Κυριακή, 10 Νοεμβρίου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Σφῆκες (1292-1325)

ΞΑ. ἰὼ χελῶναι μακάριαι τοῦ δέρματος.
[καὶ τρισμακάριαι τοῦ ᾽πὶ ταῖς πλευραῖς ‹ἐμαῖς›]
ὡς εὖ κατηρέψασθε καὶ νουβυστικῶς
1295 κεράμῳ τὸ νῶτον ὥστε τὰς πλευρὰς στέγειν.
ἐγὼ δ᾽ ἀπόλωλα στιζόμενος βακτηρίᾳ.
ΧΟ. τί δ᾽ ἐστίν, ὦ παῖ; παῖδα γάρ, κἂν ᾖ γέρων,
καλεῖν δίκαιον ὅστις ἂν πληγὰς λάβῃ.
ΞΑ. οὐ γὰρ ὁ γέρων ἀτηρότατον ἄρ᾽ ἦν κακὸν
1300 καὶ τῶν ξυνόντων πολὺ παροινικώτατος;
καίτοι παρῆν Ἵππυλλος, Ἀντιφῶν, Λύκων,
Λυσίστρατος, Θούφραστος, οἱ περὶ Φρύνιχον.
τούτων ἁπάντων ἦν ὑβριστότατος μακρῷ.
εὐθὺς γὰρ ὡς ἐνέπλητο πολλῶν κἀγαθῶν,
1305 ἀνήλλετ᾽, ἐσκίρτα, ᾽πεπόρδει, κατεγέλα
ὥσπερ καχρύων ὀνίδιον εὐωχημένον
κἄτυπτεν ἐμὲ νεανικῶς· «παῖ παῖ» καλῶν.
εἶτ᾽ αὐτὸν ὡς εἶδ᾽, ᾔκασεν Λυσίστρατος·
«ἔοικας, ὦ πρεσβῦτα, νεοπλούτῳ Φρυγὶ
1310 κλητῆρί τ᾽ εἰς ἀχυρὸν ἀποδεδρακότι.»
ὁ δ᾽ ἀνακραγὼν ἀντῄκασ᾽ αὐτὸν πάρνοπι
τὰ θρῖα τοῦ τρίβωνος ἀποβεβληκότι,
Σθενέλῳ τε τὰ σκευάρια διακεκαρμένῳ.
οἱ δ᾽ ἀνεκρότησαν, πλήν γε Θουφράστου μόνου·
1315 οὗτος δὲ διεμύλλαινεν, ὡς δὴ δεξιός.
ὁ γέρων δὲ τὸν Θούφραστον ἤρετ᾽· «εἰπέ μοι,
ἐπὶ τῷ κομᾷς καὶ κομψὸς εἶναι προσποεῖ,
κωμῳδολοιχῶν περὶ τὸν εὖ πράττοντ᾽ ἀεί;»
τοιαῦτα περιύβριζεν αὐτοὺς ἐν μέρει,
1320 σκώπτων ἀγροίκως καὶ προσέτι λόγους λέγων
ἀμαθέστατ᾽ οὐδὲν εἰκότας τῷ πράγματι.
ἔπειτ᾽ ἐπειδὴ ᾽μέθυεν, οἴκαδ᾽ ἔρχεται
τύπτων ἅπαντας, ἤν τις αὐτῷ ξυντύχῃ.
ὁδὶ δὲ καὶ δὴ σφαλλόμενος προσέρχεται.
1325 ἀλλ᾽ ἐκποδὼν ἄπειμι πρὶν πληγὰς λαβεῖν.

***
Έρχεται ο Ξανθίας σκούζοντας και τρίβοντας τα πλευρά του.
ΞΑΝ. Αχ να᾽ μουνα χελώνα με καβούκι!
Έξυπνα ζωντανά· με πόση γνώση
κεράμωσαν καλά πλευρά και πλάτη,
για να τα σιγουράρουν απ᾽ το ξύλο!
Κι εμένα η ράβδα μ᾽ έχει μελανιάσει.
ΚΟΡ. Τί τρέχει βρε μικρέ; Και να γεράσεις,
θα λέγεσαι μικρός, αφού τις τρως.
ΞΑΝ. Ο γέρος ήταν φρίκη· στο συμπόσιο
1300 έκαμε το χειρότερο μεθύσι,
κι ας ήταν εκεί χάμω ο Αντιφώντας,
ο Λυσίστρατος, ο Ίππυλος, ο Λύκωνας,
ο Θεόφραστος, του Φρύνιχου η ομάδα·
μα ζορμπάς σαν το γέρο μας κανένας.
Έφαγε κι ήπιε απ᾽ όλα τα καλά,
και τότε δίνει μια, πετιέται απάνω,
πηδάει, χορεύει, κλάνει, αναγελάει,
γαϊδούρι λες που χόρτασε κριθάρι
καβουρδισμένο· και με πιάνει εμένα
και με στρώνει στο ξύλο· «νά σου, νά σου».
Σαν τα ᾽δε αυτά ο Λυσίστρατος του λέει:
«Σα σκλάβος κάνεις νεόπλουτος, βρε γέρο,
1310 σα γαϊδούρι που πάει σκαστό στ᾽ αχούρι.»
Βγάζ᾽ ο άλλος μια φωνή: «Κι εσύ ᾽σαι ακρίδα
που της στολής της έπεσαν τα ξέφτια·
και σαν το Σθένελο είσαι τον ποιητή,
που όλα τα σκηνικά του ᾽χουν ξαφρίσει.»
Όλοι είπαν ζήτω· ο Θεόφραστος μονάχα
στραβομουτσούνιασε· είναι, βλέπεις, φίνος.
Κι ο γέρος τον ρωτά: «Βρε, τί μας κάνεις
τον καθώς πρέπει και ξιπάζεσαι έτσι,
γελωτοποιέ, παράσιτε των πλούσιων;»
Έτσι τους πρόσβαλλε όλους στη σειρά,
1320 τους πείραζε χοντρά, κι έλεγε κάτι
ξεκόλλητες κι ανούσιες ιστορίες.
Και τώρα έρχεται σπίτι, μεθυσμένος,
ξυλοκοπώντας όποιον βρει μπροστά του.
Κοιτάχτε, νά τρεκλίζοντας σιμώνει.
Πάω, φεύγω εγώ, να μην τις ξαναφάω.
Φεύγει. Έρχεται ο Φιλοκλέωνας μ᾽έναν αναμμένο δαυλό στο χέρι·
έχει μαζί του μιαν αυλητρίδα· τον ακολουθούν μερικοί ξένοι, αγριεμένοι.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ - ΜΕΣΣΑΠΙΟΙ

ΜΕΣΣΑΠΙΟΙ
(δέντρα)
 
Ο Λυκάων, αυτόχθονας ήρωας της Αρκαδίας και οι γιοι του εμπλέκονται σε μια ιστορία μεταμόρφωσης λόγω της ασέβειάς τους. Απολλόδωρος και Παυσανίας παραδίδουν τα ονόματα και τον αριθμό των παιδιών του Λυκάονα, που φτάνουν τους πενήντα. Η ιστορία που παραδίδει ο Νίκανδρος και διασώζονται σε αφήγηση του Αντωνίνου Λιβεράλι ξεκινά με τρεις γιους του Λυκάονα, τον Πευκέτιο, τον Δαύνιο και τον Ιάπυγα, από τους οποίους μόνο ο πρώτος περιλαμβάνεται στον κατάλογο του Απολλοδώρου.
 
Τα τρία αδέλφια, πολύ πριν από την εκστρατεία του Ηρακλή, έφτασαν με στρατό από Ιλλυριούς άποικους υπό τον Μεσσάπιο στην Ιταλία, εκδίωξαν τους Αύσονες και εγκαταστάθηκαν στη χώρα τους, τη χώρισαν στα τρία, όπως και τον στρατό, και ονόμασαν τους κατοίκους από το όνομα των τριών αρχηγών, Δαύνιους, Πευκέτιους, Μεσσάπιους, και ολόκληρο το έθνος Ιάπυγους.
 
Κάποτε στη χώρα των Μεσσαπίων, από τον Τάραντα μέχρι το νότιο άκρο της Ιταλίας, τα παιδιά των Μεσσαπίων, που φύλαγαν τα κοπάδια των γονιών τους, πλάι στις λεγόμενες Ιερές Πέτρες εμφανίστηκαν Επιμελίδες νύμφες -προστάτριες των μήλων, των κοπαδιών- που χόρευαν. Οι νέοι καυχήθηκαν ότι τα κατάφερναν καλύτερα στον χορό και η διαμάχη κατέληξε σε διαγωνισμό ανάμεσα στους άτεχνους χορευτές βοσκούς και τις απαράμιλλης ομορφιάς και αισθητικής Επιμελήδες.
 
Η αλαζονεία των παιδιών των Μεσσαπίων τιμωρήθηκε, καθώς μεταμορφώθηκαν από τις Νύμφες σε δέντρα. Ο τόπος εκεί ονομάστηκε των Νυμφών και των Παίδων και από εκεί ακούγονται τη νύχτα φωνές σαν θρήνοι.

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ (1888 - 1968)

Ο ΓΕΡΟΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ 

Ο Γεώργιος Παπανδρέου υπήρξε σύμβολο της κοινωνικής μεταρρύθμισης, αφοσιωμένος οπαδός του εκπαιδευτικού εκσυγχρονισμού, δεινός ρήτορας και αγωνιστής. Αντίπαλος κάθε τυραννικού καθεστώτος, αντιστάθηκε στο δικτατορικό καθεστώς της 4ης Αυγούστου, συμμετείχε στην αντίσταση κατά των στρατευμάτων Κατοχής στο Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, δεν υπέκυψε στην χούντα της 21ης Απριλίου 1967. Πατέρας του Ανδρέα Παπανδρέου, του Γεωργίου Γ. Παπανδρέου (με την Κυβέλη Ανδριανού) και παππούς του Γεωργίου Α. Παπανδρέου. Διετέλεσε τρεις φορές Πρωθυπουργός της Ελλάδας (1944 - 1945,1963, 1964 - 1965), Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης τα χρόνια 1950 - 1952 και πολλές φορές Υπουργός, με πρώτη υπουργική θητεία στην επαναστατική κυβέρνηση του 1922. Φίλος, συνεργάτης και διευθυντής του πολιτικού γραφείου του Ελευθερίου Βενιζέλου. Πίστευε στην ανανέωση των πραγμάτων της δημόσιας σφαίρας και στο δικαίωμα για εθνική ανεξαρτησία, κοινωνική δικαιοσύνη και πρόοδο. Σε πολλές και διάφορες ιστορικές στιγμές ενσάρκωσε τις ελπίδες του λαού για δημοκρατία και εθνική αξιοπρέπεια, του αποδόθηκε ο χαρακτηρισμός «Γέρος της Δημοκρατίας».

O Γεώργιος Παπανδρέου (1888 - 1968), μία από τις κορυφαίες πολιτικές φυσιογνωμίες της χώρας σφράγισε με το ειδικό πολιτικό του βάρος, με την αδιάλειπτη παρουσία του και μ' ένα πολιτικό λόγο, άμεσο, μεστό, επιγραμματικό, ευρηματικό και γοητευτικό τα πιο κρίσιμα χρόνια της Πολιτικής Ιστορίας μας. Αναγνωρίστηκε απ΄ όλους ως ένας από τους πιο δεινούς ρήτορες του Κοινοβουλίου. Διακρίθηκε, ιδίως στο Μεσοπόλεμο, για τη δημοκρατική, αντιμοναρχική ευαισθησία και αγωνιστικότητά του που του στοίχισε διώξεις, εξορίες και φυλακίσεις. Στα χρόνια του '60 ο Γ. Παπανδρέου, ο «Γέρος της Δημοκρατίας», συμβόλισε και προάσπισε ως ίνδαλμα της λαϊκής κυριαρχίας έναν Ελληνικής αποκλειστικότητας πολιτικό φιλελευθερισμό.

Ανοίγοντας έτσι, δρόμους για διεκδικήσεις και κατακτήσεις στο επίπεδο των δημοκρατικών ιδεών και αξιών. Υπήρξε η μοναδική ίσως πολιτική προσωπικότητα του 20ού αιώνα που είχε για έξι δεκαετίες μία αδιάκοπη παρουσία στην πολιτική ζωή χωρίς διαστήματα απουσίας ή «αναχώρησης»… Έδειξε, τέλος, ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τον πολιτισμό και τις τέχνες και ένα ξεχωριστό πάθος για την παιδεία, συνεισφέροντας το πνευματικό στοιχείο στους πολιτικούς αγώνες του τόπου.

Ο Γεώργιος Παπανδρέου γεννήθηκε ως Γεώργιος Σταυρόπουλος στο ορεινό χωριό Καλέντζι της Αχαΐας στις 13 Φεβρουαρίου 1888 και ήταν το τρίτο παιδί του πρωτοπρεσβύτερου Ανδρέα Σταυρόπουλου και της συζύγου του Παγώνας, κατά άλλους γεννήθηκε στο χωριό Αγία Μαρίνα που ήταν τότε οικισμός του Καλεντζίου. Δε γνώρισε τη μητέρα του, η οποία απεβίωσε λίγους μήνες μετά τη γέννησή του. Ο θείος του, Νικόλαος Σταυρόπουλος, ήταν σχολάρχης Πατρών. Ξεκίνησε τις σπουδές του στο τετρατάξιο σχολείο του χωριού του και στη συνέχεια στο σχολαρχείο της Χαλανδρίτσας. 

Δύο χρόνια αργότερα και αφού ο πατέρας του μετατέθηκε στην Πάτρα, γράφτηκε στο Β' Γυμνάσιο Πατρών, όπου ήδη φοιτούσε ο μεγαλύτερος αδερφός του, Νίκος. Το 1901 έχασε την αδελφή του, Μαγδαληνή, από φυματίωση σε ηλικία μόλις 19 ετών. Την ίδια χρονιά αποφάσισε μαζί με τον αδελφό του να επισημοποιήσουν το επίθετο με το οποίο ήταν άλλωστε γνωστοί: Από Γεώργιος Σταυρόπουλος έγινε Γεώργιος Παπανδρέου. Μετά την ολοκλήρωση των γυμνασιακών του σπουδών στην Πάτρα, γράφεται στη Νομική Σχολή του πανεπιστημίου Αθηνών το 1904, και φυλακίζεται ως πρωταγωνιστής φοιτητικών κινητοποιήσεων το 1907. 

Σπούδασε νομική στην Αθήνα και πολιτικές επιστήμες στο Βερολίνο, όπου και γνώρισε τον Ελευθέριο Βενιζέλο, προσφωνώντας τον ως εκπρόσωπος των Ελλήνων φοιτητών. Το Φεβρουάριο του 1908 δημοσιεύεται στην εφημερίδα Εύριπος της Χαλκίδας το πρώτο, κοινωνιολογικού περιεχομένου, κείμενό του. Θα επακολουθήσουν κι’ άλλα πολιτικά κείμενα στον Νεολόγο και στο Σέλας των Πατρών. Μετά την εκπλήρωση της στρατιωτικής θητείας του και την ολοκλήρωση των νομικών σπουδών του, ο Γ. Παπανδρέου φεύγει με υποτροφία το Σεπτέμβριο του 1911 στη Γερμανία για μεταπτυχιακές σπουδές στις νομικές, κοινωνικές και πολιτικές επιστήμες στη Λειψία, στη Βαϊμάρη και στο Βερολίνο. 

Τον Οκτώβριο του 1912, αμέσως μετά την κήρυξη του Α' Βαλκανικού Πολέμου, ο Γ. Παπανδρέου διακόπτει τις σπουδές του και κατατάσσεται στο στράτευμα ως εθελοντής του εξωτερικού. Τον Απρίλιο του 1913 αποστρατεύεται, παντρεύεται τη Σοφία Μινέικο και επιστρέφει στο Βερολίνο, όπου τον Ιανουάριο του 1914 προσφωνεί με εμπνευσμένα λόγια τον πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο. Την ίδια εποχή, ο Γ. Παπανδρέου δημοσιεύει στο περιοδικό της ''Αλεξάνδρειας Τα Γράμματα'' (1914) δύο σημαντικά πολιτικά κείμενά του: «Ελληνικό Μέλλον» και «Ελληνικός Πολιτισμός», όπου εντυπωσιάζουν οι αναφορές του στο γυναικείο ζήτημα. 

«Η εργασία θα εξελίξει την σημερινήν σκλάβαν - κούκλα εις ελεύθεραν ώριμον προσωπικότητα», στα πολιτικά κόμματα και στην λαϊκή «δημοτική» παράδοση. Ανάλογο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και τα ριζοσπαστικά κείμενα της ίδιας χρονιάς: «Κοινωνική Νομοθεσία», «Όρια του Δημοτικισμού», και άλλα. Στην περίοδο του «Εθνικού Διχασμού» ο Γ. Παπανδρέου διορίζεται το 1915 νομάρχης Λέσβου και αναλαμβάνει στις αρχές του 1916 τη διεύθυνση του πολιτικού γραφείου του αρχηγού των Φιλελεύθερων. H προσωρινή κυβέρνηση της Θεσσαλονίκης (1916 - 1917) το διορίζει εκπρόσωπό της στην Λέσβο και κατόπιν Γενικό Διοικητή Αιγαίου με έδρα τη Xίο (εδώ θα γεννηθεί στις 5 / 2 / 1919 ο Ανδρέας).

Κατά την πολιτική κρίση που δημιουργήθηκε με θέμα την ουδετερότητα ή την είσοδο της Ελλάδας στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, ο Παπανδρέου ήταν από τους σφοδρότερους υποστηρικτές του Βενιζέλου. Όταν ο Βενιζέλος αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Αθήνα, ο Παπανδρέου τον συνόδεψε στην Κρήτη κι έπειτα πήγε στη Λέσβο, απ' όπου κινητοποίησε τους Βενιζελικούς υποστηρικτές του στα νησιά εξουδετερώνοντας τους βασιλόφρονες και υποστήριξε την επαναστατική κυβέρνηση Εθνικής Άμυνας του Βενιζέλου στη Θεσσαλονίκη. Ο Βενιζέλος εντυπωσιάστηκε από τη ρητορική δεινότητα του νεαρού Παπανδρέου και τον διόρισε, το 1916, γενικό διευθυντή του πολιτικού γραφείου του και αργότερα την ίδια χρονιά νομάρχη Λέσβου και Χίου. 


Την περίοδο 1917 - 1920 διετέλεσε γενικός διευθυντής νήσων Αιγαίου, με ουσιαστικές αρμοδιότητες υπουργού. Παντρεύτηκε τη Σοφία Μινέικο (κόρη του Σιγισμούνδου Μινέικο, Πολωνού αριστοκράτη, και της Περσεφόνης Μανάρη) με την οποία απέκτησε το 1919 τον Ανδρέα Παπανδρέου. Tο Mάιο του 1916 δημοσιεύει το βαρυσήμαντο άρθρο του με τίτλο «Oι δύο πολιτικοί κόσμοι» που δεν είναι μόνο μια καίρια παρέμβαση στη συγκυρία αλλά περιέχει και μια αξιοπρόσεκτη ανάλυση για το ιστορικό υπόβαθρο των δημοκρατικών ελευθεριών και των κομμάτων στην χώρα. Στη Mυτιλήνη ο Γ. Παπανδρέου υψώνει τη «σημαία» του αντιμοναρχισμού και πρωτοστατεί στην έκπτωση του «καταλύσαντος την λαϊκήν κυριαρχίαν», βασιλιά Kωνσταντίνου (1917). 

Tο Nοέμβριο του 1920 το κόμμα των Φιλελευθέρων χάνει τις εκλογές στις οποίες ως «ανεξάρτητος» ο Γ. Παπανδρέου αναδείχθηκε πρώτος επιλαχών στην περιφέρεια Λέσβου. «O Γ. Παπανδρέου» -γράφει ο Aσ. Πανσέληνος- «ήρθε στη Μυτιλήνη και έβαλε στις καρδιές μας μπουρλότο. Tο εκλογικό σήμα του ήταν ένα κόκκινο γαρίφαλο, γεμάτο έρωτα και επανάσταση ''ζεσταθήκαμε πιο πολύ μαζί του''. Ό,τι έλεγε μπορούσε και το έκανε να μοιάζει σπουδαίο». Καταδιωκομένος από φιλοβασιλικούς, μετά την παλινόρθωση του Κωνσταντίνου, ο Γ. Παπανδρέου καταφεύγει στην Κωνσταντινούπολη όπου στις 13 / 12 / 1920 θα υπερασπιστεί την αβασίλευτη δημοκρατία με την ομιλία του «Πολίτευμα και Πολιτισμός του σύγχρονου Έθνους».

Η οποία ουσιαστικά προαναγγέλει το τολμηρό αντιμοναρχικό άρθρο του (που του στοίχισε φυλάκιση τεσσάρων μηνών): «O βασιλεύς και το Έθνος» (Πατρίς, Mάρτιος 1921) με το οποίο ζητούσε την παραίτηση του βασιλιά. Το 1921 επέζησε από μια απόπειρα δολοφονίας από φανατικούς φιλοβασιλείς, ενώ το 1922 είχε κορυφαίο ρόλο στην επανάσταση των Πλαστήρα - Γονατά που έδιωξε τον βασιλιά Κωνσταντίνο. Tο καλοκαίρι του 1922 στην «δίκη της Λαμίας» ο Γ. Παπανδρέου είναι ο συνήγορος υπεράσπισης των κατηγορουμένων για το «Δημοκρατικό Μανιφέστο» (Aλ. Παπαναστασίου κ.ά.).

Στην αγόρευσή του ο Γ. Παπανδρέου επικαλείται και το άρθρο 111 του Συντάγματος που όριζε ότι η τήρησή του «αφιερούται» εις τον «πατριωτισμόν» των Ελλήνων, 40 χρόνια πριν ο ανένδοτος αγώνας του συνδεθεί με το θρυλικό «114». Μετά τη δολοφονική επίθεση που δέχθηκε στη Μυτιλήνη από τους «συνήθεις» μπράβους - αντιφρονούντες της Ιστορίας μας, ο Γ. Παπανδρέου θα είναι ο πολιτικός σύμβουλος του N. Πλαστήρα και του «επαναστατικού» καθεστώτος που εγκαθιδρύθηκε στη χώρα μετά τη μεγάλη κατάρρευση στη Μικρά Aσία (1922). Ο Παπανδρέου εκλέχτηκε βουλευτής με το Κόμμα Φιλελευθέρων του Βενιζέλου και τον Ιανουάριο του 1923 ο Στυλιανός Γονατάς τον διόρισε υπουργό Εσωτερικών στην επαναστατική κυβέρνηση.

Στις εκλογές της 16 / 12 / 1923, από τις οποίες απέχει η αντιβενιζελική παράταξη, ο Γ. Παπανδρέου ως αρχηγός του συνδυασμού Φιλελευθέρων - Δημοκρατικών, εκλέγεται βουλευτής Λέσβου. H Δ' Συντακτική Συνέλευση τον ορίζει γενικό εισηγητή της επί του Συντάγματος Επιτροπής. Tο κείμενο της εισήγησής του περιέχει μια αξιόλογη ανάλυση για τους θεσμούς του αβασίλευτου κοινοβουλευτικού πολιτεύματος. Αργότερα υπηρέτησε ως υπουργός Εθνικής Οικονομίας με την κυβέρνηση Ανδρέα Μιχαλακοπούλου το διάστημα 1924 - 1925. Η δικτατορία του Θεόδωρου Πάγκαλου τον εξόρισε.

O Γ. Παπανδρέου θα πληρώσει ακριβά το «τίμημα» της δημοκρατικής εγρήγορσής του και θα νοιώσει επάνω του όλες τις ραγδαίες μεταπτώσεις της πολιτικής μας ζωής, από υπουργός Εθνικής Οικονομίας στην κυβέρνηση Mιχαλακοπούλου (1925) στη φυλακή και στην εξορία (Νάξος) στα 1925 - 1926 ως πολέμιος της δικτατορίας Πάγκαλου, εκλέγεται βουλευτής Λέσβου στις εκλογές της 7 / 11 / 1926 και 19 / 8 / 1928 και εισηγείται το Νοέμβριο του 1928, το νομοσχέδιο για την εκλογή των μελών της Γερουσίας. Στη συνέχεια υπηρέτησε ως υπουργός Παιδείας επί Βενιζέλου (1930 - 1932) και υπουργός Συγκοινωνιών το 1933 πάλι με την κυβέρνηση Βενιζέλου.

O Γεώργιος Παπανδρέου ως υπουργός Παιδείας στην κυβέρνηση Βενιζέλου την περίοδο 1930 με 1932, συνέδεσε το όνομά του όχι μόνο με τα 3.200 σχολεία που κτίστηκαν τότε αλλά και με μία ευρύτατη εκπαιδευτική μεταρρύθμιση. Τα σχολεία που έκτισε του εξασφάλισαν την αγάπη του προσφυγικού στοιχείου (Πόντιοι και Μικρασιάτες). Το 1935 ίδρυσε το Δημοκρατικό Κόμμα, το οποίο μετονομάστηκε αργότερα σε Δημοκρατικό Σοσιαλιστικό Κόμμα. Μετά το φιλοβενιζελικό κίνημα της 1 / 3 / 1935 που τελικά υποβοήθησε τα φιλοβασιλικά σχέδια των αντιβενιζελικών, ο Γ. Παπανδρέου εξαγγέλλει την ίδρυση του Δημοκρατικού Kόμματος το οποίο τάχθηκε δυναμικά εναντίον της παλινόρθωσης του Γεωργίου B' με επακόλουθο την εκτόπισή του στη Μύκονο.

O Γ. Παπανδρέου αναδεικνύεται βουλευτής στις εκλογές της 26 / 1 / 1936 και καταγγέλλει από την πρώτη στιγμή την «αυλική» κυβέρνηση I. Μεταξά, αρνούμενος να χορηγήσει ψήφο εμπιστοσύνης και επισημαίνοντας στην αγόρευσή του τις ευθύνες των «μεγάλων κομμάτων» για τη διολίσθηση προς την επιβολή του βασιλομεταξικού δικτατορικού καθεστώτος της 4ης Αυγούστου (1936). Ως αντικαθεστωτικός ο Γ. Παπανδρέου εξορίζεται αρχικά στα Kύθηρα και μετά στην Άνδρο. Μετά την Ιταλική επίθεση (1940) ο Γ. Παπανδρέου τάσσεται υπέρ της ενότητας των πολιτικών δυνάμεων της χώρας εναντίον του φασισμού. Επιστρέφει από την εξορία στην κατεχόμενη Αθήνα και ξεκινάει την αντίσταση μέσα και από την «παράνομη» εφημερίδα Ελευθερία.

Στο ημερολόγιό του ο Γ. Θεοτοκάς σημειώνει: «4 Οκτωβρίου 1941: O Γ. Παπανδρέου στις δύο μεγάλες συζητήσεις που είχα μαζί του, μου φάνηκε πως σκέπτεται πλατειά και καθαρά. Mε γενναιοδωρία και συνάμα με πείρα και ρεαλισμό». Tο Mάρτιο του 1942 οι Ιταλικές αρχές κατοχής συλλαμβάνουν και φυλακίζουν τον Γ. Παπανδρέου για ένα τρίμηνο στις φυλακές Αβέρωφ. Αποφυλακίζεται μετά από τρεις μήνες και συντάσσει το πρωτοποριακό πρόγραμμα του υπό ίδρυση κόμματος της Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας. Tο κείμενό του προβλέπει ανάμεσα στ’ άλλα: πολίτευμα προεδρικής δημοκρατίας όπου «πηγή και σκοπός της πολιτικής εξουσίας είναι ο εργαζόμενος λαός», ισονομία και ισοπολιτεία των γυναικών, αναγνώριση της δημοτικής ως επίσημης γλώσσας.

Tον Ιούλιο του 1942 ο Γ. Παπανδρέου καταθέτει ως μάρτυρας υπεράσπισης του καθηγητή I. Κακρίδη που κατηγορείται στο πειθαρχικό συμβούλιο γιατί εισήγαγε στην Ανωτάτη Εκπαίδευση «καινά δαιμόνια» (δίκη των τόνων). Tον ίδιο μήνα ο Γ. Παπανδρέου συντάσσει και στέλνει στο Βρετανικό Στρατηγείο Μέσης Ανατολής το υπόμνημά του, που θα αποτελέσει το πολιτικό και ιδεολογικό διαπιστευτήριό του. H πεποίθησή του ότι η Μεγάλη Βρετανία θα καθόριζε τις μελλοντικές εξελίξεις στη χώρα βρίσκεται πίσω από την απόρριψη της πρότασης να αναλάβει ηγετική θέση στο EAM. Τον Ιούνιο του 1943 υπέβαλε απευθείας στο στρατηγείο της Μέσης Ανατολής ειδική αναφορά με χαρακτήρα διακήρυξης που προκάλεσε το συμμαχικό ενδιαφέρον με τίτλο:


«Η ταυτότης συμφερόντων Ελλάδος και Αγγλίας για πρώτη φορά στην ιστορία είναι απόλυτος». «Σήμερον όμως σχηματίζεται νέα μορφή του παγκοσμίου ανταγωνισμού. Δύο παγκόσμια μέτωπα διαμορφούνται: Ο Κομμουνιστικός Πανσλαβισμός και ο Φιλελεύθερος Αγγλοσαξoνισμός, και ενώ το περιεχόμενον της αντιθέσεως των κοινωνικών των καθεστώτων οσημέραι θα ελαττούται, επειδή αμφότεραι αι παρατάξεις θα συγκλίνουν προς τον Σοσιαλισμόν, θα παραμένη ως κύριον και, βαθμιαίως, ως αποκλειστικόν περιεχόμενον της αντιθέσεως το μέγα θέμα της Ελευθερίας: ατομικής, πολιτικής, ηθικής. Μόνον μέσα εις την Σοσιαλιστικήν Πανευρώπην, επικουρουμένην από την ηθικήν και υλικήν δύναμιν του Φιλελευθέρου Αγγλοσαξονισμού, ημπορεί και η Ελλάς να εύρη το αίσθημα της ασφαλείας της απέναντι του καταθλιπτικού κινδύνου του Κομμουνιστικού Πανσλαβισμού».

Στις αρχές του 1944 αποφάσισε να συνταχθεί με τη βασιλική εξόριστη κυβέρνηση στην Αίγυπτο. Στις 14 Απριλίου του 1944, περίπου ένα μήνα μετά τη δημιουργία της Πολιτικής Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης, με Αγγλικό πολεμικό αεροπλάνο έφτασε επειγόντως στο Κάιρο για σχηματισμό κυβέρνησης εθνικής ενότητας, και αντικατέστησε τον Σοφοκλή Βενιζέλο που είχε διαδεχθεί τον Εμμανουήλ Τσουδερό, κατά τη μετάβαση του τελευταίου στο Λονδίνο. Τότε, τον Μάιο του 1944, οργάνωσε το συνέδριο του Λιβάνου, στο οποίο και αποφασίστηκε ο σχηματισμός κυβέρνησης εθνικής ενότητας με συμμετοχή όλων των πολιτικών παρατάξεων υπό την πρωθυπουργία του με σκοπό την εφαρμογή του «Εθνικού Συμβολαίου». 

Μετά το Συνέδριο του Λιβάνου (Μάιος 1944) που σφραγίστηκε από τους επιδέξιους χειρισμούς του, ο Γ. Παπανδρέου ως πρωθυπουργός της κυβέρνησης Εθνικής Ενώσεως (που εγκαταστάθηκε από τον Σεπτέμβριο του 1944 στη Νάπολη της Ιταλίας) αγωνίζεται με διαβήματα και τηλεγραφήματα για να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις μίας «αναίμακτης» απελευθέρωσης, με την πλήρη και απροκάλυπτη υποστήριξη των Βρετανών. Αργότερα όμως σημειώθηκαν προστριβές και διαφωνίες με τους εκπροσώπους του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου που αφορούσαν κυρίως τον έλεγχο του στρατού. Τότε προέβη σε ραδιοφωνικό διάγγελμα προς τον Ελληνικό λαό: 

«Εκφράζομεν την ευγνωμοσύνην μας προς την επιτροπήν των βουνών διότι εγκατέλειψεν, επιτέλους, τας υπεκφυγάς και τας προτάσεις και απεκάλυψε τους αληθινούς της σκοπούς. Μας ζητούν να παραδώσωμεν την Ελλάδα: Αρνούμεθα. Η αποστολή μας είναι να εντάξωμεν τας οργανώσεις εις το Έθνος, όχι να υποτάξωμεν το Έθνος εις τας οργανώσεις».

Στις 18 Oκτωβρίου 1944 ο Αθηναϊκός λαός επιφυλάσσει ενθουσιώδη υποδοχή στον Γ. Παπανδρέου που εκφωνεί στην Πλατεία Συντάγματος, μπροστά σ’ ένα τεράστιο και εκδηλωτικό πλήθος το βαρυσήμαντο «λόγο της απελευθερώσεως» («Παρά την δυσπιστία ενός μεγάλου ποσοστού της μάζας» -γράφει ο Γ. Θεοτοκάς- «Ο Παπανδρέου κέρδισε την Πλατεία. Νομίζω πως είναι σήμερα στην Ελλάδα ο μόνος άνθρωπος που μπορούσε να πραγματοποιήσει αυτό το αποτέλεσμα»). Θα επακολουθήσει η εμπλοκή του Παπανδρέου στις «συμπληγάδες» της αντιπαράθεσης των Βρετανών με την Εαμική και κυρίως, την κομμουνιστική ηγεσία.

Ο Γ. Παπανδρέου απολάμβανε της απολύτου εμπιστοσύνης της Βρετανικής κυβέρνησης, όσον αφορούσε στις επιδιώξεις τους για τον έλεγχο της μεταπολεμικής Ελλάδας. Για το σκοπό αυτό, οι Άγγλοι υποχρέωσαν σε παραίτηση το Σοφοκλή Βενιζέλο από την ηγεσία της εξόριστης Ελληνικής κυβέρνησης και στη θέση του, ο βασιλιάς Γεώργιος τοποθέτησε τον Παπανδρέου. Ο Ουίνστον Τσώρτσιλ μάλιστα φερόταν αποφασισμένος να τον διατηρήσει στη θέση του πρωθυπουργού πάση θυσία ενώ και ο ίδιος ο Παπανδρέου απηύθυνε δραματική έκκληση προς τη Βρετανική κυβέρνηση να αποστείλει στην Αθήνα ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις, προκειμένου αυτές να αποτελέσουν ανάχωμα στο ΕΑΜ - ΕΛΑΣ. 

Ενώ κυριαρχούσαν εντός του ΕΑΜ οι διαφωνίες μεταξύ διαλλακτικών και αδιάλλακτων, βασική επιδίωξη του Παπανδρέου ήταν η αποτροπή πάση θυσία της κατάληψης της χώρας από τις δυνάμεις του Ελληνικού Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού ύστερα από την αποχώρηση των Γερμανών, αλλά και η αναίμακτη μετάβαση στην ομαλότητα παρά τις αντικειμενικές δυσκολίες που υπήρχαν. Αμέσως μετά τη συμφωνία της Καζέρτας (η οποία έθετε υπό συμμαχική διοίκηση του στρατηγού Ρόναλντ Σκόμπι όλες τις αντιστασιακές ομάδες και όριζε σαφώς να παρενοχλούνται οι Γερμανοί κατά την αποχώρησή τους) και την απελευθέρωση, επέστρεψε στην Ελλάδα από το Σαλέρνο της Ιταλίας με το Αγγλικό πολεμικό πλοίο Prince David και ανεβαίνοντας στο βράχο της Ακρόπολης ύψωσε την Ελληνική σημαία. 

Ήταν υπό την προεδρία του που ο Σκόμπι εξέδωσε την ξαφνική διαταγή για αφοπλισμών μόνο των αριστερών οργανώσεων, διαταγή που αποτέλεσε τη θρυαλίδα των Δεκεμβριανών. Μετά τις μάχες των Δεκεμβριανών παραιτήθηκε από πρωθυπουργός,τον Ιανουάριο του 1945. Την ημέρα του συλλαλητηρίου, σύμφωνα με μαρτυρία του ίδιου, μέλη της Οργάνωσης Προστασίας Λαϊκών Αγωνιστών (ΟΠΛΑ) προσπάθησαν να εισβάλλουν στο σπίτι του με χειροβομβίδα, αλλά απέτυχαν λόγω της αντίδρασης της φρουράς του. Ως επικεφαλής της κυβέρνησης, κατηγορήθηκε από το ΕΑΜ ότι έφερε την ευθύνη για το αιματοκύλισμα της διαδήλωσης στις 3 Δεκεμβρίου 1944 στην Πλατεία Συντάγματος. 

Καθώς αρχικά έδωσε την άδεια για την πραγματοποίησή της και στη συνέχεια την ανακάλεσε σύμφωνα με πληροφορίες που επικαλέστηκε (τις οποίες αμφισβήτησε το ΕΑΜ) ότι η συγκέντρωση θα ήταν ένοπλη και θα αποσκοπούσε στην προετοιμασία έκρηξης κομμουνιστικού κινήματος. Ως επικεφαλής μάλιστα (πολιτικός προϊστάμενος) κάθε άλλης κυβερνητικής εξουσίας, έδωσε ρητή εντολή στον αστυνομικό διευθυντή Αθηνών Άγγελο Έβερτ για την έναρξη του πυρός κατά των αόπλων διαδηλωτών. Ο Παπανδρέου κατηύθυνε τις ένοπλες συγκρούσεις σε συνεργασία με τους Βρετανούς πετυχαίνοντας την επικράτηση των κυβερνητικών δυνάμεων. 

Την τραγωδία από την αιματηρή σύρραξη του Δεκεμβρίου του 1944 θα την «πληρώσει» πολύ ακριβά ο τόπος και ιδίως η ευρύτερη προοδευτική και δημοκρατική παράταξη. H πρώτη πρωθυπουργία του Γ. Παπανδρέου θα έχει ένα πρόωρο, πικρό και άδοξο τέλος, αν και όλοι σχεδόν θα αναγνωρίσουν, εκ των υστέρων, τις σημαντικές υπηρεσίες που προσέφερε για να αποτραπεί η ρήξη σ’ αυτές τις ώρες της μισαλλοδοξίας που η Eλλάδα «μοιάζει με σταυρωμένο κορμί που όλοι το καρφώνουν λυσσασμένοι» (Γ. Σεφέρης). Tο καταστατικό του Δημοκρατικού Σοσιαλιστικού Kόμματος δημοσιεύεται τον Ιούνιο του 1945. 

Και απηχεί την προοδευτική πολιτική κοσμοθεωρία του Γ. Παπανδρέου που εκλέγεται με το συνασπισμό «Εθνική Πολιτική Ένωσις» βουλευτής στις εκλογές της 31 / 3 / 1946, μετέχει ως υπουργός «άνευ χαρτοφυλακίου» στη βραχύβια κυβέρνηση Π. Πουλίτσα και κηρύσσεται υπέρ της αβασίλευτης δημοκρατίας στο δημοψήφισμα της 1 / 9 / 1946, χωρίς όμως την αντιμοναρχική μαχητικότητα που τον διέκρινε στα χρόνια του Μεσοπολέμου, καθώς οι ιδεολογικοί του προσανατολισμοί έχουν επιβαρυνθεί μετά την τραγωδία του Δεκεμβρίου 1944 μ’ έναν ευεξήγητο αντικομμουνισμό. Στη δίνη του Εμφυλίου Πολέμου ο Γ. Παπανδρέου μετέχει ως υπουργός Εσωτερικών στη συμμαχική κυβέρνηση Δ. Μαξίμου.


Μετά το 1946 συνέχισε την πολιτική του καριέρα ως βουλευτής Αχαΐας (προπολεμικά εκλεγόταν στη Μυτιλήνη όπου είχε διατελέσει και νομάρχης), ως αρχηγός του κόμματος Δημοκρατικό Σοσιαλιστικό Κόμμα με το οποίο συμμετείχε στις εκλογές του 1946 και ως Υπουργός Εθνικής Οικονομίας, Εφοδιασμού, Εργασίας, Παιδείας, Δημόσιας Τάξης και Συντονισμού στις κυβερνήσεις των ετών 1946-1952. Το 1950 ίδρυσε το Κόμμα Γεωργίου Παπανδρέου με το οποίο συμμετείχε στις εκλογές του 1950 και 1951. Τα χρόνια 1950 - 1952 ήταν Αντιπρόεδρος της Ελληνικής Κυβέρνησης με Πρωθυπουργούς τον Σοφοκλή Βενιζέλο και τον Νικόλαο Πλαστήρα.

Εκλέγεται βουλευτής στις εκλογές της 5 / 3 / 1950 και μετέχει ως αντιπρόεδρος και υπουργός Εσωτερικών στις συμμαχικές κυβερνήσεις N. Πλαστήρα και Σοφ. Βενιζέλου, ενώ μένει εκτός Κοινοβουλίου, για πρώτη φορά στις εκλογές της 9 / 9 / 1951. Αυτή την περίοδο της Αντιπροεδρίας του δημιουργεί το Ίδρυμα Κρατικών Υποτροφιών (ΙΚΥ) που μέχρι σήμερα προσφέρει υποτροφίες σε Έλληνες σπουδαστές. Στις εκλογές του 1952 συνεργάστηκε με τον Ελληνικό Συναγερμό του Στρατάρχη Αλέξανδρου Παπάγου, που κατήλθε στις εκλογές ως αρχηγός της συντηρητικής παράταξης, λόγω της εκτίμησης που του είχε ο Παπάγος και παρά την αντίθεση πολλών παραγόντων του Συναγερμού.

Στη Bουλή που αναδεικνύεται από τις εκλογές της 16 / 1 / 1952, ο Γ. Παπανδρέου που έχει εκλεγεί ως «ανεξάρτητος» με το συνδυασμό του Ελληνικού Συναγερμού καταθέτει δήλωση ότι τάσσεται ως ανεξάρτητος στην αντιπολίτευση. Τον Απρίλιο του 1953 όμως, μετά την υποτίμηση της δραχμής από τον τότε Υπουργό Συντονισμού Σπυρίδωνα Μαρκεζίνη, αποχώρησε από τον Ελληνικό Συναγερμό, επανίδρυσε το κόμμα του και το συγχώνευσε με το Κόμμα των Φιλελευθέρων, αναλαμβάνοντας συναρχηγός του τελευταίου με τον Σοφοκλή Βενιζέλο. Μετά το 1953 οι Βενιζελογενείς φιλελεύθερες δυνάμεις υπέφεραν από συνεχείς εσωτερικές συγκρούσεις και πολιτικό κατακερματισμό, και έφτασαν σε σημείο να πέσουν πιο κάτω και από την Αριστερά (Ε.Δ.Α) τα χρόνια 1958 - 1961.

O Γ. Παπανδρέου επικρίνει τη βασιλική παρέμβαση που οδήγησε στην πρωθυπουργοποίηση του K. Καραμανλή, επισημαίνοντας στη Bουλή (11 / 10 / 1955) ότι «εις τα κοινοβουλευτικά συστήματα τους πρωθυπουργούς καθιερώνουν τα κόμματα και ο Λαός - ουδείς άλλος». Στις εκλογές της 19 / 2 / 1956 -στις οποίες ψηφίζουν για πρώτη φορά και οι γυναίκες- η Δημοκρατική Ένωσις υπό την ηγεσία του Γ. Παπανδρέου αν και υπερίσχυσε της E.P.E σε ψήφους (48,15% έναντι 47,38%), μειοψήφισε σε έδρες: 132 έναντι 168, εξαιτίας του σκανδαλώδους «τριφασικού» εκλογικού συστήματος. Tο Kόμμα των Φιλελευθέρων του Γ. Παπανδρέου και Σοφ. Βενιζέλου θα δοκιμάσει οδυνηρή ήττα στις εκλογές της 11 / 5 / 1958. 

O Γ. Παπανδρέου αποχωρεί από την αρχηγία του Kόμματος των Φιλελευθέρων, δε χάνει όμως το επιγραμματικό χιούμορ του. Στους αριθμούς που παραθέτει η κυβέρνηση K. Καραμανλή για να αποδείξει την «ευημερία» του λαού, ο Γ. Παπανδρέου παρατηρεί: «Oι αριθμοί ευημερούν και οι άνθρωποι πάσχουν». Στο βιβλίο του Δημοκρατία στο Απόσπασμα, ο Ανδρέας Παπανδρέου σκιαγραφεί ένα ενδιαφέρον ανθρώπινο «πορτρέτο» για τον Γ. Παπανδρέου του 1959: «Mου έκαμε βαθειά εντύπωση η υπέρμετρη ζωντάνια του, ασυνήθιστη για τα 71 του χρόνια, μα προπάντων το πνευματικό του βάθος που μια ολόκληρη ζωή, αφιερωμένη στην πολιτική δεν μπόρεσε να καταστρέψει» 

H επιλογή του Γ. Παπανδρέου για την αρχηγία της Ενώσεως Κέντρου (E.K.), όπου συναντήθηκαν το 1961 όλα τα κόμματα του κεντρώου χώρου δεν υπαγορεύθηκε μόνο από λόγους «ιστορικούς», αλλά και από τη γενική αίσθηση σύμφωνα με την οποία ο Γ. Παπανδρέου εθεωρείτο ως η πιο διακεκριμένη πολιτική προσωπικότητα με μια ακτινοβολία που υπερέβαινε την εκάστοτε εκλογική του δύναμη. Το 1961 ο Γεώργιος Παπανδρέου αναβίωσε τον Ελληνικό φιλελευθερισμό ιδρύοντας το κόμμα Ένωσις Κέντρου, ένα συνασπισμό των παλιών φιλελεύθερων Βενιζελικών και απογοητευμένων συντηρητικών. Στις εκλογές του ίδιου χρόνου εξασφάλισε το 1/3 των εδρών της Βουλής και αναδείχθηκε αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης. 
 
Μετά τις εκλογές της 29 / 10 / 1961 που αποτέλεσαν την πιο σημαντική παραχάραξη της λαϊκής ετυμηγορίας στη μεταπολεμική ιστορία μας, ο Γ. Παπανδρέου καταγγέλλει το εκλογικό αποτέλεσμα ως προϊόν «βίας και νοθείας», τότε ξεκίνησε πολιτικό αγώνα εναντίον της Ε.Ρ.Ε του Κωνσταντίνου Καραμανλή για τη διενέργεια νέων εκλογών και υψώνει τη σημαία του «ανένδοτου αγώνα» και παρά την προχωρημένη ηλικία του, καταφεύγει στο λαό, περιοδεύει όλη την Ελλάδα και εκφωνεί ίσως τους πιο «εμπνευσμένους» λόγους της πολιτικής ζωής του. Καταφέρνει έτσι να προσελκύσει και να συσπειρώσει τους νέους, να εμπνεύσει τον κόσμο της υπαίθρου και να συνδεθεί γόνιμα με το αίτημα για κοινωνικές μεταρρυθμίσεις και περισσότερη πολιτική ελευθερία.

O σκληρός αντιπολιτευτικός αγώνας και η δολοφονία του Γρ. Λαμπράκη από το παρακράτος και η ρήξη του K. Καραμανλή με τα ανάκτορα θα μεταβάλουν το πολιτικό κλίμα υπέρ της E.K. Μιλώντας σε μια μεγάλη ανθρωποθάλασσα στην Πλατεία Κλαυθμώνος (5 / 9 / 1963) ο Γ. Παπανδρέου καταγγέλλει το «μονοκομματικό κράτος» της E.P.E. και επισημαίνει ότι οι εφημερίδες εκδίδονται στην Αθήνα αλλά δεν κυκλοφορούν στην ύπαιθρο: «Όπως συνέβαινε εις το ''κρυφό σχολειό'' της δουλείας, αναγιγνώσκονται κατ’ οίκον». H E.K. κέρδισε τις εκλογές της 3.11.1963 (με 42,04% και 138 έδρες έναντι 39,37% και 138 εδρών της E.P.E.) χωρίς όμως να αποκτήσει αυτοδύναμη κοινοβουλευτική πλειοψηφία.

Έχοντας 138 έδρες σχημάτισε κυβέρνηση μειοψηφίας με τη στήριξη της Ε.Δ.Α, που είχε 28 έδρες. Ωστόσο, ο Παπανδρέου επιθυμούσε αυτοδύναμη πλειοψηφία και έτσι υπέβαλε την παραίτηση της κυβέρνησης αμέσως μετά την εξασφάλιση ψήφου εμπιστοσύνης. Στις εκλογές του Φεβρουαρίου 1964 η Ένωση Κέντρου κέρδισε με το 52,8% των ψήφων και 171 έδρες. Η προοδευτική πολιτική του, όπως και ο ευδιάκριτος ρόλος που έπαιζε ο γιος του, Ανδρέας, ξεσήκωσαν την αντιπολίτευση των συντηρητικών κύκλων. H κυβέρνηση Γ. Παπανδρέου -η πρώτη «κεντρώα» κυβέρνηση μετά από έντεκα χρόνια- έλαβε στις 50 μέρες του βίου της αποφάσεις που αύξησαν εντυπωσιακά το υπέρ αυτής λαϊκό ρεύμα:
Ρύθμισε τα αγροτικά χρέη, πρόσφερε δωρεάν παιδεία, διαπλασίασε τις βασικές αποδοχές των δικαστικών, απελευθέρωσε πολιτικούς κρατούμενους. Κυρίως όμως, συνέβαλε στο να «φυσήξει» ένας φρέσκος άνεμος πολιτικής ελευθερίας και να αναθαρρήσουν έτσι πολλοί πολίτες που ζούσαν επί χρόνια υπό τη σκιά αστυνομικών παρακολουθήσεων και εκφοβισμών. Στη Bουλή που συνέρχεται στις 16 / 12 / 1963, ο «λόγος του θρόνου» που διαβάζει κατά τα καθιερωμένα ο βασιλιάς Παύλος, είναι προφανές ότι από το περιεχόμενο και από το ύφος έχει γραφτεί από τον πρωθυπουργό: «Δημοκρατικόν είναι το πολίτευμα της χώρας μας και έχετε την υψηλήν αποστολήν να πραγματοποιήσετε το πολιτικόν και κοινωνικόν περιεχόμενόν του».


Παράλληλα, μείωσε τον ασφυκτικό έλεγχο του κράτους στις ιδέες και τα φρονήματα. Κατηγορήθηκε από τους αντιπάλους του ότι τα οικονομικά μέτρα που εφάρμοσε ήταν εφικτά, λόγω της ανθηρής οικονομίας που είχε κληροδοτήσει η πρωθυπουργία Καραμανλή. Από την άλλη, η οκταετία Καραμανλή είχε μεν επιτύχει ανθηρά οικονομικά μεγέθη, το εισόδημα όμως των χαμηλότερων τάξεων είχε παραμείνει για χρόνια αμετάβλητο. Aν και έλαβε ψήφο εμπιστοσύνης (167 ψήφοι από τις οποίες 28 της E.Δ.A.) ο Γ. Παπανδρέου ζήτησε διάλυση της Bουλής και προκήρυξη νέων εκλογών που έγιναν τελικά στις 16.2.1964 και αποτέλεσαν θρίαμβο για τον ίδιο και την παράταξη (συγκέντρωσε 52,72% και 171 έδρες). 

H περίοδος της διακυβέρνησης της χώρας από τον Γ. Παπανδρέου (512 μέρες) έμοιαζε όπως έχει γραφεί (Γ. Κάτρης) «Με χειμωνιάτικο ήλιο που ζεσταίνει τις καρδιές των ανθρώπων». H εκπαιδευτική μεταρρύθμιση, η δικαιότερη κατανομή του εθνικού εισοδήματος και ιδίως η ατμόσφαιρα ελευθερίας αποτελούν θετικό κεκτημένο της κυβέρνησης Γ. Παπανδρέου που είχε να αντιμετωπίσει τις συνεχείς υπονομεύσεις από τα ανάκτορα, τους υπερσυντηρητικούς κύκλους, τις παραστρατιωτικές οργανώσεις, αλλά και τις αντιδράσεις εκ των ένδον (π.χ. επιθέσεις της εφημερίδας Eλευθερία κ.ά.). 

Tον Ιούνιο του 1964 ο Γ. Παπανδρέου στις συνομιλίες του με τους Αμερικανούς αξιωματούχους στην Ουάσιγκτον θα είναι ανυποχώρητος και δεν θα δεχθεί το «κλείσιμο» του Κυπριακού σύμφωνα με τις επιταγές των HΠA. Ο Γεώργιος Παπανδρέου ήταν από τους πιο μαχητικούς υποστηρικτές της Ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα ήδη από τα πρώτα του πολιτικά βήματα. Όμως στα χρόνια αμέσως μετά την Απελευθέρωση συχνά συμβούλευε τους Κύπριους ηγέτες να προσέχουν πολύ τις κινήσεις τους, όπως για παράδειγμα το 1950 σε συνάντησή του με τον δήμαρχο Λευκωσίας Θεμιστοκλή Δέρβη, καθώς η Ελλάδα χρειαζόταν όλη την οικονομική βοήθεια που ήταν σε θέση να προσφέρουν ΗΠΑ το Ηνωμένο Βασίλειο. 

Το 1959 απέρριψε τις Συνθήκες Ζυρίχης-Λονδίνου, με τις οποίες δημιουργήθηκε το κράτος της Κύπρου, επειδή προέβλεπαν ανεξαρτησία και όχι ένωση με την Ελλάδα. Ως πρωθυπουργός, το 1964, μετά από επεισόδια μεταξύ Τούρκων και Ελλήνων στο νησί, δεν δίστασε να στείλει μία ελληνική μεραρχία για τη διατήρηση της τάξης και την προώθηση των Ελληνικών συμφερόντων, την οποία μεραρχία αργότερα η Χούντα απέσυρε για να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις του ΝΑΤΟ, με τραγικά αποτελέσματα. Στις 20 Ιουλίου του 1964, ο Γεώργιος Παπανδρέου ταξίδεψε στο Λονδίνο. Την επομένη, συναντήθηκε με τον πρωθυπουργό του Ηνωμένου Βασιλείου σερ Άλεκ Ντάγκλας Χιουμ. 

Οι συνομιλίες για το Κυπριακό χαρακτηρίστηκαν από τον Τύπο άκαρπες. Ο Γ. Παπανδρέου απέρριψε και πάλι απευθείας διμερείς Ελληνοτουρκικές συνομιλίες και συνάντησή του με τον Τούρκο πρωθυπουργό. Παράλληλα, πρότεινε τόσο η Ελληνική Δύναμη Κύπρου (ΕΛ.ΔΥ.Κ), όσο και η αντίστοιχη Τουρκική (ΤΟΥΡ.ΔΥ.Κ) τεθούν υπό τον ΟΗΕ. στη δε Κυπριακή Δημοκρατία να επιτραπεί να οργανώσει τις αμυντικές της δυνάμεις και να αποφασίσει για το μέλλον της. Το Κυπριακό βρισκόταν στο επίκεντρο και των συνομιλιών που είχε ο πρωθυπουργός της Ελλάδας Γεώργιος Παπανδρέου και στο Παρίσι. 

Και στις δύο επισκέψεις του συνοδεύτηκε, εκτός από τον υπουργό Εξωτερικών Σταύρο Κωστόπουλο, και από τον Ανδρέα Παπανδρέου, αναπληρωτή υπουργό Συντονισμού. Στο Παρίσι, ο Γ. Παπανδρέου έφτασε στις 29 Ιουλίου 1964, προερχόμενος από τη Νέα Υόρκη. Την ίδια ημέρα συναντήθηκε με τον πρόεδρο της Γαλλικής Δημοκρατίας στρατηγό Σαρλ ντε Γκωλ, ο οποίος λίγο πριν είχε ενημερωθεί εκ μέρους των ΗΠΑ από τον πρεσβευτή Μπόλεν για τις συνομιλίες του προέδρου Λίντον Τζόνσον με τον Γ. Παπανδρέου και τον Τούρκο ομόλογό του Ισμέτ Ινονού. Ο Σαρλ ντε Γκωλ δεν πρότεινε συγκεκριμένο σχέδιο επίλυσης του Κυπριακού. 

Ο Έλληνας πρωθυπουργός έδειξε πάντως ικανοποιημένος από τις συνομιλίες του, οι οποίες ολοκληρώθηκαν την επομένη. Συνομιλητές ο Γάλλος πρωθυπουργός Ζωρζ Πομπιντού, ο Γεώργιος Παπανδρέου, ο Σταύρος Κωστόπουλος και ο Γάλλος ομόλογός του Κουβ ντε Μιρβίλ. Στις 6 Ιανουαρίου του 1965, ο Γεώργιος Παπανδρέου προέβη σε μερικό ανασχηματισμό της κυβέρνησής του. Στις 2 και 3 Φεβρουαρίου ο Γ. Παπανδρέου είχε συνομιλίες με τον στρατάρχη Γιόσιπ Μπροζ Τίτο στο Βελιγράδι. Η επίσκεψη σκιάστηκε από απροσδόκητη δήλωση του Γιουγκοσλάβου υφυπουργού Εξωτερικών ότι υπάρχει «Μακεδονική» μειονότητα στην Ελλάδα.

Στις 15 Ιουλίου 1965 ο βασιλιάς Κωνσταντίνος B' ο οποίος ακολουθούσε την παραδοσιακή πολιτική του παλατιού και αναμιγνυόταν ενεργά στις υποθέσεις του στρατεύματος, αρνήθηκε στον πρωθυπουργό το δικαίωμα να αναλάβει το υπουργείο Εθνικής Άμυνας, και προκαλεί την πτώση του Γ. Παπανδρέου. «Καθιερούται η αρχή ότι δύναμαι να είμαι πρωθυπουργός» -επισημαίνει στη δεύτερη επιστολή του προς τον βασιλιά (15 / 7 / 65) ο Γ. Παπανδρέου- «αλλά όχι και υπουργός ορισμένου υπουργείου. Θα είμαι επομένως πρωθυπουργός υπό απαγόρευσιν  Δεν στέργω εις αυτήν την παραβίασιν των αρχών της Βασιλευομένης Δημοκρατίας». 

Η διαφωνία τους κορυφώθηκε το καλοκαίρι του 1965 και ο Παπανδρέου εξαναγκάστηκε σε παραίτηση στις 15 Ιουλίου 1965 λόγω της άρνησης του βασιλιά να του επιτρέψει να αναλάβει την ηγεσία του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας. Αυτή υπήρξε η αρχή μιας περιόδου πολιτικής ανωμαλίας που συνεχίστηκε τα επόμενα χρόνια, οδηγώντας τελικά στο πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967. Ο Γεώργιος Παπανδρέου επέβαλλε το 1964 ως Αρχηγό της Χωροφυλακής τον Αντιστράτηγο Σταύρο Βαλσαμάκη, παρά τις αντιδράσεις των Ανακτόρων. Επίσης, απέκτησε τον έλεγχο της ΚΥΠ εκδιώκοντας τον επί πολλά χρόνια Αρχηγό της Αλέξανδρο Νάτσινα.

Όμως υπήρξαν και συμβιβασμοί. Είναι σαφές ότι ο Γεώργιος Παπανδρέου το 1964 προτιμούσε ως αρχηγό του Γενικού Επιτελείου Στρατού τον διακεκριμένο στρατηγό Σιαπκαρά, αλλά μετά την αλλαγή αρχηγών σε Χωροφυλακή και ΚΥΠ που είχε κατορθώσει να πραγματοποιήσει, δεν ήθελε να τραβήξει τελείως το σκοινί. Η επιλογή τελικά του φιλοβασιλικού στρατηγού Γεννηματά, αλλά και η επιλογή ως υπουργού Άμυνας του Πέτρου Γαρουφαλιά, έδειχνε ότι η κυβέρνηση Παπανδρέου είχε επιλέξει έναν περίπλοκο συνδυασμό «μαστίγιου και καρότου» στη σχέση της με τα ανάκτορα. Παρ' όλη τη βούληση για συμβιβασμό της Ε.Κ., το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας προχωρεί σε μια σειρά από μεταθέσεις αντι-παπανδρεϊκών αξιωματικών μακριά από την Αθήνα. 


Οι περισσότεροι από αυτούς τους αξιωματικούς ήταν οι μετέπειτα πρωταίτιοι της Χούντας των Συνταγματαρχών. Το παλάτι αντέδρασε και θεώρησε ότι πρόκειται για πολιτικές διώξεις. Παράλληλα, η πολιτική σκηνή χαρακτηριζόταν από μεγάλη οξύτητα (προϊόν περισσότερο του "ανένδοτου αγώνα" και των ανακρίσεων για το σχέδιο Περικλής), ενώ ταυτόχρονα το Κυπριακό βρισκόταν σε πολύ κρίσιμη κατάσταση. Η Ε.Κ. ήταν εξ αρχής σε βαθύ διχασμό, η δε άνοδος του Ανδρέα Παπανδρέου έκανε την κατάσταση ακόμα πιο δραματική, την οποία επιβάρυνε και ο ακραίος τρόπος λειτουργίας του Τύπου. Μέσα σ' αυτό το κλίμα ξέσπασε η υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ και οι κατηγορούμενοι για το «σχέδιο Περικλής» βρήκαν την πρόφαση για αντεπίθεση. 

Η κρίση πλέον γύρω από τον έλεγχο του στρατού βγήκε εκτός ελέγχου. Το παλάτι προσπάθησε, στηριζόμενο στην υπόθεση «Ασπίδα», να πάρει τη ρεβάνς και τον έλεγχο του στρατού. Αυτή τη φορά ο Γεώργιος Παπανδρέου δεν επανέλαβε τον συμβιβασμό Γεννηματά και απαίτησε τον απόλυτο έλεγχο του στρατού. Τον Ιούλιο του 1965 κορυφώθηκε η κρίση στις σχέσεις του με τον βασιλιά Κωνσταντίνο, οι οποίες -παρά τη μετάβασή του στην Κέρκυρα με τον υπουργό του Νικόλαο Μπακόπουλο για την υπογραφή της ληξιαρχικής πράξης γεννήσεως της πριγκίπισσας Αλεξίας- δεν αποκαταστάθηκαν αφού ο Κωνσταντίνος αρνήθηκε το δικαίωμα στον πρωθυπουργό να αναλάβει υπουργός Εθνικής Άμυνας. Η συνταγματική και πολιτειακή κρίση ήταν πλέον γεγονός.

Ακολουθεί ο σχηματισμός κυβερνήσεων που τις απαρτίζουν «αποστάτες», δηλαδή στελέχη που αποχώρησαν τότε από την E.K. εν όψει της ανάληψης πρωθυπουργίας ή υπουργείων. Μετά την καταψήφιση των κυβερνήσεων Γ. Αθανασιάδη - Νοβά και Hλ. Τσιριμώκου, η κυβέρνηση Στ. Στεφανόπουλου διατηρήθηκε στην εξουσία με ισχνή κοινοβουλευτική πλειοψηφία χάρις στην υποστήριξη από την E.P.E. O Γ. Παπανδρέου που έχασε την εξουσία αλλά κέρδισε τον Λαό καταγγέλλει δριμύτατα τις απροκάλυπτα μεθοδευμένες αντισυνταγματικές και αντικοινοβουλευτικές εκτροπές του θρόνου. 

Aν ο Γ. Παπανδρέου μοιάζει να είχε υποτιμήσει τότε το συσχετισμό των δυνάμεων (παλάτι, Αμερικανικές υπηρεσίες, χούντα αξιωματικών, δημοσιογραφικά συγκροτήματα κ.λπ.) από την άλλη πλευρά φαίνεται ότι και η αντίπαλη πλευρά υποτίμησε τη λαϊκή αντίσταση και τη δυναμική που περιείχε το κίνημα των ευρύτερων δημοκρατικών δυνάμεων. Στην υπεραπλουστιευμένη λαϊκή συνείδηση ο Γ. Παπανδρέου ήταν τότε το λαμπρό σύμβολο του καλού στην πάλη κατά των δυνάμεων του «σκότους», κάτι σαν τον λαϊκό «Άι Γιώργη». Στις 19 / 7 / 1965 μια λαοθάλασσα που ξεπερνούσε το εκατομμύριο πλημμύρισε τους δρόμους της Αθήνας επευφημώντας τον Παπανδρέου κατά τρόπο που δεν είχε προηγούμενο στην πολιτική ιστορία μας. 

H οξύτατη πολιτική κρίση συνεχίστηκε ως την άνοδο του Π. Κανελλόπουλου στην πρωθυπουργία (3 / 4 / 1967), επιφορτισμένου με την αποστολή να διεξάγει εκλογές στις 28 Μαΐου. Τις εκλογές αυτές που πιθανόν να έδιναν στον Γ. Παπανδρέου μια νίκη που θα κλόνιζε τα θεμέλια του θρόνου, ματαίωσε το στρατιωτικό πραξικόπημα της 21 / 4 / 1967, ενώ όλα έδειχναν ότι είχε επιτευχθεί μία πολιτική συμφωνία ανάμεσα στις δύο παρατάξεις για διέξοδο από την πολιτική ανωμαλία. Tο δικτατορικό καθεστώς δε δίστασε να συλλάβει τον Γ. Παπανδρέου, χωρίς να σεβαστεί την ηλικία και την ιστορία του και να τον υποβάλει σε συνεχείς ταλαιπωρίες: κράτηση στο Πικέρμι ως τον Μάιο του 1967 και κατ’ οίκον περιορισμός ως το Σεπτέμβριο του 1968. 

Tον Απρίλιο του 1968 με κρυφά ηχογραφημένο μήνυμά του ο Γ. Παπανδρέου καταγγέλλει τους δικτάτορες στη διεθνή κοινή γνώμη, ζητώντας την πλήρη απομόνωσή τους. Ο Γεώργιος Παπανδρέου άρχισε την πορεία του προς το μοιραίο στις 25 Οκτωβρίου του 1968 με την εκδήλωση βαριάς γαστρορραγίας. Μεταφέρθηκε στον "Ευαγγελισμό" και υποβλήθηκε σε εγχείρηση. Πέθανε στις 02:20 το πρωί της 1ης Νοεμβρίου. Το απόγευμα της ίδιας ημέρας η σορός του μεταφέρθηκε στο παρεκκλήσιο της Μητροπόλεως, όπου εκτέθηκε σε λαϊκό προσκύνημα. Κατά την άφιξη της σορού οι εκεί συγκεντρωμένοι νέοι ξέσπασαν σε χειροκροτήματα, ενώ το σύνθημα "Παπανδρέου - Δημοκρατία" τάραξε την ησυχία που είχε επιβάλει η δικτατορία. 

Η αστυνομία διενέργησε λίγες συλλήψεις. Αντιλαμβανόμενο το καθεστώς ότι ιδίου περιεχομένου εκδηλώσεις, αλλά σε μεγαλύτερη κλίμακα, θα επαναλαμβάνονταν κατά την εκφορά, έδωσε την παραμονή στη δημοσιότητα ανακοίνωση της αστυνομίας με την οποία επιχειρήθηκε αποθάρρυνση των επίδοξων διαδηλωτών και τους προειδοποίησε ότι "αι αρμόδιαι αρχαί θα λάβουν τα αναγκαία νόμιμα μέτρα προς αποτροπήν πάσης ασχημίας". Το πρωί της Κυριακής, 3 Νοεμβρίου, την ημέρα της κηδείας του Γεωργίου Παπανδρέου, ξέσπασε στην Αθήνα η πρώτη μαζική διαδήλωση κατά της δικτατορίας των συνταγματαρχών. Δύο ήταν τα κυρίαρχα συνθήματα: το "κλασικό" από τα γεγονότα του 1965 "Παπανδρέου - Δημοκρατία-114" και το "Τι τα κάνατε τα όχι μας". 

Με το σύνθημα αυτό, οι διαδηλωτές αμφισβήτησαν το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος της 29ης Σεπτεμβρίου για το νέο Σύνταγμα κατά το οποίο η στρατιωτική δικτατορία, με ανενδοίαστη νοθεία, κατόρθωσε να παρουσιάσει το συνηθισμένο για ολοκληρωτικά καθεστώτα ποσοστό του 92,2%. Η αστυνομία συνέλαβε περισσότερους από 40 πολίτες. «H προσωπικότης και η φωνή του Γεώργιου Παπανδρέου» -δηλώνει μετά το θάνατο του «Γέρου της Δημοκρατίας» ο Π. Κανελλόπουλος- «συνδέθηκε επί 50 έτη με την Ελληνική Ιστορία. Yπήρξε δι’ εμέ τιμή ότι εις αυτάς τας τελευταίας φάσεις της κοινοβουλευτικής μας ζωής, είχα κύριον αντίπαλον τοιούτον άνδρα. Αλλά οι σκέψεις μου στρέφονται, προ πάντων, προς τους παλαιούς κοινούς αγώνας υπέρ της ελευθερίας».

XPONOΛOΓIO

1888 
Στις 13 Φεβρουαρίου γεννιέται στο Καλέντζι Αχαΐας ο Γεώργιος Παπανδρέου, τρίτο παιδί του εφημέριου του χωριού παπα-Ανδρέα Σταυρόπουλου.

1899 
Αποφοιτά με άριστα από το Σχολαρχείο Χαλανδρίτσας και εγγράφεται στο Γυμνάσιο των Πατρών. Ασχολείται με την έκδοση ενός φιλολογικού περιοδικού σε συνεργασία με τους Φώτο Γιοφύλλη, Μίμη Λόντο και Τάκη Κωνσταντόπουλο. Όλοι φανατικοί δημοτικιστές που τόλμησαν να αποδοκιμάσουν δημόσια τον καθηγητή της Φιλοσοφικής Σχολής Γεώργιο Μιστριώτη για τις αντιδραστικές θέσεις του στο Γλωσσικό Ζήτημα.

1901
O Γεώργιος Παπανδρέου και ο αδελφός του Nίκος επισημοποιούν με αίτησή τους στη Νομαρχία το επίθετο Παπανδρέου.

1903 
Αποκτά την πρώτη του πολιτική εμπειρία, συμμετέχοντας σε επιτροπές περίθαλψης προσφύγων που καταφθάνουν στην Πάτρα από την Ανατολική Ρωμυλία και την Φιλιππούπολη.

1904 
Εγγράφεται στην Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.

1907 
Μετά τη συμμετοχή του σε φοιτητική διαδήλωση συλλαμβάνεται «επί αδίκω επιθέσει» και προφυλακίζεται για 27 ημέρες στις φυλακές Αβέρωφ. Γνωρίζεται με τη νεαρή φοιτήτρια της φιλολογίας και μετέπειτα σύζυγό του Σοφία Μινέικο.


1908 
O Γεώργιος Παπανδρέου συμφωνεί με τις πρωτοβουλίες και τις ιδεολογικές θέσεις της Κοινωνιολογικής Εταιρείας που ιδρύθηκε από τον Αλέξανδρο Παπαναστασίου. Διαμαρτύρεται για την απόλυση του Κωστή Παλαμά από την Ακαδημία Αθηνών με αφορμή το Γλωσσικό Ζήτημα.

1909 
Παίρνει με άριστα το πτυχίο της Νομικής. Συμμετέχει ενεργά στις διαδηλώσεις της Επανάστασης στο Γουδί.

1910 - 1911 
Υπηρετεί τη στρατιωτική του θητεία. Μετά το θάνατο του πατέρα του αναχωρεί για την Γερμανία με σκοπό να ακολουθήσει ανώτερες σπουδές στις πολιτικές και κοινωνικές επιστήμες.

1912 
Στις 2 Οκτωβρίου η Ελλάδα και οι Σύμμαχοί της κηρύσσουν τον πόλεμο στην Τουρκία. O Γεώργιος Παπανδρέου και ο αδελφός του Νίκος διακόπτουν τις σπουδές τους στη Γερμανία και επιστρέφουν στην Ελλάδα για να συμβάλουν στον απελευθερωτικό αγώνα.

1913 
O Γεώργιος Παπανδρέου παντρεύεται την Σοφία Μινέικο και επιστρέφει στην Γερμανία για την ολοκλήρωση των σπουδών του. Εκεί πληροφορείται το θάνατο του αδελφού του Νίκου στη μάχη του Κιλκίς (20 / 6).

1914 
Πρώτη συνάντηση του Γεωργίου Παπανδρέου με τον Ελευθέριο Βενιζέλο στο Βερολίνο, όπου ο πρώτος προσφωνεί θερμά το δεύτερο εκ μέρους του Ελληνικού Ακαδημαϊκού Συνδέσμου. Μετά την ολοκλήρωση των μεταπτυχιακών του σπουδών στις νομικές, κοινωνικές και πολιτικές επιστήμες επιστρέφει στην Ελλάδα με τη σύζυγό του Σοφία.

1915 
Στη δίνη του Εθνικού Διχασμού ο Γεώργιος Παπανδρέου διορίζεται Νομάρχης Λέσβου από τον Ελευθέριο Βενιζέλο.

1916 - 1920 
O Γεώργιος Παπανδρέου αναλαμβάνει τη διεύθυνση του πολιτικού γραφείου του Ελευθερίου Βενιζέλου. Ξεσπά το κίνημα της Εθνικής Άμυνας στην Θεσσαλονίκη. O Βενιζέλος από την Κρήτη σχηματίζει επαναστατική κυβέρνηση (24 / 8). O Γεώργιος Παπανδρέου διορίζεται αρχικά εκπρόσωπος της προσωρινής κυβέρνησης στην Λέσβο και στη συνέχεια από την επαναστατική κυβέρνηση Θεσσαλονίκης Ορίζεται Γενικός Διοικητής Αιγαίου με έδρα την Xίο, όπου παρέμεινε έως τον Σεπτέμβριο του 1920. Στην Χίο γεννιέται το πρώτο του παιδί, ο νδρέας (1919).

1920
Συμμετέχει στις εκλογές ως ανεξάρτητος υποψήφιος βουλευτής Λέσβου, αλλά δεν εκλέγεται. Λόγω των διώξεων εναντίον των Βενιζελικών μετά τη νίκη της Ηνωμένης Αντιπολίτευσης, αναγκάζεται να μεταβεί στην Κωνσταντινούπολη. Δίνει διάλεξη στο Φιλολογικό Σύλλογο Κωνσταντινουπόλεως με θέμα: «Πολίτευμα και πολιτισμός της συγχρόνου Ελλάδος».

1921
Επιστρέφοντας στην Ελλάδα ο Γεώργιος Παπανδρέου τιμωρείται με 18μηνη φυλάκιση για τη δημοσίευση του άρθρου του «O Βασιλεύς και το Έθνος» στην εφημερίδα Πατρίς (9 Απριλίου), με το οποίο ζητούσε την παραίτηση του βασιλιά Κωνσταντίνου. Τελικά εκτίει τέσσερις μήνες της ποινής του στις φυλακές Αβέρωφ, επειδή το Αναθεωρητικό Δικαστήριο ακύρωσε την προηγούμενη δικαστική απόφαση.

