Κυριακή 21 Ιουνίου 2020

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ - Ἡρακλεῖδαι (539-573)

ΙΟ. ὦ τέκνον, οὐκ ἔστ᾽ ἄλλοθεν τὸ σὸν κάρα
540 ἀλλ᾽ ἐξ ἐκείνου· σπέρμα τῆς θείας φρενὸς
πέφυκας Ἡράκλειον· οὐδ᾽ αἰσχύνομαι
τοῖς σοῖς λόγοισι, τῆι τύχηι δ᾽ ἀλγύνομαι.
ἀλλ᾽ ἧι γένοιτ᾽ ἂν ἐνδικωτέρως φράσω·
πάσας ἀδελφὰς τῆσδε δεῦρο χρὴ καλεῖν,
545 κἆιθ᾽ ἡ λαχοῦσα θνηισκέτω γένους ὕπερ·
σὲ δ᾽ οὐ δίκαιον κατθανεῖν ἄνευ πάλου.
ΜΑ. οὐκ ἂν θάνοιμι τῆι τύχηι λαχοῦσ᾽ ἐγώ·
χάρις γὰρ οὐ πρόσεστι· μὴ λέξηις, γέρον.
ἀλλ᾽, εἰ μὲν ἐνδέχεσθε καὶ βούλεσθέ μοι
550 χρῆσθαι προθύμωι, τὴν ἐμὴν ψυχὴν ἐγὼ
δίδωμ᾽ ἑκοῦσα τοῖσδ᾽, ἀναγκασθεῖσα δ᾽ οὔ.
ΙΟ. φεῦ·
ὅδ᾽ αὖ λόγος σοι τοῦ πρὶν εὐγενέστερος,
κἀκεῖνος ἦν ἄριστος· ἀλλ᾽ ὑπερφέρεις
555 τόλμηι τε τόλμαν καὶ λόγωι χρηστῶι λόγον.
οὐ μὴν κελεύω γ᾽ οὐδ᾽ ἀπεννέπω, τέκνον
[θνήισκειν σ᾽· ἀδελφοὺς δ᾽ ὠφελεῖς θανοῦσα σούς].
ΜΑ. σοφῶς κελεύεις· μὴ τρέσηις μιάσματος
τοὐμοῦ μετασχεῖν, ἀλλ᾽ ἐλευθέρως θάνω,
560 ἔπου δέ, πρέσβυ· σῆι γὰρ ἐνθανεῖν χερὶ
θέλω, πέπλοις δὲ σῶμ᾽ ἐμὸν κρύψον παρών.
ἐπεὶ σφαγῆς γε πρὸς τὸ δεινὸν εἶμ᾽ ἐγώ,
εἴπερ πέφυκα πατρὸς οὗπερ εὔχομαι.
ΙΟ. οὐκ ἂν δυναίμην σῶι παρεστάναι μόρωι.
565 ΜΑ. σὺ δ᾽ ἀλλὰ τοῦδε χρῆιζε, μή μ᾽ ἐν ἀρσένων
ἀλλ᾽ ἐν γυναικῶν χερσὶν ἐκπνεῦσαι βίον.
ΔΗ. ἔσται τάδ᾽, ὦ τάλαινα παρθένων, ἐπεὶ
κἀμοὶ τόδ᾽ αἰσχρόν, μή σε κοσμεῖσθαι καλῶς,
πολλῶν ἕκατι, τῆς τε σῆς εὐψυχίας
570 καὶ τοῦ δικαίου. τλημονεστάτην δέ σε
πασῶν γυναικῶν εἶδον ὀφθαλμοῖς ἐγώ.
ἀλλ᾽, εἴ τι βούληι, τούσδε τὸν γέροντά τε
χώρει προσειποῦσ᾽ ὑστάτοις προσφθέγμασιν.

***
ΙΟΛ. Ω τέκνο, από άλλον το μυαλό σου αυτό δεν το ᾽χεις,
540 παρά είναι σπέρμα του θείου πνεύματος εκείνου
οπού σ᾽ εγέννα, του Ηρακλή· δεν με ντροπιάζουν
τα λόγια σου, μα η τύχη σου πόνο μού φέρνει.
Μα άκουσε πώς θενα γινότανε πιο δίκια·
πρέπει όλες σου τις αδερφάδες να καλέσω
κι όποια της πέσει ο κλήρος να πεθάνει για όλες·
γιατί άδικο είναι δίχως κλήρο να πεθάνεις.
ΜΑΚ. Ω! δεν πεθαίνω εγώ απ᾽ την τύχη κληρωμένη·
χάρη δεν πάει εδώ· γέροντα, μην το λέγεις.
Αλλ᾽ αν το δέχεστε κι επιθυμάτ᾽ εμένα
550 πρόθυμην να με μεταχειρισθείτε, δίνω
θέλοντας τη ζωή μου κι όχι αναγκασμένη!
ΙΟΛ. Ω! πιο γενναίος από τον πριν αυτός σου ο λόγος!
Την κάθε τόλμη σου περνάς μ᾽ άλληνε τόλμη
και κάθε φιλότιμο λόγο με άλλον λόγο!
Δεν σου συσταίνω ούτε κι αρνιέμαι ν᾽ αποθάνεις.
ΜΑΚ. Σοφά μιλείς· και μη φοβάσαι μήπως πέσει
σε σένα η αμαρτία, μα λεύτερ᾽ ας πεθάνω.
560 Ω γέροντα, ακολούθα με· θέλω να σβήσω
στα χέρια σου· και σκέπασέ μου το κορμάκι·
γιατί για τη σκληρότερη σφαγή εγώ πάω,
αν είμαι κόρη του πατρός μου, όπως καυχιέμαι.
ΙΟΛ. Στον θάνατό σου να σταθώ δεν θα μπορούσα!
ΜΑΚ. Καλά· μα φρόντισε για τούτο, όχι σε αντρίκεια
μα σε γυναίκεια χέρια εγώ να ξεψυχήσω.
ΔΗΜ. Θέλει σού γίνει αυτό, ω πολύπαθη παρθένα·
το να μη σε τιμήσουνε καλά θενά ᾽ταν
ντροπή δική μου, και για τη μεγαλοκάρδια
570 που δείχνεις και γιατί ᾽ναι δίκιο· εσύ ᾽σαι απ᾽ όλες
τις γυναίκες που είδα η πιο δυστυχισμένη.
Μα, αν θέλεις, πρόβαινε για ν᾽ αποχαιρετήσεις
για τελευταία τον γέροντα και τ᾽ αδερφάκια.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου