Πέμπτη, 30 Ιουλίου 2020

ΠΛΑΤΩΝ: Λύσις (221d-222e)

Ἆρ᾽ οὖν τῷ ὄντι, ὥσπερ ἄρτι ἐλέγομεν, ἡ ἐπιθυμία τῆς φιλίας αἰτία, καὶ τὸ ἐπιθυμοῦν φίλον ἐστὶν τούτῳ οὗ ἐπιθυμεῖ καὶ τότε ὅταν ἐπιθυμῇ, ὃ δὲ τὸ πρότερον ἐλέγομεν φίλον εἶναι, ὕθλος τις ἦν, ὥσπερ ποίημα μακρὸν συγκείμενον; ―Κινδυνεύει, ἔφη. ―Ἀλλὰ μέντοι, ἦν δ᾽ ἐγώ, τό γε ἐπιθυμοῦν, οὗ ἂν ἐνδεὲς ᾖ, τούτου [221e] ἐπιθυμεῖ. ἦ γάρ; ―Ναί. ―Τὸ δ᾽ ἐνδεὲς ἄρα φίλον ἐκείνου οὗ ἂν ἐνδεὲς ᾖ; ―Δοκεῖ μοι. ―Ἐνδεὲς δὲ γίγνεται οὗ ἄν τι ἀφαιρῆται. ―Πῶς δ᾽ οὔ; ―Τοῦ οἰκείου δή, ὡς ἔοικεν, ὅ τε ἔρως καὶ ἡ φιλία καὶ ἡ ἐπιθυμία τυγχάνει οὖσα, ὡς φαίνεται, ὦ Μενέξενέ τε καὶ Λύσι. ―Συνεφάτην. ―Ὑμεῖς ἄρα εἰ φίλοι ἐστὸν ἀλλήλοις, φύσει πῃ οἰκεῖοί ἐσθ᾽ ὑμῖν αὐτοῖς. ―Κομιδῇ, ἐφάτην. ―Καὶ εἰ ἄρα τις ἕτερος ἑτέρου ἐπιθυμεῖ, ἦν δ᾽ ἐγώ, [222a] ὦ παῖδες, ἢ ἐρᾷ, οὐκ ἄν ποτε ἐπεθύμει οὐδὲ ἤρα οὐδὲ ἐφίλει, εἰ μὴ οἰκεῖός πῃ τῷ ἐρωμένῳ ἐτύγχανεν ὢν ἢ κατὰ τὴν ψυχὴν ἢ κατά τι τῆς ψυχῆς ἦθος ἢ τρόπους ἢ εἶδος. ―Πάνυ γε, ἔφη ὁ Μενέξενος· ὁ δὲ Λύσις ἐσίγησεν. ―Εἶεν, ἦν δ᾽ ἐγώ. τὸ μὲν δὴ φύσει οἰκεῖον ἀναγκαῖον ἡμῖν πέφανται φιλεῖν. ―Ἔοικεν, ἔφη. ―Ἀναγκαῖον ἄρα τῷ γνησίῳ ἐραστῇ καὶ μὴ προσποιήτῳ φιλεῖσθαι ὑπὸ τῶν παιδικῶν. [222b] ―Ὁ μὲν οὖν Λύσις καὶ ὁ Μενέξενος μόγις πως ἐπενευσάτην, ὁ δὲ Ἱπποθάλης ὑπὸ τῆς ἡδονῆς παντοδαπὰ ἠφίει χρώματα.
Καὶ ἐγὼ εἶπον, βουλόμενος τὸν λόγον ἐπισκέψασθαι, Εἰ μέν τι τὸ οἰκεῖον τοῦ ὁμοίου διαφέρει, λέγοιμεν ἄν τι, ὡς ἐμοὶ δοκεῖ, ὦ Λύσι τε καὶ Μενέξενε, περὶ φίλου, ὃ ἔστιν· εἰ δὲ ταὐτὸν τυγχάνει ὂν ὅμοιόν τε καὶ οἰκεῖον, οὐ ῥᾴδιον ἀποβαλεῖν τὸν πρόσθεν λόγον, ὡς οὐ τὸ ὅμοιον τῷ ὁμοίῳ κατὰ τὴν ὁμοιότητα ἄχρηστον· τὸ δὲ ἄχρηστον φίλον [222c] ὁμολογεῖν πλημμελές. βούλεσθ᾽ οὖν, ἦν δ᾽ ἐγώ, ἐπειδὴ ὥσπερ μεθύομεν ὑπὸ τοῦ λόγου, συγχωρήσωμεν καὶ φῶμεν ἕτερόν τι εἶναι τὸ οἰκεῖον τοῦ ὁμοίου; ―Πάνυ γε. ―Πότερον οὖν καὶ τἀγαθὸν οἰκεῖον θήσομεν παντί, τὸ δὲ κακὸν ἀλλότριον εἶναι; ἢ τὸ μὲν κακὸν τῷ κακῷ οἰκεῖον, τῷ δὲ ἀγαθῷ τὸ ἀγαθόν, τῷ δὲ μήτε ἀγαθῷ μήτε κακῷ τὸ μήτε ἀγαθὸν μήτε κακόν; ―Οὕτως ἐφάτην δοκεῖν σφίσιν ἕκαστον ἑκάστῳ [222d] οἰκεῖον εἶναι. ―Πάλιν ἄρα, ἦν δ᾽ ἐγώ, ὦ παῖδες, οὓς τὸ πρῶτον λόγους ἀπεβαλόμεθα περὶ φιλίας, εἰς τούτους εἰσπεπτώκαμεν· ὁ γὰρ ἄδικος τῷ ἀδίκῳ καὶ ὁ κακὸς τῷ κακῷ οὐδὲν ἧττον φίλος ἔσται ἢ ὁ ἀγαθὸς τῷ ἀγαθῷ. ―Ἔοικεν, ἔφη. ―Τί δέ; τὸ ἀγαθὸν καὶ τὸ οἰκεῖον ἂν ταὐτὸν φῶμεν εἶναι, ἄλλο τι ἢ ὁ ἀγαθὸς τῷ ἀγαθῷ μόνον φίλος; ―Πάνυ γε. ―Ἀλλὰ μὴν καὶ τοῦτό γε ᾠόμεθα ἐξελέγξαι ἡμᾶς αὐτούς· ἢ οὐ μέμνησθε; ―Μεμνήμεθα.
[222e] Τί οὖν ἂν ἔτι χρησαίμεθα τῷ λόγῳ; ἢ δῆλον ὅτι οὐδέν; δέομαι οὖν, ὥσπερ οἱ σοφοὶ ἐν τοῖς δικαστηρίοις, τὰ εἰρημένα ἅπαντα ἀναπεμπάσασθαι. εἰ γὰρ μήτε οἱ φιλούμενοι μήτε οἱ φιλοῦντες μήτε οἱ ὅμοιοι μήτε οἱ ἀνόμοιοι μήτε οἱ ἀγαθοὶ μήτε οἱ οἰκεῖοι μήτε τὰ ἄλλα ὅσα διεληλύθαμεν—οὐ γὰρ ἔγωγε ἔτι μέμνημαι ὑπὸ τοῦ πλήθους—ἀλλ᾽ εἰ μηδὲν τούτων φίλον ἐστίν, ἐγὼ μὲν οὐκέτι ἔχω τί λέγω.

***
Λοιπόν; Μήπως αιτία της φιλίας είναι πραγματικά εκείνο που αναφέραμε πριν λίγο, δηλαδή η επιθυμία; μήπως η φιλική σχέση αναπτύσσεται ανάμεσα σ᾽ αυτό που αισθάνεται την επιθυμία και στο αντικείμενο της επιθυμίας, για όσο χρόνο, φυσικά, διαρκεί αυτή η επιθυμία; και μήπως ό,τι θεωρούσαμε προηγουμένως φιλικό και αγαπητό ήταν ανόητες φλυαρίες, σαν μακρόσυρτο ποίημα; ―Πιθανόν, είπε. ―Ωστόσο, είπα, εγώ, όποιος αισθάνεται κάποια επιθυμία την αισθάνεται για κάτι [221e] που του λείπει· έτσι δεν είναι; ―Ναι. ―Επομένως όποιος έχει στερηθεί κάτι αισθάνεται φιλία γι᾽ αυτό το κάτι που του το έχουν στερήσει. ―Νομίζω. ―Κι έχει στερηθεί αυτό που του έχουν αφαιρέσει. ―Ασφαλώς. ―Καθώς φαίνεται λοιπόν, Μενέξενε και Λύσι, και ο έρωτας και η φιλία και η επιθυμία προσανατολίζονται σ᾽ αυτό που τους είναι οικείο. Συμφώνησαν και οι δύο. ―Συνεπώς και εσείς, αφού είστε φίλοι, θα έχετε κάποια συγγενικότητα μεταξύ σας. ―Και πολύ μάλιστα, είπαν και οι δύο. ―Αλλά, παιδιά μου, είπα εγώ, οποιοσδήποτε αισθάνεται επιθυμία για κάποιον άλλο [222a] ή και τον αγαπάει, δεν θα αισθανόταν αυτή την επιθυμία και δεν θα τον αγαπούσε ούτε θα ήταν φίλος του, αν δεν τύχαινε να υπάρχει ανάμεσα σ᾽ αυτόν και στον άλλο ψυχική συγγένεια, ή τουλάχιστον κάποια στενή σχέση σε ορισμένα χαρακτηριστικά ή τρόπους ή καταστάσεις της ψυχής. ―Βέβαια, είπε ο Μενέξενος· ο Λύσις δεν μίλησε. ―Πολύ καλά, είπα εγώ. Είναι πια φανερό ότι κατανάγκη αισθανόμαστε αγάπη γι᾽ αυτό που είναι από τη φύση του συγγενικό με εμάς. ―Έτσι φαίνεται. ―Είναι επομένως αναγκαίο να βρίσκει ο αληθινός εραστής ανταπόκριση στο αγαπημένο πρόσωπο και όχι αυτός που προσποιείται τον εραστή. [222b] ―Ο Λύσις και ο Μενέξενος μόλις και μετά βίας έκαναν ένα καταφατικό νεύμα, ενώ ο Ιπποθάλης άλλαζε αποχρώσεις από την αγαλλίαση.
Κι εγώ, θέλοντας να εξετάσω πιο προσεκτικά αυτή τη σκέψη, είπα: Νομίζω, Λύσι και Μενέξενε, πως ό,τι είπαμε σχετικά με το ποιός είναι ο φίλος έχει ίσως κάποια αξία μόνο εφόσον το συγγενικό διαφέρει κάπως από το όμοιο. Αν όμως το όμοιο και το συγγενικό ταυτίζονται, δεν είναι εύκολο να αγνοήσουμε εκείνη την προηγούμενη άποψη, δηλαδή ότι το όμοιο είναι άχρηστο στο όμοιό του, στο βαθμό που είναι όμοιο με αυτό· και θα ήταν λάθος να δεχτούμε [222c] ότι το άχρηστο είναι αγαπητό. Θέλετε λοιπόν μια και, θα έλεγα, έχουμε πελαγώσει εξετάζοντας τούτο το θέμα, να δεχτούμε και να πούμε ότι το συγγενικό είναι διαφορετικό από το όμοιο; ―Βέβαια. ―Τί από τα δύο συμβαίνει λοιπόν; Το αγαθό είναι συγγενικό με τα πάντα, ενώ απεναντίας το κακό είναι ξένο και εχθρικό; Ή το κακό είναι συγγενικό με το κακό, το αγαθό με το αγαθό και αυτό που δεν είναι ούτε αγαθό ούτε κακό με αυτό που επίσης δεν είναι ούτε αγαθό ούτε κακό; ―Είπαν ότι, κατά τη γνώμη τους, καθένα απ᾽ αυτά τα τρία ζεύγη [222d] είναι συγγενικό. ―Επομένως, παιδιά, σχετικά με τη φιλία ξαναγυρίζουμε στα λόγια που είχαμε απορρίψει προηγουμένως· γιατί σύμφωνα με αυτή την άποψη ο άδικος δεν θα είναι λιγότερο φίλος με τον άδικο ούτε ο κακός με τον κακό απ᾽ όσο ο αγαθός με τον αγαθό. ―Πραγματικά, είπε. ―Αλλά και κάτι άλλο: αν δεχτούμε ότι το αγαθό και το συγγενικό ταυτίζονται, δεν έπεται ότι ο αγαθός μόνο με τον αγαθό μπορεί να είναι φίλος; ―Βέβαια. ―Θα θυμάστε όμως, πιστεύω, ότι ακριβώς αυτή η άποψη μας είχε φέρει πριν λίγο σε λογικό αδιέξοδο· ή μήπως δεν το θυμάστε; ―Το θυμόμαστε.
[222e] Τί άλλο, λοιπόν, θα μπορούσαμε, να σκεφτούμε; Ή μήπως είναι φανερό πως τίποτε; Γι᾽ αυτό, όπως κάνουν και οι έμπειροι συνήγοροι στα δικαστήρια, ας ξανασκεφτούμε από την αρχή όλα όσα έχουμε πει ως τώρα. Γιατί αν ούτε αυτοί που αγαπιούνται ούτε αυτοί που αγαπούν ούτε οι όμοιοι ούτε οι ανόμοιοι ούτε οι καλοί ούτε οι συγγενικοί ούτε όλα εκείνα τα άλλα —που, τουλάχιστον εγώ, δεν τα θυμάμαι πια, τόσα πολλά που ήταν— αν λοιπόν τίποτε απ᾽ όλα αυτά δεν είναι φιλικό και αγαπητό, εγώ δεν έχω πια τί να πω.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου