Παρασκευή, 6 Μαρτίου 2020

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ: Ρητορική (1389b-1390a)

[XIII] Τὸ μὲν οὖν τῶν νέων τοιοῦτόν ἐστιν ἦθος, οἱ δὲ πρεσβύτεροι καὶ παρηκμακότες σχεδὸν ἐκ τῶν ἐναντίων τούτοις τὰ πλεῖστα ἔχουσιν ἤθη· διὰ γὰρ τὸ πολλὰ ἔτη βεβιωκέναι καὶ πλείω ἐξηπατῆσθαι καὶ ἐξημαρτηκέναι, καὶ τὰ πλείω φαῦλα εἶναι τῶν πραγμάτων, οὔτε διαβεβαιοῦνται οὐδέν, ἧττόν τε ἄγανται πάντα ἢ δεῖ. καὶ οἴονται, ἴσασι δ᾽ οὐδέν, καὶ ἀμφιδοξοῦντες προστιθέασιν ἀεὶ τὸ ἴσως καὶ τάχα, καὶ πάντα λέγουσιν οὕτως, παγίως δ᾽ οὐδέν. καὶ κακοήθεις εἰσίν· ἔστι γὰρ κακοήθεια τὸ ἐπὶ τὸ χεῖρον ὑπολαμβάνειν πάντα. ἔτι δὲ καχύποπτοί εἰσι διὰ τὴν ἀπιστίαν, ἄπιστοι δὲ δι᾽ ἐμπειρίαν. καὶ οὔτε φιλοῦσιν σφόδρα οὔτε μισοῦσι διὰ ταῦτα, ἀλλὰ κατὰ τὴν Βίαντος ὑποθήκην καὶ φιλοῦσιν ὡς μισήσοντες καὶ μισοῦσιν ὡς φιλήσοντες. καὶ μικρόψυχοι διὰ τὸ τεταπεινῶσθαι ὑπὸ τοῦ βίου· οὐδενὸς γὰρ μεγάλου οὐδὲ περιττοῦ ἀλλὰ τῶν πρὸς τὸν βίον ἐπιθυμοῦσι. καὶ ἀνελεύθεροι· ἓν γάρ τι τῶν ἀναγκαίων ἡ οὐσία, ἅμα δὲ καὶ διὰ τὴν ἐμπειρίαν ἴσασιν ὡς χαλεπὸν τὸ κτήσασθαι καὶ ῥᾴδιον τὸ ἀποβαλεῖν. καὶ δειλοὶ καὶ πάντα προφοβητικοί· ἐναντίως γὰρ διάκεινται τοῖς νέοις· κατεψυγμένοι γάρ εἰσιν, οἱ δὲ θερμοί, ὥστε προωδοπεποίηκε τὸ γῆρας τῇ δειλίᾳ· καὶ γὰρ ὁ φόβος κατάψυξίς τίς ἐστιν. καὶ φιλόζωοι, καὶ μᾶλλον ἐπὶ τῇ τελευταίᾳ ἡμέρᾳ διὰ τὸ τοῦ ἀπόντος εἶναι τὴν ἐπιθυμίαν, καὶ οὗ ἐνδεεῖς, τούτου μάλιστα ἐπιθυμεῖν. καὶ φίλαυτοι μᾶλλον ἢ δεῖ· μικροψυχία γάρ τις καὶ αὕτη. καὶ πρὸς τὸ συμφέρον ζῶσιν, ἀλλ᾽ οὐ πρὸς τὸ καλόν, μᾶλλον ἢ δεῖ, διὰ τὸ φίλαυτοι εἶναι· τὸ μὲν γὰρ

[1390a] συμφέρον αὐτῷ ἀγαθόν ἐστι, τὸ δὲ καλὸν ἁπλῶς. καὶ ἀναίσχυντοι μᾶλλον ἢ αἰσχυντηλοί· διὰ γὰρ τὸ μὴ φροντίζειν ὁμοίως τοῦ καλοῦ καὶ τοῦ συμφέροντος ὀλιγωροῦσι τοῦ δοκεῖν. καὶ δυσέλπιδες διὰ τὴν ἐμπειρίαν (τὰ γὰρ πλείω τῶν γιγνομένων φαῦλά ἐστιν· ἀποβαίνει γὰρ τὰ πολλὰ ἐπὶ τὸ χεῖρον), καὶ ἔτι διὰ τὴν δειλίαν. καὶ ζῶσι τῇ μνήμῃ μᾶλλον ἢ τῇ ἐλπίδι· τοῦ γὰρ βίου τὸ μὲν λοιπὸν ὀλίγον τὸ δὲ παρεληλυθὸς πολύ, ἔστι δὲ ἡ μὲν ἐλπὶς τοῦ μέλλοντος ἡ δὲ μνήμη τῶν παροιχομένων· ὅπερ αἴτιον καὶ τῆς ἀδολεσχίας αὐτοῖς· διατελοῦσι γὰρ τὰ γενόμενα λέγοντες· ἀναμιμνησκόμενοι γὰρ ἥδονται. καὶ οἱ θυμοὶ ὀξεῖς μὲν ἀσθενεῖς δέ εἰσιν, καὶ αἱ ἐπιθυμίαι αἱ μὲν ἐκλελοίπασιν αἱ δὲ ἀσθενεῖς εἰσιν, ὥστε οὔτ᾽ ἐπιθυμητικοὶ οὔτε πρακτικοὶ κατὰ τὰς ἐπιθυμίας, ἀλλὰ κατὰ τὸ κέρδος· διὸ σωφρονικοὶ φαίνονται οἱ τηλικοῦτοι· αἵ τε γὰρ ἐπιθυμίαι ἀνείκασι καὶ δουλεύουσι τῷ κέρδει. καὶ μᾶλλον ζῶσι κατὰ λογισμὸν ἢ κατὰ τὸ ἦθος· ὁ μὲν γὰρ λογισμὸς τοῦ συμφέροντος τὸ δ᾽ ἦθος τῆς ἀρετῆς ἐστιν. καὶ τἀδικήματα ἀδικοῦσιν εἰς κακουργίαν, οὐκ εἰς ὕβριν. ἐλεητικοὶ δὲ καὶ οἱ γέροντές εἰσιν, ἀλλ᾽ οὐ διὰ ταὐτὰ τοῖς νέοις· οἱ μὲν γὰρ διὰ φιλανθρωπίαν, οἱ δὲ δι᾽ ἀσθένειαν· πάντα γὰρ οἴονται ἐγγὺς εἶναι αὑτοῖς παθεῖν, τοῦτο δ᾽ ἦν ἐλεητικόν· ὅθεν ὀδυρτικοί εἰσι, καὶ οὐκ εὐτράπελοι οὐδὲ φιλογέλοιοι· ἐναντίον γὰρ τὸ ὀδυρτικὸν τῷ φιλογέλωτι.

Τῶν μὲν οὖν νέων καὶ τῶν πρεσβυτέρων τὰ ἤθη τοιαῦτα, ὥστ᾽ ἐπεὶ ἀποδέχονται πάντες τοὺς τῷ σφετέρῳ ἤθει λεγομένους λόγους καὶ τοὺς ὁμοίους, οὐκ ἄδηλον πῶς χρώμενοι τοῖς λόγοις τοιοῦτοι φανοῦνται καὶ αὐτοὶ καὶ οἱ λόγοι.

***
[13] Τέτοιος λοιπόν είναι ο χαρακτήρας των νέων. Οι ηλικιωμένοι, από την άλλη, αυτοί δηλαδή που έχουν περάσει την ηλικία της ωριμότητας, έχουν τα περισσότερα σχεδόν από τα επιμέρους στοιχεία του χαρακτήρα τους αντίθετα με τα επιμέρους στοιχεία του χαρακτήρα των νέων. Καθώς, πράγματι, έχουν ζήσει πολλά χρόνια, καθώς —επομένως— έχουν πέσει περισσότερες φορές θύματα απάτης και έχουν σφάλει περισσότερες φορές, τέλος καθώς τα περισσότερα πράγματα δεν είναι και τόσο καλά, όχι μόνο δεν βεβαιώνουν οτιδήποτε με σιγουριά, αλλά και ό,τι βεβαιώνουν, το βεβαιώνουν με πολύ λιγότερη από την απαιτούμενη σιγουριά. Και πάντοτε «νομίζουν», ποτέ δεν «ξέρουν», και σε περίπτωση αμφιβολιών προσθέτουν πάντοτε ένα «ίσως» ή ένα «μπορεί»: οι εκφράσεις τους είναι πάντοτε αυτού του τύπου και για τίποτε δεν εκφράζονται δίχως επιφυλάξεις. Τους διακρίνει, επίσης, μια «κακοήθεια» — γιατί είναι, βέβαια, «κακοήθεια» να δίνεις σε όλα τη χειρότερη ερμηνεία. Λόγω της δυσπιστίας που τους διακρίνει είναι και καχύποπτοι — δύσπιστοι, βέβαια, είναι λόγω της πείρας που απέκτησαν. Για τους λόγους αυτούς ούτε αγαπούν ούτε μισούν σφοδρά, αλλά —ακολουθώντας τη συμβουλή του Βίαντα— αγαπούν σαν να πρόκειται κάποια στιγμή στο μέλλον να μισήσουν και μισούν σαν να πρόκειται κάποια στιγμή στο μέλλον να αγαπήσουν. Είναι επίσης μικρόψυχοι, γιατί η ζωή τούς έχει ταπεινώσει: δεν ζητούν για τον εαυτό τους τίποτε το μεγάλο, τίποτε το έξω από τα συνήθη, παρά μόνο ό,τι είναι απαραίτητο για τη ζωή. Είναι επίσης φιλοχρήματοι και τσιγκούνηδες, πρώτον γιατί η περιουσία είναι ένα από τα απαραίτητα για τη ζωή πράγματα, και δεύτερον γιατί από την πείρα τους γνωρίζουν ότι είναι δύσκολο πράγμα η απόκτηση περιουσίας και ότι είναι εύκολο το χάσιμό της. Είναι επίσης δειλοί και φοβούνται κάθε είδους κακό εκ των προτέρων· ο λόγος είναι ότι η γενικότερη κατάστασή τους είναι αντίθετη με την κατάσταση των νέων: οι ηλικιωμένοι είναι κρύοι παγωμένοι, ενώ οι νέοι είναι θερμοί· τα γηρατειά, επομένως, είναι που άνοιξαν το δρόμο για τη δειλία· γιατί ο φόβος είναι ένα είδος παγώματος. Δείχνουν επίσης υπερβολική αγάπη για τη ζωή (ιδίως στις τελευταίες τους μέρες)· γιατί η επιθυμία αναφέρεται πάντοτε σ᾽ αυτό που δεν έχουμε και γιατί αυτό που επιθυμούμε είναι κατά κύριο λόγο αυτό που μας λείπει. Είναι, επίσης, φίλαυτοι περισσότερο από ό,τι πρέπει — είναι και αυτό ένα είδος μικροψυχίας. Ζουν, περισσότερο από ό,τι πρέπει, για το συμφέρο τους παρά για το ωραίο — ακριβώς γιατί είναι φίλαυτοι·

[1390a] γιατί το συμφέρον είναι καλό για το επιμέρους άτομο, ενώ το ωραίο είναι ένα απόλυτο αγαθό. Και είναι μάλλον αναίσχυντοι παρά ντροπαλοί· γιατί καθώς δεν νοιάζονται για το ωραίο στον βαθμό που νοιάζονται για το συμφέρον, αδιαφορούν για την εντύπωση που δημιουργούν στους άλλους για το άτομό τους. Λόγω της πείρας τους από τη ζωή, περιμένουν πάντοτε το χειρότερο (γιατί τα περισσότερα από τα πράγματα που συμβαίνουν δεν είναι και τόσο καλά — τις πιο πολλές φορές η έκβασή τους είναι προς το χειρότερο) — μαζί όμως και λόγω της δειλίας τους. Ζουν πιο πολύ με τη μνήμη παρά με την ελπίδα· γιατί η ζωή που τους μένει να ζήσουν είναι λίγη, ενώ αυτή που πέρασε είναι πολλή, και βέβαια η ελπίδα σχετίζεται με το μέλλον, ενώ η μνήμη με τα περασμένα· εδώ ακριβώς βρίσκεται και η αιτία της φλυαρίας τους· δεν σταματούν, πράγματι, να μιλούν για τα παλιά· γιατί η ανάμνηση τους προκαλεί ευχαρίστηση. Τα ξεσπάσματα του θυμού τους είναι βίαια, όμως ασθενικά. Από τις επιθυμίες άλλες έχουν πια λείψει τελείως και άλλες είναι αδύναμες, με αποτέλεσμα οι ηλικιωμένοι είτε να μην έχουν επιθυμίες είτε να μη μπορούν να ενεργήσουν κατά τις επιθυμίες τους παρά μόνο για κέρδος· αυτός είναι ο λόγος που οι άνθρωποι αυτής της ηλικίας μοιάζουν μετριοπαθείς και νηφάλιοι· γιατί από τη μια οι επιθυμίες τους έχουν χάσει την έντασή τους και από την άλλη είναι δούλοι του κέρδους. Τη ζωή τους τη ρυθμίζει πιο πολύ ο υπολογισμός παρά οι κανόνες του ηθικού χαρακτήρα: ο υπολογισμός σχετίζεται με το συμφέρον, ενώ ο ηθικός χαρακτήρας με την αρετή. Οι αδικίες που κάνουν έχουν σχέση με τη διάθεσή τους να κάνουν κακό, όχι με τη διάθεσή τους να προσβάλουν. Οίκτο αισθάνονται και οι γέροι, όχι όμως για τους ίδιους λόγους με τους νέους: οι νέοι αισθάνονται οίκτο από αγάπη για τον άνθρωπο, οι γέροι από αδυναμία· γιατί οι γέροι πιστεύουν πως η πιθανότητα να πάθουν όλα τα κακά βρίσκεται κοντά τους — αυτό δεν λέγαμε πως είναι το να αισθάνεται κανείς οίκτο; Γι᾽ αυτό και είναι μεμψίμοιροι και δεν τους αρέσουν ούτε οι αστεϊσμοί ούτε τα γέλια· γιατί το να είναι κανείς μεμψίμοιρος είναι το αντίθετο του να του αρέσουν τα γέλια.

Αυτά είναι λοιπόν τα επιμέρους στοιχεία του χαρακτήρα των νέων και των ηλικιωμένων. Αποτέλεσμα: Δεδομένου ότι όλοι οι άνθρωποι ακούν ευχαρίστως λόγους που αντιστοιχούν στον δικό τους χαρακτήρα, λόγους που τον αποδίδουν με απόλυτη ακρίβεια, δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς πώς θα μπορούν οι ρήτορες να προσδίδουν με τον λόγο τους αυτού του είδους την εικόνα και στον ίδιο τον εαυτό τους και στα λόγια τους.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου