Παρασκευή 20 Δεκεμβρίου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ - Ἀνδρομάχη (464-493)

464 ΧΟ. οὐδέποτε δίδυμα λέκτρ᾽ ἐπαινέσω βροτῶν [στρ. α]
οὐδ᾽ ἀμφιμάτορας κόρους,
ἔριν μὲν οἴκων δυσμενεῖς τε λύπας.
μίαν μοι στεργέτω πόσις γάμοις
ἀκοινώνητον ἀνδρὸς εὐνάν.
470
οὐδὲ γ᾽ ἐνὶ πόλεσι δίπτυχοι τυραννίδες [ἀντ. α]
μιᾶς ἀμείνονες φέρειν,
475 ἄχθος τ᾽ ἐπ᾽ ἄχθει καὶ στάσιν πολίταις·
τεκόντοιν θ᾽ ὕμνον ἐργάταιν δυοῖν
ἔριν Μοῦσαι φιλοῦσι κραίνειν.

πνοαὶ δ᾽ ὅταν φέρωσι ναυτίλους θοαί, [στρ. β]
480 κατὰ πηδαλίων διδύμα πραπίδων γνώμα
σοφῶν τε πλῆθος ἀθρόον ἀσθενέστερον
φαυλοτέρας φρενὸς αὐτοκρατοῦς,
ἑνὶ δὲ δύνασις ἀνά τε μέλαθρα κατά τε πόλιας,
485 ὁπόταν εὑρεῖν θέλωσι καιρόν.

ἔδειξεν ἁ Λάκαινα τοῦ στρατηλάτα [ἀντ. β]
Μενέλα· διὰ γὰρ πυρὸς ἦλθ᾽ ἑτέρῳ λέχει,
κτείνει δὲ τὰν τάλαιναν Ἰλιάδα κόραν
490 παῖδά τε δύσφρονος ἔριδος ὕπερ.
ἄθεος ἄνομος ἄχαρις ὁ φόνος· ἔτι σε, πότνια,
μετατροπὰ τῶνδ᾽ ἔπεισιν ἔργων.

***
ΧΟΡΟΣ
Δεν θα παινέψω ποτέ [στρ. 1]
τους διπλούς γάμους των θνητών
και δεν θα μακαρίσω τον άνθρωπο
που έχει από δυο μανάδες τέκνα.
Στεναχώριες και λύπες μονάχα
και καβγάδες θα φέρουν στο σπίτι.
Είθε ο άντρας μου, λέω,
μοναχά το δικό μου κρεβάτι να χαίρεται,
470 κι άλλη ας μην το ζυγώσει.

Μα ούτε στην πόλη ταιριάζουν καλύτερα [αντ. 1]
οι διπλές βασιλείες·
βάρος φέρνουν απάνω στο βάρος
κι οι πολίτες διχάζονται.
Κι αν δυο τεχνίτες πλέξουνε
το ίδιο τραγούδι, πάντα
σε διχόνοια οι Μούσες τούς φέρνουν.

Κι όταν ανέμοι ορμητικοί [στρ. 2]
χτυπάνε τους θαλασσινούς,
480 όταν δυο γνώμες υπάρχουν
και πλήθος οι σοφοί τιμονιέρηδες
δεν αξίζουν όσο αξίζει ο ένας,
που μπορεί και να ᾽ναι κατώτερος,
όμως γνωρίζει πώς να κυβερνά
με τη δική του την κρίση.
Ο νους του ενός είναι δύναμη
σε σπίτια και σε πολιτείες,
αν θέλουν από τον χαμό
να γλιτώσουν.

Το ᾽δειξε κι η Λακώνισσα [αντ. 2]
του πολέμαρχου Μενελάου η κόρη·
αυτή που χύθηκε σαν τη φωτιά
πάνω στην άλλη γυναίκα·
και για να βγάλει το άχτι της
θέλει να τη σκοτώσει
τη δύσμοιρη Τρωαδίτισσα
490 και το παιδί της.
Ανόσιο τέτοιο φονικό, αντίθετο
στη φύση και στον νόμο.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ - ΠΟΛΥΦΟΝΤΗ

ΠΟΛΥΦΟΝΤΗ
(νυχτοπούλι)
 
Η Πολυφόντη ήταν κόρη του Ιππόνοου από τη Θράκη και της Θράσσας, κόρης του Άρη και της Τερείνης, κόρης του θεού ποταμού Στρυμόνα. Η καταγωγή της από τον άγριο θεό του πολέμου Άρη και από την περιφερειακή άγρια Θράκη προδιαθέτει για την ενασχόληση της κοπέλας με το κυνήγι παρά με ό,τι αποτελούσε χρέος της, δηλαδή τον γάμο.
 
Τιμούσε την Άρτεμη και έγινε σύντροφός της, ενώ περιφρονούσε την Αφροδίτη, όπως ο Ιππόλυτος.
 
Η υπερβολική τιμή προς τη μια θεά και η περιφρόνηση προς την άλλη προκάλεσε τελικά την οργή και την τιμωρία και από τις δύο και στη συνέχεια και του Δία.
 
Οργισμένη η θεά Αφροδίτη ενέπνευσε στην Πολυφόντη έρωτα για μια αρκούδα, αλλά η απώλεια της παρθενιάς της προκάλεσε την οργή της Άρτεμης που ξεσήκωσε εναντίον της τα θηρία του βουνού.
 
Έντρομη η κόρη κατέφυγε στον πατέρα της για να γλιτώσει, στο σπίτι του οποίου γέννησε τα δύο παιδιά της, τον Άγριο και τον Όρειο, που έγιναν δύο πολύ δυνατοί νέοι, όμως χωρίς σέβας για τους θεούς και προσβλητικοί και επικίνδυνοι για τους ανθρώπους, ειδικά τους ξένους που τους παρέσερναν στο σπίτι τους και τους καταβρόχθιζαν. Αυτό προκάλεσε την οργή του Δία που έστειλε τον Ερμή για να τους τιμωρήσει, κι εκείνος αποφάσισε να τους κόψει τα άκρα, πόδια και χέρια. Όμως η θεϊκή καταγωγή τους δεν τους άφησε απροστάτευτους.
 
Ο προπάππος τους Άρης τους έσωσε μεταμορφώνοντάς τους, μαζί με τον Ερμή, σε πουλιά. Η Πολυφόντη έγινε νυχτοπούλι, προάγγελος πολέμου και διχόνοιας στους ανθρώπους· ο Όρειος αρπακτικό πουλί, ο Άγριος όρνεο, και αυτά πουλιά που προοιώνιζαν δεινά. Και οι θεοί τους εμφύσησαν πόθο για κρέας και αίμα ανθρώπινο. Η υπηρέτριά τους, ανεύθυνη για τα εγκλήματα των αφεντικών της, μεταμορφώθηκε και αυτή σε πουλί αλλά ζήτησε να είναι ευνοϊκό για τους ανθρώπους. Οι θεοί την έκαναν δρυοκολάπτη, πουλί ευοίωνο για τους κυνηγούς ή στο τραπέζι.

Τα πτεροπέδιλα του Ερμή, και ο Περσέας

Πτεροπέδῑλα, ονομάζονταν στα αρχαία Ελληνικά τα πτερωτά σανδάλια του θεού Ερμή τα οποία έφεραν φτερά, καθώς ο Θεός, ως ο αγγελιοφόρος Θεών και ανθρώπων, διέσχιζε τα όρια ανάμεσα Άρρητο και το ρητό, το άπειρο και το περιορισμένο, το πνεύμα και την ύλη, στο ορατό και το αόρατο, την ζωή και τον θάνατο (ως ψυχοπομπός, για αυτό τον λόγο και σύμβολο του είναι το κηρύκειο). Τα πτερόεντα σανδάλια του Ερμή ή talaria όπως ονομάζονταν στα Λατινικά για τον αντίστοιχο αγγελιοφόρο-θεό των Ρωμαίων «Mercury», τον συνοδεύουν πάντα ως χαρακτηριστικά υποδήματα στα πόδια του.

Τα πτερωτά του σανδάλια, τα δάνεισε ο Ερμής στον Περσέα, ώστε να καταφέρει ο ήρωας να φονεύσει την φοβερή Μέδουσα. Άλλα Θεϊκά δώρα προς τον ημίθεο ήρωα Περσέα, ήταν η αστραφτερή ασπίδα της Αθηνάς, το κοφτερό σπαθί και η περικεφαλαία του Άδη, και ο μαγικός σάκος για να μπει το κεφάλι της Γοργόνας Μέδουσας. Όλα τα εφοδιάστηκε ο Περσέας από τις Νύμφες Ναϊάδες που κατοικούσαν σε μία σπηλιά στη Σέριφο, ύστερα από προτροπή των θεών.

Στην Εσωτερική Παράδοση, ο Ερμής συμβολίζει τον Λόγο, δηλαδή, το σύνολο όλων των διανοιών στο Σύμπαν ή σε κάποιο από τα υποσυστήματα του. Ο Ερμής δανείζει τα πτερωτά του σανδάλια στον ήρωα Περσέα, διότι ο «λόγος», είναι το κλειδί για να φονευθεί (νικηθεί) συμβολικά, ο ερπετικός-reptilican εγκέφαλος , ο οποίος είναι η βάση του υποσυνείδητου και σχετίζεται με τα ένστικτα και τη θέλησή μας για επιβίωση. Προσλαμβάνει πληροφορίες από τους δύο άλλους εγκεφάλους και παίζει βασικό ρόλο στη λήψη αποφάσεων όταν δεν μπορεί ο νεοφλοιός να ανταπεξέλθει με τη λογική.

Η Αθηνά δανείζει την ασπίδα της (της νόησης δηλαδή) ως όπλο στον ημίθεο ήρωα Περσέα. Η Αθηνά ολοκληρώνεται ως Θεότητα με την αφομοίωση της Μέδουσας και την τοποθέτηση της στον θώρακα και την ασπίδα της, μετά τον φόνο της από τον Περσέα. Το ξίφος του Άδη είναι σύμβολο του πνεύματος, το οποίο σχίζει την πλάνη της αμάθειας και της δεισιδαιμονίας. Η περικεφαλαία του Αδη (εκ του αΐδιου του αόρατου δηλαδή ), καθιστά τον Περσέα αόρατο, καθώς το πνεύμα και η νόηση ανήκουν στην αόρατη Θεϊκή, και πνευματική διάσταση.

Ο Πλωτίνος αναφέρει πως ο αγωνιστής φιλόσοφος χρειάζεται «ἄλλον τρόπον τοῦ ἰδεῖν», στρέφεται προς το Φως, στρέφεται προς τον Ουρανό.

«Μη ζητάς, αναφέρει χαρακτηριστικά, να ιδείς με θνητά μάτια την δύναμη των πάντων.. Κλείσε τα μάτια σου και ξύπνα σε άλλο τρόπο θέασης, που τον έχει ο καθένας αλλά λίγοι τον χρησιμοποιούν… Ποτέ η ψυχή δεν θα αντικρίσει το ωραίο αν δεν γίνει πρώτα ωραία η ίδια. Γίνε λοιπόν πρώτα όλος θεϊκός και όλος ωραίος, αν θέλεις να φτάσεις στη θέαση του Θεού και του ωραίου».
Ἑννεάδες, I.6. [1] 8. 17-27.

Ο σάκος συμβολίζει το υλικό μας σώμα, το οποίο κρύβει εντός του, τον ιερό ναΐσκο της Θεϊκής μας ψυχής , η οποία εξαγνισμένη από τα ένστικτα, τις φοβίες, και όλα αυτά που μας δεσμεύουν την ύλη (μύηση των μυστηρίων), αποκτάει πτερά ώστε να ατενίσει τα Ουράνια, και το Θεϊκό της λίκνο.

Ο Πλάτων (Φαίδρος 246) αναφέρει πως , τα φτερά της ψυχής συμμετέχουν στο θείο, καθώς συνιστούν μέσον ανόδου (Πέφυκεν ἡ πτεροῦ δύναμις τὸ ἐμβριθὲς ἄγειν ἄνω μετεωρίζουσα ᾗτὸ τῶν θεῶν γένος οἰκεῖ), ενώ τρέφονται και μεγαλώνουν με το καλόν, σοφόν και ἀγαθόν· η ψυχή, λοιπόν, όταν είναι τέλεια και φτερωτή μετεωροπορεῖτε καὶ πάντα τὸν κόσμον διοικεῖ.

Μέσω αυτού του καθαρμού της ψυχής επιτυγχάνεται και η προσέγγιση της θεότητας: «Με το νου της μονάχα η ψυχή βλέπει την αλήθεια»!

Τα χαρακτηριστικά του γονέα – τιμωρού

Κάποιες φορές οι γονείς λανθασμένα πιστεύουν ότι ο τρόπος για να μεγαλώσουν το παιδί τους για να γίνει καλός άνθρωπος είναι να απαγορεύσουν όλους τους «κακούς» τρόπους σκέψης και δράσης.

Χρησιμοποιούν παραδείγματα από «κακούς» ανθρώπους για να κάνουν τα παιδιά τους το αντίθετο και αυτό στο οποίο δίνουν μεγάλη σημασία είναι το «τι θα σκεφθούν οι άλλοι». Όταν τα παιδιά δεν είναι «καλά», τα τιμωρούν αυστηρά και έτσι αυτά έρχονται αντιμέτωπα με την τιμωρητικότητα των γονιών τους.

Η τιμωρητικότητα απορρέει από την πεποίθηση ότι οι άνθρωποι πρέπει να τιμωρούνται αν δεν ακολουθούν τους κανόνες. Οι τιμωρητικοί άνθρωποι θυμώνουν και τιμωρούν τους άλλους συγγενείς, συνεργάτες η φίλους και φυσικά και τους ίδιους τους εαυτούς τους. όταν δεν πληρούν ορισμένες υψηλές προσδοκίες ή πρότυπα.

Πιστεύουν ότι έχουν αυστηρή ηθική και ότι με την τιμωρία θα αποδώσουν δικαιοσύνη και δυσκολεύονται πολύ να συγχωρούν τους άλλους και τους εαυτούς τους. Η τιμωρητικότητα είναι ένα από τα σχήματα στη Θεωρία Σχημάτων που ανέπτυξε ο Jeffrey E. Young για την αντιμετώπιση των ψυχικών διαταραχών και δημοσίευσε στο βιβλίο του «Schema therapy: A practitioner’s guide» το 2003.

Τα χαρακτηριστικά του γονέα – τιμωρού

Οι τιμωρητικοί άνθρωποι παρουσιάζουν αδυναμία στο να εξετάζουν τους εξωτερικούς παράγοντες που συνετέλεσαν στο να δημιουργηθεί μια δυσάρεστη κατάσταση γιατί δεν μπορούν να αντιληφθούν σαν λογικές κάποιες αντιδράσεις των άλλων και να εξηγήσουν αυτό που θεωρούν ως κακή συμπεριφορά ούτε να δεχτούν ότι οι άνθρωποι είναι ατελείς και κάνουν λάθη μερικές φορές.

Oι τιμωρητικοί άνθρωποι θυμώνουν εύκολα και αντιδρούν έντονα ακόμη και σε μικρά λάθη και γενικότερα σε ότι προσέλαβαν και ερμήνευσαν ως λάθος. Συνήθως έχουν και αυτοί μεγαλώσει σε οικογένειες όπου οι γονείς ήταν ιδιαίτερα αυστηροί και τα παιδί όταν έκανε λάθος έπρεπε να τιμωρηθεί για να γίνει καλό παιδί.

Όταν οι γονείς ή οι άλλοι σημαντικοί τρίτοι κατά τη διάρκεια της παιδικής ηλικίας ασκούν έντονη κριτική και απαιτούν τελειότητα από τα παιδιά, αυτά μεγαλώνουν με την απειλή της σκληρής τιμωρίας και αναπτύσσουν την πεποίθηση ότι όταν κάποιος κάνει ένα λάθος πρέπει να επιβάλλεται δικαιοσύνη και να τιμωρείται.

Όταν τα παιδιά μεγαλώνουν

Αυτά τα παιδιά καθώς μεγαλώνουν προσλαμβάνουν τα «πρέπει» και αντιγράφουν την τιμωρητικότητα των γονιών τους και απαιτούν οι άλλοι να κάνουν πάντα το σωστό. Τα αυστηρά και ανελαστικά πρότυπα και τα «πρέπει» με τα οποία μεγάλωσαν οι ίδιοι οι γονείς τους, κάνουν να θέλουν να μεγαλώσουν τα παιδιά τους με τον ίδιο τρόπο για να γίνουν «καλά παιδιά».

Οπότε αυτή η παιδική θεωρία της προσωπικότητας ότι οι άνθρωποι είναι είτε «καλοί» είτε «κακοί» συνεχίζεται στη ζωή των ενηλίκων οι οποίοι εξακολουθούν να σκέφτονται και να ενεργούν όπως όταν ήταν παιδιά. Τα «καλά παιδιά» στις σχέσεις τους δίνουν πολλές ενδείξεις για το πόσο καλοί άνθρωποι είναι, δεν εκφράζουν τα συναισθήματά τους, χαμογελούν όταν είναι αναστατωμένοι ή θυμωμένοι και δεν το παραδέχονται αν τους το επισημάνεις.

Επίσης, δίνουν στους άλλους οδηγίες για το τι θα πρέπει να κάνουν, προειδοποιούν τους άλλους για τους κακούς ανθρώπους, επισημάνουν τα λάθη των άλλων για το «καλό» τους, πιστεύουν ότι οι προσπάθειές τους να βοηθήσουν τους άλλους είναι εντελώς ανιδιοτελείς, δεν εκφράζουν άμεσα κριτική και δεν μπορούν να δεχτούν κομπλιμέντα και ότι είναι καλοί σε κάτι.

Και είναι συναισθηματικά εύθραυστοι

Μπορεί να αποβούν επιβλαβείς για τους άλλους, ενώ πιστεύουν πραγματικά ότι το κάνουν για το «καλό» τους. Τα «καλά παιδιά» γίνονται συναισθηματικά κακοποιητικά όταν οι άλλοι δεν πουν ή δεν κάνουν αυτά που περιμένουν και θέλουν να γίνει. Εάν κάποιος αντιδράσει αρνητικά σε αυτό που πιστεύουν ότι είναι το «κάλο» του και απορρίψει τον τρόπο με τον οποίο συγκαλυμμένα προσπαθούν να ελέγξουν τι σκέπτεται, τι νοιώθει και τι πράττει, τότε θα να τον τιμωρήσουν.

Επίσης ποτέ δεν κρίνουν τις προθέσεις και τις πράξεις τους από το αποτέλεσμα τους και το πώς αυτές επηρεάζουν τους άλλους. Έχουν μάθει την… τέχνη του να είναι συναισθηματικά εύθραυστοι. Ανεξάρτητα από το πόσο προσεκτικά μπορεί κάποιος να προσπαθήσει να βρει ένα τρόπο να τους κάνει να ακούσουν, αυτοί θα αναστατωθούν και θα τον κάνουν να νοιώσει ένοχος για την αναστάτωση που τους προκάλεσε.

Στις δυσκολίες όταν στριμώχνονται έχουν την τάση της σύγκρισης με τους άλλους και τονίζουν ότι και οι άλλοι κάνουν αυτά που δεν πρέπει να κάνουν και είναι χειρότεροι. Πιστεύουν ότι όποιος τους αγαπάει δεν πρέπει να έρχεται σε αντιπαράθεση μαζί τους, γιατί όπως αναφέρθηκε παραμένουν στο συναισθηματικό επίπεδο ενός παιδιού για όλη τη διάρκεια της ζωής τους.

Είναι θύματα ή θύτες;

Αρχικά κατηγορούν τους άλλους για τα δεινά που τους προκάλεσαν και μετά τους συγχωρούν για τον πόνο που τους προκάλεσαν. Αν τα «καλά παιδιά» αντιμετωπιστούν σαν θύματα θα θυματοποιηθούν ακόμη περισσότερο, δεδομένου ότι μπορούν να χειριστούν πολύ καλά το ρόλο του θύματος. Κάθε θύμα χρειάζεται ένα θύτη για να γίνει μετά και αυτό θύτης, αυτό είναι το μοντέλο συμπεριφοράς τους. Όπως και κάθε παιδί δεν έχουν σχεδόν καμία ικανότητα αυτοπαρατήρησης, συνειδητής επιλογής σκέψης, συναισθήματος και συμπεριφοράς.

Ένα άτομο που ανατράφηκε για να είναι «καλό παιδί» γίνεται συναισθηματικά δυσλειτουργικό όταν βρεθεί εκτός του δομημένου περιβάλλοντος στο οποίο μεγάλωσε, δεν μαθαίνει από την εμπειρία, καταστέλλει σημαντικά στοιχεία του χαρακτήρα του και της προσωπικότητας του και σίγουρα δεν είναι το άτομο που θα ήθελαν οι άλλοι να είναι υπεύθυνο για κάτι σημαντικό.

Τα «καλά παιδιά» είναι καλά. γιατί κάνουν ότι αναμένεται από αυτά και αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα τους. Η κρυμμένη θλίψη και οι μελλοντικές δυσκολίες του «καλού παιδιού» ξεκινούν από την εσωτερική ανάγκη του για υπερβολική συμμόρφωση γιατί είναι «καλό» επειδή δεν έχει άλλη επιλογή και η καλοσύνη του είναι μια αναγκαιότητα και όχι μια επιλογή.

Τα «καλά παιδιά» ως ενήλικες

Κάποια «καλά παιδιά» ενδέχεται να έγιναν έτσι λόγω ενός αδιάφορου γονέα που ήταν πάντα πολύ απασχολημένος και το παιδί με το να είναι «καλό», ήλπιζε να κερδίσει λίγο το ενδιαφέρον του. Επίσης μπορεί να γίνουν έτσι λόγω ενός ψυχικά διαταραγμένου γονέα με έναν βίαιο θυμό τον οποίο έπρεπε να καταπραΰνουν γιατί γινόταν πολύ τρομακτικός σε οποιοδήποτε λιγότερο από τέλεια συμπεριφορά τους.

Αλλά αυτή η καταστολή των πιο προκλητικών συναισθημάτων, αν και έχει σαν αποτέλεσμα τη βραχυπρόθεσμη υπακοή που είναι επιθυμητή και ευχάριστη, δημιουργεί μια τεράστια δυσκολία στην μετέπειτα ζωή. Τα πρόβλημα των «καλών παιδιών» είναι ότι έχουν χάσει ένα σημαντικό προνόμιο που αναγνωρίζεται στο υγιές παιδί, ότι είναι σε θέση να επιδείξει ζήλια, απληστία, εγωισμό και άλλες κακές πλευρές που όμως είναι ανθρώπινες και παρόλα αυτά να είναι αποδεχτό και αγαπητό.

Τα «καλά παιδιά» πολλές φορές μπορεί επίσης να έχουν ιδιαίτερα προβλήματα γύρω από το σεξ γιατί σαν παιδιά, λάμβαναν επαίνους επειδή είναι αγνά και αθώα. Καθώς γίνονται ενήλικες, όμως, ανακαλύπτουν το σεξ το οποίο μπορεί να φαίνεται συναρπαστικό η αηδιαστικό. Αλλά αυτό μπορεί να είναι ριζικά σε αντίθεση με την εικόνα που πιστεύουν ότι επιτρέπεται και πρέπει να έχουν και για το λόγο αυτό μπορεί να αρνηθούν τις επιθυμίες τους η να ενδώσουν σε αυτές με δυσανάλογο τρόπο ο οποίος είναι καταστροφικός σε άλλα κομμάτια της ζωής τους και τους αφήνει αηδιασμένους και φοβισμένους.

Η επιθυμία να είναι κάποιος «καλός»

Στον εργασιακό τους χώρο, τα «καλά παιδιά» επίσης έχουν προβλήματα. Ως παιδιά έχουν μάθει να ,ακολουθούν κανόνες όπως «Μην δημιουργείτε προβλήματα και φροντίζετε να μην ενοχλείτε κανέναν». Αλλά σχεδόν όλα όσα είναι ενδιαφέροντα και αξίζει να γίνουν ή είναι σημαντικά έρχονται σε αντίθεση με κάποιους. Μια λαμπρή ιδέα θα απογοητεύει πάντα ορισμένους ανθρώπους μα αξίζει πολύ να την υλοποιήσουμε. Το «καλό παιδί» καταδικάζεται σε μετριότητα στην καριέρα του εξαιτίας της προσπάθειας του να ικανοποιεί τους άλλους.

Η ωριμότητα στον άνθρωπο συνεπάγεται τη συμφιλίωση του με την πολυπλοκότητα του και τη φιλοδοξία του, καθώς και την αποδοχή ότι δεν γίνεται όλα όσα μας κάνουν ευτυχισμένους να ευχαριστούν και όλους τους άλλους ώστε να μας επαινούν και να είμαστε «καλοί». Όμως, είναι σημαντικό να κυνηγήσουμε τα όνειρα και τις επιθυμίες μας και να τα πραγματοποιήσουμε είτε έτσι είτε αλλιώς.

Η επιθυμία να είναι κάποιος «καλός», είναι ένα από τα ωραιότερα πράγματα στον κόσμο, αλλά για να έχουμε μια πραγματικά καλή ζωή, μπορεί μερικές φορές να χρειαστεί να είμαστε «κακοί» σε αντίθεση με τα πρότυπα του «καλού παιδιού». Τα «καλά παιδιά» είναι ειδικοί στην ικανοποίηση των προσδοκιών των άλλων, αλλά οι πραγματικές σκέψεις και τα συναισθήματα τους παραμένουν θαμμένα, για αυτό και παρουσιάζουν ψυχοσωματικά συμπτώματα, πικρία, και έντονες και ξαφνικές εκρήξεις με ασήμαντες αφορμές και εκδηλώνουν ακραία τιμωρητικότητα.

Έχουν δεχτεί την τιμωρητικότητα για να γίνουν «καλά παιδιά» με αποτέλεσμα να γίνονται τιμωρητικοί και οι ίδιοι. Οι άνθρωποι γενικά αποφεύγουν να έχουν στον περίγυρο τους τιμωρητικούς ανθρώπους και στις περισσότερες περιπτώσεις απομακρύνονται όταν βιώσουν εκδήλωση τιμωρητικότητας και μάλιστα με ασήμαντες αιτίες. Η τιμωρία είναι ένας αρκετά κακός τρόπος να αλλάξεις τη συμπεριφορά τις περισσότερες φορές, γιατί δεν κάνει τους ανθρώπους να επανεξετάσουν τις πράξεις για τις οποίες τιμωρήθηκαν, και τους ενθαρρύνει να βρουν τρόπους να αποφύγουν την τιμωρία στο μέλλον ή απλώς δημιουργεί θυμό και δυσαρέσκεια.

Η συγχώρεση και η συζήτηση αντί της τιμωρίας είναι ιδιαίτερα σημαντικές για τους γονείς γιατί η υπερβολική τιμωρία τείνει να δημιουργεί παιδιά που είναι και αυτά τιμωρητικά. Βέβαια η τιμωρία δεν αποκλείεται, αλλά είναι σημαντικό να περιοριστεί σε περιπτώσεις που υπάρχουν πραγματικά κακές προθέσεις και κακές ενέργειες.

Όταν τα παιδιά είναι μικρά τα σημάδια της υπερβολικής ευγένειας και υπακοής, θα πρέπει να εντοπίζονται έγκαιρα από σωστά καταρτισμένους εκπαιδευτικούς και από τους ίδιους τους γονείς. Οι ενήλικες που στην παιδική τους ηλικία δέχθηκαν τιμωρητικότητα και έχουν το σύνδρομο του «καλού παιδιού», είναι σημαντικό να το αυτοδιαχειριστούν.

Δημήτρης Λιαντίνης: Μηδέν και μηδενισμός

Προκαταβολικά πρέπει να ειπωθεί ότι εκείνος πού δεν έχει καμία σχέση με το μηδενισμό είναι ό Νίτσε. Εάν o ευρωπαϊκός μηδενισμός σημαίνει την άρνηση και την παρακμή, τον εκφυλισμό, τη σήψη, τη φθορά, και την απαισιοδοξία, το πνεύμα του Νίτσε είναι σε όλα αυτά το ακριβώς αντίθετο. Η ομολογία είναι ρητή και γίνεται με το στόμα του ίδιου του Νίτσε:

Αναιρώ, όπως δεν αναίρεσε ποτέ κανείς, και είμαι εντούτοις το αντίθετο ενός αρνητικού πνεύματος. Είμαι ό χαρού­μενος μαντατοφόρος στο βαθμό πού κανείς δεν υπήρξε ως τώρα, και κατέχω την έννοια μιας τόσο ψηλής αποστολής, πού κανείς δεν έφτασε να συλλάβει ως σήμερα οι ελπίδες ξαναρχίζουν με μένα.

Το γεγονός ότι του φόρτωσαν ό,τι ακριβώς δεν έχει, και ό,τι καταμήνυσε στους άλλους, πηγάζει από την ψυχολογία του κλέφτη, που φωνάζει για να φοβηθεί ο νοικοκύρης.

Ο βαθμός κατανόησης του προσωκρατικού πνεύματος από το Νίτσε είναι ευθέως ανάλογος με το βαθμό παρανόησης του Νίτσε από το σύγχρονο πνεύμα. Όση, δηλαδή, φυσικότητα και ρώμη είδε ο Νίτσε στο στοχασμό των Προσωκρατικών, τόση αρρώστια και επιτήδευση είδε ό σύγχρονος άνθρωπος στο στοχασμό του Νίτσε. Το πράγμα έχει και την αιτία και την ερμηνεία του.

Η αιτία εντοπίζεται στη διαφορά και στην αντίθεση ανάμεσα στην προσωκρατική και στη σύγχρονη αντίληψη αναφορικά με τη βουλητική δύναμη πού χρειάζεται, προκειμένου να αντιμετωπίσει ό άνθρωπος με φυσικό τρόπο — πού είναι ό μόνος ορθός — τη φυσική πραγματικότητα.

Οι Προσωκρατικοί συντονίζουνται με τη σκληρότητα του κόσμου. Στην κτηνωδία της φύσης, σαν μόνο ισοδύναμο, αντιτάσ­σουν τη σταθερότητα του άνθρωπου. Πρόκειται για μια σκληρό­τητα όχι απάνθρωπη — όπως παρανοώντας και παρανοϊκά χαρα­κτήρισαν τη σκληρότητα του Νίτσε — αλλά κατεξοχήν ανθρώπινη. Υπάρχει άλλος συγγραφέας πού να ‘χει δώσει σε βιβλίο του τον τίτλο

Ανθρώπινο, πολύ ανθρώπινο!

Ή σκληρότητα του Νίτσε είναι του εξής τύπου: αν είναι, προκειμένου να στεριώσει το γεφύρι, να πεθάνει ή όμορφη γυναίκα του πρωτομάστορα, τότε να πεθάνει. αν είναι, προκειμένου να μη μεταδοθεί στην πόλη ή πανούκλα πού κομίζει, να βουλιάξει το καράβι, τότε να βουλιάξει, αν είναι, προκειμένου να μην ατιμασθεί από την αραπιά, να καεί το Μισολόγγι, τότε να καεί.

Αυτή, βέβαια, η διαλεκτική του είτε... είτε δεν αποκλείει και την άλλη του τόσο... όσο. Και από τη σκοπιά αυτή ο Νίτσε θα μας έλεγε:

Μπροστά στο λιοντάρι αν θέλεις να σωθείς, και προπαντός να σώσεις το φιλότιμο σου, άλλος τρόπος από το να γίνεις θηριοδαμα­στής δεν υπάρχει. Να βρεις τρόπο δηλαδή να το παλέψεις, και αν φτάνεις να το ημερώσεις, χωρίς ούτε να το βάλεις στα πόδια αγνάντια του, ούτε να το κλείσεις στο κλουβί με παγίδες λάκκους.

Το έξοχα έξοχο, συνεχίζει ό Νίτσε, και τότε ο άνθρωπος γίνεται Άνθρωπος — Ubermensch είναι ή νέα λέξη, με την οποία ο Νίτσε πλούτισε την ανθρώπινη γλώσσα — θα 'ταν να το σπρώ­ξεις στο κλουβί, και να μπεις μέσα κι ο ίδιος.

Είναι γνωστό oτι ό Νίτσε το πρότυπο του άνθρωπου πού σάρκωσε το ιδεώδες της βούλησης για δύναμη το ‘βλέπε στο Βοναπάρτη. Και είναι γνωστή ακόμη η φράση του Κουτούζωφ προς τον τσάρο Αλέξανδρο, όταν ό Ναπολέων σφηνώθηκε στα δόντια του ρώσικου χειμώνα. — Ό Βοναπάρτης κλείστηκε μαζί με την αρκούδα στο κλουβί, και σφάληξε πίσω του την πόρτα. Καλά είναι τώρα!

Ό άνθρωπος του Νίτσε είναι ό τύπος του Βοναπάρτη πού πρέπει εντούτοις να νικήσει το ρωσικό χειμώνα. Εάν ή ανύψωση του άνθρωπου σε τέτοιο ύψος βουλητικής δύναμης φαίνεται δεινή, είναι μύριες φορές χειρότερα τα δεινά πού τον περιμένουν, εφόσον συνεχίζει το δρόμο της απάτης πού τραβάει. Αυτή είναι η λογική συνέπεια της φυσικής αφετηρίας του Νίτσε, και κατά τούτο ό Νίτσε γίνεται προφήτης κακών για τούς ανθρώπους. Εκήρυξε, όπως λένε, τον ευρωπαϊκό μηδενισμό.

Μα τι θα 'πρεπε να ακούσουμε ακόμη, όταν βλέπουμε να καίγεται το σπίτι μας, και μείς δεν εννοούμε να ξεπορτίσουμε-, για. να μη γίνουμε τάχατες ανέστιοι!

Απέναντι σ' αυτή τη στάση του Νίτσε, την αυθεντική δηλαδή ερμηνεία του στοχασμού των Προσωκρατικών, ο σύγχρονος άνθρωπος έχει υιοθετήσει τη στάση του δειλού κυνηγού με τα ναρκοβόλα — τα ναρκωτικά άλλωστε είναι ή σημαία ευκαιρίας του καιρού μας — πού έκλεισε το λιοντάρι στο κλουβί — κι όπου λιοντάρι διάβαζε φύση — και κάθεται απέξω και το περιπαίζει, όπως από τον αψηλό του τόπο το γνωστό ερίφιο κορόιδευε το λύκο του Αίσωπου.

'Αλλά κάτω από τέτοιους αφύσικους όρους οι εκδοχές είναι δύο: ή το λιοντάρι θα ψοφήσει οπότε θα ψοφήσουμε κι εμείς, ή θα σπάσει το κλουβί οπότε θα γιομίσει ο κόσμος με όσα κόκκαλα δεν εχώρεσε ή περιγραφή του Ιεζεκιήλ:

Και έθηκε με έν μέσω τον πεδίου, και τούτο ήν μεστόν όστέων ανθρωπίνων.

Στην πρώτη περίπτωση οσμίζεται κιόλας κανείς τα σημάδια στον αέρα: στα καυσαέρια δηλαδή. (Στα ρουθούνια μου κρύβεται ή μεγαλοφυΐα μου, έλεγε ο Νίτσε).

Στη δεύτερη περίπτωση ακούμε τούς σπλαγχνοσκόπους και τούς νεκρομάντες να μελετούν τους οιωνούς εξετάζοντας τα σωθικά των πυρηνικών οπλοστασίων. Η απειλή του μαζικού ολέθρου στέκεται ante portas.

Αυτά για την αιτία. Οσο για την ερμηνεία το πράγμα εντο­πίζεται στη διαφορά και την αντίθεση ανάμεσα στο Νίτσε και στο σύγχρονο άνθρωπο, αναφορικά με την ειλικρίνεια πού πλησιάζουν και ενστερνίζουνται τους Προσωκρατικούς.Η στάση του Νίτσε είναι ή στάση της πράξης και της ζωής. Η στάση του σύγχρονου πνεύματος είναι ή στάση της θεωρίας και των λόγων.

Περιγράφοντας στο πρώτο κεφάλαιο το δράμα της σύγχρονης παιδείας αναφέρθηκα συνοπτικά στην οντολογική απάτη και στην ηθική υποκρισία σαν τυπικά συμπτώματα του σύγχρονου πολιτι­σμού.

O Νίτσε για να διαστείλει την ειλικρίνεια από την ψευτιά σαν τρόπους με τούς οποίους αντίκρυσε τον προσωκρατικό στοχασμό ό ίδιος από το ένα μέρος, και ολόκληρη η σύγχρονη ανθρωπότητα από το άλλο, χρησιμοποιεί την εικόνα των Άντιαλεξάνδρων.

Από τότε πού ο Μακεδών τράβηξε το ξίφος στη χώρα του Μίδα, οι άνθρωποι άλλο δεν κάνουν παρά να λύνουν γόρδιους δεσμούς. Φτάσαμε στο σημείο πού οι νέοι βασιλιάδες μετράνε λι­γότερο από τούς στρατιώτες του Αλέξανδρου. Τι να πεις πια για τούς στρατιώτες πού σέρνουν. Ο καιρός μας χρειάζεται τούς Αντιαλεξάνδρους, πού θα ξαναδέσουν τη ζωή στο αξεδιάλυτο και νικηφόρο σύμπλεγμα του μηδενός και του είναι.Το φθέγμα της προσωκρατικής φιλοσοφίας, αναφορικά με το μηδέν και το είναι, άφηκε μια ηχώ πού έφτασε έντονη ως τον Πλάτωνα και άτονη ως τον Αριστοτέλη. Ύστερα έσβησε μέσα στο χάσμα πού ανοίχτηκε.
 
 Δημήτρης Λιαντίνης, Homo Educandus

Η ελπίδα της κατάθλιψης

Ακούγεται παράδοξο και όμως. Το οδυνηρό βίωμα της κατάθλιψης μπορεί (με την κατάλληλη αντιμετώπιση) να γίνει γέφυρα προς την ωριμότητα. Στην ψυχοδυναμική σκέψη υπάρχει η άποψη ότι όπου υπάρχει κατάθλιψη υπάρχει ελπίδα.

Η κατάθλιψη είναι ένα ιδιαίτερα δυσάρεστο βίωμα. Αποτελεί ναρκισσιστικό πλήγμα (ως αποτέλεσμα πρώιμων τραυματικών εμπειριών) που μας φέρνει αντιμέτωπους με ένα αδύναμο κομμάτι του εαυτού μας και το συναίσθημα της εγκατάλειψης.

Αισθήματα απελπισίας, απόγνωσης, απαξίωσης, οργής κυριαρχούν ταυτόχρονα με την «πεποίθηση» ότι αυτό που συμβαίνει θα συμβαίνει για πάντα.

Περιγράφεται ως μια μαύρη τρύπα που σε ρουφάει, σαν κινούμενη άμμος που σε εγκλωβίζει και σε οδηγεί στην ανυπαρξία. Αισθήματα αδυναμίας σταδιακά κυριαρχούν και έτσι νιώθουμε ανίκανοι να αντιδράσουμε. Κάποιες φορές η ένταση του βιώματος της δυστυχίας οδηγεί φαντασιώσικα σε ανέλπιδες διεξόδους.

Η ένταση της κατάθλιψης είναι που καθορίζει τον τρόπο αντίδρασης. Συνήθως η προσπάθεια επικεντρώνεται στην αποφυγή της (άλλοτε συνειδητά, αλλά κυρίως ασυνείδητα) καθώς ο τρόπος που βιώνεται μοιάζει ανυπόφορος. Φανταζόμαστε ένα «τέρας» που θα μας κατασπαράξει και βρισκόμαστε στο έλεός του, τελείως ανίκανοι να αντιδράσουμε. Έτσι εφευρίσκουμε διάφορους τρόπους αποφυγής: αλκοόλ, ουσίες, εφήμερες συγκινήσεις, ανούσιες ικανοποιήσεις, σκορπίζοντας τον εαυτό μας σε ότι μοιάζει ικανό να την αποτρέψει έστω και για λίγο.

Το να θέλουμε να αποφύγουμε την κατάθλιψη (όσοι κινδυνεύουμε) είναι σαν να θέλουμε να ξεφύγουμε από την σκιά μας. Οι τρόποι αποφυγής το μόνο που καταφέρνουν είναι να μεταθέτουν αυτό που θα συμβεί, χωρίς ταυτόχρονα να μας καθησυχάζουν. Χρειάζεται να καταναλώνουμε πολύ ενέργεια για να «ξεγελάμε» το θηρίο. Ενέργεια που συνήθως ξοδεύεται άσκοπα καθώς ασυνείδητα επαναλαμβάνουμε συνεχώς το μοντέλο ζωής μας. Μέσα από αυτό το μοντέλο επιβεβαιώνεται συνεχώς ο φαύλος κύκλος της ματαίωσης, που λειτουργεί ως εκλυτικός παράγοντας της κατάθλιψης.

Η απόφαση να σταθούμε και να αντιμετωπίσουμε το φόβο μας, αντί να προσπαθούμε μάταια να ξεφύγουμε, είναι ο μόνος τρόπος που εμπεριέχει ΕΛΠΙΔΑ.

Αν μπορούμε να επιτρέψουμε στον εαυτό μας να βιώσει την απόγνωση της απώλειας και την θλίψη της ματαίωσης, μπορεί να αποτελέσει αποφασιστικό βήμα προς την αυτογνωσία και την ωριμότητα.

Η σωστή σχέση βοηθά την πληγωμένη αυτοεκτίμηση να επουλώσει τα τραύματά της, να ισχυροποιηθεί έτσι ώστε οι επερχόμενες προκλήσεις να βρίσκουν διέξοδο στην χαρά της ζωής και όχι στο φαύλο κύκλο της κατάθλιψης και έχει πολύ καλές ενδείξεις αποτελεσματικής επανόρθωσης του τραυματικού βιώματος είτε αυτό αφορά το παρόν είτε το παρελθόν.

Η ψυχολογική εξάντληση δεν συμβαίνει από αδυναμία, αλλά από υπερβολική δύναμη

Η ψυχολογική εξάντληση δεν γίνεται από αδυναμία αλλά εξαιτίας της δύναμης που έχετε αποκτήσει μετά από πολλά πράγματα που έχουν συμβεί.

Η ψυχολογική εξάντληση είναι συνήθως μια αργή διαδικασία κατά την οποία η σταγόνα ξεχειλίζει το ποτήρι χωρίς να το συνειδητοποιήσετε. Το πρόβλημα είναι ότι αργά ή γρήγορα θα έρθει η έκρηξη, κυρίως λόγω των καταστάσεων που έχετε ανεχτεί για πολύ καιρό.

Η ψυχολογική εξάντληση είναι μια κατάσταση ακραίας ψυχικής και συναισθηματικής κόπωσης, η οποία συχνά συνοδεύεται από ένα αίσθημα έλλειψης σωματικής δύναμης. Με απλά λόγια συμβαίνει όταν δίνετε πολλά και παίρνετε λίγα, σε ό,τι αφορά το συναισθηματικό κομμάτι. Συχνά χαρακτηρίζεται ως ένα είδος σωματικής και διανοητικής αδράνειας, ένα αίσθημα βαρύτητας που σας περιβάλλει καθημερινά.

Οι αιτίες ποικίλλουν αν και σε πολλές περιπτώσεις υπάρχει ένα κοινό, το οποίο αναφέραμε και παραπάνω, ότι δίνετε πάρα πολλά και λαμβάνετε πολύ λίγα. Όλο αυτό στην αρχή φαίνεται σαν κάτι απλό, όμως σας αναλώνει και στο τέλος σας εξαντλεί.

Σε άλλες περιπτώσεις η ψυχική κόπωση προκαλείται από τις πολλές αλλαγές που γίνονται σε σύντομο χρονικό διάστημα, παρόλο που μπορεί να είναι θετικές. Όμως όταν συμβαίνουν πολύ γρήγορα δεν μπορείτε να τις χειριστείτε και νιώθετε εξαντλημένοι.

Σε αυτές τις περιπτώσεις παρόλο που έχετε ό,τι θέλετε, στο μυαλό υπάρχει ένα είδος αισθητήρα που σας λέει ότι κάτι δεν πάει καλά.

Τα συμπτώματα της ψυχικής εξάντλησης είναι τα εξής:
  • Απώλεια ενέργειας
  • Ευερεθιστότητα, νευρικότητα
  • Αϋπνία
  • Απώλεια κινήτρωνΌταν είστε εξαιρετικά εξαντλημένοι, απλά δεν βρίσκετε κανένα κίνητρο
Όχι και τόσο καλή μνήμη: Πιθανόν να ξεχνάτε τι φάγατε την προηγούμενη ημέρα ή τις δουλειές έχετε να κάνετε. Αυτό συμβαίνει επειδή το μυαλό είναι πολύ κουρασμένο και δεν μπορεί να συνεχίσει την επεξεργασία και την αποθήκευση πληροφοριών στο συνειδητό επίπεδο.

Πόσο υπερόπτες μας επιτρέπει η ζωή να είμαστε;

«Ταπεινότητα δεν σημαίνει να έχεις μικρή ιδέα για τον εαυτό σου, αλλά να ασχολείσαι με τον εαυτό σου λιγότερο» -Σιντ Μπανκς

Υπό αυτή την έννοια, η ταπεινότητα ισοδυναμεί με την ανθρώπινη κατάσταση. Δεν έχει καμία σχέση με την υψηλή ή χαμηλή αυτοεκτίμηση, αλλά με την αναγνώριση του γεγονότος ότι είμαστε ένα από τα έξι δισεκατομμύρια κύματα στον ωκεανό της ζωής και ότι κανείς μας δεν είναι περισσότερο ή λιγότερο σημαντικός από τους άλλους.

Χωρίς να χρειάζεται να κάνω οτιδήποτε γι΄ αυτό, ο ήλιος ανατέλλει το πρωί και το βράδυ βγαίνουν τα άστρα.

Προτού ακόμα σηκωθώ από το κρεβάτι, η Γη έχει εκτελέσει το ένα τρίτο της περιστροφής της γύρω από τον άξονά της και έξι δισεκατομμύρια άνθρωποι έχουν κάνει ό,τι καλύτερο μπορούν για να γίνουν πιο ευτυχισμένοι και να μετριάσουν τον πόνο τους.

Και αφού δεν είμαι εγώ υπεύθυνος, μπορώ να χαλαρώσω και να απολαύσω τη ζωή. Δεν δειλιάζω συνειδητοποιώντας ότι είμαι αδύναμος – ή ακόμα και απόλυτα ανίσχυρος – μπροστά στις δυνάμεις που είναι πολύ ανώτερες από τις δικές μου, αλλά, αντίθετα, νιώθω ελεύθερος.

Ελεύθερος να απολαμβάνω τη ζωή όταν τα πράγματα εξελίσσονται σύμφωνα με τις επιθυμίες μου, αλλά και να επιδεικνύω στωικότητα και αξιοπρέπεια όταν καλούμαι να διαχειριστώ δυσκολίες.

Ελεύθερος να αγαπώ και να βοηθώ τους ανθρώπους όταν συμπεριφέρονται όπως θα ήθελα, αλλά και να εξακολουθώ να τους αγαπώ και να τους βοηθώ όταν η συμπεριφορά τους δεν είναι η επιθυμητή.

Ελεύθερος να δημιουργήσω τη ζωή των ονείρων μου όταν τα πράγματα φαίνονται εύκολα, αλλά και ελεύθερος να συνεχίσω να κινούμαι προς αυτή την κατεύθυνση ή να παραιτηθώ και να χαράξω νέα πορεία όταν τα πράγματα φαίνονται δύσκολα.

Τελικά, αυτό μου φαίνεται ότι είναι στον πυρήνα κάθε επιθυμίας μας: η ελευθερία να απολαμβάνουμε τη ζωή μας και να συνεισφέρουμε στο Όλον, τόσο στα εύκολα όσο και στα δύσκολα, με όποιο τρόπο μπορούμε και για όσο καιρό βρισκόμαστε εδώ.

Το πώς θα καταλήξουν τα πράγματα δεν είναι στο χέρι μας. Ποτέ δεν ήταν στο χέρι μας. Αν όμως βάλουμε κι εμείς το λιθαράκι μας και παίξουμε τον ρόλο μας, είναι απίστευτο πόσο μακριά μπορούμε να πάμε.

Ηράκλειτος: τι είναι ο θάνατος;

Ηράκλειτος ο Εφέσιος: ⁓540 ‒ ⁓480 π.Χ.

Η οντολογική διαδρομή του ανθρώπου: Γέννηση ‒ Ζωή ‒ Θάνατος

§1

Εμείς οι άνθρωποι κινούμαστε ανάμεσα σε αντίθετες καταστάσεις, που αλληλοσυμπληρώνονται και συγκροτούν ένα Όλο. Πρόκειται για καταστάσεις εσωτερικά συνδεόμενες και όχι εξωτερικά παρατιθέμενες. Τέτοιες είναι εδώ: η κατάσταση της έγερσης, δηλ. όταν είμαστε ξυπνητοί, και η κατάσταση του ύπνου. Κοινή ενέργεια, που συσχετίζει τις δυο καταστάσεις, είναι αυτή του βλέπειν (:ὁρέομεν). Τούτη η ενέργεια λαμβάνει χώρα υπό δυο αντιθετικές καταστάσεις. Όταν είμαστε ξυπνητοί, το Είναι μας τελεί σε κατ’ αίσθηση διασκορπισμό, με αποτέλεσμα να επέρχεται θάνατος του Ενός.

Κείμενο-μετάφραση

B 21
Οὐχί καὶ Ἡράκλειτον θάνατον τὴν γένεσιν καλεῖ... ἐν οἶς φησι· θάνατός ἐστιν ὁκόσα ἐγερθέντες ὁρέομεν, ὁκόσα δὲ εὕδοντες ὕπνος.

Μήπως και ο Ηράκλειτος δεν αποκαλεί τη γέννηση θάνατο … με τούτα που λέει: θάνατος είναι όσα βλέπουμε όταν είμαστε ξύπνιοι, ενώ ύπνος είναι όσα βλέπουμε όταν κοιμόμαστε.

§2

Ερμηνεία ‒ κατανόηση

α) θάνατός ἐστιν ὁκόσα ἐγερθέντες ὁρέομεν:

Ο θάνατος είναι κάτι το ακίνητο, το αμετάβλητο, το αδρανές, το παγιωμένο, αυτό που δεν επιδέχεται καμιά αλλαγή ή αντικατάσταση. Γιατί; Επειδή αυτά που βλέπουμε συνιστούν την αμετάβλητη, τη νεκρή όψη των αισθητών πραγμάτων και όχι την ενδότερη ουσία τους, την αεικίνητη ψυχή τους: το αείζωον πυρ. Στη θέασή μας εμπίπτει το προσλαμβανόμενο ως μια άμεση κατάσταση στο χώρο και τον χρόνο. Χέγκελ: ένα τώρα και ένα εδώ που είναι και συγχρόνως δεν είναι. Πρόκειται, στ’ αλήθεια, για εκείνο που απλώς είναι, που δεν έχει συλληφθεί στην έννοιά του, δηλ. στην ολοκλήρωση της εννοιολογικής του κίνησης:

«Η κατ’ αίσθηση βεβαιότητα φαίνεται η πιο αληθινή· γιατί δεν έχει τίποτα αποκλείσει από το αντι-κείμενο, αλλά το έχει εμπρός της σε όλη του την πληρότητα. Στην πράξη όμως αποκαλύπτεται ως η πιο αφηρημένη και φτωχή αλήθεια. Για ό,τι γνωρίζει αποφαίνεται μόνο τούτο: αυτό είναι· και η αλήθεια της εμπεριέχει μόνο το Είναι του Πράγματος».

Η εγελιανή κίνηση ή η μεταβολή, με βάση την έννοια, ήτοι τη σκέψη και το πνεύμα, που δεν υφίσταται διάψευση ή φθορά όπως το κατ’ αίσθηση υπαρκτό, στον Ηράκλειτο είναι ακριβώς το ίδιο:

«ο Ηράκλειτος λέει ότι ο κόσμος γίνεται όχι με βάση το χρόνο, αλλά με βάση τη σκέψη» (10.5. Αέτιος ΙΙ 4,3).

Η αλλαγή, η μεταβολή ιδιάζει στη βαθύτερη ουσία του πράγματος, στην άφθαρτη ψυχή, που δεν είναι ορατή δια γυμνού οφθαλμού, γιατί είναι απαλλαγμένη από την επενέργεια των αισθήσεων (διδασκαλία, 20). Ορατή είναι μόνο η εξωτερική εκδήλωση της υγρής ή της ξηρής ψυχής, όχι η ίδια η ψυχή. Η ψυχή παραπέμπει στην αυτοκινησία (απ. 115) και ως τέτοια είναι η ζωή, η κίνηση ή η αλλαγή των ζωντανών σωμάτων. Τα αισθητά πράγματα γεννιούνται και πεθαίνουν. Είναι εξαφανιζόμενα μεγέθη. Τείνουν ολοταχώς προς τον θάνατο.

β) ὁκόσα δὲ εὕδοντες ὕπνος:

Στον ύπνο δεν βλέπουμε τίποτα το πραγματικό. Το μόνο πραγματικό είναι ότι κοιμόμαστε. Αλλ’ αυτό δεν το βλέπουμε. Αυτό που βλέπουμε είναι μόνο όνειρα. Αυτά όμως είναι φαντασιακές εικόνες, κάτι δηλαδή μη-πραγματικό. Σημειωτέο πως ο Ηράκλειτος δεν υιοθετεί την ομηρική αντίληψη ότι τα όνειρα έχουν πραγματική υπόσταση, είναι πραγματική ενέργεια. Ιδιάζουν απλώς, ως κάτι το απατηλό, στο φαινόμενο του ύπνου και από μόνα τους δεν είναι πραγματικά ούτε απηχούν την εξωτερική πραγματικότητα. Όσα συμβαίνουν πραγματικά, όσα συνάπτονται με την αντικειμενική πραγματικότητα, ο ύπνος δεν μπορεί να μας κάνει να τα δούμε, όπως ακριβώς δεν μπορεί ούτε η αισθητηριακή βλέψη, που είναι θάνατος, όταν είμαστε ξύπνιοι, παρά μόνο ο καθολικός Λόγος, η νοούσα ψυχή που συλ-λαμβάνει δια του βλέμματός της τη ζωή. Επομένως, ο ύπνος είναι μια μη-πραγματικότητα για την ψυχή που νοεί και κινεί τη ζωή. 

§3

Οι καθεύδοντες είναι ζωντανοί-νεκροί

Στο παρακάτω απόσπασμα (Β20) ο Ηράκλειτος διερευνά το γίγνεσθαι ζωής και θανάτου, ένα γίγνεσθαι που το γνωρίζουμε ως κύκλο της ζωής και ως όδευση προς τον θάνατο. Ενώ κανένας δεν μπορεί να αποφύγει αυτό το γίγνεσθαι, οι καθεύδοντες [=οι κοιμισμένοι] παραμένουν αδρανείς, κατακερματισμένοι, αυτο-αποσυντιθειμένοι κατά τον κύκλο της ζωής τους και περιμένουν άδοξα το θάνατό τους, τη φθορά τους. Το μόνο που «κατορθώνουν» μέσα στην αδράνεια της ζωής τους είναι να την διαιωνίζουν με την αναπαραγωγή των παιδιών:

Ι. κείμενο

Ἡράκλειτος γοῦν κακίζων φαίνεται τὴν γένεσιν, ἐπειδάν φῇ· γενόμενοι ζώειν ἐθέλουσι μόρους τ᾽ ἔχειν μᾶλλον δὲ ἀναπαύεσθαι καὶ παῖδας καταλείπουσι μόρους γενέσθαι.

ΙΙ. μετάφραση

Ο Ηράκλειτος λοιπόν φαίνεται να κακίζει τη γέννηση, όταν λέει: αφού γεννηθούν, θέλουν να ζήσουν και να υποστούν τη μοίρα του θανάτου ή μάλλον ν' αναπαύονται· κι αφήνουν πίσω τους παιδιά για να γίνουν κι αυτά θύματα του θανάτου.

§4

Ερμηνεία ‒ κατανόηση

α) γενόμενοι ζώειν ἐθέλουσι μόρους τ᾽ ἔχειν:

Ο Ηράκλειτος φαίνεται να έχει κατά νου εδώ τους πολλούς, που καθεύδουν και οι οποίοι, αφού μπουν στον κύκλο της ζωής, προτιμούν να ζουν την καθημερινή τους ζωή και μόνο αυτή, με νωθρότητα και μέσα στη φιληδονία, δηλαδή κτηνωδώς (απ. 29), περιμένοντας παθητικά την αναπόφευκτη μοίρα και μέρα του θανάτου.

β) μᾶλλον δὲ ἀναπαύεσθαι:

Ι. Η ανάπαυση για τον Ηράκλειτο αποτελεί στοιχείο όχι ξένο προς την αλλαγή, προς την κίνηση και τον περιδινούμενο κύκλο της ζωής. Είναι η ανάπαυση μετά την αλλαγή ή η ανάπαυση εκ της μεταβολής (απ. 84α). Στο πλαίσιο της εγελιανής διαλεκτικής είναι η κατάφαση, μετά τη θέση και την αντίθεση. Είναι η κατάφαση και όχι η σύνθεση, όπως γελοιωδώς παρερμηνεύουν τον Χέγκελ ορισμένοι προφεσόροι ασύλληπτης αμορφωσιάς, που του αποδίδουν το γνωστό αντιεγελιανό σχήμα: θέση ‒ αντίθεση ‒ σύνθεση.

ΙΙ. Οι πολλοί, απεναντίας, εννοούν την ανάπαυση ως ακινησία, ως αδρανοποίηση: επαναλαμβάνουν τα ίδια καθημερινά και δεν σπάνε τον κύκλο της απλής διαβίωσης, για να δώσουν ένα ανώτερο νόημα στη ζωή τους: να αγωνιστούν για την αιώνια δόξα, για «ανώτερους σκοπούς» (απ. 25), όπως κάνουν οι άριστοι, ή για την αλήθεια, όπως κάνουν οι φιλόσοφοι, ξεπερνώντας έτσι το θάνατο. Αρκούνται σε μια παθητική ολοκλήρωση του βιολογικού κύκλου της ζωής τους, με αποτέλεσμα να αφήνονται στην τυχαία εξωτερικότητα και να εξουσιάζονται από τα ίδια τα πράγματα (απ. 84β): είναι ζωντανοί νεκροί.

γ) καὶ παῖδας καταλείπουσι μόρους γενέσθαι:

Διαχωρίζοντας τους πολλούς από τους φιλοσόφους ο Ηράκλειτος επισημαίνει πως κατά την κυκλική κίνηση της ζωής από τη γέννηση προς το θάνατο δεν κάνουν άλλο από το να γεννούν απλώς παιδιά, τα οποία κι αυτά, με τη σειρά τους, προορίζονται να επαναλάβουν τον ίδιο κύκλο της αναπαραγωγής και της αδρανούς ζωής. Αυτοί που γεννιούνται είναι ήδη νεκροί: όχι με το νόημα της γένεσης και της φθοράς, του αναπόφευκτου βιολογικού θανάτου δηλαδή, αλλά ως όντα, που ενώ εκ φύσεως είναι προορισμένα να σκέπτονται, παρ’ όλα αυτά έχουν παραιτηθεί στη ζωή τους από κάθε αγώνα στοχαστικής ανάβλεψης, δηλ. από τον αγώνα για δημιουργία, για ανύψωση πάνω από το φθαρτό τμήμα της ζωής και διάγουν το βίο τους σαν κοιμισμένοι, σαν νεκροί (απ. 73). Έτσι δεν μπορούν να απαλλάξουν τις ψυχές τους από τις συμφορές της γέννησης (απ. 68) και μαθαίνουν να ζουν δια βίου εξαπατώντας και εξαπατώμενοι. Τούτο σημαίνει περαιτέρω πως σε αντίθεση με τους άριστους, δηλ. με τους ανθρώπους που φέρνουν μέσα τους την ικανότητα και την ορμή της δημιουργίας, που αγωνίζονται για να δώσουν βαθύτερα νοήματα στη θνητή τους συνθήκη, οι καθεύδοντες ‒που είναι συνεργοί στο κακο‒ μένουν βουτηγμένοι στο βόρβορο (απ. 13) και αρκούνται να χορταίνουν σαν τα ζώα απ. 29), διαιωνίζοντας έτσι τον κύκλο μιας εντελώς γυμνής ζωής, όπου όλοι και όλα γίνονται βορά του θανάτου.  

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ: Ποιητική (1452b-1453a)

[XII] Μέρη δὲ τραγῳδίας οἷς μὲν ὡς εἴδεσι δεῖ χρῆσθαι πρότερον εἴπομεν, κατὰ δὲ τὸ ποσὸν καὶ εἰς ἃ διαιρεῖται κεχωρισμένα τάδε ἐστίν, πρόλογος ἐπεισόδιον ἔξοδος χορικόν, καὶ τούτου τὸ μὲν πάροδος τὸ δὲ στάσιμον, κοινὰ μὲν ἁπάντων ταῦτα, ἴδια δὲ τὰ ἀπὸ τῆς σκηνῆς καὶ κομμοί. ἔστιν δὲ πρόλογος μὲν μέρος ὅλον τραγῳδίας τὸ πρὸ χοροῦ παρόδου, ἐπεισόδιον δὲ μέρος ὅλον τραγῳδίας τὸ μεταξὺ ὅλων χορικῶν μελῶν, ἔξοδος δὲ μέρος ὅλον τραγῳδίας μεθ᾽ ὃ οὐκ ἔστι χοροῦ μέλος· χορικοῦ δὲ πάροδος μὲν ἡ πρώτη λέξις ὅλη χοροῦ, στάσιμον δὲ μέλος χοροῦ τὸ ἄνευ ἀναπαίστου καὶ τροχαίου, κομμὸς δὲ θρῆνος κοινὸς χοροῦ καὶ ἀπὸ σκηνῆς. μέρη δὲ τραγῳδίας οἷς μὲν ‹ὡς εἴδεσι› δεῖ χρῆσθαι πρότερον εἴπαμεν, κατὰ δὲ τὸ ποσὸν καὶ εἰς ἃ διαιρεῖται κεχωρισμένα ταῦτ᾽ ἐστίν.

[XIII] Ὧν δὲ δεῖ στοχάζεσθαι καὶ ἃ δεῖ εὐλαβεῖσθαι συνιστάντας τοὺς μύθους καὶ πόθεν ἔσται τὸ τῆς τραγῳδίας ἔργον, ἐφεξῆς ἂν εἴη λεκτέον τοῖς νῦν εἰρημένοις. ἐπειδὴ οὖν δεῖ τὴν σύνθεσιν εἶναι τῆς καλλίστης τραγῳδίας μὴ ἁπλῆν ἀλλὰ πεπλεγμένην καὶ ταύτην φοβερῶν καὶ ἐλεεινῶν εἶναι μιμητικήν (τοῦτο γὰρ ἴδιον τῆς τοιαύτης μιμήσεώς ἐστιν), πρῶτον μὲν δῆλον ὅτι οὔτε τοὺς ἐπιεικεῖς ἄνδρας δεῖ μεταβάλλοντας φαίνεσθαι ἐξ εὐτυχίας εἰς δυστυχίαν, οὐ γὰρ φοβερὸν οὐδὲ ἐλεεινὸν τοῦτο ἀλλὰ μιαρόν ἐστιν· οὔτε τοὺς μοχθηροὺς ἐξ ἀτυχίας εἰς εὐτυχίαν, ἀτραγῳδότατον γὰρ τοῦτ᾽ ἐστὶ πάντων, οὐδὲν γὰρ ἔχει ὧν δεῖ, οὔτε γὰρ φιλάνθρωπον

[1453a] οὔτε ἐλεεινὸν οὔτε φοβερόν ἐστιν· οὐδ᾽ αὖ τὸν σφόδρα πονηρὸν ἐξ εὐτυχίας εἰς δυστυχίαν μεταπίπτειν· τὸ μὲν γὰρ φιλάνθρωπον ἔχοι ἂν ἡ τοιαύτη σύστασις ἀλλ᾽ οὔτε ἔλεον οὔτε φόβον, ὁ μὲν γὰρ περὶ τὸν ἀνάξιόν ἐστιν δυστυχοῦντα, ὁ δὲ περὶ τὸν ὅμοιον, ἔλεος μὲν περὶ τὸν ἀνάξιον, φόβος δὲ περὶ τὸν ὅμοιον, ὥστε οὔτε ἐλεεινὸν οὔτε φοβερὸν ἔσται τὸ συμβαῖνον. ὁ μεταξὺ ἄρα τούτων λοιπός. ἔστι δὲ τοιοῦτος ὁ μήτε ἀρετῇ διαφέρων καὶ δικαιοσύνῃ μήτε διὰ κακίαν καὶ μοχθηρίαν μεταβάλλων εἰς τὴν δυστυχίαν ἀλλὰ δι᾽ ἁμαρτίαν τινά, τῶν ἐν μεγάλῃ δόξῃ ὄντων καὶ εὐτυχίᾳ, οἷον Οἰδίπους καὶ Θυέστης καὶ οἱ ἐκ τῶν τοιούτων γενῶν ἐπιφανεῖς ἄνδρες. ἀνάγκη ἄρα τὸν καλῶς ἔχοντα μῦθον ἁπλοῦν εἶναι μᾶλλον ἢ διπλοῦν, ὥσπερ τινές φασι, καὶ μεταβάλλειν οὐκ εἰς εὐτυχίαν ἐκ δυστυχίας ἀλλὰ τοὐναντίον ἐξ εὐτυχίας εἰς δυστυχίαν μὴ διὰ μοχθηρίαν ἀλλὰ δι᾽ ἁμαρτίαν μεγάλην ἢ οἵου εἴρηται ἢ βελτίονος μᾶλλον ἢ χείρονος. σημεῖον δὲ καὶ τὸ γιγνόμενον· πρῶτον μὲν γὰρ οἱ ποιηταὶ τοὺς τυχόντας μύθους ἀπηρίθμουν, νῦν δὲ περὶ ὀλίγας οἰκίας αἱ κάλλισται τραγῳδίαι συντίθενται, οἷον περὶ Ἀλκμέωνα καὶ Οἰδίπουν καὶ Ὀρέστην καὶ Μελέαγρον καὶ Θυέστην καὶ Τήλεφον καὶ ὅσοις ἄλλοις συμβέβηκεν ἢ παθεῖν δεινὰ ἢ ποιῆσαι. ἡ μὲν οὖν κατὰ τὴν τέχνην καλλίστη τραγῳδία ἐκ ταύτης τῆς συστάσεώς ἐστι. διὸ καὶ οἱ Εὐριπίδῃ ἐγκαλοῦντες τὸ αὐτὸ ἁμαρτάνουσιν ὅτι τοῦτο δρᾷ ἐν ταῖς τραγῳδίαις καὶ αἱ πολλαὶ αὐτοῦ εἰς δυστυχίαν τελευτῶσιν. τοῦτο γάρ ἐστιν ὥσπερ εἴρηται ὀρθόν· σημεῖον δὲ μέγιστον· ἐπὶ γὰρ τῶν σκηνῶν καὶ τῶν ἀγώνων τραγικώταται αἱ τοιαῦται φαίνονται, ἂν κατορθωθῶσιν, καὶ ὁ Εὐριπίδης, εἰ καὶ τὰ ἄλλα μὴ εὖ οἰκονομεῖ, ἀλλὰ τραγικώτατός γε τῶν ποιητῶν φαίνεται. δευτέρα δ᾽ ἡ πρώτη λεγομένη ὑπὸ τινῶν ἐστιν σύστασις, ἡ διπλῆν τε τὴν σύστασιν ἔχουσα καθάπερ ἡ Ὀδύσσεια καὶ τελευτῶσα ἐξ ἐναντίας τοῖς βελτίοσι καὶ χείροσιν. δοκεῖ δὲ εἶναι πρώτη διὰ τὴν τῶν θεάτρων ἀσθένειαν· ἀκολουθοῦσι γὰρ οἱ ποιηταὶ κατ᾽ εὐχὴν ποιοῦντες τοῖς θεαταῖς. ἔστιν δὲ οὐχ αὕτη ἀπὸ τραγῳδίας ἡδονὴ ἀλλὰ μᾶλλον τῆς κωμῳδίας οἰκεία· ἐκεῖ γὰρ οἳ ἂν ἔχθιστοι ὦσιν ἐν τῷ μύθῳ, οἷον Ὀρέστης καὶ Αἴγισθος, φίλοι γενόμενοι ἐπὶ τελευτῆς ἐξέρχονται, καὶ ἀποθνῄσκει οὐδεὶς ὑπ᾽ ουδενός.

***
[12] Ποια μέρη πρέπει να θεωρούνται σε κάθε τραγωδία μορφολογικά συστατικά της στοιχεία το είπαμε πρωτύτερα· από την άποψη όμως του αριθμού των χωριστών μερών από τα οποία αποτελείται μια τραγωδία, τα μέρη αυτά είναι τα ακόλουθα: πρόλογος, επεισόδιο, έξοδος, χορικό (που διακρίνεται σε πάροδο και στάσιμο). Τα μέρη αυτά είναι κοινά σε όλες τις τραγωδίες, σε μερικές όμως βρίσκουμε, ως ιδιαίτερα μέρη, τα τραγούδια που τραγουδιούνται πάνω στη σκηνή και τους κομμούς.

Πρόλογος είναι ολόκληρο το κομμάτι της τραγωδίας πριν από την είσοδο του Χορού.

Επεισόδιο είναι ένα ολοκληρωμένο κομμάτι της τραγωδίας που βρίσκεται ανάμεσα σε δύο ολοκληρωμένα χορικά τραγούδια.

Έξοδος είναι το ολοκληρωμένο κομμάτι της τραγωδίας ύστερα από το οποίο δεν υπάρχει πια άλλο χορικό τραγούδι.

Πάροδος είναι το πρώτο χορικό που λέει ολόκληρος ο Χορός.

Το στάσιμο είναι τραγούδι του Χορού δίχως ανάπαιστους και τροχαίους.

Ο κομμός είναι κοινό θρηνητικό τραγούδι Χορού και ηθοποιού/ηθοποιών.

Για τα μέρη που σε κάθε τραγωδία πρέπει να θεωρούνται μορφολογικά συστατικά της στοιχεία μιλήσαμε στα προηγούμενα. Από την άποψη όμως του αριθμού των χωριστών μερών από τα οποία αποτελείται μια τραγωδία, τα μέρη αυτά είναι αυτά που μόλις τώρα είπαμε.

[13] Στη συνέχεια αυτών που έχουμε πει ως τώρα είναι ανάγκη να μιλήσουμε γι᾽ αυτά που πρέπει να επιδιώκουν και γι᾽ αυτά που πρέπει να αποφεύγουν οι ποιητές κατά τη σύνθεση των μύθων τους, καθώς και για το από πού εξαρτάται η επίτευξη του σκοπού της τραγωδίας.

Με δεδομένο λοιπόν ότι η πλοκή, αν πρόκειται η τραγωδία να είναι η ωραιότερη, δεν πρέπει να είναι απλή, αλλά περίπλοκη· με δεδομένο, επίσης, ότι πρέπει να μιμείται πράγματα που προκαλούν φόβο και συμπόνια (γιατί αυτό είναι το διακριτικό γνώρισμα αυτού του είδους μίμησης), είναι πριν από όλα φανερό ότι ούτε οι καλοί άνθρωποι πρέπει να παρουσιάζονται να περνούν από την ευτυχία στη δυστυχία (γιατί αυτό δεν προκαλεί φόβο ούτε συμπόνια, αλλά αποτροπιασμό), ούτε οι κακοί από τη δυστυχία στην ευτυχία (γιατί αυτό είναι από όλα το πιο αταίριαστο με την τραγωδία, αφού δεν έχει τίποτε από αυτά που χρειάζεται η τραγωδία: ούτε φιλάνθρωπα αισθήματα κινεί

[1453a] ούτε συμπόνια και φόβο προκαλεί), ούτε ο υπερβολικά κακός να περνάει από την ευτυχία στη δυστυχία: μια τέτοια πλοκή μπορεί να κινεί τα φιλάνθρωπα αισθήματά μας, ούτε όμως συμπόνια ούτε φόβο προκαλεί, αφού η συμπόνια είναι κάτι που γεννιέται γι᾽ αυτόν που δυστυχεί δίχως να το αξίζει, και ο φόβος για τον όμοιό μας που δυστυχεί — στην περίπτωση, άρα, αυτή δεν θα υπάρξει τίποτε που να προκαλέσει συμπόνια και φόβο. Μένει λοιπόν το ενδιάμεσο άτομο, που δεν είναι ούτε αυτός που ξεχωρίζει από την άποψη της αρετής και της δικαιοσύνης ούτε αυτός που περνάει στη δυστυχία εξαιτίας της κακίας ή της αχρειότητάς του, αλλά αυτός που παθαίνει το πράγμα αυτό εξαιτίας κάποιου σφάλματός του — ένας, ας πούμε, από αυτούς που είχαν μεγάλη φήμη και ευτυχία, ο Οιδίποδας ή ο Θυέστης, ή άλλοι περίφημοι άντρες γόνοι τέτοιων οικογενειών.

Ο τέλεια λοιπόν δομημένος μύθος πρέπει να είναι μάλλον απλός και όχι (όπως λένε μερικοί) διπλός· πρέπει, επίσης, να οδηγεί σε μεταβολή όχι από τη δυστυχία στην ευτυχία αλλά, αντίθετα, από την ευτυχία στη δυστυχία, και μάλιστα όχι λόγω κακίας, αλλά λόγω κάποιου μεγάλου σφάλματος ενός ανθρώπου σαν αυτόν που περιγράψαμε ή, έστω, καλύτερου, όχι πάντως χειρότερου. Απόδειξη είναι αυτό που συμβαίνει σήμερα στην πράξη. Ενώ, δηλαδή, στην αρχή οι ποιητές έπαιρναν και δούλευαν αδιακρίτως οποιονδήποτε μύθο, σήμερα οι ωραιότερες τραγωδίες πλέκονται γύρω από λίγες οικογένειες, όπως π.χ. γύρω από τον Αλκμέωνα, τον Οιδίποδα, τον Ορέστη, τον Μελέαγρο, τον Θυέστη, τον Τήλεφο και όλους τους άλλους στους οποίους συνέβη να πάθουν ή να πράξουν φοβερά πράγματα.

Η ωραιότερη λοιπόν από αισθητική/καλλιτεχνική άποψη τραγωδία έχει αυτού του είδους πλοκή. Γι᾽ αυτό και κάνουν το ίδιο σφάλμα όλοι αυτοί που κατηγορούν τον Ευριπίδη ότι συνθέτει με αυτόν τον τρόπο τις τραγωδίες του και ότι πολλές τραγωδίες του καταλήγουν σε δυστυχία. Γιατί αυτό, όπως το έχουμε ήδη πει, είναι σωστό. Ιδού και η πιο μεγάλη απόδειξη: στους δραματικούς αγώνες αυτές οι τραγωδίες αποδεικνύονται οι πιο τραγικές, φτάνει, φυσικά, να εκτελούνται σωστά — και ο Ευριπίδης, παρόλο που οι χειρισμοί του δεν είναι γενικά σωστοί, όμως αποδεικνύεται στα μάτια των θεατών ως ο τραγικότερος των ποιητών.

Δεύτερη στη σειρά έρχεται αυτή που μερικοί τη λένε πρώτη, αυτή δηλαδή που έχει, όπως η Οδύσσεια, διπλή την πλοκή και καταλήγει στην αντίθετη τύχη και για τους καλούς και για τους κακούς. Θεωρείται πρώτη εξαιτίας της αδυναμίας του θεατρικού κοινού· οι ποιητές γράφουν, πράγματι, τα ποιήματά τους παρακολουθώντας τις επιθυμίες των θεατών. Όμως η τραγωδία δεν προσφέρει τέτοιου είδους ευχαρίστηση· αυτού του είδους η ευχαρίστηση προσιδιάζει πιο πολύ στην κωμωδία. Εκεί, πράγματι, άτομα που στον μύθο είναι οι πιο με γάλοι εχθροί (ο Ορέστης, ας πούμε, και ο Αίγισθος) φεύγουν στο τέλος έχοντας γίνει φίλοι, και κανείς δεν σκοτώνει κανέναν.