Τετάρτη, 9 Οκτωβρίου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Πλοῦτος (1134-1170)

ΕΡ. ἆρ᾽ ὠφελήσαις ἄν τι τὸν σαυτοῦ φίλον;
1135 ΚΑ. εἴ του δέει γ᾽ ὧν δυνατός εἰμί σ᾽ ὠφελεῖν.
ΕΡ. εἴ μοι πορίσας ἄρτον τιν᾽ εὖ πεπεμμένον
δοίης καταφαγεῖν καὶ κρέας νεανικὸν
ὧν θύεθ᾽ ὑμεῖς ἔνδον. ΚΑ. ἀλλ᾽ οὐκ ἐκφορά.
ΕΡ. καὶ μὴν ὁπότε τι σκευάριον τοῦ δεσπότου
1140 ὑφέλοι᾽, ἐγώ σ᾽ ἂν λανθάνειν ἐποίουν ἀεί.
ΚΑ. ἐφ᾽ ᾧτε μετέχειν καὐτός, ὦ τοιχωρύχε·
ἧκεν γὰρ ἄν σοι ναστὸς εὖ πεπεμμένος.
ΕΡ. ἔπειτα τοῦτόν γ᾽ αὐτὸς ἂν κατήσθιες.
ΚΑ. οὐ γὰρ μετεῖχες τὰς ἴσας πληγὰς ἐμοί,
1145 ὁπότε τι ληφθείην πανουργήσας ἐγώ.
ΕΡ. μὴ μνησικακήσῃς, εἰ σὺ Φυλὴν κατέλαβες.
ἀλλὰ ξύνοικον, πρὸς θεῶν, δέξασθέ με.
ΚΑ. ἔπειτ᾽ ἀπολιπὼν τοὺς θεοὺς ἐνθάδε μενεῖς;
ΕΡ. τὰ γὰρ παρ᾽ ὑμῖν ἐστι βελτίω πολύ.
1150ΚΑ. τί δέ; ταὐτομολεῖν ἀστεῖον εἶναί σοι δοκεῖ;
ΕΡ. «πατρὶς γάρ ἐστι πᾶσ᾽ ἵν᾽ ἂν πράττῃ τις εὖ.»
ΚΑ. τί δῆτ᾽ ἂν εἴης ὄφελος ἡμῖν ἐνθάδ᾽ ὤν;
ΕΡ. παρὰ τὴν θύραν στροφαῖον ἱδρύσασθέ με.
ΚΑ. στροφαῖον; ἀλλ᾽ οὐκ ἔργον ἔστ᾽ οὐδὲν στροφῶν.
1155 ΕΡ. ἀλλ᾽ ἐμπολαῖον. ΚΑ. ἀλλὰ πλουτοῦμεν. τί οὖν
Ἑρμῆν παλιγκάπηλον ἡμᾶς δεῖ τρέφειν;
ΕΡ. ἀλλὰ δόλιον τοίνυν. ΚΑ. δόλιον; ἥκιστά γε·
οὐ γὰρ δόλου νῦν ἔργον, ἀλλ᾽ ἁπλῶν τρόπων.
ΕΡ. ἀλλ᾽ ἡγεμόνιον. ΚΑ. ἀλλ᾽ ὁ θεὸς ἤδη βλέπει.
1160 ὥσθ᾽ ἡγεμόνος οὐδὲν δεησόμεσθ᾽ ἔτι.
ΕΡ. ἐναγώνιος τοίνυν ἔσομαι. καὶ τί ἔτ᾽ ἐρεῖς;
Πλούτῳ γάρ ἐστι τοῦτο συμφορώτατον,
ποεῖν ἀγῶνας μουσικοὺς καὶ γυμνικούς.
ΚΑ. ὡς ἀγαθόν ἐστ᾽ ἐπωνυμίας πολλὰς ἔχειν.
1165 οὗτος γὰρ ἐξηύρηκεν αὑτῷ βιότιον.
οὐκ ἐτὸς ἅπαντες οἱ δικάζοντες θαμὰ
σπεύδουσιν ἐν πολλοῖς γεγράφθαι γράμμασιν.
ΕΡ. οὐκοῦν ἐπὶ τούτοις εἰσίω; ΚΑ. καὶ πλῦνέ γε
αὐτὸς προσελθὼν πρὸς τὸ φρέαρ τὰς κοιλίας,
1170 ἵν᾽ εὐθέως διακονικὸς εἶναι δοκῇς.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ - ΚΟΡΑΚΙ

ΚΟΡΑΚΙ 1
(αλλαγή χρώματος)
 
Δύο εκδοχές αναφέρονται ως πιθανές για την αιτία της αλλαγής του χρώματος του κόρακα από άσπρο σε μαύρο.
 
1. Πρώτος ανήγγειλε στον Απόλλωνα τον γάμο της αγαπημένης του Κορωνίδας, κόρης του Φλεγύα, με τον Αλκυονέα
 
2. Πρώτος ανήγγειλε στον Απόλλωνα ότι ο Δίας είχε κατακεραυνώσει τον Ασκληπιό, τον γιο που είχε αποκτήσει από την Κορωνίδα ή από την Αρσινόη, κόρη του Λεύκιππου.
 
ΚΟΡΑΚΙ 2
(αστερισμός)
 
Αναγκαία προϋπόθεση για την τέλεση μιας θυσίας είναι και το νερό που πρέπει να προέρχεται από κατάλληλη πηγή, ώστε να είναι αγνό, κατάλληλο για μια τόσο ιερή πράξη. Κάποτε, λοιπόν, που θέλησαν οι άνθρωποι να προσφέρουν θυσία έστειλαν τον κόρακα με μια κανάτα να φέρει νερό. Δίπλα στην πηγή υπήρχε μια συκιά που τα σύκα της όμως δεν ήταν ακόμη ώριμα.
 
