Κυριακή, 24 Νοεμβρίου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ - Ἄλκηστις (328-392)

ΑΔ. ἔσται τάδ᾽ ἔσται, μὴ τρέσῃς· ἐπεί σ᾽ ἐγὼ
καὶ ζῶσαν εἶχον καὶ θανοῦσ᾽ ἐμὴ γυνὴ
330 μόνη κεκλήσῃ, κοὔτις ἀντὶ σοῦ ποτε
τόνδ᾽ ἄνδρα νύμφη Θεσσαλὶς προσφθέγξεται.
οὐκ ἔστιν οὕτως οὔτε πατρὸς εὐγενοῦς
οὔτ᾽ εἶδος ἄλλως ἐκπρεπεστάτη γυνή.
ἅλις δὲ παίδων· τῶνδ᾽ ὄνησιν εὔχομαι
335 θεοῖς γενέσθαι· σοῦ γὰρ οὐκ ὠνήμεθα.
οἴσω δὲ πένθος οὐκ ἐτήσιον τὸ σόν,
ἀλλ᾽ ἔστ᾽ ἂν αἰὼν οὑμὸς ἀντέχῃ, γύναι,
στυγῶν μὲν ἥ μ᾽ ἔτικτεν, ἐχθαίρων δ᾽ ἐμὸν
πατέρα· λόγῳ γὰρ ἦσαν οὐκ ἔργῳ φίλοι.
340 σὺ δ᾽ ἀντιδοῦσα τῆς ἐμῆς τὰ φίλτατα
ψυχῆς ἔσωσας. ἆρά μοι στένειν πάρα
τοιᾶσδ᾽ ἁμαρτάνοντι συζύγου σέθεν;
παύσω δὲ κώμους συμποτῶν θ᾽ ὁμιλίας
στεφάνους τε μοῦσάν θ᾽ ἣ κατεῖχ᾽ ἐμοὺς δόμους.
345 οὐ γάρ ποτ᾽ οὔτ᾽ ἂν βαρβίτου θίγοιμ᾽ ἔτι
οὔτ᾽ ἂν φρέν᾽ ἐξάροιμι πρὸς Λίβυν λακεῖν
αὐλόν· σὺ γάρ μου τέρψιν ἐξείλου βίου.
σοφῇ δὲ χειρὶ τεκτόνων δέμας τὸ σὸν
εἰκασθὲν ἐν λέκτροισιν ἐκταθήσεται,
350 ᾧ προσπεσοῦμαι καὶ περιπτύσσων χέρας
ὄνομα καλῶν σὸν τὴν φίλην ἐν ἀγκάλαις
δόξω γυναῖκα καίπερ οὐκ ἔχων ἔχειν·
ψυχρὰν μέν, οἶμαι, τέρψιν, ἀλλ᾽ ὅμως βάρος
ψυχῆς ἀπαντλοίην ἄν. ἐν δ᾽ ὀνείρασι
355 φοιτῶσά μ᾽ εὐφραίνοις ἄν· ἡδὺ γὰρ φίλους
κἀν νυκτὶ λεύσσειν, ὅντιν᾽ ἂν παρῇ χρόνον.
εἰ δ᾽ Ὀρφέως μοι γλῶσσα καὶ μέλος παρῆν,
ὥστ᾽ ἢ κόρην Δήμητρος ἢ κείνης πόσιν
ὕμνοισι κηλήσαντά σ᾽ ἐξ Ἅιδου λαβεῖν,
360 κατῆλθον ἄν, καί μ᾽ οὔθ᾽ ὁ Πλούτωνος κύων
οὔθ᾽ οὑπὶ κώπῃ ψυχοπομπὸς ἂν Χάρων
ἔσχον, πρὶν ἐς φῶς σὸν καταστῆσαι βίον.
ἀλλ᾽ οὖν ἐκεῖσε προσδόκα μ᾽, ὅταν θάνω,
καὶ δῶμ᾽ ἑτοίμαζ᾽, ὡς συνοικήσουσά μοι.
365 ἐν ταῖσιν αὐταῖς γάρ μ᾽ ἐπισκήψω κέδροις
σοὶ τούσδε θεῖναι πλευρά τ᾽ ἐκτεῖναι πέλας
πλευροῖσι τοῖς σοῖς· μηδὲ γὰρ θανών ποτε
σοῦ χωρὶς εἴην τῆς μόνης πιστῆς ἐμοί.
ΧΟ. καὶ μὴν ἐγώ σοι πένθος ὡς φίλος φίλῳ
370 λυπρὸν συνοίσω τῆσδε· καὶ γὰρ ἀξία.
ΑΛ. ὦ παῖδες, αὐτοὶ δὴ τάδ᾽ εἰσηκούσατε
πατρὸς λέγοντος μὴ γαμεῖν ἄλλην ποτὲ
γυναῖκ᾽ ἐφ᾽ ἡμῖν μηδ᾽ ἀτιμάσειν ἐμέ.
ΑΔ. καὶ νῦν γέ φημι, καὶ τελευτήσω τάδε.
375 ΑΛ. ἐπὶ τοῖσδε παῖδας χειρὸς ἐξ ἐμῆς δέχου.
ΑΔ. δέχομαι, φίλον γε δῶρον ἐκ φίλης χερός.
ΑΛ. σὺ νῦν γενοῦ τοῖσδ᾽ ἀντ᾽ ἐμοῦ μήτηρ τέκνοις.
ΑΔ. πολλή μ᾽ ἀνάγκη, σοῦ γ᾽ ἀπεστερημένοις.
ΑΛ. ὦ τέκν᾽, ὅτε ζῆν χρῆν μ᾽, ἀπέρχομαι κάτω.
380 ΑΔ. οἴμοι, τί δράσω δῆτα σοῦ μονούμενος;
ΑΛ. χρόνος μαλάξει σ᾽· οὐδέν ἐσθ᾽ ὁ κατθανών.
ΑΔ. ἄγου με σὺν σοί, πρὸς θεῶν, ἄγου κάτω.
ΑΛ. ἀρκοῦμεν ἡμεῖς οἱ προθνῄσκοντες σέθεν.
ΑΔ. ὦ δαῖμον, οἵας συζύγου μ᾽ ἀποστερεῖς.
385 ΑΛ. καὶ μὴν σκοτεινὸν ὄμμα μου βαρύνεται.
ΑΔ. ἀπωλόμην ἄρ᾽, εἴ με δὴ λείψεις, γύναι.
ΑΛ. ὡς οὐκέτ᾽ οὖσαν οὐδὲν ἂν λέγοις ἐμέ.
ΑΔ. ὄρθου πρόσωπον, μὴ λίπῃς παῖδας σέθεν.
ΑΛ. οὐ δῆθ᾽ ἑκοῦσά γ᾽, ἀλλὰ χαίρετ᾽, ὦ τέκνα.
390 ΑΔ. βλέψον πρὸς αὐτοὺς βλέψον. ΑΛ. οὐδέν εἰμ᾽ ἔτι.
ΑΔ. τί δρᾷς; προλείπεις; ΑΛ. χαῖρ᾽. ΑΔ. ἀπωλόμην τάλας.
ΧΟ. βέβηκεν, οὐκέτ᾽ ἔστιν Ἀδμήτου γυνή.

***
ΑΔΜ. Μην έχεις τέτοιαν έγνοια, έτσι θα γίνει·
η μόνη μου γυναίκα εσύ, όσο ζούσες·
330 η μόνη, κι όταν πια μακριά μου θα είσαι·
σ᾽ όλη τη Θεσσαλία, στη θέση σου, άλλη
δε θα μου πει ποτέ ένα χαίρε· ας είναι
κι η πιο μεγάλη αρχοντοπούλα, ας είναι
κι η πιο όμορφη. Και για παιδιά, μου αρκούνε·
ας χαρώ τούτα δω· οι θεοί ας μου δώσουν
μια χάρη που δε μου ᾽δωσαν για σένα.
Θα σε πενθώ, κι όχι ένα χρόνο μόνο·
θα σε πενθώ όσο ζω· για τους γονιούς μου,
για μάνα και πατέρα, θα έχω μίσος·
με λόγια μ᾽ αγαπούσαν, όχι με έργα·
340 εσύ έδωσες για με, για να με σώσεις,
το πιο ακριβό στον κόσμο, τη ζωή σου.
Να μη θρηνώ, που τέτοιο ταίρι χάνω;
Για με πια πάνε συντροφιές, στεφάνια,
χαροκόπια, τραγούδια, που αντηχούσαν
στο σπίτι μου· ποτέ πια δε θ᾽ αγγίξω
τη λύρα, ούτε ποτέ θα τραγουδήσω
πάνω στον ήχο λιβυκής φλογέρας·
τη χαρά της ζωής μαζί σου παίρνεις.
Ομοίωμα του κορμιού σου, από το χέρι
τεχνιτών καμωμένο, θα το βάλω
350 στο στρώμα μέσα, κι αγκαλιάζοντάς το
και τ᾽ όνομά σου κράζοντας θα λέω
πως αγκαλιάζω εσέ τη λατρευτή μου·
κρύα ηδονή, μα της ψυχής το βάρος
έτσι, θαρρώ, θα το αλαφρώνω λίγο.
Και στα όνειρά μου αν θά ᾽ρχεσαι, η χαρά μου
θα ᾽ναι μεγάλη· είναι γλυκό να βλέπεις,
τη νύχτα, εκείνους που αγαπάς, ας είναι
και για λίγο. Του Ορφέα τη γλώσσα αν είχα,
φωνή μελωδική σαν τη δική του,
που να μπορώ απ᾽ τον Άδη να σε πάρω
μαγεύοντας της Δήμητρας την κόρη
και τον άντρα της με ύμνους, ούτε ο σκύλος
360 του Πλούτωνα, ούτε ο Χάρωνας, ο γέρος
περαματάρης των ψυχών, δε θα ήταν
μπόδιο για μένα· θα ᾽τρεχα εκεί κάτω,
εδώ στο φως και πάλι να σε φέρω.
Καρτέρα με όμως όταν θα πεθάνω
κι ετοίμασε έναν τόπο εκεί, να μείνω
μαζί σου. Εγώ θ᾽ αφήσω στα παιδιά μας
παραγγελιά μες στο ίδιο να με βάλουν
κέδρινο νεκροκρέβατο που θα είσαι,
πλάι πλάι τους δυο· χωρίς εσέ, τη μόνη
πιστή μου, ούτε νεκρός δε θέλω να είμαι.
ΚΟΡ. Κι εγώ το βαρύ πένθος σου, σα φίλος,
370 για την κυρά θα μοιραστώ· το αξίζει.
ΑΛΚ. Τα λόγια του πατέρα σας, παιδιά μου,
τ᾽ ακούσατε· πως δε θα μ᾽ αψηφήσει
και πως ποτέ μητριά δε θα σας δώσει.
ΑΔΜ. Το ξαναλέω, κι έτσι θα γίνει. ΑΛΚ. Τότε,
απ᾽ το χέρι μου δέξου τα.
Σπρώχνει τα παιδιά προς τον Άδμητο και αυτός τα παίρνει στην αγκαλιά του.
ΑΔΜ. Τα παίρνω,
δώρο ακριβό από χέρι που αγαπάω.
ΑΛΚ. Γίνε γι᾽ αυτά και μάνα, αντίς για μένα.
ΑΔΜ. Η ανάγκη, αφού θα ᾽ναι ορφανά από μάνα.
ΑΛΚ. Φεύγω, παιδιά μου, σε ώρα που δεν πρέπει.
380 ΑΔΜ. Έρημος από σένα, αχ, τί θα κάμω;
ΑΛΚ. Μια σκιά οι νεκροί· ο καιρός θα σε ηρεμήσει.
ΑΔΜ. Αχ, σε ικετεύω, πάρε με μαζί σου.
ΑΛΚ. Πεθαίνω εγώ για σένα, κι αυτό φτάνει.
ΑΔΜ. Τί γυναίκα μού παίρνεις, Μοίρα, Μοίρα!
ΑΛΚ. Τα μάτια μου βαραίνουν, σκοτεινιάζουν.
ΑΔΜ. Είμαι κι εγώ χαμένος, αν μ᾽ αφήσεις.
ΑΛΚ. Ξέρε το, δεν υπάρχω πια. ΑΔΜ. Μη γέρνεις
το κεφάλι· πού αφήνεις τα παιδιά σου;
ΑΛΚ. Παιδιά μου, δεν το θέλω· χαίρετε όμως.
390 ΑΔΜ. Γιά ρίξ᾽ τους μια ματιά. ΑΛΚ. Η ζωή μου σβήνει.
ΑΔΜ. Μ᾽ αφήνεις; ΑΛΚ. Χαίρε. ΑΔΜ. Είμαι κι εγώ χαμένος.
ΚΟΡ. Πάει του Άδμητου η γυναίκα· έχει τελειώσει.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ - ΝΙΚΑΙΑ

ΝΙΚΑΙΑ
(νερό σε κρασί)
 
Σύμφωνα με τον Νόννο (Διον. 15-16), η Νίκαια ήταν Νύμφη Ναϊάδα, κόρη του ποταμού Σαγγάριου και της θεάς Κυβέλης, ακόλουθος της Άρτεμης. Αποστρεφόταν τον έρωτα και ασχολούνταν μόνο με το κυνήγι, τη φροντίδα των άγριων ζώων και το παιχνίδι, κάτι που αναπόφευκτα προκάλεσε τη θεά Αφροδίτη και τον Έρωτα.
 
Όταν κάποτε της εκμυστηρεύτηκε τον έρωτά του γι' αυτήν ο φρύγας βοσκός Ύμνος, οργισμένη η Νίκαια από τις επανειλημμένες οχλήσεις του τον σκότωσε με ένα βέλος· θεές και νύμφες έκλαψαν τον θάνατό του. Και ο Έρωτας, για να την εκδικηθεί, τοξοβόλησε τον Διόνυσο και τον έκανε να ερωτευτεί την άκαρδη νέα, όταν την είδε να λούζεται γυμνή, και να την ακολουθεί παντού, για να την αποκτήσει.
 
Τότε μόνο μπόρεσε να κοιμηθεί μαζί της και να την αποκτήσει, όταν μετέτρεψε το νερό της κρήνης απ' όπου το κορίτσι έπινε νερό, σε κρασί. Όταν η Νίκαια συνήρθε και κατάλαβε τι είχε γίνει, προσπάθησε να αυτοκτονήσει, κι ύστερα εγκατέλειψε και τα δάση και την Άρτεμη. Λίγο αργότερα, και με τη βοήθεια των Ωρών, γέννησε ένα κοριτσάκι που το ονόμασε Τελετή. Εκείνη πάλι, η γυναίκα, γερνούσε μέσα στη θλίψη.
 
Σύμφωνα με τον Μέμνωνα (FHG, iii, fr. 41), η Νίκαια συμφιλιώθηκε με τον Διόνυσο και έκαναν και άλλα παιδιά, ανάμεσά τους και τον Σάτυρο. Και ο Διόνυσος, για να τιμήσει τη μητέρα των παιδιών του, μετά την επιστροφή του από την Ινδία έκτισε μια πόλη και της έδωσε το όνομα Νίκαια.

ΤΑΓΜΑΤΑΡΧΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΒΕΛΙΣΣΑΡΙΟΥ ''Ο ΜΑΥΡΟΣ ΚΑΒΑΛΑΡΗΣ'' (1861 -1913)

''Ο ΜΑΥΡΟΣ ΚΑΒΑΛΑΡΗΣ''  (1861 -1913)

ΚΑΤΑΓΩΓΗ - ΜΟΡΦΩΣΗ - Ο ΑΤΥΧΗΣ ΠΟΛΕΜΟΣ ΤΟΥ 1897 

Ο Ιωάννης Βελισσαρίου γεννήθηκε στις 26 Νοεμβρίου 1861 στο Πλοέστι της Ρουμανίας, όπου είχε μεταναστεύσει ο πατέρας του από την Κύμη και έτσι ο Βελισσαρίου πέρασε τα σχολικά του χρόνια εκεί. Από πολύ νέος άρχισε να διαβάζει διάφορα συγγράμματα, που είχαν σχέση με την Ελληνική Επανάσταση και να εμπνέεται από τα επαναστατικά θούρια του Ρήγα. Έκανε γυμναστική και ασταμάτητα μελετούσε ιστορικά, αρχαιολογικά και στρατιωτικά έργα, είχε δε μία έμφυτη κλίση στη γλωσσομάθεια.

