Δευτέρα, 25 Νοεμβρίου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ - Ἄλκηστις (393-434)

ΕΥΜΗΛΟΣ
ἰώ μοι τύχας. μαῖα δη κάτω [στρ.]
βέβακεν, οὐκέτ᾽ ἔστιν, ὦ
395 πάτερ, ὑφ᾽ ἁλίῳ.
προλιποῦσα δ᾽ ἀμὸν
βίον ὠρφάνισσε τλάμων.
ἴδε γὰρ ἴδε βλέφαρον καὶ παρατόνους χέρας.
400 ὑπάκουσον ἄκουσον, ὦ μᾶτερ, ἀντιάζω.
ἐγὼ σ᾽ ἐγώ, μᾶτερ,
καλοῦμαι σ᾽ ὁ σὸς ποτὶ σοῖσι πίτ-
νων στόμασιν νεοσσός.

ΑΔ. τὴν οὐ κλύουσαν οὐδ᾽ ὁρῶσαν· ὥστ᾽ ἐγὼ
405 καὶ σφὼ βαρείᾳ συμφορᾷ πεπλήγμεθα.

ΕΥ. νέος ἐγώ, πάτερ, λείπομαι φίλας [αντ.]
μονόστολός τε ματρός· ὦ
σχέτλια δὴ παθὼν
ἐγὼ ἔργα ‹. . .›,
410 σύ τέ μοι σύγκασι κούρα
συνέτλας· ‹. . .› ὦ πάτερ,
ἀνόνατ᾽ ἀνόνατ᾽ ἐνύμφευσας οὐδὲ γήρως
ἔβας τέλος σὺν τᾷδ᾽·
ἔφθιτο γὰρ πάρος· οἰχομένας δὲ σοῦ,
415 μᾶτερ, ὄλωλεν οἶκος.

ΧΟ. Ἄδμητ᾽, ἀνάγκη τάσδε συμφορὰς φέρειν·
οὐ γάρ τι πρῶτος οὐδὲ λοίσθιος βροτῶν
γυναικὸς ἐσθλῆς ἤμπλακες· γίγνωσκε δὲ
ὡς πᾶσιν ἡμῖν κατθανεῖν ὀφείλεται.
420 ΑΔ. ἐπίσταμαί γε, κοὐκ ἄφνω κακὸν τόδε
προσέπτατ᾽· εἰδὼς δ᾽ αὔτ᾽ ἐτειρόμην πάλαι.
ἀλλ᾽, ἐκφορὰν γὰρ τοῦδε θήσομαι νεκροῦ,
πάρεστε καὶ μένοντες ἀντηχήσατε
παιᾶνα τῷ κάτωθεν ἀσπόνδῳ θεῷ.
425 πᾶσιν δὲ Θεσσαλοῖσιν ὧν ἐγὼ κρατῶ
πένθους γυναικὸς τῆσδε κοινοῦσθαι λέγω
κουρᾷ ξυρήκει καὶ μελαμπέπλῳ στολῇ·
τέθριππά θ᾽ οἳ ζεύγνυσθε καὶ μονάμπυκας
πώλους, σιδήρῳ τέμνετ᾽ αὐχένων φόβην.
430 αὐλῶν δὲ μὴ κατ᾽ ἄστυ, μὴ λύρας κτύπος
ἔστω σελήνας δώδεκ᾽ ἐκπληρουμένας·
οὐ γάρ τιν᾽ ἄλλον φίλτερον θάψω νεκρὸν
τοῦδ᾽ οὐδ᾽ ἀμείνον᾽ εἰς ἔμ᾽· ἀξία δέ μοι
τιμῆς, ἐπεὶ τέθνηκεν ἀντ᾽ ἐμοῦ μόνη.

***
ΕΥΜΗΛΟΣ
Τί κακό! Τη μάνα μας,
αχ, την πήρε η μαύρη γη
και ήλιος δεν τη βλέπει πια.
Πάει, πατέρα, κι άφησε
τη ζωή μας ορφανή.
Νά, τα βλέφαρα νεκρά
και τα χέρια ασάλευτα.
400 Μάνα μου, άκουσε, άκουσε,
σ᾽ εξορκίζω· μάνα, εγώ,
τ᾽ ακριβό σου το παιδί,
σε φιλώ και σου μιλώ.
ΑΔΜ. Δε βλέπει, δεν ακούει· κι εσάς τους δυο
κι εμένα συμφορά βαριά μας βρήκε.
ΕΥΜ. Αχ, πατέρα, η μάνα μου
μ᾽ άφησε έρμο κι ορφανό
ν᾽ αρμενίζω στη ζωή·
με χτυπούν οι συμφορές,
410 μα κι εσέ, μικρή αδερφή·
τί πικρή για σε παντρειά,
πατερούλη μου· γραφτό
δε σας ήτανε, μαζί
να σας βρουν τα γερατειά·
έφυγες, μανούλα μου,
και το σπίτι ρήμαξε.

ΚΟΡ. Άδμητε, ανάγκη υπομονή να δείξεις·
χάνεις καλή γυναίκα, μα ούτε ο πρώτος
δεν είσαι, ούτ᾽ ο στερνός, κι όλοι μας, όλοι
μια μέρα θα πεθάνουμε· το ξέρεις.
420 ΑΔΜ. Το ξέρω· και το πρόσμενα· κι η σκέψη
αυτή πολύν καιρό με τυραννούσε.
Μη φύγετε· θα κάμω την κηδεία·
μείνετε και τονίστε έναν παιάνα
στον αλύγιστο θεό του κάτω κόσμου.
Και ορίζω: Οι Θεσσαλοί, που είμ᾽ αρχηγός τους,
στο πένθος μου να λάβουν όλοι μέρος,
με στολές μαύρες και μαλλιά κομμένα·
κι όσοι έχουν άτια της καβάλας, κι όσοι
άλογα ζεύουν σε άρματα, όλοι πρέπει
τις χαίτες τους με σίδερο να κόψουν.
Ώσπου να κλείσουν δώδεκα φεγγάρια,
430 να μην ηχήσει αυλός στην πόλη ή λύρα·
θάβω νεκρό που άλλος κανείς δε μου είναι
τόσο ακριβός· κανείς που να ᾽χει δείξει
τόση σ᾽ εμέ αφοσίωση· της αξίζει
κάθε τιμή, αφού πέθανε για μένα.
Παίρνουν τη νεκρή και μπαίνουν όλοι στο παλάτι· στην ορχήστρα μόνος ο Χορός.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ - ΝΙΟΒΗ

ΝΙΟΒΗ
(πέτρα)
 
Με το όνομα Νιόβη μαρτυρούνται δύο ηρωίδες. Η πρώτη καταγόταν από το Άργος και ήταν κόρη του Φορωνέα, του πρώτου ανθρώπου, και της Νύμφης Τηλεδίκης (ή της Κερδώς ή της Πειθώς). Ήταν η πρώτη θνητή γυναίκα με την οποία ενώθηκε ο Δίας, επομένως μήτηρ τῶν ζώντων, με πρώτους απογόνους τον Άργο και τον Πελασγό.
 
Η δεύτερη Νιόβη, αυτή που τελικά μεταμορφώθηκε, ήταν κόρη του βασιλιά της Λυδίας Ταντάλου και της Διώνης, αδελφή του Πέλοπα που παντρεύτηκε την Ιπποδάμεια και από αυτόν ονομάστηκε η Πελοπόννησος. Η Νιόβη εντάσσεται στον θηβαϊκό κύκλο, καθώς παντρεύτηκε τον Θηβαίο Αμφίονα, γιο του Δία και της Αντιόπης. Για τον αριθμό των παιδιών που γέννησε η Νιόβη δίνονται διάφορες πληροφορίες. Ο Απολλόδωρος και ο Αιλιανός παραδίδουν τα εξής:
 
[Η Νιόβη] γέννησε επτά αγόρια, τον Σίπυλο, τον Ευπίνυτο, τον Ισμηνό, τον Δαμασίχθονα, τον Αγήνορα, τον Φαίδιμο, τον Τάνταλο, και ίσο αριθμό κοριτσιών, την Εθοδαΐαν (ή, όπως την αποκαλούν ορισμένοι, Νέαιρα), την Κλεόδοξα, την Αστυόχη, τη Φθία, την Πελοπία, την Αστυκράτεια, την Ωγυγία. Ο Ησίοδος παρέδωσε ότι απέκτησε δέκα γιους και δέκα θυγατέρες, ο Ηρόδωρος [από την Ηράκλεια] δύο αγόρια και τρία κορίτσια, ενώ ο Όμηρος λέει ότι γεννήθηκαν έξι γιοι και έξι θυγατέρες. (Απολλόδ. 3.45)
 
Εοίκασιν οἱ ἀρχαῖοι ὑπὲρ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν τῆς Νιόβης παίδων μὴ συνᾴδειν ἀλλήλοις. Ὅμηρος μὲν ἓξ λέγει ἄρρενας καὶ τοσαύτας κόρας, Λάσος δὲ δὶς ἑπτὰ λέγει, Ἡσίοδος δὲ ἐννέα καὶ δέκα […]. Ἀλκμὰν δέκα φησί, Μίμνερμος εἴκοσι, καὶ Πίνδαρος τοσούτους. (Αιλ., Ποικ. Ιστ. 12.36)
 
Και η ιστορία της Νιόβης είναι μια ιστορία αλαζονείας θνητού ανθρώπου που προσπάθησε να συγκριθεί με τους θεούς. Η τιμωρία ήρθε θυμίζοντας στους βροτούς πόσο πρόσκαιρη μπορεί να είναι η ευτυχία τους σε αντίθεση με τη διαρκή και αιώνια μακαριότητα των θεών. Περήφανη για την ευγονία της και για την ομορφιά των παιδιών της τόλμησε να συγκριθεί με τη Λητώ που είχε μόνο ένα ζεύγος διδύμων, την Άρτεμη και τον Απόλλωνα. Η οργή της Λητώς κίνησε εναντίον της Νιόβης τα παιδιά της που με τα βέλη τους η μεν Άρτεμη χτύπησε τις κόρες της Νιόβης μέσα στο σπίτι τους, ο δε Απόλλωνας τους γιους της, καθώς κυνηγούσαν στον Κιθαιρώνα. (και Διόδ. Σ. 4.74.3*)
 
Για το αν, πόσα και ποια παιδιά σώθηκαν οι πληροφορίες που δίνονται είναι ποικίλες, όπως και για τον αριθμό των παιδιών της Νιόβης. Λεγόταν ότι σώθηκε ένα αγόρι, ίσως ο Αμφίονας, και μία κόρη που από τον τρόμο της γι' αυτό που συνέβη μπροστά στα μάτια της χλώμιασε τόσο που την μετονόμασαν σε Χλωρίδα· αυτή αργότερα παντρεύτηκε τον Νηλέα. Ο Απολλόδωρος σώζει μια μαρτυρία της ποιήτριας του 3ου αι. π.Χ. από το Άργος, της Τελέσσιλλας, σύμφωνα με την οποία σώθηκαν ο Αμύκλας και η Μελίβοια (άλλο όνομα κόρης που δεν σώζεται από αλλού), ενώ αντίθετα σκοτώθηκε ο Αμφίονας. Στην ομηρική εκδοχή** τα παιδιά της Νιόβης έμειναν άταφα για εννέα μέρες με εντολή του Δία που πέτρωσε τους ανθρώπους για να μην βρεθεί ούτε ένας να τους θάψει. Τη δέκατη όμως τα έθαψαν οι ίδιοι οι θεοί σε δύο κοινούς τάφους, έναν για τα αγόρια και έναν για τα κορίτσια. Ο Παυσανίας μαρτυρεί ότι η πυρά των παιδιών του Αμφίονα και της Νιόβης απείχε περίπου μισό στάδιο από τους τάφους και ότι η τέφρα από την πυρά σωζόταν μέχρι τις μέρες του (Παυσ. 9.17.2). Η Νιόβη, σύμφωνα με νεότερη παραλλαγή, άφησε τη Θήβα και πήγε στον πατέρα της Τάνταλο στη Σίπυλο ή στο όρος Σίπυλο, και εκεί, αφού προσευχήθηκε στον Δία, απολιθώθηκε, οι θεοί τη μεταμόρφωσαν σε πέτρα για να τη λυτρώσουν από τον θρήνο της. Όμως από τα μάτια της, δυο βαθουλώματα στην πέτρα, εξακολουθούσαν να τρέχουν δάκρυα νύχτα και μέρα. (Απολλόδ. 3.4) Όσο για τον πατέρα τους Αμφίονα, αυτός προσπάθησε να εκδικηθεί τον Απόλλωνα βάζοντας φωτιά στον ναό του. Έπεσε και αυτός νεκρός χτυπημένος από τα βέλη του θεού, όπως εξάλλου το συνήθιζε ο Απόλλωνας, τιμωρός της ύβρης των ανθρώπων***. Οι πολέμιοι του θεού, όπως η Νιόβη και ο Αμφίονας, συντρίβονται μπροστά στον νέο θεό, η λατρεία του οποίου εξαπλωνόταν.
 
Ο Αισχύλος στην ομώνυμη χαμένη τραγωδία του παρουσιάζει τη Νιόβη να στέκεται άκλαυτη και άσιτη μπροστά στον τάφο των παιδιών της για τρεις μέρες, και η αγγειογραφία τη δείχνει να αρχίζει να πετρώνει· ο Σοφοκλής τη θέλει φυγάδα από τη Θήβα στη Σίπυλο, ικέτισσα στους θεούς για να την απαλλάξουν από τον πόνο της, μέχρι που ο Δίας τη μεταμορφώνει· ο Οβίδιος την παρουσιάζει απολιθωμένη να εκσφενδονίζεται από ανεμοστρόβιλο από τη Θήβα στη Σίπυλο και να σχηματίζει βράχο σε μορφή θρηνούσας γυναίκας (Μετ. 6.146-312). Βέβαια, μια περισσότερο ορθολογιστική ερμηνεία θα απέδιδε τον μύθο της μεταμόρφωσης της Νιόβης σε βράχο στο όρος της πατρίδας της στο σχήμα του ίδιου του βράχου, τουλάχιστον από κάποια απόσταση. Σε αυτή την περίπτωση ο αρχικός μύθος της τιμωρίας της Νιόβης συμπληρώθηκε αιτιολογικά. Ο Παυσανίας, αυτόπτης περιηγητής, μαρτυρεί τα εξής:
 
Στην κορυφή του θεάτρου [στην Αθήνα] υπάρχει σπήλαιο, επάνω στον βράχο, κάτω από την Ακρόπολη. Εκεί είναι τοποθετημένος ένας τρίποδας [χορηγικό μνημείο του Θρησίλου]. Σε αυτόν παριστάνονται ο Απόλλωνας και η Άρτεμη να σκοτώνουν τα παιδιά της Νιόβης. Αυτή τη Νιόβη την είδα και εγώ με τα μάτια μου, όταν ανέβηκα στο βουνό Σίπυλον. Ο βράχος και ο γκρεμός καθόλου δεν έχουν σχήμα γυναίκας που πενθεί ή κάτι τέτοιο γι' αυτόν που στέκεται εκεί κοντά. Αν όμως απομακρυνθείς, θα νομίσεις ότι βλέπεις γυναίκα δακρυσμένη και θλιμμένη. (Παυσ. 1.21.3)
 
Άλλη παραλλαγή του μύθου αποδίδει τη μεταμόρφωση της Νιόβης πάλι στην οδύνη της για τον χαμό των παιδιών της, που όμως προκλήθηκε με διαφορετικό τρόπο και για διαφορετικούς λόγους. Η Νιόβη, σε αυτή την εκδοχή, είναι κόρη του Ασσάωνα που την πάντρεψε με τον Ασσύριο Φίλοττο. Αυτός σκοτώθηκε σε κυνήγι και τότε εκδηλώθηκε ο ανόσιος έρωτας του πατέρα για την κόρη του. Η άρνηση της Νιόβης να του δοθεί οδήγησε τον Ασσάωνα στη σκέψη της εκδίκησης. Κάλεσε τους είκοσι εγγονούς του στο παλάτι και την ώρα του γεύματος έβαλε φωτιά και κάηκαν όλοι. Στην αυτοκτονία οδηγήθηκαν πατέρας και κόρη, από τύψεις ο Ασσάωνας, από την οδύνη της η Νιόβη, για την οποία λεγόταν ότι έπεσε από ένα βράχο. Ή ότι μεταμορφώθηκε σε πέτρα. (Παρθ., Ερωτ. Παθ. 33) Όσο για τον ορθολογιστή Παλαίφατο, υποστηρίζει ότι η Νιόβη πράγματι έχασε τα παιδιά της και ότι στον τάφο τους κάποιος έφτιαξε μια λίθινη εικόνα. Μπροστά σε αυτήν στεκόταν η Νιόβη ακίνητη σαν πέτρα -Νιόβη λιθίνη ἕστηκεν ἐπὶ τῷ τύμβῳ (περί απίστων 8)
--------------------------------------
*Νιόβη: Curriculum vitae
 
Αυτός ο Τάνταλος είχε ένα γιο, τον Πέλοπα, και μια κόρη, τη Νιόβη, που γέννησε επτά γιους και επτά κόρες, ομορφότερη η μία από την άλλη. Για τα πολλά της παιδιά περηφανευόταν και πολλές φορές καυχιόταν και έλεγε ότι ήταν πιο ευλογημένη και από τη Λητώ. Έπειτα, λένε οι μύθοι, η Λητώ οργίστηκε και πρόσταξε τον Απόλλωνα να τοξεύσει τους γιους της Νιόβης και την Άρτεμη τις κόρες. Κι όταν τα παιδιά υπάκουσαν στη μητέρα τους και τόξευσαν ταυτόχρονα τα παιδιά της Νιόβης, την ίδια εκείνη στιγμή συνέβη ώστε η Νιόβη να είναι και εύτεκνη και άτεκνη.
(Διόδ. Σ. 4.74.3)
 
**Ο Αχιλλέας μιλά για τη Νιόβη
 
Ο Αχιλλέας παρακινεί τον Πρίαμο να δειπνήσουν, θυμίζοντας στον γέροντα πατέρα ότι ως και η Νιόβη έφαγε, όταν απόκαμε από τον θρήνο για τον χαμό των παιδιών της. Η λήψη τροφής ήταν σημαντική, γαιτί δήλωνε ότι οι συγγενείς που πενθούσαν τον νεκρό τους επανέρχονταν σταδιακά στη ζωή:
 
Και τώρα να δειπνήσομεν, ω γέρε, ας στοχασθούμε
ότι δεν ελησμόνησε μήτε η λαμπρή Νιόβη
τροφήν να πάρ' η δύστυχη σ' εκείνην την ημέραν
που είδε δώδεκα παιδιά στο σπίτι πεθαμένα
έξι ανδρειωμέν' αγόρια της και έξι θυγατέρες·
τ' αγόρια ο Φοίβος φόνευσε με τ' αργυρό του τόξο,
τες κόρες πάλ' η Άρτεμις από χολήν που επήραν,
ότι με την καλήν Λητώ ισώνετο η Νιόβη,
πως αυτή γέννησε πολλά κι εκείνη δύο μόνον.
Και όμως οι δύο τους πολλούς αφάνισαν, κι εννέα
στο αίμα ημέρες έμειναν, και άνθρωπος να τους θάψει
δεν ήταν, ότι τους λαούς ελίθωσεν ο Δίας.
Κι οι επουράνιοι θεοί τους δέκα τους εθάψαν
αλλά στα δάκρυ' απόκαμε κι εκείνη κι ενθυμήθη
τροφήν να πάρ' η δύστυχη· και τώρα στου Σιπύλου
τα έρμα όρη τ' άγρια κει που ησυχάζουν νύμφες
από χορούς που έστησαν στες άκρες του Αχελώου,
τον πόνον πόχει απ' τους θεούς και πέτρα ως είναι τρέφει.
Και, ω θείε γέρε, την τροφήν κι εμείς ας θυμηθούμε.
(Όμ., Ιλ. Ω 601-619)
 
***Πρβ. τον λιμό που έστειλε στο αχαϊκό στρατόπεδο εξαιτίας της άρνησης του Αγαμέμνονα να παραδώσει τη Χρυσηίδα στον πατέρα της. Ή τον λιμό που έστειλε στη Θήβα, επειδή οι Θηβαίοι δεν είχαν φροντίσει να διαλευκάνουν τον φόνο του βασιλιά τους Λάιου.

Να προσπαθείς να είσαι ανθρώπινος

Ο άνθρωπος από τη γέννησή του έχει το χάρισμα να είναι δοτικός και να προσφέρει αγάπη. Δε γνωρίζει την έννοια την αντίθετη όσο είναι ακόμα σε τρυφερή ηλικία, αλλά με το πέρασμα του χρόνου αρχίζει να αντιλαμβάνεται το κόστος του να είναι κανείς άνθρωπος.

Από τη φύση του είναι ον κοινωνικό και εντάσσεται σε ομάδες για να μπορέσει να ανελιχθεί από πολύ μικρή ηλικία. Η πρώτη ομάδα είναι η οικογένεια, η οποία διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στην ανάπτυξη του ατόμου, στους πολλαπλούς ρόλους του και στον τρόπο που μαθαίνει να προσφέρει στο κοινωνικό σύνολο. Είναι εκείνη που θεμελιώνει το νου και την ψυχή και δίνει τα κατάλληλα εφόδια -πνευματικά και ψυχικά- για να πορευτεί το άτομο με ισορροπία και ανιδιοτέλεια.

Αν δεν υπάρχει αρμονία μέσα στην οικογένεια, τότε το άτομο έρχεται αντιμέτωπο με αποκλίνουσες συμπεριφορές που οδηγούν και το ίδιο σε μη σωστή συμπεριφορά. Αν έχει υποστεί σωματική κακοποίηση ή έχει ψυχικά τραύματα από το οικογενειακό περιβάλλον, αυτό διαταράσσει την εξέλιξή του και συχνά επιδρά αρνητικά σ’ αυτή. Τραύματα παιδικά είναι οι κύριες αιτίες που κάποιος μπορεί να πάψει να συμπεριφέρεται ανθρώπινα και να προσπαθεί με το δικό του τρόπο να αναγκάσει κάποιον να βιώσει το δικό του πόνο, τον πόνο που εκείνος τον βίωσε κάποτε.

Χάνεται μέσα στο σκοτάδι των βιωμάτων του και ο άνθρωπος μετατρέπεται σε κτήνος που ίσως κάποια στιγμή αλλάξει με καθοδήγηση και αγάπη. Η σχολική κοινότητα είναι ένας σημαντικός σταθμός στα βιώματα ενός ανθρώπου. Το παιδί περνά το μεγαλύτερο κομμάτι της ημέρας του στο σχολικό περιβάλλον, το οποίο εκτός από γνώσεις περιλαμβάνει και κοινωνικές συναναστροφές και αλληλεπίδραση με διαφορετικούς ανθρώπους -όχι μόνο από πλευράς αντιλήψεων, αλλά και κοινωνικής διαστρωμάτωσης. Το σχολικό περιβάλλον κάποιες φορές μπορεί να είναι το κατάλληλο για έναν επερχόμενο ενήλικα, αλλά κάποιες άλλες ίσως να είναι και η καταδίκη του -αν δεν μπορέσει να ελέγξει τον παράγοντα που λέγεται «άνθρωπος». Πολλές φορές έρχεται κανείς αντιμέτωπος με την ενδοσχολική βία και με άτομα που εκφοβίζουν χωρίς ίχνος ανθρωπιάς, αναγκάζοντας τον συνάνθρωπό τους να βιώνει συναισθήματα που δύσκολα καταφέρνει να διαχειριστεί και να νιώθει ανήμπορος να αντισταθεί στην ψυχολογική πίεση που υφίσταται από τους γύρω του.

Οι φίλοι είναι ένας σημαντικός παράγοντας που μπορεί είτε να σε ανεβάσει τόσο ψυχολογικά, ώστε να νιώθεις ικανός να αγγίξεις τα σύννεφα, είτε να σε ρίξει τόσο πολύ, με αποτέλεσμα να αισθάνεσαι μόνος. Οι φίλοι είναι το κομμάτι της ζωής του ανθρώπου που βοηθά στην ανασυγκρότησή του και στην πρόοδό του ως οντότητα. Αλλά αρκεί μόνο το οικείο περιβάλλον να μας δημιουργήσει το φυσιολογικό αίσθημα ανθρωπιάς, εκείνης που επιζητά η κοινωνία και γενικότερα η ανθρωπότητα;

Το να είναι κανείς ανθρώπινος είναι θέμα θέλησης και αυταπάρνησης. Είναι μια διαμάχη του εγωισμού με την ανιδιοτελή προσφορά και την αγάπη και η σύγκρουση αυτή πολλές φορές δεν έχει νικητή και ηττημένο. Η θέληση να είναι κάποιος ανθρώπινος έγκειται στην ψυχή του και στην ανάγκη του να δει τον αντικατοπτρισμό του εαυτού του στο πρόσωπο της ίδιας της κοινωνίας. Ανθρώπινος σημαίνει να είναι κανείς αφοσιωμένος στον άνθρωπο, ως επιστήμονας, ως υπάλληλος, ως ένας απλός άνθρωπος που έχει ανησυχίες για το μέλλον του σαν ανθρώπινο ον και όχι σαν ένα κτήνος που καταχράται το δικαίωμα του άλλου να ζει και να επιβιώνει. Ανθρωπιά είναι να κοιμάσαι ήσυχος το βράδυ, να ξέρεις ότι κανένας δεν πεινάει σε αυτή τη γη, κανένας δεν βιώνει πόνο και δυστυχία εξαιτίας κάποιων άλλων.

Ανθρώπινος και όχι κάλπικος σαν φλουρί χάλκινο. Με ειλικρίνεια στο βλέμμα, ευθύτητα στο λόγο και αποφασιστικότητα στις πράξεις. Ο λόγος σου να είναι συμβόλαιο και όχι ένα ακόμα σχέδιο υπεκφυγής και αποποίησης ευθυνών.

Η ανθρωπιά έχει πολλές πλευρές και πολλά μονοπάτια για να βρεθείς στο σωστό σημείο, εκείνο που θα σε κάνει να δώσεις το 100% του εαυτού σου και να πεις ότι τον ξεπέρασες προς όφελος κάποιου άλλου. Και κάπου εκεί ο εσωτερικός σου κόσμος έρχεται σε ισορροπία με το κρυμμένο κτήνος που έχεις κάπου κρυμμένο, εκείνο της αδιαφορίας και του εγωισμού.

Η ψυχολογία της ήττας στον Μύθο του Σισύφου

Ο μύθος του Σισύφου είναι λίγο-πολύ γνωστός. Ο Σίσυφος ήταν μυθικός βασιλιάς της Κορίνθου και κατόρθωσε με την ευφυία του να πείσει τον Ασωπό (προσωποποίηση του ποταμού) να υδροδοτεί την πόλη με το γάργαρο νερό του. Ήταν «πολύμητις», δηλαδή πολυμήχανος σαν τον Οδυσσέα, και είχε καταφέρει να φυλακίσει τον Θάνατο με αποτέλεσμα να γεμίζει η γη ζωντανούς ανθρώπους.

 Καθώς η κατάσταση είχε γίνει ανυπόφορη η επέμβαση των Θεών ήταν άμεση. Ο Σίσυφος εγκλωβίζεται και η ψυχή του αιχμαλωτίζεται από τον Πλούτωνα, τον Δία και τους άλλους θεούς, οι οποίοι αποφασίζουν να τον τιμωρήσουν για την αναίδεια του με ένα μαρτύριο: Να σπρώχνει έναν τεράστιο βράχο επάνω σε έναν μεγάλο, απόκρημνο βουνό. Κάθε φορά που έφτανε στην κορυφή ο βράχος κατρακυλούσε και ο Σίσυφος έπρεπε να ξεκινήσει από την αρχή. Αυτό το βασανιστήριο, που έχει ταυτιστεί με το μύθο του Σίσυφου, θα συνεχιζόταν για μια αιωνιότητα…. εκτός κι αν!

Η δύναμη της ανθρώπινης βούλησης


Στο σημείο αυτό έρχεται η επέμβαση της ανθρώπινης βούλησης που μπορεί να δώσει μια λύση στο μαρτύριο του Σισύφου και του κάθε ανθρώπου που επαναλαμβάνει τα ίδια λάθη παρ’ όλο που δαπανά μεγάλες δυνάμεις για να φτάσει στον σκοπό του. Διακατέχεται δηλαδή από την ψυχολογία της ήττας. Κυριεύεται από ηττοπάθεια, απαισιοδοξία και, το κυριότερο, δεν εκλογικεύει τους λόγους της αποτυχίας του. Επίσης, η νοοτροπία της ήττας σχετίζεται με την ηθική του «δούλου» και όχι του «κυρίου». Αν δέχεσαι την μοίρα σου όπως ο Σίσυφος την δική του, τότε θα υποφέρεις σχεδόν αγόγγυστα, αφού μόνος σου ξαναρχίζεις τα ίδια μαρτύρια, για μια ζωή, δηλαδή για μια αιωνιότητα.

Με τη δύναμη της βούλησης ή την βούληση για δύναμη, όπως έγραψε ο Γερμανός φιλόσοφος Φρειδερίκος Νίτσε, η δύναμη παίρνει νέες διαστάσεις και γίνεται ανώτερη ή υπερανθρώπινη. «Το να απαιτούμε από τη δύναμη να μην εκδηλώνεται ως δύναμη για θέληση, για επικράτηση, είναι τόσο παράλογο, όσο το να απαιτούμε από την αδυναμία να εκδηλώνεται σαν δύναμη».

«Η έλευση του Υπερανθρώπου πρόκειται να φέρει τη λύτρωση του ανθρώπινου γένους από τα δεσμά της ηθικής του δούλου, η οποία τον έκανε να περιφρονήσει τις φυσικές κλίσεις του», «Σας διδάσκω τον Υπεράνθρωπο. Ο άνθρωπος είναι κάτι που θα πρέπει να υπερβείτε».

Ο Άρθουρ Σοπενχάουερ (Πρωσία 1788- Φρανκφούρτη 1860) έγραψε για την σημασία της Βούλησης στην ανθρώπινη ζωή στο έργο του «Ο κόσμος ως βούληση και ως παράσταση». Πρόκειται για φιλοσοφικό έργο, το οποίο άσκησε επίδραση και στην ψυχολογία, καθώς μελετά τα προσωπικά κίνητρα του ατόμου για την ατομική και κοινωνική πρόοδο. Το βασικό κίνητρο, κατά τον Σοπενχάουερ είναι η θέληση για τη ζωή «Wille zum Leben» που πηγάζει από τον εσωτερικό μας κόσμο και όχι τόσο από την λογική ή την κοινωνική ηθική.

Ο βολονταρισμός αποδίδει πρωταρχική θέση στη βούληση, στην επιθυμία και στο συναίσθημα σε σχέση με την νόηση και την σκέψη. Σύμφωνα με τον Σοπενχάουερ, ο άνθρωπος που διαρκώς ελπίζει ή φοβάται κάτι λόγω των επιθυμιών του παθαίνει το μαρτύριο του Σισύφου, δηλαδή προβάλλει σε κάθε εκπληρωμένη του επιθυμία μια καινούρια ανεκπλήρωτη που «πρέπει» να την ικανοποιήσει κι αυτή για να πάει στην επόμενη. Η λύτρωση του ήρωα θα επέλθει αν απαρνηθεί ο ίδιος το μαρτύριό του.

Ο παράλογος ήρωας


Ο Γάλλος λογοτέχνης και φιλόσοφος Αλμπέρ Καμύ ασχολήθηκε επίσης με τον μύθο του Σισύφου και ειδικότερα με το «παράλογο», που ξεπηδά ως έννοια φιλοσοφική και ψυχολογική μέσα από την τιτάνια προσπάθεια του αρχετυπικού ήρωα. Ο Καμύ φαντάζεται τον Σίσυφο ως πεισματάρη και παθιασμένο ήρωα και με αυτήν την έννοια τον ονομάζει παράδοξο ή παράλογο (absurd hero). Διότι υπερβαίνει τις δυνάμεις του, παρ’ όλο που φαίνεται πως δεν επιτυγχάνει τον σκοπό του.

Συμπερασματικά, ο Σίσυφος έχοντας κάνει λάθη στη ζωή του, συνεχίζει να κάνει τα ίδια σφάλματα (πράξεις ή παραλείψεις) σε μορφή τιμωρίας. Κατ’ ουσίαν τα λάθη του τον τιμωρούν και όχι οι θεοί ή η μοίρα. Ευκαιρίες του δίνονται. Ο βράχος ξανακυλά και ο Σίσυφος καλείται και πάλι να τον σηκώσει ψηλά. Ο ήρωας εκπροσωπεί τον άνθρωπο που έχει ψυχή για να σηκώσει τον βράχο αλλά δεν έχει μυαλό για να τον περάσει πάνω από την κορυφή. Τότε μόνο θα γίνει δυνατότερος από την πέτρα.

Η διασκέδαση είναι ένα αποτελεσματικό παυσίπονο, γιατί μιμείται την ευτυχία

Στην “πλάκα” που είναι η αγαπημένη ενασχόληση του σύγχρονου κόσμου, επικρατεί μια μεγάλη παρανόηση που μας απομακρύνει από την ευτυχία που ψάχνουμε: Συχνά, κάτι που μοιάζει με ευτυχία, στην πραγματικότητα δεν είναι!

Μπορούμε να παραβλέψουμε τη διαφορά ανάμεσα στην ευτυχία και στη διασκέδαση. Ανταλλάσσουμε την πραγματική ευτυχία με όπλα μαζικού περισπασμού: πάρτι, ποτό, φαγητό, ψώνια ή σεξ.

Βιολογικά μιλώντας, το να νιώθουμε καλά παίζει σημαντικό ρόλο στον μηχανισμό επιβίωσής μας. Τα μυαλά μας το χρησιμοποιούν σε συμπεριφορές επιβίωσης που δεν σχετίζονται με άμεσες απειλές. Για να το πετύχουμε αυτό, οι εγκέφαλοί μας πλημμυρίζουν τα σώματά μας με σεροτονίνη, ωκυτοκίνη και άλλα χημικά που μας κάνουν να νιώθουμε όμορφα στη διάρκεια δραστηριοτήτων που θέλουν να μας ενθαρρύνουν να τις κάνουμε συχνότερα. Η αναπαραγωγή, ας πούμε, είναι θεμελιώδης για το είδος μας, αλλά το να ζεις χωρίς παιδιά δεν αποτελεί άμεσα κίνδυνο για τους μελλοντικούς γονείς. Χωρίς την απόλαυση που σχετίζεται μι το σεξ μια τόσο σημαντική λειτουργία επιβίωσης θα περνούσε απαρατήρητη. Το ζευγάρωμα μας δίνει απόλαυση – και αυτό κάνει το είδος μας να αναπαράγεται και να πολλαπλασιάζεται.

Η διασκέδαση, λοιπόν, είναι χρήσιμη, αλλά κάποιοι άνθρωποι την αποζητούν απεγνωσμένα, για να ξεφύγουν, γιατί φοβούνται τις δύσκολες σκέψεις τους. Υπ’ αυτήν την έννοια, η διασκέδαση που επιδιώκουν είναι σαν ένα παυσίπονο, για να απαλύνουν πόνο. Η διασκέδαση είναι ένα αποτελεσματικό παυσίπονο, γιατί μιμείται την ευτυχία, διακόπτοντας την αδιάκοπη σκέψη που πλημμυρίζει τους εγκεφάλους μας – για λίγο.

Μόλις η προσωρινή χαρά μας, όμως, εξασθενήσει, οι αρνητικές σκέψεις επιστρέφουν και μας κάνουν πάλι να υποφέρουμε. Έτσι, συνεχίζουμε, λοιπόν, να ζητάμε κι άλλη.

Ακριβώς όπως και με τα παυσίπονα, όταν η επήρεια του πρώτου πέφτει, πίνουμε ακόμα ένα, μέχρι, τελικά, η απλή λήψη παυσίπονων να μην μπορεί πια να αντιμετωπίσει τον πόνο. Τότε προσπαθούμε να βάλουμε πιο υπερβολικές απολαύσεις στη ζωή μας: εξτρίμ σπορ, πιο άγρια πάρτι και κάθε είδους διασκέδαση. Όσο περισσότερη η αδρεναλίνη, τόσο πιο γρήγορα εξασθενούν τα αποτελέσματα και τόσο πιο βαθιά βυθιζόμαστε στον πόνο. Όταν αυτός ο κύκλος γίνεται ανυπόφορος, κάποιοι καταφεύγουν σε μέτρα απελπισίας και αντιμετωπίζουν τον πόνο τους χημικά, χρησιμοποιώντας πραγματικά φάρμακα ή αλκοόλ, σε μια ύστατη προσπάθεια να βρουν γαλήνη στο μυαλό τους.

Καταφεύγοντας σε αυτή τη διασκέδαση για να ξεφύγουμε, αφήνουμε άλυτη την Εξίσωση της Ευτυχίας μας και αγνοούμε τα θεμελιώδη ζητήματα που μας κάνουν δυστυχισμένους. Η διασκέδαση, τότε, παρά τη βραχυπρόθεσμη χαρά που μας δίνει, ουσιαστικά μετατρέπεται σε εμπόδιο για την αυθεντική ευτυχία μας.

Η διασκέδαση, ωστόσο, δεν είναι μόνο κάτι κακό. Για την ακρίβεια, η διασκέδαση δεν είναι καθόλου κακή.

Μια συνετή χρήση της ευχαρίστησης είναι ένας διακόπτης έκτακτης ανάγκης που μας χαρίζει προσωρινά διαλείμματα γαλήνης, ώστε να μπορούμε να κάνουμε τη φωνή στο κεφάλι μας να χαλαρώσει. Όποτε νιώθετε τις σκέψεις στο κεφάλι σας να γίνονται αρνητικές, απολαύστε μια υγιή διασκέδαση – γυμναστείτε, ακούστε μουσική ή κάντε ένα μασάζ. Αυτό πάντα θα κλείσει για λίγο τον διακόπτη.

Μια ακόμα πιο συνετή χρήση της διασκέδασης είναι όταν προγραμματίζετε σταθερές δόσεις υγιών απολαύσεων, τις οποίες εγώ ορίζω ως απολαύσεις που δεν πληγώνουν τους άλλους ή τον ίδιο μας τον εαυτό. Η διασκέδαση, τότε, δεν είναι απλώς ένα παυσίπονο, είναι περισσότερο ένα συμπλήρωμα ευτυχίας που παίρνετε συστηματικά για να παραμείνετε υγιείς. Ως επιχειρηματίας, έμαθα ότι μπορούμε να βελτιώσουμε μονάχα ό,τι μπορούμε να μετρήσουμε. Έτσι, θέστε ως στόχο ένα ποσοστό διασκέδασης. Εγώ το κάνω! Έχω έναν καθημερινό στόχο ως προς τη μουσική κι έναν εβδομαδιαίο στόχο για τη γυμναστική μα και για άλλες ευχάριστες δραστηριότητες. Με αρκετή ευχαρίστηση στη ζωή σας, τα παρατεταμένα διαλείμματα γαλήνης εμποδίζουν το μυαλό σας να κυριεύει τις μέρες σας με αδιάκοπες αρνητικές σκέψεις.

Μην ξεχνάτε, όμως: Η διασκέδαση και οι απολαύσεις κάθε είδους είναι μια προσωρινή υπεκφυγή – μια κατάσταση άγνοιας. Μη μένετε ποτέ εκεί για μεγάλο διάστημα. Περάστε, όσο πιο γρήγορα γίνεται, στην πορεία σας για την αυθεντική, μακροχρόνια ευτυχία.

Η Τέχνη του Κινηματογράφου

Ο κινηματογράφος ή αλλιώς σινεμά η αποκαλούμενη και έβδομη τέχνη, δίπλα στην γλυπτική, την ζωγραφική, τον χορό, την αρχιτεκτονική, την μουσική, την φωτογραφία και την λογοτεχνία. Αρχικά εμφανίστηκε περισσότερο ως μια νέα τεχνική καταγραφής της κίνησης και οπτικοποίησής της, όπως δηλώνει και ο ίδιος ο όρος (κινηματογράφος = κίνηση + γραφή).
 
Πρόδρομοι του κινηματογράφου
 
Είναι γενικά δύσκολο να αναδειχθεί ένας μοναδικός εφευρέτης του κινηματογράφου, ως τεχνική της κινούμενης εικόνας. Επιπλέον, είναι γεγονός πως επί σειρά ετών ο άνθρωπος πειραματίστηκε πάνω στην προσπάθεια απεικόνισης της κίνησης. Καταλυτικό ρόλο στην εξέλιξη της τεχνικής του κινηματογράφου διαδραμάτισε η ανακάλυψη και διάδοση της φωτογραφίας, στα μέσα του 19ου αιώνα. Μία από τις πρώτες και ιδιαίτερα σημαντικές αναλύσεις της κίνησης με την βοήθεια φωτογραφικής μηχανής, έγινε περίπου το 1878, όταν ο Βρετανός φωτογράφος Edward Muybridge, έχοντας καταφέρει να αναπτύξει μεθόδους διαδοχικής φωτογράφισης, απεικόνισε την κίνηση ενός αλόγου, αποδεικνύοντας τότε, πως κατά την διάρκεια του καλπασμού του υπάρχουν στιγμές που τα πόδια του δεν έχουν επαφή με το έδαφος. Την ίδια περίπου εποχή, ο Γάλλος φυσικός Ετιέν Μαρέ κατόρθωσε να συλλάβει φωτογραφικά το πέταγμα ενός πουλιού με την βοήθεια μιας φωτογραφικής μηχανής με την δυνατότητα να αποτυπώνει 12 στιγμιότυπα ανά λεπτό.
 
Τα σημαντικότερα ίσως επιτεύγματα σχετικά με την ανάπτυξη της κινηματογραφικής τεχνικής έγιναν στα τέλη του 1880, με κυριότερο ίσως, την εφεύρεση του κινητοσκοπίου από τον Ουίλλιαμ Ντίκσον, ο οποίος εργαζόταν στα εργαστήρια του Έντισον. Το κινητοσκόπιο, ήταν μία μηχανή προβολής, με δυνατότητα να προβάλλει την κινηματογραφική ταινία σε ένα κουτί, το οποίο ήταν ορατό μόνο από έναν θεατή, μέσω μιας οπής. Η συσκευή παρουσιάστηκε για πρώτη φορά επίσημα στις 20 Μαΐου του 1891, μαζί με την πρώτη κινηματογραφική ταινία.
 
Ο Έντισον θεωρούσε την εφεύρεση του κινητοσκοπίου ήσσονος σημασίας και ο ίδιος δεν ενδιαφέρθηκε ώστε να προβάλλονται οι ταινίες για περισσότερους θεατές. Επιπλέον δεν κατοχύρωσε την εφεύρεση διεθνώς, με αποτέλεσμα να είναι νόμιμη η αντιγραφή και εξέλιξή της στην Ευρώπη, όπου σύντομα εμφανίστηκε ως εισαγόμενο προϊόν.
 
Στη Γαλλία, οι αδελφοί Ογκύστ και Λουί Λυμιέρ, βασιζόμενοι στο κινητοσκόπιο του Ντίκσον, εφηύραν τον κινηματογράφο (cinematographe) που αποτελούσε μία φορητή κινηματογραφική μηχανή, λήψεως, εκτύπωσης και προβολής του φιλμ. Στις 28 Δεκεμβρίου του 1895, έκαναν και την πρώτη δημόσια προβολή, στο Παρίσι. Η ημερομηνία αυτή αναφέρεται από πολλούς ως η επίσημη ημέρα που ο κινηματογράφος με την σημερινή του γνωστή μορφή έκανε την εμφάνισή του.
 
Εκείνη την δημόσια προβολή παρακολούθησαν συνολικά 35 άτομα επί πληρωμή και προβλήθηκαν δέκα ταινίες συνολικής διάρκειας περίπου δεκαπέντε λεπτών. Οι πρώτες κινηματογραφικές ταινίες ήταν μικρής διάρκειας, παρουσιάζοντας συνήθως στατικά, μία σκηνή της καθημερινότητας.
 
Ένας από τους πρώτους κινηματογραφιστές που χρησιμοποίησε την διαθέσιμη τεχνική της εποχής με σκοπό την παραγωγή ταινιών κάτω από όρους τέχνης, υπήρξε ο Ζωρζ Μελιέ, ο οποίος θεωρείται και από τους πρώτους κινηματογραφικούς σκηνοθέτες. Οι ταινίες του πραγματεύονταν θέματα από τον χώρο του φανταστικού, ενώ η ταινία του Ταξίδι στη Σελήνη (Le voyage dans la lune, 1901) υπήρξε πιθανότατα η πρώτη που προσπάθησε να περιγράψει ένα ταξίδι στο διάστημα. Επιπλέον, εισήγαγε τεχνικές οπτικών εφέ, ενώ για πρώτη φορά πρόβαλε έγχρωμες ταινίες, χρωματίζοντας την κινηματογραφική ταινία (καρρέ) με το χέρι.
 
Με αφετηρία τις νέες δυνατότητες που αναδείχθηκαν, ο κινηματογράφος μετασχηματίστηκε διεθνώς σε μία δημοφιλή μορφή τέχνης, ενώ παράλληλα πολλοί κινηματογραφικοί χώροι δημιουργήθηκαν με αποκλειστικό σκοπό την προβολή ταινιών. Εκτιμάται ότι το 1908, στις Ηνωμένες Πολιτείες υπήρχαν περίπου 10.000 κινηματογράφοι. Οι ταινίες της εποχής ήχαν διάρκειας δέκα έως δεκαπέντε λεπτών, αλλά σταδιακά η διάρκειά τους αυξήθηκε. Σημαντική συμβολή σε αυτό είχε ο Αμερικανός σκηνοθέτης D. W. Griffith, στον οποίο ανήκουν μερικά από τα πρώτα ιστορικά έπη του κινηματογράφου.
 
Το 1912 (ή 1911) ο θεωρητικός χρησιμοποίησε για πρώτη φορά σε δοκίμιό του τον όρο έβδομη τέχνη για να περιγράψει τον κινηματογράφο. Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1920, ο κινηματογράφος παρέμενε χωρίς ήχο (βουβός κινηματογράφος) και συχνά οι προβολές ταινιών συνοδεύονταν από ζωντανή μουσική. Η ιστορία του ηχογραφημένου κινηματογραφικού ήχου ξεκίνησε το 1926, όταν η Warner Brothers παρουσίασε μία συσκευή (Vitaphone), η οποία έδινε τη δυνατότητα αναπαραγωγής μουσικής, μέσω ενός δίσκου που συγχρονιζόταν με την μηχανή προβολής της ταινίας. Βασισμένη σε αυτή την νέα τεχνολογία, στα τέλη του 1927, κυκλοφόρησε η ταινία The Jazz Singer, η οποία αν και κατά το μεγαλύτερο μέρος της ήταν βουβή, υπήρξε η πρώτη που περιείχε διαλόγους.
 
Περίπου την ίδια περίοδο με την προσαρμογή του ήχου, ξεκίνησαν συστηματικές προσπάθειες για την προσθήκη χρώματος. Έγχρωμες ταινίες είχαν ήδη εμφανιστεί από τις αρχές του 20ου αιώνα, μέσω του χρωματισμού των κινηματογραφικών καρρέ με το χέρι, μέθοδος που εγκαταλείφθηκε σταδιακά, σε συνδυασμό και με την αύξηση της διάρκειας των ταινιών. Ανάμεσα στις πρώτες συνθετικές μεθόδους προσθήκης χρώματος, υπήρξε η Technicolor, η οποία τελειοποιήθηκε το 1941 (Monopack Technicolor), αν και παρέμενε ακριβή λόγω των περίπλοκων σταδίων διαχωρισμού και εμφάνισης των χρωμάτων.
 
Μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, εμφανίστηκε επιπλέον το έγχρωμο αρνητικό φιλμ της εταιρίας Eastman Kodak, το οποίο δεν απαιτούσε διαδικασία διαχωρισμού των χρωμάτων. Αν και μέχρι την δεκαετία του 1950, η παραγωγή έγχρωμων ταινιών μειοψηφούσε, κατά την δεκαετία του 1960 και χάρη στην ανάπτυξη της σχετικής τεχνολογίας, ο έγχρωμος κινηματογράφος επικράτησε.
 
Η τέχνη τού κινηματογράφου και η τρισδιάστατη απεικόνιση
 
Η ψυχαγωγική βιομηχανία τού κινηματογράφου στηρίζεται στην αποτύπωση επί τής οθόνης είτε τής πιο αληθοφανούς εικόνας τής πραγματικής ζωής, είτε τής πιο υπερβολικής ονειρικής ή επιστημονικής φαντασίας. Η τρισδιάστατη απεικόνιση, όπως ο πεντακάναλος ήχος, ή και κάθε προηγούμενη τεχνολογική ανακάλυψη, δεν μπορεί παρά να συνεισφέρουν στους παραπάνω στόχους. Δεν αποκλείεται το επόμενο βήμα να είναι η απόλυτη βύθιση σε ένα πλασματικό και αληθοφανέστερο περιβάλλον, με μυρωδιές, ήχους και αισθήσεις τού κόσμου που εικονίζεται στην κινηματογραφική οθόνη.
 
Η τέχνη τού κινηματογράφου αντίθετα, όπως και κάθε τέχνη, στηρίζεται στην μεταφορά, στον υπαινιγμό, στην υπέρβαση, στην αφαίρεση. Η αξία της δεν βασίζεται στις πληροφορίες, αλλά στην ποίηση. Οι λεπτομέρειες παίζουν μεγαλύτερη σημασία από τα γεγονότα. Και η καλλιτεχνική αλήθεια επιτυγχάνεται συνήθως μέσα από ένα φαινομενικό ψέμα και από μια ποιητική παραμόρφωση. Στην περίπτωση αυτή κάθε βήμα προς την κατεύθυνση μιας πιστότερης αναπαράστασης είναι εξ ορισμού ένα παραπάνω εμπόδιο στη δύσκολη πορεία προς την υπέρβαση και την καλλιτεχνική συγκίνηση. Μια συγκίνηση που πηγάζει από τα ποιητικά στοιχεία τού έργου και όχι από το περιεχόμενο των γεγονότων και των εικόνων.
 
Ευτυχώς, στα χέρια των μεγάλων ποιητών τού κινηματογράφου όλα τα τεχνολογικά ευρήματα-παγίδες στάθηκαν αφορμές για ακόμα σπουδαιότερα έργα. Όλοι οι μεγάλοι σκηνοθέτες φοβήθηκαν αρχικά τις τεχνολογικές αλλαγές, αλλά κατάφεραν τελικά να τις χαλιναγωγήσουν. Η προσθήκη τού ήχου ή τού χρώματος έγινε στα χέρια τους στοιχείο ποίησης και μαγείας και όχι απλής περισσής αληθοφάνειας. Οι καλλιτεχνικές επιλογές τους, αναγκαστικά αυστηρότερες κάθε φορά που τα προσφερόμενα τεχνολογικά μέσα αυξάνουν, καταφέρνουν να εξουδετερώσουν τον σκόπελο τής πιστής αναπαράστασης.
 
Σε τέχνες που στηρίζονται από τη γέννησή τους σε μια τεχνολογική ανακάλυψη, όπως η φωτογραφία και ο κινηματογράφος, ο καλλιτέχνης είναι σχεδόν υποχρεωμένος να ακολουθεί τις εξελίξεις τής τεχνολογίας που γέννησε τις τέχνες αυτές. Εξελίξεις όχι απόλυτα αναγκαίες, και που οδηγούν συνήθως σε φαινομενική τελειότητα τής επιφάνειας και όχι τής ουσίας των έργων. Μόνο που ο μεγάλος καλλιτέχνης τις αξιοποιεί, ο μέτριος υποκύπτει σε αυτές και ο κακός τις εκμεταλλεύεται.

Nietzsche: Γενεαλογία της ηθικής - τι καταφάσκει και τι αρνείται;

Γενεαλογία της ηθικής: τι καταφάσκει και τι αρνείται;
                            
§1

     Μια συζήτηση για το έργο του Νίτσε: Γενεαλογία της ηθικής κυριολεκτικά μας προσφέρει ένα άνοιγμα στην πιο ακατάλυτη δύναμη εκείνων των ιδεών, που αποσυνθέτουν πλήρως το σαθρό οικοδόμημα της δυτικής ηθικής, ιδωμένης μάλιστα μέσα από όλες τις ιστορικές της παραλλαγές. Ως γνωστόν, το έργο γράφτηκε το 1887, σε διάστημα λίγων εβδομάδων, και έκτοτε έμελλε να αναδειχθεί σε «πολεμική» οβίδα της ανθρώπινης σκέψης. Ως εκ τούτου, αν εκ πρώτης όψεως απηχεί το πνευματικό περιβάλλον της εποχής που γράφτηκε, επί της ουσίας απαιτεί εκάστοτε, για να κατανοηθεί, μια σύγχρονη ανάγνωση. Απαιτεί στ’ αλήθεια μια ανάγνωση, ικανή να συντρίβει στη ρίζα τους τα τυποποιημένα και κατεψυγμένα σχήματα του επαγγελματικού ακαδημαϊσμού, που αποτελεί το αρνητικά μηδενιστικό ηθικό-πνευματικό προπύργιο του αδύνατου τύπου ανθρώπου, καθώς και οποιοδήποτε άλλο σχήμα που αντιπαλεύει ως θανάσιμο εχθρό τον ανώτερο τύπο ανθρώπου. Στη δική της ιστορική αναδρομή, η Γενεαλογία της ηθικής επιζητεί να διαγνώσει ως μορφές άρνησης της ζωής τις καθιερωμένες ηθικές παραδόσεις και τα αντίστοιχα συστήματά τους. Όλα αυτά τα συστήματα αποτιμούν ως «καλό» ακριβώς ό,τι αντιτίθεται στις πραγματικές συνθήκες ή όρους της φυσικής ζωής. Ωστόσο, με αυτό το έργο ο Νίτσε δεν προτείνει κάποιες «ανήθικες» ή «αμοραλιστικές» αρχές που προορίζονται να υπηρετήσουν μορφές ή δυνάμεις ζωής, εντελώς απαλλαγμένες από αξίες. Απεναντίας διερευνά νέες δυνατότητες των αξιών, που καταφάσκουν τη ζωή, σκάβοντας βαθιά σε ιστορικές πηγές, οι οποίες για τα παραδοσιακά ηθικά συστήματα συνιστούν «εστίες ανηθικότητας».

§2

     Στην πραγματικότητα, τέτοιες πηγές μπορούν, κατά τον φιλόσοφο, να αποτελέσουν αντισταθμιστικό παράγοντα αξιών ζωής, ηθικά δικαιολογημένων· κατ’ επέκταση μια στέρεη βάση για να καθηλώνονται είδωλα, που περνούν για θεμελιώδη αρχέτυπα ζωής, να απομυθοποιούνται ψευδή-ανυπόστατα ιδεώδη, που συνθλίβουν κάθε είδους δημιουργική σκέψη, να αποκολλώνται τα μυαλά των ανθρώπων από έναν άγονο ιστορισμό, χωρίς να απεμπολείται η αναγκαία συμβολή του παρελθόντος στην απελευθέρωση της ενέργειας του παρόντος:

«‒Ή μήπως ολόκληρη ίσως η μοντέρνα ιστοριογραφία έδειξε μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στη ζωή, μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στο ιδεώδες; Η ευγενέστερη αξίωσή της έφτασε τώρα στο σημείο να είναι καθρέφτης· απορρίπτει κάθε τελεολογία· δεν θέλει πια να «αποδείξει» τίποτε … καταφάσκει τόσο λίγο όσο και αρνείται, διαπιστώνει, «περιγράφει»... Όλα αυτά είναι σε μεγάλο βαθμό ασκητικά· συγχρόνως όμως είναι σε ακόμη πιο μεγάλο βαθμό μηδενιστικά, ας μη γελιόμαστε γι' αυτό! Βλέπει κανείς στον ιστορικό ένα θλιμμένο, σκληρό αλλά και αποφασιστικό βλέμμα ‒ένα μάτι, που κοιτάζει μακριά, όπως κοιτάζει το μάτι του μοναχικού εξερευνητή του Βορείου Πόλου (μήπως για να μην κοιτάζει μέσα του; για να μην κοιτάζει πίσω του;...) Εδώ υπάρχει χιόνι παντού, εδώ η ζωή είναι βουβή· … Όσο για εκείνο το άλλο είδος των ιστορικών, είναι ίσως ακόμη πιο «μοντέρνο» είδος, ένα είδος αισθησιακό, φιλήδονο, που ερωτοτροπεί και με τη ζωή και με το ασκητικό ιδεώδες … και που σήμερα έχει τον έπαινο της θεωρίας και περισυλλογής αποκλειστικά δικό του μονοπώλιο: ω πόσο μας κάνουν να λαχταράμε ακόμη και τους ασκητές και τα χειμωνιάτικα τοπία αυτοί οι γλυκανάλατοι πλούσιοι τω πνεύματι!. … Ο διάβολος να πάρει και να σηκώσει αυτό τον όχλο των “θεωρητικών”. … Δεν μπορώ να υποφέρω τους ασβεστωμένους τάφους που παρωδούν τη ζωή· δεν μπορώ να υποφέρω τους κουρασμένους και φθαρμένους, που τυλίγονται μέσα στη σοφία και βλέπουν τα πράγματα “αντικειμενικά”» (KSA 5, σσ. 405-6).

§3

     Το εν λόγω έργο είναι «πολεμικό» με την έννοια ότι «πολεμά» τις αξίες που αρνούνται τη ζωή, για λογαριασμό των αξιών που καταφάσκουν τη ζωή. Εναντιώνεται λοιπόν στο αξιακό σύστημα της Δύσης –θρησκευτικό, ηθικό και φιλοσοφικό– ως ένα σύστημα που αιχμαλώτισε την ελευθερία του ανθρώπου, έφθειρε την αυθυπόστασή του και υπονόμευσε τη γνώση. Ορισμένως, επομένως, δεν πρόκειται για μια εναντίωση που ικανοποιεί για τον Νίτσε ένα ανικανοποίητο πάθος καταστροφής παρά για την πιο λεπτή ευαισθησία του πνεύματος ως τέτοιου, που επιχειρεί να σώσει ό,τι μπορεί να σωθεί μέσα στα συντρίμμια της νεωτερικότητας. Κατ’ αυτό το πνεύμα, η πολεμική του Νίτσε δεν εκτυλίσσεται μονοσήμαντα ενάντια στην ηθική της θρησκείας και πιο ειδικά του χριστιανισμού, αλλά ενάντια σε κάτι περισσότερο από την απλή θρησκεία. Ισχύει βέβαια πως το σύνολο σχεδόν των ηθικών αρχών της «κοσμικής» ζωής δεν έμεινε ανεπηρέαστο από τη χριστιανική ηθική. Όμως δεν είναι δύσκολο να διακρίνει κανείς, σύμφωνα με τον Νίτσε, πως ποικίλα ηθικά δόγματα, ηθικιστικές κρίσεις και παρόμοιες νοο-τροπίες μηδενισμού της φυσικής ζωής ευδοκιμούν όχι μόνο στη θρησκεία αλλά και σε όλες σχεδόν τις περιοχές της πνευματικής και πολιτισμικής ιστορίας: στην επιστήμη, τη φιλοσοφία, την ψυχολογία, την πολιτική, τη Λογική κ.λπ. Η Γενεαλογία της ηθικής, ως συνέχεια και ολοκλήρωση, κατά κάποιο τρόπο, του έργου: Πέραν του Καλού και του Κακού, χρειάζεται να διαβάζεται ως μια κριτική του σύγχρονου κόσμου και όλου του φάσματος των πνευματικών δομών, που συγκροτούν την καρδιά της σύγχρονης ζωής. Δεν χωράει καμιά αμφιβολία, πως στο επίκεντρο μιας τέτοιας κριτικής παραμένει για τον Νίτσε το ζήτημα της ηθικής, όπως και της πολιτικής. Αλλά μια τέτοια κριτική ο φιλόσοφος την εννοεί πολυδιάστατα ως τη διάνοιξη προς τα μέγιστα ζητήματα της Γνώσης, της Σημασίας ή του Νοήματος της ζωής, της Αλήθειας, της ελεύθερης, ολοκληρωμένης ανάπτυξης του ανθρώπου. Πώς λοιπόν πρέπει να αντιμετωπίζεται, ως προς τον φιλοσοφικό του χαρακτήρα, το υπό συζήτηση έργο; Όπως όλα τα έργα του Νίτσε· δηλ. όχι ως ένα απρόσωπο κείμενο, που κινείται σε έναν μαζικό χώρο αφηρημένων ιδεών, παρά ως μια εμπρόσωπη ομο-λογία της ίδιας της φιλοσοφικής σκέψης και συναφώς ως ανυπόθετη προσωπική μαρτυρία του ίδιου του δημιουργού σχετικά με αυτό τούτο το Είναι του.

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ: Ἠθικὰ Νικομάχεια (1167b-1168a)

[VII] Οἱ δ᾽ εὐεργέται τοὺς εὐεργετηθέντας δοκοῦσι μᾶλλον φιλεῖν ἢ οἱ εὖ παθόντες τοὺς δράσαντας, καὶ ὡς παρὰ λόγον γινόμενον ἐπιζητεῖται. τοῖς μὲν οὖν πλείστοις φαίνεται ὅτι οἳ μὲν ὀφείλουσι τοῖς δὲ ὀφείλεται· καθάπερ οὖν ἐπὶ τῶν δανείων οἱ μὲν ὀφείλοντες βούλονται μὴ εἶναι οἷς ὀφείλουσιν, οἱ δὲ δανείσαντες καὶ ἐπιμελοῦνται τῆς τῶν ὀφειλόντων σωτηρίας, οὕτω καὶ τοὺς εὐεργετήσαντας βούλεσθαι εἶναι τοὺς παθόντας ὡς κομιουμένους τὰς χάριτας, τοῖς δ᾽ οὐκ εἶναι ἐπιμελὲς τὸ ἀνταποδοῦναι. Ἐπίχαρμος μὲν οὖν τάχ᾽ ἂν φαίη ταῦτα λέγειν αὐτοὺς ἐκ πονηροῦ θεωμένους, ἔοικε δ᾽ ἀνθρωπικῷ· ἀμνήμονες γὰρ οἱ πολλοί, καὶ μᾶλλον εὖ πάσχειν ἢ ποιεῖν ἐφίενται. δόξειε δ᾽ ἂν φυσικώτερον εἶναι τὸ αἴτιον, καὶ οὐδ᾽ ὅμοιον τὸ περὶ τοὺς δανείσαντας· οὐ γάρ ἐστι φίλησις περὶ ἐκείνους, ἀλλὰ τοῦ σῴζεσθαι βούλησις τῆς κομιδῆς ἕνεκα· οἱ δ᾽ εὖ πεποιηκότες φιλοῦσι καὶ ἀγαπῶσι τοὺς πεπονθότας κἂν μηδὲν ὦσι χρήσιμοι μηδ᾽ εἰς ὕστερον γένοιντ᾽ ἄν. ὅπερ καὶ ἐπὶ τῶν τεχνιτῶν συμβέβηκεν· πᾶς γὰρ τὸ οἰκεῖον ἔργον ἀγαπᾷ μᾶλλον ἢ ἀγαπηθείη ἂν ὑπὸ τοῦ ἔργου ἐμψύχου γενομένου·

[1168a] μάλιστα δ᾽ ἴσως τοῦτο περὶ τοὺς ποιητὰς συμβαίνει· ὑπεραγαπῶσι γὰρ οὗτοι τὰ οἰκεῖα ποιήματα, στέργοντες ὥσπερ τέκνα. τοιούτῳ δὴ ἔοικε καὶ τὸ τῶν εὐεργετῶν· τὸ γὰρ εὖ πεπονθὸς ἔργον ἐστὶν αὐτῶν· τοῦτο δὴ ἀγαπῶσι μᾶλλον ἢ τὸ ἔργον τὸν ποιήσαντα. τούτου δ᾽ αἴτιον ὅτι τὸ εἶναι πᾶσιν αἱρετὸν καὶ φιλητόν, ἐσμὲν δ᾽ ἐνεργείᾳ (τῷ ζῆν γὰρ καὶ πράττειν), ἐνεργείᾳ δὲ ὁ ποιήσας τὸ ἔργον ἔστι πως· στέργει δὴ τὸ ἔργον, διότι καὶ τὸ εἶναι. τοῦτο δὲ φυσικόν· ὃ γάρ ἐστι δυνάμει, τοῦτο ἐνεργείᾳ τὸ ἔργον μηνύει. ἅμα δὲ καὶ τῷ μὲν εὐεργέτῃ καλὸν τὸ κατὰ τὴν πρᾶξιν, ὥστε χαίρειν ἐν ᾧ τοῦτο, τῷ δὲ παθόντι οὐδὲν καλὸν ἐν τῷ δράσαντι, ἀλλ᾽ εἴπερ, συμφέρον· τοῦτο δ᾽ ἧττον ἡδὺ καὶ φιλητόν. ἡδεῖα δ᾽ ἐστὶ τοῦ μὲν παρόντος ἡ ἐνέργεια, τοῦ δὲ μέλλοντος ἡ ἐλπίς, τοῦ δὲ γεγενημένου ἡ μνήμη· ἥδιστον δὲ τὸ κατὰ τὴν ἐνέργειαν, καὶ φιλητὸν ὁμοίως. τῷ μὲν οὖν πεποιηκότι μένει τὸ ἔργον (τὸ καλὸν γὰρ πολυχρόνιον), τῷ δὲ παθόντι τὸ χρήσιμον παροίχεται. ἥ τε μνήμη τῶν μὲν καλῶν ἡδεῖα, τῶν δὲ χρησίμων οὐ πάνυ ἢ ἧττον· ἡ προσδοκία δ᾽ ἀνάπαλιν ἔχειν ἔοικεν. καὶ ἡ μὲν φίλησις ποιήσει ἔοικεν, τὸ φιλεῖσθαι δὲ τῷ πάσχειν· τοῖς ὑπερέχουσι δὲ περὶ τὴν πρᾶξιν ἕπεται τὸ φιλεῖν καὶ τὰ φιλικά. ἔτι δὲ τὰ ἐπιπόνως γενόμενα πάντες μᾶλλον στέργουσιν, οἷον καὶ τὰ χρήματα οἱ κτησάμενοι τῶν παραλαβόντων· δοκεῖ δὲ τὸ μὲν εὖ πάσχειν ἄπονον εἶναι, τὸ δ᾽ εὖ ποιεῖν ἐργῶδες. διὰ ταῦτα δὲ καὶ αἱ μητέρες φιλοτεκνότεραι· ἐπιπονωτέρα γὰρ ἡ γέννησις, καὶ μᾶλλον ἴσασιν ὅτι αὑτῶν. δόξειε δ᾽ ἂν τοῦτο καὶ τοῖς εὐεργέταις οἰκεῖον εἶναι.

***
[7] Κατά την κοινή αντίληψη, οι ευεργέτες αγαπούν τους αποδέκτες της ευεργεσίας τους περισσότερο από ό,τι οι αποδέκτες της ευεργεσίας τούς ευεργέτες τους. Το πράγμα μοιάζει να είναι αντίθετο με τη λογική, και γι᾽ αυτό έγινε αντικείμενο συζητήσεων και διερευνήσεων. Οι πιο πολλοί βρίσκουν την αιτία στο ότι οι δεύτεροι είναι οφειλέτες και οι πρώτοι αυτοί στους οποίους οι άλλοι οφείλουν· όπως λοιπόν και στην περίπτωση των δανείων οι οφειλέτες θέλουν να μην υπάρχουν αυτοί στους οποίους οφείλουν, ενώ οι δανειστές ίσα ίσα φροντίζουν να είναι καλά οι οφειλέτες τους, έτσι και αυτοί που έκαναν την ευεργεσία θέλουν να υπάρχουν οι αποδέκτες της ευεργεσίας τους για να εισπράξουν την ευγνωμοσύνη τους, ενώ οι αποδέκτες της ευεργεσίας δεν νοιάζονται καθόλου για την ανταπόδοση. Ο Επίχαρμος λοιπόν φαντάζομαι ότι θα ισχυριζόταν ότι όλα αυτά τα λένε επειδή βλέπουν τα πράγματα από την κακή τους πλευρά, και όμως το πράγμα μοιάζει να βρίσκεται σε απόλυτη αντιστοιχία προς την ανθρώπινη φύση· οι περισσότεροι, πράγματι, άνθρωποι ξεχνούν, και προτιμούν να ευεργετούνται παρά να ευεργετούν. Εν πάση περιπτώσει, φαίνεται ότι η αιτία βρίσκεται βαθύτερα στη φύση, και η περίπτωση με τους δανειστές δεν είναι ίδια· γιατί στην περίπτωσή τους δεν τίθεται θέμα αγάπης και φιλικής σχέσης με τους οφειλέτες τους· το μόνο που αυτοί επιθυμούν είναι να είναι καλά οι οφειλέτες τους, ώστε να πάρουν πίσω τα δανεικά· αντίθετα, αυτοί που έκαναν την ευεργεσία αισθάνονται φιλία και αγάπη προς τους αποδέκτες της ευεργεσίας τους, έστω και αν εκείνοι δεν τους είναι σε τίποτε χρήσιμοι και ούτε πρόκειται να τους είναι ποτέ. Το ίδιο συμβαίνει και με τους τεχνίτες: ο καθένας τους αγαπάει το έργο που έκανε με τα ίδια του τα χέρια περισσότερο από ό,τι θα τον αγαπούσε το έργο του, αν αυτό ζωντάνευε.

[1168a] Ίσως όμως αυτό συμβαίνει στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό στους ποιητές· γιατί αυτοί έχουν μια υπερβολική αγάπη για τα ποιήματά τους, που τα λατρεύουν σαν παιδιά τους. Με αυτό λοιπόν είναι που μοιάζει η περίπτωση των ευεργετών: αυτό που έχει δεχτεί την ευεργεσία τους είναι έργο τους· το αγαπούν λοιπόν περισσότερο από ό,τι το έργο αγαπάει αυτόν που το έκανε. Η αιτία γι᾽ αυτό είναι ότι η ύπαρξη είναι για όλους τους ανθρώπους κάτι που αξίζει να το επιλέγουν και να το αγαπούν· οι άνθρωποι υπάρχουμε γιατί ενεργούμε (αυτό θα πει: γιατί ζούμε και ενεργούμε), και το έργο είναι, κατά κάποιον τρόπο, αυτός που το δημιούργησε — η ενέργειά του· το αγαπάει λοιπόν το έργο του, για τον λόγο ότι αγαπάει και την ύπαρξη. Και αυτό είναι μέσα στη φύση των πραγμάτων· γιατί αυτό που εκείνος είναι ως δυνατότητα, το έργο του το δείχνει καθαρά ως ενέργεια.

Συνάμα: Ενώ για τον ευεργέτη η πράξη του είναι κάτι το ωραίο, ώστε να χαίρεται για τον άλλον (αυτόν στον οποίο προσφέρεται αυτή η ομορφιά), για τον αποδέκτη της ευεργεσίας δεν υπάρχει τίποτε το ωραίο στην πράξη του ευεργέτη του· το πολύ πολύ κάτι το χρήσιμο — αυτό όμως είναι λιγότερο ευχάριστο και λιγότερο άξιο να αγαπηθεί. Ευχαρίστηση προκαλεί ενσχέσει με το παρόν η ενέργεια, ενσχέσει με το μέλλον η προσδοκία, ενσχέσει με το παρελθόν η ανάμνηση· την πιο μεγάλη, πάντως, ευχαρίστηση την προκαλεί η (παρούσα) ενέργεια, που είναι στον ίδιο βαθμό και άξια να αγαπηθεί. Του ευεργέτη το έργο μένει (γιατί το ωραίο κρατάει πολύ στον χρόνο), ενώ το όφελος του αποδέκτη της ευεργεσίας περνάει και χάνεται. Και το να ξαναφέρνει κανείς στη μνήμη του τα ωραία πράγματα είναι κάτι που προκαλεί ευχαρίστηση, ενώ η ανάμνηση των χρήσιμων πραγμάτων δεν προκαλεί καμιά ευχαρίστηση ή, έστω, μόνο λίγη· στην περίπτωση της προσδοκίας όμως φαίνεται πως συμβαίνει το αντίθετο. Επίσης: Το να προσφέρει κανείς αγάπη είναι κάτι το ενεργητικό, ενώ το να τη δέχεται είναι κάτι το παθητικό· γι᾽ αυτόν τον λόγο η αγάπη, μαζί και τα συνοδευτικά της φιλικά αισθήματα προσιδιάζουν σ᾽ αυτούς που παρουσιάζουν υπεροχή ως προς την ενέργεια. Ακόμη: Αυτά που έγιναν με μεγάλο κόπο οι άνθρωποι τα αγαπούν περισσότερο· αυτοί π.χ. που κέρδισαν οι ίδιοι τα χρήματα που έχουν τα αγαπούν περισσότερο από αυτούς που τα κληρονόμησαν, και το να δεχόμαστε ευεργεσίες θεωρείται κάτι που δεν προϋποθέτει κόπο, ενώ το να τις κάνουμε είναι πράγμα κοπιαστικό. Αυτός είναι ο λόγος που οι μητέρες αγαπούν περισσότερο τα παιδιά τους, γιατί το να τα φέρουν στον κόσμο τούς κόστισε περισσότερο κόπο, και αυτές το ξέρουν καλύτερα πως είναι δικά τους παιδιά. Ακριβώς όμως αυτό ταιριάζει, λέω, και στην περίπτωση των ευεργετών.