Πέμπτη, 26 Μαρτίου 2020

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ: Ρητορική (1403a-1403b)

[XXVI] Τὸ δ᾽ αὔξειν καὶ μειοῦν οὐκ ἔστιν ἐνθυμήματος στοιχεῖον· τὸ γὰρ αὐτὸ λέγω στοιχεῖον καὶ τόπον· ἔστιν γὰρ στοιχεῖον καὶ τόπος εἰς ὃ πολλὰ ἐνθυμήματα ἐμπίπτει. τὸ δ᾽ αὔξειν καὶ μειοῦν ἐστὶν ἐνθυμήματα πρὸς τὸ δεῖξαι ὅτι μέγα ἢ μικρόν, ὥσπερ καὶ ὅτι ἀγαθὸν ἢ κακόν, ἢ δίκαιον ἢ ἄδικον, καὶ τῶν ἄλλων ὁτιοῦν. ταῦτα δ᾽ ἐστὶν πάντα περὶ ἃ οἱ συλλογισμοὶ καὶ τὰ ἐνθυμήματα, ὥστ᾽ εἰ μηδὲ τούτων ἕκαστον ἐνθυμήματος τόπος, οὐδὲ τὸ αὔξειν καὶ μειοῦν.

Οὐδὲ τὰ λυτικὰ ἐνθυμήματος εἶδός τί ἐστιν [ἄλλο τῶν κατασκευαστικῶν]· δῆλον γὰρ ὅτι λύει μὲν ἢ δείξας ἢ ἔνστασιν ἐνεγκών, ἀνταποδείκνυσι δὲ τὸ ἀντικείμενον, οἷον εἰ ἔδειξε ὅτι γέγονεν, οὗτος ὅτι οὐ γέγονεν, εἰ δὲ ὅτι οὐ γέγονεν, οὗτος ὅτι γέγονεν· ὥστε αὕτη μὲν οὐκ ἂν εἴη [ἡ] διαφορά (τοῖς αὐτοῖς γὰρ χρῶνται ἀμφότεροι· ὅτι γὰρ οὐκ ἔστιν ἢ ἔστιν, ἐνθυμήματα φέρουσιν)· ἡ δ᾽ ἔνστασις οὐκ ἔστιν ἐνθύμημα, ἀλλά, καθάπερ ἐν τοῖς Τοπικοῖς, τὸ εἰπεῖν δόξαν τινὰ ἐξ ἧς ἔσται δῆλον ὅτι οὐ συλλελόγισται ἢ ὅτι ψεῦδός τι εἴληφεν.

Ἐπεὶ δὲ τρία ἔστιν ἃ δεῖ πραγματευθῆναι περὶ τὸν λόγον, ὑπὲρ μὲν παραδειγμάτων καὶ γνωμῶν καὶ ἐνθυμημάτων καὶ

[1403b] ὅλως τῶν περὶ τὴν διάνοιαν, ὅθεν τε εὐπορήσομεν καὶ ὡς αὐτὰ λύσομεν, εἰρήσθω ἡμῖν τοσαῦτα, λοιπὸν δὲ διελθεῖν περὶ λέξεως καὶ τάξεως.

***
[26] Η αύξηση, πάντως, και η μείωση δεν αποτελούν στοιχείο του ενθυμήματος («στοιχείο» και «τόπος» έχουν για μένα το ίδιο νόημα: «στοιχείο» και «τόπος» είναι κατηγορίες στις οποίες υπάγονται πολλά ενθυμήματα). Η αύξηση και η μείωση είναι κάτι που το χρησιμοποιούμε για να δείξουμε ότι κατιτί είναι μεγάλο ή μικρό, ακριβώς όπως δείχνουμε ότι κατιτί είναι καλό ή κακό, δίκαιο ή άδικο ή οτιδήποτε άλλο τέτοιο. Όλα όμως αυτά είναι πράγματα με τα οποία σχετίζονται οι συλλογισμοί και τα ενθυμήματα. Αν, επομένως, κανένα από αυτά δεν είναι τόπος ενθυμήματος, τότε ούτε η αύξηση και η μείωση.

Ούτε, επίσης, τα ενθυμήματα που χρησιμεύουν στην ανασκευή είναι ένα ιδιαίτερο είδος ενθυμημάτων. Είναι, πράγματι, φανερό ότι ανασκευάζει κανείς είτε αποδεικνύοντας κάτι είτε κάνοντας ένσταση: η απόδειξή του αποτελεί απάντηση στη θέση του αντιπάλου· αν, π.χ., εκείνος απέδειξε ότι κατιτί έγινε, αυτός αποδεικνύει ότι δεν έγινε· αν, πάλι, εκείνος απέδειξε ότι κατιτί δεν έγινε, αυτός αποδεικνύει ότι έγινε. Έτσι, βέβαια, δεν υπάρχει καμιά διαφορά (αφού και οι δύο χρησιμοποιούν τα ίδια μέσα, παρουσιάζοντας ενθυμήματα που δείχνουν ότι κατιτί είναι ή δεν είναι υπαρκτό). Η ένσταση, από την άλλη, δεν είναι ενθύμημα, αλλά, όπως το είπαμε και στα Τοπικά, είναι η διατύπωση μιας γνώμης, από την οποία θα γίνει φανερό ότι ο αντίπαλος δεν παρουσίασε έναν πραγματικό συλλογισμό ή ότι χρησιμοποίησε ως προκείμενη πρόταση κάτι που δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια.

Δεδομένου ότι είναι τρία τα θέματα που πρέπει να γίνουν αντικείμενο μελέτης σε μια πραγματεία για τον ρητορικό λόγο, ας θεωρηθούν αρκετά όσα είπαμε για τα παραδείγματα, τις γνώμες, τα ενθυμήματα,

[1403b] γενικά για όλα τα σχετικά με το διανοητικό περιεχόμενο του λόγου: πώς θα εξασφαλίζουμε τη δική μας επιχειρηματολογία και πώς θα ανασκευάζουμε την επιχειρηματολογία του αντιπάλου. Μένει να μιλήσουμε τώρα για το ύφος και για τη διάταξη των μερών του ρητορικού λόγου.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου