Τετάρτη, 15 Ιανουαρίου 2020

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ - Ἀνδρομάχη (1166-1230)

ΧΟ. καὶ μὴν ὅδ᾽ ἄναξ ἤδη φοράδην
Δελφίδος ἐκ γῆς δῶμα πελάζει.
τλήμων ὁ παθών, τλήμων δέ, γέρον,
καὶ σύ· δέχῃ γὰρ τὸν Ἀχίλλειον
1170 σκύμνον ἐς οἴκους οὐχ ὡς σὺ θέλεις·
αὐτὸς δὲ κακοῖς πήμασι κύρσας
εἰς ἓν μοίρας συνέκυρσας.

ΠΗ. ὤμοι ἐγώ, κακὸν οἷον ὁρῶ τόδε [στρ. α]
καὶ δέχομαι χερὶ δώμασί θ᾽ ἁμοῖς.
1175 ἰώ μοί μοι, αἰαῖ, ὦ πόλι
Θεσσαλία, διολώλαμεν, οἰχόμεθ᾽·
οὐκέτι μοι γένος, οὐκέτι μοι τέκνα
λείπεται οἴκοις.
ὦ σχέτλιος παθέων ἐγώ· ἐς τίνα
1180 δὴ φίλον αὐγὰς βαλὼν τέρψομαι;
ὦ φίλιον στόμα καὶ γένυ καὶ χέρες,
εἴθε σ᾽ ὑπ᾽ Ἰλίῳ ἤναρε δαίμων
Σιμοεντίδα παρ᾽ ἀκτάν.

ΧΟ. οὗτός τ᾽ ἂν ὡς ἐκ τῶνδ᾽ ἐτιμᾶτ᾽ ἄν, γέρον,
1185 θανών, τὸ σὸν δ᾽ ἦν ὧδ᾽ ἂν εὐτυχέστερον.

ΠΗ. ὦ γάμος, ὦ γάμος, ὃς τάδε δώματα [ἀντ. α]
καὶ πόλιν ὤλεσας ‹ὤλεσας› ἁμάν·
αἰαῖ αἰαῖ ἒ ἔ· ὦ παῖ,
μήποτε σῶν λεχέων τὸ δυσώνυμον
1190 ὤφελ᾽ ἐμὸν γένος ἐς τέκνα καὶ δόμον
ἀμφιβαλέσθαι
Ἑρμιόνας Ἀίδαν ἐπὶ σοί, τέκνον,
ἀλλὰ κεραυνῷ πρόσθεν ὀλέσθαι·
μηδ᾽ ἐπὶ τοξοσύνᾳ φονίῳ πατρὸς
1195 αἷμα τὸ διογενές ποτε Φοῖβον
βροτὸς ἐς θεὸν ἀνάψαι.

ΧΟ. ὀττοτοτοτοῖ, θανόντα δεσπόταν γόοις [στρ. β]
νόμῳ τῷ νερτέρων κατάρξω.
1200 ΠΗ. ὀττοτοτοτοῖ, διάδοχα δ᾽ ὁ τάλας ἐγὼ
γέρων καὶ δυστυχὴς δακρύω.
ΧΟ. θεοῦ γὰρ αἶσα, θεὸς ἔκρανε συμφοράν.
1205 ΠΗ. ὦ φίλος, δόμον ἔλιπες ἔρημον,
[ὤμοι μοι, ταλαίπωρον ἐμὲ]
γέροντ᾽ ἄπαιδα νοσφίσας.
ΧΟ. θανεῖν θανεῖν σε, πρέσβυ, χρῆν πάρος τέκνων.
ΠΗ. οὐ σπαράξομαι κόμαν,
1210 οὐκ ἐμῷ ᾽πιθήσομαι
κάρᾳ κτύπημα χειρὸς ὀλοόν; ὦ πόλις,
διπλῶν τέκνων μ᾽ ἐστέρησε Φοῖβος.

ΧΟ. ὦ κακὰ παθὼν ἰδών τε δυστυχὴς γέρον, [αντ. β]
1215 τίν᾽ αἰῶν᾽ ἐς τὸ λοιπὸν ἕξεις;
ΠΗ. ἄτεκνος ἔρημος, οὐκ ἔχων πέρας κακῶν
διαντλήσω πόνους ἐς Ἅιδαν.
ΧΟ. μάτην δέ σ᾽ ἐν γάμοισιν ὤλβισαν θεοί.
ΠΗ. ἀμπτάμενα φροῦδα πάντα κεῖται
1220 κόμπων μεταρσίων πρόσω.
ΧΟ. μόνος μόνοισιν ἐν δόμοις ἀναστρέφῃ.
ΠΗ. οὔτε μοι πόλις πόλις,
σκῆπτρά τ᾽ ἐρρέτω τάδε [ἐπὶ γαῖαν,]
σύ τ᾽, ὦ κατ᾽ ἄντρα νύχια Νηρέως κόρα,
1225 πανώλεθρόν μ᾽ ὄψεαι πίτνοντα [πρὸς γᾶν].

ΧΟ. ἰὼ ἰώ·
τί κεκίνηται; τίνος αἰσθάνομαι
θείου; κοῦραι, λεύσσετ᾽ ἀθρήσατε·
δαίμων ὅδε τις λευκὴν αἰθέρα
πορθμευόμενος τῶν ἱπποβότων
1230 Φθίας πεδίων ἐπιβαίνει.

***
ΧΟΡΟΣ
Μα νά που φέρνουν σηκωτό τον βασιλιά μας
από τη Δελφική τη χώρα στο παλάτι του.
Δυστυχισμένο το θύμα, δύστυχος κι εσύ,
γέροντά μου, που δέχτηκες στο σπίτι σου
1170 όχι όπως ήθελες το τέκνο του Αχιλλέα.
Η μοίρα σάς εχτύπησε κι αυτόνε
και σένα μαζί.

ΠΗΛΕΑΣ
Αλίμονό μου. Τί κακό θωρούν τα μάτια μου
και δέχομαι στα χέρια και στο σπίτι μου.
Αλίμονο, πολίτες Θεσσαλοί,
είμαι χαμένος, πεθαίνω.
Έσβησε πια η γενιά μου, αφού δεν έχω
στο σπίτι μου παιδιά.
Ω, άμοιρος εγώ, με τα πάθη μου.
Σε ποιόν δικό μου ρίχνοντας τα μάτια
1180 θα νιώσω τη χαρά;
Ω αγαπημένο στόμα
και πρόσωπο και χέρια.
Καλύτερα θα ᾽τανε
να σε σκότωνε η μοίρα
κάτω απ᾽ το Ίλιο
στην ακροποταμιά του Σιμόη.
ΧΟΡΟΣ
Τότε, κι ο θάνατός του θα ᾽τανε πιο δοξασμένος
μα κι η δική σου τύχη, γέροντα, καλύτερη.
ΠΗΛΕΑΣ
Ω, αυτός ο γάμος, που τούτο το σπίτι
και τη χώρα μου ρήμαξε.
Αλίμονο, αλίμονο, γιε μου.
Κάλλιο η γενιά μου να μην έπαιρνε ποτέ,
1190 για ν᾽ αποχτήσει σπιτικό και τέκνα,
την ξορκισμένη Ερμιόνη,
αυτήν που γίνηκε για σένα Χάροντας.
Αστροπελέκι να τη σκότωνε πρωτύτερα.
Μήτε κι εσύ, θνητός,
να ᾽ριχνες κατηγόρια στον Απόλλωνα,
από αφορμή τη φονική σαϊτιά,
που σκότωσε
τον θεογέννητο πατέρα σου.
ΧΟΡΟΣ
Αλίμονο, τον πεθαμένο βασιλιά μου θα μοιρολογήσω,
όπως η τάξη ορίζει των νεκρών.
ΠΗΛΕΑΣ
1200 Αλίμονο, με τη σειρά μου θα τον κλαίω κι εγώ,
δύστυχος γέροντας που τέτοια μού έλαχε μοίρα.
ΧΟΡΟΣ
Από θεού ήταν η μοίρα σου και η συμφορά σου.
ΠΗΛΕΑΣ
Έρημο αφήνεις το σπίτι σου, ακριβέ μου,
κι ορφανεμένα από παιδιά τα γερατειά μου.
ΧΟΡΟΣ
Κάλλιο να πέθαινες, ω γέροντα, πριν απ᾽ τα τέκνα σου.
ΠΗΛΕΑΣ
1210 Να ξεριζώσω τα μαλλιά μου, να χτυπήσω
με τα δυο χέρια το κεφάλι μου ως τον θάνατο;
Καλοί μου πατριώτες,
μου εστέρησε ο Απόλλων και τα δυο παιδιά.
ΧΟΡΟΣ
Δύστυχε γέρο, που είδες κι έπαθες τόσα κακά,
ποιά είν᾽ η ζωή που σου μέλλεται από δω και πέρα;
ΠΗΛΕΑΣ
Άτεκνος, έρημος, με τις πίκρες ατέλειωτες,
θα πίνω τα φαρμάκια μου ώσπου να πάω στον Άδη.
ΧΟΡΟΣ
Του κάκου σ᾽ ευλογήσανε οι θεοί στους γάμους σου.
ΠΗΛΕΑΣ
Όλα πετάξανε, όλα πήγαν χαμένα
1220 όσα με κάνανε περήφανο.
ΧΟΡΟΣ
Έρημος, σ᾽ έρημα παλάτια τριγυρίζεις.
ΠΗΛΕΑΣ
Πατρίδα δεν υπάρχει πια για μένα
και το σκήπτρο ας μου λείπει.
(Πετάει το σκήπτρο.)
Σ᾽ εσένανε μιλάω, κόρη του Νηρέα,
που κατοικείς σε σπήλαια σκοτεινά,
κοίτα με που κυλιέμαι, ο δύστυχος, στο χώμα.
ΧΟΡΟΣ
Ω, ω! Κάτι σα να σαλεύει.
Κάποιος θεός θα φανεί;
Κοιτάξτε, κοπέλες μου. Ναι,
κάποιος θεός διαβαίνει τον λευκόν αιθέρα
κατεβαίνοντας
1230 στης Φθίας τ᾽ αλογοτρόφα λιβάδια.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ - ΣΚΥΛΛΑ (πουλί)

ΣΚΥΛΛΑ, πουλί
(πουλί)
 
Η Σκύλλα ήταν κόρη του βασιλιά των Μεγάρων Νίσου.
 
Ο έρωτάς της για τον Μίνωα της Κρήτης προκάλεσε τον θάνατο του πατέρα της. Πιο συγκεκριμένα:
 
Όταν ο Μίνωας έφτασε στα Μέγαρα και επιχείρησε να καταλάβει την πόλη εκδικούμενος τον θάνατο του γιου του Ανδρόγεου στην Αθήνα, η Σκύλλα τον ερωτεύτηκε ή δελεάστηκε από τον πονηρό ξένο που της πρόσφερε χρυσά κοσμήματα. Και όπως άλλες ερωτευμένες, βοήθησε τον Μίνωα αποσπώντας από το κεφάλι του πατέρα της Νίσου, γιου του Πανδίονα και αδελφού του Αιγέα της Αθήνας, την πορφυρή (ή χρυσή) τρίχα, χάρισμα των θεών, που τον καθιστούσε ανίκητο και αθάνατο.
 
Σε αντάλλαγμα, ο Μίνωας υποσχέθηκε ότι θα την παντρευόταν. Νιώθοντας όμως, αποτροπιασμό για την πράξη προδοσίας της Σκύλλας απέναντι στον πατέρα της και την πατρίδα της, μετά την επίτευξη του σκοπού του, την έδεσε στην πλώρη του καραβιού του σαν ακρόπρωρο και αυτή πνίγηκε ή την έδεσε από τα πόδια πίσω από την πρύμνη του πλοίου (Απολλόδ. 3.210-211*).
 
Οι θεοί τη λυπήθηκαν και τη μεταμόρφωσαν σε πουλί. Πίσω της έτρεχε ο Νίσος που και αυτός είχε μεταμορφωθεί σε θαλάσσιο αετό που κυνηγάει παντού το πουλί.
-----------------------
*Πανδίων, Νίσος, Σκύλλα
 
Βασιλιάς έγινε ο μεγαλύτερος γιος του Ερεχθέα, ο Κέκροπας, ο οποίος παντρεύτηκε τη Μητιάδουσα, κόρη του Ευπάλαμου, και απέκτησε ένα γιο, τον Πανδίονα. Αυτός βασίλεψε μετά τον Κέκροπα αλλά διώχθηκε από τους γιους του Μητίονα που στασίασαν και κατέφυγε στα Μέγαρα, στον Πύλα, και παντρεύτηκε την κόρη του Πυλία. Από αυτήν έγινε σύντομα και βασιλιάς της πόλης· γιατί ο Πύλας σκότωσε τον αδελφό του πατέρα του, τον Βίαντα, παρέδωσε τη βασιλεία στον Πανδίονα, ενώ ο ίδιος με λαό πήγε στην Πελοπόννησο και ίδρυσε την Πύλο.
Όταν ο Πανδίονας ήταν στα Μέγαρα, απέκτησε γιους, τον Αιγέα, τον Πάλλαντα, τον Νίσο και τον Λύκο. Ορισμένοι λένε ότι ο Αιγέας ήταν γιος του Σκύριου, αλλά ότι το ανέλαβε σαν δικό του ο Πανδίονας. Μετά τον θάνατο του Πανδίονα, τα παιδιά του εξεστράτευσαν εναντίον της Αθήνας, έδιωξαν τους γιους του Μητίονα και χώρισαν την επικράτεια στα τέσσερα· το γενικό πρόσταγμα όμως το είχε ο Αιγέας.
[Ο Μίνωας] πολέμησε με στόλο εναντίον της Αθήνας και κυρίευσε τα Μέγαρα, που είχαν τότε βασιλιά τον Νίσο, και σκότωσε τον Μεγαρέα, γιο του Ιππομένη από την Ογχηστό, που είχε έρθει σύμμαχος του Νίσου. Πέθανε και ο Νίσος με προδοσία της κόρης του. Αυτός δηλαδή είχε στην κορυφή του κεφαλιού μια πορφυρή τρίχα που αν του την ξερίζωναν υπήρχε χρησμός ότι θα πεθάνει· αλλά η κόρη του, η Σκύλλα, επειδή ερωτεύτηκε τον Μίνωα, του έβγαλε την τρίχα. Όταν ο Μίνωας κυρίευσε τα Μέγαρα, έδεσε την κόρη από τα πόδια στην πρύμνη και την έπνιξε στη θάλασσα. (Απολλόδωρος 3.210-211)

Ο Αριστοτέλης και η ακράτεια σε σχέση με τα πάθη και την οργή

Ο Αριστοτέλης συνοψίζοντας τα ψυχικά φαινόμενα που οδηγούν τον άνθρωπο στην κακία καταλήγει σε τρία: «Τρία, λοιπόν, είναι τα ψυχικά φαινόμενα για τα οποία μας αποκαλούν κακούς: η κακία, η ακράτεια και η θηριωδία» (1200b 4.3).
 
