Τρίτη, 7 Ιανουαρίου 2020

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ - Ἀνδρομάχη (802-840)

ΤΡΟΦΟΣ
ὦ φίλταται γυναῖκες, ὡς κακὸν κακῷ
διάδοχον ἐν τῇδ᾽ ἡμέρᾳ πορσύνεται.
δέσποινα γὰρ κατ᾽ οἶκον, Ἑρμιόνην λέγω,
805 πατρός τ᾽ ἐρημωθεῖσα συννοίᾳ θ᾽ ἅμα
οἷον δέδρακεν ἔργον Ἀνδρομάχην κτανεῖν
καὶ παῖδα βουλεύσασα, κατθανεῖν θέλει,
πόσιν τρέμουσα, μὴ ἀντὶ τῶν δεδραμένων
ἐκ τῶνδ᾽ ἀτίμως δωμάτων ἀποσταλῇ,
810 ἢ κατθάνῃ κτείνουσα τοὺς οὐ χρὴ κτανεῖν.
μόλις δέ νιν θέλουσαν ἀρτῆσαι δέρην
εἴργουσι φύλακες δμῶες ἔκ τε δεξιᾶς
ξίφη καθαρπάζουσιν ἐξαιρούμενοι.
οὕτω μεταλγεῖ καὶ τὰ πρὶν δεδραμένα
815 ἔγνωκε πράξασ᾽ οὐ καλῶς. ἐγὼ μὲν οὖν
δέσποιναν εἴργουσ᾽ ἀγχόνης κάμνω, φίλαι·
ὑμεῖς δὲ βᾶσαι τῶνδε δωμάτων ἔσω
θανάτου νιν ἐκλύσασθε· τῶν γὰρ ἠθάδων
φίλων νέοι μολόντες εὐπιθέστεροι.
820 ΧΟ. καὶ μὴν ἐν οἴκοις προσπόλων ἀκούομεν
βοὴν ἐφ᾽ οἷσιν ἦλθες ἀγγέλλουσα σύ.
δείξειν δ᾽ ἔοικεν ἡ τάλαιν᾽ ὅσον στένει
πράξασα δεινά· δωμάτων γὰρ ἐκπερᾷ
φεύγουσα χεῖρας προσπόλων πόθῳ θανεῖν.

825 ΕΡ. ἰώ μοί μοι· [στρ. α]
σπάραγμα κόμας ὀνύχων τε δάϊ᾽ ἀ-
μύγματα θήσομαι.
ΤΡ. ὦ παῖ, τί δράσεις; σῶμα σὸν καταικιῇ;

ΕΡ. αἰαῖ αἰαῖ· [ἀντ. α]
839 ἔρρ᾽ αἰθέριον πλοκαμῶν ἐμῶν ἄπο
λεπτόμιτον φάρος.
ΤΡ. τέκνον, κάλυπτε στέρνα, σύνδησον πέπλους.

ΕΡ. τί δέ με δεῖ καλύ- [στρ. β]
πτειν πέπλοις στέρνα; δῆλα καὶ
ἀμφιφανῆ καὶ ἄκρυπτα δε-
835 δράκαμεν πόσιν.
ΤΡ. ἀλγεῖς φόνον ῥάψασα συγγάμῳ σέθεν;

ΕΡ. κατὰ μὲν οὖν στένω [ἀντ. β]
δαΐαν τόλμαν, ἃν ἔρέξ᾽·
ὢ κατάρατος ἐγὼ κατά-
ρατος ἀνθρώποις.
840 ΤΡ. συγγνώσεταί σοι τήνδ᾽ ἁμαρτίαν πόσις

***
(Βγαίνει από το παλάτι μια γερόντισσα. Κρατάει σπαθί.)ΠΑΡΑΜΑΝΑ
Καλές μου γυναίκες, πώς μας έρχονται σήμερα
οι συμφορές η μια πάνω στην άλλη.
Μέσα στο σπίτι, η κυρά μου η Ερμιόνη,
αφού ο πατέρας της την παράτησε κι έφυγε,
αναλογίζεται το έργο που έχει πράξει
όταν εσκέφτηκε την Ανδρομάχη να σκοτώσει
και το παιδί της· και θέλει να πεθάνει.
Τρέμει τον άντρα της, μήπως, για κείνα που έκαμε,
τηνε προσβάλει και τη διώξει από το σπίτι,
ή μήπως τη σκοτώσει αφού κι εκείνη θέλησε
810 να σφάξει ανθρώπους που έπρεπε να σεβαστεί.
Μόλις που την κρατάνε οι σκλάβοι φύλακες, που θέλει
να κρεμαστεί, κι απ᾽ το δεξί της χέρι
της παίρνουν με το ζόρι τα σπαθιά.
Τόσο πικρά έχει μετανιώσει, αφού κατάλαβε
ότι δεν ήτανε σωστά τα όσα γενήκαν.
Εγώ, λοιπόν, απόκαμα, καλές μου,
παλεύοντας για να την εμποδίσω
να κρεμαστεί. Μπείτε τώρα κι εσείς
στο παλάτι, μήπως και τη γλιτώσετε
από τον θάνατο· οι καινούργιοι φίλοι
τα καταφέρνουν πιο καλά από τους παλιούς.
ΧΟΡΟΣ
820 Ακούμε, ακούμε απ᾽ το παλάτι τις κραυγές των δούλων
για όσα μας λες. Η δύστυχη δείχνει, όπως φαίνεται, πόσο έχει μετανιώσει για το έργο που σοφίστηκε το φοβερό. Και νά την που από τα δώματα έρχεται αφού ξέφυγε απ᾽ τα χέρια των δούλων με μόνη επιθυμιά να δώσει τέλος στη ζωή της.
(Μπαίνει η Ερμιόνη τραβώντας τα μαλλιά της. Θρηνεί.)
ΕΡΜΙΟΝΗ
Ω, αλίμονό μου,
αφήστε τα μαλλιά μου να μαδήσω·
σκληρά τα μάγουλά μου να ξεσκίσω
με τα νύχια μου.
ΠΑΡΑΜΑΝΑ
Τί κάνεις, κόρη μου; Λαβώνεις το κορμί σου;
ΕΡΜΙΟΝΗ
Τί έπαθα η δόλια!
830 Πήγαινε να χαθείς στον άνεμο,
πέπλο λεπτό των μαλλιών μου.
ΠΑΡΑΜΑΝΑ
Σκέπασε τα στήθια, μάζεψε τα πέπλα σου, παιδί μου.
ΕΡΜΙΟΝΗ
Γιατί να σκεπάσω
το στήθος με πέπλα;
Αφού όλα έχουνε γίνει φανερά
όσα έκαμα στον άντρα μου;
ΠΑΡΑΜΑΝΑ
Πονείς, που σκέφτηκες να σκοτώσεις την άλλη;
ΕΡΜΙΟΝΗ
Μαύρη να ᾽ταν η ώρα που τόλμησα
μια τέτοια πράξη, πώς να μη στενάζω
εγώ η καταραμένη ανάμεσα
στων ανθρώπων το γένος;
ΠΑΡΑΜΑΝΑ
840 Θα σου το συχωρέσει ο άντρας σου το φταίξιμό σου.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ - ΡΟΔΟΠΗ

ΡΟΔΟΠΗ
(όρος, Αίμος)
 
Η ιστορία της Ροδόπης είναι συνδεδεμένη με της Θράκης. Θεωρούνταν κόρη του θεού ποταμού Στρυμόνα, σύζυγος του Αίμου, μητέρα του Έβρου, επώνυμου ήρωα του ομώνυμου ποταμού. Από τον Απόλλωνα λεγόταν ότι απέκτησε ένα γιο, τον Κίκονα, επώνυμο ήρωα των Κικόνων, φυλής των Θρακών, που το όνομά τους επιβιώνει και στα ιστορικά χρόνια.
 
Οι θεοί μεταμόρφωσαν τη Ροδόπη και τον σύζυγό της στα ομώνυμα βουνά της Θράκης εξαιτίας της αλαζονικής τους συμπεριφοράς· θεωρούσαν τους εαυτούς τους Ήρα και Δία, αυτοαποκαλούνταν με τα ονόματα του θεϊκού ζεύγους και επέβαλλαν σχετική λατρεία.
 
Ο Ψευδο-Πλούταρχος προσθέτει και μια ακόμη σημαντική λεπτομέρεια: ότι ο Αίμος και η Ροδόπη ήταν αδέλφια, ωστόσο ένιωσαν ερωτικά αισθήματα ο ένας για τον άλλον, γι' αυτό και έφτασαν στο σημείο να αποκαλούνται με τα ονόματα Δίας και Ήρα που, αν και αδέλφια, έγιναν ζευγάρι, και μάλιστα το υπέρτατο.
 
Παράκεινται δ᾽ αὐτῷ ὄρη Ῥοδόπη καὶ Αἷμος. Οὗτοι ἀδελφοὶ τυγχάνοντες καὶ εἰς ἐπιθυμίαν ἀλλήλων ἐμπεσόντες, ὁ μὲν αὐτὴν ῞Ηραν προσηγόρευσεν, ἡ δὲ τὸν ἀγαπώμενον Δία. Οἱ δ᾽ ἀτιμούμενοι θεοὶ τὴν πρᾶξιν μισοπονήρως ἐνεγκόντες, εἰς ὁμώνυμα ὄρη μετέβαλον ἀμφοτέρους. (Ψευδο-Πλούταρχος, περί ποταμών 11.3.1-6)

Γιατί πιστεύουμε ό,τι πιστεύουμε

Η πίστη είναι καθοριστική όχι μόνο για τη θρησκεία αλλά και για την επιστήμη. Σπάνια όμως σκεφτόμαστε πόσο παράξενη είναι. Διαβάστε επάνω σε τι είναι πραγματικά χτισμένες οι βασικές αξίες σας

Ζούμε σε έναν κόσμο όπου η λογική είναι βασίλισσα. Νομίζουμε ενδεχομένως ότι όλα τα πιστεύω μας έχουν δομηθεί μέσα από ασφαλείς λογικές διεργασίες και οι ακλόνητες πεποιθήσεις μας υπογραμμίζουν το ποιοι είμαστε και το πόσο δίκιο έχουμε να εμπιστευόμαστε το μυαλό μας. Οι νευροεπιστήμονες έχουν όμως άλλη άποψη. Μας λένε ότι οι πεποιθήσεις μας σμιλεύονται από την παιδική μας ηλικία με υλικά που δεν μας ανήκουν. Με τις σκέψεις και τα πιστεύω της αγέλης μας, των ανθρώπων που βρίσκονται κοντά μας και τους εμπιστευόμαστε όσο είμαστε μικροί και άγουροι. Και πως στη συνέχεια το μόνο που κάνουμε είναι να «κουμπώνουμε» τα εισερχόμενα δεδομένα της ζωής μας στις προκατασκευασμένες αυτές πεποιθήσεις. Και, αν το σκεφθείτε, είναι μάλλον λογικό: άνθρωποι με αντιδιαμετρικά αντίθετα πιστεύω θεωρούνται εξίσου λογικοί... 'Αρα από τι είναι φτιαγμένες οι πεποιθήσεις μας;

Την ημέρα που κάθισα να γράψω αυτό το άρθρο οι ειδήσεις ήταν σχεδόν όπως όλες τις ημέρες. 'Ενας νεαρός είχε κριθεί ένοχος συνωμοσίας για τον αποκεφαλισμό ενός βρετανού στρατιώτη. Μάχες είχαν ξεσπάσει ξανά στην Ουκρανία. Η Ελλάδα κατηγορούσε τους δανειστές της ότι ενεργούσαν με βάση την ιδεολογία και όχι την οικονομική πραγματικότητα. Κάποιοι Άγγλοι οπαδοί ποδοσφαιρικής ομάδας είχαν βιντεοσκοπηθεί να καθυβρίζουν ρατσιστικά έναν άνδρα στο μετρό του Παρισιού. Όλα τα νέα της ημέρας ήταν αυτά καθαυτά μοναδικά. Στη ρίζα τους όμως αφορούσαν το ίδιο πράγμα: την ισχυρή και πολύ ανθρώπινη στάση που αποκαλούμε πίστη.

Τα πιστεύω καθορίζουν το πώς βλέπουμε τον κόσμο και πώς ενεργούμε μέσα σε αυτόν. Χωρίς αυτά δεν θα υπήρχαν συνωμοσίες για τον αποκεφαλισμό στρατιωτών, δεν θα υπήρχαν πόλεμος, οικονομικές κρίσεις και ρατσισμός. Επίσης δεν θα υπήρχαν εκκλησίες και προστατευόμενες φυσικές περιοχές, δεν θα υπήρχαν επιστήμη και τέχνη. 'Οποια πιστεύω και αν έχετε, είναι δύσκολο να φανταστείτε μια ζωή χωρίς αυτά. Τα πιστεύω, περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, είναι αυτά που μας κάνουν ανθρώπους. Επίσης έρχονται τόσο φυσικά ώστε σπάνια καθόμαστε να σκεφθούμε πόσο παράξενη είναι η πίστη.

Υλη και πίστη

Το 1921 ο φιλόσοφος Μπέρτραντ Ράσελ έθεσε το ζήτημα λακωνικά περιγράφοντας την πίστη ως «το κεντρικό πρόβλημα στην ανάλυση του νου». Το να πιστεύουμε, είπε, είναι «το πιο "νοητικό" πράγμα που κάνουμε» - εννοώντας το πιο μακρινό από την «απλή ύλη» από την οποία είναι φτιαγμένος ο εγκέφαλός μας. Πώς μπορεί ένα φυσικό αντικείμενο όπως ο ανθρώπινος εγκέφαλος να πιστεύει πράγματα; Η φιλοσοφία έχει κάνει ελάχιστη πρόοδο σε αυτό το κεντρικό πρόβλημα του Ράσελ. Ολοένα και περισσότερο όμως οι επιστήμονες έρχονται να βοηθήσουν.

«Κάποτε πιστεύαμε ότι οι ανθρώπινες πεποιθήσεις είναι υπερβολικά σύνθετες ώστε να αναλυθούν από την επιστήμη» λέει ο Φρανκ Κρούγκερ, νευροεπιστήμονας στο Πανεπιστήμιο Τζορτζ Μέισον στο Φέαρφαξ της Βιρτζίνια στις Ηνωμένες Πολιτείες. «Αυτή η εποχή έχει όμως παρέλθει». Εκείνο το οποίο αναδεικνύεται είναι μια εικόνα της πίστης η οποία είναι διαφορετική από εκείνη στην οποία έχουν καταλήξει τα συμπεράσματα της κοινής λογικής - μια εικόνα που μπορεί να αλλάξει ορισμένες από τις ευρέως αποδεκτές πεποιθήσεις μας σχετικά με τον εαυτό μας. Τα πιστεύω είναι θεμελιώδη στη ζωή μας, όσον αφορά όμως το τι πιστεύουμε και γιατί αποδεικνύεται ότι έχουμε πολύ λιγότερο έλεγχο από ό,τι νομίζαμε.

Πεποιθήσεις σε διάφορα μεγέθη

Οι πεποιθήσεις μας «κυκλοφορούν» σε διάφορες μορφές και διάφορα μεγέθη, από τις επουσιώδεις και τις εύκολα επαληθεύσιμες - πιστεύω ότι θα βρέξει σήμερα - ως τη βαθιά, μη στηριζόμενη σε αποδείξεις, πίστη - πιστεύω στον Θεό. 'Ολες μαζί συγκροτούν έναν προσωπικό οδηγό για την πραγματικότητα λέγοντάς μας όχι μόνο τι είναι ορθό με βάση τα γεγονότα αλλά και τι είναι σωστό και καλό και επομένως πώς να συμπεριφερόμαστε απέναντι στους άλλους και απέναντι στον φυσικό κόσμο. Αυτό τις καθιστά εύλογα όχι μόνο το πιο νοητικό πράγμα που κάνει ο εγκέφαλός μας αλλά και το πιο σημαντικό. «Το κύριο κατευθυντήριο σύστημα του εγκεφάλου είναι το να εξάγει νόημα. 'Ολα τα άλλα είναι δουλικά συστήματα» λέει ο ψυχολόγος Πίτερ Χάλιγκαν από το Πανεπιστήμιο του Κάρντιφ στη Βρετανία.

Ωστόσο, παρά το ότι είναι τόσο σημαντικές, ένα από τα μακροχρόνια προβλήματα για τη μελέτη των πεποιθήσεων είναι να προσδιορίσει κάποιος επακριβώς τι είναι αυτό που προσπαθεί να κατανοήσει. «Ολοι ξέρουν τι είναι πίστη ώσπου να τους ζητήσεις να την ορίσουν» λέει ο κ. Χάλιγκαν. Αυτό στο οποίο υπάρχει γενική συμφωνία είναι ότι η πίστη είναι κάτι παρόμοιο με τη γνώση αλλά πιο προσωπικό. Το να γνωρίζουμε ότι κάτι είναι αληθές είναι διαφορετικό από το να πιστεύουμε ότι είναι αληθές. Η γνώση είναι αντικειμενική ενώ η πίστη είναι υποκειμενική. Αυτή η μη στηριζόμενη στη λογική πλευρά είναι που δίνει στην πίστη τον μοναδικό, και προβληματικό, χαρακτήρα της.

Πιστεύω ή ξε-πιστεύω;

Οι φιλόσοφοι έχουν από παλιά συζητήσει τη σχέση ανάμεσα στο να γνωρίζουμε και να πιστεύουμε. Τον 17ο αιώνα ο Ρενέ Ντεκάρτ και ο Μπαρούχ Σπινόζα συγκρούστηκαν γι' αυτό το ζήτημα ενώ προσπαθούσαν να εξηγήσουν πώς καταλήγουμε στις πεποιθήσεις μας. Ο Ντεκάρτ πίστευε ότι η κατανόηση πρέπει να έρχεται πρώτη: μόνο αφού έχεις κατανοήσει κάτι μπορείς να το ζυγίσεις και να αποφασίσεις αν θα το πιστέψεις ή όχι. Ο Σπινόζα δεν συμφωνούσε. Υποστήριζε ότι το να γνωρίζεις κάτι σημαίνει αυτόματα ότι το πιστεύεις: μόνο αφότου έχεις πιστέψει κάτι μπορείς να το ξεπιστέψεις. Η διαφορά μπορεί να φαίνεται επουσιώδης αλλά έχει τεράστια σημασία για το πώς λειτουργεί η πίστη.

Αν σχεδιάζατε ένα σύστημα απόκτησης της πίστης από την αρχή προφανώς θα έμοιαζε με το καρτεσιανό. Η άποψη του Σπινόζα δεν φαίνεται πειστική. Αν η προκαθορισμένη ρύθμιση του ανθρώπινου εγκεφάλου είναι να δέχεται χωρίς σκέψη αυτά που μαθαίνουμε ως αληθινά, τότε αυτό που μας λέει η κοινή λογική μας, ότι οι πεποιθήσεις μας είναι κάτι στο οποίο φθάνουμε μέσω της λογικής, φεύγει από το παράθυρο. Ωστόσο, παραδόξως, τα στοιχεία φαίνονται να υποστηρίζουν τον Σπινόζα. Για παράδειγμα, τα μικρά παιδιά είναι υπερβολικά εύπιστα, κάτι το οποίο υποδηλώνει ότι η ικανότητα να αμφιβάλλουμε και να απορρίπτουμε απαιτεί περισσότερους νοητικούς πόρους από ό,τι η αποδοχή. Κατά ανάλογο τρόπο τα κουρασμένα ή αφηρημένα άτομα είναι περισσότερο επιρρεπή στην πειθώ. Οταν μάλιστα μπήκαν στον χορό και οι νευροεπιστήμονες, τα ευρήματά τους προσέθεσαν περισσότερο βάρος στην άποψη του Σπινόζα.

Ο εύπιστος εγκέφαλός σας

Η νευροεπιστημονική διερεύνηση της πίστης ξεκίνησε το 2008, όταν ο Σαμ Χάρις από το Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας στο Λος Αντζελες έβαλε ανθρώπους στον εγκεφαλικό τομογράφο και τους ρώτησε αν πίστευαν ή όχι σε διάφορες γραπτές δηλώσεις. Ορισμένες ήταν απλές προτάσεις που αφορούσαν γεγονότα όπως «η Καλιφόρνια είναι μεγαλύτερη από το Ρόουντ Αϊλαντ». Αλλες αφορούσαν ζητήματα προσωπικής πίστης όπως «μάλλον δεν υπάρχει Θεός». Ο κ. Χάρις διαπίστωσε ότι οι δηλώσεις που οι εθελοντές πίστευαν ότι είναι αληθείς παρήγαν ελάχιστη εγκεφαλική δραστηριότητα - μόλις μερικές σύντομες αναλαμπές σε περιοχές που σχετίζονται με τη συλλογιστική και τη συναισθηματική ανταμοιβή. Αντιθέτως, η δυσπιστία παρήγε μακρότερη και ισχυρότερη ενεργοποίηση περιοχών οι οποίες σχετίζονται με την προσεκτική εξέταση και τη λήψη αποφάσεων, σαν ο εγκέφαλος να έπρεπε να δουλέψει πιο σκληρά για να φθάσει σε μια κατάσταση δυσπιστίας. Οι δηλώσεις που οι εθελοντές δεν πίστευαν ενεργοποιούσαν και αυτές περιοχές που εμπλέκονται στο συναίσθημα, αλλά στην προκειμένη περίπτωση σχετιζόμενες όχι με την ανταμοιβή αλλά με τον πόνο ή την αηδία.

Τα αποτελέσματα του κ. Χάρις ερμηνεύθηκαν ευρέως ως περαιτέρω επιβεβαίωση του ότι η προκαθορισμένη ρύθμιση του ανθρώπινου εγκεφάλου είναι να αποδέχεται. Η πίστη έρχεται εύκολα, η αμφιβολία θέλει προσπάθεια. Αν και αυτή δεν φαίνεται μια έξυπνη στρατηγική για να βρει κάποιος την πορεία του μέσα στον κόσμο, έχει νόημα αν τη δούμε υπό το πρίσμα της εξέλιξης. Αν τα εξελιγμένα γνωσιακά συστήματα που στηρίζουν την πίστη εξελίχθηκαν από πιο πρωτόγονα αντιληπτικά συστήματα, θα πρέπει να διατηρούν πολλά από τα βασικά χαρακτηριστικά αυτών των απλούστερων συστημάτων. Ένα από αυτά είναι η μη κριτική αποδοχή των εισερχόμενων πληροφοριών. Αυτός είναι ένας καλός κανόνας όταν πρόκειται για αισθητηριακές αντιλήψεις αφού οι αισθήσεις μας συνήθως παρέχουν αξιόπιστες πληροφορίες. Μας φόρτωσε όμως ένα μη βέλτιστο σύστημα για την αξιολόγηση πιο αφηρημένων ερεθισμάτων όπως οι ιδέες.

Σε λάθος δρόμο

Περισσότερες ενδείξεις υπέρ του ότι κάτι τέτοιο συμβαίνει ήρθαν από τη μελέτη του πώς και γιατί η πίστη παίρνει λάθος δρόμο. «Αν σκεφθείτε τις εγκεφαλικές βλάβες ή τις ψυχικές διαταραχές που προκαλούν αυταπάτες και παραισθήσεις, μπορείτε να αρχίσετε να κατανοείτε πού ξεκινάει η πίστη» λέει ο κ. Χάλιγκαν. Οι αυταπάτες αυτές περιλαμβάνουν πεποιθήσεις οι οποίες φαίνονται παράξενες στους «απ' έξω» αλλά απολύτως φυσικές στο ίδιο το άτομο. Για παράδειγμα, τα άτομα μερικές φορές πιστεύουν ότι έχουν πεθάνει, ότι τα αγαπημένα τους πρόσωπα έχουν αντικατασταθεί από απατεώνες ή ότι οι σκέψεις και οι ενέργειές τους ελέγχονται από εξωγήινους. Και - κάτι που λέει πολλά - αυτού του είδους οι αυταπάτες συχνά συνοδεύονται από διαταραχές της αντίληψης, της επεξεργασίας των συναισθημάτων ή της «εσωτερικής παρακολούθησης» - του να γνωρίζει π.χ. κάποιος αν έχει ξεκινήσει μια συγκεκριμένη σκέψη ή ενέργεια.

Τα ελαττώματα αυτά είναι το σημείο από όπου ξεκινούν οι αυταπάτες, υποστηρίζει η Ρόμπιν Λάνγκντον από το Πανεπιστήμιο Μακουάρι στο Σίντνεϊ της Αυστραλίας. Τα άτομα με αυταπάτες περί ελέγχου τους από εξωγήινους, για παράδειγμα, συχνά έχουν ελαττωματική κινητική παρακολούθηση, οπότε δεν καταγράφουν ενέργειες τις οποίες έχουν τα ίδια ξεκινήσει ως δικές τους. Κατά τον ίδιο τρόπο, τα άτομα με την αυταπάτη που είναι γνωστή ως «μη αυτοταυτοποίηση στον καθρέφτη», τα οποία δεν αναγνωρίζουν το ίδιο το είδωλό τους, έχουν επίσης συχνά ένα αισθητηριακό ελάττωμα που λέγεται αγνωσία καθρέφτη: δεν «συλλαμβάνουν» τις ανακλαστικές επιφάνειες. 'Ενας καθρέφτης τούς φαίνεται σαν ένα παράθυρο και αν τους ζητηθεί να πιάσουν ένα αντικείμενο που αντανακλάται στην επιφάνειά του θα προσπαθήσουν να το φθάσουν μέσα στον καθρέφτη ή πίσω από αυτόν. Οι αισθήσεις τους τούς λένε ότι το άτομο στον καθρέφτη δεν είναι οι ίδιοι και έτσι πιστεύουν ότι αυτό είναι αλήθεια. Και πάλι, εμπιστευόμαστε τα δεδομένα των αισθήσεών μας και, αν αυτά μας λένε ότι το μαύρο είναι άσπρο, σε γενικές γραμμές καλά κάνουμε και τις πιστεύουμε.

Ίσως νομίζετε ότι δεν θα ξεγελιόσασταν ποτέ κατ' αυτόν τον τρόπο, όμως, όπως λέει η κυρία Λάνγκντον, «όλοι είμαστε προγραμματισμένοι για αυτού του είδους την πίστη, τουλάχιστον αρχικά». Σκεφθείτε την εμπειρία όταν παρακολουθείτε ένα ταχυδακτυλουργικό σόου. Παρότι ξέρετε ότι όλα σε αυτό είναι ψευδαίσθηση, η ενστικτώδης αντίδρασή σας είναι να θεωρήσετε ότι ο μάγος έχει αλλάξει τους νόμους της φυσικής.

Οι λανθασμένες αντιλήψεις δεν είναι αυταπάτες φυσικά. Το να βλέπουμε να πριονίζουν κάποιον στα δύο και μετά να τον ενώνουν ξανά δεν σημαίνει ότι πιστεύουμε πως οι άνθρωποι μπορούν με ασφάλεια να πριονιστούν στα δύο. Επιπροσθέτως τα αισθητηριακά ελαττώματα δεν οδηγούν πάντα σε αυταπάτες. Τι άλλο χρειάζεται, λοιπόν; Απεικονιστικές μελέτες του εγκεφάλου από τον κ. Χάρις έχουν προσφέρει ένα σημαντικό στοιχείο: η πίστη αφορά τόσο τη συλλογιστική όσο και το συναίσθημα.

Το αίσθημα του σωστού

Ο σχηματισμός μιας αυταπάτης μάλλον απαιτεί επίσης κάποια βλάβη στη διαδικασία του συναισθηματικού ζυγίσματος. Είναι πιθανόν ένας τραυματισμός στον εγκέφαλο να την έχει καταστρέψει ολοσχερώς κάνοντας τα άτομα απλώς να αποδέχονται τα στοιχεία που παρέχουν οι αισθήσεις τους. Ή μπορεί απλώς να την έχει αποδυναμώσει «κατεβάζοντας» το κατώφλι των στοιχείων που απαιτούνται ώστε να γίνει αποδεκτή μια αυταπάτη.

Για παράδειγμα, κάποιος με ένα εγκεφαλικό τραύμα το οποίο έχει προκαλέσει βλάβη στη συναισθηματική επεξεργασία των προσώπων μπορεί να σκεφθεί «αυτή που ήρθε χθες να με δει έμοιαζε με τη γυναίκα μου αλλά δεν την αισθανόμουν σαν εκείνη, ίσως να ήταν μια απατεώνισσα. Θα αποφύγω να καταλήξω σε μια τελική κρίση ώσπου να ξανάρθει». Η επόμενη συνάντηση προκαλεί τα ίδια συναισθήματα, οπότε η υπόθεση επιβεβαιώνεται και η αυταπάτη αρχίζει να αναπτύσσεται.

Σύμφωνα με την κυρία Λάνγκντον και άλλους ειδικούς, τα όσα περιγράφονται πιο πάνω είναι παρόμοια με τα όσα συμβαίνουν στη φυσιολογική διαδικασία του σχηματισμού των πεποιθήσεων. Και τα δύο αφορούν εισερχόμενες πληροφορίες που συνδυάζονται με ασυνείδητη σκέψη επάνω σε αυτές τις πληροφορίες ώσπου να φθάσει ένα «αίσθημα του σωστού» και να σχηματιστεί μια πίστη.

Αυτή η διαδικασία των δύο σταδίων θα μπορούσε να βοηθήσει να εξηγήσουμε γιατί άτομα χωρίς εγκεφαλική βλάβη είναι επίσης εκπληκτικά επιρρεπή σε παράξενες πεποιθήσεις. Η φυσική ευπιστία μας είναι το ένα πρόβλημα και είναι ιδιαίτερα πιθανόν να μας οδηγήσει σε λάθος μονοπάτια όταν βρισκόμαστε αντιμέτωποι με ισχυρισμούς που βασίζονται σε ιδέες οι οποίες είναι δύσκολο να επαληθευτούν με τις αισθήσεις μας - «η 11η Σεπτεμβρίου ήταν δουλειά από μέσα» για παράδειγμα. Το δεύτερο πρόβλημα έχει να κάνει με το «αίσθημα του σωστού» το οποίο φαίνεται ότι είναι εξαιρετικά επιρρεπές στα λάθη.

Εξέλιξη, βιολογία και παρέες

Από πού λοιπόν έρχεται το αίσθημα του σωστού; Τα στοιχεία υποδηλώνουν ότι έχει τρεις κύριες πηγές: την εξελιγμένη ψυχολογία μας, τις προσωπικές βιολογικές διαφορές μας και τις παρέες που κάνουμε.

Η σημασία της εξελιγμένης ψυχολογίας υπογραμμίζεται από το πιο σημαντικό ίσως από όλα τα συστήματα πεποιθήσεων: τη θρησκεία. Αν και οι κοινωνίες ποικίλλουν σημαντικά, η θρησκευτική πίστη αυτή καθαυτή είναι αξιοσημείωτα όμοια παντού. Οι περισσότερες θρησκείες παρουσιάζουν ένα οικείο σύνολο πρωταγωνιστών: υπερφυσικοί παράγοντες, μετά θάνατον ζωή, ηθικοί κανόνες και απαντήσεις σε υπαρξιακά ερωτήματα. Γιατί τόσο πολλοί άνθρωποι τα πιστεύουν τόσο αβίαστα;

Σύμφωνα με τη θεωρία της θρησκείας ως γνωσιακού υπο-προϊόντος, η ενστικτώδης ορθότητά τους απορρέει από βασικά χαρακτηριστικά της ανθρώπινης γνωσιακής λειτουργίας που εξελίχθηκαν για άλλους λόγους. Ιδιαίτερα τείνουμε να θεωρούμε ότι τα γεγονότα προκαλούνται από ενεργούς παράγοντες. Ένα θρόισμα στο χορτάρι μπορεί να είναι ένας θηρευτής αλλά μπορεί να είναι και απλώς ο άνεμος, ωστόσο έχουμε περισσότερο όφελος αν κάνουμε λάθος ρέποντας προς την πλευρά της προφύλαξης: οι πρόγονοί μας που έτειναν υπέρ της διαμεσολάβησης ενός ενεργού παράγοντα θα επιβίωναν περισσότερο και θα είχαν περισσότερους απογόνους. Κατά τον ίδιο τρόπο η ψυχολογία μας έχει εξελιχθεί για να αναζητεί μοτίβα επειδή αυτή ήταν μια χρήσιμη στρατηγική επιβίωσης. Κατά τη διάρκεια της εποχής της ξηρασίας, για παράδειγμα, τα ζώα είναι πιθανότερο να συγκεντρώνονται γύρω από μια λιμνούλα με νερό, επομένως εκεί θα πρέπει να πάει κάποιος να κυνηγήσει. Και πάλι έχουμε όφελος όταν αυτό το σύστημα είναι υπερενεργό.

Αυτός ο ισχυρός συνδυασμός υπερευαισθησίας υπέρ της «παραγοντοποίησης» και της «μοτιβοποίησης» παρήγαγε έναν ανθρώπινο εγκέφαλο ο οποίος είναι προγραμματισμένος να βλέπει τη μεσολάβηση παραγόντων και τον σκοπό παντού. Και η μεσολάβηση παραγόντων μαζί με τον σκοπό αποτελούν δύο από τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά της θρησκείας - ιδιαίτερα η ιδέα ενός παντοδύναμου παράγοντα ο οποίος κάνει τα πράγματα να συμβαίνουν και δίνει νόημα σε κατά τα άλλα τυχαία γεγονότα. Κατ' αυτόν τον τρόπο οι άνθρωποι είναι εκ φύσεως δεκτικοί στους θρησκευτικούς ισχυρισμούς και όταν τους συναντάμε για πρώτη φορά - τυπικά ως παιδιά - τους αποδεχόμαστε χωρίς αμφισβήτηση. Υπάρχει σε αυτούς ένα «αίσθημα του σωστού» το οποίο πηγάζει από τα βάθη της γνωσιακής αρχιτεκτονικής μας.

Η ομάδα μου είναι η καλύτερη

Σύμφωνα με τον κ. Κρούγκερ, όλες οι πεποιθήσεις αποκτώνται με παρόμοιο τρόπο. «Τα πιστεύω εμπίπτουν σε ένα ολόκληρο φάσμα αλλά έχουν όλα την ίδια ιδιότητα. Μια πεποίθηση είναι μια πεποίθηση».

Ο εγκέφαλός μας που αναζητεί παράγοντες και μοτίβα συνήθως μας υπηρετεί σωστά αλλά ταυτοχρόνως μας κάνει επιρρεπείς σε μια ευρεία κλίμακα αλλόκοτων και παράλογων πεποιθήσεων, από την πίστη στο παραφυσικό και στο υπερφυσικό ως τις θεωρίες συνωμοσίας, τις προκαταλήψεις, τον εξτρεμισμό και την πίστη στη μαγεία. Παράλληλα η εξελιγμένη ψυχολογία μας στηρίζει επίσης κάποιες άλλες πεποιθήσεις όπως ο δυϊσμός - το να βλέπουμε δηλαδή το πνεύμα και το σώμα ως διαφορετικές οντότητες - ή μια φυσική τάση να πιστεύουμε ότι η ομάδα στην οποία ανήκουμε είναι ανώτερη από τις άλλες.

Μια δεύτερη πηγή του «αισθήματος του σωστού» είναι πιο προσωπική. Οταν πρόκειται για κάτι σαν τις πολιτικές πεποιθήσεις, το συμπέρασμα ήταν ανέκαθεν ότι βρίσκουμε τον δρόμο μας προς μια συγκεκριμένη στάση μέσω της λογικής. Περίπου όμως μέσα στην τελευταία δεκαετία έγινε εμφανές ότι οι πολιτικές πεποιθήσεις έχουν τις ρίζες τους στη βασική βιολογία μας. Οι συντηρητικοί, για παράδειγμα, γενικώς αντιδρούν με περισσότερο φόβο από ό,τι οι προοδευτικοί στις απειλητικές εικόνες, έχουν υψηλότερα σκορ στις μετρήσεις που σχετίζονται με τη διέγερση, όπως αυτές που αφορούν την αγωγιμότητα του δέρματος και τον ρυθμό με τον οποίο ανοιγοκλείνει κάποιος τα μάτια του. Αυτό υποδηλώνει ότι αντιλαμβάνονται τον κόσμο ως ένα πιο επικίνδυνο μέρος και ενδεχομένως εξηγεί σε έναν βαθμό τη στάση τους σε ζητήματα όπως η έννομη τάξη και η εθνική ασφάλεια.

Μια άλλη βιολογική αντίδραση που έχει θεωρηθεί ότι εμπλέκεται στις πολιτικές πεποιθήσεις είναι η αηδία. Σε γενικές γραμμές οι συντηρητικοί αηδιάζουν πιο εύκολα από ερεθίσματα όπως η οσμή των σωματικών αερίων και των σκουπιδιών. Και η αηδία τείνει να κάνει τα άτομα όλων των πολιτικών πεποιθήσεων να αποστρέφονται περισσότερο τις ηθικά ύποπτες συμπεριφορές, αν και η αντίδραση αυτή είναι πιο έντονη στους συντηρητικούς. Αυτό έχει προταθεί ως μια ερμηνεία για τις διαφορές απόψεων σε σημαντικά ζητήματα όπως ο γάμος των ομόφυλων ζευγαριών ή η παράνομη μετανάστευση. Οι συντηρητικοί συχνά αισθάνονται ισχυρή αποστροφή απέναντι σε αυτές τις παραβιάσεις του status quo και έτσι τις κρίνουν ηθικά απαράδεκτες. Οι προοδευτικοί αηδιάζουν λιγότερο εύκολα και έχουν λιγότερες πιθανότητες να τις κρίνουν τόσο σκληρά.

Διαφορετικές πραγματικότητες

Αυτές οι ενστικτώδεις αντιδράσεις έχουν τόσο ισχυρή επιρροή ώστε άνθρωποι με διαφορετικές πολιτικές πεποιθήσεις κυριολεκτικά φθάνουν να κατοικούν σε διαφορετικές πραγματικότητες. Πολλές μελέτες έχουν διαπιστώσει ότι οι πεποιθήσεις των ατόμων σχετικά με αμφιλεγόμενα ζητήματα ευθυγραμμίζονται με την ηθική στάση που έχουν απέναντι σε αυτά. Οι υπέρμαχοι της θανατικής ποινής, για παράδειγμα, συχνά ισχυρίζονται ότι αυτή αποτρέπει το έγκλημα και σπάνια οδηγεί στην εκτέλεση αθώων, οι αντιτιθέμενοι σε αυτήν λένε ακριβώς το αντίθετο.

Αυτό μπορεί να συμβαίνει απλώς επειδή οδηγούμαστε στις ηθικές μας θέσεις μέσω της λογικής, ζυγίζοντας τα γεγονότα που έχουμε στη διάθεσή μας προτού καταλήξουμε σε ένα συμπέρασμα. Υπάρχει όμως ένας μεγάλος και αυξανόμενος αριθμός στοιχείων που υποδηλώνουν ότι τα πιστεύω λειτουργούν αντίστροφα. Πρώτα παίρνουμε την ηθική μας θέση και ύστερα πλάθουμε τα δεδομένα ώστε να ταιριάζουν σε αυτήν.

Αν λοιπόν οι ηθικές μας θέσεις καθοδηγούν τις στηριζόμενες σε δεδομένα πεποιθήσεις μας, από πού πηγάζουν οι ηθικές μας θέσεις; Η σύντομη απάντηση; Οχι από τον εγκέφαλό μας.

Η ηθική είναι ένστικτο

Σύμφωνα με τον Τζόναθαν Χέιτ από το Πανεπιστήμιο της Βιρτζίνια, οι ηθικές κρίσεις μας συνήθως είναι γρήγορες και ενστικτώδεις: οι άνθρωποι σπεύδουν να βγάλουν συμπεράσματα και μόνον αργότερα επινοούν αιτίες για να δικαιολογήσουν την απόφασή τους. Για να το δείτε στην πράξη, προσπαθήστε να αντιπαρατεθείτε με κάποιον επάνω σε ένα θέμα το οποίο είναι προσβλητικό αλλά ανώδυνο, όπως το να χρησιμοποιήσει τη σημαία της πατρίδας του για να καθαρίσει μια τουαλέτα. Οι περισσότεροι θα επιμείνουν ότι αυτό είναι κακό αλλά δεν θα βρουν μια συλλογιστική για να το στηρίξουν και θα καταφύγουν σε δηλώσεις του τύπου «Δεν μπορώ να το εξηγήσω, απλώς ξέρω ότι είναι κακό».

Αυτό γίνεται ξεκάθαρο αν θέσετε σε ανθρώπους ερωτήματα τα οποία περιλαμβάνουν ταυτόχρονα ένα ηθικό στοιχείο και ένα στοιχείο το οποίο στηρίζεται σε δεδομένα όπως: «Είναι η καταναγκαστική ανάκριση υπόπτων για τρομοκρατία ηθικά κακή ακόμη και όταν παράγει χρήσιμες πληροφορίες;» ή «Είναι η διανομή προφυλακτικών στο πλαίσιο ενός προγράμματος σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης ηθικά κακή ακόμη και όταν μειώνει τα ποσοστά της εγκυμοσύνης στην εφηβεία και των σεξουαλικώς μεταδιδόμενων νοσημάτων;». Οι άνθρωποι που απαντούν «ναι» σε ένα τέτοιου είδους ερώτημα έχουν επίσης περισσότερες πιθανότητες να αμφισβητήσουν τα δεδομένα ή να παρουσιάσουν τα δικά τους, εναλλακτικά δεδομένα για να υποστηρίξουν την πεποίθησή τους. Οι αντιτιθέμενοι στη διανομή προφυλακτικών, για παράδειγμα, συχνά δηλώνουν ότι τα προφυλακτικά δεν λειτουργούν, οπότε η διανομή τους δεν ωφελεί έτσι κι αλλιώς.

«Σήμα» κουλτούρας

Εκείνα που μας κάνουν να αισθανόμαστε ότι είναι σωστά για να τα πιστέψουμε διαμορφώνονται επίσης σε τεράστιο βαθμό από την κουλτούρα μέσα στην οποία μεγαλώνουμε. Πολλές από τις θεμελιώδεις πεποιθήσεις μας σχηματίζονται κατά την παιδική ηλικία. Σύμφωνα με τον κ. Κρούγκερ, η διαδικασία ξεκινάει από τη στιγμή που γεννιόμαστε, βασισμένη αρχικά σε αισθητηριακές αντιλήψεις - ότι τα αντικείμενα πέφτουν προς τα κάτω, π.χ. - και αργότερα επεκτείνεται σε πιο αφηρημένες ιδέες και προτάσεις. Δεν είναι άξιο απορίας ότι το αποτέλεσμα εξαρτάται από τις πεποιθήσεις που συναντάμε στον δρόμο μας. «Είμαστε κοινωνικά όντα. Οι πεποιθήσεις μεταδίδονται από τους ανθρώπους στους οποίους βρισκόμαστε πιο κοντά» λέει ο επιστήμονας. Δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικά. Αν όλοι έπρεπε να κατασκευάσουμε ένα σύστημα πίστης εξαρχής με βάση την άμεση εμπειρία μας, δεν θα πηγαίναμε πολύ μακριά.

Αυτό δεν σχετίζεται μόνο με την εγγύτητα, σχετίζεται επίσης και με την αίσθηση του ότι ανήκουμε κάπου. Η κοινωνική φύση μας σημαίνει ότι υιοθετούμε τις πεποιθήσεις σαν σήματα πολιτισμικής ταυτότητας. Το βλέπουμε συχνά σε ζητήματα που αποτελούν «καυτή πατάτα», στα οποία το να ανήκει κάποιος στη σωστή φυλή μπορεί να είναι πιο σημαντικό από το να είναι υπέρ της πλευράς των σωστών στοιχείων. Η αποδοχή της κλιματικής αλλαγής, για παράδειγμα, έχει εξελιχθεί σε «ταμπέλα» (shibboleth) στις Ηνωμένες Πολιτείες - οι συντηρητικοί βρίσκονται από τη μια πλευρά, οι προοδευτικοί από την άλλη. Η εξέλιξη, ο εμβολιασμός και άλλα σχετικά αποτελούν ανάλογα διχαστικά ζητήματα.

Μαζί μας από την εφηβεία

Το τι λοιπόν καταλήγουμε τελικά να πιστεύουμε διαμορφώνεται σε μεγάλο βαθμό από την κουλτούρα, τη βιολογία και την ψυχολογία μας. Μόλις φθάσουμε στην εφηβεία τείνουμε να έχουμε ένα σχετικά συνεκτικό και ανθεκτικό σύνολο πεποιθήσεων οι οποίες μένουν μαζί μας για το υπόλοιπο της ζωής μας. Αυτές σχηματίζουν ένα διασυνδεδεμένο σύστημα πίστης με ένα σχετικά υψηλό επίπεδο εσωτερικής συνέπειας. Η ιδέα όμως ότι αυτό αποτελεί προϊόν ορθολογικών, συνειδητών επιλογών είναι εξαιρετικά αμφισβητήσιμη. «Αν θέλω να είμαι απολύτως ειλικρινής, δεν έχω πραγματικά επιλέξει τις πεποιθήσεις μου. Ανακαλύπτω ότι τις έχω» λέει ο κ. Χάλιγκαν. «Μερικές φορές τις σκέφτομαι, μου είναι όμως δύσκολο να κοιτάξω προς τα πίσω και να πω ποια ήταν η γένεση αυτής της πεποίθησης».

Ξεχάστε τα δεδομένα

Το αποτέλεσμα όλων αυτών είναι ότι ο προσωπικός μας οδηγός πεποιθήσεων είναι χτισμένος στην άμμο αλλά ταυτόχρονα εξαιρετικά ανθεκτικός στην αλλαγή. «Αν ακούσετε κάτι καινούργιο, προσπαθείτε να το ταιριάξετε στις υπάρχουσες πεποιθήσεις σας» λέει ο κ. Χάλιγκαν. Αυτό σημαίνει ότι μπορεί να καταβάλουμε κάθε προσπάθεια για να απορρίψουμε κάτι το οποίο αντιβαίνει στη θέση μας ή να αναζητήσουμε περισσότερες πληροφορίες προκειμένου να επιβεβαιώσουμε κάτι το οποίο ήδη πιστεύουμε.

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι πεποιθήσεις των ανθρώπων δεν μπορούν να αλλάξουν. Αν μας παρουσιαστούν αρκετές αντιφατικές πληροφορίες, μπορούμε να αλλάξουμε γνώμη και το κάνουμε. Πολλοί άθεοι, για παράδειγμα. βρίσκουν με λογικά επιχειρήματα τον δρόμο τους προς τη θρησκεία. Συχνά ωστόσο ο ορθολογισμός δεν θριαμβεύει εδώ. Αντίθετα, είναι πιο πιθανό να αλλάξουμε τις πεποιθήσεις μας ανταποκρινόμενοι σε ένα πολύ ισχυρό ηθικό επιχείρημα - και όταν το κάνουμε αναπλάθουμε τα γεγονότα ώστε να ταιριάξουν στη νέα πεποίθησή μας. Τις περισσότερες φορές ωστόσο απλώς εμμένουμε στα πιστεύω μας.

Κατόπιν όλων αυτών το δυσάρεστο συμπέρασμα είναι ότι κάποια, αν όχι όλα, από τα θεμελιώδη πιστεύω μας για τον κόσμο βασίζονται όχι στα γεγονότα και στη λογική - ή έστω στην παραπληροφόρηση - αλλά σε ενστικτώδη αισθήματα τα οποία πηγάζουν από την εξελιγμένη ψυχολογία, τη βασική βιολογία και την κουλτούρα μας. Τα αποτελέσματα είναι ορατά παντού: πολιτικά αδιέξοδα, θρησκευτικές αντιπαλότητες, χάραξη πολιτικών χωρίς στοιχεία και ένα απύθμενο πηγάδι μπερδεμένης γλώσσας, ασυναρτησίας και προκατάληψης. Ακόμη χειρότερα, οι βαθιές ρίζες των προβλημάτων μας είναι ως επί το πλείστον αόρατες σε εμάς. «Αν έχετε μια πεποίθηση, εξ ορισμού τη θεωρείτε αληθινή» λέει ο κ. Χάλιγκαν. «Μπορείτε να βγείτε έξω από τις πεποιθήσεις σας; Δεν νομίζω ότι θα ήσασταν ικανός».

Ο κόσμος θα ήταν βαρετός αν όλοι πιστεύαμε τα ίδια πράγματα. Θα ήταν όμως οπωσδήποτε καλύτερος αν όλοι παύαμε να πιστεύουμε τόσο έντονα στις πεποιθήσεις μας.

Τα παράξενα που πιστεύουμε

Θεωρούμε ότι οι πεποιθήσεις μας βασίζονται σε μια αλήθεια. Όταν όμως το 90% των ανθρώπων διατηρεί πεποιθήσεις οι οποίες μπορούν να χαρακτηριστούν αυταπάτες, ίσως είναι καιρός να αναθεωρήσουμε την πραγματικότητα.

Οι φυσιολογικοί άνθρωποι πιστεύουν στα πιο παράξενα πράγματα. Σχεδόν οι μισοί ενήλικοι στις Ηνωμένες Πολιτείες υποστηρίζουν τουλάχιστον μία θεωρία συνωμοσίας. Η πίστη σε παραφυσικά ή υπερφυσικά φαινόμενα είναι ευρέως διαδεδομένη, ενώ οι προκαταλήψεις και η πίστη στη μαγεία είναι σχεδόν οικουμενικές.

Εκπληκτικά μεγάλος αριθμός ατόμων διατηρεί επίσης πεποιθήσεις τις οποίες ένας ψυχίατρος θα χαρακτήριζε αυταπάτες. Το 2011 ο ψυχολόγος Πίτερ Χάλιγκαν από το Πανεπιστήμιο του Κάρντιφ εξέτασε πόσο συνηθισμένες είναι οι πεποιθήσεις του είδους στη Βρετανία (δείτε το Top 10 της αυταπάτης). Διαπίστωσε ότι περισσότεροι από το 90% είχαν σε κάποιον βαθμό τουλάχιστον μία. Στις πεποιθήσεις αυτές περιλαμβάνονται το να πιστεύει κάποιος/α ότι μια διασημότητα είναι κρυφά ερωτευμένη μαζί του/της, ότι δεν ελέγχει κάποιες πράξεις του/της και ότι ο κόσμος λέει ή κάνει πράγματα τα οποία εμπεριέχουν ένα ειδικό μήνυμα για εκείνον/η. Κανένα από τα άτομα που εξέτασε ο κ. Χάλιγκαν δεν προβληματιζόταν για τις παράξενες πεποιθήσεις του. Παρ' όλα αυτά, το γεγονός ότι είναι τόσο διαδεδομένες υποδηλώνει πως το «αίσθημα του σωστού» που συνοδεύει την πίστη δεν αποτελεί πάντα αξιόπιστο οδηγό για την πραγματικότητα.

Τα βασικά «πιστεύω» μας

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα πράγματα σχετικά με την πίστη είναι ότι διαφέρει υπερβολικά από άτομο σε άτομο, ιδιαίτερα σε ζητήματα που έχουν πραγματικά σημασία, όπως η πολιτική και η θρησκεία. Σύμφωνα με έρευνες του Τζέραρντ Σόσιερ από το Πανεπιστήμιο του 'Ορεγκον, αυτές οι μυριάδες διαφορές μπορούν να ταξινομηθούν σε πέντε βασικές «διαστάσεις». Στον πυρήνα τους, υποστηρίζει, αυτές αφορούν το τι θεωρούμε ότι αποτελεί αξιόλογη πηγή αξίας και καλοσύνης στη ζωή, είτε πρόκειται για μια έννοια, ένα αντικείμενο, ένα υπερφυσικό ον ή ένα ιστορικό πρόσωπο. Το σύστημα πίστης μας είναι το σύνολο που προκύπτει από τη θέση μας σε καθεμιά από αυτές τις πέντε διαστάσεις, οι οποίες είναι ανεξάρτητες η μία από την άλλη.

1. Παραδοσιακή θρησκευτικότητα: το επίπεδο πίστης στα επικρατούντα (mainstream) θεολογικά συστήματα όπως ο Χριστιανισμός ή το Ισλάμ.

2. Υποκειμενική πνευματικότητα: το επίπεδο πίστης σε μη υλικά φαινόμενα, όπως τα πνεύματα, η αστρολογία και το παραφυσικό.

3. Απόλυτο προσωπικό συμφέρον: η πίστη ότι ο ηδονισμός αποτελεί πηγή αξίας και καλοσύνης στη ζωή.

4. Κοινοτικός ορθολογισμός: η πίστη στη σημασία των κοινών θεσμών και στην άσκηση της λογικής.

5. Αποστροφή στην ανισότητα: το επίπεδο ανοχής της ανισότητας στην κοινωνία, ένα υποκατάστατο της παραδοσιακής πολιτικής διαίρεσης Αριστεράς - Δεξιάς.

ΑΠΙΩΝ Ο ΠΛΕΙΣΤΟΝΙΚΗΣ, Ο ΜΟΧΘΟΣ

Την ίδια εποχή που αναφέρεται ότι έζησε ο Ιησούς Χριστός στην Παλαιστίνη, έζησε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου ο μεγάλος Έλληνας ιστορικός και φιλόλογος Απίων ο Πλειστονίκης, ο Μόχθος, (περίπου από 30 με 20 π.Χ. έως το 45 με 48 μ.Χ.). Όλα τα έργα του Απίωνα κάηκαν από τους ιουδαιοχριστιανούς στην πυρά.

Ο Απίων ήταν αλεξανδρινός λόγιος και ιστοριογράφος, από την Όαση της Αιγύπτου, Κρητικής καταγωγής, γνωστός για την πολυμορφία του συγγραφικού του έργου. Ο Απίων υπήρξε λαμπρά μορφή των Αλεξανδρινών χρόνων, αλλά είναι παντελώς άγνωστος στους σημερινούς Έλληνες, ενώ τα περισσότερα έργα του κάηκαν δημόσια.

Στην Αλεξάνδρεια ο Απίων παρακολούθησε τα μαθήματα του γραμματικού Διδύμου, (του οποίου ήταν ίσως θετός γιος) και του Θέωνα του οποίου έγινε διάδοχος ως επικεφαλής της εκεί σχολής γραμματικών. Μελέτησε εντατικά τους Αρχαίους Έλληνες συγγραφείς, τους οποίους ερεύνησε και ερμήνευσε, με προτίμηση τα ομηρικά έπη.

Ασχολήθηκε με τη διδασκαλία της ρητορικής και της γραμματικής, πρώτα στη Ρώμη και αργότερα στην Αλεξάνδρεια. Έγραψε διάφορα συγγράμματα, ανάμεσα στα οποία και μία διόρθωση των ομηρικών επών, από αυτά όμως κανένα δεν διασώθηκε. Ο Σενέκας («επιστολαί» 88) μας πληροφορεί ότι ο Απίων περιόδευσε στήν Ελλάδα ομιλών περί Όμήρου. Ο απολογητής Τατιανός τον αποκαλεί «άνδρα δοκιμώτατον» (Τατιανός: «Προς Ελληνας» 38). Για τη μεγάλη επιμέλεια και εργατικότητά του επονομαζόταν και Μόχθος: «ο έπικληθείς μόχθος» (λεξικόν «Σουΐδα» λ. «Απίων»). Εγραψε πάρα πολλά συγγράμματα (αποσπάσματα εις Muller, FRG. Ill, 506-516) τα όποια έχάθησαν, δηλαδή κατεστράφησαν από τους ιουδαιοχριστιανούς. Τα συγγράμματα του διαιρούνται σε φιλολογικά, όπως «Γλώσσας Όμηρικάς» κ.τ.λ. σε ιστορικά, όπως «Ίστορίαν κατ’ έθνος» κ.τ.λ.

Μεταξύ των άλλων γραμματικών έργων του έγραψε ένα εξαιρετικό σύγγραμμα με τίτλο «Γλώσσαι ομηρικαί» (ετυμολογικά μελετήματα σε αλφαβητική σειρά), που το χρησιμοποίησε ο Απολλώνιος ο σοφιστής. Ο Απολλώνιος, ο λεγόμενος Σοφιστής, έζησε τον 1ο μ.Χ. αιώνα. Το μόνο σωζόμενο έργο του είναι το «Λεξικόν κατά στοιχείον της τε Ιλιάδος και Οδυσσείας», στο οποίο διασώζονται διαφορετικές εκδοχές πολλών ομηρικών στίχων και σπάνιες ερμηνείες ομηρικών λέξεων, επί τη βάσει των απωλεσθέντων συγγραμμάτων του Απίωνος.

Ένα πολύ σημαντικό σύγγραμμά του Απίωνος είναι μια ιστορία της Αιγύπτου (Αιγυπτιακά, σε 5 βιβλία) που δεν διασώθηκε. Στον τρίτο τόμο του πεντάτομου έργου του «Αιγυπτιακά» ασκεί πολεμική κατά των Ιουδαίων. Ο Απίων απέδειξε στο έργο του ότι α) οι Ιουδαίοι δεν είναι αρχαίος λαός, αλλά νεώτερος που δεν προσέφερε τίποτε στον πολιτισμό. Απεναντίας πήρανε από τα αγαθά του πολιτισμού, που δημιουργήσανε άλλοι λαοί, β) ότι αποφεύγουν την συμβίωση με τους υπολοίπους λαούς, γ) ότι ο Μωσαϊκός νόμος περιλαμβάνει αστειότητες, δ) ότι δεν υποτάσσονται στην πολιτική έξουσία (τότε του αύτοκράτορος), ε) ότι εκ της φυλετικής συστάσεως των αδυνατούν να δημιουργήσουν πολιτισμόν και στ) ότι είναι άθεοι, διότι αυτό που πιστεύουν, αν είναι όπως το πιστεύουν, δεν μπορεί να είναι θεός.

Από το έργο αυτό του Απίωνος (Αιγυπτιακά) κατάγεται και η γνωστή ιστορία για τον Ανδροκλή και το λιοντάρι καθώς και πολλές άλλες.

Οι ιδέες και το έργο του προκάλεσαν τα επαινετικά σχόλια του αυτοκράτορα Τιβερίου, του ιστορικού Πλίνιου κ.ά., αλλά και την έντονη αντίδραση και κριτική των Εβραίων λογίων και ιδιαίτερα του ιστορικού Ιώσηπου Φλάβιου. 

Αυτό οφειλόταν στο γεγονός ότι o Απίων δεν λάτρευε ιδιαίτερα τους Εβραίους και τους κατηγορούσε (ότι προσκυνούν κεφαλή γαϊδάρου κ.ά.) ενώ παράλληλα τους θεωρούσε Αιγυπτίους αποίκους.

Έχαιρε μεγάλου κύρους στον λαό. Κατά την σύγκρουση μεταξύ των Ελλήνων της Αλεξανδρείας και των εβραίων οι Αλεξανδρείς τον έστειλαν ως εκπρόσωπό τους στην Ρώμη, στον αυτοκράτορα Καλιγούλα, το 39 μ.Χ. λίγα χρόνια πριν τον θάνατό του και μόλις 6 χρόνια μετά τον θάνατο του Ιησού Χριστού, για να υπερασπισθεί τους Έλληνες.

Όλα τα στοιχεία βεβαιώνουν ότι ο Απίων που έφημίζετο για την ρητορική του δεινότητα συνέτριψε τα επιχειρήματα των ιουδαίων και έτσι απέκτησε την διαχρονική κακεντρέχεια του ιουδαϊσμού, του χριστιανισμού και του κομμουνισμού.

Εναντίον του Απίωνος έγραψε ο εβραίος Ιώσηπος. Μολονότι επρόκειτο περί γιου ραββινικής οικογενείας και ανήκε στο ιερατείο διάλεξε ένα Ρωμαϊκό όνομα, το Φλάβιος και δίπλα του κόλλησε εξελληνισμένο το Ιωσήφ. Ο Ιώσηπος απάντησε στην πολεμική του Απίωνος με δύο λόγους, που (φυσικά) διασώθηκαν από τους ιουδαιοχριστιανούς και που η σημερινή ιστορική κριτική τα επιχειρήματα που γράφονται εκεί, τα απορρίπτει ως κατάφωρα ψεύδη και συκοφαντίες.

"Ἀπίων, ὁ Πλειστονίκου, ὁ ἐπικληθεὶς Μόχθος, Αἰγύπτιος, κατὰ δὲ Ἑλικώνιον Κρής, γραμματικὸς, μαθητὴς Ἀπολλωνίου τοῦ Ἀρχιβίου. ἠκηκόει δὲ καὶ Εὐφράνορος γηραιοῦ καὶ ὑπὲρ ρ΄ ἔτη γεγονότος, Διδύμου δὲ τοῦ μεγάλου θρεπτός. ἐπαίδευσε δὲ ἐπὶ Τιβερίου Καίσαρος καὶ Κλαυδίου ἐν Ῥώμῃ. ἦν δὲ διάδοχος Θέωνος τοῦ γραμματικοῦ καὶ σύγχρονος Διονυσίου τοῦ Ἁλικαρνασέως. ἔγραψεν ἱστορίαν κατ' ἔθνος καὶ ἄλλα τινά".

Αυτά μας μεταφέρει το λεξικό της Σούδας για τον Απίωνα, ο οποίος ονομάστηκε και Μόχθος επειδή έγραψε πολλά έργα τα οποία οι χριστιανοί έκαψαν, γιατί υπεράσπιζε τον Ελληνισμό.

Σήμερα, οποιαδήποτε ιστορία και αναφορά θα διαβάσετε για τον Έλληνα Απίωνα τον Μόχθον, θα δείτε ότι τον κοροϊδεύουν συστηματικά με το προσωνύμιο «κύμβαλον» που του το πρόσθεσε ο ιουδαίος Ιώσηπος. Όλοι, μα όλοι οι μετά από αυτόν εβραίοι, χριστιανοί, ακόμη και οι κομμουνιστές, για να μειώσουν τον Έλληνα Απίωνα, τον αναφέρουν σαν «Απίωνα, το κύμβαλον». Ακόμη και στον εβραιοκομμουνιστή Κάουτσκυ, στο βιβλίο του «Η καταγωγή του Χριστιανισμού» διάβασα την φράση: «ο Απίων, το παγκόσμιο κύμβαλο, όπως τον έλεγε ο Ιώσηπος». Όπως καταλαβαίνει κανείς αυτό δεν γίνεται τυχαία. Αυτό που θέλουν είναι να μειώσουν τον Απίωνα, έτσι ώστε να χάσουν ισχύ τα μη αρεστά στους ιουδαίους επιχειρήματά του.

Όλοι όμως οι σοβαροί άνθρωποι του πνεύματος στην αρχαιότητα τον είχαν σε μεγάλη εκτίμηση. Ο αυτοκράτορας Τιβέριος, ο ιστορικός Πλίνιος και πολλοί άλλοι εκτιμούσαν ιδιαιτέρως τον Απίωνα.  Δεν του έδωσαν άλλωστε αβασάνιστα το όνομα Μόχθος. Ο Απίων πράγματι αγαπούσε με πάθος τον Ελληνισμό και τα Ελληνικά γράμματα. Εργάστηκε με πολύ μόχθο γι αυτά, ιδίως για τα Ομηρικά ζητήματα. Βέβαια τα έργα του καταστράφηκαν.

Οι σημερινοί έλληνες απόγονοί του δεν τον γνωρίζουν καθόλου ή θα τον μάθουν μέσω εβραίων (και χριστιανών κολαούζων) συγγραφέων σαν ένα πολύ κακό άνθρωπο, που τόλμησε να τα βάλει με τον περιούσιο λαό του Ιεχωβά. 

Ο Απίων -Frg. 2.7-, διαχωρίζει τους ανθρώπους καθοριστικά εις τους «εκ περιτομής» και τους «εξ Ελλήνων».

Ο Απίων έγραψε ότι οι Ιουδαίοι: «Ορκίζονται εις τον Θεόν, ότι κανέναν αλλόφυλον δεν θα ευνοήσουν, ιδιαίτερα δε τους Έλληνας» ( Ιώσηπος, Κατ' Απίωνος Β, κεφ 10).

ΜΙΑ ΦΡΑΣΗ ΤΗΣ ΒΙΒΛΟΥ ΤΩΝ ΙΟΥΔΑΙΟΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ ΠΟΥ ΗΤΑΝ ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΠΙΩΝΑ.

 Ο Ιεχωβά διατάζει τους ιουδαίους διαχρονικά:

"πᾶν θνησιμαῖον οὐ φάγεσθε· τῷ παροίκῳ τῷ ἐν ταῖς πόλεσί σου δοθήσεται, καὶ φάγεται, ἢ ἀποδώσῃ τῷ ἀλλοτρίῳ· ὅτι λαὸς ἅγιος εἶ Κυρίῳ τῷ Θεῷ σου". ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ, ΙΔ, 21. 

"Δεν θα τρώτε τα ψοφίμια εσείς οι ιουδαίοι, γιατί είσαστε άγιος λαός. Με τα ψοφίμια θα ταΐζεται μόνο τους ξένους".

Είμαστε όσο τυφλοί επιλέγουμε

Φαντάζει πάντοτε σαν εμπειρία το να έχουμε τα μάτια κλειστά. Σφαλίζουν τα βλέφαρα και στο μαύρο τους όλα είναι πιθανά. Έχουμε τη δυνατότητα απαλλαγμένοι από την κανονική μας όραση να φτιάξουμε μια άλλη, που θα απαρτίζεται από όσα δε φανταστήκαμε ποτέ πριν, αλλά και από όσα ίσως δεν τολμάμε να φανταστούμε ή να δώσουμε μια συνέχεια στο μυαλό και στη ζωή μας αντίστοιχα. Εκεί στα σκοτεινά της τύφλωσής μας όλα εξελίσσονται, όλα έχουν παλμό και κάπου καταλήγουν, όλα έχουν μια εξήγηση και ένα λόγο ύπαρξης που πάντα δίνει αναφορά σε μας, στο τέλος της μέρας, στο τέλος της εξέλιξής τους, αλλά κυρίως στο τέλος της τύφλωσης. Γιατί πάντα τελειώνει. Από εμάς τους ίδιους από τους οποίους και άρχισε. Τι νομίζατε ότι είμαστε τόσο σημαντικοί και τόσο ακρογωνιαία απαραίτητοι στην ανθρωπότητα ώστε κάποιος να καταστρώνει επί μόνιμου βάσεως σχέδια για να παραμένουμε τυφλοί λες και εξαρτάται η πορεία του κόσμου από εμάς;

Σαφώς και εξαρτάται η πορεία του κόσμου, του δικού μας κόσμου και για αυτό δε βρίσκεται κανείς άλλος πίσω από αυτά τα κλειστά μάτια παρά μόνο η ίδια μας η ύπαρξη. Αν παραδεχτούμε επιτέλους ότι η αλήθεια είναι το πιο δύσκολο πράγμα να αποδεχτούμε και να πάρουμε από το χέρι να ζήσουμε, να συνηθίσουμε και να εδραιώσουμε. Δε λυτρώνει απαραίτητα το να τη δούμε, αλλά σίγουρα μόνιμα δημιουργεί καινούριες συνθήκες διαβίωσης πρώτα μέσα και ύστερα έξω μας που από τον τόσο κόπο να φτάσουμε σε αυτή τελικά θέλουμε όσο τίποτα άλλο λιγάκι να κλείσουμε τα βλέφαρά μας, να ξεκουραστούμε και να πάψουμε να ταλαιπωρούμαστε και να ταλαιπωρούμε και την όρασή μας με κάτι που θα είναι δύσκολο πάντα. Πάντα και για πάντα, όποτε ας πάρουμε μια ανάσα, ας μείνουμε τυφλοί και συνεπώς ανίδεοι και αδιάφοροι για το σημαίνει και τι φέρνει η αλήθεια. Η κάθε αλήθεια.

Μόνο για λίγο να κλείσουμε τα μάτια μας, έτσι και αλλιώς πάνα εκεί θα είναι δεν έγινε κάτι αν τη δούμε και πιο μετά. Δε σκοπεύει να πάει πουθενά το ξέρουμε πια καλά αυτό. Το μάθαμε όλες τις φορές που τα ανοίξαμε τα μάτια μας είτε απότομα, είτε νωχελικά. Κάπως έτσι, είμαστε όσο τυφλοί θέλουμε να είμαστε. Κανένας δεν επηρεάζεται ή κλονίζεται από το πόσο θα παραμείνουμε στο σκοτάδι. Σε κάποιες περιπτώσεις μπορεί να είμαστε τόσο τυχεροί που να μας τύχει ο άνθρωπος τζακ ποτ που όντως θα μας δείξει προς τα πού έρχεται η όραση και μάλιστα η σωστή, αλλά και πάλι δε θα μπει στο δικό του κορμί ό,τι θα φέρει η όραση και δε θα βρει τη θέση του στη δική του ζωή. Αυτό γιατί πρωτίστως και ξεκάθαρα όσα βλέπουμε και στη συνέχεια βιώνουμε δεν προέρχονται καν από την όραση την ίδια. Τα μάτια είναι το μέσο, άλλες φορές πιο χρήσιμο άλλες φορές πιο άχρηστο, που χρησιμοποιεί η αντίληψη για να γίνει κατανοητή και πραγματικότητα. Και η αντίληψη για να φτάσει σε σημείο να μας κάνει καλό θέλει εκτεταμένη και συνεχή εκπαίδευση, καταχώριση και διαχωρισμό δεδομένων, έλλειψη φόβου που μπλοκάρει τις αισθήσεις και νικιέται μόνο αν τον παραδεχτείς και δράσεις παρ´ όλα ταύτα και θέληση που όσο περνάνε τα χρόνια μας οφείλει να γίνεται πόθος για το τι συμβαίνει. Τι πραγματικά συμβαίνει εκεί έξω και εδώ μέσα μας.

Από την άλλη πάλι, την άλλη πλευρά του κόσμου, την άλλη του ηλίου, την άλλη που γυρνάς πλευρό όταν κοιμάσαι μπορεί και να μη σε διακατέχει κανένας πόθος απολύτως. Να θες να ξεκουράσεις τα βλέφαρα σου επ’ αόριστον αγνοώντας τα υπόλοιπα. Είναι και αυτός ένας τρόπος να βλέπεις αρκεί να ξέρεις με ευθύνη δική σου και μόνο ότι στην ουσία βλέπεις μέχρι εκεί που θες και όχι μέχρι εκεί που μπορείς.

Virginia Satir: Η αφή

Όπως η αναπνοή μάς συνδέει με τη ζωή, έτσι και το άγγιγμα είναι το πιο εκφραστικό μέσο για τη μετάδοση συναισθηματικών πληροφοριών ανάμεσα σε δύο άτομα. Η πρώτη συγκεκριμένη εμπειρία, που μας εισαγάγει στον κόσμο αυτό, πραγματοποιείται με το άγγιγμα των ανθρώπινων χεριών και το άγγιγμα παραμένει η επαφή στην οποία έχουμε τη μεγαλύτερη εμπιστοσύνη.

Θα εμπιστευτώ το άγγιγμά σου, πριν εμπιστευτώ τα λόγια σου. Οι στενές προσωπικές σχέσεις τονώνονται ή αποθαρρύνονται από τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι βιώνουν την άμεση αυτή επαφή.

Θυμήσου με πόσους τρόπους χρησιμοποιείς τα χέρια σου: για να σηκώσεις, για να χαϊδέψεις, για να κρατηθείς, να δείρεις, να ισορροπήσεις. Κάθε άγγιγμα συνδέεται μ' ένα συναίσθημα, όπως αγάπη, εμπιστοσύνη, φόβο, αδυναμία, αναστάτωση και πλήξη.

Διδάσκω τους ανθρώπους να συνειδητοποιούν πώς αισθάνονται οι άλλοι την επαφή τους. Για να το μάθεις αυτό, πρέπει να ρωτήσεις, "πώς αισθάνεσαι όταν σ' ακουμπάω έτσι;" Μας έχουν πολύ λίγο μάθει να αισθανόμαστε το άγγιγμά μας. Αυτή η ερώτηση θα φέρει σε δύσκολη θέση πολλούς ανθρώπους. Όταν τη μεταχειριστείς λίγο καιρό, αρχίζεις να καταλαβαίνεις την αξία της.

Μία άλλη πλευρά του αγγίγματος είναι να πεις σε κάποιον άλλον τι συναισθήματα σού δημιουργεί το δικό του άγγιγμα. Είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι, εκτός αν κάποιος άλλος μας επιστήσει την προσοχή σ' αυτό, δεν έχουμε καμία αντίληψη της αίσθησης που δημιουργεί το άγγιγμά μας. Θυμάμαι πόσες φορές άτομα συναισθηματικά και ενθουσιώδη μου ματώσανε τα δάχτυλά μου: φορούσα δαχτυλίδια κι εκείνοι μου λιώσανε τα δάχτυλα με μία εγκάρδια χειραψία.

Πιστεύω επίσης πως οι περισσότεροι γονείς δεν έχουν καμία πρόθεση να τραυματίσουν τα παιδιά τους, όταν τα χτυπάνε. Μα ούτε υποψιάζονται καθόλου πόσο δυνατά χαστουκίζουν. Πολλοί κυριεύονται από φρίκη όταν δουν τα αποτελέσματα από τα χτυπήματά τους. Αυτό κυρίως ισχύει με άτομα που διδάχτηκαν πώς να αποκτήσουν μεγάλη σωματική δύναμη, αλλά δεν έμαθαν τι αποτελέσματα έχει αυτή η δύναμη πάνω στους άλλους ανθρώπους και ιδιαίτερα στα παιδιά.

Γνώρισα έναν αστυνομικό που έσπασε τρία πλευρά της γυναίκας του όταν την αγκάλιασε, μετά από μία απουσία του. Ξέρω πως αυτός ο άντρας δεν είχε καθόλου εχθρικά συναισθήματα για τη γυναίκα του. Μα ούτε του περνούσε απ' το νου πως ήταν τόσο δυνατός.

Θέλω να τονίσω ότι χρειάζεται να μάθουμε να έχουμε συναίσθηση του αγγίγματός μας, αλλά και να το σκεπτόμαστε. Αυτό το σημείο της διαπαιδαγώγησής μας έμεινε ολότελα παραμελημένο. Την επόμενη φορά που θα χαιρετήσεις κάποιον με χειραψία ή θα χαϊδέψεις κάποιον, φρόντισε να νιώσεις τι συμβαίνει καθώς τον αγγίζεις.

Έπειτα κουβέντιασε αυτές σου τις παρατηρήσεις μαζί του: "Τότε, λοιπόν ένιωσα...Εσύ τι ένιωσες;" Μερικοί λένε ότι δεν αισθάνθηκαν τίποτε κι ότι όλα αυτά τους φάνηκαν κουταμάρες και βλακείες. Αυτό με στενοχωρεί, γιατί σημαίνει πως εκείνοι έχουν χτίσει τοίχους τριγύρω τους, ώστε να μην ευχαριστιούνται καθόλου από τη φυσική επαφή.

Ξεπερνάει κανένας πραγματικά ποτέ την επιθυμία και την ανάγκη για την ίδια τη σωματική επαφή και για την ανακούφιση που προσφέρει;

Τα τελευταία δέκα χρόνια, οι άνθρωποι άρχισαν να δέχονται τις ανάγκες τους για τη σωματική επαφή.

Το αγκάλιασμα είναι ένας ανερωτικός, πολύ ανθρώπινος τρόπος για να πάρεις και να δώσεις στοργή.

Άρχισαν σιγά σιγά και οι άνδρες να το αποδέχονται. Το δέρμα τους μπορεί να πεινάει τόσο, όσο και των γυναικών για χάδι.

Ίσως, αν οι άνθρωποι επέτρεπαν στον εαυτό τους να ικανοποιήσουν τις ανάγκες τους για χάιδεμα, δε θα ήταν τόσο επιθετικοί.

Virginia Satir, Πλάθοντας Ανθρώπους

Spinoza: Εάν θέλετε να σας χαμογελάσει η ζωή, χαρίστε της την καλή σας διάθεση

«Αντί να περιγελάσω, να οικτίρω ή να καταραστώ της ανθρώπινες πράξεις μερίμνησα με ιδιαίτερη φροντίδα να τις κατανοήσω»

«Αν περάσει από το μυαλό κανενός πως το πρόσωπο που αγαπάει συνδέεται και με άλλον, με τον ίδιο ή και πιο στενό ακόμα φιλικό δεσμό, τότε θα νοιώσει μίσος προς το πρόσωπο που αγαπούσε πριν και ζηλοφθονία προς τον άλλον. Το μίσος αυτό προς το αγαπώμενο πρόσωπο ονομάζεται ζηλοτυπία.»

«Εάν θέλετε να σας χαμογελάσει η ζωή, πρώτα χαρίστε της την καλή σας διάθεση.»

«Αυτός που θέλει να διακρίνει την αλήθεια από το ψέμα πρέπει να ξέρει αρκετά καλά τι είναι αλήθεια και τι είναι ψέμα.»

«Ο άνθρωπος είναι ελεύθερος να επιλέγει να αποδέχεται το αναπόφευκτο.»

«Ευτυχία είναι η δια της λογικής κατανόηση της ζωής και του κόσμου.»

«Ό,τι είναι ενάντια στους Νόμους της Φύσης, είναι ενάντια στη Λογική και ό,τι είναι ενάντια στη Λογική, είναι ανοησία και πρέπει να απορρίπτεται.»

«Ζήλος είναι η επιθυμία ενός πράγματος που γεννιέται στον άνθρωπο απ' την ιδέα ότι και οι άλλοι κατέχονται απ' την ίδια επιθυμία.»

«Ζηλωτής είναι εκείνος που μιμείται ό,τι κρίνει ως έντιμο ωφέλιμο και ευχάριστο.»

«Ο άνθρωπος είναι ένα κοινωνικό ζώο.»

«Οι άνθρωποι θα δουν πως μπορούν να δημιουργήσουν ενωμένοι ευκολότερα όσα έχουν ανάγκη και να αποκρούσουν πολύ ευκολότερα τους κινδύνους που τους περιβάλλουν με ενωμένες δυνάμεις.»

«Οι φυσικές βάσεις ενός κράτους δεν πρέπει να βγαίνουν από τα διδάγματα του ορθού λόγου, αλλά από τη γενική φύση και τις ιδιότητες του ανθρώπου.»

«Όσο ένας άνθρωπος σκέπτεται αν μπορεί να κάνει τούτο κι εκείνο, τόσο μένει αναποφάσιστος για τις ικανότητές του, και κατά συνέπεια του είναι πάρα πολύ δύσκολο τελικά να κάνει κάτι.»

«Σωστό και δίκαιο είναι την εξουσία να κρατάει η πλειοψηφία.»

«Το τίμιο είναι να λες πάντα την αλήθεια.»

«Η ελπίδα δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια ύστατη χαρά που γεννιέται απ' την εικόνα ενός περασμένου ή μελλοντικού πράγματος που η έκβασή του θεωρείται αμφίβολη.

Ο φόβος αντίθετα είναι μια άστατη λύπη που γεννιέται όμοια από την εικόνα ενός αμφίβολου πράγματος. Αν τώρα από τα πάθη αυτά αφαιρέσουμε την αμφιβολία, η ελπίδα γίνεται ασφάλεια και ο φόβος απελπισία.»

«Αν οι άνθρωποι μπορούσαν να ρυθμίσουν όλες τις υποθέσεις τους με μια βέβαιη γνώμη ή αν η τύχη τους ευνοούσε πάντα, δεν θα υπέκυπταν ποτέ σε καμιά δεισιδαιμονία.

Όμως συχνά βρίσκονται σε τέτοια δυσκολία, ώστε δεν μπορούν να καταλήξουν σε καμιά γνώμη και, ως επί το πλείστον, εξαιτίας των αβέβαιων αγαθών της τύχης, που τα επιθυμούν χωρίς μέτρο, κλυδωνίζονται δυστυχισμένοι μεταξύ ελπίδας και φόβου, γι' αυτο και η ψυχή τους είναι τόσο πρόθυμη να πιστέψει οτιδήποτε:

Όσο η ψυχή βρίσκεται σε αμφιβολία, το παραμικρό την κάνει να κλίνει εύκολα προς τη μία ή την άλλη πλευρά, και τούτο συμβαίνει ακόμα ευκολότερα όταν διεκδικείται από την ελπίδα και τον φόβο που την ταράζουν, ενώ σε άλλες περιπτώσεις είναι γεμάτη έπαρση και υπεροψία.»

«Κινούμαστε κατά ποικίλους τρόπους από εξωτερικές αιτίες, και ταραζόμαστε όπως τα κύματα της θάλασσας, που κινούνται από αντίθετους ανέμους, αγνοώντας τι θα μας συμβεί και ποια τύχη μας περιμένει».

«Οι περισσότεροι από εκείνους που έγραψαν για τα πάθη και για τον τρόπο της ζωής των ανθρώπων, φαίνεται σα να πραγματεύθηκαν, όχι φυσικά πράγματα, που απορρέουν από τους γενικούς νόμους της φύσης, αλλά πράγματα που βρίσκονται έξω από τη φύση».

«Με τον όρο συναίσθημα κατανοώ τις διαθέσεις του σώματος, με τις οποίες αυξάνεται η δύναμη του σώματος να ενεργεί, ή μειώνεται, βοηθείται ή εμποδίζεται και ταυτόχρονα τις ιδέες αυτών των διαθέσεων».

Ο άνθρωπος εκχωρεί οικειοθελώς την ελευθερία του για να δεθεί με τα γλυκόπικρα «δεσμά» του έρωτα

«Ελευθέρους αφήκε πάντας ο Θεός, ουδένα δούλον η φύσις πεποίηκε», είπε ο Αλκιδάμας 2.500 χρόνια πριν, κι ο υπαρξιστής Ζαν Πολ Σαρτρ: «Ο άνθρωπος είναι καταδικασμένος να είναι ελεύθερος».

Σωστά τα των φιλοσόφων περί της ελευθερίας του ανθρώπου, με μια διαφορά όμως: ότι στο μόνον που ο άνθρωπος εκχωρεί οικειοθελώς την ελευθερία του για να δεθεί με τα γλυκόπικρα «δεσμά» του είναι ο έρωτας!

Είναι, λοιπόν, ο ΕΡΩΤΑΣ δημοκρατικός; Η απάντηση βγαίνει άμεση κι αυθόρμητη: Καθόλου, ο έρωτας δεν έχει καμιά σχέση με τη δημοκρατία! Συμβιβάζεται ο έρωτας με την ελευθερία; Δεν συμβιβάζεται, διότι καθόσο διαρκεί μας «κατέχει», είμαστε «υποτακτικοί» του, κι απέναντι σ’ έναν κατακτητή οι έννοιες της δημοκρατίας και της ελευθερίας διασαλεύονται, κι αν δεν αφανίζονται, υπολείπονται πολύ του πραγματικού νοήματός των.

Οι «αρρώστιες» του: ζήλεια, κτητικότητα, μοναδικότητα ή καμιά φορά και απιστία δεν είναι καθόλου δημοκρατικές! Ο έρωτας αντιστέκεται στις ουτοπίες της δικαιοσύνης και της ισότητας, αφού το ν’ αγαπάς σημαίνει να προτιμάς!.. Πολλοί λένε ότι ο έρωτας είναι μια “φυλακή”! Ο ένας θέλει να επιβληθεί επί του άλλου, να τον κάνει κτήμα του, να τον εξουσιάζει. Όμως μέσα σ’ αυτήν την ωραία “φυλακή” αναπνέουμε άπαντες, σ’ αυτήν την ίδια οφείλουμε να μάθουμε να ερωτεύομαστε, να πενθήσουμε και να υμνήσουμε την ιδιότητά μας του “δεσμώτη”!

”Δεν υπάρχει ευτυχισμένος έρωτας”, έλεγε σ’ ένα ποίημά του ο Αραγκόν. Στην πραγματικότητα όμως, για όσο διαρκεί, κι όποιες μεταπτώσεις και να έχει, ο έρωτας δεν μπορεί παρά να είναι ένα πάθος (για την/τον αγαπημένη/νο), με τα ευτυχή και δυστυχή που μπορεί να περικλείει. Ασφαλώς υπάρχει πόνος στους έρωτές μας, αλλά είναι ένας πόνος που προκαλεί μια αγωνία που δημιουργεί ηδονή. Ίσως το πάθος του μας οδηγήσει ακόμα και στη δυστυχία. Μα είναι ακόμη μεγαλύτερη δυστυχία το να μην έχεις νιώσει ποτέ στη ζωή σου το πάθος του έρωτα!», (από συνέντευξη του Πασκάλ Μπρικνέρ)…

«”Τι εστί έρως, λοιπόν; αναρωτιόταν ο Τζιάκομο Καζανόβα και ο οποίος αφού τον βίωσε όσο κανείς άλλος ίσως απαντούσε: έρως, ο μη ορισμός! Της φύσεως θεός. Η γλυκύτερη πικρία, η πικρότερη γλυκύτης. Τέρας θεϊκό, που ορίζεται μόνον διαμέσου των παράδοξων. Ο έρωτας είναι η απάντηση σε όλα. Το παράδοξο είναι ότι ο ίδιος είναι και η ερώτηση. Έρωτας λοιπόν σημαίνει έρωτας”.

Ο Ησίοδος γράφει στη Θεογονία του: “…και ο Έρωτας, που είναι ο πιο ωραίος ανάμεσα στους αθάνατους θεούς, ο λυσιμελής, και όλων των θεών και όλων των ανθρώπων δαμάζει μες στα στήθη τους τη γνώση και τη φρονιμάδα.”…”Δαίμονα” τον αποκαλεί ο Πλάτων στο Συμπόσιό του, λοιδορώντας το παράδοξό του, “ανίκατος μάχαν” κατά τον Σοφοκλή, “παγίδα” κατά τους Σοπενάουερ και Χάρτμαν, και “διά του έρωτος συνέρχονται εις εν άπαντα”, θεωρούσε ο Εμπεδοκλής!

Και η Σαπφώ: “…με καίει ο πόθος και μ’ ανάβει σύγκορμη, τι θέλω μήτε ξέρω, δυο γνώμες είναι μέσα μου, σταγόνα τη σταγόνα ο πόνος στην ψυχή μου…Ο έρωτας που βάσανα μοιράζει, ο έρωτας που παραμύθια πλάθει, μου άρπαξε την ψυχή μου και την τράνταξε ίδια καθώς αγέρας από τα βουνά χυμάει μέσα στους δρυς φυσομανώντας ”!

– Ο Πλούταρχος για τον έρωτα:

«Ο έρως ούτε την γένεσιν εξαίφνις λαμβάνει και αθρόαν ως θυμός, ούτε παρέχεται ταχέως, καίπερ πτηνός λεγόμενος, αλλ’ εξάπτεται μαλακώς και σχεδόν οίον εντήκων εαυτόν, αψάμενός τε της ψυχής παραμένει πολύν χρόνον, ουδ’ εν γηρώσιν ενίοις αναπαυόμενος αλλ’ εν πολλιαίς ακμάζων έτι πρόσφατος και νεαρός, αν δε και λήξη και διαλυθή, χρόνω μαρανθείς ή λόγω τινί κατασβεσθείς, ούπω παντάπασιν εξαπήλλακται της ψυχής αλλ’ εναπολείπει πυρίκαυτον ύλην κσαι σημεία θερμά, καθάπερ οι κεραυνοί οι τυφόμενοι.

Λύπης μεν γαρ ουδέν απαλλαγείσης ίχνος εν τη ψυχή παραμένει σύνοικον ουδ’ οργής τραχείας πεσούσης, συστέλλεται δε και φλεγμονή επιθυμίας παρεχούσης τραχύ κίνημα, τα δ’ ερωτικά δήγματα, καν αποστή το θηρίον, ουκ εξανίησι τον ιόν, αλλ’ ενοιδεί τα εντός σπαράγματα, και αγνοείται τι ην, πώς συνέστη, πόθεν εις την ψυχήν ενέπεσεν».

***
(Ο έρωτας ούτε γεννιέται και ολοκληρώνεται μονομιάς, όπως ο θυμός, ούτε περνάει και φεύγει γρήγορα, παρόλο που λένε πως έχει φτερά. Αντίθετα, φουντώνει σιγά σιγά, σχεδόν σα να λειώνει μέσα μας. Και από τη στιγμή που αγγίξει την ψυχή, μένει εκεί για πολύ καιρό, και σε μερικούς ανθρώπους δεν ησυχάζει ούτε κι όταν γεράσουν, αλλά παραμένει ακμαίος, φρέσκος και θαλερός, ακόμη κι αν ασπρίσουν τα μαλλιά τους. Αν πάλι σβήσει και διαλυθεί, επειδή μαράθηκε από το χρόνο ή ύστερα από λογικές σκέψεις, δεν εγκαταλείπει ούτε τότε ολότελα την ψυχή, αλλά αφήνει μέσα της καμένο υλικό και θερμά αποτυπώματα, όπως ακριβώς οι κεραυνοί αφήνουν πίσω τους φωτιά που σιγοκαίει. Η λύπη, όταν πάψουμε να είμαστε λυπημένοι, δεν αφήνει κανένα σημάδι στην ψυχή, ούτε η άγρια οργή μας όταν υποχωρήσει, η έξαψη της επιθυμίας, όσο βίαια κι αν μας συγκλονίζει, επίσης καταλαγιάζει. Αντίθετα, οι λαβωματιές του έρωτα, ακόμη κι αν απομακρυνθεί το θηρίο, δεν χάνουν το κεντρί τους, αλλά προκαλούν πρήξιμο στα κομμάτια της ψυχής. Και κανείς δεν ξέρει τι ήταν, πως ξεκίνησε και από πού εφόρμησε εναντίον της ψυχής.)

Ευδαιμονία και Ζωή

Ευδαιμονία: Ζωή και Θάνατος

§1

Μπορούμε να μιλάμε για ευδαιμονία στη διάρκεια της ζωής, όταν γνωρίζουμε ότι ο θάνατος αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του βίου μας· όταν δεν γνωρίζουμε πότε θα κόψει το νήμα της ζωής; Τι είναι ευδαιμονία; Με βάση την ετυμολογική προέλευση της λέξης είναι ό,τι συνδέεται με το: ευ-δαίμων· με τον καλό μας δαίμονα, που φέρνουμε δυνάμει ή ενεργεία μέσα μας. Μας έχει πει με περισσή σοφία ο Ηράκλειτος: «ήθος ανθρώπω δαίμων». Το ήθος είναι ο θεός για τον άνθρωπο. Ήθος όχι με την απλή σημασία μιας τυπικής συμπεριφοράς αλλά ως νοο-τροπία, δηλ. ως τρόπος σκέψης και κατ’ επέκταση ως διαμονή στον τόπο του ανθρώπου. Σ’ αυτόν τον τόπο, το ανθρώπινο άτομο είναι και δεν είναι μόνο στον κόσμο.

Είναι μόνο, ακόμη κι αν περιβάλλεται από πλήθος ανθρώπων, όταν βρίσκεται σε ηθικό δίλημμα, όταν πρόκειται να πάρει μεγάλες αποφάσεις και κυρίως όταν πρέπει να αναλάβει δράση με συγκεκριμένους στόχους. Επίσης είναι μόνο εντός μιας περιρρέουσας ατμόσφαιρας, όπου τα πάντα υπακούνε σε έναν παγερό υπολογισμό και το ίδιο τείνει να λησμονήσει τον εαυτό του, αναλίσκοντας τα επιτηδεύματά του και αναλισκόμενος μέσα σε τούτα. Σε όλες όμως αυτές και σε παρόμοιες άλλες περιπτώσεις συμβαίνει να μην είναι και μόνο, όταν είναι παρούσα η συμβολή και των άλλων, δηλαδή του φιλικού, του οικογενειακού, του σχολικού, του πνευματικού, του επαγγελματικού περιβάλλοντος· αλλά και αυτή η παρουσία εξαντλείται αντικειμενικά κάποτε σε ανιδιοτελείς και ορθόφρονες συχνά νουθεσίες ή πιθανόν και σε άλλες μορφές αλληλεγγύης ή ακόμη σε αρνητικές συμπεριφορές, όπου «η κόλασή μου είναι οι άλλοι» (Σαρτρ), πέραν των οποίων το άτομο βρίσκεται και πάλι μόνο. Όντας μόνο το άτομο, καθετί άλλο ή άλλος παραμονεύει δίπλα του ως θάνατος.

§2

     Τι συμβαίνει εδώ; Αυτό το ίδιο εν-ίσταται, ενόσω εξ-ίσταται και αντίστροφα: εν-ίσταται με την έννοια ότι ίσταται εντός εαυτού·· είναι εγκλεισμένο στην υποκειμενικότητά του, αποξενωμένο από τον κόσμο, ανέστιο, ανύπαρκτο για τον άλλο· ταυτόχρονα, η μέριμνα που διαποτίζει την ύπαρξή του και αποτελεί τον έσχατο προσδιορισμό του το ενεργοποιεί με τέτοιο τρόπο, ώστε να εξ-ίσταται: να ίσταται εκτός εαυτού, να είναι δηλαδή εξωτερική ύπαρξη και να διανοίγεται διαρκώς προς τον κόσμο. Η διάνοιξη τούτη το κάνει να βρίσκεται πάντοτε, όπως λέει ο Heidegger, πιο μπροστά από τον εαυτό του και να διακινδυνεύει το Είναι του μέσα σε μια πολυκύμαντη ζωή. Αυτό το κλείσιμο-άνοιγμα το διατηρεί σε μια πορεία διάρκειας, κατά την οποία δεν μπορεί αντικειμενικά να συμφιλιωθεί με μια στιγμή ή μια συνθήκη του παρελθόντος ή ακόμη με καταστάσεις του παρόντος και του μέλλοντος, π.χ. με την προοπτική του επαγγέλματος, αλλά συνταράσσεται από τις αστραπές του ένδον και του έξω κόσμου. Ο πρώτος κόσμος που βρίσκεται μέσα του είναι απέραντος ωκεανός με θυμωμένους Ποσειδώνες, με ανεξερεύνητους βυθούς, με αδιόρατες δυνάμεις που συμπλέκονται και όχι λιγότερο ανταγωνίζονται μεταξύ τους· αυτός ο κόσμος είναι το ίδιο περίπλοκος και μυστηριώδης όπως και ο εξωτερικός κόσμος. Το πρόβλημα της ζωής συνεπώς εκ-τίθεται στον θάνατο: απαιτεί από τον άνθρωπο να κρατά πάντοτε ανοικτό τον ορίζοντα του πνεύματος και να διατηρεί ακούραστη την ψυχή στη σύντονη προσπάθειά της για επίτευξη ισορροπίας ανάμεσα στις αντίρροπες δυνάμεις της. Την ίδια στιγμή η θνητή ύπαρξη κλυδωνίζεται κι αυτό που της μένει εν τέλει είναι το διαιώνιο έργο, που η ίδια μπορεί να έχει επιτύχει εντός των θνητών της ορίων: π.χ ο Πλάτων μας άφησε το διαιώνιο έργο, που δημιούργησε εντός του θνητού του βίου. Το ίδιο και όλα τα μικρά ή μεγάλα δημιουργικά πνεύματα της ιστορίας.

