Παρασκευή 31 Ιουλίου 2020

ΠΛΑΤΩΝ: Λύσις (223a-223b)

Επίλογος

[223a] Ταῦτα δ᾽ εἰπὼν ἐν νῷ εἶχον ἄλλον ἤδη τινὰ τῶν πρεσβυτέρων κινεῖν· κᾆτα, ὥσπερ δαίμονές τινες, προσελθόντες οἱ παιδαγωγοί, ὅ τε τοῦ Μενεξένου καὶ ὁ τοῦ Λύσιδος, ἔχοντες αὐτῶν τοὺς ἀδελφούς, παρεκάλουν καὶ ἐκέλευον αὐτοὺς οἴκαδ᾽ ἀπιέναι· ἤδη γὰρ ἦν ὀψέ. τὸ μὲν οὖν πρῶτον καὶ ἡμεῖς καὶ οἱ περιεστῶτες αὐτοὺς ἀπηλαύνομεν· ἐπειδὴ δὲ οὐδὲν ἐφρόντιζον ἡμῶν, ἀλλ᾽ ὑποβαρβαρίζοντες ἠγανάκτουν τε καὶ [223b] οὐδὲν ἧττον ἐκάλουν, ἀλλ᾽ ἐδόκουν ἡμῖν ὑποπεπωκότες ἐν τοῖς Ἑρμαίοις ἄποροι εἶναι προσφέρεσθαι, ἡττηθέντες οὖν αὐτῶν διελύσαμεν τὴν συνουσίαν. ὅμως δ᾽ ἔγωγε ἤδη ἀπιόντων αὐτῶν, Νῦν μέν, ἦν δ᾽ ἐγώ, ὦ Λύσι τε καὶ Μενέξενε, καταγέλαστοι γεγόναμεν ἐγώ τε, γέρων ἀνήρ, καὶ ὑμεῖς. ἐροῦσι γὰρ οἵδε ἀπιόντες ὡς οἰόμεθα ἡμεῖς ἀλλήλων φίλοι εἶναι —καὶ ἐμὲ γὰρ ἐν ὑμῖν τίθημι— οὔπω δὲ ὅτι ἔστιν ὁ φίλος οἷοί τε ἐγενόμεθα ἐξευρεῖν.

***
[223a] Μόλις τα είπα αυτά σκόπευα να καλέσω κάποιον από τους πιο μεγάλους για να συνεχίσω τη συζήτηση μαζί του. Μπήκαν όμως τότε σαν δαίμονες οι παιδαγωγοί του Μενέξενου και του Λύσι έχοντας μαζί τους και τα αδέλφια των δύο παιδιών και τους καλούσαν επιτακτικά να γυρίσουν στο σπίτι· γιατί η ώρα ήταν πια περασμένη. Στην αρχή προσπαθούσαμε και εμείς και όσοι ήταν γύρω μας να τους διώξουμε. Επειδή όμως εκείνοι δεν μας έδιναν σημασία, αλλά απεναντίας δυσανασχετούσαν κι εξακολουθούσαν παρά τις αντιδράσεις μας [223b] να τους φωνάζουν με τη χαρακτηριστική ξενική προσφορά τους, και επειδή μας φάνηκε ότι τα είχαν «τσούξει» λίγο στη γιορτή του Ερμή κι ότι δεν ήταν δυνατό να συνεννοηθούμε μαζί τους, υποχωρήσαμε και διαλύσαμε τη συντροφιά. Εγώ όμως, καθώς έφευγαν πια τα παιδιά, Νά λοιπόν, τους είπα, Λύσι και Μενέξενε, που ντροπιαστήκαμε και εγώ, γέρος άνθρωπος, και εσείς. Φεύγοντας, όλοι αυτοί γύρω θα πουν για μας —βάζω και τον εαυτό μου μ᾽ εσάς— ότι έχουμε την ιδέα πως είμαστε φίλοι, τί είναι όμως ο φίλος δεν μπορέσαμε, θα πουν, να το βρούμε.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου