Τετάρτη, 16 Οκτωβρίου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Σφῆκες (273-315)

τί ποτ᾽ οὐ πρὸ θυρῶν φαίνετ᾽ ἄρ᾽ ἡμῖν [στρ.]
ὁ γέρων οὐδ᾽ ὑπακούει;
μῶν ἀπολώλεκε τὰς
ἐμβάδας, ἢ προσέκοψ᾽ ἐν
275 τῷ σκότῳ τὸν δάκτυλόν που,
εἶτ᾽ ἐφλέγμηνεν αὐτοῦ
τὸ σφυρὸν γέροντος ὄντος;
καὶ τάχ᾽ ἂν βουβωνιῴη.
ἦ μὴν πολὺ δριμύτατός γ᾽ ἦν τῶν παρ᾽ ἡμῖν,
καὶ μόνος οὐκ ἀνεπείθετ᾽,
ἀλλ᾽ ὁπότ᾽ ἀντιβολοίη
τις, κάτω κύπτων ἂν οὕτω
280 «λίθον ἕψεις» ἔλεγεν.

τάχα δ᾽ ἂν διὰ τὸν χθιζινὸν ἄνθρω- [ἀντ.]
πον, ὃς ἡμᾶς διεδύετ᾽
ἐξαπατῶν καὶ λέγων
ὡς φιλαθήναιος ἦν καὶ
τἀν Σάμῳ πρῶτος κατείποι,
διὰ τοῦτ᾽ ὀδυνηθεὶς
εἶτ᾽ ἴσως κεῖται πυρέττων.
285 ἔστι γὰρ τοιοῦτος ἁνήρ.
ἀλλ᾽, ὦγάθ᾽, ἀνίστασο μηδ᾽ οὕτω σεαυτὸν
ἔσθιε μηδ᾽ ἀγανάκτει.
καὶ γὰρ ἀνὴρ παχὺς ἥκει
τῶν προδόντων τἀπὶ Θρᾴκης·
ὃν ὅπως ἐγχυτριεῖς.
290 ὕπαγ᾽, ὦ παῖ, ὕπαγε.

ΠΑ. ἐθελήσεις τί μοι οὖν, ὦ [στρ.]
πάτερ, ἤν σού τι δεηθῶ;
ΧΟ. πάνυ γ᾽, ὦ παιδίον. ἀλλ᾽ εἰ-
πέ, τί βούλει με πρίασθαι
295 καλόν; οἶμαι δέ σ᾽ ἐρεῖν ἀ-
στραγάλους δήπουθεν, ὦ παῖ.
ΠΑ. μὰ Δί᾽ ἀλλ᾽ ἰσχάδας, ὦ παπ-
πία· ἥδιον γάρ. ΧΟ. οὐκ ἂν
μὰ Δί᾽, εἰ κρέμαισθέ γ᾽ ὑμεῖς.
ΠΑ. μὰ Δί᾽ οὐ τἄρα προπέμψω σε τὸ λοιπόν.
300 ΧΟ. ἀπὸ γὰρ τοῦδέ με τοῦ μισθαρίου
τρίτον αὐτὸν ἔχειν ἄλφιτα δεῖ καὶ ξύλα κὤψον·
σὺ δὲ σῦκά μ᾽ αἰτεῖς.

ΠΑ. ἄγε νυν, ὦ πάτερ, ἢν μὴ [ἀντ.]
τὸ δικαστήριον ἅρχων
305 καθίσῃ νῦν, πόθεν ὠνη-
σόμεθ᾽ ἄριστον; ἔχεις ἐλ-
πίδα χρηστήν τινα νῷν ἢ
πόρον Ἕλλας ἱερόν;
ΧΟ. ἀπαπαῖ φεῦ,
310 μὰ Δί᾽ οὐκ ἔγωγε νῷν οἶδ᾽
ὁπόθεν γε δεῖπνον ἔσται.
ΠΑ. τί με δῆτ᾽, ὦ μελέα μῆτερ, ἔτικτες;
ΧΟ. ἵν᾽ ἐμοὶ πράγματα βόσκειν παρέχῃς.
ΠΑ. ἀνόνητον ἄρα σ᾽ ὦ θυλάκιόν γ᾽ εἶχον ἄγαλμα.
315 ΧΟ. ΚΑΙ ΠΑ. ἒ ἔ. πάρα νῷν στενάζειν.

***
Ο ΧΟΡΟΣ
Γιατί απόκριση ο γέρος δε δίνει καμιά
και γιατί στη εξώπορτα εδώ δεν προβάλλει;
Τα παπούτσια του μην έχασε;
Στο σκοτάδι μήπως σκόνταψε
και το δάχτυλό του χτύπησε
και του κακοφόρμισε ίσως το στραγάλι;
Κάτι τέτοια τα παθαίνουν όλοι οι γέροι.
Μην του πρήστηκε, καλέ, το ριζομέρι;
Μες στην ομάδα μας άλλος κανείς τέτοιο πείσμα δεν το ᾽χει.
Δε λυγάει αυτός ποτέ του.
Του ζητά κανείς χατίρι;
Σκύβει, να έτσι, κι απαντάει:
280 «Πέτρα βράζεις, κακομοίρη.»

Μην πικράθηκε για όσα γινήκανε χτες,
για τον ψεύταρο αυτόν που μας ήρθε κει χάμου;
Να μας ξεγελάσει γύρευε,
φιλαθήναιος ήταν έλεγε,
κι αυτός τάχα μας μαρτύρησε
πρώτος πρώτος το ξεσήκωμα της Σάμου·
όλ᾽ αυτά κατάκαρδα ίσως τα ᾽χει πάρει
και θα κείτεται με θέρμη στο κλινάρι.
Σήκω και μη χολοσκάς και μην τρώγεσαι τόσο, καημένε.
Απ᾽ της Θράκης τους προδότες
έναν έχουν τώρα πιάσει·
είναι παχουλός και βάλ᾽ τον
στο τσουκάλι σου να βράσει.
290 Προχώρει εσύ, παιδάκι μου, προχώρει.

ΠΑΙ. Αν σου ζητήσω μια χάρη,
θα μου την κάμεις, πατέρα;
ΧΟΡ. Βέβαια παιδάκι μου· πες μου
σαν τί καλό να σου πάρω·
μα το μαντεύω, νομίζω·
κότσια θα θέλεις, να παίζεις.
ΠΑΙ. Σύκα, μπαμπάκα μου, σύκα·
πιότερο αυτά με γλυκαίνουν.
ΧΟΡ. Και να σας δω κρεμασμένα,
τούτο δε γίνεται, αλήθεια.
ΠΑΙ. Παίρνω κι εγώ το λυχνάρι και πια δε σου φέγγω.
300 ΧΟΡ. Με τα ψωρόλεφτ᾽ αυτά που μου δίνουν
πρέπει για τρεις ανομάτους να πάρω προσφάι, ξύλα, αλεύρι·
σύκα γυρεύεις;

ΠΑΙ. Κι ο άρχοντας αν συνεδρία
του δικαστήριου, πατέρα,
δε σας ορίσει, πού θα ᾽βρεις
για να ψωνίσεις να φάμε;
Έχεις ελπίδα από κάπου;
Αχ τα στενά του Ελλησπόντου
πώς τα περνάνε; Γιά πες μου.
ΧΟΡ. Α συφορά, συφορά μου!
310 Τρόπο κανένα δεν ξέρω
να οικονομήσω φαγάκι.
ΠΑΙ. Τί ήθελες, αχ, να με κάμεις, καημένη μανούλα;
ΧΟΡ. Για να παιδεύομ᾽ εγώ να σε θρέφω.
ΠΑΙ. Αχ σακουλάκι μου, ανώφελο πάνω μου σ᾽ έχω στολίδι.
ΧΟΡ. ΚΑΙ ΠΑΙ. Δάκρυα, χυθείτε.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ - ΚΥΑΝΗ

ΚΥΑΝΗ
(πηγή, τέλμα)
 
Κυάνη ή Κυανή ονομαζόταν μια νύμφη που ήταν παρούσα στην αρπαγή της Περσεφόνης από τον Πλούτωνα. Η παράσταση της αρπαγής παρουσία της νύμφης στο εσωτερικό του ομώνυμου συλημένου κιβωτιόσχημου βασιλικού τάφου στη Βεργίνα (366 π.Χ.) περιγράφτηκε παραστατικά από τον ίδιο τον ανασκαφέα, τον Μ. Ανδρόνικο, σε διάλεξη που έδωσε στη Βρετανική Ακαδημία τον Νοέμβριο του 1979 με θέμα «Οι βασιλικοί τάφοι της Βεργίνας»:
 
Η σύνθεση αναπτύσσεται σε μια επιφάνεια 3,5 μ. μάκρος και 1,01 μ. ύψος, με εξαιρετική ελευθερία, τόλμη και ευχέρεια στο σχέδιο. Στην πάνω αριστερή γωνία μπορεί κανείς να ξεχωρίσει κάτι σαν αστραπή [τον κεραυνό του Δία]: ο Ερμής τρέχει μπρος από το άρμα, με το κηρύκειο στο χέρι. Το άρμα, που το σέρνουν τέσσερα άσπρα άτια, είναι κόκκινο· ο Πλούτων, που κρατάει στο δεξί του χέρι το σκήπτρο και τα χαλινάρια, έχει αρπάξει την Περσεφόνη από τη μέση με το αριστερό. Εκείνη απλώνει τα χέρια και ρίχνει πίσω το κορμί της απελπισμένη. Ο θεός έχει το δεξί του πόδι μέσα στο άρμα, ενώ το πέλμα του αριστερού αγγίζει ακόμα τη γη, όπου βλέπουμε τα λουλούδια που μάζευε η Περσεφόνη και η φίλη της η Κυάνη. Πίσω από το άρμα απεικονίζεται η Κυάνη πεσμένη στα γόνατα, έντρομη. (E.H. Gombrich, Το χρονικό της τέχνης. Mετ. Λίνα Κάσδαγλη. Αθήνα: Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, 1998, 505)
 
Ο Πλούτωνας, θυμωμένος με τη νύμφη Κυάνη ή Κυανή, γιατί προσπάθησε να αντισταθεί στην αρπαγή της Περσεφόνης, τη μεταμόρφωσε σε τέλμα με χρώμα βαθύ μπλε, όμοιο με τη θάλασσα, στο σημείο που άνοιξε τη γη στην Έννα της Σικελίας για να κατεβεί με την Κόρη στον Άδη, κοντά στις Συρακούσες. Αυτή η λίμνη θεωρούνταν είσοδος του Κάτω Κόσμου. Κατά άλλους, Κυάνη ονομαζόταν απλώς η πηγή που έκανε ο Πλούτωνας να αναβλύσει στο σημείο της αρπαγής και στην οποία ο Ηρακλής εξάγνισε ταύρο, τον ωραιότερο της αγέλης, και τον αφιέρωσε στη Δήμητρα και την Κόρη των Συρακουσών. Γύρω από αυτή την πηγή ο Ηρακλής πρόσταξε τους ντόπιους κάθε χρόνο να θυσιάζουν στην Κόρη και να τελούν πανήγυρι στην Κυάνη με όλη τη λαμπρότητα (Διόδωρος Σ. 4.24.4), και να βυθίζουν ταύρους μέσα στη λίμνη (ό.π. 5.4).

Ο Αριστοτέλης και η όρεξη ως δύναμη που κινεί την ψυχή

Συνεχίζοντας τη διερεύνηση της εκούσιας πράξης ως κριτήριο για την άσκηση της αρετής ο Αριστοτέλης διευκρινίζει: «Αφού λοιπόν είναι φανερό ότι από εμάς εξαρτάται το να είμαστε ενάρετοι, προκύπτει η ανάγκη να μιλήσουμε σχετικά με το εκούσιον και να πούμε τι είναι αυτό· διότι ακριβώς το εκούσιον είναι ο κυριότερος παράγοντας που οδηγεί στην αρετή. Για να το πούμε έτσι απλά, εκούσιον είναι οτιδήποτε πράττουμε χωρίς να είμαστε εξαναγκασμένοι» (1187b 12.1).
 
Σε τελική ανάλυση αυτό που πρέπει να διερευνηθεί είναι τα κίνητρα που θα κάνουν την ψυχή να ενεργήσει προς κάποια συγκεκριμένη κατεύθυνση. Τα κίνητρα αυτά καθορίζονται από τη διαμόρφωση του ανθρώπου και καθιστούν τις πράξεις εκούσιες, αφού πραγματοποιούνται σύμφωνα με τη θέληση της ψυχής. Ο Αριστοτέλης εισάγει τον όρο «όρεξις»: «Αυτό που κινεί τις πράξεις μας είναι η όρεξις· και υπάρχουν τρία είδη ορέξεως: η επιθυμία, ο θυμός και η βούλησις» (1187b 12.2).
 
Αυτό που μένει είναι η μεθοδική παρουσίαση όλων των εννοιών και η απόδειξη ότι καθεμιά ξεχωριστά τεκμηριώνει το εκούσιο μιας πράξης. Το πρώτο είναι η επιθυμία: «Καταρχήν, ας εξετάσουμε τις πράξεις που προκύπτουν από την επιθυμία· άραγε είναι εκούσιες ή ακούσιες; Δε φαίνεται να είναι ακούσιες. Διότι οι μη εκούσιες πράξεις μας είναι αποτέλεσμα εξαναγκασμού, και οτιδήποτε πράττουμε εξαναγκασμένοι επακολουθείται από λύπη (δυσαρέσκεια)· αντίθετα, οτιδήποτε πράττουμε κατά την επιθυμία μας επακολουθείται από ηδονή {ευχαρίστηση}· έτσι, με αυτό το σκεπτικό όσα πράττουμε κατά την επιθυμία μας δεν μπορεί να είναι ακούσια, αλλά είναι εκούσια» (1187b 12.2 και 1188a 12.2).
 
Το συναίσθημα επισφραγίζει την επιθυμία, καθώς οτιδήποτε είναι επιθυμητό συνδέεται με τη χαρά σε αντίθεση με τον εξαναγκασμό που επιφέρει τη λύπη. Από τη στιγμή που κάποιος εισπράττει ευχαρίστηση από μια πράξη σημαίνει ότι την επιθυμεί, δηλαδή την επιδιώκει, κι ως εκ τούτου φέρει και την ευθύνη της επιλογής της. Το σύνολο των πράξεων που προξενούν ευχαρίστηση καταδεικνύουν και την ποιότητα του ανθρώπου που τις κάνει.
 
Με άλλα λόγια, αν κάποιος βρίσκει χαρά στις τιποτένιες πράξεις, είναι τιποτένιος, ενώ, αν χαίρεται με πράξεις που αξίζουν, είναι άξιος. Αυτό είναι και το ασφαλέστερο κριτήριο για να οδηγηθεί κανείς στην αυτογνωσία: η παρατήρηση και η αξιολόγηση των καθημερινών πράξεων που προκαλούν ευχαρίστηση.

Ο Αριστοτέλης θα αναφερθεί και στον αντίλογο που θα μπορούσε να προβάλλει κάποιος: «Από την άλλη, όμως, υπάρχει σε αυτή την περίπτωση ένα αντεπιχείρημα, το σχετικό με την ακράτεια. Σύμφωνα με αυτό, κανείς δεν πράττει εκούσια το κακό, έχοντας τη γνώση ότι είναι κακό. Ωστόσο –εξακολουθεί το επιχείρημα– ο ακρατής γνωρίζει ότι κάτι είναι κακό κι όμως το πράττει· και το πράττει, επειδή ακριβώς έτσι επιθυμεί· άρα η πράξη του δεν είναι εκούσια, αλλά εξαναγκασμένη» (1188a 12.3).
 
Μια τέτοια εκδοχή είναι σαν να καταργεί από θέση αρχής κάθε έννοια ελευθερίας, αφού ο άνθρωπος δεν πράττει από επιλογή, αλλά από τον εξαναγκασμό των επιθυμιών του. Είναι σαν οι επιθυμίες να επιβάλλονται από εξωτερικούς παράγοντες που ο άνθρωπος αδυνατεί να ελέγξει. Μια τέτοια εκδοχή θα καταργούσε οποιαδήποτε αξιόποινη πράξη, καθώς και ο πιο απεχθής εγκληματίας θα μπορούσε να επικαλεστεί την αθωότητα λόγω του ανεξέλεγκτου εξαναγκασμού των επιθυμιών του. Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να έχει νόημα, αν συνοδευόταν από αποδείξεις ψυχικών ασθενειών που θα μπορούσαν να εκμηδενίσουν τη συνείδηση. Όμως, ο ακρατής δεν εντάσσεται σε αυτή την περίπτωση.
 
Ο Αριστοτέλης ξεκαθαρίζει ότι η επιθυμία είναι αλληλένδετη με το εκούσιο, αφού καταδεικνύει τη θέληση: «Αν ο ακρατής πράττει κατά την επιθυμία του, δεν πράττει εξαναγκασμένα· διότι η επιθυμία επακολουθείται από ευχαρίστηση, και οτιδήποτε προκαλεί ευχαρίστηση δεν είναι εξαναγκασμένο» (1188a 12.4).
 
Κι ακριβώς τα ίδια ισχύουν κι αντιστρόφως, αν δηλαδή κάποιος επιχειρήσει να παρουσιάσει τον εγκρατή μη εκουσίως πράττοντα, δηλαδή μη άξιο του επαίνου που θα του αποδοθεί λόγω της εγκράτειάς του: «Αλλά και πάλι υπάρχει κάποιο αντεπιχείρημα με το οποίο υποστηρίζεται ότι η ακράτεια δεν είναι εκούσια. Σύμφωνα με αυτό, ο εγκρατής πράττει εκούσια όσα σχετίζονται με την εγκράτειά του· διότι επαινείται για τούτα· και οι άνθρωποι επαινούνται για κάτι το εκούσιο. Αν, όμως, οι πράξεις που προκύπτουν από επιθυμία είναι εκούσιες, οι πράξεις που αντιτίθενται στην επιθυμία είναι ακούσιες· άρα ο εγκρατής δε φαίνεται να είναι εκούσια εγκρατής» (1188a 13.1).

Ακόμη κι αν δεχτούμε ότι ο εγκρατής θα ήθελε να πράξει με ακράτεια, αλλά δεν το κάνει γιατί προτιμά τον έπαινο της εγκρατούς ζωής, δεν αίρεται η προτίμησή του, δηλαδή η προτεραιότητα των επιθυμιών του, αφού εισπράττει περισσότερη ευχαρίστηση από την αξία του επαίνου παρά από την ακρατή πράξη. Με άλλα λόγια, ενεργεί κατόπιν επιλογής και προτίμησης δίνοντας βαρύτητα στη χαρά του επαίνου.
 
Η απαξίωση του εγκρατή ότι δήθεν ενεργεί παρά τη θέλησή του αποτελεί σόφισμα με σκοπό να ισοπεδώσει τις αξίες εξυπηρετώντας περισσότερο την κακοήθεια του ακρατή, που θέλει να παραστήσει τον ελεύθερο, τον αδούλωτο από κάθε κοινωνική σύμβαση προς όφελος των επιθυμιών του. Σε τελική ανάλυση, ο εγκρατής παρουσιάζεται ως θύμα των κοινωνικών συμβάσεων, αφού ενεργεί καταπιέζοντας τις επιθυμίες του. Ο Αριστοτέλης απαντά μονολεκτικά: «Άτοπο» (1188a 13,1).
 
Ο ανελεύθερος δεν είναι ο εγκρατής αλλά ο ακρατής που είναι αδύνατο να χαλιναγωγήσει τα πάθη του. Και το αχαλίνωτο είναι η πραγμάτωση της άκρατης υπερβολής, που εν τέλει θα φέρει τη δυστυχία. Ο εγκρατής, ως εκφραστής του μέτρου, θα εκπληρώσει την ισορροπία της ψυχής δίνοντας προτεραιότητα σε αυτά που πράγματι αξίζουν. Κι αυτός είναι ο ασφαλέστερος δρόμος για την ευτυχία, που αρμόζει στον ελεύθερο άνθρωπο.
 
Από κει και πέρα, σειρά έχει το δεύτερο είδος της ορέξεως, ο «θυμός»: «Τα ίδια, τώρα, ισχύουν και στην περίπτωση των πράξεων που προκύπτουν από το θυμικό· ταιριάζουν ακριβώς τα ίδια που ειπώθηκαν και στην περίπτωση της επιθυμίας, και προκύπτει η ίδια δυσκολία· διότι κάποιος μπορεί να είναι εγκρατής με την οργή ή ακρατής» (1188a 13.2).
 
Η εγκράτεια και η ακράτεια στο ζήτημα του θυμού είναι και πάλι ο παράγοντας που θα διαμορφώσει το χαρακτήρα του ανθρώπου. Ο ακρατής ως προς το θυμό είναι ο οργίλος, ενώ ο εγκρατής ο πράος. Φυσικά, η πραότητα είναι το ιδανικό μέσο ανάμεσα στην οργή και την αοργησία. Η αοργησία τίθεται ως στρέβλωση από τη μεριά της έλλειψης, αφού θα ήταν παράλογο να μην οργίζεται κανείς όταν τον προσβάλλουν ή τον συκοφαντούν. Το μέτρο της εγκράτειας είναι πάλι το κριτήριο για την επίτευξη της αρετής καταδεικνύοντας την επιλογή, δηλαδή το εκούσιο της πράξης. Η όρεξις του ενάρετου τίθεται ως εκούσια πράξη και στα δύο είδη της· και την επιθυμία και το θυμό.
 
Όσο για το τρίτο είδος της ορέξεως, τη βούληση, ο Αριστοτέλης ξεκινά το λόγο του ως εξής: «Απομένει πια για την εξέταση του εκουσίου το τρίτο από τα είδη ορέξεων που είχαμε ξεχωρίσει, η βούλησις (θέληση). Σίγουρα, ακόμη και οι ακρατείς τις ορμητικές πράξεις τους πρώτα τις θέλησαν· άρα οι ακρατείς πράττουν το κακό με τη θέλησή τους. Εκούσια βεβαίως κανείς δεν πράττει το κακό, γνωρίζοντας ότι είναι κακό· ο ακρατής, αντίθετα, γνωρίζει ότι το κακό είναι κακό, και όμως το πράττει· επειδή το θέλει» (1188a 13.3).
 
Το επιχείρημα που θέλει τον ακρατή να πράττει ακούσια ακυρώνοντας τη βούληση (με τον ίδιο τρόπο που επιχειρήθηκε η ακύρωση της επιθυμίας) είναι αδύνατο να πείσει τον Αριστοτέλη (όπως και στην περίπτωση της επιθυμίας): «το επιχείρημα αυτό ακυρώνει την ακράτεια και τον ακρατή. Διότι αν δεν πράττει εκούσια, δεν μπορεί να ψέγεται γι’ αυτό. Αλλά ο ακρατής ψέγεται. Άρα πράττει εκούσια, και η βούληση είναι κάτι το εκούσιο» (1188a 13.4).

Τελικά, για την πλήρη διαλεύκανση του θέματος πρέπει να εξηγηθεί ποιες πράξεις υπόκεινται σε βία ή εξαναγκασμό, ώστε να ξεκαθαριστεί ότι αυτές και μόνο αυτές μπορούν να θεωρηθούν ακούσιες: «Βία μπορεί να ασκηθεί και στα άψυχα. Διότι για το κάθε άψυχο έχει αποδοθεί ένας τόπος ταιριαστός, στη φωτιά ο άνω στη γη ο κάτω. Μπορεί, όμως, να ασκηθεί βία, και να κινείται η πέτρα προς τα πάνω, ενώ η φωτιά προς τα κάτω» (1188b 14.1).
 
Με λίγα λόγια, βία είναι ο εξαναγκαστικός παράγοντας που κάνει τα πράγματα να εκτρέπουν από τη φυσική τους πορεία. Ενώ η φυσική πορεία της πέτρας είναι να πηγαίνει προς τα κάτω, κάποιος μπορεί να την πετάξει προς τα πάνω υποχρεώνοντάς τη να κινηθεί αντίθετα με τη φύση της. Φυσικά, μια τέτοια συμπεριφορά θα ισχύσει μόνο για όσο διαρκεί η δράση του εξαναγκαστικού αιτίου. Μόλις η δύναμη που ωθεί την πέτρα προς τα πάνω εκλείψει, θα επανέλθει στη φυσική της καθοδική κίνηση.
 
Όμως, ο παράγοντας της βίας ισχύει και για τα ζώα: «Βία μπορεί, επίσης, να ασκηθεί και στα ζώα· π.χ. ένα άλογο που τρέχει στη σωστή κατεύθυνση μπορεί να το πιάσει κανείς και να το στρέψει αλλού. Όταν, λοιπόν, είναι εξωτερικό το αίτιο που ωθεί τους ανθρώπους να κάνουν κάτι ενάντια στη φύση τους ή στη θέλησή τους, θα πούμε πως “υφίστανται βία”, και κάνουν όσα κάνουν. Αντίθετα, στις περιπτώσεις που η αιτία βρίσκεται μέσα στους ίδιους, τότε δε θα πούμε πως “υφίστανται βία”. Διαφορετικά, ο ακρατής θα αντιτείνει ότι δεν είναι φαύλος· θα πει ότι η επιθυμία τον εξαναγκάζει να διαπράττει φαυλότητες» (1188b 14.2-14.3).
 
Το αδύνατο να αποκοπεί η επιθυμία από το εκούσιο έχει ήδη καταδειχθεί. Το εκούσιο καταλύεται μόνο με την παρέμβαση κάποιου εξωτερικού αναγκαστικού αιτίου που ακυρώνει την επιθυμία: «Ας ορίσουμε, λοιπόν, έτσι τη βία, ως το εξωτερικό αίτιο που εξαναγκάζει τους ανθρώπους σε κάποιες πράξεις (δεν υπάρχει βία όταν το αίτιο βρίσκεται μέσα τους)» (1188b 15.1).
 
Κι αυτός είναι ο λόγος που δε δικαιούται κανείς να ισχυρίζεται ότι εξαναγκάστηκε, όταν ο παράγοντας που τον αναγκάζει έχει να κάνει με τις επιθυμίες που έχουν διαμορφωθεί μέσα του: «Ο όρος εξαναγκαστικό δεν πρέπει να χρησιμοποιείται γενικώς και αδιακρίτως· παράδειγμα όσα πράττουμε λόγω ηδονής. Γιατί, αν κάποιος πει: “εξαναγκάστηκα από την ηδονή να διαφθείρω τη γυναίκα του φίλου μου”, μάλλον ανοησία λέει. Διότι ο εξαναγκασμός δεν ισχύει επί παντός, αλλά ταυτίζεται με κάτι το εξωτερικό» (1188b 15.1-15.2).
 
Για να γίνει απολύτως σαφής, ο Αριστοτέλης θα φέρει παραδείγματα αληθινού εξαναγκασμού που προέρχεται από εξωτερικά αίτια: «Για παράδειγμα, κάποιος που βλάπτεται σε υπερβολικό βαθμό καταβάλλοντας σε μια συναλλαγή μεγαλύτερο αντάλλαγμα, και τούτο εξαναγκασμένος από τις περιστάσεις. Ή πάλι, μπορεί να πει κάποιος: “αναγκάστηκα να βαδίσω πολύ πιο γρήγορα προς το χωράφι μου, γιατί αν αργούσα θα τα έβρισκα όλα κατεστραμμένα”. Σε τέτοιες περιπτώσεις, λοιπόν, μιλούμε για εξαναγκασμό» (1188b 15.2).
 
Οι όρεξη σε όλα τα είδη της καταδεικνύει το εκούσιο της συμπεριφοράς, αφού και η επιθυμία και ο θυμός και η βούληση έχουν να κάνουν με το χαρακτήρα του ανθρώπου που έχει διαπλαστεί με τον εθισμό. Εν τέλει καθένας συμπεριφέρεται με τον τρόπο που εισπράττει χαρά κι αυτό είναι θέμα παιδείας. Κλείνοντας όμως το ζήτημα ο Αριστοτέλης θα θέσει ακόμη μια παράμετρο που θα καθορίσει το εκούσιο ή το ακούσιο μιας πράξης: «Εκούσιο είναι αυτό που προκύπτει συνειδητά» (1188b 16.1).

Το συνειδητό υπόβαθρο μιας πράξης θα καταδείξει το εκούσιο των κινήτρων της, καθώς η συνείδηση είναι η επισφράγιση της θέλησης: «Αυτό φαίνεται σε διάφορα συμβάντα σαν και τα ακόλουθα: Όταν κάποιος χτυπήσει έναν άλλο ή τον σκοτώσει ή κάτι παρόμοιο, χωρίς όμως αυτό να το έχει κατά κανένα τρόπο επεξεργαστεί συνειδητά από πριν, λέμε ότι το έκανε ακούσια, διότι το εκούσιο εντοπίζεται στη συνειδητότητα» (1188b 16.1)
 
Το παράδειγμα του Αριστοτέλη επί του θέματος είναι το εξής: «Λένε ότι κάποτε μια γυναίκα έδωσε σε κάποιον να πιει ένα φίλτρο, και μετά ο άνθρωπος αυτός πέθανε από τούτο το φίλτρο, αλλά η γυναίκα στον Άρειο Πάγο αθωώθηκε. Αυτή βρέθηκε μεν ενώπιον του δικαστηρίου αλλά αφέθηκε ελεύθερη, όχι για κανένα άλλο λόγο παρά μόνο γιατί δεν το είχε επεξεργαστεί συνειδητά πιο πριν, αλλά έδωσε το φίλτρο με καλή διάθεση, πλην όμως έσφαλε· και ο λόγος που η πράξη της δε θεωρήθηκε εκούσια, είναι ότι δεν έδωσε το φίλτρο συνειδητά και με τη σκέψη να τον ξεκάνει. Σε τούτη, λοιπόν, την περίπτωση το εκούσιον φτάνει να συμπίπτει με το “συνειδητό”» (1188b 16,2).
 
Ασφαλώς, η έλλειψη συνείδησης καταδεικνύει ότι η πράξη δεν έχει το βάρος της απόλυτα εκούσιας πράξης, αλλά (μιλώντας με σημερινά δεδομένα) δεν μπορούμε να πούμε ότι σηματοδοτεί και την απαλλαγή κάθε ευθύνης σε περίπτωση που αποδειχθεί επιβλαβής για κάποιον άλλο. Για παράδειγμα, εκείνος που από βιασύνη χτίσει με κακό τρόπο ένα σπίτι, αν τελικά πέσει καταπλακώνοντας αυτούς που είναι μέσα, δεν μπορούμε να πούμε ότι απαλλάσσεται των ευθυνών για το λόγο ότι δεν είχε συνείδηση της συμφοράς που τελικά διαπράχθηκε. Η αμέλεια, αν αποδειχθεί εγκληματική είναι επίσης αξιοκατάκριτη ασχέτως αν δε γίνεται συνειδητά.
 
Η ίδια η συνύπαρξη σηματοδοτεί ευθύνες με την έννοια ότι κάθε πολίτης οφείλει να παίρνει εκ των προτέρων όλα τα μέτρα προκειμένου να μη βλάψει (έστω και ακούσια) τους συμπολίτες του. Εκείνος που πετά το αναμμένο τσιγάρο, ακόμη κι αν αποδειχθεί ότι δεν το έκανε έχοντας πρόθεση να βάλει φωτιά, οφείλει να βρεθεί ενώπιον των ευθυνών του.
 
Το ακούσιο μιας τέτοιας πράξης είναι κάτι που μπορεί να αποδεχτεί κανείς. Το ότι όμως το ακούσιο (ως μη συνειδητό) αρκεί από μόνο του για να οδηγήσει στην αθώωση επιφέρει αντιρρήσεις. Στο παράδειγμα του Αριστοτέλη η γυναίκα είχε την πλήρη ευθύνη του φίλτρου που έδωσε. Από τη στιγμή που πρόσφερε κάτι έπρεπε να είναι σίγουρη για την ποιότητά του (ή τουλάχιστον ότι δε θα προξενήσει το θάνατο). Η αποδοχή ότι μπορεί κανείς να προσφέρει θανατηφόρες τροφές ή ποτά χωρίς ποινικές συνέπειες, αρκεί να μην έχει συνείδηση αυτού, ισοδυναμεί με επικρότηση της ανευθυνότητας που μπορεί να φέρει σε κίνδυνο τους άλλους.
 
Σύμφωνα με τη σύγχρονη αντίληψη της δικαιοσύνης η γυναίκα αυτή έπρεπε να τιμωρηθεί, όχι όμως με την ίδια αυστηρότητα, όπως αν είχε συνείδηση της πράξης της. Το μη συνειδητό μπορεί να κλίνει προς το ακούσιο, αλλά όχι προς την ανευθυνότητα. Αναντίρρητα υπάρχουν περιπτώσεις που ακόμα και το ακούσιο μπορεί να επιφέρει ευθύνες και να κρίνεται αξιόποινο. Άλλο το ακούσιο του να προσφέρει κανείς θανατηφόρα τροφή κι άλλο το ακούσιο της βλάβης επειδή κάποιος γλίστρησε και καταπλάκωσε ένα μικρό παιδί. Το πρώτο είναι κάτι που θα έπρεπε να ελεγχθεί και η ευθύνη αφορά αυτόν που δίνει την τροφή, ενώ το δεύτερο είναι κάτι απολύτως απρόβλεπτο. Κι αυτός είναι ο λόγος που η πρώτη περίπτωση ενέχει ευθύνες, ενώ η δεύτερη όχι.
 
Αριστοτέλης, Ηθκά Μεγάλα

Ένα μοναχικό, μοναδικό ταξίδι της ψυχής

Σήμερα ο άνθρωπος γυρνά συνέχεια γύρω απ’ το συμφέρον του. Ποιο συμφέρον του όμως; Ενδιαφέρεται για το υλικό του συμφέρον, αδιαφορώντας για το ουσιαστικό, εκείνο της ψυχής του. Αναλώνεται στα επίγεια, ξεχνώντας τα αιώνια.

Καταναλώνει το χρόνο του να αποκτήσει ύλη, ξεχνώντας την άυλη μορφή του. Στερείται νοήματος και αιώνιας προοπτικής, εγκλωβίζοντας τον εαυτό του στην πρόσκαιρη ζωή.

Ξέχασες συνάνθρωπε από που έρχεσαι, για ποιο λόγο ζεις και που πηγαίνεις. Σύγχυση στο μυαλό σου. Κλείσιμο στην καρδιά σου. Η ανησυχία που βασανίζει πολύ κόσμο, δίνει τη θέση της στην απελπισία. Έρμαιο κατάντησε ο άνθρωπος της ύλης, του εφήμερου, της εικόνας, της κοσμικότητας. Μαριονέτα ενός συστήματος που δεν τολμά να κόψει το σχοινί του, γιατί δεν τολμά να έρθει σε επαφή με τη δύναμη του.

Γεννάμε παιδιά κατά σάρκα, αλλά όχι κατά πνεύμα. Τους δίνουμε συνέχεια ύλη που τα εγκλωβίζει, μα όχι πνεύμα που τα ελευθερώνει. Τα παιδιά μας οδηγούνται σε έναν πανομοιότυπο και επιδερμικό τρόπο σκέψης και συμπεριφορών.

Κοινότυπες και νέες στερεοτυπικές αντιλήψεις μιας νέας εποχής που έχει κάνει παντιέρα της τη ρηχή και επιφανειακή σκέψη. Τα παιδιά μας και εμείς οι ίδιοι, πρωτίστως εμείς, γιατί από εμάς μαθαίνουν, παπαγαλίζουμε και πιπιλάμε διαρκώς καραμέλες που δε λιώνουν σαν ξύλινες.

Ζούμε στην εποχή της πληροφορίας αλλά όχι της γνώσης. Επικοινωνούμε μέσα από ένα συνεχόμενο μπλα, μπλα, μπλα, χωρίς βιωματικά να υποστηρίζουμε σχεδόν τίποτα από όσα λέμε.

Για όλα έχουμε μία γνώμη, πόσοι όμως έχουν βαθύ, μεστό, σοφό λόγο και ακόμα περισσότερο σαρκωμένο βίωμα; Γνώμες κούφιες, παράλογες απόψεις και χαοτικός παπαγαλισμός σε μια εποχή που τρέμει την αυθεντικότητα, την γνησιότητα και την αλήθεια, όπως ο διάολος το λιβάνι. Κάθε άνθρωπος και μια γνώμη.

Μικρές αγέλες έγιναν οι άνθρωποι ψάχνοντας τους ομοϊδεάτες τους να συσπειρωθούν, να νιώσουν λίγη ασφάλεια σε αυτό που χωρίς συνείδηση πίστεψαν. Μόνο που στις αγέλες πολλές φορές κυριαρχεί και το αλληλοποδοπάτημα.

Σε ένα αγαπημένο παλιό σήριαλ, υπήρξε η εξής ατάκα: “Τώρα εσύ διάολε, ήρθες να τα βάλεις με τον κόσμο;”, “Αφού τέτοιο είναι το θράσος σου, σκέψου τότε ανάμεσα στους δύο, ποιος είναι αυτός που θα κερδίσει…” Ένα μοναχικό, μοναδικό ταξίδι της ψυχής, είναι πολύ μεγάλο πράγμα.

Η φωνή μέσα μας, μας φέρνει σ’ επαφή με αυτό που πραγματικά λαχταρούμε

Ο κόσμος έξω, περιτριγυρισμένος από τσιμέντο, είναι μια βοή χωρίς σταματημό. Φωνές, κίνηση, φασαρία. Μας μεταφέρει ακατάπαυστα την ανησυχία και τον εκνευρισμό του.

Τρέχουμε να ξεφύγουμε από την οχλαγωγία, όμως ακόμη και μέσα στο χώρο μας υπάρχουν φωνές που δεν σταματούν. Επιθυμίες, φόβοι, προσδοκίες, κριτικές, άγχος, φλυαρία ζουν και βασιλεύουν μέσα στο μυαλό μας.

Σαν ένα μπαούλο με παλιά αντικείμενα, με πράγματα που δεν θα χρησιμοποιηθούν ξανά, ο νους μας είναι πλήρης από αυτά. Δεν παύει ν΄ αναπαράγει σκέψεις, ανούσιες, τις πιο πολλές φορές. Δεν παύει ούτε κι όταν νιώθουμε πως θέλουμε να χαλαρώσουμε από το καθημερινό μας φορτίο.

Η πολυπόθητη ηρεμία φαντάζει μακρινή σαν εξωτικό νησί. Όμως, όπως καθαρίζουμε το σπίτι μας, όπως βάζουμε μπουγάδα στ’ άπλυτα, έτσι και το μυαλό μας χρειάζεται μια γερή πλύση από τους διανοητικούς λεκέδες. Χρειάζεται ένα καλό ξεσκόνισμα από τ’ άχρηστα που το υπονομεύουν και κατ’ επέκταση υπονομεύουν την καλή μας διάθεση και ψυχολογία.

Ας ανοίξουμε, λοιπόν, τα παράθυρα του νου κι ας πετάξουμε έξω κάθε λογής σκουπίδια. Ας τον απαλλάξουμε απ’ ό,τι τον αποπροσανατολίζει από τα σχέδια και τους στόχους μας. Ας τον χρησιμοποιήσουμε σοφά.

Άλλωστε γι’ αυτό είναι προορισμένος για να σκέφτεται δημιουργικά, να βρίσκει λύσεις και να κάνει τις σωστές επιλογές. Σε μια εποχή όπου η κριτική σκέψη ευνουχίζεται, το να διατηρούμε προπονημένο το μυαλό μας είναι επίτευγμα.

Η αλήθεια είναι πως περισσότερο γυμνάζουμε το σώμα μας. Ακολουθούμε προγράμματα διατροφής κι ενδιαφερόμαστε υπερβολικά για την εξωτερική μας εμφάνιση. Το μυαλό, εντούτοις, είναι αυτό που κινεί τα νήματα. Που αξιολογεί τις καταστάσεις και τους ανθρώπους γύρω μας. Είναι αυτό που τακτοποιεί τα συναισθήματα μας στα συρταράκια του σαν καλοσιδερωμένα ρούχα.

Την εσωτερική μας φωνή μόνο στην σιγή θα την ακούσουμε και στην ψυχική γαλήνη. Χωρίς τηλεόραση, ραδιόφωνο, μέσα κοινωνικής δικτύωσης, καυγάδες, ρηχές συζητήσεις κι αναπαραγωγή γεγονότων που συντελέσθηκαν κι είναι οριστικά. Χωρίς άχρηστες πληροφορίες, διαφημίσεις, κλήσεις περιττές κι επουσιώδη μηνύματα.

Η εσωτερική φωνή θα μας φέρει σ’ επαφή με αυτό που πραγματικά λαχταρούμε, αυτό που θα δώσει λάμψη κι οξυγόνο στο είναι μας. Θα μας οδηγήσει μακριά από την θλίψη και την κατήφεια. Θα μας ορίσει σαφές στίγμα για το ποιοι είμαστε και πού θέλουμε να φτάσουμε.

Καιρός είναι, επομένως, να καλωσορίσουμε την ευλογημένη σιωπή. Να την δεχτούμε σαν βροχή που θ’ αναζωογονήσει και θα διώξει μακριά τ’ απόβλητα της σύγχρονης ζωής.

Όμως τα σύννεφα καθαρίζουν όταν μπαίνεις μέσα τους

Μας ενθουσιάζει να τα έχουμε όλα υπό έλεγχο. Να γνωρίζουμε την έκβαση κάθε κατάστασης, τη λύση σε κάθε πρόβλημα και να ξέρουμε τι γράφει ο δρόμος της ζωής.

Η αλήθεια είναι ότι δεν είμαστε φτιαγμένοι για να υπομένουμε την αβεβαιότητα· τη θεωρούμε απειλή και, σαν ζώα που είμαστε, έχουμε προγραμματιστεί για τον αγώνα για επιβίωση και μεταβίβαση των γονιδίων μας.

Αλλά η ζωή είναι αβέβαιη. Το μέλλον είναι ένας ορίζοντας άγνωστος στον οποίο δεν ξέρουμε αν θα υπάρχει ήλιος ή μαύρα σύννεφα βαριά. Ακόμα κι όταν έχουμε ξεκάθαρα τα πράγματα και τα νήματα της ζωής μας καλά δεμένα, μπορεί να συμβούν χίλια πράγματα που θα την ανατρέψουν και θα μας αναγκάσουν να ξεκινήσουμε από την αρχή.

Εκεί που βεβαίως έχουμε τον έλεγχο είναι στον τρόπο που θέλουμε να αντιμετωπίσουμε ό,τι μας έρχεται, τόσο το καλό όσο και το άσχημο.

Για τα υπόλοιπα δε θα έπρεπε να αγωνιούμε, γιατί δεν μπορούμε να τα ελέγξουμε. Ανησυχώ σημαίνει νοιάζομαι για πράγματα πριν αυτά συμβούν, και το μόνο που καταφέρνει το να ανησυχούμε είναι να δημιουργεί μέσα μας ένα άγχος που φρενάρει την ενέργεια και περιορίζει την ευτυχία.

Επιπλέον, έχει αποδειχτεί ότι τα περισσότερα από τα πράγματα που φοβόμαστε ποτέ δεν συμβαίνουν στην πραγματικότητα.

Για την αποδοχή της αβεβαιότητας ήξερε πολλά η Μπέριλ Μάρκχαμ, μια Αγγλίδα γεννημένη στην Κένυα στις αρχές του 20ού αιώνα, η οποία ποτέ δεν θέλησε να μπει στο καλούπι που της υποδείκνυε η κοινωνία. Τόσο πολύ αγάπησε την περιπέτεια, τόσο πολύ αγκάλιασε την αβεβαιότητα, ώστε υπήρξε η δεύτερη γυναίκα η οποία διέσχισε τον Ατλαντικό με ανεμόπτερο, κάπου το 1936.

Στα απομνημονεύματά της η Μάρκχαμ μιλάει για το πώς αντιμετώπισε τη ζωή χωρίς να αφεθεί να παρασυρθεί από τους φόβους της:

Έμαθα πως, αν πρέπει ν’ αφήσεις ένα μέρος που έζησες κι αγάπησες κι όπου είναι θαμμένες όλες οι μέρες σου του χθες, πρέπει να το εγκαταλείψεις με κάθε τρόπο, αλλά να μη γίνει σιγά σιγά. Άφησέ το όσο πιο γρήγορα μπορείς. Μην ξαναγυρίσεις ποτέ κι ούτε ποτέ να σκεφτείς ότι μια ώρα που θυμάσαι θα είναι μια καλύτερη ώρα, γιατί είναι νεκρή. Τα περασμένα χρόνια φαίνονται ασφαλή, νικημένα, ενώ το μέλλον έρχεται μέσα σ’ ένα σύννεφο, τρομακτικό από μακριά. Όμως τα σύννεφα καθαρίζουν όταν μπαίνεις μέσα τους.

Αυτό το έμαθα, αλλά, όπως όλος ο κόσμος, το έμαθα αργά.

Η ζωή, τελικά, είναι μια περιπέτεια. Δεν είναι πιο διασκεδαστικό να την ανακαλύπτεις καθώς σου παρουσιάζεται; Έτσι, λοιπόν, μπες μες τα σύννεφα.

Ζήσε, ανακάλυψε, ξαφνιάσου, γέλα και κλάψε.

Κάν’ τα όλα με ένταση, και θα δεις που στο τέλος των ημερών σου θ’ ανακαλύψεις ότι όλα, ακόμα και τα άσχημα, άξιζαν τον κόπο.

Υπάρχουν πολλοί τρόποι να αντιμετωπίσετε τα βάσανα

ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΖΟΝΤΑΣ ΤΑ ΒΑΣΑΝΑ

Υπάρχουν πολλοί τρόποι να αντιμετωπίσετε τα βάσανα: Κρατήστε τα για τον εαυτό σας, αποδράστε, δώστε τα σε κάποιον άλλο, τερματίστε τα ο ίδιος ή μετατρέψτε τα σε κάτι χρήσιμο.
Ας κοιτάξουμε το καθένα με τη σειρά, μαζί με περιπτωσιολογικές μελέτες.

ΚΡΑΤΗΣΤΕ ΤΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΑΣ.

Μια δημοφιλής (όχι όμως ιδανική) στρατηγική είναι να κρατάτε τα βάσανά σας για τον εαυτό σας – να “υποφέρετε σιωπηρά”. Μπορεί να έχετε διδαχθεί ότι αυτό είναι κατά κάποιο τρόπο ευγενές, αλλά είναι για την ακρίβεια περιττό.
Σας στερεί άσκοπα, την ευχαρίστηση και το αίσθημα πληρότητας. Ή ίσως πιστεύετε ότι τα βάσανά σας είναι μια αναγκαία ετοιμασία για την ευτυχία σας στον επόμενο κόσμο. Ή ίσως τρέφετε λανθασμένες πεποιθήσεις για τον εαυτό σας, εμφυτευμένες από άλλους, που εμποδίζουν τον πραγματικό εαυτό σας να ευημερήσει.
Οι πεποιθήσεις δεν καθορίζονται από τα γονίδια· αποκτούνται από πολιτισμική μεταβίβαση. Μια πεποίθηση που σας προκαλεί λύπη μπορεί να αντικατασταθεί από μια που σας προκαλεί χαρά, αλλά η αλλαγή εξαρτάται από εσάς. Εναλλακτικές πεποιθήσεις όλων των ειδών είναι διαθέσιμες· ο κόσμος βρίθει από αυτές. Αλλά εξαρτάται από εσάς να βρείτε πεποιθήσεις που είναι ωφέλιμες για εσάς, αντί για βλαβερές. Και ενώ τα βάσανα μπορούν να είναι ένα είδος εκπαίδευσης κατά καιρούς (όπως και οτιδήποτε άλλο στη ζωή), από τη στιγμή που έχετε μάθει το μάθημά τους είστε ελεύθεροι να αποφοιτήσετε – και σας αξίζει αυτό.

Το ηθικό δίδαγμα: Το να κρατάς τα βάσανα για τον εαυτό σου, όσο ευγενές και αν είναι, δεν είναι η απάντηση.
Το να ξεριζώσεις τις αιτίες τους, όσο καιρό κι αν πάρει, είναι η καλύτερη προσέγγιση.

ΑΠΟΔΡΑΣΗ.

Αυτό ακούγεται δελεαστικό και, επίσης, έχει έναν ηρωικό απόηχο. Δεν είναι σύμπτωση που το θέμα της απόδρασης είναι πάντα δημοφιλές στο Χόλιγουντ. Το κοινό λατρεύει τις ταινίες με αποδράσεις, προφανώς γιατί πολλοί άνθρωποι ταυτίζονται με αυτές.

Το είδος των βασάνων για το οποίο μιλάμε, όμως, δεν παράγεται από τον πόνο της φυσικής αιχμαλωσίας σε αυστηρά περιβάλλοντα, αλλά, αντίθετα, από συνηθισμένες καταστάσεις της ζωής, από τις οποίες οι άνθρωποι μη ηθελημένα, ασυνείδητα ή χωρίς να παραστρατίσουν δημιουργούν τις δικές τους φυλακές και έπειτα προσπαθούν να αποδράσουν.
Αυτοί που είναι υπεύθυνοι για τα βάσανά τους δεν μπορούν να τους ξεφύγουν παρά μόνο αντιμετωπίζοντάς τα, κατανοώντας τις πραγματικές αιτίες τους και απομακρύνοντάς τες. Οι προσπάθειες να ξεφύγουν από τα αυτο-προκαλούμενα βάσανα όχι μόνο αποτυγχάνουν, αλλά συχνά χειροτερεύουν τα βάσανα.
Το “πολέμα ή φεύγα” είναι ένα από τα αρχαιότερα βιολογικά ένστικτα στους ανθρώπους, αποτυπωμένο στα πιο πρωτόγονα τμήματα του εγκεφάλου μας και δίχως αμφιβολία αντικατοπτρίζεται στην ψυχή. Τα βάσανα είναι ένα είδος απειλής για την ευημερία ενός ανθρώπου, και έτσι υπάρχει μια φυσική τάση να τα πολεμήσει ή να τους ξεφύγει.
Αλλά όταν τα βάσανα είναι αυτο-προκαλούμενα, δεν μπορούμε να τα πολεμήσουμε παρά μόνο με το να τα αντιμετωπίσουμε, δεν μπορούμε να τους ξεφύγουμε καθόλου. Αν υποφέρετε και κάποιος σας προσφέρει ένα δωρεάν ταξίδι κάπου στον κόσμο ή και στον γαλαξία αν αυτό έχει σημασία, θα το παίρνατε; Μπορεί να το κάνατε για να σας αποσπάσει την προσοχή ή για προσωρινή απόδραση, αλλά γνωρίζετε πάρα πολύ καλά ότι τα βάσανά σας θα σας ακολουθούσαν όπου κι αν πηγαίνατε, τόσο σίγουρα όσο και η σκιά σας.
Παρ’ όλα αυτά, οι άνθρωποι θα προσπαθήσουν φυσιολογικά να αποδράσουν – μέσα από το αλκοόλ, τα ναρκωτικά, τις σχέσεις, τις θρησκείες – με οποιοδήποτε μέσο νομίζουν ότι τους απομακρύνει από τους εαυτούς τους, παρεμβάλλοντας το χρόνο ή το χώρο ή αλλαγμένες καταστάσεις συνείδησης μεταξύ αυτών και των βασάνων τους.
Όμως η απόδραση είναι μόνο προσωρινή.
Οι άνθρωποι που θέλουν να ζήσουν και όχι να υποφέρουν πρέπει να βρουν ένα τρόπο να αντιμετωπίσουν και να νικήσουν τα βάσανά τους.

ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΣΤΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΣΑΣ.

Μια άλλη πολύ κοινή στρατηγική είναι να προσπαθήσετε να μεταφέρετε τα βάσανά σας σε κάποιον άλλο. Βραχυπρόθεσμα, αυτό μοιάζει με το ανθρώπινο ισοδύναμο της σειράς υπαιτιότητας σε μια φάρμα:
Το αφεντικό σάς βάζει τις φωνές· εσείς φωνάζετε στο παιδί σας· το παιδί σας κλοτσάει το σκύλο.
Δυστυχώς, τα βάσανα δεν είναι σαν το ποδόσφαιρο: Δεν μπορείς να τα “κάνεις πάσα” σε κάποιον άλλον και επομένως να μην σου ανήκουν πια. Αν προσπαθήσετε, θα δείτε ότι έχει ένα πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα. Δηλαδή, δεν μπορείτε να ξεφορτωθείτε τα βάσανα με το να τα μεταφέρετε σε άλλους. Αυτό απλώς αυξάνει την παρουσία τους στον κόσμο. Οι άνθρωποι που ψάχνουν άλλους απλώς για να τους κάνουν συνένοχους στα βάσανά τους στην πραγματικότητα υποφέρουν διπλά: Πρώτον, από αυτό που πρωτίστως τους ενοχλεί και, δεύτερον, από την αυταπάτη ότι κάνοντας τους άλλους συνένοχους θα ελαφρύνουν τα δικά τους προβλήματα.

ΒΑΛΤΕ ΤΕΛΟΣ ΣΤΑ ΒΑΣΑΝΑ ΣΑΣ ΕΝΤΟΣ ΣΑΣ.

Αν υποφέρετε από μια ασθένεια, αυτή η ασθένεια είναι μέσα στο κορμί σας και πρέπει να γιατρευτεί εκεί.
Γιατί θα έπρεπε η δυσαρέσκεια να είναι τόσο διαφορετική;
Αλλά φαίνεται ότι είναι πολύ πιο δύσκολο για τους ανθρώπους να “κατέχουν” τη δυσαρέσκειά τους, γιατί πρέπει να δεχθούν την υπευθυνότητα για ό,τι σκέφτονται, προκειμένου να εξαλείψουν τη δυσαρέσκεια από μέσα τους.
Είναι πολύ ευκολότερο, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα, να κατηγορείτε τους άλλους: “Αυτός με κάνει δυστυχισμένη” ή “Αυτή δεν με εκτιμά” ή “Η κοινωνία μου φέρεται άδικα”.
Είναι πολύ δυσκολότερο να παραδεχθείτε ότι μερικές από τις πεποιθήσεις ή τις προσδοκίες σας δουλεύουν ενάντια στα καλύτερα συμφέροντά σας και ακόμη δυσκολότερο να αποφασίσετε τι να κάνετε ώστε να το αντιμετωπίσετε.
Μακροπρόθεσμα όμως, ο μόνος τρόπος να σταματήσετε τα βάσανά σας είναι να τα αποκηρύξετε. Αλλά για να το κάνετε αυτό, πρέπει να παραδεχθείτε ότι σας ανήκουν, πρώτα από όλα.

Επιθυμούμε αυτό κι εκείνο και τ’ άλλο, γιατί δεν είμαστε ευχαριστημένοι με τα πράγματα όπως είναι

Αν μας ζητούσαν να περιγράψουμε πώς ακριβώς φανταζόμαστε ότι είναι και φέρεται ένας σοφός άνθρωπος, είναι πολύ πιθανό οι περιγραφές των περισσοτέρων από εμάς να συνέπιπταν σε πολλά σημεία: θα μιλούσαμε μάλλον για έναν άνθρωπο κάπως μεγάλης ηλικίας, που ζει ουσιαστικά μόνος σ’ ένα μέρος μακριά από τη βουή της πόλης μια λιτή ζωή χωρίς πολυτέλειες και περιττά αντικείμενα, με ελάχιστες ή καθόλου ανέσεις και ευκολίες.

Γνωρίζουμε – χωρίς να μπορούμε να πούμε πώς – ότι αν είμαστε σοφότεροι, δεν θα είχαμε τέτοια εξάρτηση από τα υλικά πράγματα, δεν θα χρειαζόταν να περιστοιχιζόμαστε απ’ αυτά ούτε και θα τους αφιερώναμε τόσο χρόνο.

Διαισθανόμαστε ότι αν μπορούσαμε να εξυψωθούμε σ’ ένα ανώτερο επίπεδο, δεν θα χρειαζόμαστε πια να βλέπουμε διαρκώς τους άλλους γύρω μας να μας χειροκροτούν, να μας επιδοκιμάζουν, να μας λένε πόσο πολύ μας αγαπάνε ή πόσο μας χρειάζονται. Δεν θ’ αφιερώναμε καθόλου χρόνο ή κόπο στην προσπάθειά μας να γίνουμε κάτι που δεν είμαστε.

Κάτι μας λέει μέσα μας πως η αδυναμία, η άγνοια, η νεύρωση ή η πνευματική μας πενία (μπορούμε να το πούμε με πολλούς τρόπους) είναι που μας ωθεί προς αυτά τα – στην πραγματικότητα επιφανειακά – πράγματα, και μας κάνει να τα θεωρούμε απαραίτητα.

Αν η λέξη προσκόλληση αναφέρεται στην κυριολεξία σε μια κατάσταση έντονου ενδιαφέροντος, κλίσης, συμπάθειας ή στενής σχέσης με κάτι (ή κάποιον), αυτή η σχέση είναι πάντα πολύ ιδιαίτερη και αρρωστημένη, γιατί περιλαμβάνει μια αφοσίωση που σκλαβώνει, μια ευχαρίστηση που πονάει, μια προτίμηση που δεσμεύει. Είναι αυτή η σχέση που μας κρατάει δεμένους και εξαρτημένους απ’ αυτό που αγαπάμε ή έχουμε επιλέξει, και που περιλαμβάνει τον φόβο της απώλειας, τη δυσκολία του αποχωρισμού και την υποκειμενική αδυναμία μας να το αφήσουμε να φύγει.

Μετά απ’ όσα είπαμε, ίσως και να ξεκαθαρίζουν οι λόγοι για τους οποίους χρειάζεται να μάθει κάποιος να βαδίζει στο μονοπάτι της αποστασιοποίησης. Το να “παρατάμε” κάτι, λοιπόν, είναι σχεδόν, σχεδόν, σχεδόν επιτακτική ανάγκη (είναι εμφανές πως ούτε τώρα τολμώ να χρησιμοποιήσω αβασάνιστα τη λέξη επιτακτική).

Ωραία λοιπόν… Πώς μπορούμε να μεταφέρουμε αυτήν την ιδέα στη ζωή μας;

Στην πρόκληση να διασχίσουμε και να εξερευνήσουμε το επίπεδο της πνευματικότητάς μας, μαθαίνουμε, όπως είπαμε, πως στο ταξίδι αυτό παίρνουμε ελάχιστες αποσκευές· τα απολύτως απαραίτητα. Για να ξεκινήσει κανείς τον πνευματικό δρόμο, το μόνο που είναι απολύτως αναγκαίο είναι ν’ αρχίσει να βαδίζει. Από την αρχή καταλαβαίνεις μόνος σου ότι θα πρέπει ν’ απαλλαγείς απ’ όλα τα περιττά, από πράγματα που δεν είναι αναγκαία και, αργά ή γρήγορα, θα σου γίνουν μάλλον βάρος παρά βοήθεια.

Η καταναλωτική κοινωνία μετατρέπει το προαιρετικό σε αναγκαίο και το αναγκαίο σε ζωτικό και σπάνιο (καθιστώντας το έτσι ακόμα πιο επιθυμητό και διευκολύνοντας τη δουλειά των πωλητών και των διαφημιστών).

Για πολλούς, ζωτικά είναι τα λεφτά ή τα υλικά αγαθά· γι’ άλλους, οι ανέσεις που χρησιμοποιούνται ως υποκατάστατο μιας ευτυχισμένης ζωής· για μερικούς, τέλος, η απαγκίστρωση από μια σχέση στην οποία έχουν εγκλωβιστεί.

Όπως και να ’χει, στο καινούργιο επίπεδο ο καθένας μπορεί να συνειδητοποιήσει, λίγο μετά το ξεκίνημά του, τι του περισσεύει, τι τον βαραίνει περισσότερο, τι περιττό φορτίο κουβαλάει.

Είναι κλασική η ιστορία ζεν που μιλάει για έναν ταξιδιώτη που τον βρήκε η νύχτα στη μέση του δρόμου και χτύπησε την πόρτα ενός σοφού για να του ζητήσει να τον φιλοξενήσει ως το επόμενο πρωί. Ο σοφός δέχεται και καλεί τον ταξιδιώτη να περάσει μέσα. Μπαίνει εκείνος, και έκπληκτος βλέπει την καλύβα του σοφού τελείως άδεια, εκτός από ένα ράντσο από καραβόπανο που είχε για κρεβάτι, κι ένα – δυο πήλινα κανάτια με νερό.

“Που είναι τα πράγματά σου;” ρωτάει τον σοφό ο ταξιδιώτης.
“Τα δικά σου που είναι;” απαντάει ο σοφός.
“Μα εγώ είμαι περαστικός!” αναφωνεί ο ταξιδιώτης.
Τότε ο σοφός λέει χαμογελώντας:
“Κι εγώ το ίδιο!”.

Όλοι περαστικοί είμαστε σ’ αυτήν τη ζωή. Ιδιαίτερα όσοι δεν το ξέρουν.

Προσπαθούμε ν’ αποκτήσουμε αυτό που δεν έχουμε ή να γίνουμε εκείνο που δεν είμαστε, ακόμη κι αν αυτό που επιθυμούμε δεν είναι αναγκαίο, κι ακόμη κι αν η φιλοδοξία μας είναι ανέφικτη ή άδικη.

Εμείς οι προνομιούχοι που δεν πεινάσαμε ποτέ, που βρήκαμε ένα κεραμίδι πάνω από το κεφάλι μας και δεν κοιμηθήκαμε έξω στο κρύο, εμείς που –καλώς ή κακώς-, έχουμε ακόμα δουλειά, που δεν περπατήσαμε ποτέ ξυπόλυτοι παρά μόνο στην παραλία, εμείς, πάντα κάτι επιθυμούμε.

Επιθυμούμε αυτό κι εκείνο και τ’ άλλο, γιατί δεν είμαστε ευχαριστημένοι με τα πράγματα όπως είναι.

Λένε πως η επιθυμία σέρνει μονίμως απ’ το χέρι την απογοήτευση, αλλά στην πραγματικότητα συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο: η απογοήτευση είναι που τραβάει απ’ το χέρι την επιθυμία. Γι’ αυτό, ακόμα κι όταν η επιθυμία έχει ικανοποιηθεί, η πιο πρωτόγονη και βαθιά απογοήτευση εξακολουθεί – ακόρεστη – να υπάρχει.

Αν δεν απαλλαγούμε απ’ αυτήν την ενδογενή αίσθηση ανικανοποίητου, ακόμη κι αν καταφέρουμε κάτι απ’ όσα ποθούμε, θα διαπιστώσουμε ότι το επίτευγμά μας δεν είναι ποτέ πλήρες, ποτέ όπως το φανταζόμαστε, ποτέ αρκετό.

Συνεπώς, η μόνη λύση αν θέλει κάποιος να αποφύγει τη ματαίωση και τη δυστυχία, είναι να εγκαταλείψει εξαρχής την επιθυμία.

Μ’ άλλα λόγια: να φτάσει στην απόλυτη αποδοχή, σε μια χαλαρή και διόλου απαιτητική σχέση με τα πράγματα που είναι όπως είναι, και βρίσκονται εκεί που βρίσκονται.

Είναι φανερό πως δεν είναι ο κόσμος άδειος και χωρίς μεγαλείο – εμείς είμαστε

Οι ολοκληρωμένοι άνθρωποι έχουν ένα βαθύ αίσθημα πνευματικότητας .Ξέρουν ότι η υπόστασή τους και ο κόσμος στον οποίο ζουν δεν μπορούν να εξηγηθούν ή να κατανοηθούν μόνο με την ανθρώπινη εμπειρία. Ξέρουν ότι πρέπει να κάνουν το “μυστηριακό άλμα”. Πρέπει να πάνε πέρα από τον εαυτό τους, πέρα από την περιορισμένη τους πραγματικότητα. Έχουν μια ανεξήγητη αίσθηση του κάτι παραπάνω. Αισθάνονται πως υπάρχει μια μεγαλύτερη ενεργή διάνοια από τη δική τους, ακόμα κι αν δεν μπορούν να της δώσουν ένα όνομα. Έχουν επίγνωση ενός μεγάλου σχεδιασμού, ακατάπαυστα ενεργού, στον οποίο όλα είναι συμβατά και δεν υπάρχουν αντιφάσεις.

H ζωή μας δίνει λίγες εξηγήσεις. Δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι για το πραγματικό νόημα της ζωής, για την προέλευση της ζωής, ούτε για τη ζωή μετά τη ζωή. Μπορούμε μόνο να γεμίσουμε το κενό που δημιουργεί αυτή η αβεβαιότητα. Μπορούμε είτε να αποδεχτούμε με πίστη, είτε να επιλέξουμε το μηδενισμό. Και τα δύο μας εισάγουν στο μυστήριο. Επιλέγουμε να πιστεύουμε, είτε ότι όλα έχουν σημασία, είτε ότι τίποτα δεν έχει σημασία ωστόσο στην ουσία και οι δύο επιλογές είναι το ίδιο. Και οι δυο προκαλούν διανοητικά παιχνίδια, γιατί καμία από τις δύο δεν προσφέρει οριστικές αποδείξεις. Αυτό δεν σημαίνει πως δεν υπάρχουν απαντήσεις. Είναι όπως και το Ζεν Κοάν που τονίζει ότι δεν υπάρχει διαφορά στο αν νομίζουμε ότι είμαστε ένας μοναχός, που ονειρευόμαστε πως είμαστε μια πεταλούδα ή μια πεταλούδα που ονειρευόμαστε ότι είμαστε ένας μοναχός, που ονειρεύεται ότι είναι μια πεταλούδα.

Μερικοί από μας δεν μπορούν να ζήσουν χωρίς απαντήσεις. Το κενό είναι υπερβολικά τρομακτικό, υπερβολικά ισοπεδωτικό. Πρέπει έτσι να δημιουργήσουμε απαντήσεις για τον εαυτό μας. Μερικοί διαλέγουμε, να ζήσουμε χωρίς απαντήσεις. Δεν τις βρίσκουμε απαραίτητες. Ζούμε τη ζωή μας χωρίς να κάνουμε ερωτήσεις, ζώντας μέσα στις απαντήσεις. Και οι δύο τρόποι απαιτούν τη δημιουργία ενός συστήματος πίστης, για το οποίο δεν υπάρχει αξιολόγηση. Οποιαδήποτε επιλογή εμπεριέχει μια ζωντανή αίσθηση πνευματικότητας, που προέρχεται από την επιβεβαίωση του εαυτού μέσα από την ίδια την προσωπική επιλογή.

Η πνευματικότητα, η πίστη και το μυστήριο εμπεριέχονται σε κάθε πλευρά της ζωής. Θυμάμαι όταν επισκέφθηκα τη Νέα Αγγλία και είχα την πρώτη μου εμπειρία με το μεγαλείο του φθινοπώρου. Ποτέ δεν είχα δει δέντρα σε τέτοια φαντασμαγορική ακτινοβολία χρώματος. Εκείνο που με εντυπωσίασε περισσότερο ήταν ότι στο ίδιο δέντρο υπήρχαν φύλλα, το χρώμα των οποίων ποίκιλλε από κίτρινο ανοιχτό μέχρι βαθύ πορφυρό, συχνά πάνω στο ίδιο κλαδί. Θυμάμαι ότι γύρισα στους φίλους μου με σύγχυση και θαυμασμό, ρωτώντας γιατί. Είχαν ζήσει στην περιοχή εκείνη όλη τους τη ζωή και δεν μπορούσαν να απαντήσουν. “Είναι απλώς έτσι”, μου είπαν. Ήταν μια καλή απάντηση, αλλά όχι αρκετή για μένα. Σίγουρα, κάποιος πιο πεπειραμένος από μένα θα είχε κάνει την ίδια ερώτηση και θα είχε φτάσει σε μια πια αποκαλυπτική και “επιστημονική’ εξήγηση. Ναι υπήρχε τέτοια απάντηση. Υπήρχαν εξηγήσεις της βοτανικής για τη θέση του κάθε φύλλου στον ήλιο και τη σκιά, όπως και για τους παράγοντες παγωνιάς. Όλ’ αυτά εξηγήθηκαν σαφώς, αλλά έφυγα από τη βιβλιοθήκη το ίδιο έκπληκτος, το ίδιο εντυπωσιασμένος. Η επιστημονική απάντηση δεν είχε εξαφανίσει’ το μυστήριο από την εμπειρία. Επειδή κάτι μπορεί να εξηγηθεί δεν επηρεάζεται το μεγαλείο του!

Μπορούμε να προβλέπουμε τις παλίρροιες σχεδόν στο δευτερόλεπτο. Μπορούμε να χρονολογήσουμε τη μετανάστευση των πουλιών και των φαλαινών Μπορούμε να περπατήσουμε πάνω στη σελήνη. Ελαττώνει όμως αυτό το μεγαλείο της θάλασσας, τη μαγεία των πουλιών ή την ομορφιά ;

Το γεγονός ότι μπορώ να φυτέψω ένα σπόρο και να γίνει λουλούδι, να μοιραστώ λίγη -γνώση με κάποιον άλλο, να χαμογελάσω σε κάποιον και να μου ανταποδώσει ένα χαμόγελο, είναι για μένα συνεχείς πνευματικές ασκήσεις.

Διδάσκω σε μια τάξη και βρίσκω ότι κάτι από αυτά που είπα επηρεάζει τη ζωή ενός άλλου. Συμμετέχω στην αλληλεπίδραση και έχω τη δύναμη να προκαλέσω λύπη, χαρά ή γέλιο. Πνευματικότητα!

Είναι φανερό πως δεν είναι ο κόσμος άδειος και χωρίς μεγαλείο – εμείς είμαστε.

Η μαγεία δεν αποτελεί αποκλειστικό προνόμιο του μάγου. Εμείς οι ίδιοι είμαστε μάγοι με τη δύναμη να επικαλούμαστε την εμφάνιση και να εξαφανίζουμε πράγματα κατά βούληση. Δημιουργούμε το μυστήριο της κάθε μέρας – τα μυστικά βρίσκονται κάτω από κάθε δέντρο, σε κάθε έντομο, σε κάθε σκέψη. Τα λουλούδια θα ανθίζουν είτε ενδιαφερόμαστε, είτε όχι, οι τροφές θα έχουν διαφορετική γεύση, είτε κάνουμε τον κόπο να μασήσουμε ή να γευτούμε. Θα υπάρχουν λαμπερές αυγές ακόμα κι αν δεν σηκωνόμαστε αρκετά νωρίς για να δούμε μία. Το πνεύμα κάθε προσώπου και κάθε πράγματος είναι παρόν, ακόμα κι αν κοιμόμαστε πολύ για να το βιώσουμε, ακόμα κι αν δεν παραδεχόμαστε την ύπαρξή του. Η πνευματικότητα εμπεριέχει μια συνειδητότητα όλων των υπαρκτών και μια ευρύτητα αντιλήψεων για τα ανύπαρκτα. Είναι η δύναμη και η έλλειψη φόβου που θα μας επιτρέψει να υπερβούμε την πραγματικότητα και τον εαυτό μας. Οι ολοκληρωμένοι άνθρωποι ξέρουν πώς είναι αυτή η μαγεία που αποτελεί το καρύκευμα της ζωής, θεραπεύει την πλήξη και εξυψώνει την ύπαρξη πάνω από το χώρο και το χρόνο. Το να είσαι ολοκληρωμένος άνθρωπος σημαίνει να γνωρίζεις τη μέθη από ένα πορτοκάλι και την έκσταση σ’ ένα φύλλο χόρτου! Το να είσαι ολοκληρωμένος σημαίνει ν’ απλώνεις το χέρι με πλήρη εμπιστοσύνη και ν’ αγγίζεις όλα τα πράγματα.

Η ιδιωτική περιουσία και όχι η παραγωγικότητα επιτάχυνε τη Νεολιθική αγροτική επανάσταση

Η Ανθρωπότητα άρχισε για πρώτη φορά να καλλιεργεί τη γη στη Μεσοποταμία περίπου πριν από 11.500 χρόνια. Στη συνέχεια, οι πρακτικές των καλλιεργούμενων σπαρτών και η αύξηση του ζωικού κεφαλαίου εμφανίστηκε ανεξάρτητα σε ίσως μια ντουζίνα άλλα μέρη πάνω στον πλανήτη, οριοθετώντας αυτό που οι αρχαιολόγοι αποκαλούν Νεολιθική Αγροτική Επανάσταση. Είναι ένα από τα πιο λεπτομερειακά μελετημένα επεισόδια στην προϊστορία. Όμως μια νέα μελέτη που δημοσιεύεται στην Journal of Political Economy δείχνει ότι οι περισσότερες εξηγήσεις για αυτό, δεν συμφωνούν με τα στοιχεία και δίνει μια νέα ερμηνεία.

Με την γεωργία ήρθε μια τεράστια διεύρυνση του βασιλείου στο οποίο η ιδιωτική περιουσία ελέγχει την πρόσβαση σε πολύτιμα αγαθά, αντικαθιστώντας τα κοινωνικά πρότυπα του τροφοσυλλέκτη γύρω από το μοίρασμα τροφής μόλις αυτή αποκτηθεί. Μια κοινή εξήγηση είναι ότι η γεωργία αύξησε την εργατική παραγωγικότητα, η οποία με τη σειρά της ενθάρρυνε την υιοθέτηση της ιδιωτικής περιουσίας, παρέχοντας κίνητρα για τις μακροπρόθεσμες επενδύσεις που απαιτούνται στη γεωργική οικονομία.

«Όμως δεν είναι αυτό που μας λένε τα δεδομένα», λέει ο Samuel Bowles, οικονομολόγος του Ινστιτούτου της Santa Fe και ο ένας από τους συγγραφείς της μελέτης. «Είναι πολύ απίθανο ο αριθμός των θερμίδων που αποκτήθηκε από μιας ημέρας εργασία, κατά τον ερχομό της γεωργίας, να την κατέστησε καλύτερη επιλογή από ότι το κυνήγι και η συγκομιδή και θα μπορούσε κάλλιστα να ήταν αρκετά χειρότερη».

Προηγούμενες μελέτες, συμπεριλαμβανομένων και αυτών των οστών ανθρώπων και ζώων, υποστηρίζουν ότι η γεωργία πράγματι είχε ακραίες διατροφικές επιπτώσεις σε αυτούς που την υιοθέτησαν και στα ζώα. Λοιπόν γιατί το χωράφι στην πρώτη θέση; Ορισμένοι έχουν προτείνει μια υποδεέστερη τεχνολογία που θα μπορούσε να έχει επιβληθεί από τις πολιτικές ελίτ ως μια στρατηγική για την άντληση δασμών, εισφορών ή ενοικίων. Όμως η γεωργία είχε υιοθετηθεί, ανεξάρτητα, χιλιετίες πριν από την ανάδυση κυβερνήσεων ή πολιτικών ελίτ ικανών να επιβάλουν ένα νέο τρόπο ζωής στις βαριά οπλισμένες κοινότητες τροφοσυλλεκτών.

Ο Bowles και ο επίσης συγγραφέας Jung-Kyoo Choi, οικονομολόγος στο Εθνικό Πανεπιστήμιο της Kyungpook (Gyeongbuk) στην Νότια Κορέα, χρησιμοποίησαν τόσο την επαναστατική θεωρία παιγνίων όσο και αρχαιολογικά στοιχεία για να προτείνουν μια νέα ερμηνεία της Νεολιθικής. Με βάση το μοντέλο τους, ένα σύστημα αμοιβαία αναγνωρισμένων δικαιωμάτων ιδιωτικής περιουσίας ήταν και μια προϋπόθεση για τη γεωργία και επίσης ένα μέσο περιορισμού δαπανηρών αντιπαραθέσεων μεταξύ των μελών του πληθυσμού. Ενώ σπάνιζε μεταξύ των τροφοσυλλεκτών, η ιδιωτική περιουσία υπήρξε μεταξύ λίγων ομάδων αποδημητικών κυνηγών-συλλεκτών. Μεταξύ αυτών, η γεωργία θα μπορούσε να ωφέλησε τους πρώτους που την υιοθέτησαν επειδή θα ήταν ευκολότερο να καθιερώσουν την ιδιωτική κατοχή καλλιεργήσιμων σπαρτών και εξημερωμένων ζώων από ότι για τους διασκορπισμένους άγριους πόρους στις οποίες στηρίζονταν οι κυνηγοί-συλλέκτες.

«Είναι πολύ ευκολότερο να ορίσουμε και να υπερασπιστούμε τα δικαιώματα της ιδιοκτησίας σε μια εξημερωμένη αγελάδα παρά σε μια άγρια αφρικανική αντιλόπη», λέει ο Choi. «Αρχικά η γεωργία πέτυχε επειδή διευκόλυνε μια ευρύτερη εφαρμογή δικαιωμάτων ιδιωτικής περιουσίας, όχι επειδή ελάφρυνε το μόχθο του να βγάζεις τα προς το ζην».

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ: Ἠθικὰ Νικομάχεια (1140a-1141a)

[V] Περὶ δὲ φρονήσεως οὕτως ἂν λάβοιμεν, θεωρήσαντες τίνας λέγομεν τοὺς φρονίμους. δοκεῖ δὴ φρονίμου εἶναι τὸ δύνασθαι καλῶς βουλεύσασθαι περὶ τὰ αὑτῷ ἀγαθὰ καὶ συμφέροντα, οὐ κατὰ μέρος, οἷον ποῖα πρὸς ὑγίειαν, πρὸς ἰσχύν, ἀλλὰ ποῖα πρὸς τὸ εὖ ζῆν ὅλως. σημεῖον δ᾽ ὅτι καὶ τοὺς περί τι φρονίμους λέγομεν, ὅταν πρὸς τέλος τι σπουδαῖον εὖ λογίσωνται, ὧν μή ἐστι τέχνη. ὥστε καὶ ὅλως ἂν εἴη φρόνιμος ὁ βουλευτικός. βουλεύεται δ᾽ οὐθεὶς περὶ τῶν ἀδυνάτων ἄλλως ἔχειν, οὐδὲ τῶν μὴ ἐνδεχομένων αὐτῷ πρᾶξαι. ὥστ᾽ εἴπερ ἐπιστήμη μὲν μετ᾽ ἀποδείξεως, ὧν δ᾽ αἱ ἀρχαὶ ἐνδέχονται ἄλλως ἔχειν, τούτων μή ἐστιν ἀπόδειξις (πάντα γὰρ ἐνδέχεται καὶ ἄλλως ἔχειν), καὶ οὐκ

[1140b] ἔστι βουλεύσασθαι περὶ τῶν ἐξ ἀνάγκης ὄντων, οὐκ ἂν εἴη ἡ φρόνησις ἐπιστήμη οὐδὲ τέχνη, ἐπιστήμη μὲν ὅτι ἐνδέχεται τὸ πρακτὸν ἄλλως ἔχειν, τέχνη δ᾽ ὅτι ἄλλο τὸ γένος πράξεως καὶ ποιήσεως. λείπεται ἄρα αὐτὴν εἶναι ἕξιν ἀληθῆ μετὰ λόγου πρακτικὴν περὶ τὰ ἀνθρώπῳ ἀγαθὰ καὶ κακά. τῆς μὲν γὰρ ποιήσεως ἕτερον τὸ τέλος, τῆς δὲ πράξεως οὐκ ἂν εἴη· ἔστι γὰρ αὐτὴ ἡ εὐπραξία τέλος. διὰ τοῦτο Περικλέα καὶ τοὺς τοιούτους φρονίμους οἰόμεθα εἶναι, ὅτι τὰ αὑτοῖς ἀγαθὰ καὶ τὰ τοῖς ἀνθρώποις δύνανται θεωρεῖν· εἶναι δὲ τοιούτους ἡγούμεθα τοὺς οἰκονομικοὺς καὶ τοὺς πολιτικούς. ἔνθεν καὶ τὴν σωφροσύνην τούτῳ προσαγορεύομεν τῷ ὀνόματι, ὡς σῴζουσαν τὴν φρόνησιν. σῴζει δὲ τὴν τοιαύτην ὑπόληψιν. οὐ γὰρ ἅπασαν ὑπόληψιν διαφθείρει οὐδὲ διαστρέφει τὸ ἡδὺ καὶ λυπηρόν, οἷον ὅτι τὸ τρίγωνον δύο ὀρθὰς ἔχει ἢ οὐκ ἔχει, ἀλλὰ τὰς περὶ τὸ πρακτόν. αἱ μὲν γὰρ ἀρχαὶ τῶν πρακτῶν τὸ οὗ ἕνεκα τὰ πρακτά· τῷ δὲ διεφθαρμένῳ δι᾽ ἡδονὴν ἢ λύπην εὐθὺς οὐ φαίνεται ἀρχή, οὐδὲ δεῖν τούτου ἕνεκεν οὐδὲ διὰ τοῦθ᾽ αἱρεῖσθαι πάντα καὶ πράττειν· ἔστι γὰρ ἡ κακία φθαρτικὴ ἀρχῆς. ὥστ᾽ ἀνάγκη τὴν φρόνησιν ἕξιν εἶναι μετὰ λόγου ἀληθῆ περὶ τὰ ἀνθρώπινα ἀγαθὰ πρακτικήν. ἀλλὰ μὴν τέχνης μὲν ἔστιν ἀρετή, φρονήσεως δ᾽ οὐκ ἔστιν· καὶ ἐν μὲν τέχνῃ ὁ ἑκὼν ἁμαρτάνων αἱρετώτερος, περὶ δὲ φρόνησιν ἧττον, ὥσπερ καὶ περὶ τὰς ἀρετάς. δῆλον οὖν ὅτι ἀρετή τις ἐστὶ καὶ οὐ τέχνη. δυοῖν δ᾽ ὄντοιν μεροῖν τῆς ψυχῆς τῶν λόγον ἐχόντων, θατέρου ἂν εἴη ἀρετή, τοῦ δοξαστικοῦ· ἥ τε γὰρ δόξα περὶ τὸ ἐνδεχόμενον ἄλλως ἔχειν καὶ ἡ φρόνησις. ἀλλὰ μὴν οὐδ᾽ ἕξις μετὰ λόγου μόνον· σημεῖον δ᾽ ὅτι λήθη μὲν τῆς τοιαύτης ἕξεως ἔστι, φρονήσεως δ᾽ οὐκ ἔστιν.

[VI] Ἐπεὶ δ᾽ ἡ ἐπιστήμη περὶ τῶν καθόλου ἐστὶν ὑπόληψις καὶ τῶν ἐξ ἀνάγκης ὄντων, εἰσὶ δ᾽ ἀρχαὶ τῶν ἀποδεικτῶν καὶ πάσης ἐπιστήμης (μετὰ λόγου γὰρ ἡ ἐπιστήμη), τῆς ἀρχῆς τοῦ ἐπιστητοῦ οὔτ᾽ ἂν ἐπιστήμη εἴη οὔτε τέχνη οὔτε φρόνησις· τὸ μὲν γὰρ ἐπιστητὸν ἀποδεικτόν, αἳ δὲ τυγχάνουσιν

[1141a] οὖσαι περὶ τὰ ἐνδεχόμενα ἄλλως ἔχειν. οὐδὲ δὴ σοφία τούτων ἐστίν· τοῦ γὰρ σοφοῦ περὶ ἐνίων ἔχειν ἀπόδειξίν ἐστιν. εἰ δὴ οἷς ἀληθεύομεν καὶ μηδέποτε διαψευδόμεθα περὶ τὰ μὴ ἐνδεχόμενα ἢ καὶ ἐνδεχόμενα ἄλλως ἔχειν, ἐπιστήμη καὶ φρόνησίς ἐστι καὶ σοφία καὶ νοῦς, τούτων δὲ τῶν τριῶν μηδὲν ἐνδέχεται εἶναι (λέγω δὲ τρία φρόνησιν ἐπιστήμην σοφίαν), λείπεται νοῦν εἶναι τῶν ἀρχῶν.

***
[5] Όσο για τη φρόνηση καταλάβουμε τί είναι, αν πρώτα σκεφτούμε ποιούς ανθρώπους ονομάζουμε φρόνιμους. Κατά την κοινή λοιπόν αντίληψη γνώρισμα του φρόνιμου ανθρώπου είναι το να μπορεί να σκέφτεται σωστά ποιά πράγματα είναι καλά και ωφέλιμα γι᾽ αυτόν, όχι, πάντως, έχοντας στον νου του επιμέρους ειδικές περιπτώσεις, π.χ. ποιά πράγματα είναι καλά και ωφέλιμα για την υγεία ή για τη σωματική δύναμη, αλλά ποιά πράγματα είναι καλά και ωφέλιμα για μια καλή και ευτυχισμένη ζωή γενικά. Απόδειξη γι᾽ αυτό είναι ότι ονομάζουμε φρόνιμους ενσχέσει προς το τάδε συγκεκριμένο πράγμα και αυτούς που σκέφτονται σωστά ενσχέσει με κάποιον σημαντικό σκοπό, φτάνει αυτός να είναι από εκείνους που δεν είναι το αντικείμενο κάποιας τέχνης. Μπορούμε λοιπόν να πούμε γενικά ότι φρόνιμος είναι ο άνθρωπος που έχει την ικανότητα να σκέφτεται σωστά. Κανένας δεν σκέφτεται για πράγματα που δεν υπόκεινται σε μεταβολή, ούτε για πράγματα για τα οποία δεν έχει καμιά δυνατότητα να τα πραγματοποιήσει. Συμπέρασμα: Αφού, από τη μια, η επιστημονική γνώση στηρίζεται στην απόδειξη, και απόδειξη δεν υπάρχει για πράγματα που οι βασικές αρχές τους υπόκεινται σε μεταβολή (γιατί σ᾽ αυτά τα πράγματα υπάρχει γενικά η δυνατότητα της μεταβολής), και αφού, από την άλλη,

[1140b] είναι αδύνατο να σκεφτεί κανείς για πράγματα που είναι εξανάγκης αυτό που είναι, η φρόνηση δεν μπορεί, λέω, να είναι ούτε επιστήμη ούτε τέχνη· επιστήμη δεν μπορεί να είναι, γιατί στον χώρο της πράξης υπάρχει μεταβολή· δεν μπορεί, επίσης, να είναι τέχνη, γιατί άλλο είναι το γένος της πράξης και άλλο το γένος της κατασκευής. Μένει, επομένως, να είναι μια αληθινή και έλλογη έξη πρακτική των καλών και κακών για τον άνθρωπο πραγμάτων. Γιατί η κατασκευή έχει ένα τέλος διαφορετικό από την ίδια, η πράξη όμως δεν έχει· γιατί το τέλος της πράξης είναι η ίδια η ευ-πραξία, η σωστή δηλαδή πράξη. Αυτός είναι ο λόγος που θεωρούμε ότι ο Περικλής και οι όμοιοί του είναι φρόνιμοι: γιατί μπορούν να βλέπουν τί είναι καλό για τους ίδιους και, γενικά, για τους ανθρώπους· τέτοιοι άνθρωποι θεωρούμε ότι είναι όσοι είναι ικανοί να κυβερνούν το σπιτικό τους ή την πόλη τους. Γι᾽ αυτό και τη σωφροσύνη τη λέμε με αυτή τη λέξη: γιατί σώζει τη φρόνηση. Αυτό όμως που σώζει είναι η πρακτικού περιεχομένου κρίση. Η ηδονή δηλαδή και η λύπη δεν καταστρέφουν ούτε διαστρέφουν κάθε κρίση (επιπαραδείγματι την κρίση ότι το τρίγωνο έχει ή δεν έχει τις γωνίες του ίσες με δύο ορθές), αλλά μόνο αυτές που σχετίζονται με την (ηθική) πράξη. Γιατί οι αρχές/τα αίτια των (ηθικών) πράξεων είναι ο τελικός σκοπός για τον οποίο αυτές πράττονται. Ο άνθρωπος όμως που έχει διαφθαρεί από την ηδονή ή τη λύπη παύει αμέσως να βλέπει την αρχή· παύει δηλαδή να βλέπει ότι ό,τι επιλέγει και ό,τι πράττει πρέπει να το επιλέγει και να το πράττει για χάρη αυτού του σκοπού ή εξαιτίας του· γιατί η κακία είναι φθαρτική της αρχής της πράξης. Δεν μπορεί, λοιπόν, παρά να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι η φρόνηση είναι μια έλλογη έξη, αληθινή, πρακτική των ανθρώπινων αγαθών.

Ενώ όμως υπάρχει αρετή της τέχνης, της φρόνησης δεν υπάρχει. Αυτός, επίσης, που κάνει σφάλμα στην τέχνη με τη θέλησή του, είναι προτιμότερος, στη φρόνηση όμως, όπως και στις άλλες αρετές, συμβαίνει το αντίθετο. Είναι λοιπόν φανερό ότι η φρόνηση είναι αρετή και όχι τέχνη. Καθώς, τώρα, είναι δύο τα λογικά μέρη της ψυχής, η φρόνηση θα πρέπει να είναι αρετή του ενός από αυτά: του δοξαστικού· γιατί γνώμη και φρόνηση έχουν ως αντικείμενό τους αυτό που υπόκειται σε μεταβολή. Σίγουρα όμως η φρόνηση δεν είναι μόνο μια έλλογη έξη· απόδειξη αυτού του πράγματος είναι το ότι μια αυτού του είδους έξη μπορεί να περιπέσει σε λήθη, η φρόνηση όμως δεν μπορεί.

[6] Δεδομένου ότι η επιστημονική γνώση είναι μια κρίση/γνώμη που έχει ως αντικείμενό της τις καθολικές αρχές και τα αναγκαία πράγματα· δεδομένου, επίσης, ότι υπάρχουν βασικές αρχές από τις οποίες ξεκινούν όλες οι αποδεικτικές διαδικασίες, όπως και κάθε επιστημονική γνώση (γιατί η επιστημονική γνώση προϋποθέτει τη λογική), η αρχή του αντικειμένου της επιστημονικής γνώσης δεν θα μπορούσε να είναι αντικείμενο ούτε της επιστημονικής γνώσης ούτε της τέχνης ούτε της φρόνησης. (Της επιστημονικής γνώσης δεν θα μπορούσε να είναι) γιατί το αντικείμενο της επιστημονικής γνώσης είναι αντικείμενο απόδειξης, και οι άλλες ασχολούνται

[1141a] με πράγματα που υπόκεινται σε μεταβολή. Ούτε και της φιλοσοφικής σοφίας μπορεί να είναι αντικείμενο· γιατί γνώρισμα του φιλοσόφου είναι να έχει απόδειξη για ορισμένα πράγματα. Αν λοιπόν οι έξεις με τις οποίες πετυχαίνουμε την αλήθεια και δεν ξεγελιόμαστε ποτέ είτε ενσχέσει με τα πράγματα που δεν υπόκεινται σε μεταβολή είτε ενσχέσει με αυτά που υπόκεινται σε μεταβολή είναι η επιστημονική γνώση, η πρακτική σοφία, η φιλοσοφική σοφία και η νόηση, και αν δεν μπορεί να είναι καμία από αυτές τις τρεις (λέγοντας τρεις εννοώ την πρακτική σοφία, την επιστημονική γνώση και τη φιλοσοφική σοφία), μένει να είναι η νόηση που να έχει ως αντικείμενο της τις καθολικές αρχές.