Πέμπτη, 5 Δεκεμβρίου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ - Ἄλκηστις (935-961)

935 ΑΔ. φίλοι, γυναικὸς δαίμον᾽ εὐτυχέστερον
τοὐμοῦ νομίζω, καίπερ οὐ δοκοῦνθ᾽ ὅμως·
τῆς μὲν γὰρ οὐδὲν ἄλγος ἅψεταί ποτε,
πολλῶν δὲ μόχθων εὐκλεὴς ἐπαύσατο.
ἐγὼ δ᾽, ὃν οὐ χρῆν ζῆν, παρεὶς τὸ μόρσιμον
940 λυπρὸν διάξω βίοτον· ἄρτι μανθάνω.
πῶς γὰρ δόμων τῶνδ᾽ εἰσόδους ἀνέξομαι;
τίν᾽ ἂν προσειπών, τοῦ δὲ προσρηθεὶς ὕπο,
τερπνῆς τύχοιμ᾽ ἂν ἐξόδου; ποῖ τρέψομαι;
ἡ μὲν γὰρ ἔνδον ἐξελᾷ μ᾽ ἐρημία,
945 γυναικὸς εὐνὰς εὖτ᾽ ἂν εἰσίδω κενὰς
θρόνους τ᾽ ἐν οἷσιν ἷζε, καὶ κατὰ στέγας
αὐχμηρὸν οὖδας, τέκνα δ᾽ ἀμφὶ γούνασι
πίπτοντα κλαίῃ μητέρ᾽, οἳ δὲ δεσπότιν
στένωσιν οἵαν ἐκ δόμων ἀπώλεσαν.
950 τὰ μὲν κατ᾽ οἴκους τοιάδ᾽· ἔξωθεν δέ με
γάμοι τ᾽ ἐλῶσι Θεσσαλῶν καὶ ξύλλογοι
γυναικοπληθεῖς· οὐ γὰρ ἐξανέξομαι
λεύσσων δάμαρτος τῆς ἐμῆς ὁμήλικας.
ἐρεῖ δέ μ᾽ ὅστις ἐχθρὸς ὢν κυρεῖ τάδε·
955 Ἰδοῦ τὸν αἰσχρῶς ζῶνθ᾽, ὃς οὐκ ἔτλη θανεῖν,
ἀλλ᾽ ἣν ἔγημεν ἀντιδοὺς ἀψυχίᾳ
πέφευγεν Ἅιδην· εἶτ᾽ ἀνὴρ εἶναι δοκεῖ;
στυγεῖ δὲ τοὺς τεκόντας, αὐτὸς οὐ θέλων
θανεῖν. τοιάνδε πρὸς κακοῖσι κληδόνα
960 ἕξω. τί μοι ζῆν δῆτα κέρδιον, φίλοι,
κακῶς κλύοντι καὶ κακῶς πεπραγότι;

***
ΑΔΜ. Φίλοι μου, η τύχη της γυναίκας μου είναι
καλύτερη, νομίζω, απ᾽ τη δική μου,
κι ας φαίνεται το αντίθετο· κανείς πια
δε θα την γγίξει πόνος, κι από χίλια
βάσανα έχει γλιτώσει, δοξασμένη.
Εγώ, που να πεθάνω ηταν γραμμένο,
ξεπέρασα τη μοίρα, και θα ζήσω
940 πικρή ζωή· τώρα το νιώθω. Αλήθεια,
με τί καρδιά να μπω μέσα στο σπίτι;
Ποιός θα μου πει, σε ποιόν θα πω ένα χαίρε,
που ευχάριστα να μπαίνω; Πού θα πάω;
Το σπίτι κι η ερημιά του θα με διώχνουν,
όταν άδεια θα βλέπω τα θρονιά
που καθόταν, το στρώμα που κοιμόταν,
το πάτωμα ασυγύριστο, να κλαίνε
τη μάνα τα παιδιά πεσμένα εμπρός μου,
και την καλή κυρά τους οι υπηρέτες.
950 Αυτά στο σπίτι· απέξω, θα με διώχνουν
οι γάμοι και οι χαρές των Θεσσαλών
κι οι συντροφιές που θα ᾽ναι και γυναίκες·
γιατί η καρδιά μου δε θα το βαστάει
τις συνομήλικές της ν᾽ αντικρίζω.
Κι αν με μισεί κανείς, αυτά θα λέει:
«Νά τος αυτός που ζει μες στην ντροπή,
που δεν είχε το θάρρος να πεθάνει,
που ξέφυγε τον Άδη, την καλή του
για αντάλλαγμα, ο δειλός, προσφέρνοντάς του.
Άντρας λογιέται αυτός; Κι ενώ είχε ο ίδιος
λιγοψυχήσει, μισεί τους γονιούς του.»
Κοντά στη συμφορά, και τέτοια λόγια!
960 Τί μ᾽ ωφελεί η ζωή, καλοί μου φίλοι,
μες στην καταλαλιά και μες στον πόνο;
Αποτραβιέται παράμερα και σκεπάζει το πρόσωπό του με το ιμάτιό του.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ - ΠΕΙΡΑΤΕΣ

ΠΕΙΡΑΤΕΣ
(δελφίνια)
 
Η ιστορία του Διόνυσου περιλαμβάνει πορείες και ταξίδια, για να διαδώσει τη λατρεία του, και τιμωρίες μέσα σε παραλογισμό για όσους την αρνούνταν Προιτίδες, Μελάμποδας, Λυκούργος, γυναίκες της Θήβας…
 
Σύμφωνα με τον Απολλόδωρο (3.38), όταν ο Διόνυσος θέλησε να πάει στη Νάξο από την Ικαρία, για να μυήσει τους κατοίκους στη λατρεία του, μίσθωσε Τυρρηνούς πειρατές για να τον μεταφέρουν στο νησί. Εκείνοι δέχθηκαν, με απώτερο και κρυφό σκοπό να τον πουλήσουν σκλάβο στην Ασία. Όταν το κατάλαβε ο Διόνυσος, μετέβαλε τα κουπιά τους σε φίδια, γέμισε το πλοίο με κισσό, το ακινητοποίησε μέσα σε γιρλάντες και έκανε να αντηχήσουν αόρατοι αυλοί. Οι πειρατές τρελάθηκαν και έπεσαν στη θάλασσα, όπου μεταμορφώθηκαν σε δελφίνια. Μετανοημένοι για το ατόπημά τους παραστέκουν τους ναυτικούς στα ταξίδια και τα ναυάγιά τους -ευεργετούμε τους ανθρώπους, γιατί και εμείς από άνθρωποι γίναμε ψάρια (Λουκ., Ενάλιοι Διάλογοι 8).
 
Ο Οβίδιος τοποθετεί το επεισόδιο στη Χίο, ενώ στον ομηρικό ύμνο στον Διόνυσο ο τόπος μένει άδηλος. Το επεισόδιο εδώ περιγράφεται διαφορετικά και με τρόπο που θυμίζει τον Διόνυσο στις Βάκχες του Ευριπίδη, κυρίως στο σημείο όπου προσπαθούν να τον αιχμαλωτίσουν αλλά αυτός λύνεται ή στο σημείο όπου ο Πενθέας και η Αγαύη τον βλέπουν σαν ζώο, ταύρο ή λιοντάρι. Ο Διόνυσος βρίσκεται σε μιαν ακρογιαλιά, όμορφος έφηβος με μαύρα μάτια και ωραία μαλλιά, γυμνασμένο σώμα και ωραία ρούχα. Τυρρηνοί πειρατές τον πήραν για γιο βασιλιά και προσπάθησαν να τον αιχμαλωτίσουν, μα τα δεσμά έπεφταν. Χωρίς καμιά προσπάθεια, ήρεμος και χαμογελαστός, ο Διόνυσος παρέμενε ελεύθερος. Ο μόνος που υποψιάστηκε τη θεϊκή ταυτότητα του νέου ήταν ο τιμονιέρης που παρακινούσε τους άλλους να φύγουν, όμως ο καπετάνιος περιφρόνησε τα λόγια του και του ζήτησε να ανοιχτούν στη θάλασσα. Τότε άρχισαν τα θαύματα: κρασί έτρεχε στο πλοίο και διάχυτη ήταν η οσμή αμβροσίας που ανέβαινε στον ουρανό· στην κορυφή του καταρτιού φύτρωσε κληματαριά γεμάτη με βαριά τσαμπιά σταφύλια και κισσός το περιτύλιξε σαν να ήταν φίδι· στεφάνια στόλισαν τους αρμούς του καραβιού. Οι πειρατές έντρομοι ζητούσαν από τον τιμονιέρη να πιάσει στεριά για να αφήσουν τον θεό, όμως αυτός μεταμορφώθηκε σε λιοντάρι και στη μέση του καραβιού έφτιαξε μιαν αρκούδα. Κι όταν το λιοντάρι όρμησε στους πειρατές, αυτοί πήδησαν στη θάλασσα και έγιναν δελφίνια. Μόνο τον τιμονιέρη έσωσε ο θεός.
 
Ο αστερισμός του Δελφίνος θεωρείται από άλλους ότι είναι το δελφίνι που έσωσε τον Αρίονα και το οποίο τιμήθηκε με καταστερισμό ή το δελφίνι που βρήκε την Αμφιτρίτη και την πήγε στον Ποσειδώνα.

Με κάθε δευτερόλεπτο που περνάς προσκολλημένος στο παρελθόν, κλέβεις ένα δευτερόλεπτο από το μέλλον σου

Με κάθε δευτερόλεπτο που περνάς προσκολλημένος στο παρελθόν, κλέβεις ένα δευτερόλεπτο από το μέλλον σου. Με κάθε λεπτό που περνάς μεμψιμοιρώντας για τα προβλήματα σου, αφαιρείς ένα λεπτό από το χρόνο που έχεις για να βρεις λύσεις σε αυτά.

Όταν σκέφτεσαι όλα εκείνα που θα ευχόσουν να μη σου είχαν συμβεί ποτέ, δεν επιτρέπεις να έρθουν στη ζωή σου όλα όσα θέλεις να σου συμβούν. Με δεδομένη τη διαχρονική αλήθεια πως γίνεσαι αυτό που σκέφτεσαι σε όλη τη διάρκεια της μέρας σου, δεν έχει κανένα νόημα να στενοχωριέσαι για γεγονότα ή λάθη του παρελθόντος, εκτός αν θέλεις να βιώσεις τις ίδιες εμπειρίες άλλη μια φορά. Αντί γι’ αυτό, χρησιμοποίησε τα μαθήματα που έμαθες από το παρελθόν σου για να εξυψωθείς σε ένα νέο επίπεδο επίγνωσης και φώτισης.

Οι μεγαλύτερες δυσκολίες της ζωής μας αποκαλύπτουν τις μεγαλύτερες ευκαιρίες της ζωής μας. Όπως παρατήρησε ο Ευριπίδης: «Μέσα στη μεγαλύτερη δυστυχία υπάρχουν οι καλύτερες ευκαιρίες για μια ευτυχή αλλαγή».

Αν έχεις αντιμετωπίσει πολλά προβλήματα στη ζωή σου, τότε ίσως να προετοιμάζεσαι για να υπηρετήσεις κάποιον ανώτερο σκοπό, ο οποίος θα απαιτεί να είσαι εφοδιασμένος με τη σοφία που απέκτησες μέσα από τις δοκιμασίες σου. Αξιοποίησε αυτά τα μαθήματα ζωής για να τροφοδοτήσεις τη μελλοντική σου εξέλιξη. Να θυμάσαι ότι οι ευτυχισμένοι άνθρωποι συχνά έχουν αντιμετωπίσει τόσες αντιξοότητες όσες και οι δυστυχισμένοι. Η διαφορά είναι ότι οι πρώτοι διαθέτουν έναν θετικό τρόπο σκέψης που τους επιτρέπει να αξιοποιούν τις αναμνήσεις τους για να εμπλουτίζουν τη ζωή τους.

Και προσπάθησε να καταλάβεις ότι αν έχεις βιώσει περισσότερες αποτυχίες από όσες οι άλλοι άνθρωποι, είναι πολύ πιθανό να ζεις μια πληρέστερη ζωή από αυτούς. Εκείνοι που παίρνουν πιο πολλά ρίσκα και τολμούν να είναι και να κάνουν περισσότερα από τους άλλους, είναι φυσικό να βιώνουν και περισσότερες αποτυχίες.

Προσωπικά, όμως, θα προτιμούσα να έχω το θάρρος να δοκιμάσω κάτι και να αποτύχω παρά να μην το δοκιμάσω καθόλου. Θα προτιμούσα χίλιες φορές να περάσω τη ζωή που μου απομένει διευρύνοντας τα όρια της ύπαρξης μου και πασχίζοντας να κάνω δυνατό το φαινομενικά αδύνατο παρά να ζήσω μια ζωή βολέματος, ασφάλειας και μετριότητας. Αυτή είναι η ουσία μιας πραγματικά επιτυχημένης ζωής.

Όπως τόσο σοφά παρατηρούσε ο Ηρόδοτος: «Είναι προτιμότερο, κινούμενοι από ευγενή τόλμη, να διακινδυνεύουμε να υποστούμε τα μισά από τα δεινά που προβλέπουμε, από το να παραμένουμε σε μια δειλή απραξία φοβούμενοι όσα θα μπορούσαν να μας συμβούν». Ή, ακόμη, όπως είπε ο Μπούκερ Τ. Ουάσινγκτον: «Η πείρα μου έμαθε ότι η επιτυχία δεν μετριέται τόσο από τη θέση που κατέχει κάποιος στη ζωή του όσο από τα εμπόδια που κατόρθωσε να υπερβεί κατά την προσπάθεια του να πετύχει».

Ο Σωκράτης και η ματαιοδοξία

Ο Σωκράτης και ο Αντισθένης, γύρω στο 400 π.Χ., στην Αθήνα…

Ελεύθερος, ήθελε καταρχήν και πάνω απ’ όλα να είναι ελεύθερος. Σαν τον αέρα, σαν το νερό. Ελεύθερος όπως η φύση, να υπακούει μόνο στις ανάγκες του σώματος, που στο κάτω κάτω ικανοποιούνται εύκολα. Λίγο ξερό άχυρο για να κοιμάται, ένα κομμάτι ψωμί, τρεις ελιές, για να χορταίνει την πείνα του.

Και ούτω καθεξής. Τίποτα δηλαδή. Καθετί περιττό και άχρηστο, θα το ξεφορτωνόταν, όπως βγάζει κανείς από πάνω του το παλιό δέρμα. Τους νόμους, τις κοινωνικές πιέσεις, ακόμα και τις πιο απλές συμβατικότητες, τις πιο «άκακες» φαινομενικά, όλα αυτά θα τα εγκατέλειπε, μια κι έξω. Ο Αντισθένης θα ζούσε σύμφωνα με τη φύση, όχι σύμφωνα με το νόμο. Ό,τι ανήκε στο χώρο του συμβατικού, θα το ξεφορτωνόταν. Εκεί βρισκόταν ο δρόμος της σοφίας, άρα, στα μάτια του, και ο δρόμος της ευτυχίας.

Δεν ήταν απλό, στην αρχή. Για να ξεκολλήσει από πάνω του συνήθειες του χθες, αλλοτινές κινήσεις και σκέψεις, παλιές προσδοκίες ή φόβους, ο Αντισθένης δυσκολεύτηκε. Φυσικά, το περίμενε. Αλλά οι δυσκολίες ξεπηδούσαν εκεί όπου δεν το είχε φανταστεί. Το ζήτημα του πανωφοριού, για παράδειγμα. Δεν είχε σκεφτεί ότι θα χρειαζόταν να το αντιμετωπίσει με αυτούς τους όρους.

Άλλοτε, στην παλιά του ζωή, προτού ασπαστεί τη φιλοσοφία και ζήσει σύμφωνα με τη φύση, είχε πανωφόρια. Πανωφόρια όλων των ειδών. Μάλλινα, λινά, από νήμα, μεταξωτά. Λευκά και σκουρόχρωμα, μονόχρωμα και άλλα με κεντητά σιρίτια, εκρού και χρωματιστά, ελαφρά για τις αρχές της άνοιξης ή για τα τέλη του καλοκαιριού, χοντρά από προβιά για την εποχή με τους κρύους ανέμους και τις μακριές νύχτες. Ο Αντισθένης δεν ήταν μόνο κομψός και πλούσιος αλλά και γόνος μιας μεγάλης οικογένειας καραβοκύρηδων.

Νοιαζόταν, επίσης, για τις ανέσεις. Αυτό που του άρεσε περισσότερο σ’ ένα πανωφόρι, δεν ήταν η εμφάνισή του ή η τελειότητά του. Ασφαλώς, ήταν ευαίσθητος και σ’ αυτό, αλλά δεν ήταν το ουσιώδες. Το πιο σημαντικό ήταν η κομψότητα του ρούχου να ταιριάζει με τις καιρικές συνθήκες, η αντοχή του στη θερμοκρασία, στην υγρασία, στους ανέμους.

Από τη μία μέρα στην άλλη, είχε αποφασίσει να τα απομακρύνει όλα. Αυτός που ζει σύμφωνα μα τη φύση δεν χρειάζεται πανωφόρι. Τα ζώα έχουν πανωφόρια; Είναι αλήθεια πως έχουν γούνα, τρίχωμα, φτέρωμα. Ας είναι, θα κρατήσει ένα πανωφόρι. Αλλά ένα μόνο. Στοιχειώδες, ταπεινό, χωρίς φιοριτούρες. Ένα πανωφόρι χρήσιμο, γερό και πρακτικό. Ένα ρούχο φιλοσόφου, ο οποίος έπαψε να νοιάζεται για το φαίνεσθαι, καθώς και για τις αποχρώσεις των εποχών. Το πανωφόρι ενός σκληραγωγημένου σοφού, με πειθαρχημένο σώμα που νοιάζεται μόνο για το ελάχιστο. Ο Αντισθένης είχε λοιπόν διαλέξει, από τα πολλά πανωφόρια της ασυλλόγιστης νιότης του, το μοναδικό κομμάτι που θα μπορούσε να καταστεί το ρούχο ενός σοφού για το χειμώνα.

Αυτό που δεν είχε προβλέψει, ήταν η φθορά. Είχε διαλέξει ένα χοντρό μάλλινο με πυκνή πλέξη, χνουδιασμένο πατά τόπους. Αλλά δεν είχε φανταστεί την επίδραση των ετών, τη διαδοχή των χειμώνων, τις νύχτες μέσα στις σιταποθήκες και τους στάβλους, τα ταξίδια με το πλοίο, με το κάρο, τα νύχια των σκύλων, τους λεκέδες από λίπος, τις πρόκες όπου γαντζώνεται το ρούχο, τις αγκίδες από τις σανίδες, τη σούπα που χύνει ένας αδέξιος, τη φωτιά όπου πλησιάζει κανείς υπερβολικά πολύ όταν έχει τα δάχτυλα ξυλιασμένα, τα παιχνίδια των μικρών γατιών, την πονηριά των ποντικιών, την αθωότητα των παιδιών, τα βάτα, το νερό στον πάτο κάθε βάρκας… Δεν είχε προβλέψει το πλήθος των ασήμαντων και αδιάκοπων ατυχημάτων, που θα μετέτρεπαν το πανωφόρι του, από χειμώνα σε χειμώνα, σε ένα τρύπιο κουρέλι, με απροσδιόριστα αν και ποικίλα χρώματα.

Το πρώτο σκίσιμο —ο Αντισθένης το θυμάται ακόμα, ήταν στον αριστερό αγκώνα — είχε δοκιμάσει να το επιδιορθώσει. Τους πρώτους λεκέδες, επίσης, είχε προσπαθήσει να τους εξαφανίσει. Και μετά, καθώς το πανωφόρι φθειρόταν ολοένα περισσότερο, τελικά παραιτήθηκε. Κάτι ακόμα περισσότερο: είχε φτάσει στο σημείο να πει στον εαυτό του ότι αυτό το κουρέλι ήταν το έμβλημά του, η σημαία του, το σήμα της σοφίας του και της περιφρόνησής του για τις συμβατικότητες. Οι άλλοι μπορούσαν όσο ήθελαν να καμαρώνουν μέσα στα πεντακάθαρα μάλλινα. Αυτός, ο Αντισθένης, φορούσε επιδεικτικά τους λεκέδες του.

Αυτό του έγινε τελικά συνήθεια. Εάν κάποιος πλούσιος, άνδρας ή γυναίκα, περνούσε από την αγορά, έβλεπε τον Αντισθένη, πάνω στο δρόμο του, να χαιρετά με το τρύπιο πανωφόρι του. Η κίνησή του ήταν πλατιά, ξεδίπλωνε το υπόλειμμα του αμφίβολου υφάσματος, επιδείκνυε το κενό αυτού του ενδύματος ωσάν σύμπλεγμα νησιών. Έμοιαζε να λέει: «Βλέπετε πόσο σοφός είμαι εγώ, και φτωχός, αδιαφορώ για τα χρυσά βραχιόλια σας, για τα ζεστά υφάσματά σας. Τα έχω εγκαταλείψει όλα και ζω καλύτερα δίχως αυτά. Καλύτερα από εσάς, εν πάση περιπτώσει!»

Στις αρχές κάποιου χειμώνα, έτυχε να συναντηθεί ο Αντισθένης με τον Σωκράτη. Ο γέρος δάσκαλος φορούσε για πρώτη φορά ένα καινούργιο πανωφόρι, που μόλις του είχε ράψει η Ξανθίππη, η γυναίκα του. Όσο φωνακλού και δύστροπη κι αν ήταν, αυτή η τρομερή σύζυγος δεν ήταν κακή ράφτρα. Το πανωφόρι του Σωκράτη ήταν απλό και λιτό, αλλά καλοραμμένο, με καλή εφαρμογή, και χωρίς τρύπες και λεκέδες. Βλέποντας έτσι τον Σωκράτη, ο Αντισθένης προσποιήθηκε ότι υποκλίνεται, επιδεικνύοντας ως συνήθως τις τρύπες του πανωφοριού του. Μόνο και μόνο για να υπενθυμίσει ποιος ήταν ο αληθινός φιλόσοφος, ο γνήσιος σοφός, αυτός που είχε το κουράγιο να εγκαταλείψει την προσποίηση και να αγωνιστεί με πάθος γι’ αυτό.

Τότε ο Σωκράτης κοίταξε τον Αντισθένη, έπειτα το πανωφόρι, και ξανά τον Αντισθένη. Και, χωρίς να έχει ο άλλος το χρόνο ν’ απαντήσει, είπε στρίβοντας στη γωνία του δρόμου: «Μέσα από το πανωφόρι σου βλέπω τη ματαιοδοξία σου».

Ποιος καθορίζει το μέλλον σου, η καθημερινότητα ή εσύ;

Είμαστε προγραμματισμένοι να αφήνουμε την καθημερινότητά μας να καθορίζει πολλά από αυτά που μπορούμε ή δεν μπορούμε να κάνουμε. Είμαστε προγραμματισμένοι να λειτουργούμε αυτοματοποιημένα και να επαναλαμβάνουμε τα μοτίβα σκέψεων, συναισθημάτων και αντιδράσεων που έχουν εδραιωθεί μέσα μας στο παρελθόν. Μ’ αυτόν τον τρόπο όμως επιτρέπουμε στο παρελθόν να καθορίζει το μέλλον μας.

Για να ζήσουμε μια νέα πραγματικότητα και να έχουμε ένα διαφορετικό μέλλον, χρειάζεται να αλλάξουμε τον τρόπο που σκεφτόμαστε, χρειάζεται να βγούμε από τη λειτουργία του «αυτόματου πιλότου» και να πάρουμε στα χέρια μας τον έλεγχο των σκέψεων και των συναισθημάτων μας.

Η αλλαγή αυτή απαιτεί προσοχή, εστίαση και εξάσκηση και δεν είναι εύκολη, αλλά το αποτέλεσμα θα μας αποζημιώσει. Και το αποτέλεσμα θα είναι η ικανότητα να καθορίζουμε εμείς το μέλλον μας και όχι τα εξωτερικά συμβάντα της καθημερινότητάς μας.

Πώς αφήνουμε την «πραγματικότητα» να καθορίζει το μέλλον μας;
 
Αν, για παράδειγμα, εργαζόμαστε σε μια εταιρία, που δεν είμαστε ευχαριστημένοι από το περιβάλλον, τον μισθό ή το αντικείμενο εργασίας μας, και στο παρελθόν έχουμε υπάρξει άνεργοι, ο φόβος της ανεργίας μας εμποδίζει να αναζητήσουμε μια καλύτερη εργασία και μας υποχρεώνει να συμβιβαστούμε με αυτό που έχουμε, όσο λίγο κι αν είναι.

Μια άλλη περίπτωση θα μπορούσε να είναι το να επενδύσουμε στην προσωπική μας ανάπτυξη παρακολουθώντας ένα μεταπτυχιακό ή ίσως κάποιο σεμινάριο ή μια εκπαίδευση, αλλά πιστεύουμε πως δεν θα τα καταφέρουμε οικονομικά κι έτσι το αναβάλλουμε συνεχώς και ποτέ δεν το αποφασίζουμε.

Επιτρέπουμε, δηλαδή, στις τρέχουσες συνθήκες και στο φόβο μας να καθορίσουν τι είναι δυνατό για μας. Η πραγματικότητά μας όμως δημιουργείται από τις σκέψεις μας, από το τι πιστεύουμε πως είναι δυνατό να συμβεί, από την ιστορία που φτιάχνουμε στο μυαλό μας, και την ερμηνεία μας για τα γεγονότα.

Αλλάζοντας την ερμηνεία μας, αλλάζοντας την ιστορία που λέμε για τον εαυτό και τη ζωή μας, θα αλλάξει και η πραγματικότητά μας. Μπορούμε να δημιουργήσουμε μια ιστορία δύναμης και να γίνουμε η αιτία της πραγματικότητάς μας και όχι το αποτέλεσμά της.

Το πρώτο βήμα της κάθε αλλαγής είναι η επίγνωση. Παρατήρησε και αξιολόγησε την καθημερινότητά σου και το ευρύτερο πλαίσιο της πραγματικότητας στην οποία ζεις. Τι την έχει δημιουργήσει; Πώς έχεις φτάσει εδώ; Ποια ιστορία λες στον εαυτό σου; Ποια στοιχεία της ιστορίας είναι πραγματικά δικά σου;

Συνειδητοποίησε πως εσύ έχεις δημιουργήσει αυτή την πραγματικότητα μέσω των σκέψεων, των πεποιθήσεων, των συναισθημάτων και των αντιδράσεών σου, και ανέλαβε την ευθύνη τους. Για να μπορέσουμε να αλλάξουμε κάτι, χρειάζεται να είναι δικό μας, να μας ανήκει.

Αναρωτήσου «Τι θέλω πραγματικά; Τι με γεμίζει; Ποιος/α θέλω να είμαι;» και στοχάσου πάνω σ’ αυτό. Όταν δεν ξέρουμε που πηγαίνουμε, δεν θα φτάσουμε εκεί. Χωρίς προορισμό δεν έχουμε που να εστιάσουμε την πρόθεση και την ενέργειά μας.

Παρατήρησε πόσο απέχει η τωρινή σου πραγματικότητα από αυτήν που πραγματικά θέλεις. Τι χρειάζεται ν’ αλλάξεις; Τι χρειάζεται να προσθέσεις ή να αφαιρέσεις; Πώς μπορείς να ερμηνεύσεις διαφορετικά κάποιες καταστάσεις; Ποια ήταν τα μαθήματα, τα πήρες; Ποιες ήταν οι ευκαιρίες, τις εκμεταλλεύτηκες;

Θέσε την πρόθεσή σου και δημιούργησε ένα όραμα για τη ζωή και το μέλλον σου. Φτιάξε ένα πλάνο με τις αλλαγές ή προσθήκες που χρειάζονται για να υλοποιηθεί αυτό το όραμα. Εστίασε την προσοχή και την ενέργειά σου σε αυτά που είναι σημαντικά για σένα. Μείνε ανοιχτός και παρών, απελευθερώνοντας το παρελθόν, ώστε να βρίσκεσαι στη ροή της παρούσας στιγμής και να λαμβάνεις τα μηνύματα της ζωής.

«Μπορούμε να κάνουμε τους εαυτούς μας δυστυχισμένους ή να τους κάνουμε ευτυχισμένους. Τον ίδιο κόπο απαιτεί» -Carlos Castaneda
Ευτυχία είναι όταν αυτά που σκέφτεσαι, αυτά που λες και αυτά που πράττεις βρίσκονται σε αρμονία -Μαχάτμα Γκάντι
 
Η πολυδιάστατη έννοια της ευτυχίας, η οποία έχει αποτελέσει αντικείμενο πολλών και διαφορετικών επιστημονικών κλάδων όπως και μελέτη χιλιάδων ειδικών, έχουν οδηγήσει στην αδυναμία υιοθέτησης ενός κοινού ορισμού ή έστω ενός κοινού κώδικα επικοινωνίας αναφορικά με αυτό το ζήτημα, γεγονός που δίνει μια γοητεία στο εγχείρημα προσδιορισμού τι είναι ευτυχία.

Η δυσκολία του ορισμού της έννοιας ευτυχία αποτυπώνεται στην προσπάθεια σκιαγράφησης της στο κλασικό «Λεξικό της Φιλοσοφίας» του Andre Lalande (1955), όπου η ετυμολογική έννοια συμπληρώνεται από δύο ακόμη επεξηγήσεις και εν τέλει απαιτεί και μια κριτική επί των όρων, ώστε ο αναγνώστης να μπορεί να θεωρήσει ότι έχει κάπως κατανοήσει τις εννοιολογικές παραμέτρους του όρου. Η ετυμολογική σημασία αναφέρεται στην ευνοϊκή τύχη, από το ελληνικό πρόθεμα ευ και τύχη, από τη ρίζα τυγχάνω, που παρουσιάζει αντιστοιχία και με τον αγγλοσαξονικό όρο happiness από το happen με την έννοια του γεγονότος που συμβαίνει κατά τύχη καθώς και το γερμανικό gluck από τη γερμανική ρίζα gelingen που σημαίνει επιτυγχάνω.

Με μια ευρύτερα φιλοσοφική θεώρηση, ευτυχία, σύμφωνα πάντα με το Λεξικό του Lalande, είναι «η κατάσταση της πλήρους ικανοποιήσεως που γεμίζει όλη τη συνείδηση». Προτείνεται παράλληλα ο αναλυτικότερος και διεισδυτικότερος ορισμός που δίνει ο Καντ στο έργο του Κριτική του Καθαρού Λόγου, σύμφωνα με τον οποίο η ευτυχία ταυτίζεται με την «ικανοποίηση όλων των κλίσεων μας τόσο σε έκταση, δηλαδή σε πολλαπλότητα, όσο και σε ένταση, δηλαδή σε διάρκεια».

Ο Μάρκος Τερέντιος Βάρρο και αργότερα ο Αυγουστίνος κατέγραψαν 289 απόψεις για το τι σημαίνει ευτυχία, αυτή η έννοια που αποτελεί την έγνοια όλων, ενώ παράλληλα γεννά απορίες και ερωτήματα ως προς τη φύση, τις ιδιότητες και κυρίως την επίτευξη ή απόκτησή της. Η ευτυχία είναι συναίσθημα, διάθεση ή βίωμα; Είναι στόχος, πορεία ή ουτοπία; Είναι διαρκής ή εξαντλείται σε στιγμές; Και τι καθορίζει την ευτυχία μας ή την έλλειψή της; Ποιες μορφές μπορεί να πάρει και σε ποιο βαθμό και με ποιο τρόπο επηρεάζει την επικοινωνία μας με τους άλλους;

Τι μπορεί να είναι σήμερα ή πώς μπορεί να βιώνεται σήμερα η ευτυχία


Ερωτήματα αναφορικά με την ευτυχία έχουν απασχολήσει τη φιλοσοφία, τη θεολογία και την ψυχολογία, όπως είναι μάλλον αυτονόητο και αναμενόμενο, αλλά προσφάτως και μάλλον αναπάντεχα και την οικονομική επιστήμη, η οποία αποφάσισε να εμπλακεί στη μελέτη των παραμέτρων που εξασφαλίζουν την ευτυχία και, κάνοντας ένα βήμα ακόμη πιο πέρα, να την αποτιμήσει και να κοστολογήσει την απώλειά της.

Το 1984 εμφανίζεται για πρώτη φορά στο πεδίο της οικονομικής θεωρίας το σχήμα της «ηδονικής αξίας της ζωής», το οποίο αναφέρεται στην ευχαρίστηση και την απόλαυση που προσφέρει στο άτομο η ζωή του, εξαιρουμένων των οικονομικών απολαβών. Σύντομα προσαρμόστηκε στις πρακτικές της νομικής επιστήμης και τέθηκε στην υπηρεσία των λειτουργών της προς όφελος πελατών τους που είχαν πέσει θύματα «ηδονικών απωλειών».

Σύμφωνα με τους υπολογισμούς αυτούς ο γάμος, για παράδειγμα, ισοδυναμεί με ένα ποσό της τάξης των 70.000 αγγλικών λιρών ετησίως.

Ένα άλλο παράδειγμα αυτού του όψιμου ενδιαφέροντος για τη διαχείριση της ανθρώπινης ευτυχίας αποτελεί το Ινστιτούτο της Ευτυχίας (The Happiness Institute), το οποίο εδρεύει στην Αυστραλία και χρησιμοποιεί τις αρχές και τις μεθόδους της Θετικής Ψυχολογίας (Positive Psychology) για να βοηθήσει τους πελάτες του «να απολαύσουν και πάλι τη ζωή, να νιώθουν καλά και να είναι αισιόδοξοι, να βελτιώσουν τις σχέσεις τους, να αναπτύξουν το αίσθημα ελέγχου και να ζήσουν μια υγιή και ισορροπημένη ζωή». Οι ειδικοί επιστήμονες του Ινστιτούτου είναι πρόθυμοι να μοιραστούν μαζί μας – με το αζημίωτο πάντα – το μυστικό της ευτυχίας και διαδικτυακώς.

Η εγκυρότητα της διαπίστωσης του Φρόυντ στα 1930 ότι από τη συμπεριφορά των ανθρώπων συνάγεται πως σκοπός της ζωής τους είναι η επιδίωξη και η διατήρηση της ευτυχίας δύσκολα μπορεί να αμφισβητηθεί. Το πρόγραμμα της ‘αρχής της ηδονής’ ορίζει και επιβάλλει τόσο την αποφυγή του πόνου όσο και την αποκόμιση ευχαρίστησης.

Εντούτοις, «δεν υπάρχει καμιά συμβουλή που να κάνει για όλους· ο καθένας πρέπει να δοκιμάσει μόνος του με ποιον ιδιαίτερο τρόπο μπορεί να γίνει ευτυχισμένος» (Φρόυντ), καθώς εκτός από την ιδιοσυγκρασία διαφέρουν και οι συνθήκες μέσα στις οποίες οι άνθρωποι αναπτύσσονται και λειτουργούν. Έχοντας παραχωρήσει για χάρη της ασφάλειάς του ένα μέρος της δυνατότητάς του για ευτυχία μέσω της ικανοποίησης των ορμών του, ο πολιτισμένος άνθρωπος καλείται να εκμεταλλευτεί την εναπομείνασα ικανότητά του για να πετύχει τον υπέρτατο στόχο.

Ο υπέρτατος αυτός στόχος, η ευτυχία, αποτελεί μια έννοια καθημερινή, αλλά δυσνόητη. Δεν επιτρέπει έναν μονοδιάστατο ορισμό, δεν προσφέρεται για πειραματικές διαπιστώσεις. Εντούτοις, είναι ενδιαφέρον να διερευνηθεί κατά πόσο υπάρχουν συγκεκριμένοι, μετρήσιμοι παράγοντες που οδηγούν σε αυτήν και κατά πόσο πρόκειται για μια κατάσταση που υπόκειται σε τεκμηρίωση και ποσοτικοποίηση. Θεωρώντας ως αυθεντική πηγή για τις διαπιστώσεις αυτές τον αβίαστο λόγο των ίδιων των υποκειμένων, θα επιχειρήσουμε μια διαδρομή μέσα από αναπαραστάσεις, βιώματα και σημασίες της ευτυχίας για να προσεγγίσουμε τη βαθύτατα προσωπική εμπειρία της, όπως αποτυπώνεται στον κοινωνικό εαυτό των υποκειμένων. Ελπίδα και επιδίωξή μας είναι να μας δοθεί η δυνατότητα να αγγίξουμε έστω φευγαλέα μια πτυχή της ανθρώπινης κατάστασης που δύσκολα μπορεί κανείς να μοιραστεί με τον Άλλο.

Από τους Αλχημιστές στον Αριστοτέλη


Δεν υπάρχει στη ζωή πιο μεγάλη απόλαυση ούτε πιο μεγάλη ευτυχία από το να μην έχεις συνείδηση ότι ζεις -Giacomo Leopardi, Η Θεωρία της Ηδονής
 
Η ευτυχισμένη ζωή, ως έννοια αλλά και ως βίωμα, δεν θα μπορούσε να αφήσει ασυγκίνητους τους εργάτες του πνεύματος όλων των εποχών και όλων των ρευμάτων. Ακόμη και οι πιο «σκοτεινοί» των φιλοσόφων, σε κατάσταση οι ίδιοι μελαγχολίας έως και κατάθλιψης, πάντοτε θέτουν το ερώτημα για την ευτυχία τού ανθρώπου και αναζητούν την οδό που οδηγεί σε αυτήν. Έφτασαν, μάλιστα, κατά την εποχή της Αναγέννησης να αναζητούν τη φιλοσοφική λίθο, η οποία θα σήμαινε την εξασφάλιση της διαρκούς και αδιάκοπης ευτυχίας μέσω της αιώνιας νεότητας και των απεριόριστων υλικών αγαθών.

Οι αλχημιστές της Αναγέννησης, επομένως, ονειρεύτηκαν να προσφέρουν στον άνθρωπο τις, κατά την άποψή τους, βασικές προϋποθέσεις της καλής ζωής: ευρωστία και πλούτο. Παρέλειψαν, όμως, να συμπεριλάβουν σε αυτές τη θεωρητική όψη της ευδαιμονίας ως διαρκούς και αυτάρκους ενέργειας, όπως την προσδιόρισε ο Αριστοτέλης. Για τον μεγάλο φιλόσοφο της ελληνικής αρχαιότητας «η πιο ωραία και ευχάριστη ζωή» οφείλει να εναρμονίζεται με τον νου, το κύριο χαρακτηριστικό του ανθρώπου (Αριστοτέλης). Η ευδαιμονία είναι μια ενέργεια που διαρκεί καθ’ όλη τη ζωή του ανθρώπου και κατατάσσεται μεταξύ των καθαυτών επιθυμητών ενεργειών, αφού δεν στερείται τίποτα και ο άνθρωπος δεν την επιδιώκει έχοντας κατά νου έναν απώτερο σκοπό αλλά την ίδια την απόκτησή της, η οποία αποτελεί το μεγαλύτερο από τα εξωτερικά καλά.

Για τον Αριστοτέλη η ευδαιμονία συνδέεται με την ύπαρξη ελεύθερου χρόνου, ο οποίος διακρίνεται με σαφήνεια από τον εργάσιμο, καθώς, όπως τονίζει, «εργαζόμαστε για να σχολάσουμε, όπως κάνουμε πόλεμο για να εξασφαλίσουμε ειρήνη» (Αριστοτέλης). Σε αυτό τον χρόνο της περισυλλογής και της ανάπτυξης δραστηριοτήτων που ανταποκρίνονται στις επιθυμίες του κάθε ατόμου συγκαταλέγεται και η επικοινωνία με ευχάριστους φίλους, καθώς μόνο τέτοιου είδους φίλους έχει νόημα να συναναστρέφεται ο ευτυχισμένος άνθρωπος. Όποιος στοχεύει στην ύψιστη ευδαιμονία, τη μακαριότητα, θα πρέπει να προσαρμόσει τη συμπεριφορά του σύμφωνα με τη θεϊκή θέληση και να γνωρίζει ότι θα οδηγηθεί σε αυτήν μόνο μέσω της ανθρώπινης ενέργειας της συναφέστερης προς την ενέργεια του θεού.

Συνεχίζοντας την ανάλυσή του για την ευδαιμονία, ο Αριστοτέλης την ορίζει ως κάποιο είδος θεωρίας, με συνέπεια να μπορεί να καταστεί αυτή αντικείμενο απόλαυσης του θεωρητικού ανθρώπου, χωρίς όμως να παραλείπει μια αναφορά στην αναγκαιότητα των εξωτερικών αγαθών για μια ομαλή διαβίωση. Οι άνθρωποι επιδιώκουν να αποκτήσουν αυτό που τους λείπει, θεωρώντας ότι έτσι θα ολοκληρωθεί η ευτυχία τους, επενδύοντας αυτή την προσμονή με τις ελπίδες τους. Άλλωστε, οι άνθρωποι είναι τα μόνα όντα που ασχολούνται, διερωτώνται, συλλογίζονται για την ευτυχία τους, καθιστώντας αυτό το στοιχείο καταστατικό της συστατικό (Lear).

Η Επικούρεια αταραξία και η ποιότητα ζωής κατά Σενέκα


Την ίδια περίπου εποχή, ο Επίκουρος προτείνει τη δική του εκδοχή για το περιεχόμενο και την απόκτηση της ευτυχίας, ταυτίζοντας την με την εξασφάλιση της σωματικής υγείας, παράλληλα με εκείνη της ψυχικής ηρεμίας (Επίκουρος). Για τον Επίκουρο ο ορισμός είναι αποφατικός: ευτυχία είναι το να μην πονάμε στο σώμα και το να μην ταρασσόμαστε στην ψυχή, μια θεωρία που θα επιβιώσει μέχρι τις μέρες μας, μετρώντας πολυπληθείς οπαδούς.

Αυτός ο διπλός στόχος της ευτυχίας επιτυγχάνεται με οδηγό τη φρόνηση, η οποία είναι εκείνη που μας αποκαλύπτει «τις αιτίες για τις οποίες μας αρέσει ή δεν μας αρέσει κάτι και που διώχνει όλες αυτές τις αντιλήψεις από τις οποίες ταλαιπωρείται η ψυχή μας» (Επίκουρος). Το χαρακτηριστικότερο, όμως, στοιχείο της θεωρίας του Επίκουρου είναι εκείνο της αναγνώρισης και της εξύψωσης της ηδονής ως βάσης «κάθε προτίμησης και κάθε αποφυγής», ως κριτηρίου και μέτρου για να εκτιμήσουμε την ευτυχισμένη ζωή.

Το υπέρτατο αγαθό που είναι η ευτυχία, την οποία, σύμφωνα πάλι με τον Επίκουρο, όταν την έχουμε, έχουμε το παν κι όταν δεν την έχουμε κάνουμε το παν για να την αποκτήσουμε, απασχόλησε και τον Σενέκα, ο οποίος ενδιαφερόταν πολύ για την ποιότητα του καθημερινού βίου. Μπορεί η δική του ζωή να τον διέψευσε, εντούτοις πρέσβευε ότι οι μόνοι πραγματικά ευτυχισμένοι άνθρωποι είναι όσοι αφιερώνονται στο πνεύμα και μόνο τότε ζουν πραγματικά, καθώς με τη μελέτη προσθέτουν στον χρόνο της ζωής τους και εκείνον που έχει προϋπάρξει, ερχόμενοι σε επαφή με τη σοφία των προγενέστερων τους (Σενέκας).

Ο Επίκτητος πάλι, συμπυκνώνει την άποψή του για την ευτυχία σε μια μόνη φράση, υπό τη μορφή συμβουλής:

«Μη ζητάς να γίνονται τα πράγματα όπως τα θέλεις εσύ, αλλά να τα δέχεσαι όπως έρχονται και τότε θα είσαι ευτυχισμένος» -Επίκτητος
 

Οι μικροί καθημερινοί στόχοι του Giacomo Leopardi


Με τον Επίκτητο πιθανώς να μην συμφωνούσε ο Ιταλός Giacomo Leopardi (1798-1837 ) – στοχαστής, φιλόσοφος και ποιητής που το έργο του διακρίνεται από βαθιά απαισιοδοξία. Ο Giacomo Leopardi θεωρούσε ότι ο άνθρωπος μπορεί να βιώσει την ευτυχία ζώντας μια ειρηνική στιγμή, ελπίζοντας, όμως, ταυτόχρονα στην έλευση καλύτερων ημερών. Ο ίδιος εξομολογείται:

Τη θεία αυτή κατάσταση την αισθάνθηκα κατά διαστήματα επί πολλούς μήνες στην ηλικία μεταξύ 16 και 17 ετών, όταν ακριβώς ήμουν απερίσπαστα απασχολημένος με τις σπουδές μου, χωρίς καμιάν άλλην έγνοια, έχοντας την ήρεμη και σταθερή ελπίδα για ένα μέλλον γεμάτο ευχαρίστηση. Όμως αυτό το αίσθημα δεν θα το ξαναδοκιμάσω ποτέ πια, διότι μια παρόμοια ελπίδα, που μόνο αυτή μπορεί να μας ικανοποιήσει στο παρόν, δεν θα μπορούσε να γεννηθεί παρά μόνο σε ένα νέον άνθρωπο της ηλικίας εκείνης ή, τουλάχιστον, τόσο λίγο έμπειρο. Όταν όμως έχουμε γνωρίσει, και χάσει, την ευτυχία, οι ελπίδες δεν μπορούν πια να μας ικανοποιήσουν και η δυστυχία έχει κιόλας εγκατασταθεί στον άνθρωπο.

Για τον Leopardi η ευτυχία πηγάζει από τη ζωηρή φαντασία που δεν αφήνεται να περιοριστεί από τη γνώση ορίων, αλλά τροφοδοτείται από ένα είδος άγνοιας ή παραγνώρισης της πραγματικότητας. Πιστεύει ότι τόσο η ευτυχία όσο και η δυστυχία υπόκεινται στην κρίση του καθενός και, εντέλει, «ο άνθρωπος είναι τόσο δυστυχισμένος όσο ακριβώς φαντάζεται πως είναι… και το ίδιο ισχύει και για το πόσο ευτυχισμένος είναι». Οι ασχολίες, ακόμη και αν δεν προκαλούν ισχυρές συγκινήσεις, μαζί με την επίτευξη των μικρών καθημερινών μας στόχων είναι τα συστατικά της ευτυχίας, που μας επιτρέπουν να ξεπεράσουμε τη ματαιότητα της ανθρώπινης κατάστασης.

Η απόσταση του χρόνου, θεωρεί ο Leopardi, καθιστά γλυκές τις αναμνήσεις των ευτυχισμένων στιγμών, ισχυρότερα και από την ίδια τη στιγμή της απόλαυσης τους, με την ελπίδα της μελλοντικής επανάληψης τους. Καταλήγει, όμως, στο συμπέρασμα ότι ο σκοπός της ζωής του ανθρώπου, η ευτυχία, δεν υπάρχει, αφού την αναζητά χωρίς ουσιαστικά να γνωρίζει τη φύση της, σε τι δηλαδή συνίσταται.

Ο Νίτσε και η ευτυχία


Ο Νίτσε, στο έργο του Η Χαρούμενη Γνώση (1886) εκτός από τις αναλύσεις του για τη γνώση, την τέχνη, την ηθική και την αλήθεια, αναφέρεται, επίσης, στην έννοια της ευτυχίας ακολουθώντας τη Στωική παράδοση, που θέλει την ευχαρίστηση και την απαρέσκεια άρρηκτα συνδεδεμένες μεταξύ τους με έναν τρόπο που για να γευτεί κανείς την ευχαρίστηση θα πρέπει να είναι προετοιμασμένος να υπομείνει αντίστοιχες ποσότητες δυσαρέσκειας. Πιστεύει ο Νίτσε ότι η ευτυχία είναι εν πολλοίς μια ανθρώπινη κατασκευή, καθώς εξαρτάται από την κρίση των ανθρώπων για τα κίνητρα των πράξεων και των σκέψεων, κρίση που πολύ απέχει από τα πραγματικά κίνητρα.

Υπογραμμίζει, επίσης, τη σημασία της υστεροφημίας και της γνώμης των άλλων στη διαμόρφωση της ευτυχίας μας. Θεωρεί ότι ανεξάρτητα με ό,τι γνωρίζουμε εμείς στο πεδίο των πράξεων ή των σκέψεών μας, όταν κάποια στιγμή αποκαλύπτεται ότι οι άλλοι έχουν διαμορφώσει μια διαφορετική άποψη για εμάς η ευτυχία μας κινδυνεύει με κατάρρευση. Σε αντίθεση με τη θλίψη και την κακοκεφιά που έχουν τη δύναμη να επηρεάσουν μια ολόκληρη κοινωνική οργάνωση, κρίνει πως η ευτυχία «δεν είναι καθόλου μεταδοτική αρρώστια». Εντούτοις, δεν παραλείπει να τονίσει τη σημασία του μοιράσματος της χαράς με τους άλλους, γιατί μόνο έτσι μπορεί κανείς να γίνει «μεγάλος».

Η ποιητική περιγραφή του ευτυχισμένου ανθρώπου που έχει να μας προσφέρει είναι η εξής:


Ο κίνδυνος του πιο ευτυχισμένου – να ‘χεις εκλεπτυσμένες αισθήσεις και λεπτό γούστο· να ‘σαι συνηθισμένος σ’ ό,τι πιο εκλεκτό και εξαίσιο έχει το πνεύμα, σα να ‘ταν αυτό απλώς η πιο σωστή και κατάλληλη τροφή· να χαίρεσαι μια δυνατή, θαρραλέα, παράτολμη ψυχή· να περνάς μέσα από τη ζωή με ήρεμα μάτια και σταθερό βήμα, έτοιμος πάντα για τις πιο ακραίες καταστάσεις όπως σε μια γιορτή και γεμάτος από τον πόθο για κόσμους καιθάλασσες, ανθρώπους και θεούς που δεν έχουν ανακαλυφθεί ακόμα· να ακούς κάθε ευδιάθετη μουσική σαν να ‘ταν σημάδι ότι παράτολμοι άνθρωποι, στρατιώτες, ποντοπόροι χαρίζουν στον εαυτό τους εκεί μια βραχύχρονη ανάπαυση και ευχαρίστηση και ξαφνικά, μέσα στη βαθύτατη απόλαυση της στιγμής, νικιούνται από τα κλάματα κι απ’ όλη τη βυσσινιά μελαγχολία του ευτυχισμένου: ποιος δεν θα ‘θελε να ‘ναι όλα αυτά κατοχή του, κατάστασή του!

JEAN-PAUL SARTRE: Ο άνθρωπος εκλέγοντας την εικόνα του εαυτού του εκλέγει συγχρόνως και την εικόνα όλης της ανθρωπότητας, την εικόνα της κοινωνίας

Το πρώτο διάβημα του υπαρξισμού είναι να καταστήσει τον κάθε άνθρωπο κάτοχο αυτού που είναι και να ακουμπήσει πάνω του την πλήρη ευθύνη της ύπαρξής του. Και όταν λέμε ότι ο άνθρωπος είναι υπεύθυνος για τον εαυτό του, δεν εννοούμε πως ο άνθρωπος είναι υπεύθυνος για τη συγκεκριμένη, την περιορισμένη ατομικότητά του, αλλά πως είναι υπεύθυνος για όλους τους ανθρώπους.

Όταν λέμε ότι ο άνθρωπος εκλέγει τον εαυτό του, εννοούμε ότι καθένας από μας διαλέγεται αυτό που είναι, αλλά επίσης ότι εκλέγοντας τον εαυτό του, εκλέγει ταυτόχρονα και όλους τους ανθρώπους. Πραγματικά, δεν υπάρχει έστω και μια απ’ τις πράξεις μας που, δημιουργώντας τον άνθρωπο που θέλουμε να είμαστε, δεν δημιουργεί ταυτόχρονα μια εικόνα του ανθρώπου γενικά, όπως θεωρούμε ότι πρέπει να είναι. Επιλέγοντας να είμαστε τούτο ή το άλλο, επιβεβαιώνουμε ταυτόχρονα την αξία αυτού που εκλέγουμε, γιατί δεν μπορούμε ποτέ να εκλέξουμε το κακό- αυτό που εκλέγουμε, θεωρούμε πως είναι  πάντα το καλό, και τίποτα δεν μπορεί να είναι καλό για μας χωρίς να είναι και για όλους τους άλλους.

Έτσι, η ευθύνη μας είναι πολύ μεγαλύτερη απ’ ό,τι θα μπορούσαμε να υποθέσουμε, γιατί δεσμεύει ολόκληρη την ανθρωπότητα. Αν, για παράδειγμα, είμαι εργάτης κι αποφασίσω να προσχωρήσω σ’ ένα χριστιανικό συνδικάτο κι όχι να γίνω κομμουνιστής, αν μ’ αυτή την προσχώρηση θέλω να δείξω πως, κατά τη γνώμη μου, η εγκαρτέρηση είναι στο βάθος η λύση που ταιριάζει στον άνθρωπο και πως το βασίλειο του ανθρώπου δεν βρίσκεται πάνω στη γη, δεν δεσμεύω μόνο τον εαυτό μου, την ατομική μου περίπτωση: το διάβημά μου δέσμευσε ολόκληρη την ανθρωπότητα.

Κι αν θέλω, πάλι, γεγονός πιο ατομικό, να παντρευτώ, ν’ αποκτήσω παιδιά, ακόμα κι όταν ο γάμος αυτός εξαρτάται αποκλειστικά και μόνο απ’ την οικονομική μου κατάσταση, ή απ’ το πάθος μου, ή απ’ την επιθυμία μου, δεσμεύω με την πράξη μου όχι μόνο τον εαυτό μου, αλλά κι όλη την ανθρωπότητα στο δρόμο της μονογαμίας. Έτσι, είμαι υπεύθυνος για τον εαυτό μου και για όλους και δημιουργώ μια ορισμένη εικόνα του ανθρώπου που διαλέγω εκλέγοντας, λοιπόν, τον εαυτό μου, εκλέγω τον άνθρωπο.

Ο άνθρωπος που εκλέγει και δεσμεύει και που έχει τη συναίσθηση πως δεν είναι μόνο αυτό που διάλεξε να είναι, αλλά κι ο νομοθέτης που εκλέγει ταυτόχρονα για τον εαυτό του και την ανθρωπότητα ολόκληρη, δεν είναι δυνατό να ξεφύγει απ’ το συναίσθημα της πλήρους και βαθιάς του ευθύνης.

Βέβαια, πολλοί άνθρωποι δεν είναι καθόλου αγχώδεις ισχυριζόμαστε, όμως, πως απλούστατα κρύβουν το άγχος τους απ’ τον εαυτό τους, προσπαθούν να του ξεφύγουν – βέβαια πολλοί πιστεύουν πως ενεργώντας δεν δεσμεύουν παρά τον εαυτό τους κι όταν τους λέει κανείς: μα αν όλος ο κόσμος έκανε το ίδιο; σηκώνουν τους ώμους και απαντούν: όλος ο κόσμος δεν κάνει το ίδιο. Ωστόσο, πρέπει πραγματικά ν’ αναρωτιέται κανείς: τι θα συνέβαινε αν όλος ο κόσμος έκανε το ίδιο;

JEAN-PAUL SARTRE, Ο ΥΠΑΡΞΙΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΙΣΜΟΣ

Γιγάντιος βραχώδης πλανήτης εξαερώνεται από άστρο σε απόσταση 1.500 ετών φωτός από τη Γη

Ευρωπαίοι αστρονόμοι ανακάλυψαν για πρώτη φορά ένα τεράστιο πλανήτη που βρίσκεται σε τροχιά γύρω από ένα άστρο λευκό νάνο, σε απόσταση περίπου 1.500 ετών φωτός από τη Γη, στον αστερισμό του Καρκίνου.

Ό πλανήτης εκτιμάται ότι είναι τουλάχιστον τέσσερις φορές μεγαλύτερος από τη Γη και τριπλάσιος από το άστρο του. Διαθέτει μάλιστα μια ουρά σαν κομήτη, καθώς σταδιακά εξαερώνεται υπό την επίδραση του καυτού άστρου του.

Η ανακάλυψη έγινε με το Πολύ Μεγάλο Τηλεσκόπιο (VLT) του Ευρωπαϊκού Νοτίου Αστεροσκοπείου (ESO) στην έρημο Ατακάμα της Χιλής και οι αστρονόμοι από τη Βρετανία, τη Γερμανία και τη Χιλή, με επικεφαλής τον δρα Μπόρις Γκένσικε του βρετανικού Πανεπιστημίου του Γουόρικ, έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό Nature.

Ο λευκός νάνος (WD J0914+1914) είναι το απομεινάρι ενός άστρου που κάποτε έμοιαζε με τον Ήλιο μας. Η θερμοκρασία του πιστεύεται ότι φθάνει τους 28.000 βαθμούς Κελσίου, πενταπλάσια από του Ήλιου.

Η ακτινοβολία του μητρικού άστρου αναγκάζει την ατμόσφαιρα του παγωμένου πλανήτη να διαφεύγει στο διάστημα με εντυπωσιακό ρυθμό τουλάχιστον 3.000 τόνων ανά δευτερόλεπτο, σχηματίζοντας έτσι ένα δίσκο σαν ουρά από αέρια που περιέχουν υδρογόνο, οξυγόνο και θείο.