Σε ηλικία 16 ετών εγκαταλείπει τη Ρουμανία, για να έλθει νέος ακόμα να καταταγεί ως εθελοντής στον Ελληνικό Στρατό και να υπηρετήσει την πατρίδα του, γεγονός το οποίο δεν πραγματοποιείται λόγω του νεαρού της ηλικίας του. Ο Βελισσαρίου τότε αναγκάζεται να καταφύγει στην Αίγυπτο, όπου βρίσκεται η αδελφή της μητέρας του. Μπαίνει σε Γαλλικό Κολέγιο για μία τριετία και επανέρχεται στην Αθήνα, όπου εκπληρώνει τον άσβεστο πόθο του να καταταγεί εθελοντής. Έγινε δεκτός στο Τάγμα Πεζικού Μαυρομιχάλη, το οποί ο αποτελούσαν ορεσίβιοι εύσωμοι και σκληραγωγημένοι νέοι, επιλεγμένοι ειδικά από τον διοικητή τους...

Προπαιδευμένος στο Τάγμα αυτό πέρασε όλες τις φάσεις των σκληρών πεζικών ασκήσεων, έγινε δε και διδάσκαλος των Γαλλικών του διοικητή του. Γεμάτος ενθουσιασμό άρχισε στο στρατό τη σταδιοδρομία του δείχνοντας μεγάλη προθυμία, επίδοση και αντοχή στις σκληρές ασκήσεις, τις κακουχίες και τις εξαντλητικές πορείες, γεγονός που προκάλεσε την προσοχή του διοικητή του, που τον προσέλαβε στην ακολουθία του. Μετά τη συμπλήρωση του απαραίτητου χρόνου υπηρεσίας ως εθελοντής, μπαίνει στη Σχολή των Υπαξιωματικών από την οποία αποφοιτά με το βαθμό του ανθυπολοχαγού του Πεζικού το 1887.

Ήταν εύσωμος, μάλλον ψηλός, ευθυτενής με αετίσιο και ζωηρό βλέμμα, με πλούσια μαλλιά, με πυκνά φρύδια, που κάλυπταν τα ζωηρά και εκφραστικά γαλανά του μάτια. Διατηρούσε το υπογένειο της εποχής εκείνης. Κρατούσε μαστίγιο στο χέρι, φορούσε «υποδήματα εφίππου» με σπιρούνια και ήταν άριστος ιππέας. Στους δε Βαλκανικούς Πολέμους είχε ένα μεγαλόπρεπο μαύρο άλογο και γι΄αυτό από τους ευζώνους του ονομάστηκε «Μαύρος Καβαλάρης».


Ήταν πνεύμα ανήσυχο, που ήθελε να ικανοποιεί κάθε γνώση. Μελετηρός, τον έβρισκες πάντοτε μεταξύ στρατώνα, βιβλιοθήκης και σπιτιού. Αγνός στο ήθος, σώφρων, ασκητικός, κύριος των κινήσεών του, επιβλητικός, που έκανε εντύπωση σε όλους. Προικισμένος με αξιο θαύμα στη φιλομάθεια, εκτός της στρατιωτικής και της πολιτικής ιστορίας, είχε σε άριστο βαθμό γνώσεις αρχαιολογίας. Όταν ομάδα Γερμανών αξιωματικών επισκέφθηκε την Αθήνα το 1890, ήταν ο μόνος νεαρός αξιωματικός που γνώριζε γερμανικά και ανέλαβε να τους ξεναγήσει στους αρχαιολογικούς χώρους όπου τους κατέπληξε με την ευρυμάθεια του, έτσι ώστε να νομίσουν οι Γερμανοί αξιωματικοί ότι ήταν καθηγητής της Αρχαιολογίας.

Είχε εξαιρετικές διοικητικές ικανότητες. Μελετούσε το χαρακτήρα και την ψυχολογία των υφισταμένων του μπαίνοντας στα βάθη της ανθρώπινης ψυχής, που μελετούσε με ενδιαφέρον και με στοργή. Κατακτούσε τις καρδιές των ανδρών του και με το παράδειγματου τους παρέσυρε προς τη δόξα και το θάνατο. Αγνός, ηθικός, τίμιος, γενναίος μέχρι υπερβολής αψηφούσε τους κινδύνους, όταν το απαιτούσαν οι περιστάσεις. Γνώριζε καλά να προσεγγίζει τις στιγμές αυτές ο Βελισσαρίου, ώστε στις κυριότερες μάχες των πολέμων 1912-1913 να χρησιμοποιεί τη στρατιωτική του μεγαλοφυία και το έμψυχο υλικό του, το οποίο αυτός είχε προπαρασκευάσει και διαμορφώσει από τη δύσκαμπτη και δυσδιοίκητη μάζα των ορεσίβιων τσολιάδων στην ενδοξότερη δύναμη του ελληνικού στρατού, ετσί ώστε να παραμείνει σαν ίνδαλμα ο αθάνατος τσολιάς.

Λένε μετέπειτα κριτικοί για αυτόν: «Δεν ήτο απλώς ένας ηρωικός μαχητής ο Ιωάννης Βελισσαρίου. Την έμφυτον ορμητικότητα του συνεδύαζεν ούτος με την σωφροσύνην, και με την πατρικήν του μέριμναν περί των υπό τας διαταγάς του ανδρών. Δεν τους παρέσυρεν ασκόπως εις ουσίας άνευ λόγου. Όταν όμως ή τακτική κατάστασις το επέβαλεν, ετίθετο αυτός ο ίδιος επίκεφαλής και με το παράδειγμα της αταραξίας και της περιφρονήσεως του κινδύνου ηλέκτριζε τους άνδρας του και τους καθίστα και αυτούς ήρωας. Διότι ήτο μελετητής της Ιστορίας και της τακτικής, είχε δε συγγράψει πολύτιμα στρατιωτικά συγγράμματα. Απετέλη δηλαδή τον τέλειον τύπον ηγήτρος, ο οποίος εμπνέει λόγω γνώσεων και πείρας εμπιστοσύνην και σεβασμόν, αλλά και αγάπην εις τους υπ’ αυτόν. Ανεδείχθη ούτω ο Ιωάννης Βελισσαρίου ως μία εκ των μάλλον αντιπροσωπευτικών στρατιωτικών φυσιογνωμιών της νεωτέρας Ελλάδος, κατά πάντα αντάξια των αθανάτων προτύπων αρετής των αρχαίων ημών προγόνων».


«Το πολεμικόν σύνθημα, το οποίον καθιέρωσεν ο Βελισσαρίου, «Ταχύτης, ορμή», ή το συμφυές με την ορμητικήν ιδιοσυγκρασίαν, αλλά και απαύγασμα βαθείας μελέτης και ακριβούς γνώσεως του Εθνικού χαρακτήρα και της πολεμικής τέχνης».

Με αυτές τις αρχές ο Βελισσαρίου (έχει το βαθμό του ανθυπολοχαγού από το 1887) έλαβε μέρος στον ατυχή πόλεμο του 1897. Κατέχει με διμοιρία ανώνυμο οχύρωμα στη διάβαση της Μελούνας όπου πολεμά γενναία και δεν υποχωρεί, παρά μόνο όταν του έστειλαν γραπτή διαταγή. Έ τσι, παρέμεινε εκεί σχεδόν ένα ο λόκληρο 24ωρο, ενώ όλα τα άλλα τμήματα είχαν υποχωρήσει από το απόγευμα.

Στη μάχη της Δερβέν-Φούρκας στις 7 Μα ΐου 1897, με τη δύναμη του 3ου Λόχου του 5ου Συντάγματος καλύπτει την υποχώρηση των ελληνικών τμημάτων. Το Λόχο του Βελισσαρίου ο Τούρκος διοικητής τον υπολογίζει για δύναμη ταξιαρχίας, μην μπορώντας με μεγαλύτερες στρατιωτικές δυνάμεις να προχωρήσει. Γι΄ αυτό ο αρχιστράτηγος τότε Διάδοχος, στην έκθεση του, αναφέρει μόνο τον Βελισσαρίου μεταξύ όλων των αξιωματικών εξαιτίας της γενναιότητας και της τόλμης που έδειξε. Τον επόμενο χρόνο 1898, προάγεται σε υπολοχαγό και το 1905 σε λοχαγό.

Κατά την περίοδο αυτή, συμπληρώνει τις σπουδές του και είναι ανυπόμονος να αποπλύνει την ήττα του πολέμου του 1897. Σύμφωνα δε με τις τότε συνθήκες, υπέβαλε υποψηφιότητα βουλευτή στην ιδιαίτερη πατρίδα του, την Κύμη, για να πολεμήσει τη φαυλοκρατία, όπως έλεγε. Αλλά ευθύς και ειλικρινής στους προ εκλογικούς λόγους του δεν υποσχόταν θέσεις και παράνομες παραχωρήσεις, αλλά εφαρμογή του Νόμου, κοινωνική δικαιοσύνη και ισοπολιτεία, με αποτέλεσμα να καταψηφισθεί σε αντίθεση με τον άλλο συνυποψήφιο αξιωματικό του Ιππικού, ο οποίος αφειδώς σκόρπιζε υποσχέσεις, που δεν εκπλήρωσε.


Το 1907 διορίστηκε Δημαστυνόμος στη Σκόπελο, θέση την οποία έπαιρναν αξιωματικοί του Στρατού λόγω έλλειψης αξιωματικών της Χωροφυλακής. Εκεί παντρεύτηκε την Χαρίκλεια, με την οποία απέκτησε έναν γιο, ο οποίος, όμως, πέθανε σε ηλικία δύο χρόνων. Εξαιτίας του γεγονότος αυτού ο Βελισσαρίου το 1912-1913 φοράει και το πένθος.  

Το 1910 προάγεται στο βαθμό του ταγματάρχη και στις επαναστατικές κινήσεις των αξιωματικών για την αλλαγή της πολιτικής συμμετείχε και ενέκρινε την πολιτική της αλλαγής. Συνετέλεσε δε στην αναίμακτη επικράτηση του κινήματος γιατί, ως φρούραρχος του Στρατοπέδου στο Γουδί, ήταν αντίθετος σε κάθε εξτρεμιστική πράξη ορισμένων μελών του Συνδέσμου, τον οποίο αποτελούσαν κατώτεροι αξιωματικοί υπό την αρχηγία του συνταγματάρχη Ν. Ζορμπά.

Ο ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ Α’ ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ

Η Ελλάδα ταπεινωμένη στον πόλεμο του 1897 και εξουθενωμένη από τις πολιτικές διαμάχες, συνήλθε και ανασυγκροτήθηκε το 1910 κάτω από τη φωτισμένη ηγεσία του Ελευθέριου Βενιζέλου, ο οποίος την προετοίμασε για νέα εξόρμηση, εθνική ανάταση και απελευθέρωση των αλύτρωτων αδελφών της Ηπείρου, Μακεδονίας, Θράκης, των Νησιών και της Μ. Ασίας.


Στον κοινό τούτο πόθο της ελευθερίας των αλύτρωτων αδελφών συνταυτίστηκαν και οι από βορρά γείτονες μας, έτσι ώστε να γίνει η Βαλκανική Συμμαχία εναντίον των Τούρκων τον Οκτώβριο του 1912. Οχτώ μεραρχίες από ελληνικής πλευράς επιτέθηκαν εναντίον των Τούρκων στην Ελασσόνα και μετά στα στενά του Σαραντάπορου. Ο Βελισσαρίου τότε υπηρετεί διοικητής του 3ου Τάγματος του IV Συντάγματος Πεζικού, του οποίου διοικητής ήταν ο σύγγαμπρος του Συνταγματάρχης Ι. Παπακυριαζής.

Κατά τη μάχη του Σαραντάπορου το Τάγμα του Βελισσαρίου ήταν σε εφεδρεία, αλλά κατά την επίθεση εξόρμησε και υπερπήδησε τα δύο άλλα και έτσι βρέθηκε στην πρώτη γραμμή. Αφού πέρασε πρώτα από απρόσιτες κορυφές, βρέθηκε στα μετόπισθεν προκαλώντας τη σύγχυση και τη γενική υποχώρηση. Τη μάχη αυτήν τη χαρακτήρισε ο Βελισσαρίου «Δευτέραν Πλεύναν». Παρά την ευτυχή έκβαση της μάχης, μεταξύ των δύο γιγάντων αξιωματικών και συγγάμπρων, Παπακυριαζή και Βελισσαρίου, όπως αναφέρει ο στρατηγός Πάγκαλος, δημιουργήθηκε σοβαρό επεισόδιο, το οποίο λίγο έλειψε να είχε δυσάρεστες συνέπειες.

Κατά την επίθεση στο Σαραντάπορο ο Συνταγματάρχης Παπακυριαζής, στον ενθουσιασμό του πάνω, δεν καθόρισε σημείο κατεύθυνσης. Ο Βελισσαρίου τον ρώτησε: «Κύριε Συνταγματάρχα, σημείον κατευθύνσεως;». Ο Παπακυριαζής του απαντά χαριτολογώντας: «Η Κωνσταντινούπολις», χωρίς να νομίζει ότι ο Βελισσαρίου θα το μετέφερε. Ο Βελισσαρίου, όμως, με τη βροντώδη φωνή του, στράφηκε προς τους λοχαγούς του και επανέλαβε τη φράση: «Κύριοι λοχαγοί, σημείον κατευθύνσεως η Κωνσταντινούπολις». Αυτό θεωρήθηκε ειρωνεία από τον Παπακυριαζή, ο οποίος, ευέξαπτος όπως ήταν, παρεκτράπηκε σε βαριές φράσεις εναντίον του Βελισσαρίου, ο οποίος, όμως, αντέδρασε με οξύτητα. Τότε ο Παπακυριαζής ξιφούλκησε, για να του επιτεθεί. Ατάραχος, όμως, ο Βελισσαρίου του είπε: «Σε ατενίζω ως ο Ζευς από του Ολύμπου», εννοώντας ότι ατάραχος και γαλήνιος, με το ολύμπιο βλέμμα του, καθόλου δε θορυβείται από την ξιφούλκηση του μανιασμένου Συνταγματάρχη του.

Το επεισόδιο αυτό έγινε αφορμή να χωριστούν οι δύο συγγενείς αξιωματικοί, γιατί ο Βελισσαρίου ζήτησε να αλλάξει Σύνταγμα από τον επιτελάρχη Δουσμάνη, ο οποίος του έκανε δεκτό το αίτημα και έτσι ο Βελισσαρίου ανέλαβε διοικητής του 9ου Τάγματος Ευζώνων του 1/38 Συντάγματος, διοικητής του οποίου ήταν ο Δ. Παπαδόπουλος. Το Σύνταγμα είχε άλλα δύο Τάγματα, όπου διοικητής του 8ου Τάγματος ήταν ο ταγματάρχης Ιατρίδης και του ανεξάρτητου Τάγματος των Κρητικών ο ταγματάρχης Κολοκοτρώνης, εγγονός του Γέρου του Μωρία. Έτσι, ο Βελισσαρίου μεταπήδησε στη νέα του μονάδα. 

Η VI Μεραρχία, στην οποία ανήκε και το 1/38 Σύνταγμα Ευζώνων, επιβιβάζεται στα πλοία και στις 26 Δεκεμβρίου 1912 αποβιβάζεται στην Πρέβεζα. Με σύντομη δε πορεία και με βαρύ χειμώνα περνάει από κακοτράχαλα βουνά και φτάνει το απόγευμα της 3ης Ιανουαρίου στο Καλέντζι μετά από πολλές κακουχίες. Καταλαμβάνει αμέσως το δεξιό άκρο της όλης παράταξης της Στρατιάς Ηπείρου κοντά στο χωριό Λάζαινα, το οποί ο βρίσκεται στην ανατολική πλευρά της Αετοράχης. Μετά από προπαρασκευή, ο διοικητής της Στρατιάς Ηπείρου Αντιστράτηγος Σαμπουντζάκης θέλησε να ενεργήσει γενική επίθεση στις 7 Ιανουαρίου 1913, πριν φτάσει εκεί το Γενικό Στρατηγείο του αρχιστρατήγου Κωνσταντίνου, τότε Διάδοχου. 

Ο αντικειμενικός σκοπός της επιχείρησης ήταν η κατάληψη του «φύσει και θέσει» οχυρού Μπιζάνι, από την κατάληψη του οποίου αυτόματα έπεφτε και η πόλη των Ιωαννίνων. Γι΄ αυτό και η κύρια επίθεση για την κατάληψη του οχυρού Μπιζάνι ανατέθηκε στα Ευζωνικά Τάγματα της Ηπειρωτικής Μεραρχίας. Δεξιά αυτών θα έκανε την επίθεση το απόσπασμα της VI Μεραρχίας αποτελούμενο από το 1/38 Σύνταγμα Ευζώνων, από ένα Τάγμα του 17ου Συντάγματος Πεζικού, από λόχο μηχανικού και από δύο ορειβατικές πυροβολαρχίες, εναντίον των υψωμάτων του χωριού Λοζέτσι (Ελληνικό) και στη συνέχεια, με προέλαση, εναντίον της Καστρίτσας.


Μετά τη νικηφόρο διαδρομή από την Ελασσόνα μέχρι τη Θεσσαλονίκη και βορειότερα μέχρι τη Φλώρινα και τη Δοϊράνη, οι αετοί του Βελισσαρίου είναι έτοιμοι, αναδιπλούμενοι τώρα στην Ήπειρο να δώσουν το ατίμητο δώρο της ελευθερίας. Από τα βάθη των αιώνων ο Δωδωναίος Ζευς και «οι καϋμοί της λιμνοθάλασσας», με την ελληνικότητα του εδάφους και του πληθυσμού, αναμένουν τη λύτρωση. Τα βουνά στο Σούλι βροντοφωνάζουν το αθάνατο εκείνο τραγούδι:

«Στη στεριά δε ζει το ψάρι ούτ’ ανθός στην αμμουδιά και οι Σουλιώτισσες δε ζούνε δίχως την ελευθερία».
 
Ο χορός εκείνος του θανάτου εμπνέει τη λαϊκή μούσα, ενώ το ποιητικό δαιμόνιο του εθνικού μας ποιητή Δ. Σολωμού με τους στίχους του στήνει τις αναβαθμίδες της μεγαλύτερης θυσίας του Κόσμου. Τα ηπειρωτικά βουνά παραμένουν αθάνατα στην ψυχή όλων των λαών και των εθνών και διδάσκουν τους μεταγενέστερους πώς να προχωρούν προς την υπέρτατη ιδέα της αυτοθυσίας, για χάρη των ιδανικών του ανώτερου πνεύματος, τα οποία συνθέτουν την πίστη για τον Θεό και την αγάπη για την Πατρίδα.
 
Γράφει ο Βελισσαρίου για τη θυσία αυτή των Σουλιωτισσών προς τους δικούς του στην Κύμη, όταν παρέπλεε τις κυμαϊκές ακτές: «Πόσον ευτυχής είμαι πού πηγαίνω προς την Ήπειρον, προς την αγνοτέραν περιοχήν της Πατρίδος μας καί πόσον ευτυχέστερος θα ήμουν, αν αυτό το ευτελές σαρκίον μου το θυσιάσω εκεί. Όσην αξίαν όμως και αν έχει η θυσία αυτή, αν ευδοκήση ο Θεός και την δεχθή, είναι πολύ ταπεινότερα ε κείνης που αναδίδεται από το τραγικόν μεγαλείον μιας απλής και αγραμμάτου γυναίκας του Ζαλόγγου που εις ουδεμίαν σχολήν στρατιωτικής τακτικής του πολέμου είχεν φοιτήσει, έμαθε όμως να άγεται προς την αυτοθυσίαν εν άσματικαι εν χορώ».


Αλλά ας συνεχίσουμε τη νοητή πορεία μας σήμερα, εκείνη που, πριν από εβδομήντα πέντε χρόνια, έκανε ο Βελισσαρίου με τους γενναίους συμπολεμιστές του. Το βράδυ της 20ης Φεβρουαρίου στην εκκλησία του Προδρόμου, πρώτος αυτός με την παράτολμη ενέργεια του ανάγκασε τον διοικητή των Ιωαννίνων να στείλει αντιπροσωπεία τον ανηψιό του Ρεσύφ μπέη μαζί με τον πρωτοσύγκελο Ιωαννίνων και να προτείνει την παράδοση της πόλης όπως θαδούμε παρακάτω.

Οι θέσεις εξόρμησης του 1/38 Συντάγματος Ευζώνων βρίσκεται στις 7 Ιανουαρίου στα νότια του χωριού Λαζανά ύψωμα 970. Στις 23.00 ώρα ανυπόμονος ο Βελισσαρίου παίρνει την εντολή πρώτος να εξορμήσει με το 9ο Τάγμα του. Τόσο θυελλώδης ήταν η εξόρμηση, ώστε εντός ολίγου τα χωριά Λαζανά και Αετοράχη καταλήφθηκαν. Δεξιά του το αδελφό 8ο Τάγμα του 1/38 επέκτεινε την επίθεσή του, υποστηριζόμενο από Ουλαμό Πολυβόλων. Ο εχθρός τράπηκε σε άτακτη φυγή καταδιωκόμενος. Στην πρώτη γραμμή ο Βελισσαρίου, με τη βροντερή φωνή του διαπερνούσε όλη την έκταση του Τάγματος σαν κεραυνός, την «ερεβώδη» εκείνη νύχτα.
 
Τα υποχωρούντα Τουρκικά τμήματα από όλες τις μεριές συγκεντρώθηκαν στον αυχένα και δυτικά του υψώματος 983 για να προβάλλουν νέα αντίσταση εναντίον της επικίνδυνης «σφήνας» των ευζώνων του Βελισσαρίου. Ο Βελισσαρίου, όμως, εξουδετέρωσε και την αντίσταση αυτή και «υψηπετής» ανέβηκε από τη χαράδρα Βράνια προς την κορυφογραμμή του υψώματος 983 και βρέθηκε στο δυτικό πλευρό της τουρκικής αντίστασης. Όταν έφθασε εκεί βρήκε καθηλωμένα τα τμήματα της Μεραρχίας Ηπείρου και το 3ο Ανεξάρτητο Ευζωνικό Τάγμα.
 
Κατά του υψώματος αυτού έγινε συνδυασμένη επίθεση του 9ου Τάγματος Βελισσαρίου και του 8ου από τον Ιατρίδη, το οποίο προσέβαλε τον εχθρό κατά μέτωπο με τους τρεις εφεδρικούς λόχους του αποσπάσμα τος. Ο εχθρός εγκατέλειψε τη θέση του και έφυγε προς Κοτσελιό. Η καταδίωξη συνεχίστηκε μέχρι το χωριό (Φράστανα) Κυπαρίσσια.

 
Κατά την επίθεση τραυματίστηκε ο Βελισσαρίου αλλά, παρά την αιμορραγία του, έμεινε έφιππος στο μεγαλόπρεπο άλογο του και δεν εγκατέλειψε τον αγώνα. Έδωσε διαταγή να φέρουν τον νοσοκόμο, να του δέσει το τραύμα στο πόδι, ενώ η καταδίωξη συνεχίστηκε. Πράγματι, έφεραν τον νοσοκόμο και έφιππος ο Βελισσαρίου έβγαλε από τον «αναβολέα» το πόδι του, χωρίς να κατέβει από το άλογο και αφαίρεσε την μπότα, για να του δέσουν πρόχειρα το τραύμα και να επανέλθει στη μάχη.
 
Η προέλαση του μέχρι το χωριό Κυπαρίσσια είχε αποτέλεσμα να υπερκεράσει το οχυρό Μπιζάνι απειλώντας έτσι την πόλη των Ιωαννίνων. Ο Βελισσαρίου, όμως, εξαντλήθηκε από την αιμορραγία και δεν μπορούσε να συνεχίσει, γι΄ αυτό διακομίστηκε στο νοσοκομείο. Όπως αναφέρει ο επιτελής της VI μεραρχίας Θ. Πάγκαλος στα απομνημονεύματα του, αν δεν τραυματιζόταν ο Βελισσαρίου και συνέχιζε την καταδίωξη, θα έπεφταν τα οχυρά του Μπιζανίου και θα καταλάμβανε την πόλη των Ιωαννίνων κατά την επίθεση της 7ης Ιανουαρίου. Από την κυκλωτική απειλή του 9ου Ευζωνικού Τάγματος πανικοβλήθηκε η φρουρά των οχυρών και τα εγκατέλειψε, το βράδυ, όμως, αντιλήφθηκε ότι είχε ανακοπεί η επίθεση και έτσι γύρισε πάλι στα πυροβολεία και τα χαρακώματα.
 
Πέρασε μήνας από τότε και ο Βελισσαρίου, αφού βγήκε από το νοσοκομείο, γύρισε στο Τάγμα του και ανέλαβε πάλι τη διοίκηση, έχοντας γύρω του τους αγαπημένους του ευζώνους. Ο χειμώνας ήταν βαρύς και τα Ελληνικά τμήματα από τις χιονοπτώσεις, τις δυσχέρειες του ανεφοδιασμού και την υποχρεωτική διαμονή κάτω από τα ατομικά αντίσκηνα της τότε εποχής, δοκιμάστηκαν σκληρά και γι’ αυτό πάρα πολλοί έπαθαν κρυοπαγήματα.


Ο Βελισσαρίου συμμεριζόμενος τις κακουχίες έδινε θάρρος, ανακούφιζε και τόνωνε με την πατρική του στοργή τους ευζώνους του και, βρίσκοντας την ιδιαίτερη ψυχοσύνθεση του καθενός, τους έδινε ό,τι είχαν ανάγκη. Χαρακτηριστικό ήταν το παράδειγμα ενός φτωχού εύζωνα που έχασε την κατσίκα του (το πληροφορήθηκε από γράμμα της γυναίκας του) και του έδωσε το αντίτιμο για να την αναπληρώσει, έτσι ώστε να μη σκέπτεται ο στρατιώτης τα προβλήματα του σπιτιού του. Τώρα πλέον βρισκόμαστε στην εξιστόρηση των τελευταίων φάσεων του αγώνα για την απελευθέρωση των Ιωαννίνων, 19-21 Φεβρουαρίου 1913.

Η προπαρασκευή για την τελική επίθεση άρχισε στις 15 Φεβρουαρίου. Ο αρχιστράτηγος Διάδοχος με το επιτελείο του στο Εμίν Αγά κατευθύνει τον αγώνα. Το Γενικό Στρατηγείο με κάθε μυστικότητα συγκρότησε Τμήμα Στρατιάς, που το χώρισε σε τρεις φάλαγγες, με επικεφαλής τον στρατηγό Μοσχόπουλο.
 
Από τις τρεις φάλαγγες, η 2η (στην οποία ανήκε και το 1/38 Σύνταγμα Ευζώνων) υπό τη διοίκηση του Συνταγματάρχη Γιαννακίτσα προήλασε ακάθεκτη το πρωί της 29ης Φεβρουαρίου και σύμφωνα με τις διαταγές έδιωξε τον εχθρό σε ολόκληρο το μέτωπο Μανωλιάσας - Τσούκας και ξεχύθηκε στην πεδιάδα των Ιωαννίνων. Εναντίον, όμως, του εχθρού, που υποχωρούσε προς Άγιο Νικόλαο και Ραψίστα, ο διοικητής του 1/38 Συντάγματος διέταξε επίθεση και καταδίωξη και μετά την 15η ώρα.

Τα δύο ευζωνικά τάγματα υπό τον Βελισσαρίου και Ιατρίδη έδιωξαν τον εχθρό, που μαχόταν και υποχωρούσε με το πλεονέκτημα, όμως, ότι καλυπτόταν από τέλματα και τάφρους κατά την υποχώρηση, πράγμα που ανάγκαζε να βυθίζονται μέχρι τα γόνατα οι άνδρες των δύο ευζωνικών ταγμάτων. Κάτω από τις δυσχερείς αυτές συνθήκες πολεμώντας ο Βελισσαρίου και προπορευόμενος του Ιατρίδη τον παρέσυρε στο απροχώρητο, όπου καταλαμβάνεται μετά από σκληρή μάχη ο Άγιος Νικόλαος και η Ραψίστα. Τότε ο εχθρός πανικοβλήθηκε και έφυγε προς την πόλη των Ιωαννίνων, όπου «μετέφερε» τον πανικό.


Ο αντικειμενικός σκοπός, όμως, της φάλαγγας Γιαννακίτσα, ήταν η μέχρι Ραψίστα κατάληψη της περιοχής για τις 20 Φεβρουαρίου. Η διαταγή επιχειρήσεων που στάλθηκε προς τον Βελισσαρίου να εγκαταστήσει προφυλακές εκεί (Ραψίστα) ευτυχώς δεν έφθασε ποτέ, γιατί η Διοίκηση της Φάλαγγας δεν μπορούσε να παρακολουθήσει και να φανταστεί την ταχύτητα του Βελισσαρίου.
 
Τα υπόλοιπα τμήματα της Φάλαγγας Γιαννακίτσα δεν μπόρεσαν να προχωρήσουν πέρα από τη Ραψίστα, τα δύο ευζωνικά τάγματα, όμως, ακολούθησαν «κατά πόδας» τον εχθρό, ο οποίος τρέχει πανικόβλητος προς την πόλη των Ιωαννίνων. Έτσι, την 19η ώρα προπορευόμενου του Βελισσαρίου καταλήφθηκε ο Άγιος Ιωάννης, που απέχει δύο χιλιόμετρα μόνο από τους στρατώνες πυροβολικού της πόλης των Ιωαννίνων.

Ο Βελισσαρίου τότε εγκατέστησε προφυλακές, απέκοψε τις επικοινωνίες της πόλης των Ιωαννίνων με το Μπιζάνι και συνέλαβε πολλούς αιχμαλώτους, τους οποίους έκλεισε στον περίβολο του Αγίου Ιωάννη. Έπειτα, ζήτησε ενισχύσεις από τον διοικητή της Φάλαγγας, ο οποίος έκπληκτος βρισκόταν σε απορία, τι να κάνει μπροστά στο τολμηρό εγχείρημα του Βελισσαρίου. Η τύχη, όμως, βοηθά τους τολμηρούς και στην προκειμένη περίπτωση δόξασε τον Βελισσαρίου και τον έκανε πρωταθλητή της νίκης των Ιωαννίνων και ελευθερωτή.

Αλλά ας δούμε πώς ο ίδιος περιγράφει τα γεγονότα. Να λοιπόν το επίσημο κείμενο της έκθεσης του.
«Τότε εσταμάτησα, μη θεωρών φρόνιμον να εισέλθω εις την πόλιν και επεδόθην εις την λήψιν προφυλάξεων προς το μέρος της πόλεως, προς δυσμάς ταύτης και προς Κοτσιφιάν, τάξας περί τους τρεις λόχους και ανά δύο πολυβόλα, μεθ’ ο διέταξα και την ανακοπήν των τηλεφωνικών και τηλεγραφικών συρμάτων μεταξύ πόλεως και Μπιζανίου-Καστρίτσης και μετά ταύτα έστειλα προς αναζήτησιν του κ. Ιατρίδου, ίνα συμπληρώσωμεν τας προφυλάξεις και προς το Μπιζάνι, όπερ και εγένετο τάξαντες τον αφιχθέντα ήδη 4ον Λόχον του με τά δύο πολυβόλων.


Επίσης απέστειλα τον ανθυπασπιστήν των πολυβόλων Μπάφαν, έφιππον προς την οδόν Φιλιππιάδος το πρώτον, καθ’ όσον η της Ραψίστης δια μέσου τελματώδους πεδιάδος, ή το δύσκολος την νύκτα, ίνα πληροφόρηση παν ημέτερον στράτευμα περί της εκεί παρουσίας μας και με την παράκλησιν να πλησιάσουν. Αλλ’ επέστρεψεν άπρακτος μετ’ ολίγον, διότι η οδός εκείνη εφρουρείτο υπό των Τούρκων του Μπιζανίου. Μετά ταύτα τον απέστειλα προς Ραψίσταν παρά τω κ. Διοικητή, παρ’ ώ ο 3ος λόχος μου και το τάγμα του 17 Πεζικού συντάγματος.

Οι άνδρες διάβροχοι εκ της διαβάσεως των τελμάτων, έμειναν αγρυπνούντες με το όπλον ανάχείρας, συχναί δε περιπολίαι συνέδεαν τα διάφορα τμήματα, Κατσίκα και Μπιζάνι, ιδίως δεχόμεναι ομάδας αιχμαλώτων, ους ενεκλείομεν εντός του Αγίου Ιωάννου. Συνελήφθησαν κατά την νύκτα εκείνην 37 αξιωματικοί και 935 οπλίται, οίτινες εφυλάσσοντο εις τον περίβολον της εκκλησίας.
 
Περί την 11ην ώραν της εσπέρας διεκρίναμεν εκ του ‘Αγίου Ιωάννου, επιθεωρήσαμεν μετά του κ. Ιατρίδου, δύο παμμεγέθεις φανούς, όπισθεν των οποίων ηκολούθει ομάς ανθρώπων. Επλησιάσαμεν και εμφανίζεται προ ημών ο Άγιος Δωδώνης, όστις μας παρουσίασε δύο Τούρκους αξιωματικούς, τους υπολοχαγόν Ρεούφ και ανθυπολοχαγόν Ταλαάτ, απεσταλμένους του Εσσάτ-Πασά και κομιστάς της γνωστής επιστολής των προξένων Ιωαννίνων (περί προσφοράς παραδόσεως της πόλεως) ανοικτής και Γαλλιστί συντεταγμένης, ην εξουσιοδοτηθείς να αναγνώσω είδον το περιεχόμενον.

Τότε λέγω προς τον κ. Ιατρίδην, ότι εις εξ ημών ανάγκη να τους συνοδεύση είς Εμίν Αγά, όπως διευκολύνει την ταχυτέραν δια των προφυλακών διέλευσιν των άνευ βραδύτητας, λόγω της εξαιρετικώς κρισίμου θέσεως μας, (είχομεν οπίσω μας και δεξιά τον όγκον των τουρκικών στρατευμάτων), και πριν η εξημερώσει και την αντιληφθούν. Απεφασίσθη να τους συνοδεύσω εγώ, επιβάς την ην είχον αμάξης με τά των λοιπών τριών.


Αφιχθέντος εις τας προφυλακάς Μπιζανίου, επί της οδού, εγενόμεθα δεκτοί δια πυροβολισμών παρ’ αγρίου σκοπού πυροβολούντος και κραυγάζοντας «Ντουρ» ενώ 4 σφαίραι εσύριζον εις τα ώτα μας, κατέρχεται ο υπολοχαγός Ρεούφ προχωρών μόνος και με κόπον επιτυγχάνει να πείση τον σκοπόν να ησυχάση. Ελθόντος εν τέλει του αρχιφύλακος, διευκολύνθη η διέλευσις, αφού εξηγήθη, ο σκοπός της αποστολής και ούτω ανενόχλητοι πλέον αφίχθημεν εις τας ημετέρας του Αυγού προφυλακάς, ένθα ετηλεφώνησα εις Εμίν Αγά, ζητήσας και αυτοκίνητον προς ταχυτέραν μετάβασιν, όπερ και εγένετο.

Καθ’ οδόν οι Τούρκοι αξιωματικοί με ηρώτουν περί των υπό των ημετέρων στρατευμάτων κατεχομένων θέσεων, εις ους απήντησα ότι η εκ τριών Συνταγμάτων φάλαγξ Αγίου Νικολάου είναι εις Ραψίσταν, η εκ 3 συνταγμάτων φάλαγξ Μανωλιάσης κατήλθεν εις την πεδιάδα, η της Τσούκας έχει κατέλθει εις Δουραύτι, προσέτι δε και η δεξιά μας φάλαγξ Λοζέτσι προελαύνει προς τα εκεί.
Ότε επεστρέφομεν την πρωίαν και ήτο ημέραν πλέον, οι Τούρκοι αξιωματικοί ανεζήτουν να ιδούν τα προμνησθέντα στρατεύματα, οίτινες εις μάτην αναζητούντες δεν τα έβλεπον, με ηρώτησαν που είναι και εγώ τους απαντώ «επί υψωμάτων». Μα δεν μας ελέγατε την νύκτα, ότι είχον κατέλθει εις την πεδιάδα προσέθεσαν. Όχι τους λέγω, εις την πεδιάδα μόνον ημείς είχομεν κατέλθει». Τότε οι αξιωματικοί προσβλέψαντες αλλήλους και κατανοήσαντες το πάθημα των, έδηξαν τα χείλη και μοι λέγουν είτα:
 
κ. Ταγματάρχα, πρέπει να γνωρίζητε ότι η τιμή της παραδόσεως των Ιωαννίνων οφείλεται εις υμάς. Περί την 8ην πρωίαν της 20ης, επανεκάμψαμεν εις τας προ των Ιωαννίνων θέσεις μας, όπου είχεν ήδη αφιχθή και ο κ. Διοικητής μετά του 3ου λόχου του τάγματος μου και του τάγματος του 17ου συντάγματος. Ο ανθυπασπιστής Μπάφας όστις εστάλη εις Ραψίσταν προς συνάντησιν του κ. Διοικητού περί προσκλήσεως των όπισθεν στρατευμάτων όπως πλησιάσωσι, μετέβη και μετέδωσε την παράκλησίν μου. Υπογραφή (Ι. Βελισσαρίου)».


Άρα λοιπόν, η κατάληψη και παράδοση των Ιωαννίνων προήλθε από τη θυελλώδη ορμή του Βελισσαρίου και περιορίστηκε η παραπέρα αιματοχυσία τη σκοτεινή εκείνη νύχτα. Όλες οι ενέργειες που έγιναν τη νύχτα εκείνη είναι αποτέλεσμα της αστραπιαίας ταχύτητας και ετοιμότητας του Βελισσαρίου. Τις στιγμές αυτές, η προ της πόλεως των Ιωαννίνων παρουσία του έδρασε ψυχολογικά στον διοικητή των Τούρκων Εσσάτ πασά, ώστε να προτείνει την παράδοση, ενώ ακόμη οι οχυρές θέσεις των Τούρκων Μπιζανίου - Καστρίτσας - Σαδοβίτσας ήταν στα χέρια των Τούρκων, όπου μπορούσαν να μάχονται.

Αλλά περισσότερο συγκινητική είναι η στιγμή κατά την οποία ο Βελισσαρίου πορεύεται προς το Εμίν Αγά Στρατηγείο συνοδεύοντας την τουρκική αντιπροσωπεία για την παράδοση των Ιωαννίνων. Ο στρατηλάτης, Διάδοχος Κωνσταντίνος, αφού πρώτα τον ασπάσθηκε, του είπε:

«Βελισσαρίου, είσαι άξιος ραπίσματος, αλλά και φιλήματος. Εγώ αρκούμαι εις το φίλημα».
Έκτοτε ο Βελισσαρίου γίνεται θρύλος. Στην πόλη των Ιωαννίνων, μετά την παράδοση, μπήκε το Σύνταγμα Ιππικού και την επόμενη ο τότε Διάδοχος Κωνσταντίνος με το Στρατηγείο του.


Ο ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΒΟΥΛΓΑΡΙΑΣ Β’ ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ

Αλλά ας δούμε σύντομα ποια ήταν η πολεμική πορεία και το ένδοξο τέλος του Βελισσαρίου, το οποίο πολύ σύντομα (μετά από 5 μήνες) καλύφθηκε με ένδοξες δάφνες εθνικού μεγαλείου. Δεν επιτρέπουν ανάπαυση οι στιγμές τις οποίες περνάει η πατρίδα. Οι Βούλγαροι άρχισαν τις εχθροπραξίες στη Θεσσαλονίκη. Ενώ νέες πολύνεκρες μάχες γίνονται βόρεια της πόλης, όπου και ο στρατός της Ηπείρου βρίσκεται εκεί. Το 1/38 Σύνταγμα Ευζώνων προχωρεί προς τη μάχη.


Εκεί στο Ασβεστοχώριο βρίσκεται και η γυναίκα του Βελισσαρίου Χαρίκλεια, για να τον αποχαιρετήσει. Όπως αναφέρει στην ιστορία των Βαλκανικών Πολέμων 1912-1913 ο στρατηγός Πάγκαλος: «Όταν άρχισαν αι εχθροπραξίαι με τους Βουλγάρους ευρισκόμεθα εις το Ασβεστοχώριον με το επιτελείον της VI μεραρχίας εις ο υπηρετούν. Εκεί πλησίον μου ευρίσκετο και η σύζυγος του Βελισσαρίου. Εκείθεν θα διήρχετο το 9ον τάγμα ευζώνων. Έφιππος ο Διοικητής επί του μεγαλόπρεπους κέλητος επικεφαλής του τάγματος πορεύεται προς Γιουβένσαν. Πλησιάζει η σύζυγος δια να τον χαιρετίσει και ο Εθνικός εκείνος ήρως, σταματήσας προς στιγμήν της είπεν εκτός εαυτού εξοργής και δεικνύων δια της χειρός του την πυρκαϊάν της καιομένης Μπέροβας!

«Δεν έχομε καιρό για ασπασμούς, έχουμε να εκδικηθούμε τα αδέλφια μας, που σφάζει ο Βούλγαρος. Καλήν αντάμωσιν».

Και στρεφόμενος προς τον επιτ/ρχην ο ήρως προσέθεσε:
 
«Σε παρακαλώ, φρόντισε άμα καθαρισθεί η Θεσσαλονίκη να διευκολύνης την αναχώρησήν της δια Αθήνας. Αλλ’ επέπρωτο η ατυχής να μην τον επανίδη».
 
Στις 19 Ιουνίου 1913 έχει ήδη αρχίσει η μάχη Κιλκίς-Λαχανά. Έτσι το 9ο Τάγμα, με επικεφαλής τον Βελισσαρίου, ως εμπροσθοφυλακή, προχωρεί τη 12η ώρα και καταλαμβάνει τα Στεφάνια και τη 14η το Λευκοχώρι και το Καρατζάκιο. Εκεί φονεύθηκε ο Ιατρίδης, διοικητής του 8ου Τάγματος Ευζώνων, από ολόσωμη οβίδα. Τα ξημερώματα στις 20 Ιουνίου κατέλαβε την Ξυλούπολη και την 11η ώρα κατευθύνθηκε προς το Λαχανά.


Η κατάσταση ήταν κρίσιμη τόσο στο παρακείμενο Κιλκίς όσο και στο Λαχανά, που βρίσκεται ο Βελισσαρίου και μάλιστα στους πρόποδες του φοβερού πράσινου λόφου, ο οποίος ήταν αντάξιος του Μπιζανίου, «φύσει οχυρωτά του», με διπλές σειρές από βαθιά ορύγματα και ισχυρά πυροβολεία. Το 1/38 Σύνταγμα Ευζώνων, εκτός του ηρωικού θανάτου του ταγματάρχη Ιατρίδη, είχε απώλειες και το 1/3 των διοικητών των λόχων. Την επίθεση κατά της «φύσει και θέσει» οχυρός θέσης, που θα έκρινε και τη μάχη του Κιλκίς, την έκανε ο Βελισσαρίου με τέσσερεις λόχους του Τάγματος του και με άλλους δύο του ακέφαλου Τάγματος του Ιατρίδη. Την περιγράφει δε ο παρευρισκόμενος εκεί επιτελής της Μεραρχίας: 

«Ευρισκόμην πλησίον του Παπαδοπούλου, όπισθεν της αριστεράς πτέρυγος της γραμμής μας, και είδον το αλησμόνητον θέαμα της εφόδου των εξευγενικών λόχων του Βελισσαρίου. Προτης εφόδου άρπαξε τον αλησμόνητον σαλπικτήν Βλάχον και τον εκράτη σε όρθιον εμπρός εις τους Βουλγάρους και εσάλπισε επί 5 λεπτά το σάλπισμα «εμπρός δια της λόγχης».

Αμέσως όλοιοι λόχοι ώρμησαν με τον Βελισσαρίου πρώτον. Η γραμμή των εορμώντων λόχων, με τας απαστράπτουσας υπό τον ήλιον υπερχιλίας λόγχας, ωμίαζεν με χαλυβδίνην ταινίαν, και με πυρίνην ρομφαίαν, η οποία απειλητική επήρχετο εναντίον των εχθρικών ορυγμάτων.


Πριν αυτή φθάση εις απόστασιν 150 μέτρων περίπου και καθ’ ην στιγμήν το πυροβολικόν μας ηναγκάζετο να επιμηκύνη την βολήν του, οι αμυνόμενοι εγκατέλειψαν τα χαρακώματα φεύγοντες, ολίγοι κατ’ αρχάς, αθρόως βραδύτερον. Όταν οι αλαλάζοντες εύζωνοι του Βελισσαρίου επλησίαζοντας προσβάσεις των και τους έπληττον δια λογχών, ο Βελισσαρίου ανελθών επί λίθου εκράτη την σημαίαν την εκίνη και εφώναζεν:
 
«Μπράβο σας παληκάρια εύζωνες. Ο Σταυρός μας βοηθάει. Σταθείτε ένα λεπτό και κοιτάτε δεξιά και αριστερά και ιδήτε τί γίνεται. Ξεπεράσαμε την ιστορία του Εικοσιένα».
 
Οι Βούλγαροι άρχισαν να φεύγουν. Και όχι μόνο δεν πρόφτασαν να πάρουν τα κανόνια τους, αλλά τα άφησαν με τα κλείστρα ανέπαφα και σε δύο μάλιστα είχαν και τα βλήματα μέσα. Η καταδίωξη συνεχίζεται αμείλικτα στην οδό για τις Σέρρες. Η διαταγή που στάλθηκε μετά τη δύση του ήλιου διέταξε την αναστολή της καταδίωξης.


Ο Βελισσαρίου, όμως, και ο Συνταγματάρχης Παπαδόπουλος ήταν υπέρ της καταδίωξης μέχρι το Στρυμόνα και της κατάληψης των γεφυρών, Κουμάριανης και του Όρλιακο. Ο Βελισσαρίου, όμως, προχώρησε μέχρι του τελευταίου υψώματος στο Μπάς κιόϊ. Από εκεί στις 26 Ιουνίου λαμβάνει διαταγή να καταλάβει τη διάβαση του Δεμίρ Κάπου, ύψ. 1.604, στο όρος Μπέλες.
 
Ο Βελισσαρίου επικεφαλής του Τάγματος εξορμά από Τζουμάς-Άνω Ποροΐων και με σύντομη πορεία στην ανηφορική τοποθεσία του Μπέλες αρχίζει την επίθεση διώχνοντας το εχθρικό τάγμα και καταλαμβάνοντας τη σπουδαία αυτή διάβαση.
 
Στις 28 Ιουνίου ο Βελισσαρίου κατέρχεται από τη δεσπόζουσα αυτή θέση και ενώνεται με τα άλλα τμήματα της VI Μεραρχίας στο Δεμίρ Ισδάρ. Πέρασε το Στρυμόνα νότια από τη γέφυρα του παραπόταμου Μπήσαλα. Κατά τη διάβαση του ποταμού είχε την αξίωση ολόκληρο το τάγμα συντεταγμένο κατά τετράδες να κρατά ζύγιση και στοίχιση με έντονες κραυγές. Οι τσολιάδες του Βελισσαρίου, που κάθε νεύμα και κάθε διαταγή απ’ αυτόν ήταν νόμος και καθήκον, που έπρεπε να τηρηθεί και να εκτελεσθεί, πέρασαν τον ποταμό σύμφωνα με τη διαταγή του ζυγισμένοι και στοιχισμένοι, αν και το ρεύμα ήταν ορμητικό και το νερό κάλυπτε αυτούς μέχρι το ύψος των ώμων.
 
Στη συνέχεια των προσπαθειών αυτών, το Τάγμα του Βελισσαρίου γίνεται όχι μόνο αήττητο, αλλά και πρωτοπόρο και διατάσσεται να φέρει σε πέρας άλλη δυσκολότερη αποστολή. Με τους τρεις λόχους πρέπει να καταλάβει το ύψωμα Πιλάφ-τεπέ (υψοδείκτης 1.950), γιατί οι Βούλγαροι που το είχαν εμπόδιζαν την προέλαση της Μεραρχίας προς την κατεύθυνση της Μπέλιτσας.


Ο Βελισσαρίου ενήργησε πάλι αστραπιαία και επιτέθηκε ακάθεκτα εναντίον των Βουλγάρων, τους οποίους, μετά από σκληρό αγώνα, ανάγκασε να τραπούν σε φυγή. Ανέβηκε στο ύψωμα Πιλάφ-τεπέ και καταδίωξε τους Βουλγάρους μέχρι Κοζοβίτσας Ασάρ.

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ ΚΑΙ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΒΕΛΙΣΣΑΡΙΟΥ

Έτσι λοιπόν, στη νέα αυτή φάση των αγώνων του Έθνους, αδιάκοπα από τις 19 Ιουνίου μέχρι τις 7 Ιουλίου μαχόμενος βρίσκεται πριν από τα στενά της Κρέσνας. Στη στενωπό αυτή που οδηγεί προς την Άνω Τζουμαγιά, είχαν οργανωθεί οι Βούλγαροι αμυντικά και συγκεκριμένα στη βόρεια έξοδο της Κρέσνας, όπου «φύσει και θέσει» υπάρχει το οχυρό-Ρούζ-κεν Σιμιτλί Πόρογκος Μαχαλάς. Επίσης ο βουλγαρικός στρατός, είχε υπέρμετρα ενισχυθεί από δυνάμεις που μετακίνησε από το Σερβοβουλγαρικό μέτωπο, αλλά και από δυνάμεις που υποχώρησαν μετά τις μάχες του Κιλκίς-Λαχανά. Έτσι, οι Βούλγαροι προετοιμάστηκαν από τις οχυρές αυτές θέσεις να ενεργήσουν επίθεση κατά του προελαύνοντος Ελληνικού Στρατού.


Πέρα από τις παραπάνω Βουλγαρικές δυνάμεις, προστέθηκε και το επίλεκτο Σύνταγμα της Βασιλικής Φρουράς του Φερδινάνδου. Λόγω της κρίσιμης κατάστασης που υπήρχε και με την προοπτική της διαφαινόμενης σύναψης ειρήνης, οι Βούλγαροι ήθελαν να κατοχυρώσουν περισσότερα εδάφη. Έτσι, ήταν της μοίρας γραφτό να λάβουν μέρος στη φονική αυτή μάχη προ της Άνω Τζουμαγιάς τα δύο γενναιότερα και ενδοξότερα τμήματα και από τα δύο μέρη, το 1/38 Σύνταγμα Ευζώνων και το Σύνταγμα της Βασιλικής Βουλγαρικής Φρουράς.

Πάλι το 1/38 Σύνταγμα Ευζώνων επικεφαλής της VI Μεραρχίας προχωρεί προς Ουράνοβο την 5η ώρα στις 12 Ιουλίου και την 11η φθάνει στο Πόρογκος-Μαχαλά. Οι Βούλγαροι βρίσκονται καλά οχυρωμένοι επί του υψώματος και των αντερεισμάτων του 1.378, σε εμπροσθοφυλακή τα δύο τάγμα τα προχωρούν και περνούν στις 14.30 ώρα τον ποταμό Οσένοβα και αρχίζουν να ανεβαίνουν στις απέναντι πλαγιές. Κάτω από ραγδαία βροχή και ομίχλη εξακολουθεί η καταδίωξη των Βουλγάρων. Στις 15.30 διαλύθηκε η ομίχλη και το βουλγαρικό πυροβολικό άρχισε δραστική βολή κατά των ανδρών του Βελισσαρίου και του πυροβολικού μας.
 
Ο Βελισσαρίου, όμως, προχωρεί ακάθεκτα και ανατρέπει τους Βουλγάρους, κατέλαβε τους τελευταίους συνοικισμούς προς βορρά του Ογνιάρ μαχαλά και εκδίωξε τη βουλγαρική δύναμη, που την αποτελούσαν τέσσερα τάγματα. Οι Βούλγαροι, όμως, ανασυντάσσονται και ενισχύονται με μεγαλύτερες δυνάμεις και με περισσότερο πυροβολικό. Έτσι, όλη η προσπάθεια και το βάρος της κατάληψης του υψώματος 1.378 έπεσε κατά πρώτο λόγο στο προχωρημένο αυτό τμήμα των δύο ευζωνικών ταγμάτων του Βελισσαρίου και στο Τάγματων Κρητών. Ο αγώνας είναι άνισος και δύσκολος, όχι μόνο από άποψη αριθμού ανδρών, αλλά και από άποψη οχύρωσης του εχθρού, όμως, η ορμητικότητα των επιτιθέμενων ευζωνικών τμημάτων ήταν τόσο μεγάλη, που τελικά οι Βούλγαροι συμπτύσσονται προς τα υψώματα 1.378-1.079.


Στις επιθέσεις αυτές στις 12 Ιουλίου, οι εύζωνοι του Βελισσαρίου πραγματοποιούν βαθιές «σφήνες» μέσα στα εχθρικά τμήματα, που τα μεταγωγικά του Ελληνικού Στρατού είναι αδύνατο να τους παρακολουθήσουν για εφοδιασμό νέων πυρομαχικών. Αυτοί στρεφόμενοι προς τον ταγματάρχη τους του έλεγαν: «Δεν έχομεν πυρομαχικά». Και τότε ο ηρωικός ταγματάρχης, που ήταν πάντοτε έτοιμος να δώσει λύση και στις πιο κρίσιμες στιγμές του αγώνα είπε: «Και δεν υπάρχουν πέτρες;». Τότε άρπαξε ο ίδιος έναν ογκώδη λίθο και επιτέθηκε. Αστραπιαία όρμησαν και οι εύζωνοί του πετώντας πέτρες στους Βουλγάρους, με αποτέλεσμα πάρα πολλοί από αυτούς να σκοτωθούν από τις πέτρες.
Το ύψωμα 1.378 έγινε πια γνωστό για τις σκληρότερες μάχες που διεξήχθησαν σ’ αυτό.

Δεν καταλήφθηκε, όμως, στις 12 Ιουλίου, αν και τα τμήματα εξακολουθούσαν να μάχονται μέχρι την 21η ώρα. Δύο μυθικοί ήρωες, ο λοχίας Τόλιας και ο εύζωνας Μακρίτας, στην παραζάλη της επίθεσης και μεθυσμένοι από την άτακτη υποχώρηση των Βουλγάρων, τους ακολούθησαν καταδιώκοντας τους κατά πόδας, γιατί νόμιζαν ότι τους παρακολουθούσαν τα τμήματα τους. Έτσι, έφθασαν μέχρι την κορυφή, αλλά βρήκαν ένδοξο θάνατο. Τους βρήκαν την επόμενη μέρα (13/7/1913) οι δικοί μας διάτρητους από τα εχθρικά βόλια. Οι αντίπαλοι παραμένουν στις θέσεις τους. Οι μεν Βούλγαροι συγκέντρωναν περισσότερες δυνάμεις, ενώ οι δικοί μας ήταν δύσκολο να στείλουν ενισχύσεις, παρά τις απεγνωσμένες παρακλήσεις του συνταγματάρχη Παπαδόπουλου, όπως φαίνεται στην αναφορά του προς την VI Μεραρχία:
 
«Ευρισκόμεθα αντιμέτωποι του εχθρού με τα όπλα ανά χείρας, τηρούντες τας θέσεις μας, ως και ο εχθρός τας ιδικάς του. Το πυροβολικόν του εχθρού μας επροξένησεν καταπληκτικός απώλειας, διότι έβαλε καθ’ ημών ανενοχλήτως και εκ μικρής αποστάσεως. Ανάγκη απόλυτος να πλησίαση και να καταλάβη κατάλληλον θέσιν το πυροβολικόν, διότι αύριον την πρωίαν θα επαναληφθή πάλιν ή μάχη. Προς πλήρη επιτυχίαν του αγώνος, φρονώ ότι δέον να έλθη προς ενίσχυσιν ο λόκληρον το 17ον Σύνταγμα και το πυροβολικόν. Απόλυτος ανάγκη αποστολής φυσιγγίων».


Στις αιτήσεις αυτές των μαχομένων δεν στάλθηκε καμία ενίσχυση, αλλά ούτε ένα φυσίγγι. Αντίθετα, για απάντηση έλαβαν επιτιμητική διαταγή ακατανόητη για τις κρίσιμες αυτές στιγμές. Η θέση λοιπόν των δικών μας είχε φθάσει να είναι από δύσκολη μέχρι τραγική και με αυτές τις συνθήκες άρχισε ο αγώνας στις 13 Ιουλίου, της τελευταίας ημέρας της ζωής του Βελισσαρίου. Οι Βούλγαροι από πλεονεκτική θέση άρχισαν στις 13 Ιουλίου το πρωί σφοδρές επιθέσεις κατά των ευζωνικών τμημάτων του Βελισσαρίου. Αποκρούστηκαν, όμως, όλες από τα τμήματα του που βρίσκονταν στην πρώτη γραμμή.

Οι επιθέσεις των Βουλγάρων προς στιγμή κόπασαν, γιατί το 4ο Σύνταγμα της 1ης Μεραρχίας μας μετακινήθηκε πίσω και δυτικά. Φαινόταν δε ότι απειλούσε τις γραμμές εφοδιασμού των Βουλγάρων, που βρίσκονταν ήδη πάνω στο ύψωμα 1.378. Έτσι, οι Βούλγαροι έστρεψαν την επίθεση τους στο 4ο Σύνταγμα και, αφού το καθήλωσαν, στράφηκαν κατά του μόνου αγωνιζόμενου τμήματος του Βελισσαρίου.
 
Ο αγώνας είναι επικός και όλο το βάρος του πέφτει στα τμήματα του Βελισσαρίου και στο Τάγμα των Κρητών που ακολουθεί. Η 13 Ιουλίου είναι μία από τις φονικότερες μάχες του Ελληνοβουλγαρικού Πολέμου.Η κορυφή του θρυλικού υψώματος 1.378 άλλαξε τρεις φορές κάτοχο. Αποτελεί δε το ένδοξο τέρμα των αγώνων. Θριαμβευτής στο τέρμα αυτό βρέθηκε το τμήμα εκείνο που από επιταγή της μοίρας ήταν και πρωτοπόρο πάντοτε. Αυτό, όπως είδαμε, έσπασε πρώτο τις εχθρικές γραμμές με την πύρινη ρομφαία της λόγχης και της αστραπής στο Λαχανά και συμπαρέσυρε σε γενική υποχώρηση τους Βουλγάρους. Αυτό έστησε και στο τέρμα του αγώνα τη σημαία του θριάμβου πάνω στην ανδροκτόνο κορυφή 1.378, ως αιώνιο δείγμα θυσίας και αυτοθυσίας για τα ιδανικά της πατρίδας.


Γράφει ο κριτικός του πολέμου για τη μάχη αυτή:
 
«Ή μάχη του 1378 ήτο αναντιρρήτως ή σκληρότερα και αιματηρότερα από όλας τας μάχας από όσας συνήψεν ό Ελληνικός Στρατός κατά τους δύο Βαλκανικούς Πολέμους».
 
Από παράδοξη επιταγή της μοίρας, στην τελευταία αυτή μάχη βρέθηκαν αντιμέτωπα, το ηρωικότερο σώμα του Ελληνικού Στρατού και το εκλεκτότερο του Βουλγαρικού:
 
Πολλές φορές το ύψωμα αυτό στις κρίσιμες φάσεις του αιματηρού αγώνα άλλαξε κάτοχο. Τελικά παρέμεινε στα χέρια των ευζώνων του Βελισσαρίου, αφού πάνω στο ύψωμα αυτό από τους χίλιους άνδρες του Τάγματος έμειναν ζωντανοί μόνο 275 και ένας αξιωματικός και από αυτούς οι 200 τραυματίες.
 
Τελικά και οι Βούλγαροι έπαθαν τρομακτικές απώλειες με αποτέλεσμα να εγκαταλείψουν το 1.378, όπου τελικά στήθηκε η ελληνική σημαία στις 15 Ιουλίου 1913. Με την τελική κατάληψη του υψώματος 1.378 που βρίσκεται σε ευθεία γραμμή 20 χλμ. από τη Σόφια, οι Βούλγαροι αναγκάστηκαν να υπογράψουν τη συνθήκη του Βουκουρεστίου. Αν ο Βελισσαρίου με την πολυάνθρωπη θυσία του δεν πολεμούσε και δε θυσιαζόταν, ο πόλεμος στη θέση αυτή θα έπαιρνε δυσάρεστη τροπή και οι Βούλγαροι, νικητές στο σημείο αυτό, θα υπαγόρευαν την υπογραφή της συνθήκης με διαφορετικές προϋποθέσεις και ευνοϊκότερους γι’ αυτούς όρους.
 
Ο Βελισσαρίου πέθανε ηρωικά με τη φράση: «Στη Σόφια»! Και προς αυτήν πλησίασε!

Πώς, όμως, φονεύθηκε και ποιες οι τελευταίες στιγμές του;
 
Ο γιατρός του Τάγματος, ο αείμνηστος Μπούκουρας, ο οποίος από την αρχή του πολέμου βρισκόταν στο Τάγμα του Βελισσαρίου και διέσωσε πολλά λεπτομερειακά στοιχεία μέσα από τις 600 σελίδες του ανέκδοτου προσωπικού του ημερολογίου, γράφει:


«Εξημέρωσε θολή και αγρία η ήμερα, πιο μαύρη από την νύκτα, σύννεφα καταμέλανα εις μεγάλους όγκους κυλίονται προς την Ροδόπην. Ου δέν μετήλλαξεν. Την σκοτεινιά της νυκτός διαδέχεται ή μαυρίλα της ημέρας. Στη σκοτεινιά εκείνης μεσ’ το διάστημα δύο αστραπών, μιας του ουρανού και μιας ενός κανονιού έφυγε ο Κολοκοτρώνης. Στή μαυρίλα του αίματος που έχυσε η σκοτεινιασμένη ημέρα επνίγη το άλλο όνομα που εδόξασε τόσον την πατρίδα χωρίς και δι’ αυτό να αποθάνη, ευρισκόμενος ακόμη εκεί με διεύθυνσιν προς την Γράδοβαν επί των δυτικών πορειών του υψώματος 1378. 

Κατέχομεν ακόμα τας θέσεις που με τόσον αίμα διετηρήσαμεν αφ’ εσπέρας. Ακόμη εκεί δίπλα μας εκοίτοντο τα πτώματα των φονευθέντων. Δεξιά και επάνω μόλις διεκρίνετο το ύψωμα και αι δυτικαί πλευραί καθισμέναι και εκείναι με το αίμα που εχύθη στο διάστημα των πέντε νυκτερινών εφόδων της προηγουμένης. Κάτω και αριστερά ήπλουντο σαν ογκώδεις ανοιγμένοι δάκτυλοι επιμήκεις ανώμαλοι γήινοι ραβδώσεις αρχόμενοι χίλια μέτρα αριστερά της κορυφής από των θέσεων μας. Το 8ον καί 9ον ευζωνικόν ετήρουντας προφυλακάς με όψιν προς το ύψωμα. Πεντήκοντα μέτρα δεξιώτερον και όπισθεν άλλης συστάδος ο λόχος του Καζα νά εξηπλωμένος ως μόνη εφεδρεία. Άνωθεν των δένδρων ένας τάφος ανοιγμένος και πλαγίως ένας νεκρός της προηγουμένης.

Ο νεκρός του Κολοκοτρώνη είναι κατάστικτος εκ των βολίδων. Πριν εισέτι το φως της νέας ημέρας αρχίση τον προπέμπουν ο Συνταγματάρχης, ο Βελισσαρίου, ο Βασιλούκης και δύο τρεις αξιωματικοί των. «Στο καλό φίλε μου!» δακρύζει ο Συνταγματάρχης, «Στο καλό Κολοκοτρώνη και καλήν αντάμωσιν σε λίγο!» ακούγεται κάπως πένθιμα η φωνή του Ταγματάρχου Βελοσσαρίου. Τον επιπλήττει γλυκέως ο άλλος. Γύρω οι άδειες κάσσες των φυσιγγίων ο μιλούν δια τη μάχη της προηγουμένης, τους νεκρούς των, τους τραυματίας. Ο Παπαδόπουλος σκεπτικός, ο Βελισσαρίου σοβαρός, ο Τυρογιάννης ο γενναίος υπολοχαγός αστείος, επέρασεν ως ένα τέταρτον σιγής και άρχισαν και πάλιν οι οβίδες να θραύωνται πλησιέστερον.



Σαν ανήσυχος και περίεργος ο Βελισσαρίου εσηκώθη έκανε τρία βήματα δεξιά, τρία αριστερά. Αι οβίδες έσκασαν γύρω του πυκνά. «Γιατρέ, είπε, να δίωξης τους τραυματίες». Έπειτα κάπως απότομα έστρεψε το κεφάλι προς τα οπίσω και αποτεινόμενος προς τους σαλπιγκτάς είπε: «Τί ημέρα έχομεν;» «Δέκατρεις του μηνός» είπε εις των σαλπιγκτών, ενώ ο Τυρογιάννης κλείον τον ένα οφθαλμόν έσπευσεν να διορθώση «δώδεκα» ο δε Βελισσαρίου αφηρημένος ως προσέχων άλλου εδέχθη χωρίς αντίρρησιν. «Ναι δώδεκα». Πόσον διέψευσε και των δύο τους λόγους η μοίρα!
 
Για τον Βελισσαρίου η οβίς ομίλησε ως περί δεκάτης τρίτης του μηνός δια να διάψευση την ημερομηνίαν του Τυρογιάννη. Δεκάτη τρίτη δια τον Τυρογιάννην ήτο η επομένη που εύρε εκείνος τον θάνατον, χωρίς κανείς εκ των δύο να είναι προληπτικός. Την ενάτην ώραν της 13 Ιουλίου ευρισκόμεθα εν πλήρει μάχη. Το Βουλγαρικόν πυροβολικόν έστειλε ακατάπαυστα τα βλήματα του εις τας προφυλακάς μας. Τα πολυβόλα του ήλθαν να συνοδεύσουν με τον απαίσιον ήχον των. Τα πρώτα αίματα εχύθησαν ήδη. Όλαι αι έφοδοι όμως των συνεχώς ενισχυομένων Βουλγάρων εθραύοντο εις το απόρθητον τείχος των ευζώνων του Βελισσαρίου.

Εις την χάλαζαν των σφαιρών των πολυβόλων και των οβίδων του εχθρού την ενδεκάτην ώραν 60 εκτός μάχης. Ιατρός, νοσοκόμοι διεκόμιζον τους ζώντας τραυματίας εις τα μετώπισθεν. Αι τάξεις των γενναίων ηραιώνοντο, αυτός άκαμπτος, μεγαλοπρεπής, όρθιος οδήγη τους ήρωας του προς τον θάνατο μη υποχωρών. Όρθιος εξώρμα με το μαστίγιον εις τας χείρας και ήτο μεγαλοπρεπής και αγρίως ωραίος. Δεν είναι δυνατόν να μιμηθεί κανείς τον τόνον και αδύνατον να παραστήσει την επίδρασιν. Η φωνή του ηλέκτριζε και έκαμνε τον θάνατον γλυκύν. 


Το αναλογίζομαι ακόμη μετά του ιδίου ρίγους και συγκινήσεως που πάντοτε εδοκίμασα. Οι διακόσιοι πεντήκοντα εναπομείναντες γύρω του, από το ηρωικό του τάγμα, εχρειάζοντο ενθάρρυνσιν και έδιδε το παράδειγμα, εκτεθειμένος εντελώς ακάλυπτος εις το επαναληφθέν πυρ του εχθρού, το όποιον τώρα, ότε αι θέσεις εγένοντο καταφανείς, επήρχετο ακράτητον και έπιπταν διαρκώς αι οβίδες, και ετραυματίζοντο ευχαριστημένοι ίσως τώρα υπό τα όμματα του αρχηγού των. Αι τάξεις των ανδρών του αραιώνονται επικινδύνως.


Αλλ’ ιδού μία δύο οβίδες, η μία κατόπιν της άλλης έσπασαν υπεράνω της κεφαλής του μένει όμως ακλόνητος. Ουδέ κατά βήμα μετήλλαξε θέσιν. Τρίτη, μη διαρραγείσα, μεθ’ ορμής εισέδυσε έμπροσθεν του βαθύτα τα ανατινάξασα ολόκληρα τμήματα πηλού και κονιορτού συγχρόνως, όστις τον κατεκάλυψε. Ο Ηλιού εν νεφέλαις δεν θα ήτο περισσότερον ατάραχος! Ανέμενε έως ου κατέπεσε ο κονιορτός και τώρα γαλήνιος απετάθη προς τους στρατιώτας.
 
«Αϊ! Τί τους φοβείσθε, ανάθεμα τους αν ξέρουν να σκοπεύουν. Να μόνον λάσπη και σκόνη με γέμισαν». Ο Καζανάς όρθιος δια νευμάτων μου υπεδείκνυε το επικίνδυνον της θέσεως του μη τολμών να παρατήρηση τι. Αλλά και τις ετόλμα να συστήση απομάκρυνσιν. Ο αείποτε αψηφήσας τον θάνατον να απομακρυνθή του κινδύνου προ των ομμάτων των δεκατιζομένων ανδρών του; Προ του Ιδίου του εγωϊσμού που τον ήθελε ανώτερον της φήμης του και των κατορθωμάτων του, θα ήτο αστείον και να δοκιμάση κανείς. Θα εδέχετο κανένα από εκείνα τα αυστηρά και περιφρονητικά βλέμματα που πολλών φιλοτιμίας παρακαίρως έταπείνωσαν.
Νέος κρότος και μία συγχρόνως φωνή με ετίναξεν και έστρεψα την κεφαλήν. 

Ο Ταγματάρχης εκυλίετο εις την κλιτήν. Έπεσεν εκείνος με τας λέξεις: «Α! Καζανά, έπεσα». Διατηρώ στην ψυχή μου το παράπονόν μου και κάποιαν μνησικακίαν κατά του Καζανά δια την προτίμησιν(!). Ο Ταγματάρχης μου, όστις με περιέβαλλε με τόσα δείγματα εκτιμήσεως, την στιγμήν που μόνον εμού ίσως είχε ανάγκη την συνδρομήν να ζήτηση, αντί να στραφεί προς εμέ απετάνθη προς τον λοχαγόν του. Αλλά τί ημήν εγώ εν σχέσει προς τον ήρωα λοχαγόν του 4ου λόχου, που εχάνε το διώκων και κατακεραυνών τον εχθρόν εις πάν παράγγελμα; 
 
Όλοι οι άξιοι κοντά του κατείχον θέσιν και οι εκλεκτότεροι ήσαν οι φίλοι του. Ποιος θα είχε το δικαίωμα να τεθή προ του Καζανά εις την χορείαν των συμπολεμιστών του; Έστρεψα κλαίων ασυναισθήτως δια πρώτην ίσως φοράν εις την ζωήν μου, πριν εισέτι άλλος κινηθή. «Ω τα είδατε Ταγματάρχα μου! Να! όλο εκτεθειμένος. Τώρα τί θα γίνωμενε μείς;» αυστηρός και κάπως ανηλεής προς εμέ, εις τον πόνον μου αλλ’ εις την έννοιαν των λέξεων αποκρινόμενος την στιγμήν που ημιλυπόθυμος έπιπτεν εις την αγκάλην μου, αμείλικτα και σιγά-σιγά διακοπτόμενος απεκρίθη: «Έχετε όπλα. Εάν έχετε και μυαλό δεν υπάρχει κανείς κίνδυνος».


Στο πρόσωπο μου εκεραύνου όλας τας αναξιότητας αυτός που ήξευρε ότι για το τάγμα του αυτός ήτο η νίκη, η ασφάλεια και ουχί τα εις χείρας όλων όπλα. Τον έσυρα με τά κόπου βαρύν προς τα δένδρα. Ο Παπακωνσταντίνου, οι σαλπιγκταί του με έβοήθησαν. Διήνοιξα τα ρούχα του. Μια πληγή άνευ εξόδου κάτωθεν της δεξιάς κλειδός έχυνεν αιμορροούσα ηπίως. Η βολίς είχε εισδύσει εις τον πνεύμονα. Του προσεφέραμεν πάσαν βοήθειαν. Δις εις ελάχιστον χρόνον είχε λιποθυμήσει και δις συνήλθε. Ισχυρά δύσπνοια ομίλη προφανώς περί εσωτερικής αιμορραγίας. 

Ανήσυχος διαρκώς ο νους του εστρέφετο ακόμη προς την μάχην, ενώ με πρόχειρον φορείον τον απεμακρύνα μεν απ’ αυτήν. Με την πρώτην απομάκρυνσίν μας οι άνδρες του λόχου ήρχισαν πυρά ομαδόν. Αντετάσσοντο προς τον επερχόμενον θάνατον πιστεύοντες ότι ούτω θα εξεδικούντο. Ουδεμία δύναμις ηδύνατο να τους συγκράτηση. Όλοι εζήτησαν τον θάνατον. Ποια δύναμις εχθρική ήτο ικανή να αντιμετώπιση τους συντρόφους του Βελισσαρίου; Τί ήτο η ζωή άνευ του ηρωός των; Όπισθεν μιας προεξοχής του εδάφους εσταματήσαμεν. Εφαίνετο ωχρός και ολίγον ήσυχος, παρεπονείτο όμως ότι τα χέρια του κουράζονται. «Δεν είναι τίποτε» είπα, μου απάντησε: «Δεν είναι άλλως τε γραφτό να κουρασθούν αυτά τα χέρια... Γιατρέ! πολύ φοβούμαι πως δεν θα ξαναϋπηρετήσω την Πατρίδα. Μόνον εκείνη δεν κουράζει τον θέλοντα να την υπηρέτηση».



Ένας σύνδεσμος περνά βιαστικός ζητώντας τον Ταγματάρχην. Πριν λάβει απάντησιν διακρίνει τον μανδύαν του. «Α τραυματισμένος δυστυχία μας!». Πήγαινε λεβέντη μου επάνω. «Είναι άλλος Διοικητής τώρα, λέγει. Μη φοβάσαι όμως. Να ξεκουρασθώ λιγάκι και το βράδυ θα είμαι πάλι κοντά σας». Ωμίλησε πολύ και νέα δύσπνοια με ανησυχίαν. Ένας βήχας έφερε λιποθυμίαν. Συνήλθε και πάλιν. «Πώς πάνε τα παιδιά πάνω, ρωτά». Μείνετε ήσυχος θα σας εκδικηθούν εκείνοι». «Ω το πιστεύω θα νικήσητε, θα φθάσετε στη Σόφια. Τί κρίμα να μην είμαι και εγώ κοντά σας όπως και στα Γιάννενα!». Ημιέκλεισε τα μάτια του. Εκκινήσαμεν εκ νέου. Εκείνος καθήμενος επί του φορείου είχε τας χείρας του υψηλά και με περιέβαλε δια της δεξιάς «Α! Να έτσι είναι καλά, μπράβο σαλπιγκταί μου, αλλά που είναι ο Βλάχος;»... «Α! ξέχασα Γιατρέ στο στόμα ήταν τραυματισμένος». «Ναι αλλά μην ομιλείτε σας κάμνει κακό» «Α γιατρέ ευρήκες τη δύναμη σου, σ’ ακούω, να που ήλθε και η αράδα σου να διάταξης.


Σ’ ακούω, όπως και συ τόσον καιρό». Αίφνης ωχρία σε μέχρι λιποθυμίας. Εφάνη να συνέρχεται. Τα χείλη του εψιθύρισαν. «Ναι! Στη Σόφια. Στη Σόφια, όπως είπαμε. Το τελευταίο ταξίδι δεν φαίνεται να είναι... το πιο τυχερό!». Εκκινήσαμεν εκ νέου όπως πριν. Η πληγή αιμορροούσε, ολίγον ακουμβούσε επί του στήθους μου και αιματωμένος ο επίδεσμος έβρεχε την χλαίνην, την οποίαν διατηρώ αιματωμένην. Η ωχρότης επεχύθη επί του προσώπου του. Τον ενόμισαν νεκρόν και όπως κατεβίβασα το χέρι του από τον ώμον μου δια να τον κατακλίνω έθεσα σ’ αυτό ένα κρυφό φίλημα. Ήνοιξε όμως τα μάτια του και ως αισθανθείς την θέσιν του κοι τάζοντάς με κατάματα με ηρώτησε με έσβεσμένη την φωνή «Τί είναι Γιατρέ. Το νεκροφίλημα;».

Εκοκκίνησα, έσπευσα να δικαιολογηθώ κάπως παιδιάστικα. «Όχι, αλλά ξεύρετε πρέπει να γυρίσω πίσω στο τάγμα μας. Να εδώ είναι ο Γιατρός του Συντάγματος. Θα φροντίση καλλίτερα εκείνος». «Καλά έχεις δίκαιο. Εξέχασα ότι δεν έχω κανένα δικαίωμα να σε κρατήσω πλέον. Ανήκεις στο τάγμα. Πήγαινε γιατρέ μου τώρα σε ευχαριστώ». Σε λίγο ήρθε ο Συνταγματάρχης σύνοφρυς. Του παρέδωσα, τας διόπτρας του και το περίστροφόν του. Έφυγα ρίπτων ένα τελευταίον βλέμμα χωρίς να έχω το θάρρος να του ευχηθώ καλήν αντάμωσιν. Θα ήτο το μόνον ψέμα αφ’ ό του υπηρέτησα υπό τας διαταγάς του. Τρεις ώρας αργότερον ο υψιπέτης αναβάτης του Δεμίρ Κάπου κατήρχετο προς τον θάνατον. Την θλιβεράν είδησιν έφερεν εις το τάγμα εις των Σαλπιγκτών. Εξεψύχησεν με τας λέξεις που και πριν είχεν ειπεί: 

«Και όπως είπαμε παιδιά μου. Στη Σόφια, στην Πόλι. Χαρίκλεια... Χαρίκλεια!».

(Γράδεβον, 20 Ιουλίου 1913

Κ. Μπούκουρας Ιατρός Τάγματος).


Ο Κωνσταντίνος - Βασιλεύς των Ελλήνων
 
Τι κρίμα να μην είμαι όπως στα Γιάννενα! Αυτές είναι οι τελευταίες στιγμές του ήρωα μας. Ο θάνατος του σαν κεραυνός τους τρύπησε όλους, αλλά και ταυτόχρονα τους ηλέκτρισε άναυδους μπρος στο μεγαλείο της μορφής του. Θάνατος που δεν απελπίζει, που δεν απογοητεύει, αλλά που εμπνέει και γεμίζει περηφάνια. Ο Βασιλιάς τότε μόλις πληροφορήθηκε το θάνατό του είπε:
«Τοιούτοι ήρωες δεν ζουν πολύ, δεν είναι δυνατόν να ζήσουν πολύ. Αυτός είναι ο ζηλευτός, ο πλέον ζηλευτός θάνατος. Δεν χρειάζονται συλλυπητήρια. Φέρτε μου χαρτί να συγχαρώ την γυναίκα του».

«Χαιρετίζω τον Ήρωα των Ηρώων».

(Κωνσταντίνος - Βασιλεύς των Ελλήνων).
 
Την επομένη, στον Ογνιάρ μαχαλά ανοίχτηκε ένας τάφος δίπλα στον τάφο του Κολοκοτρώνη, που είχε θαφτεί εκεί την προηγουμένη. Γύρω από τον τάφο λίγοι συμπολεμιστές του, γιατί οι άλλοι μάχονται. Ο Συνταγματάρχης του απαρηγόρητος θρηνεί τον ασύγκριτο. Ο στρατιωτικός ιερέας ψάλλει τη νεκρώσιμη ακολουθία. Ο Συνταγματάρχης χαιρετά, ο δημοσιογράφος Καρβούνης μίλησε για λίγο:

«Εμπρός και πάντοτε εμπρός ήταν το σύμβολο σου. Όσαι μάχαι και τόσα στεφάνια νίκης, το απόρθητο Σαραντάπορο, οι οξείς βράχοι της Αετοράχης, τα θρυλικά Γιάννενα, το ανδροκτόνο Κλέπε, ή Λιγκοβάνη, τα βαθειά χαρακώμα τα του Λαχανά, τα χαλύβδινα στενά του Δεμίρ-Χισάρ, η ματωμένη και λαβυρινθώδης Κρέσνα, τα ερυθρά υψώματα της Τζουμαγιάς το 1378 όλα σκύβουν ταπεινά και με ευλάβεια προσκυνούν την μνήμη του μεγάλου πορθητού και θα διαλαλούν απόγενεάς εις γενεάν το θριαμβευτικόν πέρασμα του μαύρου Καβαλλάρη. Πάντοτε ταχύς, ορμητικός σαν θύελλα σκόρπιζες κεραυνούς και έδρεπες δάφνες.

Η δόξα, η πατρίς, οι Θεοί της Ελλάδος χειροκροτούμενοι ηκολούθουν το φλογερό άρμα του. Αγέρωχος και μεγαλοπρεπής στο υπερήφανο άτι του έφέρε το πτερώπους προς την αθανασίαν. Στον ιλιγγιώδη δρόμο του εσκόρπισε τόσα πτώματα εχθρού, που η Βουλγαρία με λύσσα θα ενθυμήται τον φοβερό διώκτη της. Ένδοξε και τιμημένε, ο αθάνατος θάνατος σου ακτινοβολεί σαν ήλιος σε κάθε Ελληνική ψυχή. Εκεί επάνω στους γαλανούς κάμπους των Ηλισίων η μεγάλη πατρίς και η τιμή δρέπουν ολοπόρφυρες δάφνες και πλέκουν το αμάραντο στεφάνι της δόξας και ραίνουν με ολόλευκα την σεπτήν σκιάν σου. Τιμημένε, η εθνική ευγνωμοσύνη ανεγείρει μαυσωλεία στα στήθη των Πανελλήνων και χείλη ελευθερωθέντων σκλάβων ψάλλουν το αιωνία η μνήμη».


Η λαϊκή Μούσα των συμπολεμιστών του αφιέρωσε το παρακάτω τραγούδι:

Εις τον «Ήρωα των Ηρώων» Ιωάννη Βελισσαρίου 
 
Μοιρολογούνε τα βουνά κι’ κάμποι αναστενάζουν! 
και οι τσολιάδες τον θρηνούν λεβεντοταγματάρχη! 
 
Μες του πολέμου τη φωτιά ορθός επολεμούσε 
το φόβο δε λογάριαζε το χάρο δε ψηφούσε. 
 
Κλάψτε αετοί το σταυραετό! 
κλάψτε το Βελισσάρη! 
κλάψε και συ ευζωνικό τ’ ατρόμητο λιοντάρι. 
 
Τί το κακό που γίνηκε στη Τζουμαγιά στη ράχη 
ο Βελισσάρης πέθανε κι’ ο Βασιλιάς ταράχθη 
 
Ο Βλάχος του ο σαλπιγκτής βαριά τραυματισμένος, 
όταν μαθαίνει το χαμό πριν ξεψυχήσει λέει: 
 
Θα ήθελα στον τάφο σου δύο λόγια να σαλπίσω 
να γονατίσω ευλαβικά, στερνά να ξεψυχήσω! 
 
Ν’ ακούσουνε τα Γιάννενα κι’ ο Λαχανάς να μάθη 
κι’ η Κύμη που τον γέννησε 
ο Βελισσάρης πέθανε, ο Βελισσάρης χάθη!

 
Ποίημα του εθνικού ποιητή Πάνα, που ακολουθούσε τα νικηφόρα στρατεύματα.
 
«Τόξα και βέλη ετρέμανε στο θεϊκό σου χέρι 
όταν την Τροίαν έσειες, των Αχαιών ξεφτέρι. 
Του ήλιου το φως έκρύβανε τα μύρια σας κοντάρια, 
όταν τον Πέρση έσκίζα τε, των Πλαταιών λιοντάρια. 
 
Τουφέκια έβρονταστράφτανε τον χάρο άδελφωμένα, 
όταν γκρεμνοϋσες της Τουρκιάς τον θρόνο, Εικοσιένα. 
Μα με λιθάρια, με βουνά, με πέτρες με κοτρώνια 
δυο μόνοι έπολεμήσανε, δυο ξακουσμένοι αιώνια. 
 
Σεΐς ώ Τιτάνες τον παληόν, παλαίβοντας θεόν μας 
καί συ, ώ Βελισσάριε, Τιτάν των ήμερων μας».
 
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΥΛΙΚΟ
 
 
(Κάντε κλικ στις φωτογραφίες για μεγέθυνση)

Αποδοχή των πεποιθήσεων. Ο δρόμος προς τον Εαυτό

Τις τελευταίες μέρες, μετά την ολοκλήρωση των άρθρων που σχετίζονται με τις λειτουργικές πληροφορίες-αρχεία της ψυχής μας, έμεινα λίγο για να παρακολουθήσω τον αντίκτυπο που είχαν μέσα σας, αφουγκραζόμενος τις αλληλεπιδράσεις σας με όλη αυτή την πληροφορία… Κάποια στιγμή επίσης έμεινα να παρατηρώ και καταστάσεις που προέκυψαν, οι οποίες για μερικούς ήταν σχεδόν βιωματικές… Σε λίγες από αυτές μάλιστα αποφάσισα να συμμετέχω κι εγώ με σχόλια και σε άλλες πάλι άφησα να εξελιχθούν μονάχα με το δικό σας τρόπο… Ένα τρόπο και μια αλληλεπίδραση που άρχισε να δείχνει τη μικρή σπίθα της διαφοράς στην γενικότερη αντίληψη περί ψυχολογίας και συμπεριφοράς μας… Μιας συμπεριφοράς τόσο σε σχέση από τους άλλους προς εμάς, όσο και από εμάς προς τους άλλους…

Σε προσθήκη όλων αυτών των πληροφοριών για το κάθε λειτουργικό αρχείο της ψυχής, παρατήρησα επίσης τις αντιδράσεις σας, τα σχόλιά σας και την γενικότερη επίδραση που είχε πάνω σας, η πληροφορία περί λειτουργίας του κόσμου, του τρόπου δημιουργίας του, την επίδραση που έχει στο σώμα μας και την διαδρομή μας μέσα στο χρόνο… Παρατήρησα δηλαδή την έναρξη νοητικών συσχετισμών τέτοιων πλέον ανάμεσα στις πληροφορίες που έχετε στη διάθεσή σας, οι οποίες σας βάζουν σε ένα πλαίσιο ευρύτερης αντίληψης της συμπεριφοράς σας και της επίδρασής της πάνω στη συνειδητότητα και τη δημιουργία του κόσμου… Μια επίδραση που έχει να κάνει με την αντίληψη ολόκληρου του πεδίου πληροφοριών που ονομάζεται πλέον άνθρωπος, συμπεριλαμβανομένων της σχέσης του με την ψυχή του, της εικονικής παρουσίας του στο χρόνο, των συμπεριφορών εξουσίας του Εγώ του, της διαπλοκής της κάθε πεποίθησης του, και της τελικής ελεύθερης επιλογής της βούλησής του.

Έτσι λοιπόν είδα, ότι έφτασε η στιγμή όπου όλη αυτή την πληροφορία της αναλυτικής συμπεριφοράς κάθε πεποίθησης, θα πρέπει τώρα να την εναρμονίσουμε έτσι ώστε να αρχίσουμε να αντιλαμβανόμαστε την επόμενη μέρα… Και το πρώτο που πρέπει να θυμόμαστε είναι αυτό που επαναλάβαμε σε κάθε άρθρο… Την αποδοχή της λειτουργίας τους… Διότι όσο κι αν μερικοί νομίζουν ότι είναι δυνατόν να απαλλαγούμε από αυτές, αυτό είναι αδύνατον… Οι πεποιθήσεις μας, θα μας ακολουθούν για πάντα δίπλα στα Εγώ μας… κι εμείς το μόνο που έχουμε να κάνουμε είναι να αποδεχθούμε την παρουσία τους τόσο σε μας τους ίδιους όσο και στον κάθε ένα δίπλα μας κι απέναντί μας με τον οποίο αλληλοεπιδρούμε…

Η αποδοχή της πεποίθησης… δηλαδή της αλλοιωμένης πληροφορίας της ψυχής… Δηλαδή τι πρέπει να παραδεχθούμε; Ότι όλοι μας ουδενός εξαιρουμένου, διαθέτουμε το δυναμικό 1) τα ταπεινώσουμε και να ταπεινωθούμε –αντί να είμαστε ακέραιοι-, 2) να προδώσουμε και να ελέγχουμε –αντί να έχουμε πίστη-, 3) να απορρίψουμε και να αποτραβηχτούμε –αντί να αναδείξουμε τη μοναδικότητά μας-, 4) να εξαρτηθούμε και να εγκαταλείψουμε –αντί να αντιληφθούμε την δυαδικότητα της ψυχής μας- και 5) να γίνουμε αδιάλλακτοι και άδικοι –αντί να αποδεχθούμε την εσωτερική μας αξία άστε να ισορροπήσει η ψυχή με τα Εγώ και το σώμα μας…

Και πως θα γίνει αυτό; Πως θα καταφέρουμε να φτάσουμε στο σημείο αυτής της αποδοχής; Το να φτάσεις εκεί είναι το μόνο εύκολο… Και είναι εύκολο διότι το γνωρίζεις… Όταν ακούς κάποιον να σε λέει «ρεμάλι» ή «κερατά» ή «εξαρτημένο» ή «απόβρασμα» ή «απατεώνα» είναι κουβέντες και λέξεις που έχεις αποδεχθεί για τον Εαυτό σου πολύ καιρό πριν… Τις έχεις ξανακούσει δεκάδες φορές και στο τέλος έχεις πειστεί για αυτές που τις έχεις ήδη αποδεχθεί… Κι αυτό είναι που σου γεννάει μέσα σου τον πόνο… Αλλιώς ούτε που θα έδινες σημασία σε αυτό που σου λένε… Όμως το ότι αντιδράς, σημαίνει ότι κάπου μέσα σου έχεις βαρεθεί να το ακούς και θέλεις να θεραπευτείς… Αλλά τι κάνεις; Το επαναλαμβάνεις παντού γύρω σου δημιουργώντας μέσα σου ηδονή από τον πόνο που προκαλείς στον άλλον… Διότι η πρόσκαιρη θεραπεία του εσωτερικού πόνου έρχεται με την ηδονή… Επιλέγεις και συναναστρέφεσαι με άτομα που σου θυμίζουν τον Εαυτό σου… Κι έτσι το «ρεμάλι» ή τον «άπιστο» ή τον «άδικο» και τον «εξαρτημένο» μέσα σου το καθρεφτίζει ο φίλος σου, ο σύντροφος σου, κι έτσι σου είναι εύκολο να του το πεις κι εσύ… Τον κτυπάς εκεί που πονάς κι εσύ…

Και τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει ότι όποιος σε ξαναπεί «ρεμάλι» έχει τον ίδιο πόνο με σένα… Κι όποιον πεις εσύ «άδικο» το ίδιο κάνεις κι εσύ… Το αναγνωρίζεις διότι το περιέχεις μέσα σου… Και άρα; Άρα πρέπει να το αποδεχθείς πρώτα στον εαυτό σου… Να αποδεχθείς τι; Το «ρεμάλι» είναι η λέξη ταπείνωσης που χρησιμοποιείς για να εξευτελίσεις κάποιον… ή η «απιστία» είναι η διαδικασία που ακολουθείς για να «ελέγξεις»… Το κάνεις κάθε μέρα… Ε και; Τι μ αυτό θα μου πεις… Αυτό είναι που πρέπει να αποδεχθείς… Ότι όλα αυτά ανήκουν στις πεποιθήσεις σου…

Ότι ελέγχεις τα πάντα για να μην νοιώσεις προδοσία και πριν προλάβει κάποιος να σε προδώσει τον απατάς… Ότι γίνεσαι μαζοχιστής και μόλις πιεστείς πολύ βρίσκεις κάποιον για να τον ξεφτιλίσεις όπως αφήνεις και ξεφτιλίζεις τον ίδιο σου τον Εαυτό… Ότι απομακρύνεσαι από τους πάντες, παρατάς τη δουλεία σου, τους φίλους σου, τους γνωστούς σου κι ύστερα νοιώθοντας αυτή την απόρριψη που δημιουργείς στον Εαυτό σου απορρίπτεις τους πάντες, τους τη λες με τη μία, κρίνοντας ακόμη και τον τρόπο που αναπνέουν… Ότι εξαρτάσαι από το παραμικρό και με την πρώτη ευκαιρία εγκαταλείπεις τους πάντες χωρίς δικαιολογία και αφορμή και χάνεσαι από τα μάτια τους χωρίς να συνειδητοποιείς τι κάνεις… Ότι γίνεσαι άδικος και απατεώνας, ένα λαμόγιο μικρό ή μεγάλο, που αν σε ρωτήσει κάποιος για τις πράξεις σου, είσαι έτοιμος να τις δικαιολογήσεις, ανακαλύπτοντας ένα δικό σου δίκαιο που το μόνο που σου προσφέρει είναι περισσότερη αδιαλλαξία…

Όλο αυτό που διάβασες εδώ από πάνω, είναι κομμάτια από τον κάθε ένα μας, τα οποία όμως, αν στα «πετάξει» κάποιος στο πρόσωπο με λέξεις πονάνε… Και ο μόνος δρόμος για να ελαττώσεις αυτό τον πόνο είναι να τα παραδεχθείς… Να τα αποδεχθείς πρώτα σε σένα και ύστερα στους άλλους γύρω σου… Να το παραδεχθείς ότι το μόνο που κάνουν, είναι ότι κάνεις κι εσύ… Και τι θα συμβεί τότε; Τότε αντί να τον πεις «ρεμάλι» θα τον ρωτήσεις «γιατί ταπεινώνει τον Εαυτό του»… Έχεις ρωτήσει ποτέ κάποιον γιατί ταπεινώνει τον Εαυτό του; Κάντο πρώτα και μετά θα δεις, ότι ο θυμός που παράγεται μέσα του είναι διαφορετικός… Θυμώνει με το Εγώ του όχι με σένα… Κι αυτός ο θυμός είναι αδύνατον να τον καταστρέψει… Είναι αδύνατον να τον οδηγήσει εναντίον του Εαυτού του για παράδειγμα… Είναι ένας θυμός παραγωγικός ο οποίος τον οδηγεί στην δική του ακεραιότητα…

Έχεις ποτέ διαπληκτιστεί με κάποιον που ελέγχει τα πάντα γύρω; Συνήθως αυτός ο τύπος είναι και ο μόνος που μπορεί να σε κάνει να νοιώσεις με κάποιο τρόπο προδομένος… Διότι η λέξη εμπιστοσύνη είναι άγνωστη έννοια για αυτόν… Τι του έχεις πει; Τον αποκάλεσες προδότη; Και μετά έγινε χαμός ε; Άφρισε και βρόντηξέ… και στο τέλος τσακωνόσασταν χωρίς λόγο… Προσπάθησες ποτέ να του φωνάξεις «γιατί έχει χάσει την πίστη του στη ζωή;» Προσπάθησε να του το πεις και παρατήρησε το θυμό του… Όχι «γιατί δεν σου έχει εμπιστοσύνη»… Αυτό θα τον εξαγριώσει περισσότερο διότι του επαναλαμβάνεις την αλλοιωμένη πληροφορία… «Γιατί χάνει την πίστη του;» αυτό να του πεις… Η λέξη κλειδί είναι η αρχική πληροφορία της ψυχής… Πίστη, ακεραιότητα, μοναδικότητα… Κι εκείνη τη στιγμή που το λες, αυτό αντηχεί και στη δική σου ψυχή… Αν είχε δίκιο δηλαδή να αδυνατεί να σου έχει εμπιστοσύνη, τώρα θα το αντιληφθείς κι εσύ… Θα καταλάβεις τι έκανες τόσο καιρό μαζί του….

Τον βλέπεις εκεί στην άκρη αποτραβηγμένο και θυμάσαι πόσες φορές του φώναξες «σήκω, βγες έξω, σε έχουν παρατήσει οι πάντες και τώρα το μόνο που κάνεις είναι να με κρίνεις κιόλας;» Το ξέρει… Τι του το φωνάζεις… Ο θυμός αυτός που παράγεται είναι καταστρεπτικός… Πάει να σηκωθεί αλλά είναι σαν να είναι δεμένος χειροπόδαρα… Η απόρριψη τον έχει πετάξει στη γωνία, μακριά από τους πάντες… Τι πρέπει να κάνεις; Δέξου το και εξήγησέ του τη μοναδικότητά του… Σου είναι αδύνατον ε; Σου είναι αδύνατον να του το πεις διότι τον έχεις απορρίψει κι εσύ χιλιάδες φορές και τώρα το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να του το φωνάξεις ακόμη πιο δυνατά… Αυτό όμως είναι αποδοχή… Να δεις μέσα σου ότι σε κάποιον που είσαι έτοιμος να τον απορρίψεις –αφού το έχεις κάνει χιλιάδες φορές μέχρι τώρα- σου είναι αδύνατον να του μιλήσεις για τη δική του μοναδικότητα… Αδύνατον… και τότε; Τι μπορείς να κάνεις;

Σήκωσε το πνεύμα σου ψηλά… κοίταξε μέσα σου και δες τη δική σου υπέροχη μοναδικότητα… ακεραιότητα, πίστη, δυαδικότητα και ισορροπία… Στην αρχή ακόμη κι αυτό θα σου είναι αδύνατον μιας και θα έχεις ήδη απορρίψει, ταπεινώσει ή όλα μαζί και το δικό σου Εαυτό… Θα προσπαθείς αλλά θα είναι σαν να είσαι από κάπου δεμένος… Κι αυτό που νοιώθεις παρατήρησέ το εκείνη τη στιγμή διότι είναι αυτό που νοιώθει κι ο άλλος απέναντί σου που τον απορρίπτεις ή τον ταπεινώνεις ή που εξαρτάται από σένα… Κι όσο κοιτάς μέσα σου και αποδέχεσαι την αντιστροφή της μοναδικότητας σε απόρριψη ή της ισορροπίας σε αδιαλλαξία, τόσο θα ετοιμάζεσαι να το δεις και στον άλλο…

Μόνο εσύ μπορείς να το κάνεις αυτό… Όχι ο άλλος… Ο άλλος μένει εκεί απέναντι περιμένοντας ένα χέρι… Όχι κανάκεμα… Όχι χάδια… Φωνή δυνατή να αντηχήσει μέσα του με δύναμη… «Γιατί καταστρέφεις τη μοναδικότητά σου;»

Κάθαρση λέγεται όλο αυτό… Θεραπεία… Διότι η φράση αυτή αντηχεί πρώτα μέσα σου… Έρχεται από μέσα σου… Είναι από το μέλλον το δικό σου… Διότι αυτό το έχουμε πει… Το μέλλον του κόσμου όλου, έρχεται από μέσα μας… Και η επόμενη στιγμή σου, φτάνει σε σένα, έχοντας καταγράψει στη συνείδησή σου αυτή τη φράση… Το είπες στον άλλον, αλλά αυτό έχει δράσει ήδη μέσα σου… Ζεις τη διαφορά σου… «Γιατί καταστρέφεις τη μοναδικότητά σου»… Κι αυτό το κάνεις με κάθε πεποίθηση, συνειδητά… Κι αν σου είναι αδύνατον κάποια στιγμή να το κάνεις, τότε απόρριψέ τον… αλλά τώρα θα το κάνεις κι αυτό συνειδητά… Συνειδητά… Χωρίς να δίνεις δικαιολογίες άλλες… Χωρίς να επαναλάβεις φράσεις του τύπου «σε ταλαιπωρεί, ‘η σου είναι αδύνατον να ζεις μαζί του άλλο»… Τον απορρίπτεις… Κι αν σε ρωτήσει του το λες… Τον προδίδεις και το κάνεις συνειδητά…

Πόσες φορές νομίζεις θα αντέξεις να το κάνεις; Συνειδητά, πόσες φορές; Λίγες… Συνειδητά λίγες… Κάθε φορά και λιγότερο… Κι όσο αλλάζεις εσύ, τόσο θα βλέπεις όλοι γύρω σου να αλλάζουν… Διότι πλέον θα γνωρίζεις τι συμβαίνει… Και οι άνθρωποι που θα σου αναπαράγουν αυτή τη συμπεριφορά θα μειώνονται συνεχώς… Ώσπου κάποια στιγμή θα αλλάξεις συμπεριφορά, έτσι ώστε να πάψεις να το κάνεις… Κι η συμπεριφορά αυτή, θα ξεκινήσει απ' τα παιδιά… Μονάχα από εκεί μπορεί να ξεκινήσει… Διότι ξέρεις ότι είναι αθώα… Αναπαράγουμε τον Εαυτό μας επάνω τους χωρίς να συνειδητοποιούμε τι κάνουμε… Τώρα όμως γνωρίζεις ότι τα μικρά παιδιά, είναι αδύνατον να σε πληγώσουν… Αγνοούν τη διαδικασία να το κάνουν… Είναι μόνο δέκτες των δικών μας πεποιθήσεων… Τώρα γνωρίζεις ότι το παιδί μέχρι τα τρία του χρόνια, είναι αδύνατον να κατανοήσει την έννοια «η μαμά εργάζεται και φεύγει από δίπλα μου»… Απλά αδύνατον… Είναι πέρα από κάθε φαντασία… Και το μόνο που κάνουμε όταν απομακρυνόμαστε από ένα παιδί μέχρι τα τρία, είναι να του ενεργοποιούμε την πεποίθηση της απόρριψης (για το ίδιο φύλλο) ή της εγκατάλειψης (για το αντίθετο φύλλο)…

Το τι θα κάνουμε για αυτό είναι μια γενικότερη συζήτηση… αλλά εδώ πρώτα θα πρέπει να αναγνωρίσουμε τι συμβαίνει… Διότι η αλλαγή στην ανθρωπότητα, θα έρθει μόνο από τα παιδιά… Η αλλαγή στη δική μας συμπεριφορά, απλά ελέγχει τις πεποιθήσεις… Στα παιδιά όμως τις απενεργοποιεί εντελώς… Η ζωή της ανθρωπότητας, εξαρτάται από μια περίοδο τριών ετών όπου η δική μας συμπεριφορά θα δημιουργήσει γενιές οι οποίες εισέρχονται στη ζωή με μειωμένες πεποιθήσεις… Η συνειδητοποίηση της αντίληψης, του βιώματος του θανάτου από κάθε βρέφος ενός έτους το οποίο αποχωρίζεται τη μητέρα του ή που μεγαλώνει χωρίς πατέρα, είναι ο μόνος δρόμος για να μπορέσουμε να κάνουμε τη διαφορά… Η συνειδητοποίηση αυτή και ότι τα παιδιά είναι δημιουργίες άλλου…

Σε μερικούς από μας, φαίνεται αδιανόητο αυτό… Ότι τα παιδιά τα δημιούργησε κάποιος άλλος… Διότι μέχρι τώρα τα θεωρούμε δικά μας… Όμως το μόνο που κάναμε εμείς για αυτά, είναι δέκα λεπτά ηδονής μέσω της οποίας καλύψαμε ένα κομμάτι του εσωτερικού μας πόνου… Δέκα λεπτά ερωτικής συνουσίας, μέσα από την οποία δημιουργείται κάτι το οποίο εμείς, απουσιάζαμε ολοσχερώς τόσο στον σχεδιασμό του όσο και στην υλοποίησή του… Τι κάναμε δηλαδή; Οραματιστήκαμε το DNA του; το χρώμα των ματιών του; το πάχος του δέρματός του; τον παλμό της καρδιάς του; τον τρόπο που θα αλληλεπιδρά με όλους; τη μοναδικότητά του; τι; Τίποτε απολύτως… Και η ψυχή μας αυτό το γνωρίζει…

Γνωρίζει δηλαδή, ότι ο κάθε γονιός, είναι διεκπεραιωτής της ανθρωπότητας… Και το μόνο που έχει να κάνει, είναι να σεβαστεί αυτή του τη μοναδική υποχρέωση της σωστής μετάβασης της πληροφορίας στον επόμενο κρίκο… Στα παιδιά του… Μα θα μου πείτε όλο αυτό είναι παιδεία, πολιτισμός, πνευματική ανάταση διαφορετικού βεληνεκούς… Μα τι νομίζετε ότι κάνετε τόσο καιρό εδώ; Σας το είπα από την πρώτη στιγμή… Κτίζετε ένα νέο πολιτισμό, αλλάζοντας τη δόνηση ολόκληρου του πλανήτη… Η αλλαγή των πεποιθήσεων σας και ο τρόπος που θα τις διαχειρίζεστε από σήμερα και πέρα, θα φτάσει κάποια στιγμή και θα δημιουργήσει μια διαφορετική γενιά… Όχι έτσι με τα λόγια… Μέσα από τις δικές σας πράξεις… Αθόρυβα, έχει ήδη ξεκινήσει…

Πολλοί όταν άρχισα να συσχετίζω την ψυχή με τον αισθητό κόσμο, παραξενεύτηκαν και θεώρησαν ότι υπάρχει κάτι κρυφό από πίσω… Όμως είναι αδύνατον να αντιληφθείς τον κόσμο και τη λειτουργία του, όταν αγνοείς τον τρόπο που λειτουργείς εσύ ο ίδιος… Είναι αδύνατον η επιστήμη να παραδέχεται τον «παρατηρητή» σαν το μοναδικό μέσο που δημιουργεί τον αισθητό κόσμο και συγχρόνως να αφήνει απ' έξω πληροφορίες όπως αυτές της ψυχής σαν περιττές… Είναι αδύνατον να προσπαθείς να κατανοήσεις τον κόσμο αν αγνοείς πως δρα η συνειδητότητα… Πως επιδράς εσύ ο ίδιος κάθε στιγμή μαζί της… Πως δημιουργείται και πως υλοποιείται το ίδιο μας το σώμα… Είναι αδύνατον να συμβούν όλα αυτά αν αγνοούμε τη λειτουργία των δικών μας πεποιθήσεων…

Διότι τότε, θα θεωρούμε περιττό να διευκρινίσουμε τη δική μας σχέση με τους ανθρώπους –εικόνες ή ανθρώπους –είδωλα… Αν όλα χάνονται μέσα στο χρόνο που λέγεται παρελθόν και διατηρούνται για χιλιάδες χρόνια σε άλλες διαστάσεις ποιος ο λόγος να ασχοληθούμε; Όμως ο μοναδικός λόγος που συνεχίζει η ψυχή να ενσαρκώνεται, είναι για να κατορθώσει να συνθέσει τον Εαυτό πριν φύγει η ίδια από το σώμα… Διότι η σύνθεση αυτή, οδηγεί στην αντίληψη της ένωσης όλων των Εγώ σε Ένα και τον έλεγχο των πεποιθήσεων… Και η πληροφορία αυτή της ένωσης και της σύνθεσης, καταγράφεται στη συνείδηση του σώματος, στο βάθος όλου του χρόνου που θα υπάρξει… σε όλες τις διαστάσεις…

Διότι αυτό που μένει μετά την αποχώρηση της ψυχής, είναι η συνείδηση του καθενός μας, καταγεγραμμένη μέσα στη ροή της συνειδητότητας… Κι αυτό είναι κάτι που συνοδεύει το σώμα σε όλο τα ταξίδι του στο χρόνο και στις διαστάσεις… Η ανθρωπότητα δηλαδή, διαχρονικά υποφέρει μονάχα από όσους απέτυχαν να συνθέσουν τον Εαυτό τους, αφήνοντας ανεξέλεγκτα τα αχόρταγα εγώ να λυμαίνονται αδίστακτα τον κόσμο μέσω των πεποιθήσεων τους… Κι όσες ψυχές, ολοκληρώνουν με επιτυχία το ταξίδι τους σε αυτό τον κόσμο, ο μόνος λόγος της επιστροφής τους, είναι να καταφέρουν πια να γίνουν ο καθρέφτης σε όσους αδυνατούν να κοιτάξουν μέσα τους και να ολοκληρωθούν σαν σύνθεση Εαυτού… Να καταφέρουν να γίνουν εκείνοι, αυτό που κάποιοι αρνούνται να δουν πεισματικά… Να γίνουν εκείνοι που θα αναπαράγουν τις συμπεριφορές με τέτοιο τρόπο, ώστε να γίνουν κατανοητές από όλους… Κι έτσι ημέρα με την ημέρα, όλο και περισσότεροι να αντιλαμβάνονται την έννοια του «μέσα» μας… Να μπορούν να ακολουθήσουν το μονοπάτι για τον Ανώτερο Εαυτό τους πιο εύκολα, γνωρίζοντας πια ότι το μόνο τείχος που έχουν να περάσουν είναι οι δικές τους πεποιθήσεις…

Πολλοί από μας, μας φαίνεται αδύνατον να κατανοήσουμε ότι είμαστε τα κύτταρα ενός νέου πολιτισμού… Αδυνατούμε να πιστέψουμε ότι όλη αυτή η διαδρομή που έχουμε ξεκινήσει, οδηγεί αθόρυβα σε μια νέα παιδεία… Σε ένα νέο κόσμο… Κι όμως, όσο δύσκολο και αν μας φαντάζει αυτή τη στιγμή, κάποιοι, στην πορεία της ζωής τους, θα επιδράσουν τόσο δραστικά στη συνείδηση των ανθρώπων γύρω τους που θα γίνουν οι καταλύτες αυτής της αλλαγής… Πολλοί από μας, ή πολλοί από όσους διδαχθούν άηχα από τις πράξεις μας, θα βρεθούν σε θέσεις αποφάσεων, όπου θα επιλέξουν να ορθώσουν την άποψή τους και να εντάξουν μέσα στην παιδεία μαθήματα που τώρα μοιάζουν απίθανα… Διότι οι πληροφορίες αυτές για τις πεποιθήσεις, θα ενταχθούν μια μέρα μέσα στη βασική εκπαίδευση των νέων της ανθρωπότητας… Έτσι ώστε πολύ πριν μάθουν να αντιλαμβάνονται τον κόσμο με τη λογική, θα έχουν αρχίσει να τον αγγίζουν με το «μέσα» τους… Ένα «μέσα» που συνεχώς, αποχτά νόημα όχι μόνο για μας που το συζητάμε τώρα, αλλά για όλους… Για τον απλό πολίτη, τον επιστήμονα, τον ιερέα, τον θεραπευτή…

Η αποδοχή των πεποιθήσεων μας, αυτού του μόνιμα αρνητικού τείχους που φράζει τα πάντα μέσα μας από τον πόνο που μας προκαλεί, μέρα με τη μέρα θα γίνεται αντιληπτή σαν έννοια από μεγαλύτερο κομμάτι της ανθρωπότητας… Μια έννοια που θα εξαπλωθεί χωρίς λέξεις, απλά με την παρατήρηση της αλλοίωσης της πληροφορίας της ψυχής μας… Η αποδοχή… Και όχι η υποκριτική πίεση τους προς τα μέσα… Η μάχη με τον Εαυτό μας, αυτή η ύπουλη τακτική που αιώνες τώρα μας κατάφερε να αναπαράγουμε ένα μάχιμο και αιματηρό μέλλον έχει πλέον περάσει… Το αρνητικό αυτό φράγμα πόνου, που τόσους αιώνες κατάφεραν να το θάψουν βαθιά μέσα μας, το μόνο που έκανε ήταν να δημιουργεί ένα μέλλον γεμάτο πόνο…

Ας βουτήξουμε μέσα μας λοιπόν κι ας το αγγίξουμε με θάρρος… Ας το ψηλαφίσουμε πιθαμή προς πιθαμή ώστε να αναγνωρίσουμε κάθε δομικό στοιχείο που το αποτελεί… Αυτή η βουτιά στο «μέσα» σας, να ξέρετε ότι είναι βουτιά στο «μέσα» όλης της ανθρωπότητας… Διότι όλοι είμαστε ίδιοι σε αυτό… Η θεραπεία του ενός, θα θεραπεύσει ολόκληρο το σώμα της… Μια θεραπεία που έτυχε σε μας να την αρχίσουμε… Σε μας τα πρώτα βήματα να κάνουμε… σε μας τα πρώτα βλέμματα στο μέσα μας… σε μας για να το γράψουμε, με τη συνείδησή μας σ’ όλους…