1922
Tον Φεβρουάριο υπερασπίζεται στη δίκη της Λαμίας τον Αλέξανδρο Παπαναστασίου, ο οποίος διώκεται για τη δημοσίευση του «Δημοκρατικού Μανιφέστου». Tον Ιούλιο δέχεται δολοφονική επίθεση στην Μυτιλήνη, οργανωμένη από τον Γενικό Διοικητή των Νήσων. Μετά την Επανάσταση ο Γεώργιος Παπανδρέου αγωνίζεται για τη γρήγορη επιστροφή της χώρας στη δημοκρατική ομαλότητα. Ως σύμβουλος του Νικολάου Πλαστήρα επεδίωξε να ματαιώσει την εκτέλεση των «Έξι».

1923
O Γεώργιος Παπανδρέου διορίζεται υπουργός Εσωτερικών στην επαναστατική κυβέρνηση του Στυλιανού Γονατά. Συντάσσει νέο εκλογικό νόμο με σκοπό τον εκσυγχρονισμό του εκλογικού συστήματος της χώρας. Στις εκλογές της 16ης Δεκεμβρίου εκλέγεται βουλευτής Λέσβου με τους Φιλελεύθερους - Δημοκρατικούς.

1924
O Γεώργιος Παπανδρέου ορίζεται εισηγητής της αρμόδιας για το σύνταγμα επιτροπής της Δ' Συντακτικής Συνέλευσης.

1925
Αναλαμβάνει υπουργός Εθνικής Οικονομίας στην κυβέρνηση Ανδρέα Μιχαλακόπουλου. Μετά την επικράτηση της δικτατορίας του Πάγκαλου (25 Ιουνίου), φυλακίζεται στο Ναύσταθμο και αργότερα εκτοπίζεται στη Νάξο μαζί με τους Μιχαλακόπουλο και Καφαντάρη, ηγετικές φυσιογνωμίες της Βενιζελικής παράταξης.

1926
Μετά την ανατροπή της δικτατορίας Πάγκαλου (Αύγουστος) και τη διενέργεια ελεύθερων εκλογών στις 7 Νοεμβρίου, επανεκλέγεται βουλευτής Λέσβου με το κόμμα των Φιλελευθέρων.

1927 - 1928
Είναι ένας από τους βασικούς εισηγητές του νέου, του πιο προοδευτικού έως εκείνη την εποχή, Ελληνικού συντάγματος. O Παπανδρέου στις εκλογές της 19ης Αυγούστου 1928 επανεκλέγεται βουλευτής Λέσβου με το κόμμα των Φιλελευθέρων. Αποκτά από τη δεύτερη σύζυγό του, την Κυβέλη, το δεύτερο γιο του, Γιώργο.

1930 - 1932
Αναλαμβάνει το υπουργείο Παιδείας στην κυβέρνηση Βενιζέλου (2 Ιανουαρίου 1930 - Μάιος 1932). Στο εντυπωσιακό έργο που επιτελεί περιλαμβάνεται η ανέγερση 3.200 σχολικών αιθουσών σε όλη τη χώρα, η αναμόρφωση της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης και η μετατροπή του Δημοτικού Σχολείου σε εξατάξιο, αυτοτελές και υποχρεωτικό, η καθιέρωση της δημοτικής γλώσσας, η αναδιοργάνωση των προγραμμάτων της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, η ίδρυση της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών, η θέσπιση νομοθετικού πλαισίου για την προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας.

Η θέσπιση του Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος και η εξασφάλιση της μισθοδοσίας και της κοινωνικής ασφάλισης του κλήρου από το κράτος (ίδρυση OΔEΠ και TAKE). Tον Σεπτέμβριο του 1931 του ανατέθηκαν προσωρινά και καθήκοντα υπουργού Υγιεινής.

1932 - 1935
O Γεώργιος Παπανδρέου επανεκλέγεται βουλευτής Λέσβου (26 Σεπτεμβρίου 1932 και 5 Mαρτίου 1933). H προσήλωσή του στους δημοκρατικούς θεσμούς τον κάνει να διαφωνήσει με το κίνημα της 1ης Mαρτίου του 1935. Ιδρύει το Δημοκρατικό Kόμμα, το οποίο, όπως όλα τα Βενιζελογενή κόμματα, απείχε από τις μονόπλευρες εκλογές της 9ης Ιουνίου 1935. Μετά την κατάλυση του δημοκρατικού πολιτεύματος από τον Κονδύλη και την παλινόρθωση του Γεωργίου B', ο αντιμοναρχικός Γεώργιος Παπανδρέου εξορίζεται στην Μύκονο, ενώ αρθρογραφεί στον Τύπο στηλιτεύοντας την εκτροπή προς τη δικτατορία και την επέλαση του φασισμού στην Ευρώπη.


1936
Ως βουλευτής αρνείται να παράσχει ψήφο εμπιστοσύνης για τη νομιμοποίηση της κυβέρνησης του Ιωάννη Μεταξά, μετά τον αιφνίδιο θάνατο του Κωνσταντίνου Δεμερτζή.

1937
O Γεώργιος Παπανδρέου μαζί με τους Σοφούλη, Καφαντάρη, Τσαλδάρη και Μυλωνά, αρχηγούς και εκπροσώπους όλων των αστικών κομμάτων της χώρας, υπογράφουν κοινή διακήρυξη συνεργασίας εναντίον της μεταξικής δικτατορίας της 4ης Αυγούστου και επιχειρούν να συντονίσουν τις προσπάθειες του πολιτικού κόσμου για την ανατροπή της.

1938 - 1940
O Μεταξάς εξορίζει τον Γεώργιο Παπανδρέου στα Κύθηρα και αργότερα στην Άνδρο. Όμως, μετά την έναρξη του Ελληνοϊταλικού πολέμου ο Γεώργιος Παπανδρέου με τηλεγράφημά του θέτει τον εαυτό του στη διάθεση της πατρίδας. Απελευθερώνεται τον Νοέμβριο του 1940 και επιστρέφει στην Αθήνα διακηρύσσοντας την ανάγκη της πανεθνικής άμυνας έναντι του Ιταλού εισβολέα.

1940 - 1942
Συλλαμβάνεται για αντιστασιακή δράση από τις Ιταλικές αρχές Κατοχής. Ακολουθεί τρίμηνος εγκλεισμός του στις φυλακές Αβέρωφ. Μετά την απελευθέρωσή του προσέρχεται ως μάρτυρας υπεράσπισης του καθηγητή Ιωάννη Κακριδή στη «Δίκη των τόνων».

1944
Στις αρχές Απριλίου δραπετεύει από την Ελλάδα και φθάνει στο Κάιρο (15 Απριλίου). Στις 26 Απριλίου ορκίζεται πρωθυπουργός της εξόριστης Ελληνικής κυβέρνησης, διαδεχόμενος τον Σοφοκλή Βενιζέλο. Στην κυβέρνηση αυτή διατήρησε για ένα διάστημα και τα υπουργεία Εξωτερικών, Δικαιοσύνης, Οικονομικών, Στρατιωτικών και Αεροπορίας («μονομελής κυβέρνηση»). Μετά το Συνέδριο του Λιβάνου (17 - 20 Μαΐου) σχηματίζει την κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας (27 Μαΐου). Σύνθημά του: «Mία πατρίς, μία κυβέρνησις, ένας στρατός». Πρωταγωνιστεί στη σύναψη της Συμφωνίας της Καζέρτας (26 Σεπτεμβρίου), με την οποία η Αριστερά αποδέχθηκε την υπαγωγή των ανταρτικών δυνάμεων στις διαταγές του στρατηγού Σκόμπυ.

Ως προς την επίλυση του πολιτειακού θέματος της Ελλάδος, ο Γεώργιος Παπανδρέου υποστηρίζει σθεναρά την άποψη ότι για το πολίτευμα της χώρας αυτός που πρέπει να αποφασίσει είναι αποκλειστικά ο κυρίαρχος λαός. Στις 18 Οκτωβρίου, μετά την απελευθέρωση, επιστρέφει στην Αθήνα, υψώνει την Ελληνική σημαία στην Ακρόπολη και εκφωνεί βαρυσήμαντο λόγο στην πλατεία Συντάγματος. Στις 23 Οκτωβρίου σχηματίζεται υπό την προεδρία του η «Κυβέρνησις Απελευθερώσεως». Υποβάλλει την παραίτησή του μετά τα Δεκεμβριανά (3 Ιανουαρίου 1945).

1945
Μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας, που υπογράφεται στις 12 Φεβρουαρίου, ο Γεώργιος Παπανδρέου δημοσιεύει το καταστατικό του Δημοκρατικού Σοσιαλιστικού Kόμματος και από τις στήλες της εφημερίδας Ελλάς προειδοποιεί τον Ελληνικό λαό για το ενδεχόμενο ενός δεύτερου γύρου στην εμφύλια διαμάχη. Διαμάχη που αιματοκύλησε τον Ελληνικό λαό και οδήγησε όχι μόνο στην περιθωριοποίηση των δυνάμεων της Αριστεράς, αλλά και στην ήττα των εκσυγχρονιστικών στοιχείων της αστικής τάξης, που εκφράζονταν πολιτικά από τον ευρύτερο κεντρώο χώρο.

1946
Στις εκλογές της 31ης Mαρτίου ως συναρχηγός της «Εθνικής Πολιτικής Ενώσεως» (Σύμπραξη του Δημοκρατικού Σοσιαλιστικού Kόμματος με τους Βενιζελικούς Φιλελεύθερους (Σοφοκλής Βενιζέλος) και το «Εθνικό Ενωτικό Kόμμα» (Παναγιώτης Κανελλόπουλος)) εκλέγεται για πρώτη φορά βουλευτής Αχαΐας. Στο δημοψήφισμα της 1ης Σεπτεμβρίου, με το οποίο επανήλθε ο Γεώργιος B' στην Ελλάδα, ο Γεώργιος Παπανδρέου τάσσεται υπέρ της Αβασίλευτης Δημοκρατίας.

1947
Διορίζεται υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Εσωτερικών στην κυβέρνηση συνεργασίας του Δημητρίου Μάξιμου. Παραιτείται τον Αύγουστο του ίδιου έτους.

1949
O Γεώργιος Παπανδρέου ως ιδρυτής και αρχηγός του Δημοκρατικού Σοσιαλιστικού Kόμματος θέτει ως αρχές της πολιτικής του δράσης την ιδεολογία του δημοκρατικού σοσιαλισμού και του πολιτικού φιλελευθερισμού, τη δημιουργία κράτους δικαίου, την κοινωνική πολιτική και την κατοχύρωση των δικαιωμάτων των εργαζομένων.

1950
Στις εκλογές της 5ης Mαρτίου το Δημοκρατικό Σοσιαλιστικό Kόμμα λαμβάνει ποσοστό 10,67% των ψήφων και εκλέγει 35 βουλευτές. Στις διαδοχικές κυβερνήσεις Πλαστήρα και Σοφοκλή Βενιζέλου (ο πρώτος εκφράζει την αριστερή πτέρυγα του Βενιζελισμού και ο δεύτερος τη δεξιά) ορίζεται αντιπρόεδρος, υπουργός Εσωτερικών και Δημόσιας Τάξης, καθώς και υπουργός Συντονισμού. Ως υπουργός στην κυβέρνηση Πλαστήρα εισηγήθηκε και προώθησε τη θεσμοθέτηση «μέτρων επιείκειας» απέναντι στη διωκόμενη Αριστερά.

1951
Αναλαμβάνει τα υπουργεία Παιδείας και Συντονισμού στην κυβέρνηση Σοφοκλή Βενιζέλου. Ιδρύει το Ίδρυμα Κρατικών Υποτροφιών και προωθεί τα έργα εξηλεκτρισμού της χώρας, αλλά παραιτείται και εγκαταλείπει το Kόμμα Φιλελευθέρων μετά από τη διαφωνία του με τον πρωθυπουργό. Στις εκλογές της 9ης Σεπτεμβρίου δεν εκλέγεται βουλευτής (2,1% των ψήφων).

1952
Στις εκλογές της 16ης Νοεμβρίου, εξαιτίας του ισχύοντος πλειοψηφικού εκλογικού συστήματος και της αντιπαράθεσης με το Σοφοκλή Βενιζέλο, ο Γεώργιος Παπανδρέου συνεργάζεται με τον «Ελληνικό Συναγερμό» του στρατηγού Αλέξανδρου Παπάγου και εκλέγεται βουλευτής. Mε δήλωσή του όμως προς τον πρόεδρο της Bουλής ανεξαρτητοποιείται και αμφισβητεί τα μέτρα που λαμβάνει η κυβέρνηση Παπάγου.

1953
Συνειδητοποιώντας την ανάγκη της συσπείρωσης των δημοκρατικών πολιτικών δυνάμεων, επανακάμπτει στο Kόμμα Φιλελευθέρων και αναλαμβάνει τη συναρχηγία του από κοινού με το Σοφοκλή Βενιζέλο. Από το βήμα της Bουλής καταγγέλλει την επαναφορά στο στράτευμα των αξιωματικών της παραστρατιωτικής οργάνωσης «IΔEA», που αποφάσισε η κυβέρνηση Παπάγου.

1954
Μετά την αποχώρηση του Σοφοκλή Βενιζέλου από την πολιτική σκηνή, αναλαμβάνει μόνος του την αρχηγία του Kόμματος Φιλελευθέρων και συνοψίζει τις ιδεολογικές του αρχές στο τρίπτυχο: Πολιτική, Οικονομική και Κοινωνική Δημοκρατία. Ωστόσο, ο Σοφοκλής Βενιζέλος αλλάζει γνώμη και διασπά το Kόμμα Φιλελευθέρων, στο οποίο προσχωρούν 25 βουλευτές. O Γεώργιος Παπανδρέου καταγγέλλει τη συμμετοχή της Τουρκίας στη Διάσκεψη για το Κυπριακό, πιστεύοντας ότι με τον τρόπο αυτό αναγνωρίζονται de facto οι παράνομες αξιώσεις της Τουρκίας.


1956
O Γεώργιος Παπανδρέου ως αρχηγός της Δημοκρατικής Ένωσης (συνασπισμού των πολιτικών δυνάμεων της αντιπολίτευσης), καταγγέλλει το «αδίστακτον εκλογικόν όργιον» και το ευνοϊκό εκλογικό σύστημα, το λεγόμενο «τριφασικό», που αναδεικνύει το κόμμα της E.P.E (Εθνική Ριζοσπαστική Ένωση) σε κυβέρνηση, παρότι υπολείπεται σε ποσοστό ψήφων της Δημοκρατικής Ένωσης (E.P.E: 47,38%, Δημοκρατική Ένωσις: 48,15%).

1957
O Γεώργιος Παπανδρέου και ο Σοφοκλής Βενιζέλος επανασυγκροτούν το Kόμμα Φιλελευθέρων. Σε συζήτηση στη Bουλή για το Κυπριακό Ζήτημα, ο Γεώργιος Παπανδρέου υποστηρίζει τη λύση της αυτοδιάθεσης.

1958
Μετά το ατυχές αποτέλεσμα της εκλογικής αναμέτρησης της 11ης Μαΐου, που φέρνει το Kόμμα Φιλελευθέρων τρίτο μετά την E.P.E και την E.Δ.A (Ενιαία Δημοκρατική Αριστερά) και σηματοδοτεί την πρόσκαιρη σύμπτυξη του παραδοσιακού κεντρώου χώρου και την ανάδειξη της κοινοβουλευτικής Αριστεράς σε αξιωματική αντιπολίτευση, ο Γεώργιος Παπανδρέου αποχωρεί από το κόμμα, το οποίο στη συνέχεια διασπάται.

1959
Από το βήμα της Bουλής ο Γεώργιος Παπανδρέου ασκεί δριμύτατη κριτική στις Συμφωνίες της Ζυρίχης και του Λονδίνου, οι οποίες, κατά τη γνώμη του, θέτουν σε κίνδυνο τόσο την ανεξαρτησία όσο και τη δυνατότητα δημοκρατικής διακυβέρνησης της Κύπρου.

1961
Στις 20 Σεπτεμβρίου με πρωτοβουλία του Γεωργίου Παπανδρέου ιδρύεται η Ένωση Κέντρου, που συνενώνει και συγχωνεύει τις πολυδιασπασμένες ομάδες του κεντρώου χώρου, οι οποίες στη συνέχεια απαρνούνται την αυτοτέλειά τους. Πρόκειται για έναν ετερόκλητο και εύθραυστο συνασπισμό προσωπικοτήτων και ιδεολογικοπολιτικών τάσεων που εξακτινώνεται από τις παρυφές της Δεξιάς έως την κεντροαριστερά. Ως συνδετικοί κρίκοι λειτουργούν η ενωτική δυναμική του Γεωργίου Παπανδρέου, η διαφαινόμενη δυνατότητα διαδοχής της Δεξιάς στην εξουσία, καθώς και η ανάγκη εξεύρεσης εναλλακτικής ενδοαστικής λύσης μετά τη σημαντική εκλογική άνοδο της E.Δ.A.

Tο νέο κόμμα διοικείται από 8μελή επιτροπή υπό την προεδρία του Γεωργίου Παπανδρέου και έχει χαλαρή οργανωτική δομή. Στις ηγετικές προσωπικότητες της Ένωσης Κέντρου περιλαμβάνονται ο Σοφοκλής Βενιζέλος, ο Γεώργιος Μαύρος, ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, ο Ηλίας Τσιριμώκος, ο Σταύρος Κωστόπουλος, ο Σάββας Παπαπολίτης, ο Αλέξανδρος Μπαλτατζής, ο Παυσανίας Κατσώτας, ο Στέφανος Στεφανόπουλος, ο Ιωάννης Ζίγδης, ο Ιωάννης Τούμπας, κ.ά.

Mετά τις εκλογές της 29ης Oκτωβρίου ο Γεώργιος Παπανδρέου καταγγέλλει στον Ελληνικό λαό το εκλογικό αποτέλεσμα «ως προϊόν βίας και νοθείας» και κηρύσσει τον «ανένδοτο αγώνα», καλώντας το βασιλέα να μην παραβιάζει τις συνταγματικές του υποχρεώσεις και τον Ελληνικό λαό να πολεμήσει εναντίον «του κομματικού και αστυνομικού κράτους της Δεξιάς». Την ιδεολογική βάση του «ανένδοτου αγώνα», που διήρκεσε δύο ολόκληρα χρόνια, αποτελούν η συγκρότηση κράτους δικαίου, η θέσπιση έντιμου εκλογικού συστήματος, η διεξαγωγή έντιμων εκλογών.

Η κατάργηση των έκτακτων μέτρων που ποινικοποιούσαν την πολιτική ζωή της χώρας (απελευθέρωση πολιτικών κρατουμένων, κατάργηση του μέτρου της διοικητικής εκτόπισης, μερική κατάργηση του πιστοποιητικού νομιμοφροσύνης). Στη διάρκεια του 1962 οι ηγέτες, οι βουλευτές, οι πολιτευτές και η Οργάνωση Νέων της Ένωσης Κέντρου με επικεφαλής τον Απόστολο Κακλαμάνη, περιοδεύουν σε όλη τη χώρα από άκρη σε άκρη και οργανώνουν μαζικές κινητοποιήσεις για την ενημέρωση και την πολιτική στράτευση του ελληνικού λαού στην ιδέα της πολιτικής αλλαγής και της ενίσχυσης της δημοκρατίας.

Άλλωστε, η ιδεολογική ατμόσφαιρα που δημιουργήθηκε μετά την εκλογή του Κένεντυ ως προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών της Aμερικής, εξυπηρέτησε ως ένα βαθμό τον αγώνα για τον εκδημοκρατισμό του ελληνικού πολιτικού συστήματος. Την περίοδο αυτή οι διαδηλώσεις, οι απεργίες, τα συλλαλλητήρια και οι φοιτητικές κινητοποιήσεις βρίσκονται πλέον στην ημερήσια διάταξη.

1963
O πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Καραμανλής παραιτείται στις 11 Ιουνίου 1963, εξαιτίας της διαφωνίας του με τα Ανάκτορα για την αναγκαιότητα του επικείμενου ταξιδιού της βασιλικής οικογένειας στο Λονδίνο. Στις εκλογές της 3ης Νοεμβρίου η Ένωση Κέντρου παίρνει 1.962.019 ψήφους και αναδεικνύεται πρώτο κόμμα, με ποσοστό 42%. H έλλειψη όμως αυτοδυναμίας και η άρνηση του Γεωργίου Παπανδρέου να συνεργασθεί με την E.Δ.A, οδηγούν σε νέες εκλογές.

1964
Στις εκλογές της 16ης Φεβρουαρίου η Ένωση Κέντρου παίρνει 2.424.447 ψήφους και κατακτά το αξιοζήλευτο ποσοστό του 53%, καταλαμβάνοντας 171 έδρες. H εντυπωσιακή αυτή επιτυχία οφείλεται στο γεγονός ότι ο Γεώργιος Παπανδρέου στην αποφασιστική εκείνη ιστορική στιγμή κατόρθωσε να εκπροσωπήσει σχεδόν όλο το φάσμα των δυνάμεων που ήθελαν και επεδίωκαν την πολιτική αλλαγή. H προσπάθεια εκσυγχρονισμού και δημοκρατικοποίησης που επιχειρεί η κυβέρνηση της Ένωσης Kέντρου, συναντά την αντίσταση των Ανακτόρων. Εντούτοις, η κυβέρνηση δρέπει σημαντικές επιτυχίες στο εξωτερικό. Παρατηρείται αξιοσημείωτη βελτίωση στις σχέσεις της χώρας με τους βόρειους γείτονές της.

Συγχρόνως, η κυβέρνηση εκμαιεύει από το Συμβούλιο Ασφαλείας του OHE απόφαση, με την οποία απαγορεύεται επέμβαση της Τουρκίας στην Κύπρο και διορίζεται μεσολαβητής του Οργανισμού για την επίλυση του Κυπριακού προβλήματος. Συγχρόνως, ο OHE αποστέλλει στρατιωτική δύναμη στην περιοχή. Την ίδια χρονιά ο Γεώργιος Παπανδρέου επισκέπτεται τις HΠA και συναντάται με τον πρόεδρο Λύντον Τζόνσον. Στο εσωτερικό της χώρας, η κυβέρνηση Παπανδρέου προσπαθεί με σειρά μέτρων να μετριάσει τις μετεμφυλιακές αντιθέσεις, χωρίς ωστόσο να φθάσει έως την κατάργηση του περιβόητου Νόμου 509, ο οποίος νομιμοποιούσε το καθεστώς των διακρίσεων σε βάρος της Αριστεράς.

Ταυτόχρονα, η κυβέρνηση προχώρησε σε μια ιδιαίτερα εκτεταμένη εκπαιδευτική μεταρρύθμιση, αυξάνοντας κατά 36% τις κρατικές δαπάνες για την παιδεία. Θέσπισε τη δωρεάν παιδεία σε όλες τις βαθμίδες του εκπαιδευτικού συστήματος, προχώρησε στον εκσυγχρονισμό του περιεχομένου των διδασκομένων μαθημάτων (αρχαίων ελληνικών και μαθηματικών), προώθησε τη διδασκαλία της δημοτικής γλώσσας στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση, αύξησε το χρόνο της υποχρεωτικής εκπαίδευσης από το 12ο στο 15ο έτος της ηλικίας, αναδιοργάνωσε τις σχολές μετεκπαίδευσης των εκπαιδευτικών, ίδρυσε το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο και καθιέρωσε τη σίτιση για τους μαθητές του δημοτικού σχολείου.


1965
Στις 23 Φεβρουαρίου ο Γεώργιος Παπανδρέου αποκαλύπτει στη Bουλή το σχέδιο «Περικλής», ενώ ταυτόχρονα σχεδόν γίνεται γνωστή η υπόθεση «Ασπίδα». O βασιλιάς Κωνσταντίνος στέλνει στον πρωθυπουργό μία σειρά τριών επιστολών, καταλύοντας την έννοια της λαϊκής κυριαρχίας και ωθώντας την κυβέρνηση της Ένωσης Κέντρου σε παραίτηση. Πιστεύοντας ότι «ο λαός κυβερνά» μέσω της νόμιμης κυβέρνησής του, ενώ «ο Βασιλεύς Βασιλεύει», ο Γεώργιος Παπανδρέου σχεδιάζει να παραιτηθεί και το γνωστοποιεί στο βασιλιά στην τελευταία συνάντησή τους.

Ωστόσο, πριν προλάβει να υποβάλει επίσημα την παραίτηση της κυβέρνησής του, ο Κωνσταντίνος, ενεργώντας εκτός των πλαισίων της νομιμότητας, ορκίζει τη διάδοχη κυβέρνηση του Αθανασιάδη - Νόβα, η οποία καταψηφίζεται στη Bουλή, όπως και η επόμενη κεντρογενής κυβέρνηση του Ηλία Τσιριμώκου που τη διαδέχθηκε. H Ένωση Κέντρου και η E.Δ.A πραγματοποιούν μεγάλες λαϊκές κινητοποιήσεις και διαδηλώσεις. Στη φοιτητική συγκέντρωση διαμαρτυρίας της 21ης Ιουλίου σκοτώνεται ο φοιτητής Σωτήρης Πέτρουλας, που γίνεται αμέσως σύμβολο του αγώνα εναντίον του «αυλικού πραξικοπήματος».

H πολιτειακή και πολιτική κρίση κορυφώνεται. Στις 17 Σεπτεμβρίου σχηματίζει κυβέρνηση ο Στέφανος Στεφανόπουλος, ηγετική επίσης πολιτική φυσιογνωμία της Ένωσης Κέντρου.

1966
Mε βούλευμα παραπέμπονται σε δίκη 28 αξιωματικοί των Ενόπλων Δυνάμεων για την υπόθεση «Ασπίδα», αντιμετωπίζοντας την κατηγορία ότι σκόπευαν να εγκαθιδρύσουν στη χώρα «δικτατορία Νασερικού τύπου». Ως υποκινητής φέρεται ο Ανδρέας Παπανδρέου με την ανοχή του πατέρα του Γεωργίου Παπανδρέου. H εξέλιξη αυτή καταγγέλλεται ως μεθόδευση κύκλων που συνδέονται με τα Ανάκτορα και το παρακράτος και επιδιώκουν να οδηγήσουν το πολιτικό σύστημα της χώρας στην εκτροπή από τη δημοκρατική νομιμότητα.

1967
Συνάπτει μυστική συμφωνία με τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο με σκοπό τη διεξαγωγή εκλογών τον Μάιο του ιδίου έτους. Οι εκλογές δεν έγιναν διότι εκδηλώθηκε το στρατιωτικό πραξικόπημα της 21ης Απριλίου. Oι πραξικοπηματίες της 21ης Απριλίου συλλαμβάνουν τον Γεώργιο Παπανδρέου και τον θέτουν σε κατ’ οίκον περιορισμό, αρχικά στο Kαστρί και στη συνέχεια στο Πικέρμι. O περιορισμός γίνεται αυστηρότερος μετά το αποτυχημένο βασιλικό αντιπραξικόπημα του Δεκεμβρίου.

1968
Mε ηχογραφημένο διάγγελμά του ο Γεώργιος Παπανδρέου καταγγέλλει την Απριλιανή δικτατορία και ζητά τη διεθνή απομόνωσή της. Tη νύχτα της 23ης προς την 24η Οκτωβρίου εισάγεται στο νοσοκομείο «Ευαγγελισμός» με γαστρορραγία. H κατάστασή του επιδεινώνεται ραγδαία. Αφήνει την τελευταία του πνοή την 1η Νοεμβρίου. H κηδεία του στις 3 Νοεμβρίου θα αποτελέσει την πρώτη πάνδημη και έμπρακτη διαμαρτυρία του Ελληνικού λαού κατά της χούντας των συνταγματαρχών. O Γέρος της Δημοκρατίας γίνεται το σύμβολο του αγώνα για την ανατροπή της στρατιωτικής τυραννίας και την εγκαθίδρυση της δημοκρατίας.

O ασυμβίβαστος χαρακτήρας του και η μαχητικότητά του εξέφρασαν με δυναμικό τρόπο τις πολιτικές και κοινωνικές διεκδικήσεις της πλειοψηφίας του Ελληνικού λαού στην κρίσιμη δεκαετία του 1960. Στη συνείδησή του ο Γεώργιος Παπανδρέου παραμένει ακόμη «ο Νέστορας του Ελληνικού φιλελευθερισμού». O πολιτικός που με τη χαρισματικότητά του, τις προοδευτικές του ιδέες, τη ρητορική του ικανότητα και την πολιτική του δεξιοτεχνία σφράγισε τη μεταπολεμική κυρίως περίοδο της ελληνικής ιστορίας, παρά το γεγονός ότι στην πεντηκονταετή παρουσία του, μόνο για μικρό χρονικό διάστημα διετέλεσε πρωθυπουργός.

Ωστόσο, ήταν αυτός που έδωσε και πάλι στον Ελληνικό λαό τη δυνατότητα να καθορίζει τις πολιτικές εξελίξεις. Oι αντιπαραθέσεις του παρελθόντος λησμονήθηκαν μπροστά στο ογκούμενο κύμα του λαϊκού ενθουσιασμού που ενέπνεε.

ΡΗΣΕΙΣ ΤΟΥ Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ 

Ο Γεώργιος Παπανδρέου ήταν γνωστός ως αριστοτέχνης ρήτορας και ετοιμόλογος ευφυολόγος. Αυτός έπλασε τη φράση «Μέγα πλήθος μέγα πάθος», που χρησιμοποιείται και σήμερα για μεγάλες πολιτικές συγκεντρώσεις. Εδώ παρατίθενται μερικές από τις ρήσεις του:

· Παραφράζοντας το σύνθημα του δικτατορικού καθεστώτος, Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών, έκανε λόγο για «Ελλάδα Ελλήνων Χριστιανών καθολικώς διαμαρτυρομένων».

· Για τον στρατηγό Γεώργιο Γρίβα είπε: «Εδοξάσθη κρυπτόμενος και κατεποντίσθη εμφανιζόμενος».

· Σε μία κοινοβουλευτική συζήτηση, ακούγοντας μίαν ύβρη προς το πρόσωπό του, ρώτησε «Ποίος το λέει αυτό;» για να πει, μόλις ο υβριστής απάντησε «εγώ»: «Τότε δεν έχει καμία σημασία!»

· Όταν κλήθηκε να περιγράψει την ιδεολογία της Ένωσης Κέντρου είπε: «διαφέρομεν από την Δεξιάν ως προς την Δικαιοσύνην, διαφέρομεν από την Αριστεράν ως προς την Ελευθερίαν».

· «Ψήφισαν ακόμα και τα δένδρα»

· Το 1965, επί πρωθυπουργίας του, ξέσπασε διαμάχη ανάμεσα στο Υπουργείο Εθνικής Αμύνης και τον Οργανισμό Διαχείρισης Εκκλησιαστικής Περιουσίας (ΟΔΕΠ) για την κυριότητα οικοπέδου στο κέντρο της Αθήνας. Ο αρμόδιος υφυπουργός Μιχάλης Παπακωνσταντίνου ζήτησε οδηγίες, και ο Παπανδρέου του είπε: «Άκουσε παιδί μου. Τα ράσα είναι σαν το κάρβουνο: αν είναι σβηστό και το πιάσεις λερώνεσαι, αν είναι αναμμένο καίγεσαι. Δώσε το στους παπάδες».

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΥΛΙΚΟ 


(Κάντε κλικ στις φωτογραφίες για μεγέθυνση)

ΠΩΣ ΝΑ ΒΕΛΤΙΩΣΟΥΜΕ ΤΙΣ ΣΥΝΤΡΟΦΙΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ

Ας δούμε τι μπορούμε να κάνουμε για να βελτιώσουμε τις συντροφικές μας σχέσεις, και να τις αξιοποιήσουμε χρησιμοποιώντας τες ως ευκαιρία για πνευματική εξέλιξη. Δεν επιδιώκουμε απλώς να έχουμε αρμονία, αλλά και να εξελισσόμαστε πνευματικά και ψυχολογικά μέσα από τη σχέση.

Πρώτο βήμα, είναι να αναλάβουμε την απόλυτη ευθύνη για την πραγματικότητά μας, και να μην περιμένουμε από το σύντροφό μας να μας κάνει ευτυχισμένους.

Να απελευθερωθούμε από την ιδέα ότι χρειαζόμαστε τον άλλο για να είμαστε ευτυχισμένοι, για να νιώθουμε ότι αξίζουμε ή για να είμαστε ασφαλείς. Ή χρειαζόμαστε τον άλλο, ή τον αγαπάμε. Δεν μπορεί να ισχύουν και τα δύο ταυτόχρονα. Είναι δύσκολο να αγαπάμε πραγματικά κάποιον που χρειαζόμαστε, γιατί από τη στιγμή που δε μας δίνει αυτό που έχουμε ανάγκη, η αγάπη μας αλλάζει. Γίνεται παράπονο, πλήγωμα, πίκρα, θυμός, μίσος και ζήλια, ιδιαίτερα αν το δίνει σε κάποιον άλλον. Γίνεται επίσης φόβος, ότι δε θα δώσει πια σε μας αυτό που χρειαζόμαστε, αλλά σε κάποιον άλλο.

Επομένως, δεν μπορεί να συνυπάρχουν και η αγάπη και η ανάγκη. Η πραγματική αγάπη πηγάζει από μια συνειδητότητα που ξέρει ότι μπορεί να είναι καλά ακόμα και μόνη της στον κόσμο. Προτιμάει να είναι με το συγκεκριμένο σύντροφο, επειδή χαίρεται για την ύπαρξή του, τον εκτιμάει, τον αγαπάει, αλλά μπορεί να ζήσει και ξεχωριστά.

Αυτό είναι πάρα πολύ σημαντικό. Αν θέλει κάποιος να έχει πραγματικά μια σωστή σχέση, πρέπει να περάσει από το κόσκινο της μοναξιάς και του φόβου της μοναξιάς και να έχει βιώσει μια εσωτερική πληρότητα.

Βέβαια σχεδόν κανένας δεν το κάνει αυτό πριν δημιουργήσει μια σχέση. Το μόνο που μπορώ να προτείνω γι’ αυτούς που δεν έχουν δημιουργήσει σχέση ακόμα και για όσους έχει διακοπεί η σχέση τους τώρα, εξαιτίας κάποιου θανάτου ή χωρισμού, είναι πριν δημιουργήσουν μια καινούργια σχέση, να δουλέψουν για ένα χρονικό διάστημα πάνω στην εσωτερική τους ασφάλεια, στην αίσθηση της αξίας τους χωρίς σύντροφο.

Είναι χρήσιμο να βρούμε την εσωτερική μας πληρότητα πριν ξανασυνδεθούμε με κάποιον επειδή πραγματικά χαιρόμαστε την ύπαρξη του ανθρώπου αυτού και όχι επειδή τον χρειαζόμαστε και δεν μπορούμε να ζήσουμε χωρίς αυτόν.

Μη νομίσει, όμως, κανείς ότι όποιος έχει τώρα μια σχέση πρέπει να χωρίσει για να εφαρμόσει όσα προτείνουμε. Απλώς χρειάζεται να δώσει ο ίδιος στον εαυτό του ασφάλεια, αξία, ότι έχει ανάγκη, χωρίς να τα περιμένει από τον άλλο για να είναι καλά.
 
Δεύτερο βήμα, είναι να μάθουμε την αποτελεσματική επικοινωνία.
 
Τρίτο βήμα, να θεωρούμε ότι ο σύντροφός μας είναι αυτός ακριβώς που χρειαζόμαστε αυτήν τη στιγμή για την εξέλιξή μας. Ότι δεν έχει γίνει λάθος και ότι είναι ένας καθρέφτης, που καθρεφτίζει σε μας ακριβώς τα μαθήματα που χρειάζεται να μάθουμε τώρα.

Σχετικά με τα μαθήματα που υπάρχουν σε μία σχέση: έχουμε δύο προσωπικότητες προγραμματισμένες διαφορετικά, με άλλες ανάγκες, άλλες σκέψεις, άλλες προσκολλήσεις και άλλες νοοτροπίες. Καθεμιά μοιάζει σαν ένα γρανάζι με πολλές γωνίες και καθώς αυτά τα γρανάζια προσπαθούν να λειτουργήσουν μαζί, οι γωνίες του ενός τρίβονται πάνω στις γωνίες του άλλου.

Εδώ έχουμε δύο πιθανότητες. Μπορούμε να σκληραίνουμε τις γωνίες και να δημιουργείται όλο και περισσότερη θερμότητα μέσα από την τριβή, δηλαδή σύγκρουση και ένταση. Μπορούμε όμως και να μαλακώνουμε τις γωνίες και η προσωπικότητα να γίνεται όλο και πιο στρογγυλή, πιο μαλακή, πιο ολοκληρωμένη. Οι γωνίες αυτές είναι οι γωνίες που έχουν ανάγκη να τριφτούν. Ο καθένας έχει διαφορετικές γωνίες που χρειάζεται να λειανθούν μέσα στη σχέση. Το πρόβλημα είναι ότι δεν επιλέγουμε το στρογγύλεμα των γωνιών, αλλά τη σκλήρυνση. Παίρνουμε την αντίθετη θέση και ξεκινάει ο πόλεμος μεταξύ μας.

Η Οδός του Βιώματος και το αδιέξοδο της διανόησης

Από την αρχή, από την ανάδυση της συνείδησης στον άνθρωπο, από τότε που ο άνθρωπος ένοιωσε τον εαυτό του, κι είχε εμπειρία της ζωής, προσπάθησε να μιλήσει για όλα αυτά που ζούσε: Για το Υπαρξιακό Περιβάλλον, για αυτόν τον ίδιο, για τις εμπειρίες του. Έτσι δημιουργήθηκε η Γλώσσα που έχει ένα εσωτερικό νοητικό περιεχόμενο και μια εξωτερική λεκτική έκφραση. Νόηση και Γλώσσα είναι δυο όψεις του ίδιου πράγματος. Μιλώντας για το ένα αναγκαστικά αναφερόμαστε στο άλλο.
 
Στην πραγματικότητα, τόσο η νοητική αντίληψη όσο κι η λεκτική έκφραση είναι ανθρώπινες κατασκευές. Στοχεύουν στο υπαρκτό, αλλά δεν είναι βίωμα του υπαρκτού. Παραμένουν στο εξωτερικό επίπεδο της περιγραφής, της κατασκευής. Η Αλήθεια είναι πάνω από την νόηση και τις λέξεις. Οι περιγραφές μπορεί να είναι ακριβείς ή ανακριβείς, πλήρεις ή ελλιπείς, πραγματικές ή φανταστικές, κλπ., κλπ…
 
Αυτό που Υπάρχει Πραγματικά Είναι Εδώ, Πάντα, Παρόν, άσχετα από το τι αντιλαμβανόμαστε ή περιγράφουμε, κλπ.
 
Όσο πιο πολύ προσεγγίζεις την Αλήθεια (μέσα από τις περιγραφές) τόσο προσπαθούμε να απελευθερωθούμε από την κατασκευασμένη (απολιθωμένη συχνά) αντίληψη-γλώσσα και επιχειρούμε να μιλήσουμε με όρους «βιώματος», που προέρχονται από την άμεση επαφή με την Πραγματικότητα. Έτσι, παντού, σε ολόκληρο τον πλανήτη, και πάντα, μέσα στην ιστορία, οι άνθρωποι που προσέγγιζαν την Αλήθεια προσπαθούσαν να οδηγήσουν τους άλλους στην Βίωση της Αλήθειας, πέρα από τις περιγραφές, στην ζωή, στην πράξη, εδώ, τώρα. Υπάρχει μια Παγκόσμια Εσωτερική Παράδοση που αναδύθηκε από μόνη της (και δεν είναι κατασκεύασμα κάποιων συγκεκριμένων ανθρώπων), μια Γλώσσα του Βιώματος που  κατανοούσαν όλοι οι μυημένοι. Υπάρχει λοιπόν, εκ των πραγμάτων, μια Ενότητα στην Ανθρώπινη Αντίληψη για το Πραγματικό, πέρα από τους όποιες εξωτερικές αντιλήψεις-λεκτικές εκφράσεις.
 
Η Αλήθεια Είναι Μία, η Αληθινή Φιλοσοφία είναι Μία: Είναι η Προσέγγιση και η Περιγραφή του Πραγματικού. Δεν υπάρχει λοιπόν ανατολική, δυτική φιλοσοφία. Η ανθρώπινη προσπάθεια είναι μία και η ανθρώπινη γνώση είναι μία. Ακόμα και σαν «γεωγραφικοί» όροι, οι όροι ανατολικός, δυτικός, είναι περιορισμένοι, αφού το περιεχόμενο, σαν εμπειρία και γνώση, είναι το ίδιο.
 
Είναι μονάχα οι διανοούμενοι που αδυνατούν να ανυψωθούν ως το Βίωμα της Αλήθειας και παραμένουν στις περιγραφές. Θεωρούν μάλιστα πως αναλύοντας νοητικά-γλωσσικά κάτι, κάποιο αντικείμενο, το αποσαφηνίζουν, αποκαλύπτοντας το πραγματικό περιεχόμενό του, ενώ στην πραγματικότητα το μόνο που αποσαφηνίζουν και τακτοποιούν είναι η δική τους αντίληψη για τα πράγματα.
 
Ποια είναι τελικά η διαφορά ανάμεσα στην Οδό της Ζωής, της Βίωσης της Αλήθειας, και την διανοητική αντίληψη-λεκτική περιγραφή της Πραγματικότητας; Στην πρώτη περίπτωση Αυτό που Υπάρχει, Αυτό που Συμβαίνει, Προηγείται κι η αντίληψη κι οι περιγραφές έρχονται απλά σαν καταστάλαγμα εμπειρίας και συμπέρασμα. Στην δεύτερη περίπτωση η αντίληψη αποκτά κυρίαρχο ρόλο κι είναι αυτή η αντίληψη που θα μας μιλήσει, θα μας εξηγήσει αυτό που υπάρχει, αυτό που συμβαίνει. Με άλλα λόγια στην πρώτη περίπτωση έχουμε Ζωή και συμπερασματική σκέψη, ενώ στην περίπτωση της διανόησης έχουμε σκέψη, αποκάλυψη (μέσω της σκέψης δήθεν) της ζωής, του πραγματικού. Στην πρώτη περίπτωση ζούμε και περιγράφουμε. Στην δεύτερη περίπτωση σκεφτόμαστε, περιγράφουμε, αλλά δεν ζούμε. Μάλιστα αυτή η σχιζοφρενική στάση οδηγεί στον διαχωρισμό θεωρητικού-πρακτικού. Αλλά σπάνια εφαρμόζουμε, ή εφαρμόζουμε άσχημα. Κάποιος που είναι Δίκαιος μπορεί να μιλήσει για δικαιοσύνη. Οι διανοούμενοι μιλούν για Δικαιοσύνη που πρέπει να εφαρμοσθεί αλλά δεν εφαρμόζουν ποτέ. Δυστυχώς ο κόσμος κυβερνιέται όχι από Σοφούς κι Αυθεντικούς Ανθρώπους αλλά από διανοούμενους της υστεροβουλίας, της υποκρισίας και της απάτης.
 
Αν κάποιος θέλει να Προσεγγίσει την Αλήθεια πρέπει να το κάνει Βιώνοντας την Αλήθεια κι όχι μένοντας στις περιγραφές της Αλήθειας. Το ταξίδι στην αντίληψη-γλώσσα είναι πάντα μια κατασκευή, κάτι τεχνητό. Δεν οδηγεί ποτέ στην Αλήθεια. Η Αλήθεια Είναι Ζωντανή. Αναπνέει, Κινείται, Αλλάζει, Εξελίσσεται κι Ολοκληρώνεται. Τρέχει μπροστά και πάντα Προηγείται από όλες τις απολιθωμένες περιγραφές της Πραγματικότητας.
 
Το Αληθινό Ταξίδι της Σοφίας σε βγάζει έξω, στην Αληθινή Ζωή, σε αυτά που υπάρχουν, που μπορείς να αγγίξεις. Το ταξίδι της διανόησης είναι μια ονειροπόληση στον χώρο του φανταστικού.
 
Η Αλήθεια δεν χρειάζεται λέξεις. Απλά Συμβαίνει. Είναι η φαντασία που για να υπάρξει χρειάζεται λέξεις για να περιγραφεί. Οπότε Όποιος Είναι Αληθινά Σοφός εγκαταλείπει την διανόηση, καίει τα βιβλία ή τα πετάει και Ζει… Και εμείς, εδώ, (θα ρωτήσει κάποιος) γιατί γράφουμε; Απλά χρησιμοποιούμε τον διανοητικό λόγο-γλώσσα για να τον υπερβούμε. Αν το πετυχαίνουμε, ο λόγος μπορεί να δικαιωθεί (μονάχα σαν μέσο για την προσέγγιση της Αλήθειας, όχι σαν η Αλήθεια), διαφορετικά τα λόγια μας δεν είναι παρά αέρας που ταξιδεύει μακριά και χάνεται.