Οι επιστήμονες ανέφεραν ότι κάπως έτσι μπορεί να μοιάζει το ηλιακό μας σύστημα στο μακρινό μέλλον. Άστρα σαν τον Ήλιο καίνε υδρογόνο στον πυρήνα τους στο μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους, όμως όταν το καύσιμο αυτό τελειώσει, «φουσκώνουν» σαν καυτό μπαλόνι και μετατρέπονται σε ερυθρούς γίγαντες, με μέγεθος εκατοντάδες φορές μεγαλύτερο από το αρχικό τους.

Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να «καταπίνουν» και να καταστρέφουν τους πιο κοντινούς πλανήτες τους και αυτή πιθανότατα θα είναι η μοίρα της Γης, του Ερμή και της Αφροδίτης σε περίπου 4,5 έως πέντε δισεκατομμύρια χρόνια.

Τελικά ο ερυθρός γίγαντας χάνει τα εξωτερικά στρώματα του στο διάστημα, αφήνοντας πίσω του ένα πυρήνα, που είναι ο λευκός νάνος, ένα μικρό απομεινάρι που όμως ακόμη μπορεί να έχει πλανήτες γύρω του, τους πιο μακρινούς που ξέφυγαν από την θανατηφόρα «αγκαλιά» του ερυθρού γίγαντα.

Οι αστρονόμοι εικάζουν ότι υπάρχουν πολλά τέτοια αστρικά συστήματα που έχουν κάποιο λευκό νάνο στο κέντρο τους, αλλά έως τώρα ποτέ δεν είχαν βρει ένα πλανήτη που να έχει διασωθεί από τη φάση ερυθρού γίγαντα του άστρου του και να συνεχίζει να κινείται γύρω πλέον από ένα λευκό νάνο. Στο συγκεκριμένο αστρικό σύστημα, εκτός από τον γιγάντιο πλανήτη που βρέθηκε, θεωρείται πιθανό ότι υπάρχουν και άλλοι.

Υπεραγωγιμότητα: Η θεωρία για την ερμηνεία της γίνεται στόχος «επίθεσης»;

Μετρήσεις σε υπεραγώγιμο υλικό δείχνουν μια απότομη μετάβαση μεταξύ ενός κανονικού μετάλλου και ενός «παράξενου» μετάλλου. Το αληθινό παράξενο, ωστόσο, είναι ότι αυτό το απότομο που παρατηρείται εξαφανίζεται όταν η θερμοκρασία πέφτει. «Δεν έχουμε κανένα θεωρητικό μηχανισμό για αυτό», αναφέρει ο θεωρητικός φυσικός Jan Zaanen, ένας από τους συγγραφείς του άρθρου στο Science, «αυτό είναι κάτι που μόνο ένας κβαντικός υπολογιστής μπορεί να υπολογίσει».

Οι υπεραγωγοί εξέπλητταν για πάνω από έναν αιώνα. Το 1911, ο Heike Kamerlingh Onnes στο Leiden ανακάλυψε ότι ο υδράργυρος μπορεί να άγει ηλεκτρικό φορτίο χωρίς καμιά αντίσταση στους 4,2 βαθμούς Κέλβιν (4,5 βαθμούς πάνω από το απόλυτο μηδέν ή -273,15 βαθμούς Κελσίου). Το φαινόμενο εξηγήθηκε μόνο το 1957, και το 1986, ένας νέος τύπος υπεραγωγιμότητας ανακαλύφθηκε σε σύμπλοκα οξείδια χαλκού. Αυτή η, υψηλής θερμοκρασίας, υπεραγωγιμότητα επιβιώνει ακόμη στη «θερμή» θερμοκρασία των 92 βαθμών Κέλβιν.

Αν θα μπορούσε να επεκταθεί προς τη θερμοκρασία δωματίου, η υπεραγωγιμότητα θα οδηγήσει σε πρωτόγνωρες τεχνολογικές εφαρμογές, αλλά μέχρι τώρα, για το φαινόμενο δεν έχει επιτευχθεί μια πλήρης εξήγηση. Αυτό όχι από έλλειψη προσπαθειών από φυσικούς όπως είναι ο θεωρητικός Jan Zaanen, με μια ομάδα πειραματικών φυσικών του Stanford, και ένας από τους συγγραφείς της μελέτης που δημοσιεύθηκε στο Science.

Παράξενο μέταλλο

«Υποθέτω θα κάνει εντύπωση», γράφει ο Zaanen σχετικά με την δημοσίευση, «ακόμη και για τα κριτήρια του Science, δεν είναι ένα συνηθισμένο άρθρο». Από το 1957, είναι γνωστό ότι η υπεραγωγιμότητα προκαλείται από ηλεκτρόνια που διαμορφώνουν ζεύγη, τα οποία μπορούν να κινούνται ανεμπόδιστα μέσω ενός κρυστάλλου. Αυτό συμβαίνει μόνο κάτω από μια κρίσιμη θερμοκρασία, Τc. Ωστόσο, ακόμη και επάνω από αυτή τη θερμοκρασία, υπεραγωγοί υψηλής Τc εμφανίζουν παράξενη συμπεριφορά. Σε αυτή την «παράξενου μετάλλου» φάση, τα ηλεκτρόνια δεν συμπεριφέρονται όπως τα τελείως ανεξάρτητα σωματίδια, όπως γίνεται στα κανονικά μέταλλα, αλλά σαν συλλογικότητες.

Ο Sudi Chen και οι συνάδελφοί του στο Πανεπιστήμιο του Stanford ερεύνησαν τη μετάβαση μεταξύ κανονικού και παράξενου σε υπεραγώγιμο μικτό οξείδιο του χαλκού, του Bi-2212 (οξείδιο του χαλκού με βισμούθιο), χρησιμοποιώντας μια τεχνική που αποκαλείται ARPES (angle-resolved photoemission spectroscopy). Στην ARPES, έντονο υπεριώδες φως στοχεύει στο δείγμα, φέροντας ενέργεια που μπορεί να εκτινάσσει ηλεκτρόνια από αυτό. Η ενέργεια και η ταχύτητα τέτοιων εξοβελισμένων ηλεκτρονίων προδίδουν τη συμπεριφορά των ηλεκτρονίων μέσα στο δείγμα.

Νερό που βράζει

Πέρα από τη θερμοκρασία, η παράμετρος doping είναι κρίσιμη. Με μικρο-αλλαγή της ακριβούς χημείας του υλικού, ο αριθμός των φορέων φορτίου που κινούνται ελεύθερα μπορεί να μεταβάλλεται, πράγμα που επηρεάζει τις ιδιότητες. Σε σχετικά θερμές θερμοκρασίες, μόλις επάνω από την υψηλότερη δυνατή Τc, η μετάβαση μεταξύ του κανονικού και του παράξενου μετάλλου λαμβάνει χώρα μεταξύ ενός ποσοστού ντοπαρίσματος 19 και 20%. Σε αυτή την μετάβαση, ο Chen και οι συνάδελφοί του δείχνουν ότι η κατανομή της ενέργειας των ηλεκτρονίων αλλάζει απότομα. Τέτοιες ασυνεχείς μεταβάσεις είναι κοινές στη φυσική. Ένα παράδειγμα είναι το νερό που βράζει: στη μετάβαση από το υγρό νερό σε ατμό, η πυκνότητα κάνει ένα γιγάντιο ασυνεχές άλμα.

Όμως το παράξενο σε αυτή την περίπτωση είναι ότι η ασυνέχεια εξαφανίζεται όταν η θερμοκρασία χαμηλώνει στην περιοχή της υπεραγωγιμότητας: το απότομο εξομαλύνεται και οι ιδιότητες ξαφνικά αλλάζουν συνεχώς.

Στον κάδο απορριμμάτων

«Επομένως, ποια είναι η περίπτωση; Σύμφωνα με μια γενική φυσική αρχή, ασυνεχής συμπεριφορά σε υψηλές θερμοκρασίες θα πρέπει να μεταφράζονται σε ασυνεχή μετάβαση σε χαμηλές θερμοκρασίες», λέει ο Zaanen, «το γεγονός ότι αυτό δεν συμβαίνει δεν αντιστοιχεί με οποιονδήποτε υπολογισμό μέχρι τώρα. Ο πλήρης θεωρητικός μηχανισμός μας αποτυγχάνει».

Αυτό επίσης σημαίνει ότι η αποκαλούμενη κρίσιμη κβαντική μετάβαση, αγαπημένη ανάμεσα στις εξηγήσεις, μπορεί να πεταχτεί στον κάδο απορριμμάτων επειδή προβλέπει μια συνεχή συμπεριφορά του σήματος ARPES όταν το ντοπάρισμα μεταβάλλεται. Σύμφωνα με τον Zaanen, όλα αυτά είναι μια σαφής ένδειξη ότι η φάση του παράξενου μετάλλου είναι συνέπεια της κβαντικής διεμπλοκής. Αυτή είναι η διεμπλοκή των κβαντικών μηχανικών ιδιοτήτων των σωματίων που είναι επίσης ένα ουσιαστικό συστατικό για τους κβαντικούς υπολογιστές.

Κβαντικοί

Έτσι, ο Zaanen θεωρεί ότι αυτή η συμπεριφορά μπορεί να υπολογιστεί ικανοποιητικά μόνο με τη χρήση κβαντικού υπολογιστή. Ακόμη περισσότερο από το σπάσιμο των κωδίκων ασφάλειας ή τον υπολογισμό μορίων, το παράξενο μέταλλο είναι περίπτωση ιδεώδους ελέγχου, όπου οι κβαντικοί υπολογιστές μπορούν να δείξουν τα πλεονεκτήματά τους σε σχέση με τους κανονικούς υπολογιστές.

Το επιμύθιο της ιστορίας, λέει ο Zaanen, είναι ότι η προέλευση της ίδιας της υπεραγωγιμότητας είναι όλο και περισσότερο πλευρικό ζήτημα. «Μετά από τριάντα χρόνια, τα στοιχεία ενισχύουν την άποψη ότι η υψηλής Τc υπεραγωγιμότητα δείχνει προς μια ριζικά νέα μορφή ύλης, η οποία διέπεται από τις συνέπειες της κβαντικής διεμπλοκής στον μακροσκοπικό κόσμο».

Το Μεγάλο Κύμα του Nikolai Kondratiev

Nikolai Dmitriyevich Kondratiev* / THE MAJOR ECONOMIC CYCLES

Το 1925 εμφανίζεται ένα περίεργο σύγγραμμα με τίτλο THE MAJOR ECONOMIC CYCLES (ΟΙ ΜΕΓΑΛΟΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΙ ΚΥΚΛΟΙ) στο οποίο ένας άγνωστος μέχρι τότε στην Ευρώπη Ρώσος, ο Nikolai Dmitriyevich Kondratiev, παρουσιάζει την θεωρία της ύπαρξης μεγάλων ημιτονοειδών κυμάτων, με βάση τα οποία εξελίσσεται κάθε καπιταλιστική οικονομία και τα οποία έχουν μία σχεδόν σταθερή χρονική διάρκεια που κυμαίνεται από 40 έως 60 χρόνια, με μέσο όρο την 50ετία.

Σε κάθε κύμα εναλλάσσονται χονδρικά δύο καταστάσεις, μία συνεχούς ανάπτυξης, με βραχύβιες ανακοπές και μία αντίθετη συνεχούς συρρίκνωσης με σύντομες αναλαμπές, αλλά ο κύκλος αυτός δεν σχετίζεται με τους γνωστούς βραχυπρόθεσμους, μεσοπρόθεσμους ή μακροπρόθεσμους οικονομικούς κύκλους, που ήδη είναι γνωστοί στην εποχή του και αποτελούν βασικό και αναπόσπαστο τμήμα της οποιασδήποτε ορθόδοξης οικονομικής θεωρίας.

Αντίθετα συνιστά, όπως συνήθως χαρακτηρίζεται από τους οικονομολόγους, μία ετερόδοξη εναλλακτική θεώρηση των κοινωνικό-οικονομικών εξελίξεων.

Η ύπαρξη αυτών των κυμάτων εντοπίζεται για πρώτη φορά το 1913 από δύο Ολλανδούς οικονομολόγους, τους Samuel de Wolff και Jacob van Gelderen, αλλά η σχετική τους εργασία αναφέρεται ακροθιγώς στο ζήτημα και επιπλέον παραμένει αμετάφραστη σε οποιαδήποτε άλλη γλώσσα έως το 2002. Από την άλλη πλευρά ο Ρώσος οικονομολόγος παρουσιάζει μία εμπεριστατωμένη μελέτη αυτού του φαινομένου, αναλύοντας διεξοδικά τα χαρακτηριστικά του και παρέχοντας μία αναλυτική ερμηνεία των αιτίων και της διαχρονικής του εξέλιξης.

Αν και τα συμπεράσματά του θεωρούνται άμεση κριτική και παρέμβαση στην σταλινική πολιτική, με συνέπεια να κριθεί εχθρός του λαού και να εξαφανισθεί -στην κυριολεξία- με την εκτέλεσή του από την NKVD, ήδη από την δεκαετία του ’30 ο διάσημος Αυστριακός οικονομολόγος Joseph Shumpeter μεταφέρει τις απόψεις του στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ, καθιερώνοντας και τον όρο Kondratieff Wave προς τιμήν του ανθρώπου που το ανακαλύπτει.

Κατά την διάρκεια της δεκαετίας του ’50 ο Γάλλος οικονομολόγος François Simiand προτείνει να χαρακτηρισθεί το στάδιο της ανόδου Φάση Α και το στάδιο της καθόδου Φάση Β, ακολουθούμενος κι από άλλους που παρατηρώντας τις ιδιομορφίες της κίνησής του, προτείνουν με αρκετά ποιητική διάθεση την διαίρεσή του σε τέσσερις περιόδους (Εαρινή=Ανάκαμψη, Θερινή=Άνοδος, Φθινοπωρινή=Ύφεση, Χειμερινή= Κρίση).

Χαρακτηριστικά του Kondratiev Wave Cycle

Ένα Κύμα Kondratieff γίνεται περισσότερο αντιληπτό από τα στοιχεία της παραγωγής και κατανάλωσης σε παγκόσμια κλίμακα, παρά σε επίπεδο εθνικών οικονομιών, καθώς επηρεάζει κάθε πλευρά οικονομικής δραστηριότητας και αφορά κυρίως την παραγωγή (αν και ο άνθρωπος που το επινοεί επικεντρώνει το ενδιαφέρον του στην πορεία των τιμών). Ο Ρώσος οικονομολόγος θεωρεί πως η φάση ανόδου χαρακτηρίζεται εξωτερικά από συνεχή άνοδο τιμών και χαμηλά επιτόκια, ενώ η αντίστοιχη της καθόδου από πτώση τιμών και αντίστοιχα υψηλά, πάντοτε σε συσχέτιση με τον τρέχοντα πληθωρισμό, αναγνωρίζοντας τρία στάδια σε κάθε κύμα, δηλαδή επέκταση, στασιμότητα και ύφεση, αν και νεώτερες ερμηνείες διακρίνουν τέσσερα (διαιρώντας σε δύο το στάδιο στασιμότητας στο οποίο εκδηλώνεται η κορύφωση), που ομαδοποιούνται σε ζεύγη με ένα κρίσιμο σημείο καμπής (την κορύφωση) να μεσολαβεί μεταξύ της ανοδικής και της καθοδικής κίνησης.

Μελετώντας τα δεδομένα ο Kondratieff διακρίνει τα δύο πρώτα κύματα, ακολουθούμενος από τους οπαδούς του που αναγνωρίζουν ακόμη δύο, ενώ είναι ορατό και πέμπτο κύμα με πιθανολογούμενη λήξη του το 2027.

• 1790 – 1849 με σημείο κρίσιμης καμπής το 1815
• 1849 – 1896 με σημείο κρίσιμης καμπής το 1873
• 1896 – 1945 με σημείο κρίσιμης καμπής το 1929
• 1945 – 1987 με σημείο κρίσιμης καμπής το 1965
• 1987 – 2027 με σημείο κρίσιμης καμπής το 2006

Σύμφωνα με τον Kondratieff η εμφάνιση των κυμάτων δεν είναι τυχαία καθώς σε κάθε καθοδική φάση παρατηρεί πως αναδύονται νέες ανακαλύψεις κι εφευρέσεις, οι οποίες αποτελούν και τα κύρια αίτια που προκαλούν την έναρξη της ανοδικής φάσης του επόμενου κύματος, αλλά δεν σχολιάζει το γεγονός ότι κάθε φορά το επίκεντρο της βασικής βιομηχανικής δραστηριότητας που συμπαρασύρει και τις υπόλοιπες στην ανοδική κίνηση, διαφέρει. Βέβαια στην εποχή του είναι λογικό να προσέχει κάποιος την παραγωγική δυναμικότητα και όχι το σύνολο των θέσεων εργασίας, αφού η οποιαδήποτε δραστηριότητα συνδέεται άμεσα με τον όγκο του εργατικού δυναμικού, με συνέπεια οι δύο παράμετροι να είναι αλληλένδετες.

Όμως οι νέες τεχνολογικές επινοήσεις τις αποσυνδέουν, με αποτέλεσμα μία ενδεχόμενη ένταση παραγωγής να μην συνδέεται υποχρεωτικά και με ανάλογη αύξηση θέσεων εργασίας. Επιπλέον τα κύματα προκαλούν μεταβολές στον κοινωνικό ιστό, όπως και στο γενικό λαϊκό αίσθημα, επηρεάζοντας ψυχολογικά τους ανθρώπους.

Η αποκαλούμενη Εαρινή Περίοδος αναδεικνύει μία κοινωνική μεταβολή, στην οποία η αύξηση του πλούτου, η διάχυση των αγαθών σε μεγάλες πληθυσμιακές ομάδες και οι καινοτομίες, προκαλούν δραστικές αναθεωρήσεις των αντιλήψεων για την κοινωνία και την πορεία της.

Στην Θερινή Περίοδο, το γενικό αίσθημα ευημερίας που αποτελεί άμεση συνέπεια των συνθηκών της προηγούμενης, προκαλεί μία χαλάρωση και μία γενικότερη αίσθηση αδιαφορίας, δημιουργώντας ανεπάρκειες και προβλήματα σε πολλούς τομείς, τα οποία συνήθως κρίνονται απομονωμένα και σποραδικά, χωρίς να συσχετίζονται με το γενικό κλίμα που επικρατεί.

Στην Φθινοπωρινή Περίοδο εμφανίζεται η ύφεση που συνοδεύεται και από μεταβολή του λαϊκού αισθήματος, που στρέφει τους ανθρώπους προς την αναζήτηση σταθερότητας, με την επικράτηση συντηρητικών λύσεων και την διάχυση φαινομένων απομονωτισμού και προστατευτισμού των οικονομιών, ενώ κυριαρχούν αποπληθωριστικές τάσεις.

Στην Χειμερινή και τελευταία Περίοδο με ορατές πλέον τις συνέπειες της ύφεσης και της κρίσης, η οικονομική δυσπραγία ωθεί προς την αναζήτηση νέων κοινωνικών μεταβολών, οι οποίες υποστηρίζουν αναφανδόν καινοτομίες και τεχνολογίες αιχμής, με την ελπίδα της ανάκαμψης.

Είναι προφανές ότι τα σημεία καμπής των δύο πρώτων κυμάτων (1815 και 1873), αναγνωρίζονται με ευκολία, καθώς μετά την Θερινή Περίοδο, δηλαδή το δεύτερό τους στάδιο, όπου και στις δύο περιπτώσεις αναδύονται μεγάλες συγκρούσεις (οι Ναπολεόντειοι πόλεμοι και ο αμερικανοβρετανικός του 1812 στο πρώτο ή ο αμερικανικός εμφύλιος και η γαλλοπρωσική σύρραξη στο δεύτερο), την βραχυχρόνια περίοδο ανασυγκρότησης με βάση συντηρητικές κατευθύνσεις, ακολουθεί μία μακροχρόνια ύφεση, που αντιστρέφεται και στις δύο περιπτώσεις με τις φάσεις της βιομηχανικής επανάστασης και την ένταση της μαζικής εκβιομηχάνισης πολλών χωρών της Ευρώπης, αλλά και των ΗΠΑ.

Το τρίτο κύμα εμφανίζει την ιδιομορφία της ανοδικής φάσης μέσω πολεμικών συγκρούσεων (πόλεμος των Μπόερς στην Νότιο Αφρική, ρωσσοϊαπωνικός στην Άπω Ανατολή, Βαλκανικοί Πόλεμοι στην Ευρώπη και τέλος ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος) που αυξάνουν συνεχώς την παραγωγική δυναμικότητα, εντεινόμενης λόγω της λήξης των συγκρούσεων για την αναπλήρωση αγαθών και τις ανάγκες ανασυγκρότησης, καταλήγοντας μετά την κρίση του 1929 σε συνεχή κάμψη που τερματίζεται μετά την λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Το τέταρτο κύμα χαρακτηρίζεται από τον Ψυχρό Πόλεμο και τον αγώνα των εξοπλισμών, καταλήγοντας προς το απόγειό του κατά τα τέλη της δεκαετίας του ’60 σε μία νέα μεγάλη σύγκρουση στην Ινδοκίνα που δεν αναστρέφει όμως τα φαινόμενα της ύφεσης και με την κρίση του πετρελαίου και τον αραβοϊσραηλινό πόλεμο του 1973 επιταχύνει την κάμψη κατά την διάρκεια της δεκαετίας του ’70.

Ένα νέο κύμα αναδύεται μετά την καθίζηση του 1987 με την ανάδυση της χρηματιστηριακής οικονομίας, φθάνοντας στο απόγειό του το 2006, όπου μετά από μία διετία ήπιας κάμψης, καταλήγει στην κρίση του 2008, με άδηλα ακόμη αποτελέσματα.

Μάλιστα οι οπαδοί του Kondratiev από την εποχή του Αυστριακού Shumpeter (1930), τονίζουν πως οι συνεχιζόμενοι άνοδοι των τιμών στο δεύτερο στάδιο της ανοδικής φάσης, δεν συνοδεύονται από ανάλογη δυναμική ανάπτυξης, αποτελώντας στην πραγματικότητα πληθωριστική διαδικασία, η οποία αποτελεί μία μορφή καταστροφής κεφαλαίων προκαλώντας είτε στασιμοπληθωρισμό (όπως μετά το 1970 ή μετά το 2000 ή ταχύτατο αποπληθωρισμό που αποτελεί συνέπεια μεγάλων κρίσεων, όπως αυτών του 1929 και του 2008).

Ερμηνεία του Kondratiev Wave Cycle

Από την εποχή του μεγάλου Ρώσου οικονομολόγου, αναδύονται τέσσερις σχολές ερμηνείας του κύματος που προσπαθούν να ερμηνεύσουν τους λόγους ύπαρξής του στις καπιταλιστικές οικονομίες και επικεντρώνονται στις καινοτομίες και την εισαγωγή κυρίαρχων νέων τεχνολογιών, στις μαζικές επενδύσεις κεφαλαίων και φυσικά στις μεγάλες οικονομικές κρίσεις. Όλες πάντως συμφωνούν πως για τα πρώτα πέντε κύματα, τα βασικά αίτια προσδιορίζονται κατά σειράν από την Βιομηχανική Επανάσταση (1771), την Εποχή του Ατμού και των Σιδηροδρόμων (1829), την Εποχή του Χάλυβος, του Ηλεκτρισμού και της Βαρειάς Βιομηχανίας (1875), την Εποχή του Πετρελαίου, του Αυτοκινήτου και της Μαζικής Παραγωγής (1908), την Εποχή της Πληροφορικής και των Τηλεπικοινωνιών (1971).

Μετά τον Γάλλο οικονομολόγο François Simiand, το 1964 ο μαρξιστής οικονομολόγος Ernest Mandel αναζωπυρώνει το ενδιαφέρον για την ερμηνεία του μεγάλου κύματος με ένα δοκίμιό του το 1964 προβλέποντας λήξη της ανοδικής έκρηξης της διεθνούς οικονομίας μετά από μία πενταετία, δηλαδή το 1969, συνεχίζοντας να προωθεί την ερμηνεία του με μία σειρά ακαδημαϊκών διαλέξεων το 1979, με την διαφορά ότι αντί του μεγάλου κύματος εισάγει διακριτές εναλλασσόμενες μακροοικονομικές περιόδους βραδείας και ταχείας ανάπτυξης με διάρκεια που κυμαίνεται από μία εικοσαετία έως και μία εικοσιπενταετία για κάθε περίοδο.

Αν και οι ακαδημαϊκοί οικονομολόγοι δεν αποδέχονται την ύπαρξη του μεγάλου κύματος, από την άλλη πλευρά η θεωρία του Kondratiev, αποτελεί την βάση για όλες τις σχολές οικονομικής σκέψης που δέχονται ως κυρίαρχες παραμέτρους την καινοτομία και την τεχνολογία, την ανάπτυξη και την εξελικτική οικονομική θεώρηση. Παρά το γεγονός ότι δεν συμφωνούν απόλυτα μεταξύ τους ως προς τις χρονολογίες έναρξης και λήξης, με συνέπεια να αποτελούν για τους επικριτές τους το βασικό παράδειγμα για την ανυπαρξία απόδειξης ύπαρξης του κύματος σε συνδυασμό με την τάση τους να διαβλέπουν τάσεις με βάση ανύπαρκτα στην πραγματικότητα οικονομικά στατιστικά στοιχεία, εν τούτοις η ουσία της άρνησης έγκειται στο γεγονός ότι με την ανάδυση του νεοφιλελευθερισμού και της χρηματιστηριακής οικονομίας, καταρρέουν οι σχεδιασμοί των μακροπρόθεσμων επενδύσεων και ολόκληρος ο κόσμος παρασύρεται σε ένα παιγνίδι άμεσου κέρδους, όπου κατά την πρόσφατη περίοδο και ειδικά στις ΗΠΑ ο χρονικός ορίζοντας των επενδύσεων περιορίζεται σε ένα μέγιστο χρονικό διάστημα 12 μηνών!

Είναι ευνόητο πως για την νέα κυρίαρχη σχολή οικονομολόγων, μία επιστροφή στον μακροπρόθεσμο σχεδιασμό, με βάση αναγνωρίσιμα στοιχεία του κύματος, όπως εκτίθενται από τον Kondratieff (πληθωριστικές άνοδοι τιμών, ανεπάρκειες στους παραγωγικούς τομείς, στασιμοπληθωριστικά φαινόμενα μακράς διαρκείας κι άλλα) και εφαρμογή μέτρων, συνεπάγονται απεμπόληση εύκολων κι άκοπων κερδών και περιορισμό της σχεδόν απόλυτης κυριαρχίας στο οικονομικό και πολιτικό γίγνεσθαι.

Παράλληλα επικρίνεται και η ασυμφωνία ως προς τα αίτια ύπαρξης του φαινομένου, αν κι αυτή η κριτική δεν χαίρει ιδιαίτερης εκτίμησης, καθώς πολλοί τονίζουν πως πολλές φορές κατά το παρελθόν επιστημονικές ανακαλύψεις που προκαλούν επαναστατικές καινοτομίες, απορρίπτονται από την ακαδημαϊκή κοινότητα.

[Οχι λόγω έλλειψης επαρκών ερμηνειών, αλλά λόγω στενομυαλιάς, εγωπάθειας και μίσους, όπως λόγου χάρη ο Σβάντε Αρρένιους και η εμπάθεια που είχε προς τον Mendeleyev και τον Πίνακα Περιοδικών Στοιχείων που ανέπτυξε. Ο Σβάντε Αρρένιους, αν και δεν ήταν μέλος της Επιτροπής του Νόμπελ Χημείας, είχε μεγάλη επιρροή στην Ακαδημία και πίεσε για την απόρριψη του Μεντελέγιεφ, υποστηρίζοντας ότι το περιοδικό σύστημα ήταν πλέον πολύ παλιό για να αναγνωριστεί το 1906.

Σύμφωνα με επιστήμονες της εποχής, ο Αρρένιους κινήθηκε από το καθαρό μίσος που είχε για τον Μεντελέγιεφ, επειδή εκείνος του άσκησε κριτική στην θεωρία για την αντίδραση οξέος-βάσης. Μετά από έντονη λογομαχία, η πλειοψηφία της Ακαδημίας ψήφισε υπέρ του Μουασάν για το Νόμπελ Χημείας. Οι εκ νέου προσπάθειες να προταθεί ο Μεντελέγιεφ το 1907 συνάντησαν και πάλι την απόλυτη αντίθεση του εγωπαθούς Αρρένιους.

Ο Μεντελέγιεφ πραγματοποίησε σημαντικές συνεισφορές στην χημεία, καθώς αύξησε την ανθρώπινη γνώση για τον αιθέρα, τα διαλύματα, το απόλυτο σημείο βρασμού και το πετρέλαιο. Ήταν ένας από τους ιδρυτές της Ρωσικής Χημικής Εταιρείας το 1869 και εργάστηκε πάνω στη θεωρία και την πρακτική του προστατευτισμού του εμπορίου και της γεωργίας. Σε μία προσπάθεια χημικής σύλληψης του αιθέρα, υπέθεσε ότι υπάρχουν δύο αδρανή χημικά στοιχεία με ατομικό βάρος μικρότερο από του υδρογόνου. Από αυτά τα δύο στοιχεία, σκέφτηκε ότι το ελαφρύτερο θα ήταν ένα αέριο διάχυτο παντού και το ελαφρώς βαρύτερο θα ήταν το στοιχείο κορώνιο.

Ο Μεντελέγιεφ θεωρείται ο εισηγητής του μετρικού συστήματος στη Ρωσική Αυτοκρατορία. Επίσης μελέτησε την προέλευση του πετρελαίου και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι υδρογονάνθρακες προέρχονται από μη έμβια ύλη (αβιογένεση) και σχηματίζονται βαθιά μέσα στη γη. Έγραψε «Το βασικό γεγονός που πρέπει να σημειωθεί είναι ότι το πετρέλαιο γεννήθηκε στα βάθη της γης και μόνο εκεί μπορούμε να αναζητήσουμε την καταγωγή του» Ντμίτρι Μεντελέγιεβ, 1877. Ο κρατήρας Μεντελέγιεβ στην Σελήνη και το ραδιενεργό χημικό στοιχείο μεντελέβιο, με ατομικό αριθμό 101, ονομάστηκαν έτσι προς τιμή του.]

Οι διαφωνίες για το Kondratiev Wave Cycle δεν περιορίζονται σε αυτά τα κριτήρια και εκτείνονται σε άλλους τομείς, εντελώς διαφορετικούς μεταξύ τους. Ορισμένοι θεωρούν ότι ο ανθρώπινος ψυχολογικός παράγοντας δεν τοποθετείται στην σωστή του διάσταση, με συνέπεια να υποβαθμίζονται τα πραγματικά ανθρώπινα σφάλματα (όπως η περίπτωση της απληστίας των χρηματοοικονομικών κολοσσών που οδηγεί στην κρίση του 2008), τα οποία ευθύνονται για μερικές από τις χειρότερες οικονομικές περιπέτειες των δύο τελευταίων αιώνων και υπερτονίζεται το αναπόφευκτο στοιχείο της κίνησης των κυμάτων, εκμηδενίζοντας κατά την άποψή τους κάθε φορά, τις πιθανότητες αντίδρασης.

Πολλές δυσχερείς καταστάσεις είναι δυνατόν να αποφευχθούν, ώστε να εκμηδενισθούν οι συνέπειες του κατά τα άλλα ακατάσχετου και ακατανίκητου κύματος. Άλλοι αμφιβάλλουν για την ορθότητα της καμπύλης των κυμάτων, υποστηρίζοντας πως κάθε κύμα ακολουθεί μία συγκεκριμένη κυματομορφή, της οποίας τα χαρακτηριστικά δεν επαναλαμβάνονται. Τέλος κάποιοι αμφισβητούν την μεθοδολογία της έρευνας του Kondratiev, λόγω του ότι υπερτονίζει ορισμένα γεγονότα για να τα αξιοποιήσει στην εξαγωγή συμπερασμάτων, υποβαθμίζοντας κάποια άλλα, τα οποία είναι δυνατόν να αλλοιώσουν το τελικό του συμπέρασμα.



Η Μέτρηση της Αλλαγής Kondratiev Wave Cycle

Ο ανθρώπινος παράγων είναι στην κυριολεξία εξοβελισμένος από τις τρέχουσες οικονομικές θεωρίες και ειδικά από την οικονομική πρόταση του νεοφιλελευθερισμού των τελευταίων δεκαετιών. Αντίθετα ο Kondratiev αναγνωρίζει πως οι κοινωνικές αντιδράσεις επηρεάζουν άμεσα την παλίρροια και την αμπώτιδα της ανθρώπινης ευημερίας και κατά συνέπεια είναι ζωτικές για οποιαδήποτε οικονομία, καθώς δημιουργούν παλιρροϊκά κύματα που προκαλούν σημαντικές μετρήσιμες μεταβολές.

Οι μεταβολές αυτές αποτελούν κυρίαρχο στοιχείο του μεγάλου κύματος και ο Ρώσος οικονομολόγος παρατηρεί ότι οι άνθρωποι δρουν και αντιδρούν διαφορετικά με την πάροδο του χρόνου (και όχι κατά ομοιογενή τρόπο, όπως υποστηρίζει η σύγχρονη αποτελεσματική θεωρία των αγορών, επικαλούμενη την δήθεν απόλυτη διάχυση και διαφάνεια (LOL) της πληροφόρησης), με μοχλό μία επαναλαμβανόμενη ημιτονοειδή καμπύλη.

Συνδυάζοντας περιβαλλοντολογικά και δημογραφικά στοιχεία με μία βάση γνωστικών δεδομένων, η ανίχνευση του κύματος στοιχειοθετεί ότι κάθε φορά προκύπτει ένας νέος κύκλος, που επαναλαμβάνεται μεν ιστορικά ως κυματομορφή, αλλά κάθε φορά είναι μοναδικός, δηλαδή εμφανίζει τα δικά του ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Η θεωρία του συνδυάζει και ενσωματώνει στοιχεία ψυχολογίας και ανθρώπινης συμπεριφοράς, τεχνολογικά δεδομένα, αλλά και διάφορα φαινομενικά τυχαία γεγονότα, που σε συσχετισμό με μία διαχρονική βάση οικονομικών δεδομένων, παρέχουν την δυνατότητα διενέργειας προβλέψεων με μεγάλο βαθμό βεβαιότητας.

Περιγραφή βασικών χαρακτηριστικών ενός κύματος, όπου:

1. Υγιής Ανάκαμψη, Ισχυρή Ανάπτυξη, Αυξήσεις Αμοιβών μεγαλύτερες από τις Αυξήσεις Τιμών, Χαμηλός Πληθωρισμός, Χαμηλά Επιτόκια, Συνεχείς Επενδύσεις στην Παραγωγή, Χαμηλή Ανεργία.
2. Συσσώρευση Πλούτου, Άνοδος Αγορών, Πληθωριστικές Πιέσεις, Αυξήσεις Αμοιβών μικρότερες από τις Αυξήσεις Τιμών, Μείωση Παραγωγικών Επενδύσεων, Σταδιακή Άνοδος Ανεργίας, Μεταβολή Κοινωνικής Συμπεριφοράς, Νέες Απαιτήσεις, Αμφισβήτηση Κοινωνικής Δικαιοσύνης, Αναταραχή, Πιθανοί πόλεμοι Αποκορύφωσης.
3. Κορυφή, Χειρότερη αναλογία Αμοιβών προς Τιμές, Απότομη Άνοδος Ανεργίας, Αναταραχές.
4. Απότομος Αποπληθωρισμός, πιθανή Ισχυρή Κρίση, Μειώσεις Αμοιβών, Απόγειο Ανεργίας, Συντηρητικές Επιλογές.
5. Αναλαμπή, μερική Εξομάλυνση Δυσμενών Συνθηκών, Στασιμοπληθωρισμός, Επιλεκτική Βιομηχανική Παραγωγή.
6. Αποπληθωρισμός, Επέκταση Νέων Τεχνολογιών, Βελτίωση Αμοιβών, Ψευδαίσθηση Σταθερότητας, Εξάντληση Κεφαλαίων, Άνοδος Επιτοκίων.
7. Κοινωνικές Μεταρρυθμίσεις, Μαζική Εφαρμογή Νέων Τεχνολογιών, Βελτίωση Αμοιβών, Ήπιες Πληθωριστικές Πιέσεις, πιθανή βραχύβια Κρίση
8. Βυθός, Έναρξη Νέου Κύματος, Ισχυρή Ανάκαμψη, Κεφαλαιοποίηση Νέων Τεχνολογιών, λόγος Αμοιβών προς Τιμές ίσος με τον αντίστοιχο της Κορυφής.

Η άποψη του Ρώσου είναι ολιστική και στο πλαίσιο αυτής της αντιμετώπισης, η οικονομική πολιτική δεν αποτελεί πανάκεια, αλλά απλώς ένα ακόμη εργαλείο της κοινωνίας για την αντιμετώπιση των προβλημάτων της. Είναι ευνόητο βέβαια πως μία θεώρηση αυτής της μορφής που αρνείται την παντοδυναμία και την μονοκρατορία των σύγχρονων περισπούδαστων οικονομολόγων της νεοφιλελεύθερης σχολής, αποτελεί και το βασικό αίτιο για τις προσπάθειες περιθωριοποίησης της.

Ανθρώπινος Παράγοντας και Συμπτωματολογία του Κύματος

Το κύμα του Kondratiev εξελίσσεται σε τέσσερα ευδιάκριτα στάδια, λόγω των δραστικών μεταβολών συμπεριφοράς, οι οποίες καθορίζουν και τις ενέργειες των ανθρώπων που εμπλέκονται με τον ένα ή τον άλλο τρόπο στο οικονομικό γίγνεσθαι. Η αναγνώριση αυτών των χαρακτηριστικών διευκολύνει την πρόγνωση των μεταβολών όχι μόνον στην οικονομία, αλλά και στην ψυχολογία των ανθρώπων, επιτρέποντας την έγκαιρη λήψη προληπτικών μέτρων.

Μία κοινή παραδοχή όλων των οικονομολόγων εστιάζεται στο γεγονός ότι ο πληθωρισμός αποτελεί αναπόσπαστο και αναπόφευκτο στοιχείο κάθε αναπτυξιακής περιόδου, με τις κυβερνήσεις να παραμένουν απλώς παθητικοί συμμέτοχοι στον κύκλο εξέλιξης των πληθωριστικών φαινομένων. Σύμφωνα με τον Kondratiev η αναπτυξιακή περίοδος, εξελίσσεται από μία οικονομική κατάσταση που βιώνει την ολοκλήρωση ενός σταδίου κρίσης και εκτείνεται σε συνεχή ανέλιξη, ακολουθώντας σχεδόν σπειροειδή μορφή.

Στην περίοδο αυτή οι διαδραστικές σχέσεις των ανθρώπων στο οικονομικό γίγνεσθαι αποφέρουν πλούτο, αλλά και αποταμιεύσεις, που σχηματίζονται με στόχο να αποτελέσουν συσσωρευμένα κεφάλαια για μελλοντικές επενδύσεις. Η αύξηση του όγκου της παραγωγής και η αφθονία προκαλεί άνοδο των τιμών, ενώ και ο ποσοτικός πολλαπλασιασμός των διακινούμενων ειδών, απαιτεί ταχύτερη κυκλοφορία χρήματος με συνέπεια τον σχηματισμό υψηλότερων τιμολογιακών πλαισίων. Ιστορικά η διάρκεια αυτού του φαινομένου που διαιρείται σε δύο περιόδους, διαρκεί κατά μέσο όρο μία εικοσιπενταετία, με ελάχιστο την εικοσαετία και μέγιστο την τριακονταετία, με εξωτερικά χαρακτηριστικά την μείωση της ανεργίας, την άνοδο της παραγωγικότητας και την σχετική σταθερότητα των τιμών, λόγω του ότι συμβαδίζουν ή αυξάνονται συνήθως σε κατώτερα επίπεδα σε σχέση με τις αυξήσεις των αμοιβών.

Η κυρίαρχη τάση πέραν της συσσώρευσης πλούτου, επιβάλλει συνεχώς και την παραγωγή νέων αγαθών για την κάλυψη καταναλωτικών αναγκών, πολλαπλασιάζοντας τους όγκους αλλά και το εύρος των αγορών. Η ανάπτυξη όμως συνοδεύεται και από την μεταβολή των κοινωνικών απαιτήσεων και αλλαγή της ανθρώπινης συμπεριφοράς, καθώς με την συσσώρευση πλούτου και την εισαγωγή διαφόρων καινοτομιών, προκαλούνται ανακατατάξεις και περιθωριοποιήσεις σε διάφορες κοινωνικές ομάδες, με συνέπεια την πρόκληση φαινομένων κοινωνικής αναταραχής, όπως το Κίνημα των Παιδιών των Λουλουδιών ή ο Μάης του΄68 του προηγούμενου κύματος, τα οποία με την σειρά τους καταλήγουν σε μεγάλες αποκλίσεις ως προς τον προσδιορισμό των εργασιακών σχέσεων και τον καθορισμό της θέσης των ανθρώπων που συμμετέχουν σε μία κοινωνία.

Τελικά η εκθετική αυτή αναπτυξιακή εξέλιξη προσεγγίζει τα όριά της και στο στάδιο αυτό παρατηρείται μία μεταβολή που χαρακτηρίζεται από την πλεονασματική συσσώρευση κεφαλαίων, τα οποία προκαλούν ελλείψεις σε βασικές πλουτοπαραγωγικές πηγές και είναι δεδομένο πως οποιαδήποτε οικονομία αναπτύσσεται με ασφάλεια και χωρίς ανεπάρκειες μόνον έως το όριο των πλουτοπαραγωγικών πηγών της, είτε πρόκειται για φυσικούς πόρους, είτε για το ανθρώπινο δυναμικό της.

Στην νέα αυτή περίοδο η υγιής ανάπτυξη αποτελεί πλέον παρελθόν και ένα ευδιάκριτο χαρακτηριστικό, που αποτελεί απόρροια της αφθονίας και της συσσώρευσης πλούτου, αφορά την μεταβολή των εργασιακών σχέσεων και της συμπεριφοράς, όπου παρατηρούνται αστοχίες, ανεπάρκειες και αδυναμίες ή προβλήματα κοινωνικής δικαιοσύνης. Ιστορικά το πλέγμα των διαφόρων ανισορροπιών, είτε πρόκειται για την κοινωνία, την οικονομία ή ακόμη και το πολιτισμικό περιβάλλον, είναι πιθανόν να καταλέξει στους λεγόμενους πολέμους της αποκορύφωσης.

Ο πόλεμος του 1812 στην Βόρειο Αμερική μεταξύ των ΗΠΑ και της Μεγάλης Βρεταννίας και οι Ναπολεόντιοι πόλεμοι στην Ευρώπη, ο Αμερικανικός Εμφύλιος του 1861-1865, ο Ι Παγκόσμιος Πόλεμος, ο πόλεμος της Ινδοκίνας (Βιετνάμ), οι πρόσφατοι πόλεμοι στο Αφγανιστάν και στο Ιράκ, συμπίπτουν με περιόδους αυτής της μορφής. Οι συγκρούσεις αυτές πάντα δοκιμάζουν τις ανοχές της οικονομίας, λόγω ακριβώς της υφής των περιόδων που εκδηλώνονται, προκαλώντας πληθωριστικές πιέσεις και εντείνοντας τις ανισορροπίες.

Παράλληλα η κάμψη της παραγωγικότητας, η άνοδος της ανεργίας και συνήθως μία απότομη κάμψη συνοδεύουν αυτή την περίοδο, που αν και βραχύβια (διετίας ή τριετίας), συνιστά βασικό μοχλό για κινητοποιήσεις με στόχο διαρθρωτικές αλλαγές στην οικονομία, λόγω του ότι τα πλεονάσματα δεν είναι εφικτό να κεφαλαιοποιηθούν σε αναπτυξιακές διαδικασίες, αν και συνήθως τα μέτρα είναι πάντα καθυστερημένα και δεν αντιστρέφουν την κατάσταση. Το λεγόμενο Όριο Ανάπτυξης, αποτελεί και το κομβικό στοιχείο αυτών των δύο περιόδων, σε μία φάση εικοσιπενταετούς διάρκειας κατά μέσο όρο, προκαλώντας συντηρητικές αντιδράσεις της κοινή γνώμης και το λαϊκό αίσθημα της γενικής δυσφορίας.

Η βραχύβια κάμψη της προηγούμενης περιόδου, που προκύπτει λόγω των ανισορροπιών που προκαλεί η εξάντληση των πραγματικών ορίων της οικονομίας, παραχωρεί την θέση της σε μία νέα, που αποτελεί και την απαρχή της συρρίκνωσης. Στην περίοδο αυτή παρατηρούνται διορθώσεις τιμών και μεταβολές στην παραγωγή, καθώς επιχειρούνται έστω και προσωρινά, αποκαταστάσεις των ανισορροπιών. Οι αλλαγές στα πλαίσια των επιπέδων τιμών, σε συνδυασμό με την γενικότερη τάση του πληθυσμού να διατηρεί τις καταναλωτικές του ορέξεις, λόγω της συνεχούς συσσώρευσης πλούτου επί δύο και πλέον δεκαετίες, διατηρεί μία σχετική ευστάθεια στην οικονομία, που αν και δεν εμφανίζει σταθερούς ρυθμούς ανάπτυξης, ωστόσο επιτρέπει ένα γενικότερο κλίμα ήπιας ευημερίας, που κατά κανόνα παραπλανά ως προς το τι πρόκειται να επακολουθήσει.

Η οικονομία κινείται πλέον με βασικό μοχλό την κατανάλωση και ένα εξωτερικό ιδιόμορφο χαρακτηριστικό είναι οι περίεργες συμβιωτικές σχέσεις μεγάλων οικονομικών δυνάμεων που συντηρούν αυτή την ψευδαίσθηση. Πρόσφατο κλασσικό παράδειγμα αποτελεί η σχέση ΗΠΑ-Κίνας, όπου η οικονομία του πρώτου σκέλους, με κέντρο βάρους τον τριτογενή τομέα (η παροχή υπηρεσιών υπερκαλύπτει το 80% του ΑΕΠ) και εμφανείς τις ελλείψεις σε πηγές και εργατικό δυναμικό επιβιώνει συμπληρωματικά, χάρη στο δεύτερο σκέλος που καλύπτει τις ελλείψεις, συντηρώντας την καταναλωτική αγορά με χαμηλές τιμές, με αντάλλαγμα την απρόσκοπτη διασφάλιση της οικονομικής του ανάπτυξης.

Σε αυτή την περίοδο συνήθως αναδύεται μία κριτική αναθεώρηση της εμπλοκής σε άσκοπες πολεμικές συγκρούσεις (η κατακριτέα εκ των υστέρων περίπτωση της Ινδοκίνας αποδεικνύεται πλέον και ιστορικά ότι δεν είναι μοναδική), όπως και της υπερβολικά φιλελεύθερης οικονομικής πολιτικής (κορυφαίο παράδειγμα αποτελεί η νεοφιλελεύθέρη πολιτική των ΗΠΑ, που συμπαρασύρει όλες τις ανεπτυγμένες οικονομίες στην ολέθρια αρχή της ανεξέλεγκτης αυτορρύθμισης των αγορών με τα γνωστά καταστροφικά αποτελέσματα), με συνέπεια την κοινωνική αντίδραση προς την υιοθέτηση συντηρητικότερων κατευθύνσεων.

Η αναζήτηση της ευστάθειας, οδηγεί και σε τάσεις απομονωτισμού και προστατευτισμού των οικονομιών, όπου για ένα χρονικό διάστημα εξαετίας ή και δεκαετίας, αναπτύσσονται επιλεκτικά συγκεκριμμένοι βιομηχανικοί κλάδοι και εξελίσσονται νέες κοινωνικές και τεχνολογικές ιδέες, διατηρώντας την αίσθηση του πλούτου και συντηρώντας παράλληλα παροδικά αισθήματα ευφορίας. Η ήδη πληθωριστική δομή των πλαισίων τιμών της προηγούμενης περιόδου, σε συνδυασμό με την διατήρηση της κατανάλωσης σε υψηλά επίπεδα, διογκώνουν ταχύτατα τα χρέη και τα ελλείμματα, με συνέπεια όταν τελικά η υπερκατανάλωση (με βάση τα δεδομένα της περιόδου) υπερβεί κάθε όριο, να ενσκήψει η κρίση.

Το πρώτο εξωτερικό χαρακτηριστικό της κρίσης εστιάζεται στην γενική κατάρρευση των τιμών στις αγορές, καθώς η εξάντληση του συσσωρευμένου πλούτου, υποχρεώνει την οικονομία σε απότομη περιχαράκωση και αυτό το φαινόμενο εκτείνεται χρονικά έως και μία τριετία, ακολουθούμενο από μακρά περίοδο αποπληθωριστικών πιέσεων (έως και μία δεκαπενταετία). Οι πιέσεις αυτές είναι περισσότερο ευδιάκριτες στον τομέα της πολιτικής των επιτοκίων, αλλά και των αμοιβών, που εμφανίζονται να ευθυγραμμίζονται στα δύο άκρα του κύματος, δηλαδή στο ανώτατο και κατώτατο σημείο του, σε συσχέτιση με τις τιμές των προϊόντων, ή απλούστερα οι λόγοι των αμοιβών προς τις τιμές στα δύο άκρα είναι ίσοι.

Ο Kondratiev θεωρεί πως αυτή η τελευταία περίοδος της καθοδικής φάσης αποτελεί ένα στάδιο γενικής εκκαθάρισης, που επιτρέπει την αναπροσαρμογή της οικονομίας, σχηματίζοντας ένα νέο πλαίσιο για την μελλοντική ανάκαμψη. Η χαρακτηριστική μάλιστα περίπτωση της υλοποίησης προσδοκιών, που ήδη είναι εκπεφρασμένες κατά την πρώτη περίοδο της ανοδικής φάσης, συνιστά ένα από τα πλέον ευδιάκριτα στοιχεία της. Παράλληλα διάφορες καινοτομίες εφαρμόζονται στις ήδη υπάρχουσες τεχνολογίες, μειώνοντας το κόστος παραγωγής, επιτρέποντας την πρόσβαση σε μεγάλες πληθυσμιακές ομάδες και ενισχύοντας την σταθεροποίηση της βιομηχανίας.

Η μείωση του περιθωρίου κέρδους από την μία πλευρά σε συνδυασμό με την αύξηση των πωλήσεων κινείται σε ένα περιβάλλον εξαιρετικά ήπιας ύφεσης με πολύ χαμηλό πληθωρισμό, που αν και ψυχολογικά φαίνεται δραστικά σοβαρότερη σε σχέση με τις καταστροφικές πρώτες συνέπειες της κρίσης, σηματοδοτεί την έναρξη του επομένου κύματος, όπου και η πλασματική σοβαρότητά της πρόκειται στην κυριολεξία να εκμηδενισθεί.

Κατά την διάρκεια αυτής της περιόδου σταθεροποιούνται κοινωνικές αξίες και στόχοι, καθώς ιδέες και συλλήψεις της προηγούμενης περιόδου εφαρμόζονται ανεπιφύλακτα, παρά το γεγονός ότι κατά το παρελθόν χαρακτηρίζονται ως περιθωριακές ή ριζοσπαστικές για να εφαρμοσθούν στον κοινωνικό ιστό. Συχνά οι μεταβολές αυτές υποστηρίζονται από την εισαγωγή νέων τεχνολογιών, οι οποίες με την σειρά τους παρέχουν ένα πλαίσιο για την εξέλιξη μίας κοινωνικής ολοκλήρωσης σε νέες κατευθύνσεις.



Ανίχνευση του Kondratiev Wave Cycle

Ο ίδιος ο Kondratiev, περιορίζει την αναφορά του στα δύο πρώτα μεγάλα κύματα (1790 – 1849 και 1850– 1896), προσθέτοντας αναλυτικές περιγραφές, συμπτωματολογία και το γενικό πλαίσιο που καθορίζει την κίνησή τους, με συνέπεια η θεωρία του να παραμείνει στο επίπεδο μίας ακόμη ακαδημαϊκής πραγματείας χωρίς περαιτέρω εφαρμογή. Η κατάσταση μεταβάλλεται μία δεκαετία μετά την πρώτη δημοσίευση, όταν ο Αυστριακός οικονομολόγος Joseph Schumpeter παρατηρεί πως τα γεγονότα της δεκαετίας του ΄20, σε συνδυασμό με την κρίση του 1929 και τις συνέπειές της στην επόμενη περίοδο, ανταποκρίνονται απόλυτα στην συμπτωματολογία που εκθέτει ο Ρώσος, με συνέπεια να αναγνωρίσει έκπληκτος το τρίτο κύμα σε εξέλιξη και τα αίτια που το προκαλούν.

Τρείς και πλέον δεκαετίες αργότερα μία ομάδα οικονομολόγων, επηρεασμένη από την κατάσταση των ΗΠΑ, συνδυάζει τα φαινόμενα της πληθωριστικής ανόδου των τιμών, την διόγκωση του χρέους, τα προβλήματα του πολέμου στην Ινδοκίνα και την κρίση του πετρελαίου, ανακαλύπτοντας και αυτή με την σειρά της το τέταρτο κύμα να εξελίσσεται. Κατά την διάρκεια της δεκαετίας του΄90 μία άλλη ομάδα συνδυάζει κατά τρόπο ανάλογο την κρίση του 1987, με μία σειρά αντίστοιχων γεγονότων σε βάθος χρόνου δύο δεκαετιών, εντοπίζοντας την λήξη του τέταρτου κύματος και την εκκίνηση του πέμπτου, αλλά τα πορίσματά της και οι προειδοποιήσεις καταλήγουν στο κενό, υπό την πίεση των ορθόδοξων οικονομολόγων.

Από τις σποραδικές αυτές έρευνες στοιχειοθετείται ότι η ανίχνευση των κυμάτων είναι αδύνατη με την αποκλειστική μελέτη μεμονωμένων οικονομικών συμβάντων και απαιτείται η μελέτη πληθώρας δεδομένων που φαινομενικά δεν συνδέονται μεταξύ τους και συνήθως αντιμετωπίζονται ως τυχαία ή παράγωγα άλλων συγκυριών. Κατά συνέπεια για να ανιχνευθεί το μεγάλο κύμα δεν αρκεί μόνον ένα ύποπτο γεγονός, αλλά απαιτείται έρευνα πληθώρας δεδομένων που αφορούν την κοινωνία και την οικονομία, ώστε να διαπιστωθεί εάν και κατά πόσον ανταποκρίνονται στην συμπτωματολογία του Kondratiev.

Προς την κατεύθυνση αυτή δύο ανεξάρτητες μελέτες των φυσικών και οικονομολόγων Cesare Marchetti (FIFTY-YEAR PULSATION IN HUMAN AFFAIRS, ANALYSIS OF SOME PHYSICAL INDICATORS, Futures No 17 (3), 1986, σελίδες 376–388) και Theodore Modis (PREDICTIONS, SOCIETY’S TELLTALE SIGNATURE REVEALS THE PAST AND FORECASTS THE FUTURE, Simon & Schuster, New York, 1992), στοιχειοθετούν ότι το μεγάλο κύμα σχετίζεται με φυσικές, οικονομικές και κοινωνικές μεταβλητές, όπως οι ανακαλύψεις, οι καταναλώσεις ενέργειας, η συχνότητα των τραπεζικών χρεωκοπιών, η εμφάνιση νέων καινοτομιών, η αυξομείωση της ολικής χρήσης ιπποδύναμης στην βιομηχανία, ή η ενδημική εμφάνιση αυτοκτονιών.

Μεταβλητές αυτής της μορφής, παραμετροποιημένες, ώστε να είναι συγκρίσιμες και να συσχετίζονται, παρέχουν περισσότερο ασφαλείς ενδείξεις στην ανίχνευση του μεγάλου κύματος και της διανυόμενης περιόδου του, σε σχέση με αυτές που προέρχονται από αποκλειστικά οικονομετρικά δεδομένα, όπως οι νομισματικοί και χρηματοοικονομικοί δείκτες.

Επιπλέον ο οικονομολόγος Edward Russel Dewey (1895-1978), που υπηρετεί αμέσως μετά την κρίση του 1929, ως διευθυντής της Υπηρεσίας Αναλύσεων του αμερικανικού Υπουργείου Εμπορίου της τότε κυβέρνησης Hoover, διαπιστώνει μετά από σειρά ερευνών, πως η μέση διάρκεια του κύκλου είναι 53,8 χρόνια. Ο Dewey αναλαμβάνει τις έρευνες με προσωπική εντολή του προέδρου, που προσπαθεί να εντοπίσει τα αίτια και τους υπεύθυνους της κρίσης, αλλά μετά από μακρά σειρά ακροάσεων, στις οποίες καλεί όλους του διάσημους οικονομολόγους της εποχής, καταλήγει στο συμπέρασμα πως οι απόψεις τους είναι εντελώς ανεπαρκείς για να ερμηνεύσουν το φαινόμενο.

Από το σημείο αυτό, αυτονομεί απόλυτα τις έρευνες και λαμβάνοντας υπόψιν του πολλές παραμέτρους που κρίνονται αδόκιμες από τις παραδοσιακές οικονομικές σχολές σκέψης, όπως λόγου χάρη η συχνότητα εμφάνισης πολεμικών συγκρούσεων, καταλήγει σε μία σειρά αρμονικών ημιτονοειδών καμπυλών, οι οποίες είναι πολλαπλάσια (μέσω διπλασιασμού και τριπλασιασμού) δύο μικρών αρχικών και καταλήγουν σε κομβικό κύκλο 17,75 ετών, ο οποίος αποτελεί το ένα από τα τρία στάδια του που περιγράφει αρχικά ο Kondratiev, με συνέπεια το πλήρες κύμα του να ορίζεται με μέση χρονική διάρκεια 53, 8 ετών.

Ο μέσος άνθρωπος είναι σχεδόν αδύνατον να αντιληφθεί την εξέλιξη ενός κύματος, καθώς οι συνέπειές του δεν επηρεάζουν άμεσα την καθημερινή ζωή, με εξαίρεση κάποιες συνήθως βραχυχρόνιες περιόδους έντονων ανοδικών ή καθοδικών διακυμάνσεων, που φαινομενικά δεν συσχετίζονται και συνήθως αντιμετωπίζονται ως μεμονωμένα περιστατικά. Ακόμη και στις καθοδικές περιόδους, οι σχέσεις αμοιβών προς τις τιμές, διατηρούν μία αναλογία ίση σχεδόν προς την αντίστοιχη των ανοδικών, εξαφανίζοντας τα ίχνη του (όπως ο πρόσφατος αποπληθωρισμός των τιμών του πετρελαίου και πολλών άλλων αγαθών, που δημιουργούν την ψευδαίσθηση της εξομάλυνσης).

Σύνοψη και Αντιδράσεις Kondratiev Wave Cycle

Είναι σημαντικό να αντιληφθεί κανείς πως το Kondratiev Wave Cycle αφορά την παγκόσμια οικονομία και όχι οικονομίες σε εθνικό επίπεδο, που ενδεχομένως είναι δυνατόν να αποκλίνουν σε κάποιο σημείο ή σημεία από την συμπτωματολογία του. Από την άλλη πλευρά αυτή η συμπτωματολογία προσφέρει ένα χρονοδιάγραμμα εκδήλωσης γεωπολιτικών μεταβολών, καθώς η θεώρηση των πραγμάτων από το κομβικό σημείο της κορυφής του, επιτρέπει την αναγνώριση των ρωγμών στις παλαιές συμμαχίες, και την επικείμενη πιθανή κατάρρευσή τους στην καθοδική φάση, με αντικατάσταση τους από νέες, που στο τελικό στάδιο της περιόδου κρίσης, όπου και ολοκληρώνεται το κύμα, είναι πλέον προφανείς.

Από το κομβικό σημείο της κορυφής του 2006 λόγου χάρη, είναι ευδιάκριτες οι ρωγμές των παλαιών συμμαχιών, η κριτική για τους πολέμους της αποκορύφωσης (Αφγανιστάν, Ιράκ) που δοκιμάζουν τις οικονομικές ανοχές των ΗΠΑ, η υφέρπουσα τάση δημιουργίας νέων γεωπολιτικών σχημάτων, η εξάντληση του συσσωρευμένου πλούτου, οι αποπληθωριστικές πιέσεις, οι κοινωνικές αναταραχές, όπως και η προώθηση της εφαρμογής νέων τεχνολογιών στην ενέργεια (υδρογόνο, πυρηνικοί αντιδραστήρες τέταρτης γενεάς, αντιδραστήρες σύντηξης, αιολική και ηλιακή ενέργεια), αλλά και στη πληροφορική με την εισαγωγή τεχνολογίας βιολογικών μορίων στις υπολογιστικές μηχανές και στην ευρύτερη ψηφιακή τεχνολογία, που προδικάζουν την επόμενη ανάκαμψη.

Η θεωρία του Kondratiev, αποκτά κύρος στην Ευρώπη όταν με πρώτο τον Joseph Schumpeter, διαπιστώνεται ότι ο Ρώσος οικονομολόγος με την περιγραφή των δύο πρώτων κυμάτων (1790 – 1849 και 1850– 1896) και την ανάλυση της συμπτωματολογίας τους, περιγράφει ουσιαστικά με ακρίβεια και το τρίτο και κυρίως την μεγάλη οικονομική κρίση του 1929 με την αιτιολογία της, από το 1925. Όμως η εμφάνιση της σχολής του Keynes, τον περιθωριοποιεί (όπως τον εξαφανίζει και ο Στάλιν για να αποφύγει την κριτική του), αλλά κατά την διάρκεια της δεκαετίας του ’70, μία νέα γενεά οικονομολόγων ανακαλύπτει στα κείμενά του την επαλήθευση και του τετάρτου κύματος, παρατηρώντας το σύμπτωμα του πολέμου της αποκορύφωσης (Ινδοκίνα), την καταστροφική κρίση του πετρελαίου, το χαρακτηριστικό του αποπληθωρισμού και άλλα συμπτώματα που ήδη περιγράφονται από τον Kondratiev, όπως και το εύρος της χρονικής του διάρκειας.

Η θεωρία περιθωριοποιείται εκ νέου με την άνοδο της νεοφιλελεύθερης σχολής με ηγέτη της τον Friedrich von Hayek (Βραβείο Νόμπελ στην Οικονομία το 1974), που κηρύσσει κυριολεκτικά τον νόμο της ζούγκλας στις αγορές, αρνούμενος την κοινωνική δικαιοσύνη, αλλά σταδιακά κατά τα τέλη της δεκαετίας του ’90, με την εμφάνιση συνεχών χρηματιστηριακών αν και βραχύβιων χρηματιστηριακών κρίσεων, νέοι οικονομολόγοι ανακαλύπτουν χαρακτηριστικά της συμπτωματολογίας του Kondratiev, που ανταποκρίνονται στο δεύτερο και μοιραίο στάδιο, της ανοδικής φάσης, προειδοποιώντας για το επερχόμενο συντριπτικό πλήγμα, που προβλέπει το μεγάλο κύμα (το πέμπτο) χωρίς όμως να εισακούονται.

Μάλιστα ο διάσημος ιστορικός και οικονομολόγος Eric Hobsbawm, σχολιάζει το 1999 πως από την στιγμή που με βάση το κύμα του Kondratiev είναι εφικτή η διενέργεια προβλέψεων με μεγάλο βαθμό βεβαιότητας και σε βάθος χρόνου, στοιχείο εντελώς ασυνήθιστο στην οικονομική θεωρία και πρακτική, παρέχεται η απόδειξη για την ύπαρξη ενός εσώτερου μηχανισμού του, αν και ακόμη παραμένει αδιευκρίνιστος. Στην πραγματικότητα το κύμα του Kondratiev, παρά τις ζοφερές περιόδους του, στοιχειοθετεί ότι η παγκόσμια οικονομία κινείται με βάση μεγάλους χρονικά κύκλους, όπου οι αντιδράσεις των ανθρώπων στα διάφορα συμπτώματά τους, συναρτώνται άμεσα με τις γνώσεις και την εμπειρία τους, αλλά η μεγάλη συνεισφορά του άτυχου τελικά Ρώσου οικονομολόγου στην κοινωνικό-οικονομική σκέψη, προέρχεται από την απόδειξη μέσω των κυμάτων, πως η πρόοδος αποτελεί μία εξελικτική τάση που δεν αντιστρέφεται.
------------------------------------
*Nikolai Kondratiev, ένας άτυχος Ρώσος Οικονομολόγος

Στις 17 Σεπτεμβρίου του 1938, ένας νέος άνθρωπος οδηγείται στον εσωτερικό περίβολο του αρχηγείου της Αστυνομίας Εσωτερικής Ασφαλείας (NKVD) στην Lubyanka στο κέντρο της Μόσχας, όπου και αντιμετωπίζει τα πυρά ενός εκτελεστικού αποσπάσματος, αποτελώντας ένα από τα χιλιάδες θύματα του κομμουνιστικού-σταλινικού διωγμού του 1938, που επίσημα στόχευε στην εξόντωση του επικίνδυνου (αν κι ανύπαρκτου) εσωτερικού εχθρού του κράτους. Πρόκειται για τον γεννημένο στις 4 Μαρτίου του 1892 Nikolai Dmitriyevich Kondratiev, (Николай Дмитриевич Кондратьев) τον σημαντικότερο Ρώσσο οικονομολόγο του μεσοπολέμου.

Αν και ο Kondratiev προέρχεται από την αγροτική περιοχή Kostroma, βορείως της Μόσχας, η οικογένειά του υπήρξε αρκετά εύπορη, ώστε να φροντίσει για τις σπουδές του στην Αγία Πετρούπολη, όπου κατά την διάρκεια των Πανεπιστημιακών του σπουδών εντάσσεται στο Επαναστατικό Σοσιαλιστικό Κόμμα, ασχολούμενος κυρίως με την αγροτική οικονομική πολιτική και τα σχετικά στατιστικά της μεγέθη, όπως και με το χρόνιο Ρωσσικό πρόβλημα της επάρκειας τροφίμων. Στις 5 Οκτωβρίου του 1917, ως μέλος της κυβέρνησης του Alexander Kerensky, αναλαμβάνει σε ηλικία μόλις 25 ετών το Υπουργείο Εφοδιασμού, αν και ο διορισμός του διαρκεί για λίγες ημέρες, λόγω των γεγονότων του Οκτωβριανής Επανάστασης (Πραξικοπήματος κι όχι Επανάστασης).

Μετά την εγκαθίδρυση της πραξικοπηματικής κυβέρνησης, στρέφεται προς τον ακαδημαϊκό τομέα, διδάσκοντας στην Αγροτική Ακαδημία του Μεγάλου Πέτρου και το 1920 ιδρύει στην Μόσχα το Ινστιτούτο Συντονισμού, που από μερικούς επιστήμονες στο αρχικό του στάδιο, φθάνει το 1923 να απασχολεί 51 σημαντικές προσωπικότητες της νέας Ρωσίας. Αυτήν την περίοδο παρεμβαίνει δυναμικά στην αποκαλούμενη «Κρίση της Ψαλίδας» δηλαδή την κρίση που προκαλείται από την μεγάλη απόκλιση τιμών μεταξύ βιομηχανικών προϊόντων κι αντίστοιχων αγροτικών, όπου τον Οκτώβριο του 1921 τα πρώτα απογειώνονται κατά 276% σε σχέση με τα επίπεδα του 1913, ενώ τα δεύτερα μόλις κατά 89%, δηλαδή η διαφορά φθάνει ή και υπερβαίνει την αναλογία 3:1.

Το αποτέλεσμα αυτής της ανισορροπίας είναι η αδυναμία των αγροτών να προμηθευθούν βιομηχανικά προϊόντα, με συνέπεια να διακόψουν τις πωλήσεις αγροτικών ειδών στις αγορές, στρεφόμενοι σε μεταξύ τους ανταλλαγές σε μία προσπάθεια να αποφύγουν τον λιμό και τον θάνατο από την πείνα.

Κατά την διάρκεια της περιόδου 1923-1925 ο Kondratiev επεξεργάζεται ένα πενταετές σχέδιο προγράμματος για την ανάπτυξη της Ρωσικής αγροτικής παραγωγής και το 1924 εκδίδει το πρώτο βιβλίο με θέμα τους μεγάλους κοινωνικό-οικονομικούς κύκλους που από τότε φέρουν το όνομά του. Παράλληλα επισκέπτεται την Μεγάλη Βρετανία, την Γερμανία, τον Καναδά και τις ΗΠΑ, όπου σε διάφορα Πανεπιστήμια αναπτύσσει τις έρευνες και τις απόψεις του, αποκτώντας ένθερμους οπαδούς.

Επιστρέφοντας στην Ρωσία υποστηρίζει δυναμικά την Νέα Οικονομική Πολιτική (ΝΕΡ) και το πενταετές πρόγραμμα ανάκαμψης της Ρωσικής οικονομίας, προωθώντας την στρατηγική επιλογή της προτεραιότητας στην παραγωγή καταναλωτικών αγροτικών και βιομηχανικών αγαθών, έναντι της ανάπτυξης της βαρειάς βιομηχανίας, αλλά από το 1926 η επιρροή του στην Ρωσική οικονομική πολιτική φθίνει και το 1927 τερματίζεται άδοξα, με την μετατόπιση του κέντρου βάρους προς την σταλινική ομάδα της κυβέρνησης που ενταφιάζει κυριολεκτικά τον μεγαλόπνοο σχεδιασμό της ΝΕΡ.

Το 1928 απομακρύνεται από το Ινστιτούτο Συντονισμού και τον Ιούλιο του 1930 συλλαμβάνεται από την NKVD ως μέλος του Αγροτικού Εργατικού Κόμματος (μία ανύπαρκτη πολιτική οργάνωση, εφεύρεση της NKVD για να δικαιολογήσει το κύμα συλλήψεων που εξαπολύει εναντίον πιθανών πολιτικών αντιπάλων), ενώ τον επόμενο μήνα (Αύγουστος) ο φρικτός Στάλιν συνιστά με επιστολή του προς τον Vyacheslav Molotov την εκτέλεσή του. Τελικά καταδικάζεται το 1932 ως αντιδραστικός καθηγητής σε οκταετή φυλάκιση, εκτίοντας την ποινή του στις φυλακές Suzdal, στην περιοχή της Μόσχας, όπου παρά την σταδιακή κατάρρευση της υγείας του, λόγω των φρικτών συνθηκών διαβίωσης, συνεχίζει τις έρευνες, ενημερώνοντας την σύζυγό του πως προετοιμάζει την έκδοση 5 νέων συγγραμμάτων.

Η τελευταία του επιστολή στις 31 Αυγούστου του 1938 απευθύνεται στην κόρη του Elena Kondratieva, καθώς στις 17 Σεπτεμβρίου προσάγεται σε νέα δίκη, όπου καταδικάζεται σε δεκαετή κάθειρξη με απαγόρευση επικοινωνίας ακόμη και με τα αγαπημένα του πρόσωπα, αλλά την ίδια ημέρα αντί να οδηγηθεί στην φυλακή για την έκτιση της ποινής του, καταλήγει στο εκτελεστικό απόσπασμα. Μερικά από τα σημαντικά του κείμενα δημοσιεύονται αργότερα στην Ρωσία και το 1988 αποκαθίσταται η μνήμη του, καθώς αναγνωρίζεται και επίσημα ως ένα από τα εκατομμύρια θύματα των Σταλινικών εκκαθαρίσεων, ενώ το 1999 κυκλοφορούν στην αγγλική τους μετάφραση τα άπαντα των έργων του, με εξαιρετική επιμέλεια από τον Stephen S. Wilson.

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ: Ἠθικὰ Νικομάχεια (1175a-1176a)

[V] Ὅθεν δοκοῦσι καὶ τῷ εἴδει διαφέρειν. τὰ γὰρ ἕτερα τῷ εἴδει ὑφ᾽ ἑτέρων οἰόμεθα τελειοῦσθαι (οὕτω γὰρ φαίνεται καὶ τὰ φυσικὰ καὶ τὰ ὑπὸ τέχνης, οἷον ζῷα καὶ δένδρα καὶ γραφὴ καὶ ἄγαλμα καὶ οἰκία καὶ σκεῦος)· ὁμοίως δὲ καὶ τὰς ἐνεργείας τὰς διαφερούσας τῷ εἴδει ὑπὸ διαφερόντων εἴδει τελειοῦσθαι. διαφέρουσι δ᾽ αἱ τῆς διανοίας τῶν κατὰ τὰς αἰσθήσεις καὶ αὐταὶ ἀλλήλων κατ᾽ εἶδος· καὶ αἱ τελειοῦσαι δὴ ἡδοναί. φανείη δ᾽ ἂν τοῦτο καὶ ἐκ τοῦ συνῳκειῶσθαι τῶν ἡδονῶν ἑκάστην τῇ ἐνεργείᾳ ἣν τελειοῖ. συναύξει γὰρ τὴν ἐνέργειαν ἡ οἰκεία ἡδονή. μᾶλλον γὰρ ἕκαστα κρίνουσι καὶ ἐξακριβοῦσιν οἱ μεθ᾽ ἡδονῆς ἐνεργοῦντες, οἷον γεωμετρικοὶ γίνονται οἱ χαίροντες τῷ γεωμετρεῖν, καὶ κατανοοῦσιν ἕκαστα μᾶλλον, ὁμοίως δὲ καὶ οἱ φιλόμουσοι καὶ φιλοικοδόμοι καὶ τῶν ἄλλων ἕκαστοι ἐπιδιδόασιν εἰς τὸ οἰκεῖον ἔργον χαίροντες αὐτῷ· συναύξουσι δὲ αἱ ἡδοναί, τὰ δὲ συναύξοντα οἰκεῖα· τοῖς

[1175b] ἑτέροις δὲ τῷ εἴδει καὶ τὰ οἰκεῖα ἕτερα τῷ εἴδει. ἔτι δὲ μᾶλλον τοῦτ᾽ ἂν φανείη ἐκ τοῦ τὰς ἀφ᾽ ἑτέρων ἡδονὰς ἐμποδίους ταῖς ἐνεργείαις εἶναι. οἱ γὰρ φίλαυλοι ἀδυνατοῦσι τοῖς λόγοις προσέχειν, ἐὰν κατακούσωσιν αὐλοῦντος, μᾶλλον χαίροντες αὐλητικῇ τῆς παρούσης ἐνεργείας· ἡ κατὰ τὴν αὐλητικὴν οὖν ἡδονὴ τὴν περὶ τὸν λόγον ἐνέργειαν φθείρει. ὁμοίως δὲ τοῦτο καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων συμβαίνει, ὅταν ἅμα περὶ δύο ἐνεργῇ· ἡ γὰρ ἡδίων τὴν ἑτέραν ἐκκρούει, κἂν πολὺ διαφέρῃ κατὰ τὴν ἡδονήν, μᾶλλον, ὥστε μηδ᾽ ἐνεργεῖν κατὰ τὴν ἑτέραν. διὸ χαίροντες ὁτῳοῦν σφόδρα οὐ πάνυ δρῶμεν ἕτερον, καὶ ἄλλα ποιοῦμεν ἄλλοις ἠρέμα ἀρεσκόμενοι, οἷον καὶ ἐν τοῖς θεάτροις οἱ τραγηματίζοντες, ὅταν φαῦλοι οἱ ἀγωνιζόμενοι ὦσι, τότε μάλιστ᾽ αὐτὸ δρῶσιν. ἐπεὶ δ᾽ ἡ μὲν οἰκεία ἡδονὴ ἐξακριβοῖ τὰς ἐνεργείας καὶ χρονιωτέρας καὶ βελτίους ποιεῖ, αἱ δ᾽ ἀλλότριαι λυμαίνονται, δῆλον ὡς πολὺ διεστᾶσιν. σχεδὸν γὰρ αἱ ἀλλότριαι ἡδοναὶ ποιοῦσιν ὅπερ αἱ οἰκεῖαι λῦπαι· φθείρουσι γὰρ τὰς ἐνεργείας αἱ οἰκεῖαι λῦπαι, οἷον εἴ τῳ τὸ γράφειν ἀηδὲς καὶ ἐπίλυπον ἢ τὸ λογίζεσθαι· ὃ μὲν γὰρ οὐ γράφει, ὃ δ᾽ οὐ λογίζεται, λυπηρᾶς οὔσης τῆς ἐνεργείας. συμβαίνει δὴ περὶ τῆς ἐνεργείας τοὐναντίον ἀπὸ τῶν οἰκείων ἡδονῶν τε καὶ λυπῶν· οἰκεῖαι δ᾽ εἰσὶν αἱ ἐπὶ τῇ ἐνεργείᾳ καθ᾽ αὑτὴν γινόμεναι. αἱ δ᾽ ἀλλότριαι ἡδοναὶ εἴρηται ὅτι παραπλήσιόν τι τῇ λύπῃ ποιοῦσιν· φθείρουσι γάρ, πλὴν οὐχ ὁμοίως. διαφερουσῶν δὲ τῶν ἐνεργειῶν ἐπιεικείᾳ καὶ φαυλότητι, καὶ τῶν μὲν αἱρετῶν οὐσῶν τῶν δὲ φευκτῶν τῶν δ᾽ οὐδετέρων, ὁμοίως ἔχουσι καὶ αἱ ἡδοναί· καθ᾽ ἑκάστην γὰρ ἐνέργειαν οἰκεία ἡδονὴ ἔστιν. ἡ μὲν οὖν τῇ σπουδαίᾳ οἰκεία ἐπιεικής, ἡ δὲ τῇ φαύλῃ μοχθηρά· καὶ γὰρ αἱ ἐπιθυμίαι τῶν μὲν καλῶν ἐπαινεταί, τῶν δ᾽ αἰσχρῶν ψεκταί. οἰκειότεραι δὲ ταῖς ἐνεργείαις αἱ ἐν αὐταῖς ἡδοναὶ τῶν ὀρέξεων· αἳ μὲν γὰρ διωρισμέναι εἰσὶ καὶ τοῖς χρόνοις καὶ τῇ φύσει, αἳ δὲ σύνεγγυς ταῖς ἐνεργείαις, καὶ ἀδιόριστοι οὕτως ὥστ᾽ ἔχειν ἀμφισβήτησιν εἰ ταὐτόν ἐστιν ἡ ἐνέργεια τῇ ἡδονῇ. οὐ μὴν ἔοικέ γε ἡ ἡδονὴ διάνοια εἶναι οὐδ᾽ αἴσθησις (ἄτοπον γάρ), ἀλλὰ διὰ τὸ μὴ χωρίζεσθαι φαίνεταί τισι ταὐτόν. ὥσπερ οὖν αἱ ἐνέργειαι ἕτεραι, καὶ αἱ ἡδοναί. διαφέρει δὲ ἡ

[1176a] ὄψις ἁφῆς καθαρειότητι, καὶ ἀκοὴ καὶ ὄσφρησις γεύσεως· ὁμοίως δὴ διαφέρουσι καὶ αἱ ἡδοναί, καὶ τούτων αἱ περὶ τὴν διάνοιαν, καὶ ἑκάτεραι ἀλλήλων. δοκεῖ δ᾽ εἶναι ἑκάστῳ ζῴῳ καὶ ἡδονὴ οἰκεία, ὥσπερ καὶ ἔργον· ἡ γὰρ κατὰ τὴν ἐνέργειαν. καὶ ἐφ᾽ ἑκάστῳ δὲ θεωροῦντι τοῦτ᾽ ἂν φανείη· ἑτέρα γὰρ ἵππου ἡδονὴ καὶ κυνὸς καὶ ἀνθρώπου, καθάπερ Ἡράκλειτός φησιν ὄνους σύρματ᾽ ἂν ἑλέσθαι μᾶλλον ἢ χρυσόν· ἥδιον γὰρ χρυσοῦ τροφὴ ὄνοις. αἱ μὲν οὖν τῶν ἑτέρων τῷ εἴδει διαφέρουσιν εἴδει, τὰς δὲ τῶν αὐτῶν ἀδιαφόρους εὔλογον εἶναι. διαλλάττουσι δ᾽ οὐ σμικρὸν ἐπί γε τῶν ἀνθρώπων· τὰ γὰρ αὐτὰ τοὺς μὲν τέρπει τοὺς δὲ λυπεῖ, καὶ τοῖς μὲν λυπηρὰ καὶ μισητά ἐστι τοῖς δὲ ἡδέα καὶ φιλητά. καὶ ἐπὶ γλυκέων δὲ τοῦτο συμβαίνει· οὐ γὰρ τὰ αὐτὰ δοκεῖ τῷ πυρέττοντι καὶ τῷ ὑγιαίνοντι, οὐδὲ θερμὸν εἶναι τῷ ἀσθενεῖ καὶ τῷ εὐεκτικῷ. ὁμοίως δὲ τοῦτο καὶ ἐφ᾽ ἑτέρων συμβαίνει. δοκεῖ δ᾽ ἐν ἅπασι τοῖς τοιούτοις εἶναι τὸ φαινόμενον τῷ σπουδαίῳ. εἰ δὲ τοῦτο καλῶς λέγεται, καθάπερ δοκεῖ, καὶ ἔστιν ἑκάστου μέτρον ἡ ἀρετὴ καὶ ἁγαθός, ᾗ τοιοῦτος, καὶ ἡδοναὶ εἶεν ἂν αἱ τούτῳ φαινόμεναι καὶ ἡδέα οἷς οὗτος χαίρει. τὰ δὲ τούτῳ δυσχερῆ εἴ τῳ φαίνεται ἡδέα, οὐδὲν θαυμαστόν· πολλαὶ γὰρ φθοραὶ καὶ λῦμαι ἀνθρώπων γίνονται· ἡδέα δ᾽ οὐκ ἔστιν, ἀλλὰ τούτοις καὶ οὕτω διακειμένοις. τὰς μὲν οὖν ὁμολογουμένως αἰσχρὰς δῆλον ὡς οὐ φατέον ἡδονὰς εἶναι, πλὴν τοῖς διεφθαρμένοις· τῶν δ᾽ ἐπιεικῶν εἶναι δοκουσῶν ποίαν ἢ τίνα φατέον τοῦ ἀνθρώπου εἶναι; ἢ ἐκ τῶν ἐνεργειῶν δῆλον; ταύταις γὰρ ἕπονται αἱ ἡδοναί. εἴτ᾽ οὖν μία ἐστὶν εἴτε πλείους αἱ τοῦ τελείου καὶ μακαρίου ἀνδρός, αἱ ταύτας τελειοῦσαι ἡδοναὶ κυρίως λέγοιντ᾽ ἂν ἀνθρώπου ἡδοναὶ εἶναι, αἱ δὲ λοιπαὶ δευτέρως καὶ πολλοστῶς, ὥσπερ αἱ ἐνέργειαι.

***
[5] Αυτός είναι και ο λόγος που οι ηδονές διαφέρουν μεταξύ τους ως προς το είδος. Όπως, πράγματι, δεχόμαστε, πράγματα διαφορετικά ως προς το είδος οδηγούνται στην τελειότητα από διαφορετικά πράγματα (το βλέπουμε καθαρά τόσο στα προϊόντα της φύσης όσο και στα δημιουργήματα της τέχνης, π.χ. στα ζώα, στα δέντρα, στις ζωγραφιές, στα αγάλματα, στα σπίτια, στα έπιπλα)· παρόμοια δεχόμαστε ότι και διαφορετικές ως προς το είδος ενέργειες οδηγούνται στην τελειότητα από διαφορετικά ως προς το είδος πράγματα. Οι ενέργειες, τώρα, της διάνοιας διαφέρουν από τις ενέργειες των αισθήσεων και, πάλι, αυτές διαφέρουν μεταξύ τους ως προς το είδος· και οι ηδονές, επομένως, οι οποίες τις κάνουν τέλειες.

Αυτό όμως μπορεί να γίνει φανερό και από τη στενότατη σχέση που υπάρχει ανάμεσα στην κάθε ηδονή και στην ενέργεια που αυτή η ηδονή την κάνει τέλεια. Γιατί η οικεία ηδονή αυξάνει την ενέργεια. Ο λόγος είναι ότι όσοι, σε οποιονδήποτε επιμέρους τομέα, ενεργούν με ευχαρίστηση, είναι οι καλύτεροι κριτές και οι ακριβέστεροι γνώστες· καλοί, επιπαραδείγματι, στη γεωμετρία γίνονται αυτοί που βρίσκουν ευχαρίστηση στο να ασχολούνται με αυτήν — και, φυσικά, αυτοί κατανοούν καλύτερα τις διάφορες λεπτομέρειές της· με τον ίδιο τρόπο οι φιλόμουσοι, οι φιλοικοδόμοι και οι φίλοι όλων των άλλων τεχνών προκόβουν ο καθένας στη δική του εργασία, ακριβώς γιατί βρίσκουν ευχαρίστηση σ᾽ αυτήν. Η ηδονή λοιπόν συντελεί στην αύξηση της ενέργειας, και ό,τι συντελεί στην αύξηση ενός πράγματος, είναι οικείο σ᾽ αυτό·

[1175b] όταν όμως κάποια πράγματα διαφέρουν μεταξύ τους ως προς το είδος, διαφέρουν μεταξύ τους ως προς το είδος και τα οικεία τους.

Το πράγμα γίνεται, νομίζω, ακόμη πιο φανερό, αν προσέξουμε ότι οι ηδονές που προέρχονται από ένα είδος ενεργειών γίνονται εμπόδιο για άλλες ενέργειες. Οι άνθρωποι, επιπαραδείγματι, που τους αρέσει πάρα πολύ η μουσική του αυλού, αδυνατούν να δώσουν προσοχή στις φιλοσοφικές συζητήσεις, αν εκείνη τη στιγμή ακούσουν κάποιον να παίζει αυλό, γιατί η μουσική του αυλού τούς ευχαριστεί περισσότερο από την ενέργεια της στιγμής εκείνης· συμπέρασμα: η ηδονή που γεννάει η αυλητική τέχνη φθείρει την ενέργεια που σχετίζεται με τη φιλοσοφική συζήτηση. Το ίδιο συμβαίνει και σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, όταν κάποιος ενεργεί προς δύο διαφορετικές κατευθύνσεις συγχρόνως: η πιο ευχάριστη από τις δύο ενέργειες εκτοπίζει την άλλη· αν μάλιστα η ενέργεια αυτή υπερέχει κατά πολύ από την άποψη της ηδονής, τότε εκτοπίζει την άλλη ακόμη περισσότερο, με αποτέλεσμα να παύει να ασκείται η δεύτερη ενέργεια. Αυτός είναι ο λόγος που, όταν κάτι μας ευχαριστεί πάρα πολύ, ούτε καν κάνουμε κάτι άλλο: με άλλα πράγματα ασχολούμαστε, όταν κάποιο πράγμα μάς ευχαριστεί μέτρια· παράδειγμα αυτοί που τραγανίζουν στο θέατρο γλυκίσματα και ξηρούς καρπούς: όταν η παράσταση είναι ασήμαντη, τότε είναι κυρίως που το κάνουν αυτό.

Αφού, τώρα, η οικεία ηδονή δίνει στις ενέργειες ακρίβεια και διάρκεια και τις κάνει καλύτερες, ενώ οι ξένες ηδονές τις καταστρέφουν, είναι φανερό ότι τις χωρίζει μια μεγάλη απόσταση. Πραγματικά, οι ξένες ηδονές κάνουν αυτό σχεδόν που κάνουν οι οικείες λύπες: οι οικείες λύπες καταστρέφουν τις ενέργειες· αν, επιπαραδείγματι, το γράψιμο ή η αριθμητική δεν προκαλούν σε κάποιον άνθρωπο καμιά ευχαρίστηση και, ίσα ίσα, τον στενοχωρούν, αυτός δεν γράφει ή δεν κάνει πράξεις αριθμητικής, αφού αυτού του είδους οι ενέργειες τού προκαλούν στενοχώρια. Οι οικείες λοιπόν ηδονές και οι οικείες λύπες ασκούν εντελώς αντίθετη μεταξύ τους επίδραση πάνω στις ενέργειες («οικείες» είναι αυτές που γεννιούνται από αυτήν καθεαυτή την ενέργεια). Οι «ξένες» όμως ηδονές είπαμε πριν από λίγο ότι κάνουν κάτι το παραπλήσιο με αυτό που κάνει η λύπη: καταστρέφουν την ενέργεια — μόνο που αυτό δεν το κάνουν με τον ίδιο με εκείνην τρόπο.

Επειδή, τώρα, οι ενέργειες διαφέρουν η μία από την άλλη από την άποψη της ηθικής αξίας και απαξίας τους, και άλλες από αυτές είναι άξιες προτίμησης και επιλογής, άλλες άξιες αποφυγής και άλλες δεν είναι ούτε το ένα ούτε το άλλο, το ίδιο συμβαίνει και με τις αντίστοιχες ηδονές· γιατί στην κάθε ενέργεια αντιστοιχεί η οικεία ηδονή. Η ηδονή λοιπόν που είναι οικεία στην ενάρετη ενέργεια είναι καλή, και αυτή που είναι οικεία στην κατώτερης αξίας ενέργεια είναι κακή — ακριβώς όπως οι επιθυμίες των ωραίων πραγμάτων είναι άξιες επαίνου, ενώ οι επιθυμίες των άσχημων πραγμάτων είναι άξιες ψόγου. Οι ηδονές όμως που συνοδεύουν τις ενέργειες είναι σε μεγαλύτερο βαθμό οικείες προς αυτές από ό,τι είναι οι επιθυμίες· γιατί οι επιθυμίες είναι και από την άποψη του χρόνου και από την άποψη τη φύσης τους χωρισμένες από τις ενέργειες, ενώ οι ηδονές βρίσκονται τόσο κοντά στις ενέργειες και είναι τόσο αξεχώριστες από αυτές ώστε να τίθεται το ερώτημα μήπως η ενέργεια είναι το ίδιο πράγμα με την ηδονή. Δεν φαίνεται, πάντως, η ηδονή να είναι νοητική ή αισθητική ενέργεια (τέτοιες ταυτίσεις θα ήταν παράλογες), επειδή όμως δεν χωρίζονται, κάποιοι έχουν την εντύπωση ότι ταυτίζονται. Όπως λοιπόν οι ενέργειες είναι διαφορετικές η μια από την άλλη, είναι διαφορετικές μεταξύ τους και οι αντίστοιχες ηδονές. Από την άλλη η όραση είναι ανώτερη

[1176a] από την αφή ως προς την καθαρότητα, η ακοή και η όσφρηση από τη γεύση· παρόμοια είναι ανώτερες και οι ηδονές· από αυτές, πάλι, τις ηδονές είναι ανώτερες αυτές που σχετίζονται με τη νοητική λειτουργία, και στο εσωτερικό των δύο αυτών κατηγοριών η μία μορφή είναι ανώτερη από την άλλη ως προς την καθαρότητα.

Κάθε ζωντανός οργανισμός θεωρείται ότι έχει τη δική του ηδονή, όπως έχει και το δικό του έργο: είναι η ηδονή που αντιστοιχεί στην ενέργειά του. Το πράγμα μπορεί, νομίζω, να γίνει φανερό, αν πάρουμε τους ζωντανούς οργανισμούς και τους εξετάσουμε έναν έναν· άλλη, πράγματι, είναι η ηδονή του αλόγου, άλλη του σκύλου και άλλη του ανθρώπου· όπως λέει και ο Ηράκλειτος «οι όνοι θα προτιμούσαν μάλλον τα άχυρα παρά το χρυσάφι»· γιατί για τους όνους η τροφή είναι πιο ευχάριστο πράγμα από το χρυσάφι. Οι ηδονές λοιπόν των διαφορετικών ως προς το είδος όντων είναι και αυτές διαφορετικές ως προς το είδος· αντίθετα, είναι εύλογο να δεχτούμε ότι οι ηδονές των όντων που ανήκουν στο ίδιο είδος δεν παρουσιάζουν διαφορές μεταξύ τους. Στην περίπτωση όμως των ανθρώπων διαφέρουν μεταξύ τους όχι λίγο· πραγματικά, τα ίδια πράγματα άλλους τους ευχαριστούν και άλλους τους δυσαρεστούν, και είναι δυσάρεστα και μισητά στους μεν και ευχάριστα και αγαπητά στους δε. Το ίδιο γίνεται και με τα γλυκά πράγματα: τα ίδια πράγματα δεν φαίνονται γλυκά στον άνθρωπο που έχει πυρετό και στον υγιή άνθρωπο, ούτε φαίνεται ζεστό ένα και το αυτό πράγμα στον άρρωστο άνθρωπο και στον άνθρωπο που έχει καλή υγεία. Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση άλλων πραγμάτων. Σε όλες, πάντως, αυτές τις περιπτώσεις το πράγμα θεωρείται πως είναι έτσι όπως φαίνεται στον αγαθό άνθρωπο. Αν το περιεχόμενο της φράσης αυτής είναι σωστό, όπως και φαίνεται πως είναι, και αν το μέτρο για κάθε πράγμα είναι η αρετή και ο αγαθός άνθρωπος ως αγαθός άνθρωπος, τότε ηδονές θα είναι αυτές που φαίνονται στον αγαθό άνθρωπο ότι είναι ηδονές και ευχάριστα πράγματα θα είναι αυτά στα οποία ο άνθρωπος αυτός βρίσκει ευχαρίστηση. Αν, τώρα, αυτά που είναι σ᾽ αυτόν τον άνθρωπο δυσάρεστα φαίνονται σε κάποιον άλλον ευχάριστα, δεν είναι καθόλου παράδοξο· ο λόγος είναι ότι οι άνθρωποι υπόκεινται σε πολλές φθορές και σε πολλές βλάβες: στην πραγματικότητα τα πράγματα αυτά δεν είναι ευχάριστα παρά μόνο σ᾽ αυτούς τους ανθρώπους και σ᾽ αυτούς που βρίσκονται σε τέτοια κατάσταση.

Είναι λοιπόν φανερό ότι δεν πρέπει να λέμε ότι είναι ηδονές αυτές που κατά την κοινή ομολογία είναι επαίσχυντες: αυτές είναι ηδονές μόνο για τους διεφθαρμένους ανθρώπους. Από τις μορφές ηδονής όμως που θεωρούνται καλές ποιό είδος ηδονής ή ποιά ηδονή πρέπει να λέμε ότι προσιδιάζει στον άνθρωπο; Ή μήπως αυτό γίνεται φανερό από τις αντίστοιχες ενέργειες, δεδομένου ότι οι ηδονές συνοδεύουν τις ενέργειες; Είτε είναι λοιπόν μία είτε είναι περισσότερες οι ενέργειες του τέλειου και ευδαίμονος ανθρώπου, οι ηδονές που κάνουν τέλειες αυτές τις ενέργειες είναι αυτές που κατά κύριο λόγο πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να λέγονται ηδονές του ανθρώπου· οι υπόλοιπες είναι ηδονές του ανθρώπου κατά δεύτερο λόγο και σε ακόμη μικρότερο βαθμό — ακριβώς όπως είναι κατά δεύτερο λόγο και σε ακόμη μικρότερο βαθμό ενέργειες του ανθρώπου αυτές στις οποίες αντιστοιχούν αυτές οι ηδονές.