Σάββατο, 11 Ιανουαρίου 2020

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ - Ἀνδρομάχη (957-1008)

ΟΡ. σοφόν τι χρῆμα τοῦ διδάξαντος βροτοὺς
λόγους ἀκούειν τῶν ἐναντίων πάρα.
ἐγὼ γὰρ εἰδὼς τῶνδε σύγχυσιν δόμων
960 ἔριν τε τὴν σὴν καὶ γυναικὸς Ἕκτορος
φυλακὰς ἔχων ἔμιμνον, εἴτ᾽ αὐτοῦ μενεῖς
εἴτ᾽ ἐκφοβηθεῖσ᾽ αἰχμαλωτίδος φόνῳ
γυναικὸς οἴκων τῶνδ᾽ ἀπηλλάχθαι θέλεις.
ἦλθον δὲ σὰς μὲν οὐ σέβων ἐπιστολάς,
965 εἰ δ᾽ ἐνδιδοίης, ὥσπερ ἐνδίδως, λόγον,
πέμψων σ᾽ ἀπ᾽ οἴκων τῶνδ᾽. ἐμὴ γὰρ οὖσα πρὶν
σὺν τῷδε ναίεις ἀνδρὶ σοῦ πατρὸς κάκῃ,
ὃς πρὶν τὰ Τροίας ἐσβαλεῖν ὁρίσματα
γυναῖκ᾽ ἐμοί σε δοὺς ὑπέσχεθ᾽ ὕστερον
970 τῷ νῦν σ᾽ ἔχοντι, Τρῳάδ᾽ εἰ πέρσοι πόλιν.
ἐπεὶ δ᾽ Ἀχιλλέως δεῦρ᾽ ἐνόστησεν γόνος,
σῷ μὲν συνέγνων πατρί, τὸν δ᾽ ἐλισσόμην
γάμους ἀφεῖναι σούς, ἐμὰς λέγων τύχας
καὶ τὸν παρόντα δαίμον᾽, ὡς φίλων μὲν ἂν
975 γήμαιμ᾽ ἀπ᾽ ἀνδρῶν, ἔκτοθεν δ᾽ οὐ ῥᾳδίως,
φεύγων ἀπ᾽ οἴκων ἃς ἐγὼ φεύγω φυγάς.
ὁ δ᾽ ἦν ὑβριστὴς ἔς τ᾽ ἐμῆς μητρὸς φόνον
τάς θ᾽ αἱματωποὺς θεὰς ὀνειδίζων ἐμοί.
κἀγὼ ταπεινὸς ὢν τύχαις ταῖς οἴκοθεν
980 ἤλγουν μὲν ἤλγουν, συμφορὰς δ᾽ ἠνειχόμην,
σῶν δὲ στερηθεὶς ᾠχόμην ἄκων γάμων.
νῦν οὖν, ἐπειδὴ περιπετεῖς ἔχεις τύχας
καὶ ξυμφορὰν τήνδ᾽ ἐσπεσοῦσ᾽ ἀμηχανεῖς,
ἄξω σ᾽ ἐς οἴκους καὶ πατρὸς δώσω χερί.
985 τὸ συγγενὲς γὰρ δεινόν, ἔν τε τοῖς κακοῖς
οὐκ ἔστιν οὐδὲν κρεῖσσον οἰκείου φίλου.
ΕΡ. νυμφευμάτων μὲν τῶν ἐμῶν πατὴρ ἐμὸς
μέριμναν ἕξει, κοὐκ ἐμὸν κρίνειν τόδε.
ἀλλ᾽ ὡς τάχιστα τῶνδέ μ᾽ ἔκπεμψον δόμων,
990 μὴ φθῇ με προσβὰς δῶμα καί μολὼν πόσις,
ἢ πρέσβυς οἴκους μ᾽ ἐξερημοῦσαν μαθὼν
Πηλεὺς μετέλθῃ πωλικοῖς διώγμασιν.
ΟΡ. θάρσει γέροντος χεῖρα· τὸν δ᾽ Ἀχιλλέως
μηδὲν φοβηθῇς παῖδ᾽, ὅσ᾽ εἰς ἔμ᾽ ὕβρισεν.
995 τοία γὰρ αὐτῷ μηχανὴ πεπλεγμένη
βρόχοις ἀκινήτοισιν ἕστηκεν φόνου
πρὸς τῆσδε χειρός· ἣν πάρος μὲν οὐκ ἐρῶ,
τελουμένων δὲ Δελφὶς εἴσεται πέτρα.
ὁ μητροφόντης δ᾽, ἢν δορυξένων ἐμῶν
1000 μείνωσιν ὅρκοι Πυθικὴν ἀνὰ χθόνα,
δείξω γαμεῖν σφε μηδέν᾽ ὧν ἐχρῆν ἐμέ.
πικρῶς δὲ πατρὸς φόνιον αἰτήσει δίκην
ἄνακτα Φοῖβον· οὐδέ νιν μετάστασις
γνώμης ὀνήσει θεῷ διδόντα νῦν δίκας,
1005 ἀλλ᾽ ἔκ τ᾽ ἐκείνου διαβολαῖς τε ταῖς ἐμαῖς
κακῶς ὀλεῖται· γνώσεται δ᾽ ἔχθραν ἐμήν.
ἐχθρῶν γὰρ ἀνδρῶν μοῖραν εἰς ἀναστροφὴν
δαίμων δίδωσι κοὐκ ἐᾷ φρονεῖν μέγα.

***
ΟΡΕΣΤΗΣ
Σοφός ήταν ο λόγος εκεινού που δίδαξε
ότι θα πρέπει κανείς ν᾽ ακούει το καθετί
από το ίδιο το στόμα των ανθρώπων
που έχουνε τις διαφορές. Γνωρίζοντας κι εγώ
την αναστάτωση που υπάρχει μες σ᾽ αυτό το σπίτι,
960 την έχθρα ανάμεσα σε σένα και τη σύζυγο
του Έκτορα, περίμενα για να δω τί θα κάνεις,
αν θα μείνεις στο σπίτι ετούτο, ή μήπως, φοβισμένη
από το φέρσιμο της σκλάβας, θα ᾽θελες να φύγεις.
Κι ήρθα χωρίς να περιμένω μήνυμά σου
για να σε στείλω απ᾽ το παλάτι ετούτο μακριά,
αν μου ᾽δινες, όπως και μου ᾽δωσες, την αφορμή
με τα ίδια σου τα λόγια.
Ήσουνα κάποτε γυναίκα μου, κι αν τώρα
συγκατοικείς εδώ μ᾽ αυτόν τον άντρα,
αίτιος είναι ο κακόπιστος πατέρας σου,
που πριν να πάει στην Τροία, σ᾽ έδωσε σε μένα,
κι ύστερα σ᾽ έταξε σ᾽ αυτόν που σ᾽ έχει σήμερα
970 αν θα κατόρθωνε να πάρει την Τρωάδα.
Κι όταν ο γιος του Αχιλλέα εγύρισε,
δεν κράτησα κακία στον πατέρα σου,
παρακαλούσα όμως τον άλλον να παραιτηθεί
από ένα τέτοιο πάντρεμα, και του ανιστόρησα
τις συμφορές μου και τη μοίρα μου, και του είπα
πως μόνο απ᾽ τη δική μας τη φαμίλια
και δύσκολα από ξένες οικογένειες
θα μπορούσα να πάρω γυναίκα,
διωγμένος καθώς είμαι από το σπίτι μου.
Μα εκείνος μ᾽ έβριζε για της μητέρας μου τον φόνο,
με χλεύαζε μιλώντας για τις Ερινύες,
κι εγώ, ταπεινωμένος απ᾽ τις συμφορές
του σπιτιού μου, πονούσα, ναι, πονούσα,
980 μα έκανα υπομονή στη δυστυχία μου
κι όταν στερήθηκα κι εσένα, είπα να φύγω.
Τώρα λοιπόν που κακοτύχησες και βυθισμένη
σε τέτοια συμφορά, δεν ξέρεις τί να πράξεις,
θα σε πάρω από δω και θα σε παραδώσω
στα χέρια του πατέρα σου. Είναι μεγάλη
της συγγένειας η δύναμη και μες στη δυστυχία
τίποτα πιο πολύτιμο απ᾽ τον καλό συγγενή.
ΕΡΜΙΟΝΗ
Για τις παντρειές μου θα νοιαστεί ο πατέρας μου,
εγώ δεν επιτρέπεται ν᾽ αποφασίσω.
Μα όσο μπορείς πιο γρήγορα, να με στείλεις μακριά,
990 μη με προλάβει ο άντρας μου γυρίζοντας,
ή μη με κυνηγήσει ο γέροντας Πηλέας,
με τα γοργά του τ᾽ άλογα, όταν μάθει
ότι παράτησα το σπίτι του παιδιού του.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Το χέρι ενός γέροντα μην το φοβάσαι. Κι ούτε
του Αχιλλέα τον γιο, που αδιάντροπα μου μίλησε.
Το χέρι αυτό που βλέπεις του έστησε,
με γερά βρόχια, φονική παγίδα,
που τώρα δεν θα φανερώσω. Μα όταν γίνει
αυτό που είναι να γίνει, θα το μάθει
ο βράχος των Δελφών. Εγώ,
ο μητροκτόνος, θα του μάθω, —αν μείνουν
πιστοί στον όρκο τους οι φίλοι μου
1000 στη χώρα της Πυθίας—
να μην κοιτάει να πάρει σύζυγό του εκείνην
που έχει δοθεί σ᾽ εμένανε με υπόσχεση.
Πικρά θα μετανιώσει, που αποτόλμησε
να ζητήσει τον λόγο απ᾽ τον Απόλλωνα
για του πατέρα του τον φόνο. Κι ούτε θα ωφελήσει
που άλλαξε γνώμη και κοιτάζει τώρα
να εξιλεώσει τον θεό· από κείνον,
αλλά και για το φέρσιμό του προς εμένα,
θα βρει τέλος κακό. Θα δει τότε
ποιόν είχε εχθρό. Την τύχη των ανθρώπων
οι οργισμένοι θεοί μεταλλάζουνε
και η έπαρση θα βρει την τιμωρία της.
(Φεύγει με την Ερμιόνη.)

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ - ΣΕΜΕΛΗ

ΣΕΜΕΛΗ
(αθάνατη)
 
Του Κάδμου η κόρη, η Σεμέλη, στο Δία γέννησε γιο λαμπρό,
σαν έσμιξε ερωτικά μαζί του, τον πολύτερπνο Διόνυσο,
έναν αθάνατο η θνητή. Μα τώρα και οι δυο είναι θεοί.
(Ησ., Θεογ. 943-945)
 
Η Σεμέλη ήταν κόρη του Κάδμου και της Αρμονίας, στον γάμο των οποίων παρευρέθηκαν οι θεοί. Ήταν αδελφή του Πολύδωρου, γενάρχη των Λαβδακιδών, και της Αυτονόης, της Ινώς και της Αγαύης -η παράδοση θέλει έναν ακόμη αδελφό, τον Ιλλυριό. Οι αδελφές της παντρεύτηκαν θνητούς, τον Αρισταίο η πρώτη, τον Αθάμαντα η δεύτερη, τον Εχίονα η τρίτη, ενώ εκείνη είχε την τύχη / ατυχία να την ερωτευτεί ο Δίας και, κρυφά από την Ήρα, να κοιμηθεί μαζί της. Εκείνη το έμαθε και με δόλο έσυρε τη Σεμέλη στον θάνατο. Καθώς ο Δίας είχε συγκατανεύσει να ικανοποιήσει όποιο αίτημα του προέβαλλε η αγαπημένη του, η Ήρα της υπέβαλε την επιθυμία να του ζητήσει να πάει κοντά της με τη μορφή που εκείνος είχε όταν ζητούσε την αγάπη της Ήρας -«μόνο με μένα παίρνει την πραγματική μορφή του», είπε η σύζυγος στην ερωμένη προκαλώντας την, παίρνοντας, σύμφωνα μόνο με τον Οβίδιο τη μορφή γριάς τροφού της (3.243 κ.ε.*). Ο Δίας, επειδή δεν μπορούσε να πάρει πίσω τον λόγο του, έφτασε στην κάμαρά της πάνω σε άρμα αστράπτοντας και βροντώντας, έριξε μάλιστα και κεραυνό. Η Σεμέλη έμεινε από τον φόβο της και, πεθαίνοντας, απέβαλε το έξι μηνών μωρό της, όμως ο Δίας το άρπαξε από τη φωτιά και το έραψε στον μηρό του.
 
Μετά τον θάνατο της Σεμέλης οι άλλες κόρες του Κάδμου διέδωσαν ότι η Σεμέλη με κάποιον θνητό είχε κοιμηθεί και είχε πει ψέματα για τον Δία, και πως γι' αυτόν τον λόγο κατακεραυνώθηκε. Οι συνέπειες και στις τρεις αδελφές από τη φημολογία που έσπειραν αλλά και από το γεγονός ότι η μια, η Ινώ, δέχτηκε να αναθρέψει τον Διόνυσο, προκαλώντας την οργή της Ήρας, η άλλη, η Αγαύη, αρνήθηκε τη θειότητα του Διόνυσου, προκαλώντας την οργή του θεϊκού ανεψιού της, ήταν οδυνηρές για τις ίδιες και για τους γιους τους. Η Αγαύη σε κατάσταση μανίας διαμελίζει τον γιο της Πενθέα, ο γιος της Αυτονόης ο Ακταίωνας διαμελίζεται από τα σκυλιά του και μεταμορφώνεται σε ελάφι, η Ινώ μαζί με τον γιο της Μελικέρτη πέφτουν στη θάλασσα. Όσο για το μωρό που ο Δίας έραψε στον μηρό του, όταν συμπληρώθηκε ο χρόνος που απαιτούνταν, ο Δίας έκοψε τα ράμματα και έφερε στον κόσμο τον Διόνυσο που όταν μεγάλωσε αναζήτησε τη μητέρα του στον Κάτω Κόσμο. Έτσι η Σεμέλη αναστήθηκε και ανέβηκε στον Όλυμπο με το όνομα Θυώνη.
 
Άλλες εκδοχές θέλουν το αίτημα προς τον Δία να διατυπώνεται από τη Σεμέλη χωρίς την παρέμβαση της Ήρας, μόνο από το παράπονο της νεαρής κοπέλας ότι αυτός που έλεγε ότι την αγαπούσε στην πραγματικότητα την περιφορνούσε, αφού πλάγιαζε μαζί της κρυμμένος και χωρίς κουβέντα (Διόδ. 4.2**).
 
Μια ναξιακή εκδοχή θέλει τον Δία να επιλέγει το νησί της Νάξου για να αφήσει το παιδί του και να το μεγαλώσουν οι εγχώριες Νύμφες, η Φιλία, η Κορωνίδα και η Κλείδη. Η ίδια παράδοση βάζει τον Δία να κατακεραυνώνει τη Σεμέλη, γιατί δεν επιθυμούσε το παιδί του να γεννηθεί από θνητή γυναίκα αλλά και οι δυο γονείς του να είναι αθάνατοι, ο ίδιος ως πατέρας που γονιμοποίησε τη Σεμέλη και ο ίδιος που σαν γυναίκα κυοφόρησε το παιδί (Διόδ. 5.52). Μια λακωνική παραλλαγή θέλει τον Κάδμο να εκθέτει ζωντανούς σε μια κιβωτό την κόρη και το παιδί της. Η κιβωτός ξεβράστηκε στη λακωνική γη, στην πόλη που μέχρι τότε λεγόταν Ὀρειᾶται και μετά Βρασιαί, ακριβώς για το γεγονός ότι εκεί εκβράστηκε το ξύλινο κιβώτιο. Οι Βρασιώτες έκαναν μια επιβλητική κηδεία στη Σεμέλη που στο μεταξύ είχε πεθάνει και ανέθρεψαν τον Διόνυσο στον τόπο τους· εκεί λέγανε ότι τον ανέλαβε η Ινώ ως τροφός του (Παυσ. 3.24). Λεγόταν, ακόμη, ότι υπήρχε άβατος ναός της Σεμέλης στον Κιθαιρώνα, όπου βρισκόταν και ο τάφος της, ενώ και στη Θήβα έδειχναν τον τάφο της στον ναό του Διόνυσου Λυσίου. Άβατο ήταν και το κεραυνοβολημένο δωμάτιο στο ερειπωμένο παλάτι του Κάδμου.
 
Περισσότερο ορθολογικές αναγνώσεις (Χάρακας, 1ος αι. μ.Χ.) θέλουν τον Κάδμο να θεωρεί τον Διόνυσο θεϊκό, τυχερό παιδί, γιατί σώθηκε από τη φωτιά, και οι άνθρωποι να ονομάζουν τη Σεμέλη Θυώνη για τον ίδιο λόγο, επειδή κάηκε από τη φωτιά που θεωρούνταν μέσο εξαγνισμού.
---------------------------
*Η Ήρα στη Σεμέλη
 
Ο Οβίδιος (3.273 κ.ε.) επινοεί λεπτομέρεις για το πώς η Ήρα εμφανίστηκε στη Σεμέλη και την έπεισε να ζητήσει από τον Δία να εμφανιστεί μπροστά της σε όλη του τη δόξα και να την πείσει ότι είναι αυτός και όχι κάποιος άνδρας που παριστάνει τον θεό, για να έχει τον έρωτά της:
Τότε σηκώθηκε από τον θρόνο της και κρυμμένη μέσα σε σύννεφο ήρθε στο κατώφλι της Σεμέλης. Αλλά προτού βγάλει το σύννεφο από πάνω της μεταμορφώθηκε σε γριά γυναίκα, τα μαλλιά της γκριζάρισαν, το δέρμα της οργώθηκε από ρυτίδες, τα πόδια της κύρτωσαν, το βήμα της έγινε ασταθές. Έκανε τη φωνή της να ακούγεται σαν από ηλικιωμένο άνθρωπο και προσποιήθηκε ότι ήταν η Βερόη, η τροφός της Σεμέλης από την Επίδαυρο. Έτσι, όταν έφτασαν και στο όνομα του Δία στο μέσο μιας μακριάς συνομιλίες, η Ήρα αναστέναξε και είπε: «Εύχομαι για το καλό σου, να είναι πραγματικά ο Δίας, αλλά η όλη ιστορία με βάζει σε υποψίες. Πολλοί άνδρες έχουν μπει στα υπνοδωμάτια αγνών γυναικών στο όνομα των θεών. Δεν αρκεί να είναι ο Δίας: πρέπει να δώσει μια απόδειξη της αγάπης του, αν πραγματικά είναι αυτός. Παρακάλεσέ τον να αναλάβει όλες τις δυνάμεις του, προτού σε αγκαλιάσει, και να εμφανιστεί σε όλη του τη δόξα, όπως όταν η Ήρα τον καλωσορίζει στον ουρανό.»
 
**Σεμέλη και Δίας
 
Και ο Δίας ερωτεύτηκε τη Σεμέλη για την ομορφιά της και, καθώς πλάγιαζε μαζί της κρυφά και χωρίς κουβέντα, αυτή νόμιζε ότι την περιφρονούσε. Γι' αυτό τον παρακάλεσε να την αγκαλιάσει και να της φέρεται ερωτικά όπως κάνει με την Ήρα. Έτσι, ο Δίας την πλησίασε, όπως ταίριαζε σ' ένα θεό, με βροντές και αστραπές, και φανέρωσε τον εαυτό του, καθώς την αγκάλιαζε. Και η Σεμέλη, που ήταν έγκυος, δεν μπόρεσε να αντέξει το μεγαλείο της θείας παρουσίας και απέβαλε, ενώ η ίδια πέθανε από τη φωτιά. Έπειτα ο Δίας πήρε το παιδί και το παρέδωσε στον Ερμή με την εντολή να το μεταφέρει στη σπηλιά που είναι στη Νύσα.
(Διόδ. 4.2)

Ξεσπάμε στους γονείς μας επειδή ξέρουμε πως θα μας συγχωρήσουν

Η αγάπη συγχωρεί και της συγχωρούν, αν όχι τα πάντα, σχεδόν τα πάντα. Έτσι μόνο μπορεί να υπάρξει έχοντας καλοσύνη μέσα της και κατανόηση. Έχει κι ανεκτικότητα, όμως, η αγάπη. Ενδέχεται, μάλιστα, κάποιες φορές να ανέχεται και περισσότερα απ’ όσα θα έπρεπε.

Λαμβάνοντας αγάπη μάς δίνεται η ευκαιρία να δούμε κι εμείς πιο ελεύθερα και ν’ αντιδρούμε μη σκεπτόμενοι τις συνέπειες των πράξεών μας, θεωρώντας δεδομένη τη συγχώρεση.

«Ξεσπάμε σ’ αυτούς που αγαπάμε περισσότερο» λέει ο πολύς ο κόσμος, ξεχνάει να πει όμως ότι ξεσπάμε σ’ αυτούς γιατί θεωρούμε δεδομένο ότι δε θα μας παρεξηγήσουν, δε θα θυμώσουν σε τέτοιο βαθμό ώστε να εξαφανιστούν από τη ζωή μας. Δε θα ξεσπάσεις τις φωνές και τα νεύρα σου σ’ έναν συνάδελφο από τη δουλειά ούτε σ’ ένα φίλο που δε βλέπεις κάθε μέρα, θα τα εκφράσεις όλα αυτά όμως ελεύθερα στους γονείς σου.

Πόσες φορές έχεις θυμώσει στους γονείς σου και πάνω στα νεύρα σου έχεις πει πράγματα που δεν εννοούσες απλώς και μόνο επειδή είχες την άνεση και τη σιγουριά ότι μετά από λίγο θα σε συγχωρέσουν και θα κάνουν ότι δε συνέβη ποτέ; Με το χέρι στην καρδιά, αμέτρητες! Έτσι δεν έκανες πάντα όμως; Έτσι δεν κάνουν όλοι; Ξεσπάς εκεί που σε παίρνει θεωρώντας την αγάπη και την κατανόησή τους δεδομένη.

Πολλά ήταν τα βράδια και οι στιγμές μέσα στην μέρα που έπιασες τον εαυτό σου να κλαίει και να οδύρεται επειδή κάποιος δε σου φέρθηκε όπως άξιζες, επειδή κάποιος πλήγωσε την καρδούλα σου ή είπε πράγματα που δε σ’ άρεσαν. Υποστήριζες με πάθος ότι εσύ έκανες ό, τι καλύτερο μπορούσες, δεν είχες τίποτα άλλο να δώσεις, να προσπαθήσεις για τον υποτιθέμενο έρωτά σου. Τόσες θυσίες, λες, για χάρη του κι αυτός ούτε ένα ευχαριστώ!

Αργά ή γρήγορα, κάπως έτσι έφτασες στο κλισέ ότι οι άνθρωποι είναι αχάριστοι όταν τους δίνουμε αυτό που θέλουν ή και ακόμα παραπάνω από όσα αξίζουν. Κάπως έτσι, αποφάσισες την επόμενη φορά να πετρώσεις λίγο την καρδούλα σου και να μην ανεχτείς τόσα, να μη συγχωρέσεις τόσο απλά. Δεν αναλογίστηκες ποτέ, όμως, ότι όσο εσύ κάθεσαι και κλαίγεσαι για τον έρωτα που δεν κατέληξε όπως ήθελες και ξεσπάς στους γονείς και την οικογένειά σου πληγώνεις τις δικές τους καρδιές και καταρρακώνεις τα δικά τους συναισθήματα.

Έχεις ξεχάσει ότι έχεις γνωρίσει ήδη δυο ανθρώπους που σου έμαθαν ότι η αγάπη δεν έχει όρια και μπορεί να συγχωρέσει τα πάντα. Αυτοί οι άνθρωποι ακούν στα προσωνυμία «μαμά, μπαμπάς» και μεγαλύτερη από τη δική τους αγάπη δε θα γνωρίσεις. Αυτοί ήταν που θυσίασαν τα πάντα για χάρη σου χωρίς να ζητήσουν ποτέ τίποτα για αντάλλαγμα παρά μόνο την ευτυχία στο πρόσωπό σου, δε σου είπαν ποτέ ότι έκαναν ό, τι καλύτερο μπορούσαν για σένα γιατί θεωρούσαν ότι πάντα μπορούσαν να σου προσφέρουν κάτι παραπάνω.

Τα νεύρα και τον θυμό σου που ξεσπούσες πάνω τους, την αχαριστία ή την αδιαφορία που κάποιες φορές τους χάριζες, δε τα θεωρούσαν ως δικό σου σφάλμα αλλά ως αποτυχία των δικών τους προσπαθειών να σου χαρίσουν τη ζωή που ονειρευόσουν! Την επόμενη φορά που θα υποστηρίξεις ότι είναι υποχρέωσή τους να σε συγχωρούν, θυμήσου ότι είναι και δική σου να δείχνεις πότε-πότε την αγάπη που νιώθεις! Κλαιγόμαστε μόνο για την καρδιά μας που πληγώνουν και αδιαφορούμε για τις καρδιές που πληγώνουμε. Και ξέρεις κάτι, όσο κι αν ξεσπάμε, όσο κι αν θυμώνουμε, αυτοί πάλι δίπλα μας θα είναι για να τ’ αντέξουν. Μα είναι στ’ αλήθεια το καλύτερο που μπορούμε να κάνουμε γι’ αυτούς; Σκέψου το.

Η αγάπη ανάβει περισσότερες φωτιές απ’ όσες σβήνει το μίσος

Ο απόλυτος έλεγχος πάνω σε ένα άλλο ανθρώπινο πλάσμα δεν είναι ούτε εφικτός ούτε επιθυμητός. Και είναι πάντα καταστροφικός.

Ένας από τους μεγαλύτερους μύθους που αφορούν την αγάπη θέλει δυο ανθρώπους που αγαπιούνται αληθινά να είναι συνέχεια μαζί, να ακολουθούν το ίδιο μονοπάτι, να έχουν τους ίδιους στό­χους και τα ίδια ενδιαφέροντα, οι ζωές τους είναι αιώνια συνυφασμένες και η κάθε στιγμή του ενός μακριά από τον άλλο να μοιάζει με αιωνιότητα. Ακόμα κι αν αυτό ήταν δυνατό, εμένα μου φαίνεται τρομερά ανιαρό.

Είναι πολύ φυσικό να θέλουμε να μοιραζόμαστε πράγματα ή τη ζωή μας με το/τη σύντροφό μας, να θέλουμε να νιώθουμε δε­μένοι και προστατευμένοι. Αυτό γίνεται πρόβλημα μόνο όταν η αγάπη μετατρέπεται σε πλήρη και αποκλειστική απασχόληση. Όσοι επικεντρώνουν την αγάπη τους σε ένα μόνο πρόσωπο έχουν πρόβλημα σχέσεων γενικά.

Θα έπρεπε να είναι ανακούφιση μάλλον παρά απειλή το να ανακαλύπτουμε πως εκείνοι που αγαπάμε έχουν την ικανότητα να αγαπούν κι άλλους ανθρώπους και να αγαπιούνται. Θα έπρεπε να είμαστε ευγνώμονες που έχουν ενδιαφέροντα πέρα από εμάς, που είναι αυτάρκεις και αυτοδύναμοι.

Είμαστε πραγματικά ικανοί να αγαπάμε πολλούς ανθρώπους ταυτόχρονα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι μειώνεται εκείνο που έχουμε να δώσουμε. Στην πραγματικότητα, όσο περισσότερες εμπειρίες αγάπης έχουμε, είτε στο παρελθόν είτε στο παρόν, τόσο περισσότερα κομίζουμε στην προσωπική μας σχέση.

Η αγάπη δεν ξεθωριάζει όταν μοιράζεται μάλλον γίνεται πιο φωτεινή και σίγουρα βελτιώνεται με την πείρα.

Το παράδοξο του να πληγώνουμε αυτούς που αγαπάμε.

Αποτελεί ένα από τα παράδοξα της αγάπης το ότι συχνά πληγώνουμε περισσότερο αυτούς που αγαπάμε περισσότερο. Επισημαίνουμε συνεχώς τα λάθη τους, επικρίνουμε τις αποφάσεις τους, αμφισβητούμε τα συμπεράσματά τους. Κάποιες φορές, βάζουμε σ’ εκείνους πιο υψηλά στάνταρ απ’ ό,τι στον εαυτό μας. Δεν είναι κακό να θέλουμε τα πρόσωπα που αγαπάμε να κάνουν το καλλίτερο που μπορούν, αλλά αυτό δε θα το πετύχουμε ποτέ με τις επικρίσεις και τα αρνητικά σχόλια.

Η κριτική είναι μια σύνθετη και δύσκολη τέχνη, που δεν πρέπει να γίνεται με ελαφριά καρδιά. Μπορεί να είναι εποικοδομητική, αλλά μπορεί να είναι και ισοπεδωτική.

Την επόμενη φορά που θα μπούμε στον πειρασμό να πούμε «Το πρόβλημα με σένα είναι ότι…» θα πρέπει ίσως να το ξανασκεφτούμε και να αναρωτηθούμε γιατί το κάνουμε!

Το σχόλιό μας θα έχει πραγματικά κάποιο θετικό αποτέλεσμα ή μήπως είναι καλύτερα να σωπάσουμε; Θα ωφελήσει αν μιλήσουμε ή θα μειώσουμε ένα ανθρώπινο πλάσμα ή μήπως θα χάσουμε ένα αγαπημένο μας πρόσωπο;

Η αγάπη ανάβει περισσότερες φωτιές απ’ όσες σβήνει το μίσος.

Η ομορφιά της ευθραυστότητας

Μια ηλιόλουστη μέρα, ενώ καθόμασταν προστατευμένοι στην πυκνή σκιά ενός τεράστιου δέντρου, μια φίλη με ρώτησε σε τι έχω αφιερώσει τη ζωή μου. Της απάντησα προσφέροντάς της ένα αγριολούλουδο, μια μικρούλα μαργαρίτα: «Στο να προστατεύω την ομορφιά των εύθραυστων πραγμάτων».

Ζούμε σε μια εποχή στην οποία έχουμε δικαίωμα να ζούμε μόνο αν είμαστε τέλειοι. Φαίνονται απαγορευμένες οι ανεπάρκειες, οι αδυναμίες, οι ευθραυστότητες. Όσοι ψεύδονται στον εαυτό τους δραπετεύουν προσωρινά από τη χώρα των αποτυχημένων κατασκευάζοντας πανοπλίες τελειότητας.
  
Υπάρχει όμως κι άλλος τρόπος για να σωθούμε, μπορούμε να φτιάξουμε, όπως εσύ, μια άλλη, πολύ γόνιμη, χώρα, τη χώρα εκείνων που μπορούν να είναι εύθραυστοι. Η ελαφρότητα των πουλιών εξαρτάται από το βάρος των φτερών τους, είναι μια δυνατό ελαφρότητα, δεν είναι αποτέλεσμα επιπολαιότητας αλλά σκληρού αγώνα. Εσύ έζησες μέσα σε ένα σώμα με πολύ βαριά φτερά, κι ελευθερώθηκες, έγινες πιο ελαφρύς απ’ όλους, για να μας κάνεις να πετάμε.

Αυτή η κοπέλα, κάτω από το δέντρο, τα ‘χασε. Στη σιωπηρή της ερώτηση: «τι σημαίνει προστατεύω την ομορφιά των εύθραυστων πραγμάτων και γιατί να το κάνω;» που τη διατύπωσε στο αλφάβητο της σιωπής με το οποίο τίθενται οι πιο δύσκολες ερωτήσεις, απάντησα: «Γιατί αυτό που είναι ιερό, στην αρχή είναι πάντα εύθραυστο, όπως ο σπόρος που έκρυβε τα δυνατά και πλατιά κλαδιά στη σκιά των οποίων καθόμαστε τώρα και μιλάμε».

Την είδα να φωτίζεται, γιατί διαισθάνθηκε ότι η δική της ευθραυστότητα δεν ήταν λάθος, αλλά ένα ταξίδι με συντροφιά όλους τους άλλους, και μένα μαζί. Ένα από τα μυστικά για να θεραπευόμαστε και να θεραπεύουμε, είναι η φιλία, κι εσύ δεν αναζήτησες τίποτα περισσότερο από τους φίλους.

Κι ενώ διέσχιζες την έρημο της μοναξιάς σου βρήκε για φίλους όλους τους ανθρώπους, μαζί κι εμένα. Χωρίς φίλους η τέχνη της ευθραυστότητας είναι ανέφικτη. Μήνες αργότερα, εκείνη η κοπέλα μού έδειξε τη μαργαρίτα, αποξηραμένη πια αλλά ανέπαφη, φυλαγμένη στο κασελάκι των λουλουδιών της μνήμης: τις σελίδες ενός αγαπημένου βιβλίου. Την είχε κρατήσει για να θυμάται τη φιλία μας και το μυστικό της τέχνης της ζωής μας, να προστατεύουμε τα εύθραυστα πράγματα.

ΑΡΘΟΥΡ ΣΟΠΕΝΧΑΟΥΕΡ: Από μια υψηλή νόηση, μέχρι αυτή που πλησιάζει τη μωρία, οι διαβαθμίσεις είναι ατέλειωτες

Από μια υψηλή νόηση, μέχρι αυτή που πλησιάζει τη μωρία, οι διαβαθμίσεις είναι ατέλειωτες. Είναι κατ’ αρχήν και ο πνευματικός ορίζοντας του καθενός πολύ διαφορετικός, δηλαδή από αυτόν της απλής αντίληψης του παρόντος, που έχει ακόμα και το ζώο, σε αυτόν ο οποίος περιλαμβάνει την επόμενη ώρα ή ακόμα την επόμενη μέρα, την εβδομάδα, το έτος, τη ζωή, τους αιώνες, τις χιλιετίες, μέχρι αυτόν μιας συνείδησης η οποία σχεδόν διαρκώς έχει παρόντα τον, αν και θαμπά ανατέλλοντα, ορίζοντα του απείρου. Οι σκέψεις του καθενός σε κάθε περίπτωση παίρνουν τον χαρακτήρα που αναλογεί στον πνευματικό του ορίζοντα.

Ακόμα, εκείνη η διαφορά της ευφυΐας διαφαίνεται στην ταχύτητα της σκέψης τους, η οποία είναι σημαντική και τόσο διαφορετικά διαβαθμισμένη, όπως τα σημεία από το κέντρο μέχρι την εξωτερική γραμμή ενός περιστρεφόμενου δίσκου. Ο ορίζοντας των συμπερασμάτων και αιτιών μέχρι τον οποίο μπορεί να φτάσει η σκέψη του καθενός, φαίνεται να βρίσκεται σε μια ορισμένη σχέση με την ταχύτητα της σκέψης του· γιατί η μεγαλύτερη ένταση της δύναμης της σκέψης διαρκεί γενικώς μόνο ένα πολύ σύντομο διάστημα, και μόνο όσο διαρκεί, μια σκέψη μπορεί να προσπελαστεί στην πλήρη της ενότητα. Γι’ αυτό είναι σημαντικό το κατά πόσο η νόηση, σε ένα τόσο σύντομο διάστημα, μπορεί να την παρακολουθήσει, δηλαδή πόσο δρόμο μέσα σε αυτήν μπορεί να διανύσει.

Τέλος, η μεγάλη ατομική διαφορά της ευφυΐας, για την οποία μιλάμε, γίνεται φανερή κατά τον καλύτερο τρόπο στον βαθμό διαύγειας της αντίληψης, και συνεπώς στη σαφήνεια της όλης σκέψης. Στον έναν είναι ήδη αντίληψη ενός αντικειμένου ό,τι στον άλλον είναι η κάποια στροφή της προσοχής του προς αυτό- ο ένας έχει ήδη τελειώσει και έχει φτάσει στον σκοπό, όταν ο άλλος ακόμα βρίσκεται στην αρχή- αυτό που στον έναν είναι η λύση, στον άλλον είναι το πρόβλημα. Αυτό απορρέει από την ποιότητα της σκέψης και της γνώσης, που αναφέραμε ήδη προηγουμένως. Όπως στα δωμάτια ο βαθμός φωτεινότητας είναι διαφορετικός, έτσι και στα κεφάλια.

Επομένως, σε σχέση με τη νόηση, η φύση είναι εξόχως αριστοκρατική. Οι διαφορές που έχει δημιουργήσει σε αυτήν είναι μεγαλύτερες από εκείνες που δημιουργούν η γέννηση, τα πλούτη, οι διαφορές των κοινωνικών ομάδων σε οποιαδήποτε χώρα- αλλά, όπως και σε άλλες αριστοκρατίες, έτσι και σε αυτή της φύσης αντιστοιχούν πολλές χιλιάδες αγροίκοι σε έναν ευγενή, πολλά εκατομμύρια σε έναν άρχοντα, και ο μεγάλος σωρός είναι απλός όχλος, συρφετός, λωποδύτες, στενόμυαλοι, ποταποί. Όμως ανάμεσα στη σειρά των διαφορών της φύσης και αυτής των κοινωνικών υπάρχει μια κραυγαλέα αντίθεση, για την εξισορρόπηση της οποίας θα πρέπει να ελπίσουμε σε μια χρυσή εποχή. Στο μεταξύ, και εκείνοι που βρίσκονται πολύ ψηλά στη σειρά της νόησης που επέβαλε η φύση, και οι άλλοι στην κοινωνική σειρά, έχουν κοινό το ότι συνήθως βρίσκονται σε ευγενή απομόνωση, την οποία υπονοεί ο Μπάιρον όταν λέει:

«Τη μοναξιά των βασιλέων να νιώθω, όμως χωρίς την εξουσία που τους επιτρέπει να φέρουν το στέμμα».
(Prophecy of Dante, κεφ. 1, στίχ.166)

Γιατί η νόηση είναι μια αρχή που διαφοροποιεί και διαχωρίζει- οι διάφορες διαβαθμίσεις της προσφέρουν στον καθένα πολύ περισσότερο διαφορετικές αντιλήψεις από ό,τι η απλή μόρφωση, με συνέπεια, κατά κάποιο τρόπο, καθένας να ζει σε έναν άλλο κόσμο, στον οποίο μόνο τους ομοίους του συναντά άμεσα, στους άλλους, όμως, μόνο από μακριά μπορεί να πει κάτι και να προσπαθήσει να τους γίνει κατανοητός. Μεγάλες διαφορές στον βαθμό και στην εξέλιξη της διανοητικής ικανότητας ανοίγουν από άνθρωπο σε άνθρωπο ένα μεγάλο χάσμα, το οποίο μόνο η καλοσύνη της καρδιάς μπορεί να γεφυρώσει, η οποία, αντίθετα προς τη διανοητική ικανότητα, είναι η ενοποιητική αρχή που ταυτίζει κάθε άλλον με τον ίδιο τον εαυτό του. Η ενότητα όμως παραμένει ηθική- δεν μπορεί να γίνει διανοητική. Ακόμα και με αρκετά παρόμοιο βαθμό μόρφωσης, η συζήτηση ανάμεσα σε ένα μεγάλο πνεύμα και ένα συνηθισμένο μυαλό μοιάζει με το συντροφικό ταξίδι ενός άνδρα που κάθεται σε ένα ζωηρό άλογο, με έναν πεζοπόρο. Το ταξίδι θα γίνει και για τους δύο σε λίγο οχληρό, και με τον χρόνο αδύνατο. Για μια μικρή διαδρομή βέβαια, μπορεί ο έφιππος να κατέβει από το άλογο για να βαδίσει με τον άλλον, αν και η ανυπομονησία του αλόγου του θα του δημιουργήσει προβλήματα.

ΑΡΘΟΥΡ ΣΟΠΕΝΧΑΟΥΕΡ, Οι ατέλειες της νόησης και η μεγαλοφυΐα

Ποτέ δεν πρόκειται να φτάσετε ψηλότερα από όσο σκέφτεστε

Γίνετε ένας Θαυμάσιος Στοχαστής. Δεσμευτείτε να κάνετε κάθε σκέψη σας μία πανέμορφη πραγματικότητα. Αφιερωθείτε στο να βρίσκετε εντυπωσιακές έννοιες και ιδέες και σκέψεις που να είναι ξεκάθαρα αριστουργήματα.

Το έχετε ακούσει εκατοντάδες φορές με άλλους τόσους διαφορετικούς τρόπους: Γίνεστε αυτό που σκέφτεστε. Και οι σκέψεις που χρησιμοποιείτε μετατρέπονται σε αυτοεκπληρούμενες προφητείες. Να περιμένετε να σας συμβούν εξαιρετικά πράγματα και θα σας συμβούν. Το λένε οι εμψυχωτές. Το λένε οι δάσκαλοι. Το λένε οι σοφοί. Αναρωτηθήκατε ποτέ γιατί;

Νομίζω ότι τελικά κατανοώ γιατί είναι ακριβής αυτή η ιδέα. Δεν είναι κάποια μυστικιστική φιλοσοφία. Είναι απλή λογική. Ορίστε, λοιπόν: Οι ενέργειές σας κάθε μέρα δημιουργούν τα αποτελέσματα της ζωής σας. Κι αφού πριν από κάθε ενέργειά σας υπήρξε μια σκέψη (η σκέψη είναι πράγματι ο πρόγονος της απόδοσης), αυτά στα οποία επικεντρώνεστε καθοδηγούν την πραγματικότητά σας.

«Ποτέ δεν πρόκειται να φτάσετε ψηλότερα από όσο σκέφτεστε»

Ως ανθρώπινο ον ποτέ δεν θα δράσετε με τρόπο σπουδαιότερο από τις σκέψεις σας. Αν έχετε σπουδαία όνειρα, η συμπεριφορά σας θα ακολουθήσει. Αν σκέφτεστε μικροπράγματα, θα κάνετε και μικροπράγματα.

Η έννοια αυτή εξαπλώνεται ορμητικά σε κάθε διάσταση της ζωής μας.

Αν σκέφτεστε ότι οι άνθρωποι είναι καλοί, οι μέρες σας θα περνούν ανοιχτόκαρδα. Και αυτή η συγκεκριμένη συμπεριφορά αληθινά δημιουργεί την πραγματικότητά σας, επειδή οι άνθρωποι κάνουν καλά πράγματα για τους καλούς ανθρώπους.

Αν σκέφτεστε ότι σας αξίζουν τα καλύτερα, οι ενέργειες σας θα αντανακλούν αυτή την εμπιστοσύνη. Οι καλύτερες ενέργειες θα οδηγήσουν τότε σε καλύτερα αποτελέσματα.

Αν περιμένετε ότι στη σταδιοδρομία σας ή στην κοινότητά σας θα φτάσετε σε επίπεδο παγκόσμιας κλάσης, τότε αυτός ο λαμπρός τρόπος σκέψης θα διαμορφώσει τον τρόπο που εργάζεστε καθώς και τον τρόπο που ζείτε. Και αυτή η εξαιρετική συμπεριφορά θα προκαλέσει εξαιρετικά αποτελέσματα.

Ελπίζω ότι μπόρεσα να διατυπώσω αυτή την ιδέα με σαφήνεια. Επειδή πιστεύω ότι είναι μια πολύ μεγάλη ιδέα που όμως την αγνοούμε. Οι σκέψεις σας πραγματικά διαμορφώνουν την πραγματικότητα. Η μόρφωσή σας διαμορφώνει τον κόσμο σας. Εκείνα στα οποία εστιάζετε θα επεκταθούν. Κι εκείνα με τα οποία ασχολείστε είναι αδιαμφισβήτητο ότι θα καθορίσουν τη μοίρα σας.

Tο κοπάδι, σαν τέτοιο, παραμένει αμβλύ στη σκέψη και αμβλύ στο συναίσθημα

Σε τι παράξενη κατάσταση βρισκόμαστε εμείς οι άνθρωποι! Καθένας από εμάς βρίσκεται εδώ για μια σύντομη επίσκεψη· δεν γνωρίζει για ποιο σκοπό, αν και μερικές φορές νομίζει ότι τον αισθάνεται. Αλλά από την οπτική γωνία της καθημερινής ζωής, χωρίς να εμβαθύνουμε, υπάρχουμε για τον συνάνθρωπο μας – καταρχάς για αυτούς στων οποίων τα χαμόγελα και την ευημερία στηρίζεται όλη η ευτυχία μας και αμέσως μετά για όλους αυτούς που δεν γνωρίζουμε προσωπικά και με την μοίρα των οποίων είμαστε ενωμένοι με τον δεσμό της συμπόνοιας. Εκατό φορές κάθε μέρα, θυμίζω στον εαυτό μου ότι η εσωτερική και εξωτερική ζωή μου εξαρτάται από την εργασία των άλλων ανθρώπων, ζωντανών και νεκρών, και ότι πρέπει να υπερβάλω εαυτόν για να μπορέσω να δώσω στο ίδιο μέτρο με το οποίο έχω λάβει και συνεχίζω να λαμβάνω. Με ελκύει η απλή ζωή και συχνά καταπιέζομαι από το αίσθημα ότι απορροφώ μια μη αναγκαία ποσότητα από την εργασία των συνανθρώπων μου. Θεωρώ τις ταξικές διαφορές αντίθετες προς την δικαιοσύνη και, σε τελική ανάλυση, βασισμένες στον εξαναγκασμό. Θεωρώ επίσης ότι η απέριττη ζωή κάνει καλό σε όλους, φυσικά και πνευματικά.

Σίγουρα πιστεύω στην ανθρώπινη ελευθερία με την φιλοσοφική έννοια. Όλοι δρουν όχι μόνο υπό την επιρροή ενός εξωτερικού καταναγκασμού αλλά επίσης σύμφωνα και με μια εσωτερική ανάγκη. Η ρήση του Σοπενχάουερ, ότι «ο άνθρωπος μπορεί να δρα όπως αυτός θέλει, αλλά όχι να θέλει όπως αυτός θέλει» αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για εμένα από την νεότητα μου και μια συνεχή παρηγοριά και μια αμείωτη πηγή υπομονής στις δυσκολίες της ζωής, της δικιάς μου και των άλλων. Αυτό το συναίσθημα φιλεύσπλαχνα μετριάζει την αίσθηση υπευθυνότητας που τόσο εύκολα μπορεί να σε παραλύσει, και μας εμποδίζει στο να πάρουμε τους εαυτούς μας και τους άλλους ανθρώπους πολύ σοβαρά· συντελεί σε μια άποψη της ζωής στην οποία το χιούμορ, προπαντός, έχει την θέση που του αρμόζει.

Το να αναρωτιέσαι το νόημα ή το αντικείμενο της ύπαρξης σου ή της δημιουργίας γενικά μου έμοιαζε πάντα παράλογο από αντικειμενικής απόψεως. Και όμως ο καθένας έχει συγκεκριμένα ιδανικά που καθορίζουν την κατεύθυνση των προσπαθειών του και των κρίσεων του. Υπό αυτήν την έννοια ποτέ δεν κοίταξα την ευκολία και την ευτυχία σαν αυτοσκοπούς – μια τέτοια ηθική βάση βρίσκω ως πιο αρμόζουσα για ένα κοπάδι γουρούνια. Τα ιδανικά που φώτισαν τον δρόμο μου και κατ’ επανάληψη μου έδωσαν κουράγιο να αντιμετωπίζω την ζωή πρόσχαρα, ήταν η Αλήθεια, η Καλοσύνη και η Ομορφιά. Χωρίς την αίσθηση συντροφικότητας με ανθρώπους του ιδίου πνεύματος, της ενασχόλησης με τον στόχο, τον αιώνια ανέφικτο στον τομέα της τέχνης και της επιστημονικής έρευνας, η ζωή θα μου φαινόταν κενή. Τα συνηθισμένα αντικείμενα της ανθρώπινης προσπάθειας – ιδιοκτησία, εξωτερική επιτυχία, πολυτέλεια – μου φαινόντουσαν πάντα άξια περιφρονήσεως.

Η παθιασμένη αίσθηση της κοινωνικής δικαιοσύνης και υπευθυνότητας πάντα αντιπαραβαλλόταν παράξενα με την σαφή μου ελευθερία από την ανάγκη για απευθείας επαφή με άλλα ανθρώπινα όντα και κοινότητες. Βαδίζω το δικό μου δρόμο και ποτέ δεν άνηκα στη χώρα μου, το σπίτι μου, τους φίλους μου ή ακόμα και στην οικογένεια μου, με όλη μου την καρδιά· αντιμέτωπος με όλους αυτούς τους δεσμούς ποτέ δεν έχασα το επίμονο αίσθημα της απόσπασης, της ανάγκης για μοναξιά – ένα αίσθημα που αυξάνεται με τα χρόνια. Οι άνθρωποι αποκτούν απότομα συνείδηση, χωρίς να το μετανιώσουν, των ορίων της πιθανότητας για αμοιβαία κατανόηση και συμπόνοια με τους συνανθρώπους τους. Ένας τέτοιος άνθρωπος χωρίς αμφιβολία χάνει ένα μέρος της εγκαρδιότητας και της αθωότητας· από την άλλη, είναι κατά πολύ περισσότερο ανεξάρτητος από απόψεις, συνήθειες και κρίσεις των συνανθρώπων του και αποφεύγει τον πειρασμό να βασιστεί σε τέτοια ανασφαλή θεμέλια.

Το πολιτικό ιδεώδες μου είναι αυτό της δημοκρατίας. Ας είναι ο κάθε άνθρωπος σεβαστός σαν άτομο και κανένας να μην γίνεται είδωλο. Είναι μια ειρωνεία της μοίρας ότι εγώ ο ίδιος έχω γίνει αποδέκτης υπερβολικού θαυμασμού και σεβασμού από τους συνανθρώπους μου χωρίς εγώ ούτε να ευθύνομαι και ούτε να το αξίζω. Η αιτία για αυτό ίσως να είναι η επιθυμία, ανέφικτη για τους πολλούς, να κατανοήσουν την μία ή δύο ιδέες τις οποίες έχω με τις ασθενικές δυνάμεις μου επιτύχει μέσω ακατάπαυστου αγώνα. Γνωρίζω πολύ καλά ότι είναι απαραίτητο για την επιτυχία κάθε σύνθετου εγχειρήματος, ότι ένας άνθρωπος θα πρέπει να κάνει την σκέψη και να κατευθύνει και γενικά να φέρει την ευθύνη. Αλλά αυτοί που καθοδηγούνται δεν πρέπει να αναγκάζονται, θα πρέπει να μπορούν να διαλέγουν τον αρχηγό τους. Ένα αυταρχικό σύστημα καταναγκασμού, κατά την άποψη μου, σύντομα αποσυντίθεται. Γιατί η δύναμη πάντα έλκει ανθρώπους χαμηλής ηθικής, και πιστεύω ότι είναι ένας αμετάβλητος κανόνας ότι τους ιδιοφυείς τυράννους, τους διαδέχονται αχρείοι. Γι’ αυτό το λόγο πάντα εναντιώθηκα στα ολοκληρωτικά συστήματα. Αυτό το οποίο έχει επιφέρει δυσφήμιση στην επικρατούσα σημερινή μορφή δημοκρατίας της Ευρώπης δεν μπορεί να αποδοθεί στην ιδέα της δημοκρατίας, αλλά στην έλλειψη σταθερότητας των αρχηγών των κυβερνήσεων και στον απρόσωπο χαρακτήρα του εκλογικού συστήματος. Πιστεύω ότι από αυτήν την άποψη οι ΗΠΑ έχουν οργανωθεί καλύτερα. Έχουν ένα υπεύθυνο Πρόεδρο που εκλέγεται για μια επαρκή περίοδο και έχει επαρκή αρμοδιότητα για να είναι υπεύθυνος στις πράξεις του. Από την άλλη, αυτό που εκτιμώ στο δικό μας πολιτικό σύστημα είναι η πιο εκτεταμένη πρόνοια που υπάρχει για το άτομο σε περίπτωση ασθένειας ή ανάγκης. Αυτό που πραγματικά αξίζει στην παρέλαση της ανθρώπινης ζωής μου φαίνεται ότι δεν είναι η Πολιτεία αλλά το δημιουργικό, ευαίσθητο άτομο, η ατομικότητα· αυτή μόνη της δημιουργεί το ευγενές και το μεγαλειώδες, ενώ το κοπάδι σαν τέτοιο παραμένει αμβλύ στη σκέψη και αμβλύ στο συναίσθημα.

Αυτό το θέμα με φέρνει στο χειρότερο γνώρισμα της φύσης του κοπαδιού, το θρησκευτικό σύστημα, το οποίο απεχθάνομαι. Το ότι ένας άνθρωπος μπορεί να αντλήσει ευχαρίστηση στο να σέρνετε στις διάφορες είναι αρκετό για να με κάνει να τον περιφρονήσω. Ο μεγάλος εγκέφαλος του, του δόθηκε από λάθος· μια σπονδυλική στήλη ήταν όλο κι όλο ότι χρειαζόταν. Αυτό το σημάδι πανώλης του πολιτισμού θα έπρεπε να καταργηθεί όσο το δυνατόν γρηγορότερα. Ηρωισμός από θεϊκή εντολή, παράλογη βία, και όλες οι δηλητηριώδεις ανοησίες που κάνει στο όνομα της θρησκείας – πόσο τα μισώ όλα αυτά! Ο πόλεμος μου φαίνεται ένα πρόστυχο και ποταπό πράγμα. Και όμως, παρ’ όλα αυτά, τόσο υψηλή είναι η άποψη μου για την ανθρώπινη φυλή που πιστεύω ότι αυτή η λάμια θα είχε από καιρό εξαφανιστεί, αν ο υγιής νους των εθνών δεν είχε συστηματικά διαφθαρεί από τα εμπορικά και πολιτικά συμφέροντα που ενεργοποιούνται μέσω των σχολείων και του Τύπου.

Το ωραιότερο πράγμα που μπορούμε να έχουμε την εμπειρία του είναι το μυστηριώδες. Είναι το θεμελιώδες συναίσθημα το οποίο βρίσκεται στο λίκνο της αληθινής τέχνης και της αληθινής επιστήμης. Αυτός που το γνωρίζει και δεν μπορεί πια να το θαυμάσει, να αισθανθεί έκπληξη, είναι σαν νεκρός, ένα σβησμένο κερί. Η εμπειρία του μυστηρίου – ακόμα κι αν ήταν αναμεμειγμένη με φόβο – ήταν αυτή που προκάλεσε την θρησκεία. Η γνώση της ύπαρξης πραγμάτων στα οποία δεν μπορούμε να διεισδύσουμε, των εκδηλώσεων της βαθύτερης λογικής και της πιο αστραποβολούσας ομορφιάς, τα οποία είναι προσβάσιμα στη λογική μας στις πιο βασικές τους μορφές – είναι αυτή η γνώση και αυτό το συναίσθημα που συνιστούν την πραγματικά θρησκευτική συμπεριφορά· υπό αυτήν την έννοια και μόνο υπό αυτήν, είμαι ένας βαθύτατα φιλοσοφημένος άνθρωπος. Δεν μπορώ να συλλάβω ένα Θεό που ανταμείβει και τιμωρεί τα δημιουργήματα του, ή έχει θέληση του ίδιου είδους μ’ αυτή που εμείς αντιλαμβανόμαστε στους εαυτούς μας. Ένας άνθρωπος που μπορεί να επιζήσει του φυσικού θανάτου του είναι επίσης πέρα από την κατανόηση μου, ούτε θα επιθυμούσα να ήταν αλλιώς· τέτοιες ιδέες είναι για τους φόβους ενός παράλογου εγωισμού αδύναμων ψυχών. Είναι αρκετό για εμένα το μυστήριο της αιωνιότητας της ζωής, και ο υπαινιγμός της θαυμαστής δομής της πραγματικότητας, μαζί με την ειλικρινή προσπάθεια να κατανοήσω ένα μέρος, που δεν μπορεί ποτέ να είναι τόσο μικρό, του λόγου που αποκαλύπτει τον εαυτό του στη φύση.

Επιστήμη: Αυτό είναι που μας κάνει ανθρώπους

Ο ανθρώπινος εγκέφαλος είναι ένα περίπλοκο σύστημα νευρώνων που ανταλλάσσουν πληροφορίες μέσω ηλεκτρικών και χημικών σημάτων.

Στη νέα μελέτη όμως, που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Science», μάδα νευροεπιστημόνων ανακάλυψε έναν καινούριο τρόπο εγκεφαλικής επικοινωνίας που μπορεί να είναι το μεγάλο κλειδί για όσα μας κάνουν ανθρώπους. Οι ερευνητές εντόπισαν και μερικά κύτταρα στον ανθρώπινο εγκέφαλο που μεταδίδουν σήματα με τρόπους που δεν ανιχνεύτηκαν στα αντίστοιχα κύτταρα ποντικιών.

Και είναι αυτές οι αποδείξιμες διαφορές του ανθρώπου σε σχέση με τους εγκεφάλους άλλων θηλαστικών που μας βοηθούν να υποδείξουμε τις ιδιαιτερότητες του δικού μας εγκεφάλου.

Στους δενδρίτες των νευρώνων, τις διακλαδιζόμενες κυτταρικές προεξοχές των εγκεφαλικών κυττάρων δηλαδή, εστίασαν την προσοχή τους και εντόπισαν άγνωστες ως τα σήμερα δράσεις που λαμβάνουν χώρα μεταξύ συγκεκριμένων δενδριτών.

Σήματα που δεν είναι ούτε χημικά ούτε ηλεκτρικά δηλαδή και μεταφέρονται μέσω ιόντων ασβεστίου.

Ηράκλειτος: Ενότητα των αντιθέτων και ο κόσμος

Ηράκλειτος ο Εφέσιος
                              
Β 64:

«τὰ δὲ πάντα οἰακίζει Κεραυνός, τουτέστι κατευθύνει, κεραυνὸν τὸ πῦρ λέγων τὸ αἰώνιον. Λέγει δὲ καὶ φρόνιμον τοῦτο εἶναι τὸ πῦρ καὶ τῆς διοικήσεως τῶν ὃλων αἴτιον·»

Τα πάντα κυβερνά ο Κεραυνός, δηλαδή τα κατευθύνει, ονομάζοντας κεραυνό το πυρ το αιώνιο. Επί πλέον λέει ότι αυτό το πυρ διαθέτει φρόνηση και είναι η αιτία της διακυβέρνησης του σύμπαντος κόσμου.

Ερμηνεία ‒ κατανόηση

τὰ δὲ πάντα: εννοεί όλα τα υπαρκτά πράγματα χωρίς καμιά διάκριση, εξαίρεση ή διαχωρισμό σε επίπεδο χώρου, χρόνου, ποιότητας, ποσότητας, εκδήλωσης ή φανέρωσης, απόκρυψης ή συγκάλυψης, παρουσίας ή απουσίας. Ο φιλόσοφος αναφέρεται σε ό,τι υπάρχει· σε ό,τι είναι παρόν και έχει ενέργεια και ζωή, σε καθετί που συμβαίνει και εγγράφεται στη συνείδηση της ιστορίας· διότι καθετί δεν είναι ένα μεμονωμένο Kάτι παρά συνημμένο με το αντίθετό του, δηλαδή μια αυτοκαθοριζόμενη ολότητα πραγμάτων: «πάντα διὰ πάντων» (Β41).

οἰακίζει: ως προς την νοηματική της ουσία η λέξη είναι συνώνυμη με τη λέξη κυβερνᾶν (Β41). Ο Λόγος κυβερνά τα πάντα.

Κεραυνός: με τούτη τη λέξη ο Ηράκλειτος δεν θέλει να υποδηλώσει τη θεότητα και πιο ειδικά τον Δία. Παρερμηνείες τέτοιου είδους δεν έχουν έρεισμα· διότι, αν ίσχυε ότι «ο Δίας κυβερνά τα πάντα» ή κάτι τέτοιο, τότε ο Ηράκλειτος δεν θα προχωρούσε πέρα από αυτές κι άλλες παρόμοιες κοινοτοπίες των πολλών. Απεναντίας υποδηλώνει τη φωτιά και μάλιστα την κεραυνοβόλα δύναμή της, την εκρηκτική της φύση, νοούμενη μεταφορικά ως σταθερά δεσπόζουσα ρυθμιστική δύναμη όλων όσων συμβαίνουν στον κόσμο και όχι ως μια οποιαδήποτε μεταφυσική ή ακόμη και φυσική αρχή. Για τον Χάιντεγκερ, ο Κεραυνός ισοδυναμεί με τον Κεραυνό του Είναι, με το ίδιο δηλ. το Είναι ως κυβερνήτη του κόσμου και ως αυτόν, συνακόλουθα, που έχει Λόγο για τον κόσμο, που υπαγορεύει την κατά Λόγο τάξη και αρμονία μέσα από τους κεραυνούς της γλώσσας, ως της Εστίας του Είναι.

Τον Ηράκλειτο δεν τον ενδιαφέρει η αναζήτηση κάποιας αρχής, γιατί ο κόσμος είναι «αείζωο πυρ» (Β30) και δεν δημιουργήθηκε από καμιά φυσική ή μεταφυσική αρχή, δηλ. από κανέναν άνθρωπο ή θεό (Β30). Ο κεραυνός, έτσι όπως προσδιορίστηκε πιο πάνω, δεν έρχεται απ’ έξω για να διασαλεύσει την εσωτερική τάξη του κόσμου, αλλά αποτελεί οργανικό στοιχείο της σοφίας που διέπει τούτη την τάξη· αναλογικά λοιπόν συμβολίζει το τέλος ενός κύκλου ζωής και την απαρχή ενός άλλου, στο πλαίσιο της αδιάκοπης μεταβολής του κόσμου και αλληλοδιαδοχής των κύκλων του.

Κάτι παρόμοιο με τη διαλεκτική του Λόγου στον Χέγκελ, η οποία νοείται από τον μεγάλο Γερμανό φιλόσοφο ως κύκλος των κύκλων. Κατ’ αυτό το πνεύμα, ως καθαρή φωτιά, κυβερνά τα αντίθετα μέσα από τα αντίθετα, τα οποία όλα μαζί συνθέτουν αυτό τον κόσμο. Γιατί όμως ο Ηράκλειτος δεν αναφέρει το καθαρό «πυρ» παρά εστιάζει την προσοχή του στον κεραυνό; Επειδή θέλει να δείξει και να αναδείξει τον κυρίαρχο, τον κατευθυντήριο ρόλο του κεραυνού· να τον σκεφτεί, με άλλα λόγια, ως εκείνο τον κυβερνήτη του κοσμικού σκάφους που περισσότερο από κάθε άλλο παράγοντα δεν κινεί, δεν κατευθύνει απλώς το εν λόγω σκάφος, αλλά το εκθέτει και στο πέλαγος της πιο μεγάλης αστάθειας, των πιο απροσδόκητων αλλαγών και των συνεχών διακυμάνσεων· δηλ. το φέρνει σε μια κατάσταση, η οποία μεταβάλλεται συνεχώς και κάθε φορά προς την αντίθετη κατεύθυνση. 

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ: Ποιητική (1461b-1462b)

[XXVI] Πότερον δὲ βελτίων ἡ ἐποποιικὴ μίμησις ἢ ἡ τραγική, διαπορήσειεν ἄν τις. εἰ γὰρ ἡ ἧττον φορτικὴ βελτίων, τοιαύτη δ᾽ ἡ πρὸς βελτίους θεατάς ἐστιν ἀεί, λίαν δῆλον ὅτι ἡ ἅπαντα μιμουμένη φορτική· ὡς γὰρ οὐκ αἰσθανομένων ἂν μὴ αὐτὸς προσθῇ, πολλὴν κίνησιν κινοῦνται, οἷον οἱ φαῦλοι αὐληταὶ κυλιόμενοι ἂν δίσκον δέῃ μιμεῖσθαι, καὶ ἕλκοντες τὸν κορυφαῖον ἂν Σκύλλαν αὐλῶσιν. ἡ μὲν οὖν τραγῳδία τοιαύτη ἐστίν, ὡς καὶ οἱ πρότερον τοὺς ὑστέρους αὐτῶν ᾤοντο ὑποκριτάς· ὡς λίαν γὰρ ὑπερβάλλοντα πίθηκον ὁ Μυννίσκος τὸν Καλλιππίδην ἐκάλει, τοιαύτη δὲ δόξα καὶ περὶ Πινδάρου

[1462a] ἦν· ὡς δ᾽ οὗτοι ἔχουσι πρὸς αὐτούς, ἡ ὅλη τέχνη πρὸς τὴν ἐποποιίαν ἔχει. τὴν μὲν οὖν πρὸς θεατὰς ἐπιεικεῖς φασιν εἶναι ‹οἳ› οὐδὲν δέονται τῶν σχημάτων, τὴν δὲ τραγικὴν πρὸς φαύλους· εἰ οὖν φορτική, χείρων δῆλον ὅτι ἂν εἴη. πρῶτον μὲν οὐ τῆς ποιητικῆς ἡ κατηγορία ἀλλὰ τῆς ὑποκριτικῆς, ἐπεὶ ἔστι περιεργάζεσθαι τοῖς σημείοις καὶ ῥαψῳδοῦντα, ὅπερ [ἐστὶ] Σωσίστρατος, καὶ διᾴδοντα, ὅπερ ἐποίει Μνασίθεος ὁ Ὀπούντιος. εἶτα οὐδὲ κίνησις ἅπασα ἀποδοκιμαστέα, εἴπερ μηδ᾽ ὄρχησις, ἀλλ᾽ ἡ φαύλων, ὅπερ καὶ Καλλιππίδῃ ἐπετιμᾶτο καὶ νῦν ἄλλοις ὡς οὐκ ἐλευθέρας γυναῖκας μιμουμένων. ἔτι ἡ τραγῳδία καὶ ἄνευ κινήσεως ποιεῖ τὸ αὑτῆς, ὥσπερ ἡ ἐποποιία· διὰ γὰρ τοῦ ἀναγινώσκειν φανερὰ ὁποία τίς ἐστιν· εἰ οὖν ἐστι τά γ᾽ ἄλλα κρείττων, τοῦτό γε οὐκ ἀναγκαῖον αὐτῇ ὑπάρχειν. ἔπειτα διότι πάντ᾽ ἔχει ὅσαπερ ἡ ἐποποιία (καὶ γὰρ τῷ μέτρῳ ἔξεστι χρῆσθαι), καὶ ἔτι οὐ μικρὸν μέρος τὴν μουσικήν [καὶ τὰς ὄψεις], δι᾽ ἧς αἱ ἡδοναὶ συνίστανται ἐναργέστατα· εἶτα καὶ τὸ ἐναργὲς ἔχει καὶ ἐν τῇ ἀναγνώσει καὶ ἐπὶ τῶν ἔργων· ἔτι τῷ ἐν ἐλάττονι μήκει τὸ τέλος

[1462b] τῆς μιμήσεως εἶναι (τὸ γὰρ ἀθροώτερον ἥδιον ἢ πολλῷ κεκραμένον τῷ χρόνῳ, λέγω δ᾽ οἷον εἴ τις τὸν Οἰδίπουν θείη τὸν Σοφοκλέους ἐν ἔπεσιν ὅσοις ἡ Ἰλιάς)· ἔτι ἧττον μία ἡ μίμησις ἡ τῶν ἐποποιῶν (σημεῖον δέ, ἐκ γὰρ ὁποιασοῦν μιμήσεως πλείους τραγῳδίαι γίνονται), ὥστε ἐὰν μὲν ἕνα μῦθον ποιῶσιν, ἢ βραχέως δεικνύμενον μύουρον φαίνεσθαι, ἢ ἀκολουθοῦντα τῷ τοῦ μέτρου μήκει ὑδαρῆ· λέγω δὲ οἷον ἐὰν ἐκ πλειόνων πράξεων ᾖ συγκειμένη, ὥσπερ ἡ Ἰλιὰς ἔχει πολλὰ τοιαῦτα μέρη καὶ ἡ Ὀδύσσεια ‹ἃ› καὶ καθ᾽ ἑαυτὰ ἔχει μέγεθος· καίτοι ταῦτα τὰ ποιήματα συνέστηκεν ὡς ἐνδέχεται ἄριστα καὶ ὅτι μάλιστα μιᾶς πράξεως μίμησις. εἰ οὖν τούτοις τε διαφέρει πᾶσιν καὶ ἔτι τῷ τῆς τέχνης ἔργῳ (δεῖ γὰρ οὐ τὴν τυχοῦσαν ἡδονὴν ποιεῖν αὐτὰς ἀλλὰ τὴν εἰρημένην), φανερὸν ὅτι κρείττων ἂν εἴη μᾶλλον τοῦ τέλους τυγχάνουσα τῆς ἐποποιίας. περὶ μὲν οὖν τραγῳδίας καὶ ἐποποιίας, καὶ αὐτῶν καὶ τῶν εἰδῶν καὶ τῶν μερῶν, καὶ πόσα καὶ τί διαφέρει, καὶ τοῦ εὖ ἢ μὴ τίνες αἰτίαι, καὶ περὶ ἐπιτιμήσεων καὶ λύσεων, εἰρήσθω τοσαῦτα.

***
[26] Ποια μορφή μίμησης είναι άραγε η καλύτερη, η εποποιική ή η τραγική; Νά ένα ερώτημα που θα μπορούσε κανείς να θέσει.

(Λένε) λοιπόν:

Αν καλύτερη είναι αυτή που προσιδιάζει λιγότερο στους κοινούς και ακαλλιέργητους ανθρώπους, και αν λιγότερο προσιδιάζει στους κοινούς και ακαλλιέργητους ανθρώπους αυτή που απευθύνεται στο καλύτερο κοινό, τότε αυτή που μιμείται τα πάντα είναι αυτή που κατεξοχήν προσιδιάζει —το πράγμα είναι φανερό— στους κοινούς και ακαλλιέργητους ανθρώπους. Με την ιδέα δηλαδή ότι το κοινό δεν θα καταλάβαινε τίποτε αν οι ίδιοι δεν έκαναν κάποιες προσθήκες, οι ηθοποιοί κάνουν ένα πλήθος από κινήσεις — σαν τους κακούς αυλητές, που κυλιούνται όταν χρειαστεί να μιμηθούν τις περιστροφές του δίσκου ή τραβολογούν τον κορυφαίο αν παίζουν στον αυλό τη Σκύλλα.

Στην περίπτωση λοιπόν της τραγωδίας τα πράγματα είναι ακριβώς όπως οι παλαιότεροι ηθοποιοί έκριναν τους νεότερούς τους: ο Μυννίσκος ονόμαζε τον Καλλιππίδη «πίθηκο» εξαιτίας του πλήθους των υπερβολών στο παίξιμό του· η ίδια γνώμη επικρατούσε και για τον Πίνδαρο.

[1462a] Σε όποια λοιπόν σχέση βρίσκονται αυτοί προς τους παλαιότερους ηθοποιούς βρίσκεται και η τραγική τέχνη —ως σύνολο— προς την επική ποίηση. Λένε λοιπόν ότι η επική ποίηση απευθύνεται σε καλλιεργημένο κοινό, σε ένα κοινό που δεν έχει καμιά ανάγκη από χειρονομίες και πόζες, ενώ η τραγική ποίηση απευθύνεται σε ακαλλιέργητο κοινό. Αν λοιπόν η τραγωδία προσιδιάζει περισσότερο στους κοινούς και ακαλλιέργητους ανθρώπους, είναι φανερό ότι είναι η χειρότερη.

Πρώτη απάντηση σ᾽ αυτά είναι η ακόλουθη: Η κατηγορία αυτή δεν στρέφεται εναντίον της ποίησης αλλά εναντίον της υποκριτικής — μήπως τάχα δεν μπορεί να υπερβάλλει κανείς στις χειρονομίες και στις πόζες και όταν απαγγέλλει επική ποίηση (περίπτωση Σωσίστρατου) και όταν τραγουδάει σε διαγωνισμό, όπως έκανε ο Μνασίθεος από τον Οπούντα; Δεύτερον: Δεν πρέπει να αποδοκιμάζεται κάθε κίνηση, όπως δεν αποδοκιμάζεται γενικά ο χορός, παρά μόνο ο χορός των μικρότερης αξίας ηθοποιών — κάτι που το κατηγορούσαν και στον Καλλιππίδη, όπως το κατηγορούν και σε άλλους σήμερα, με την παρατήρηση ότι μιμούνται κατώτερης ποιότητας γυναίκες. Τρίτον: Η τραγωδία πετυχαίνει να επιτελέσει το έργο της και χωρίς κινήσεις, ακριβώς όπως και η επική ποίηση: η ποιότητα και η αξία της γίνεται φανερή και με την απλή ανάγνωση. Αν λοιπόν η τραγωδία υπερέχει από κάθε άλλη άποψη, δεν είναι, φυσικά, απαραίτητο να το έχει και αυτό. Τέταρτον: Η τραγωδία έχει όλα όσα έχει η επική ποίηση (ακόμη και του επικού μέτρου η χρήση είναι στην τραγωδία επιτρεπτή), και ακόμη ως σημαντικό μέρος της έχει τη μουσική [και τα θεαματικά στοιχεία], μέσω της οποίας πετυχαίνεται με τον πιο εναργή τρόπο η τέρψη. Πέμπτον: Έχει επίσης την ενάργεια και ως ανάγνωσμα και ως παράσταση. Έκτον: Στην τραγωδία ο στόχος [1462b] της μίμησης πετυχαίνεται με μικρότερο μήκος (το πυκνό είναι πιο τερπνό από αυτό που η «ανάμειξή» του με τη μεγάλη χρονική διάρκεια το «αραιώνει» — θέλω με αυτό να πω κάτι σαν να απλώναμε τον Οιδίποδα του Σοφοκλή σε τόσους επικούς στίχους όσους έχει η Ιλιάδα). Έβδομον: Η μίμηση των επικών ποιητών έχει λιγότερη ενότητα (απόδειξη αποτελεί το ότι μια οποιαδήποτε επική μίμηση προσφέρει υλικό για περισσότερες τραγωδίες), με αποτέλεσμα, αν στο ποίημά τους περιλάβουν έναν μόνο μύθο, αυτός ή θα φαίνεται —με τη σύντομη παρουσίασή του— κολοβωμένος ή —ακολουθώντας την κλίμακα του επικού μέτρου— θα φαίνεται νερουλός. Εννοώ, φυσικά, την περίπτωση που το επικό ποίημα αποτελείται από πολλές πράξεις, ακριβώς όπως η Ιλιάδα έχει πολλά τέτοια μέρη —το ίδιο και η Οδύσσεια—, που και από μόνα τους έχουν κάποιο μέγεθος —και όμως τα ποιήματα αυτά είναι δομημένα με τον καλύτερο δυνατό τρόπο και είναι, στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό, μίμηση μιας πράξης.

Αν λοιπόν η τραγωδία υπερέχει σε όλα αυτά, και ακόμη στο ποιητικό της αποτέλεσμα (γιατί οι δύο αυτές μορφές ποίησης πρέπει να προκαλούν όχι μια οποιαδήποτε τέρψη αλλά αυτήν που είπαμε), είναι φανερό, λέω, ότι είναι ανώτερη από την επική ποίηση, μια και αυτή πετυχαίνει τον (ποιητικό) σκοπό της περισσότερο από ό,τι εκείνη τον δικό της.

Για την τραγωδία λοιπόν και για την επική ποίηση, θέλω να πω: για την ουσία τους, για τα είδη τους και για τα μέρη τους, για το πόσα είναι αυτά και σε τι διαφέρουν μεταξύ τους· ακόμη για τις αιτίες της επιτυχίας και της αποτυχίας τους, για τις επικρίσεις που δέχτηκαν και για τις απαντήσεις που δόθηκαν σ᾽ αυτές, ας θεωρηθούν αρκετά τα όσα είπαμε.