Ο κόρακας περίμενε να ωριμάσουν, ύστερα τα γεύτηκε. Κατόπι γέμισε την κανάτα νερό και ετοιμάστηκε να επιστρέψει. Όταν κατάλαβε πόσο είχε καθυστερήσει, άρχισε να ψάχνει για μια δικαιολογία. Περιμάζεψε ένα φίδι που βρέθηκε μπροστά του στην πηγή και, όταν επέστρεψε, δικαιολογήθηκε λέγοντας ότι το φίδι ξεδιψούσε από την πηγή κάθε μέρα και δεν άφηνε κανέναν άλλον να πιει. Όμως ο θεός της μαντικής ήξερε πολύ καλά την αλήθεια, και για να τιμωρήσει τον κόρακα τον έκανε να κορακιάζει για νερό, και για να θυμούνται οι άνθρωποι το περιστατικό και να παραδειγματίζονται τοποθέτησε τον κόρακα, την κανάτα και το φίδι στον ουρανό σαν αστέρια που λάμπουν στον ουρανό (Ερατοσθ. Καταστ. 1.41)*.
--------------------------
*Αστερισμός του Κρατήρα και του Κόρακα
 
Tοῦτο τὸ ἄστρον κοινόν ἐστιν ἀπὸ πράξεως γεγονὸς ἐναργοῦς. τιμὴν γὰρ ἔχει ὁ κόραξ παρὰ τῷ Ἀπόλλωνι· ἑκάστῳ γὰρ τῶν Θεῶν ὄρνεόν ἐστιν ἀνακείμενον· θυσίας δὲ γενομένης τοῖς Θεοῖς σπονδὴν πεμφθεὶς κομίσαι [ἐνέγκαι] ἀπὸ κρήνης τινός, ἰδὼν παρὰ τὴν κρήνην συκῆν ὀλίνθους [ἐρινεοὺς] ἔχουσαν ἔμεινεν ἕως πεπανθῶσιν· μεθ' ἱκανὰς δὲ ἡμέρας πεπανθέντων τούτων καὶ φαγὼν τῶν συκῶν αἰσθόμενος τὸ ἁμάρτημα ἐξαρπάσας καὶ τὸν ἐν τῇ κρήνῃ ὕδρον ἔφερε σὺν τῷ κρατῆρι, φάσκων αὐτὸν ἐκπίνειν καθ' ἡμέραν τὸ γιγνόμενον ἐν τῇ κρήνῃ ὕδωρ· ὁ δὲ Ἀπόλλων ἐπιγνοὺς τὰ ὄντα τῷ μὲν κόρακι ἐν τοῖς ἀνθρώποις ἐπιτίμιον ἔθηκεν ἱκανὸν τὸν χρόνον τοῦτον διψῆν, καθάπερ Ἀριστοτέλης εἴρηκεν ἐν τοῖς περὶ θηρίων, καὶ Ἀρχέλαος δέ φησιν ὁμοίως ἐν τοῖς Ἰδιοφυέσιν. μνημόνευμα δὲ δώσων τῆς εἰς Θεοὺς ἁμαρτίας σαφές, εἰκονίσας ἐν τοῖς ἄστροις ἔθηκεν εἶναι τόν τε Ὑδρον καὶ <τὸν Κρατῆρα καὶ τὸν Κόρακα> μὴ δυνάμενον πιεῖν καὶ μὴ προσελθεῖν.
Ερατοσθένης, Καταστερισμοί, 1,41

Ο Αριστοτέλης, η σωκρατική ρήση «ουδείς έκων κακός» και οι φυσικές δυνατότητες του ανθρώπου

Η περιβόητη φράση του Σωκράτη «ουδείς έκων κακός» καταδεικνύει την αισιόδοξη οπτική του ανθρώπου, αφού κανένας δε θα ήθελε να κάνει το κακό εν γνώσει του. Για το Σωκράτη η πρόθεση του ανθρώπου να υπηρετήσει το καλό τίθεται με τρόπο αδιαπραγμάτευτο, καθώς αυτός που δεν το πράττει αποτελεί θύμα της άγνοιας ή της πλάνης, που τον καθηλώνει στο κακό άθελά του. Σε τελική ανάλυση, το κακό σχετίζεται με την παρεξήγηση, την εσφαλμένη αντίληψη ή την κακή επικοινωνία των ανθρώπων.
 
Ο Αριστοτέλης σχολιάζει: «Λέει ο Σωκράτης: Έστω ότι ερωτάται ο οποιοσδήποτε άνθρωπος τι θα προτιμούσε από τα δύο, να είναι δίκαιος ή άδικος. Κανένας δε θα διάλεγε την αδικία. Το ίδιο συμβαίνει τόσο στην περίπτωση της ανδρείας και δειλίας όσο και σε όλες τις υπόλοιπες αρετές. Είναι, έτσι, φανερό ότι όσοι τυχόν είναι άνθρωποι κακοί, δεν είναι με τη θέλησή τους κακοί» (1187a 9.7 και 9.8).
 
Αν όμως γίνει αποδεκτή μια τέτοια άποψη, τότε θα πρέπει να ισχύει και το αντίστροφο: «Άρα και όσοι είναι καλοί, δεν είναι με τη θέλησή τους καλοί» (1187a 9.8). Με άλλα λόγια, εφόσον η φύση καθιστά από θέση αρχής τον άνθρωπο καλό –και μόνο η άγνοια μπορεί να φέρει το αντίθετο– τότε το καλό και το κακό στερούνται επιλογής και ματαιώνονται, ως φυσική αναγκαιότητα που ακυρώνει τη βούληση. Υιοθετώντας την αντίληψη της εκ των προτέρων φυσικής επιβολής θα ήταν παράλογο να τιμάται ή να τιμωρείται κανείς για την αρετή του, όπως είναι παράλογο να επικριθεί ή να επαινεθεί κάποιος επειδή βλέπει ή ακούει.
 
Εξάλλου, μια τέτοια αντίληψη θα ματαίωνε και την έννοια της ποινής, αφού ο σωφρονισμός δε θα είχε κανένα νόημα. Το αναντίρρητο φυσικό δεδομένο της καλοσύνης θα εκμηδένιζε κάθε περίπτωση πρόθεσης μετατρέποντας οποιαδήποτε αξιόποινη πράξη σε αμέλεια. Υπό αυτή τη συνθήκη, οι τιμωρίες θα είχαν περισσότερο ενημερωτικό χαρακτήρα κι όχι σωφρονιστικό, καθώς δε θα μπορούσε να υπάρξει κανένα κίνητρο για άδικη συμπεριφορά.
 
Ο Αριστοτέλης θα θέσει το ζήτημα στην ορθή του βάση: «Η σωκρατική αυτή επιχειρηματολογία δεν είναι σωστή. Ποιος είναι ο λόγος που ο νομοθέτης δεν επιτρέπει να κάνουμε το κακό, ενώ μας προτρέπει να κάνουμε το καλό και το σωστό; Και ποιος είναι ο λόγος που ορίζει ποινή τόσο για τους κακούς που πράττουν το κακό, όσο και για τους καλούς που δεν πράττουν το καλό;» (1187a 9.9).
 
Και συμπληρώνει: «Σίγουρα θα ήταν παραλογισμός εκ μέρους του νομοθέτη να επιτάσσει με νόμους κάτι που δεν είναι στο χέρι μας να πράξουμε. Αλλά, όπως φαίνεται, από εμάς εξαρτάται το να είμαστε καλοί οι κακοί. Αυτό το επιβεβαιώνουν, επίσης, οι έπαινοι και οι ψόγοι που αποδίδονται στους ανθρώπους· διότι η αρετή επαινείται, ενώ η κακία ψέγεται· και τόσο ο έπαινος όσο και ο ψόγος αποδίδονται σε κάτι το εκούσιο. Συμπέρασμα φανερό: από εμάς εξαρτάται να πράττουμε τόσο το καλό όσο και το κακό» (1187a 9.10).
 
Ο Αριστοτέλης έχει αποδείξει στα «Ηθικά Νικομάχεια» ότι η αρετή δεν είναι από τη φύση, αλλά ούτε και αντίθετή της. Καταδεικνύοντας ότι η αρετή έχει να κάνει με τον εθισμό (συνήθεια) είναι φανερό ότι είναι σύμφυτη κι όχι έμφυτη, αφού οτιδήποτε δίνεται ως δεδομένο από τη φύση είναι αδύνατο να αλλάξει συμπεριφορά, όπως η πέτρα που από τη φύση πηγαίνει προς τα κάτω δε θα μπορούσε να πηγαίνει προς τα πάνω, ακόμη κι αν κάποιος προσπαθούσε να την εθίσει σε κάτι τέτοιο ρίχνοντάς τη προς τα πάνω χιλιάδες φορές. Η φύση έχει κάνει τον άνθρωπο ηθικά ουδέτερο κι είναι στη διαμόρφωσή του το κατά πόσο θα στραφεί προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση. Κι αυτός είναι ο λόγος που φέρει και την ευθύνη των επιλογών του.
 
Κι ακριβώς πάνω στο ζήτημα της ευθύνης ο Αριστοτέλης θα προσθέσει: «Κάποιοι που ήθελαν να δείξουν ότι η αρετή και η κακία δεν είναι κάτι το εκούσιο, το υποστήριζαν με ένα αναλογικό επιχείρημα πάνω-κάτω σαν και τούτο: για ποιο λόγο, ρωτάνε αυτοί, κανείς δεν ψέγει τους αρρώστους ή τους άσχημους; Αυτό το σκεπτικό δεν είναι σωστό· τους ψέγουμε και αυτούς, εφόσον θεωρήσουμε ότι οι ίδιοι είναι υπαίτιοι της αρρώστιας ή της σωματικής τους ασχήμιας· το σκεπτικό μας είναι ότι και σε τούτη την περίπτωση υπάρχει το εκούσιο» (1187a 9.11).
 
Το εκούσιο μιας πράξης καταδεικνύει και την ευθύνη αυτού που την κάνει, ακόμη και σε ζητήματα υγείας και σωματικής ευεξίας, γιατί άλλο αυτός που αρρωσταίνει με τρόπο απρόβλεπτο κι άλλο αυτός που χαλά την υγεία του με τον κακό τρόπο ζωής που επιλέγει. Κι εφόσον, ακόμη και σε θέματα υγείας, υπάρχει διαχωρισμός που ορίζεται από την ευθύνη –δηλαδή τη βούληση– του ενεργούντος, είναι φανερό ότι σε ζητήματα ηθικής αρετής το πράγμα γίνεται εντονότερο.
 
Η απόδοση του καλού στη φύση είναι η μετάθεση της ευθύνης που πλέον δεν αφορά τον άνθρωπο. Τον άνθρωπο αφορά μόνο η γνώση, που προφανώς έχει ευθύνη για την απόκτησή της, άποψη αναμφισβήτητα αθωωτική σε σχέση με το βάρος της βούλησης, δηλαδή την ευθύνη του συνειδητού λάθους.
 
Ο Αριστοτέλης θα επικαλεστεί και πάλι το ενδεχόμενο του ανθρώπου να αλλάξει συμπεριφορά (σε αντίθεση με την πέτρα που δε θα το κάνει ποτέ) ως απόδειξη ότι η ηθική αρετή που θα επιφέρει την ηθική πράξη δεν είναι κάτι δεδομένο από τη φύση: «Με αναμφίβολα, τώρα, δεδομένα πρώτον ότι οι πράξεις μεταβάλλονται και ποτέ δεν πράττουμε τα ίδια, και δεύτερον ότι οι πράξεις έχουν προκύψει από κάποιες αρχές, συμπεραίνουμε με σιγουριά πως, εφόσον μεταβάλλονται οι πράξεις, μεταβάλλονται και οι αρχές από τις οποίες προέκυψαν οι συγκεκριμένες πράξεις» (1187b 11.2).
 
Κι όταν ο Αριστοτέλης κάνει λόγο για αρχές, εννοεί τη βούληση και την προαίρεση που τελικά γεννούν τις πράξεις: «… αρχή μιας πράξεως, είτε ενάρετης είτε κακής, είναι η προαίρεση και η βούληση και το σύνολο του λογικού μέρους της ψυχής. Είναι σίγουρο, όμως, αφενός ότι και όλα αυτά μεταβάλλονται, αφετέρου ότι και τις πράξεις μας τις μεταβάλλουμε εκουσίως. Συμπέρασμα: από εμάς εξαρτάται τόσο το αν θα είμαστε ενάρετοι όσο και το αν θα είμαστε κακοί» (1187b 11.3).
 
Ωστόσο, η αποδοχή του ανθρώπου ως όντος ενεργητικού που διαμορφώνει το χαρακτήρα του δεν απορρίπτει τα όρια της φύσης. Ο Αριστοτέλης αποδέχεται τον εθισμό ως κύριο διαμορφωτικό παράγοντα της προσωπικότητας, χωρίς όμως να ακυρώνει τις δυνατότητες με τις οποίες κάθε άνθρωπος έχει προικιστεί εξ αρχής από τη φύση: «Με βάση το προηγούμενο ίσως να πει κανείς: “αφού ακριβώς εξαρτάται από μένα να είμαι δίκαιος και ενάρετος, τότε, εάν το θέλω, θα γίνω ο πιο ενάρετος στον κόσμο”. Αυτό σίγουρα δεν είναι δυνατό» (1187b 11.4).
 
Και θα εξηγήσει αμέσως: «Μα ούτε καν σε σωματικό επίπεδο δεν είναι τούτο πραγματοποιήσιμο. Διότι δε φτάνει η θέληση να επιμελείται κανείς το σώμα του για να γίνει αυτό αμέσως το καλύτερο σώμα του κόσμου: δεν απαιτείται μόνο η επιμέλεια, αλλά πρέπει και από τη φύση του το συγκεκριμένο σώμα να έχει τη δυνατότητα να γίνει υγιές και όμορφο. Ασφαλώς και θα αποκτήσει ένα καλύτερο σώμα όποιος το επιμελείται, αυτό όμως δε συνεπάγεται ότι θα είναι και το καλύτερο σώμα του κόσμου. Το ίδιο πρέπει να σκεφτούμε και για την ψυχή· δεν πρόκειται να γίνει ο πιο ενάρετος άνθρωπος του κόσμου αυτός που απλώς το αποφάσισε και το θέλει· υπάρχει και η προϋπόθεση της φύσης του· πάντως, καλύτερος σίγουρα θα γίνει» (1187b 11.4-11.6).
 
Για τον Αριστοτέλη, όπως το σώμα υπόκειται σε όρια που έχουν δοθεί από τη φύση με τη γέννηση του ανθρώπου, με τον ίδιο τρόπο καθορίζονται και τα όρια της ψυχής, δηλαδή τα διανοητικά και ηθικά όρια καθενός. Η φύση είναι που δίνει τις δυνατότητες και ο εθισμός, ως πραγμάτωση της ανθρώπινης προσπάθειας, θα συμβάλει στην αξιοποίησή τους. Πρόκειται για την αιώνια διαπάλη του είναι και του γίγνεσθαι, στην οποία ο Αριστοτέλης παίρνει θέση υποστηρίζοντας ότι ο άνθρωπος και γεννιέται και γίνεται.
 
Το ότι κάποιος από τη γέννησή του έχει τη δυνατότητα από τη φύση (γονίδια θα λέγαμε σήμερα), ώστε να φτάσει σε ύψος τα δύο μέτρα, δε σημαίνει ότι απαραίτητα θα συμβεί αυτό. Αν έχει γεννηθεί σε φτωχό μέρος και υπόκειται σε κακή-ελλιπή διατροφή για όλη την παιδική του ηλικία, είναι προφανές ότι δε θα φτάσει ποτέ σε αυτό το ύψος. Αν όμως έχει τη διατροφή που πρέπει θα τείνει όλο και περισσότερο στην εκπλήρωση της φυσικής του δυνατότητας. Σε συνθήκες ιδανικές θα φτάσει και τα δύο μέτρα, που ήταν το ανώτατο όριο που του είχε αποδοθεί. Όσο ιδανικά όμως κι αν τρέφεται ή γυμνάζεται, το ύψος αυτό δε θα το ξεπεράσει. Κι αυτό γιατί η φύση δεν του έδωσε περαιτέρω δυνατότητες.
 
Με τον ίδιο τρόπο καθορίζονται και οι διανοητικές και οι ηθικές αρετές. Έχει μεγάλη σημασία το πώς θα διαμορφωθεί κανείς και τι λογής ερεθίσματα θα έχει, ώστε να διευρυνθούν οι πνευματικοί του ορίζοντες, όμως αυτό δε σημαίνει ότι μπορεί να ξεπεράσει να όρια που του έχουν προκαθοριστεί από τη φύση. Η ανθρώπινη προσπάθεια έχει πολύ μεγάλη σημασία, καθώς αναμφισβήτητα συμβάλλει στην ποιοτικότερη εκδοχή του εαυτού. Γι’ αυτό και δεν ματαιώνεται.
 
Είναι όμως παράλογο να έχουμε υπερβολικές απαιτήσεις από τους ανθρώπους, απαιτήσεις δηλαδή που ξεπερνούν τις φυσικές τους δυνατότητες. Το ότι θα είναι κανείς γυμνασμένος και θα έχει καλή υγεία, αν μεριμνά για το σώμα του και διατρέφεται σωστά είναι δεδομένο. Όχι όμως ότι θα ξεπερνά και όλους τους άλλους που κάνουν το ίδιο πράγμα. Εξάλλου, σε τελική ανάλυση κάτι τέτοιο δεν έχει και σημασία. Σημασία έχει να είναι κανείς γυμνασμένος, όπως σημασία έχει να είναι ενάρετος. Το να είναι ο πιο ενάρετος (ή ο πιο γυμνασμένος) του κόσμου δεν το επιβάλλει κανείς.
 
Το ότι το μέγεθος της προσπάθειας ενδέχεται να μην ανταποκρίνεται στα αποτελέσματα που έχει κάθε άνθρωπος δεν πρέπει να λειτουργεί αποθαρρυντικά. Το μέγεθος του κόπου θα καταδείξει και το μέγεθος της βούλησης κι αυτό είναι το μέτρο για τον έπαινο μιας πράξης. Εκείνος που έχει πολύ ωραίο σώμα χωρίς να καταβάλει την ελάχιστη προσπάθεια δεν αξίζει τόσο τον έπαινο σε αντίθεση με εκείνον που καταβάλλοντας τεράστιο μόχθο αποκτά ένα μέτριο σώμα.
 
Εν τέλει, ο έπαινος δεν επιβραβεύει το αποτέλεσμα, αλλά τον καταβλημένο μόχθο. Και το ζήτημα δεν είναι μόνο ηθικό αλλά και πρακτικό. Γιατί εκείνος που μοχθώντας έχει μέτριο σώμα θα πρέπει να σκεφτεί τι λογής σώμα θα είχε και πόσο βεβαρυμμένη υγεία, αν δεν είχε καταβάλει το μόχθο που κατέβαλε. Με τον ιδρώτα του κατάφερε να εξισορροπήσει μια φυσική του αδυναμία βελτιώνοντας τον εαυτό του. Και δεν υπάρχει τίποτε πιο αξιέπαινο από αυτό.
 
Από την άλλη, η άνευ όρων παράδοση στα πιθανά μειονεκτήματα της φύσης δεν μπορούν παρά να επιφέρουν επικρίσεις. Η εγκατάλειψη του σώματος με τη δικαιολογία ότι η φύση δεν έδωσε δυνατότητες σε αυτόν τον τομέα ισοδυναμεί με εγκατάλειψη του εαυτού στο όνομα της μοίρας. Αν πράγματι η φύση δεν προίκισε με σωματικά προσόντα το συγκεκριμένο άνθρωπο θα έπρεπε να είναι περισσότερο προσεκτικός, ώστε με τον αγώνα του να αναπληρώσει το φυσικό του μειονέκτημα. Οπωσδήποτε δε θα μπορούσε να γίνει πρωταθλητής, αλλά θα μπορούσε να προστατεύσει την υγεία του. Κι αυτή ακριβώς είναι η ευθύνη κάθε ανθρώπου απέναντι στον εαυτό του.
 
Η επίγνωση των φυσικών δυνατοτήτων θα επιφέρει και τις ανάλογες ενέργειες για τη βελτίωση του εαυτού. Εν τέλει το πρόβλημα δεν είναι τα μειονεκτήματα της φύσης που μπορεί να υπάρχουν, αλλά η μη παραδοχή τους (που καταδεικνύει την έλλειψη αυτογνωσίας) ή η παθητική εγκατάλειψη σε αυτά, σαν να πρόκειται για κάτι που δεν αξίζει να αγωνίζεται κανείς.
 
Δε χρειάζεται να είναι κανείς καλύτερος σε όλα. Αυτό που χρειάζεται είναι να ανακαλύψει τον τομέα που πράγματι η φύση του δίνει πλεονέκτημα και να τον καλλιεργήσει στο μέγιστο βαθμό, ώστε να φτάσει στα ανώτερα φυσικά όρια που διαθέτει. Από κει πέρα, σε άλλους τομείς που υστερεί αξίζει να προσπαθήσει, έχοντας πλήρη επίγνωση του μειονεκτήματός του, ώστε να φτάσει σε ένα ικανοποιητικό επίπεδο ολοκληρώνοντας την προσωπικότητά του.
 
Κι αυτός είναι ακόμη ένας λόγος που το σωκρατικό «ουδείς έκων κακός» δεν μπορεί να πείσει. Γιατί εναποθέτοντας την ψυχική δυνατότητα της αρετής στη φύση υπονομεύει τη βούληση που θα επιλέξει ανάμεσα στο καλό και το κακό. Όμως, η βούληση είναι που κινεί την ανθρώπινη δράση κι έχει τέτοια ισχύ, που μπορεί (ως ένα βαθμό) να βελτιώσει ακόμη και τις φυσικές αδυναμίες. Το θέμα είναι πού θα στραφεί από τον κάτοχό της. Κι αυτό δεν κρίνεται δεδομένο από θέση αρχής…
 
Αριστοτέλης, Ηθικά Μεγάλα

Η τέχνη του «τίποτα»

Είναι τόσο δύσκολο λοιπόν το να μην κάνουμε τίποτα; Οι ρυθμοί τρέχουν με την ταχύτητα του φωτός και εμείς καλούμαστε να ακολουθήσουμε και να λάβουμε μέρος σε αυτόν τον αέναο χορό της καθημερινότητας, περιμένοντας και μετρώντας τις μέρες και τις ώρες που μας χωρίζουν από το πολυπόθητο Σαββατοκύριακο.

Όπου όταν επιτέλους αυτό έρθει, εμείς καλούμαστε να συνεχίσουμε να κάνουμε πράγματα γιατί πολύ απλά λέμε στον εαυτό μας: «έχουμε χρόνο…» τον οποίο πρέπει να εκμεταλλευτούμε, να κάνουμε όλες εκείνες τις δουλειές που αφήσαμε για όταν θα «έχουμε χρόνο…», όλες εκείνες τις δουλειές που περιμένουν στην ουρά για να πληρώσουν το πολύτιμο αντίτιμο του δικού μας χρόνου. Χρόνος που αν δεν εκμεταλλευτεί ως το έπακρο με την μεγαλύτερη δυνατή απόδοση από εμάς, έρχεται το βράδυ της Κυριακής που ξαπλώνουμε στο κρεβάτι μας με τη σκέψη πως πέρασε άλλο ένα Σαββατοκύριακο χωρίς να κάνουμε τίποτα ουσιαστικό, πως δεν προλάβαμε πάλι.

Πότε ήταν η τελευταία φορά που δώσαμε στον εαυτό μας το δικαίωμα της παύσης; Ούτε που θυμόμαστε καν. Γιατί απλά, το να μην κάνουμε τίποτα, είναι χάσιμο χρόνου.

Πολλοί έχουμε δώσει όνομα σε αυτό το τίποτα που διεκδικεί μια θέση στην καθημερινή μας ρουτίνα. Το ονομάζουνε διαλογισμό, μεσημεριανή σιέστα η ακόμα και τεμπελιά με όλα τα ενοχικά συναισθήματα που συνοδεύουν αυτό τον προσδιορισμό.

Το να καθόμαστε χωρίς να κάνουμε τίποτα από πολλούς θεωρείται κακός οιωνός, μας ρωτούν αν μας στενοχωρεί ή απασχολεί κάτι ή αν θέλουμε να συζητήσουμε για να βρούμε λύσεις. Να πάρουμε δραστικά μέτρα.

Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός πως έχουμε στερήσει από τους ανθρώπους γύρω μας αλλά πρωτίστως από τον ίδιο μας τον εαυτό το δικαίωμα του «τίποτα». Το δικαίωμα της εσωτερικής ένωσης με τον εαυτό μας. Κάτι που δεν εκφράζεται προς τα έξω με κάποιο τρόπο, χωρίς να υπάρχει σε αυτήν την ενέργεια κάποιο ορατό αποτέλεσμα ώστε να πούμε: «ορίστε, έκανα αυτό… ή πραγματοποίησα το τάδε….». Το «τίποτα» λοιπόν, δεν μας επιτρέπεται και είναι αυτό που γεμίζει ενοχές και άγχος την ψυχή και το νου μας.

Πολλές φορές συναντάμε την έννοια «αυτογνωσία», η οποία ουσιαστικά αφορά την γνωριμία με τον εαυτό και την ακρόαση των εσωτερικών διαλόγων που πραγματοποιούμε καθημερινά. Κρίνουμε τις σκέψεις, τα συναισθήματα και την συμπεριφορά μας βλέποντας τον εαυτό μας με τα μάτια ενός άλλου, διαφοροποιημένοι από αυτόν.

Τι γίνεται όμως όταν δεν ακούμε τους εσωτερικούς μας διαλόγους επειδή δεν υπάρχει χρόνος; Δημιουργούνται εσωτερικές διαμάχες και αυτό αποδεικνύει πως δεν είμαστε σε θέση να αποδεχτούμε τον εαυτό μας και να καταλάβουμε πως αυτός ο εσωτερικός διάλογος επηρεάζει όλες τις εκφάνσεις της ζωής μας.

Όταν επιτρέπουμε στον εαυτό μας να μην κάνει τίποτα, είναι σαν να αφουγκραζόμαστε την εσωτερική μας φωνή, τα ένστικτά μας, που τόσο πολύ έχουμε χάσει σήμερα. Είναι σαν να επιτρέπουμε σε ένα αγαπημένο μας πρόσωπο να μας μιλήσει, να ακούσουμε τους προβληματισμούς και τα «θέλω» του. Να του επιτρέψουμε να μας εμπιστευθεί, κάτι που έχουμε χάσει στη σχέση μας με τον εαυτό.

Η τέχνη του «τίποτα» λοιπόν, δεν διδάσκεται από κάποια σχολή καθώς επίσης δεν υπάρχει και κάποιο πτυχίο που να επιβεβαιώνει το πόσο την κατέχουμε. Την τέχνη του «τίποτα» τη φέρουμε μέσα μας από πολύ παλιά.

Το να ακούμε το «μέσα» μας είναι τέχνη που τη γνωρίζουμε από τότε που πατήσαμε για πρώτη φορά το πόδι μας σε αυτόν τον πλανήτη⋅ σκοπός είναι να θυμηθούμε. Να θυμηθούμε το πώς να ακούμε τον εαυτό μας και το πώς να τον εμπιστευόμαστε, να θυμηθούμε πώς να ησυχάζουμε όλον αυτόν τον θόρυβο που επικρατεί μέσα μας και γύρω μας. Να θυμηθούμε πώς το κελάηδισμα των πουλιών και το κελαρυστό νερό, δεν ακούγεται στις μεγαλουπόλεις.

Αν δεν διεκδικήσεις κάτι, είναι πολύ πιθανό να μην το πάρεις

Διεκδίκησε αυτό που θες. Αυτό που σε παθιάζει. Αυτό που σε φτιάχνει. Με κάθε τρόπο. Καλύτερα να διεκδικείς ακόμα και με λάθος τρόπο παρά να περιμένεις κλεισμένος στο καβούκι της αμφιβολίας, στη φυλακή του φόβου της αποτυχίας ή της απόρριψης. Γιατί αν δεν διεκδικήσεις. είναι πολύ πιθανό και να μην το πάρεις.

Τα σημαντικά και τα πολύ αξιόλογα δεν χαρίζονται, κερδίζονται! Με κόπο, με τρόπο, με επιμονή, με προσπάθεια, συχνά ακόμα και με κίνδυνο. Χρησιμοποίησε όλες τις ικανότητές σου, ξεπέρνα τον εαυτό σου αν χρειαστεί, δείξε τη δύναμη σου και την επιθυμία σου και οι πιθανότητες να μην τα καταφέρεις θα ελαχιστοποιηθούν.

Γίνε οδοστρωτήρας και φτιάξε το δρόμο προς το στόχο σου αν δεν υπάρχει ήδη. Κι αν υπάρχει δρόμος, δες τα εμπόδια ως ασκήσεις προπόνησης και ενδυνάμωσης και τίποτα παραπάνω.

Διεκδίκησε ως δικαιούχος, όχι ως ικέτης. Μην παρακαλάς αλλά και μην τα παρατάς. Βάλε πάθος στον πόθο σου και ακόμα και αν δεν τα καταφέρεις θα έχεις πάρει πολύτιμα μαθήματα για την επόμενη φορά, την επόμενη προσπάθεια, το επόμενο βήμα στο ταξίδι των εμπειριών της ζωής.

Αν δεν σου αρέσει όλο αυτό, ζήσε τη ήσυχη ζωούλα σου σε μία απόμερη γωνιά και άσε να διεκδικήσουν και να σου πάρουν αυτά που θέλεις άλλοι, ίσως λιγότερο ικανοί ή αξιόλογοι από σένα, αλλά πιο παθιασμένοι και αποφασισμένοι.

Αλλά μετά μην κατηγορείς αυτούς, την κοινωνία, τις καταστάσεις, τα αντικείμενα ή τα πρόσωπα του πόθου σου που δεν έγιναν δικά σου. Ζήσε με πόθο, διεκδίκησε με πάθος, κάνε τη ζωή σου ενδιαφέρουσα και συναρπαστική.

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ: Ἠθικὰ Νικομάχεια (1136a-1136b)

[IX] Ἀπορήσειε δ᾽ ἄν τις, εἰ ἱκανῶς διώρισται περὶ τοῦ ἀδικεῖσθαι καὶ ἀδικεῖν, πρῶτον μὲν εἰ ἔστιν ὥσπερ Εὐριπίδης εἴρηκε, λέγων ἀτόπως

-μητέρα κατέκταν τὴν ἐμήν, βραχὺς λόγος.
-ἑκὼν ἑκοῦσαν, ἢ ‹οὐχ› ἑκοῦσαν οὐχ ἑκών;

 πότερον γὰρ ὡς ἀληθῶς ἔστιν ἑκόντα ἀδικεῖσθαι, ἢ οὒ ἀλλ᾽ ἀκούσιον ἅπαν, ὥσπερ καὶ τὸ ἀδικεῖν πᾶν ἑκούσιον; καὶ ἆρα πᾶν οὕτως ἢ ἐκείνως, [ὥσπερ καὶ τὸ ἀδικεῖν πᾶν ἑκούσιον,] ἢ τὸ μὲν ἑκούσιον τὸ δ᾽ ἀκούσιον; ὁμοίως δὲ καὶ ἐπὶ τοῦ δικαιοῦσθαι· τὸ γὰρ δικαιοπραγεῖν πᾶν ἑκούσιον· ὥστ᾽ εὔλογον ἀντικεῖσθαι ὁμοίως καθ᾽ ἑκάτερον, τό τ᾽ ἀδικεῖσθαι καὶ δικαιοῦσθαι ἢ ἑκούσιον ἢ ἀκούσιον εἶναι. ἄτοπον δ᾽ ἂν δόξειε καὶ ἐπὶ τοῦ δικαιοῦσθαι, εἰ πᾶν ἑκούσιον· ἔνιοι γὰρ δικαιοῦνται οὐχ ἑκόντες. ἔπειτα καὶ τόδε διαπορήσειεν ἄν τις, πότερον ὁ τὸ ἄδικον πεπονθὼς ἀδικεῖται πᾶς, ἢ ὥσπερ καὶ ἐπὶ τοῦ πράττειν, καὶ ἐπὶ τοῦ πάσχειν ἐστίν· κατὰ συμβεβηκὸς γὰρ ἐνδέχεται ἐπ᾽ ἀμφοτέρων μεταλαμβάνειν τῶν δικαίων· ὁμοίως δὲ δῆλον ὅτι καὶ ἐπὶ τῶν ἀδίκων· οὐ γὰρ ταὐτὸν τὸ τἄδικα πράττειν τῷ ἀδικεῖν οὐδὲ τὸ ἄδικα πάσχειν τῷ ἀδικεῖσθαι· ὁμοίως δὲ καὶ ἐπὶ τοῦ δικαιοπραγεῖν καὶ δικαιοῦσθαι· ἀδύνατον γὰρ ἀδικεῖσθαι μὴ ἀδικοῦντος ἢ δικαιοῦσθαι μὴ δικαιοπραγοῦντος. εἰ δ᾽ ἐστὶν ἁπλῶς τὸ ἀδικεῖν τὸ βλάπτειν ἑκόντα τινά, τὸ δ᾽ ἑκόντα εἰδότα καὶ ὃν καὶ ᾧ καὶ ὥς, ὁ δ᾽ ἀκρατὴς ἑκὼν βλάπτει αὐτὸς αὑτόν, ἑκών τ᾽ ἂν ἀδικοῖτο κἂν ἐνδέχοιτο αὐτὸς αὑτὸν ἀδικεῖν. ἔστι δὲ καὶ τοῦτο ἓν τῶν

[1136b] ἀπορουμένων, εἰ ἐνδέχεται αὐτὸν αὑτὸν ἀδικεῖν. ἔτι ἑκὼν ἄν τις ἀδικεῖσθαι. ἢ οὐκ ὀρθὸς ὁ διορισμός, ἀλλὰ προσθετέον τῷ βλάπτειν εἰδότα καὶ ὃν καὶ ᾧ καὶ ὣς τὸ παρὰ τὴν ἐκείνου βούλησιν; βλάπτεται μὲν οὖν τις ἑκὼν καὶ τἄδικα πάσχει, ἀδικεῖται δ᾽ οὐδεὶς ἑκών· οὐδεὶς γὰρ βούλεται, οὐδ᾽ ὁ ἀκρατής, ἀλλὰ παρὰ τὴν βούλησιν πράττει· οὔτε γὰρ βούλεται οὐδεὶς ὃ μὴ οἴεται εἶναι σπουδαῖον, ὅ τε ἀκρατὴς οὐχ ἃ οἴεται δεῖν πράττειν πράττει. ὁ δὲ τὰ αὑτοῦ διδούς, ὥσπερ Ὅμηρός φησι δοῦναι τὸν Γλαῦκον τῷ Διομήδει «χρύσεα χαλκείων, ἑκατόμβοι᾽ ἐννεαβοίων,» οὐκ ἀδικεῖται· ἐπ᾽ αὐτῷ γάρ ἐστι τὸ διδόναι, τὸ δ᾽ ἀδικεῖσθαι οὐκ ἐπ᾽ αὐτῷ, ἀλλὰ τὸν ἀδικοῦντα δεῖ ὑπάρχειν. περὶ μὲν οὖν τοῦ ἀδικεῖσθαι, ὅτι οὐχ ἑκούσιον, δῆλον.

***
[9] Αν δεχτούμε ότι πετύχαμε να προσδιορίσουμε με τρόπο ικανοποιητικό όσα σχετίζονται με τα θέματα «αδικούμαι» και «αδικώ», μπορεί κανείς να ρωτήσει αν τα πράγματα είναι όπως τα έθεσε ο Ευριπίδης, όταν έλεγε τα εξής παράδοξα:

 —Σκότωσα τη μάνα μου, σύντομος και κοφτός ο λόγος μου.
—Το θέλατε κι οι δυο σας; Ή μήπως άθελα κι οι δυο σας;

Αλήθεια, μπορεί κανείς να αδικείται με τη θέλησή του, ή μήπως όχι, αλλά πάντοτε αδικείται χωρίς τη θέλησή του, όπως το να αδικεί είναι κάτι που κανείς το κάνει πάντοτε με τη θέλησή του; Και ισχύει άραγε σε όλες τις περιπτώσεις μόνο το δεύτερο ή μόνο το πρώτο, ή μήπως το να αδικείται κανείς είναι σε άλλες περιπτώσεις εκούσιο και σε άλλες ακούσιο; Το ίδιο και στην περίπτωση που κανείς έχει δίκαιη μεταχείριση· το να πράττει κανείς το δίκαιο είναι πάντοτε εκούσιο· θα μπορούσαμε, επομένως, εύλογα να δεχτούμε ότι και στις δύο περιπτώσεις αναγνωρίζει κανείς εδώ μια παρόμοια αντίθεση: το να αδικείται κανείς και το να έχει δίκαιη μεταχείριση είναι κάτι το εκούσιο ή κάτι το ακούσιο. Και όμως θα φαινόταν παράδοξο να ήταν πάντοτε εκούσιο και το να έχει κανείς δίκαιη μεταχείριση· γιατί κάποιοι έχουν τη δίκαιη μεταχείριση και χωρίς τη θέλησή τους. Άλλωστε θα μπορούσε κανείς να θέσει και το ερώτημα: Άραγε αυτός που υπέστη μια αδικία υφίσταται πάντοτε αδικία, ή μήπως αυτό που συμβαίνει στην περίπτωση «κάνω αδικία» συμβαίνει και στην περίπτωση «υφίσταμαι αδικία»; Και στις δύο δηλαδή περιπτώσεις είναι ενδεχόμενο η δίκαιη πράξη να γίνεται συμπτωματικά, όπως επίσης —το πράγμα είναι ολοφάνερο— και η αδικία· γιατί το να κάνει κανείς άδικες πράξεις δεν είναι το ίδιο με το να είναι άδικος, ούτε και το να υφίσταται αδικίες είναι ίδιο με το να αδικείται· παρόμοια και στην περίπτωση «κάνει κανείς δίκαιες πράξεις» και «έχει κανείς δίκαιη μεταχείριση»· είναι, πράγματι, αδύνατο να υποστεί κανείς αδικία, αν δεν υπάρχει αυτός που θα την κάνει, ή να έχει δίκαιη μεταχείριση, αν δεν υπάρχει αυτός που θα κάνει τη δίκαιη πράξη.

Αν όμως «αδικώ» θα πει γενικά «βλάπτω κάποιον με τη θέλησή μου», και «με τη θέλησή μου» θα πει «γνωρίζοντας και αυτόν που βλάπτω και με τί τον βλάπτω και πώς τον βλάπτω», και αν ο ακρατής άνθρωπος βλάπτει με τη θέλησή του ο ίδιος τον εαυτό του, τότε θα μπορούσε κανείς να πει ότι ο ακρατής άνθρωπος αδικείται με τη θέλησή του και, ακόμη, ότι είναι δυνατό να αδικεί ο ίδιος τον εαυτό του — είναι και αυτό ένα

[1136b] από τα ερωτήματα που τίθενται, αν δηλαδή μπορεί κανείς να αδικεί ο ίδιος τον εαυτό του. Επίσης: Θα μπορούσε κανείς να βλαφτεί με τη θέλησή του, λόγω ακρασίας, από κάποιον άλλον που ενεργεί με τη θέλησή του, έτσι ώστε να μπορούμε να πούμε ότι ο άνθρωπος αυτός αδικείται με τη θέλησή του. Μήπως όμως ο ορισμός μας δεν είναι σωστός και πρέπει να συμπληρώσουμε τη φράση μας «βλάπτει κανείς ξέροντας και ποιόν βλάπτει και με τί τον βλάπτει και πώς τον βλάπτει» με την προσθήκη «παρά τη θέληση του βλαπτόμενου»;

Συμπέρασμα: Βλάπτεται κανείς με τη θέλησή του και υπομένει αδικίες με τη θέλησή του, κανένας όμως δεν αδικείται με τη θέλησή του· γιατί κανένας δεν θέλει να αδικείται, ούτε και ο ακρατής, που απλώς ενεργεί αντίθετα με τη θέλησή του· γιατί κανένας δεν επιθυμεί πράγματα για τα οποία είναι βέβαιος ότι δεν είναι καλά, ο ακρατής όμως άνθρωπος δεν κάνει αυτά που κατάβάθος πιστεύει ότι θα έπρεπε να κάνει. Ο άνθρωπος, από την άλλη, που χαρίζει τα δικά του πράγματα σε κάποιον άλλον (όπως λέει και ο Όμηρος για τον Γλαύκο ότι άλλαξε τα όπλα του με τα όπλα του Διομήδη χρυσά με χάλκινα, αξίας εκατό βοδιών με εννιά βοδιών αξίας) δεν αδικείται· γιατί είναι στο δικό του χέρι να τα δώσει ή να μη τα δώσει, το να αδικείται όμως δεν είναι κάτι που εξαρτάται από αυτόν: πρέπει να υπάρξει αυτός που θα κάνει την αδικία.

Έγινε λοιπόν φανερό ότι δεν αδικείται κανείς με τη θέλησή του.