Κυριακή 3 Μαΐου 2020

ΘΕΟΦΡΑΣΤΟΣ: Χαρακτῆρες (13.1-13.11) - ΠΕΡΙΕΡΓΙΑΣ

ΙΓ'. ΠΕΡΙΕΡΓΙΑΣ


[13.1] [Ἀμέλει ‹ἡ› περιεργία δόξει εἶναι προσποίησίς τις λόγων καὶ πράξεων μετ᾽ εὐνοίας,]
[13.2] ὁ δὲ περίεργος τοιοῦτός τις, οἷος ἐπαγγέλλεσθαι ἀναστὰς ἃ μὴ δυνήσεται.
[13.3] καὶ ὁμολογουμένου τοῦ πράγματος δικαίου εἶναι ἐντείνας ἐλεγχθῆναι.
[13.4] καὶ πλείω δὲ ἐπαναγκάσαι τὸν παῖδα κεράσαι, ἢ ὅσα δύνανται οἱ παρόντες ἐκπιεῖν.
[13.5] καὶ διείργειν τοὺς μαχομένους, καὶ οὓς οὐ γινώσκει.
[13.6] καὶ ἀτραπὸν ἡγήσασθαι, εἶτα μὴ δύνασθαι εὑρεῖν οἷ πορεύεται.
[13.7] καὶ τὸν στρατηγὸν προσελθὼν ἐρωτῆσαι πότε μέλλει παρατάττεσθαι, καὶ τί μετὰ τὴν αὔριον παραγγελεῖ.
[13.8] καὶ προσελθὼν τῷ πατρὶ εἰπεῖν ὅτι ἡ μήτηρ ἤδη καθεύδει ἐν τῷ δωματίῳ.
[13.9] καὶ ἀπαγορεύοντος τοῦ ἰατροῦ, ὅπως μὴ δώσει οἶνον τῷ μαλακιζομένῳ, φήσας βούλεσθαι διάπειραν λαμβάνειν, εὖ ποτίσαι τὸν κακῶς ἔχοντα.
[13.10] καὶ γυναικὸς δὲ τελευτησάσης ἐπιγράψαι ἐπὶ τὸ μνῆμα τοῦ τε ἀνδρὸς αὐτῆς καὶ τοῦ πατρὸς καὶ τῆς μητρὸς καὶ αὐτῆς τῆς γυναικὸς τοὔνομα καὶ ποδαπή ἐστι, καὶ προσεπιγράψαι ὅτι οὗτοι πάντες χρηστοὶ ἦσαν.
[13.11] καὶ ὀμνύναι μέλλων εἰπεῖν πρὸς τοὺς περιεστηκότας ὅτι «Καὶ πρότερον πολλάκις ὀμώμοκα».

***

13. Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΤΗΣ ΥΠΕΡΒΟΛΗΣ


[13.1] [Δίχως αμφιβολία ο υπερβολικός ζήλος θα φανεί ότι είναι καλοπροαίρετη ανάληψη λόγων και πράξεων,]
[13.2] ενώ ο άνθρωπος της υπερβολής είναι το είδος του ανθρώπου που σηκώνεται και εξαγγέλλει υποσχέσεις, τις οποίες δεν θα καταφέρει να εκπληρώσει.
[13.3] Ενώ όλοι συμφωνούν ότι ο αγώνας του είναι δίκαιος, αυτός δείχνει υπερβολική επιμονή και χάνει την υπόθεση.
[13.4] Αναγκάζει το δούλο να κεράσει περισσότερο κρασί απ᾽ όσο μπορούν να πιούν οι καλεσμένοι.
[13.5] Χωρίζει αυτούς που τσακώνονται, ακόμη και εκείνους που δεν τους γνωρίζει.
[13.6] Προχωρά μπροστά ως οδηγός σε κάποιο μονοπάτι, ύστερα όμως δεν καταφέρνει να βρει προς τα πού κατευθύνεται.
[13.7] Έρχεται και ρωτά το στρατηγό πότε σκοπεύει να παρατάξει το στράτευμα και τί σύνθημα θα δώσει μεθαύριο.
[13.8] Πηγαίνει στον πατέρα του, για να του πει ότι η μητέρα του ήδη κοιμάται στο υπνοδωμάτιο. [13.9] Παρά την απαγόρευση του γιατρού να μη δώσει κρασί στον άρρωστο, αυτός λέει ότι θέλει να κάνει μια δοκιμή και δίνει στον ασθενή να πιει για τα καλά.
[13.10] Χαράζει στο μνήμα γυναίκας που πέθανε το όνομα του άνδρα της, του πατέρα της, της μητέρας της και της ίδιας, καθώς και από πού ήταν, προσθέτοντας ότι όλοι τους ήταν χρηστοί άνθρωποι.
[13.11] Όταν πρόκειται να δώσει έναν όρκο, λέει στους παριστάμενους: «Έχω ορκιστεί πολλές φορές στο παρελθόν».
 

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου