμες απόψεις, αλλά στο συμφραζόμενο/στα συμφραζόμενα των επί μέρους χωρίων. Τα συμφραζόμενα μπορούν να μεταβάλουν, λιγότερο ή περισσότερο, ή ακόμη και να ανατρέψουν ένα οποιοδήποτε νόημα του ενός ή του άλλου χωρίου. Η δομή των συμφραζομένων συνθέτει μια διαλεκτική πλοκή νοημάτων, αντιθέσεων, ιδεών και σίγουρα αντανακλά, υπό ποιητική μορφή, τις πνευματικές ζυμώσεις της Αθήνας και την πολυπλοκότητα των εκδηλώσεών τους.

§3.

Ο Ευριπίδης ήταν πραγματικά ένας στοχαστικός ποιητής, αφιερωμένος πλήρως στην θεατρική αναπαράσταση της τραγικής δράσης, που εμφιλοχωρεί μέσα στην ανθρώπινη φύση ως καταστρεπτικό, κατ’ αρχήν, στοιχείο. Δεν ενδιαφερόταν, σχεδόν καθόλου, για δημόσιες σχέσεις και για ενασχόληση με τη δημόσια ζωή ή με δημόσια αξιώματα. Είχε διακρίνει έγκαιρα το παράλογο σε συνδυασμό με την οντολογική ύπαρξη του ανθρώπου και γενικότερα του κόσμου, αλλά και του κοσμικού γίγνεσθαι. Διάβαζε πολύ –σημειωτέον: ήταν ένας από τους λίγους Αθηναίους με προσωπική βιβλιοθήκη– και προσπαθούσε, μέσα από το παρατηρητήριο ενός θετικά σκεπτικιστή ποιητή, να παραστήσει θεατρικά την πραγματικότητα, έτσι όπως ακριβώς εκτυλίσσεται με τους λογισμούς και παραλογισμούς της. Τη δική του εποχή χαρακτήριζε ένας κυριολεκτικά αχαλίνωτος παραλογισμός, με αποκορύφωμα τον Πελοποννησιακό πόλεμο, τον πιο φονικό εμφύλιο πόλεμο των Ελλήνων, και την προϊούσα κατάρρευση του πολιτικού και αξιακού συστήματος σύμπαντος του Ελληνισμού. Τούτο σημαίνει ότι το έργο του κινείται στο αστερισμό μιας τέτοιας επικαιρότητας και διαδραματίζεται ως μια διαλεκτική συνέχειας και ασυνέχειας. Έτσι βλέπουμε στις τραγωδίες του να παρελαύνουν ανθρώπινες καταστάσεις, οντολογικά τραγικές και υπό την προ-οπτική εμβίωσης του θρηνώδους, του φρικαλέου, γενικώς της συμφοράς ως μιας συνέχειας που ζητεί την υπέρβασή της, δηλαδή την ασυνέχεια. Π.χ. στις Ικέτιδες, ο πόλεμος παρουσιάζεται να γίνεται για τη συμμόρφωση με το ισχύον δίκαιο των Ελλήνων (στ. 526), ενώ συγχρόνως εκτίθεται ο φρικώδης χαρακτήρας του ως πολέμου, τονίζονται οι απαρηγόρητες συμφορές του, αποκαλύπτεται ο παραλογισμός του, όπως πιο αναλυτικά τον αισθητοποιεί επί σκηνής με τις Τρωάδες, αλλά και με τις δέουσες παραλλαγές στην Ελένη. Η προ-οπτική της ασυνέχειας τίθεται έτσι με ρητή αναγκαιότητα. Καθ’ όλη την εκδίπλωση της δραματικής δράσης, τα παθήματα των προσώπων, η ενσαρκωμένη τραγική ενέργεια δεν παριστάνεται ως αρνητικό στοιχείο του ενός ή του άλλου ανθρώπινου χαρακτήρα, αλλά ως στοιχείο σύμφυτο με την ανθρώπινη μοίρα· και τούτο νοούμενο όχι μοιρολατρικά, ως μη δυνάμενο να αποφευχθεί το ένα ή το άλλο πάθημα, αλλά ως σχετιζόμενο με τη μωρία του ανθρώπου ως τέτοιου. Επομένως, η διαλεκτική δραματουργία δεν έχει άλλο προ-ορισμό από το να δειχτεί, με τον πιο σαφή τρόπο, με την πιο τραγική αγνότητα, η εσώτερη τραγωδία των ανθρώπων και των πραγμάτων, με τις αντιδικίες, τις εναντιώσεις, τα φαινομενικά αδιέξοδα και με την αποκάλυψη του ήθους: «το ήθος είναι ο θεός για τον άνθρωπο» (Ηράκλειτος).

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ: Ρητορική (1361a-1361b)

Πλούτου δὲ μέρη νομίσματος πλῆθος, γῆς, χωρίων κτῆσις πλήθει καὶ μεγέθει καὶ κάλλει διαφερόντων, ἔτι δὲ ἐπίπλων κτῆσις καὶ ἀνδραπόδων καὶ βοσκημάτων πλήθει καὶ κάλλει διαφερόντων, ταῦτα δὲ πάντα ‹οἰκεῖα› καὶ ἀσφαλῆ καὶ ἐλευθέρια καὶ χρήσιμα. ἔστιν δὲ χρήσιμα μὲν μᾶλλον τὰ κάρπιμα, ἐλευθέρια δὲ τὰ πρὸς ἀπόλαυσιν (κάρπιμα δὲ λέγω ἀφ᾽ ὧν αἱ πρόσοδοι, ἀπολαυστικὰ δὲ ἀφ᾽ ὧν μηδὲν παρὰ τὴν χρῆσιν γίγνεται ὅ τι καὶ ἄξιον). ὅρος δὲ ἀσφαλείας μὲν τὸ ἐνταῦθα καὶ οὕτω κεκτῆσθαι ὥστ᾽ ἐφ᾽ αὑτῷ εἶναι τὴν χρῆσιν αὐτῶν, τοῦ δὲ οἰκεῖα εἶναι ἢ μὴ ὅταν ἐφ᾽ αὑτῷ ᾖ ἀπαλλοτριῶσαι· λέγω δὲ ἀπαλλοτρίωσιν δόσιν καὶ πρᾶσιν. ὅλως δὲ τὸ πλουτεῖν ἐστιν ἐν τῷ χρῆσθαι μᾶλλον ἢ ἐν τῷ κεκτῆσθαι· καὶ γὰρ ἡ ἐνέργειά ἐστι τῶν τοιούτων καὶ ἡ χρῆσις πλοῦτος.

Εὐδοξία δ᾽ ἐστὶν τὸ ὑπὸ πάντων σπουδαῖον ὑπολαμβάνεσθαι ἢ τοιοῦτόν τι ἔχειν οὗ πάντες ἐφίενται ἢ οἱ πολλοὶ ἢ οἱ ἀγαθοὶ ἢ οἱ φρόνιμοι.

Τιμὴ δ᾽ ἐστὶν μὲν σημεῖον εὐεργετικῆς εὐδοξίας, τιμῶνται δὲ δικαίως μὲν καὶ μάλιστα οἱ εὐεργετηκότες, οὐ μὴν ἀλλὰ τιμᾶται καὶ ὁ δυνάμενος εὐεργετεῖν· εὐεργεσία δὲ ἢ εἰς σωτηρίαν καὶ ὅσα αἴτια τοῦ εἶναι, ἢ εἰς πλοῦτον, ἢ εἴς τι τῶν ἄλλων ἀγαθῶν, ὧν μὴ ῥᾳδία ἡ κτῆσις ἢ ὅλως ἢ ἐνταῦθα ἢ τότε· πολλοὶ γὰρ διὰ μικρὰ δοκοῦντα τιμῆς τυγχάνουσιν, ἀλλ᾽ οἱ τόποι καὶ οἱ καιροὶ αἴτιοι. μέρη δὲ τιμῆς θυσίαι, μνῆμαι ἐν μέτροις καὶ ἄνευ μέτρων, γέρα, τεμένη, προεδρίαι, τάφοι, εἰκόνες, τροφαὶ δημόσιαι, τὰ βαρβαρικά, οἷον προσκυνήσεις καὶ ἐκστάσεις, δῶρα τὰ παρ᾽ ἑκάστοις τίμια. καὶ γὰρ τὸ δῶρόν ἐστι κτήματος δόσις καὶ τιμῆς σημεῖον, διὸ καὶ οἱ φιλοχρήματοι καὶ οἱ φιλότιμοι ἐφίενται αὐτῶν· ἀμφοτέροις

[1361b] γὰρ ἔχει ὧν δέονται· καὶ γὰρ κτῆμά ἐστιν οὗ ἐφίενται οἱ φιλοχρήματοι, καὶ τιμὴν ἔχει οὗ οἱ φιλότιμοι.

Σώματος δὲ ἀρετὴ ὑγίεια, αὕτη δὲ οὕτως ὥστε ἀνόσους εἶναι χρωμένους τοῖς σώμασιν· πολλοὶ γὰρ ὑγιαίνουσιν, ὥσπερ Ἡρόδικος λέγεται, οὓς οὐδεὶς ἂν εὐδαιμονίσειε τῆς ὑγιείας διὰ τὸ πάντων ἀπέχεσθαι τῶν ἀνθρωπίνων ἢ τῶν πλείστων. κάλλος δὲ ἕτερον καθ᾽ ἑκάστην ἡλικίαν ἐστίν. νέου μὲν οὖν κάλλος τὸ πρὸς τοὺς πόνους χρήσιμον ἔχειν τὸ σῶμα τούς τε πρὸς δρόμον καὶ πρὸς βίαν, ἡδὺν ὄντα ἰδεῖν πρὸς ἀπόλαυσιν· διὸ οἱ πένταθλοι κάλλιστοι, ὅτι πρὸς βίαν καὶ πρὸς τάχος ἅμα πεφύκασιν· ἀκμάζοντος δὲ πρὸς μὲν πόνους τοὺς πολεμικούς, ἡδὺν δ᾽ εἶναι δοκεῖν μετὰ φοβερότητος· γέροντος δὲ πρὸς μὲν πόνους τοὺς ἀναγκαίους ἱκανόν, ἄλυπον δὲ διὰ τὸ μηδὲν ἔχειν ὧν τὸ γῆρας λωβᾶται. ἰσχὺς δ᾽ ἐστὶ μὲν δύναμις τοῦ κινεῖν ἕτερον ὡς βούλεται, ἀνάγκη δὲ κινεῖν ἕτερον ἢ ἕλκοντα ἢ ὠθοῦντα ἢ αἴροντα ἢ πιέζοντα ἢ συνθλίβοντα, ὥστε ὁ ἰσχυρὸς ἢ πᾶσιν ἢ τούτων τισίν ἐστιν ἰσχυρός. μεγέθους δὲ ἀρετὴ τὸ ὑπάρχειν κατὰ μῆκος καὶ βάθος καὶ πλάτος τῶν πολλῶν τοσούτῳ μείζον᾽ ὥστε μὴ βραδυτέρας ποιεῖν τὰς κινήσεις διὰ τὴν ὑπερβολήν. ἀγωνιστικὴ δὲ σώματος ἀρετὴ σύγκειται ἐκ μεγέθους καὶ ἰσχύος [καὶ τάχους] (καὶ γὰρ ὁ ταχὺς ἰσχυρός ἐστιν)· ὁ γὰρ δυνάμενος τὰ σκέλη ῥιπτεῖν πως καὶ κινεῖν ταχὺ καὶ πόρρω δρομικός, ὁ δὲ θλίβειν καὶ κατέχειν παλαιστικός, ὁ δὲ ὦσαι τῇ πληγῇ πυκτικός, ὁ δ᾽ ἀμφοτέροις τούτοις παγκρατιαστικός, ὁ δὲ πᾶσι πένταθλος.

***
Στοιχεία πλούτου είναι τα πολλά χρήματα, τα πολλά ακίνητα, η κατοχή καλλιεργήσιμων εκτάσεων αξιοσημείωτων από την πλευρά του αριθμού, του μεγέθους και της ομορφιάς τους· επίσης η κατοχή δούλων και κοπαδιών αξιοσημείωτων από την πλευρά του αριθμού και της ομορφιάς τους — και όλα αυτά να ανήκουν προσωπικά στο συγκεκριμένο άτομο, να είναι ασφαλή, να τα μεταχειρίζεται με τρόπο που ταιριάζει σε έναν ελεύθερο άνθρωπο και να είναι χρήσιμα. Χρήσιμα είναι κυρίως αυτά που αποδίδουν καρπούς, ενώ ταιριαστά σε έναν ελεύθερο άνθρωπο είναι αυτά που του προσφέρουν απόλαυση. Με το «αποδίδουν καρπούς» θέλω να πω: φέρνουν εισόδημα, ενώ με το «προσφέρουν απόλαυση» εννοώ αυτά από τα οποία τίποτε το αξιόλογο δεν έχει να κερδίσει κανείς πέρα από τη χρήση τους. Η ασφάλεια ορίζεται ως η κατοχή της περιουσίας σε τέτοιο τόπο και με τέτοιον τρόπο ώστε η χρήση της να είναι στα χέρια μόνο του κατόχου της. Όταν, πάλι, λέω «η περιουσία να ανήκει προσωπικά στο συγκεκριμένο άτομο», εννοώ ο κάτοχός της να έχει το δικαίωμα να την απαλλοτριώσει· με την «απαλλοτρίωση» εννοώ να χαρίσει την περιουσία του ή να την πουλήσει. Γενικά ο πλούτος συνίσταται πιο πολύ στη χρήση παρά στην κατοχή· γιατί πλούτος είναι η πραγμάτωση των δυνατοτήτων που προσφέρουν αυτού του είδους τα αγαθά, δηλαδή η χρήση τους.

Το καλό όνομα συνίσταται στο να θεωρείται το άτομο αξιόλογο από όλους, ή το να έχει αυτό που όλοι οι άνθρωποι ή οι περισσότεροι ή οι καλοί ή οι φρόνιμοι επιθυμούν να έχουν.

Οι τιμές που δέχεται κανείς είναι σημάδι του καλού ονόματος που έχει ότι κάνει το καλό. Τιμώνται κατά κύριο λόγο —δικαίως— αυτοί που έχουν ήδη κάνει το καλό· τιμάται, ωστόσο, και αυτός που έχει τη δυνατότητα να το κάνει. Λέγοντας «κάνω το καλό» αναφερόμαστε είτε στην προσωπική ασφάλεια και σε όσα διασφαλίζουν τη ζωή, είτε στον πλούτο, είτε σε κάποιο άλλο αγαθό, που η απόκτησή του δεν είναι εύκολη ή εν γένει ή σ᾽ έναν συγκεκριμένο τόπο ή σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή· πολλοί, πράγματι, κερδίζουν τιμές για ασήμαντες ευεργεσίες, η αιτία όμως είναι ο τόπος και η περίσταση. Επιμέρους εκδηλώσεις τιμής είναι οι θυσίες, οι έμμετρες ή πεζές αναμνηστικές επιγραφές, τα προνόμια, οι παραχωρήσεις γης, οι πρωτοκαθεδρίες, οι δημόσιες ταφές, τα αγάλματα, η δημόσια σίτιση, οι βαρβαρικές συνήθειες όπως η προσκύνηση, η παραχώρηση θέσης, η παραχώρηση προτεραιότητας· τέλος τα δώρα που θεωρούνται πολύτιμα και τιμητικά στην κάθε επιμέρους κοινωνία. Πραγματικά, το δώρο είναι μια παροχή και την ίδια στιγμή σημάδι τιμής· αυτός είναι και ο λόγος που τα επιθυμούν και οι φίλοι των χρημάτων και οι φίλοι των τιμών·

[1361b] γιατί έχει μέσα του και για τους δύο αυτό που ο καθένας τους επιθυμεί: είναι ένα απόκτημα —κάτι που το επιθυμούν οι φιλοχρήματοι— και μια τιμή — κάτι που το επιθυμούν οι φίλοι των τιμών.

Σωματικό χάρισμα είναι η υγεία, με το νόημα να μπορεί κανείς, δίχως να αρρωσταίνει, να χρησιμοποιεί το σώμα του· γιατί πολλοί είναι υγιείς με τον τρόπο που λένε πως ήταν ο Ηρόδικος, που όμως κανείς δεν θα τους καλοτύχιζε για την υγεία τους, αφού ήταν απαραίτητος όρος η αποχή από όλες ή από τις περισσότερες ανθρώπινες απολαύσεις. Η ομορφιά είναι κάτι το διαφορετικό από ηλικία σε ηλικία: Η ομορφιά του νέου συνίσταται στο να έχει το σώμα του ικανό για όλους τους κόπους, τόσο για τους κόπους των αγώνων δρόμου όσο και για τους κόπους των αθλημάτων που απαιτούν δύναμη και ορμή, και ακόμη να προσφέρει στα μάτια των άλλων την απόλαυση ενός ευχάριστου θεάματος (γι᾽ αυτό και οι αθλητές του πένταθλου είναι πολύ όμορφοι, επειδή είναι από τη φύση τους εφοδιασμένοι με δύναμη και ταχύτητα). Η ομορφιά του ώριμου άντρα συνίσταται στην αντοχή στις κακουχίες του πολέμου και μαζί στο να θεωρείται ευχάριστος στην όψη, εμπνέοντας όμως συγχρόνως και φόβο. Η ομορφιά του γέρου συνίσταται στην ικανότητα του να αντέχει στους απαραίτητους κόπους δίχως να προκαλεί λύπες και στενοχώριες στον εαυτό του και στους άλλους, όντας απαλλαγμένος από καθετί δυσάρεστο που συνοδεύει τα γηρατειά. Σωματική δύναμη είναι το να μπορεί κανείς να μετακινεί κάτι όπως θέλει: υποχρεωτικά το μετακινεί ή τραβώντας το ή σπρώχνοντάς το ή σηκώνοντάς το ψηλά ή πιέζοντάς το ή σφίγγοντάς το· επομένως σωματικά δυνατός είναι αυτός που μπορεί να κάνει ή όλα αυτά ή μερικά από αυτά. Εξαιρετικό παράστημα θα πει να ξεπερνάει κανείς τους πολλούς στο ύψος, στον όγκο και στο φάρδος, σε τέτοιο όμως βαθμό ώστε οι κινήσεις του σώματος να μη γίνονται βραδύτερες από την υπερβολή αυτών των χαρακτηριστικών. Η ικανότητα του σώματος για αθλητικές επιδόσεις είναι ένας συνδυασμός μεγέθους και δύναμης (ο ταχύς είναι, στην πραγματικότητα, δυνατός): αυτός που μπορεί να εξακοντίζει με έναν ορισμένο τρόπο τα σκέλη του, να τα κουνάει γρήγορα και με μεγάλους διασκελισμούς, είναι καλός στο τρέξιμο· αυτός που μπορεί να σφίγγει και να συγκρατεί, είναι καλός στην πάλη· αυτός που μπορεί να απωθεί με χτυπήματα, είναι καλός στην πυγμαχία· αυτός που μπορεί να κάνει και τα δύο αυτά, είναι καλός στο παγκράτιο, ενώ αυτός που μπορεί να τα κάνει όλα, είναι καλός στο πένταθλο.