Δευτέρα, 2 Δεκεμβρίου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ - Ἄλκηστις (747-802)

ΘΕΡΑΠΩΝ
πολλοὺς μὲν ἤδη κἀπὸ παντοίας χθονὸς
ξένους μολόντας οἶδ᾽ ἐς Ἀδμήτου δόμους,
οἷς δεῖπνα προύθηκ᾽· ἀλλὰ τοῦδ᾽ οὔπω ξένου
750 κακίον᾽ ἐς τήνδ᾽ ἑστίαν ἐδεξάμην.
ὃς πρῶτα μὲν πενθοῦντα δεσπότην ὁρῶν
ἐσῆλθε κἀτόλμησ᾽ ἀμείψασθαι πύλας.
ἔπειτα δ᾽ οὔτι σωφρόνως ἐδέξατο
τὰ προστυχόντα ξένια, συμφορὰν μαθών,
755 ἀλλ᾽ εἴ τι μὴ φέροιμεν, ὤτρυνεν φέρειν.
ποτῆρα δ᾽ ἐν χείρεσσι κίσσινον λαβὼν
πίνει μελαίνης μητρὸς εὔζωρον μέθυ,
ἕως ἐθέρμην᾽ αὐτὸν ἀμφιβᾶσα φλὸξ
οἴνου· στέφει δὲ κρᾶτα μυρσίνης κλάδοις
760 ἄμουσ᾽ ὑλακτῶν· δισσὰ δ᾽ ἦν μέλη κλύειν·
ὃ μὲν γὰρ ᾖδε, τῶν ἐν Ἀδμήτου κακῶν
οὐδὲν προτιμῶν, οἰκέται δ᾽ ἐκλαίομεν
δέσποιναν· ὄμμα δ᾽ οὐκ ἐδείκνυμεν ξένῳ
τέγγοντες· Ἄδμητος γὰρ ὧδ᾽ ἐφίετο.
765 καὶ νῦν ἐγὼ μὲν ἐν δόμοισιν ἑστιῶ
ξένον, πανοῦργον κλῶπα καὶ λῃστήν τινα,
ἣ δ᾽ ἐκ δόμων βέβηκεν, οὐδ᾽ ἐφεσπόμην
οὐδ᾽ ἐξέτεινα χεῖρ᾽, ἀποιμώζων ἐμὴν
δέσποιναν, ἣ ᾽μοὶ πᾶσί τ᾽ οἰκέταισιν ἦν
770 μήτηρ· κακῶν γὰρ μυρίων ἐρρύετο,
ὀργὰς μαλάσσουσ᾽ ἀνδρός. ἆρα τὸν ξένον
στυγῶ δικαίως, ἐν κακοῖς ἀφιγμένον;
ΗΡ. οὗτος, τί σεμνὸν καὶ πεφροντικὸς βλέπεις;
οὐ χρὴ σκυθρωπὸν τοῖς ξένοις τὸν πρόσπολον
775 εἶναι, δέχεσθαι δ᾽ εὐπροσηγόρῳ φρενί.
σὺ δ᾽ ἄνδρ᾽ ἑταῖρον δεσπότου παρόνθ᾽ ὁρῶν,
στυγνῷ προσώπῳ καὶ συνωφρυωμένῳ
δέχει, θυραίου πήματος σπουδὴν ἔχων.
δεῦρ᾽ ἔλθ᾽, ὅπως ἂν καὶ σοφώτερος γένῃ.
780 τὰ θνητὰ πράγματ᾽ οἶδας ἣν ἔχει φύσιν;
οἶμαι μὲν οὔ· πόθεν γάρ; ἀλλ᾽ ἄκουέ μου.
βροτοῖς ἅπασι κατθανεῖν ὀφείλεται,
κοὐκ ἔστι θνητῶν ὅστις ἐξεπίσταται
τὴν αὔριον μέλλουσαν εἰ βιώσεται·
785 τὸ τῆς τύχης γὰρ ἀφανὲς οἷ προβήσεται,
κἄστ᾽ οὐ διδακτὸν οὐδ᾽ ἁλίσκεται τέχνῃ.
ταῦτ᾽ οὖν ἀκούσας καὶ μαθὼν ἐμοῦ πάρα,
εὔφραινε σαυτόν, πῖνε, τὸν καθ᾽ ἡμέραν
βίον λογίζου σόν, τὰ δ᾽ ἄλλα τῆς τύχης.
790 τίμα δὲ καὶ τὴν πλεῖστον ἡδίστην θεῶν
Κύπριν βροτοῖσιν· εὐμενὴς γὰρ ἡ θεός.
τὰ δ᾽ ἄλλ᾽ ἔασον ταῦτα καὶ πιθοῦ λόγοις
ἐμοῖσιν — εἴπερ ὀρθά σοι δοκῶ λέγειν;
οἶμαι μέν. οὔκουν τὴν ἄγαν λύπην ἀφεὶς
795 πίῃ μεθ᾽ ἡμῶν τάσδ᾽ ὑπερβαλὼν τύχας,
στεφάνοις πυκασθείς; καὶ σάφ᾽ οἶδ᾽ ὁθούνεκα
τοῦ νῦν σκυθρωποῦ καὶ ξυνεστῶτος φρενῶν
μεθορμιεῖ σε πίτυλος ἐμπεσὼν σκύφου.
ὄντας δὲ θνητοὺς θνητὰ καὶ φρονεῖν χρεών·
800 ὡς τοῖς γε σεμνοῖς καὶ συνωφρυωμένοις
ἅπασίν ἐστιν, ὥς γ᾽ ἐμοὶ χρῆσθαι κριτῇ,
οὐ βίος ἀληθῶς ὁ βίος, ἀλλὰ συμφορά.

***
Αφού έφυγαν όλοι και έμεινε άδεια η ορχήστρα, έρχεται ο υπηρέτης που είχε οδηγήσει τον Ηρακλή μέσα στο παλάτι.

Ο ΥΠΗΡΕΤΗΣ
Σε πλήθος ξένους που από πλήθος χώρες
ήρθαν σε τούτο του Άδμητου το σπίτι
έστρωσα εγώ τραπέζι, μα από τούτον,
750 τον τωρινό, χειρότερο δεν είδα.
Ενώ είδε τον αφέντη μου σε πένθος,
δε δίστασε να μπει μες στο παλάτι.
Για συμφορά ενώ του ᾽πανε κατόπι,
δε δέχτηκε όσα βάζαμε μπροστά του
με διάκριση, παρά απαιτούσε κι άλλα.
Μια κούπα από κισσόξυλο κρατώντας
πίνει χυμό βοτρυδομάνας μαύρης,
ώσπου καλά τον τύλιξε και μπήκε
μέσα του η φλόγα του κρασιού· στεφάνι
βάζει μυρτιάς στην κεφαλή, και τώρα
760 παράφωνα αλυχτά· κι ακούονταν δύο
λογιών φωνές· εκείνος τραγουδούσε,
χωρίς καμιάν ευλάβεια για το πένθος,
κι εμείς οι δούλοι κλαίαμε την κυρά μας,
μα τα δάκρυα τα κρύβαμε απ᾽ τον ξένο·
ο βασιλιάς μας έτσι είχε προστάξει.
Κι ενώ τραπέζι έκανα εγώ στον ξένο,
κάποιον ληστή παλιάνθρωπο και κλέφτη,
έφυγε κείνη· στην κηδεία δεν πήγα,
το χέρι δεν της έδωσα· και μόνο
κλαίω μια κυρά που μάνα ήταν για μένα
770 και για όλους του σπιτιού μας· απ᾽ του αφέντη
μας φύλαε το θυμό πραΰνοντάς τον.
Δεν έχω δίκιο να μισώ τον ξένο
που εδώ μας ήρθε μες στη συμφορά μας;
Βγαίνει ο Ηρακλής με στεφάνι στο κεφάλι και μεγάλο κρασοπότηρο στο χέρι.
ΗΡΑ. Ε, τί όψη σοβαρή ειν᾽ αυτή κι όλο έγνοιες;
Στους ξένους γλυκομίλητοι κι όχι έτσι
κατσούφηδες οι δούλοι πρέπει να είναι.
Του αφέντη σου ένα φίλο εσύ ενώ βλέπεις,
τον δέχεσαι βαρύς, συννεφιασμένος
κι ο νους σου είναι στο πένθος για μια ξένη.
Κόπιασε εδώ, ένα μάθημα να πάρεις.
780 Ξέρεις τη θέση των θνητών στον κόσμο;
Θα πεις, πού να την ξέρεις; Άκου εμένα.
Όλ᾽ οι άνθρωποι μια μέρα θα πεθάνουν·
κανείς θνητός δεν ξέρει αν αύριο θα ᾽ναι
ζωντανός· μες στα σκότη προχωρούνε
τα βήματα της τύχης· δεν το βρίσκει
καμιά σοφία, κανείς δεν το διδάσκει.
Μάθε τα αυτά από μένα, κι έτσι, ευφραίνου
και πίνε· τη ζωή τής κάθε μέρας
πες τη δική σου· τ᾽ άλλα είναι της τύχης.
790 Τίμα την Αφροδίτη· η πιο γλυκιά ᾽ναι
θεότητα και θέλει το καλό μας.
Τις άλλες έγνοιες άσ᾽ τες κι ακολούθει
αυτά που λέω, σωστά αν τα κρίνεις. Όχι;
Οι υπερβολές λοιπόν του πόνου ας λείπουν,
ό,τι κακό έχει γίνει δάμασέ το,
βάλε στεφάνι κι έλα πιες μαζί μου·
κι απ᾽ το κατσούφιασμά σου, βέβαιος είμαι,
κι απ᾽ τις σκοτούρες, του κρασιού το κύμα
σ᾽ άλλο λιμάνι θα σε πάει ν᾽ αράξεις.
Σκέψη θνητού ο θνητός ταιριάζει να έχει·
αν με ρωτάς εμένα, όλων εκείνων
800 των σοβαρών και των κατσουφιασμένων
η ζωή είναι συμφορά, ζωή δεν είναι.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ - ΟΝΟΙ

ΟΝΟΙ
(αστερισμός)
 
Στη Γιγαντομαχία πήραν μέρος ο Διόνυσος, ο Ήφαιστος και οι Σάτυροι ανεβασμένοι σε γαϊδούρια.
 
Το γκάρισμα των ζώων τρόμαξε τους Γίγαντες και τους διασκόρπισε. Τότε ο Διόνυσος εξόντωσε πολλούς και μόνο με το άγγιγμα του θύρσου του ή μεταμορφωμένος κι έχοντας φίδια στα μαλλιά· σαν λιοντάρι κατασπάραξε τον Γίγαντα Εύρυτο ή Ροίτο.
 
Για την υπηρεσία που πρόσφεραν τα γαϊδούρια καταστερώθηκαν από τον Διόνυσο στον αστερισμό του καρκίνου -διὸ ἐτιμήθησαν ἐν τῷ Καρκίνῳ εἶναι ἐπὶ δυσμάς (Ερατ., Κατ. 1.11*).
-----------------------------
*Καλοῦνται δέ τινες αὐτῶν ἀστέρες Ὂνοι, οὓς Διόνυσος ἀνήγαγεν εἰς τὰ ἄστρα. ἔστι δὲ αὐτοῖς καὶ Φάτνη παράσημον· ἡ δὲ τούτων ἱστορία αὕτη· Ὂνων καὶ Φάτνης. Ὃτε ἐπὶ Γίγαντας ἐστρατεύοντο οἱ Θεοί, λέγεται Διόνυσον καὶ Ἣφαιστον καὶ Σατύρους ἐπὶ ὄνων πορεύεσθαι· οὔπω δὲ ἑωραμένων αὐτοῖς τῶν Γιγάντων πλησίον ὄντες ὠγκήθησαν οἱ ὄνοι, οἱ δὲ Γίγαντες ἀκούσαντες τὴν φωνὴν ἔφυγον· διὸ ἐτιμήθησαν ἐν τῷ Καρκίνῳ εἶναι ἐπὶ δυσμάς. (Ερατ., Κατ. 1.11)

Αυτό που σε βασανίζει δεν είναι το γεγονός αλλά η ερμηνεία που του δίνεις

Ο περίφημος Στωικός φιλόσοφος Επίκτητος, περίπου 2000 χρόνια πριν είπε το εξής σημαντικό:

Οι άνθρωποι ταράζονται όχι από αυτά που συμβαίνουν αλλά από την άποψή τους για αυτά που συμβαίνουν. Με λίγα λόγια πράγματα που συμβαίνουν γύρω μας σε σχέση με γεγονότα και αλληλοεπιδράσεις με άλλους ανθρώπους ερμηνεύονται με βάση εμπειρίες του παρελθόντος, υποθέσεις και κρίσεις.

Αυτό που σε βασανίζει δεν είναι το γεγονός αλλά η ερμηνεία που του δίνεις. Η σκέψη βασικά που βασίζεται σε προηγούμενες εμπειρίες. Παρατηρώντας αυτήν την σκέψη και ξεχωρίζοντας το γεγονός με την ερμηνεία μπορείς να απελευθερωθείς από αυτήν γρήγορα και να δράσεις αναλόγως με την βούλησή σου προς την ευτυχία σου.

Ο κάθε άνθρωπος έχει ξεχωριστή σκέψη και ερμηνεία σε γεγονότα και πολλές φορές αυτά γίνονται συλλογική συνείδηση ανεξαρτήτως με την αλήθεια.

Αποστασιοποιόμενος από την σκέψη και όντως παρατηρητής αυτής της πραγματικότητας σε βοηθάει να είσαι ελεύθερος ανεξάρτητα από τα γεγονότα γύρω σου.

Δεν αγαπιόμαστε γιατί δεν γνωρίζουμε πως

Τι είναι η αγάπη;

Η λέξη είναι τόσο πολύφορτωμένη και διεφθαρμένη που αποφεύγω να την χρησιμοποιώ.

Όλοι μιλάνε για αγάπη – κάθε ένας μιλούν συνεχώς για αγάπη.

Αγαπώ την πατρίδα μου, αγαπώ τον βασιλιά, αγαπώ κάποιο βιβλίο, αγαπώ το βουνό, αγαπώ την απόλαυση, αγαπώ την γυναίκα μου.

Είναι η αγάπη μια ιδέα;

Αν όντως είναι, τότε μπορεί να καλλιεργηθεί, θραφεί, να περιβληθεί με στοργή, να επιβληθεί, να αλλάξει κατά το δοκούν.

Επειδή δεν μπορούμε να λύσουμε αυτό το ανθρωπινό ζήτημα καταφεύγουμε σε αφαιρέσεις.

Η αγάπη μπορεί να είναι η υστάτη λύση σε όλες τις δυσκολίες του ανθρώπου, τα προβλήματα και τις επώδυνες προσπάθειες, οπότε πως θα βρούμε τι είναι η αγάπη;

Απλώς ορίζοντάς την;

Η θρησκεία την όρισε με τον ένα τρόπο, η κοινωνία με άλλο τρόπο και υπάρχουν ένα σορό αποκλίσεις και διαστρεβλώσεις.

Λατρεύουμε κάποιον, κοιμόμαστε με κάποιον, η ανταλλαγή συναισθημάτων, η συντροφικότητα – είναι αυτό που λέμε αγάπη;

Μπορεί η αγάπη να χωρισθεί στην ιερή και την ανίερη, την ανθρωπινή και την θεϊκή ή απλά υπάρχει μόνο μια αγάπη;

Είναι η αγάπη ένα πράγμα και όχι πολλά πράγματα;

Αν πούμε «σε αγαπώ» αυτό αποκλείει την αγάπη για κάποιον άλλον;

Είναι η αγάπη προσωπική ή μη προσωπική;

Ηθική ή ανήθικη;

Οικογενειακή ή μη οικογενειακή;

Αν αγαπάς την ανθρωπότητα αγαπάς και τον καθένα ξεχωριστά;

Είναι η αγάπη συναίσθημα;

Είναι η αγάπη αίσθημα;

Είναι η αγάπη απόλαυση και επιθυμία;

Όλες αυτές οι ερωτήσεις δείχνουν, έτσι δεν είναι, ότι έχουμε ιδέες για την αγάπη, ιδέες για το τι πρέπει να είναι και τι δεν πρέπει να είναι η αγάπη, έναν κανόνα η κώδικα που έχει δημιουργήσει η κοινωνία στην οποία ζούμε.

Τώρα πως θα βρω τι είναι αυτή η φλόγα που λέμε αγάπη;

Όχι πως να βρούμε έναν τρόπο να την εκφράσουμε διαφορετικά αλλά να βρούμε την σημασία της.

Πρώτα θα απορρίψω ό,τι έχουν πει η θρησκεία, η κοινωνία, οι φίλοι και οι γονείς μου, κάθε βιβλίο και άνθρωπος διότι θέλω να βρω μόνος μου τι είναι η αγάπη.

Εδώ είναι ένα τεράστιο πρόβλημα που εμπεριέχει όλη την ανθρωπότητα, υπάρχουν χιλιάδες τρόποι να την ορίσεις και εγώ έχω φυλακιστεί σε κάποιον τρόπο να την ορίζω.

Για αυτό τον λόγο δεν πρέπει να διώξω όλες τις τάσεις και τις προκαταλήψεις μου;

Είμαι μπερδεμένος, διαλυμένος από τις δικές μου επιθυμίες οπότε λέω στον εαυτό μου «πρώτα καθάρισε το δικό σου μπέρδεμα».

Ίσως να μπορέσουμε να δούμε τι είναι αγάπη καταλαβαίνοντας τι δεν είναι.

Το να ανήκεις σε κάποιον, το να σε φροντίζει κάποιος και να εξαρτάσαι από αυτόν – σε όλο αυτό πρέπει να υπάρχει πάντα άγχος, φόβος, ζήλεια, ενοχή, και όσο υπάρχει φόβος δεν μπορεί να υπάρξει αγάπη.

Ένα μυαλό γεμάτο πίκρες δεν μπορεί να καταλάβει τι είναι αγάπη, αισθηματικότητα και συναισθηματικότητα δεν έχουν καμιά σχέση με την αγάπη.

Έτσι, η αγάπη δεν έχει σχέση με την επιθυμία και την απόλαυση.

Η αγάπη δεν είναι προϊόν της σκέψης, η οποία με την σειράς της είναι προϊόν του παρελθόντος.

Η σκέψη δεν μπορεί να καλλιεργήσει την αγάπη.

Η αγάπη δεν περιορίζεται και δεσμεύεται από την ζήλεια, γιατί η ζήλεια είναι το παρελθόν.

Η αγάπη είναι το τώρα, το παρόν. Δεν είναι το «θα αγαπήσω» ούτε το «αγάπησα».

Όταν αγαπάς δεν πρόκειται να ακολουθήσεις κανέναν.

Η αγάπη δεν υπακούει.

Όταν αγαπάς δεν υπάρχει ούτε σεβασμός ούτε ασέβεια.

Δεν γνωρίζετε τι θα πει να αγαπάς αληθινά κάποιον;

Να αγαπάς χωρίς μίσος, χωρίς ζήλεια, χωρίς θυμό, χωρίς να θέλετε να επηρεάσετε το τι σκέφτεται ή τι κάνει ο άλλος, χωρίς να καταδικάζετε, χωρίς να συγκρίνετε;

Όταν υπάρχει αγάπη υπάρχει σύγκριση;

Όταν αγαπάτε κάποιον με όλη σας την καρδιά, με όλο σας τον νου, με όλο σας το σώμα, με όλη σας την ύπαρξη, υπάρχει σύγκριση;

Όταν αφήνεσαι ολοκληρωτικά στην αγάπη δεν υπάρχει ο άλλος.

Αλλά αν θέλετε ακόμα να βρείτε (τι είναι η αγάπη), θα δείτε ότι δεν είναι φόβος, εξάρτηση, ζήλεια, η κτητικότητα, η υπευθυνότητα και το χρέος, η αυτολύπηση, η αγωνία του να μην αγαπηθείς.

Λοιπόν, αφού τα διώξετε όλα αυτά, όχι με την βία, αλλά ξεπλένοντας τα όπως η βροχή ξεπλένει την σκόνη πολλών ημερών από ένα φύλλο, τότε ίσως βρείτε αυτό το περίεργο λουλούδι που ο άνθρωπος αναζητά τόσο πολύ.

Θα σας υπαγορεύσει κάποια εξουσία, κάποια μέθοδος, κάποιο σύστημα πως να αγαπάτε;

Αν κάποιος σας πει πως να αγαπάτε τότε αυτό δεν είναι αγάπη.

Γίνεται να πείτε “θα εξασκήσω την αγάπη. Θα κάτσω κάτω και θα το σκεφτώ μέρα με την ημέρα. Θα εξασκήσω τον εαυτό μου να είναι καλός και ευγενικός και θα τον πιέσω να δίνει προσοχή στους άλλους;”

Η αγάπη είναι κάτι νέο, φρέσκο, ζωντανό. Δεν έχει χτες ούτε και αύριο. Είναι πέρα από το μαρτύριο της σκέψης.

Μόνο το αθώο μυαλό μπορεί να καταλάβει τι είναι η αγάπη, και το αθώο μυαλό μπορεί να ζήσει σε έναν κόσμο που δεν είναι αθώος.

Το να βρεις αυτό το καταπληκτικό πράγμα που ο άνθρωπος αναζητά αιώνια μέσα από την θυσία, μέσω της λατρείας, μέσω των σχέσεων, μέσω του σεξ, μέσω κάθε μορφής απόλαυσης και πόνου, είναι δυνατό μόνο όταν η σκέψη κατανοήσει τον εαυτό της και να φτάσει στο τέλος της.

Τότε η αγάπη δεν έχει αντίθετο, τότε η αγάπη δεν έχει σύγκρουση.

Τι πράγμα είναι οι σχέσεις και πόσο εύκολα πέφτουμε στη συνήθεια κάποιας συγκεκριμένης σχέσης, θεωρούμε τα πράγματα δεδομένα, αποδεχόμαστε τις καταστάσεις και δεν είναι ανεκτή καμιά αλλαγή δε δεχόμαστε καμία κίνηση προς την αβεβαιότητα, ούτε για ένα λεπτό.

Όλα είναι τόσο καλά ρυθμισμένα, τόσο στέρεα φτιαγμένα, τόσο δεσμευμένα, που δεν υπάρχει καμία ελπίδα για λίγη φρεσκάδα, για μια καθαρή αναζωογονητική ανοιξιάτικη ανάσα.

Αυτά κι άλλα πολλά τα ονομάζουμε σχέσεις.

Αν παρατηρήσουμε από κοντά, οι σχέσεις είναι κάτι πολύ πιο λεπτό, κάτι πιο γοργό κι από την αστραπή, πιο αχανές κι από τη γη, γιατί οι σχέσεις είναι η ζωή.

Η ζωή μας είναι σύγκρουση. Θέλουμε να κάνουμε τις σχέσεις χοντροκομμένες, ωμές, εύκολες.
Έτσι χάνουν την ευωδιά τους, την ομορφιά τους.

Όλα τούτα συμβαίνουν γιατί δεν αγαπάμε, κι η αγάπη, φυσικά, είναι το σπουδαιότερο απ’ όλα, γιατί μέσα σ’ αυτή πρέπει να εγκαταλείψει κανείς ολοκληρωτικά τον εαυτό του. (το εγώ του)

Αυτή ακριβώς η ιδιότητα της φρεσκάδας, του καινούριου, είναι ουσιαστική, αλλιώς η ζωή γίνεται ρουτίνα, συνήθεια και η αγάπη δεν είναι συνήθεια, δεν είναι κάτι βαρετό.

Οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν χάσει το αίσθημα της έκπληξης. Θεωρούν τα πάντα δεδομένα κι αυτή η αίσθηση της ασφάλειας καταστρέφει την ελευθερία και τις εκπλήξεις της αβεβαιότητας.

Αγανάκτηση σημαίνει πως έφτασε η ώρα για αλλαγή

Που λέτε… Η αγανάκτηση είναι ευλογία.     

Ναι, καλά ακούσατε. Ευλογία. Μη γελάτε και μην μπερδεύεστε. Είναι απόλυτα λογικό να πιστεύετε πως η αγανάκτηση είναι αυτό που φαίνεται: μια φάση που οι καταστάσεις της ζωής σε έχουν φτάσει στα όριά σου, σε σημείο που θέλεις να εκραγείς. Μια φάση που οι σκέψεις και τα αισθήματά σου είναι ένα κοκτέιλ από θυμό, απογοήτευση, ανεκπλήρωτες προσδοκίες και κούραση.

Δε θα αρνηθώ πως η αγανάκτηση είναι ένα παζλ που αποτελείται από όλα τα προαναφερθέντα. Σκοπός μου δεν είναι να σας πείσω για το αντίθετο. Μέλημά μου δεν είναι να δώσω άλλο νόημα στη λέξη αγανάκτηση. Αυτό που θέλω να κάνω μέσα από αυτό το άρθρο είναι να σας βοηθήσω με την ερμηνεία της. Τι είναι στ’ αλήθεια η αγανάκτηση; Από πού πηγάζει και πώς μεταφράζεται; Πώς είναι δυνατόν να ισχυρίζομαι πως μια έννοια φτιαγμένη από τόσα αρνητικά στοιχεία, θα μπορούσε να είναι ευλογία;

Γιατί όπως όλα τα πράγματα στη ζωή, όλα εξαρτώνται από την οπτική γωνία που τα βλέπεις. Η αγανάκτηση, λοιπόν, δεν είναι τίποτα άλλο από ένα σημάδι αλλαγής. Είναι μια λέξη που περιγράφει το τέλος του δρόμου. Εκεί που το κορμί, το μυαλό, οι συναισθηματικές και ψυχικές αντοχές δεν αντέχουν άλλο να προσποιούνται και επιστρατεύουν αυτό τον τρόπο να σου πουν πως ήρθε η στιγμή για αλλαγές.

Σκέψου λίγο καλά όλες τις φορές που έπιασες τον εαυτό σου αγανακτισμένο. Μέσα σε σχέσεις βαρετές, δυσλειτουργικές, κουραστικές. Σε δουλειές ψυχοφθόρες, που τους έλειπε η ουσία και το κίνητρο. Σε φιλίες μονόπλευρες, που σε πλήγωσαν και σε έκαναν να νιώθεις προδομένος. Όλα αυτά τα δεδομένα και τα σημάδια δεν εμφανίστηκαν ένα πρωινό. Αυτά ήταν εκεί για μέρες, μήνες, χρόνια. Εσύ όμως, έκανες αυτό που είσαι προγραμματισμένος να κάνεις: να υπομένεις. Μην στεναχωριέσαι, γιατί δεν είσαι μόνος. Ο άνθρωπος είναι από τη φύση του καλοκουρδισμένος να αποφεύγει την αλλαγή. Να φοβάται να τραβήξει το τσιρότο. Μένει και υπομένει καταστάσεις που δε θα έπρεπε. Δοκιμάζει τα όρια και τις αντοχές του. Μαθαίνει να ζει με τον πόνο, συμβιβάζεται και πείθει τον εαυτό του πως όλα είναι μια χαρά.

Μέχρι που αναλαμβάνει δράση η αγανάκτηση.

Εσύ μπορείς να προσποιείσαι όσο θες μέσα σε αυτές τις καταστάσεις. Αυτό δεν αλλάζει το γεγονός ότι σε πληγώνουν και διαβρώνουν το μέσα σου. Θέμα χρόνου είναι να χτυπήσουν οι συναγερμοί και να έρθει στην επιφάνεια το αίσθημα της αγανάκτησης. Ένα αίσθημα καθαρτικό. Μια απελευθέρωση. Δεν είναι τυχαίο που το πρώτο πράγμα που συνδέουμε με την αγανάκτηση είναι το ξεφύσημα, ο αναστεναγμός. Κάτι που υποδηλώνει ανακούφιση. Η αγανάκτηση είναι το σημείο εκείνο που το «είναι» σου παίρνει την απόφαση που τόσο καιρό δεν έπαιρνες εσύ. Παίρνει το ηνία ο εαυτός σου και με το πάτημα ενός κουμπιού σου απαγορεύει να νοιάζεσαι, να σκέφτεσαι και να σπαταλάς ενέργεια στις τοξικές αυτές καταστάσεις που λάμβανες μέρος τόσο καιρό.

Η αλλαγή είναι όντως απότομη στο γυμνό μάτι: το πώς χωρίζεις έτσι ξαφνικά ένα πρωί και παίρνεις τα πράγματά σου και φεύγει, το πώς μπαίνεις στο γραφείο του αφεντικού σου και δηλώνεις την παραίτησή σου, το πώς απλώς σταματάς να τηλεφωνείς και να έχεις επικοινωνία με φίλους που δεν ήταν φίλοι τελικά. Δεν υπάρχει τίποτα απότομο όμως σε όλες αυτές τις πράξεις. Αυτά όλα που περιγράψαμε, δεν είναι τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο από το αποτέλεσμα καταστάσεων που σιγόβραζαν μέσα σου για καιρούς ολόκληρους. Η αγανάκτηση, λοιπόν, ήρθε να σε λυτρώσει. Να σε κάνει να νιώσεις ένα μούδιασμα, ένα κενό, μια πλήρη αδιαφορία για θέματα τα οποία έδωσες ό,τι είχες και δεν είχες.

Ευλογία λοιπόν. Η αγανάκτηση είναι ευλογία. Ένα αίσθημα που σηματοδοτεί αλλαγές. Το γύρισμα μιας καινούριας σελίδας στη ζωή σου. Ένα συναίσθημα σταθμός. Εκεί που δεν μπορείς να δώσεις άλλο και αντιλαμβάνεσαι πως έχεις πολλά να πάρεις. Εκεί που ο αυτοσεβασμός έρχεται να σου υπενθυμίσει ποιος είσαι και πώς πρέπει να αποχωρήσεις με το κεφάλι ψηλά και να ψάξεις καταστάσεις που σε κάνουν να αναπνέεις, να ευφραίνεσαι.

Πάρε, λοιπόν, μια βαθιά αναπνοή και ερμήνευσε την αγανάκτησή σου όπως πρέπει. Ασ’ την να σου δείξει το δρόμο, να σου ανοίξει καινούργιες πόρτες και να κλείσει παλιές. Στην υγειά της αγανάκτησης, λοιπόν!

Η εξουθένωση των γονέων μπορεί να έχει επικίνδυνες επιπτώσεις και στα παιδιά

Όταν το καθημερινό άγχος των γονέων μετατρέπεται σε εξουθένωση οι γονείς αρχίζουν να αισθάνονται αποξενωμένοι από τα παιδιά τους και αβέβαιοι για τις ικανότητές τους ως γονείς, αποκαλύπτουν νέα ερευνητικά δεδομένα τα οποία επικαλείται η ScienceDaily.

Τα αποτελέσματα των σχετικών μελετών που δημοσιεύτηκαν στην επιστημονική επιθεώρηση «Clinical Psychological Science» ανέδειξαν ότι αυτή η μορφή της υπερκόπωσης μπορεί να έχει σοβαρές επιπτώσεις για τους γονείς και τα παιδιά και αυξάνει την γονική αμέλεια, τα τραύματα και τις σκέψεις φυγής.

Η Μόιρα Μικολάγιακ, ερευνήτρια από το Καθολικό Πανεπιστήμιο της Λουβαίν εξηγεί ότι στο παρόν πολιτισμικό πλαίσιο ασκείται τεράστια πίεση στους γονείς.
Το να είσαι ο τέλειος γονιός είναι αδύνατον και το να προσπαθείς να γίνεις μπορεί να σε οδηγήσει στην εξουθένωση.
“Οτιδήποτε βοηθά τους γονείς να αποφορτίσουν τις μπαταρίες τους και να αποφύγουν την υπερκόπωση είναι καλό για τα παιδιά”, δηλώνει η ίδια.

Οι ερευνητές διεξήγαγαν δύο μελέτες για τις επιπτώσεις της γονικής εξουθένωσης.

Στην πρώτη έρευνα συμμετείχαν κυρίως γαλλόφωνοι γονείς από το Βέλγιο οι οποίοι συμπλήρωσαν ηλεκτρονικά ερωτηματολόγια που αποτελούνταν από 22 ερωτήσεις σχετικά με τη συναισθηματική εξουθένωση, την αποξένωση και τα συναισθήματα ανεπάρκειας των γονέων, 17 ερωτήσεις για την παραμέληση της εκπαίδευσης και των συναισθηματικών αναγκών των παιδιών τους και 15 ερωτήσεις σχετικά με την τάση τους να εμπλέκονται σε περιστατικά λεκτικής, σωματικής ή συναισθηματικής βίας. Σε αυτή τη μελέτη έλαβαν μέρος 2.068 γονείς.

Διαπιστώθηκε στενή συσχέτιση μεταξύ της γονικής εξουθένωσης με τη γονική βία, τη γονική αμέλεια και τον ιδεασμό φυγής. Τα αποτελέσματα, μάλιστα, διατηρήθηκαν ακόμα και όταν οι ερευνητές έλαβαν υπόψη την πιθανότητα οι γονείς να απαντούν με βάση το τι είναι κοινωνικά επιθυμητό.

Η δεύτερη έρευνα, που συμπεριέλαβε κατά κύριο λόγο αγγλόφωνους γονείς από τη Βρετανία, είχε παρόμοια αποτελέσματα.

Η Μικολάγιακ καταλήγει ότι υπάρχει μια ειρωνεία σε αυτά τα ευρήματα και εξηγεί: «Όταν θες πάρα πολύ να κάνεις το καλύτερο οδηγείσαι στο να κάνεις το χειρότερο. Η πίεση των γονιών να είναι τέλειοι τους οδηγεί στην εξουθένωση με καταστροφικές συνέπειες για τους ίδιους και τα παιδιά».

Η ερευνήτρια προτείνει ότι οι υπηρεσίες υγείας οφείλουν να ενθαρρύνουν τους γονείς να φροντίζουν και οι ίδιοι τους εαυτούς τους καθώς αυτό θα κάνει καλό όχι μόνο στους ίδιους αλλά και στα παιδιά τους και τονίζει ότι αυτές είναι υπεύθυνες να προσφέρουν ενημέρωση, ώστε η γονική εξουθένωση να πάψει να αποτελεί θέμα ταμπού και να έχουν οι γονείς την ευχέρεια να ζητήσουν τη βοήθεια που συχνά χρειάζονται.

Σημάδι πραγματικής δύναμης είναι η κατανόηση της άποψης των άλλων και η συγχώρεση

Μερικές φορές νομίζουμε ότι θέλουμε να επιλύσουμε διαμάχες, αλλά οι μέθοδοί μας επιδεινώνουν την κατάσταση. Θυμώνουμε και φωνάζουμε, πιστεύοντας ότι έτσι θα αναγκάσουμε τον άλλον να πάει με τα νερά μας. Όμως η επίθεση, η κριτική και οι απειλές τιμωρίας γυρνούν μπούμερανγκ τόσο απέναντι στα παιδιά όσο και στους ενηλίκους. Οι αντιδράσεις θυμού κλιμακώνουν μια διαφωνία.

Γινόμαστε τρομοκράτες οι ίδιοι και δεν καταλαβαίνουμε ότι οι τρομοκράτες, στην ουσία, δεν είναι καθόλου δυνατοί. Αυτοί που συμπεριφέρονται με κακία και θυμό στο προαύλιο, στη δουλειά ή στις πολιτικές καμπάνιες είναι συνήθως οι πιο αδύναμοι και πιο ανασφαλείς.

Σημάδι πραγματικής δύναμης είναι η κατανόηση της άποψης των άλλων και η συγχώρεση.

Ξοδεύουμε πολύ χρόνο στο να χτίσουμε γερά και υγιή κορμιά, μα ελάχιστο χρόνο στο χτίσιμο ενός
δυνατού και υγιή νου. Όταν δεν μπορούμε να ελέγχουμε τον νου μας, θυμώνουμε και ξεσπάμε και λέμε ή κάνουμε πράγματα για τα οποία έπειτα μετανιώνουμε.

Κάθε μέρα ίσως νιώθουμε δεκάδες φορές να μας κατακλύζει κύμα θυμού ή σύγχυσης και πρέπει να αποφασίζουμε πώς θα αντιδράσουμε. Ένας συνάδελφος στη δουλειά μάς λέει κάτι και απαντάμε κοφτά και απότομα, ή λαμβάνουμε ένα εκνευριστικό μήνυμα και κάνουμε αντεπίθεση χωρίς να σκεφτόμαστε. Αφήνουμε τον θυμό μας να πληγώνει ακόμα και ανθρώπους που αγαπάμε πολύ, τα παιδιά ή τους συντρόφους μας. Μας απογοητεύουν ή λένε κάτι με το οποίο διαφωνούμε, και ξεσπάμε πάνω τους.

Τα λόγια μπορούν να πληγώσουν ανεπανόρθωτα τους ανθρώπους που θα έπρεπε να αντιμετωπίζουμε με τρυφερότητα και αγάπη, και δεν συνειδητοποιούμε ότι ο θυμός πληγώνει ακόμα κι εμάς τους ίδιους. Σκεφτείτε πόσο άσχημα νιώθετε όταν προσβάλλετε ή συμπεριφέρεστε σκληρά σε κάποιον. Το σώμα σας σφίγγεται και το μυαλό σας μοιάζει να φλέγεται. Το ξέσπασμά σας σας απορροφά
και δεν μπορείτε να συγκεντρωθείτε σε τίποτε άλλο. Ο θυμός στενεύει τα όρια του κόσμου σας έτσι ώστε το μόνο που βλέπετε είναι η προσβολή της στιγμής. Ίσως αργότερα ηρεμείτε και ζητάτε συγγνώμη, αλλά το κακό έχει ήδη γίνει.

Όταν αντιδρούμε απερίσκεπτα κι επιθετικά, είναι σαν να έχουμε εκτοξεύσει σφαίρες που δεν επιστρέφουν ξανά στο όπλο. Πρέπει να θυμόμαστε ότι έχουμε την επιλογή να αντιδρούμε διαφορετικά.

Πώς τα κουνούπια άλλαξαν τον κόσμο μας και… ακόμη συνεχίζουν

Τα κουνούπια είναι ένας πονοκέφαλος για τους πάντες σε ανοιχτούς ή κλειστούς χώρους. Αυτό δεν είναι τίποτε βέβαια μπροστά στους πολύ χειρότερους και συχνά θανατηφόρους κινδύνους που «κουβαλάνε».

Για παράδειγμα, λέγεται πως ένας βασικός λόγος που η νικηφόρα στρατιά του Μεγάλου Αλεξάνδρου αναγκάσθηκε να διακόψει την εκστρατεία της έως τη μακρινή Ινδία, ήταν ο αποδεκατισμός της από την ελονοσία που μετέφεραν μολυσμένα κουνούπια.

Ένα νέο σημαντικό βιβλίο του Καναδού ιστορικού Τίμοθι Γουάινγκαρντ του Πανεπιστημίου MESA του Κολοράντο, με τίτλο «Κουνούπι: Μια ανθρώπινη ιστορία του πιο φονικού θηρευτή μας» (εκδόσεις Dutton 2019), παρουσιάζει αναλυτικά την συχνά κρυφή, αλλά μεγάλη επίπτωση που είχαν στην ανθρώπινη ιστορία οι διάφορες ασθένειες που μετέφεραν τα κουνούπια.

Εκτιμάται ότι τα κουνούπια έχουν σκοτώσει περισσότερους ανθρώπους στην παγκόσμια ιστορία από κάθε άλλη μεμονωμένη αιτία.

Ο Γουάινγκαρντ υποστηρίζει ότι εξαιτίας των μολυσμένων κουνουπιών έχουν πεθάνει περίπου 52 δισεκατομμύρια άνθρωποι, σχεδόν οι μισοί από όλους τους ανθρώπους που έχουν ζήσει στη Γη μέχρι σήμερα! Για αυτό, αποκαλεί τα κουνούπια «τον κορυφαίο θηρευτή μας», «τον καταστροφέα των κόσμων» και «τον υπέρτατο παράγοντα της ιστορικής αλλαγής».

Το βασικό μήνυμα του βιβλίου είναι ότι τα ταπεινά κουνούπια μπορεί να μη γεμίζουν το μάτι με το μέγεθος τους, αλλά στην πραγματικότητα έχουν αποδειχθεί ικανά να αλλάξουν την πορεία των ιστορικών γεγονότων, ακόμη και να σώσουν ή να γκρεμίσουν ολόκληρες αυτοκρατορίες.

Οι αρχαίοι Έλληνες και Ρωμαίοι πέθαιναν κατά χιλιάδες εξαιτίας των κουνουπιών και ο Ιπποκράτης προσπαθούσε να δώσει μια εξήγηση και να βρει θεραπεία για τις μεταδοτικές ασθένειες τους.

Αλλά έπρεπε να φθάσει το τέλος του 19ου αιώνα για να επιβεβαιωθεί επιστημονικά ότι πίσω από νόσους όπως η ελονοσία κρύβονται τα κουνούπια. Έως τότε οι περισσότεροι άνθρωποι πίστευαν ότι κάτι έφταιγε στον αέρα γύρω τους.

Συχνά οι νεκροί από τα κουνούπια ήσαν πολύ πιο αποφασιστικής σημασίας από ό,τι οι νεκροί στα πεδία των μαχών για την κατάκτηση ή τη σωτηρία μιας περιοχής, αφού οι ασθένειες των κουνουπιών σκοτώνουν καλύτερα αυτούς που δεν έχουν αποκτήσει την παραμικρή ανοσία, άρα τους επιδρομείς από μακρινά μέρη.

Έβαλαν φρένο σε κατακτητές

Δεν ήταν μόνο ο Μέγας Αλέξανδρος, αλλά και ο Τζέγκις Χαν, οι Μογγόλοι του οποίου επίσης αποδεκατίστηκαν στις ουγγρικές πεδιάδες, όταν οι υγρές συνθήκες του 1241 είχαν πολλαπλασιάσει τα κουνούπια με ελονοσία.

Κάπως έτσι, η Νότια Ευρώπη σώθηκε από τη μογγολική επιδρομή. Ανάλογο «φιάσκο» έπαθε αργότερα ο εγγονός του Κουμπλάι Χαν κατά την επιδρομή του στη Νότια Κίνα και στο Βιετνάμ, ενώ τα κουνούπια έπαιξαν καθοριστικό ρόλο και στην τελική κατάρρευση του αρχαίου πολιτισμού των Χμερ στην Καμπότζη.

Πολύ νωρίτερα, 40.000 Ρωμαίοι στρατιώτες είχαν πεθάνει από μολυσμένα κουνούπια, όταν προσπάθησαν -μάταια τελικά- να επεκτείνουν την αυτοκρατορία τους στη Σκωτία. Αλλά αργότερα τα κουνούπια έσωσαν τους Ρωμαίους, όταν θέρισαν το στρατό του Αννίβα, που είχε εισβάλει στην Ιταλία.

Οι πλούσιοι Ρωμαίοι είχαν αποκτήσει τη συνήθεια να χτίζουν τα σπίτια τους ψηλά σε λόφους για να αποφεύγουν τα κουνούπια, μια συνήθεια που διατηρήθηκε ανά τους αιώνες μέχρι σήμερα.

Τον Μεσαίωνα οι ασθένειες των κουνουπιών σκότωσαν περίπου το ένα τρίτο των Ευρωπαίων Σταυροφόρων που είχαν εισβάλει στην «ιερή» Μέση Ανατολή. Η πιο δραματική κατάκτηση με τη βοήθεια των κουνουπιών ήταν αναμφίβολα αυτή του Νέου Κόσμου από τους διαδόχους του Κολόμβου, οι οποίοι έφεραν με τα πλοία μαζί τους τα κουνούπια και τις ασθένειες τους, απέναντι στις οποίες οι ντόπιοι δεν είχαν καμία ανοσία.

Έως τότε στην Αμερική υπήρχαν πολλά κουνούπια, αλλά δεν ήσαν φορείς μεταδοτικών ασθενειών. Οι μαζικοί θάνατοι των Αζτέκων και των άλλων πολιτισμών από τις νόσους των κουνουπιών ήσαν σε μεγάλο βαθμό «αόρατοι» στα μάτια των εισβολέων Ισπανών, πράγμα που οδήγησε στο μύθο της «άδειας» ηπείρου.

Μερικούς αιώνες μετά, στο τέλος του 16ου και στις αρχές του 17ου αιώνα, τα κουνούπια και οι μεταδοτικές αρρώστιες τους έβαλαν «φρένο» στον αποικισμό της Κεντρικής Αφρικής από τους Ευρωπαίους αποικιοκράτες, ενώ ο διάσημος Αγγλος καπετάνιος και δουλέμπορος σερ Φράνσις Ντρέικ ήταν ένα από τα θύματα των κουνουπιών και της ελονοσίας το 1596. Στο μεταξύ, το δουλεμπόριο και οι πρώτοι Αφρικανοί σκλάβοι έφεραν στο Νέο Κόσμο ακόμη περισσότερα κουνούπια, παράσιτα και θάνατο (μεταξύ άλλων, αποδεκατίσθηκαν και οι πρώτοι Ευρωπαίοι άποικοι στην Αμερική και στην Καραϊβική).

Ένωσαν τη Βρετανία

Το 1698 μια αποτυχημένη αποστολή με πέντε πλοία της Εταιρείας της Σκωτίας στον Παναμά, η οποία κατέληξε σε σκέτη καταστροφή εξαιτίας του κίτρινου πυρετού και της ελονοσίας που μετέδωσαν τα κουνούπια στους Σκωτσέζους αποίκους και εμπόρους, είχε μια απρόσμενη επίπτωση: εξαιτίας του τεράστιου χρέους που συσσώρευσαν οι Σκωτσέζοι μετά την υπερατλαντική αποτυχία τους, αναγκάσθηκαν να αποδεχθούν την ένωση με την Αγγλία.

Τελικά, τα κουνούπια μάλλον έβαλαν το χεράκι τους για τη δημιουργία της Μεγάλης Βρετανίας!

Αργότερα, τα κουνούπια βοήθησαν τους Αμερικανούς να κερδίσουν την ανεξαρτησία τους, κάνοντας δύσκολη τη ζωή του αγγλικού στρατού που είχε έλθει από την Ευρώπη, ενώ κάτι παρόμοιο συνέβη με τους επαναστάτες της Λατινικής Αμερικής στον αγώνα ανεξαρτησίας τους κατά των Ισπανών. Από τον Σαλαντίν εναντίον των Σταυροφόρων μέχρι το Ναπολέοντα και τους Ναζί, διάφοροι στρατηγοί είχαν την ιδέα να χρησιμοποιήσουν τα κουνούπια ως όπλο κατά των αντιπάλων.

Στον 20ό αιώνα το DDT αποτέλεσε βασικό όπλο κατά των κουνουπιών και για την αντιμετώπιση της ελονοσίας σε διάφορα μέρη του κόσμου, αλλά όχι στην ίδια την Αφρική, όπου το κλίμα ευνοεί την αναπαραγωγή και την εξάπλωση των κουνουπιών και των ασθενειών τους.

Πιο πρόσφατα τα κουνούπια μεταφέρουν στη Δύση άλλες ασθένειες όπως ο ιός του Δυτικού Νείλου, ο οποίος π.χ. εισέβαλε στη Νέα Υόρκη το 1999 με τη βοήθεια των κουνουπιών.

Στο μεταξύ, σύμφωνα με το «New Yorker» και το «Science», νέα εντομοκτόνα αντικατέστησαν το DDT, ενώ στην εποχή μας οι επιστήμονες αναπτύσσουν νέα βιολογικά όπλα (π.χ. γενετική τροποποίηση των κουνουπιών), καθώς και εμβόλια.

Η στόχευση είναι πια όχι τόσο να εξολοθρευθούν τα ίδια τα κουνούπια, κάτι καθόλου εύκολο, αλλά να μειωθεί η ικανότητά τους να μεταφέρουν ιούς και παράσιτα και, παράλληλα, να υπάρχουν πιο αποτελεσματικά φάρμακα είτε για πρόληψη είτε για θεραπεία.

Παρόλα αυτά, τα κουνούπια συνεχίζουν να σκοτώνουν πάνω από 800.000 ανθρώπους κάθε χρόνο, κυρίως στην Αφρική. Η παγκοσμιοποίηση, που διευκολύνει τα ταξίδια και το διασυνοριακό εμπόριο, παίζει καθοριστικό ρόλο, επεκτείνοντας τις επιπτώσεις των κουνουπιών πολύ πέρα από τους τροπικούς και φέρνοντας στο προσκήνιο διάφορες μεταδοτικές ασθένειες (π.χ. δάγκειος πυρετός, τσικουνγκούνια, Ζίκα).

Παράλληλα, η κλιματική αλλαγή διευρύνει την ακτίνα δράσης των κουνουπιών σε ολοένα βορειότερα γεωγραφικά πλάτη.

Μια πρόσφατη μελέτη εκτιμά ότι μέσα στα επόμενα χρόνια ένα δισεκατομμύριο περισσότεροι άνθρωποι θα έχουν εκτεθεί σε μεταδοτικές από τα κουνούπια ασθένειες.

Νίτσε: Μου αρέσουν εκείνοι που δεν ξέρουν να ζουν παρά μόνο για να χαθούν

“Μου αρέσουν εκείνοι που δεν ξέρουν να ζουν παρά μόνο για να χαθούν – Γιατί είναι αυτοί που περνάνε αντίπερα.

Μου αρέσουν οι μεγάλοι καταφρονητές – Γιατί είναι τα βέλη της επιθυμίας για την απέναντι όχθη.

 
Μου αρέσει αυτός που σπαταλάει την ψυχή του,
που δεν θέλει να του λένε ευχαριστώ,
που πάντα χαρίζει και δεν θέλει να συντηρηθεί.

Μου αρέσει εκείνος που ντρέπεται όταν τον ευνοούν τα ζάρια
και που όλο ρωτάει “είμαι ένας χαρτοπαίχτης λοιπόν;” –
γιατί θέλει να καταστραφεί.

Μου αρέσει εκείνος που η ψυχή του είναι βαθιά ακόμα
και μέσα στην πληγή του και που μπορεί να καταστραφεί
από ένα παραμικρό βίωμα –
Έτσι διασχίζει πρόθυμα το ποτάμι.

Δείτε τους αγαθούς και τους δίκαιους ποιον μισούν περισσότερο.

Αυτόν που συντρίβει τις πλάκες των αξιών τους –
Τον καταστροφέα –
Τον εγκληματία.

Αυτός όμως είναι εκείνος που δημιουργεί.

Σας το λέω –
Πρέπει να έχει κανείς μέσα του το χάος, για να γεννήσει ένα χορευτικό αστέρι.

Η σοφία των δασκάλων και των σοφών της αρετής λέει να αγρυπνάτε
για να κοιμάστε καλά –
Αυτή είναι η σοφία του δίχως όνειρα ύπνου.

Μακάριοι οι νυσταγμένοι γιατί γρήγορα θα τους πάρει ο ύπνος.”

Friedrich Nietzsche, Τάδε έφη Ζαρατούστρας

Ηλεκτρο-οπτική συσκευή δίνει λύση για ταχύτερες υπολογιστικές μνήμες και επεξεργαστές

Η πρώτη ενσωματωμένη συσκευή νανοκλίμακας που μπορεί να προγραμματιστεί είτε με φωτόνια είτε με ηλεκτρόνια έχει αναπτυχθεί από επιστήμονες στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης.  Σε συνεργασία με τους ερευνητές των πανεπιστημίων του Münster και του Exeter, οι επιστήμονες δημιούργησαν μια πρώτη ηλεκτροοπτική συσκευή που γεφυρώνει τα πεδία των οπτικών και ηλεκτρονικών υπολογιστών. Παρέχει έτσι μια κομψή λύση για την επίτευξη ταχύτερων και πιο ενεργειακά αποδοτικών μνημών και επεξεργαστών. 
 
Ο υπολογισμός με την ταχύτητα του φωτός ήταν μια δελεαστική αλλά αόριστη προοπτική μέχρι τώρα, αλλά με αυτήν την εξέλιξη βρίσκεται τώρα πολύ κοντά. Η χρήση του φωτός για την κωδικοποίηση καθώς και οι πληροφορίες μεταφοράς επιτρέπουν αυτές τις διαδικασίες να εμφανίζονται στο τελικό όριο ταχύτητας – το όριο του φωτός. Ενώ μέχρι πρόσφατα, η χρήση του φωτός για ορισμένες διεργασίες είχε αποδειχθεί πειραματικά, έλειπε μια συμπαγής συσκευή για τη διασύνδεση με την ηλεκτρονική αρχιτεκτονική των παραδοσιακών υπολογιστών. Η ασυμβατότητα του ηλεκτρικού και του φωτιστικού computing, βασικά πηγάζει από τους διαφορετικούς όγκους αλληλεπίδρασης που λειτουργούν τα ηλεκτρόνια και τα φωτόνια. Τα ηλεκτρονικά τσιπ πρέπει να είναι μικρά για να λειτουργούν αποτελεσματικά, ενώ τα οπτικά τσιπ πρέπει να είναι μεγάλα, καθώς το μήκος κύματος του φωτός είναι μεγαλύτερο από αυτό των ηλεκτρονίων. 
 
Για να ξεπεραστεί αυτό το δύσκολο πρόβλημα, οι επιστήμονες κατέληξαν σε μια λύση για να περιορίσουν το φως σε νανοσκοπικές διαστάσεις, όπως αναλύονται στην εργασία τους.
 
Δημιούργησαν ένα σχέδιο τους επέτρεψε να συμπιέσουν το φως σε όγκο νανο-μεγέθους μέσω αυτού που είναι γνωστό ως πολαριτόνιο επιφανειακού πλασμονίου. Η δραματική μείωση του μεγέθους σε συνδυασμό με τη σημαντικά αυξημένη πυκνότητα ενέργειας είναι αυτό που τους επέτρεψε να γεφυρώσουν την προφανή ασυμβατότητα των φωτονίων και των ηλεκτρονίων για την αποθήκευση και τον υπολογισμό των δεδομένων.
 
Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι με την αποστολή είτε ηλεκτρικών είτε οπτικών σημάτων, η κατάσταση ενός ευαίσθητου σε φωτο-και ηλεκτρο-ευαίσθητου υλικού μετασχηματίστηκε μεταξύ δύο διαφορετικών καταστάσεων μοριακής τάξης. Περαιτέρω, η κατάσταση αυτού του υλικού μετασχηματισμού φάσης αναγνωρίστηκε είτε από το φως είτε από τα ηλεκτρόνια, κάνοντας έτσι τη συσκευή το πρώτο ηλεκτροοπτικό κύτταρο μνήμης νανοκλίμακας με μη πτητικά χαρακτηριστικά.
 
“Πρόκειται για μια πολύ υποσχόμενη πορεία προς τα εμπρός στον υπολογισμό και ειδικά σε τομείς όπου απαιτείται υψηλή απόδοση επεξεργασίας”.
 
«Κατασκευάσαμε και δείξαμε πειραματικά ότι μπορούμε να αποθηκεύσουμε δεδομένα και να πραγματοποιήσουμε υπολογισμούς όχι μόνο με ηλεκτρόνια όπως είθισται αλλά και με φωτόνια σε όγκο που δεν ξεπερνά το 1 ατολίτρο. Η πραγματοποίηση υπολογισμών με την ταχύτητα του φωτός, με ταυτόχρονα τη δυνατότητα ενσωμάτωσης με ολοκληρωμένα ηλεκτρικά κυκλώματα, μπορεί δυνητικά να είναι ο δρόμος για να ξεπεραστούν οι δυσκολίες πάνω στην κατασκευή μικρότερων ημιαγωγών και να παραχθούν υπολογιστές και συσκευές νέας γενιάς με ασύλληπτες δυνατότητες».
 
Ο συν-συγγραφέας Nathan Youngblood συνεχίζει: “Αυτό περιλαμβάνει φυσικά εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης, όπου σε πολλές περιπτώσεις οι ανάγκες για υπολογιστές υψηλής απόδοσης και χαμηλής ισχύος ξεπερνούν κατά πολύ τις σημερινές δυνατότητές μας. Πιστεύεται ότι η διασύνδεση των φωτονικών υπολογιστικών με βάση το φως με το ηλεκτρικό τους αντίστοιχο είναι το κλειδί για το επόμενο κεφάλαιο στις τεχνολογίες CMOS.”

Hegel: Διαλεκτική του Συγκεκριμένου

Πώς κατανοείται το Συγκεκριμένο;

§1

      Γιατί το Συγκεκριμένο; Επειδή η θεωρία και η πράξη του Συγκεκριμένου δεν είναι μια αυτονόητη και για πάντα δεδομένη πραγματικότητα, όπως πιστεύεται συνήθως, αλλά μια ενεργώς πραγματικότητα, όπως εννοεί την τελευταία ο Χέγκελ ως διαλεκτική δι-εργασία του Αισθητού και του Πνευματικού. Στην καθημερινή μας ζωή το Συγκεκριμένο πνίγεται μέσα στην ιδεολογική ασάφεια των πάσης φύσεως -ισμών, που συνοψίζονται σε δυο γενικές κατηγορίες:

1. Εκείνη του μονοδιάστατου υλισμού και της πιο βάρβαρης υλιστικής σκοπιάς, που εννοεί το Συγκεκριμένο ως μια άμεση υλική ή αισθητή κατάσταση, στιγμή, συνθήκη, συμπεριφορά, στάση κ.λπ.

2. Εκείνη η απόλυτα δογματική σκοπιά ενός κακοποιημένου ιδεαλισμού, που θεωρεί την αισθητή πραγματικότητα, την παρούσα ζωή ως το καζάνι της κολάσεως και την αναθεματίζει στο όνομα μιας μελλοντικά αληθινής και απο-ενοχοποιημένης ζωής. Μια πρώτη γνωριμία με τις ιδέες του υπό συζήτηση βιβλίου μας δίνουν τα περιεχόμενά του:

Θεμελιώδης αρχή είναι να αναδειχθεί η επανάσταση που ο Χέγκελ επεδίωξε και πέτυχε στη Φιλοσοφία· μια επανάσταση που εφάμιλλη επόμενη δεν υπάρχει παρά μόνο εκείνη του Heidegger, όπως αναφέρει και ο Leo Strauss, ο οποίος, αφού παρακολούθησε τα μαθήματα των Weber και Heidegger, είπε στον φίλο του Franz Rosenzweig:

«Ο Weber, σε σύγκριση με τον Heidegger, μου φάνηκε ως ένα “ορφανό” όσον αφορά την ακρίβεια, τη βαθύτητα και την ικανότητα. Ποτέ δεν είχα δει τέτοια σοβαρότητα, εμβρίθεια και συγκέντρωση στην ερμηνεία των φιλοσοφικών κειμένων. Είχα ακούσει την ερμηνεία από τον Heidegger ορισμένων κειμένων του Αριστοτέλη και κάποια στιγμή αργότερα άκουσα τον Werner Jaeger στο Βερολίνο να ερμηνεύει τα ίδια κείμενα. Η επιείκεια με υποχρεώνει να περιορίσω τη σύγκρισή μου στην παρατήρηση ότι δεν υπήρχε σύγκριση… Είδαμε με τα μάτια μας ότι δεν υπήρχε τέτοιο φαινόμενο στον κόσμο από τον Hegel και μετά» (The Rebirth of Classical Political Rationalism, σ. 28).

Η εγελιανή σκέψη δεν αποτελεί απλώς έναν αναντικατάστατο σταθμό, στο πλαίσιο της ιστορίας της φιλοσοφίας, αλλά εκείνη την ανεξάντλητη πηγή της αληθινής φιλοσοφίας, όπως την εννοεί ο Πλάτων στην Πολιτεία και στα άλλα κείμενά του. Ο αληθινός χαρακτήρας της εγελιανής φιλοσοφίας έγκειται θεμελιωδώς στο γεγονός ότι παίρνει τον Λόγο από την καθημερινή, απλοϊκή του κατάσταση της δοξασίας, της αυθαίρετης εν πολλοίς υποκειμενικής γνώμης, και τον ανυψώνει σε οδηγητικό Λόγο της κατανόησης, δηλ. σε κατανοητικό Λόγο (begreifende Vernunft [ή Logos]), και συγχρόνως σε Λόγο ‒ σκέψη συν-εν-Νόησης. Δυνάμει τούτου του Λόγου ‒ σκέψης όλες οι συμμετρίες, οι δρόμοι, οι διαδικασίες, τα ανοίγματα στον κόσμο και του κόσμου κ.λπ. ανάγονται στο ίδιο κέντρο προβληματισμού και αναδύονται επίσης από το ίδιο τούτο κέντρο.

§2

     Αυτός ο Λόγος δεν επινοείται από τον Hegel· δεν είναι φαντασιακή κατασκευή του φιλοσόφου, προκειμένου να γεμίσει τον κόσμο μας με αθροιστικά, επιτηδευμένα σύνολα ή σχεδιάσματα εξωτερικών, αποσπασματικών ή και ασυνάρτητων γνώσεων, πληροφοριών, περιγραφών, εξιστορήσεων κ.λπ., κάτι δηλ. σαν κάποια γελοία, α-νόητα μορφώματα λόγου, που ζούμε στις εποχές μας και μάλιστα τα συναντούμε συχνά ‒ πυκνά σε θεσμικούς χώρους, μορφωτικά ιδρύματα κ.λπ., με φωτεινές πάντοτε εξαιρέσεις που επιβεβαιώνουν πάντως τον κανόνα του Άσχημου (κατά τον Πλάτωνα). Απεναντίας, ο κατανοητικός Λόγος είναι η ενύπαρκτη Λογική που διέπει τον κόσμο των ανθρώπων και των πραγμάτων· τα ενδότερα νοήματα που συνέχουν τη σχέση του εν λόγω κόσμου με τον εαυτό του αλλά και με τις εσωτερικές του διαφοροποιήσεις. Αυτή η Λογική ή τα ενδότερα νοήματα αναδύονται, δηλ. ανασυγκροτούνται και ανα-σημαίνονται σε γλώσσα ‒ σκέψη που συγκεκριμενοποιείται εκάστοτε σε έννοιες και στη διαλεκτική τους ολοκλήρωση στην Έννοια και στην Έννοια της Έννοιας, δηλ. σε αυτό που ο Αριστοτέλης ονομάζει: νοήσεως νόησις. Ολόκληρη τούτη η εννοιολογική διεργασία συνιστά τα περιεχόμενα και τη δομή του κατανοητικού Λόγου, κατά τρόπο που αυτός ο Λόγος να εκτυλίσσεται διαλεκτικά: να μην εισδύει μόνο στην ανάλυση των γεγονότων, των καταστάσεων και όλων των συνυφάνσεων του κόσμου ‒κάτι που λιγότερο ή περισσότερο το επιχειρεί και ο κοινός νους‒ αλλά να προχωρεί και στην εννοιολογική ενοποίηση των αντιθετικών πλευρών ή εκδηλώσεων αυτών των συνυφάνσεων.

§3

     Εννοιολογική ενοποίηση σημαίνει άνοιγμα ενώπιών μας όλων των αντιθετικών πτυχών, στοιχείων, ουσιών, που έχουν ως κοινό παρονομαστή το γίγνεσθαι της ολότητας, εντός του οποίου είναι εστιασμένο, έχει δηλ. την Εστία του, το Είναι κάθε επί μέρους αποκαλυπτικής ουσίας. Στη χορεία αυτών των αποκαλυπτικών ουσιών ανήκει η θρησκεία, η τέχνη, η πολιτική, η αισθητική, η ποίηση κ.λπ. Το ως άνω άνοιγμα δεν είναι διασκορπισμός των επί μέρους στοιχείων ή ουσιών του Όλου παρά αλληλοδιείσδυσή τους, αλληλοσυσχέτισή τους, αλληλομαχία, αλληλογονιμοποίηση. Πρόκειται για την πολύτροπη σχέση τους, που δεν λογίζεται ως σχέση αιτίου και ατιατού παρά ως η αποτύπωση της σφραγίδας της ολότητας πάνω σε κάθε επί μέρους όλο, πτυχή ή στοιχείο. Αυτή τη διεργασία ο Χέγκελ τη συλλαμβάνει ως ανάπτυξη:

«Εδώ δεν έχουμε πλέον μετάβαση σε ένα Άλλο, ούτε πια εμφάνεια σε ένα Άλλο· δεν έχουμε πια αναγκαιότητα, μια εσωτερική εξάρτηση από όρους και μια εξωτερική εμ­φάνεια, αλλά ανάπτυξη, όπου καθετί έχει μέσα του τη φύση του Ενός [=της ενότητας] ως αλήθεια του. Σε ολόκληρο το ανεπτυγμένο δέντρο δεν εκφύεται τίποτα που να μην είναι καθεαυτό [=δυνάμει] μέσα στο σπόρο· εδώ μέσα περιέχεται δυνάμει [=ελληνικά στο πρωτότυπο] ολόκληρο το δέντρο: η φύση της ρίζας, του στελέχους, η καθορισμένη φύση του φλοιού κ.ο.κ., περιέχεται, όπως λέμε, πνευματικά· εκεί στο σπόρο το δέντρο είναι ακόμη με τη μορ­φή της έννοιας, ενώ όλα τα υπόλοιπα είναι μόνο μια ανάπτυξή της. Όλα είναι ήδη εκ των προτέρων προσδιορισμένα· ό,τι εκφύεται από την ανάπτυξη, έχει πάνω του και το αποτύ­πωμα του Όλου· όλα όσα αναπτύσσονται σε ένα φυτό, έχουν αποτυπωμένη πάνω τους ολόκληρη τη φύση αυτού του φυτού, ακριβώς όπως κάθε μέρος οποιουδήποτε ζωντανού όντος έχει πάνω του τη φύση του Όλου. Αυτό λοιπόν είναι ανάπτυξη».

  Ο Χέγκελ, στη Λογική του, μιλάει για κύκλο των κύκλων και στη Φαινομενολογία του πνεύματος για ένα μεθυσμένο Όλο, για μια βακχική παραζάλη, που κανένα μέλος δεν μένει αμέθυστο. Έτσι, η φιλοσοφία αποτρέπει τη σκέψη να χάνεται μέσα σε ένα φαύλο κύκλο και την καθιστά ικανή να φέρει σε έναν εσωτερικό διά-Λογο τις μνημονευθείσες πιο πάνω ουσίες. Βάση αυτού του δια-Λόγου είναι το ιστορικό πνεύμα του κόσμου, που ως παγ-κόσμιο πνεύμα διασφαλίζει την αδιασάλευτα συγκεκριμένη ανάγνωση αυτού του κόσμου. Με μια τέτοια συγκεκριμένη, τουτέστι διαλεκτική, ανάγνωση ο κόσμος δεν διχοτομείται σε αισθητό και πνευματικό ή διανοητικό, ή σε άπειρο και περατό κόσμο. Ο Χέγκελ τονίζει με έμφαση πως το άπειρο εν-τοπίζεται εντός του περατού ή πεπερασμένου και δεν βρίσκεται σε κάποιο επέκεινα. Είναι, εν τέλει, ο περιδινούμενος κύκλος του Όλου, ήτοι η διαλεκτική του πνεύματος ή, πράγμα το ίδιο, η διαλεκτική έννοια που συνέχει το Όλο.

Από θύματα γινόμαστε πολεμιστές

"Η βασική διαφορά ανάμεσα σε ένα συνηθισμένο άτομο και σ' έναν πολεμιστή είναι ότι ο πολεμιστής αντιμετωπίζει τα πάντα ως πρόκληση, ενώ ένα συνηθισμένο άτομο τα θεωρεί ευλογία ή κατάρα". -Carlos Castaneda

Η ζωή άλλοτε είναι υπέρ μας και άλλοτε κατά. Και κάποιες φορές ίσως νιώθουμε ολόκληρο τον κόσμο εναντίον μας. Το θετικό είναι ότι ο τρόπος διαχείρισης είναι δική μας απόφαση: μπορούμε να επιλέξουμε ανάμεσα στο θύμα ή τον πολεμιστή. Κι αυτό όμως δεν είναι πάντα εύκολο.

Η πρόκληση βρίσκεται στην ώριμη αντιμετώπιση και τη συνειδητοποίηση ότι δεν είμαστε θύμα του κόσμου να συνειδητοποιήσουμε ότι είμαστε πραγματικά ο κόσμος. Αν προηγουμένως έχουμε αξιολογήσει σωστά τι σημαίνει για τον καθένα από μας καλή και τι κακή ζωή.

Ο Carl Jung έγραψε "η διαφορά ανάμεσα σε μια καλή ζωή και μια κακή ζωή είναι πόσο καλά μπορείς να διασχίσεις μια φωτιά". Ο Άμλετ του Σαίξπηρ είπε ότι "δεν υπάρχει τίποτα είτε καλό ή κακό, αλλά είναι η σκέψη που το κάνει έτσι". Συνεπώς η διάθεση και η στάση μας απέναντι στα πράγματα, τα σημασιοδοτούν ως ευχάριστα ή δυσάρεστα. Το θύμα περπατά μέσα στη φωτιά, κλαίγοντας για τον πόνο και θρηνώντας για τα σημάδια του. Ο πολεμιστής μαθαίνει μέσα από τη φωτιά και διδάσκεται από τον πόνο και στη συνέχεια τον χρησιμοποιεί ως σκαλοπάτι για μια υψηλότερη κατάσταση της συνείδησης, θεωρώντας τα σημάδια του τρόπαια.

Κατά την Elizabeth Gilbert "η καταστροφή είναι ένα δώρο, είναι ο δρόμος για την αλλαγή". Ο πολεμιστής εξελίσσεται μέσα από τις δυσκολίες, επιλέγει ανάμεσα στο θάρρος και τη δειλία. Η δειλία ίσως είναι ευκολότερη, αλλά οδηγεί στη θυματοποίηση. Το θάρρος είναι πάντα πιο δύσκολο αλλά ταυτόχρονα μια μεγάλη επιβράβευση.

Να ελπίζουμε για το καλύτερο αλλά να είμαστε προετοιμασμένοι και για το χειρότερο.

Όσο κι αν ακούγεται εύκολο στη θεωρία, στην πράξη δεν είναι! Η αδικαιολόγητα υψηλή προσδοκία είναι ένας από τους κύριους λόγους. Το σύμπαν όμως δεν είναι σχεδιασμένο για να ταιριάζει με τις προσδοκίες μας.

Ο David McRaney είπε πως "δεν μπορείς να βελτιώσεις τα πράγματα που αγαπάς αν ποτέ δεν επιτρέπεις να είναι ατελή. Πρέπει να επιτρέψουμε στους εαυτούς μας να μην είναι τέλειοι. Και αυτό σημαίνει να παραιτηθούμε από τις προσδοκίες μας. "Όσο αποπροσανατολιστικά, δύσκολα ή ταπεινωτικά μπορεί να είναι τα λάθη μας" κατά την Katheryn Schultz, "είναι τελικά εκείνα μέσα από τα οποία μαθαίνουμε ποιοι πραγματικά είμαστε".

Αν ο μεγαλύτερος εχθρός της φαντασίας είναι η προσδοκία και ο μεγαλύτερος σύμματος είναι ο αποπροσανατολισμός, τότε είναι ζήτημα λογικής να "σπάσουμε" τον φαύλο κύκλο του να είμαστε τα θύματα, συμβιβαζόμενοι με την πιθανή σύγχυση και την αβεβαιότητα, αναμιγνύοντάς τες με παράλογες προσδοκίες ώστε να βελιτωθεί η φαντασία μας. Αν δεν μπορούμε να το πετύχουμε αυτό θα οδηγηθούμε σε άγχος. Αν όμως το καταφέρουμε τότε θα είμαστε ευχαριστημένοι από την κάθε στιγμή αντί να υποφέρουμε από ματαιωμένες προσδοκίες. 'Ετσι η ψυχή ανθίζει και καρποφορεί ανεξάρτητα από τις προσδοκίες του εγώ μας.

Το να πούμε όμως "ναι" στην ψυχή δεν είναι ένας εύκολος στόχος για κανέναν. Η Marianne Williamson γράφει πως "βαθύτερος φόβος μας δεν είναι ότι είμαστε ανεπαρκείς, είναι ότι είμαστε ισχυροί πέρα ​​από το μέτρο". Το ενδιαφέρον είναι ότι όλοι γνωρίζουμε ότι αυτό είναι αλήθεια. Όλοι γνωρίζουμε πως είμαστε πιο ισχυροί από ό, τι επιτρέπουμε στον εαυτό μας. Ο φόβος μάς παραλύει με δύο τρόπους, είτε ως θύματα είτε ως εν δυνάμει πολεμιστές. Αυτό συμβαίνει γιατί έχουμε βασίσει την ταυτότητά μας με την ταύτιση με κάποια εξουσία, οπότε η ελευθερία προκαλεί άγχος.

Έτσι αποκρύπτουμε τον ισχυρό πολεμιστή και την ίδια στιγμή θυματοποιούμαστε, ανακουφίζοντας έτσι τον εαυτό μας από το άγχος που έρχεται με την αληθινή ελευθερία. Είναι μια εντυπωσιακή πτυχή της ανθρώπινης φύσης. Έτσι, δεν θα πρέπει να ανησυχούμε για τα παιδιά που φοβούνται το σκοτάδι, αλλά περισσότερο για τους ενήλικες οι οποίοι φοβούνται το φως.

Εν τέλει ο πόνος προκαλείται όταν επιθυμούμε η παροδικότητα του κόσμου να είναι μόνιμη. Όπως Neil Gaiman έγραψε "κόλαση είναι κάτι που κουβαλάς μαζί σου, όχι κάποιο μέρος όπου πηγαίνεις". Η μόνη κόλαση είναι η εξωπραγματική προσδοκία. Αν θυσιάσουμε την ανάγκη για μονιμότητα και αγκαλιάσουμε την περιπέτεια και την απρόσμενη αλλαγή, τότε θα καταφέρουμε να διαφεύγουμε από την "κόλαση".

Ας ξεφύγουμε από την τυραννία του γραμμικού και ας ανακαλύψουμε τον κύκλο. Ας απαλλάξουμε τους εαυτούς μας από τα νεκρό βλέμμα του θύματος που εμπεριέχει και εξαπάτηση, και την υποσυνείδητη επιθυμία να προσαρμόσουμε τα πάντα στα δικά μας "θέλω". Ας προχωρήσουμε με ανοικτό βλέμμα του πολεμιστή και την ολιστική επιθυμία να ενώσει ανθρώπους και φύση. Τίποτα δεν θα μπορούσε να είναι ευκολότερο, και όμως, φαίνεται πως τελικά είναι πολύ δύσκολο.

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ: Ἠθικὰ Νικομάχεια (1172b-1173a)

[II] Εὔδοξος μὲν οὖν τὴν ἡδονὴν τἀγαθὸν ᾤετ᾽ εἶναι διὰ τὸ πάνθ᾽ ὁρᾶν ἐφιέμενα αὐτῆς, καὶ ἔλλογα καὶ ἄλογα, ἐν πᾶσι δ᾽ εἶναι τὸ αἱρετὸν τὸ ἐπιεικές, καὶ τὸ μάλιστα κράτιστον· τὸ δὴ πάντ᾽ ἐπὶ ταὐτὸ φέρεσθαι μηνύειν ὡς πᾶσι τοῦτο ἄριστον ὄν (ἕκαστον γὰρ τὸ αὑτῷ ἀγαθὸν εὑρίσκειν, ὥσπερ καὶ τροφήν), τὸ δὲ πᾶσιν ἀγαθόν, καὶ οὗ πάντ᾽ ἐφίεται, τἀγαθὸν εἶναι. ἐπιστεύοντο δ᾽ οἱ λόγοι διὰ τὴν τοῦ ἤθους ἀρετὴν μᾶλλον ἢ δι᾽ αὑτούς· διαφερόντως γὰρ ἐδόκει σώφρων εἶναι· οὐ δὴ ὡς φίλος τῆς ἡδονῆς ἐδόκει ταῦτα λέγειν, ἀλλ᾽ οὕτως ἔχειν κατ᾽ ἀλήθειαν. οὐχ ἧττον δ᾽ ᾤετ᾽ εἶναι φανερὸν ἐκ τοῦ ἐναντίου· τὴν γὰρ λύπην καθ᾽ αὑτὸ πᾶσι φευκτὸν εἶναι, ὁμοίως δὴ τοὐναντίον αἱρετόν· μάλιστα δ᾽ εἶναι αἱρετὸν ὃ μὴ δι᾽ ἕτερον μηδ᾽ ἑτέρου χάριν αἱρούμεθα· τοιοῦτο δ᾽ ὁμολογουμένως εἶναι τὴν ἡδονήν· οὐδένα γὰρ ἐπερωτᾶν τίνος ἕνεκα ἥδεται, ὡς καθ᾽ αὑτὴν οὖσαν αἱρετὴν τὴν ἡδονήν. προστιθεμένην τε ὁτῳοῦν τῶν ἀγαθῶν αἱρετώτερον ποιεῖν, οἷον τῷ δικαιοπραγεῖν καὶ σωφρονεῖν, αὔξεσθαι δὲ τὸ ἀγαθὸν αὑτῷ. ἔοικε δὴ οὗτός γε ὁ λόγος τῶν ἀγαθῶν αὐτὴν ἀποφαίνειν, καὶ οὐδὲν μᾶλλον ἑτέρου· πᾶν γὰρ μεθ᾽ ἑτέρου ἀγαθοῦ αἱρετώτερον ἢ μονούμενον. τοιούτῳ δὴ λόγῳ καὶ Πλάτων ἀναιρεῖ ὅτι οὐκ ἔστιν ἡδονὴ τἀγαθόν· αἱρετώτερον γὰρ εἶναι τὸν ἡδὺν βίον μετὰ φρονήσεως ἢ χωρίς, εἰ δὲ τὸ μικτὸν κρεῖττον, οὐκ εἶναι τὴν ἡδονὴν τἀγαθόν· οὐδενὸς γὰρ προστεθέντος αὐτῷ τἀγαθὸν αἱρετώτερον γίνεσθαι. δῆλον δ᾽ ὡς οὐδ᾽ ἄλλο οὐδὲν τἀγαθὸν ἂν εἴη, ὃ μετά τινος τῶν καθ᾽ αὑτὸ ἀγαθῶν αἱρετώτερον γίνεται. τί οὖν ἐστὶ τοιοῦτον, οὗ καὶ ἡμεῖς κοινωνοῦμεν; τοιοῦτον γὰρ ἐπιζητεῖται. οἱ δ᾽ ἐνιστάμενοι ὡς οὐκ ἀγαθὸν οὗ πάντ᾽ ἐφίεται, μὴ οὐθὲν λέγουσιν. ἃ

[1173a] γὰρ πᾶσι δοκεῖ, ταῦτ᾽ εἶναί φαμεν· ὁ δ᾽ ἀναιρῶν ταύτην τὴν πίστιν οὐ πάνυ πιστότερα ἐρεῖ. εἰ μὲν γὰρ τὰ ἀνόητα ὀρέγεται αὐτῶν, ἦν ἄν τι λεγόμενον, εἰ δὲ καὶ τὰ φρόνιμα, πῶς λέγοιεν ἄν τι; ἴσως δὲ καὶ ἐν τοῖς φαύλοις ἔστι τι φυσικὸν ἀγαθὸν κρεῖττον ἢ καθ᾽ αὑτά, ὃ ἐφίεται τοῦ οἰκείου ἀγαθοῦ. οὐκ ἔοικε δὲ οὐδὲ περὶ τοῦ ἐναντίου καλῶς λέγεσθαι. οὐ γάρ φασιν, εἰ ἡ λύπη κακόν ἐστι, τὴν ἡδονὴν ἀγαθὸν εἶναι· ἀντικεῖσθαι γὰρ καὶ κακὸν κακῷ καὶ ἄμφω τῷ μηδετέρῳ — λέγοντες ταῦτα οὐ κακῶς, οὐ μὴν ἐπί γε τῶν εἰρημένων ἀληθεύοντες. ἀμφοῖν γὰρ ὄντοιν ‹τῶν› κακῶν καὶ φευκτὰ ἔδει ἄμφω εἶναι, τῶν μηδετέρων δὲ μηδέτερον ἢ ὁμοίως· νῦν δὲ φαίνονται τὴν μὲν φεύγοντες ὡς κακόν, τὴν δ᾽ αἱρούμενοι ὡς ἀγαθόν· οὕτω δὴ καὶ ἀντίκειται.

***
[2] Ο Εύδοξος λοιπόν ήταν της γνώμης ότι η ηδονή είναι το υπέρτατο αγαθό, και αυτό γιατί έβλεπε τα πάντα, λογικά και μη λογικά όντα, να την επιθυμούν· έλεγε επίσης ότι σε όλες τις περιπτώσεις το αντικείμενο της επιθυμίας και της επιλογής είναι το αγαθό, και ότι αυτό που είναι κατά κυριότατο λόγο αντικείμενο επιθυμίας και επιλογής είναι το υπέρτατο αγαθό· έλεγε επίσης ότι το γεγονός ότι τα πάντα κινούνται προς το ίδιο πράγμα δηλώνει καθαρά ότι για τα πάντα το πράγμα αυτό είναι το ύψιστο αγαθό (γιατί, όπως έλεγε, το καθετί βρίσκει αυτό που είναι αγαθό για το ίδιο, ακριβώς όπως βρίσκει την κατάλληλη για το ίδιο τροφή), για να καταλήξει ότι αυτό που είναι αγαθό για τα πάντα και που τα πάντα το επιθυμούν είναι το υπέρτατο αγαθό. Οι διδασκαλίες του, πάντως, για την ηδονή γίνονταν πιστευτές πιο πολύ λόγω του ενάρετου χαρακτήρα του παρά γι᾽ αυτό που ήταν οι ίδιες.

Όλοι, πράγματι, τον θεωρούσαν έναν εξαιρετικά σώφρονα άνθρωπο· γι᾽ αυτό κανένας δεν θεωρούσε ότι αυτά που έλεγε τα έλεγε ως φίλος της ηδονής, αλλά γιατί τα πράγματα είναι στ᾽ αλήθεια έτσι ακριβώς όπως τα έλεγε. Υποστήριζε επίσης ότι το πράγμα γίνεται εξίσου φανερό και από το αντίθετο της ηδονής. Έλεγε δηλαδή ότι η λύπη είναι ένα πράγμα καθεαυτό άξιο αποφυγής, και άρα είναι με τον ίδιο τρόπο άξιο επιλογής και προτίμησης το αντίθετό της. Και ακόμη ότι άξιο επιλογής και προτίμησης είναι κατά πρώτο και κύριο λόγο αυτό που επιλέγεται όχι εξαιτίας κάποιου άλλου ούτε για χάρη κάποιου άλλου — και αυτή ακριβώς, έλεγε, είναι κατά την κοινή παραδοχή η φύση της ηδονής· γιατί, όπως έλεγε, κανένας δεν φτάνει να ρωτήσει για χάρη τίνος άλλου πράγματος αισθάνεται την ηδονή, ακριβώς γιατί η ηδονή είναι κάτι που επιλέγεται καθεαυτό. Έλεγε επίσης ότι η ηδονή, αν προστεθεί σε ένα οποιοδήποτε άλλο αγαθό (σε μια δίκαιη, π.χ., ή σε μια σώφρονα πράξη), κάνει το αγαθό αυτό ακόμη πιο άξιο επιλογής και προτίμησης, και ότι το αγαθό μόνο διά του εαυτού του μπορεί να αυξηθεί.

Είναι, βέβαια, φανερό ότι το τελευταίο αυτό επιχείρημα δείχνει ότι η ηδονή είναι ένα από τα αγαθά, όχι όμως και ότι είναι ανώτερο από κάποιο άλλο· γιατί κάθε αγαθό είναι πιο άξιο να επιλεγεί και να προτιμηθεί αν συνδυάζεται με κάποιο άλλο αγαθό παρά αν λαμβάνεται μόνο του. Στην πραγματικότητα όμως και ο Πλάτωνας με ένα παρόμοιο επιχείρημα αποδεικνύει ότι η ηδονή δεν είναι το υπέρτατο αγαθό. Λέει δηλαδή ο Πλάτωνας ότι ο ηδονικός βίος είναι πιο άξιος επιλογής και προτίμησης αν συνδυάζεται με τη φρόνηση παρά χωρίς αυτήν· αν όμως ο ανάμεικτος βίος είναι καλύτερος, τότε η ηδονή δεν είναι το υπέρτατο αγαθό· γιατί το υπέρτατο αγαθό δεν γίνεται με κανενός είδους προσθήκη πιο άξιο επιλογής και προτίμησης. Είναι όμως, επίσης, φανερό ότι και κανένα άλλο αγαθό δεν μπορεί να είναι το υπέρτατο, αν αυτό γίνεται πιο άξιο επιλογής και προτίμησης με την προσθήκη οποιουδήποτε πράγματος που είναι αγαθό καθεαυτό. Ποιό λοιπόν αγαθό —αγαθό στο οποίο να μπορούμε και εμείς ως άνθρωποι να έχουμε συμμετοχή— είναι αυτού του είδους; Γιατί, βέβαια, τέτοιας λογής είναι αυτό που αναζητούμε.

Αυτοί, από την άλλη, που έχουν αντίθετη γνώμη και υποστηρίζουν ότι δεν είναι υποχρεωτικά αγαθό αυτό προς το οποίο τείνουν όλα τα όντα, φοβούμαι ότι αυτά που λένε είναι ένα τίποτε.

[1173a] Γιατί αν όλοι οι άνθρωποι είναι πεπεισμένοι ότι ένα πράγμα είναι έτσι, τότε το πράγμα αυτό είναι πράγματι έτσι, και όποιος θα ήθελε να αναιρέσει την κοινή αυτή πεποίθηση, δεν πρόκειται σε καμιά περίπτωση να πει πράγματα πιο αξιόπιστα. Αν μόνο τα δίχως νου όντα επιθυμούσαν τα πράγματα για τα οποία μιλούμε, κάποιο νόημα θα υπήρχε σ᾽ αυτά που υποστηρίζουν· αν όμως το ίδιο κάνουν και τα όντα που έχουν φρόνηση, πώς γίνεται οι άνθρωποι αυτοί να λένε κάτι ουσιαστικό με αυτά που υποστηρίζουν; Ίσως όμως ακόμη και στα κατώτερα όντα υπάρχει κάποιο φυσικό αγαθό, ανώτερο από τον ίδιο τους τον εαυτό, που επιθυμεί το αγαθό που τους προσιδιάζει.

Αλλά και αυτά που λέγονται ενσχέσει με το επιχείρημα για το αντίθετο της ηδονής δεν φαίνεται να λέγονται σωστά. Λένε δηλαδή οι αντίπαλοι του Εύδοξου ότι, αν η λύπη είναι κακό, δεν σημαίνει κιόλας ότι η ηδονή είναι αγαθό· γιατί το αντίθετο ενός κακού μπορεί να είναι ένα άλλο κακό, και την ίδια στιγμή μπορεί και τα δυο τους να είναι αντίθετα με κάτι που δεν είναι ούτε καλό ούτε κακό — τα επιχειρήματά τους αυτά δεν είναι, βέβαια, λανθασμένα, στην περίπτωση όμως που συζητούμε δεν πετυχαίνουν το σωστό. Γιατί αν η ηδονή και η λύπη ανήκουν στην κατηγορία των κακών πραγμάτων, θα ήταν και τα δυο τους από τα πράγματα που πρέπει να αποφεύγουμε, ενώ αν ανήκουν στην κατηγορία των πραγμάτων που δεν είναι ούτε καλά ούτε κακά, τότε κανένα από τα δυο τους δεν θα ήταν από τα πράγματα που πρέπει να αποφεύγουμε, ή θα ήταν εξίσου και τα δυο τους· τώρα όμως ολοφάνερα οι άνθρωποι αποφεύγουν τη λύπη ως κακό και επιλέγουν την ηδονή ως αγαθό — και αυτό ακριβώς είναι το νόημα της αντίθεσης στην οποία βρίσκονται μεταξύ τους.