Το δεδομένο ότι η κακία (σε όλες τις μορφές της) αποτελεί ψυχικό φαινόμενο καταδεικνύει ότι το ζήτημα της κατάκτησης της αρετής (και κατ’ επέκταση της ευτυχίας) έχει να κάνει με την ψυχική ισορροπία που θα επιφέρει το μέτρο σε όλες τις ανθρώπινες πράξεις. Οτιδήποτε διαταράσσει την ισορροπία αυτή έχει ως αποτέλεσμα τις στρεβλώσεις (που έχουν πάντα ψυχική αφετηρία), δηλαδή την ακύρωση της ευτυχίας ζημιώνοντας πρώτα το άτομο (που είναι αδύνατο να βιώσει την αληθινή χαρά της ουσιαστικής συναναστροφής) και στη συνέχει τον περίγυρο (που θα εισπράξει την αρνητικότητα της συμπεριφοράς του).
 
Η ύψιστη κακία δεν μπορεί παρά να ταυτίζεται με το ζωώδες: «Η θηριωδία είναι μια μορφή υπερβολικής κακίας. Όταν δηλαδή δούμε έναν άνθρωπο απόλυτα κακό, δε λέμε πια ότι είναι άνθρωπος αλλά άγριο θηρίο, με το σκεπτικό ότι υπάρχει μια μορφή κακίας ονόματι θηριωδία» (1200b 5.1).

Το θηριώδες, ως καταστάλαγμα του απόλυτου κακού, θα έλεγε κανείς ότι αφορά την κακία που ξεπερνά τα ανθρώπινα μέτρα. Αυτός είναι και ο λόγος που η αναζήτηση του αντίθετού του (δηλαδή το καταστάλαγμα του απόλυτου καλού) δεν μπορεί παρά να παραπέμπει σε κάτι θεϊκό, ως καλοσύνη που ξεπερνά (αντιστοίχως) τα ανθρώπινα μέτρα: «Για την αρετή που βρίσκεται στον αντίποδα της θηριωδίας δεν υπάρχει όνομα, αλλά μια ανάλογη αρετή θα ήταν πέρα από τα ανθρώπινα όρια, μια μορφή αρετής για ήρωες και θεούς» (1200b 5.2).
 
Μια τέτοια αρετή ενδεχομένως θα μπορούσαμε να την αποδώσουμε ως αγιοσύνη, λέξη που παραπέμπει επίσης στη σχέση με το θείο. Το σίγουρο είναι ότι ο Αριστοτέλης δε θα επιχειρήσει να την ονοματίσει: «Η αρετή τούτη παραμένει ανώνυμη, για το λόγο ότι επί του θεού δεν υφίσταται αρετή· ο θεός είναι ανώτερος από την αρετή, και δεν είναι σπουδαίος για το λόγο ότι έχει αρετή· αν ήταν έτσι, η αρετή θα ήταν ανώτερη από το θεό. Αυτός είναι ο λόγος που παραμένει ανώνυμη η αρετή που βρίσκεται στον αντίποδα της θηριωδίας» (1200b 5.2-3).
 
Σε σχέση με το ζήτημα της ακράτειας ο Αριστοτέλης πρώτα από όλα θα εκφράσει τη διαφωνία του με τον τρόπο που επιχείρησε να την ερμηνεύσει (ουσιαστικά εκμηδενίσει) ο Σωκράτης: «Ο Σωκράτης ο πρεσβύτερος, λοιπόν, απέρριπτε ολωσδιόλου την ακράτεια και έλεγε πως αυτή δεν υπάρχει· και τούτο, με το επιχείρημα ότι κανείς δε θα επέλεγε το κακό εν γνώσει του ότι είναι κακό· ενώ ο ακρατής φαίνεται πως γνωρίζει το κακό, πλην όμως το επιλέγει παρασυρμένος από το πάθος. Έτσι ο Σωκράτης θεωρούσε πως δεν υπάρχει ακράτεια· έσφαλε όμως. Διότι είναι άτοπο να πεισθούμε από αυτό το επιχείρημα και να απορρίψουμε κάτι που μας πείθει άμεσα: υπάρχουν όντως άνθρωποι ακρατείς, και αυτοί πράττουν το κακό μολονότι γνωρίζουν ότι είναι κακό» (1200b 6.2 και 6.3).
 
Το υπεραπλουστευτικό συμπέρασμα του Σωκράτη είναι αδύνατο να πείσει τον Αριστοτέλη, αφού η ίδια η ζωή το διαψεύδει. Η γνώση του κακού μπορεί να λειτουργεί ανασταλτικά για μια πράξη, αλλά δεν αποτελεί απαραβίαστη εγγύηση αποφυγής. Οι άνθρωποι που ενδίδουν σε απολαύσεις έχοντας πλήρη επίγνωση ότι δε θα έπρεπε αποτελούν πραγματικότητα που είναι αδύνατο να αρνηθεί κανείς.
Πολλοί από αυτούς ενδέχεται να νιώθουν τύψεις ακόμη και τη στιγμή που ενδίδουν, ακριβώς επειδή δεν έχουν την ψυχική δύναμη να αντισταθούν. Ο παχύσαρκος που κατανοεί ότι πρέπει να χάσει βάρος και για λόγους αισθητικής και για λόγους υγείας και παρόλα αυτά υποκύπτει σε βουλιμικά ξεσπάσματα δεν είναι περήφανος για τον εαυτό του. Έχοντας πλήρη γνώση ότι βλάπτει τον εαυτό του αναπαράγει την κακή πράξη διαψεύδοντας τα συμπεράσματα του Σωκράτη.
 
Αν κάποιος κάνει το κακό χωρίς να έχει επίγνωση αυτού, επειδή καθοδηγείται από κάποια υποκειμενική εσφαλμένη αντίληψη, τότε δεν είναι ακρατής αλλά παραπλανημένος. Ο Σωκράτης συγχέοντας τον άνθρωπο που βρίσκεται σε πλάνη με τον ακρατή ουσιαστικά ακύρωσε την ακράτεια ως έννοια κενή περιεχομένου.
 
Ο Αριστοτέλης είναι σαφής: «αν ο ακρατής έχει μια υποκειμενική αντίληψη των πραγμάτων, δεν μπορεί για τούτο να κατηγορηθεί. Διότι αν πράττει κάτι το κακό για το λόγο ότι δεν έχει μια ακριβή γνώση αλλά μια δικιά του αντίληψη, θα τον καταλάβαινε κανείς και θα τον συγχωρούσε που αποδέχτηκε την ηδονή και έπραξε το κακό χωρίς να γνωρίζει τα πράγματα με σιγουριά αλλά με μια υποκειμενική αντίληψη· και όσους τους καταλαβαίνουμε και τους συγχωρούμε, αυτούς δεν τους κατηγορούμε· ώστε και τον ακρατή, αν βασίζεται σε μια υποκειμενική αντίληψη των πραγμάτων, δε θα τον κατηγορήσει κανείς· πλην όμως τον κατηγορεί» (1201a 6.5).
 
Το μη αποδεκτό της συμπεριφοράς έχει να κάνει περισσότερο με τη συνείδηση μιας πράξης παρά με την πράξη καθεαυτή. Βεβαίως, υπάρχουν όρια. Μια εγκληματική πράξη δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από την άγνοια. Η συμβίωση επιβάλλει κανόνες και οι πολίτες, ως φορείς της συμβίωσης, οφείλουν να τους ξέρουν.
 
Τα περιθώρια της συγχωρητέας πράξης αφορούν πρωτίστως τον τρόπο της συμπεριφοράς σε καθημερινό επίπεδο. Ένας γονιός που μπορεί να φέρεται σκληρά στο παιδί του τρέφοντας την αντίληψη ότι αυτού του είδους η ανατροφή θα το κάνει καλύτερο άνθρωπο αξίζει να συγχωρεθεί, ακόμη κι αν σφάλλει φτάνοντας σε σημεία υπερβολής. Ο γονιός όμως που φέρεται απάνθρωπα κακοποιώντας το παιδί του δεν είναι άξιος συγχώρεσης.
 
Με τον ίδιο τρόπο μπορεί κανείς να προσεγγίσει και το ζήτημα της ακράτειας. Εκείνος που παρουσιάζει ακρατή συμπεριφορά στο φαγητό, επειδή θεωρεί ότι η πολυφαγία θα τον ωφελήσει, είναι πλανημένος από τη δική του υποκειμενική άποψη και γι’ αυτό αξίζει να συγχωρεθεί. Αν καταλάβει την πλάνη του, θα αλλάξει και συμπεριφορά. Από αυτή την άποψη, ένας τέτοιος άνθρωπος μοιάζει περισσότερο με τον μη γνωρίζοντα, όπως τον περιέγραψε ο Σωκράτης.
 
Εκείνος, όμως, που, ενώ έχει πλήρη επίγνωση του λάθους, υποκύπτει διαρκώς σε αυτό αδυνατώντας να ελέγξει το πάθος που τον κατευθύνει είναι μια πολύ διαφορετική περίπτωση, αφού σηματοδοτεί τον κατεξοχήν ακρατή και επιφέρει κατηγορίες από τον περίγυρο. Μια τέτοια συμπεριφορά παραπέμπει σαφώς σε ανισορροπία της ψυχής. Κι όσο πιο υπερβολική είναι η ακράτεια που παρουσιάζεται, τόσο πιο μεγάλη και η ψυχική δυσαρμονία που την προξενεί. Μιλώντας με σύγχρονους όρους ένας τέτοιος άνθρωπος πρέπει να αποταθεί στη βοήθεια ειδικού.
 
Για τον Αριστοτέλη, ο ακρατής όχι μόνο μπορεί να κατέχει τη γνώση της σωστής συμπεριφοράς (και παρόλα αυτά να μην την εφαρμόζει), αλλά μπορεί να είναι κάτοχος της επιστήμης (με την έννοια της απόλυτης γνώσης) του καλού και να ενεργεί με αντίθετο τρόπο, όσο παράδοξο κι αν ακούγεται: «Καταρχήν αυτό που λέχθηκε για την επιστήμη· θεωρείται αδύνατο να κατέχει κανείς την επιστήμη και μετά να τη χάσει και να πέσει στην αντίθετη κατάσταση. Το ίδιο συμβαίνει και με την υποκειμενική αντίληψη των πραγμάτων· γιατί στην περίπτωσή μας δεν έχει διαφορά αν πρόκειται περί επιστήμης ή υποκειμενικής αντίληψης» (1201b 6.11-12).
 
Και θα εξηγήσει αμέσως: «Δεν αποτελεί καθόλου παράδοξο να πράττει ένας άνθρωπος ακρατής κάτι το κακό, είτε αυτός κατέχει την επιστήμη είτε έχει μια ισχυρή υποκειμενική αντίληψη. Διότι το “είμαι επιστήμων” είναι δίσημο: πρώτη σημασία είναι “να κατέχει κανείς την επιστήμη” (διότι πράγματι λέμε “είναι επιστήμων” για όποιον τυχόν έχει την επιστήμη)· δεύτερη σημασία είναι “να λειτουργεί κανείς με βάση την επιστήμη”. Ακρατής, λοιπόν, είναι αυτός που κατέχει μεν την επιστημονική γνώση του καλού, πλην όμως δε λειτουργεί βάσει αυτής. Κατά προέκταση, όταν δε λειτουργεί βάσει αυτής, δεν είναι καθόλου παράδοξο να πράττει αυτός το κακό μολονότι κατέχει την επιστήμη» (1201b 6.13-14).
 
Με άλλα λόγια, στην ακράτεια του φαγητού είναι δυνατό να υποκύψει όχι μόνο αυτός που γνωρίζει από μια υποκειμενική άποψη ότι η πολυφαγία είναι κάτι αρνητικό, αλλά και ο ίδιος ο γιατρός (επιστήμων), που κατέχει την απόλυτη επιστημονική γνώση των βλαβερών συνεπειών της παχυσαρκίας. Η αναγνώριση ότι η ακράτεια αφορά ακόμη και τους ανθρώπους που κατέχουν την επιστημονική γνώση είναι η ολοκληρωτική απόρριψη της σωκρατικής ιδέας «ουδείς έκων κακός».

Ο Αριστοτέλης θα επιχειρήσει και την ερμηνεία αυτής της παραδοξότητας: «Είναι ακριβώς αυτό που συμβαίνει σε όσους κοιμούνται. Αυτοί, μολονότι κατέχουν την επιστήμη, κάνουν και παθαίνουν στον ύπνο τους πολλά φοβερά και τρομερά. Η αιτία είναι ότι στην περίπτωσή τους δε λειτουργεί η επιστήμη. Τούτο ακριβώς συμβαίνει και με τον ακρατή: αυτός είναι σαν να κοιμάται, και δε λειτουργεί βάσει της επιστήμης. Αυτός, λοιπόν, είναι ο τρόπος με τον οποίο λύνεται το πρόβλημα» (1201b 16.14).
 
Η ακράτεια παρουσιάζεται σαν μια κατάσταση ύπνωσης, σαν ανθρώπινη αδυναμία που εκμηδενίζοντας τη λογική αφήνει ελεύθερα τα άλογα πάθη της ψυχής να καθορίσουν τις πράξεις. Όπως ελευθερώνονται στον ύπνο επιφέροντας όνειρα «φοβερά και τρομερά», έτσι μπορούν να κυριαρχήσουν και στην πραγματική ζωή μετατρέποντας τον άνθρωπο σε έρμαιά τους.
 
Ένα δεύτερο παράδειγμα θα διαφωτίσει ακόμη περισσότερο τα πράγματα: «δεν αποτελεί καθόλου παράδοξο αυτό που συμβαίνει με τον ακρατή που, μολονότι έχει την επιστήμη, πράττει κάτι το κακό. Ισχύει αυτό που συμβαίνει και με τους μεθυσμένους. Οι μεθυσμένοι, δηλαδή, μόλις ξεμεθύσουν, είναι και πάλι οι ίδιοι ακριβώς άνθρωποι· δεν έχασαν ούτε το λογικό τους ούτε την επιστήμη τους, αλλά αυτή ανασχέθηκε από τη μέθη· μόλις η μέθη περάσει, πάλι οι ίδιοι άνθρωποι είναι. Το ίδιο και ο ακρατής. Το πάθος του, με την επικράτησή του, έκανε το λογικό του να αδρανοποιηθεί· μόλις όμως περάσει το πάθος του ακρατούς, όπως ακριβώς και η μέθη, πάλι ο ίδιος άνθρωπος είναι» (1202a 6.17).
 
Η ακράτεια έχει να κάνει πρωτίστως με τις σωματικές ηδονές: «Από τα αγαθά άλλα είναι εξωτερικά, για παράδειγμα ο πλούτος, η εξουσία, οι τιμές, οι φίλοι, η δόξα, άλλα είναι αναγκαία και έχουν να κάνουν με το σώμα, για παράδειγμα η αφή και η γεύση. Αυτός που είναι ακρατής ως προς αυτά, αυτός θεωρείται και εν γένει ακρατής. Υπάρχουν και ηδονές σωματικές· και η μορφή ακράτειας που αναζητούσαμε φαίνεται πως με αυτές έχει να κάνει» (1202a 6.21).
 
Γι’ αυτό κι όταν γίνεται λόγος για κάποιον ακρατή δε χρειάζονται διευκρινίσεις για να εξακριβωθεί επακριβώς το πεδίο της ακράτειάς του. Εννοείται από θέση αρχής ότι πρόκειται για το αχαλίνωτο των σωματικών ηδονών: «όταν μιλάμε για τον ακρατή στην καθαρή του μορφή δε χρειάζεται να διευκρινίσουμε ως προς τι είναι ακρατής, διότι αυτό, το ως προς τι δηλαδή είναι ακρατής ο ακρατής, είναι κάτι άμεσα συνδεδεμένο μαζί του και χωρίς διευκρινίσεις αυτονόητο· ο ακρατής, στην καθαρή του μορφή, είναι ακρατής ως προς τις ηδονές και λύπες τις σωματικές» (1202a 6.22).
 
Κατ’ επέκταση, η ακράτεια δεν πρέπει να συνδέεται τόσο με τα εξωτερικά αγαθά (πλούτος, τιμές) όσο με τα αναγκαία και κυρίως με αυτά που σχετίζονται με τις σωματικές απολαύσεις: «Αφού ο ακρατής είναι άξιος ψόγου, πρέπει να είναι άξια ψόγου και αυτά ως προς τα οποία είναι ακρατής· μα βέβαια οι τιμές και η δόξα και η εξουσία και τα χρήματα και όλα τα υπόλοιπα προς τα οποία λέγονται οι άνθρωποι ακρατείς, δεν είναι πράγματα άξια ψόγου, ενώ οι σωματικές ηδονές είναι· αυτή είναι και η αιτία που εύλογα αποκαλείται ακρατής, και μάλιστα στην καθαρή του μορφή, αυτός που υπερβάλλει στις σωματικές ηδονές και ξεπερνάει το πρέπον» (1202b 6.23).
 
Το ότι οι σωματικές ηδονές αποτελούν το κυρίαρχο πεδίο της ακράτειας δεν πρέπει να ερμηνευτεί ως απαξίωσή τους ή (πολύ περισσότερο) ως προσπάθεια ενοχοποίησής τους. Το κακό δεν αφορά τις απολαύσεις του σώματος (ο υγιής άνθρωπος πρέπει να τις χαίρεται), αλλά τη διατάραξη του μέτρου που τις καθιστά αχαλίνωτες κι ως εκ τούτου επιβλαβείς. Η αναγνώριση ότι οι σωματικές ηδονές είναι άξιες ψόγου δεν αφορά την από θέση αρχής αναντίρρητη καταδίκη τους (ο Αριστοτέλης δεν αρνείται το σώμα), αλλά την υπερβολή που εκμηδενίζει όλες τις άλλες δραστηριότητες.
 
Από την άλλη, το ότι η ακράτεια δε σχετίζεται με τη δόξα, τις τιμές, το χρήμα και την εξουσία δεν πρέπει να ερμηνευτεί ως δικαιολόγηση όλων των μέσων για την απόκτηση αυτών των αγαθών με την ισοπεδωτική σκέψη, ότι αφού αυτά είναι καλά, όπως και να τα επιδιώξει κανείς είναι σωστό. Ασφαλώς και ο Αριστοτέλης δε δικαιολογεί (πολύ περισσότερο επαινεί) ούτε τον άπληστο (ακρατή ως προς το χρήμα) ούτε το ματαιόδοξο  (ακρατή ως προς τις τιμές) ούτε τον τύραννο (ακρατή ως προς την εξουσία).
 
Το ζήτημα τίθεται αυστηρά εννοιολογικά. Η αναζήτηση της τιμής με τον υγιή τρόπο της αξίας, που θα καθοδηγήσει κάποιον να γίνει ακόμη καλύτερος προκειμένου να κερδίσει την αναγνώριση είναι κάτι θετικό, όπως και η εξουσία ή το χρήμα. Ο επιστήμονας που επιδιώκοντας να ξεχωρίσει (είτε για να δοξαστεί είτε για να αποκτήσει χρήματα) εργάζεται σκληρά στην επιστήμη του ανακαλύπτοντας πράγματα και προσφέροντας πολύτιμες υπηρεσίες στους συνανθρώπους του ασφαλώς και δεν είναι καταδικαστέος. Το ίδιο και ο πολιτικός που πολιτεύεται με σοβαρό και υπεύθυνο τρόπο.
 
Το πρόβλημα έγκειται όταν επιδιώκει κανείς όλα αυτά με ανέντιμους τρόπους, όταν δηλαδή δεν τα ταυτίζει με την αξία αλλά με την εξαπάτηση ή την κυνικότητα της ισχύος. Όμως, ένας τέτοιος άνθρωπος δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ακρατής. Αυτός είναι ο άδικος και είναι ζήτημα της πολιτείας να ματαιωθούν οι επιδιώξεις του.
 
Από κει και πέρα, υπάρχουν περιπτώσεις ακρατούς συμπεριφοράς που ο Αριστοτέλης χαρακτηρίζει νοσήματα: «Κάποιες μορφές ακράτειας αποτελούν νοσήματα. Νοσήματα αποτελούν, για παράδειγμα, περιπτώσεις σαν την ακόλουθη: υπάρχουν κάποιοι που μαδούνε τις τρίχες τους και τρώνε τα νύχια τους. Αν, λοιπόν, ένας από αυτούς καταφέρει να ελέγξει αυτή την ηδονή, δε σημαίνει ότι γίνεται άξιος επαίνου, ούτε βέβαια και άξιος ψόγου σε περίπτωση που δεν καταφέρει να την ελέγξει, είτε σε απόλυτο είτε σε σχετικό βαθμό» (1202a 16.20).
 
Για τον Αριστοτέλη η ακράτεια ως προς τις σωματικές ηδονές είναι περισσότερο επιτιμητέα από την ακράτεια σε σχέση με την οργή: «Η ακράτεια ως προς την οργή θυμίζει τους υπηρέτες που δείχνουν μεγάλη προθυμία να εξυπηρετήσουν κάποιον. Διότι αυτοί, μόλις τους πει ο αφέντης τους “δώσε μου”, πετάγονται με προθυμία και, πριν ακούσουν τι πρέπει να του δώσουν, του δίνουν κάτι αλλά όχι αυτό που έπρεπε· π.χ., πολλές φορές που έπρεπε να του δώσουν ένα βιβλίο, του έδωσαν ένα εργαλείο γραφής. Κάτι σαν κι αυτό έχει πάθει και ο ως προς την οργή ακρατής. Μόλις ακούσει την πρώτη κουβέντα, ότι ο χ διέπραξε κάποια αδικία, ορμά αμέσως ο θυμός του προς την εκδίκηση, χωρίς καθόλου να περιμένει να ακούσει μήπως έπρεπε να το κάνει αυτό ο χ ή δεν έπρεπε, ή μήπως δεν έπρεπε να το κάνει στον ακραίο βαθμό ακριβώς που το έκανε. Αυτού του είδους η ορμή προς την οργή, η οποία και μοιάζει με ακράτεια οργής, δεν είναι τόσο επιτιμητέα, ενώ η ορμή προς την ηδονή είναι οπωσδήποτε άξια ψόγου» (1202b 6.24-25-26).
 
Και θα το δικαιολογήσει: «η ακράτεια ως προς την οργή είναι μια μορφή λύπης (δεν υπάρχει οργιζόμενος που να μην λυπάται), ενώ η ακράτεια ως προς τις επιθυμίες συνοδεύεται πάντα από ηδονή. Γι’ αυτό και αξίζει ψόγο μεγαλύτερο· γιατί η ακράτεια ως προς την ηδονή θεωρείται πως εμπεριέχει ένα στοιχείο ύβρεως» (1202b 6.26).
 
Αριστοτέλης, Ηθικά Μεγάλα

Δεν αγαπιόμαστε γιατί δεν γνωρίζουμε πως να αγαπήσουμε

Τι είναι η αγάπη; Η λέξη είναι τόσο πολύ φορτωμένη και διεφθαρμένη που αποφεύγω να την χρησιμοποιώ. Όλοι μιλάνε για αγάπη-κάθε περιοδικό και εφημερίδα και κάθε ιεραπόστολος μιλούν συνεχώς για αγάπη.

Είναι η αγάπη μια ιδέα; Αν όντως είναι, τότε μπορεί να καλλιεργηθεί, θραφεί, να περιβληθεί με στοργή, να επιβληθεί, να αλλάξει κατά το δοκούν.

Επειδή δεν μπορούμε να λύσουμε αυτό το ανθρώπινο ζήτημα καταφεύγουμε σε αφαιρέσεις. Η αγάπη μπορεί να είναι η ύστατη λύση σε όλες τις δυσκολίες του ανθρώπου, τα προβλήματα και τις επώδυνες προσπάθειες, οπότε πως θα βρούμε τι είναι η αγάπη; Απλώς ορίζοντας την; Η εκκλησία την όρισε με τον ένα τρόπο, η κοινωνία με άλλο τρόπο και υπάρχουν ένα σορό αποκλίσεις και διαστρεβλώσεις. Λατρεύουμε κάποιον, κοιμόμαστε με κάποιον, η ανταλλαγή συναισθημάτων, η συντροφικότητα- είναι αυτό που λέμε αγάπη;

Μπορεί η αγάπη να χωρισθεί στην ιερή και την ανίερη, την ανθρώπινη και την θεϊκή, η απλά υπάρχει μόνο μια αγάπη; Είναι η αγάπη ένα πράγμα και όχι πολλά πράγματα; Αν πούμε “σε αγαπώ” αυτό αποκλείει την αγάπη για κάποιον άλλον; Είναι η αγάπη προσωπική η μη προσωπική; Ηθική η ανήθικη; Οικογενειακή η μη οικογενειακή; Αν αγαπάς την ανθρωπότητα αγαπάς και τον καθένα ξεχωριστά; Είναι η αγάπη συναίσθημα; Είναι η αγάπη αίσθημα; Είναι η αγάπη απόλαυση και επιθυμία; Όλες αυτές οι ερωτήσεις δείχνουν, έτσι δεν είναι, ότι έχουμε ιδέες για την αγάπη, ιδέες για το τι πρέπει να είναι και τι δεν πρέπει να είναι η αγάπη, έναν κανόνα ή κώδικα που έχει δημιουργήσει η κοινωνία στην οποία ζούμε.

Τώρα πως θα βρω τι είναι αυτή η φλόγα που λέμε αγάπη; Όχι πως να βρούμε έναν τρόπο να την εκφράσουμε διαφορετικά άλλα να βρούμε την σημασία της. Πρώτα θα απορρίψω ό,τι έχουν πει η εκκλησία, η κοινωνία, οι φίλοι και οι γονείς μου, κάθε βιβλίο και άνθρωπος διότι θέλω να βρω μόνος μου τι είναι η αγάπη. Εδώ είναι ένα τεράστιο πρόβλημα που εμπεριέχει όλη την ανθρωπότητα, υπάρχουν χιλιάδες τρόποι να την ορίσεις και εγώ έχω φυλακιστεί σε κάποιον τρόπο να την ορίζω. Για αυτό τον λόγο δεν πρέπει να διώξω όλες τις τάσεις και τις προκαταλήψεις μου; Είμαι μπερδεμένος, διαλυμένος από τις δικές μου επιθυμίες οπότε λέω στον εαυτό μου “πρώτα καθάρισε το δικό σου μπέρδεμα. Ίσως να μπορέσουμε να δούμε τι είναι αγάπη καταλαβαίνοντας τι δεν είναι.

Το να ανήκεις σε κάποιον, το να σε φροντίζει κάποιος και να εξαρτάσαι από αυτόν-σε όλο αυτό πρέπει να υπάρχει πάντα άγχος, φόβος, ζήλεια, ενοχή, και όσο υπάρχει φόβος δεν μπορεί να υπάρξει αγάπη. Ένα μυαλό γεμάτο πίκρες δεν μπορεί να καταλάβει τι είναι αγάπη, αισθηματικότητα και συναισθηματικότητα δεν έχουν καμία σχέση με την αγάπη. Έτσι, η αγάπη δεν έχει σχέση με την επιθυμία και την απόλαυση.

Η αγάπη δεν είναι προϊόν της σκέψης, η οποία με την σειρά της είναι προϊόν του παρελθόντος. Η σκέψη δεν μπορεί να καλλιεργήσει την αγάπη. Η αγάπη δεν περιορίζεται και δεσμεύεται από την ζήλεια, γιατί η ζήλεια είναι το παρελθόν. Η αγάπη είναι το τώρα, το παρόν. Δεν είναι το “θα αγαπήσω” ούτε το “αγάπησα”. Όταν αγαπάς δεν πρόκειται να ακολουθήσεις κανέναν. Η αγάπη δεν υπακούει. Όταν αγαπάς δεν υπάρχει ούτε σεβασμός ούτε ασέβεια. Δεν γνωρίζετε τι θα πει να αγαπάς αληθινά κάποιον; Να αγαπάς χωρίς μίσος, χωρίς ζήλεια, χωρίς θυμό, χωρίς να θέλετε να επηρεάσετε το τι σκέφτεται ή τι κάνει ο άλλος, χωρίς να καταδικάζετε, χωρίς να συγκρίνετε; Όταν υπάρχει αγάπη υπάρχει σύγκριση; Όταν αγαπάτε κάποιον με όλη σας την καρδιά, με όλο σας τον νου, με όλο σας το σώμα, με όλη σας την ύπαρξη, υπάρχει σύγκριση; Όταν αφήνεσαι ολοκληρωτικά στην αγάπη δεν υπάρχει ο άλλος.

Αλλά αν θέλετε ακόμα να βρείτε (τι είναι η αγάπη), θα δείτε ότι δεν είναι φόβος, εξάρτηση, ζήλεια, κτητικότητα, υπεθυνότητα και χρέος, αυτολύπηση, αγωνία του να μην αγαπηθείς. Λοιπόν, αφού τα διώξετε όλα αυτά, όχι με την βία, αλλά ξεπλένοντας τα όπως η βροχή ξεπλένει την σκόνη πολλών ημερών από ένα φύλλο, τότε ίσως βρείτε αυτό το περίεργο λουλούδι που ο άνθρωπος αναζητά τόσο πολύ. Θα σας υπαγορέψει κάποια εξουσία, κάποια μέθοδος, κάποιο σύστημα πως να αγαπάτε; Αν κάποιος σας πει πως να αγαπάτε τότε αυτό δεν είναι αγάπη. Γίνεται να πείτε “θα εξασκήσω την αγάπη. Θα κάτσω κάτω και θα το σκεφτώ μέρα με την ημέρα. Θα εξασκήσω τον εαυτό μου να είναι καλός και ευγενικός και θα τον πιέσω να δίνει προσοχή στους άλλους;

Η αγάπη είναι κάτι νέο, φρέσκο, ζωντανό. Δεν έχει χτες ούτε και αύριο. Είναι πέρα από το μαρτύριο της σκέψης. Μόνο το αθώο μυαλό μπορεί να καταλάβει τι είναι η αγάπη, και το αθώο μυαλό μπορεί να ζήσει σε έναν κόσμο που δεν είναι αθώος. Το να βρεις αυτό το καταπληκτικό πράγμα που ο άνθρωπος αναζητά αιώνια μέσα από την θυσία, μέσω της λατρείας, μέσω των σχέσεων, μέσω του σεξ, μέσω κάθε μορφής απόλαυσης και πόνου, είναι δυνατό μόνο όταν η σκέψη κατανοήσει τον εαυτό της και να φτάσει στο τέλος της. Τότε η αγάπη δεν έχει αντίθετο, τότε η αγάπη δεν έχει σύγκρουση.

Τι πράγμα είναι οι σχέσεις και πόσο εύκολα πέφτουμε στη συνήθεια κάποιας συγκεκριμένης σχέσης, θεωρούμε τα πράγματα δεδομένα, αποδεχόμαστε τις καταστάσεις και δεν είναι ανεκτή καμιά αλλαγή δε δεχόμαστε καμία κίνηση προς την αβεβαιότητα, ούτε για ένα λεπτό. Όλα είναι τόσο καλά ρυθμισμένα, τόσο στέρεα φτιαγμένα, τόσο δεσμευμένα, που δεν υπάρχει καμία ελπίδα για λίγη φρεσκάδα, για μια καθαρή αναζωογονητική ανοιξιάτικη ανάσα. Αυτά κι άλλα πολλά τα ονομάζουμε σχέσεις.

Αν παρατηρήσουμε από κοντά, οι σχέσεις είναι κάτι πολύ πιο λεπτό, κάτι πιο γοργό κι από την αστραπή, πιο αχανές κι από τη γη, γιατί οι σχέσεις είναι η ζωή. Η ζωή μας είναι σύγκρουση. Θέλουμε να κάνουμε τις σχέσεις χοντροκομμένες, ωμές, εύκολες. Έτσι χάνουν την ευωδιά τους, την ομορφιά τους. Όλα τούτα συμβαίνουν γιατί δεν αγαπάμε, κι η αγάπη, φυσικά, είναι το σπουδαιότερο απ’ όλα, γιατί μέσα σ’ αυτή πρέπει να εγκαταλείψει κανείς ολοκληρωτικά τον εαυτό του. (το εγώ του)

Αυτή ακριβώς η ιδιότητα της φρεσκάδας, του καινούριου, είναι ουσιαστική, αλλιώς η ζωή γίνεται ρουτίνα, συνήθεια και η αγάπη δεν είναι συνήθεια, δεν είναι κάτι βαρετό. Οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν χάσει το αίσθημα της έκπληξης. Θεωρούν τα πάντα δεδομένα κι αυτή η αίσθηση της ασφάλειας καταστρέφει την ελευθερία και τις εκπλήξεις της αβεβαιότητας.

Ο άλλος ως καθρέφτης του εαυτού μας

Οι ανθρώπινες σχέσεις, και κυρίως οι πιο κοντινές και βαθιές σχέσεις είναι –λένε- ο καθρέφτης μας, ο καθρέφτης της ψυχής μας. Ενδεχομένως, κάποια στιγμή στη ζωή σας, θα έχετε βρεθεί μέσα σε μία πολύ κοντινή σχέση με κάποιον κι ίσως θα έχετε νιώσει ότι χάνετε κάπου τον εαυτό σας, σαν να μην μπορείτε να τον ελέγξετε, ή να τον ικανοποιήσετε.

Ίσως έχτε νιώσει ότι όλα είναι μάταια ή αντίθετα ότι όλα έχουν τεράστιο νόημα, και οι εναλλαγές ανάμεσα σε αυτά τα δύο να είναι ακαριαίες και απροειδοποίητες.

Ακραία συναισθήματα και ανάγκες εμφανίζονται, οι οποίες ναι! είναι οικείες, αλλά μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν συναντιόσασταν μαζί τους πολύ συχνά σε συνειδητό επίπεδο, ίσως και να μην είχατε συναντηθεί ποτέ ξανά.

Εύλογα λοιπόν έρχεται αυτή η απορία: Οι σχέσεις είναι πράγματι ο καθρέφτης μας;

Κι αν είναι τι καθρεφτίζουν; Ποιόν εαυτό; Ποια κομμάτια μας;

Οι βαθιές σχέσεις μας φέρνουν σε επαφή με κάτι πολύ αρχαϊκό και εσωτερικό, κάτι που για τους περισσότερους ανθρώπους, πολύ καιρό ήταν κρυμμένο και άφαντο, κάτι για το οποίο ήμασταν σίγουροι ότι αφέθηκε πίσω μας με τα χρόνια.

Τι ακριβώς ανακινείται σε μια σχέση;

Τι είναι αυτό που μας φοβίζει;

Τι είναι όλα αυτά που αναδύονται με τόση ορμή από μέσα μας και που κρύβονταν όλον αυτόν τον καιρό;

Έχω την αίσθηση ότι αυτό το αρχαϊκό σχετίζεται με τις πρώτες ανάγκες μας ως βρέφη αλλά και με τις μετέπειτα ανάγκες και εμπειρίες μας ως νήπια, με όλα αυτά τα συναισθήματα, αισθήματα και αισθήσεις, που νιώθουμε, αναπτύσσουμε και βιώνουμε μέχρι θεωρητικά τουλάχιστον να μπορούμε να «επιβιώσουμε» μόνοι μας, δηλαδή μέχρι τα 5 περίπου χρόνια μας.

Ο άνθρωπος είναι το μόνο έμβιο ον το οποίο όταν γεννιέται δεν έχει καμία απολύτως πιθανότητα επιβίωσης χωρίς τη μητέρα του.

Όλα τα υπόλοιπα έμψυχα όντα έχουν τουλάχιστον μία έως πολλές πιθανότητες να επιβιώσουν μόνα τους, όλα τα έμψυχα όντα εκτός από τον άνθρωπο. Τι να σημαίνει άραγε, για τον ίδιο τον άνθρωπο και για τον ψυχισμό του, αυτή η διαφοροποίηση του από την υπόλοιπη φύση;

Το πρώτο πράγμα που δοκιμάζει το βρέφος στη ζωή του είναι η εξάρτηση.

Για να επιβιώσει, να μεγαλώσει και να αναπτυχθεί, να εξελιχθεί σε άτομο χρειάζεται μία μάνα, η οποία πέρα από την παροχή τροφής, είναι αναγκαίο να του παρέχει και αγάπη.

Χωρίς αγάπη, φροντίδα και άγγιγμα, το βρέφος ίσως να έχει πιθανότητες να επιβιώσει, όμως οι πιθανότητες να εξελιχθεί σε έναν λειτουργικό και ευτυχισμένο ενήλικα είναι πολύ πολύ μικρές, για να μην πούμε μηδαμινές.

Έτσι το βρέφος γίνεται νήπιο μέσα σε μία εξαρτητική σχέση με τη μητέρα (ή με τον φροντιστή του).

Την χρειάζεται για να φάει, να πιει, να κοιμηθεί, την χρειάζεται όμως και για να έχει μία αίσθηση του εαυτού του, για να υπάρχει, να αγαπά.

Σε εκείνα τα χρόνια το ον μαθαίνει να αποδέχεται τον εαυτό του όπως είναι.

Τότε, το παιδί, όποτε έχει μία ανάγκη, την επικοινωνεί αυθόρμητα ή καλύτερα παρορμητικά μέσα από το κλάμα του, δείχνοντας ξεκάθαρα τα συναισθήματα που νιώθει τα οποία κυμαίνονται από την καθαρή ανάγκη του ενστίκτου (π.χ. πεινάω) μέχρι και πολύ βαθιές ανάγκες όπως «σε χρειάζομαι, δεν μπορώ μόνο μου, θέλω να με αγαπάς, κ.α.».

Επίσης, νιώθει φόβο, άγχος, αγωνία, απελπισία (κυρίως όταν η μαμά αργεί), κ.α.

Εκείνη την περίοδο, όσο πιο πολύ η μητέρα το αποδέχεται και ανταποκρίνεται στις ανάγκες του, τόσο πιο επιτυχημένη θα είναι και η αυτό-αποδοχή του αργότερα...

Με τα χρόνια κι με τις ικανότητες που αποκτά ο άνθρωπος σιγά-σιγά αφήνει αυτό το εξαρτητικό μοντέλο επαφής και αρχίζει να δοκιμάζει και να πειραματίζεται με άλλους τρόπους, όπως δημιουργώντας σχέσεις με αντίσταση (άρνηση-αποδοχή), μίμηση και στην ενήλικη ζωή σχέσεις ισότητας ενήλικα προς ενήλικα.

Μέσα στις σχέσεις που θα δημιουργήσει το άτομο ως ενήλικας πια, κάποιες θα φτάσουν βαθιά.

Αυτή η βαθιά σχέση θυμίζει – ευτυχώς όχι όλη την ώρα- τη πρωταρχική σχέση μητέρας- βρέφους, κι ίσως ο έρωτας μπορεί να εξηγηθεί κι έτσι.

Στην αρχική φάση του έρωτα, τα δύο άτομα απολαμβάνουν τις ομοιότητες τους, απολαμβάνουν τη συνύπαρξη τους, την ολότητα τους και προσπαθούν συνεχώς για την απόλυτη ένωση.

Με τον καιρό αυτό μας φέρνει σε επαφή με την τότε συνύπαρξη- ως βρέφη με τη μητέρα-, όπου για να ζήσουμε χρειαζόμασταν τον σημαντικό άλλο. Έτσι ο άλλος γίνεται και πάλι σημαντικός και με κάποιο τρόπο συνδεόμαστε με την αρχαϊκή αυτή ανάγκη μας.

Όσο ο καιρός προχωράει, ο έρωτας αλλάζει μορφές, αρχίζουμε πολύ αργά να αντιδράμε σε αυτήν την εξαρτητική συνύπαρξη, διεκδικώντας τον προσωπικό μας χώρο, και την ανεξαρτησία μας, όμως ξεχνάμε το γεγονός ότι είμαστε ήδη εξαρτημένοι!

Οι πρώτες εσωτερικές συγκρούσεις έρχονται, όπου ένα κομμάτι μέσα μας – το ενήλικο- θέλει να ζει ανεξάρτητο κι ελεύθερο και ένα άλλο κομμάτι – το παιδί- έχει ανάγκη τον άλλο και την εξάρτηση.

Έπειτα, οι συγκρούσεις αυτές γίνονται κι εξωτερικές, και μέσα σε αυτές κατηγορούμε τον άλλον για τη δική μας εξάρτηση.

Αυτό νομίζω ότι είναι το σημείο όπου ο άλλος μας καθρεφτίζει, και μας καθρεφτίζει τις πιο βαθιές υπαρξιακές- χαοτικές συγκρούσεις μας, τον πιο κρυφό μας εαυτό, τον εαυτό αυτό που ούτε οι ίδιοι δεν τολμάμε να παραδεχτούμε.

Όσοι «επιβιώσουν» από αυτό, και καταφέρουν να το αντέξουν, τότε δημιουργούν αυθεντικές και ουσιαστικές σχέσεις, μπορεί και απόλυτης ισότητας μεταξύ των δύο ανθρώπων.

Η σχέση καθρεφτίζει τις πιο λεπτές ισορροπίες τις προσωπικότητας μας, αυτές που δημιουργήθηκαν όταν ήμασταν βρέφη, πλάσματα μετέωρα ανάμεσα στην ύπαρξη και την ανυπαρξία.

Πόση δύναμη χρειάζεται για να καταφέρουμε να συνεχίσουμε μέσα σε αυτό το χάος και τον πόνο;

Πολύ! Κι έτσι η ζωή μας δοκιμάζει, φέρνοντας τα ίδια πράγματα που ζήσαμε ξανά και ξανά μπροστά μας, έως ότου συμφιλιωθούμε με αυτά, και μέσα από την αποδοχή του εαυτού και την αγάπη, ηρεμήσουμε.

Διανοητικά, ηθικά, πνευματικά, είμαστε αλυσοδεμένοι.

«Η αληθινή προδοσία είναι να ζεις σ’ έναν τέτοιο κόσμο και να χρησιμοποιήσεις το πνεύμα σου για να τον δικαιολογήσεις.» - Jean Guehenno, Caliban Parle

Παρ’ όλες τις οπισθοδρομήσεις που καταγράφει η ιστορία, παρά την άνοδο και την πτώση των πολιτισμών, παρά τον αφανισμό φυλών και ηπείρων, υπάρχει κάποιο αήττητο και κραταιό οικοδόμημα που είναι το αληθινό ενδιαίτημα του ανθρώπου.

Όταν το συνειδητοποιήσουμε, θα πάμε να το κατακτήσουμε. Δεν θα είναι ανάγκη να σωριάσουμε τον κόσμο σε ερείπια προηγουμένως.

Όπως ακριβώς οι ποταμοί χύνονται και γίνονται ένα με τον ωκεανό, έτσι όλοι οι ελάσσονες τρόποι πρέπει εντέλει να ενδώσουν στον μείζονα τρόπο, βαφτίστε τον όπως θέλετε.

Ήθη, έθιμα, νόμοι, συνήθειες, πεποιθήσεις, δόγματα – όλα αυτά είναι ήσσονος σημασίας.

Το μόνο που ενδιαφέρει είναι να γίνει κανόνας το θαυμαστό. Ακόμα και σήμερα, όσο ματαιωμένοι και απογοητευμένοι κι αν είμαστε, το θαυμαστό δεν είναι ολότελα απόν.

Αλλά πόσο γκροτέσκες, πόσο σπασμωδικές και αδέξιες είναι οι προσπάθειές μας να το αναδείξουμε.

Όλη η ευφυία, όλος ο σπαραξικάρδιος μόχθος που ξοδεύεται στις επινοήσεις, τις οποίες εκλαμβάνουμε ως εξαίσια θαύματα, δεν πρέπει να αντιμετωπιστούν ως νέτες σκέτες σπατάλες αλλά και ως ασυναίσθητες προσπάθειες εκ μέρους του ανθρώπου ώστε να προβλέψει και να αποφύγει το θαυμαστό.

Γεμίζουμε ακατάσχετα τον κόσμο με τις επινοήσεις μας, δίχως ποτέ να διανοούμαστε μήπως είναι αχρείαστες – ή και επιζήμιες.

Μηχανευόμαστε εκπληκτικά μέσα επικοινωνίας, αλλά επικοινωνούμε, άραγε, ο ένας με τον άλλο;

Μετακινούμε εδώ κι εκεί τα κορμιά μας με απίστευτες ταχύτητες, αλλά αφήνουμε ποτέ όντως το σημείο από όπου ξεκινήσαμε;

Διανοητικά, ηθικά, πνευματικά, είμαστε αλυσοδεμένοι.

Τι έχουμε πετύχει με το να εξαφανίσουμε ολόκληρες οροσειρές, με το να τιθασεύσουμε την ενέργεια πανίσχυρων ποταμών, ή με το να μετακινήσουμε ολόκληρους πληθυσμούς εδώ κι εκεί σαν πιόνια στη σκακιέρα, αν εμείς οι ίδιοι παραμένουμε τα ίδια νευρικά, ελεεινά, απογοητευμένα πλάσματα που ήμασταν και πριν;

Το να αποκαλείς πρόοδο μια τέτοια δραστηριότητα είναι η απόλυτη αυταπάτη.

Μπορεί να πετυχαίνουμε στο να αλλοιώνουμε το πρόσωπο της γης ώσπου να γίνει αγνώριστο ακόμα και στον ίδιο τον Δημιουργό, αλλά αν αυτό δεν έχει επίδραση και σ’ εμάς, τότε ποιο το νόημα;

Οι έλλογες, εννοηματωμένες πράξεις δεν χρειάζονται σάλο. Όταν τα πράγματα είναι έτοιμα να σωριαστούν σε ερείπια και να καταστραφούν, ίσως η πιο μεστή νοήματος στάση είναι να μείνεις ασάλευτος.

Ο άνθρωπος που επιτυγχάνει να συνειδητοποιήσει και να εκφράσει την αλήθεια που βρίσκεται εντός του μπορούμε να πούμε ότι προβαίνει σε μια δραστηριότητα πολύ πιο ισχυρή απ’ ό,τι το ρήμαγμα μιας αυτοκρατορίας.

Δεν είναι, επιπλέον, πάντοτε απαραίτητο να εκφέρεις την αλήθεια.

Όσο κι αν καταρρέει και αποσυντίθεται ο κόσμος, πάντα η αλήθεια εμμένει.

Εν αρχή ην ο Λόγος.

Ο άνθρωπος τον κάνει πράξη ασυναίσθητα.

Αυτός είναι η πράξη, και όχι ο πράττων.

Οι κανόνες του έρωτα

Πολλοί λένε ότι ο έρωτας είναι τυφλός. Ερωτευόμαστε εντελώς ασυναίσθητα και χωρίς να μπορούμε να εξηγήσουμε το γιατί.
 
Η αλήθεια όμως είναι ότι τελικά ακόμα και ο έρωτας φαίνεται να έχει κάποιους κανόνες, τουλάχιστον ως προς το ποιους ερωτευόμαστε. Ή τουλάχιστον έτσι υποστηρίζουν αυτοί που ασχολούνται με τον κλάδο της κοινωνικής ψυχολογίας.
 
Ας προσπαθήσουμε να δούμε ποιοι είναι αυτοί:
 
1. Χωροταξική εγγύτητα.
Οι περισσότεροι από εμάς ερωτευόμαστε ανθρώπους που είτε ζουν στην ίδια περιοχή με εμάς, είτε δουλεύουν στον ίδιο χώρο. Ο πρώτος μας έρωτας είναι συνήθως κάποιος συμμαθητής μας, συνεχίζουμε με κάποιον που θα συναντήσουμε στα φοιτητικά μας έδρανα για να περάσουμε στους τόσο γνωστούς σε όλους μας έρωτες στους εργασιακούς μας χώρους. Όπως και να έχει, το πιο πιθανό είναι ότι συνήθως θα είμαστε σε τέτοιο βαθμό «τυχεροί» που ο τόσο «μοναδικός» αυτός άνθρωπος που θα ερωτευτούμε θα ζει ή θα κινείται στον ίδιο χώρο με εμάς!
 
2. Συχνή αλληλεπίδραση.
Όσο πιο συχνά συναντάμε ή αλληλεπιδρούμε με κάποιον, τόσο πιο πολλές είναι οι πιθανότητες να τον/την ερωτευτούμε. Όπως συμβαίνει και με τα τραγούδια που βάζουν οι σταθμοί στο ραδιόφωνο, τα οποία μετά από 5-6 ακούσματα αρχίζουν να μας αρέσουν ακόμα και αν στην αρχή μας είχαν φανεί αδιάφορα, έτσι και με τους ανθρώπους. Αυτός άλλωστε είναι και ο λόγος που πολλοί βρισκόμαστε ερωτευμένοι με ανθρώπους που «δεν πρέπει». Πχ με τους φίλους του συντρόφου μας ή με τους συντρόφους των φίλων μας!
 
3. Τα ομώνυμα έλκονται.
Σε αντίθεση με τους νόμους της φυσικής, ο νόμος του έρωτα μας προστάζει να επιλέγουμε άτομα που έχουν την ίδια με εμάς εθνότητα, κοινωνικό, θρησκευτικό και οικονομικό υπόβαθρο. Οι πιθανότητες να ερωτευτούμε κάποιον κοντά στην ηλικία μας, με παρόμοια μόρφωση, παρόμοιο δείκτη νοημοσύνης και εξίσου ελκυστικό με εμάς είναι πολύ περισσότερες από τις πιθανότητες να ερωτευτούμε κάποιον τελείως διαφορετικό από εμάς. Η διαφορετικότητα δεν βοηθάει την ανάπτυξη του έρωτα. Ακόμα όμως και στις περιπτώσεις που ο έρωτας τύχει και τυφλώσει εμάς τους ίδιους, ο οικογενειακός και κοινωνικός περίγυρος θα φροντίσει να βάλει εμπόδια στον έρωτά μας. Οι μεγάλες διαφορές ηλικίας, το διαφορετικό κοινωνικό ή οικονομικό επίπεδο, ακόμα και οι διαφορές στην εξωτερική εμφάνιση δεν γίνονται εύκολα αποδεκτές από τους γύρω μας.
 
4. Αντισταθμιστικοί παράγοντες.
Ναι, υπάρχουν συχνά περιπτώσεις που ο παραπάνω κανόνας της διαφορετικότητας παύει να ισχύει. Αρκεί να υπάρχουν κάποιοι αντισταθμιστικοί παράγοντες. Οι αντισταθμιστικοί αυτοί παράγοντες αποτελούν το λόγο που συχνά βλέπουμε ωραίες και νέες γυναίκες να λιώνουν και να σβήνουν για άσχημους ηλικιωμένους που όμως έχουν ανώτερη κοινωνική θέση ή πολύ μεγαλύτερη οικονομική επιφάνεια από τις ίδιες. Όταν βλέπετε ζευγάρια που φαίνονται σε οποιοδήποτε επίπεδο αταίριαστα, ψάξτε για τον παράγοντα που αντισταθμίζει τον έρωτα τους!
 
Μας αρέσουν αυτοί που τους αρέσουμε. Αυτό εξηγείται εύκολα από την αρχή της ανταμοιβής. Χρειάζεται λιγότερο χρόνο και προσπάθεια για να απολαύσουμε τα οφέλη ενός έρωτα με κάποιον που είναι ήδη διαθέσιμος.
 
6. Συναισθηματική ένταση.
Ο έρωτας χτυπά πολύ πιο εύκολα την πόρτα στους ανθρώπους που βρίσκονται σε συναισθηματική ένταση. Η λύπη, το άγχος, η χαρά και κυρίως ο φόβος κάνει τους ανθρώπους πολύ πιο ευάλωτους στον έρωτα και στο πάθος. Μερικοί μεγάλοι έρωτες γεννιούνται κατά τη διάρκεια επικείμενων καταστροφών ή επικίνδυνων καταστάσεων πχ μετά από ένα σεισμό, κατά τη διάρκεια διαδηλώσεων κλπ.
 
Είναι απόλυτοι οι κανόνες αυτοί; Φυσικά και όχι.
Είπαμε, ο έρωτας είναι ασύμβατος με τη λογική. Δεν μπαίνει σε κουτάκια.
Όσο και να προσπαθούμε να τον εντάξουμε κάπου, πάντα θα εμφανίζονται μπροστά μας ερωτευμένα ζευγάρια που αποφάσισαν να μην ακολουθήσουν τις συμβάσεις μας. Ζευγάρια που στα μάτια μας μπορεί να μοιάζουν αταίριαστα και αντισυμβατικά, ζευγάρια που ζουν ο καθένας στην άλλη άκρη της γης, ζευγάρια που ερωτεύτηκαν χωρίς καν να έχουν συναντηθεί, ζευγάρια με μεγάλη διαφορά ηλικίας, ζευγάρια αλλόθρησκα, ζευγάρια αλλοπρόσαλλα, ζευγάρια που το μόνο που τους ενώνει είναι ο έρωτας! Αυτό το μυστήριο!

Φραντς Κάφκα: Για τη ζωή

O Φραντς Κάφκα ερμήνευσε µε διαύγεια και βαθύτητα τα προβλήματα του σύγχρονου ανθρώπου και στοχάστηκε µε τρόπο ευφυή και καυστικό πάνω στις πολλαπλές στενοχώριες και ανοησίες της κάθε µέρας µας. Τα αποφθέγματά του για το τι σημαίνει ζωή αποτυπώνονται στο εγχειρίδιο του, Φραντς Κάφκα: 99 μαθήματα αυτογνωσίας, προσφέρει τη δική του οπτική, για µια ζωή πιο ουσιώδη.

«ΖΩ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΠΑΡΕΚΚΛΙΝΩ ΑΣΤΑΜΑΤΗΤΑ. ΜΕ ΤΕΤΟΙO ΤΡΟΠΟ ΠΑΡΕΚΚΛΙΝΟΥΜΕ ΠΟΥ Η ΣΥΓΧΥΣΗ ΜΑΣ ΕΜΠΟΔΙΖΕΙ ΝΑ ΞΕΡΟΥΜΕ ΑΠΟ ΤΙ ΠΡΑΓΜΑ ΠΑΡΕΚΚΛIΝΟΥΜΕ». Η σύγχυση είναι μία από τις επιδημίες του καιρού μας, αφού ζούμε εκτεθειμένοι σε τέτοια πληθώρα ερεθισμάτων και απαιτήσεων που συχνά χάνουμε τον έλεγχο των προτεραιοτήτων μας. Ωστόσο αυτό δεν σημαίνει ότι ο ίσιος και απλός δρόμος είναι πάντα κι ο καλύτερος.

Ο βιολόγος και σύμβουλος Ενρίκε δε Μόρα μιλάει στο βιβλίο του ZigZag για τη σημασία που έχει κάποιες φορές το να κάνουμε γύρους, καθώς αυτοί μας απομακρύνουν από τον πιο σύντομο δρόμο αλλά μας οδηγούν σε μέρη που πράγματι χρειάζεται να δούμε: «Ιδεατά, για να πάει κανείς από το ένα σημείο στο άλλο, η ευθεία οδός είναι η συντομότερη, αλλά, στην τροχιά της ζωής των ανθρώπων, είθισται να είναι πολύ δύσκολη η εξελικτική πορεία σε ευθεία γραμμή.

Συνήθως προκύπτουν απρόοπτα που αλλάζουν τη ζωή μας και φαινομενικά μας κάνουν να χάνουμε χρόνο. Ακόμα κι έτσι, το να μαθαίνουμε να αντιμετωπίζουμε αυτές τις απρόβλεπτες συνθήκες, αυτές τις περιπλοκές, μας κάνει να ωριμάζουμε σαν άνθρωποι. Ένα ατύχημα εν πρώτοις, δεν φαίνεται να μας φέρνει τίποτα καλό, αλλά, αν μπορέσουμε να πάρουμε κάποιο μάθημα από αυτό, θα βγούμε ενδυναμωμένοι.

Μαθαίνουμε περισσότερο όντας υποχρεωμένοι να προχωράμε με τον άνεμο κόντρα παρά ευνοϊκό. Στις στροφές που μας βγάζουν από την κανονική μας πορεία μπορούμε να ανακαλύψουμε πολύ περισσότερα διδάγματα. Ό,τι μας συμβαίνει είναι προς το συμφέρον μας».

«ΚΑΘΕ ΕΙΔΟΥΣ ΠΙΣΤΗ ΕΙΝΑΙ ΣΑΝ ΤΗ ΛΑΙΜΗΤΟΜΟ. ΕΙΤΕ ΕΙΝΑΙ ΒΑΘΙΑ, ΕΙΤΕ ΕΠΙΦΑΝΕΙΑΚΗ». Κανένας δεν είναι απαλλαγμένος από προκαταλήψεις. Ακόμα και τα πιο ελεύθερα μυαλά υφίστανται τα φίλτρα των προκαταλήψεων και των στερεοτύπων. Οι αιτίες τους είναι πολιτισμικού, οικογενειακού και βιογραφικού χαρακτήρα, καθώς όλα τα βιώματά μας λειτουργούν τελικά ως φίλτρα ανάμεσα σε εμάς και στην πραγματικότητα.

Δεν υπάρχουν μόνο άτομα που απορρίπτουν ή περιφρονούν κάποια άλλα τα οποία δεν ανήκουν στη δική τους κοινότητα, στον πολιτισμό τους, στη φυλή ή στη θρησκεία τους. Ακόμα και απέναντι στους ίδιους τους εαυτούς μας διακατεχόμαστε από προκαταλήψεις και περιορισμούς όπως:

- Η πίστη ότι δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι το οποίο δεν έχουμε επιχειρήσει και πριν.

- Η υποψία ότι άλλα άτομα μας λογοκρίνουν ή δεν μας αποδίδουν αυτό που μας αξίζει, όταν είναι πολύ πιθανόν να μην έχουν σχηματίσει άποψη για μας.

- Η τάση να σκεφτόμαστε ότι μια οριστική αποτυχία θα επαναληφθεί, χωρίς να λαμβάνουμε υπόψη μας ότι υπάρχουν δύο ίδιες στιγμές ή περιστάσεις.

«ΚΑΘΕ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟ ΛΑΘΟΣ ΕΙΝΑΙ ΚΑΡΠΟΣ ΑΝΥΠΟΜΟΝΗΣΙΑΣ, ΠΡΟΩΡΗΣ ΔΙΑΚΟΠΗΣ ΜΙΑΣ ΟΡΓΑΝΩΜΕΝΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ, ΤΕΧΝΗΤΟ ΕΜΠΟΔΙΟ ΠΟΥ ΥΨΩΝΕΤΑΙ ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΜΙΑ ΤΕΧΝΗΤΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ». Η υπομονή είναι μια έξυπνη και πρακτική στάση η οποία μας γλιτώνει από άπειρες συγκρούσεις. Κατά τον γκουρού Όσο, η απλή παρατήρηση των γεγονότων είναι η τέχνη της υπομονής. Το να βλέπουμε τα όσα συμβαίνουν γύρω μας χωρίς να τα προσπερνάμε, δείχνει ότι κατέχουμε την «επιστήμη της ειρήνης».

Ο Δαλάι Λάμα διαβεβαιώνει πως «τίποτα δεν είναι τελικά τόσο ελκυστικό στον άνθρωπο όσο η ευγένειά του, η υπομονή του και η ανεκτικότητά του».

Ίσως όμως αυτός που προσδιόρισε καλύτερα αυτή την πηγή ηρεμίας και έμπνευσης να είναι ο Ζαν-Ζακ Ρουσσό, ο οποίος είπε ότι «η υπομονή είναι πικρή αλλά οι καρποί της είναι πολύ γλυκοί».

Αξίζει τον κόπο να ξαναβρίσκουμε αυτή την αρετή κάθε φορά που μπαίνουμε στον πειρασμό να γράψουμε ένα προσβλητικό γράμμα, να λογομαχήσουμε με τον ή τη σύντροφό μας ή να πάρουμε μια βιαστική απόφαση για μια υπόθεση που δεν έχει ακόμη ωριμάσει.
 
«Κάθε ανθρώπινο λάθος είναι καρπός ανυποµονησίας».
«Πιστεύω σηµαίνει ελευθερώνω µέσα µου το άφθαρτο ή, καλύτερα, ελευθερώνοµαι ή, ακόµα καλύτερα, είµαι άφθαρτος ή, ακόµα καλύτερα, είµαι».
«Aπό κάποιο σημείο και µετά δεν υπάρχει επιστροφή. Αυτό είναι το σημείο που οφείλει κανείς να φτάσει».

Ανθρώπινες φυσαλίδες

Οι άνθρωποι έχουν όνειρα και σκοπούς για τη ζωή. Οραματίζονται φαντασίες και γεμίζουν συνεχώς την ύπαρξή τους με νοήματα που τους τροφοδοτούν με την απαιτούμενη ενέργεια για να συνεχίσουν να σηκώνονται από το κρεβάτι τους κάθε μουντό πρωινό.

Προσηλώνονται σε ιδανικά και εφευρίσκουν κίνητρα που υπερβαίνουν τα επίγεια όρια σε μία ασύμβατη προσπάθειά τους να κερδίσουν την άνιση μάχη με την ανηλεή φθορά του χρόνου.

Οι άνθρωποι μοιάζουν με τις φυσαλίδες που πλέουν στο γαλάζιο του ουρανού, παρασυρμένες από τη δροσερή θέλησή τους για ζωή.

Ωστόσο, γεμίζουν τις αιθέριες φούσκες τους με περιττά πάθη και νοσηρές επιθυμίες, με βαρίδια που φέρουν τη χαρακτηριστική αρτηριοσκλήρωση μίας τρομοκρατημένης ψυχοσύνθεσης, μόνο και μόνο επειδή στην πραγματικότητα φοβούνται τις υψηλές πτήσεις προς την πλέρια ελευθερία.

Οι ανθρώπινες φυσαλίδες ονειρεύονται να φτάσουν ψηλότερα από τον καθένα, έχουν όμως βραχεία διάρκεια παρουσίας στα επίγεια δεινά και είναι καταδικασμένες να σκάσουν ανά πάσα στιγμή με την παραμικρή διαταραχή του αγέρα, επιβεβαιώνοντας ξανά και ξανά το εφήμερο του είναι τους.

Το μοναδικό αποτύπωμα που αφήνουν πίσω τους είναι ένας ισχνός αχός που μόλις και μετά βίας φτάνει στην επόμενη γενιά των νεότερων, μα εξίσου θνητών με τις ίδιες, φυσαλίδων.

Η ελεγεία αυτή είναι απολογητική και κρύβει θλίψη για ανεκπλήρωτους έρωτες που δε βιώθηκαν και για λανθασμένες διαδρομές που πάρθηκαν, ωστόσο δε καταφέρνει να συνταράξει τη ζωή που εξακολουθεί να κυλάει απρόσκοπτη στους δικούς της ξεχωριστούς και «μεταφυσικούς» ρυθμούς.

Οι φυσαλίδες φτάνουν στο απόγειό τους κάθε φορά που ανυψώνονται από το έδαφος, ανεμπόδιστες από τα δεσμά της αριβιστικής επιθυμίας για οικονομική καταξίωση και της ασίγαστης, μυστικιστικής δίψας για υστεροφημία.

Τα ζωτικά «καύσιμα», άλλωστε, που διαρκούν πιότερο, είναι αυτά του συντροφικού χαμογέλιου και της απελευθερωμένης ερωτοαγάπης.

Οι σχέσεις Θεών με τους Ανθρώπους

Ορισμένες σκέψεις τώρα για τις σχέσεις αυτών των θεών με τους ανθρώπους. Σύμφωνα με τον Finley, οι Έλληνες θεοί στερούνται ηθικής υπόστασης. Είναι αληθές και κεφαλαιώδες. Τα παραδείγματα βρίθουν. Έτσι, στην Ιλιάδα, μας κάνει εντύπωση πόσο συχνά οι θεοί ψεύδονται και ραδιουργούν. Στο πιο χαρακτηριστικό επεισόδιο, προς το τέλος του έπους, ο θάνατος του Έκτορα θα έπρεπε λογικά να αποδείξει την ηρωική υπεροχή του αντιπάλου του, Αχιλλέα.
 
Αν όμως διαβάσετε τον Όμηρο, θα δείτε ότι δεν είναι καθόλου έτσι: πράγματι, ο θάνατος αυτός οφείλεται μόνο στον ποταπό δόλο της Αθηνάς, η οποία με τη μορφή του τρώα Δείφοβου πείθει τον Έκτορα να μείνει εκτός των τειχών της πόλης, αφήνοντάς τον να υποθέσει ότι οι δύο μαζί θα νικήσουν τον Αχιλλέα. Ύστερα, κατά τη διάρκεια της μονομαχίας, θα ξαναδώσει στον Αχιλλέα το δόρυ που έχει ήδη ρίξει... και πρόκειται για ένα μόνο παράδειγμα μεταξύ πολλών.

Όταν μιλώ για ποταπότητα, εννοείται πως ο όρος είναι εντελώς ακατάλληλος, διότι κατά την αρχαία ελληνική αντίληψη δεν μπορεί να υπάρξει ηθική αξιολόγηση αυτού του τύπου συμπεριφοράς.

Σε καμία περίπτωση, η ανθρώπινη συμπεριφορά δεν έχει ως κανονική και προβλέψιμη συνέπεια την ανταμοιβή ή την τιμωρία των θεών. Ομοίως ο ομηρικός κόσμος –και γενικότερα όλος ο ελληνικός κόσμος- αγνοεί φυσικά την αμαρτία, δεν γνωρίζει ούτε την εξιλέωση με τη χριστιανική έννοια ούτε τον ευλαβή φόβο του χριστιανού απέναντι στον Θεό. Και για να παραπέμψουμε ακόμα μια φορά στον Finley, «ο άνθρωπος ζητούσε από τους θεούς να τον συνδράμουν στις διάφορες δραστηριότητές του.

Στρεφόταν προς αυτούς για τις δωρεές που θα μπορούσαν να του παράσχουν ή να του αρνηθούν. Ο άνθρωπος όμως δεν περίμενε τίποτα από τους θεούς ως συμβουλή για την ηθική του διαγωγή. Αυτό ήταν εκτός των αρμοδιοτήτων τους. Οι θεοί του Ολύμπου δεν έπλασαν τον κόσμο, συνεπώς δεν αισθάνονται υπεύθυνοι για αυτόν». Υπάρχει μια υπέροχη φράση του Dodds, την οποία δανείζεται ο Finley, που εικονογραφεί άριστα αυτό τον τύπο σχέσεων μεταξύ θεών και ανθρώπων: “οι ομηρικοί πρίγκιπες δρασκελίζουν υπερήφανα τον κόσμο.

Αν φοβούνται τους θεούς, τους φοβούνται με τον ίδιο τρόπο που φοβούνται τους ανθρώπους ηγεμόνες τους”. Δε θα βρείτε πουθενά στον Όμηρο, ή αργότερα, διατυπώσεις σαν αυτές που επανέρχονται συχνά στον χριστιανισμό, στην εβραϊκή θρησκεία ή στο Ισλάμ: “Θεέ μου, είμαι ανάξιός σου, ανάξιος των ευεργετημάτων σου, είμαι ένα σκουλήκι κ.λ.π.”.

Κανένας ομηρικός ήρωας, κανένας Έλληνας δεν θεωρεί εαυτόν ανάξιο σε σχέση με τους θεούς. Είναι μόνο πιο αδύναμος. Οι θεοί μπορεί να είναι πιο δυνατοί, αλλά δεν βρίσκονται κατ’ ουσίαν σε άλλο επίπεδο αξίας. Και φυσικά η οπτική αυτή έχει απελευθερωτικά αποτελέσματα για τη δράση και τη συνείδηση των ανθρώπων.

Ο Finley ορθά παρατηρεί ότι η μάζα δεν είχε περισσότερους λόγους από τους ήρωες να φοβάται τους θεούς. Αυτό όμως που δεν λέει, και που κατά τη γνώμη μου βαραίνει πολύ, είναι ότι η ανωτερότητα ορισμένων ανθρώπων σε σχέση με τους υπόλοιπους, καθώς δεν βασίζεται σε κάποια θεία εγγύηση, στηρίζεται αναγκαστικά είτε στην πειθώ είτε στην καθαρή ισχύ.

Ωστόσο, μέσα σ’ έναν κόσμο όπου δεν υπάρχει θεός που να λέει την αλήθεια, όπου η αλήθεια είναι το αποτέλεσμα της ανθρώπινης προσπάθειας, η πεποίθηση της νομιμοποίησης της κοινωνικής εξουσίας θα διαλυθεί, πράγμα που βλέπουμε ήδη στην Ιλιάδα, όταν ο Διομήδης λέει στον Αγαμέμνονα, τον βασιλέα των βασιλέων: «Ναι μπορεί να είσαι ο βασιλιάς, να κρατάς το σκήπτρο, αλλά στην πραγματικότητα δεν αξίζεις τίποτα».

Η βασιλεία υπόκειται ήδη σε κριτική, πράγμα που θα ενταθεί όλο και περισσότερο στον βαθμό που αναδύεται ο κοινός λόγος (διαδικασία που ξεκινά ήδη στον Όμηρο). Όσο για την ισχύ, από τη στιγμή που κλονίζεται η πεποίθηση για τη νομιμότητα των κατεστημένων εξουσιών, αυτή θα ανήκει φυσικά στον δήμον, στην πλειοψηφία, που θα τη χρησιμοποιήσει αποτελεσματικά προκειμένου να εγκαθιδρύσει τη δική του εξουσία.

Με την έννοια αυτή, μια θρησκεία όπως η ομηρική δεν υπήρξε βέβαια η αιτία, αλλά μία από τις προϋποθέσεις που επέτρεψαν την ταυτόχρονη ανάδυση της ελεύθερης έρευνας και της δημοκρατικής κοινότητας.

Να δένεσαι με τους ανθρώπους χωρίς να αιχμαλωτίζεσαι

Να δένεσαι με τους ανθρώπους χωρίς να αιχμαλωτίζεσαι. Να αγαπάς χωρίς να ξοδεύεις τον εαυτό σου. Να δίνεσαι χωρίς να τον σκορπίζεις. Να προτάσεις την καλοσύνη σου αλλά να μην επιτρέπεις στα πεινασμένα όρνεα να τρώνε από την σάρκα της. Να προβάλλεις την δοτικότητά σου μα να μην αφήνεις τους αχάριστους να την ισοπεδώνουν στο πέρασμα τους.

Να δεσμεύεσαι χωρίς να εξαρτάσαι. Να εμπιστεύεσαι χωρίς να προδίδεις τον εαυτό σου. Να κρατάς στην ζωή σου όσους αξίζουν, χωρίς να τους φυλακίζεις. Να συνυπάρχεις από επιθυμία και όχι από ανάγκη. Να αισθάνεσαι βαθιά και αληθινά, αλλά να μην αφήνεις τα συναισθήματα σου να γίνονται βορά στις διαθέσεις των σκληρών και αδίστακτων. Να ακολουθείς την πυξίδα της καρδιάς σου. Μην μένεις όμως στάσιμος σε άσκοπους και μάταιους σταθμούς, που πιθανόν να σε οδηγήσει. Να αφήνεσαι χωρίς να παρασύρεσαι. Να περιβάλλεσαι μα να μην περιορίζεσαι. Να συμβιβάζεσαι χωρίς να καταπιέζεσαι. Να συμπορεύεσαι με τους γύρω σου μα να ακολουθείς τη δική σου πορεία. Μην καθοδηγείσαι στις ανώφελες διαδρομές και μην ακούς τις  άδειες φωνές τους.

Να συγχωρείς τους κακούς και μικρόψυχους, μα να τους διαγράφεις  από τη ζωή σου στο πρώτο τους σημάδι. Να δικαιολογείς τις αδυναμίες και τη δειλία των ανθρώπων. Φρόντισε όμως να περιορίζεις την έκτασή τους στη ζωή σου.  Να ταξιδεύεις την ψυχή σου σε όλα σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης, διαφυλάττοντας πάντοτε την ακεραιότητά της από τους πειρατές που καραδοκούν να τη λεηλατήσουν. Να συναναστρέφεσαι με τους ανθρώπους, περιφράσσοντας από την αρχή τα  σύνορα της προσωπικότητας και της αξιοπρέπειάς σου. Να συνδιαλέγεσαι παραθέτοντας ντόμπρα και ξεκάθαρα τις απόψεις σου. Μην αφήνεις ασάφειες να παρερμηνεύονται και να διασύρονται από  τους καιροσκόπους και τους κατήγορους που παραμονεύουν.

Να προσφέρεις στους ανθρώπους χωρίς να στερείς από τον εαυτό σου. Να τους ανέχεσαι αγγίζοντας τα όριά σου, χωρίς να τα διευρύνεις. Να  δαμάζεις την υπομονή σου μαζί τους, χωρίς να την τιθασεύεις. Να βοηθάς τους αδύναμους και ευαίσθητους μα να μη γίνεσαι η ασπίδα τους. Να επιλέγεις τη μοναξιά και τη μοναχικότητά σου και να μην επιτρέπεις να σου επιβάλλουν την παρουσία τουςΤαυτίσου με τους όμοιούς σου, μα μη χάσεις ποτέ την δική σου ταυτότητα. Να κατανοείς χωρίς να αφήνεις την κατανόησή σου να γίνεται έρμαιο εκμετάλλευσης στα χέρια της δολιότητας.

Να ορίζεις τους στόχους και τα όνειρά σου, χωρίς να γίνεσαι υπόδουλός τους. Να δανείζεις την ψυχή σου μα να μην παραδίδεις ποτέ τα ηνία της σε κανένα. Να δένεσαι με τους ανθρώπους, μα να είσαι πάντα ελεύθερος και κυρίαρχος της ύπαρξής σου.

SARTRE: Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΑΡΑ Η ΔΡΑΣΗ ΤΟΥ

Όταν λέμε (οι υπαρξιστές) “δεν είσαι τίποτ’ άλλο παρά η ζωή σου” αυτό δεν σημαίνει πως ο καλλιτέχνης θα κριθεί αποκλειστικά και μόνο με βάση τα έργα τέχνης που θα έχει κάνει, χίλιοι άλλοι παράγοντες συμβάλλουν το ίδιο για να τον κατατάξουν. Αυτό που θέλουμε να πούμε είναι πως ο άνθρωπος δεν είναι άλλο από μια σειρά εγχειρημάτων, πως είναι το άθροισμα, η οργάνωση, το σύνολο των σχέσεων που συνθέτουν αυτά τα εγχειρήματα.

Ο υπαρξιστής, όταν περιγράφει έναν δειλό, λέει πως ο δειλός αυτός είναι υπεύθυνος για τη δειλία του. Δεν είναι έτσι γιατί τάχα έχει δειλή καρδιά ή δειλούς πνεύμονες ή δειλό εγκέφαλο- δεν είναι έτσι εξαιτίας μιας δειλής φυσιολογικής σύστασης, αλλά γιατί φτιάχτηκε έτσι, δειλός, με τις πράξεις του.

Δεν υπάρχει, λοιπόν, δειλή ιδιοσυγκρασία υπάρχουν άνθρωποι με νευρική ιδιοσυγκρασία, με “φτωχό αίμα” που λέει ο κόσμος κι υπάρχουν άνθρωποι με πλούσια ιδιοσυγκρασία. Ο άνθρωπος, όμως που συμβαίνει να έχει “φτωχό αίμα” δεν είναι αυτόματα δειλός, γιατί αυτό που συνιστά τη δειλία του είναι η πράξη παραίτησης ή υποταγής που κάνει. Μια ιδιοσυγκρασία δεν είναι πράξη- ο δειλός γίνεται δειλός απ’ τις πράξεις που κάνει. Αυτό που θέλουν οι άνθρωποι είναι να γεννιέται κανείς δειλός ή ήρωας.

Και στο βάθος, οι άνθρωποι αυτό επιθυμούν να σκέφτονται: αν γεννιόμαστε δειλοί, μπορούμε να είμαστε απόλυτα ήσυχοι, αφού έτσι είναι, τίποτα δεν μπορούμε ν’ αλλάξουμε, θα είμαστε δειλοί σ’ όλη μας τη ζωή, ό,τι και να κάνουμε αν, πάλι, συμβεί να γεννηθούμε ήρωες, θα είμαστε το ίδιο ήσυχοι, θα είμαστε ήρωες όλη μας τη ζωή, θα πίνουμε σαν ήρωες, θα τρώμε σαν ήρωες.
Ο υπαρξιστής, όμως, λέει πως ο δειλός δεν γεννιέται αλλά γίνεται δειλός, πως ο ήρωας δεν γεννιέται αλλά γίνεται ήρωας- υπάρχει πάντα μια δυνατότητα για τον δειλό, να πάψει να είναι δειλός και για τον ήρωα, να πάψει να είναι ήρωας. Αυτό που έχει σημασία είναι η ολοκληρωτική στράτευση- μια ιδιαίτερη περίπτωση, μια ιδιαίτερη ενέργεια δεν σε δεσμεύουν ολοκληρωτικά. Έτσι, απαντήσαμε -πιστεύω-σε ορισμένες μομφές που απευθύνονται στον υπαρξισμό. Όπως βλέπετε, δεν μπορεί να θεωρηθεί σαν φιλοσοφία του εφησυχασμού, αφού προσδιορίζει τον άνθρωπο με βάση τη δράση- ούτε και σαν μια απαισιόδοξη περιγραφή του ανθρώπου μπορεί να θεωρηθεί: δεν υπάρχει πιο αισιόδοξη κοσμοθεωρία, αφού το πεπρωμένο του ανθρώπου το τοποθετεί στα ίδια του τα χέρια, τέλος. Ο υπαρξισμός δεν είναι μια απόπειρα αποθάρρυνσης του ανθρώπου, αφού του λέει πως δεν υπάρχει ελπίδα παρά μόνο στη δράση του και πως το μόνο πράγμα που επιτρέπει στον άνθρωπο να ζει είναι η πράξη.

JEAN-PAUL SARTRE, Ο ΥΠΑΡΞΙΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΙΣΜΟΣ

Από τον Ηράκλειτο έως σήμερα: τι είναι πολιτική ὕβρις;

Πολιτική ὕβρις: στον αρχαίο και το σύγχρονο κόσμο

§1

     Ι. Στην αρχαία ελληνική σκέψη, από την εποχή ήδη του Ομήρου, η λέξη ὕβρις είναι συνώνυμη με τον όλεθρο του ανθρώπου. Κλείνει μέσα της ό,τι πρέπει να αποφεύγει ο τελευταίος. Τι πρέπει να αποφεύγει; Την υπερβολή και την έπαρση, την αυθάδικη βία, την προσβολή του φυσικού‒ανθρώπινου μέτρου, συνεπώς την προσβολή του θείου, τη βουλιμία για α‒λογισμό και στρεψοδικία, με την οποία τείνει να επικαλύπτει το φθονερό και καταστροφικό του έργο, που μπορεί να διαπράττει από θέση ισχύος. Η ὕβρις λοιπόν μπορεί να εγκατασταθεί στη ζωή μας μόνο ως βιασμός του μέτρου και της αρμονίας, ως καταστρατήγηση του «ξυνού λόγου» (=του κοινού-καθολικού λόγου) κατά Ηράκλειτο.

     ΙΙ. Γι’ αυτό, ο μεγάλος Προσωκρατικός διανοητής παρατηρεί, με βαθυνόητο τρόπο, σχετικά:

«ὕβριν χρή σβεννύναι μάλλον ή πυρκαϊήν: την έπαρση πρέπει να κατασβήνει κανείς περισσότερο κι από την πυρκαγιά» (απ. 43).

Η ὕβρις, σύμφωνα με το απόσπασμα, κάτι που αναλογικά ισχύει και στον νεοελληνικό κόσμο, είναι εκ πρώτης όψεως θρησκευτική, ουσιωδώς όμως πολιτική. Συνιστά, πριν απ’ όλα, υπέρβαση του μέτρου σε κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο· στη συνάφεια τούτη αποβαίνει αμετρία, αλαζονεία, αχαλίνωτη ακολασία και βία, που συνεπάγεται η άγονη αντιπαράθεση ανάμεσα στις διάφορες πολιτικές ομάδες ή φατρίες της πολιτείας. Ο Ηράκλειτος δεν σκεφτόταν ως εκπρόσωπος της «αριστοκρατικής» μερίδας ενάντια στη «δημοκρατική» μερίδα, όπως γράφουν αφελώς και ανοήτως ορισμένα εγχειρίδια αμόρφωτων προφεσόρων ‒εγχειρίδια για να περνούν τις εξετάσεις τους οι σπουδαστές‒ αλλά ως βαθύς ερμηνευτής του Λόγου και του δια-Λόγου. Στο εύρος λοιπόν της συνολικής δραστηριότητας του ανθρώπου, συμπεριλαμβανομένης και της προαναφερθείσας πολιτικής, η ὕβρις υφίσταται, όταν ο άνθρωπος καθεύδει και δεν εισχωρεί στην αλήθεια του καθολικού Λόγου. Τότε συμβαίνει, ως αμετρία, αταξία, αναταραχή κ.λπ. να είναι ευθέως αντίθετη με την τάξη των θεών, του θείου, του ιερού.

§2

Να γιατί, στην περιοχή της θρησκείας, οι θεοί τιμωρούσαν τους ανθρώπους που διέπρατταν ὕβριν, δηλαδή γίνονταν δέσμιοι της ξιπασιάς, της υπερβολής και της ακολασίας παντός είδους. Στο πεδίο της πολιτικής, δηλαδή της δημόσιας δραστηριότητας της πόλης, όσοι με το έργο τους διέπρατταν ὕβριν, καθ’ όλες τις εκδοχές της, δεν απέφευγαν με κανένα τρόπο τον όλεθρο που οι ίδιοι απεργάζονταν για τους άλλους. Αναφέρει, για παράδειγμα, πολύ παραστατικά ο Ευριπίδης για τον νικητή που, αφού προκάλεσε στον εχθρό του τον όλεθρο είναι:

«σαν έναν φτωχό άνθρωπο που, όταν έφτασε να γίνει πλούσιος, διαπράττει ὕβριν [=ξιπάστηκε] και λόγω της ὕβρεως [=της ξιπασιάς του] οδηγείται κι αυτός με τη σειρά του στον όλεθρο» (Ικέτιδες στ. 741-43).

Ο Αισχύλος, στην ερμηνεία του κόσμου που μας προσφέρει (βλ. π.χ. στην τραγωδία του: Πέρσαι), συλλαμβάνει την έννοια της ὕβρεως και της άτης ως πυρηνικούς άξονες για την ευτυχία ή δυστυχία του ανθρώπου και του κόσμου: η υπέρβαση από τον άνθρωπο, ας πούμε στην εν λόγω τραγωδία από τον Ξέρξη, ενός επιτρεπτού από την τάξη των πραγμάτων ορίου οδηγεί σε υπέρμετρη αυτοπεποίθηση, σε παράλογη στάση ζωής, σε αλαζονική συμπεριφορά και δραστηριοποιεί την άτη, που σημαίνει τύφλωση της ηθικής και διανοητικής όρασης. Το φαινόμενο της αρχαίας ὕβρεως δεν είναι αποκλειστικά φαινόμενο της αρχαίας ελληνικής ζωής, αλλά ισχύει εξίσου και στη σύγχρονη ζωή των λαών. Απλώς, οι Αρχαίοι συνέλαβαν μοναδικά την έννοια και τη θεωρία της ύβρεως, καθώς είχαν επιτύχει την ύψιστη διαύγεια σκέψης.  

§3

     Η ὕβρις, κατά κανόνα, συνυφαίνεται με τη δύναμη, την ισχύ και την εξουσία. Όπου υπάρχει πολιτική κυριαρχία, όπου επικρατεί ισχυρή δεσποτεία, εκεί εμφανίζεται και η ύβρις, γιατί εκεί συμβαίνει υπέρβαση του ανθρώπινου μέτρου. Ωστόσο δεν εμφανίζεται μόνο ως πρόκληση μεγάλων συμφορών για τον καταδυναστευόμενο, για τον ηττημένο, για τον υπήκοο, για την πολιτεία, αλλά και ως επιστροφή του κακού στον ίδιο το δυνάστη που το προκαλεί. Τούτο σημαίνει πως η ὕβρις δεν είναι κάτι το μοιρολατρικό, που χρησιμοποιείται ως μια αφηρημένη παρηγοριά από [και για] τους υφιστάμενους την ὕβριν, αλλά ανήκει στην ίδια την ανορθολογική φύση της εξ-ουσιαστικής δύναμης. Πρόκειται για εκείνο τον ανορθολογισμό που αντιστρατεύεται ευθέως τη φυσιολογική, την κατά τον ρυθμό του κοινού λόγου εξέλιξη των ανθρωπίνων πραγμάτων. Οι Αθηναίοι, για παράδειγμα, άσκησαν την ηγεμονία τους στις άλλες ελληνικές πόλεις με ὕβριν, με αποκορύφωμα την ὕβριν στη Μήλο. Παραβίασαν έτσι κατ’ εξακολούθηση τον κοινό λόγο, δηλαδή, την κοινή-την ανθρωπίνως κοινωνική συνθήκη ζωής, και έπρεπε να πληρώσουν. Και τότε, οι συμφορές που προκάλεσαν επέστρεψαν εις εαυτούς με ολοκληρωτική καταστροφή τους: με την αρχή του τέλους τους ως αρχαίας πόλεως-κράτους. 

§4

     Ι. Πώς γεννιέται και ωριμάζει η λειτουργία της ὕβρεως κατά την άσκηση της εξουσίας; Ανήκει στους «άγραφους νόμους» της τελευταίας, όσο αυξάνεται και βιώνει τη στιγμιαία της κυριαρχία ως αιώνια πραγματικότητα, να αισθάνεται φόβο, ανασφάλεια, καχυποψία και -όχι λιγότερο- μίσος απέναντι στους υποτελείς της. Τότε συμβαίνει να εξαπολύει και τους τελευταίους κεραυνούς της πολιτικής ὕβρεως ενάντια στους πάντες: στο λαό, στους πολιτικούς αντιπάλους ή ακόμη και συνοδοιπόρους κ.λπ.: ακριβώς ό,τι συμβαίνει και στο σημερινό διαχρονικά πεδίο της πολιτικής. Η πολιτική φρόνηση του Περικλή του επιτρέπει να στοχάζεται, στον Επιτάφιο, με γνώμονα το μέτρο:

«δεν διακυβεύεται μόνο η δουλεία ή η ελευθερία, αλλά και η απώλεια της εξουσίας και ο κίνδυνος που γεννιέται από το μίσος που ενέπνευσε η άσκηση της εξουσίας» (Θουκυδίδης ΙΙ, 63).

     ΙΙ. Πώς λειτουργεί η πολιτική ὕβρις στην παρούσα συγκυρία: παγκόσμια, ευρωπαϊκή αλλά και νεοελληνική, βέβαια με ορισμένες επί μέρους διαφοροποιήσεις μεταξύ τους; Περίπου κατά παρόμοιο τρόπο: οι ανταγωνιζόμενες πολιτικές δυνάμεις, μακριά-απόμακρα από τον κατά Ηράκλειτο Λόγο του νοήματος και του μη-νοήματος, καλλιεργούν έναν στρεψόδικο λόγο, παράλληλα με την ανάπτυξη βίαιης δράσης –γεμάτης μίσος–καταπνίγοντας κάθε αντί-παλη φωνή και συγκαλύπτοντας τις αιτίες και τους εκάστοτε υπεύθυνους της καταστροφής. Συμβαίνει κατά κόρο να πασχίζουν να απο-ενοχοποιούν τους πρωταίτιους της καταστροφής και του μηδενισμού, δηλαδή τους εαυτούς τους ή τους εταίρους τους, αερολογώντας ακατάσχετα και απειλώντας παντοιοτρόπως, επικαλούμενοι μάλιστα προς τούτο συστήματα ηθικής, ιδίως πολιτικής ηθικής, που οι ίδιοι δεν τα πιστεύουν: όπως δημοκρατικά ήθη, πολιτική φρόνηση, μετριοπάθεια, πολιτικό διαλέγεσθαι, καταπολέμηση της πολιτικής απάτης, ανοχή της διαφορετικότητας ή και της αντίπαλης σκέψης κ.λπ.. Έτσι προκαλούν σε απόλυτο βαθμό πολιτική ὕβριν, μαζί και τον δικό τους πολιτικό θάνατο.

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ: Ρητορική (1356a-1357a)

Περὶ μὲν οὖν τῆς δυνάμεως αὐτῶν, καὶ πῶς ἔχουσι πρὸς ἀλλήλας, εἴρηται σχεδὸν ἱκανῶς· τῶν δὲ διὰ τοῦ δεικνύναι ἢ φαίνεσθαι δεικνύναι, καθάπερ καὶ ἐν τοῖς διαλεκτικοῖς

[1356b] τὸ μὲν ἐπαγωγή ἐστιν, τὸ δὲ συλλογισμός, τὸ δὲ φαινόμενος συλλογισμός, καὶ ἐνταῦθα ὁμοίως· ἔστιν γὰρ τὸ μὲν παράδειγμα ἐπαγωγή, τὸ δ᾽ ἐνθύμημα συλλογισμός, τὸ δὲ φαινόμενον ἐνθύμημα φαινόμενος συλλογισμός. καλῶ δ᾽ ἐνθύμημα μὲν ῥητορικὸν συλλογισμόν, παράδειγμα δὲ ἐπαγωγὴν ῥητορικήν. πάντες δὲ τὰς πίστεις ποιοῦνται διὰ τοῦ δεικνύναι ἢ παραδείγματα λέγοντες ἢ ἐνθυμήματα, καὶ παρὰ ταῦτα οὐδέν· ὥστ᾽ εἴπερ καὶ ὅλως ἀνάγκη ἢ συλλογιζόμενον ἢ ἐπάγοντα δεικνύναι ὁτιοῦν (δῆλον δ᾽ ἡμῖν τοῦτο ἐκ τῶν Ἀναλυτικῶν), ἀναγκαῖον ἑκάτερον αὐτῶν ἑκατέρῳ τούτων τὸ αὐτὸ εἶναι. τίς δ᾽ ἐστὶν διαφορὰ παραδείγματος καὶ ἐνθυμήματος, φανερὸν ἐκ τῶν Τοπικῶν (ἐκεῖ γὰρ περὶ συλλογισμοῦ καὶ ἐπαγωγῆς εἴρηται πρότερον), ὅτι τὸ μὲν ἐπὶ πολλῶν καὶ ὁμοίων δείκνυσθαι ὅτι οὕτως ἔχει ἐκεῖ μὲν ἐπαγωγή ἐστιν ἐνταῦθα δὲ παράδειγμα, τὸ δὲ τινῶν ὄντων ἕτερόν τι διὰ ταῦτα συμβαίνειν παρὰ ταῦτα τῷ ταῦτα εἶναι ἢ καθόλου ἢ ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ ἐκεῖ μὲν συλλογισμὸς ἐνταῦθα δὲ ἐνθύμημα καλεῖται. φανερὸν δὲ καὶ ὅτι ἑκάτερον ἔχει ἀγαθὸν τὸ εἶδος τῆς ῥητορείας· καθάπερ γὰρ καὶ ἐν τοῖς μεθοδικοῖς εἴρηται, καὶ ἐν τούτοις ὁμοίως ἔχει· εἰσὶν γὰρ αἱ μὲν παραδειγματώδεις ῥητορεῖαι αἱ δὲ ἐνθυμηματικαί, καὶ ῥήτορες ὁμοίως οἱ μὲν παραδειγματώδεις οἱ δὲ ἐνθυμηματικοί. πιθανοὶ μὲν οὖν οὐχ ἧττον οἱ λόγοι οἱ διὰ τῶν παραδειγμάτων, θορυβοῦνται δὲ μᾶλλον οἱ ἐνθυμηματικοί· τὴν δ᾽ αἰτίαν αὐτῶν, καὶ πῶς ἑκατέρῳ χρηστέον, ἐροῦμεν ὕστερον· νῦν δὲ περὶ αὐτῶν τούτων μᾶλλον διορίσωμεν καθαρῶς.

Ἐπεὶ γὰρ τὸ πιθανὸν τινὶ πιθανόν ἐστι, καὶ τὸ μὲν εὐθὺς ὑπάρχει δι᾽ αὑτὸ πιθανὸν καὶ πιστὸν τὸ δὲ τῷ δείκνυσθαι δοκεῖν διὰ τοιούτων, οὐδεμία δὲ τέχνη σκοπεῖ τὸ καθ᾽ ἕκαστον, οἷον ἡ ἰατρικὴ τί Σωκράτει τὸ ὑγιεινόν ἐστιν ἢ Καλλίᾳ, ἀλλὰ τί τῷ τοιῷδε ἢ τοῖς τοιοῖσδε (τοῦτο γὰρ ἔντεχνον, τὸ δὲ καθ᾽ ἕκαστον ἄπειρον καὶ οὐκ ἐπιστητόν), οὐδὲ ἡ ῥητορικὴ τὸ καθ᾽ ἕκαστον ἔνδοξον θεωρήσει, οἷον Σωκράτει ἢ Ἱππίᾳ, ἀλλὰ τὸ τοιοισδί, καθάπερ καὶ ἡ διαλεκτική. καὶ γὰρ ἐκείνη συλλογίζεται οὐκ ἐξ ὧν ἔτυχεν (φαίνεται γὰρ ἄττα καὶ τοῖς παραληροῦσιν), ἀλλ᾽ ἐκείνη μὲν ἐκ τῶν λόγου δεομένων, ἡ δὲ ῥητορικὴ ἐκ

[1357a] τῶν ἤδη βουλεύεσθαι εἰωθότων.

***
Για τη φύση λοιπόν των δύο αυτών τεχνών, για τις ιδιότητες τους και για τη σχέση της μιας με την άλλη έχουμε πει σχεδόν αρκετά. Για την πειθώ, τώρα, που πετυχαίνεται μέσω της απόδειξης, πραγματικής ή φαινομενικής: όπως στη διαλεκτική υπάρχει η επαγωγή, ο (πραγματικός) συλλογισμός και ο φαινομενικός συλλογισμός, ακριβώς έτσι έχει το πράγμα και στη ρητορική:

[1356b] το παράδειγμα είναι επαγωγή, το ενθύμημα συλλογισμός, [και το φαινομενικό ενθύμημα είναι φαινομενικός συλλογισμός]. Ονομάζω ενθύμημα τον ρητορικό συλλογισμό και παράδειγμα τη ρητορική επαγωγή. Όλοι οι ρήτορες πετυχαίνουν να πείσουν κάνοντας τις αποδείξεις τους είτε με τη βοήθεια παραδειγμάτων είτε με τη βοήθεια ενθυμημάτων — με τίποτε άλλο πέρα από αυτά. Αν, επομένως, προκειμένου να αποδείξουμε κάτι σχετικό με οποιοδήποτε πράγμα, είμαστε απολύτως υποχρεωμένοι να χρησιμοποιήσουμε —όπως το έχουμε κάνει φανερό στα Αναλυτικά— συλλογισμό ή επαγωγή, ο καθένας από τους δύο αυτούς τρόπους δεν μπορεί παρά να είναι ίδιος με τον καθέναν —αντίστοιχα— από τους άλλους δύο τρόπους.

Σε τί διαφέρουν το παράδειγμα και το ενθύμημα το είπαμε καθαρά στα Τοπικά. Μιλώντας εκεί παλιότερα για τον συλλογισμό και την επαγωγή είπαμε ότι το να δείξουμε επί τη βάσει ενός πλήθους όμοιων περιπτώσεων ότι κατιτί είναι έτσι, είναι στη διαλεκτική επαγωγή, στη ρητορική παράδειγμα· και, πάλι, αν κάποιες προκείμενες προτάσεις είναι αληθινές, τότε προκύπτει από αυτές και δίπλα σ᾽ αυτές —ακριβώς γιατί είναι αληθινές είτε εν γένει είτε τις περισσότερες φορές— μια καινούργια διαφορετική πρόταση: αυτό λέγεται στη διαλεκτική συλλογισμός, στη ρητορική ενθύμημα.

Είναι επίσης φανερό ότι και το ένα και το άλλο είδος ρητορικής έχει την αξία του. Αυτό που είπαμε στα Μεθοδικά, ισχύει και εδώ· υπάρχουν, πράγματι, και παραδειγματικοί ρητορικοί λόγοι και ενθυμηματικοί, όπως υπάρχουν, επίσης, παραδειγματικοί και ενθυμηματικοί ρήτορες. Οι λόγοι που χρησιμοποιούν παραδείγματα δεν είναι, βέβαια, λιγότερο πειστικοί, οι λόγοι όμως που χρησιμοποιούν ενθυμήματα επικροτούνται περισσότερο από τους ακροατές. Ποιά είναι η αιτία αυτών των διαφορών και με ποιόν τρόπο πρέπει να χρησιμοποιούνται τα μεν και τα δε, θα το πούμε παρακάτω· προς το παρόν ας προσδιορίσουμε με μεγαλύτερη σαφήνεια τα πράγματα για τα οποία μιλούμε.

Δεδομένου ότι όταν λέμε «πειστικό», εννοούμε «πειστικό για κάποιο συγκεκριμένο άτομο» (πειστικό και αξιόπιστο είτε από την πρώτη κιόλας στιγμή και λόγω της φύσης του είτε γιατί φαίνεται ότι αποδεικνύεται από πειστικές και αξιόπιστες προτάσεις), και δεδομένου ότι καμιά τέχνη δεν εξετάζει το ατομικό και το επιμέρους (η ιατρική π.χ. δεν εξετάζει τί είναι υγιεινό για τον Σωκράτη ή τον Καλλία, αλλά τί είναι υγιεινό για άτομο ή για άτομα με τέτοιου είδους ιδιοσυγκρασία· αυτό, πράγματι, εμπίπτει στην περιοχή της τέχνης, ενώ οι ατομικές περιπτώσεις είναι άπειρες και δεν μπορούν να αποτελούν αντικείμενο επιστήμης), έτσι και η ρητορική δεν θα απασχοληθεί με το τί είναι πειστικό για ένα συγκεκριμένο άτομο, για τον Σωκράτη π.χ. ή για τον Ιππία, αλλά με το τί είναι πειστικό για ανθρώπους αυτού ή αυτού του είδους — ακριβώς όπως κάνει και η διαλεκτική, η οποία δεν συνάγει, βέβαια, τα συμπεράσματά της από τις πρώτες τυχαίες προκείμενες (γιατί υπάρχουν προτάσεις που φαίνονται αληθινές ακόμη και σε τρελούς): η διαλεκτική καταπιάνεται με θέματα που χρειάζονται λογική επεξεργασία και η ρητορική

[1357a] με τα συνήθη ήδη θέματα των συζητήσεων μας.