Κυριακή 17 Μαΐου 2020

Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΗΣ ΤΡΑΓΩΔΙΑΣ

Η ΤΡΑΓΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ
 

Ὅ­ποιος δια­βά­σει τίς ἐρ­γα­σί­ες τῶν Η. Patzer, G. F. Else καί W. Burkert (ὁ­λες δη­μο­σι­ευ­μέ­νες στό δι­ά­στη­μα 1962-1964 καί μέ κοι­νό στό­χο νά δώ­σουν λύ­ση στό πρό­βλη­μα τῆς κα­τα­γω­γῆς τῆς τρα­γῳ­δί­ας), μπρο­στά στίς ὀ­ξεῖ­ες ἀν­τί­θε­σεις τῶν θε­ω­ρι­ῶν πού ἐκ­προ­σω­ποῦν οἱ τρεῖς με­λε­τη­τές, πρέ­πει νά πα­ρα­δε­χτεῖ ὅτι σή­με­ρα ἡ στε­ριά εἶ­ναι χα­μέ­νη ἀ­πό τά μά­τια μας ὁ­σο πο­τέ ἄλ­λο­τε. Καί μέ αὐ­τούς ὅμως τούς ὅ­ρους, βα­σι­κή ὑ­πο­χρέ­ω­ση πα­ρα­μέ­νει νά προσ­δι­ο­ρι­στοῦν μέ ἀ­κρί­βει­α τά προ­βλή­μα­τα καί, ὁ­που εἶ­ναι ἀ­πα­ραί­τητο, νά μεί­νουν ἀ­νοι­χτά, χω­ρίς ὡ­στό­σο νά ἀ­πο­κλει­στοῦν προ­σπά­θει­ες γιά προ­σω­πι­κές λύ­σεις.[1]
 
Τήν πρώ­τη δε­κα­ε­τί­α τοῦ αἰώνα μας κυ­ρι­αρ­χοῦ­σαν θε­ω­ρί­ες πού βα­σί­ζον­ταν στό ἐ­θνο­λο­γι­κό ὑ­λι­κο καί ἀ­πέρ­ρι­πταν κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κά τίς μαρ­τυ­ρί­ες τοῦ Ἀριστοτέλη. Οἱ πα­ρα­φυ­ά­δες τους φτά­νουν ὡς τίς μέ­ρες μας. Ό Μ. Ρ. Nilsson, ἀ­κό­μη καί στή δεύ­τε­ρη ἔκ­δο­ση τοῦ ἔρ­γου του Geschichte der griechiscken Religion,[2] ἔ­γρα­φε: «Ἡ τρα­γῳ­δί­α πῆ­ρε τό ὄ­νο­μά της ἀ­πό τους τρα­γου­δι­στές ἐκείνους πού, ἐ­πει­δή ἦ­ταν ντυ­μέ­νοι μέ τρα­γο­προ­βι­ές, ὀ­νο­μά­ζον­ταν τρά­γοι καί κά­πο­τε ἐ­κτε­λο­ῦ­σαν τό θρη­νη­τι­κό τους ἄ­σμα πά­νω στόν τρα­γό­μορ­φο σκο­τω­μέ­νο θε­ό». Καί αὐτός, ὅπως ὁ R. Μ. Dawkins[3] καί ὁ A. J. Β. Wace,[4] ἀ­να­ζή­τη­σε τήν ὑ­πο­θε­τι­κή ἀρ­χέτυ­πη μορ­φή σέ λα­ϊ­κά ἔ­θι­μα τῆς ση­με­ρι­νῆς Μα­κε­δο­νί­ας. Γιά τόν νε­κρι­κό θρῆ­νο, πού παί­ζει με­γά­λο ρό­λο σ’ αὐ­τές τίς ἐ­θνο­λο­γι­κά θε­με­λι­ω­μέ­νες θε­ω­ρί­ες, εἶ­ναι εὐ­πρόσ­δε­κτη ἡ πα­ρα­πομ­πή τοῦ Patzer (40) ὅτι σέ μί­α πα­ρό­μοι­α δι­ο­νυ­σι­α­κή τε­λε­τουρ­γί­α ὁ Κ. Ο. Miiller[5] εἶ­χε ἤδη ἐν­το­πί­σει τόν πυρήνα τῆς τρα­γῳ­δί­ας.
 
Ἡ Jane Ε. Harrison[6] εἶ­χε δι­α­τυ­πώ­σει τή θε­ω­ρί­α ὅτι ὁ Δι­ό­νυ­σος, ἀ­κρι­βῶς ὅπως οἱ ση­μαν­τι­κό­τε­ροι ἥ­ρω­ες τοῦ ἑλ­λη­νι­κοῦ μύ­θου, ἦ­ταν μί­α πα­ραλ­λα­γή τοῦ ἐ­νι­αύ­σι­ου δαί­μο­να, πού, μέ τόν ἀφα­νι­σμό καί τήν ἀ­να­γεν­νη­σή του, προ­σω­πο­ποι­οῦ­σε τόν κύ­κλο τῆς ζω­ῆς. Προ­ε­κτεί­νον­τας τίς ἰ­δέ­ες τῆς J. Ε. Harrison καί τοῦ F. Μ. Cornford, ὁ G. Murray[7] ὑ­πο­στή­ρι­ξε τήν ἄ­πο­ψη ὅτι ἡ τρα­γῳ­δί­α προ­ῆλ­θε ἀ­πό τίς ἐ­α­ρι­νές λα­τρευ­τι­κές πρά­ξεις πού σχε­τί­ζον­ταν μέ τά πά­θη τοῦ ἐ­νι­αύ­σι­ου δαί­μο­να. Αὐτή τή θε­ω­ρί­α, πού μά­λι­στα ἤ­θε­λε νά ἀ­να­γά­γει σέ πα­ρό­μοι­α δρώ­με­να καί τά ἐ­πι­μέ­ρους στοι­χεῖ­α τῆς δι­α­μορ­φω­μέ­νης τρα­γῳ­δί­ας, τήν ἔ­χει ἀ­πο­κρού­σει μέ ἐξαν­τλη­τι­κά καί κα­λά θε­με­λι­ω­μέ­να ἐ­πι­χει­ρή­μα­τα ὁ A. W. Pickard-Cambridge.[8] Ὁ G. Murray[9] πα­ρα­δέ­χτη­κε, βέ­βαι­α, ὅτι εἶ­χε ἀ­πο­δώ­σει ὑ­περ­βο­λι­κά με­γά­λη ση­μα­σί­α στά λα­τρευ­τι­κά δρώ­με­να γύ­ρω ἀ­πό τόν ἐ­νι­αύ­σι­ο δαί­μο­να, ἀλ­λά βα­σι­κά ἔ­μει­νε προ­σκολλη­μέ­νος στή ση­μα­σί­α τους. Πρό­σφα­τα ἐ­πά­νηλ­θε σ’ αὐτή τή θε­ω­ρί­α ὁ Τ. Β. L. Webster[10] καί τῆς ἔ­δω­σε μί­α θέ­ση στήν ἀ­να­θε­ω­ρημέ­νη ἔκ­δο­ση τοῦ βι­βλί­ου τοῦ Pickard-Cambridge.
 
Ὅπως στούς πα­ρα­πά­νω ἐ­ρευ­νη­τές, ἔ­τσι καί στύ βι­βλί­ο τοῦ G. Thomson γιά τόν Αἰ­σχύ­λο,[11] ἡ λα­τρεί­α παί­ζει πρω­τεύ­ον­τα ρόλο στήν ἑρ­μη­νεί­α. Σύμ­φω­να μέ αὐτήν, ὁ δι­ο­νυ­σι­α­κός θί­α­σος ἦ­ταν ἕ­νας μυ­στι­κός ὅμιλος πού δι­α­τη­ροῦ­σε τίς δο­μές καί τίς λει­τουρ­γί­ες μί­ας το­τε­μι­κῆς ὁ­μά­δας, μέ ἐ­λά­χι­στες ἀλ­λα­γές. Ἀ­πό τίς μυ­ητι­κές του τε­λε­τές γεν­νή­θη­καν ἔ­θι­μα πού, κα­τά τήν πο­ρεί­α τους ἀ­πό τή λα­τρεί­α πρός τό μῦ­θο, ἀ­να­πα­ρι­στοῦ­σαν τήν ἱ­στο­ρί­α τῶν πα­θῶν τοῦ Δι­ο­νύ­σου· ἀ­πό ἐ­δῶ ὁ δρό­μος ὁ­δή­γη­σε στήν τρα­γῳ­δί­α. Ἀ­πό με­θο­δο­λο­γι­κή ἄ­πο­ψη, oTh. Η. Gaster συγ­γε­νεύ­ει μέ τή βρε­τα­νι­κή ἐ­θνο­λο­γι­κή σχο­λή, κα­θώς συ­σχε­τί­ζει οὐγ­κα­ρι­τι­κα, χετ­τιτι­κά, αἰ­γυ­πτι­α­κά καί ἑ­βρα­ϊ­κά κεί­με­να, καί ἀ­νά­γει ἔ­τσι τή γέ­νε­ση τῶν δρα­μα­τι­κῶν μορ­φῶν σέ ἕ­να συν­δυ­α­σμό λα­τρευ­τι­κῶν πρά­ξε­ων καί μύ­θων γύ­ρω ἀ­πό τήν ἀ­να­νέ­ω­ση καί τήν αὔ­ξη­ση τῆς ζω­ῆς κα­τά τή δι­άρ­κει­α τοῦ ἔ­τους.
 
Σέ ὁ­λες αὐ­τές τίς ἐρ­γα­σί­ες, ἡ ἀ­φθο­νί­α τοῦ ἐ­θνο­λο­γι­κοῦ ὑ­λι­κοῦ δέν μπο­ρεῖ νά ὑ­πο­κα­τα­στή­σει τά κε­νά πού δη­μι­ουρ­γεῖ ἡ ἀ­που­σί­α ὁ­ρι­σμέ­νων συν­δε­τι­κῶν κρί­κων ἀ­πό τή συ­νέ­χει­α μί­ας ὑ­πο­θε­τι­κῆς δι­α­δι­κα­σί­ας. Ἡ με­τα­φο­ρά αὐ­τῶν τῶν ξέ­νων μαρ­τυ­ρι­ῶν στόν ἑλ­λη­νι­κό χῶ­ρο δέν ἔ­χει κα­νέ­να οὐ­σι­α­στι­κό ἔ­ρει­σμα, καί ἡ ἐ­ξάρ­τη­ση τοῦ μύ­θου ἀ­πό τή λα­τρεί­α, πού ἐκ­φρά­ζε­ται μέ τό­ση βε­βαι­ό­τη­τα, ἐ­πι­δέ­χε­ται πολ­λή συ­ζή­τη­ση.[12] Κα­ταρ­χήν, Αὐτή ἡ ἐ­θνο­λο­γι­κή κα­τεύ­θυν­ση μέ­νει ἐ­κτε­θει­μέ­νη στή σο­βα­ρή μομ­φή ὅτι στή φύ­ση τῆς τρα­γῳ­δί­ας δέν ἀ­να­γνω­ρί­ζει μι­ά δη­μι­ουρ­γί­α μο­να­δι­κή καί πέ­ρα γιά πέ­ρα ἑλ­λη­νι­κή. 'Ο Μ. Ρ. Nilsson, πα­ρό­λο πού πο­λύ συ­χνά καί ὁ ἴ­διος χρη­σι­μο­ποί­η­σε μέ ἐ­πι­τυ­χί­α τό ἐ­θνο­λο­γι­κό ὑ­λι­κό, ἔ­χει πα­ρα­τη­ρή­σει:[13] «οἱ ἀ­συ­δο­σί­ες τῆς ἐ­θνο­λο­γι­κῆς με­θό­δου γί­νον­ται ἰ­δι­αί­τε­ρα αἰ­σθη­τές ὅταν ἐ­φαρ­μό­ζον­ται σέ ὑ­ψη­λό­τε­ρα καί συν­θε­τό­τε­ρα θρη­σκευ­τι­κά σχή­μα­τα». Αὐτή ἡ πα­ρα­τή­ρη­ση ἰ­σχύ­ει ἐ­ξί­σου καί γιά τήν πε­ρι­ο­χή τῆς λο­γο­τε­χνί­ας.
 
Ὅ­σο ὅμως εἶ­ναι ἀ­πα­ραί­τη­τη ἡ ἐ­πι­φυ­λα­κτι­κή ἀν­τι­με­τώ­πι­ση τῆς ἐ­θνο­λο­γι­κῆς με­θό­δου, ἄλ­λο τό­σο θά ἦ­ταν λά­θος νά χα­ρα­κτη­ρι­στεῖ ὁ­λό­τε­λα ἄ­χρη­στο τό ὑ­λι­κό πού ἔ­χουν συγ­κεν­τρώ­σει οἱ ἐκ­πρό­σω­ποί της. Ἁ­πλῶς χρει­ά­ζε­ται νά τοῦ δώ­σει κα­νείς τήν κα­τάλ­λη­λη θέ­ση. Αὐ­τό τό κα­τόρ­θω­σε ὁ Κ. Th. Preuss,[14] ὅταν κά­τω ἀ­πό τόν τί­τλο «Der Unterbau des Dramas» [Ἡ ὑ­πο­δο­μή τοῦ δρά­μα­τος] συγ­κέν­τρω­σε πλου­σι­ό­τα­τες μαρ­τυ­ρί­ες γιά δρα­μα­τι­κά στοι­χεῖ­α πού δι­α­πι­στώ­νον­ται σέ πρω­τό­γο­νους πο­λι­τι­σμούς. Σέ μί­α τέ­τοια ὑ­πο­δο­μή βα­σί­ζον­ται ἡ ἑλ­λη­νι­κή τρα­γοι­δί­α καί ἡ κω­μῳ­δί­α, καί σέ Αὐτήν ἀ­να­φέ­ρε­ται κά­θε πλη­ρο­φο­ρί­α πού ἔ­χου­με γιά ὀρ­χη­στι­κές ἐκ­δη­λώ­σεις μέ προ­σω­πεῖ­α καί γιά μι­μή­σεις δαι­μό­νων στίς πρω­τό­γο­νες φά­σεις τοῦ πο­λι­τι­σμοῦ. Ἀλ­λά καί στήν πε­ρί­πτω­ση τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς τρα­γῳ­δί­ας, σκό­πι­μο εἶ­ναι νά δι­α­χω­ρί­ζε­ται ἡ προ­ϊ­στο­ρί­α ἀ­πό τήν ἱ­στο­ρί­α της, πού κα­θο­ρί­ζε­ται ἀ­πό τήν προ­σω­πι­κή συμ­βο­λή με­γά­λων ποι­η­τῶν. Ἕ­νας ἀ­ξι­ό­λο­γος ἐ­ρευ­νη­τής, πού ὑ­πηρέ­τη­σε ἐ­πά­ξι­α καί τήν ἐ­θνο­λο­γί­α καί τή φι­λο­λο­γί­α, ἔ­χει ἐκ­φρά­σει μέ με­γά­λη σα­φή­νει­α Αὐτήν τή δι­ά­κρι­ση, λέ­γον­τας γιά τό θαῦ­μα τῆς τρα­γῳ­δί­ας, πού γεν­νή­θη­κε ἀ­πο­κλει­στι­κά στήν Ἀθήνα: «αὐτό καί μό­νο τό γε­γο­νός εἶ­ναι ἀρ­κε­τή ἀ­πό­δει­ξη ὅτι ἐ­δῶ δέν πρό­κει­ται γιά ἐ­ξέ­λι­ξη πα­ρά γιά δη­μι­ουρ­γί­α».[15]
 
Καί στήν Ἑλ­λά­δα ἡ προ­ϊ­στο­ρί­α τῶν δύ­ο δρα­μα­τι­κῶν εἰ­δῶν ὁ­δη­γεῖ στήν πε­ρι­ο­χή τῆς πρω­τό­γο­νης ὄρ­χη­σης, μέ τήν ὁ­ποί­α ὁ ἄν­θρω­πος ζη­τοῦ­σε νά προ­φυ­λα­χτεῖ ἀ­πό τούς δαί­μο­νες ἡ νά ἐ­ξα­σφα­λί­σει τήν εὔ­νοι­ά τους. Ό Ε. Buschor[16] ἔ­χει το­νί­σει τήν ποι­κι­λί­α αὐτῶν τῶν ὀρ­χη­στι­κῶν ἐκ­δη­λώ­σε­ων καί ἔ­χει συγ­κεν­τρώ­σει πλῆ­θος σχε­τι­κές ὀ­νο­μα­σί­ες. Ἀ­πό αὐτό τό πρω­ταρ­χι­κό στά­δι­ο προ­έρ­χε­ται κυ­ρί­ως ἡ χρή­ση τοῦ προ­σω­πεί­ου, πού φο­ροῦ­σε ὁ Ἕλ­λη­νας ἠ­θο­ποι­ός καί τῆς τρα­γῳ­δί­ας καί τῆς κω­μῳ­δί­ας ὅλες τίς ἐ­πο­χές. Τή χρή­ση τοῦ προ­σω­πεί­ου ἀ­πό τό χο­ρό τήν ἔ­χει δεί­ξει μέ ἀ­πό­λυ­τη πει­στι­κό­τη­τα (πρβ. καί Η. Hommel, NJA 1940, 282, 47) ἡ Μ. Bieber («Maske»).
 
Στή δι­κή μας πε­ρι­ο­χή, αὐτές οἱ ὀρ­χή­σεις μέ προ­σω­πεῖ­α μᾶς θυ­μί­ζουν κυ­ρί­ως τούς σα­τύ­ρους, πράγμα πού δι­ευ­κο­λύ­νει τήν αὐ­τό­μα­τη σύν­δε­ση μέ πλῆ­θος συγ­γε­νι­κές πα­ρα­στά­σεις ἄλ­λων λα­ῶν. Ἐ­δῶ θά μπο­ροῦ­σε κα­νείς νά ἀ­να­φέ­ρει καί τόν Δι­ό­νυ­σο, πού τόν ὑ­πη­ρε­το­ῦσαν οἱ σά­τυ­ροι καί ἦ­ταν ὁ κα­τε­ξο­χήν προ­σω­πι­δο­φό­ρος θε­ός.[17] 'Ὡ­στό­σο δέν πρέ­πει νά ξε­χνοῦ­με ὅτι τό προ­σω­πεῖ­ο καί ἡ ὄρ­χη­ση κά­πο­τε ἁ­πλώ­νον­ταν πο­λύ πέ­ρα ἀ­πό τά ὅρια τοῦ κατο­πινοῦ θε­οῦ τοῦ θε­ά­τρου. 'Η Μ. Bieber («Maske») δί­νει τίς σχε­τι­κές μαρ­τυ­ρί­ες γιά τή λα­τρεί­α τῆς Ἄρ­τε­μης καί τῆς Δέ­σποι­νας, ὅπου οἱ ζῳ­ό­μορ­φοι ὀρ­χη­στές, ὅπως ἀ­πει­κο­νί­ζον­ται στό πέ­πλο του λα­τρευ­τι­κοῦ ἀ­γάλ­μα­τος τῆς Λυ­κό­σου­ρας,[18] συ­νε­χί­ζουν ὁ­λο­φά­νε­ρα τήν πα­ρά­δο­ση τῶν μυ­κη­να­ϊ­κῶν δαι­μό­νων μέ τό ζῳ­ό­μορ­φο προ­σω­πεῖ­ο. Οἱ θε­ό­τη­τες αὐ­τές σχε­τί­ζον­ται, κα­τά κα­νό­να, μέ τή φυ­σι­κή ἀ­να­πα­ρα­γω­γή, καί ἴ­σως θά ἔπρε­πε νά ἀ­να­ρω­τη­θο­ῦ­με ἄν καί οἱ σχε­τι­κές ὀρ­χη­στι­κές ἐκ­δη­λώ­σεις ἦ­ταν κά­πο­τε αὐ­το­τε­λεῖς ἐκ­δη­λώ­σεις, ὅπως καί οἱ σά­τυ­ροι ἄρ­χι­κα ἦ­ταν ἀ­νε­ξάρ­τη­τοι ἀ­πό τόν Δι­ό­νυ­σο. Αὐ­τό πάν­τως φαί­νε­ται νά εὐ­νο­εῖ­ται ἀ­πό τά ἐ­θνο­λο­γι­κά πα­ραλ­ληλα.
 
Μι­ά κα­λή εἰ­σα­γω­γή στά ἔθι­μα αὐτοῦ τοῦ εἴ­δους προ­σφέ­ρουν οἱ ἐρ­γα­σί­ες τοῦ Κ. Meuli.[19] Ὡ­στό­σο μέ­νει ἀ­νοι­χτό τό ἐ­ρώ­τη­μα ἄν τά προ­σω­πεῖ­α πρέ­πει νά θε­ω­ρη­θοῦν ἀ­πο­κλει­στι­κά νε­κροί πού ἐ­πι­στρέ­φουν, ἤ μή­πως, εἰ­δι­κά γιά τήν Ἑλ­λά­δα, εἶ­ναι δυ­να­τό νά γί­νει λό­γος γιά ἀ­πευ­θεί­ας μί­μη­ση δαι­μό­νων τῆς φύ­σης.[20] Ὁ Meuli δι­ευ­κρι­νί­ζει, πο­λύ εὔ­στο­χα, ὅτι ὁ ἁ­πλς ἄν­θρω­πος δέν φο­ρᾶ πο­τέ τό προ­σω­πεῖ­ο γιά στο­λί­δι: μέ τή βο­ή­θει­ά του με­τα­μορ­φώ­νε­ται, καί σ’ Αὐτήν τή με­τα­μόρ­φω­ση κυ­ρι­εύ­ε­ται ἀ­πό τή μα­γεί­α τῆς δαι­μο­νι­κῆς δύ­να­μης πού προ­σπα­θεῖ νά πα­ρα­στή­σει.[21] Έδώ δι­α­πι­στώ­νε­ται τό φαι­νό­με­νο τό ὁποῖο ὁ Meuli, ἀ­κο­λου­θών­τας τόν Frobenius, ὀ­νο­μά­ζει ἔκ­στα­ση. Σ’ αὐτό τό πρω­ταρ­χι­κό φαι­νό­με­νο «γε­νι­κά ἔ­χουν τίς ρί­ζες τούς οἱ κα­λύ­τε­ρες καί γο­νι­μό­τε­ρες ἰ­δι­ό­τη­τες τοῦ ἀνθρώπου, ἐ­δῶ ἔ­χουν τίς ρί­ζες τους ἡ κα­τα­νό­η­ση καί ἡ συμ­πά­θει­α στήν εὐ­ρύ­τε­ρη καί βα­θύ­τε­ρη ση­μα­σί­α τους, ἐ­δῶ ἔ­χει τίς ρί­ζες της ἡ ἀ­λη­θι­νή τέ­χνη τοῦ δρά­μα­τος, τῆς πα­ρά­στα­σης».
 
Χα­ρα­κτη­ρί­ζον­τας ὅμως τό προ­σω­πεῖ­ο ὡς πρω­ταρ­χι­κό δρα­μα­τι­κό στοι­χεῖ­ο, φαί­νε­ται νά ἐρ­χό­μα­στε σέ ἀν­τί­θε­ση μέ τίς ἄρ­χα­ϊ­ες πλη­ρο­φο­ρί­ε­ς[22] οἱ ὁ­ποῖ­ες ἀ­πο­δί­δουν στόν Θέ­σπη τήν ἐ­πι­νό­η­ση τοῦ θε­α­τρι­κοῦ προ­σω­πεί­ου. Ἐ­δῶ προ­βάλ­λει καί πά­λι ἡ τά­ση τῶν ἄρ- χαί­ων νά ὀ­νο­μά­ζουν ἕ­ναν ἐ­φευ­ρέ­τη γιά κα­θε­τί. Σ’ αὐ­τό τό θέ­μα θά ἐ­πα­νέλ­θου­με, ὅταν θά ἀ­σχο­λη­θο­ῦ­με μέ τόν Θέ­σπη.
 
Ὅ­λες οἱ θε­ω­ρί­ες πού ἔ­χουν ἀ­να­φερ­θεῖ ὡς τώ­ρα δεί­χνουν τήν πρό­θε­ση νά προ­χω­ρή­σουν χω­ρίς τόν Ἀριστοτέλη. Στή σχέ­ση τους μέ αὐ­τόν χω­ρί­ζουν οἱ δρό­μοι τῆς ἔ­ρευ­νας. Προ­τοῦ ὅμως δι­α­τυ­πώ­σου­με τό καί­ρι­ο καί σο­βα­ρό ἐ­ρώ­τη­μα τί μᾶς προ­σφέ­ρουν οἱ πα­ρα­τη­ρή­σεις τοῦ φι­λο­σό­φου καί πό­ση ἐμ­πι­στο­σύ­νη ἀ­ξί­ζουν, πρέ­πει νά ρί­ξου­με μι­ά μα­τιά σέ με­ρι­κές ἀ­κό­μη ἐ­ρευ­νη­τι­κές προ­σπά­θει­ες, πού ἔ­χουν κά­ποια χα­λα­ρή σχέ­ση μέ τίς θε­ω­ρί­ες πού συ­ζη­τή­θη­καν ὡς τώ­ρα.
 
Ἀ­ξί­ζει πρῶ­τα πρῶ­τα νά μνη­μο­νευ­τεῖ ὁ A. Dieterich,[23] ὁ ὁποῖος, σέ μι­ά ἀρ­κε­τά πα­λαι­ά ἔ­ρευ­να, ξε­κί­νη­σε ἀ­πό τό θρῆ­νο τῶν ἀ­θη­να­ϊ­κῶν Χύ­τρων· γιά τήν ἀ­πο­κρυ­στάλ­λω­ση ὅμως τῆς καλ­λι­τε­χνι­κῆς μορ­φῆς συ­νε­κτί­μη­σε καί τήν ἔ­πι­δρα­ση τῶν ἐ­λευ­σι­νι­α­κῶν δρω­μέ­νων. Ἐ­δῶ πρέ­πει καί πά­λι —καί αὐ­τό τό θε­ω­ρῶ ση­μαν­τι­κό— νά δι­α­χω­ρί­σου­με ρι­ζι­κά τόν κό­σμο τῶν μυ­στη­ρί­ων ἀ­πό τόν κό­σμο τῆς τρα­γῳ­δί­ας. Ἐ­νῷ στήν τρα­γῳ­δί­α ἔ­χου­με ἕ­να λό­γον διδό­ναι το­ῦ ἀνθρώπου μέ­σα στή ρευ­στό­τη­τα τῆς ὕ­παρ­ξής του, γιά τά μυ­στή­ρι­α ἀρ­κεῖ νά θυ­μη­θοῦ­με τά λό­γι­α του Ἀριστοτέλη (ἀπ. 15) ὅτι σ’ αὐτόν τό χῶ­ρο δέν ἔρ­χο­ταν κα­νείς γιά νά μά­θει, πα­ρά γιά νά. ἀ­φο­σι­ω­θεῖ.
 
Μέ δη­μι­ουρ­γι­κή ὁρ­μή προ­σπά­θη­σε ὁ Μ. Untersieiner[24] να προ­ε­κτεί­νει, τή συ­ζή­τη­ση τοῦ προ­βλή­μα­τός μας ὡς τίς ἀρ­χές τοῦ ἑλ­λη­νι­κοῦ πο­λι­τι­σμοῦ. Φυ­σι­κά, σέ τό­σο πρώ­ι­μες ἐ­πο­χές δέν κα­τορ­θώ­νει νά ἐν­το­πί­σει συγ­κε­κρι­μέ­νες δρα­μα­τι­κές μορ­φές, πα­ρά μό­νο τίς πνευ­μα­τι­κές προϋποθέσεις πού ὁ­δή­γη­σαν σέ μί­α τρα­γι­κή θε­ώ­ρη­ση τοῦ κό­σμου. Αὐ­τές τίς ἀ­να­κα­λύ­πτει στή δη­μι­ουρ­γι­κή ἔν­τα­ση τῶν ἑ­τε­ρο­γε­νῶν στοι­χεί­ων ἀ­πό τά ὁ­ποῖα γεν­νή­θη­κε ὁ ἑλ­λη­νι­σμός. στήν ἀν­τί­θε­ση ἀ­νά­με­σα στους Ἰν­δο­ευ­ρω­παί­ους εἰ­σβο­λεῖς καί στόν κό­σμο τοῦ με­σο­γει­α­κοῦ πο­λι­τι­σμοῦ. Ἡ προ­σπέ­λα­ση εἶ­ναι γό­νι­μη, καί ὁ A. Weber (213) χρη­σι­μο­ποί­η­σε ἐ­ξαν­τλη­τι­κά αὐτό τόν πλοῦ­το τῶν ἀν­τι­θέ­σε­ων γιά νά ἐ­ξη­γή­σει τήν ἐ­ξέ­λι­ξη. Φυ­σι­κά, ὅταν προ­σπα­θή­σει κα­νείς νά ἀ­να­γά­γει σ’ ἐ­κεί­νη τήν πρώ­ι­μη πε­ρί­ο­δο ἐ­πι­μέ­ρους στοι­χεῖ­α τῆς δι­α­μορ­φω­μέ­νης τρα­γῳ­δί­ας, κα­τα­λή­γει ἀ­ναγκα­στι­κά σέ ἀ­βέ­βαι­ες ὑ­πο­θέ­σεις. Τά ἴ­χνη τῆς πα­ρου­σί­ας τοῦ Δι­ο­νύ­σου στήν πε­ρι­ο­χή τοῦ Αἰ­γαί­ου πο­λι­τι­σμοῦ πα­ρα­μέ­νουν ὑ­πο­θε­τι­κά, ἐ­νῷ, ἐ­ξάλ­λου, οἱ Ἴν­δο­ευ­ρω­πα­ϊ­οι συγ­γε­νεῖς τῶν σα­τύ­ρων ἔρχον­ται νά ἀ­ναι­ρέ­σουν τήν ἀ­πό­δο­ση τῶν συν­τρό­φων τους σέ προ­ελ­λη­νι­κές πε­ρι­ό­δους. Ἡ με­γά­λη προ­ελ­λη­νι­κή Μη­τέ­ρα-Θε­ά καί ὁ Πά­ρε­δρός της ὅπως­δή­πο­τε ἐ­πη­ρέ­α­σαν ποι­κιλό­τρο­πα τή θρη­σκεί­α καί τούς μύ­θους τῶν Ἑλ­λή­νων, ἀλ­λά οὔ­τε ἡ ἱ­στο­ρί­α τοῦ Ἀ­γα­μέ­μνο­να καί τῆς Κλυ­ται­μή­στρας οὔ­τε μί­α σει­ρά ἄλ­λοι τρα­γι­κοί κύ­κλοι μπο­ρεῖ νά προ­έρ­χον­ται ἀ­πό ἐ­κεῖ. Οἱ ὑ­περ­βο­λές αὐτῆς της με­θό­δου ἀ­πο­κα­λύ­πτον­ται ὅταν ὁ Untersteiner προ­σπα­θεῖ νά τήν ἐ­φαρ­μό­σει γιά τήν ἀ­να­σύν­θε­ση τῶν Ἡ­ρα- κλει­δῶν καί τοῦ Φι­λο­κτή­τη τοῦ Αἰ­σχύ­λου.[25]
 
Ἀ­φε­τη­ρί­α του Η. Schreckenberg εἶ­ναι μί­α ἐν­τε­λῶς ὑ­πο­θε­τι­κή ἱ­στο­ρί­α τῆς λέ­ξης δρᾶν, πού προῦπο­θέ­τει τήν πρω­ταρ­χι­κή ση­μα­σί­α τῆς δρά­σε­ως χει­ρων καί, μέ τή συ­να­κό­λου­θη μι­μι­κή-ὀρ­χηστι­κή χρή­ση τῆς λέ­ξης γιά τό δράμα, κα­τα­λή­γει νά ση­μαί­νει «πα­ρά­στα­ση μι­μι­κή μέ κί­νη­ση τοῦ σώ­μα­τος».[26] Θά δι­στά­ζα­με νά ταυ­τί­σου­με τίς ἄρ­χές της τρα­γῳ­δί­ας μέ ἕ­να εἶ­δος ἁ­πλῆς παν­το­μι­μικής ὄρ­χη­σης. Τή στε­νή σχέ­ση πού εἶ­χαν ἀ­πό τήν ἀρ­χή τά στοι­χεῖ­α «λό­γος, μου­σι­κή καί ὄρ­χη­ση» τή φώ­τι­σε θαυ­μά­σι­α ἡ Α. Μ. Dale τό 1960 στό ἐ­ναρ­κτή­ρι­ο μά­θη­μά της στό Κο­λέ­γι­ο Birkbeck τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Λον­δί­νου.
 
Καί στά δύ­ο μέ­τω­πα, πού δι­α­κλα­δί­ζον­ται σέ ποι­κί­λες πα­ραλ­λα­γές ἀ­νάλο­γα μέ τό χει­ρι­σμό τοῦ προ­βλή­μα­τος, ἀ­νή­κει ὁ J. Lindsay. Στό ἐ­κτε­νέ­στε­ρο πρῶ­το μέ­ρος τοῦ βι­βλί­ου του δεί­χνε­ται συ­νε­χι­στής τῆς Jane Harrison, τοῦ Cornford καί τοῦ Cook, κα­θώς ἀ­να­κα­λύ­πτει, μέ ἐ­ξαι­ρε­τι­κή τόλ­μη, μί­α ἑ­νω­τι­κή γραμ­μή ἀ­πό τό σα­μα­νι­σμό καί τίς μυ­η­τι­κές τε­λε­τές ὡς τή θρη­σκεί­α τῶν Ἑλ­λή­νων, ἐ­νῷ στήν πραγ­μά­τευ­ση τοῦ προ­βλή­μα­τος τῶν ἀρ­χῶν ξε­κι­νᾶ ἀ­πό τίς πα­ρα­τη­ρή­σεις τοῦ Ἀριστοτέλη. Αὐτή ἡ ἀν­τί­φα­ση τῶν δύ­ο με­ρῶν δεί­χνει ἀ­κό­μη μί­α φο­ρά πό­σο προ­βλη­μα­τι­κό εἶ­ναι νά ἔρθουν σέ ἄ­με­ση ἐ­πα­φή ἡ προ­ϊ­στο­ρί­α τοῦ δρά­μα­τος, ὅπως ἀ­νι- χνεύ­ε­ται μέ βά­ση τά ἐ­θνο­λο­γι­κά δε­δο­μέ­να, καί ἡ ἱ­στο­ρι­κή μορ­φο­ποί­η­σή του.
 
Κά­θε βῆ­μα πέ­ρα ἀ­πό αὐτή τή γε­νι­κή βά­ση ὁ­ρί­ζε­ται ἀ­πό τή θέ­ση πού παίρ­νει ὁ κα­θέ­νας ἀ­πέ­ναν­τι στίς μαρ­τυ­ρί­ες τῆς Ποι­η­τι­κῆς του Ἀριστοτέλη (1419a):[27] Γε­νο­μέ­νη δ’ οὖν ἀπ’ ἀρ­χῆς αὐ­το­σχε­διἀ­στι­κῆς —καί αὐ­τή καί ἡ κω­μῳ­δί­α, καί ἡ μέν ἀ­πό τῶν ἐ­ξαρ­χόντων τόν δι­θύ­ραμ­βον, ἡ δέ ἀ­πό τῶν τά φαλ­λι­κά ἅ ἐ­τι καί νῦν ἐν πολ­λαῖΐς τῶν πό­λε­ων δι­α­μέ­νει νο­μι­ζό­με­να— κα­τά μι­κρόν ηὐ­ξή­θη προ­α­γόν­των ὅσον ἐ­γί­γνε­το φα­νε­ρόν αὐ­τῆς· καί πολ­λάς με­τα­βο­λᾶς με­τα­βα­λο­ῦ­σα ἡ τρα­γῳ­δί­α ἐ­παύ­σα­το, ἐ­πεί ἔ­σχε τήν αὑ­τῆς φύ­σιν. καί τό τέ τῶν ὑ­πο­κρι­τῶν πλῆ­θος ἐξ ἑ­νός εἰς δύ­ο πρῶ­τος Αἰ­σχύ­λος ἤγα­γε καί τά τοῦ χο­ροῦ ἠ­λάτ­τω­σε καί τόν λό­γον πρω­τα­γω­νιστεῖν πα­ρε­σκεύ­α­σεν τρεῖς δέ καί σκη­νο­γρα­φί­αν Σο­φο­κλῆς, ἔ­τι δέ τό μέ­γε­θος· ἐκ μι­κρῶν μύ­θων καί λέ­ξε­ως γε­λοί­ας δι­ά τό ἐκ σα­τυ­ρι­κοῦ με­τα­βα­λεῖν ὀ­ψέ ἀ­πε­σε­μνύν­θη, τό τέ μέ­τρον ἐκ τε­τρα­μέ­τρου ἰ­αμ­βεῖ­ον ἐ­γέ­νε­το. τό μέν γάρ πρῶ­τον τε­τρα­μέ­τρῳ ἐ­χρῶν­το δι­ά τό σα­τυ­ρι­κήν καί ὀρ­χη­στι­κω­τέ­ραν εἶ­ναι τήν ποί­η­σιν, λέ­ξε­ως δέ γε­νο­μέ­νης αὐτή ἡ φύ­σις τό οἰ­κεῖ­ον μέ­τρον εὗ­ρε· μά­λι­στα γάρ λε­κτι­κόν τῶν μέ­τρων τό ἰ­αμ­βεῖ­ον ἔ­στιν... ἔ­τι δέ ἐ­πει­σο­δί­ων πλή­θη, καί τά ἄλ­λα ὡς ἕ­κα­στα κο­σμη­θῆ­ναι λέ­γε­ται ἔ­στω ἡ­μῖν εἰρη­μέ­να· πο­λύ γάρ ἄν ἴ­σως ἔρ­γον εἴ­η δι­ε­ξι­έ­ναι καθ’ ἕ­κα­στον.[28] 
   
Ἐ­πει­δή σ’ αὐτό τό κεί­με­νο, παρ’ ὅλη τή συ­νο­πτι­κό­τη­τά του, ἔ­χου­με τίς πι­ό συγ­κε­κρι­μέ­νες μαρ­τυ­ρί­ες γιά τή γέ­νε­ση τῆς τρα­γῳ­δί­ας, τό πρό­βλη­μα τῆς ἀ­ξι­ο­πι­στί­ας του ἔ­χει ἀ­πο­φα­σι­στι­κή ση­μα­σί­α. Ἐ­δῶ ἐμ­φα­νί­ζε­ται στήν πι­ό δρα­στι­κή της ἔκ­φρα­ση ἡ δι­ά­στα­ση τῶν γνω­μῶν. Ἀ­μέ­σως γί­νε­ται φα­νε­ρό ὅτι οἱ ἐκ­πρό­σω­ποι τῶν ἐ­θνο­λο­γι­κῶν θε­ω­ρι­ῶν, πού εἴ­δα­με πι­ό πά­νω, ἀ­να­πό­φευ­κτα ἀρνο­ῦν­ται τήν ἀ­ξι­ο­πι­στί­α τοῦ Ἀριστοτέλη. Ἔ­τσι καί ἡ στά­ση το­ῦ Μ. Ρ. Nilsson ἔ­μει­νε ὡς τό τέ­λος ἀρ­νη­τι­κή. Ἡ ἀ­πόρ­ρι­ψη ὅμως τῶν πα­ρα­τη­ρή­σε­ων τοῦ Ἀριστοτέλη δέν πε­ρι­ο­ρί­ζε­ται κα­θό­λου σ’ αὐτόν μό­νο τόν κύ­κλο. Νά με­ρι­κές πα­ρα­πομ­πές: ὁ W. Schmid στό ἔρ­γο τοῦ Geschichte der griechischen Literatur (2, 775) χλευ­ά­ζει τούς ὀρ­θό­δο­ξους ἀ­ρι­στο­τε­λι­κούς· ὁ R. Cantarella σέ ὁ­λες τίς πα­ρα­τη­ρή­σεις του[29] σχε­τι­κά μέ τό πρό­βλη­μα κρά­τη­σε ἀρνητική στάση· ο Pickard-Cabridge στο βιβλίο του, που προ­σφέ­ρει τήν πι­ό φρον­τι­σμέ­νη συλ­λο­γή πλη­ρο­φο­ρι­ῶν γιά τό θέ­μα μας, κρά­τη­σε τήν ἴ­δι­α στά­ση —πάν­τως εἶ­ναι ἀ­ξι­ο­ση­μεί­ω­το ὅτι στή δεύ­τε­ρη ἔκ­δο­ση αὐ­το­ῦ τοῦ ἔρ­γου ὁ Τ. Β. L. Webster (95) εἶ­ναι πο­λύ πι­ό ἐ­πι­φυ­λα­κτι­κός στίς ἐ­κτι­μή­σεις του. Ὅ­ταν στό τέ­λος αὐ­το­ῦ τοῦ κε­φα­λαί­ου κα­τευ­θύ­νου­με τήν προ­σο­χή μας στίς νε­ό­τε­ρες ἔ­ρευ­νες πά­νω στό πρό­βλη­μα, στίς ἐρ­γα­σί­ες τοῦ Patzer, τοῦ Else καί τοῦ Burkert, θά συ­ναν­τή­σου­με καί πά­λι ἤ τήν κα­θο­λι­κή ἀ­πόρ­ρι­ψη ἤ του­λά­χι­στον τή σκε­πτι­κι­στι­κή ἀν­τι­με­τώ­πι­ση τῶν ἀρι­στο­τε­λι­κῶν πα­ρα­τη­ρή­σε­ων.
 
Τό ἀν­τί­πα­λο μέ­τω­πο τό ἀ­πο­τε­λο­ῦν οἱ ἐ­ρευ­νη­τές πού ἀ­κο­λουθο­ῦν τόν Wilamowitz στήν ἑρ­μη­νεί­α του, ὅπως δι­α­τυ­πώ­νε­ται ἤδη στόν Ἡ­ρα­κλῆ, καί ἀ­πο­δί­δουν με­γά­λη ση­μα­σί­α στίς πλη­ρο­φο­ρί­ες τοῦ Ἀ­ρι­στο­τέ­λη. Εἶ­ναι ὁ W. Kranz, ὁ Μ. Pohlenz καί ὁ Κ. Ziegler, καί μπο­ρεῖ νά προ­στε­θεῖ καί ὁ συγ­γρα­φέ­ας αὐτοῦ το­ῦ βι­βλί­ου. Ἀ­πό τόν Ἀριστοτέλη ξε­κι­νᾶ καί ὁ Η. Keller,[30] ἀλ­λά τε­λι­κά κα­τα­λή­γει σέ μί­α κα­τα­σκευ­ή; μέ βά­ση τή γρα­φή ἀπ’ ἀρ­χῆς αὐ­το­σχε­δι­α­στι­κῆς τοῦ Parisinus, φτά­νει στήν πα­ρα­δο­χή ἑ­νός στιχι­κο­ῦ προ­οι­μί­ου πού τό ἐ­κτε­λο­ῦ­σε ἕ­νας κι­θᾳ­ρω­δός πρίν ἀ­πό τό δι­θύ­ραμ­βο. Στούς νε­ό­τε­ρους με­λε­τη­τές πού θέ­λη­σαν νά ἐν­σω­μα­τώ­σουν τόν Ἀριστοτέλη στίς προ­σω­πι­κές τους θε­ω­ρί­ες ἀ­να­φέ­ρου­με τόν Μ. Untersteiner καί τόν J. Lindsay. Στίς πρω­τό­τυ­πες προ­σπά­θει­ες τοῦ Κ. Kerenyi[31] νά ρί­ξει φῶς στό πρό­βλη­μά μας ξε­κι­νών­τας ἀ­πό τή γέ­νε­ση τῆς ἰ­τα­λι­κῆς ὄ­πε­ρας, δι­α­βά­ζου­με τήν ἀ­κό- λου­θη φρά­ση: «Αὐ­τή εἶ­ναι "ἡ τρα­γω­δία πρίν ἀ­πό τήν τρα­γω­δί­α” στήν Ἑλ­λά­δα, ὅ­πωυς τήν ὑ­παι­νίσ­σε­ται ὁ Ἀριστοτέλης στό σκι­α­γρά­φη­μά του· γιά μας, ὅπως καί γιά κεῖ­νον, ἀ­πο­τε­λεῖ τό συγ­κε­κρι­μέ­νο θε­μέ­λι­ο γιά μι­ά ἱ­στο­ρί­α τῆς γέ­νε­σης τῆς τρα­γῳ­δί­ας».
 
Ἐ­δῶ πρό­κει­ται γιά μι­ά ἀ­πό τίς πε­ρι­πτώ­σεις ὅπου ὁ σα­φής ἐν­το­πι­σμός τῶν ὁ­ρί­ων τῆς ἐ­πι­στή­μης μᾶς ἀν­τα­πο­κρί­νε­ται στό πνεῦ­μα της πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πό ὅ,­τι ἡ σί­γου­ρη δι­α­κή­ρυ­ξη τῆς προ­σω­πι­κῆς γνώ­μης. Στό πρό­βλη­μα ἄν ὁ Ἀριστοτέλης μᾶς με­τα­δί­δει δεδο­μέ­να ἤ ὑ­πο­θέ­σεις, δέν ἔχοῦ­με τή δυ­να­τό­τη­τα νά ἐξα­σφα­λί­σου­με μί­α μαρ­τυ­ρί­α ἀ­παλ­λαγ­μέ­νη ἀ­πό κά­θε ἀμ­φι­βο­λί­α. Αὐ­τό φυ­σι­κά δέν ση­μαί­νει ὅτι πρέ­πει νά πα­ραι­τη­θοῦ­με ἀ­πό τήν προ­σπά­θει­α νά πε­τύ­χου­με τό με­γα­λύ­τε­ρο δυ­να­τό πο­σο­στό πι­θα­νό­τη­τας. Πρέ­πει ἀ­μέ­σως νά το­νι­στεῖ ὅτι ἡ ἄ­πο­ψη πώς ὁ Ἀριστοτέλης με­τα­δί­δει ἐ­δῶ ἀ­νε­ξέ­λεγ­κτες ὑ­πο­θέ­σεις ἔρχε­ται σέ πλή­ρη ἀν­τί­θε­ση μέ ὅ,τι γνω­ρί­ζου­με γιά τή μέ­θο­δο τῆς δου­λειᾶς του σέ ἱ­στο­ρι­κά θέ­μα­τα. Ἴ­σως νά μήν μπο­ροῦ­με πιά νά προσ­δι­ο­ρί­σου­με τήν ἔ­κτα­ση καί τό εἶ­δος τῶν πη­γῶν του σχε­τι­κά μέ τό πρό­βλη­μα τῆς τρα­γῳ­δί­ας· αὐτό ὅμως δέν ση­μαί­νει ὅτι δέν εἶ­χε στή δι­ά­θε­σή του πη­γές. Οἱ σο­φι­στές ἄρ­χι­σαν ἀ­πό νω­ρίς νά ἀ­σχο­λο­ῦν­ται μέ τά λο­γο­τε­χνι­κά εἴδη καί νά δι­α­τυ­πώ­νουν καί σχε­τι­κά μέ αὐτά τό πρό­βλη­μα τῶν ἀρ­χῶν. Ὁ Kranz (4) μά­λι­στα φτά­νει ὡς τό ση­μεῖ­ο νά μι­λᾶ γιά ἄ­φθο­νο θε­ω­ρη­τι­κό ἱ­στο­ρι­κο­φι­λο­λο­γι­κό ὑ­λι­κό, πού χρο­νο­λο­γεῖ­ται πρίν ἀ­πό τήν Ποι­η­τι­κή. Ἡ σκέ­ψη ὅτι ὁ Ἀριστοτέλης ἀ­πέ­χει ἀ­πό τους προ­δρό­μους, πού μᾶς ἀ­πα­σχο­λο­ῦν ἐ­δῶ, μό­νο δύ­ο πε­ρί­που ἑ­κα­τον­τά­δες χρό­νι­α, ἐ­νῷ σ’ ἐ­μᾶς ἡ ἀ­πό­στα­ση ξε­περ­νᾶ ἰ­σά­ριθ­μες χι­λι­ε­τί­ες, μπο­ρεῖ νά φαί­νε­ται κά­πως πρω­τό­γο­νη ἀλ­λά δέν εἶ­ναι, γι’ αὐτόν τό λό­γο, ἀ­στή­ρι­χτη. Συμ­φω­νοῦ­με μέ τόν A. Rostagni,[32] ὁ ὁποῖος προ­ϋ­πο­θέ­τει ση­μαν­τι­κά στά­δι­α προ­πα­ρα­σκευ­ῆς καί γιά τήν Ποι­η­τι­κή, ὅπως μᾶς εἶ­ναι γνω­στά καί γιά τά Πολιτικά. Ἡ συν­το­μί­α καί ἡ ἁ­δρό­τη­τα τῶν πα­ρα­τη­ρή­σε­ων τῆς Ποι­η­τι­κῆς ὀ­φεί­λον­ται στό ρό­λο πού θά ἔπαι­ζαν ὡς σχέ­δι­ο πα­ρα­δό­σε­ων. Ὅλες τούς ὅμως προ­έρ­χον­ται ἀ­πό πο­λύ πλου­σι­ό­τε­ρη γνώ­ση, καί αὐτό μας ἀ­φή­νει νά τό κα­τα­λά­βου­με κα­θα­ρά ὁ Ἀριστοτέλης, ὅταν στό κέφ. 5, 1449a 29, δι­α­κό­πτει μέ τήν πα­ρα­τή­ρη­ση ὅτι θά πή­γαι­νε πο­λύ σέ μά­κρος νά ὑ­πει­σέλ­θει σέ ὅλες τίς λε­πτο­μέ­ρει­ες. Ἰ­δι­αί­τε­ρη ση­μα­σί­α ἔ­χει ἐ­δῶ, ὅπως ὑ­πο­γράμ­μι­σε ἤδη ὁ Bywater,[33] τό χω­ρί­ο (κέφ. 5, l449a 37) ὅπου ὁ Ἀριστοτέλης δη­λώ­νει τήν ἐλλι­πή γνώ­ση του γιά τίς ἀρ­χές τῆς κω­μῳ­δί­ας, ἐ­νῷ γιά τίς πλη­ρο­φο­ρί­ες σχε­τι­κά μέ τήν τρα­γῳ­δί­α ση­μει­ώ­νει ἀ­πε­ρί­φρα­στα: αἵ μέν οὖν τῆς τρα­γῳ­δί­ας με­τα­βά­σεις καί δί’ ὧν ἐ­γέ­νον­το οὐ λε­λή­θα­σιν. Πρέ­πει νά κα­τα­λο­γί­σου­με στόν φι­λό­σο­φο του­λά­χι­στον ἐ­πι­πο­λαι­ό­τη­τα στήν ἔκ­φρα­ση, ἄν τοῦ ἀρ­νη­θο­ῦ­με τήν ἀ­ξι­ο­πι­στί­α. Σέ ἕ­να τέ­τοιο συμ­πέ­ρα­σμα θά μπο­ρού­σα­με νά κα­τα­λή­ξου­με μό­νο ἄν δι­α­πι­στώ­να­με ἀν­τι­φά­σεις μέ­σα στό ἴ­διο ἔρ­γο ἤ μέ ἄλ­λα γνω­στά δε­δομέ­να. Ἑ­πο­μέ­νως, εἶ­ναι ἰ­δι­αί­τε­ρα ἀ­πο­φα­σι­στι­κό τό ἐ­ρώ­τη­μα κα­τά πό­σο οἱΐ μαρ­τυ­ρί­ες τῆς Ποι­η­τι­κῆς μᾶς ἐ­πι­τρέ­πουν νά σχη­μα­τί­σου­με μί­α εἰ­κό­να ἀ­παλ­λαγ­μέ­νη ἀ­πό ἀν­τι­φά­σεις, πού μπο­ρεῖ νά ἐ­νισχυ­θεῖ καί ἀ­πό ἄλ­λα δε­δο­μέ­να. Πρέ­πει νά ἐ­ξε­τά­σου­με πρῶ­τα τά ἐ­πι­μέ­ρους στοι­χεῖ­α, γιά νά ἐ­ρευ­νή­σου­με κα­τό­πιν τή δυ­να­τό­τη­τα νά φτά­σου­με σέ μι­ά λο­γι­κή σύν­θε­ση.
 
Πε­ριτ­τές δυ­σκο­λί­ες δη­μι­ουρ­γή­θη­καν κά­πο­τε ἀ­πό τήν ἔκ­φρα­ση ἀ­πό τῶν ἐ­ξαρ­χόν­των τόν δι­θύ­ραμ­βον. Κά­ποια σύγ­χυ­ση προκά­λε­σε ὁ F. Bradac,[34] ὅταν συγ­κέν­τρω­σε μαρ­τυ­ρί­ες γιά τήν ἄ­σα- φει­α στή χρή­ση τοῦ ρή­μα­τος. Ὁ Kranz (17) μέ τούς ἐ­ξάρ­χον­τες κα­τα­λά­βαι­νε τούς τρα­γου­δι­στές του χο­ροῦ, καί ὁ Untersteiner (248), ἀ­κο­λου­θών­τας τά ἴχνη τοῦ Lammers (164), συ­σχέ­τι­σε τήν ἀμ­φι­σβη­τού­με­νη ἔκ­φρα­ση μέ τούς δι­πλούς χο­ρούς. Σέ ὅλα αὐτά μπο­ρεῖ νά ἀν­τι­πα­ρα­τε­θεῖ ἡ πα­ρα­τή­ρη­ση ὅτι ὁ Ἀ­ρι­στο­τέ­λης, στόν ἁ­πλό ἐ­πι­στη­μο­νι­κό του λό­γο, δέν θά δι­ά­λε­γε αὐτή τή λέ­ξη, ἄν δέν ἡ­θε­λε νά δη­λώ­σει μέ αὐτήν ἀ­κρι­βῶς τόν πρῶ­το τρα­γου­δι­στή. Ὁ Ziegler (1907κ.· 1944, 25) ἔ­χει συγ­κεν­τρώ­σει ὁ­μη­ρι­κά καί ἄλ­λα πα­ρα­δείγ­μα­τα, πού μαρ­τυ­ροῦν τή χρή­ση τοῦ ρή­μα­τος γι’ αὐτή τή δρα­στη­ρι­ό­τη­τα. Ὁ Patzer (90, 6) δεί­χνει ὅτι δέν εἶ­ναι πιά δυ­να­τό νά ὑ­πάρ­ξει κα­μί­α ἀμ­φι­βο­λί­α γι’ αὐτό τό θέ­μα. Ὁ­πωσ­δή­πο­τε, ὁ Ἀριστοτέλης ἀ­να­κά­λυ­ψε τόν πυρήνα μί­ας δρα­μα­τι­κῆς ἀν­τι­πα­ράθέ­σης ἀ­κρι­βῶς στή σχέ­ση τοῦ ἐ­ξάρ­χον­τα μέ τό χο­ρό· ὡ­στό­σο, θά δί­στα­ζα κά­πως νά ἀ­να­γνω­ρί­σω στόν ἐ­ξαρ­χον­τα, ὅπως ὁ Ziegler (1908), τόν πρῶ­το ὑ­πο­κρι­τή, καί ἔ­τσι νά ἐ­ξη­γή­σω τή σι­ω­πή τοῦ φι­λο­σό­φου σχε­τι­κά μέ τήν ἐμ­φά­νι­σή του. Ὁ ὑ­πο­κρι­τής, ὅπως θά δοῦ­με πι­ό κά­τω, εἰ­σα­γε­ται ἀ­πό δι­α­φο­ρε­τι­κή πε­ρι­ο­χή.
 
Ἡ Ποι­η­τι­κή θε­ω­ρεῖ ὅτι μί­α ἀ­πό τίς ρί­ζες τῆς τρα­γῳ­δί­ας εἶ­ναι ὁ δι­θύ­ραμ­βος. Ὅ­λες οἱ προ­σπά­θει­ες νά ἐ­τυ­μο­λο­γη­θεῖ τό ὄ­νο­μα αὐτοῦ του ἀρ­χαί­ου λα­τρευ­τι­κοῦ τρα­γου­διοῦ ἔ­χουν ἀ­πο­τύ­χει· σί­γου­ρα πρό­κει­ται γιά προ­ελ­λη­νι­κό δά­νει­ο.[35] Φυ­σι­κά, δέν μπο­ροῦ­με νά χω­ρί­σου­με τό τρα­γού­δι ἀ­πό τή λα­τρεί­α τοῦ Δι­ο­νύ­σου. Στά λό­γι­α του Ἀρ­χι­λό­χου (120 W.), πού καυ­χι­έ­ται ὅτι ξέ­ρει νά το­νί­σει τό ὡ­ραῖ­ο τραγούδι τοῦ ἄρ­χον­τα Δι­ο­νύ­σου, τό δι­θύ­ραμ­βο, μό­λις τό κρα­σί κυ­ρι­έ­ψει τή σκέ­ψη του, ἀ­να­γνω­ρί­ζου­με κι­ό­λας τόν ἐ­ξάρ­χοντα μπρο­στά στό χο­ρό του. Μέ τό δῶ­ρο τοῦ Δι­ο­νύ­σου συν­δέ­ει τό τραγούδι καί ἡ θαρ­ρα­λέ­α δι­α­βε­βαί­ω­ση τοῦ Ἐ­πι­χάρ­μου (ἀπ. 132) ὅτι μέ νε­ρό δι­θύ­ραμ­βος δέν γί­νε­ται. Ἡ ἔκ­φρα­ση τοῦ Πιν­δά­ρου (Ὀλ. 13, 19) βο­η­λά­της δι­θύ­ραμ­βος μαρ­τυ­ρεῖ ὅτι τόν χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σαν ὡς λα­τρευ­τι­κό τραγούδι τήν ὥ­ρα τῆς ζω­ο­θυ­σί­ας. Τή στε­νή σύν­δε­ση τοῦ ᾄ­σμα­τος μέ τόν Δι­ό­νυ­σο ὑ­πο­δη­λώ­νει καί ἕ­να ὄ­στρα­κο[36] ἀ­πό τήν πε­ρί­ο­δο τῆς ἀκ­μῆς τοῦ ἐ­ρυ­θρό­μορ­φου ρυθ­μοῦ, πού θά μᾶς χρει­α­στεῖ πι­ό κά­τω ἀ­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο. Ἀ­πει­κο­νί­ζει ἕ­ναν σι­λη­νό νά παί­ζει λύ­ρα, καί ἀ­πο­πά­νω ἔ­χει τήν ἐ­πι­γρα­φή ΔΙΘΥΡΑΜΦΟΣ. Αὐτό τό δι­ο­νυ­σι­α­κό ἄσμα, πού ἴ­σως κά­πο­τε δήμι­ουρ­γή­θη­κε ἀ­πό τίς ἁ­πλές λα­τρευ­τι­κές ἐ­πι­κλή­σεις, δι­α­πλά­στη­κε στά χέ­ρια το­ῦ Ἀ­ρί­ω­να, παίρ­νον­τας χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά πού θά μᾶς ἀ­πα­σχο­λή­σουν ἐ­κτε­νέ­στε­ρα πι­ό κά­τω.
 
Γιά τήν ὑ­πό­λοι­πη ἱ­στο­ρί­α το­ῦ δι­θυ­ράμ­βου, ἀν­τι­με­τω­πί­ζου­με δύ­σκο­λα προ­βλή­μα­τα. Οἱ μου­σι­κές με­ταρ­ρυθ­μί­σεις το­ῦ Λά­σου το­ῦ Ἑρ­μι­ο­νέ­α προ­ώ­θη­σαν, στά χρό­νι­α το­ῦ Ἱπ­πάρ­χου, τήν ἐ­ξέ­λι­ξη τῆς καλ­λι­τε­χνι­κῆς του μορ­φῆς, καί ἡ νε­ο­σύ­στα­τη δη­μο­κρα­τί­α πρό­σθε­σε, τό 509 ἡ 508 π.Χ., στό πρό­γραμ­μα τῶν Με­γά­λων Δι­ο­νυ­σί­ων καί τούς δι­θυ­ραμ­βι­κούς ἀ­γώ­νες.[37] Ἡ ἐ­κτέ­λε­σή τους ἀ­νῆ­κε στούς λε­γο­μέ­νους κύ­κλι­ους χο­ρούς, πού ἀ­πο­τε­λο­ῦν­ταν ἀ­πό πε­νήν­τα ἀ­γό­ρια ἤ ἄν­τρες καί σχημά­τι­ζαν, μέ­σα στήν ὀρ­χή­στρα, ἕ­ναν κύ­κλο γύ­ρω ἀ­πό τό βω­μό καί τόν αὐ­λη­τη.
 
Οἱ Ἀ­λε­ξαν­δρι­νοί γνώ­ρι­ζαν δύ­ο βι­βλί­α Δι­θυ­ράμ­βων το­ῦ Πιν­δά­ρου. Κα­τά­λοι­πα αὐτῶν τῶν ποι­η­μά­των ἔ­χουν φτά­σει ὡς ἐ­μᾶς. Με­ρι­κά ἀ­πό αὐτά ἔ­χουν τί­τλους (ἀπ. 70b Sn.), πού ὅμως δέν μπο­ροῦν νά ἀ­να­χθο­ῦν μέ βε­βαι­ό­τη­τα στόν ἴ­διο τόν Πίν­δα­ρο. Αὐτά τά ἀν­τι­στρο­φι­κά δι­αρ­θρω­μέ­να ποι­ή­μα­τα πραγ­μα­τεύ­ον­ται δι­ά­φο­ρα θέ­μα­τα ἀ­πό ποι­κί­λους μύ­θους θε­ῶν ἤ ἡ­ρώ­ων, πάν­τα ὅμως ὑ­πο­δηλώ­νουν, ἰ­δι­αί­τε­ρα στήν ἀρ­χή τους, κά­ποια σχέ­ση μέ τόν Δι­ό­νυ­σο. Ἰ­δι­αί­τε­ρο πρό­βλη­μα μᾶς δη­μι­ουρ­γεῖ ἡ πλη­ρο­φο­ρί­α τῆς Σού­δας, στό σχε­τι­κό λῆμ­μα, ὅτι στά ἔρ­γα το­ῦ Πιν­δά­ρου συγ­κα­τα­λέ­γον­ταν καί δρά­μα­τα τρα­γι­κά ιζ'. Τόν ἄ­ριθ­μο μπο­ροῦ­με νά τόν ἐξη­γή­σου­με ἀ­πό τήν ἐ­σφαλ­μέ­νη ἐ­πα­νά­λη­ψη τοῦ συ­νό­λου τῶν βι­βλί­ων το­ῦ Πιν­δά­ρου, πού μνη­μο­νεύ­τη­κε λί­γο πι­ό πά­νω. Ὡ­στό­σο, αὐτή ἡ προ­βλη­μα­τι­κή πλη­ρο­φο­ρί­α ἔχει συ­χνά συ­σχε­τι­στεῖ μέ τούς Δι­θυ­ράμ­βους. Ἐ­πει­δή ὅμως εἶ­ναι ἀ­δύ­να­το νά ὑ­πο­στη­ρι­χτεῖ ὅτι πρό­κει­ται γιά ἀρ­χαῖϊ­ο τί­τλο συλ­λο­γῆς, ἡ ἔκ­φρα­ση, πού ἐ­πα­να­λαμ­βά­νε­ται καί γιά τόν Σι­μω­νί­δη (Σχ. Ἀ­ρι­στοφ. Σφ. 1410, καί Σού­δα σχε­τι­κό λῆμ­μα), πρέ­πει ἴ­σως νά ἀ­πο­δο­θεῖ στήν κά­πως ἐ­πιπό­λαι­η ὁ­ρο­λο­γί­α τῶν Βυ­ζαν­τι­νῶν. Αὐτό τό ἐ­ξε­τά­ζει ὡς πι­θα­νό­τη­τα καί ὁ Pickard-Cambridge (108), χω­ρίς ὅμως νά θέ­λει νά ἀ­πο­κλεί­σει τήν πε­ρί­πτω­ση γνή­σι­ων τρα­γῳ­δι­ῶν γιά τόν Σι­μω­νί­δη. Βέ­βαι­α, σχε­τι­κά μέ τόν Πίν­δα­ρο, πρέ­πει νά ἀ­πο­δώ­σου­με ἀρκε­τή σύγ­χυ­ση στό συγ­γρα­φέ­α το­ῦ σχε­τι­κοῦ ἄρ­θρου τῆς Σού­δας, ἀφοῦ οἱ Δι­θύ­ραμ­βοι ἔ­χουν συμ­πε­ρι­λη­φθεῖ καί προ­η­γου­μέ­νως στά ἔρ­γα το­ῦ ποι­η­τῆ, καί, ἑ­πο­μέ­νως, τά ἴ­δια ποι­ή­μα­τα ἀ­να­φέ­ρον­ται δύ­ο φο­ρές. Πάν­τως, ἔ­χον­τας νά ἀν­τι­με­τω­πί­σου­με τά δύ­σκο­λα προ­βλή­μα­τα πού θέ­τουν ὁ τρα­γι­κός τρό­πος το­ῦ Ἀ­ρί­ω­να καί οἱ τρα­γι­κοί χο­ροί τῆς Σι­κυ­ώ­νας, δέν θά ἔ­πρε­πε νά κλεί­σου­με ὁ­ρι­στι­κά τή συ­ζή­τη­ση γι’ αὐτή τήν πε­ρί­ερ­γη ἔκ­φρα­ση τῆς Σού­δας.
 
Στό ἔρ­γο το­ῦ Βακ­χυ­λί­δη ὑ­πάρ­χουν ἔ­ξι ποι­ή­μα­τα πού οἱ Ἀ­λε­ξαν­δρι­νοί τά χα­ρα­κτή­ρι­σαν «δι­θυ­ράμ­βους». Πραγ­μα­τεύ­ον­ται δι­α­φό­ρους μύ­θους, ἔ­χουν τί­τλους καί ἐμ­φα­νί­ζουν μό­νο πε­ρι­θω­ρι­α­κή σχέ­ση μέ τόν Δι­ό­νυ­σο. Αὐτή ἡ δι­είσ­δυ­ση μή δι­ο­νυ­σι­α­κῶν θε­μά­των σέ μι­ά δι­ο­νυ­σι­α­κή μορ­φή τέ­χνης, ὅπως ἔ­χει δι­α­πι­στω­θεῖ ἤδη καί γιά τόν Πίν­δα­ρο, εἶ­ναι ἀ­ξι­ο­ση­μεί­ω­τη, ἀ­κρι­βῶς ἐ­πει­δή εἴ­μα­στε ὑ­πο­χρε­ω­μέ­νοι νά δε­χτοῦ­με πα­ρό­μοι­α στά­δι­α καί στήν ἐ­ξέ­λι- ξη τῆς τρα­γῳ­δί­ας.
 
Ὁ δι­θύ­ραμ­βος Θη­σεύς (18) πα­ρου­σιά­ζει, χω­ρίς κα­νέ­να εἶ­δος προ­λο­γι­κῆς προ­ε­τοι­μα­σί­ας, τέσ­σε­ρις στρο­φές ἑ­νός δι­α­λό­γου ἀ­νάμε­σα στόν Αἰ­γέ­α καί σέ ἕ­ναν ἀ­προσ­δι­ό­ρι­στο συ­νο­μι­λη­τή, πι­θα­νό­τα­τα ἕ­να χο­ρό Ἀ­θη­ναί­ων πο­λι­τῶν, μέ θέ­μα τήν ἀ­να­με­νό­με­νη ἄ­φι­ξη το­ῦ Θη­σέ­α. Εἶ­ναι εὐ­νό­η­το ὅτι, μό­λις ἔ­γι­νε γνω­στό αὐτό τό ποί­η­μα (οἱ πά­πυ­ροι το­ῦ Βακ­χυ­λί­δη ἔ­φτα­σαν στό Βρε­τα­νι­κό Μου­σεῖ­ο τό 1896). με­ρι­κοί θέ­λη­σαν νά τό ἀ­να­γνω­ρί­σουν ὡς τόν συν­δε­τι­κό κρί­κο ἀ­νά­με­σα στό δι­θύ­ραμ­βο καί τήν τρα­γῳ­δί­α: οἱ πλη­ρο­φο­ρί­ες το­ῦ Ἀριστοτέλη συ­νε­πά­γον­ται ἕ­ναν δι­θυ­ραμ­βι­κό χο­ρό ἀ­πέ­ναν­τι σέ ἕ­ναν ἐ­ξάρ­χον­τα. Ὁ Ziegler (1909, 1961) ἦ­ταν ἀ­πόλύ­τα βέ­βαι­ος γι’ αὐτό, ἀλ­λά, συμ­φω­νών­τας μέ τόν Kranz (32) καί τόν Schmid (1, 534), πρέ­πει νά λά­βου­με ὑ­πό­ψη ὅτι ὁ Θη­σεύς τοῦ Βακ­χυ­λί­δη ἀ­νή­κει στήν ἐ­πο­χή τῆς ἀκ­μῆς της τρα­γῳ­δί­ας καί, ἑ­πο­μέ­νως, δέ­χτη­κε ἐ­πι­δρά­σεις ἀ­πό αὐτήν. Φυ­σι­κά, σ’ αὐτό δέν ἀπο­κλεί­ε­ται νά συν­τέ­λε­σε καί κά­ποια δι­α­λο­γι­κή μορ­φή, πού ἀ­πό τήν ἀρ­χή χα­ρα­κτή­ρι­ζε τό δι­θύ­ραμ­βο, μέ τήν ἀν­τι­πα­ρά­θε­ση χο­ροῦ καί ἐ­ξάρ­χον­τα.
 
Στό δεύ­τε­ρο μι­σό του 5ου αἰώνα π.Χ. το­πο­θε­τεῖ­ται ἡ ρα­γδαί­α ἀ­νά­πτυ­ξη τοῦ νε­ο­ατ­τι­κοῦ δι­θυ­ράμ­βου, πού ἐ­ξό­ρι­σε τό δι­ο­νυ­σι­α­κό στοι­χεῖ­ο ἀ­πό τά σχή­μα­τα τῶν κλα­σι­κῶν μορ­φῶν καί με­τέ­τρε­ψε τό πα­λιό λα­τρευ­τι­κό τραγούδι ἀ­πό θρη­σκευ­τι­κό σέ κο­σμι­κό.[38]
 
Ὁ Ἀριστοτέλης ἀ­να­φέ­ρει γιά τή γέ­νε­ση τῆς τρα­γῳ­δί­ας καί ἄλ­λη μί­α ρί­ζα, πού θά μᾶς ἀ­πα­σχο­λή­σει τώ­ρα, χω­ρίς νά δι­ε­ρευ­νήσου­με ἀ­μέ­σως τή σχέ­ση της μέ τίς προ­η­γού­με­νες μαρ­τυ­ρί­ες του. Στό σχε­τι­κό χω­ρί­ο τῆς Ποι­η­τι­κῆς οἱ δύ­ο φρά­σεις: δι­ά τό ἐκ σα­τι­ρι­κοῦ με­τα­βα­λεῖν καί δι­ά τό σα­τυ­ρι­κήν καί ὀρ­χη­στι­κω­τέ­ραν εἶ­ναι τήν ποί­η­σιν δη­λώ­νουν ἀ­ναμ­φί­βο­λα ὅτι ὁ Ἀριστοτέλης θε­ω­ροῦ­σε τό σα­τυ­ρι­κόν ὡς προ­στά­δι­ο στήν ἐ­ξέ­λι­ξη τῆς τρα­γῳ­δί­ας — θε­ω­ρί­α πού ἐ­πα­να­λαμ­βά­νε­ται ἀ­πό τόν πε­ρι­πα­τη­τι­κό Χα­μαι­λέ­ον­τα (ἀπ. 38 W.). Ἐ­δῶ κυ­ρί­ως δι­α­χω­ρί­ζον­ται τά μέ­τω­πα. Ὁ Schmid (2, 26, 42) μι­λᾶ γιά μι­άν ἄ­καρ­πη καί ἐ­ξε­ζη­τη­μέ­νη ἀ­πό­πει­ρα νά ἐ­ξη­γη­θεῖ ἡ προ­έ­λευ­ση τῆς τρα­γῳ­δί­ας· ὁ Η. van Hoorn[39] ὑ­πο­στη­ρί­ζει ὅτι τό σα­τυ­ρι­κό δράμα καί ἡ τρα­γῳ­δί­α γεν­νή­θη­καν χω­ρι­στά καί ἑ­νώ­θη­καν γύ­ρω στό 501· εἴ­δα­με ἤδη ὅτι ὁ Pickard-Cambridge εἶ­ναι ἀν­τί­θε­τος μέ τόν Ἀριστοτέλη, ἐ­νῷ ὁ Webster στήν ἀ­να­θε­ώ­ρη­ση τοῦ βι­βλί­ου τοῦ παίρ­νει ἀ­κρι­βῶς τήν ἀν­τί­θε­τη θέ­ση. Στά νε­ό­τε­ρα χρό­νι­α ἀ­πέρ­ρι­ψαν κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κά τή θέ­ση τοῦ Ἀριστοτέλη κυ­ρί­ως ὁ Else, ὁ Patzer καί ὁ Burkert. Ἐν­νο­εῖ­ται ὅτι ὅσοι, ὅπως εἴ­πα­με πι­ό πά­νω, εἶ­ναι ὀ­πα­δοί τοῦ φι­λο­σό­φου τόν ἀκο­λου­θοῦν καί σ’ αὐτό τό ση­μεῖ­ο. Θά μπο­ρού­σα­με ἐ­πί­σης νά προ­σθέ­σου­με τόν Lindsay καί τόν Ρ. Guggisberg.
 
Ὡ­στό­σο πι­στεύ­ω ὅτι μπο­ροῦ­με νά ξε­πε­ρά­σου­με τό στά­δι­ο τῶν ἁ­πλῶν ὑ­πο­θέ­σε­ων καί νά ἐ­πι­βε­βαι­ώ­σου­με τή μαρ­τυ­ρί­α τῆς Ποι­η­τι­κῆς. Κα­νέ­νας ἀ­πό τους ἀν­τί­πα­λους τοῦ Ἀριστοτέλη δέν κα­τόρ­θω­σε νά ἐ­ξη­γή­σει τή στε­νή εἰ­δο­λο­γι­κή σχέ­ση τρα­γῳ­δί­ας καί σα­τυ­ρι­κοῦ δρά­μα­τος, ἡ ὁ­ποί­α ὑ­πο­δη­λώ­νει καί γε­νε­τι­κή συγ­γέ­νει­α.[40] Σέ ὁ­λο­φά­νε­ρη ἀν­τί­θε­ση βρί­σκε­ται, ἡ βα­θι­ά δι­α­φο­ρά τρα­γῳ­δί­ας καί κω­μῳ­δί­ας. Ἐ­δῶ δι­α­πι­στώ­νου­με ἐ­κεῖ­νο πού θά μπο­ρού­σα­με νά ὀ­νο­μά­σου­με δι­ά­κρι­ση εἰ­δῶν. Στό τέ­λος τοῦ πλα­τω­νι­κοῦ Συμ­πο­σί­ου, ὁ Σω­κρά­της κα­τα­βάλ­λει φο­βε­ρή προ­σπά­θει­α νά πεί­σει τόν Ἀ­γά­θω­να καί τόν Ἀ­ρι­στο­φά­νη ὅτι ὁ τρα­γι­κός ποι­η­τής θά ἔπρε­πε νά εἶ­ναι ἱ­κα­νός νά γρά­φει καί κω­μῳ­δί­ες. Τή γε­νι­κή θε­ω­ρί­α τῆς ἑ­τε­ρο­νο­μί­ας τρα­γι­κοῦ καί κω­μι­κοῦ θε­ά­τρου ἔχει ἐκ­φρά­σει ὁ Λεύ­κιπ­πος (VS A 9): τά ἴ­δια γράμ­μα­τα θά μπο­ροῦ­σαν νά σχη­μα­τί­σουν τό­σο δι­α­φο­ρε­τι­κά πράγ­μα­τα ὅπως ἡ τρα­γῳ­δί­α καί ἡ κω­μῳ­δί­α. Ό R. C. Flickinger (202), πού ἐ­πι­μέ­νει μέ ἔμφα­ση στή διαχω­ρι­στι­κή γραμ­μή, πα­ρα­θέ­τει τά λό­γι­α τοῦ Dryden: «τίς ἐμ­βάδες καί τούς κο­θόρ­νους δέν τά φο­ροῦ­σε ὁ ἴ­διος ποι­η­τής»[41]. Μέ αὐτήν τή δι­α­πί­στω­ση ἔρχε­ται σέ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κή ἀν­τί­θε­ση τό γε­γο­νός ὅτι σα­τυ­ρι­κό δράμα καί τρα­γῳ­δί­α γρά­φον­ταν κα­τά κα­νό­να ἀ­πό τόν ἴ­δι­ο ποι­η­τή. Ἐ­δῶ σί­γου­ρα πρό­κει­ται γιά τό ἴ­διο ποι­η­τι­κό γέ­νος. Ἀ­ξί­ζει του­λά­χι­στον νά μνη­μο­νευ­τεῖ σέ αὐτό τό ση­μεῖ­ο μι­ά ἀγ­γει­ο­γρα­φί­α πού δεί­χνει σα­τύ­ρους νά ξυ­πνοῦν τήν προ­σω­ποποι­η­μέ­νη τρα­γῳ­δί­α.[42]
 
Φυ­σι­κά, μέ τό σα­τυ­ρι­κόν της Ποι­η­τι­κῆς δέν πρέ­πει νά ἔχου­με στό νο­ῦ μας τό ἐ­ξε­λιγ­μέ­νο σα­τυ­ρι­κό δράμα, ἀλ­λά μι­ά μορ­φή χο­ρι­κῶν πα­ρα­στά­σε­ων, μέ δρα­μα­τι­κό πε­ρί­βλη­μα, πού ἔ­κτε­λο­ῦν­ταν ἀ­πό σα­τύ­ρους.[43]
 
Ἀ­πο­φα­σι­στι­κά γιά τήν ἀ­πόρ­ρι­ψη αὐ­τῆς τῆς προ­βλη­μα­τι­κῆς ἄ­πο­ψης το­ῦ Ἀριστοτέλη στά­θη­καν δύ­ο ἐ­πι­χει­ρή­μα­τα: (α) ἡ ἀρ­χαί­α μαρ­τυ­ρί­α ὅτι δη­μι­ουρ­γός το­ῦ σα­τυ­ρι­κοῦ δρά­μα­τος εἶναι ὁ ΙΙρατίνας καί (β) ἡ σκέ­ψη ὅτι μέ τή δι­α­δι­κα­σί­α πού ὑ­πο­δη­λώ­νε­ται στό ἀ­πο­σε­μνύν­ε­σθαι τῆς Ποι­η­τι­κῆς δέν εἶ­ναι πο­τέ δυ­να­τό νά εἶ­χε γεν­νη­θεῖ ἀ­πό ἕ­να ἄ­ξε­στο κω­μι­κό δρώ­με­νο ἡ σο­βα­ρή τρα­γῳ­δί­α.
 
Ὁ Πρα­τί­νας ἐμ­φα­νί­ζε­ται στή Σούδα ὡς δη­μι­ουρ­γός (εὑ­ρε­τής) το­ῦ σα­τυ­ρι­κο­ῦ δρά­μα­τος· μέ αὐ­τή τη μαρ­τυ­ρί­α συν­δυ­ά­ζον­ται δύ­ο ἑλ­λη­νι­στι­κά ἐ­πι­γράμ­μα­τα το­ῦ Δι­ο­σκο­ρί­δη.[44] Τό ἕ­να (Π.Α. 7, 37) πα­ρου­σιά­ζει ἕ­να σά­τυ­ρο μέ πορ­φυ­ρό ἔν­δυ­μα νά κρα­τᾶ τρα­γι­κό προ­σω­πεῖ­ο. Ὅ­ταν ὁ σά­τυ­ρος πλη­ρο­φο­ρεῖ ὅτι ἔ­τσι τόν καλ­λώ­πι­σε ὁ Σο­φο­κλῆς, ἀν­τι­λαμ­βα­νό­μα­στε τήν ἀ­να­φο­ρά το­ῦ ἐ­πι­γράμ­μα­τος στή θε­ω­ρί­α τῆς Πε­ρι­πα­τη­τι­κῆς Σχο­λῆς γιά τήν προ­έ­λευ­ση τῆς τρα­γῳ­δί­ας ἀ­πό τό σα­τυ­ρι­κό δράμα. Ὅ­ταν ὅμως αὐτός ὁ σά­τυ­ρος το­νί­ζει τήν κα­τα­γω­γή του ἀ­πό τόν Φλι­ούν­τα, ὅπως ἀ­κρι­βῶς ἕ­νας ἄλ­λος {Π.Α. 7, 707) ὀ­νο­μά­ζει τόν ἴ­διο τό­πο πα­τρί­δα τῶν ἀ­δερ­φῶν του, εἶ­ναι βέ­βαι­η ἡ ἀ­να­φο­ρά στόν Πρα­τί­να καί πι­θα­νός ὁ ὑπαι­νιγ­μός στή θε­ω­ρί­α πού τόν ἡ­θε­λε δη­μι­ουρ­γό το­ῦ σα­τυ­ρι­κοῦ δρά­μα­τος. Φυ­σι­κά, δέν ἐ­πι­τρέ­πε­ται νά πε­ρι­μέ­νει κα­νείς ἀ­πό τόν Δι­ο­σκο­ρί­δη πο­λύ με­γά­λη συ­νέ­πει­α σέ αὐ­τά τά θέ­μα­τα. Τέ­λος, σέ ἕ­να ψευ­δο­α­κρω­νι­κό σχό­λι­ο στόν Ὄ­ρα­τι­ο (Ars po. 216) ὑ­πάρ­χει ἡ εἰ­κα­σί­α το­ῦ Φα­βρί­κι­ου, πού ἀλ­λά­ζει τό Cratini σέ Pratinae στή θέ­ση το­ῦ δη­μι­ουρ­γοῦ το­ῦ σα­τυ­ρι­κοῦ δρά­μα­τος —δι­όρ­θω­ση πού δι­και­ο­λο­γη­μέ­να τή θε­ω­ρεῖ ἀ­να­πό­φευ­κτη ὁ Patzer (23, 5).
 
Οἱ μαρ­τυ­ρί­ες δέν εἶ­ναι βέ­βαι­α πολ­λές· ἀρ­κο­ῦν πάν­τως γιά νά ἀ­πο­δεί­ξουν τήν ὕ­παρ­ξη μί­ας ἀρχαίας θε­ω­ρί­ας πού συγ­κρού­ε­ται μέ τήν εἰ­κό­να τῆς ἐ­ξε­λι­κτι­κῆς πο­ρεί­ας ὅπως ἀ­παν­τᾶ στήν Ποι­η­τι­κή. Ἐ­δῶ δι­α­κρί­νον­ται δύ­ο ἀρ­χαϊκές ἀ­πό­ψεις σχε­τι­κά μέ τή γέ­νε­ση τῆς τρα­γῳ­δί­ας, πού ἀλ­λη­λο­α­πο­κλεί­ον­ται. Ὁ Μ. Pohlenz τίς ἔ­χει χα­ρα­κτη­ρί­σει καί σταθ­μί­σει πο­λύ σω­στά σέ μι­ά ἔ­ρευ­νά του,[45] πού τά πο­ρί­σμα­τά της μό­νο πρός ζη­μί­α το­ῦ ὁ­λου θέ­μα­τος θα ἀμ­φι­σβη­τοῦν­ταν. Ἡ μι­ά εἶ­ναι, ἡ πε­ρι­πα­τη­τι­κή, ὅπως ἐ­κτί­θε­ται, στήν Ποι­η­τι­κή καί ὅπως μπο­ρεῖ, μέ βά­ση τήν ἑρ­μη­νεί­α τῆς πα­ροι­μί­ας οὐ­δεν πρός τόν Δι­ό­νυ­σον (βλ. πα­ρα­κά­τω) πού δί­νε­ται στόν Φώ­τι­ο, στή Σούδα καί στόν Ἀ­πο­στό­λι­ο (13, 42), νά ἐ­ξα­σφα­λι­στεῖ καί γιά τό ἔρ­γο τοῦ Χα­μαι­λέ­ον­τα γιά τόν Θέ­σπη (ἀπ. 38 W.). Εἶ­ναι ἡ ἴ­δια θε­ω­ρί­α πού ἀ­πό τή χρο­νι­κή προ­τε­ραι­ό­τη­τα τοῦ σα­τυ­ρι­κοῦ δρά­μα­τος ἄν­τλη­σε τήν ἑρ­μη­νεί­α τῆς λέ­ξης τρα­γῳ­δί­α, θε­ω­ρών­τας την «ἄσμα τρά­γων». Γιά τό ση­μεῖ­ο αὐ­τό καί γιά τή δι­εκ­δί­κη­ση ὁ­ρι­σμέ­νων προ­στα­δί­ων τῆς τρα­γῳ­δί­ας ἐκ μέ­ρους τῶν Πε­λο­πον­νη­σί­ων θά μι­λή­σου­με πι­ό κά­τω ἐ­κτε­νέ­στε­ρα.
 
Ἡ δεύ­τε­ρη θε­ω­ρί­α ἔ­χει τίς ρί­ζες της στήν ἀτ­τι­κή ἀν­τί­δρα­ση ἀ­πέ­ναν­τι στίς δω­ρι­κές δι­εκ­δι­κή­σεις, ὅπως ἐκ­φρά­ζε­ται κα­θα­ρά στόν ψευ­δο­πλα­τω­νι­κό Μί­νω 321a: ἡ δέ τρα­γῳ­δί­α ἐ­στἰ πα­λαι­όν ἐν­θά­δε, οὐχ ὡς οἴ­ον­ται ἀ­πό Θέ­σπι­δος ἀρ­ξα­μέ­νη οὐδ’ ἀ­πό Φρυ­νί­χου, ἀλλ’ εἰ ἐ­θέ­λεις ἐν­νοῆ­σαι, πά­νυ πα­λαι­όν αὐ­τό εὑ­ρή­σεις ὄν τῆσ­δε τῆς πό­λε­ως εὕ­ρη­μα.[46] Μπο­ροῦ­με νά ὑ­πο­θέ­σου­με ὅτι γι’ αὐ­τή τήν ἄ­πο­ψη ἐ­πι­κα­λο­ῦν­ταν ἔ­θι­μα τῆς ὑ­παί­θρου· του­λά­χι­στον κά­τι τέ­τοιο ἔ­δει­ξαν ὁ­λο­φά­νε­ρα οἱ Ἀ­λε­ξαν­δρι­νοί μέ τό ἐν­δι­α­φέ­ρον τους γιά τό βου­κο­λι­κό στοι­χεῖ­ο. Ἀ­πο­φα­σι­στι­κή ὅμως γιά τή θέ­ση τούς ἐ­ναντί­ον τοῦ Ἀριστοτέλη πρέ­πει νά ἦ­ταν ἡ ἄ­πο­ψη πού θε­ω­ροῦ­σε τόν Πρα­τί­να ἀ­πό τόν Φλι­ούν­τα δη­μι­ουρ­γό του σα­τυ­ρι­κοῦ δρά­μα­τος. Ὅ­πό­τε, φυ­σι­κά, αὐ­τό τό εἶ­δος δέν ἀ­νῆ­κε στήν ἀρ­χή ἄλ­λα στό τέ­λος τῆς ἐ­ξε­λι­κτι­κῆς πο­ρεί­ας, καί ἑ­πο­μέ­νως ἡ τρα­γῳ­δί­α γεν­νή­θη­κε ἀ­πό ἔ­θι­μα τῶν χω­ριῶν τῆς Ἀτ­τι­κῆς, σάν ἐ­κεῖ­να πού μαρ­τυ- ρο­ῦν­ται γιά τήν Ἰ­κα­ρί­α· ἄ­ρα, τρα­γῳ­δί­α δέν μπο­ρεῖ νά ἦ­ταν τό τραγούδι τῶν τρά­γων. Μέ αὐτή τή βά­ση δό­θη­κε μι­ά ἐ­ξε­λι­κτι­κή εἰ­κό­να μέ δι­α­φο­ρε­τι­κές ἀλ­λά ἀρ­κε­τά συγ­γε­νεῖς πα­ραλ­λα­γές. Γιά με­ρι­κούς ἡ λέ­ξη τρα­γῳ­δί­α προ­έρ­χε­ται ἀ­πό λα­ϊ­κές γιο­ρτές, ὅπου δι­ε­ξά­γον­ταν ἀ­γῶ­νες χο­ροῦ καί τρα­γου­διοῦ μέ ἔ­πα­θλο ἕ­ναν τρά­γο.[47] Αὐτή ἡ θε­ω­ρί­α συ­νο­δευ­ό­ταν ἀ­πό μι­άν ἄλ­λη, πού ὑ­πο­στή­ρι­ζε ὅτι τέ­τοια λα­ϊ­κά ἔ­θι­μα στά­θη­καν κοι­νή ρί­ζα γιά τό δράμα γε­νι­κά, δη­λα­δή καί γιά τήν τρα­γῳ­δί­α καί γιά τό σα­τυ­ρι­κό δράμα καί γιά τήν κω­μῳ­δί­α. Ὁ Ἐ­ρα­το­σθέ­νης μπο­ρεῖ νά εἶ­χε ἤδη πα­ρου­σιά­σει Αὐτή τή θε­ω­ρί­α του στό ἔρ­γο του Περί ἀρ­χαί­ας κω­μῳ­δί­ας, ἀρ­γό­τε­ρα ὅμως νά τήν ἀ­νέ­πτυ­ξε στό πλού­σι­ο σέ αἰ­τι­ο­λο­γι­κό ὑ­λι­κό ποι­η­τι­κό του ἔρ­γο Ἠ­ρι­γό­νη, ἀ­πό τό ὁποῖο ἔ­χου­με τό στί­χο: Ἰ­κα­ρι­οῖ, τό­θι πρῶ­τα πε­ρί τρά­γον ὠρ­χή­σαν­το.[48] Ὁ Κ. Meuli, πού μι­λᾶ συγ­κε­κρι­μέ­να γιά μί­α ἐ­ρα­το­σθε­νι­κή θε­ω­ρί­α, στό πρῶ­το πα­ράρ­τη­μα τῆς με­λέ­της του ἔ­χει συγ­κεν­τρώ­σει ὅλα τά χω­ρί­α ὅ­που ἐμ­φα­νί­ζε­ται αὐ­τή ἡ ἄ­πο­ψη, κυ­ρί­ως σέ σχέ­ση μέ τήν τρυγ­ῳ­δί­α —ὅρο πού ὑ­πο­τί­θε­ται ὅτι χα­ρα­κτή­ρι­ζε αὐ­τά τά ἀρ­χέ­γο­να δρα­μα­τι­κά σπέρ­μα­τα. Ἔ­τσι, αὐτή ἡ κω­μι­κή πα­ρῳ­δί­α, πού βα­σί­ζε­ται στή λέ­ξη τρύξ (κα­τα­κά­θι το­ῦ κρα­σιοῦ: Ἀ­ρι­στοφ. Ἀχ. 499κκ.), κέρ­δι­σε ἀδι­και­ο­λό­γη­το σε­βα­σμό. Ὁ Meuli ἔ­δει­ξε ἀ­κό­μη, μέ ἀ­φε­τη­ρί­α ἕ­να χω­ρί­ο τοῦ Βιρ­γί­λι­ου {Georg. 2, 380κκ.), πό­ση ἐ­πί­δρα­ση ἄ­σκη­σε στήν ποί­η­ση τῶν Ρω­μαί­ων αὐ­τή ἡ θε­ω­ρί­α γιά τό ἀρ­χέ­γο­νο δράμα τῶν χω­ριῶν τῆς Ἀτ­τι­κῆς.
 
Τήν ἑρ­μη­νεί­α τοῦ ὀ­νό­μα­τος τῆς τρα­γῳ­δί­ας μέ βά­ση τόν τρά­γο ὡς ἔ­πα­θλο τήν ἀ­να­φέ­ρει καί τό Πά­ρι­ο Μάρ­μα­ρο (ἐπ. 43),[49] πού συν­τά­χθη­κε τό 264/3 π.Χ.
 
Ὁ Cantarella[50] θέ­λη­σε νά ἀμ­φι­σβη­τή­σει τή γνώ­μη το­ῦ Pohlenz ὅτι αὐ­τό τό μνη­μεῖ­ο μπο­ρεῖ νά ἔ­χει ἤδη ὑ­πό­ψη του μι­ά ἐλλη­νι­στι­κή θε­ω­ρί­α. Κά­τι τέ­τοιο δέν ἀν­τί­κει­ται στόν λό­γι­ο χαρακτήρα τοῦ χρο­νι­κοῦ· ἐ­ξάλ­λου, θά μπο­ρού­σα­με νά ἀ­να­ζη­τή­σου­με τό προ­στά­δι­ο τῆς ἀ­λε­ξαν­δρι­νῆς θε­ω­ρί­ας στό πλαί­σι­ο το­ῦ ἀτ­τι­κο­ῦ το­πι­κι­σμοῦ. Τήν ὑ­πό­θε­ση τοῦ τρά­γου-ἐ­πά­θλου μαρ­τυ­ροῦν, ἀ­κό­μη,[51] ἕ­να ἐ­πί­γραμ­μα τοῦ Δι­ο­σκο­ρί­δη (Π.Α. 7, 410), ὁ Ζη­νό­βι­ος (5, 40) στό ἑρ­μή­νευ­μά του γιά τήν πα­ροι­μί­α οὐ­δέν πρός τόν Δι­ό­νυ­σον, καί, ἰ­δι­αί­τε­ρα ἐ­πί­λε­κτος μάρ­τυ­ρας, ὁ Ὀ­ρά­τι­ος {Ars po. 220). Οἱ πε­ρισ­σό­τε­ρες ἀ­πό αὐ­τές τίς πη­γές —καί τό Πά­ρι­ο Μάρ­μα­ρο καί ὁ Δι­ο­σκο­ρί­δης καί ὁ Ὀ­ρά­τι­ο­ς— θε­ω­ροῦν ὅτι ὁ Θέ­σπης εἶ­ναι ὁ ποι­η­τής πού πρῶ­τος ἀ­γω­νί­στη­κε γιά τό ἔ­πα­θλο το­ῦ τρά­γου σέ ἕ­ναν ἀρ­χέ­γο­νο δρα­μα­τι­κό ἀ­γώ­να. Ὁ Δι­ο­σκο­ρί­δης μά­λι­στα (Π.Α. 7, 411) συν­δέ­ει τόν Θέ­σπη μέ τά χα­ρι­τω­μέ­να παι­χνί­δια στίς ἀ­γρο­τι­κές πε­ρι­ο­χές τῆς Ἀτ­τι­κῆς· ὁ Ὀ­ρα­τι­ος, στό χω­ρί­ο του πού μνη­μο­νεύ­τη­κε λί­γο πι­ό πά­νω, δέν τόν ἀ­να­φέ­ρει βέ­βαι­α ὀ­νο­μα­στι­κά, ὡ­στό­σο στούς στ. 275κκ. τόν πα­ρου­σιά­ζει ὡς «εὑ­ρε­τή» της τρα­γῳ­δί­ας, δη­μι­ουρ­γών­τας, ἀ­πό τά σκώμ­μα­τα ἐκ τῶν ἁ­μα­ξῶν στά ἀ­νοι­ξιά­τι­κα πα­νη­γύ­ρια τῆς Ἀτ­τι­κῆς, τό πε­ρι­λά­λη­το ἅρ­μα το­ῦ Θέ­σπη. Ὅ­ταν μι­λή­σου­με γιά τά ἐ­πι­τεύγ­μα­τα το­ῦ Θέ­σπη, θά δο­ῦμε ὅτι ἡ πε­ρι­πα­τη­τι­κή δι­δα­σκα­λί­α το­πο­θε­το­ῦσε τόν ποι­η­τή σέ ἕ­να με­τα­γε­νέ­στε­ρο στά­δι­ο στήν ἐ­ξε­λι­κτι­κή πο­ρεί­α τῆς τρα­γῳ­δί­ας. Ἀ­πό πο­λύ πα­λιά ὁ Ε. Tieche[52] ἔ­χει ἀν­τι­πα­ρα­θέ­σει στόν «πα­λιά­τσο ἀ­πό τήν Ἰ­κα­ρί­α» ἕ­ναν Θέ­σπη πού, σύμ­φω­να μέ πη­γές μί­ας ἄλ­λης κα­τη­γο­ρί­ας, χά­ρη στήν πο­λύ συγ­κε­κρι­μέ­νη συμ­βο­λή του, ταυ­τί­ζε­ται μέ τό θε­με­λι­ω­τή τῆς τρα­γῳ­δί­ας. Πο­λύ εὔ­στο­χα ὁ Patzer (37) χα­ρα­κτή­ρι­σε τήν ἀ­λε­ξαν­δρι­νή θε­ω­ρί­α ἀ­πα­ρά­δε­χτο συ­νον­θύ­λευ­μα ἀ­πό ἑ­τε­ρό­κλη­τα στοι­χεῖ­α, πού μπο­ρεῖ κα­θαυ­τά νά εἶ­ναι ἱ­στο­ρι­κά, ἀλ­λά ὁ συν­δυ­α­σμός τους πα­ρα­μέ­νει αὐ­θαί­ρε­τη κα­τα­σκευ­ή.'Ὡ­στό­σο καί οἱ δι­κοί μας δρό­μοι χω­ρί­ζουν, για­τί ἀ­ξι­ο- λο­γο­ῦμε δι­α­φο­ρε­τι­κά τήν πε­ρι­πα­τη­τι­κή θε­ω­ρί­α, ὅπως θά φα­νεῖ σέ λί­γο.
 
Παρ’ ὁ­λες τίς πα­ραλ­λα­γές, αὐτή ἡ θε­ω­ρί­α πα­ρου­σιά­ζει στά κύ­ρι­α ση­μεῖ­α της ἑ­νι­αί­α εἰ­κό­να, ἀφοῦ τή δη­μι­ουρ­γί­α το­ῦ σα­τυ­ρι­κοῦ δρά­μα­τος ἀ­πό τόν Πρα­τί­να τήν το­πο­θε­τεῖ χρο­νι­κά με­τά τή γέ­νε­ση τῆς τρα­γῳ­δί­ας· ἀ­κό­μη καί στόν Ὀ­ο­α­τι­ο (Ars po. 221), τό σα­τυ­ρι­κό δράμα θε­ω­ρεῖ­ται ξε­κά­θα­ρα με­τα­γε­νέ­στε­ρη μορ­φή. Ἀ­κο­λου­θών­τας τόν Pohlenz, μπο­ροῦ­με εὔ­κο­λα, μέ βά­ση τήν ἀ­ρι­στοτε­λι­κή εἰ­κό­να τῆς ἐ­ξέ­λι­ξης, νά ἀ­παν­τή­σου­με στό ἐ­ρώ­τη­μα πῶς δη­μι­ουρ­γή­θη­κε ἡ πα­ρά­δο­ση πού θέ­λει τόν Πρα­τί­να «εὑ­ρε­τή» το­ῦ εἴ­δους. Ἡ τρα­γῳ­δί­α δέν ἐ­ξε­λί­χτη­κε μό­νο ἀ­πό ἕ­να στοι­χεῖ­ο σα­τυ­ρι­κό, ἀλ­λά καί ἐ­κτό­πι­σε βαθ­μι­αί­α αὐτό τό στοι­χεῖ­ο ἀ­πό τήν ὀρ­χή­στρα. Ἡ πα­ροι­μί­α οὐδέν πρός τόν Δι­ό­νυ­σον, πού τή συ­ναν­τή­σα­με συ­χνά ὡς τώ­ρα, μᾶς ἐ­πι­τρέ­πει νά ἀ­να­γνω­ρί­σου­με μι­ά ἐ­ξε­λι­κτι­κή πο­ρεί­α πού πρέ­πει νά συ­σχε­τί­ζε­ται μέ ἀ­νά­λο­γα στά­δι­α. Ἀ­να­πό­φευ­κτα δη­μι­ουρ­γή­θη­κε μι­ά ἀν­τι­δρα­στι­κή κί­νη­ση, πού δέν ἤ­θε­λε νά χά­σει τό πα­λιό δράμα τῶν δι­ο­νυ­σι­α­κῶν ἑ­ταί­ρων. Φο­ρέ­ας της ἦ­ταν κυ­ρί­ως ὁ Πρα­τί­νας ἀ­πό τόν Φλι­ούν­τα, ὁ με­γά­λος ἀν­τί­πα­λος το­ῦ Φρυ­νί­χου, πού ἦ­ταν βα­θύ­τα­τα ἐ­πη­ρε­α­σμέ­νος ἀ­πό τό ἰ­ω­νι­κό στοι­χεῖ­ο. Ὁ Ε. Buschor καί ὁ F. Brommer ἔ­χουν δεί­ξει πῶς πε­ρί­που ἀ­πό τό 520 π.Χ. ἐμ­φα­νί­ζον­ται ἀγ­γει­ο­γρα­φί­ες πού δη­μι­ουργή­θη­καν ὁπωσ­δή­πο­τε μέ τήν ἐ­πί­δρα­ση τῆς θε­α­τρι­κῆς ὀρ­χή­στρας. Κά­τι τέ­τοιο ἐ­ναρ­μο­νί­ζε­ται ἀ­πό­λυ­τα μέ τήν ἄ­πο­ψη πού προ­βάλ­λε­ται ἐ­δῶ γιά μί­α ἀ­να­γέν­νη­ση τῶν σα­τύ­ρων μέ τή βο­ή­θει­α το­ῦ Πρα­τί­να. Πο­λύ φυ­σι­κά σκέ­φτε­ται κα­νείς ὅτι ὁ Πρα­τί­νας δι­α­μόρ­φω­σε τό εἶ­δος μέ τέ­τοιον τρό­πο, ὥ­στε νά προ­κα­λέ­σει τήν ἐν­τύ­πω­ση ὅτι ὁ ἴ­διος ἦ­ταν ὁ δη­μι­ουρ­γός του.
 
Ἐ­δῶ καί πολ­λά χρό­νι­α, στή συ­ζή­τη­ση αὐτοῦ το­ῦ θέ­μα­τος ἔ­χουν ἀρ­χί­σει νά παί­ζουν κά­ποιο ρό­λο οἱ 16 στί­χοι πού πα­ρα­θέ­τει ὁ Ἀ­θη­ναῖ­ος (14, 617b) ἀ­πό ἕ­να ὑ­πόρ­χη­μα το­ῦ Πρα­τί­να.[53] Μέ συ­ναρ­πα­στι­κούς ρυθ­μούς ὁρ­μᾶ στήν ὀρ­χή­στρα ἕ­νας σα­τυ­ρι­κός χο­ρός, δι­εκ­δι­κεῖ γιά τόν ἑ­αυ­τό του τό ἀ­πο­κλει­στι­κό δι­καί­ω­μα νά τι­μή­σει τόν Βρό­μι­ο καί τέ­λος χι­μά πά­νω στόν αὐ­λό, πού μέ τά τεχνά­σμα­τά του προ­σπα­θεῖ νά κα­τα­πνί­ξει τό πα­λιό ὀρ­θό­δο­ξο ἄσμα. Αὐτό τό θαυ­μά­σι­ο κομ­μά­τι δη­μι­ουρ­γεῖ πολ­λά ἐ­ρω­τη­μα­τι­κά. Ἡ ἀ­πό­δο­σή του σέ σα­τυ­ρι­κό δράμα, ὅπως ἔ­χουν προ­τεί­νει πολ­λοί ἑρ­μη­νευ­τές του,[54] εἶ­ναι πο­λύ πι­θα­νή λύ­ση. Φυ­σι­κά, πρέ­πει τό­τε νά λά­βου­με ὑ­πό­ψη τήν ἀρ­κε­τά ἀ­ό­ρι­στη χρή­ση τῆς λέ­ξης ὑ­πόρ­χη­μα, πού χρη­σι­μο­ποι­εῖ ὁ Ἀ­θη­ναῖ­ος, ἀλ­λά αὐτό δέν δη­μι­ουρ­γεῖ σο­βα­ρές δυ­σκο­λί­ες.[55] Ἡ Α. Μ. Dale τό θε­ώ­ρη­σε κομ­μά­τι ἄ­σχε­το μέ σα­τυ­ρι­κό δράμα,[56] ἐ­νῷ ὁ Webster[57] ἐ­πα­νῆλ­θε στήν ὑ­πό­θε­ση το­ῦ Wilamowitz ὅτι πρό­κει­ται γιά δι­θύ­ραμ­βο.
 
Ἄλ­λο ἕ­να δύ­σκο­λο πρό­βλη­μα ἀ­φο­ρᾶ τόν ἀν­τί­πα­λο το­ῦ ὁρ­μη­τι­κοῦ χο­ρο­ῦ τῶν σα­τύ­ρων. Βέ­βαι­ο εἶ­ναι ὅτι οἱ ἴ­διοι θε­ω­ροῦν τό δι­κό τους τραγούδι., σέ ἀν­τί­θε­ση μέ τόν ἀ­ξι­ο­κα­τα­φρό­νη­το αὐ­λό, ἀ­ληθι­νή ὑ­πη­ρε­σί­α στόν Δι­ό­νυ­σο. Αὐτό ση­μαί­νει ὅτι ὁ χο­ρός στρέ­φε­ται ἐ­ναν­τί­ον τοῦ δι­κοῦ του αὐ­λη­τῆ ἤ ἐ­ναν­τί­ον ἑ­νός ἄλ­λου χο­ροῦ, πού ὀρ­χεῖ­ται ὑ­πό τους ἔν­το­νους ἡ­χους ἑ­νός αὐ­λοῦ; Τό πρῶ­το εἶ­ναι πι­θα­νό, ἄν θε­ω­ρή­σου­με, συμ­φω­νών­τας μέ τήν Dale (ὅ.π.) καί τόν Patzer (130, 2), ὅτι ἡ λέ­ξη χο­ρεύ­μα­τα (στ. 1) ἀ­να­φέ­ρε­ται στόν ἦ­χο τοῦ αὐ­λο­ῦ· αὐτό ὅμως δέν ἀ­πο­δει­κνύ­ε­ται, ἄν καί φαί­νε­ται πι­θα­νό ἀ­πό τή χρή­ση τοῦ ρή­μα­τος χο­ρεύ­ει (στ. 7) γιά τόν αὐ­λό. Ἀ­πό τήν ἄλ­λη πλευ­ρά, ὁ χο­ρός, στόν τε­λι­κό του στί­χο: <ἄλλ’> ἄ­κου­ε τάν ἐ­μάν Δώ­ρι­ον χο­ρεί­αν, φέρ­νει ὁ­λο­φά­νε­ρα σέ ἔν­το­νη ἀν­τί­θε­ση τό τραγούδι καί τήν ὄρ­χη­σή του μέ τά­δε τά χο­ρεύ­μα­τα (στ. 1), πού τά ἀ­πορ­ρί­πτει, χα­ρα­κτη­ρί­ζον­τάς τα «ὕ­βρη» γιά τή θυ­μέ­λη τοῦ Δι­ο­νύ­σου. Ἔ­τσι ἡ ὑ­πό­θε­ση ἑ­νός ἀν­τί­πα­λου χο­ροῦ εἶ­ναι πι­θα­νό­τε­ρη. Ἀλ­λά εἶ­ναι ἐν­τε­λῶς ἀ­δύ­να­το νά ἐν­τα­χθεῖ αὐτό τό ὑ­πόρχη­μα στούς ποι­η­τι­κούς ἀ­γῶ­νες αὐτῆς της πε­ρι­ό­δου. Εἶ­ναι πι­θα­νό, ὄ­χι ὅμως καί ἀ­πο­δεί­ξι­μο, ὅτι πρό­κει­ται γιά δι­α­μαρ­τυ­ρί­α γιά τήν αὐ­ξα­νό­με­νη ση­μα­σί­α τῆς μου­σι­κῆς συ­νο­δεί­ας στήν ἐ­ξε­λισ­σό­με­νη τρα­γῳ­δί­α. Ἡ ὕ­πο­θε­ση αὐτή θά ἀ­πο­κτο­ῦσε ἴ­σως ἕ­να γε­ρό στή­ριγ­μα ἄν δε­χό­μα­σταν, ἀ­κο­λου­θών­τας μι­ά σκέ­ψη πού ἐ­πα­να­λαμ­βά­νε­ται πο­λύ συ­χνά ἀ­πό τόν και­ρό πού ἐμ­φα­νί­στη­κε ἡ με­τά­φρα­ση τοῦ Ἀ­θη­ναί­ου ἀ­πό τόν Dalecampius (1538· σχ. στό 14, 617e), ὅτι στούς στ. 11κ.: παῖ­ε τόν φρυν­ε­οῦ ποι­κί­λου πνο­ᾶν ἔ­χοντα (χτύ­πα αὐτόν πού ἔ­χει ἀ­νά­σα, πο­λύ­χρω­μου βα­τρά­χου) λαν­θά­νει ἕ­νας ὑ­παι­νιγ­μός στό ὄ­νο­μα τοῦ Φρυ­νί­χου. Αὐτό ὅμως εἶ­ναι ἁ­πλῶς ὑ­πό­θε­ση, πού πρέ­πει ὡ­στό­σο νά ἀν­τι­με­τω­πι­στεῖ, μο­λο­νό­τι ὁ Ε. Roos[58] προ­σπά­θη­σε μέ κά­θε τρό­πο νά τήν ἀ­πο­κρού­σει. Δί­χως ἔ­ρει­σμα πα­ρα­μέ­νει καί ἡ ἄ­πο­ψη πού ἐκ­προ­σω­πο­ῦν ὁ Buschor (85) καί ὁ Roos, ὅτι ἀν­τί­πα­λος τοῦ αὐ­λο­ῦ θά μπο­ροῦ­σε νά εἶ­ναι ἕ­νας χο­ρός πού ἔ­παι­ζε λύ­ρα. Οἱ ἀγ­γει­ο­γρα­φί­ες μέ λυ­ρο­φό­ρους σατύ­ρους, τίς ὁ­ποῖες χρη­σι­μο­ποι­οῦν ὡς τεκ­μή­ρι­α καί οἱ δύ­ο με­λε­τη­τές, δέν μπο­ροῦν νά συ­σχε­τι­στοῦν μέ τό ὑ­πόρ­χη­μα.
 
Ἑ­πο­μέ­νως, πα­ρα­μέ­νει ἀ­βέ­βαι­η ἡ πι­θα­νό­τη­τα ὅτι αὐτοί οἱ στί­χοι συν­δέ­ον­ται μέ τά ἐ­ξε­λι­κτι­κά στά­δι­α πού ὁ­δή­γη­σαν στήν ἀ­να­μόρ­φω­ση τοῦ πα­λαι­οῦ σα­τυ­ρι­κοῦ στοι­χεί­ου (ὅπως ἤ­θε­λε ὁ Pohlenz), πι­θα­νό­τη­τα πού φυ­σι­κά δέν ἀ­ναι­ρεῖ τό νό­η­μα τῆς πλη­ρο­φο­ρί­ας ὅτι ὁ Πρα­τί­νας δη­μι­ούρ­γη­σε τό σα­τυ­ρι­κό δράμα. Αὐτή τήν ἑρ­μη­νεί­α τή θε­ω­ρεῖ «πι­θα­νή» καί ὁ Η. Lloyd-Jones στή ση­μαντι­κή τοῦ ἐρ­γα­σί­α,[59] ἀλ­λά ταυ­τό­χρο­να προ­σθέ­τει καί μί­α σκέ­ψη ἀ­πό­λυ­τα σύμ­φω­νη μέ τό ἐ­ξε­λι­κτι­κό σχῆ­μα πού προ­τεί­νε­ται ἐ­δῶ, ὅτι δη­λα­δή ὁ Πρα­τί­νας ἐμ­φα­νί­ζε­ται ὡς ὁ δη­μι­ουρ­γός το­ῦ σα­τυ­ρι­κοῦ δρά­μα­τος ἁ­πλού­στα­τα ἐ­πει­δή εἶ­ναι ὁ πα­λαι­ό­τε­ρος ἐ­πώ­νυμος ἐκ­πρό­σω­πος τοῦ εἴ­δους πού ἦ­ταν γνω­στός.
 
Ἡ δεύ­τε­ρη ἄν­τιρ­ρη­ση πρός τον Ἀριστοτέλη ἀρ­νεῖ­ται τήν πι­θα­νό­τη­τα τῆς δι­α­δι­κα­σί­ας πού ὑ­πο­δη­λώ­νε­ται μέ τό ἀ­πο­σε­μνύ­νεσθαι. Εἶ­ναι ἀ­δι­α­νό­η­τη ἡ με­τά­βα­ση ἀ­πό τό ἀ­χα­λί­νω­το κέ­φι τῶν σα­τύ­ρων στή σο­βα­ρό­τη­τα τῆς τρα­γῳ­δί­ας. Αὐτή ἡ σκέ­ψη ὑ­πο­στηρί­ζε­ται κυ­ρί­ως ἀ­πό τόν Patzer, πού τόν ἀ­κο­λου­θοῦ­με καί ἐ­μεῖς σ’ αὐτό τό θέ­μα, μό­νο στό βαθ­μό πού θε­ω­ροῦ­με λα­θε­μέ­νη[60] τήν προ­σπά­θει­α νά ἐν­το­πι­στοῦν καί στήν καλ­λι­τε­χνι­κά δι­α­μορ­φω­μέ­νη τρα­γῳ­δί­α ἴ­χνη ἀ­πό τό πρω­τό­γο­νο γε­λο­ῖ­ον. Ἡ φά­ση πού ἀ­ναφέ­ρει ὁ Ἀριστοτέλης δέν χά­νει τήν ἱ­στο­ρι­κή της ἀ­ξί­α ἀ­πό τό γε­γο­νός ὅτι πρέ­πει νά εἶ­χε ὁ­λο­κλη­ρω­θεῖ ὡς τό 472 π.Χ., τή χρο­νιά πού παί­χτη­κε ἡ ἀρ­χαι­ό­τε­ρη ἀ­πό τίς σω­ζό­με­νες τρα­γῳ­δί­ες. Ὁ Patzer ἀρ­νεῖ­ται κά­τι τέ­τοιο, στήν προ­σπά­θει­ά του νά ἐ­ξα­σφα­λί­σει καί γιά τήν πρώ­τη κι­ό­λας ἀ­φε­τη­ρί­α τή σο­βα­ρό­τη­τα καί τό θρη­σκευ­τι­κό βά­θος τοῦ τρα­γι­κοῦ, γιά τό ὁποῖο, μέ βά­ση τό σῳ­ζό­μενο ὑ­λι­κό, δι­α­τυ­πώ­νει θαυ­μά­σι­ες σκέ­ψεις.[61] Τέ­τοιες ἀ­πό­ψεις ἀ­ποτε­λοῦν βα­σι­κά ἀ­ξι­ώ­μα­τα, πού ἀ­να­τρέ­πον­ται εὔ­κο­λα ἀ­πό πα­ράλ­λη­λα φαι­νό­με­να μέ ἐ­ξε­λι­κτι­κά στά­δι­α πα­ρό­μοι­ας μορ­φῆς. Τό πι­ό ἁ­πτό πα­ρά­δειγ­μα προ­σφέ­ρε­ται ἀ­πό τό ἰ­α­πω­νι­κό θέ­α­τρο Nό,[62] αὐτό τό σο­βα­ρό, συ­χνά με­λαγ­χο­λι­κό θέ­α­μα, πού γεν­νή­θη­κε ἀπό τό Ντεν­γκά­κου, ἕ­να δράμα ἀ­πό τήν τε­λε­τουρ­γί­α τῆς βλά­στη­σης, καί ἀ­πό τό Σα­ρουγ­κά­κου, ἕ­να σύ­νο­λο πα­ρα­στα­τι­κῶν στοι­χεί­ων ἀ­πό τό τυ­πι­κό του να­οῦ. Καί οἱ δύ­ο μορ­φές ἦ­ταν στήν ἀρ­χή αὐ­το­σχεδι­α­στι­κές καί ἐ­λα­φρές. Φυ­σι­κά, κα­νείς δέν θά ζη­τοῦ­σε νά ἀ­πο­δείξεῖ μέ αὐτό τό πα­ρά­δειγ­μα τήν ὀρ­θό­τη­τα τῆς ἐ­ξε­λι­κτι­κῆς δι­α­δι­κα­σί­ας πού ὑ­πο­θέ­τει ὁ Ἀριστοτέλης· ὡ­στό­σο, πα­ρό­μοι­α πα­ράλ­λη­λα ἐ­νι­σχύ­ουν τήν πι­θα­νό­τη­τά της.
 
Ἄν δέν ἔ­χου­με κα­μι­ά ἀ­φορ­μή νά ἀμ­φι­σβη­τή­σου­με τήν πλη­ρο­φο­ρί­α τοῦ Ἀριστοτέλη γιά τό σα­τυ­ρι­κό προ­στά­δι­ο τῆς τρα­γῳ­δί­ας, τό ἴδι­ο ἰ­σχύ­ει καί γιά τή μαρ­τυ­ρί­α του ὅτι κα­τά τήν ἐ­ξε­λι­κτι­κή πο­ρεί­α τῆς τρα­γῳ­δί­ας ὁ ἴ­αμ­βος ἀν­τι­κα­τέ­στη­σε τόν τρο­χαῖ­ο, ἕ­να μέ­τρο πε­ρισ­σό­τε­ρο σα­τυ­ρι­κό καί ὀρ­χη­στι­κό. Φυ­σι­κά, θά ἦ­ταν ὑ­περ­βο­λι­κό νά χα­ρα­κτη­ρί­ζα­με τό τρο­χα­ϊ­κό μέ­τρο μό­νο ἀ­πό μι­ά τέ­τοια χρή­ση, ἀφοῦ ἔχει τή δυ­να­τό­τη­τα νά ὑ­ψώ­νε­ται σέ τό­νους με­γα­λό­πρε­πους καί ἐ­πι­βλη­τι­κούς·[63] ὡ­στό­σο, τό στοι­χεῖ­ο τῆς κί­νη­σης, καί μά­λι­στα το­ῦ τρε­ξί­μα­τος, εἶ­ναι τό­σο μέ­σα στή φύ­ση του, ὥ­στε ἔ­χει κα­θο­ρί­σει τό ὄ­νο­μά του.
 
Ἀ­πό τά προ­βλή­μα­τα πού ἀν­τι­με­τω­πί­ζου­με ἐ­δῶ ἀ­να­κύ­πτει αὐτό­μα­τα καί τό σχε­τι­κό μέ τή ση­μα­σί­α τῆς λέ­ξης τρα­γῳ­δί­α. Ἀ­πό τή σω­ρεί­α ὁ­ρι­σμέ­νων ὁ­λό­τε­λα ὑ­βρι­δι­κῶν ση­μα­σι­ο­λο­γι­κῶν ἀ­να­ζητή­σε­ων,[64] μό­νο δύ­ο θά μπο­ρού­σα­με νά ἐ­ξε­τά­σου­με μέ κά­ποια σο­βα­ρό­τη­τα.
 
Σή­με­ρα μπο­ροῦ­με νά πα­ρα­με­ρί­σου­με ἀ­κό­μη καί τήν ἑρ­μη­νεί­α ὅτι ἡ τρα­γῳ­δί­α ὀ­νο­μά­στη­κε ἔ­τσι ἀ­πό ἕ­να χο­ρό ἀν­τρῶν μέ στο­λή τρά­γου, μα­ζί μέ τίς ἀ­κραῖ­ες φολ­κλο­ρι­κές ὑ­πο­θέ­σεις ἀ­πό τίς ὁ­ποῖες ξε­πή­δη­σε καί οἱ ὁ­ποῖες συ­ζη­τή­θη­καν στήν ἀρ­χή αὐτοῦ το­ῦ βι­βλί­ου. Μέ­νει νά ἐ­ξε­τά­σου­με τό «τραγούδι τῶν τρά­γων» ἤ τό «τραγούδι κα­τά τή θυ­σί­α το­ῦ τρά­γου», πού συν­δέ­ε­ται ἄ­με­σα μέ τό «τραγούδι γιά τό βρα­βεῖ­ο το­ῦ τρά­γου», σάν μι­ά πα­ραλ­λα­γή του. Τή δεύ­τε­ρη ἑρ­μη­νεί­α τήν ὑ­πο­στη­ρί­ζουν κυ­ρί­ως οἱ ἐ­ρευ­νη­τές πού ἀρ­νο­ῦν­ται νά ἀ­κο­λου­θή­σουν τόν Ἀ­ρι­στο­τέ­λη.[65] Ἀν­τί­θε­τα, ὅσοι ἐν­τάσ­σουν —συμ­φω­νών­τας μέ τόν Pohlenz— αὐ­τή τήν ἑρ­μη­νεί­α σέ μι­ά δευ­τε­ρεύ­ου­σα, ἑλ­λη­νι­στι­κή ἀλ­λά μέ ἀρ­κε­τά εὐ­δι­ά­κρι­τες πη­γές, θε­ω­ρί­α, ἐ­νῷ, ἀ­πό τήν ἄλ­λη πλευ­ρά, μέ βά­ση τήν Ποι­η­τι­κή, δέ­χον­ται τό σα­τυ­ρι­κόν σάν ἀ­πο­φα­σι­στι­κό προ­στά­δι­ο τῆς τρα­γῳ­δί­ας, συμ­με­ρί­ζον­ται ἀ­ναγ­κα­στι­κά τή γνώ­μη πού δι­άτύ­πω­σε πρῶ­τος ὁ Welcker καί τήν ἐ­πα­νέ­λα­βε ὁ Wilamowitz,[66] ὅτι τρα­γῳ­δί­α ση­μαί­νει, «τραγούδι, τρά­γων». Τε­λευ­ταί­α ὁ Burkert (92) προ­σπά­θη­σε νά δεί­ξει, ὅτι αὐ­τή ἡ ἑρ­μη­νεί­α εἶ­ναι, γλωσ­σο­λο­γικά ἀ­δύ­να­τη. Ἀλ­λά, πα­ρό­τι μπό­ρε­σε νά δι­ορ­θώ­σει, μέ θαυ­μα­στή γλωσ­σι­κή ὀ­ξυ­δέρ­κει­α δι­ά­φο­ρες λε­πτο­μέ­ρει­ες στήν ἐ­πι­χει­ρη­μα­τολο­γί­α το­ῦ Ε. Kalinka (31) καί το­ῦ Patzer (131), ἡ οὐ­σί­α τῆς πα­ρα­μέ­νει ἀ­ναλ­λοί­ω­τη. Δέν μπο­ρεῖ νά ἀ­πο­κλει­στεῖ τό γε­γο­νός ὅτι στό πρῶ­το συν­θε­τι­κό της λέ­ξης τρα­γῳ­δί­α δη­λώ­νε­ται τό πρό­σω­πο πού ᾄ­δει, ὅπως ἀ­κρι­βῶς συμ­βαί­νει καί στή μο­νῳ­δί­α (ἄσμα ἑ­νός ἀ­τό­μου) καί στήν κω­μῳ­δί­α (ἄσμα κώ­μου). Οἱ κω­μῳ­δοί, ὅμως, δέν εἶ­ναι «τρα­γου­δι­στές μέ τήν εὐ­και­ρί­α ἑ­νός κώ­μου», ὅπως ἑρ­μη­νεύ­ει ὁ Burkert (92), ἀλ­λά μέ­λη το­ῦ κώ­μου πού τρα­γου­δᾶ. Σω­στά πα­ρα­τη­ρεῖ ὁ Patzer (131): «” Ἄν γιά τή ση­μα­σί­α "τρα­γου­δι­στές ντυ­μέ­νοι τρά­γοι” δέν ὑ­πάρ­χει κα­νέ­να αὐ­στη­ρά μορ­φολο­γι­κό πα­ράλ­λη­λο, πρέ­πει πάν­τως νά ὁ­μο­λο­γή­σου­με ὅτι γιά τή ση­μα­σί­α "βρα­βεῖ­ο τρά­γου” ἤ "τρα­γου­δι­στές σέ θυ­σί­α τρά­γου” ὑ­πάρ­χουν ἀ­κό­μη λι­γό­τε­ρα». Τό με­τα­γε­νέ­στε­ρα μαρ­τυ­ρη­μέ­νο ἀρνῳ­δός (τρα­γου­δι­στής γιά τό βρα­βεῖ­ο ἑ­νός ἀρ­νι­ο­ῦ) σχη­μα­τί­στη­κε κα­τά τό τρα­γῳ­δός (σύμ­φω­να μέ τό πα­λαι­ό λε­ξι­κό το­ῦ Pape), ἑ­πο­μέ­νως κα­τά μί­μη­ση μί­ας λέ­ξης πού, σύμ­φω­να μέ τήν ἑλληνιστι­κή, ἴσως ἤδη καί ἀτ­τι­κή, θε­ω­ρί­α, σή­μαι­νε «τραγούδι γιά τό ἔ­πα­θλο το­ῦ τρά­γου».
 
Δέν τε­λει­ώ­νουν ὅμως οἱ δυ­σκο­λί­ες τῆς ἑρ­μη­νεί­ας πού ὑ­πο­στη­ρί­ζου­με ἐ­δῶ —κά­θε ἄλ­λο! Ἄν τρα­γῳ­δί­α ση­μαί­νει «τραγούδι τῶν τρά­γων», καί ἄν δε­χτοῦ­με, ἀ­κο­λου­θών­τας τόν Ἀριστοτέλη, τό σα­τυ­ρι­κό προ­στά­δι­ο τῆς τρα­γῳ­δί­ας, τό­τε οἱ σά­τυ­ροι πρέ­πει νά εἶ­ναι οἱ τρά­γοι πού κρύ­βον­ται πί­σω ἀ­πό τό πρῶ­το συν­θε­τι­κό της λέ­ξης. Πάν­τως, ἀ­πό τήν ἐ­πο­χή το­ῦ Furtwangler[67] ξέ­ρου­με ὅτι πρέ­πει νά ἀ­πο­κλει­στο­ῦν ἀ­πό τή συ­ζή­τη­ση τά τρα­γό­μορ­φα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά τῶν ἑλ­λη­νι­στι­κῶν σα­τύ­ρων, πού κα­θο­ρί­στη­καν ἀ­πό τόν τύ­πο το­ῦ Πά­να. Τά μνη­μεῖ­α το­ῦ 6ου καί το­ῦ 5ου αἰώνα π.Χ. μᾶς πα­ρου­σιά­ζουν αὐ­τά τά πλά­σμα­τα μέ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά πού προ­έρ­χον­ται, ἐν μέ­ρει του­λά­χι­στον (λ.χ. ἡ τε­ρά­στι­α οὐ­ρά), ἀ­πό τά ἄ­λο­γα.
 
Δι­έ­ξο­δος ἀ­πό αὐ­τές τίς δυ­σκο­λί­ες ἀ­να­ζη­τή­θη­κε ἀ­πό τρεῖς δρό­μους· ὁ πι­ό συ­νη­θι­σμέ­νος ὁ­δη­γοῦ­σε στήν Πε­λο­πόν­νη­σο. Στό ση­μεῖ­ο αὐ­τό εἶ­ναι ἀ­πα­ραί­τη­τη μί­α πα­ρα­τή­ρη­ση σχε­τι­κά μέ τήν ὁ­ρο­λο­γί­α. Ό Brommer (Satyroi 2· Philologus 225) τεκ­μη­ρί­ω­σε πρό­σφα­τα κά­τι πού τό εἶ­χαν ἤδη δεί­ξει τά ἄρ­θρα τῶν Ε. Kuhnert καί A. Hartmann: ὅτι ἀ­πό τήν ἀρ­χα­ϊ­κή ὡς τήν ἑλ­λη­νι­στι­κή ἐ­πο­χή οἱ ὅροι σι­λην­ός καί σάτ­υρος χρη­σι­μο­ποι­οῦν­ταν ἀ­δι­ά­κρι­τα γιά τά ἴ­δια πλά­σμα­τα μέ τά ἀ­λο­γί­σι­α χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά. Φυ­σι­κά, δέν θά μπο­ρού­σα­με νά ἀ­κο­λου­θή­σου­με τόν Brommer στήν προ­σπάθεια του νά ἐ­ξα­κρι­βώ­σει καί ἄλ­λες ση­μα­σί­ες γιά τή λέ­ξη «σά­τυ- ρός», καί ἔ­τσι νά τήν ἀ­πο­κλεί­σει ἀ­πό τήν ἐ­πι­στη­μο­νι­κή της χρήση. Τί­πο­τε, ἐ­πί­σης, δέν ἐ­νι­σχύ­ει τήν ἄ­πο­ψη ὅτι οἱ οὐ­τι­δα­νοί σάτυροι —πού κα­τά τόν Ἡ­σί­ο­δο (ἀπ. 123 M.-W.), μα­ζί μέ τίς νύμ­φες καί τούς κού­ρη­τες, κα­τά­γον­ται ἀ­πό τόν Φο­ρω­νέ­α— δι­α­φο­ρο­ποι­οῦν­ται ἀ­πό τους σι­λη­νούς, πού, κα­τά τόν ὁ­μη­ρι­κό Ὕ­μνο στήν Ἀ­φρο­δί­τη (262), χα­ρι­εν­τί­ζον­ται μέ τίς νύμ­φες τῆς Ἴ­δης. Αὐτόι οἱ δαί­μο­νες τοῦ δά­σους ἀ­νή­κουν στήν ἴδια πα­νάρ­χαι­η ἰν­δο­ευ­ρωπα­ϊ­κή πα­ρά­δο­ση, ὅπως οἱ νύμ­φες καί οἱ ναϊά­δες. Σ’ Αὐτήν τήν «κα­τώ­τε­ρη» μυ­θι­κή πε­ρι­ο­χή ἔ­χουν δι­α­τη­ρη­θεῖ πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρα πα­ρα­δο­σι­α­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά ἀπ’ ὅ,­τι στόν κό­σμο τῶν θε­ῶν, μο­λο­νό­τι δέν θά μπο­ρού­σα­με νά ἀ­πο­κλεί­σου­με καί κά­ποιες ἀ­να­μείξεις μέ στοι­χεῖ­α αἰ­γαι­ι­κα.[68] Τήν ταύ­τι­ση σι­λη­νῶν καί σα­τύ­ρων στά γνω­στά μας δρά­μα­τα τήν ἐ­νι­σχύ­ει καί τό γε­γο­νός ὅτι οἱ σάτυ­ροι-χο­ρευ­τές εἶ­ναι παι­διά τοῦ Παπ­πο­σι­λη­νο­ῦ, ὅπως μαρ­τυ­ρεῖ καί ὁ Παυ­σα­νί­ας (1, 23, 5): τούς γάρ ἡ­λι­κί­ᾳ τῶν σατ­ύρων προ­ήκον­τας ὀ­νο­μά­ζου­σι σι­λη­νούς [τούς σα­τύ­ρους πού ἔ­χουν προ­χω­ρη­μέ­νη ἡ­λι­κί­α τούς ὀ­νο­μά­ζουν σι­λη­νούς].
 
Σ’ αὐτό τό ση­μεῖ­ο ἀρ­χί­ζει μι­ά ὁ­ρι­σμέ­νη προ­σπά­θει­α νά λυ­θεῖ τό πρό­βλη­μα τοῦ «ᾄ­σμα­τος τῶν τρά­γων». Οἱ σά­τυ­ροι καί οἱ σιλη­νοί ἴ­σως νά ἦ­ταν κά­πο­τε δι­α­φο­ρε­τι­κοί δαί­μο­νες καί, ἀφοῦ οἱ πα­λαι­ό­τε­ρες πλη­ρο­φο­ρί­ες γιά τούς σα­τύ­ρους ὁ­δη­γοῦν στήν Πε­λο­πόν­νη­σο (Hartmann, 50), οἱ σι­λη­νοί, σάν ἰ­ω­νι­κοί δαί­μο­νες μέ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά ἀ­λό­γου, ἦ­ταν φυ­σι­κό νά ξε­χω­ρί­σουν ἀ­πό τούς δω­ρι­κούς σα­τύ­ρους, στούς ὁποίους θά ἦ­ταν πρό­θυ­μος κα­νείς νά ἀ­να­γνω­ρί­σει τούς ἀ­να­ζη­τού­με­νους τρά­γους. Αὐτό ὑ­πο­στή­ρι­ξε ἤδη ὁ Wilamowitz στό βι­βλί­ο τοῦ Glaube der Hellenen (1, 199), ἐ­νῷ ὁ Ziegler (1919) θε­ω­ρεῖ ἀ­ναμ­φι­σβή­τη­τη τήν ὕ­παρ­ξη πε­λο- πον­νη­σι­α­κῶν τρα­γο­δαι­μό­νων, ἀ­πό τους ὁποῖους δι­α­μορ­φώ­θη­καν κα­τά τήν ἑλ­λη­νι­στι­κή ἐ­πο­χή τά τρα­γό­μορ­φα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά τῶν σα­τύ­ρων καί ὁ Pohlenz (2, 12) ὑ­πο­στη­ρί­ζει αὐ­τόν τό δι­α­χω­ρι­σμό μέ ἔμ­φα­ση.
 
Στίς ἔ­ρευ­νες αὐτοῦ το­ῦ εἴ­δους ἔ­παι­ξε τε­λευ­ταί­α ση­μαν­τι­κό ρό­λο μι­ά χάλ­κι­νη σύν­θε­ση, πού βρέ­θη­κε στό Πε­τρο­βού­νι κον­τά στό Με­θύ­δρι­ο καί δη­μο­σι­εύ­τη­κε τό 1911.[69] Τό γλυ­πτό πα­ρου­σιά­ζει τέσ­σε­ρις ὄρ­θι­ες μι­κρο­σκο­πι­κές μορ­φές, μέ ἁ­πλω­μέ­νους βρα­χί­ο­νες, ἑ­νω­μέ­νες σέ κυ­κλι­κό χο­ρό. Ὁ ἐκ­δό­της εἶ­χε μι­λή­σει γιά κρι­ό­μορ­φα πλά­σμα­τα, ἀλ­λά τε­λι­κά ἐ­πι­κρά­τη­σε ἡ γνώ­μη το­ῦ Brommer ὅτι πρό­κει­ται γιά ὀρ­χου­με­νους τρά­γους, γιά δαί­μο­νες ἤ ἀνθρώ­πους με­ταμ­φι­ε­σμέ­νους. Ἡ γνώ­μη αὐτή δι­α­τυ­πώ­νε­ται, μα­ζί μέ ἄλ­λες, στήν πρώ­τη ἔκ­δο­ση αὐτοῦ το­ῦ βι­βλί­ου (24). Ὡ­στό­σο, μέ ἐν­τυ­πω­σι­α­κά πα­ράλ­λη­λα βα­σι­σμέ­να στήν εὐ­ρύ­τε­ρη τώ­ρα γνώ­ση μας πα­ρό­μοι­ων μνη­μεί­ων, ὁ R. Hampe[70] ἔ­δει­ξε ὅτι πρό­κει­ται, πι­θα­νό­τα­τα, γιά πρω­τό­γο­νες πα­ρα­στά­σεις ἀν­θρώ­πων πού ὀρ­χο­ῦνται. Ἄν ἦ­ταν τρά­γοι, θά μπο­ροῦ­σε νά εἶ­ναι Πά­νες. Τή χρή­ση το­ῦ πλη­θυν­τι­κοῦ τήν τεκ­μη­ρι­ώ­νει ὁ Kuhnert (522) ἀ­κο­λου­θών­τας τόν Reisch. Τό ἴ­διο ἰ­σχύ­ει καί γιά τίς μο­λύ­βδι­νες μορ­φές ἀ­πό τή Σπάρ­τη, πού πραγ­μα­τι­κά ἀ­πει­κο­νί­ζουν τρά­γους καί ἔ­χουν με­γά­λη ση­μα­σί­α γιά τή λα­τρεί­α το­ῦ Πά­να. Γιά χο­ρό ὀρ­χου­μέ­νων τρά­γων δέν προ­σφέ­ρουν κα­μι­ά μαρ­τυ­ρί­α, καί ἑ­πο­μέ­νως δέν πρέ­πει νά συ­σχε­τι­στοῦν μέ τήν ἱ­στο­ρί­α τῆς τρα­γῳ­δί­ας. Τήν ἑρ­μη­νεί­α το­ῦ «ᾄ­σμα­τος τῶν τρά­γων», μέ βά­ση τούς πε­λο­πον­νη­σι­α­κούς τρά­γο- σα­τύ­ρους, εἶ­ναι σί­γου­ρα δύ­σκο­λο νά τήν ἀ­να­σκευ­ά­σου­με μέ τά μέ­σα πού δι­α­θέ­του­με Αὐτή τή στιγ­μή, ἄλ­λα ἐ­ξί­σου δύ­σκο­λο καί νά τήν ἀ­πο­δεί­ξου­με, παρ’ ὅ­λη τήν ἐ­πι­μο­νή μέ τήν ὁ­ποί­α ἐ­πα­ναλαμ­βα­νό­ταν κά­πο­τε Αὐτή ἡ θε­ω­ρί­α.
 
Μι­ά ἄλ­λη ἑρ­μη­νευ­τι­κή προ­σπά­θει­α ἀ­νή­κει πιά στό «πα­ρελ­θόν» το­ῦ προ­βλή­μα­τος. Πρῶ­τος ὁ A. Korte, σέ ἕ­να πα­ράρ­τη­μα στα Prolegomena zur Geschichte des Theaters (1896) το­ῦ Bethe, χα­ρα­κτή­ρι­σε τούς χο­ρευ­τές το­ῦ γνω­στοῦ κρα­τή­ρα τῆς Παν­δώ­ρας, πού βρί­σκε­ται στό Βρε­τα­νι­κό Μου­σεῖ­ο,[71] τρα­γό­μορ­φους σα­τύ­ρους, πράγμα πού ὁ­δη­γοῦ­σε στή λύ­ση το­ῦ αἰ­νίγ­μα­τος τῆς λέ­ξης τρα­γῳ­δί­α. Πο­λύ σύν­το­μα ὅμως ὁ Reisch[72]  ἔ­δω­σε τέ­λος στή χα­ρά. Ἡ πα­ρά­δο­ση τῆς μορ­φῆς σα­τύ­ρων-σι­λη­νῶν πα­ρου­σιά­ζει τέ­τοια ἑ­νό­τη­τα τόν 5ο αἰώνα π.Χ., ὥ­στε εἶ­ναι ἀ­δύ­να­το νά δι­α­πι­στω­θοῦν τρα­γό­μορ­φοι σά­τυ­ροι ἐ­κεί­νη τήν πε­ρί­ο­δο. Πρό­κει­ται γιά Πά­νες, καί λι­γό­τε­ρο πι­θα­νόν γιά μι­ά κω­μῳ­δί­α ὅπως οἱ Αἶ­γες το­ῦ Εὔπό­λη.
 
Ἕ­ναν τρί­το δρό­μο ἀ­κο­λού­θη­σαν ὅσοι θέ­λη­σαν, μέ βά­ση τρί­α χω­ρί­α ἀ­πό σω­ζό­με­να ἡ χα­μέ­να σα­τυ­ρι­κά δρά­μα­τα, νά ἀ­πο­δεί­ξουν τήν ὀ­νο­μα­σί­α «τρά­γοι» γιά τά μέ­λη το­ῦ χο­ροῦ- λ.χ. ὁ Ziegler (1921), μέ λα­θε­μέ­νη ἀ­να­φο­ρά στό ἄγ­γεῖ­ο τῆς Παν­δώ­ρας, καί ὁ Pohlenz (2, 8). Τά τρί­α χω­ρί­α ἀ­παι­το­ῦν χω­ρι­στή ἑρ­μη­νεί­α. Ὅ­ταν ὁ σα­τυ­ρι­κός χο­ρός στόν Κύ­κλω­πα (79) πα­ρα­πο­νι­έ­ται ὅτι εἶ­ναι ὑ­πο­χρε­ω­μέ­νος νά ὑ­πη­ρε­τεῖ τό τέ­ρας «γυ­ρί­ζον­τας μ’ αὐτήν ἐ­δῶ τή βρώ­μι­κη τρα­γο­προ­βι­ά» (δοῦ­λος ἀ­λαί­νων σύν τᾴ­δε τρά­γον χλαί­να με­λέ­α), αὐ­τό ἁ­πλού­στα­τα ση­μαί­νει ὅτι οἱ σά­τυ­ροι στό συγ­κε­κρι­μέ­νο ἔρ­γο εἶ­ναι βο­σκοί καί, γι’ αὐτόν ἀ­κρι­βῶς τό λό­γο, φο­ρο­ῦν τό κα­τάλ­λη­λο ρο­ῦχο, δη­λα­δή ἁ­πλή τρα­γο­προ­βι­ά.
 
Ἐ­πί­σης, πρέ­πει νά ἀ­πο­κλει­στοῦν οἱ τρα­γο­σά­τυ­ροι καί στούς Ἰ­χνευ­τές (357κ.), ὅ­που ἡ Κυλ­λή­νη ἐ­πι­πλήτ­τει τόν σα­τυ­ρι­κό χο­ρό: ἀλλ’ αἰέν εἶ σύ παῖς· νέ­ος γάρ ὤν ἀ­νήρ/πώ­γω­νι θάλ­λων ὡς τρά­γος κνη­κῷ χλι­δᾷς·[73] Ἴ­σα ἴ­σα, ὅτι οἱ σά­τυ­ροι πα­ρο­μοι­ά­ζον­ται μέ τρά­γους ση­μαί­νει ὅτι ὁ ποι­η­τής δέν τούς ἀν­τι­λαμ­βά­νε­ται ὡς τρά­γους. Ὑ­πο­λεί­πε­ται τό ἀπ. 207 Ν.=455 Μ. το­ῦ Αἰ­σχύ­λου, πού ἀ­πο­δί­δε­ται μέ ἀρ­κε­τή βε­βαι­ό­τη­τα στόν Προ­μη­θέ­α πυρκ­α­έ­α. Τό σχε­τι­κό χω­ρί­ο (Πλούτ. Ἠθ. 86e) μᾶς πλη­ρο­φο­ρεῖ ὅτι ἕ­νας σάτυ­ρος θέ­λει νά ἀγ­κα­λιά­σει καί νά φι­λή­σει τή νε­ό­φερ­τη φω­τιά· ὁ Προ­μη­θέ­ας ὅμως τόν προ­ει­δο­ποι­εῖ: τρά­γος, γέ­νει­ον ἆ­ρα πεν­θή­σεις, σύ γέ. Ἦταν κά­πως ἐ­ξε­ζη­τη­μέ­νη ἡ προ­σπά­θει­α νά ἐ­πι­σημαν­θεῖ ἐ­δῶ μί­α πα­ροι­μί­α πού δέν μαρ­τυ­ρεῖ­ται που­θε­νά ἀλ­λοῦ.[74] Ἡ ἑρ­μη­νεί­α τοῦ Ziegler εἶ­ναι σω­στή: «τό ὅτι εἶ­σαι τρά­γος θά τό κα­τα­λά­βεις πά­νω στό γέ­νι σου». Τό τρά­γος πρέ­πει νά θε­ω­ρη­θεῖ βρα­χυ­λο­γί­α τοῦ τρά­γος ὤν.[75] Ἄν ἀν­τι­με­τω­πί­σου­με ἔ­τσι τό χω­ρί­ο τοῦ Προ­μη­θέ­α, σέ τε­λευ­ταί­α ἀ­νά­λυ­ση κα­τα­λή­γου­με σέ μι­ά πα­ρο­μοί­ω­ση, ὅ­που τά συγ­κρι­νό­με­να στοι­χεῖ­α ἀ­πο­τε­λοῦν, μέ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά αἰ­σχύ­λει­ο τρό­πο, μι­ά ἑ­νό­τη­τα: «ἐ­σύ μέ τό γέ­νι καί τή λα­γνεί­α σου εἶ­σαι πραγ­μα­τι­κός τρά­γος». Εἶ­ναι φα­νε­ρό ὅτι μέ αὐτό τόν τρό­πο οἱ σά­τυ­ροι τῆς σκη­νῆς δέν μπο­ρεῖ νά θε­ω­ρη­θοῦν ἁ­πλοί τρά­γοι. Ὡ­στό­σο, πρέ­πει νά πα­ρα­τη­ρή­σου­με ὅτι ἡ φύ­ση καί τά κα­μώ­μα­τά τους θυ­μί­ζουν τό­σο ζω­η­ρά τρά­γους, ὥ­στε νά εἶ­ναι δυ­να­τή μι­ά τέ­τοια ἔκ­φρα­ση.
 
Ἐ­δῶ ἀ­ξί­ζει νά πα­ρα­θέ­σου­με καί τήν ἑρ­μη­νεί­α τοῦ Ἡ­σύ­χι­ου: τρά­γους: σα­τύ­ρους δι­ά τό τρά­γων ὦ­τα ἔ­χειν. Ἡ ἑρ­μη­νεί­α εἶ­ναι ἀβά­σι­μη, ἐ­πει­δή προ­ϋ­πο­θέ­τει τούς ἑλ­λη­νι­στι­κούς σα­τύ­ρους, ἀλ­λά ὁ Burkert (90, 5) σω­στά ὑ­πο­γράμ­μι­σε τήν αἰ­τι­α­τι­κή πτώ­ση, πού ὑ­πο­δη­λώ­νει τήν προ­έ­λευ­ση τοῦ λήμ­μα­τος ἀ­πό κά­ποιο πα­ρά­θε­μα.
 
Στό πρό­βλη­μα τῶν σα­τύ­ρων ἐ­ξί­σου με­γά­λη σύγ­χυ­ση προ­κάλε­σε μι­ά θε­ω­ρί­α πού καί τώ­ρα ἀ­κό­μη ἀ­σκεῖ με­γά­λη ἐ­πί­δρα­ση (βλ. λό­γου χά­ρη Patzer, 115). Πρῶ­τος ὑ­πο­στη­ρι­κτής τῆς ἦ­ταν ὁ G. Loschcke,[76] πού θέ­λη­σε νά συν­δέ­σει τό ὄ­νο­μα τῶν σα­τύ­ρων μέ τούς χο­ρευ­τές μέ τά χον­τρά πι­σι­νά καί τή με­γά­λη κοι­λιά, πού ἐμ­φα­νί­ζον­ται κυ­ρί­ως σέ ἀγ­γει­ο­γρα­φί­ες ἀ­πό τό τέ­λος τοῦ 7ου ὡς τό δεύ­τε­ρο τρί­το τοῦ 6ου αἰώνα. Τό γνω­στό­τε­ρο πα­ρά­δειγ­μα εἶ­ναι ἕ­να ἀγ­γεῖ­ο τοῦ Λού­βρου,[77] ὁ­που εἰ­κο­νί­ζον­ται σκη­νές κλο­πῆς κρασι­ο­ῦ καί ὅ­που δι­ά­φο­ρες ἐ­πι­γρα­φές δη­λώ­νουν ὅτι δρά­στες καί χο­ρευ­τές πα­ρι­στά­νουν δαί­μο­νες. Οἱ Loschcke μπό­ρε­σε νά στη­ρί­ξει τήν ἄ­πο­ψή του σέ μι­ά ἐ­τυ­μο­λο­γί­α πού συν­δέ­ει τούς σα­τύ­ρους μέ τό λα­τι­νι­κό satur καί τούς θε­ω­ρεῖ δι­ο­νυ­σι­α­κούς δαί­μο­νες τῆς εὐ­φο­ρί­ας. Ἡ γλωσ­σι­κή ἑρ­μη­νεί­α ἔ­χει ἀ­πό και­ρό ἐγ­κα­τα­λει­φθεῖ, ἀλ­λά ἡ ταύ­τι­ση τῶν πλη­θω­ρι­κῶν χο­ρευ­τῶν μέ σα­τύ­ρους ἀ­να­βί­ω­σε μέ ἔμ­φα­ση χά­ρη στον Brommer (Satyroi 21 Philologus 227) καί τόν Buschor. “O Buschor ταύ­τι­σε χω­ρίς κα­μί­α δυ­σκο­λί­α αὐτές τίς ζω­η­ρές μορ­φές μέ σα­τύ­ρους, καί ἔ­τσι ἀ­νέ­πτυ­ξε τή θε­ω­ρί­α τοῦ ὅτι οἱ σχε­δόν ἀν­θρω­πο­ποι­η­μέ­νοι νε­α­ροί σά­τυ­ροι (σύμ­φω­να μέ τή γνώ­μη τοῦ Buschor) ὑ­πη­ρε­τοῦ­σαν τήν πα­ρου­σί­α­ση τῶν μύ­θων, ἐ­νῷ πα­ράλ­λη­λα χον­τρο­κομ­μέ­νοι χο­ροί σι­λη­νῶν μέ ἀ­λο­γι­σί­α χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά μορ­φο­ποι­οῦ­σαν βαθ­μι­αί­α τό σα­τυ­ρι­κό δράμα. Ἐ­δῶ πρέ­πει νά το­νι­στεῖ ὅτι οἱ χον­τροί χο­ρευ­τές ἀ­νή­κουν πράγ­μα­τι σέ μί­α κα­τη­γο­ρί­α δαι­μό­νων πού μέ τή συμ­πε­ρι­φο­ρά καί τήν προ­σω­πι­κή τους σχέ­ση μέ τή γο­νι­μό­τη­τα πα­ρου­σιά­ζουν κά­ποια ὁ­μοι­ό­τη­τα μέ τούς σα­τύ­ρους· δέν ἔ­χου­με ὅμως τό πα­ρα­μι­κρό ἔ­ρει­σμα γιά νά τούς ὀ­νο­μά­σου­με σα­τύ­ρους. Πι­θα­νό­τε­ρο εἶ­ναι ὅτι ἀπό αὐ­τές τίς πλη­θω­ρι­κές μορ­φές εὐ­γο­νί­ας ξε­κι­νᾶ ἡ γραμ­μή πού ὁ­δη­γεῖ στήν κω­μῳ­δί­α. Αὐτό τδ τό­νι­σε πο­λύ σω­στά ὁ Η. Herter[78] στή ση­μαν­τι­κή ἐρ­γα­σί­α του γιά τίς ἀρ­χές τῆς κω­μῳ­δί­ας.
 
Γιά τούς δαί­μο­νες μέ οὐ­ρά ἀ­λό­γου ἔ­χου­με σέ μί­α του­λά­χι­στον πε­ρί­πτω­ση ἐ­ξα­σφα­λι­σμέ­νη τήν ὀ­νο­μα­σί­α, ἀφοῦ τό ΣΛΤΡΥΒΣ, πού δι­α­βά­ζε­ται σέ ἕ­να ἐ­ρυ­θρό­μορ­φο ἀγ­γεῖοό του Wurzburg, πολ­λοί, καί κυ­ρί­ως ὁ Webster,[79] τό κα­τα­λα­βαί­νουν σάν λα­θε­μέ­νη γρα­φή τῆς λέ­ξης ΣΑΤΥΡΟΣ. Ὁ Brommer (Philologus 225) μνη­μο­νεύ­ει τό ὄ­στρα­κο ἑ­νός κα­βει­ρι­κο­ῦ ἀγ­γεί­ου στήν Ἀθήνα (φω­το­γρα­φί­α τοῦ Γερ­μα­νι­κοῦ Ἀρ­χαι­ο­λο­γι­κοῦ Ἰν­στι­τού­του, Ἀθήνα, ΚΑΒ 350), ὅ­που φαί­νε­ται νά ἀ­πει­κο­νί­ζε­ται ἕ­νας νε­α­ρός σι­λη­νός, ἐ­νῷ μπρο­στά του μπο­ρεῖ νά δι­α­βα­στεῖ ἕ­να ΣΑΤΤ...
 
Ἀ­θε­με­λί­ω­τη εἶ­ναι καί ἡ προ­σπά­θει­α τοῦ Untersteiner νά ξεπε­ρά­σει ὅ­λες τίς δυ­σκο­λί­ες προ­ε­κτεί­νον­τας τό πρό­βλη­μα ὡς τήν προ­ελ­λη­νι­κή πε­ρί­ο­δο: ἐ­δῶ οἱ τρά­γοι τῆς τρα­γῳ­δί­ας συ­σχε­τί­ζον­ται μέ μί­α πα­λαι­ά λα­τρευ­τι­κή κοι­νό­τη­τα, πού προ­ερ­χό­ταν ἀ­πό τά ζῷ­α ἑ­νός ποτ­νί­ου τρά­γων αὐτός στε­κό­ταν, σάν πά­ρε­δρος, δί­πλα σέ μι­ά ποτ­νί­αν τρά­γων, πα­ραλ­λα­γή τῆς με­γά­λης αἰ­γαι­ι­κῆς μη­τρι­κῆς θε­ό­τη­τας. Κυ­ρι­ο­λε­κτι­κά δι­έ­ξο­δο ἀ­πελ­πι­σί­ας ζή­τη­σε ὁ Α. von Blumenthal,[80] ὅταν ἰ­σχυ­ρί­στη­κε ὅτι στή λέ­ξη τρά­γος πρέ­πει νά ἀ­να­ζη­τη­θεῖ ἕ­να ὄ­χι ἑλ­λη­νι­κό, ἀλ­λά πι­θα­νό­τα­τα θρα­κι­κό, ὁ­μώ­νυ­μο, πού συγ­γε­νεύ­ει ση­μα­σι­ο­λο­γι­κά μέ τή λέ­ξη κῶ­μος.
 
Ἐ­δῶ εἶ­ναι ἀ­πα­ραί­τη­το νά ὑ­πο­γραμ­μι­στεῖ ὅτι τό πρό­βλη­μά μας εἶ­χε τε­θεῖ ἤδη ἀ­πό τήν ἀρ­χαι­ό­τη­τα, στό πλαί­σι­ο το­ῦ Πε­ρι­πά­του. Εἶ­ναι φυ­σι­κό νά ὑ­πο­θέ­σου­με ὅτι κά­ποια θε­ω­ρί­α, πού συ­νυ­πο­λό­γι­ζε τό σατυρι­κόν στά προ­στά­δι­α τῆς τρα­γῳ­δί­ας, ἀ­να­κά­λυ­ψε στό ὄνο­μα «τρα­γῳ­δί­α» τούς σα­τύ­ρους μέ τή μορ­φή τῶν τρά­γων. Ἔ­χου­με μά­λι­στα μι­ά πη­γή, πού ὄ­χι μό­νο τό ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νει ἀλ­λά δεί­χνει ταυ­τό­χρο­να πῶς κά­ποιος προ­σπά­θη­σε νά δα­μά­σει τίς δυ­σκο­λί­ες πού πα­ρου­σι­ά­ζον­ται ὅταν θε­λή­σει κα­νείς νά αἰ­τι­ο­λο­γή­σει τήν ταύ­τι­ση σα­τύ­ρων καί τρά­γων. Τό Μέ­γα Ἐ­τυ­μο­λο­γι­κόν πα­ρα­δί­δει στό λῆμ­μα τρα­γῳ­δί­α, ἀ­νά­με­σα σέ δι­ά­φο­ρες ἄλ­λες σήμει­ώ­σεις πού βα­σί­ζον­ται στήν ἑλ­λη­νι­στι­κή θε­ω­ρί­α γιά τό «ἄσμα μέ ἔ­πα­θλο τόν τρά­γο», κα­θώς καί ἄλ­λες ποι­κί­λες καί λα­θε­μέ­νες ὑ­πο­θέ­σεις, τό ἀ­κό­λου­θο, σχε­τι­κό μέ τό ὄ­νο­μα τῆς τρα­γῳ­δί­ας, ἐν­δι­α­φέ­ρον ἀπό­σπα­σμα: ἤ ὅτι τά πολ­λά οἱ χο­ροί ἐκ σα­τύ­ρων συ­νί­σταν­το· οὕς ἐ- κά­λουν τρά­γους σκώ­πτον­τες ἤ δι­ά τήν τόν σώ­μα­τος δα­σύ­τη­τα ἤ δι­ά τήν πε­ρί τά ἀ­φρο­δί­σι­α σπον­δήν, τοι­οῦ­τον γάρ τό ζῷ­ον. ἤ ὅτι οἱ χο­ρευ­ταί τάς κό­μας ἀ­νέ­πλε­καν σχῆ­μα τρά­γων μι­μού­με­νοι.[81]
 
Τό κεί­με­νο ἀ­να­κε­φα­λαι­ώ­νει τό πρό­βλη­μά μας. Ἡ τρα­γῳ­δί­α θε­ω­ρεῖ­ται «ἄσμα τρά­γων» καί οἱ τρά­γοι ἀ­να­γνω­ρί­ζον­ται στούς σα­τύ­ρους· ἀλ­λά οἱ σά­τυ­ροι στά ἐ­πι­μέ­ρους χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά τους δέν εἶ­ναι κα­θα­ροί τρά­γοι—καί αὐτό φαί­νε­ται κα­θα­ρά ἀ­πό τό χω­ρί­ο— καί γι’ αὐ­τό κα­τα­βάλ­λε­ται προ­σπά­θει­α νά βρε­θεῖ κά­ποια βά­ση γιά τήν ὀ­νο­μα­σί­α. Ἡ ἑρ­μη­νεί­α γιά τή δα­σύ­τη­τα το­ῦ τρι­χώ­μα­τος εἶ­ναι βε­βι­α­σμέ­νη, ἀλ­λά οἱ ἄλ­λες δύ­ο προ­σπά­θει­ες, ακό­μη καί σή­με­ρα, ἀ­ξί­ζουν τήν προ­σο­χή μας.
 
Οἱ σά­τυ­ροι τῆς σκη­νῆς το­ῦ 5ου αἰώνα δέν εἶ­ναι οὔ­τε κα­θα­ροί τρά­γοι οὔ­τε κα­θα­ρά ἄ­λο­γα.[82] Πο­τέ δέν ὀ­νο­μά­ζον­ται ἔ­τσι, καί οἱ σχε­τι­κές πα­ρο­μοι­ώ­σεις μέ τρά­γο (Αἰ­σχ. ἀπ. 207 Ν.=455 Μ.
Ἰ­χν. 357κ.) δέν ἔ­χουν κά­τι ἀν­τί­στοι­χο γιά τό ἄ­λο­γο. Πρίν ἀ­πό πολ­λά χρό­νι­α ὁ Ziegler (1920) καί ὁ ὑ­πο­γρα­φό­με­νος (στήν πρώ­τη ἔκ­δο­ση τοῦ βι­βλί­ου μου Griechische Tragodie 1938, 19), ἀ­νεξάρ­τη­τα ὁ ἕ­νας ἀ­πό τόν ἄλ­λο, ἐ­πι­ση­μά­να­με τίς κον­τές προ­βιές πού φο­ροῦν, μέ μί­α μο­να­δι­κή ἐ­ξαί­ρε­ση, οἱ χο­ρευ­τές, ὅπως ἀ­πει­κονί­ζον­ται στό πε­ρί­φη­μο σα­τυ­ρι­κό ἀγ­γεῖ­ο στή Νε­ά­πο­λη,[83] ὅ­που ἐ­πί­σης δι­α­κρί­νε­ται καί μί­α ὑ­φα­σμά­τι­νη προ­σθή­κη στή θέ­ση τοῦ φαλ­λοῦ καί τῆς ἀ­λο­γο­ου­ρᾶς. Εἶ­ναι πο­λύ φυ­σι­κό νά θε­ω­ρή­σου­με τήν τρι­χω­τή προ­βιά κα­τά­λοι­πο μί­ας τρι­χο­φυ­ΐ­ας σέ ὁ­λό­κλη­ρο τό σῶ­μα. Αὐ­τό ἐ­νι­σχύ­ε­ται καί ἀ­πό πα­λαι­ό­τε­ρα μνη­μεῖ­α, πού δεί­χνουν σα­τύ­ρους μέ πυ­κνό τρί­χω­μα. Εὐ­σύ­νο­πτη ἐ­πι­σκό­πη­ση αὐτοῦ τοῦ θέ­μα­τος προ­σφέ­ρει ὁ Webster (στήν ἀ­να­θε­ω­ρη­μέ­νη ἔκ­δο­ση τοῦ βι­βλί­ου τοῦ Pickard-Cambridge, Dith. Tr. Com. 114) μέ πα­ρα­πομ­πές στόν τό­σο χρή­σι­μο «Κα­τά­λο­γο Μνη­μεί­ων». Ἐν­τε­λῶς ἰ­δι­αί­τε­ρα θά ἡ­θε­λα νά ὑ­πο­γραμ­μί­σω ἐ­δῶ ἕ­ναν δαί­μο­να τοῦ δά­σους, χω­ρίς ἄλ­λο πα­ράλ­λη­λο, σέ ἕ­ναν βοι­ω­τι­κό πή­λι­νο τρί­πο­δα,[84] μέ τό τρι­χω­τό ρο­ῦχο του. Ὁ σι­λη­νός ὅμως, πού ἔ­χει γί­νει τώ­ρα πα­τέ­ρας τῶν ἀ­νά­ξι­ων σα­τύ­ρων, φο­ρᾶ στή σκη­νή τόν μαλ­λω­τόν χι­τῶ­να, πού ὁπωσ­δή­πο­τε πα­ρι­στά­νει τήν πυ­κνή τρί­χωση ὁ­λό­κλη­ρου τοῦ σώ­μα­τος. Ὅ­τι ὅλα αὐτά δη­λώ­νουν τή φύ­ση τοῦ τρά­γου τό το­νί­ζει, πα­ρα­με­ρί­ζον­τας ἀμ­φι­βο­λί­ες ἄλ­λων,[85] ὁ Webster (ὁ.π.) μέ δι­και­ο­λο­γη­μέ­νη αὐ­το­πε­ποι­θη­ση: «Οἱ Ἕλ­λη­νες καλ­λι­τέ­χνες παρί­στα­ναν τά ἄ­λο­γα πάν­το­τε μέ λεῖ­ο τρί­χω­μα, ἐ­νῷ συ­χνά πα­ρί­στανν τό ἁ­δρό τρί­χω­μα τῶν τρά­γων. Ἑ­πο­μέ­νως, ἡ φυ­σι­κή ἐ­ξή­γη­ση τοῦ τρι­χω­τοῦ χι­τῶ­να εἶ­ναι... ὅτι πα­ρι­στά­νει δέρ­μα τρά­γου...» Ἐ­πί­σης ὁ Ziegler (1923) πα­ρα­τη­ρεῖ ὅτι τά με­γά­λα γέ­νια τῶν σατυ­ρο­χο­ρευ­τῶν δέν προ­έρ­χον­ται βέ­βαι­α ἀ­πό ἄ­λο­γα, ἀλ­λά ὁπωσ­δή­πο­τε ἀ­πό τρά­γους.
 
Ἔ­τσι κα­τα­λή­γου­με στό συμ­πέ­ρα­σμα ὅτι αὐτές οἱ μορ­φές θε­ω­ροῦν­ταν ὄ­χι ἡ­μι-ἄ­λο­γα ἄλ­λα ἡ­μι-θη­ρί­α, καί ἑ­πο­μέ­νως μι­ά ἀ­κριβέ­στε­ρη ζω­ο­λο­γι­κή κα­τά­τα­ξη θά εἶ­χε ἐ­λά­χι­στη ση­μα­σί­α. Ἡ ἄ­πο­ψη αὐτή ἐ­ναρ­μο­νί­ζε­ται ἀ­πό­λυ­τα καί μέ τό γε­γο­νός ὅτι στά δρα­μα­τι­κά κα­τά­λοι­πα το­ῦ εἴ­δους οἱ σά­τυ­ροι προ­σφω­νο­ῦν­ται τρεῖς φο­ρές μέ τή λέ­ξη Θῆ­ρες.[86] Ἀ­πό τόν Γα­λη­νό (CMG,τ.10,2,2· 143, 19 κκ.), πά­λι, πλη­ρο­φο­ρού­μα­στε ὅτι οἱ Ἴ­ω­νες ἀ­πο­κα­λο­ῦ­σαν τούς σα­τύ­ρους φῆ­ρες. Ὡς Θῆ­ρες συγ­γε­νεύ­ουν μέ τούς κεν­ταύ­ρους, πού ἐ­πί­σης ὀ­νο­μά­ζον­ται ἔ­τσι, καί αὐτό ἐ­νι­σχύ­ε­ται ἀ­πό τή δι­α­πί­στω­ση ὅτι, πλά­ι στά γνω­στά ἀγ­γεῖ­α πού ἀ­πει­κο­νί­ζουν σα­τύ­ρους νά πο­λι­ορ­κοῦν τήν Ἴ­ρι­δα,[87]  ὑ­πάρ­χει ἕ­να φλω­ρεν­τι­νό ὄ­στρα­κο πού δεί­χνει κεν­ταύ­ρους σέ πα­ρό­μοι­α ἐ­πί­θε­ση. Γιά τή λα­γνεί­α τῶν σα­τύρων μι­λοῦν ἄ­φθο­νες καί ἐν­τυ­πω­σι­α­κές ἀγ­γει­ο­γρα­φί­ες. Καί γι’ αὐτόν ἀ­κό­μη τό λό­γο θά μπο­ροῦ­σαν νά χα­ρα­κτη­ρι­στοῦν τρά­γοι, ἀ­φοῦ ὁ τρά­γος γιά τούς ἀρ­χαί­ους (βλ., λ.χ., Δι­ό­δω­ρος 1, 88), ὅπως ἄλ­λω­στε καί γιά μᾶς, εἶ­ναι τό κα­τε­ξο­χήν λά­γνο ζῷ­ο, καί γι’ αὐτήν ἀ­κρι­βῶς τή λα­γνεί­α του στόν Προ­μη­θέ­α πυρκ­α­έ­α ὁ ἥ­ρω­ας ὀ­νο­μά­ζει τρά­γο ἕ­να σά­τυ­ρο ἀ­πό τήν ὁ­μά­δα. Ἔ­τσι, καί ἀ­πό αὐ­τή τήν πλευ­ρά, κα­τα­λή­γου­με στή σκέ­ψη ὅτι οἱ ἀ­πό­ψεις πού προ­τά­θη­καν ἀ­πό τους πε­ρι­πα­τη­τι­κούς φι­λο­σό­φους εἶ­ναι ὅ,­τι κα­λύ­τε­ρο θά μπο­ρού­σα­με νά ἐ­ξα­κρι­βώ­σου­με μέ τά μέ­σα πού δι­α­θέ­του­με.
 
Στό πλαί­σι­ο αὐτῶν τῶν ἐ­ρευ­νῶν ἀ­ξί­ζει νά προ­σε­χτοῦν καί τά μνη­μεῖ­α πού ἀ­πει­κο­νί­ζουν σα­τύ­ρους μα­ζί μέ τρά­γους·. Ὁ Burkert (99, 25) τά ἔ­χει συγ­κεν­τρώ­σει με­θο­δι­κά.
 
Ἀ­φοῦ ὡς ἐ­δῶ ἀν­τι­με­τω­πί­σα­με χω­ρι­στά τίς δύ­ο μαρ­τυ­ρί­ες τοῦ Ἀ­ρι­στο­τέ­λη, γιά τό δι­θύ­ραμ­βο καί τό σα­τυ­ρι­κό προ­στά­δι­ο, ἄς δι­α­τυ­πώ­σου­με τώ­ρα τό ἐ­ρώ­τη­μα: ὑ­πάρ­χει δυ­να­τό­τη­τα νά συν­δυ­α­στοῦν; Τό ὑ­λι­κό πού δι­α­θέ­του­με εἶ­ναι ἐ­λά­χι­στο καί ἐ­πι­δέ­χε­ται ποι­κί­λες ἑρ­μη­νεῖ­ες.
 
Ὁ Ἡ­ρό­δο­τος ἀ­να­φέ­ρει γιά τόν Ἀ­ρι­ω­να (1, 23): καί δι­θύ­ραμ­βον πρῶ­τον ἀν­θρώ­πων τῶν ἡ­μεῖς ἴδ­μεν ποι­ή­σαν­τά τε καί ὀ­νο­μάσαν­τα καί δι­δά­ξαν­τα ἐν Κο­ρίν­θῳ.[88] Ἐ­δῶ μπο­ρεῖ νά προ­στε­θεῖ αὐτό πού πα­ρα­δί­δει, σάν μι­ά πι­ό ἐ­κτε­τα­μέ­νη πα­ρά­φρα­ση, ἡ Σούδα στό λ. Ἀ­ρίων: λέ­γε­ται καί τρα­γι­κόν τρό­πον εὑ­ρε­τής γε­νέ­σθαι καί πρῶ­τος χο­ρόν στῆ­σαι καί δι­θύ­ραμ­βον ᾆ­σαι καί ὀ­νο­μά­σαι τό ᾀδό­μενον ὑπό τοῦ χο­ροῦ καί σατύρους εἰ­σε­νεγ­κεῖν ἔμ­με­τρα λέ­γον­τας.[89] Ἐ­πί­σης, ὁ Ἰ­ω­άν­νης ὁ Δι­ά­κο­νος στά σχό­λι­ά του γιά τόν Ἐρ­μο­γένη προ­σθέ­τει (ἔκδ. Η. Rabe, RhM 63, 1908, 150): τῆς δέ τρα­γῳ­δί­ας πρῶ­τον δράμα Ἀ­ρίων ὁ Μη­θυ­μναῖ­ος εἰ­σή­γα­γεν, ὥ­σπερ Σό­λων ἐν ταῖς ἐ­πι­γρα­φο­μέ­ναις Ἐ­λε­γεί­αις ἐ­δί­δα­ξε. Χά­ρων (ἔ­τσι δι­α­βά­ζει ὁ Wilamowitz, ἀν­τί γιά Δρά­κων ὁ Patzer, 29, προ­τεί­νει Στρά­των) δέ ὁ Λαμ­ψα­κη­νός δρᾶ­μά φη­σι πρῶ­τον Ἀ­θη­νη­σι δί- δα­χθῆ­ναι ποι­ή­σαν­τος Θέ­σπι­δος.[90]
 
Ἐ­δῶ ἔ­χουν θέ­ση καί τά χω­ρί­α πού ὀ­νο­μά­ζουν τόν Ἀ­ρί­ω­να δη­μι­ουρ­γό του δι­θυ­ράμ­βου: Πίνδ. Ὀλ. 13, 18, μέ τό σχό­λι­ο στόν στ. 19 (δι­α­φο­ρε­τι­κά τό σχ.στόν στ. 25)· Σχ. Ἀ­ρι­στοφ. Ὄρν. 1403, πού πα­ρα­θέ­τει ὡς πη­γές γι’ αὐτήν τήν ἀ­πό­δο­ση τόν Ἑλ­λά­νι­κο (FGrHist 4 F 68) καί τόν Δι­καί­αρ­χο (ἀπ. 75 W.) ἀν­τι­πα­ραθέ­τον­τάς τες μέ ἄλ­λες, πού θε­ω­ροῦν δη­μι­ουρ­γό τόν Λά­σο ἀ­πό τήν Ἐρ­μι­ό­νη. Ὁ Πρόκλος (Χρη­στο­μά­θει­α 12) ἐ­πι­κα­λεῖ­ται τόν Ἀριστοτέλη καί συμ­πλη­ρώ­νει: ὅς πρῶ­τος τόν κύκλι­ον ἤ­γα­γε χο­ρόν.
 
Δέν ὑ­πάρ­χει ἀμ­φι­βο­λί­α ὅτι ἡ πλη­ρο­φο­ρί­α τοῦ Ἡ­ρο­δό­του γιά τόν Ἀ­ρί­ω­να σχε­τί­ζε­ται μέ τή δι­α­μόρ­φω­ση τοῦ δι­θυ­ράμ­βου σέ συγ­κε­κρι­μέ­νο λο­γο­τε­χνι­κό εἶ­δος. Ὅ,­τι στό ἑρ­μή­νευ­μα τῆς Σού­δας ξε­περ­νᾶ τίς πλη­ρο­φο­ρί­ες τοῦ Ἡ­ρο­δό­του ἀ­πο­δό­θη­κε στήν αὐθαι­ρε­σί­α νε­ό­τε­ρων λο­γίωνν, ὥ­σπου ἡ δη­μο­σί­ευ­ση τοῦ Ὑ­πο­μνή­μα­τος στόν Ἑρ­μο­γέ­νη ἐμ­φά­νι­σε τόν Σό­λω­να ὡς μάρ­τυ­ρα, ἐ­ξα­σφαλί­ζον­τας ἔ­τσι τή σύν­δε­ση τοῦ Ἀ­ρί­ω­να μέ ἕ­να ἀ­πο­φα­σι­στι­κό βῆ­μα στήν πρώ­ι­μη ἱ­στο­ρί­α τῆς τρα­γῳ­δί­ας. Θά θέ­λα­με πο­λύ νά ξέ­ρου­με πῶς ἦ­ταν δι­α­τυ­πω­μέ­νο τό κεί­με­νο τοῦ Σό­λω­να, ἀλ­λά αὐ­τό βρί­σκε­ται πέ­ρα ἀ­πό τίς δυ­να­τό­τη­τές μας.[91] Δέν πρέ­πει πάν­τως νά ἀμφι­βάλ­λου­με ὅτι ὁ Σό­λων μπο­ροῦ­σε νά ἐκ­φρά­σει κά­ποια γνώ­μη γιά τό θέ­μα. Σέ αὐ­τό τό ση­μεῖ­ο πα­ρου­σιά­ζει ἐν­δι­α­φέ­ρον ἡ συ­ζή­τη­ση γιά τό γνω­στό ἀ­νέκ­δο­το πού ἀφη­γεῖ­ται ὁ Πλού­ταρ­χος (Σό­λων 29): Ὁ γε­ρο-Σό­λων, ἀρ­χό­με­νων τῶν πε­ρί Θέ­σπιν ἤδη τήν τρα­γῳ­δί­αν κι­νεῖν, πα­ρα­κο­λου­θών­τας μί­α ἐμ­φά­νι­ση το­ῦ ἴ­διου του Θέσπη, τόν ἔ­ψε­ξε γιά ἐ­κεί­νη τήν ἀ­πά­τη. Ἡ ἱ­στο­ρί­α μπο­ρεῖ, φυ­σι­κά, νά ἔ­χει ἐ­πι­νο­η­θεῖ, ὅπως ἀ­κρι­βῶς ἔ­χουν συν­δέ­σει τόν Σά­λω­να μέ τόν Κροῖϊ­σο καί τόν Ἄ­μα­ση· εἶ­ναι ὅμως πο­λύ πι­θα­νό νά ἔ­ζη­σε ὁ Ἀ­θη­ναῖ­ος σο­φός στά βα­θι­ά του γε­ρά­μα­τα τίς πρῶ­τες ἀρ­χές ἐ­κείνης τῆς ἐ­ξε­λι­κτι­κῆς πο­ρεί­ας πού, με­τά τήν ἐμ­φά­νι­ση τοῦ πρώ­του ἡ­θο­ποι­ο­ῦ, συ­νε­χί­στη­κε γιά κά­ποιο χρο­νι­κό δι­ά­στη­μα πρίν ἀ­πό τόν πρῶ­το κρα­τι­κό ἀ­γώ­να τρα­γῳ­δί­ας.[92]
 
Ὁ Ἀριστοτέλης, Ποι­ητ. 3, 1448a 29, καί ὁ ψευ­δο­πλα­τω­νι­κός Μί­νως, 321a, μαρ­τυ­ροῦν μί­α δι­α­μά­χη ὅπου ὁ ἀτ­τι­κός καί ὁ πε­λοπον­νη­σι­α­κός το­πι­κι­σμός δι­εκ­δι­κο­ῦ­σαν, κα­θέ­νας γιά τόν ἑ­αυ­τό του, τήν ἀρ­χή της τρα­γῳ­δί­ας. Ἄν ἔ­χει δί­κιο ὁ Wilamowitz ὅταν εἰ­σά­γει τό ὄ­νο­μα το­ῦ Χά­ρον­τα το­ῦ Λαμ­ψα­κη­νο­ῦ στό κεί­με­νο το­ῦ Ἰ­ω­άν­νη το­ῦ Δι­α­κό­νου, πού πα­ρα­θέ­σα­με πι­ό πά­νω, τό­τε θά μπο­ρού­σα­με νά ὑ­πο­στη­ρί­ξου­με τήν ὕ­παρ­ξη τῆς δι­α­μά­χης ἤδη στά μέ­σα το­ῦ 5ου αἰώνα π.Χ.
 
Ἡ βα­σι­κή ὁ­μά­δα τῶν πλη­ρο­φο­ρι­ῶν μᾶς συν­δέ­ει τόν Ἄ­ρι­ω­να μέ τίς ἀρ­χές τῆς τρα­γῳ­δί­ας, μέ τή δι­α­μόρ­φω­ση το­ῦ δι­θυ­ράμ­βου καί μέ τούς σα­τύ­ρους. Ἐ­δῶ τί­θε­ται τό καί­ρι­ο ἐ­ρώ­τη­μα ἄν αὐτές οἱ μαρ­τυ­ρί­ες ἀ­να­φέ­ρον­ται ἀ­ναγ­κα­στι­κά σέ ἕ­να καί μο­να­δι­κό ἐ­πί­τευγ­μα. ἤ σέ τρί­α ἐν­τε­λῶς χω­ρι­στά καί ἄ­σχε­τα με­τα­ξύ τους. Τό τε­λευ­ταῖ­ο ὑ­πο­στή­ρι­ξαν ὁ Reisch (Festschr. Gomperz 1902,471) καί ὁ Pickard-Cambridge (Dith. Tr. Com. 98). Ὁ Flickinger (10, 2) δι­α­φώ­νη­σε, ἐ­νῷ ὁ Webster, στίς συμ­πλη­ρώ­σεις του στό βι­βλί­ο το­ῦ Pickard-Carnbridge, προ­σπά­θη­σε νά ἐν­σω­μα­τώ­σει καί τά τρί­α μέ­ρη αὐτῆς της πλη­ρο­φο­ρί­ας στήν ἴδια δι­α­δι­κα­σί­α. Στά νε­ό­τε­ρα χρό­νι­α ὁ Patzer πρό­τει­νε ξα­νά τό χω­ρι­σμό σέ τρεῖς δι­α­φο­ρε­τι­κές πρά­ξεις.
 
Γιά τήν ἄ­πο­ψή μας ὅτι οἱ πα­ρα­πά­νω πλη­ρο­φο­ρί­ες ἀ­φο­ρο­ῦν ἕ­να καί μό­νο καλ­λι­τε­χνι­κό ἐ­πί­τευγ­μα το­ῦ Ἀ­ρί­ω­να συ­νη­γο­ρεῖ καί τό γε­γο­νός ὅτι καί στήν Ποι­η­τι­κή ἡ τρα­γῳ­δί­α, στά γε­νε­τι­κά της στά­δι­α, ὁ δι­θύ­ραμ­βος καί τό σα­τυ­ρι­κό στοι­χεῖ­ο ἀ­να­φέ­ρον­ται σέ στε­νό­τα­τη με­τα­ξύ τους σχέ­ση, καί ἔ­τσι οἱ ἰ­σχνές αὐτές κα­θαυ­τές μαρ­τυ­ρί­ες ἀλ­λη­λο­στη­ρί­ζον­ται. Ὁ Ἀ­ρί­ων ἀ­νέ­θε­σε στούς κύ­κλι­ους χο­ρούς του νά ἐ­κτε­λο­ῦν ἔν­τε­χνα ὁ­μα­δι­κά ᾄ­σμα­τα, πού ὑ­πη­ρε­τοῦ­σαν τή λα­τρεί­α τοῦ Δι­ο­νύ­σου καί εἶ­χαν τό πα­λιό ὄ­νο­μα δι­θύ­ραμ­βος. Γιά χο­ρευ­τές χρη­σι­μο­ποί­η­σε —μό­νι­μα ἤ εὐ­και­ρι­α­κά— τούς σα­τύ­ρους, πού ἀ­νῆ­καν ἤδη ἐ­κεί­νη τήν ἐ­πο­χή στήν ἀ­κο­λου­θί­α τοῦ θε­οῦ. Ἔ­τσι στόν σα­τυ­ρο­δι­θύ­ραμ­βο τοῦ Ἀ­ρί­ω­να συ­ναν­τοῦ­με συ­νε­νω­μέ­να τά δύ­ο στοι­χεῖ­α πού μνη­μο­νεύ­ει ὁ Ἀριστοτέλης στίς συ­νο­πτι­κές μαρ­τυ­ρί­ες τῆς Ποι­η­τι­κῆς. Ἄν με­ρι­κοί ἀμ­φι­σβη­τοῦν τήν ὕ­παρ­ξη μί­ας τέ­τοιας μορ­φῆς, αὐ­τό ὀ­φεί­λε­ται στή φύ­ση τῶν πη­γῶν μας. Ὁ Patzer (50,1) προ­σφέ­ρει πλού­σι­α βι­βλι­ο­γρα­φί­α ἀ­πό τά ἀν­τί­πα­λα μέ­τω­πα. Ὁ ἴ­διος, μα­ζί μέ τόν Else καί τόν Burkert, ἀ­νή­κει στούς με­λε­τη­τές πού πρό­σφα­τα δι­α­φώ­νη­σαν μέ τή δι­κή μας ἑρ­μη­νεί­α.
 
Γι’ αὐ­τό τό δύ­σκο­λο πρό­βλη­μα δε­χό­μα­στε μέ εὐ­γνω­μο­σύ­νη τή συν­δρο­μή τῶν μνη­μεί­ων πού ἀ­πει­κο­νί­ζουν μα­ζί σα­τύ­ρους καί δι­θύ­ραμ­βο. Κα­ταρ­χήν στό βι­βλί­ο τοῦ Pickard-Cambridge (ὅ.π. 5) ὑ­πάρ­χει τό ὄ­στρα­κο ἑ­νός ἐ­ρυ­θρό­μορ­φου ἀτ­τι­κο­ῦ κρα­τῆ­ρα ἀ­πό τήν Κο­πεγ­χά­γη- δεί­χνει, μέ­σα σέ μί­α δι­ο­νυ­σι­α­κή ἀ­κο­λου­θί­α, ἕ­να σάτυ­ρο νά παί­ζει λύ­ρα, καί ἀ­πο­πά­νω γραμ­μέ­νη τή λέ­ξη ΔΙΘΥΡΑΜΦΟΣ. Ἐ­πί­σης, ὁ Webster, στήν ἀ­να­θε­ω­ρη­μέ­νη ἔκ­δο­ση τοῦ βι­βλί­ου τοῦ Pickard-Cambridge (20, 35, 301, πίν. 1a), πα­ρα­πέμ­πει σέ ἕ­ναν ἀτ­τι­κό ἐ­ρυ­θρό­μορ­φο κρα­τή­ρα (πε­ρί­που 425 π.Χ.), ὅ­που τρεῖς δα­σύ­τρι­χοι γε­ρο-σά­τυ­ροι, μέ λύ­ρα στό χέ­ρι, κι­νοῦν­ται πρός ἕ­ναν αὐ­λη­τή. Ἰ­δι­αί­τε­ρη ση­μα­σί­α ἔ­χει μί­α ἐ­πι­γρα­φή, πού δι­ακρί­νε­ται ἀ­πο­πά­νω τους: ΟΙΔΟΙ ΠΑΝΑΘΕΝΑΙΑ· πρό­κει­ται λοι­πόν γιά τρα­γου­δι­στές στή γιο­ρτή τῶν Πα­να­θη­ναί­ων. Σέ αὐτήν ὅμως ὁ μο­να­δι­κός χο­ρι­κός ἀ­γώ­νας πού μᾶς εἶ­ναι γνω­στός ἀ­νή­κει σέ δι­θύ­ραμ­βο.[93] Ὁ Webster (δ.π. 20, 301) προ­σπα­θεῖ νά συ­σχε­τί­σει μέ τά Πα­να­θή­ναι­α καί μί­α με­λα­νό­μορ­φη λή­κυ­θο μέ τρεῖς τρι­χω­τούς σα­τύ­ρους, πού παί­ζουν λύ­ρα (πέρ. 490 π.Χ.)· ἡ ἀ­πό­δο­ση αὐτή ὑ­πο­βάλ­λε­ται ἀ­πό τήν ὁ­μοι­ό­τη­τα μέ τήν πα­ρά­στα­ση πού ἀ­ναφέρ­θη­κε πι­ό πά­νω καί ἡ ὁ­ποί­α συ­σχε­τί­ζε­ται, χά­ρη στήν ἐ­πι­γρα­φή, μέ αὐ­τή τή γιο­ρτή. Μί­α ἐ­ρυ­θρό­μορ­φη στά­μνος ἀ­πό τό Λ­ο­ῦβρο (Webster, ὅ.π. 34 καί 301, ἀρ. 3· πέρ. 480 π.Χ.) δεί­χνει πρόσω­πα πού πα­ρι­στά­νουν σα­τύ­ρους νά σφυ­ρο­κο­πο­ῦν ἕ­ναν τά­φο. Μι­ά θυ­σί­α ταύ­ρου στήν ἀν­τί­θε­τη πλευ­ρά καί, κά­τω ἀ­πό τίς λα­βές, ἕ­νας τρά­γος μέ ἕ­ναν ἀμ­φο­ρέ­α μπο­ρεῖ νά ὑ­πο­δη­λώ­νουν τά βρα­βεῖ­α γιά τόν δι­θυ­ραμ­βι­κό ἀ­γώ­να· ὡ­στό­σο ὁ συ­σχε­τι­σμός πα­ρα­μέ­νει ἀ­βέ­βαι­ος.
 
Μέ καρ­διά ἐ­λα­φρό­τε­ρη ἀπ’ ὅ­σο σέ προ­η­γού­με­νες ἐκ­δό­σεις αὐτοῦ τοῦ βι­βλί­ου, θά ἤ­θε­λα νά ξε­πε­ρά­σω ἕ­να φαι­νο­με­νι­κό ἐμ­πό­δι­ο, πού ἀ­να­κύ­πτει ἀ­πό τήν πλη­ρο­φο­ρί­α τῆς Σού­δας ὅτι ὁ Ἀ­ρί­ων εἰσή­γα­γε σα­τύ­ρους ἔμ­με­τρα λέ­γον­τας. Σ’ αὐτό τό ση­μεῖ­ο εἶ­ναι σα­θρές ὅ­λες οἱ προ­σπά­θει­ες πού ἐ­πι­μέ­νουν νά ἀ­να­κα­λύ­πτουν πί­σω ἀ­πό αὐτές τίς λέ­ξεις σα­τύ­ρους πού «μι­λοῦν πε­ζά ἤ ἀ­παγ­γέλ­λουν». Πρό­κει­ται ἁ­πλού­στα­τα γιά τήν ἴδια ἀ­σα­φή γλωσ­σι­κή χρή­ση πού συ­ναν­τοῦ­με καί στήν Ποι­η­τι­κή του Ἀριστοτέλη (1452b 22), ὅταν ἡ πά­ρο­δος τοῦ χο­ροῦ χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται ὡς ἡ πρώ­τη λέ­ξις ὅλου χο­ροῦ. Σέ ἕ­να ἀ­πό­σπα­σμα τοῦ Αἰ­σχύ­λου (343, 44 Μ.) ἡ λέ­ξη λεγού­σας ἀ­να­φέ­ρε­ται ὁ­λο­φά­νε­ρα σέ ὕ­μνο, ἐ­νῷ σέ ἕ­να σχό­λι­ο στόν Ἰπ­πό­λυ­το τοῦ Εὐ­ρι­πί­δη (58) τά ρή­μα­τα ᾄ­δειν καί λέ­γειν ἀ­να­φέρον­ται ἐ­ναλ­λα­κτι­κά στήν ἴδια ὁ­μά­δα στί­χων. Ἑ­πο­μέ­νως, καί στήν πε­ρί­πτω­ση τοῦ Ἀ­ρί­ω­να πρέ­πει νά ἔ­χου­με ὑ­πό­ψη μας μό­νο χο­ρι­κό ἄσμα.
 
Ἕ­να δύ­σκο­λο πρό­βλη­μα στό κεί­με­νο τοῦ Ἡ­ρο­δό­του θέ­τει ἡ λέ­ξη ὀ­νο­μά­σαν­τα, ἡ ὁ­ποί­α ἐ­πα­νέρ­χε­ται καί στή Σούδα. Ὁ Schmid (1, 407) μί­λη­σε γιά συγ­κε­κρι­μέ­νους τί­τλους, ὅπως τούς συ­ναν­τοῦ­με νά προσ­δι­ο­ρί­ζουν τό πε­ρι­ε­χό­με­νο στήν πα­ρά­δο­ση τῶν δι­θυ­ράμ­βων τοῦ Σι­μω­νί­δη, τοῦ Πιν­δά­ρου καί τοῦ Βακ­χυ­λί­δη. Χω­ρίς πει­στι­κά ἐ­πι­χει­ρή­μα­τα ὁ Pohlenz (2, 9) ἀ­πέ­κρου­σε τή σκέ­ψη, ὑπο­θέ­τον­τας ὅτι πρό­κει­ται γιά στα­θε­ρό χα­ρα­κτη­ρι­σμό τοῦ νέ­ου ποι­η­τι­κοῦ εἴ­δους —ἐν­τε­λῶς ἀ­δι­και­ο­λό­γη­τα, κα­τά τή γνώ­μη μου, ἀφοῦ ὁ ὅ­ρος δι­θύ­ραμ­βος ἦ­ταν ἤδη σέ χρή­ση (λ.χ. Ἀρ­χί­λο­χος, ἀπ. 120 W.), καί τό νά ἀ­πο­δο­θεῖ σέ ἕ­να δι­α­μορ­φω­μέ­νο ποι­η­τι­κό εἶ­δος δέν ἀ­πο­τε­λο­ῦσε ση­μαν­τι­κό ἐ­πί­τευγ­μα, πού νά ἀ­παι­τεῖ ἰ­δι­αί­τε­ρη μνεί­α. Ἄν ὅμως πρό­κει­ται γιά ἰ­δι­αί­τε­ρους τί­τλους, ὑ­πάρ­χει με­γά­λη πι­θα­νό­τη­τα νά εἶ­χαν καί οἱ δι­θύ­ραμ­βοι τοῦ Ἀ­ρί­ω­να —ἀ­κριβῶς ὅπως καί οἱ με­τα­γε­νέ­στε­ροι καί ἡ τρα­γω­δί­α— γιά πε­ρι­ε­χό­με­νό τους δι­ά­φο­ρους μύ­θους.
 
Στήν εἰ­κό­να τῆς γέ­νε­σης τῆς τρα­γῳ­δί­ας, πέ­ρα ἀ­πό τίς μαρ­τυ­ρί­ες τοῦ Ἀριστοτέλη, ἔ­χου­με νά συ­νε­κτι­μή­σου­με δύ­ο ἀ­κό­μη συ­στα­τι­κά στοι­χεῖ­α, τό δι­ο­νυ­σι­α­κό καί τό ἡ­ρω­ι­κό-μυ­θι­κό.
 
Λί­γοι σή­με­ρα ἀμ­φι­σβη­τοῦν τήν προ­έ­λευ­ση τῆς τρα­γῳ­δί­ας ἀ­πό τή δι­ο­νυ­σι­α­κή λα­τρεί­α. Σ’ αὐ­τούς ἀ­νή­κουν ὁ Schmid (2, 42) καί ὁ Cantarella, ὁ ὁποῖος, ἀ­κό­μη καί στά τε­λευ­ταῖ­α του δη­μο­σι­εύ­μα­τα,[94] ἐ­πι­μέ­νει στίς θέ­σεις του. Μέ αὐ­τούς ἀ­να­πό­φευ­κτα συ­ναντᾶ­ται, στήν πο­ρεί­α τῆς θε­ω­ρί­ας του, καί ὁ Else (βλ. πα­ρα­κά­τω). Ἀν­τί­θε­τα, στίς μαρ­τυ­ρί­ες τοῦ Ἀριστοτέλη βρί­σκου­με ἤδη δύ­ο δι­ο­νυ­σι­α­κά στοι­χεῖ­α: τό δι­θύ­ραμ­βο, ὡς δι­ο­νυ­σι­α­κό ἄσμα, καί τούς σα­τύ­ρους, πού, με­τά τήν ἀρ­χι­κή τους αὐ­το­τέ­λει­α, συν­δέ­θη­καν ἀρκε­τά νω­ρίς μέ τό θε­ό. Μπο­ροῦν ὅμως νά προ­στε­θοῦν καί ἄλ­λα δε­δο­μέ­να. Ἡ εὐ­και­ρί­α τῶν πα­ρα­στά­σε­ων τρα­γῳ­δί­ας εἶ­ναι πάν­το­τε μί­α δι­ο­νυ­σι­α­κή γιο­ρτή. Τόν 5ο αἰώνα εἶ­ναι ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νες σ’ αὐτήν οἱ μέ­ρες 11 ὡς 13 τοῦ μή­να Ἐ­λα­φη­βο­λι­ώ­να (Μάρ­τι­ος/Ἀ­πρί­λι­ος) ἀ­πό τή γιο­ρτή τῶν Με­γά­λων Δι­ο­νυ­σί­ων,[95] πού ὀ­νο­μά­ζον­ταν καί ἐν ἄ­στει. Κά­θε μέ­ρα πα­ρου­σι­α­ζό­ταν μί­α τε­τρα­λο­γί­α.[96] Σ’ Αὐτήν τή γιο­ρτή ἀ­νή­κει καί ἡ πα­λαι­ό­τε­ρα μαρ­τυ­ρη­μέ­νη ἐ­πί­ση­μη πα­ρά­στα­ση τρα­γῳ­δί­ας, σέ ἕ­να ἀ­πό τά τρί­α χρό­νι­α της ὀ­λυμ­πι­ά­δας τοῦ 536/5-533/2,[97] ὅ­που με­τεῖ­χε ὁ Θέ­σπης. Ἡ πα­ρά­στα­ση τρα­γῳ­δι­ῶν, ὅπως γε­νι­κό­τε­ρα καί ἡ δι­ορ­γά­νω­ση τῶν Δι­ο­νυ­σί­ων, ἀ­νά­γεται στά χρό­νι­α του Πει­σι­στρά­του. Ἡ γιο­ρτή ἦ­ταν ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νη στόν ἰ­δι­αί­τε­ρα εὐ­νο­η­μέ­νο ἀ­πό τους τυ­ράν­νους Δι­ό­νυ­σο Ἐ­λευ­θερέ­α, πού τό ξό­α­νό του με­τα­φε­ρό­ταν μέ πομ­πή στήν Ἀθήνα ἀ­πό τίς Ἐ­λευ­θε­ρές, ἕ­να χω­ριό στά σύ­νο­ρα Ἀτ­τι­κῆς καί Βοι­ω­τί­ας. Αὐτή ἡ θε­ο­φά­νει­α τοῦ Δι­ο­νύ­σου κι­νεῖ­ται πα­ράλ­λη­λα μέ τόν πα­νι­ώ­νι­ο θε­ό, πού τόν γιόρ­τα­ζαν στά Λή­ναι­α τό μή­να Γα­μη­λι­ώ­να (Ἰ­α- νου­ά­ρι­ο/Φε­βρου­ά­ρι­ο). Αὐτή εἶ­ναι κυ­ρί­ως ἡ γιο­ρτή τῆς κω­μῳ­δί­ας, πού, ἐν­νο­εῖ­ται, ἐν­σω­μα­τώ­θη­κε ἀρ­κε­τά νω­ρίς καί αὐτή στό πρό­γραμ­μα τῶν Με­γά­λων Δι­ο­νυ­σί­ων, τῆς ἐ­πι­ση­μό­τε­ρης κρα­τι­κῆς γιο­ρτῆς (487/6). Στά Λή­ναι­α ἡ κω­μῳ­δί­α πα­ρου­σι­α­ζό­ταν ἀ­πό πα­λαι­ό­τε­ρα σάν ἐ­λεύ­θε­ρο θέ­α­μα, γιά νά ἐ­ξα­σφα­λί­σει καί ἐ­κεῖ τήν ἐ­πι­ση­μο­ποί­η­ση τῆς γύ­ρω στό 440. Ἀρ­γό­τε­ρα ἔ'γί­νε κά­τι πα­ρό­μοι­ο καί γιά τήν τρα­γῳ­δί­α, γε­γο­νός πού ἐ­ξη­γεῖ­ται πο­λύ φυ­σι­κά ἀ­πό τή βαθ­μι­αί­α αὔ­ξη­ση τοῦ ἀ­ριθ­μο­ῦ τῶν τρα­γι­κῶν ποι­η­τῶν. Ὡ­στό­σο, πρέ­πει νά μεί­νει κά­πως ἀ­βέ­βαι­ο τό ἔτος 432, πού δί­νε­ται γι’ αὐ­τή τήν ἐ­πι­ση­μο­ποί­η­ση.[98]
 
Γιά τή δι­ε­ξα­γω­γή τῶν δι­ο­νυ­σι­α­κῶν γιο­ρτῶν ται­ρί­α­ζε τό ἱ­ε­ρό τέ­με­νος το­ῦ Δι­ο­νύ­σου Ἔ­λευ­θε­ρε­α, στή νό­τι­α πλευ­ρά τῆς Ἀ­κρό­πο­λης, ὁ­που φι­λο­ξε­νή­θη­καν μέ­σα στούς αἰ­ῶ­νες τά ποι­κί­λα θε­α­τρι­κά κτί­σμα­τα, ἀ­πό τήν πρω­τό­γο­νη ὀρ­χή­στρα το­ῦ 6ου αἰώνα ὡς τό ρω­μα­ϊ­κό θέ­α­τρο μέ τίς εἰ­δι­κές ἐγ­κα­τα­στά­σεις γιά τίς θη­ρι­ο­μα­χί­ες. Ὁ Φώ­τι­ο­ς[99] (λ. ἴ­κρι­α) μαρ­τυ­ρεῖ τή χρή­ση ξύ­λι­νων κερ­κί­δων στήν πε­ρι­ο­χή τῆς ἀ­γο­ρᾶς πρίν ἀ­πό τήν οἰ­κο­δό­μη­ση το­ῦ Θε­ά­τρου το­ῦ Δι­ο­νύ­σου. Βέ­βαι­α, δέν εἶ­ναι δυ­να­τό νά ἀ­πο­κλεί­σου­με τήν πι­θα­νό­τη­τα οἱ πρώ­ι­μες πα­ρα­στά­σεις νά δί­νον­ταν στό χῶ­ρο τῆς ἀ­γο­ρᾶς· ὡ­στό­σο, ἀ­πό αὐτό τό γε­γο­νός δέν μπο­ρεῖ νά ἀν­τλη­θεῖ κα­νέ­να ἐ­πι­χεί­ρη­μα πού νά ἀ­πορ­ρί­πτει τόν δι­ο­νυ­σι­α­κό χαρακτήρα τῆς τρα­γῳ­δί­ας, ἀφοῦ καί ὁ Φώ­τι­ος ἀ­να­φέ­ρε­ται ρη­τά σέ δι­ο­νυ­σι­α­κούς ἀ­γῶ­νας.
 
Ἡ ἐν­δυ­μα­σί­α τῶν ὑ­πο­κρι­τῶν, πού ἦ­ταν πι­θα­νό­τα­τα ἡ ἴδια καί γιά τήν τρα­γῳ­δί­α καί γιά τό σα­τυ­ρι­κό δράμα,[100] πα­ρου­σιά­ζει σχέ­ση μέ τόν Δι­ό­νυ­σο σέ οὐ­σι­α­στι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά. Εἶ­ναι ἀ­λή­θει­α ὅτι αὐτό ἀμ­φι­σβη­τή­θη­κε πρό­σφα­τα γιά τόν χει­ρι­δω­τό χι­τῶ­να,[101] ἐπει­δή πραγ­μα­τι­κά ἐν­το­πί­ζε­ται καί σέ ἐ­ξω­δι­ο­νυ­σι­α­κές πε­ρι­ο­χές. Ὡ­στό­σο γι’ αὐ­τόν τό συγ­κε­κρι­μέ­νο θε­ό μαρ­τυ­ρεῖ­ται ἀ­πό τό­σο νω­ρίς καί τό­σο ἀ­δι­ά­λει­πτα, ὥ­στε δι­και­ο­λο­γη­μέ­να ἡ Bieber (History 24κ.) φαί­νε­ται νά ἐμ­μέ­νει στήν ἄ­πο­ψή της ὅτι αὐτό τό ἔν­δυ­μα ὑ­πο­δη­λώ­νει σχέ­ση μέ τή λα­τρεί­α του. Χω­ρίς ἀμ­φι­βο­λί­α, τό ἴ­διο συμ­βαί­νει καί μέ τόν κό­θορ­νο, ἕ­να μα­λα­κό ὑ­πό­δη­μα πού, κα­τά τόν Ἀ­ρι­στο­φά­νη (Βά­τρα­χοι 47), ἀ­πο­τε­λο­ῦσε στοι­χεῖ­ο δι­ο­νυ­σι­α­κῆς σκευ­ῆς. Ταί­ρι­α­ζε βο­λι­κά καί στά δύ­ο πό­δια, καί γι’ αὐτό χα­ρακτή­ρι­ζαν μέ αὐτό τό πα­ρα­νό­μι ἕ­ναν ἀ­κα­τα­στά­λα­χτο πο­λι­τι­κό, ὅπως ὁ Θη­ρα­μέ­νης.[102] Τό γνω­στό γκρο­τέ­σκο πα­ρι­σι­νό ἀ­γαλ­μά­τι­ο ἀ­πό ἐ­λε­φαν­τό­δον­το (Bieber, History, εἴκ. 799· Pickard-Cambridge, Festivals, εἰκ. 63) πρέ­πει νά ἀ­πο­κλει­στεῖ ἀ­πό τά πα­ρα­δείγ­μα­τα κλα­σι­κῆς τρα­γι­κῆς ἐν­δυ­μα­σί­ας. Αὐ­τή τήν ἀ­να­γνω­ρί­ζου­με κα­λύ­τε­ρα στό θαυ­μά­σι­ο ἀγ­γεῖ­ο μέ πα­ρα­στά­σεις σα­τύ­ρων ἀ­πό τή Νε­ά­πο­λη (βλ. σ. 68). Ἐ­κεῖ ἐμ­φα­νί­ζε­ται καί ὁ κό­θορ­νος σάν ἕ­να μα­λα­κό ὑ­πό­δη­μα χω­ρίς δι­ογ­κω­μέ­νη σό­λα. Ἑ­πο­μέ­νως, εἶ­ναι ἐ­ξαι­ρε­τι­κά ἀμ­φί­βο­λο ἄν ἤδη ὁ Αἰ­σχύ­λος, ὅπως θέ­λει ὁ Βί­ος (14), αὔ­ξη­σε τό ὕ­ψος τῶν ὑ­πο­κρι­τῶν μέ τή σό­λα τῶν κο­θόρ­νων. Φυ­σι­κά, τό προ­σω­πεῖ­ο ἀ­νή­κει στήν πε­ρι­ο­χή τῆς ὑ­πο­δο­μῆς τοῦ δρά­μα­τος καί ἀρ­χι­κά δέν ἦ­ταν δι­ο­νυ­σι­α­κό στοι­χεῖ­ο· πι­θα­νό­τα­τα ὅμως προσαρ­τή­θη­κε καί αὐτό νω­ρίς, ὅπως οἱ σά­τυ­ροι, στίς ἐκ­δη­λώ­σεις αὐτο­ῦ τοῦ θε­οῦ, πού ἦ­ταν ὁ κα­τε­ξο­χήν θε­ός το­ῦ προ­σω­πεί­ου.
 
Ἡ σύν­δε­ση δι­ο­νυ­σι­α­κῆς λα­τρεί­ας καί τρα­γῳ­δί­ας δι­α­πι­στώ­νε­ται καί στή θερ­μή ὑ­πο­στή­ρι­ξη πού γνώ­ρι­σαν καί οἱ δύ­ο μέ τά πο­λι­τι­στι­κά καί θρη­σκευ­τι­κά μέ­τρα τῶ­ν Ἑλ­λή­νων τυ­ράν­νων. Ση­μαν­τι­κό­τε­ρη ὅμως ἀ­πό ὁ­λες αὐ­τές τίς ἐ­ξω­τε­ρι­κές σχέ­σεις εἶ­ναι ἡ πα­ρα­τή­ρη­ση ὅτι στήν ἔκ­στα­ση τῆς δι­ο­νυ­σι­α­κῆς λα­τρεί­ας βα­σί­ζε­ται τό μυ­στη­ρι­α­κό γε­γο­νός τῆς με­τα­μόρ­φω­σης, πού ἀ­πο­τε­λεῖ τή θε­με­λι­α­κή προ­ϋ­πό­θε­ση γιά τή γέ­νε­ση τοῦ δρά­μα­τος. Ἐ­δῶ βρί­σκει τή συ­νέ­χει­α καί τήν τε­λεί­ω­σή της ἡ «κα­τά­λη­ψη» το­ῦ πρω­τό­γο­νου «ὑ­πο­κρι­τῆ», πού ταυ­τί­ζε­ται μέ τό δαί­μο­να.[103]
 
Ὡ­ραί­α ἐκ­φρά­ζε­ται ἡ σύν­δε­ση το­ῦ τρα­γι­κο­ῦ δρά­μα­τος μέ τόν Δι­ό­νυ­σο στίς ἀγ­γει­ο­γρα­φί­ες ὁ­που ἡ τρα­γῳ­δί­α, προ­σω­πο­ποι­η­μέ­νη, ἐμ­φα­νί­ζε­ται νά με­τέ­χει στό θί­α­σο το­ῦ θε­ο­ῦ.[104]
 
Σέ ἀ­ξι­ο­ση­μεί­ω­τη ἀν­τί­θε­ση μέ ὅσα ἔ­χουν εἰ­πω­θεῖ βρί­σκε­ται ὁ ἐ­λά­χι­στα ἤ κα­θό­λου δι­ο­νυ­σι­α­κός χαρακτήρας τῶν ἔρ­γων τῆς τραγω­δί­ας. Τό γε­γον­δς αὐτό ἔ­χει ἀ­πο­τυ­πω­θεῖ στήν πα­ροι­μι­α­κή φρά­ση οὐ­δέν πρός τόν Δι­ό­νυ­σον.[105] Οἱ ἀρ­χαῖ­οι σχο­λι­α­στές τήν ἀ­πο­δί­δουν σέ δι­ά­φο­ρα στά­δι­α τῆς ἱ­στο­ρί­ας τοῦ εἴ­δους: στή με­τά­βα­ση ἀ­πό τό δι­θύ­ραμ­βο στήν τρα­γῳ­δί­α μέ τόν Ἐ­πι­γέ­νη τόν Σι­κυ­ώ­νι­ο, στόν Θέ­σπη, στόν Φρύ­νι­χο καί στόν Αἰ­σχύ­λο. Ἐ­δῶ δέν μπο­ροῦ­με νά ἀ­πο­φα­σί­σου­με· ἔ­χου­με ὅμως τή βε­βαι­ό­τη­τα ὅτι ἡ ἀν­τί­θε­ση ἀνά­με­σα στή δι­ο­νυ­σι­α­κή γιο­ρτή καί στό ἀ­προσ­δι­ό­νυ­σο ὑ­λι­κό ἄρ­χι­σε νά γί­νε­ται νω­ρίς αἰ­σθη­τή καί νά ἐκ­φρά­ζε­ται. Πο­λύ συ­χνά, γιά νά ἀ­πο­δει­χτεῖ ἕ­νας ἀρ­χι­κά δι­ο­νυ­σι­α­κός κύ­κλος, ἔ­χουν μνη­μο­νευ­τεῖ τά δι­ο­νυ­σι­α­κά δρά­μα­τα μέ τό μῦ­θο τῆς γέν­νη­σης τοῦ θε­οῦ καί τῆς πά­λης του μέ τόν Λυ­κοῦρ­γο καί τόν Πεν­θέ­α. Ἄλ­λα ὁ νη­φάλι­ος ὑ­πο­λο­γι­σμός τοῦ Ziegler (1931) ἔ­δει­ξε ὅτι αὐτά τά δρά­μα­τα ἀ­πο­τε­λο­ῦν ἐ­λά­χι­στο πο­σο­στό πλά­ι στήν πλη­θώ­ρα τῶν ἄλ­λων, καί ὅτι γιά τήν πα­λαι­ό­τε­ρη πε­ρί­ο­δο, παρ’ ὅ­λες τίς σχε­τι­κές ἔ­ρευ­νες,[106] εἶ­ναι ἀ­δύ­να­το νά γί­νει λό­γος γιά οὔ­σι­α­στι­κο­τε­ρη ἐκ­προ­σώ­πη­ση δι­ο­νυ­σι­α­κῶν θε­μά­των. Πε­ρι­ε­χό­με­νο τῆς τρα­γῳ­δί­ας, ὁ­σο μπο­ροῦ­με νά ἀ­νι­χνεύ­σου­με, εἶ­ναι ὁ ἡ­ρω­ι­κός μῦ­θος. Αὐτός πρέ­πει νά εἰ­σχώ­ρη­σε πο­λύ νω­ρίς στό δι­ο­νυ­σι­α­κό δράμα. Φαί­νε­ται ὅτι εἴ­μα­στε σέ θέ­ση νά συλ­λά­βου­με ἕ­να ἴ­χνος ἀ­πό αὐτό τό τό­σο ση­μαν­τι­κό στά­δι­ο τῆς ἐ­ξέ­λι­ξης τοῦ εἴ­δους. Ὁ Ἡ­ρό­δο­τος (5, 67) ἀ­να­φέ­ρει, σχε­τι­κά μέ τή Σι­κυ­ώ­να, δι­ά­φο­ρες λα­τρευ­τι­κές με­ταρ­ρυθ­μί­σεις τοῦ Κλει­σθέ­νη (παπ­ποῦ ἀ­πό μη­τέ­ρα τοῦ ὁ­μώ­νυ­μου Ἀ­θη­ναί­ου πο­λι­τι­κοῦ), ὁ ὁποῖος κυ­βέρ­νη­σε στό πρῶ­το τρί­το του 6ου αἰώνα. Στήν ἀ­γο­ρά τῆς Σι­κυ­ώ­νας ὁ Ἀρ­γεῖ­ος ἥ­ρω­ας Ἄ­δρα­στος εἶ­χε ἕ­να ἡ­ρῶ­ο, πού θέ­λη­σε νά τό ἀ­πο­μα­κρύ­νει ὁ Κλει­σθέ­νης τόν και­ρό τῆς δι­α­μά­χης του μέ τό Ἄρ­γος. Ἐ­πει­δή τό μαν­τεῖ­ο τῶν Δελ­φῶν δέν ἐ­πέ­τρε­ψε νά γί­νει αὐτό ἀ­πό­το­μα, ὁ Κλει­σθέ­νης με­τα­φύ­τε­ψε ἀ­πό τή Θή­βα στή Σι­κυ­ῶ­να τή λα­τρεί­α τοῦ Με­λα­νίπ­που, θα­νά­σι­μου ἐ­χθρο­ῦ τοῦ Ἀ­δρά­στου. Προ­σφο­ρές καί γιορ­τα­στι­κές ἐκ­δή­λω­σεις γί­νον­ταν πρός τι­μήν τοῦ νέ­ου ἥ­ρα­α, καί ση­μει­ώ­θη­κε μί­α ἀ­κό­μη ἀλ­λα­γή: τά τέ δή ἄλ­λα οἱ Σι­κυ­ώ­νι­οι ἐ­τί­μων τόν Ἄ­δρη­στον καί δή πρός τά πά­θε­α αὐ­τόν τρα­γι­κοῖ­σι χο­ροῖ­σι ἐ­γέ­ραι­ρον, τόν μέν Δι­ό­νυ­σον οὐ τι­μῶν­τες, τόν δέ Ἄ­δρη­στον. Κλει­σθέ­νης δέ χο­ρούς μέν τῷ Δι­ονύςῳ ἀ­πέ­δω­κε, τήν δέ ἄλ­λην θυ­σί­ην Με­λα­νίπ­πῳ.[107]
 
Ἐ­δῶ μπο­ροῦ­με πρῶ­τα πρῶ­τα νά συμ­πε­ρά­νου­με μέ βε­βαι­ό­τη­τα ὅτι στή Σι­κυ­ώ­να ὑ­πῆρ­χαν ἀ­πό πο­λύ πα­λιά γιο­ρτές, ὅ­που μέ χο­ρούς ἔψαλ­λαν καί θρη­νοῦ­σαν τά πά­θη τοῦ Ἀ­δρά­στου. Τό πε­ρι­ε­χό­με­νο αὐτῶν τῶν ᾀ­σμά­των μπο­ροῦ­με νά τό ὑ­πο­θέ­σου­με ὡς ἕ­να. ση­μεῖ­ο, μέ βά­ση τά ὅσα γνω­ρί­ζου­με ἀ­πό τήν ἐ­πι­κή ποί­η­ση γιά τήν ἐκ­στρα­τεί­α τῶν Ἑ­πτά ἐ­ναν­τίον τῆς Θή­βας. Τέ­τοια θρη­νη­τι­κά τρα­γού­δια μᾶς εἶ­ναι γνω­στά γιά τόν Ἀ­χιλ­λέ­α στήν Ἤ­λι­δα, στόν Κρό­τω­να καί στό Ροί­τει­ο, γιά τά παι­διά τῆς Μή­δει­ας στήν Κό­ριν­θο, γιά τήν Ἰ­νώ στή Θή­βα καί γιά τόν Ἱπ­πό­λυ­το στήν Τροι­ζή­να.[108] Αὐ­τό τό μέ­ρος τῆς ἡ­ρω­ι­κῆς γιο­ρτῆς στή Σι­κυ­ῶ­να μετα­φέρ­θη­κε κα­τό­πιν στή λα­τρεί­α τοῦ Δι­ο­νύ­σου. Δέν ἀ­πο­κλεί­ε­ται νά ἔ­παι­ξε κά­ποιο ρό­λο στή με­ταρ­ρύθ­μι­ση καί ὁ το­πι­κι­σμός· τό βέ­βαι­ο πάν­τως εἶ­ναι ὅτι αὐτή ἡ ἀλ­λα­γή ἐ­ναρ­μο­νί­ζε­ται μέ τή θρη­σκευ­τι­κή πο­λι­τι­κή τῶν τυ­ράν­νων, οἱ ὁποῖοι ὑ­πο­στή­ρι­ξαν θερ­μά τόν με­γά­λο λα­ϊ­κό θε­ό τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς ὑ­παί­θρου. Ἡ δι­α­μόρ­φω­ση τοῦ δι­θυ­ράμ­βου ἀ­πό τόν Ἀ­ρί­ω­να ἀ­νή­κει στήν Κό­ριν­θο τοῦ Πε­ρι­άν­δρου, ἐ­νῷ στήν Ἀθήνα ἡ τρα­γῳ­δί­α βρῆ­κε τή θέ­ση της στά Με­γά­λα Δι­ο­νύ­σι­α τοῦ Πει­σι­στρά­του. Εἶ­ναι ἀ­λή­θει­α ὅτι ὁ Ἡ­ρό­δο­τος δέν μᾶς δί­νει κα­μι­ά πλη­ρο­φο­ρί­α γιά τό πε­ρι­ε­χό­με­νο τῶν τρα­γι­κῶν χο­ρῶν πού πέ­ρα­σαν στή λα­τρεί­α τοῦ Δι­ο­νύ­σου, ἀλ­λά τό κεί­με­νό του μᾶς ἐ­πι­τρέ­πει νά ὑ­πο­θέ­σου­με ὄ­χι ὅτι ἀν­τί γιά τόν Ἄ­δρα­στο τά ᾄ­σμα­τα τι­μοῦ­σαν τόν Δι­ό­νυ­σο, ἀλ­λά μᾶλ­λον ὅτι οἱ πα­λαι­οί ἡ­ρω­ι­κοί μῦ­θοι ἐ­ξα­κο­λού­θη­σαν νά ἀ­πο­τε­λο­ῦν μέ­ρος τῆς δι­ο­νυ­σι­α­κῆς γιο­ρτῆς.[109] Λί­γο πι­ό πά­νω μι­λή­σα­με γιά τήν πι­θα­νό­τη­τα ὁ δι­ο­νυ­σι­α­κός δι­θύ­ραμ­βος, πού δι­α­μορ­φώ­θη­κε σέ ἔν­τε­χνο εἶ­δος ἀπό τόν Ἄ­ρι­ω­να, νά εἶ­χε γιά πε­ρι­ε­χό­με­νο μύ­θους ἀ­πό τόν ἡ­ρω­ι­κό κό­σμο.[110] Τώ­ρα ἐ­πι­ση­μαί­νου­με στίς εἰ­δή­σεις το­ῦ Ἡ­ρο­δό­του γιά τή Σι­κυώῶ­να ἄλ­λο ἕ­να ση­μεῖ­ο ὁ­που τά πα­λαι­ά ἡ­ρω­ι­κά ἄ­σμα­τα εἰ­σάγον­ται σέ δι­ο­νυ­σι­α­κές τε­λε­τές, καί σκε­φτό­μα­στε ὅτι ἔ­τσι κα­τα­νο­οῦ­με τήν πα­ροι­μι­α­κή φρά­ση οὐ­δέν πρός τόν Δι­ό­νυ­σον στήν ἱ­στο­ρι­κή της δι­ά­στα­ση. Ἄν οἱ πλη­ρο­φο­ρί­ες γιά τόν Ἀ­ρί­ω­να στήν Κό­ριν­θο καί οἱ με­ταρ­ρυθ­μί­σεις το­ῦ Κλει­σθέ­νη στή Σι­κυ­ώ­να ἔ­χουν πράγ­μα­τι τή ση­μα­σί­α πού τούς ἀ­πο­δί­δου­με, τό­τε ἔ­χει ξε­κα­θα­ρι­στεῖ ὁ δρό­μος ἀ­πό ὅ­που ὁ ἡ­ρω­ι­κός μῦ­θος ἔ­φτα­σε νά γί­νει τό ἀ­ποκλει­στι­κό θέ­μα τῆς τρα­γῳ­δί­ας, ἡ ὁ­ποία δι­α­μορ­φώ­θη­κε στόν δι­ο­νυ­σι­α­κό χῶ­ρο.
 
Μέ­σα στόν ἡ­ρω­ι­κό μῦ­θο εἶ­χε ἀ­να­πτυ­χθεῖ ἕ­να ὑ­λι­κό ὕ­ψι­στης ἀξί­ας καί πολ­λα­πλῶν δυ­να­το­τή­των γιά τήν τρα­γῳ­δί­α. Οἱ ἥ­ρω­ές του ἦ­ταν ζων­τα­νοί στήν καρ­διά το­ῦ λα­οῦ, καί, ἑ­πο­μέ­νως, ἡ ἄ­με­ση συμ­με­το­χή το­ῦ κοι­νο­ῦ βέ­βαι­η.[111] Ἐ­ξί­σου ση­μαν­τι­κό ἦ­ταν καί τό γε­γο­νός ὅτι, ἐ­νῷ αὐτό τό ὑ­λι­κό, σέ σχέ­ση καί μέ τούς ποι­η­τές καί μέ τό κοι­νό, δι­α­τη­ρο­ῦσε τήν ἀ­ναγ­καί­α γιά τά θέ­μα­τα τῆς με­γά­λης τέ­χνης ἀ­πό­στα­ση, τά συ­στα­τι­κά του εἶ­χαν τό βά­ρος ἱ­στο­ρι­κῶν δε­δο­μέ­νων. Ἐ­κεῖ­νο πού εἶ­πε ὁ Schiller γιά τήν ἀν­τι­κει­με­νική ἀ­κρί­βει­α ἑ­νός τέ­τοιου ὑ­λι­κο­ῦ, πού ἀν­τι­στέ­κε­ται στήν αὐ­θαι­ρεσί­α, καί ὁ Grillparzer γιά τή συ­νο­χή καί τήν πυ­κνό­τα­τα τῆς πραγ­μα­τι­κό­τη­τας στά γε­γο­νό­τα καί τά πρό­σω­πα τῶν ἱ­στο­ρι­κῶν ἔρ­γων, ἀ­λη­θεύ­ει ἀ­πό­λυ­τα γιά τόν ἑλ­λη­νι­κό μῦ­θο. Ὁ ἀρ­χαῖϊ­ος τρα­γι­κός, ὅταν δου­λεύ­ει τόν ἑλ­λη­νι­κό μῦ­θο, ἐ­νῷ εἶ­ναι δε­σμευ­μέ­νος ἀπέ­ναν­τι στήν ἔγ­κυ­ρη πα­ρά­δο­ση, δι­α­θέ­τει εὐ­ρύ πε­ρι­θώ­ρι­ο γιά προ­σω­πι­κή δη­μι­ουρ­γί­α καί ἑρ­μη­νεί­α.[112]
 
Ἡ μαρ­τυ­ρί­α το­ῦ Ἡ­ρο­δό­του μᾶς προ­σφέ­ρει ἄλ­λο ἕ­να ση­μαν­τι­κό­τα­το γιά τήν τρα­γῳ­δί­α στοι­χεῖ­ο. Αὐτά πού τρα­γου­δοῦ­σαν οἱ χο­ροί τῆς Σι­κυ­ῶ­νας γιά τόν Ἄ­δρα­στο πρέ­πει νά ἦ­ταν κυ­ρί­ως νε­κρι­κοί θρῆ­νοι. Σύμ­φω­να μέ τή φύ­ση τῆς ἡ­ρω­ι­κῆς λα­τρεί­ας, ὁ ­θρῆνος πρέ­πει νά δι­εκ­δι­κο­ῦσε, ὅπως καί οἱ ἡ­ρω­ι­κοί μῦ­θοι, τή θέ­ση του στή γέ­νε­ση τῆς τρα­γῳ­δί­ας. Δέν εἶ­ναι βέ­βαι­α ἀ­πα­ραί­τη­το νά πα­ρα­γά­γου­με τήν τρα­γῳ­δί­α ἀ­πο­κλει­στι­κά ἀ­πό τή λα­τρεί­α τῶν ἡ­ρῴ­ων, ἀ­κο­λου­θών­τας τόν W. Ridgeway,[113] ἀλ­λά δέν μπο­ρεῖ καί νά πα­ρα­βλέ­ψου­με τή με­γά­λη ση­μα­σί­α το­ῦ θρη­νω­δι­κο­ῦ στοι­χεί­ου στά σω­ζό­με­να ἔρ­γα. Ὁ A. Peretti (σέ δι­ά­φο­ρα ση­μεῖ­α το­ῦ βι­βλί­ου τοῦ· βλ. τόν πί­να­κά του) ἔ­χει ἀ­ξι­ο­ποι­ή­σει σω­στά τό ὑ­λι­κό, το­νί­ζον­τας ὅτι δρά­μα­τα ὅπως ἡ Μι­λή­του ἅ­λω­σις καί οἱ Φοί­νι­σο­ες το­ῦ Φρυ­νί­χου μᾶς ἐ­πι­τρέ­πουν νά ὑ­πο­θέ­σου­με ἐ­κτε­τα­μέ­νη πα­ρου­σί­α το­ῦ θρή­νου, ἀ­κό­μη καί σέ ἱ­στο­ρι­κά θέ­μα­τα.
 
Εἶ­ναι θε­μι­τή ἡ ὑ­πό­θε­ση ὅτι στίς με­ταρ­ρυθ­μί­σεις το­ῦ Κλει­σθέ­νη, γιά τίς ὁ­ποῖες μι­λᾶ ὁ Ἡ­ρό­δο­τος, ὁ Ἐ­πι­γέ­νης ὁ Σι­κυ­ώ­νι­ος ἔ­παι­ξε ρό­λο ὅ­μοι­ο μέ το­ῦ Ἀ­ρί­ω­να στήν αὐ­λή το­ῦ Πε­ρι­άν­δρου. Ἡ Σούδα (λ. Θέ­σπις· πρβ. καί λ. οὐ­δέν πρός τόν Δι­ό­νυ­σον) ὀ­νο­μά­ζει τόν Ἐ­πι­γέ­νη ἀν­τα­γώ­νι­στη το­ῦ Θέ­σπη καί πρῶ­το τρα­γι­κό. Πί­σω ἀ­πό τό ὄ­νο­μα μπο­ρεῖ νά κρύ­βε­ται κά­ποια ἱ­στο­ρι­κή ἀ­λή­θει­α, ἄν καί ὁ χρο­νι­κός προσ­δι­ο­ρι­σμός πρέ­πει νά ἦ­ταν τό­σο ἀ­ό­ρι­στος, ὥ­στε σύμ­φω­να μέ τή μι­ά μαρ­τυ­ρί­α ὁ Θέ­σπης κα­τα­τάσ­σε­ται 16ος, ἐ­νῷ σύμ­φω­να μέ τήν ἄλ­λη 2ος με­τά τόν Ἐ­πι­γέ­νη.
 
Ἀ­πο­μέ­νει μι­ά ἐ­ρώ­τη­ση, γιά τήν ὁ­ποί­α δύ­σκο­λα μπο­ροῦ­με νά ἐ­ξα­σφα­λί­σου­με βέ­βαι­η ἀ­πάν­τη­ση. Πρέ­πει νά ἐν­νο­ή­σου­με τούς τρα­γι­κούς χο­ρούς το­ῦ Ἡ­ρο­δό­του ὡς «τρα­γι­κούς» σύμ­φω­να μέ τήν ἔν­νοι­α τῆς τρα­γῳ­δί­ας ὅπως εἶ­χε δι­α­μορ­φω­θεῖ στά χρό­νι­α τοῦ ἱ­στο­ρι­κοῦ, ἤ ὡς «χο­ρούς τρά­γων»; Τό ἴ­διο ἐ­ρώ­τη­μα ἰ­σχύ­ει καί γιά τόν τρα­γι­κόν τρό­πον το­ῦ Ἀ­ρί­ω­να (Σούδα) καί γιά τό τρα­γῳ­δί­ας πρῶ­τον δρᾶμα, κα­τά τή μαρ­τυ­ρί­α τοῦ Σά­λω­να, πού σῴ­ζε­ται στόν Ἰ­ω­άν­νη τόν Δι­ά­κο­νο. Ἡ γλωσ­σι­κή μορ­φή δέν ἐ­πι­τρέ­πει ρη­τή ἀ­πάν­τη­ση. Ὁ Patzer το­νί­ζει ὅτι ἡ κλα­σι­κή ἑλ­λη­νι­κή γλῶσ­σα στή λέ­ξη τρα­γι­κός ἀ­να­γνώ­ρι­ζε μό­νο τή βα­σι­κή ση­μα­σί­α, πού συν­δέ­ει τό ἐ­πί­θε­το μέ τήν τρα­γῳ­δί­α. Οἱ μαρ­τυ­ρί­ες ὅμως δέν εἶ­ναι ἐ­παρ­κεῖς, καί με­τα­γε­νέ­στε­ρα χω­ρί­α ὡς τήν τρα­γι­κή δυ­σω­δί­α τοῦ Λόγ­γου (4, 17, 2)[114] δεί­χνουν ὅτι ὁ τρά­γος μπο­ροῦ­σε πάν­τα νά λαν­θά­νει μέ­σα στή λέ­ξη. Ἐ­πί­σης δέν μπο­ρεῖ νά ἀ­πο­κλει­στεῖ ἡ δυ­να­τό­τη­τα πού ἐ­ξε­τά­ζει ὁ Τ. Β. L. Webster (Pickard-Cambridge, l)ith. Tr. Com. 103). ὅτι δη­λα­δή ὁ Ἡ­ρό­δο­τος δα­νεί­στη­κε τή λέ­ξη ἀ­πό πα­λαι­ό­τε­ρη πη­γή, ὅ­που εἶ­χε ἀ­κό­μη ση­μα­σί­α σχε­τι­κή μέ τόν τρά­γο.
 
Εἶ­ναι ἀρ­κε­τά δε­λε­α­στι­κό τό νά ἀ­να­ζη­τή­σου­με κά­ποιον ὑ­παι­νιγ­μό γιά τρά­γους μέ­σα στή λέ­ξη, ἐ­πει­δή ἔ­τσι θά βρι­σκό­ταν μι­ά γέ­φυ­ρα καί πρός τούς σα­τύ­ρους, πού ἀ­πο­τε­λο­ῦ­σαν τούς χο­ρούς τοῦ Ἀ­ρί­ω­να, καί πρός τήν ἑρ­μη­νεί­α τῆς λέ­ξης τρα­γῳ­δί­α, ὅπως ὑ­πο­στη­ρί­ζε­ται ἐ­δῶ. Ὡ­στό­σο, ἕ­να ἐ­πι­χεί­ρη­μα πού προ­τεί­νει μέ πολ­λή ἔμφα­ση ὁ Patzer (59κ.) συ­νη­γο­ρεῖ πε­ρισ­σό­τε­ρο γιά τήν ἄλ­λη ἄ­πο­ψη. 'Ὁ Ἡ­ρό­δο­τος εἶ­ναι σύγ­χρο­νός της κλα­σι­κῆς τρα­γῳ­δί­ας· ἑπο­μέ­νως, εἶ­ναι ἐν­τε­λῶς φυ­σι­κό νά ἀ­να­ζη­τή­σου­με στή χρή­ση τῆς λέ­ξης μι­ά ἔν­νοι­α πού ὁ ἱ­στο­ρι­κός τή δα­νεί­στη­κε ἀ­πό ἐ­κεῖ. Θά ἦ­ταν ὅμως λά­θος νά θε­λή­σου­με νά ἀ­πο­σι­ω­πή­σου­με ἀ­πό τή συ­ζή­τη­ση τό πρό­βλη­μα πού ἐ­ξε­τά­στη­κε πι­ό πά­νω, σάν νά εἶ­ναι λυ­μέ­νο.[115]
 
Ἐ­δῶ πρέ­πει νά δι­α­τυ­πώ­σου­με τό ἐ­ρώ­τη­μα: σέ ποιό ση­μεῖ­ο τῆς ἐ­ξε­λι­κτι­κῆς πο­ρεί­ας, ὅπως πε­ρι­γρά­φη­κε, πρέ­πει νά πα­ρεμ­βλη­θεῖ τό στά­δι­ο πού προσ­δι­ο­ρί­ζει ὁ Ἀριστοτέλης μέ τίς λέ­ξεις: ἐκ μι­κρῶν μύ­θων καί λέ­ξε­ως γε­λοί­ας δι­ά τό ἐκ σα­τυ­ρι­κοῦ με­τα­βα­λεῖν ὀ­ψέ ἀ­πε­σε­μνύν­θη. Δέν ἐ­πι­τρέ­πε­ται νά πα­ρα­με­ρί­σου­με αὐτή τήν πλη­ρο­φο­ρί­α, ὅπως κά­νει λ.χ. ὁ Peretti (77, 103, 253), συ­σχε­τίζον­τάς την μέ τόν πρω­το­γο­νι­σμό πού εἶ­χε ἡ ἀρ­χα­ϊ­κή τρα­γῳ­δί­α σέ σύγ­κρι­ση μέ τήν κλα­σι­κή. Ὁ Ἀριστοτέλης ἔ­χει ὑ­πό­ψή του ἕ­να στά­δι­ο πού ὁ­δή­γη­σε ἀ­πό τό ἄ­ξε­στο καί κά­πως κω­μι­κό στό σο­βα­ρό καί σε­μνό. Ὁ Ziegler (1939) θέ­λη­σε νά τό ἀν­τι­με­τω­πί­σει σαν ἕ­να μέ­ρος ἀ­πό τή γε­νι­κό­τε­ρη πνευ­μα­τι­κή καί καλ­λι­τε­χνι­κή ἀ­νάπτύ­ξη στή με­τά­βα­ση ἀ­πό τόν 6ο στόν 5ο αἰώνα. Στή σκέ­ψη του αὐ­τή ὑ­πάρ­χει σί­γου­ρα κά­τι πο­λύ οὐ­σι­α­στι­κό. Ἀ­φοῦ ὅμως δί­νε­ται τό­σο με­γά­λη ση­μα­σί­α στίς σχε­τι­κές ἐκ­δή­λω­σεις τῆς Κο­ρίν­θου καί τῆς Σι­κυ­ῶ­νας, ὅπως ἀ­κρι­βῶς συμ­βαί­νει καί σ’ αὐτό τό βι­βλί­ο, θά ἔ­πρε­πε νά ὑ­πο­θέ­σου­με ὅτι ἐ­κεῖ, καί κυ­ρί­ως στή Σι­κυ­ώ­να, εἶ­χε ἤδη δο­θεῖ σο­βα­ρός χαρακτήρας στούς χο­ρούς. Ὁ­πωσ­δή­πο­τε, ἡ συ­νέ­νω­ση τοῦ δι­ο­νυ­σι­α­κοῦ, ὅ­που ἐ­νυ­πῆρ­χαν σύμ­φυ­τα τό κω­μι­κό καί τό σα­τυ­ρι­κό στοι­χεῖ­ο, μέ τό ἄσμα καί τήν ὄρ­χη­ση, ὅπως χρη­σι­μο­ποι­οῦν­ταν στή λα­τρεί­α τῶν ἡ­ρῴ­ων, ἦ­ταν ἀ­πο­φα­σι­στι­κή γιά τή φά­ση πού ὑ­παι­νίσ­σε­ται ὁ Ἀριστοτέλης.
 
Ἡ πε­ρι­γρα­φή μας ἀ­να­γνω­ρί­ζει στούς Δω­ρι­εῖς κά­ποια δι­και­ώ­μα­τα στήν τρα­γῳ­δί­α στά λό­γι­α του Θε­μί­στι­ου (Or. 27, 406): καί τρα­γῳ­δί­ας εὑ­ρε­ταί μέν Σι­κνώ­νι­οι, τε­λε­σι­ου­ργοί δέ Ἀτ­τι­κοί ποι­ηταί, ὑ­πάρ­χει κά­τι σω­στό καί, σέ τε­λευ­ταί­α ἀ­νά­λυ­ση, ἀ­ρι­στο­τε­λικό. Ὡ­στό­σο, κα­τά τήν ἀν­τί­λη­ψή μας, στά πε­λο­πον­νη­σι­α­κά ἐ­ξε­λι­κτι­κά στά­δι­α πρό­κει­ται πάν­τα γιά χο­ρι­κές πα­ρα­στά­σεις καί μό­νο. Ἡ τολ­μη­ρή σκέ­ψη τοῦ Ε. Bickel,[116] ὁ ὁποῖος, μέ βά­ση τίς μαρ­τυ­ρί­ες γιά τόν Ἀ­ρι­ω­να, θέ­λη­σε νά ἀ­να­γνω­ρί­σει στά ἡ­ρω­ι­κά λα­τρευ­τι­κά δρώ­με­να ἕ­να πρώ­ι­μο δω­ρι­κό δράμα σέ ἀ­παγ­γελ­τι­κούς στί­χους καί μέ ἕ­ναν ἀ­ριθ­μό ἠ­θο­ποι­ῶν, δέν ἔ­χει κα­μί­α βά­ση. Οὔ­τε μπο­ρεῖ νά βο­η­θή­σει κα­θό­λου τό α στούς τρι­μέ­τρους της ἀτ­τι­κῆς τρα­γῳ­δί­ας. Ὁ G. Bjorck, στό ἐ­ξαι­ρε­τι­κά ση­μαν­τι­κό γιά τό πρό­βλη­μά μας βι­βλί­ο του, ὅ­που συ­ζη­τεῖ καί τίς πα­λαι­ό­τε­ρες θε­ω­ρί­ες, ἑρ­μη­νεύ­ει πο­λύ πει­στι­κά ὡς δά­νει­α τούς τύ­πους μέ «alpha impurum» στά δι­α­λο­γι­κά μέ­ρη τῆς ἀτ­τι­κῆς τρα­γῳ­δί­ας. Ἔ­χουν δι­α­φο­ρε­τι­κή προ­έ­λευ­ση ἀ­πό ὅ,­τι οἱ ἀν­τί­στοι­χοι τύ­ποι τῆς γλώσ­σας τῶν χο­ρι­κῶν, ὅ­που, κα­τά τήν εὔ­στο­χη δι­α­τύ­πω­ση τοῦ Bjorck, τό δω­ρι­κό στοι­χεῖ­ο ἔ­χει ἐ­πι­κα­θί­σει στό ἀτ­τι­κό γλωσ­σι­κό στρῶ­μα, σάν δι­ά­φα­νος πέ­πλος. Κοι­νή καί στά δύ­ο εἶ­ναι κά­ποια ὑ­φο­λο­γι­κή τά­ση πρός τό δω­ρι­κό, ἑ­πο­μέ­νως ἕ­να μορ­φο­λο­γι­κό στοι­χεῖ­ο πού ἐ­νυ­πάρ­χει στή φύ­ση τῆς εἰ­δι­κῆς γραμ­μα­τει­α­κῆς γλώσ­σας. Ἔ­τσι, ξε­κι­νών­τας ἀ­πό αὐτή τήν πε­ρι­ο­χή εἶ­ναι ἀ­δύ­να­το νά κερ­δί­σου­με ἕ­να δω­ρι­κό προ­στά­δι­ο τοῦ τρα­γι­κοῦ δι­α­λό­γου.
 
Θά ἀ­πο­τε­λο­ῦσε πα­ρε­ξή­γη­ση τό συμ­πέ­ρα­σμα ὅτι ἡ εἰ­κό­να πού ἀ­να­συν­θέ­σα­με πι­ό πά­νω βα­σί­ζε­ται σέ κά­ποιο ἀ­πο­δει­κτι­κό ὑ­λι­κό ἀ­παλ­λαγ­μέ­νο ἀ­πό κά­θε συ­ζή­τη­ση. Ἀ­πε­ναν­τί­ας, ἔ­χω πλή­ρη ἐ­πί­γνω­ση τῆς ἐλ­λει­πτι­κό­τη­τας τῶν πη­γῶν μας καί τοῦ ὑ­πο­θε­τι­κοῦ χαρακτήρα τῶν ἐ­πι­μέ­ρους στα­δί­ων, μο­λο­νό­τι πι­στεύ­ω ὅτι ἡ δυ­να­τό­τη­τα πού ἐ­κτί­θε­ται ἐ­δῶ, ἀ­νά­με­σα στίς ἄλ­λες πού ἔ­χουν προτα­θεῖ, μπο­ρεῖ νά δι­εκ­δι­κή­σει τή με­γα­λύ­τε­ρη πι­θα­νό­τη­τα. Ἀ­να­γνω­ρί­ζον­τας, πάν­τως, τά ὅ­ρι­α τοῦ ἔ­φι­κτο­ῦ, αἰ­σθά­νο­μαι τήν ἀ­νάγκη νά ἀ­να­φερ­θῶ σέ τρεῖς δι­α­φο­ρε­τι­κές ἐ­ρευ­νη­τι­κές προ­σπά­θει­ες τῶν τε­λευ­ταί­ων χρό­νων, οἱ ὁ­ποῖες ἑρ­μη­νεύ­ουν τήν κα­τα­γω­γή τῆς τρα­γῳ­δί­ας μέ πο­λύ δι­α­φο­ρε­τι­κό τρό­πο. Μπο­ροῦ­με νά πα­ρα­λεί­που­με πολ­λά ἀ­πό τά ἐ­πι­μέ­ρους ἐ­πι­χει­ρή­μα­τα, ἐ­πει­δή συ­νά­γον­ται ἀ­πό τίς ἀ­πό­ψεις πού ἔ­χουν δι­α­τυ­πω­θεῖ πι­ό πά­νω.
 
Ἀ­πό με­θο­δο­λο­γι­κή ἅπο­ψη, ἡ θε­ω­ρί­α τοῦ Patzer δι­α­φέ­ρει ἀ­πό τή δι­κή μας σέ οὐ­σι­α­στι­κά ση­μεῖ­α, χω­ρίς ὅμως νά δι­α­φέ­ρου­με ὁλό­τε­λα στίς βα­σι­κές ἀρ­χές. Ὁ Patzer θε­ω­ρεῖ σω­στές τίς μαρ­τυ­ρί­ες τοῦ Ἀριστοτέλη, του­λά­χι­στον ὡς ἕ­να ση­μεῖ­ο, καί ἀ­πο­δί­δει με­γά­λη ση­μα­σί­α στήν πα­ρά­δο­ση γιά τόν Ἀ­ρί­ω­να. Ἀλ­λά τά χω­ρί­α τῆς Ποι­η­τι­κῆς πε­ρι­έ­χουν, κα­τά τή γνώ­μη του, μό­νο ὑ­πο­θέ­σεις, ἀ­πό τίς ὁ­ποῖες ἡ σχε­τι­κή μέ τό δι­θύ­ραμ­βο εἶ­ναι σω­στή, ἐ­νῷ ἡ πλη­ρο­φο­ρί­α γιά τό σα­τυ­ρι­κό στοι­χεῖ­ο εἶ­ναι λά­θος: αὐτό, κα­τά τήν ἄ­πο­ψή του, ἀ­πο­χω­ρί­ζε­ται ἀ­πό τό τρα­γι­κό δράμα στά πρώ­ι­μα στά­δι­α τῆς ἱ­στο­ρί­ας του. Καί ἐ­νῷ ἐ­γώ, μα­ζί μέ ἄλ­λους, στίς μαρ­τυ­ρί­ες γιά τίς δρα­στη­ρι­ό­τη­τες τοῦ Ἀ­ρί­ω­να στήν Κό­ριν­θο πι­στεύ­ω ὅτι βρί­σκου­με τόν σα­τυ­ρο­δι­θύ­ραμ­βο, ὅ­που ἐν­το­πί­ζε­ται τό ση­μεῖ­ο το­μῆς τῶν δύ­ο γραμ­μῶν πού χα­ρά­ζει ὁ Ἀ­ρι­στο­τέ­λης, ὁ Patzer τίς συ­σχε­τί­ζει μέ τρί­α δι­α­φο­ρε­τι­κά ἐ­πι­τεύγ­μα­τα: ὁ Ἀ­ρί­ων πι­θα­νό­τα­τα δη­μι­ούρ­γη­σε τόν (καλ­λι­τε­χνι­κά δι­α­μορ­φω­μέ­νο) δι­θύ­ραμ­βο, τούς σα­τυ­ρι­κούς χο­ρούς καί τήν πρω­το­τρα­γῳ­δί­α, καί γι’ αὐτό ἡ εἰ­κό­να αὐτῆς της τε­λευ­ταί­ας πα­ρα­μέ­νει ἀ­ναγ­κα­στι­κά ἀ­προσ­δι­όρι­στη. Ἡ ἔκ­θε­ση τοῦ Patzer κα­θο­ρί­ζε­ται ἀ­πό τήν ἐ­πι­θυ­μί­α του νά ἐ­ξα­σφα­λί­σει τή λει­τουρ­γί­α τοῦ τρα­γι­κοῦ στοι­χεί­ου στά πρώ­ι­μα κι­ό­λας στά­δι­α τοῦ εἴ­δους. Ἐ­δῶ ὀ­φεί­λε­ται ὁ ἀ­πο­κλει­σμός τῶν σα­τύ­ρων, κα­θώς καί ὁ ἰ­σχυ­ρι­σμός ὅτι δέν εἶ­ναι δυ­να­τό νά γί­νει λό­γος γιά στά­δι­ο πού ἀν­τι­στοι­χεῖ στό ἀ­πο­σε­μνύν­ε­σθαι τοῦ Ἀ­ρι­στο­τέ­λη. Ὅ­ταν ὅμως ὁ Patzer (121κ.) κα­τα­λή­γει στό συμ­πέ­ρα­σμα ὅτι ἡ πρω­το­τρα­γῳ­δί­α προ­ῆλ­θε ἀ­πό ἕ­ναν μι­μι­κό με­τα­σχη­μα­τι­σμό τοῦ δι­θυ­ράμ­βου μέ τήν ἐ­πί­δρα­ση τῶν σα­τυ­ρι­κῶν χο­ρῶν, προδίδει μι­ά σα­φή προ­σέγ­γι­ση πρός τήν εἰ­κό­να πού πε­ρι­γρά­ψαμε πι­ό πά­νω. Μέ αὐτήν ἐ­ναρ­μο­νί­ζε­ται θαυ­μά­σι­α ὅ,­τι γρά­φει ὁ Patzer γιά τήν εἰ­σβο­λή το­ῦ ἠ­ρω­ι­κο­ῦ μύ­θου στόν δι­ο­νυ­σι­α­κό δι­θύ­ραμ­βο.
 
Σέ ρι­ζι­κό­τα­τη ἀν­τί­θε­ση μέ ὅλα σχε­δόν ὅσα ἔ­χουν ἐ­κτε­θεῖ ὡς τώ­ρα γιά τή γέ­νε­ση τῆς τρα­γῳ­δί­ας βρί­σκε­ται ὁ Else.[117] Στήν ἀρνη­τι­κή του στά­ση ἀ­πέ­ναν­τι στόν Ἀριστοτέλη προ­χω­ρεῖ τό­σο, ὥ­στε θε­ω­ρεῖ πλά­νη τή μαρ­τυ­ρί­α τῆς Ποι­η­τι­κῆς ὅτι ἡ ἐ­ξέ­λι­ξη τή: τρα­γῳ­δί­ας πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­κε μέ μί­α σει­ρά με­τα­βο­λές. Κα­τά τή δι­κή του ἄ­πο­ψη, ἡ τρα­γῳ­δί­α ἀ­να­δύ­θη­κε ἀ­πό τίς ρα­ψω­δι­κές ἀ­παγγε­λί­ες τοῦ ὁ­μη­ρι­κοῦ ἔ­πους, μέ τή με­σο­λά­βη­ση μί­ας καί μό­νο δη­μι­ουρ­γι­κῆς πρά­ξης. Αὐ­τή ἀ­νή­κει στόν Θέ­σπη, πού συ­νέ­νω­σε σέ μί­α σύν­θε­ση τό μέ­ρος τοῦ ἡ­θο­ποι­ο­ῦ καί τό χο­ρι­κό ἄσμα, στοι­χεῖ­α πού πο­τέ δέν λει­τουρ­γοῦ­σαν ἀ­νε­ξάρ­τη­τα. Δέν χρει­ά­ζε­ται νά το­νι­στεῖ ἰ­δι­αί­τε­ρα ὅτι αὐ­τή ἡ ὑ­πό­θε­ση δέν ἐ­πι­τρέ­πει κα­μι­ά ἀ­πο­λύ­τως προ­σέγ­γι­ση πρός τήν ἐ­ξε­λι­κτι­κή πο­ρεί­α πού πε­ρι­γρά­ψα­με σ’ αὐτό τό βι­βλί­ο.
 
Βα­σι­κά δι­α­φο­ρε­τι­κή ἀ­πό τίς δύ­ο ἑρ­μη­νευ­τι­κές ἀ­πό­πει­ρες πού ἀ­να­φέ­ρα­με πι­ό πά­νω εἶ­ναι ἡ προ­σπά­θει­α τοῦ Burkert. Πάν­τως, ὁ με­λε­τη­τής αὐτός συμ­φω­νεῖ μέ τόν Patzer στήν ἄρ­νη­σή του νά δε­χτεῖ τήν ἀ­ρι­στο­τε­λι­κή μαρ­τυ­ρί­α γιά τή λει­τουρ­γί­α το­ῦ σα­τυ­ρι­κοῦ στοι­χεί­ου στά προ­στά­δι­α τῆς τρα­γῳ­δί­ας. Ἀ­πό ὅσα ἔχοῦν ἐ­κτε­θεῖ ὡς τώ­ρα συ­νά­γε­ται ἀρ­κε­τά κα­θα­ρά ὅτι δέν μπο­ροῦ­με νά θε­ω­ρή­σου­με βά­σι­μη τήν ἐ­πι­χει­ρη­μα­το­λο­γί­α του σχε­τι­κά μέ τόν Πρα­τί­να ὡς «εὑ­ρε­τή» του σα­τυ­ρι­κοῦ δρά­μα­τος καί σχε­τι­κά μέ τήν ἀ­πόρ­ρι­ψη τοῦ ἀ­πο­σε­μνύν­ε­σθαι. Ὁ Burkert ἔ­χει ἐ­ρευ­νή­σει μέ ἐ­ξαι­ρε­τι­κή ἐ­πι­μέ­λει­α τή ση­μα­σί­α τοῦ ὅρου τρα­γῳ­δί­α, χω­ρίς ὅμως νά μπο­ρέ­σει νά ἀ­πο­κλεί­σει τε­λε­σί­δι­κα τή σχέ­ση του μέ τό «ἄσμα τρά­γων». Σ’ αὐτό τό ση­μεῖ­ο καί ὁ Patzer ἔ­χει δι­α­φο­ρε­τι­κή γνώ­μη (131κ.). Ὁ Burkert κα­τα­λή­γει στή σκέ­ψη ὅτι οἱ τρα­γῳ­δοί ἦ­ταν ἀρ­χι­κά μα­σκο­φόρ­ρι ἄν­τρες, πού εἶ­χαν ἀ­πο­στο­λή νά ἐ­κτε­λο­ῦν τή θυ­σί­α τοῦ τρά­γου τήν ἄ­νοι­ξη, συ­νο­δεύ­ον­τας τήν καί μέ τρα­γού­δια. Ἡ ἑρ­μη­νεί­α αὐτή πα­ρου­σιά­ζει ἀ­ξι­ο­πρό­σε­χτη συγ­γέ­νει­α μέ τήν ἄ­πο­ψη τῶν Ἀ­λε­ξαν­δρι­νῶν. Ὁ Burkert ἔ­χει συγ­κεν­τρώ­σει μέ ἐ­ξαι­ρε­τι­κή προ­σο­χή κά­θε στοι­χεῖ­ο πού ἀ­πο­δει­κνύ­ει τή σχέ­ση τοῦ τρά­γου μέ τό χῶ­ρο τοῦ Δι­ο­νύ­σου, χω­ρίς ὅμως νά ἐ­ξα­σφα­λίσει ἱ­κα­νο­ποι­η­τι­κή θε­με­λί­ω­ση γιά τή θέ­ση του. Κά­θε ἄλ­λο μά­λι­στα: πά­νω σέ μί­α ἀ­θη­να­ϊ­κή ἡ­με­ρο­λο­γι­α­κή ζω­φό­ρο, τόν τρά­γο γιά τή θυ­σί­α τόν ὁ­δη­γεῖ ὁ κω­μι­κός ἠ­θο­ποι­ός.[118]
 
Οἱ ἀρ­χαῖ­οι εἶ­χαν δι­α­τυ­πώ­σει ἄλ­λη μί­α ἄ­πο­ψη σχε­τι­κά μέ τήν ἐ­ξέ­λι­ξη τῆς τρα­γῳ­δί­ας, πού δέν ἔ­χει ἀ­κό­μη ἀ­να­φερ­θεῖ: θε­ω­ροῦν πα­τέ­ρα τῆς τρα­γῳ­δί­ας τόν Ὅ­μη­ρο· τόν χα­ρα­κτη­ρί­ζουν μά­λι­στα ὡς τόν πρῶ­το τρα­γι­κό ποι­η­τή. Ὁ Ἀριστοτέλης (Ποι­ητ. 1448b (18) μι­λᾶ γιά τήν ἀ­να­λο­γί­α ἀ­νά­με­σα στά δύ­ο ὁ­μη­ρι­κά ἔ­πη καί στήν τρα­γῳ­δί­α,[119] ἐ­νῷ ἄλ­λοι συγ­γρα­φεῖς, γιά τούς ὁ­ποί­ους ὁ Gudeman (σχ. Ποι­ητ. 1448a 26) ἔ­χει συγ­κεν­τρώ­σει ὅ­λες τίς μαρ­τυ­ρί­ες, ἐκ­φρά­ζον­ται ἀ­κό­μη πι­ό συγ­κε­κρι­μέ­να. Οἱ ἀρ­χαῖ­οι ἔ­δι­ναν προ­τε­ραι­ό­τη­τα στό μι­μι­κό στοι­χεῖ­ο, πού τό ἔ­βλε­παν νά πραγ­μα­το­ποι­εῖ­ται στό δι­ά­λο­γο. Ἐ­μεῖς, πλά­ι στό δι­α­λο­γι­κό στοι­χεῖ­ο, θά θέ­λα­με νά δώ­σου­με κά­ποια ση­μα­σί­α κυ­ρί­ως στή δι­άρ­θρω­ση τῆς Ἰ­λιά­δας. Δό­ξα τῷ Θε­ῷ, μπο­ροῦ­με ξα­νά νά πι­στέ­ψου­με σέ κά­τι τέ­τοιο. Ἄν ξε­κι­νή­σου­με ἀ­πό τήν ἔ­ξο­χη ἔκ­θε­ση τῶν οὐ­σι­α­στι­κῶν χα­ρα­κτη­ρι­στι­κῶν τοῦ ἔ­πους στό ἔρ­γο το­ῦ Ε. Staiger, Grundbegriffe der Poetik, σύν­το­μα ἀν­τι­λαμ­βα­νό­μα­στε πῶς ἡ ἐ­πί­πε­δη ἐ­πι­κή ἐ­ξι­στόρη­ση ἀπο­κτᾶ στόν Ὅ­μη­ρο μι­ά και­νού­ρια δι­ά­στα­ση καί πῶς ἡ με­γα­λό­πρε­πη καί γε­μά­τη ἔν­τα­ση, πα­ρά τό πλά­τος τοῦ ποι­ή­μα­τος, πο­ρεί­α τῆς μοί­ρας τοῦ Ἀ­χιλ­λέ­α, ξε­περ­νών­τας τά ὅ­ρι­α το­ῦ ἔ­πους, ὁδη­γεῖ σ’ ἐ­κεῖ­νες τίς δυ­να­τό­τη­τες πού πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­καν ἀ­πό τήν τρα­γῳ­δί­α. Εἶ­ναι εὐ­νό­η­το για­τί, στήν κά­τω ζώ­νη ἐ­κεί­νου το­ῦ ὑ­στε­ρο­ελ­λη­νι­στι­κο­ῦ ἀ­νά­γλυ­φου μέ τήν ἀ­πο­θέ­ω­ση το­ῦ Ὁ­μή­ρου, τι­μᾶ τόν ποι­η­τή καί ἡ προ­σω­πο­ποι­η­μέ­νη τρα­γῳ­δί­α.
-------------------------
[1] Γιά τήν πα­λαι­ό­τε­ρη βι­βλι­ο­γρα­φί­α, ἀ­ξι­ό­λο­γη πα­ρα­μέ­νει ἡ ἐ­πι­σκό­πη­ση το­ῦ ­Ε. Tieche, «Der Ursprung der Tragodie», Jahrb. d. Ver. schw. Gymnasiallehrer, Aarau 1915. Γιά νε­ό­τε­ρες ἐρ­γα­σί­ες βλ. Webster, Fifty Years· ὁ del Grande δί­νει μι­ά ἐ­κτε­τα­μέ­νη καί πλού­σι­α τεκ­μη­ρι­ω­μέ­νη ἐ­πι­σκό­πη­ση στό βι­βλί­ο τοῦ Τρα­γῳ­δί­α, 293-358· ὁ Patzer συ­ζη­τεῖϊ τίς σύγ­χρο­νες θε­ω­ρί­ες, 39-88

[2] Μό­να­χο 1955, 572. Ἀ­να­φέ­ρε­ται στήν ἔ­ρευ­να τοῦ «Der Ursprung der Tragodie», NJA 27 (1911) 609 καί 673 (=Opusc. I 62 καί 111), πού δη­μο­σι­εύ­τη­κε ἕ­να χρό­νο πρίν ἀ­πό τήν ἐρ­γα­σί­α το­ῦ Wilamowitz σχε­τι­κά μέ τούς Ἰ­χνευ­τές το­ῦ Σο­φο­κλῆ, πού ἦ­ταν βα­σι­σμέ­νη ἀ­πο­κλει­στι­κά στήν ἀρχαία πα­ρά­δο­ση: NJA 29 (1912) 449=Kl. Schr. I 347.

[3] JHS 26 (1906) 191.

[4] ABSA 16 (1909/10) 244.

[5] Geschichte der griechischen Literatur, Στουτ­γάρ­δη 31876, 2, 26.

[6]Themis: A Study of the Social Origins of the Greek Religion, Cambridge 1912, 2η ἔκδ. 1927.

[7] Στό Themis [δ.π.), ἐ­πί­με­τρο στό κέφ. 8, 341. Ἐ­πα­να­λαμ­βά­νε­ται στό ἔρ­γο τοῦ Aeschylus, Ὀξ­φόρ­δη 1940, 4κκ. καί 146, ὅπως καί στό Euripides and his Age [ἑλ­λην. μέτ. Κ. Ν. Πα­πα­νι­κο­λά­ου, Ὁ Εὐ­ρι­πί­δης καί ἡ ἐ­πο­χή του, Ἀ­θή­να χ.χ.ε.], 7η ἔκδ. Ὀξ­φόρ­δη 1955. Πρέ­πει ἐ­πί­σης νά μνη­μο­νευ­τεῖ καί­ τό ἔρ­γο το­ῦ L. R. Farnell, The Cults of Greek States, Ὀξφόρδη 1896-1909, 5, 234; Πε­ρισ­σό­τε­ρη βι­βλι­ο­γρα­φί­α στόν Patzer, 41, 3. ‘II κα­λύ­τε­ρη ἐ­πι­σκό­πη­ση το­ῦ ὑ­λι­κο­ῦ δί­νε­ται τώ­ρα ἀ­πό τόν J.-P. Guepin.

[8] Στήν 1η ἔκ­δο­ση το­ῦ βι­βλί­ου τοῦ Dith. Tr. Com. 185.

[9] CQ 37 (1943) 46.

[10] «Some Thoughts on the Pre-History of Greek Drama», RICS 5 (1958), καί στήν ἀ­να­θε­ω­ρη­μέ­νη ἔκ­δο­ση το­ῦ βι­βλί­ου το­ῦ Pickard-Cain- bridge, 128.

[11] Ὅ πρό­λο­γος στή γερ­μα­νι­κή ἔκ­δο­ση πλη­ρο­φο­ρεῖ γιά τίς πο­λυ­ά­ριθ­μες με­τα­φρά­σεις αὔ­το­ῦ το­ῦ βι­βλί­ου [ἑλλην.. μέτ. Γ. Βι­στά­κης καί Φ. Ἀ­πο­στόλό­που­λος, Αἰ­σχύ­λος καί Ἀθῆναι, Ἀ­θή­να 1954]. Ση­μαν­τι­κό γιά τήν ὑ­πο­δο­μή τῶν ἀ­πό­ψε­ων το­ῦ Thomson εἶ­ναι τό βι­βλί­ο τοῦ Studies in Ancient Greek Society: The Prehistoric Aegean, Λον­δί­νο 1949 [ἑλλην.. μέτ. Γ. Βι­στά­κης, To προ­ϊ­στο­ρι­κά Αἰ­γαῖ­ο, Ἀθήνα 1959],

[12] Καλὲς σχετιχὰ μὲ τὸ θέμα αὐτὸ οἱ παρατηρήσεις τοῦ H, Mnemosyne, s 4, 3. (1950) 281.

[13] Gesch. D. gr. Religion, τ. 1 2η ἔκδ., 11.

[14] VBW 7 (1930) 1. Σωστές και αποφασιστικές οι σκέψεις του Ziegler, 1949.

[15] Κ. Meuli, Schweizer Masken, Ζυ­ρί­χη 1943, 58.

[16] «Satyrtanze und friihes Drama», SB AW 1943/5, 5.

[17] Πρβ. W. Wrede, «Der Maskengott», MDAI(A) 53 (1928) 66.

[18] Στό βιβλίο τοῦ Μ. Ρ. Nilsson, ό.π., πίν. 31, 2. Ἔχοντας μπροστά μας τούς μουσικούς δέν εἶναι δυνατό νά αμφιβάλλουμε ὅτι πρόκειται γιά χορό μέ προσωπεῖα. Σχετικά μέ τή λατρεία βλ. H. Stiglitz, Die grossen Gottinnen Arkadiens, ειδική έκδ. τού Ost. Arch. Inst. 15, 1967.

[19] Στό ἄρθρο του «Maske» στό Ifandbuch des deutschen Aberglau bens, 1933, προστίθεται ἡ εἰσαγωγή στό ἔργο τοῦ Schweizer Μas ken, Ζυ­ρίχη 1943, καθώς καί ἡ ἔοευνά του μέ τόν τίτλο «Altromischer Maskenbrauch», ΜΗ 12 (1955) 206.

[20] 'Υπερβολικά κατηγορηματικός εἶναι ὁ F. Speiser, «Schreckund Scherzinasken», Schweizerische Volkskunde 37 (1947) 92; «Κανένας δέν θά ἀμφισβητήσει ὅτι τά ἀνθρωπόμορφα προσωπεῖα προέρχονται ἀπό ἀνιμιστικές ἀντιλήψεις». Πρβ. καί Κ. Kerenyi, «Uomo e maschera», Dioniso 12 (1949) 17.

[21] Σωστά τονίζει ἡ Μ. Bieber, History 28, τή σημασία τῆς ἀμφίεσης γιά τήν πράξη τῆς μεταμόρφωσης στό τραγικό θέατρο.

[22] Μ. Bieber, «Maske», 2072. Γιά τό πρό­βλη­μα σχε­τι­κά μέ τόν εὑ­ρετήν βλ. A. Kleingunther, πρῶ­τος εὑ­ρε­τής (Philologus Suppl. 26), 1933.

[23] «Die Entstehung der Tragodie», Kl. Schr., Λι­ψί­α 1911, 414- στά ἐ­λευ­σί­νι­α μυ­στή­ρι­α ἔ­φτα­σε μέ­σο το­ῦ Ε. Rohde, Kl. Schr., Τυ­βίγ­γη 1901, 2, 361. Ἐ­λευ­σι­νι­α­κές ἐ­πι­δρά­σεις πι­στο­ποι­εῖ καί ὁ Ziegler (1951). Μι­ά συμ­βι­βα­στι­κή θέ­ση παίρ­νει ὁ Ρ. Amandry, «Eschyle et Eleusis», Mel. Gre- goire I, 1949, 27. Γε­νι­κά, γιά τά μυ­στή­ρι­α καί τήν τρα­γῳ­δί­α βλ. Μ. Untersteiner, 201, ὁ ὁποῖος δέ­χε­ται ἐ­πί­δρα­ση ἀ­πό τό πνεῦ­μα τῶν μυ­στη­ρί­ων. Γιά τίς γιο­ρτές τῆς Ἐ­λευ­σί­νας, βλ. Μ. Ρ. Nilsson, β.π. 469.

[24] Τό πρό­βλη­μα τῆς γέ­νε­σης το­ῦ δρά­μα­τος ἀν­τι­με­τω­πί­στη­κε στήν ἰ­τα­λι­κή βι­βλι­ο­γρα­φί­α μέ πολ­λούς τρό­πους: ἐ­κτός ἀ­πό τά βι­βλί­α το­ῦ R. Cantarella (τώ­ρα καί στό ἔρ­γο τοῦ Storia della letteratura greca, Μι­λά­νο 1962, 226, καί La letteratura greca classica, Φλω­ρεν­τί­α 1967, 171), βλ. ἐ­πί­σης σ. 37 σήμ. 1, καί τούς Peretti, Untersteiner καί del Grande (ἐ­πί­σης Intor- no alle origine della tragedia ed altri saggi, Νε­ά­πο­λη 1936)· ἀ­κό­μη, F. Gagliuolo, «Sul problema di Thespis e l’origine del dramma satiresco», RIGI 13 (1929) 1· B. Stampo, Le origini della tragedia, Μι­λά­νο 1935 (μέ στά­ση ἀν­τι­φι­λο­λο­γι­κή), καί στό Dioniso 6 (1937) 143. ’Ἐ­πί­σης, G. Perrotta, «Tragedia: origine», Encicl. Ital. 34 (1937) 146. 

[25] Gli «Eraclidi» e il «Filottete» di Eschilo, Φλω­ρεν­τί­α 1942. Ἐ­ξαι­ρε­τι­κά ἀ­κρα­ϊ­ος στίς ἐ­κτι­μή­σεις του γιά τό «με­σο­γει­α­κό» στοι­χεῖ­ο εἶ­ναι ὁ G. Patroni, Studi di mitologia mediterranea ed omerica (1st. Lombardo 25/2), Μι­λά­νο 1951.

[26] Αὐ­τή ἡ ἑρ­μη­νεί­α δέν μο­ῦ φαί­νε­ται τό­σο κα­λά θε­με­λι­ω­μέ­νη, ὅσο ὑ­πο­θέ­τει ὁ Patzer. (127, 4), ὁ ὁποῖος ὅμως, κα­τά τά ἄλ­λα, ἀ­πο­κρού­ει τή θέ­ση το­ῦ Schreckenberg.

[27] Κεί­με­νο: R. Kassel,Ὀξφόρδη 1965. Σχό­λι­α: I. Bywater,Ὀξφόρδη 1909· A. Rostagni, Το­ρί­νο 1928, 21945· A. Gudeman, Βε­ρο­λί­νο 1934. Ἑρ­μη­νεί­α: G. F. Else, Aristotle’s Poetics: The Argument, Cambridge (Mass.) 1957· D. W. Lucas, Ὀξφόρδη 1968" L. Cooper-A. Gudeman, A Bibliography of the Poetics of Aristotle (Cornell Stud, in English 11), New Haven 1928, μέ τό συμ­πλή­ρω­μα τοῦ Μ. Τ. Herrick, AJPh 52 (1931) 168.

[28] (Ξε­κί­νη­σε λοι­πόν ἀ­πό μί­α ἀ­φε­τη­ρί­α αὐ­το­σχε­δι­α­στι­κή —καί ἡ ἴ­δια [δήλ. ἡ τρα­γῳ­δί­α] καί ἡ κω­μῳ­δί­α: ἡ πρώ­τη, ἀ­πό τους ἐ­ξάρ­χον­τες το­ῦ δι­θυ­ράμ­βου- ἡ ἄλ­λη, ἀ­πό τίς φαλ­λι­κές πομ­πές, πού ἐ­ξα­κο­λου­θο­ῦν νά τη­ροῦν­ται ἀ­κό­μη καί σή­με­ρα σέ πολ­λές πό­λεις. Βαθ­μι­αί­α αὐ­ξή­θη­κε, κα­θώς ἀ­ναπτύσ­σον­ταν ὅσα στοι­χεῖ­α τῆς φα­νε­ρώ­νον­ταν. Ἡ τρα­γῳ­δί­α, ἀφοῦ πέ­ρα­σε ἀ­πό πολ­λά με­τα­βα­τι­κά στά­δι­α, τε­λι­κά στα­μά­τη­σε, ὅταν βρῆ­κε τή φύ­ση της. Τόν ἀ­ριθ­μό τῶν ὑ­πο­κρι­τῶν πρῶ­τος ὁ Αἰ­σχύ­λος τόν αὔ­ξη­σε ἀ­πό ἕ­να σέ δύ­ο, καί ἐ­λάτ­τω­σε τά μέ­ρη το­ῦ χο­ρο­ΰ καί ἔ­δω­σε πρω­τα­γω­νι­στι­κή θέ­ση στό δι­ά­λο­γο· τρεῖς ὑ­πο­κρι­τές καί τή σκη­νο­γρα­φί­α, ὁ Σο­φο­κλῆς. Τό ἴ­διο καί σχε­τι­κά μέ τήν ἔ­κτα­ση· κα­θώς ξε­κί­νη­σε ἀ­πό σύν­το­μους μύ­θους καί χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε ὄ­χι πο­λύ σο­βα­ρό γλωσ­σι­κό ἰ­δί­ω­μα, ἐ­πει­δή προ­ῆλ­θε ἀ­πό ἕ­να στά­δι­ο σα­τυ­ρι­κό, κά­πως ἀρ­γά ἀ­πό­χτη­σε σο­βα­ρό­τη­τα· καί τό μέ­τρο ἀ­πό τρο­χα­ϊ­κό ἔ­γι­νε ἰ­αμ­βι­κό —στήν ἀρ­χή χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σαν τό τρο­χα­ϊ­κό τε­τρά­με­τρο, ἐ­πειδή ἡ δρα­μα­τι­κή ποί­η­ση ἦ­ταν σα­τυ­ρι­κή καί ὀρ­χη­στι­κο­τε­ρη· ὅταν ὅμως προ­στέ­θη­κε ὁ δι­ά­λο­γος, ἡ ἴ­δι­α ἡ φύ­ση βρῆ­κε τό δι­κό της μέ­τρο· για­τί ἀ­πό ὅλα τά μέ­τρα τό ἰ­αμ­βι­κό πλη­σι­ά­ζει πε­ρισ­σό­τε­ρο στόν κα­θη­με­ρι­νό λό­γο... ἐ­πίσης καί γιά τόν ἀ­ριθ­μό τῶν ἐ­πει­σο­δί­ων καί γιά ὅλα τά ὑ­πό­λοι­πα, ὅπως δι­α­μορ­φώ­θη­καν, σύμ­φω­να μέ τήν πα­ρά­δο­ση, ἀρ­κο­ῦν τά ὅσα ἔ­χουν εἰ­πω­θεῖ· για­τί θά χρει­α­ζό­ταν με­γά­λη προ­σπά­θει­α γιά νά ἀ­να­πτύ­ξω δι­ε­ξο­δι­κά ὅλα τά ἐ­πιμέ­ρους θέ­μα­τα.) Τό κεί­με­νο δί­νε­ται ἐ­δῶ σύμ­φω­να μέ τήν ἔκ­δο­ση τοῦ R. Kassel, πού τόν ἀ­κο­λου­θο­ῦ­με [RhM 105 (1962) 117] καί στήν ἀ­πο­δο­χή τῆς γρα­φῆς πρω­τα­γω­νι­στεῖν τοῦ Σο­φι­α­νοῦ. Λι­γό­τε­ρο βέ­βαι­η μας φαί­νε­ται ἡ ἄρ­νη­ση τῆς συμ­πλή­ρω­σης ἐκ <το­ῦ> σα­τυ­ρι­κοῦ. Τό ἄρ­θρο μαρ­τυ­ρεῖ­ται στή συ­ρο­α­ρα­βι­κή με­τά­φρα­ση· βλ. καί Patzer, 53, 1. Εἶ­ναι ἀ­πορ­ρι­πτέ­α ἡ προ­σπά­θει­α το­ῦ G. F. Else («Aristotle and Satyr-Play», TAPhA 1939, 139) νά ὀ­βε­λί­σει τό κεί­με­νο ἀ­πό τό τρεῖς δέ ὡς τό ἀ­πε­σε­μνύνθ­η.

[29] I primordi della tragedia, Salerno 1936· Eschilo I, Φλω­ρεν­τί­α 1941· βλ. ἐ­πί­σης τά δύ­ο βι­βλί­α του γιά τήν ἀρχαία ἑλ­λη­νι­κή λο­γο­τε­χνί­α πού μνη­μο­νεύ­ον­ται στή σ. 42 σήμ. 3, καί πρό­σφα­τα «Alcune considerazioni sul teatro greco», Dioniso 37 (1963) 3.

[30] «Dithyrambos und Tragodie», Glotta 40 (1962) 183.

[31] Στό κε­φά­λαι­ο «Geburt und Wiedergeburt der Tragodie», ἀ­πό τό βι­βλί­ο τοῦ Streifziige eines Hellenisten, Ζυ­ρί­χη 1960, 38.

[32] Ὅ.π., σ. XXV.

[33] Ὅ.π. 38.

[34] PhW 50 (1930) 284.

[35] Πρβ. Η. Frisk, Gr. Etym. Worterb., στό λ. διθύραμβος. Ἐπίσης, Η. Farber, Die Lyrik in der Kunsttheorie der Antike, Μόναχο 1936, 32, μέ συμπληρώματα στό PhW 1942, 99, 3· Pickard-Cambridge, Dith. Tr. Com. 1. Δέν μοῦ φαίνεται νά έχει δίκιο ὁ del Grande, Τραγωδία 26, ὅταν θεωρεῖ ὅτι ό διθύραμβος εἶναι ἕνα ἀρχικά πομπικό τραγούδι.

[36] Στον Pickard-Cambridge, ὅ.π. 5, εἰκ. 1.

[37] Πάριο Μάρμαρο, ἐπ. 46. Γιά τό πρόβλημα τῆς χρονολόγησης βλ. τά Σχόλια τοῦ Jacoby, FGrHist II D 692- Pickard-Cambridge, ὅ.π. 15·Festivals 72

[38] Τό ὑλικό ἀπό τίς πηγές παρατίθεται ἀπό τόν Η. Schonewolf, Der jungattische Dithyrambos, Giessen 1938.

[39] «Satyrspiele», Bulletin van de Vereenigung tot Bevordering der hennis van de Antieke Beschaving.’s Gravenhage 17 (1942) 1.

[40] Αὐτό τό επιχείρημα τό ὑποστήριξα μέ ἔμφαση στήν 1η κιόλας ἔκδο­ση τοῦ βιβλίου μου Die griechische Tragodie, Στουτγάρδη 1938, 8.

[41] Τά Σχ. Ἀριστοφ. Εἰρήνη 835 καί ἡ Σούδα (λ. διθυραμβοδιδάσκαλοι ἀποδίδουν στόν ’Ίωνα ἀπό τή Χίο τή συγγραφή καί κωμωδίας. Ὁ Α. ν. Blumenthal, Ion von Chios, Στουτγάρδη 1939, 3 καί 35, ἀμφισβητεῖ μέ ἰσχυρά ἐπιχειρήματα αὐτήν τή μαρτυρία γιά ἕναν ποιητή τοῦ 5ου αιώνα, ἄν καί σκέφτεται πολύ τήν προέλευση τοῦ ἀπ. 118 ἀπό μιά τραγωδία. ΙΙληροφορίες γιά κάποιον ποιητή Τιμοκλῆ, πού ὑποτίθεται ὅτι καλλιέργησε καί τά δύο εἴδη, πέφτουν στό κενό. Φυσικά, εἶναι άλλη υπόθεση ὅταν ὁ Ἀριστοτέ­λης, Ποιητ. 4,1448b 34, χαρακτηρίζει τον Ὅμηρο πρόδρομο τῆς τραγωδίας καί τῆς κωμωδίας. Σχετικά μέ αὐτό βλ. R. van Pottelbergh, «Bij een aristoteliaansche Aporie», AC 10 (1941) 83.

[42] J. D. Beazley, Attic Red-figure Vase-painters, ‘Oξφόρδη 1963, 1258, 1- πρβ. 1055, 76· 1258, 2· καί H. Herter, RE 6 A (1937)_ 1897.

[43] Γιά τή φύση αὐτῶν τῶν συνθέσεων διατυπώνει διάφορες υποθέσεις ὁ Qu. Cataudella, «Satyrikon», Dioniso 39 (1965) 3=Saggi sulla tragedia greca, Μεσσήνη 1969, 9· ὅπως ὁ Ἀριστοτέλης, τίς θεωρεῖ προστάδια τῆς τραγωδίας, ἀλλά προσπαθεῖ νά ἀποσπάσει ἀπό τή στενή σύνδεση μέ τούς σατύρους τό «Σατυρικόν» ὡς στοιχεῖο schersozo, salace, burlesco, κάτι πού δέν μποροῦν νά τό στηρίξουν χωρία μεταγενέστερων ἐποχῶν.

[44] Πρβ. Μ. Gabathuler, Hellenistische Epigramme auf Dichter, St. Clallen 1937, ἰ­δι­αί­τε­ρα a. 85, ὁ­που καί ἡ κα­θό­λου βά­σι­μη πο­λε­μι­κή στόν Pohlenz· ἐ­πί­σης, Ziegler, 1925.

[45] «Das Satyrspiel und Pratinas von Phleius», GGN 1926/3, 298= Kl. Schr. II 473· ἐ­πί­σης Griech. Tr. 2, 7. Οἱ «ἀν­τι­α­ρι­στο­τε­λι­κο­ΐ» ἀ­να­πό­φευ­κτα ἀ­πορ­ρί­πτουν τήν εἰ­κό­να πού πε­ρι­γρά­φει ὁ Pohlenz.

[46] (Ἐδῶ ἡ τραγωδία εἶναι παλιά· δέν ἔχει, ὅπως νομίζουν, τήν ἀρχή της στόν Θέσπη οὔτε στόν Φρύνιχο, ἀλλά, ἄν θέλεις νά τό σταθμίσεις σωστά, θά βρεῖς ὅτι εἶναι μιά πολύ παλιά ἀνακάλυψη αὐτῆς τῆς πόλης.)

[47] Οἱ μαρτυρίες στόν Ziegler, 1924.

[48] Ὑ­γί­νος, Astronomica 2, 4· Powell, Collect. Alex., ἀπ. 22, ὁ ὁποῖος, μέ βά­ση τόν Στέ­φα­νο Βυ­ζάν­τι­ο, λ. Ἰ­κα­ρί­α, προ­τι­μᾶ τό Ἰ­κα­ρι­ο­ῖ το­ῦ Hiller ἀ­πό τόν το­νι­σμό Ἰ­κά­ρι­οι (Maass). Γιά τόν Ἐ­ρα­το­σθέ­νη βλ. F. Solmsen, TAPhA 73 (1942) 192=Kl. Schr. 1, 203. Γιά τήν Ἠ­ρι­γό­νη, R. Merkelbach, Miscellanea di studi Alessandrini in memoriam di Aug. Rostagni, Topivo 1963, 469. Γιά τήν «ἐ­ρα­το­σθε­νι­κή» θε­ω­ρί­α, Κ. Meuli, «Altroinischer Maskenbrauch», ΜΗ 12 (1955) 206. Κον­τά σ’ αὐτή τή θε­ω­ρί­α βρί­σκε­ται ὁ Adrados (βλ. βι­βλι­ο­γρα­φι­κό πί­να­κα), ὅταν θε­ω­ρεῖ ὅτι ὁ κῶ­μος εἶ­ναι τό κοι­νό ἔ­δα­φος ἀπ’ ὅ­που βλά­στη­σαν τά δρα­μα­τι­κά εἴ­δη.

[49] F. Jacoby, FGrHist 2, 239 A 43.

[50] I primordi... 53· Eschilo 200.

[51] Μι­ά συλ­λο­γή τῶν μαρ­τυ­ρι­ῶν προ­σφέ­ρουν οἱ Ο. Crusius καί R. Herzog, Philologus 79 (1924) 401

[52] Thespis Λιψία 1933. 

[53] Anthologia Lyrica 2, 5,154 D.· Poetae Mel. Gr., ἀπ. 708, σ. 367 Ρ· TrGF τ. I, 4, 3 Snell. Βιβλιογραφία στον Ziegler, 1936. E. Roos, Die tra- gische Orchestik im Zerrbild der attischen Komodie, Lund 1951, 209, 3 καί 232, 1· F. Stoessl, RE 22/2 (1954) 1722.

[54] ’Ανάμεσα σέ ἄλλους M. Pohlenz, GGN 1926, 317· Griech. Tr. 1, 36· K. Ziegler, 1936· C. del Grande, Note filologiche, Νεάπολη 1942, 39· 14. Diehl στήν Anthol. Lyr.· E. Roos, o.n. 232· Patzer, 130, 2 («ὁπωσδήποτε ἀπόσπασμα άπό σατυρικό δράμα»)· Ν. X. Χουρμουζιάδης, Σατυρικά, Ἀθήνα 1974, 18κκ.

[55] Πρβ. A. Ε. Harvey, «The Classification of Greek Lyric Poetry», CQ 5 (1955) 157· Pickard-Cambridge, Festivals 256.

[56] «Stasimon and Hyporcheme», Eranos 48 (1950) 14=Coll. Pap. 34, καί «Words, Music and Dance», Coll. Pap. 156.

[57] Στήν ἐπανέκδοση τοῦ βιβλίου τοῦ Pickard-Cambridge, ο.π. 20.

[58] Ὅ.π. 209.

[59] Γιά τό «ὑ­πόρ­χη­μα» ὁ Lloyd Jones (15) ἀ­πορ­ρί­πτει κά­θε σύν­δε­ση μέ τήν ἱ­στο­ρί­α το­ῦ δρά­μα­τος, καί μά­λι­στα ἐ­ξε­τά­ζει τήν πι­θα­νό­τη­τα νά ὑ­πάρ­χουν δύ­ο δι­α­φο­ρε­τι­κοί ποι­η­τές μέ τό ὄ­νο­μα Πρα­τί­νας.

[60] Patzer, 83, 2.

[61] Πο­λύ σω­στά ὑ­πο­γραμ­μί­ζει τό ση­μεῖ­ο αὐτό ὁ V. Ν. Jarcho στή βι­βλι­ο­κρι­σί­α του, DLZ 84 (1963) 570. 

[62] Βλ. πρό­χει­ρα Zemmaro Toki, Japanese No-Plays, Τό­κι­ο 1954' πρβ. A. Lesky, Μαί­α, n.s. 15 (1963) 38=Ges. Schr. 275.

[63] Αὐ­τό τό ἔ­δει­ξε δ Μ. Imhof, «Tetrameterszenen in der Tragodie», ΜΗ 13 (1956) 125. Ἐ­ναν­τί­ον τῆς μαρ­τυ­ρί­ας το­ῦἈριστοτέλη γιά τό μέ­τρο ὁ Patzer, 79.

[64] Ἐ­πι­σκο­πή­σεις στόν Flickinger, 13, μα­ζί μέ τή με­λέ­τη του στό CPh 8 (1913) 269· Patzer, 131, 2· Burkert, 88, 2, ὁ ὁποῖος ἀν­τι­λαμ­βά­νε­ται τούς τ­ραγῳδούς σάν ὁ­μά­δα μα­σκο­φο­ρε­μέ­νων πού ἐ­κτε­λο­ῦν κα­τά τήν ἄ­νοι­ξη τή θυ­σί­α ἑ­νός τρά­γου.

[65] Schmid, 2, 47· Flickinger, 14- Pickard-Cambridge, στήν πρώ­τη ἔκ­δο­ση το­ῦ Dith. Tr. Com. 165, ἐ­νῷ ὁ Webster, στήν ἀ­να­θε­ω­ρη­μέ­νη ἐ­πανέκ­δο­ση το­ῦ ἔρ­γου, συμ­φω­νεῖ μέ τήν ἄ­πο­ψη πού προ­βάλ­λε­ται ἐ­δῶ· Burkert, 115.

[66] Ἀ­πό τόν «Ἡ­ρα­κλῆ» του ὡς τό Glaube der Hellenen 1, 1931, 199.

[67] Ann. d. Inst. 1877, 225· Der Satyr von Pergamon 38· Berl. Winck. Progr. 1880=Kl. Schr. I, 134, 190. Σ’ αὐ­τή τήν ἑλ­λη­νι­στι­κή ἐ­ξέ­λι­ξη ἀ­νή­κουν κι ἐ­κεῖ­να τά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά το­ῦ τρά­γου πού μνη­μο­νεύ­ουν, ἀ­πο­δί­δοντάς τά σ­τούς σα­τύ­ρους, ὁ Δι­ο­νύ­σι­ος ὁ Ἁ­λι­καρ­νασ­σεύς (7, 72, 10) καί ὁ Δι­ό­δω­ρος (1, 88, 3).

[68] Οὔτε γιά τον σιληνό οὔτε γιά τον σάτυρο είναι δυνατό νά εξασφαλι­στεῖ κάποια βέβαιη ἐτυμολόγηση· πρβ. Η. Frisk, Gr. Etyrn. Worterb. Μέ τή μεταγενέστερη ταύτιση σάτυρος=τίτνρος δέν χρειάζεται να ἀσχοληθοῦμε· πρβ. Brommer, Satyroi 5.

[69] Η. Lattermann, «Arkadische Forschungen», APAW 1911, 24, 41, πίν. 13, 3a.

[70] Gymnasium 72 (1965) 77.

[71] ARV2 420, 21. ’Απεικονίσεις στήν Bieber, History, εἰκ. 16- Pickard-Cambridge, ὅ.π., πίν. 15a, μέ σχετική βιβλιογραφία στή σ. 314.

[72] Στό ἄρθρο τοῦ «Vorgeschichte der attischen Tragodie», Festsehr. Gomperz 1902, 451. Αὐτή ή ἐργασία διατηρεῖ ἀκόμη τήν ἀξία της, χωρίς αὐτό νά σημαίνει ὅτι μποροῦμε νά τήν ἀκολουθήσουμε σέ ὅλα τά σημεῖα της. Σχετικά μέ τόν κρατήρα της Πανδώρας βλ. τις παρατηρήσεις τοῦ Webster στήν ἀναθεώρηση τοῦ βιβλίου τοῦ Pickard-Cambridge, Dith. Tr. Com. 117.

[73] (Είσαι πάντα ένα μικρό παιδί: ολόκληρος άντρας καί φέρεσαι σάν τράγος πού καμαρώνει μέ τό ξανθό του γένι.)

[74] Kuhnert, 527.

[75] Πα­ρα­δείγ­μα­τα γιά πα­ρό­μοι­ες χρή­σεις ἀ­πό τους τρα­γι­κούς δί­νει ὁ G. Thomson, Oresteia, Πρά­γα 1966, σχ. στόν Ἀ­γα­μέ­μνο­να 395· πρβ. καί Ρ. Groeneboom, στή σχο­λι­α­σμέ­νη ἔκ­δο­ση τοῦ ἴ­διου ἔρ­γου (στ. 395). [Βλ. ἐ­πί­σης R. Kassel, «Kritische und exegetische Kleinigkeiten», RhM 116 (1973) 97.]

[76] MDAI(A) 19 (1894) 522.

[77] Bieber, History, εἰκ. 132.

[78] Vom dionysischen Tanz zum komischen Spiel, Iserlohn 1947, 13· ἀρνητικός καί ό Pohlenz, 2, 11.

[79] Στήν άναθεωρημένη έκδοση τοϋ Pickard-Cambridge, Dith. Tr. Com. 303, άρ. 19.

[80] Gnomon 19 (1943) 27, 1.

[81] (ἤ ἐπειδή τούς χορούς τούς ἀποτελοῦσαν συνήθως σάτυροι, πού τούς ὀνόμαζαν τράγους κοροϊδευτικά ἐπειδή εἶχαν δασύτριχο σῶμα ἤ ἐπειδή ἦ­ταν ἄπληστοι στά ἐρωτικά —πραγματικά τό ζῶο ἔχει τέτοιες ἰδιότητες— ἤ ἐπειδή οἱ χορευτές ἔπλεκαν τά μαλλιά τους καί ἔτσι μιμοῦνταν τή μορφή τῶν τράγων.)

[82] Χαρακτηριστικά στον Διονύσιο τόν Ἀλικαρνασσέα 7, 72, 10, ὅπου οἱ σάτυροι, σύμφωνα μέ τήν ελληνιστική ἐξελικτική πορεία, ἔχουν τραγο­προβιά καί διαφοροποιοῦνται ἀπό τούς σιληνούς. Καί ὡστόσο σ’ αὐτούς δεν ὑ­πο­γραμ­μί­ζε­ται τί­πο­τε πού νά τούς συ­σχε­τί­ζει μέ ἄ­λο­γα· κύ­ρι­ο γνώ­ρι­σμά τους εἶ­ναι ὁ μαλ­λω­τός χι­τών.

[83] Furtwangler-Reichhold, Griechische Vasenmalerei, πίν. 143-5, μέ κεί­με­νο τοῦ Buschor- Bieber, History, εἰκ. 31-33· Pickard-Cambridge, δ.π., πίν. 13, ἀρ. 85, καί Festivals, εἰκ. 49.

[84] Arch. Jahrb. 14 (1899) 63κ., μέ εἴκ. 4· Κρα­τι­κό Μου­σεῖ­ο Βε­ρο­λί­νου, Τμῆ­μα Ἀρ­χαι­ο­τή­των, ἀρ. εὑ­ρετ. 3364.

[85]Brommer, ὅ.π. 110, 3.

[86] Σόφ. Ἰχν. 141 και 215· Εὐρ. Κύκλ. 624

[87] Bieber, History, εἰκ. 48· γιά τούς Κενταύρους: Antike 5 (1929) 269, εἰκ. 5.

[88] (Εἶναι ὁ πρῶτος, ὅσο τουλάχιστον ξέρουμε, πού σύνθεσε διθύραμβο καί τοῦ ἔδωσε ὄνομα καί τόν παρουσίασε στήν Κόρινθο.)

[89] (Ὑπάρχει παράδοση ὅτι αὐτός πρῶτος βρῆκε τόν τραγικό τρόπο καί πρῶτος σχημάτισε χορό καί ἐκτέλεσε διθύραμβο καί ἔδωσε ὄνομα σ’ αυτό πού ἐκτελοῦσε ὁ χορός καί παρουσίασε σατύρους πού μιλοῦσαν ἔμμετρα.)

[90] (Τό πρῶτο δράμα τῆς τραγωδίας τό παρουσίασε ό Άρίων ό Μηθυμναῖος, ὅπως πληροφορεί ὁ Σόλων στό ἔργο του πού έχει τίτλο Ἐλεγείες. Ὁ Χάρων ὅμως ό Λαμψακηνός ἰσχυρίζεται ὅτι δράμα παρουσιάστηκε πρώ­τη φορά στην Ἀθήνα μέ ποιητή τόν Θέσπη.)

[91] Εἶναι ὑπερβολική ἡ βεβαιότητα τοῦ Kalinka (38), ὅταν ἀποδίδει τά λόγια στόν ἴδιο τόν Σόλωνα· βλ. ἐπίσης Η. Kolleritsch, «Konnte Solon von Tragodien Arions sprechen?», Eranos 66 (1968) 1.

[92]Αὐ­τή εἶ­ναι ἡ γνώ­μη το­ῦ Schmid, 2, 44, ὁ ὁποῖος μά­λι­στα δέ­χτη­κε μι­ά ἱ­στο­ρι­κή βά­ση· τό ἴδι­ο καί ὁ Pickard-Cambridge, Dith. Tr. Com. 77. 'Ο Patzer, 127, το­πο­θε­τεῖ τήν εἰ­σα­γω­γή το­ῦ ὁ­μι­λη­τή γύ­ρω στά μέ­σα το­ῦ αἰώνα. Ὁ Tieche, 10, 10, ἀ­να­γνω­ρί­ζει, βέ­βαι­α, τά χρο­νο­λο­γι­κά προ­βλή­μα­τα, ἄλ­λα δέν τά θε­ω­ρεῖ ἀ­πο­φα­σι­στι­κά. *0 Δι­ο­γέ­νης ὁ Λα­έρ­τι­ος (1, 59) σ’ αὐ­τό τό ἀ­νέκ­δο­το μέ τόν Θέ­σπη φτά­νει νά ὑ­πο­στη­ρί­ξει ὅτι ὁ Σό­λων ἀ­πα­γο­ρεύ­ει τήν τρα­γῳ­δί­α.

[93] Βλ. γι’ αὐτό τό θέ­μα Pickard-Cambridge, Festivals 56.

[94]«Alcune considerazioni sul leatro greco», Dioniso 37 (1963) 3.

[95] Γιά τίς δι­ο­νυ­σι­α­κές γιο­ρτές βλ. L. Deubner, Attische Feste, Βε­ρο­λί­νο 1932· Pickard-Cambridge, Festivals.

[96] Γιά τή θε­ω­ρί­α τοῦ Webster σχε­τι­κά μέ τήν κα­τα­νο­μή τῶν ἔρ­γων, ὅ.π. 260. Γιά τίς μέ­ρες τῶν δρα­μα­τι­κῶν ἀ­γώ­νων βλ. Pickard-Cambridge, Festivals 66.

[97] Τά προ­βλή­μα­τα πού δη­μι­ουρ­γεῖ Αὐτή ἡ χρο­νο­λό­γη­ση συ­ζη­το­ῦν­ται στό κε­φά­λαι­ο γιά τόν Θέ­σπη.

[98] Pickard-Cambridge, Festivals 108.

[99] Πρβ. καί Πο­λυ­δεύ­κης 7, 125· Εὐ­στά­θι­ος, σχό­λι­α στήν Ὀ­δύσ­σει­α, γ 1(50- 'Ἠ­σύ­χι­ος, λ. ὤ­δεῖ­ον. Τά χω­ρί­α γιά ἕ­να χῶ­ρο στήν ἀ­γο­ρά πού ὀ­νο­μα­ζό­ταν ὀρ­χή­στρα συγ­κεν­τρώ­νον­ται στόν Pickard-Cambridge, Festivals 87, 6. Προ­βλη­μα­τι­κή ἡ ἄ­πο­ψη τῆς Bieber, History 54· πρβ. ἐ­πί­σης A. V. Gerkan, Gnomon 14 (1938) 238. Ν. G. L. Hammond, «The Conditions of Dramatic Production to the Death of Aeschylus», GBBS 13 (1972) 387-405.

[100] Σ’ αὐτό συμ­φω­νεῖ καί 6 F. Brommer, AA 1964, 112.

[101] Ἀ­πό τούς με­λε­τη­τές πού ἀ­να­θε­ώ­ρη­σαν τό ἔργο το­ῦ Pickard-Camliridge, Festivals 200, ἀν­τί­θε­τα μέ τή συμ­φω­νί­α πού ἐκ­φρά­ζε­ται στήν πρώ­τη ἔκ­δο­ση, σ. 213· ἀρ­νη­τι­κός εἶ­ναι καί ὁ Dingel, 26.

[102] Ξε­νο­φῶν, Ἑλ­λη­νι­κά 2, 3, 31 καί 47· Πλού­ταρ­χος, Νι­κί­ας 2· εὐ­με­ταβο­λώ­τε­ρος κο­θόρ­νου: Ζη­νό­βι­ος 3, 93. Γιά τή σκευ­ή τῶν ὑ­πο­κρι­τῶν βλ. Bieber, History 24· Pickard-Cambridge, Festivals 197 καί 204 γιά τούς κο­θόρ­νους, ὅ­που καί ἡ σχε­τι­κή βι­βλι­ο­γρα­φί­α.

[103] Ἀ­ξι­α­νά­γνω­στα εἶ­ναι ἀ­κό­μη τά ὅσα γρά­φει γιά τή δι­ο­νυ­σι­α­κή με­τα­μόρ­φω­ση ἡ J. Harrison, Prolegomena to the Study of Greek Religion, 2η ἔκδ. 1908, 568. Γιά τό ἐ­πί­πε­δό της πραγ­μα­τι­κό­τη­τας στό τρα­γι­κό θέ­α­τρο βλ. Br. Snell, «Mythos und Wirklichkeit in der griechischen Trago- die», Antike 20 (1944) 115=_Die Entdeckung des Geistes, Γοτ­τίγ­γη 41975, 95κκ. [ἑλλην.. μέτ. Δαν. I. Ἰ­α­κώβ, Ἡ ἀ­να­κά­λυ­ψη το­ῦ πνεύ­μα­το­ς”, Ἀθήνα 1981].

[104] Μαρ­τυ­ρί­ες στόν Η. Herter, RE 6 A (1937) 1897.

[105] Σούδα καί Φώ­τι­ος στό σχε­τι­κό λῆμ­μα· Πλού­ταρ­χος, Συμ­πο­σι­α­κά προ­βλή­μα­τα 1, 1, 5, 615a· Ψευ­δό-Πλού­ταρ­χος, Πα­ροιμ. Ἄ­λε­ξα­νορ. 30· Ἀπο­στό­λι­ος 13, 42· Ζη­νό­βι­ος 5, 40. Σχε­τι­κά βλ. Pohlenz, GGN 1926, 299 ΚΙ. Schr. 2, 474· Ziegler, 1933' Pickard-Cambridge, Dith. Tr. Com. 124.

[106] Λό­γου χά­ρη K. Deichgraber, NGG 1 (1938/9) 244· Murray, Aesrhylus 145. 

[107] (Γε­νι­κά οἱ Σι­κυ­ώ­νι­οι τι­μοῦ­σαν τόν Ἄ­δρα­στο· ἰ­δι­αί­τε­ρα ὅμως γιόρ­τα­ζαν τά πά­θη του μέ τρα­γι­κούς χο­ρούς, τι­μών­τας ἔ­τσι ὄ­χι τόν Δι­ό­νυ­σο ἀλ­λά τόν Ἄ­δρα­στο. Ὁ Κλει­σθέ­νης ὅμως με­τέ­φε­ρε τούς χο­ρούς στόν Δι­ό­νυ­σο, καί τίς ὑ­πό­λοι­πες ἐκ­δη­λώ­σεις προ­σφο­ρᾶς στόν Με­λά­νιπ­πο.)

[108] Μαρ­τυ­ρί­ες στόν Peretti, 281· Pickard-Cambridge, δ.π. 105· Μ. Ρ. Nilsson, Gesch. d. gr. Religion 1, 2η ἔκδ., 187.

[109] Γι’ αὐτό τό ση­μαν­τι­κό θέ­μα ὑ­πάρ­χει ὁ­μο­φω­νί­α ἀ­νά­με­σα στόν Schmid 1, 632, τόν Ziegler, 1914, καί τόν Pickard-Cambridge, δ.π. 104. Ὅ­τι τό ρ. ἀ­πέ­δω­κε στό χω­ρί­ο το­ῦ Ἡ­ρο­δό­του δέν ση­μαί­νει «ἔ­δω­σε πί­σω» ἀλ­λά ὅτι οἱ τρα­γι­κοί χο­ροί ξα­να­βρῆ­καν τή θέ­ση πού, κα­τά τήν ἀν­τί­λη­ψη το­ῦ Ἡ­ρο­δό­του, τούς ἀ­νῆ­κε, το­νί­στη­κε πολ­λές φο­ρές· βλ. A. ν. Blumenthal, Gnomon 19 (1943) 28, 1. Γιά τό ἴ­διο θέ­μα ἐ­πί­σης, A. Gitti, «Clistene di Sicione e le sue riforme», RAL 1926, 539.

[110] Γιά τίς σχέσεις ἀνάμεσα στούς ἡρωικούς μύθους καί στό διθύραμβο βλ. επίσης Patzer, 94 καί 121. 

[111] Για τό ρόλο τοῦ μύθου: Α. Μ. G. Little, Myth and Society in Attic Drama, Νέα 'Υόρκη 1942· A. Lesky, «Der Mythos im Verstiindnis der Antike», Gymnasium 73 (1966) 27=Gesammelte Schriften 422.

[112] Γιά τό ιστορικό δράμα σημαντική ἡ έργασία τοῦ Β. V. Wiese στό Deutsche Vierteljahrsschrift 20 (1942) 412, IS. 423. Γιά τή σημασία τοῦ μύθου στήν τραγωδία βλ. καί Κ. Kommerell, 131· C. del Grande, Τραγῳδία 59.

[113] The Origin of Tragedy, Cambridge 1910. Ὁ νεκρικός θρῆνος ἔχει με­γάλη σημασία στη γενετική θεωρία τοῦ Μ. Ρ. Nilsson, «Der Ursprung der Tragodie», NJA 27 (1911) 609, 673. Γιά τή σύνδεση τοῦ ἡρωικοῦ μύθου μέ τό διθύραμβο, ἀνέλαβε μιά σημαντική προσπάθεια ὁ W. Schmid, «Zur Geschichtedesgriechischen Dithyrambos», Programm Tubingen 1901. Γιά τήν ἐπιβίωση λατρευτικῶν μορφῶν στήν τραγωδία βλ. R. Holzle, Zum Aufbau der lyrischen Partien des Aischylos (διατρ.), Freiburg/Br. 1934. 

[114] Μέ Αὐτή τή μαρ­τυ­ρί­α βρι­σκό­μα­στε χρο­νι­κά πο­λύ πι­ό πέ­ρα ἀ­πό τόν ΙΙλούταρχο (Πύρρος 11), πού ἀ­να­φέ­ρει ὁ Pickard-Cambridge, ὅ.π. 102.

[115] Τή συ­νη­θι­σμέ­νη ση­μα­σί­α «τρα­γι­κός» ὑ­πο­στη­ρί­ζουν οἱ Schmid, 1, 007, 8 καί 631· 2, 46, 7· Pickard-Cambridge, ὅ.π., 1η ἔκδ., 138 (δι­α­φο­ρε­τι­κά ὁ Webster στή 2η ἔκδ., 103)· Blumenthal, Sophokles II 22· Pe- retli, 281· Bickel, 76, καί RhM 91 (1942) 130· Patzer, 59. Μέ χο­ρούς τρά­γων συν­δέ­ουν τά χω­ρί­α οἱ Wilamowitz, Einleitung in die griechische I'rngodie, Βε­ρο­λί­νο 1910, 84, καί Kleine Schriften 1, 376· Kalinka, 39· Polilenz, GGN 1926, 301, 1= Kl. Schr. 2, 476, 1, καί Griechische Tragudie 2, 9· Howald, 30· Brommer, Satyroi 35 καί 59· Untersteiner, 85. Ὁ Flickinger, 11 καί 15, θέ­λη­σε νά συ­σχε­τί­σει τούς τρα­γι­κούς χο­ρούς, ὅπως οἱ Ἀ­λε­ξαν­δρι­νοί τήν τραγῳδί­αν, μέ τό «βρα­βεῖ­ο τοῦ τρά­γου», πού κα­θι­ε­ρώ­θη­κε στή Σι­κυώῶ­να, ὅταν οἱ χο­ροί με­τα­φέρ­θη­καν στόν Δι­ό­νυ­σο.

[116] «Geistererscheinungen bei Aischylos», RhM 91 (1942) 123.  

[117] Πριν ἀπό τό βιβλίο του πού μνημονεύεται στόν βιβλιογραφικό μας πί­νακα, ὁ Else εἶχε ἐκφράσει τίς ἀπόψεις του γιά τό πρόβλημα στό Aristotle's Poetics: The Argument, Cambridge (Mass.) 1957· ακόμη, TAPhA 76 (1945) 1, καί Hermes 85 (1957) 19· WS 72 (1959) 75. 

[118] Για βιβλιογραφική συμπλήρωση: F. Gagliuolo, «Sul problema di Tliespis e l’origine del dramma satiresco», RIGI 13 (1929) I- B. Stam- I»), Le origini della tragedia, Μιλάνο 1935, καί Dioniso 6 (1937) 143” G. I’errotta, «Tragedia: origine», Encyclopedia Italiana 34 (1937) 146- A. (1. Mahr, The Origin of Greek Tragic Form, Νέα Ύόρκη 1938· F. Ro­bert, «Sur l’origine du mot tragedie», Melanges Ch. Picard II, Παρίσι 1949, 872· W. F. Otto, «Ursprung der Tragodie», Das Wort der Antike, Στουτγάρδη 1962, 162· K. Kerenyi, «Naissance et renaissance de la Tragedie», Diogene 28 (1959) 22, καί σέ γερμανική μετάφραση στό Streifzuge eines Hellenisten, Ζυρίχη 1960, 29' F. R. Adrados, «Κῶμος, κω­μῳδία, τραγῳδία. Sobre les origines del teatro», Emerita 35 (1967) 249.

[119] Σχετικά μέ αὐτό τό θέμα, R. van Pottelbergh, AC 10 (1941) 83.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου