Τετάρτη, 8 Ιανουαρίου 2020

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ - Ἀνδρομάχη (841-878)

ΕΡ. τί μοι ξίφος ἐκ χερὸς ἠγρεύσω;
ἀπόδος, ὦ φίλος, ἀπόδος, ἵν᾽ ἀνταίαν
ἐρείσω πλαγάν· τί με βρόχων εἴργεις;
845 ΤΡ. ἀλλ᾽ εἴ σ᾽ ἀφείην μὴ φρονοῦσαν, ὡς θάνῃς;
ΕΡ. οἴμοι πότμου.
ποῦ μοι πυρὸς φίλα φλόξ;
ποῦ δ᾽ ἐκ πέτρας ἀερθῶ,
‹ἢ› κατὰ πόντον ἢ καθ᾽ ὕλαν ὀρέων,
850 ἵνα θανοῦσα νερτέροισιν μέλω;
ΤΡ. τί ταῦτα μοχθεῖς; συμφοραὶ θεήλατοι
πᾶσιν βροτοῖσιν ἢ τότ᾽ ἦλθον ἢ τότε.
ΕΡ. ἔλιπες ἔλιπες, ὦ πάτερ, ἐπακτίαν
855 [ὡσεὶ] μονάδ᾽ ἔρημον οὖσαν ἐνάλου κώπας.
ὀλεῖ ὀλεῖ με· τᾷδ᾽ οὐκέτ᾽ ἐνοικήσω
νυμφιδίῳ στέγᾳ.
τίνος ἀγαλμάτων ἱκέτις ὁρμαθῶ;
860 ἢ δούλα δούλας γόνασι προσπέσω;
Φθιάδος ἐκ γᾶς
κυανόπτερος ὄρνις ἀερθείην,
ἢ πευκᾶεν
σκάφος, ἃ διὰ Κυανέας ἐπέρασεν ἀκτὰς
865 πρωτόπλοος πλάτα.

ΤΡ. ὦ παῖ, τὸ λίαν οὔτ᾽ ἐκεῖν᾽ ἐπῄνεσα,
ὅτ᾽ ἐς γυναῖκα Τρῳάδ᾽ ἐξημάρτανες,
οὔτ᾽ αὖ τὸ νῦν σου δεῖμ᾽ ὃ δειμαίνεις ἄγαν.
οὐχ ὧδε κῆδος σὸν διώσεται πόσις
870 φαύλοις γυναικὸς βαρβάρου πεισθεὶς λόγοις.
οὐ γάρ τί σ᾽ αἰχμάλωτον ἐκ Τροίας ἔχει,
ἀλλ᾽ ἀνδρὸς ἐσθλοῦ παῖδα σὺν πολλοῖς λαβὼν
ἕδνοισι, πόλεώς τ᾽ οὐ μέσως εὐδαίμονος.
πατὴρ δέ σ᾽ οὐχ ὧδ᾽ ὡς σὺ δειμαίνεις, τέκνον,
875 προδοὺς ἐάσει δωμάτων τῶνδ᾽ ἐκπεσεῖν.
ἀλλ᾽ εἴσιθ᾽ εἴσω μηδὲ φαντάζου δόμων
πάροιθε τῶνδε, μή τιν᾽ αἰσχύνην λάβῃς,
πρόσθεν μελάθρων τῶνδ᾽ ὁρωμένη, τέκνον.

***
ΕΡΜΙΟΝΗ
Γιατί μου πήρες το σπαθί απ᾽ το χέρι;
Δώσ᾽ μου το, δώσ᾽ μου το, καλή μου,
για να το μπήξω κατάστηθα.
Γιατί μ᾽ εμπόδισες να κρεμαστώ;
ΠΑΡΑΜΑΝΑ
Έπρεπε να σ᾽ αφήσω να πεθάνεις,
αφού παραλογίζεσαι;
ΕΡΜΙΟΝΗ
Αλίμονό μου, τί μοίρα είν᾽ αυτή;
Πού να βρω φωτιά, που τη θέλω;
Πού να βρω ακροβράχια ν᾽ ανεβώ,
κοντά στη θάλασσα ή σε βουνίσιο λόγγο,
για να πεθάνω, να βρεθώ με τις ψυχές
850 του Κάτω Κόσμου;
ΠΑΡΑΜΑΝΑ
Μα γιατί βασανίζεσαι; Συμφορές θεοσταλμένες
έρχονται σ᾽ όλους τους θνητούς, πότε σήμερα
πότε αύριο.
ΕΡΜΙΟΝΗ
Μ᾽ άφησες, μ᾽ άφησες, πατέρα, μοναχή
σα βάρκα στην ακρογιαλιά χωρίς κουπιά.
Σ᾽ αυτό το σπίτι δεν θα κατοικήσω,
εδώ που μπήκα νυφούλα. Σε τίνος
θεού το άγαλμα μπροστά να γονατίσω;
Ή μήπως να προσπέσω δούλα
860 σε μιας δούλας τα πόδια;
Ω, να πετούσα σαν πουλί μαυρόφτερο
από τη Φθία μακριά
είτε ν᾽ αρμένιζα σαν πεύκινο καράβι πρωτοτάξιδο
όπως αυτό που πέρασε άλλοτε
τις Συμπληγάδες.
ΠΑΡΑΜΑΝΑ
Παιδί μου, παραφέρεσαι και δεν βρήκα σωστό
ούτε το φέρσιμό σου, όταν μηχανευόσουν
πράγματα φοβερά για την Τρωαδίτισσα,
ούτε τον τωρινό σου φόβο, που σε τυραννάει.
Ο άντρας σου δεν θα σ᾽ αρνηθεί όταν θ᾽ ακούσει
870 τα λόγια τα ελεεινά μιας βάρβαρης γυναίκας.
Γιατί δεν σ᾽ έχει σκλάβα αιχμάλωτη από την Τροία
αλλά σε πήρε αρχοντοπούλα με πολλά προικιά
από μια πολιτεία τρισευτυχισμένη.
Ούτε ο πατέρας σου θ᾽ αφήσει να σε διώξουν
απ᾽ τα παλάτια ετούτα, όπως φοβάσαι, κόρη μου.
Πήγαινε μέσα λοιπόν, για να μην πούνε
πως σ᾽ είδαν έξω από το σπίτι σου και ντροπιαστείς.
(Η Ερμιόνη, η Παραμάνα κι οι δούλες βαδίζουν προς το παλάτι.)

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ - ΡΟΔΩΠΙΣ

ΡΟΔΩΠΙΣ
(πηγή)
 
Η Ροδώπις εμφανίζεται εγκλωβισμένη ανάμεσα στην οργή δύο θεαινών, της Άρτεμης και της Αφροδίτης. Η δεύτερη οργίστηκε, γιατί η κόρη δεν την τιμούσε, αρνούμενη τον έρωτα· η πρώτη οργίστηκε με τη θνητή κόρη, τη συνοδό της στο κυνήγι και ορκισμένη παρθένα, όταν εκείνη υπέκυψε στον έρωτα, τιμώντας την Αφροδίτη και πατώντας τον όρκο της στην Άρτεμη -οι άνθρωποι μοιάζουν εγκλωβισμένοι ανάμεσα στις δικαιοδοσίες των θεών, εκ προοιμίου, επομένως, καταδικασμένοι σε πτώση και τιμωρία.
 
Η Ροδώπις ανήκε στον κύκλο της Άρτεμης και, όπως άλλες νύμφες της συνοδείας της θεάς, είχε ορκιστεί να διαφυλάξει την παρθενία της. Όπως και στην περίπτωση του Ιππόλυτου, η προσβεβλημένη από την απάρνηση του έρωτα θεά Αφροδίτη προκάλεσε έρωτα που θα οδηγούσε σε τιμωρία. Εμφύσησε στην κόρη έρωτα για τον εξίσου ανυπότακτο νεαρό κυνηγό Ευθύνικο.
 
Η συνάντησή τους στο βουνό προκάλεσε την απώλεια της παρθενίας και των δύο νέων. Θυμωμένη η Άρτεμη με την εκλεκτή ακόλουθό της Ροδώπι τη μεταμόρφωσε σε πηγή που πήρε το όνομα Στύγα και ανέβλυζε στη σπηλιά όπου η κόρη είχε χάσει την παρθενία της. Στην πηγή αυτή δοκιμαζόταν η ειλικρίνεια του όρκου των κοριτσιών ότι είναι παρθένες. Έγραφαν τον όρκο σε πινακίδα, την κρεμούσαν στον λαιμό τους και κατέβαιναν στην πηγή. Ρηχά τα νερά της πηγής, έφταναν κανονικά μέχρι τα γόνατά τους. Αν όμως ο όρκος ήταν ψευδής, τα νερά φούσκωναν, έφταναν μέχρι τον λαιμό και κάλυπταν την πινακίδα που διαβεβαίωνε ψευδώς την παρθενία τους.
 
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Θα πρέπει να λάβουμε υπόψη ότι ο μύθος αυτός παραδίδεται από μεταγενέστερους μυθιστοριογράφους, τον Αχιλλέα Τάτιο (5ος ή 6ος ή 2ος αι. μ.Χ.) και τον Νικήτα Ευγενειανό (12ος αι. μ.Χ.), στα μυθιστορήματά τους Τα κατά Λευκίππην και Κλειτοφώντα* και Τα κατά Δρόσιλλαν και Χαρικλέα (αντίστοιχα).
----------------------------

*Ροδώπις και Ευθύνικος στο μυθιστόρημα του Αχιλλέα Τάτιου «Τα κατά Λευκίππην και Κλειτοφώντα»

 
Τὸ δὲ τῆς Στυγὸς ὕδωρ εἶχεν οὕτως. παρθένος ἦν εὐειδής, ὄνομα Ῥοδῶπις, κυνηγίων ἐρῶσα καὶ θήρας· πόδες ταχεῖς, εὔστοχοι χεῖρες, ζώνη καὶ μίτρα καὶ ἀνεζωσμένος εἰς γόνυ χιτὼν καὶ κατὰ ἄνδρας κουρὰ τριχῶν. ὁρᾷ ταύτην Ἄρτεμις καὶ ἐπῄνει καὶ ἐκάλει καὶ σύνθηρον ἐποιήσατο, καὶ τὰ πλεῖστα κοινὰ ἦν αὐταῖς θηράματα. ἀλλὰ καὶ ὤμοσεν ἀεὶ παραμένειν καὶ τὴν πρὸς ἄνδρας ὁμιλίαν φυγεῖν καὶ τὴν ἐξ Ἀφροδίτης ὕβριν μὴ παθεῖν. ὤμοσεν ἡ Ῥοδῶπις, καὶ ἤκουσεν ἡ Ἀφροδίτη καὶ ὀργίζεται καὶ ἀμύνασθαι θέλει τὴν κόρην τῆς ὑπεροψίας. νεανίσκος ἦν Ἐφέσιος, καλὸς ἐν μειρακίοις ὅσον Ῥοδῶπις ἐν παρθένοις· Εὐθύνικον αὐτὸν ἐκάλουν· ἐθήρα δὲ καὶ αὐτὸς ὡς Ῥοδῶπις, καὶ τὴν Ἀφροδίτην ὁμοίως οὐκ ἤθελεν εἰδέναι. ἐπ᾽ ἀμφοτέρους οὖν ἡ θεὸς ἔρχεται καὶ τὰς θήρας αὐτῶν εἰς ἓν συνάγει· τέως γὰρ ἦσαν κεχωρισμένοι· ἡ δὲ Ἄρτεμις τηνικαῦτα οὐ παρῆν. παραστησαμένη δὲ τὸν υἱὸν τὸν τοξότην ἡ Ἀφροδίτη εἶπε· "Τέκνον, ζεῦγος τοῦτο ὁρᾷς ἀναφρόδιτον καὶ ἐχθρὸν ἡμῶν καὶ τῶν ἡμετέρων μυστηρίων; ἡ δὲ παρθένος καὶ θρασύτερον ὤμοσε κατ᾽ ἐμοῦ. ὁρᾷς δὲ αὐτοὺς ἐπὶ τὴν ἔλαφον συντρέχοντας. ἄρξαι καὶ σὺ τῆς θήρας ἀπὸ πρώτης τῆς τολμηρᾶς κόρης· καὶ πάντως γε τὸ σὸν βέλος εὐστοχώτερόν ἐστιν." ἐντείνουσιν ἀμφότεροι τὰ τόξα, ἡ μὲν ἐπὶ τὴν ἔλαφον, ὁ δὲ Ἔρως ἐπὶ τὴν παρθένον· καὶ ἀμφότεροι τυγχάνουσι, καὶ ἡ κυνηγέτις μετὰ τὴν θήραν ἦν τεθηραμένη. καὶ εἶχεν ἡ μὲν ἔλαφος εἰς τὰ νῶτα τὸ βέλος, ἡ δὲ παρθένος εἰς τὴν καρδίαν· τὸ δὲ βέλος, Εὐθύνικον φιλεῖν. δεύτερον δὲ καὶ ἐπὶ τοῦτον ὀϊστὸν ἀφίησι. καὶ εἶδον ἀλλήλους Εὐθύνικος καὶ ἡ Ῥοδῶπις. καὶ ἔστησαν μὲν τὸ πρῶτον τοὺς ὀφθαλμοὺς ἑκάτεροι, μηδέτερος ἐκκλῖναι θέλων ἐπὶ θάτερα· κατὰ μικρὸν δὲ τὰ τραύματα ἀμφοῖν ἐξάπτεται, καὶ αὐτοὺς ὁ Ἔρως ἐλαύνει κατὰ τουτὶ τὸ ἄντρον, οὗ νῦν ἐστιν ἡ πηγή, καὶ ἐνταῦθα τὸν ὅρκον ψεύδονται. ἡ Ἄρτεμις ὁρᾷ τὴν Ἀφροδίτην γελῶσαν καὶ τὸ πραχθὲν συνίησι, καὶ εἰς ὕδωρ λύει τὴν κόρην, ἔνθα τὴν παρθενίαν ἔλυσε. καὶ διὰ τοῦτο, ὅταν τις αἰτίαν ἔχῃ Ἀφροδισίων, εἰς τὴν πηγὴν εἰσβᾶσα ἀπολούεται· ἡ δέ ἐστιν ὀλίγη καὶ μέχρι κνήμης μέσης. ἡ δὲ κρίσις· ἐγγράψασα τὸν ὅρκον γραμματείῳ μηρίνθῳ δεδεμένον περιεθήκατο τῇ δέρῃ. κἂν μὲν ἀψευδῇ τὸν ὅρκον, μένει κατὰ χώραν ἡ πηγή· ἂν δὲ ψεύδηται, τὸ ὕδωρ ὀργίζεται καὶ ἀναβαίνει μέχρι τῆς δέρης καὶ τὸ γραμματεῖον ἐκάλυψε. ταῦτα εἰπόντες καὶ τοῦ καιροῦ προελθόντος εἰς ἑσπέραν ἀπῄειμεν κοιμηθησόμενοι, χωρὶς ἕκαστος.
(Αχιλλεύς Τάτιος, Τα περί Λευκίππην και Κλειτοφώντα, 8.12.1.1-6.3)

ΛΙΒΑΝΙΟΣ

Αποτέλεσμα εικόνας για ΛΙΒΑΝΙΟΣΟ Έλληνας Λιβάνιος υπήρξε ο πολυγραφότερος συγγραφέας της αρχαιότητας και ίσως όλων των εποχών. Σώζονται 1560 επιστολές του και δεκάδες λόγοι του αλλά μην περιμένετε να τα βρείτε εύκολα στα Ελληνικά. Ο Λιβάνιος δεν είναι καλοδεχούμενος από τους σημερινούς ρωμιούς. Στο έργο του «Υπέρ των Ελληνικών Ναών», που ο Λιβάνιος απευθύνει το 386 μΧ στον αυτοκράτορα Θεοδόσιο, ικετεύει σπαρακτικά για τη διάσωση του Ελληνικού πολιτισμού.

1. Βιογραφικά

Ο Λιβάνιος ήταν ένας από τους σημαντικότερους ρήτορες της Ύστερης Αρχαιότητας, για τον οποίο έχουμε –παραδόξως– πλούσιες πληροφορίες, που οφείλονται τόσο στο ίδιο το συγγραφικό του έργο, που περιλαμβάνει και μια αυτοβιογραφία του, όσο και σε πληθώρα επιστολών που είχε ανταλλάξει με σημαντικούς ανθρώπους της εποχής του, για ζητήματα πολιτικά, για τις προσωπικές περιουσιακές υποθέσεις, αλλά και για τις θρησκευτικές του απόψεις.1

Ο Λιβάνιος γεννήθηκε στην Αντιόχεια το 314 μ.Χ. Καταγόταν από επιφανή οικογένεια της πόλης, η οποία είχε παράδοση στην ανάληψη δημόσιων αξιωμάτων. Ο πατέρας του, του οποίου το όνομα δε γνωρίζουμε, πέθανε όταν ο Λιβάνιος ήταν ακόμη μικρός, αφήνοντάς του σημαντική περιουσία. Οι δύο θείοι του, Πανόλβιος και Φασγάνιος, ήταν βουλευτές. Άσκησαν κηδεμονευτικό ρόλο μετά το θάνατο του πατέρα του, αυτή όμως που έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη διαπαιδαγώγησή του ήταν η μητέρα του. Σε ηλικία είκοσι χρόνων χτυπήθηκε από κεραυνό, πράγμα που επιδείνωσε την υγεία του διά βίου, κάνοντάς τον να υποφέρει από ημικρανίες. Η προοπτική του να παντρευτεί την εξαδέλφη του ανατράπηκε όταν εκείνη πέθανε ξαφνικά σε νεαρή ηλικία, και ο Λιβάνιος πήρε μια παλλακίδα, από την οποία απέκτησε ένα γιο, τον Αράβιο, που αργότερα μετονόμασε Κίμωνα, εξαιτίας του θαυμασμού του προς τον Αθηναίο πολιτικό και στρατηγό. Στο διάστημα 381-388 κύριο μέλημα του Λιβάνιου ήταν η διασφάλιση των συμφερόντων του γιου του, έτσι ώστε ο τελευταίος να μπορέσει να κληρονομήσει την περιουσία του, αλλά και το επάγγελμά του, αφού τον προόριζε επίσης για δάσκαλο. Ο Κίμων προτίμησε μια καριέρα ως δικηγόρος, ενάντια στην πατρική επιθυμία, έχοντας μάλιστα βλέψεις και για μια θέση στην αυτοκρατορική αυλή, ως συγκλητικός. Η ταπεινή καταγωγή της μητέρας του όμως αποτελούσε εμπόδιο στις φιλοδοξίες του. Το 391, λίγο μετά το θάνατο της μητέρας του, ο Κίμων, επιστρέφοντας από την Κωνσταντινούπολη στην Αντιόχεια, έπεσε από το άρμα του και τραυματίστηκε θανάσιμα. Ο Λιβάνιος έζησε το υπόλοιπο της ζωής του μέσα σε πένθος για το χαμό των δικών του. Το χρονικό αυτό διάστημα όμως ήταν σύντομο, αφού ο ρήτορας πέθανε το 392 ή το 393.

2. Δράση

2.1. Εκπαίδευση

Ο Λιβάνιος είχε εκδηλώσει από μικρός την κλίση του στα κλασικά γράμματα και προετοιμαζόταν για μια καριέρα στη ρητορική και τη φιλοσοφία. Είχε δασκάλους του σημαντικούς πνευματικούς άνδρες της εποχής του, όπως ο Ουλπιανός από την Ασκάλωνα και ο Ζηνόβιος από την Ελούσα. Σε ηλικία εικοσιδύο χρόνων, δηλαδή το 336 μ.Χ., έφυγε για την Αθήνα, παρά τις αντιρρήσεις της μητέρας του, με σκοπό να τελειοποιήσει εκεί τις σπουδές της φιλοσοφίας και της ρητορικής που είχε επιτυχώς ξεκινήσει στην Αντιόχεια. Αργότερα, στα χρόνια της ακμής του πια, διακήρυσσε ότι αυτό που τον έκανε μεγάλο δεν ήταν οι δάσκαλοί του, αλλά η προσωπική του προσήλωση στα γνωστικά αντικείμενα που αγαπούσε.

2.2. Η καριέρα του ως σοφιστή και ρήτορα

Στην Αθήνα ο Λιβάνιος διακρίθηκε και άρχισε μάλιστα να διδάσκει μετά την αποπεράτωση των σπουδών του. Το 340 όμως, ίσως εξαιτίας της αντιζηλίας των συμμαθητών του που ανταγωνίζονταν για την ανάληψη της εκεί έδρας, έφυγε και πήγε στην Κωνσταντινούπολη, που είχε μόλις αρχίσει να μεταμορφώνεται σε οικονομικό και πνευματικό κέντρο της αυτοκρατορίας, και άρχισε να παραδίδει μαθήματα ιδιωτικά. Γνώρισε μεγάλη επιτυχία, αλλά το 342 αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την πόλη, εξαιτίας -και πάλι- του αθέμιτου ανταγωνισμού. Για ένα μικρό διάστημα εργάστηκε στη Νίκαια, αλλά το 344 πήρε την έδρα της φιλοσοφίας στη Νικομήδεια, όπου και δίδαξε μέχρι το 348. Εκεί είχε την ευκαιρία να σχετιστεί με το Μέγα Βασίλειο, γνωριμία που κατέληξε σε μια γόνιμη αλληλογραφία. Επίσης οι σημειώσεις από τα μαθήματά του έφταναν στα χέρια του νεαρού Ιουλιανού, που ζούσε φυγαδευμένος από την αυλή στη Νικομήδεια, και συντέλεσαν καθοριστικά στη διαμόρφωση του αρχαιολατρικού πνεύματος του μετέπειτα αυτοκράτορα.

Η εξαιρετική επιτυχία του στη Νικομήδεια ώθησε τον αυτοκράτορα Κωνστάντιο Β΄ να τον επαναφέρει στην Κωνσταντινούπολη, όπου διορίστηκε αυτοκρατορικός δάσκαλος φιλοσοφίας και ρητορικής. Η ατμόσφαιρα της αυλής όμως έκανε το Λιβάνιο να πλήττει. Έτσι, το 353, πήρε άδεια από τον αυτοκράτορα να επισκεφθεί και πάλι τη γενέτειρά του. Σύντομα η θέση του δασκάλου της ρητορικής στη σχολή της Αντιόχειας έμεινε κενή, κι έτσι τον επόμενο χρόνο ο Λιβάνιος εγκαταστάθηκε μόνιμα στην πόλη που αγαπούσε ιδιαίτερα. Εκτός από τα διδακτικά του καθήκοντα ανέλαβε και τη διαχείριση της πατρικής περιουσίας. Παρά το γεγονός ότι ανήκε στην ανώτερη τάξη της πόλης, απέφυγε την ανάληψη δημοσίων αξιωμάτων, αλλά με τους λόγους του προσπάθησε συχνά να μεσολαβήσει προς την ανώτατη αρχή για να μειωθούν οι σημαντικές οικονομικές πιέσεις που δεχόταν η βουλευτική τάξη την περίοδο αυτή.2

2.3. Ο ρόλος του ως μεσολαβητή

Η απουσία του από την ενεργό πολιτική ζωή ωστόσο δεν εμπόδισε το Λιβάνιο να συμμετέχει στα κοινά και να συντρέχει σε βοήθεια της πατρίδας του κάθε φορά που αυτή τον είχε ανάγκη. Χάρη στη ρητορική του δεινότητα αλλά και τη μετριοπαθή συμπεριφορά του και τη θέση του ως πνευματικού ανθρώπου της εποχής του, είχε τη δυνατότητα να συνδιαλέγεται άμεσα με τον εκάστοτε αυτοκράτορα ή με υψηλούς αξιωματούχους, μεταφέροντας τα παράπονα ή τις επιθυμίες των συμπολιτών του, αλλά και τις θέσεις και παραινέσεις της ηγεσίας προς τους πολίτες.

Ο ρόλος του αυτός του μεσολαβητή καθιερώθηκε κυρίως κατά τη σύντομη περίοδο της βασιλείας του Ιουλιανού.3 Ο Λιβάνιος είδε στο νέο αυτοκράτορα έναν ομοϊδεάτη του, νοσταλγό του κλασικού παρελθόντος και υπέρμαχο των παραδοσιακών θρησκειών. Το χειμώνα του 361-362 ο αυτοκράτορας παραχείμασε στην Αντιόχεια προετοιμάζοντας την περσική του εκστρατεία. Οι Αντιοχείς, είτε εξαιτίας της χριστιανικής τους πίστης είτε εξαιτίας της προσκόλλησής τους σε έναν τρυφηλό τρόπο ζωής που ο ασκητικός αυτοκράτορας καταδίκαζε, τον αντιμετώπισαν με συγκαλυμμένη εχθρότητα. Ο Ιουλιανός αντέδρασε επιβάλλοντας βαριές οικονομικές κυρώσεις στην άρχουσα τάξη.4

O Λιβάνιος την περίοδο αυτή συνδέθηκε προσωπικά με τον αυτοκράτορα, ο οποίος του έδωσε το αξίωμα του κυαίστωρος και νομιμοποίησε το νόθο γιο του. Αντίστοιχα ο ρήτορας πήρε το μέρος του αυτοκράτορα έναντι των Αντιοχέων, αλλά παράλληλα προσπάθησε να κατευνάσει την οργή του και να μετριάσει τις ποινές που επιβλήθηκαν στην πόλη. Ο άκαιρος θάνατος του Ιουλιανού κατά τη διάρκεια της εκστρατείας το 363 και η ατιμωτική συνθήκη την οποία επέβαλαν οι Σασσανίδες στους Ρωμαίους, που έχαναν πια οριστικά σημαντικές περιοχές της αυτοκρατορίας κοντά στον Ευφράτη, βύθισαν το Λιβάνιο σε κατάθλιψη.5 Μαζί με τον Ιουλιανό έβλεπε να πεθαίνουν και οι τελευταίες του ελπίδες για την ανάσχεση του εκχριστιανισμού της αυτοκρατορίας, τον οποίο θεωρούσε βλαβερό. Εκτός από παθολογικά και ιδεολογικά αίτια, η θλίψη του Λιβάνιου οφειλόταν και σε πραγματικά γεγονότα, αφού μετά το θάνατο του αυτοκράτορα οι αντίπαλοί του τον ενέπλεξαν σε μια σειρά από δίκες, κατηγορώντας τον κυρίως για το ότι ήταν εθνικός.6

Οι μηχανορραφίες εναντίον του, η θρησκευτική μονομέρεια και η γενικότερη στενότητα πνεύματος του Βάλεντα (364-378), που διαδέχθηκε τον Ιουλιανό, έκαναν το Λιβάνιο να ζήσει σε σχετική αφάνεια για περισσότερο από μία δεκαετία. Όταν όμως ανέβηκε στο θρόνο ο Θεοδόσιος Α΄ το 378 μ.Χ., ο Λιβάνιος άρχισε και πάλι να εκφράζει ανοιχτά τις πεποιθήσεις του για την πολιτική, τη θρησκεία και την εκπαίδευση, παρά τις χριστιανικές θρησκευτικές αρχές του αυτοκράτορα. Η αυστηρότητα της διακυβέρνησης του Θεοδοσίου ωστόσο και η συνεχιζόμενη τρυφηλότητα της ζωής των Αντιοχέων δημιούργησαν νέες τριβές μεταξύ της πόλης και του μονάρχη.

Συγκεκριμένα, το 387, έπειτα από ένα βαρύ χειμώνα που έπληξε την πόλη με λιμό, οι κάτοικοι ζήτησαν ευνοϊκή φορολογική μεταχείριση και ελαφρύνσεις, παρακινημένοι από τα μέλη της βουλευτικής τάξης, που θα έπρεπε να πληρώσουν τους συλλογικούς φόρους της πόλης και από τις προσωπικές τους περιουσίες. Μπροστά στην άρνηση του αυτοκράτορα, οι πολίτες εξεγέρθηκαν και ανέτρεψαν όλα τα αγάλματα του αυτοκράτορα και μελών της οικογενείας του. Τα οργισμένα στρατεύματα που στάλθηκαν για να καταστείλουν τη «στάση των αγαλμάτων» κατάφερε να σταματήσει ο Λιβάνιος, ο οποίος προσπάθησε επίσης επιτυχώς να κατευνάσει τον αυτοκράτορα και να εξομαλύνει την κατάσταση, περιορίζοντας την τιμωρία των Αντιοχέων σε διοικητικά κυρίως μέτρα.7

 3. Έργο

Στην πολύχρονη καριέρα του ο Λιβάνιος έγραψε πολυάριθμα έργα, κυρίως λόγους, αρκετοί από τους οποίους απευθύνονταν στους εκάστοτε αυτοκράτορες ή σε ανώτατους αξιωματούχους με σκοπό να τους επηρεάσουν για ζητήματα της πόλης ή απλώς να τους υμνήσουν, αλλά και πραγματείες, ενώ πλούσια ήταν και η αλληλογραφία του με ανθρώπους της πολιτικής και του πνεύματος. Πολλά από τα έργα αυτά αποτελούν ανεκτίμητη πηγή για την εποχή του, ενώ προσφέρουν και μια άλλη οπτική από αυτή που εκφράζουν αντίστοιχα έργα που όμως ήταν γραμμένα από χριστιανούς.8

Τα έργα του χωρίζονται στις εξής κατηγορίες:

α) αυτοβιογραφικά (Αυτοβιογραφία)

β) επιστολές (μεταξύ άλλων προς το φιλόσοφο Θεμίστιο, τον ιστορικό Αμμιανό Μαρκελλίνο , το Μέγα Βασίλειο, τον Ιουλιανό, αξιωματούχους όπως τον έπαρχο του πραιτορίου Ιλλυρίας Ανατόλιο κ.ά.)9

γ) επαινετικούς και θρηνητικούς λόγους (στην πρώτη κατηγορία, μεταξύ άλλων, ανήκουν ο Βασιλικός, προς τους αυτοκράτορες Κωνστάντιο και Κώνσταντα, και ο Αντιοχικός, προς τη γενέτειρά του Αντιόχεια, ενώ στη δεύτερη κατηγορία οι τρεις θρηνητικοί λόγοι για τον Ιουλιανό)10

δ) Φιλοσοφικά (Απολογία Σωκράτους)

ε) Παραινετικοί και πολιτικοί λόγοι (Προς Αντιοχέας περί της του βασιλέως οργής, Περί προστασιών, Εις Ιουλιανόν Αυτοκράτορα Ύπατον, Πρεσβευτικός προς Ιουλιανόν, Προς τον βασιλέα περί των δεσμωτών, Υπέρ των γεωργών περί των αγγαρειών, Προς Θεοδόσιον τον βασιλέα περί της στάσεως κτλ.)

Λόγω των ιστορικών πληροφοριών που παρέχει, ανεκτίμητος είναι ο επαινετικός λόγος που συνέταξε για τη γενέτειρα πόλη του, Αντιόχεια, το 360 μ.Χ., ο οποίος είναι σήμερα γνωστός ως Αντιοχικός.11 Επίσης ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η αυτοβιογραφία του, καθώς μας δίνει πληροφορίες όχι μόνο για τη ζωή του αλλά και για τον κοινωνικό του περίγυρο. Σημαντικός είναι και ο Βασιλικός,λόγος που συνέταξε προς τιμήν του Κωνσταντίου και του Κώνσταντα, γιατί αποκαλύπτει το ύφος και τη λειτουργία των πανηγυρικών λόγων τον 4ο αιώνα. Τέλος, σημαντικότατη πηγή για την πνευματική ιστορία του 4ου αιώνα αποτελούν οι επιστολές του, οι οποίες αποκαλύπτουν πτυχές των προσωπικών σχέσεων μεταξύ πνευματικών και πολιτικών ανδρών της εποχής, αποτελώντας ταυτόχρονα και παραδείγματα επιστολογραφίας που έχουν μελετηθεί ιδιαίτερα για το ύφος τους.

Εκτός από το συγγραφικό του έργο αξιόλογο ήταν και το διδακτικό του έργο. Στη μακρόχρονη σταδιοδρομία του ο Λιβάνιος παρέμεινε προσκολλημένος στην ακαδημαϊκή προσέγγιση της ζωής και της γνώσης, τις οποίες κατανοούσε μόνο μέσα στους κλασικούς κανόνες. Παρά το γεγονός αυτό όμως, παραμέρισε την ανιαρή επανάληψη κλασικιστικών τύπων της εποχής του, που σκοπό είχαν την επιφανειακή μόρφωση ανθρώπων που θα ήταν στη συνέχεια κατάλληλοι να επανδρώσουν τη διοικητική ιεραρχία, και καινοτόμησε δημιουργώντας έργα με αυστηρή συγκρότηση, ρητορικότητα αλλά και περιεχόμενο καίριο, που απασχολούσε και συγκινούσε το ακροατήριό του.

Τις αρχές του αυτές τις μετέδωσε και στους πολυάριθμους μαθητές του. Εξαιτίας των μετακινήσεών του ο Λιβάνιος απέκτησε δύο κυρίως κύκλους μαθητών, αυτόν της Νικομήδειας, στους οποίους –εμμέσως– συγκαταλέγεται και ο Ιουλιανός, και αυτόν της Αντιόχειας, που ήταν πολυαριθμότερος και περιλάμβανε επίσης σημαντικούς άνδρες της εποχής, όπως ο συνεχιστής του Ακάκιος, και ο επίσκοπος και εκκλησιαστικός πατέρας Ιωάννης ο Χρυσόστομος, του οποίου το εξαιρετικό ταλέντο είχε αναγνωρίσει ο ίδιος ο Λιβάνιος, χωρίς να κρύβει όμως τη θλίψη του για το γεγονός ότι ο μαθητής του είχε επιλέξει να χρησιμοποιήσει το ταλέντο του για την ενίσχυση της χριστιανικής πίστης, προς την οποία ο Λιβάνιος ήταν σθεναρά αντίθετος.12

4. Ιδεολογία

Όλα σχεδόν τα έργα του Λιβάνιου εκφράζουν την αγάπη του για την ελληνική παιδεία και το θαυμασμό του για το ελληνικό ιδεώδες της «πόλεως» και των αξιών που αυτή αντιπροσώπευε: συμμετοχή στα κοινά, εκλέπτυνση του πνεύματος, εκγύμναση του σώματος, λατρεία των θεών. Γράφοντας σε μια ταραγμένη ιδεολογικά εποχή, που χαρακτηριζόταν από τη διαμάχη μεταξύ των παλαιών θρησκειών και του γοργά εξαπλωνόμενου χριστιανισμού, ο Λιβάνιος έγινε ο εκφραστής μιας ολόκληρης κατηγορίας ανθρώπων, των εύπορων αστών και αριστοκρατών που ένιωθαν να υποβαθμίζεται η κοινωνική και οικονομική τους θέση εξαιτίας της ανάπτυξης μιας κρατικής γραφειοκρατίας στην κορυφή της οποίας βρισκόταν ένας χριστιανός αυτοκράτορας. Ενώ αρκετοί από τους ομοίους τους επέλεξαν τον εκχριστιανισμό και την άνοδο στα δημόσια αξιώματα, η κατηγορία αυτή, στην οποία ανήκε και ο Λιβάνιος, προτίμησε να παραμείνει πιστή στην ειδωλολατρία, συνδυασμένη φυσικά με μια ιδιαίτερη αγάπη για τα κλασικά γράμματα και ό,τι το εκλεπτυσμένο είχε να δώσει ακόμη ο κόσμος που έφευγε.

Η ιδεολογία αυτή του Λιβάνιου εκφράστηκε με τον καλύτερο τρόπο κατά το σύντομο διάστημα της βασιλείας του ομοϊδεάτη του Ιουλιανού. Παρ’ όλα αυτά, η θέση και το λειτούργημα που ασκούσε ο Λιβάνιος δεν του επέτρεπαν να είναι ιδιαίτερα αυστηρός με την εξουσία. Εξάλλου το έναυσμα για την καριέρα του είχε δοθεί όταν εκφώνησε στην Κωνσταντινούπολη τον Τριακονταετή λόγο για τον Κωνστάντιο Β΄. Παρατηρούμε όμως ότι ακόμη και όταν στο θρόνο βρισκόταν ο Θεοδόσιος Α΄, που έδωσε το τελικό χτύπημα στον κόσμο των παραδοσιακών λατρειών και αξιών, ο λόγος του Λιβάνιου ήταν πάντοτε παρακλητικός και ποτέ σκληρός, όπως αντίστοιχα μπορούσε να είναι ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Στο λόγο Προς αυτοκράτορα Θεοδόσιον υπέρ των ιερών, ο Λιβάνιος προσπαθεί να σώσει τα ειδωλολατρικά ιερά της υπαίθρου από την καταστροφική μανία των χριστιανών ιερέων και μοναχών, ενώ στον Προς Αντιοχείς διά την του βασιλέως οργήν προσπαθεί να μεσολαβήσει μεταξύ του αυτοκράτορα και των εξεγερμένων, το 387, πολιτών της Αντιόχειας, προκειμένου να κάμψει την αντίσταση των δεύτερων και να δικαιολογήσει την οργή του πρώτου.

5. Κρίση και αποτιμήσεις

Ο Λιβάνιος αναμφίβολα αποτέλεσε έναν από τους σημαντικότερους πνευματικούς αθρώπους της Ύστερης Αρχαιότητας. Καλλιέργησε ένα λόγο ρητορικό, με ζωντανή τη μνήμη μεγάλων κλασικών ρητόρων όπως ο Ισοκράτης, τον οποίο θαύμαζε ιδιαίτερα για το ύφος του. Η ποσότητα των σωζόμενων έργων του, αλλά και η καλλιέργεια ενός κλασικίζοντος, αλλά πρωτότυπου και ζωντανού λόγου επιβεβαιώνουν το χαρακτηρισμό του ως «τελευταίου σοφιστή». Ο κύκλος των μαθητών του διατήρησε τα διδάγματά του για μερικά ακόμη χρόνια μετά το θάνατό του, ενώ κάποιοι ανάμεσά τους αργότερα μεταστράφηκαν στο χριστιανισμό και μεταλαμπάδευσαν ρητορικά και παιδευτικά στοιχεία στο λόγο της θεολογικής σχολής της Αντιόχειας. Ωστόσο, η συχνή εμπλοκή του σε δίκες καθώς και οι αντιζηλίες που προξενούσε έχουν δημιουργήσει την εντύπωση ότι στην προσωπική του ζωή ήταν ένας άνθρωπος με πολλές εμμονές και ότι η προσκόλλησή του στο κλασικό παρελθόν αποτελούσε προέκταση του λεπτολόγου και συντηρητικού χαρακτήρα του.
----------------------------
1. Για την αυτοβιογραφία του βλ. Norman, A.F. (επιμ.), Libanius’ autobiography (Oration 1) (Oxford 1965) και Norman, A.F. (επιμ.), Libanius: Autobiography and selected letters (London 1992). Από τη γερμανική βιβλιογραφία βλ. Wolf, P. (επιμ.), Libanios, Autobiographische Schriften (Zürich-Stuttgart 1967), καθώς και το παλιό αλλά κλασικό έργο του Seeck, O., Die Briefe des Libanios (Leipzig 1906). Βιογραφικές πληροφορίες για το Λιβάνιο βρίσκουμε επίσης στον Ευνάπιο, ΒΣοφ. Για σύγχρονες βιογραφίες του Λιβάνιου βλ. Metzler Lexikon Antiker Autoren (Stuttgart & Weimar 1997), βλ. λ. “Libanios” (Krischer, T.)• N Pauly, VII (Stuttgart & Weimar 1999), σελ. 129-132, βλ. λ. “Libanios”(Weißenberger, M.).

2. Η σχέση του Λιβάνιου με την πολιτική καθοριζόταν από δύο κυρίως άξονες: αφενός την κληρονομική του θέση μεταξύ των αριστοκρατών της Αντιοχείας και της επίγνωσης της θέσης του αυτής και αφετέρου την προσήλωσή του σε έναν ακαδημαϊκό τρόπο ζωής, ο οποίος θα καταστρεφόταν αν ο ρήτορας εμπλεκόταν στη δίνη των πολιτικών γεγονότων της εποχής του. Βλ. σχετικά: Banchich, T.M., “Eunapius on Libanius' refusal of a prefecture”, Phoenix 39 (1985), σελ. 384-386• Carrié, J.-M., “Patronage et propriété militaires au IVe s.Objet rhétorique et objet réel du discours sur les patronages de Libanios”, BCH 100 (1976), σελ. 159-176.

3. Η σχέση του Λιβάνιου με τον Ιουλιανό και τα σπαράγματα της εθνικής κουλτούρας που αργοπέθαινε σε ένα χριστιανικό περιβάλλον έχουν αποτελέσει το αντικείμενο αρκετών μελετών. Βλ. π.χ. Criscuolo, U., “Libanio e Giuliano”, Vichiana 11 (1982), σελ. 70-87• Wiemer, H.-U, Libanios und Julian, Studien zum Verhältnıs von Rhetorık und Politik im Vierten Jahrhundert n. Chr. (Munich 1995)• Bouffartigue, J. – Scholl, R., Historische Beiträge zu den julianischen Reden des Libanios (Stuttgart 1994). Το όλο κείμενο της πρεσβείας του Λιβάνιου προς τον Ιουλιανό έχει διασωθεί στον αντίστοιχο λόγο, Πρεσβεία προς Ιουλιανόν, στο Norman, A.F. (επιμ.), Libanius: selected works I, The Julianic orations (London 1969). Βλ. επίσης και τον παραινετικό λόγο Προς Αντιοχέας περί της του βασιλέως οργής, με τον οποίο προσπαθούσε να μετριάσει τις αντιδράσεις των συμπολιτών του.

4. Η παραμονή του Ιουλιανού στην Αντιόχεια και η αντιπαράθεσή του με τους Αντιοχείς σκιαγραφείται εξαιρετικά στο λόγο του Αντιοχικός ή Μισοπώγων. Βλ. Wright, W., The Works of the emperor Julian (London 1913), τόμ. 2, σελ. 421-511.

5. Η θλίψη του Λιβάνιου για το θάνατο του Ιουλιανού διαφαίνεται σε τρεις λόγους που εκφώνησε για τον αυτοκράτορα το 363 : Μονωδία προς Ιουλιανόν, Επιτάφιος προς Ιουλιανόν, Περί της Ιουλιανού τιμωρίας. Βλ. Norman, A.F. (επιμ.), Libanius: selected works I, The Julianic orations (London 1969).

6. Cracco-Ruggini, L., “Libanio e il camaleonte: politica e magia ad Antiochia sul finire del IV e secolo, in Italia sul Baetis”, στο Gabba, E. – Desideri, S. – Roda, I., Florilegi 7 (Torino 1996), σελ. 159-166.

7. Βλ. το λόγο του Προς Θεοδόσιον τον βασιλέα περί της στάσεως. Συνέπεια της «στάσης των αγαλμάτων» ήταν να χάσει η επισκοπική έδρα της Αντιοχείας τα πρωτεία της για κάποια χρόνια, προς όφελος της επισκοπής Λαοδικείας, που γίνεται έδρα μητροπολιτικού πλέον επισκόπου.

8. Είναι γεγονός ότι οι σύγχρονοι ιστορικοί μπόρεσαν να ανασυνθέσουν την ιστορία της Αντιόχειας αλλά και της Συρίας του 4ου αιώνα κυρίως χάρη στο Λιβάνιο. Βλ. ενδεικτικά: Festugière, A., Antioche paienne et chrétienne, Libanius, Chrysostome et les moines de Syrie (Paris 1959)• Downey, G., A History of Antioch in Syria from Seleucus to the Arab Conquest (Princeton 1961)• Liebeschuetz, J.H.G.W, Antioch, city and imperial administration in the Later Roman Empire (Oxford 1972).

9. Για τις επιστολές του Λιβάνιου βλ. κυρίως Norman, A.F. (επιμ.), Libanius: Aytobiography and selected letters ( London 1992), και Seeck, O., Die Briefe des Libanios (Leipzig 1906).

10. Για τις σχέσεις του Λιβάνιου με τον Κωνστάντιο βλ. Seiler, E.-M., Konstantios II. bei Libanios. Eine kritische Untersuchung des überlieferten Herrscherbildes (Hannover, Univ., Diss., 1997). Frankfurt am Main [u.a.]: Lang, 1998. - 257 S. - (Europäische Hochschulschriften / 3;798).

11. Σχετικά με τον Αντιοχικό και τη σημασία του, αλλά και τις αντιλήψεις του Λιβάνιου για την πόλη και τον πολιτισμό γενικότερα βλ. καταρχήν τα σχόλια στις εκδόσεις του κειμένου: Downey, G., “Libanius' oration in praise of Antioch”, Proceedings of the American Philosophical Society 103 (1959), σελ. 652-686• Λιβανίου, Αντιοχικός, Καμάρα, Α. (επιμ.) (Αθήνα 1999)• Hugi, L. (επιμ.), Der Antiochikos des Libanios (Solothourn “Union” 1919)• Norman, A.F., Antioch as a center for Hellenic Culture as observed by Libanius (Liverpool 2000). Επίσης βλ. σχετικές μελέτες που βασίστηκαν στο Λιβάνιο για την αποκατάσταση της όψης της Αντιόχειας: Müller, O., Antiquitates Antiochenae (Göttingen 1839), και τα σχόλια του Bowersock, G., “The search for Antioch: Karl Ottfried’s Müller’s Antiquitates Antiochenae”, στο Bowersock, G. (επιμ.), Studies on the Eastern Roman Empire: social, economic and administrative history, religion, historiography, Biblioteca Eruditorum 9 (Goldbach 1994), σελ. 411-427• Hebert, B.D., Spätantike Beschreibung von Kunstwerken. Archäologischer Kommentar zu den Ekphraseis des Libanios und Nikolaos (Diss. Techn. Uni Graz 1983)• Downey, G., A History of Antioch in Syria from Alexander to the Arab conquest (Princeton 1961)• Downey, G., “Polis and civitas in Libanius and Saint Augustine. A contrast between East and West in the Late Roman Empire”, Bull. de la Classe de Lettres de l'Acad. Royale de Belgique 52 (1966), σελ. 351-366.

12. Για τον κύκλο των μαθητών και συντρόφων του Λιβάνιου βλ. το κλασικό έργο του Marrou, H.I., Les étudiants de Libanios. Επίσης Νpauly, (1996), “Akakios, Rhetor und Dichter aus Caesarea, Zeitgenosse des Libanios” (Weißenberger, M.). Ειδικά για τη σχέση του με τον Ιωάννη Χρυσόστομο βλ. Hunter, D., “Libanius and John Chrysostom: New Thoughts on an old Problem”, Studia Patristica 22 (1989), σελ. 129-135. Επίσης για την αλληλογραφία του με τον Καππαδόκη εκκλησιαστικό πατέρα Γρηγόριο το Ναζιανζηνό βλ. Gallay, P. (επιμ.), Gregor von Nazianz: Briefe (Berlin: Akademie-Verlag, 1969).

Όσο ο φόβος για την αλλαγή ελέγχει τη σκέψη σου, το μυαλό θα σκέφτεται αρνητικά

Υπάρχουν στιγμές που νιώθουμε πως οι συνθήκες που ζούμε μας καταπίνουν, πως δεν μπορούμε να βρούμε την άκρη στο τούνελ και να ξαναβγούμε στην επιφάνεια- εκεί που υπάρχει η αισιοδοξία και η γαλήνη. Σε τέτοιες στιγμές φαίνεται πως ο έλεγχος έχει χαθεί και πως δεν έχουμε τη δύναμη να επανακτήσουμε την ασφάλεια στη ζωή μας, επειδή όσα μας συμβαίνουν μοιάζουν να υπερβαίνουν τις δυνάμεις μας.

Σε αυτές τις περιπτώσεις το μυαλό μας έρχεται να παίξει ένα «άσχημο» παιχνίδι μαζί μας. Για την ακρίβεια απλώς φέρνει εις πέρας το ρόλο του, δηλαδή να μας προστατεύει από τις δυσκολίες. Πώς το κάνει αυτό; Με το να χρωματίζει μία τόσο απογοητευτική εικόνα για τις καταστάσεις γύρω μας ώστε να αποκοπούμε από αυτές και από τις (αρνητικές) επιπτώσεις που θα έχουν σε εμάς, όπως το μυαλό μάς λέει. Το μυαλό συνεργάζεται με τον εγκέφαλο και τις αισθήσεις προκειμένου να πάρει πληροφορίες για την εκάστοτε περίπτωση, να βγάλει ένα άμεσο συμπέρασμα: είναι καλό αυτό που γίνεται ή όχι; Παίρνω τη χαρά που θέλω ή όχι; Στην πρώτη περίπτωση νιώθουμε ευχαρίστηση και ευφορία καθώς οι ενδορφίνες (οι οποίες παράγονται κάθε φορά που κάποιος ασχολείται με κάτι ευχάριστο) διοχετεύονται από τον εγκέφαλο στο αίμα. Στην περίπτωση όμως που το μυαλό μεταφράσει κάτι ως «κακό» ή «επικίνδυνο» μπαίνει στη διαδικασία αποφυγής του πόνου με όποιον τρόπο μπορεί. Όσο εξακολουθεί να μεταφράζει τα γεγονότα γύρω του ως «αρνητικά» τότε το άτομο θα νιώθει όλο και πιο αβοήθητο στη ζωή του και ότι οι συνθήκες γύρω του δημουργούνται με τέτοιο τρόπο ώστε να το βλάψουν.

Οι σκέψεις μας εγκλωβίζονται ανάμεσα στη συνήθεια και το φόβο


Εκείνο που χρειάζεται να καταλάβουμε είναι πως το μυαλό (όχι ο εγκέφαλος) είναι ένα ον που τρέφεται από τη συνήθεια και το φόβο. Η συνήθεια του δίνει την αίσθηση της ασφάλειας και της ύπαρξης, έτσι μεταφράζει την όποια συνήθεια (καλή ή κακή) ως σημείο αναφοράς, ένα είδος ταυτότητας. Λέμε αρκετές φορές «είμαι με αυτό το άτομο από συνήθεια, κάνω αυτά τα πράγματα από συνήθεια» και ουσιαστικά εννοούμε πως αυτό το άτομο ή αυτή η συμπεριφορά δίνουν μία υπόσταση στην ύπαρξη μας επειδή νιώθουμε πως είναι κάτι σταθερό, κάτι που δεν επηρεάζεται από το χρόνο. Και ό,τι είναι σταθερό το μεταφράζουμε ως ασφαλές, και άρα κάτι καλό για εμάς.

Από την άλλη ο φόβος κάνει το μυαλό να είναι σε εγρήγορση ώστε να μην επαναληφθούν παλιότερες καταστάσεις. Και αυτό επειδή το μυαλό δεν ζει ποτέ στο τώρα, δυσκολεύεται να παραμείνει σταθερό στις παρούσες συνθήκες επειδή αυτές του φαίνονται στάσιμες (και ίσως λίγο «βαρετές»). Ο φόβος το αναγκάζει να βρει τρόπους αντίδρασης και προστασίας απέναντι σε οτιδήποτε πάει να βλάψει τις ισορροπίες που θεωρεί ότι έχουν δημιουργηθεί.

Εδώ όμως είναι το σημαντικό κομμάτι ολόκληρης της ιστορίας: το μυαλό δεν υφίσταται από μόνο του, δεν είναι κάτι ξέχωρο από εμάς. Το μυαλό υπάρχει και επιβιώνει από τη δύναμη που του δίνουμε εμείς οι ίδιοι. Άρα πίσω από κάθε νοητική λειτουργία κρύβεται μία ανθρώπινη εμπειρία που ίσως δεν ήταν η καλύτερη και που ενθάρρυνε την προστατευτική λειτουργία του νου σε ακόμα μεγαλύτερο βαθμό. Έτσι όσο περισσότερο το μυαλό φοβάται να μην υπάρξει άλλη παρόμοια εμπειρία τόσο πιο πολύ μεταφράζει την κάθε κατάσταση ως κάτι επικίνδυνο, συνεχίζοντας έναν φαύλο κύκλο.

Πώς να βλέπω τα πράγματα ως «καλά» όταν δεν είναι έτσι;


Είναι σημαντικό να θυμόμαστε μία αλήθεια: ποτέ τα πράγματα δεν είναι απολύτως καλά ή απολύτως δυσάρεστα. Σίγουρα υπάρχουν στιγμές απόλυτης ευτυχίας και το αντίστροφο, δεν υπάρχει όμως άνθρωπος που να ζει μία ατέρμονη ευτυχία ή μία ατέρμονη δυστυχία χωρίς να υπάρχουν εναλλαγές. Υπάρχουν άνθρωποι που βιώνουν μία όμορφη σχέση αλλά μαραζώνουν επειδή φοβούνται ότι θα χάσουν αυτό που ζουν, και άλλοι που έχουν βιώσει την απώλεια ενός αγαπημένου προσώπου και βρίσκουν τη δύναμη να συνεχίσουν τη ζωή τους και να φροντίσουν τον εαυτό τους. Ποιά είναι η διαφορά; Η εκπαίδευση που έχουν κάνει στο μυαλό τους. Στη μεν πρώτη περίπτωση η εστίαση βρίσκεται στον φόβο μήπως χαθεί κάτι- αντίθετα στη δεύτερη περίπτωση η εστίαση είναι στο τί μπορεί να γίνει, πώς να προχωρήσει η ζωή. Στο πρώτο παράδειγμα χάνεται η ομορφιά της σχέσης, στο δεύτερο υπάρχει η ελπίδα μέσα από την απώλεια. Σε ποιά περίπτωση υπάρχει, λοιπόν, ευτυχία;

Όταν κατανοήσουμε πως το μυαλό μας είμαστε εμείς, με τις πληγές και τους φόβους που έχουμε, τότε το επόμενο βήμα είναι να αποδεχτούμε αυτό που έχουμε υπάρξει και βιώσει και να θεραπεύσουμε τον εαυτό και τα πιστεύω μας. Όσο αρχίζουμε να καταλαβαίνουμε ότι εμείς είμαστε υπεύθυνοι για την αλλαγή μας, τότε θα δούμε πως τα πράγματα δεν ήταν έτσι όπως τα φανταζόμασταν πριν. Η δική μας εσωτερική αλλαγή καθρεφτίζεται στο περιβάλλον μας, φέρνοντας καταστάσεις που θα μας βοηθήσουν να εξελιχθούμε συναισθηματικά και νοητικά. Η ψυχολογική μας ανάπτυξη είναι στο χέρι μας και αυτό από μόνο του μπορεί να είναι το πιο ενδυναμωτικό πράγμα που υπάρχει- και αυτό επειδή κανείς και τίποτα δεν έχει τη δύναμη να επιδράσει αποφασιστικά επάνω μας εάν δεν του το επιτρέψουμε εμείς.

Έμπνευση, εφαρμογή και διάδοση της τεχνολογίας στην κοινωνία

Η τεχνολογία αυτοτροφοδοτείται. Η τεχνολογία δημιουργεί πιο προωθημένη τεχνολογία, κι αυτό το διαπιστώνουμε αν ρίξουμε μια ματιά στην εξέλιξη των μεταρρυθμίσεων. Οι τεχνολογικές μεταρρυθμίσεις συντελούνται σε τρία στάδια, αλληλοσυνδεόμενα μέσα σε έναν αυτο-ενισχυόμενο κύκλο. Πρώτα έρχεται η δημιουργική, εφικτή έμπνευση. Δεύτερη, η πρακτική εφαρμογή της. Τρίτο, είναι το στάδιο της διάδοσής της στην κοινωνία.

Η διαδικασία ολοκληρώνεται, ο κύκλος κλείνει, όταν η εξάπλωση της τεχνολογίας που ενσωματώνει τη νέα ιδέα, με τη σειρά της, συμβάλλει στην παραγωγή νέων, δημιουργικών ιδεών. Σήμερα, υπάρχουν ασφαλείς ενδείξεις ότι ο χρόνος που παρεμβάλλεται ανάμεσα στα στάδια αυτού του κύκλου έχει συντομευτεί.

Συνεπώς, δεν είναι μια απλή αλήθεια ότι, όπως συχνά αναφέρεται, το 90% όλων των επιστημόνων που έζησαν στο παρελθόν είναι ακόμα ζωντανοί και νέες επιστημονικές εφευρέσεις επιτυγχάνονται καθημερινά. Αυτές οι νέες ιδέες υλοποιούνται πολύ ταχύτερα σήμερα απ’ ό,τι στο παρελθόν, καθώς ο χρόνος ανάμεσα στην αρχική σύλληψη και στην πρακτική χρήση έχει μειωθεί δραστικά. Πρόκειται για μια χτυπητή διαφορά ανάμεσα σε μας και τους προγόνους μας. Ο Απολλώνιος εκ Πέργης ανακάλυψε τις κωνικές τομές, αλλά χρειάστηκαν 2.000 χρόνια για να εφαρμοστούν στα προβλήματα μηχανικής. Πέρασαν, κυριολεκτικά, αιώνες, από την εποχή που ο Παράκελσος ανακάλυψε ότι ο αιθέρας μπορούσε να χρησιμοποιηθεί σαν αναισθητικό, μέχρι την εποχή που άρχισε να χρησιμοποιείται γι’ αυτό το σκοπό.

Ακόμα και πιο πρόσφατα, υπάρχουν τα ίδια δείγματα καθυστέρησης. Το 1836 εφευρέθηκε μία μηχανή, που θέριζε, αλώνιζε, έδενε το άχυρο σε δεμάτια και έριχνε σπόρο σε σάκους. Αυτή η μηχανή βασιζόταν σε τεχνολογία τουλάχιστον είκοσι χρόνων παλαιότερη από εκείνης της εποχής. Εν τούτοις, αυτή η αλωνιστική μηχανή δε διοχετεύτηκε στην αγορά, παρά μόνο έναν αιώνα αργότερα, στη δεκαετία του ’30. Η πρώτη Αγγλική πατέντα γραφομηχανής κυκλοφόρησε το 1714, αλλά πέρασαν άλλα 150 χρόνια μέχρι οι γραφομηχανές να διατεθούν στο εμπόριο. Ένας ολόκληρος αιώνας μεσολάβησε από εποχή που ο Νίκολας Άπερτ ανακάλυψε τον τρόπο κονσερβοποίησης της τροφής, μέχρι η κονσερβοποίηση να καταστεί απαραίτητη στη βιομηχανία τροφίμων.

Σήμερα, τέτοιες καθυστερήσεις από την ιδέα μέχρι την υλοποίησή της είναι αδιανόητες. Κι αυτό δε σημαίνει ότι είμαστε πιο ανυπόμονοι ή λιγότερο νωθροί απ’ τους προγόνους μας, αλλά ότι με την πάροδο του χρόνου έχουμε επινοήσει όλων των ειδών τα κοινωνικά εργαλεία για να επισπεύδουμε τις εξελίξεις. Έτσι, διαπιστώνουμε ότι ο χρόνος ανάμεσα στο πρώτο και το δεύτερο στάδιο του μεταποιητικού κύκλου —ανάμεσα στην ιδέα και την εφαρμογή- έχει μειωθεί δραστικά. Ο Φρανκ Λυν, για παράδειγμα, μελετώντας είκοσι, μείζονος σημασίας, μεταρρυθμίσεις, όπως την ψύξη των τροφών, τα αντιβιοτικά, τα κλειστά κυκλώματα και το συνθετικό δέρμα, ανακάλυψε ότι από την αρχή αυτού του αιώνα, ο μέσος χρόνος που απαιτείται ώστε μια πολύ σημαντική εφεύρεση να πάρει χρήσιμη τεχνολογική μορφή, έχει μειωθεί κατά περισσότερο από 60%. Σήμερα, μια μεγάλη και επεκτεινόμενη βιομηχανία έρευνας και ανάπτυξης στοχεύει στην περαιτέρω μείωση αυτής της καθυστέρησης.

Αλλά αν απαιτείται λιγότερος χρόνος για να πλασαριστεί μια νέα ιδέα στην αγορά, απαιτείται επίσης λιγότερος χρόνος για να κατακτήσει την κοινωνία. Έτσι το μεσοδιάστημα ανάμεσα στο δεύτερο και το τρίτο στάδιο του κύκλου —ανάμεσα στην εφαρμογή και την εξάπλωση έχει, με τον ίδιο τρόπο, μειωθεί, και ο ρυθμός εξάπλωσης αυξάνεται με φανταστική ταχύτητα. Αυτό επιβεβαιώνεται από την ιστορία άφθονων συσκευών οικιακής χρήσης. Ο Ρόμπερτ Γιανγκ, στο Ερευνητικό Ινστιτούτο του Στράτφορντ, μελέτησε το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί από την πρώτη εμπορική εμφάνιση μιας νέας -ηλεκτρικής συσκευής, μέχρι η κατασκευαστική εταιρεία να αγγίξει το ανώτερο σημείο παραγωγικότητας ως προς το συγκεκριμένο προϊόν.

Ο Γιανγκ. διαπίστωσε ότι για ένα σύνολο συσκευών που παρουσιάστηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες πριν από το 1920 – συμπεριλαμβανομένης και της ηλεκτρικής σκούπας, της ηλεκτρικής κουζίνας και του ψυγείου— το μέσο χρονικό διάστημα από την παρουσίαση μέχρι τη μέγιστη παραγωγή ήταν τριάντα τέσσερα χρόνια. Αλλά για ένα άλλο σύνολο, αποτελούμενο από την ηλεκτρική φριτέζα, την τηλεόραση και τον συνδυασμό πλυντηρίου-στεγνωτηρίου, που παρουσιάστηκε κατά την περίοδο 1939-1959, το χρονικό διάστημα ήταν μόνο οκτώ χρόνια. Η καθυστέρηση είχε μειωθεί περισσότερο από 76%. «Το μεταπολεμικό σύνολο συσκευών», δήλωσε ο Γιανγκ, «κατέδειξε χαρακτηριστικά τη ραγδαία επιταχυνόμενη φύση των σταδίων του σύγχρονου κύκλου».

Ο αυξανόμενος ρυθμός της εφεύρεσης, αξιοποίησης και εξάπλωσης με τη σειρά του, επιταχύνει το σύνολο του κύκλο , ακόμη περισσότερο. Διότι οι νέες μηχανές ή τεχνικές δεν απλώς ένα προϊόν, αλλά μια πηγή νέων, δημιουργικών ιδεών.

Κάθε καινούρια μηχανή ή τεχνική μεταβάλλει, κατά μία έννοια όλες τις υπάρχουσες μηχανές και τεχνικές, επιτρέποντάς μας να τις ενοποιήσουμε μέσα από νέους συνδυασμούς. Ο αριθμός των πιθανών συνδυασμών αυξάνεται γεωμετρικά καθώς ο αριθμός των νέων μηχανών ή μεθόδων αυξάνεται αριθμητικά. Πράγματι, ο κάθε νέος συνδυασμός μπορεί να θεωρηθεί σαν μία νέα υπερ-μηχανή.

Ο υπολογιστής, για παράδειγμα, συνέβαλε στην επιτυχία μιας υψηλού επιπέδου προσπάθειας σε σχέση με το διάστημα. Συνδεδεμένος με συσκευές αντίληψης, με εξοπλισμό επικοινωνιών και πηγές ενέργειας, ο υπολογιστής έγινε τμήμα ενός σχηματισμού που σαν συλλογική μορφή απετέλεσε μια μοναδική νέα υπερ-μηχανή —μια μηχανή που εισβάλλει στο πέραν του ηλιακού συστήματος διάστημα και το εξερευνά. Αλλά μηχανές ή μέθοδοι που προορίζονται να συνδυαστούν με νέους τρόπους, πρέπει να τροποποιηθούν, να προσαρμοστούν, να βελτιωθούν ή, διαφορετικά, να αντικατασταθούν. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, αυτή ακριβώς η προσπάθεια να ενσωματώσουμε τις μηχανές σε υπερ-μηχανές, μας υποχρεώνει να προχωρήσουμε σε ακόμη πιο προωθημένες τεχνολογικές μεταρρυθμίσεις.

Επιπλέον, έχει ζωτική σημασία να κατανοήσουμε ότι η τεχνολογική μεταρρύθμιση δε συνδυάζει και δεν ανασυνθέτει απλώς μηχανές και τεχνικές. Σημαντικές νέες μηχανές —κάνουν πολύ περισσότερα από το να προτείνουν ή να επιβάλλουν αλλαγές σε άλλες μηχανές— προβάλλουν πρωτότυπες λύσεις στα κοινωνικά, φιλοσοφικά, ακόμη και προσωπικά προβλήματα. Μεταλλάσσουν το συνολικό πνευματικό περιβάλλον του ανθρώπου —τον τρόπο που σκέφτεται και αντικρίζει τον κόσμο.

Όλοι διδασκόμαστε από το περιβάλλον μας, ανιχνεύοντάς το συνεχώς —αν και κάπως ασυνείδητα— προκειμένου να υιοθετήσουμε κάποια πρότυποι. Αυτά τα πρότυπα δεν είναι μόνο οι άλλοι άνθρωποι. Είναι, ολοένα και περισσότερο, οι μηχανές. Με την παρουσία τους, ο άνθρωπος υπόκειται διακριτικά σε παράλληλες θεωρήσεις συγκεκριμένων κατευθύνσεων. Έχει παρατηρηθεί, για παράδειγμα, ότι το σύμπαν εμφανίστηκε πριν τη Νευτωνική κοσμική εικόνα, σαν ένας μεγάλος, ομοιάζων με ρολόι μηχανισμός, μια φιλοσοφική αντίληψη που είχε τον απώτατο αντίκτυπο της στην πνευματική ανάπτυξη του ανθρώπου. Από αυτήν την εικόνα του σύμπαντος σαν ένα μεγάλο ρολόι, εμφανίστηκαν και οι ιδέες για την αιτία και το αποτέλεσμα, καθώς και για τη σπουδαιότητα των εξωτερικών έναντι των εσωτερικών ερεθισμάτων, τα οποία διαμορφώνουν την καθημερινή συμπεριφορά όλων μας σήμερα. Το ρολόι επηρέασε επίσης και την αντίληψή μας για το χρόνο, έτσι ώστε η θεώρηση ότι η ημέρα υποδιαιρείται σε είκοσι τέσσερα ίσα μέρη των εξήντα λεπτών το καθένα, έχει γίνει, στην κυριολεξία, ένα κομμάτι από μας.

Πρόσφατα, ο κομπιούτερ συνέτεινε σ’ έναν καταιγισμό ανανεωμένων ιδεών για τον άνθρωπο, σαν ένα τμήμα σε αλληλεπίδραση με μεγαλύτερα συστήματα, για την ψυχολογία του, τον τρόπο που μαθαίνει, που θυμάται, που αποφασίζει. Στην ουσία, κάθε πνευματική διεργασία, από την πολιτική επιστήμη μέχρι την ψυχολογία τη; οικογένειας, έχει κατακλυστεί από ένα κύμα υποθέσεων, που διακρίνονται από φαντασία και που ενεργοποιούνται απ’ την εφεύρεση και εξάπλωση του υπολογιστή, του οποίου η επίδραση ακόμη δεν έχει φανεί. Κι έτσι, ο μεταρρυθμιστικός κύκλος, αυτοτροφοδοτούμενος, επιταχύνεται.

Ωστόσο, εάν η τεχνολογία πρόκειται να θεωρηθεί σαν μία κινητήρια δύναμη, ένας ισχυρός επιταχυντής, τότε η γνώση πρέπει να θεωρηθεί σαν το καύσιμό του. Οπότε φτάνουμε στην ουσία της επιταχυντικής διαδικασίας στην κοινωνία, καθώς ο κινητήρας τροφοδοτείται καθημερινά με ολοένα και πιο πλούσια καύσιμα.

ΕΠΙΓΕΝΕΣΗ: Η ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΞΑΝΘΡΩΠΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΟΛΟΚΛΗΡΩΣΗΣ ΤΗΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑΣ

Επιγένεση είναι η διαδικασία μέσω της οποίας πραγματοποιείται η ανάπτυξη σαν διαφοροποίηση και διάκριση ενός αρχικά αδιαφοροποίητου συνόλου. Ο Έρικ Λίνεμπεργκ την περιγράφει ως εξής: Η ωρίμανση μπορεί να χαρακτηριστεί σαν μια αλληλουχία καταστάσεων. Σε κάθε κατάσταση, ο αναπτυσσόμενος οργανισμός έχει την ικανότητα να δεχτεί ορισμένα δεδομένα προς επεξεργασία- διαλύεται και ανασυντίθεται με τέτοιο τρόπο, που εξελίσσεται σε μια νέα κατάσταση. Η νέα αυτή κατάσταση ευαισθητοποιεί τον οργανισμό σε καινούργια και διαφορετικού είδους δεδομένα, η αποδοχή των οποίων τον μετατρέπει σε ακόμα μία περαιτέρω κατάσταση, που ανοίγει το δρόμο σε διαφορετικά δεδομένα κ.ο.κ. Είναι η ιστορία της εμβρυολογικής εξέλιξης, παρατηρήσιμης στη μορφοποίηση του σώματος, όπως επίσης και σε ορισμένες πλευρές της συμπεριφοράς. Κάθε φάση της ωρίμανσης είναι ασταθής. Είναι επιρρεπής σε αλλαγή προς δεδομένες κατευθύνσεις, αλλά απαιτεί ένα έναυσμα από το περιβάλλον.

Ο ψυχολόγος Έρικ Έρικσον έχει καθορίσει τις βασικές συγκρούσεις και τους μετασχηματισμούς στην εξέλιξη της ανθρώπινης προσωπικότητας από τη βρεφική ηλικία μέχρι τα γεράματα, χρησιμοποιώντας αυτή τη θεωρία. Διατύπωσε μια επιγενετική θεωρία ανάπτυξης της προσωπικότητας. Παρατήρησε ότι υπήρχε μια γενική βάση για την εξέλιξη της προσωπικότητας και πως από αυτή αναδύονται τμήματα, “έχοντας κάθε τμήμα μια χρονική περίοδο ιδιαίτερης κυριαρχίας, μέχρι ν’ αναδυθούν όλα τα τμήματα για να σχηματίσουν το λειτουργικό σύνολο”. Περιέγραψε αυτά τα τμήματα ως γενικές φάσεις, όπου κατά τη διάρκεια κρίσιμων περιόδων της εξέλιξης εμφανίζονται ορισμένα γνωρίσματα του “εγώ”. Ο Έρικσον αισθάνθηκε ότι όλες οι φάσεις υπήρχαν σε κάποια μορφή από την αρχή, αλλά κάθε μία είχε την κρίσιμη περίοδο ανάπτυξής της μέσα από μια σειρά περιόδων αλληλοσχετιζόμενης ανάπτυξης.

Ο Αβραάμ Μάσλοου, ήταν ο πρωτοπόρος της μελέτης της ανάπτυξης στην αυτοπραγμάτωση και στο ολοκληρωμένο ανθρώπινο ον. Απομόνωσε και μελέτησε ένα είδος παρόρμησης σ’ ολόκληρη τη ζωή που φαινόταν να σπρώχνει το άτομο προς την κατεύθυνση της ανάπτυξης σε ολοκληρωμένο άνθρωπο. Βρήκε ότι μέσα απ’ όλες τις φάσεις της ζωής μια ισχυρή δύναμη προωθεί τα ανθρώπινα όντα προς την ενότητα της προσωπικότητας, για να γίνουν πιο ολοκληρωμένα όντα.

Συμπέρανε ότι, ο άνθρωπος επιδεικνύει με το δικό του τρόπο μια πίεση προς όλο και μια πιο ολοκληρωμένη Ύπαρξη, όλο και μεγαλύτερη τέλεια πραγμάτωση του ανθρωπισμού του, ακριβώς με την ίδια φυσική, επιστημονική έννοια που μπορούμε να πούμε ότι μια βελανιδιά “πιέζει προς την κατεύθυνση” του να γίνει δρυς, ή ότι μια τίγρις μπορεί να παρατηρηθεί ότι “πιέζει προς” το να είναι τιγρίσια, ή ένα άλογο προς το να είναι αλογίσιο. Σε τελευταία ανάλυση ο άνθρωπος δεν έχει διαμορφωθεί μέσα στον ανθρωπισμό, ούτε έχει διδαχθεί να είναι ανθρώπινος. Ο ρόλος του περιβάλλοντος είναι τελικά να του επιτρέψει ή να τον βοηθήσει να πραγματώσει τις ανθρώπινές του δυνατότητες, και όχι τις περιβαλλοντικές δυνατότητες. Το περιβάλλον δεν του δίνει δυνατότητες και ικανότητες· τις έχει σε στοιχειώδη ή εμβρυακή μορφή, όπως ακριβώς έχει εμβρυακά χέρια και πόδια. Και η δημιουργικότητα, ο αυθορμητισμός, η ατομικότητα, η αυθεντικότητα, η φροντίδα για τους άλλους, η ικανότητα ν’ αγαπάει, η επιδίωξη της αλήθειας είναι εμβρυακές δυνατότητες που ανήκουν στο βιολογικό του είδος, ακριβώς τόσο, όσο και τα χέρια, τα πόδια, ο εγκέφαλος και τα μάτια του.

Το μεγαλύτερο ενδιαφέρον του Μάσλοου ήταν η εξερεύνηση και ανάπτυξη του μοναδικού, ολοκληρωμένα κατανοητού ανθρώπινου όντος. Τα αντικείμενα που επέλεξε για μελέτη ήταν γενικά ηλικιωμένοι άνθρωποι, που είχαν ήδη περάσει τις περισσότερες φάσεις της ζωής και είχαν πετύχει φανερά στη διαδικασία της ζωής ως ώριμα πρόσωπα. Μελέτησε την αυτοπραγμάτωση, κύρια, ως μια τελική φάση. Φυσικά υπάρχει θαυμασμός στην παρατήρηση και τη μελέτη προσώπων που έχουν φτάσει σε μεγάλη ηλικία έχοντας, σε μεγάλο βαθμό, κατανοήσει την υπόστασή τους. Όλοι έχουμε γνωρίσει τέτοιους ανθρώπους, άτομα που ζουν, όπως περιγράφει ο Μάσλοου, με ικανότερη αίσθηση της πραγματικότητας, μεγαλύτερη ευρύτητα αντιλήψεων, αυθορμητισμό, πιο στέρεη ταυτότητα, μεγαλύτερη αντικειμενικότητα, δημιουργικότητα, πιο δημοκρατική νοοτροπία, όπως επίσης και μεγαλύτερη ικανότητα ν’ αγαπούν.

Για μένα, το να ζει κανείς ολοκληρωμένα σε κάθε φάση είναι η πραγματική πρόκληση. Βρίσκεται στη δυνατότητα να ζούμε τη ζωή μας και να πραγματώνουμε τον εαυτό μας κάθε στιγμή, ζώντας την κάθε στιγμή και κατανοώντας την ολότητά της. Ο κόσμος έχει μια διαφορετική όψη, και γι’ αυτό ένα διαφορετικό νόημα και σκοπό σε κάθε στιγμή της ζωής. Είναι φανερό, για παράδειγμα, ότι η αγάπη που μαθαίνει κάποιος στην παιδική ηλικία είναι ριζικά διαφορετική και έχει μικρή σχέση με αυτή που βιώνει ο ώριμος άνθρωπος. Το ίδιο συμβαίνει με την εξάρτηση, την πίστη, την ηθική και την υπευθυνότητα.

Κάθε Φάση εμπεριέχει τις δικές της μοναδικές σημασίες, απαιτήσεις και δυνατότητες. Μπορούν να πραγματωθούν μόνον, αν κάθε φάση βιώνεται και κατανοείται πλήρως.

Το ζήτημα λοιπόν είναι, όχι μόνο τι σημαίνει να είσαι ένας ολοκληρωμένος ενήλικας, αλλά πιο ειδικά, τι συνιστά ένα ολοκληρωμένο παιδί, έφηβο, ενήλικα, εραστή και υπερήλικα.

Στωικισμός: Τι σημαίνει ελευθερία;

Η στωική φιλοσοφία ξεκίνησε στην Ελλάδα στο τέλος του 4ου αι. π.Χ. Οι ιδρυτές της ήταν μετανάστες από την ανατολική Μεσόγειο στην Αθήνα, η οποία δεν ήταν πλέον μία ακμαία δημοκρατία, αλλά ένα κράτος υποτελές στο βασίλειο της Μακεδονίας. Η απώλεια της πολιτικής αυτονομίας εκφραζόταν στη φιλοσοφία στην Αθήνα μέσω μίας εσωστρέφειας στην εστίαση επί των ηθικών ζητημάτων. Ούτε ο στωικισμός ούτε ο επικουρισμός, η άλλη εξέχουσα ελληνιστική σχολή, συνδεόταν στενά με την πολιτική θεωρία όπως είχαν κάνει οι προκάτοχοί τους Πλάτων και Αριστοτέλης. Επίκεντρο του πολιτικού ενδιαφέροντος των νεαρότερων φιλοσόφων δεν ήταν η πολιτική και η νομοθεσία, αλλά η προσωπική ευημερία και αυτοβελτίωση. Αυτή η στροφή προς την ενδοσκόπηση καθίσταται ιδιαίτερα εμφανής από τον τρόπο που η στωική σκέψη αντιμετώπισε εξαρχής την ελευθερία και τη δουλεία ως κυρίαρχους ηθικούς και ψυχολογικούς παρονομαστές παρά ως δείκτες κοινωνικής θέσης.

Σύμφωνα με τον Ζήνωνα, τον πρωταρχικό επικεφαλής της στωικής σχολής, η ελευθερία είναι αποκλειστικό προνόμιο όσων είναι σοφοί, ενώ οι κατώτεροι άνθρωποι, που αποτελούν και την πλειονότητα, δεν είναι μόνο ανόητοι αλλά και δούλοι.

Μία πρώτη αντίδραση σε αυτόν τον ισχυρισμό θα μπορούσε να περιλαμβάνει την έκπληξη απέναντι στον πνευματικό ελιτισμό του και στην αναισθησία του όσον αφορά τη δεινή κατάσταση ανθρώπων που υπήρξαν αρκετά άτυχοι ώστε να υποδουλωθούν με την κυριολεκτική έννοια. Αλλά τώρα σκεφθείτε με πόσο ριζοσπαστικό τρόπο ο ισχυρισμός του Ζήνωνα, σε μια οικονομία που βασιζόταν στη δουλεία, θέτει υπό αμφισβήτηση την αξιολόγηση των ανθρώπων με κριτήριο τον συμβατικό διαχωρισμό δουλεία/ ελευθερία.

Αν η σοφία είναι το αληθινό κριτήριο της ελευθερίας, τότε το κύριο βάρος της δουλείας μετατοπίζεται από έξω προς τα μέσα, από το σωματικό στο πνευματικό επίπεδο, και πηγή ελευθερίας είναι η φιλοσοφία και όχι η χειραφέτηση. Σύμφωνα με αυτή την αδιάλλακτη διδασκαλία, είμαστε υποδουλωμένοι αν αφεθούμε σε οτιδήποτε μπορεί να σταθεί εμπόδιο, είτε επειδή το σώμα μας μας απογοητεύει, είτε επειδή τα πάθη και τα συναισθήματά μας μάς έχουν κυριεύσει είτε επειδή συνδέουμε την ευημερία μας με πράγματα που εξαρτώνται από άλλους – ανθρώπους, περιουσία, δημοτικότητα ή απλώς τύχη.

Στο περίφημο δοκίμιό του “Δύο έννοιες της ελευθερίας”, ο Αϊζάια Μπερλίν διέκρινε μεταξύ της “αρνητικής” έννοιας της ελευθερίας από τον εξαναγκασμό (όπου δεν εμπλέκονται άλλοι) και της “θετικής” έννοιας της ελευθερίας να είμαστε ή να ζούμε όπως επιλέγουμε (αυτοέλεγχος ή αυτοδιάθεση).

Για τον Επίκτητο αυτές οι δύο έννοιες προσεγγίζουν τόσο πολύ η μία την άλλη, ώστε η μία συνεπάγεται την άλλη, όπως μπορούμε να δούμε στο ακόλουθο απόσπασμα:

Κύριος κάποιου είναι όποιος έχει την εξουσία να παρέχει ή να στερεί όσα θέλει ή δεν θέλει ο άλλος. Όποιος λοιπόν θέλει να είναι ελεύθερος, να μην επιθυμεί ή να μην αποφεύγει, ό,τι εξαρτάται από τους άλλους.
Διαφορετικά, θα είναι εξ ανάγκης δούλος.

(Εγχειρίδιον 14)

Θα μπορούσαμε να ξαναγράψουμε τη δεύτερη πρόταση κάπως έτσι: “Όποιος επιθυμεί να είναι ελεύθερος από εξαναγκασμό, θα πρέπει να περιορίσει τις επιθυμίες και τις απέχθειές του σε πράγματα στα οποία έχει τον απόλυτο έλεγχο”.

Πώς μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι αυτή η επιλογή είναι καλή για εμάς και για εκείνους τους οποίους συναναστρεφόμαστε; Γιατί να είμαστε αυτόνομοι αντί να ακολουθούμε κάποιο σύστημα πανάρχαιων αρχών; Πώς μπορούμε να ξέρουμε τι θα επιλέξουμε;

Η απάντηση σε αυτές τις ερωτήσεις μας επαναφέρει στη “σοφία” του Ζήνωνα ως την ουσία της ελευθερίας.

Η λέξη σοφία, στη συνήθη χρήση της, μπορεί να καλύπτει οποιοδήποτε είδος γνώσης, που κυμαίνεται από την πρακτική δεξιοτεχνία όπως η ξυλουργική ως την αφηρημένη γνώση όπως η γεωμετρία. Σε όλες τις περιπτώσεις, η σοφία σημαίνει την επιτυχή άσκηση μιας δεξιότητας, και η δεξιότητα που απασχολούσε τον Ζήνωνα και τους στωικούς φιλοσόφους είναι η τέχνη της ζωής.

Μπορούμε να εξηγήσουμε αυτή την τέχνη ως τη γνώση να ζούμε με αρμονία – αρμονία με την ανθρώπινη φύση μας και αρμονία με το κοινωνικό και υλικό περιβάλλον μας.

Το να επιτύχουμε ή να προσπαθήσουμε να επιτύχουμε την κατανόηση είναι έργο της λογικής, και η λογική, σύμφωνα με τον στωικισμό, είναι εκείνο που διακρίνει τους ανθρώπους από τα άλλα ζώα.
(Διατριβαί 7,8).

ΤΟ ΞΥΠΝΗΜΑ

Σε κάποια στιγμή της ζωής – μερικές φορές στα πρώτα μας χρόνια, άλλοτε όψιμα – είναι βέβαιο ότι όλοι μας θα ξυπνήσουμε και θα αντιληφθούμε τη θνητότητά μας. Είναι τόσο πολλά αυτά που την πυροδοτούν: μια ματιά στον καθρέφτη που δείχνει το σαγόνι μας να κρεμάει, τα μαλλιά μας ν’ ασπρίζουν, τους ώμους να καμπουριάζουν.

Η παρέλαση των γενεθλίων, ιδίως όσων αφορούν στρογγυλές δεκαετίες – πενήντα, εξήντα, εβδομήντα.

Η συνάντηση μ’ ένα φίλο που έχεις καιρό να τον δεις και σε σοκάρει το πόσο έχει γεράσει.

Όταν βλέπεις παλιές φωτογραφίες του εαυτού σου και των ανθρώπων που γέμιζαν την παιδική σου ηλικία κι είναι πια από καιρό νεκροί.

Μια συνάντηση με τον Κύριο Θάνατο σ’ ένα όνειρο.

Τι νιώθει κανείς, όταν έχει μια τέτοια εμπειρία; Και τι κάνει γι’ αυτό;

Βυθίζεται σε μια φρενιτιώδη δραστηριότητα, για να εξαντλήσει το άγχος και ν’ αποφύγει το θέμα;

Προσπαθεί ν’ απομακρύνει τις ρυτίδες με αισθητική χειρουργική ή να βάψει τα μαλλιά του;

Αποφασίζει να παραμείνει για μερικά χρόνια στην ηλικία των τριανταεννέα ετών;

Περισπά πολύ γρήγορα τον εαυτό του με τη δουλειά και τη ρουτίνα της καθημερινής ζωής;

Σβήνει από τη μνήμη του κάθε τέτοια εμπειρία;

Αγνοεί τα όνειρά του;

Σας προτρέπω να μη περισπάτε τον εαυτό σας.

Το αντίθετο, γευτείτε την αφύπνισή σας. Εκμεταλλευτείτε την.

Κάντε ένα σταμάτημα, καθώς κοιτάζετε τη φωτογραφία του νεότερου εαυτού σας. Αφήστε την έντονη στιγμή να σας κατακλύσει και παρατείνετέ τη λιγάκι. Γευτείτε και τη γλυκύτητά της μαζί με την πικρή της γεύση.

Μην ξεχνάτε το πλεονέκτημα που προσφέρει το να παραμείνετε εν επίγνωση του θανάτου, το ν’ αγκαλιάσετε τη σκιά του.

Μια τέτοια επίγνωση μπορεί ν’ αφομοιώσει το σκοτάδι με τη σπίθα σας για ζωή και να βελτιώσει τη ζωή σας, όσο ακόμα την έχετε.

Ο καλύτερος τρόπος για να εκτιμήσουμε τη ζωή, για ν’ αγαπήσουμε οτιδήποτε πολύ βαθιά, είναι να έχουμε επίγνωση ότι οι εμπειρίες αυτές είναι προορισμένες να χαθούν.

Έχω πολλές φορές εκπλαγεί ευχάριστα βλέποντας έναν ασθενή να κάνει ουσιαστικές θετικές αλλαγές πολύ αργά στη ζωή του, ακόμα και κοντά στον θάνατο.

Ποτέ δεν είναι πολύ αργά. Ποτέ δεν είμαστε πολύ γέροι για κάτι τέτοιο.

Ηράκλειτος: ο Λόγος και η ὕβρις του μαζικού

Ηράκλειτος: 544-484 π.Χ.

Καθολικός Λόγος: πόλεμος για το άριστο

§1

Η σημασία του Ηρακλείτειου στοχασμού συμπυκνώνεται στο θείο κεραυνό που κρύβει μέσα του: «τὰ δὲ πάντα οἰακίζει Κεραυνός» [=όλα τα κυβερνά ο Κεραυνός] (απ. 64). Ο Κεραυνός δεν είναι ο κεραυνός του Δία ούτε ο Δίας, δηλαδή ο θεός ως τέτοιος. Απεναντίας μας παραπέμπει στο αείζωον πυρ, στον κόσμο, που δεν τον έφτιαξε κανένας θεός ή άνθρωπος, αλλά αποτελεί έναν περιδινούμενο κύκλο και μοιάζει με το πυρ, που ανάβει και σβήνει σε τακτά χρονικά διαστήματα (απ. 30). Αυτός ο Κεραυνός είναι η εκρηκτική δύναμη του πυρός και φωτός εν ταυτώ, που κατευθύνει, κυβερνά ό,τι συμβαίνει ως επαναλαμβανόμενη δράση ανθρώπων και πραγμάτων μέσα στο χρόνο. Πώς νοείται όμως ο κυβερνητικός ρόλος του Κεραυνού; Πρωτίστως ως ένας μεταφορικός λόγος, για να δηλωθεί η πρωταρχική αιτία των συμβαινόντων κάθε φορά και δεύτερον, με την ίδια ποιοτική διαβάθμιση, για να τονιστεί η ενύπαρξη του διαλεκτικού Λόγου μέσα στην κοσμική κίνηση. Ετούτος ο Λόγος είναι η αφανής αρμονία, δηλαδή η σύμφυτη με τούτη την κίνηση τάξη, ο αλάθητος ρυθμός, που κατευθύνει και καθοδηγεί τα πάντα. Εύλογα εδώ μπορεί να διερωτηθεί κανείς; Εάν υπάρχει ένας τέτοιος αλάθητος ρυθμός που κυβερνά τα πάντα, τότε σε τι διαφέρει από κάποια εξωτερική θεότητα, που οι άνθρωποι τη φαντάζονται ακριβώς ως το αλάθητο κέντρο της ζωής τους και ως εκ τούτου εξαρτούν μοιρολατρικά, δεισιδαιμονικά τη μοίρα τους από τούτο το κέντρο; Όχι, λέει ο Ηράκλειτος. Το αλάθητο του ρυθμικού Λόγου δεν προκύπτει φαταλιστικά, αλλά από την εγγενή Έριδα των αντίρροπων δυνάμεωνˑ μια Έριδα που διασφαλίζει την ισορροπία και την ισοζυγία τους.

§2

Εδώ ακριβώς έγκειται όλη η σαγηνευτική έλξη της Ηρακλείτειας σκέψης: ο Κεραυνός είναι η τάξη του Είναι, η ανα-λογική τάξη των ποικίλων στοιχείων που συνθέτουν τον κόσμο και τα όντα. Ως τέτοια τάξη δεν αποτελεί κάποια δύναμη, που επιβάλλεται έξωθεν και πλανάται πάνω από τον κόσμο ως γενετική του αρχή. Ο κόσμος δεν έχει καμιά εξωτερική αρχή, γιατί υπήρχε και υπάρχει πάντα: ενιαία δυναμικός και αρμονικόςˑ έχει όμως την εσωτερική του αρχή, την κατά Λόγο τάξη. Και ο άνθρωπος; Ανάλογα με το βαθμό, που ανακαλύπτει μέσα του και εντός του κόσμου αυτή την κατά Λόγο αρχή ή τάξη κατηγοριοποιείται σε κοιμώμενο, ασύνετο ον ή σε άριστο. Ο Ηράκλειτος δεν διαφοροποιεί τους ανθρώπους σε αρίστους και κοιμωμένους με ποσοτικά κριτήρια: καταγωγή, οικονομική ή πολιτική επιφάνεια, αξίωμα και παρόμοια, όπως νομίζουν ή πράττουν κάποιοι, κάτω του μετρίου, απ’ αυτούς που αμπελοφιλοσοφούν εντός των μορφωτικών ιδρυμάτων ή τους απαράλλακτους καφενόβιους του βουλευτηρίου, αλλά με ποιοτικά: ως ποιο βαθμό οι άνθρωποι διαγιγνώσκουν και εναρμονίζονται με τον εσωτερικό ρυθμό-Λόγο του κόσμου, πόσο κατανοούν την ενότητα και το αδημιούργητο αυτού του κόσμου κ.λπ. Ό,τι Ηρακλείτειο δεν καταλαβαίνουν οι θρασύτατοι και θορυβώδεις γελωτοποιοί παντός καθεστωτικού στερεώματος, το γελοιοποιούν κατ’ εικόνα και ομοίωσή τους: αναγορεύουν το μέτριο σε άριστο και εξαφανίζουν το τελευταίοˑ έτσι αντλούν ex officio το δικαίωμα να ανυψώνουν σε αρχή του δημόσιου βίου τον εγωκεντρικό πομφόλυγα. Πομφόλυγας στις σκονισμένες αίθουσες της φιλοσοφίαςˑ πομφόλυγας στην οικονομία, πομφόλυγας στην πολιτική, πομφόλυγας στην κοινωνία του θεάματος. Τι μένει, μετά από όλα τούτα; Η μομφή ότι ο Ηράκλειτος περιφρονεί του πολλούς ή ό,τι ο διαλεκτικός Λόγος σκοτώνει τη «δημοκρατία».

§3

Το μέτριο και το άριστο, για τον Ηράκλειτο, εναρμονίζονται με τη δυναμική του πολέμου των αντίρροπων δυνάμεων και δεν εξαρτώνται από την κρίση της ασύνετης υποκειμενικότητας. Γι’ αυτό και ο ίδιος δεν τοποθετεί εαυτόν στους αρίστους ετσιθελικά, σαν τους πολλούς κάθε φορά ετσιθελικούς κυβερνήτες ή ομογάλακτους κυβερνώμενους –που τους βδελύσσεται ως τις αίσχιστες ασημαντότητες– αλλά αγωνίζεται/πολεμά να φωτίσει, με παραδειγματική σαφήνεια, το αντικειμενικό νόημα του υποκειμενικού [του] λόγου και να διαχωρίζει τον τελευταίο από τον κοσμικό Λόγο. Αναφέρει σχετικά στο απ. 50: «οὐκ ἐμοῦ ἀλλὰ τοῦ λόγου ἀκούσαντας ὁμολογεῖν σοφόν ἐστιν ἕν πάντα εἶναι». Αν και ο φιλόσοφος κατανοεί σωστά τον κοσμικό Λόγο και εξίσου σωστά τον διερμηνεύει, εν τούτοις απεκδύεται το ρόλο του θείου Κεραυνού, του θεόσταλτου σωτήρα: ομολογεί πως ο άνθρωπος δεν μπορεί και δεν πρέπει να καθοδηγείται, να κυβερνιέται από τους ιδιωτικούς λόγους των λογής υποκειμένων, αλλά από τον Έναν κοσμικό Λόγο. Γιατί μόνο απ’ αυτόν τον Ένα; Επειδή ενσαρκώνει το αιώνιο γίγνεσθαι του κόσμου και το καθιστά προσιτό, το εισάγει στη ζωή, με την ευρυθμία και την κανονικότητα, την αναλογικότητα, των πολύτροπων στοιχείων και μεταστοιχειώσεων αυτού του κόσμου. Και ο ρόλος του ανθρώπινου υποκειμένου; Μέσα σε τούτο το αιώνιο γίγνεσθαι, το δημιουργικό έργο του ανθρώπου είναι να ακολουθεί τον κοινόν Λόγον: «δεῖ ἕπεσθαι τῷ ξυνῷ λόγῳ». Ετούτος ο Λόγος είναι κοινός με την έννοια του καθολικού, συμπαντικού, καθολικώς φρόνιμου Λόγου και όχι με εκείνη της μαζικής αερο-λογίας. Αυτή εδώ αφορά τον ιδιωτικό λόγο, εκφράζει ιδιοτελή ή κάποτε και ανόητη προσωπική στάση. Ο κοινός Λόγος, απεναντίας, συνιστά την Ουσία, τον θείο Κεραυνό της οικουμενικής ανθρωπότητας, άρα είναι η περι-Ουσία της. Η τελευταία όμως προβάλλει στη ζωή μας μόνο ως δυνατότητα κτήσης τηςˑ δεν είναι ποτέ κεκτημένη. Επομένως, για όλους τους ανθρώπους ισχύει ως κριτήριο του μέτριου ή του άριστου όχι το τι νομοθετεί ο εκάστοτε νάνος των αξιωματικών θώκων, αλλά η ενεργοποίηση των δυνατοτήτων των ανθρώπων να σκέπτονται σωστά (απ. Β 113) και η προϋπόθεση, για να σκέπτονται σωστά, να γνωρίσουν τον εαυτό τους (απ. Β116). Όσοι δεν μετέχουν σε τούτη τη δια-Λογική διεργασία αυτοπροσδιορισμού ανήκουν, κατά τον Ηράκλειτο, στους κοιμωμένους. Σε τούτους συγκαταλέγονται πρωτίστως, τότε και τώρα και πάντα, η οχλοκρατική πληθύς των φουσκωμένων χαοτικών των «θεσμών» και των ακροατών τους. Αχ, αυτός ο οχλολοίδωρος Ηράκλειτος! Γιατί γκρεμίζει την πολιτεία των αποστεωμένων ειδώλων, παλαιόφυτων και νεόφυτων, και δεν τ’ αφήνει να μας «σώσουν» από την «ανθρωπιστική» κρίση; Δηλαδή, να μας βουλιάξουν μέσα σε έναν καινούριο και όχι λιγότερο επώδυνο Πίθο των Δαναΐδων!

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ: Ποιητική (1459a-1459b)

3. Λόγος για την επική ποίηση

[XXIII] Περὶ δὲ τῆς διηγηματικῆς καὶ ἐν μέτρῳ μιμητικῆς, ὅτι δεῖ τοὺς μύθους καθάπερ ἐν ταῖς τραγῳδίαις συνιστάναι δραματικοὺς καὶ περὶ μίαν πρᾶξιν ὅλην καὶ τελείαν ἔχουσαν ἀρχὴν καὶ μέσα καὶ τέλος, ἵν᾽ ὥσπερ ζῷον ἓν ὅλον ποιῇ τὴν οἰκείαν ἡδονήν, δῆλον, καὶ μὴ ὁμοίας ἱστορίαις τὰς συνθέσεις εἶναι, ἐν αἷς ἀνάγκη οὐχὶ μιᾶς πράξεως ποιεῖσθαι δήλωσιν ἀλλ᾽ ἑνὸς χρόνου, ὅσα ἐν τούτῳ συνέβη περὶ ἕνα ἢ πλείους, ὧν ἕκαστον ὡς ἔτυχεν ἔχει πρὸς ἄλληλα. ὥσπερ γὰρ κατὰ τοὺς αὐτοὺς χρόνους ἥ τ᾽ ἐν Σαλαμῖνι ἐγένετο ναυμαχία καὶ ἡ ἐν Σικελίᾳ Καρχηδονίων μάχη οὐδὲν πρὸς τὸ αὐτὸ συντείνουσαι τέλος, οὕτω καὶ ἐν τοῖς ἐφεξῆς χρόνοις ἐνίοτε γίνεται θάτερον μετὰ θάτερον, ἐξ ὧν ἓν οὐδὲν γίνεται τέλος. σχεδὸν δὲ οἱ πολλοὶ τῶν ποιητῶν τοῦτο δρῶσι. διὸ ὥσπερ εἴπομεν ἤδη καὶ ταύτῃ θεσπέσιος ἂν φανείη Ὅμηρος παρὰ τοὺς ἄλλους, τῷ μηδὲ τὸν πόλεμον καίπερ ἔχοντα ἀρχὴν καὶ τέλος ἐπιχειρῆσαι ποιεῖν ὅλον· λίαν γὰρ ἂν μέγας καὶ οὐκ εὐσύνοπτος ἔμελλεν ἔσεσθαι ὁ μῦθος, ἢ τῷ μεγέθει μετριάζοντα καταπεπλεγμένον τῇ ποικιλίᾳ. νῦν δ᾽ ἓν μέρος ἀπολαβὼν ἐπεισοδίοις κέχρηται αὐτῶν πολλοῖς, οἷον νεῶν καταλόγῳ καὶ ἄλλοις ἐπεισοδίοις [δὶς] διαλαμβάνει τὴν ποίησιν. οἱ δ᾽ ἄλλοι περὶ ἕνα ποιοῦσι [

1459b] καὶ περὶ ἕνα χρόνον καὶ μίαν πρᾶξιν πολυμερῆ, οἷον ὁ τὰ Κύπρια ποιήσας καὶ τὴν μικρὰν Ἰλιάδα. τοιγαροῦν ἐκ μὲν Ἰλιάδος καὶ Ὀδυσσείας μία τραγῳδία ποιεῖται ἑκατέρας ἢ δύο μόναι, ἐκ δὲ Κυπρίων πολλαὶ καὶ τῆς μικρᾶς Ἰλιάδος [[πλέον] ὀκτώ, οἷον ὅπλων κρίσις, Φιλοκτήτης, Νεοπτόλεμος, Εὐρύπυλος, πτωχεία, Λάκαιναι, Ἰλίου πέρσις καὶ ἀπόπλους [καὶ Σίνων καὶ Τρῳάδες]].

***
[23] Ο λόγος μας τώρα για την ποίηση που απλώς αφηγείται και κάνει τη μίμησή της σε εξάμετρους στίχους:

Είναι φανερό ότι οι μύθοι πρέπει να συγκροτούνται και εδώ, όπως στην τραγωδία, δραματικά, να πλέκονται γύρω από μία μόνο πράξη, η οποία να αποτελεί ένα όλον και να είναι ολοκληρωμένη, μια πράξη που να έχει αρχή, μέση και τέλος, έτσι ώστε έχοντας όλη την οργανική ενότητα ενός ζωντανού οργανισμού να προκαλεί τη δική της ηδονή. Οι συνθέσεις των επικών μύθων δεν πρέπει να είναι όμοιες με τις συνθέσεις της ιστορίας, οι οποίες υποχρεωτικά δεν περιγράφουν μια πράξη αλλά ένα διάστημα χρόνου, όσα δηλαδή συνέβησαν μέσα σ᾽ αυτό σε έναν ή σε περισσότερους ανθρώπους και που το καθένα τους έχει μια συμπτωματική σχέση με τα άλλα. Όπως δηλαδή η ναυμαχία της Σαλαμίνας και η μάχη εναντίον των Καρχηδονίων στη Σικελία έγιναν την ίδια εποχή, δίχως όμως καθόλου να έχουν και οι δυο τους τον ίδιο στόχο, έτσι ακριβώς και στο πέρασμα του χρόνου ένα γεγονός συμβαίνει μερικές φορές ύστερα από ένα άλλο χωρίς να έχουν κανένα κοινό σκοπό. Οι περισσότεροι σχεδόν επικοί ποιητές αυτό κάνουν. Γι᾽ αυτό, όπως το είπαμε και παραπάνω, o Όμηρος αποδεικνύεται και από αυτή την άποψη θεσπέσιος όταν τον συγκρίνουμε με όλους τους άλλους επικούς ποιητές. Επιχείρησε ο Όμηρος να κάνει θέμα της ποίησής του τον Τρωικό πόλεμο στο σύνολό του, κι ας ήταν ένα θέμα με αρχή και τέλος; Όχι· γιατί ο μύθος θα είχε τότε υπερβολικό μέγεθος και δεν θα ήταν ευσύνοπτος· αν, πάλι, το μέγεθός του ήταν μικρότερο, υποχρεωτικά θα ήταν υπερβολικά περίπλοκος λόγω του πλήθους των γεγονότων. Πήρε λοιπόν ένα μέρος και χρησιμοποίησε πολλά από τα υπόλοιπα ως επεισόδια, όπως επιπαραδείγματι τον Κατάλογο των πλοίων και άλλα επεισόδια, με τα οποία διανθίζει το ποιητικό του έργο. Αντίθετα, οι άλλοι επικοί ποιητές κάνουν ποιήματα για ένα πρόσωπο

[1459b] ή για μία χρονική περίοδο — για μία, επίσης, πράξη, με πολλά όμως μέρη, όπως επιπαραδείγματι ο ποιητής των Κυπρίων αλλά και της Μικρής Ιλιάδας. Αποτέλεσμα: Από την Ιλιάδα και την Οδύσσεια μπορούν να γίνουν, από την καθεμιά τους, μία ή, έστω, δύο μόνο τραγωδίες, ενώ από τα Κύπρια πολλές και από τη Μικρή Ιλιάδα οχτώ, π.χ.: Η κρίση των όπλων, Φιλοκτήτης, Νεοπτόλεμος, Ευρύπυλος, Ο Οδυσσέας ζητιάνος, Γυναίκες της Σπάρτης, Άλωση της Τροίας και Απόπλους [και Σίνων και Τρωαδίτισσες].