§3

     Η δογματική προσήλωση σε μονομερείς επιλογές, σε λογικές των αριθμών, σε ιδεολογικές εξαρτήσεις, σε κακότροπες ιδεοληψίες του κλείνουν τα μάτια στις αντιθέσεις της ζωής· του αποκοιμίζουν τη συνείδηση και τον μετατρέπουν σε έρμαιο των εσωτερικών του αντιφάσεων, σε ένα ακροσφαλές και εύθραυστο ον. Καμιά πεποίθηση και καμιά ιδέα δεν έχει αξία, όταν δεν προέρχεται από την βαθιά κατανόηση της πραγματικότητας και δεν διακρίνεται για την εσωτερική της διαύγεια· όταν απουσιάζει το φωτεινό συναίσθημα, η άδολη ενατένιση κάθε υψηλού και ωραίου, η αυτονομία της γνώσης και η φρόνηση·· όταν ο ίδιος ο άνθρωπος εν τέλει γίνεται σκλάβος των περιττών του επιθυμιών και αξιοθρήνητο θύμα του ίδιου του εαυτού. Ο Επίκουρος ονομάζει αυτές τις επιθυμίες μη φυσικές και μη αναγκαίες. Θεωρεί ότι δεν αξίζει ο άνθρωπος να ταλαιπωρείται με τέτοιες ματαιότητες, γιατί δύσκολα τις εκπληρώνει και ακόμα πιο δύσκολα τις διατηρεί. Η ευ-δαιμονία είναι πραγματικά παρούσα εκεί, όπου ο καθένας ανοίγει με τις δικές του δυνάμεις δρόμους στη ζωή, όπου καθιστά αίρεση βίου, για να χρησιμοποιήσουμε την έκφραση του Αριστοτέλη, το ευ πράττειν. Το τελευταίο τούτο είναι που στις αδόκητες μεταλλαγές του βίου, στις ανελέητες συμφορές τον μαθαίνει να μην παρεκκλίνει από τη σταθερή του πορεία, να μην παραδίδει τον εαυτό του στα χέρια της τυφλής Τύχης. Τον μαθαίνει επίσης, για το ένα ή το άλλο πρόβλημα της ζωής σε όλες τις εκφάνσεις του, να μην περιμένει έτοιμες λύσεις έξωθεν. Οποιαδήποτε λύση χάνει την αξία της, γίνεται ατελέσφορη και πάντοτε αντιδεοντολογική, όταν κατατίθεται ως οριστική και δέουσα απάντηση. Τέτοιες λύσεις αποκλείουν από τον ορίζοντα του ανθρώπου τον βαθύτερο προβληματισμό, την εσωτερική διεργασία, τις ισχυρές εμβιώσεις, το αίσθημα της προσωπικής ευθύνης και μετατρέπουν τα ζωτικά κύτταρα της ζωής σε ύλη θανάτου.

§4 Κείμενα:

Ι. «[ο Σωκράτης] ήταν αυτάρκης και σεμνός. Όταν κάποτε ο Αλκιβιάδης, όπως υποστηρίζει η Παμφίλη στο έβδομο κεφάλαιο των “Υπομνημάτων”, του παραχώρησε μια μεγάλη περιοχή για να χτίσει σπίτι, του είπε: “Ακόμη κι αν είχα ανάγκη από παπούτσια και μου έδινες δέρματα για να τα φτιάξω, θα ήμουν καταγέλαστος αν τα έπαιρνα”. Συχνά, όταν έβλεπε πόσα πολλά πράγματα πουλιούνται, έλεγε προς τον εαυτό του: “πόσα πράγματα δεν χρειάζομαι”» (Διογένης Λαέρτιος: Σωκράτης, ΙΙ 25).

ΙΙ. «Μάταιος είναι ο φιλοσοφικός λόγος που δεν θεραπεύει κανένα ανθρώπινο πάθος. Ακριβώς όπως η ιατρική δεν ωφελεί παρά μόνο όταν θεραπεύει τις αρρώστιες του σώματος, έτσι και η φιλοσοφία δεν προσφέρει τίποτε αν δεν απαλλάσσει την ψυχή από τα πάθη της» (Επίκουρος).

ΙΙΙ. «Ας μην προσποιούμαστε ότι φιλοσοφούμε, μα να φιλοσοφούμε πραγματικά. Δεν έχουμε ανάγκη να φαινόμαστε υγιείς αλλά να είμαστε στ’ αλήθεια υγιείς» (Επίκουρος).

ΙV. «Να γελάμε και να φιλοσοφούμε ταυτόχρονα και να φροντίζουμε το νοικοκυριό μας και να χειριζόμαστε τις ιδιωτικές μας υποθέσεις, χωρίς να πάψουμε να κηρύσσουμε τα διδάγματα της ορθής φιλοσοφίας» (Επίκουρος).

V. «Οι άνθρωποι σπαταλούν πολλές φορές τη ζωή τους σε πολλές και άσχετες ασχολίες και δεν καταλαβαίνουν ότι αυτή περνάει. Άλλος κατέχεται από ακόρεστη απληστία, που τον κάνει να εργάζεται εξαντλητικά. Άλλος παραλύει από απραξία και αδράνεια, άλλος βασανίζεται από αυθαίρετες κρίσεις άλλων για το πρόσωπό του, άλλος βασανίζεται από τις επιτυχίες του διπλανού του. Έτσι ο άνθρωπος δεν μπορεί να ζήσει τη ζωή του ήρεμα. Τα ελαττώματά του τον πνίγουν από παντού. Πρέπει να βλέπουμε την ωραία πλευρά των πραγμάτων και να μπορούμε να κρίνουμε κατά το δυνατόν σωστά» (Επίκουρος).

VΙI. «Το πάθος αξίζει καλύτερα από τη στωικότητα και την υποκρισία· να’ σαι ειλικρινής, ακόμα και στο κακό, είναι καλύτερα παρά να χάνεις τον εαυτό σου μέσα στην ηθικότητα της παράδοσης. Ο ελεύθερος άνθρωπος μπορεί να διαλέξει να είναι καλός ή κακός, μα ο μη ελεύθερος είναι ντροπή για τη φύση και δεν του λαχαίνει καμιά παρηγοριά ούτε ουράνια ούτε γήινη, τέλος, όποιος θέλει να γίνει ελεύθερος μόνο με τα δικά του μέσα μπορεί να γίνει, η ελευθερία δεν πέφτει ποτέ απ’ τον ουρανό στα χέρια κανενός από θαύμα» (Νίτσε, Χαρούμενη Γνώση).

Ιωάννης ο Βαπτιστής και ευαγγελικοί τραγέλαφοι

Όπως μαθαίνουμε από τις «ιερές» γραφές, ο άνθρωπος που προετοίμασε το έδαφος για τον ερχομό και την διδασκαλία του Ιησού, ήταν ο γιος του Ζαχαρία και της Ελισάβετ, ο Ιωάννης. Ο Ιωάννης (που αξίζει ν’ αναφερθεί ότι γεννήθηκε «θαυματουργικώς» από στείρα γυναίκα, μετά από παρέμβαση «αγγέλου Κυρίου») για τον λόγο αυτόν ονομάστηκε «Πρόδρομος». Προς τον σκοπό αυτό, ζώντας σαν ασκητής και τρώγοντας ακρίδες, κήρυττε το «Μετανοείτε, ήγγικεν γαρ η βασιλεία των ουρανών» κι άρχισε να βαπτίζει τον κόσμο και να τον προετοιμάζει για την «βασιλεία των ουρανών». Κατ’ εντολήν του ίδιου του Θεού, ανέλαβε να βαπτίσει τον Ιησού και γι’ αυτό ονομάστηκε και «Βαπτιστής».

Ο Ιωάννης, που ήταν σχεδόν συνομήλικος του Ιησού, δεν γνώριζε προσωπικά τον «Μεσσία». Σύμφωνα με το «Κατά Ιωάννην» ευαγγέλιο (1: 33), ο Θεός του είπε ότι θα τον αναγνώριζε από το Άγιο Πνεύμα που θα καθόταν πάνω από το κεφάλι του, όταν θα τον βάπτιζε. Όπως και συνέβη, σύμφωνα με τα «Κατά Ματθαίον» (3: 16-17), «Κατά Μάρκον» (1: 10-11) και «Κατά Λουκάν» (3: 21-22) ευαγγέλια… Το Άγιο Πνεύμα κατέβηκε με την μορφή περιστεριού και κάθησε πάνω από τον Ιησού, ενώ την ίδια στιγμή ακούστηκε η φωνή του Θεού να λέει: «Αυτός είναι ο γιος μου ο αγαπητός, στον οποίο δείχνω την εύνοιά μου». Το «Κατά Ιωάννην» όμως, παρ’ ότι κάνει κι αυτό αναφορά στο «πουλί», δεν λέει λέξη για την «φωνή Κυρίου». Επιπλέον, σύμφωνα με το ίδιο ευαγγέλιο, ο Ιωάννης ο Βαπτιστής, δεν φαίνεται να περιμένει καθόλου την εμφάνιση του «πουλιού» για να αναγνωρίσει ποιον πραγματικά βαπτίζει. Χωρίς, όπως έχει προαναφερθεί, να γνωρίζει τον Ιησού, με το που τον βλέπει, λέει: «Αυτός είναι ο αμνός του Θεού!» (1: 29).

Βέβαια, εδώ προκύπτει ένα ουσιώδες ερώτημα: Γιατί θα έπρεπε να βαπτιστεί ο Ιησούς; Ως γνωστόν, η βάπτιση τελείται προς εξαγνισμό των ανθρώπων από το «προπατορικό αμάρτημα», το οποίο -σύμφωνα με την ιουδαιοχριστιανική παράδοση- φέρουν όλοι όσοι έρχονται στη ζωή. Όλοι δηλαδή, οι άνθρωποι, γεννιούνται «αμαρτωλοί». Ο Ιησούς όμως, όπως λένε, δεν γεννήθηκε όπως οι κοινοί θνητοί, αλλά μέσω της «αμώμου συλλήψεως» διά του Αγίου Πνεύματος, από «παρθένα» μητέρα. Αφού λοιπόν ο Ιησούς, ως «μονογενής υιός του Θεού» γεννήθηκε αναμάρτητος, προς τι η χρεία της βάπτισης; Για ποιο πράγμα θα έπρεπε να «μετανοήσει»; Μήπως θα μπορούσε να μας διαφωτίσει σ’ αυτό το σημείο ο «Ύψιστος»; ή μήπως ήταν μύηση; και σε τι;

Ο τραγέλαφος και οι «ιερές» αντιφάσεις όμως, συνεχίζονται λίγο παρακάτω, όπου ο Ιωάννης ο Βαπτιστής, παρ’ ότι έχει δει αυτά τα θεΐκά σημάδια (ή σύμφωνα με το «Κατά Ιωάννην» δεν τα χρειάστηκε καν), λίγο αργότερα κι ενώ βρίσκεται στη φυλακή, στέλνει δύο απ’ τους μαθητές του Ιησού, να τον ρωτήσουν, τι, λέτε; Άκουσον, άκουσον! Εάν «Εσύ είσαι ο Mεσσίας που είναι να έρθει ή περιμένουμε άλλον;»!!! («Κατά Ματθαίον» 11: 2-3 και «Κατά Λουκάν» 7: 19). Ο άνθρωπος που κατά θείαν εντολή, προετοίμαζε το έδαφος για τον ερχομό του «Μεσσία»· ο άνθρωπος που τον βάπτισε· ο άνθρωπος που είδε -κι όχι μόνο αυτός- το «πουλί» να κάθεται πάνω στον Ιησού· ο άνθρωπος που άκουσε -όπως και όλοι οι παρεβρισκόμενοι- την φωνή του Θεού να εκδηλώνει την εύνοιά του στον «γιο» του, εμφανίζεται κλονισμένος και εκφράζει αμφιβολίες! Γιατί άραγε; Τι άλλο ήθελε για να πειστεί;

Οι ευαγγελικοί τραγέλαφοι δεν σταματούν εδώ. Ο Ιησούς αναλαμβάνει να διαλύσει τις αμφιβολίες του Ιωάννη. Η απλή λογική λέει πως, τι καλύτερο επιχείρημα θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει εκτός από τα ίδια τα θεΐκά σημάδια; Το «πουλί» και την «φωνή Κυρίου» που ακούστηκε; Είναι γνωστόν όμως ότι οι «ιερές» γραφές στερούνται πάσης λογικής, οπότε θα ήταν ευσεβής πόθος και κάτι το ανεδαφικό, να την συναντούσαμε εδώ, ακόμη κι απ’ τον ίδιο τον Ιησού. Έτσι, ο «Μεσσίας» αντί να επικαλεστεί αυτά τα «σημάδια», προτιμά να επικαλεστεί τα…ανύπαρκτα «θαύματά» του… («Κατά Ματθαίον» 11: 4-5 και «Κατά Λουκάν» 7: 22-23). Πιάσ’ τ’ αβγό και κούρευ’ το δηλαδή…

Τελικά, αν δεν πάρει κάποιος μερικά χαπάκια ή δεν κτυπήσει ενέσεις, δεν υπάρχει περίπτωση να βρει ειρμό και λογική συνέχεια στις «θεόπνευστες» και «ιερές» γραφές…

ΔΕΣ: Χριστιανισμός, η θρησκεία των θαυμάτων - Τα θαύματα στην Καινή Διαθήκη και σκέψεις για την συνέπεια και ιστορικότητά της

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ: Ποιητική (1458a-1459a)

[XXII] Λέξεως δὲ ἀρετὴ σαφῆ καὶ μὴ ταπεινὴν εἶναι. σαφεστάτη μὲν οὖν ἐστιν ἡ ἐκ τῶν κυρίων ὀνομάτων, ἀλλὰ ταπεινή· παράδειγμα δὲ ἡ Κλεοφῶντος ποίησις καὶ ἡ Σθενέλου. σεμνὴ δὲ καὶ ἐξαλλάττουσα τὸ ἰδιωτικὸν ἡ τοῖς ξενικοῖς κεχρημένη· ξενικὸν δὲ λέγω γλῶτταν καὶ μεταφορὰν καὶ ἐπέκτασιν καὶ πᾶν τὸ παρὰ τὸ κύριον. ἀλλ᾽ ἄν τις ἅπαντα τοιαῦτα ποιήσῃ, ἢ αἴνιγμα ἔσται ἢ βαρβαρισμός· ἂν μὲν οὖν ἐκ μεταφορῶν, αἴνιγμα, ἐὰν δὲ ἐκ γλωττῶν, βαρβαρισμός. αἰνίγματός τε γὰρ ἰδέα αὕτη ἐστί, τὸ λέγοντα ὑπάρχοντα ἀδύνατα συνάψαι· κατὰ μὲν οὖν τὴν τῶν ὀνομάτων σύνθεσιν οὐχ οἷόν τε τοῦτο ποιῆσαι, κατὰ δὲ τὴν μεταφορῶν ἐνδέχεται, οἷον «ἄνδρ᾽ εἶδον πυρὶ χαλκὸν ἐπ᾽ ἀνέρι κολλήσαντα», καὶ τὰ τοιαῦτα. τὰ δὲ ἐκ τῶν γλωττῶν βαρβαρισμός. δεῖ ἄρα κεκρᾶσθαί πως τούτοις· τὸ μὲν γὰρ τὸ μὴ ἰδιωτικὸν ποιήσει μηδὲ ταπεινόν, οἷον ἡ γλῶττα καὶ ἡ μεταφορὰ καὶ ὁ κόσμος καὶ τἆλλα τὰ εἰρημένα εἴδη, τὸ δὲ κύριον τὴν σαφήνειαν. οὐκ ἐλάχιστον δὲ μέρος

[1458b] συμβάλλεται εἰς τὸ σαφὲς τῆς λέξεως καὶ μὴ ἰδιωτικὸν αἱ ἐπεκτάσεις καὶ ἀποκοπαὶ καὶ ἐξαλλαγαὶ τῶν ὀνομάτων· διὰ μὲν γὰρ τὸ ἄλλως ἔχειν ἢ ὡς τὸ κύριον παρὰ τὸ εἰωθὸς γιγνόμενον τὸ μὴ ἰδιωτικὸν ποιήσει, διὰ δὲ τὸ κοινωνεῖν τοῦ εἰωθότος τὸ σαφὲς ἔσται. ὥστε οὐκ ὀρθῶς ψέγουσιν οἱ ἐπιτιμῶντες τῷ τοιούτῳ τρόπῳ τῆς διαλέκτου καὶ διακωμῳδοῦντες τὸν ποιητήν, οἷον Εὐκλείδης ὁ ἀρχαῖος, ὡς ῥᾴδιον ὂν ποιεῖν εἴ τις δώσει ἐκτείνειν ἐφ᾽ ὁπόσον βούλεται, ἰαμβοποιήσας ἐν αὐτῇ τῇ λέξει,

«Ἠπιχάρην εἶδον Μαραθῶνάδε βαδίζοντα»,
καὶ
«οὐκ ἂν γ᾽ ἠράμενος τὸν ἐκείνου ἐλλήβωρον».

τὸ μὲν οὖν φαίνεσθαί πως χρώμενον τούτῳ τῷ τρόπῳ γελοῖον· τὸ δὲ μέτρον κοινὸν ἁπάντων ἐστὶ τῶν μερῶν· καὶ γὰρ μεταφοραῖς καὶ γλώτταις καὶ τοῖς ἄλλοις εἴδεσι χρώμενος ἀπρεπῶς καὶ ἐπίτηδες ἐπὶ τὰ γελοῖα τὸ αὐτὸ ἂν ἀπεργάσαιτο. τὸ δὲ ἁρμόττον ὅσον διαφέρει ἐπὶ τῶν ἐπῶν θεωρείσθω ἐντιθεμένων τῶν ὀνομάτων εἰς τὸ μέτρον. καὶ ἐπὶ τῆς γλώττης δὲ καὶ ἐπὶ τῶν μεταφορῶν καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων ἰδεῶν μετατιθεὶς ἄν τις τὰ κύρια ὀνόματα κατίδοι ὅτι ἀληθῆ λέγομεν· οἷον τὸ αὐτὸ ποιήσαντος ἰαμβεῖον Αἰσχύλου καὶ Εὐριπίδου, ἓν δὲ μόνον ὄνομα μεταθέντος, ἀντὶ κυρίου εἰωθότος γλῶτταν, τὸ μὲν φαίνεται καλὸν τὸ δ᾽ εὐτελές.

Αἰσχύλος μὲν γὰρ ἐν τῷ Φιλοκτήτῃ ἐποίησε
φαγέδαιναν ἥ μου σάρκας ἐσθίει ποδός,
ὁ δὲ ἀντὶ τοῦ ἐσθίει τὸ θοινᾶται μετέθηκεν. καὶ
νῦν δέ μ᾽ ἐὼν ὀλίγος τε καὶ οὐτιδανὸς καὶ ἀεικής,
εἴ τις λέγοι τὰ κύρια μετατιθεὶς
νῦν δέ μ᾽ ἐὼν μικρός τε καὶ ἀσθενικὸς καὶ ἀειδής·
καὶ
δίφρον ἀεικέλιον καταθεὶς ὀλίγην τε τράπεζαν,
δίφρον μοχθηρὸν καταθεὶς μικράν τε τράπεζαν·

καὶ τὸ «ἠιόνες βοόωσιν», ἠιόνες κράζουσιν. ἔτι δὲ Ἀριφράδης τοὺς τραγῳδοὺς ἐκωμῴδει ὅτι ἃ οὐδεὶς ἂν εἴπειεν ἐν τῇ διαλέκτῳ τούτοις χρῶνται, οἷον τὸ δωμάτων ἄπο ἀλλὰ μὴ ἀπὸ δωμάτων, καὶ τὸ σέθεν καὶ τὸ ἐγὼ δέ νιν καὶ τὸ

[1459a] Ἀχιλλέως πέρι ἀλλὰ μὴ περὶ Ἀχιλλέως, καὶ ὅσα ἄλλα τοιαῦτα. διὰ γὰρ τὸ μὴ εἶναι ἐν τοῖς κυρίοις ποιεῖ τὸ μὴ ἰδιωτικὸν ἐν τῇ λέξει ἅπαντα τὰ τοιαῦτα· ἐκεῖνος δὲ τοῦτο ἠγνόει. ἔστιν δὲ μέγα μὲν τὸ ἑκάστῳ τῶν εἰρημένων πρεπόντως χρῆσθαι, καὶ διπλοῖς ὀνόμασι καὶ γλώτταις, πολὺ δὲ μέγιστον τὸ μεταφορικὸν εἶναι. μόνον γὰρ τοῦτο οὔτε παρ᾽ ἄλλου ἔστι λαβεῖν εὐφυΐας τε σημεῖόν ἐστι· τὸ γὰρ εὖ μεταφέρειν τὸ τὸ ὅμοιον θεωρεῖν ἐστιν. τῶν δ᾽ ὀνομάτων τὰ μὲν διπλᾶ μάλιστα ἁρμόττει τοῖς διθυράμβοις, αἱ δὲ γλῶτται τοῖς ἡρωικοῖς, αἱ δὲ μεταφοραὶ τοῖς ἰαμβείοις. καὶ ἐν μὲν τοῖς ἡρωικοῖς ἅπαντα χρήσιμα τὰ εἰρημένα, ἐν δὲ τοῖς ἰαμβείοις διὰ τὸ ὅτι μάλιστα λέξιν μιμεῖσθαι ταῦτα ἁρμόττει τῶν ὀνομάτων ὅσοις κἂν ἐν λόγοις τις χρήσαιτο· ἔστι δὲ τὰ τοιαῦτα τὸ κύριον καὶ μεταφορὰ καὶ κόσμος. περὶ μὲν οὖν τραγῳδίας καὶ τῆς ἐν τῷ πράττειν μιμήσεως ἔστω ἡμῖν ἱκανὰ τὰ εἰρημένα.

***
[22] Το ύφος του λόγου είναι τέλειο όταν είναι σαφές και όχι κοινότυπο και πεζολογικό. Σαφέστατος είναι ο λόγος όταν αποτελείται από συνηθισμένες και κοινόχρηστες λέξεις, αυτός όμως ο λόγος είναι κοινότυπος και πεζολογικός. Παράδειγμα η ποίηση του Κλεοφώντα και του Σθένελου. Σοβαρός και μεγαλοπρεπής, μακριά από το κοινότυπο και τετριμμένο, είναι ο λόγος που χρησιμοποιεί ξενότροπες λέξεις. «Ξενότροπες λέξεις» ονομάζω τις γλώσσες, τις μεταφορές, τους επεκτεταμένους τύπους και καθετί που είναι έξω από τους συνηθισμένους τρόπους του λέγειν. Αν όμως κανείς χρησιμοποιεί στον λόγο του αποκλειστικά τέτοιες λέξεις, ο λόγος του θα καταντήσει αίνιγμα ή βαρβαρισμός: αίνιγμα, αν όλος ο λόγος του αποτελείται από μεταφορές, βαρβαρισμός, αν αποτελείται από γλώσσες. Η ουσία, πράγματι, του αινίγματος είναι αυτή: να λες πράγματα που έχουν αντίκρισμα στην πραγματικότητα, να τα λες όμως με λέξεις που δεν επιδέχονται συνταίριασμα (κάτι που δεν μπορεί να το κάνει κανείς με την κανονική χρήση των λέξεων, με τη μεταφορά όμως μπορεί), όπως στο παράδειγμα «Είδα κάποιον που με φωτιά κόλλησε χαλκό σε κάποιον άλλον», και σε όλα τα παρόμοια. Στις περιπτώσεις, πάλι, που ο λόγος αποτελείται από γλώσσες, έχουμε βαρβαρισμό.

Πρέπει λοιπόν ο λόγος να είναι, κατά κάποιον τρόπο, ανάμεικτος από αυτά τα είδη των λέξεων: από τη μια οι γλώσσες, οι μεταφορές, οι διακοσμητικές λέξεις και τα διάφορα είδη για τα οποία μιλήσαμε θα κάνουν ώστε ο λόγος να μην είναι κοινότυπος και πεζολογικός, και από την άλλη οι κοινόχρηστες και συνηθισμένες λέξεις θα εξασφαλίσουν τη σαφήνεια.

Κάτι, επίσης, που βοηθάει πολύ

[1458b] στο να γίνεται ο λόγος σαφής και όχι κοινότυπος και πεζολογικός είναι οι επεκτάσεις, οι αποκοπές και οι παραλλάξεις των λέξεων: καθώς οι λέξεις αυτές είναι διαφορετικές από τις κοινόχρηστες και συνηθισμένες (μια και βρίσκονται έξω από τη συνηθισμένη χρήση), θα κάνουν ώστε ο λόγος να μην είναι κοινότυπος και πεζολογικός· καθώς, από την άλλη, μετέχουν στο κοινόχρηστο και συνηθισμένο, θα προκύψει η σαφήνεια. Έχουν, επομένως, άδικο όσοι επικρίνουν αυτό το είδος του λόγου και διακωμωδούν τον ποιητή, όπως, επιπαραδείγματι, ο παλαιός εκείνος Ευκλείδης, που έλεγε ότι είναι εύκολο πράγμα η ποίηση, αν έχει κανείς την άδεια να επεκτείνει τις λέξεις όσο θέλει· έκανε μάλιστα τη σάτιρά του με στίχους στους οποίους χρησιμοποίησε τους εκφραστικούς τρόπους εκείνου:

Ἠπιχάρην εἶδον Μαραθωνάδε βαδίζοντα
και
οὐκ ἄν γ᾽ ἠράμενος τὸν ἐκείνου ἐλλήβωρον

Το να χρησιμοποιεί λοιπόν κανείς τόσο, θα έλεγα, φανερά τις επεκτάσεις είναι γελοίο πράγμα. Ο κανόνας όμως του μέτρου ισχύει για όλα τα επιμέρους στοιχεία του ύφους του (ποιητικού) λόγου· γιατί και τις μεταφορές και τις γλώσσες και όλα τα υπόλοιπα αν τα χρησιμοποιήσει κανείς με τρόπο ανάρμοστο και με μοναδική επιδίωξη να προκαλέσει γέλιο, το αποτέλεσμα θα είναι πάλι το ίδιο.
Πόσο μεγάλη σημασία έχει η σωστή τους χρήση, ας επιχειρήσουμε να το δούμε στην επική ποίηση, βάζοντας στους στίχους κοινόχρηστες και συνηθισμένες λέξεις: αν στη θέση των γλωσσών, των μεταφορών και των άλλων στοιχείων του ύφους βάλει κανείς κοινόχρηστες και συνηθισμένες λέξεις, θα δει καθαρά πόσο σωστά είναι αυτά που λέμε. Παράδειγμα: Ο Αισχύλος και ο Ευριπίδης έγραψαν τον ίδιο ιαμβικό στίχο· ο Ευριπίδης άλλαξε μόνο μία λέξη: στη θέση μιας κοινόχρηστης και συνηθισμένης λέξης έβαλε μια γλώσσα· αποτέλεσμα: ο ένας στίχος φαίνεται ωραίος, ο άλλος ασήμαντος. Πραγματικά:

ο Αισχύλος έγραψε στον Φιλοκτήτη του τον στίχο
φαγέδαιναν ἥ μου σάρκας ἐσθίει ποδός·
αντίθετα, ο Ευριπίδης έβαλε στη θέση τού ἐσθίει το θοινᾶται.
Επίσης, αν στον στίχο
νῦν δέ μ᾽ ἐὼν ὀλίγος τε καὶ οὐτιδανὸς καὶ ἀεικής
αντικαθιστούσε κανείς τις κοινόχρηστες και συνηθισμένες λέξεις, θα έλεγε:
νῦν δέ μ᾽ ἐὼν μικρός τε καὶ ἀσθενικὸς καὶ ἀειδής.
Επίσης αν κανείς μετέτρεπε τον στίχο
δίφρον ἀεικέλιον καταθεὶς ὀλίγην τε τράπεζαν
σε
δίφρον μοχθηρὸν καταθεὶς μικράν τε τράπεζαν.

Επίσης και το ηἰόνες βοόωσιν σε ηἰόνες κράζουσιν.
Έτσι και ο Αριφράδης διακωμωδούσε τους τραγικούς ότι χρησιμοποιούν εκφράσεις που κανείς δεν θα τις έλεγε στον καθημερινό λόγο, όπως επιπαραδείγματι δωμάτων ἄπο αντί για το ἀπὸ δωμάτων, σέθεν, ἐγὼ δέ νιν,

 [1459a] Ἀχιλλέως πέρι και όχι περὶ Ἀχιλλέως, και όσα άλλα τέτοια. Γιατί, καθώς όλα αυτά είναι ανύπαρκτα στον κοινόχρηστο και συνηθισμένο λόγο, κάνουν ώστε το ύφος του λόγου να μην είναι κοινότυπο και πεζολογικό — εκείνος όμως το αγνοούσε αυτό.

Έχει, πράγματι, μεγάλη σημασία να χρησιμοποιεί κανείς με τον σωστό τρόπο καθέναν από τους εκφραστικούς τρόπους για τους οποίους μιλήσαμε παραπάνω, ιδιαίτερα τις σύνθετες λέξεις και τις γλώσσες· το πιο σημαντικό όμως, με μεγάλη μάλιστα διαφορά, είναι το να είναι κανείς ικανός στις μεταφορές· γιατί αυτό είναι το μόνο που ούτε από άλλον μπορεί να το πάρει κανείς και, επιπλέον, είναι σημάδι έμφυτου χαρίσματος: «κάνω καλές μεταφορές» θα πει «μπορώ να διακρίνω τις υπάρχουσες ομοιότητες».

Από τις διάφορες λέξεις: οι σύνθετες ταιριάζουν κατά κύριο λόγο στους διθυράμβους, οι γλώσσες στους ηρωικούς, οι μεταφορές στους ιαμβικούς στίχους. Στους ηρωικούς στίχους είναι χρήσιμα όλα τα είδη που αναφέραμε. Αντίθετα, στους ιαμβικούς στίχους, οι οποίοι μιμούνται κυρίως τον καθημερινό λόγο, ταιριάζουν οι λέξεις που θα μπορούσε κανείς να χρησιμοποιήσει σε έναν τέτοιο λόγο. Αυτές είναι οι κοινόχρηστες και συνηθισμένες λέξεις, οι μεταφορές και οι διακοσμητικές λέξεις.

Για την τραγωδία λοιπόν, την τέχνη της μίμησης πράξεων πάνω στη σκηνή, ας θεωρηθούν αρκετά τα όσα έχουμε πει.