Σάββατο, 28 Σεπτεμβρίου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Πλοῦτος (726-770)

ΓΥ. ὡς φιλόπολίς τίς ἐσθ᾽ ὁ δαίμων καὶ σοφός.
ΚΑ. μετὰ τοῦτο τῷ Πλούτῳ ᾽τι παρεκαθέζετο,
καὶ πρῶτα μὲν δὴ τῆς κεφαλῆς ἐφήψατο,
ἔπειτα καθαρὸν ἡμιτύβιον λαβὼν
730 τὰ βλέφαρα περιέψησεν. ἡ Πανάκεια δὲ
κατεπέτασ᾽ αὐτοῦ τὴν κεφαλὴν φοινικίδι
καὶ πᾶν τὸ πρόσωπον· εἶθ᾽ ὁ θεὸς ἐπόππυσεν.
ἐξῃξάτην οὖν δύο δράκοντ᾽ ἐκ τοῦ νεὼ
ὑπερφυεῖ τὸ μέγεθος. ΓΥ. ὦ φίλοι θεοί.
735 ΚΑ. τούτω δ᾽ ὑπὸ τὴν φοινικίδ᾽ ὑποδύνθ᾽ ἡσυχῇ
τὰ βλέφαρα περιέλειχον, ὥς γέ μοὐδόκει·
καὶ πρίν σε κοτύλας ἐκπιεῖν οἴνου δέκα,
ὁ Πλοῦτος, ὦ δέσποιν᾽, ἀνειστήκει βλέπων·
ἐγὼ δὲ τὼ χεῖρ᾽ ἀνεκρότησ᾽ ὑφ᾽ ἡδονῆς
740 τὸν δεσπότην τ᾽ ἤγειρον. ὁ θεὸς δ᾽ εὐθέως
ἠφάνισεν αὐτὸν οἵ τ᾽ ὄφεις εἰς τὸν νεών.
οἱ δ᾽ ἐγκατακείμενοι παρ᾽ αὐτῷ πῶς δοκεῖς
τὸν Πλοῦτον ἠσπάζοντο καὶ τὴν νύχθ᾽ ὅλην
ἐγρηγόρεσαν, ἕως διέλαμψεν ἡμέρα.
745 ἐγὼ δ᾽ ἐπῄνουν τὸν θεὸν πάνυ σφόδρα,
ὅτι βλέπειν ἐπόησε τὸν Πλοῦτον ταχύ,
τὸν δὲ Νεοκλείδην μᾶλλον ἐπόησεν τυφλόν.
ΓΥ. ὅσην ἔχεις τὴν δύναμιν, ὦναξ δέσποτα.
ἀτὰρ φράσον μοι, ποῦ ᾽σθ᾽ ὁ Πλοῦτος; ΚΑ. ἔρχεται.
750 ἀλλ᾽ ἦν περὶ αὐτὸν ὄχλος ὑπερφυὴς ὅσος.
οἱ γὰρ δίκαιοι πρότερον ὄντες καὶ βίον
ἔχοντες ὀλίγον αὐτὸν ἠσπάζοντο καὶ
ἐδεξιοῦνθ᾽ ἅπαντες ὑπὸ τῆς ἡδονῆς·
ὅσοι δ᾽ ἐπλούτουν οὐσίαν τ᾽ εἶχον συχνὴν
755 οὐκ ἐκ δικαίου τὸν βίον κεκτημένοι,
ὀφρῦς ξυνῆγον ἐσκυθρώπαζόν θ᾽ ἅμα.
οἱ δ᾽ ἠκολούθουν κατόπιν ἐστεφανωμένοι
γελῶντες, εὐφημοῦντες· ἐκτυπεῖτο δὲ
ἐμβὰς γερόντων εὐρύθμοις προβήμασιν.
760 ἀλλ᾽ εἶ᾽, ἁπαξάπαντες ἐξ ἑνὸς λόγου
ὀρχεῖσθε καὶ σκιρτᾶτε καὶ χορεύετε·
οὐδεὶς γὰρ ὑμῖν εἰσιοῦσιν ἀγγελεῖ,
ὡς ἄλφιτ᾽ οὐκ ἔνεστιν ἐν τῷ θυλάκῳ.
ΓΥ. νὴ τὴν Ἑκάτην, κἀγὼ δ᾽ ἀναδῆσαι βούλομαι
765 εὐαγγέλιά σε κριβανιτῶν ὁρμαθῷ
τοιαῦτ᾽ ἀπαγγείλαντα. ΚΑ. μή νυν μέλλ᾽ ἔτι,
ὡς ἅνδρες ἐγγύς εἰσιν ἤδη τῶν θυρῶν.
ΓΥ. φέρε νυν, ἰοῦσ᾽ εἴσω κομίσω καταχύσματα
ὥσπερ νεωνήτοισιν ὀφθαλμοῖς ἐγώ.
770 ΚΑ. ἐγὼ δ᾽ ἀπαντῆσαί γ᾽ ἐκείνοις βούλομαι.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ - ΚΑΡΠΟΣ

ΚΑΡΠΟΣ
(φυτό, καρπός των αγρών)
 
Ο Κάρπος, γιος του Ζέφυρου και μιας Ώρας, συνδεόταν με θερμό έρωτα με τον Κάλαμο, γιο του ποτάμιου θεού Μαιάνδρου.
 
Πνίγηκε μια φορά που λουζόταν στον ποταμό Μαίανδρο και συναγωνιζόταν με τον Κάλαμο στο κολύμπι.
 
Ο Κάλαμος στέγνωσε από την πίκρα του και μεταμορφώθηκε σε καλάμι της ακροποταμιάς, ενώ ο Κάρπος σε καρπό των αγρών που πεθαίνει και ξαναγεννιέται κάθε χρόνο.

Είμαστε συνειδητοί;

Κάποιες φορές γίνομαι επιθετικός… το τι ονομάζει ο καθένας «επιθετικότητα» είναι επίσης ένα υποκειμενικό θέμα. Αλλά ναι, ας το πάρουμε ως αληθινό…. Κάποιες φορές γίνομαι επιθετικός!

Το θέμα είναι ότι μπορώ να γίνω ό,τι θέλω, φτάνει να είναι συνειδητό! Όμως, ΚΑΙ αυτό χωράει πολλές παρερμηνείες. Τι σημαίνει να είναι κάτι «συνειδητό»; Να γνωρίζω ότι το κάνω; Όχι βέβαια, οι περισσότεροι από μας γνωρίζουν ακριβώς τι κάνουν όταν το κάνουν.

Γνωρίζουμε όταν φωνάζουμε, όταν είμαστε τρυφεροί, όταν θυμώνουμε, όταν αγωνιούμε κλπ. Τα ξέρουμε αυτά, τα αντιλαμβανόμαστε. Ξέρουμε ακριβώς και τι λέμε και τι κάνουμε… άσχετα αν επικαλούμαστε το γνωστό «δεν ήξερα τι έκανα». Αλλά αυτό δεν σημαίνει και ότι είμαστε συνειδητοί!

Το να είμαστε συνειδητοί ή όχι, περιλαμβάνει πολλές περισσότερες λειτουργίες παρά μόνο τον «εντοπισμό» της αντίδρασής μας ή της οποιασδήποτε δράσης. Είναι μια σύνθεση πολλών εσωτερικών διεργασιών που περιλαμβάνουν εσωτερικό διάλογο με τον εαυτό μας, αμφισβήτηση των προγραμματισμών, των απόψεων και πεποιθήσεών μας, αναγνώριση των πραγματικών αναγκών και προθέσεών μας, αναγνώριση όλων των μερών (εγώ) μας. Είναι μια σύνθετη διεργασία που παραβλέπει το γραμμικό χρόνο, που αντλεί πληροφορίες από πολλά επίπεδα, που αναγνωρίζει τον (οποιονδήποτε) Άλλον, ως ισότιμο και σεβαστό μέρος της πραγματικότητάς μας.

Μετά απ’ όλα αυτά, που φυσικά γίνονται κατανοητά μόνο βιωματικά, το να ΕΙΣΑΙ ό,τι θέλεις να είσαι, περιλαμβάνει επίσης πολλά, και όχι το συνηθισμένο απλό «το κάνω γιατί απλά μπορώ». Φυσικά και μπορείς… το θέμα είναι τι επιλέγεις και γιατί! Αν οι ρόλοι, οι προθέσεις σου, οι ανάγκες σου, οι Άλλοι είναι φανερά σε σένα, τότε, αυτό που θέλεις και είσαι, είναι συνειδητό!

Συνειδητό σημαίνει και σωστό; Και ναι και όχι…

Η έννοια του «σωστού» και του «λάθους» είναι βεβαρυμμένη με άπειρες φιλοσοφικές θεωρίες, θρησκευτικές και «πνευματικές» πεποιθήσεις, που πλέον δεν έχει κανένα νόημα, πέραν από αυτό που εμείς του δίνουμε κάθε φορά… είτε απελευθερώνοντας είτε περιορίζοντας τη βούλησή μας.

Και ο αόρατος κριτής μας, καραδοκεί… παίζοντάς μας (και τους άλλους στα θέατρα της ζωής μας) σαν μπαλάκι του πιγκ πογκ, πέρα δόθε...

Ισοκράτης: Ο μορφωμένος άνθρωπος

Έχετε συναντήσει ποτέ κάποιον άνθρωπο, που, ενώ είναι κορυφή στο επάγγελμά του, σε μία συνηθισμένη συζήτηση ξεστομίζει ανοησίες;

Που δεν μπορεί να κατανοήσει απλά, καθημερινά ζητήματα και η προσωπική του ζωή είναι ακατάστατη και θλιβερή;

Γιατί συμβαίνει αυτό; Γιατί ένας μορφωμένος άνθρωπος με υψηλή νοημοσύνη, που διαπρέπει σε δύσκολα επιστημονικά πεδία, στα μικρά, καθημερινά τα κάνει μαντάρα;

Αυτά τα ερωτήματα δεν είναι καινούργια. Ήδη από την αρχαιότητα οι φιλόσοφοι προσπάθησαν να εξηγήσουν αυτό το παράδοξο και μία πολύ ικανοποιητική εξήγηση έδωσε ο Ισοκράτης, ο σπουδαίος δάσκαλος του 4ου αι. π.κ.ε. Μία εξήγηση τόσο απλή, που αναρωτιέται κανείς γιατί δεν της δώσαμε τη σημασία που της αξίζει.

Ο Παναθηναϊκός λόγος

Τον λόγο αυτό τον έγραψε ο Ισοκράτης σε ηλικία 94 ετών, με στόχο να κάνει έναν απολογισμό του έργου του και να απαντήσει στους επικριτές του, που τον κατηγορούσαν για δογματισμό και αδιαλλαξία, καθώς ο Ισοκράτης ήταν απόλυτος στις απόψεις του. Στον πρόλογο αυτού του έργου, παρουσιάζει την άποψή του για τον πραγματικά μορφωμένο άνθρωπο, μία άποψη που, ούτε τότε ούτε σήμερα μπορεί κανείς εύκολα να δεχτεί εύκολα.

Η σκέψη πάνω στην οποία βασίζει τα συμπεράσματά του ο Ισοκράτης είναι η εξής: πολλοί άνθρωποι που έχουν φτάσει σε ώριμη ηλικία και έχουν τελειοποιηθεί στη Γεωμετρία ή κάποια άλλη επιστήμη, ή κάποιο άλλο εξειδικευμένο πεδίο και μάλιστα διδάσκουν και άλλους, στα καθημερινά ζητήματα της ζωής αποδεικνύονται πιο ανόητοι από τους μαθητές τους.

Για να μπορούν, λοιπόν, να θεωρηθούν στ’ αλήθεια μορφωμένοι θα πρέπει πια σε αυτή την ηλικία:

να έχουν την οξυδέρκεια να ερμηνεύουν σωστά τις περιστάσεις και να επωφελούνται από αυτές.

να είναι αξιοπρεπείς, δίκαιοι και ανεκτικοί με τους ενοχλητικούς ανθρώπους. Να φέρονται με καλοσύνη και πραότητα στους φίλους τους.

να συγκρατούν τις παρορμήσεις τους και να διαχειρίζονται γενναία τις συμφορές.

να μην αφήνουν τις ευτυχείς συγκυρίες να τους διαφθείρουν. Να μην χαίρονται περισσότερο με όσα κέρδισαν κατά τύχη απ’ όσο χαίρονται με όσα κέρδισαν με τον κόπο και την ορθή τους σκέψη.

Αυτόν που συνδυάζει όλα τα παραπάνω θεωρεί ο Ισοκράτης μορφωμένο άνθρωπο. Τον άνθρωπο που σκέφτεται συνετά και μετρημένα, ώστε να αναγνωρίζει το συμφέρον του και το επιδιώκει, χωρίς να περιφρονεί τους άλλους γύρω του.

Πώς γίνεται

Για να αποκτήσουμε την πρακτική σοφία που περιγράφει ο Ισοκράτης, ο μόνος τρόπος είναι η διδασκαλία της ρητορικής. Η ρητορική τέχνη διδάσκει πώς να χρησιμοποιούμε τον λόγο με τέτοιον τρόπο, ώστε να κάνουμε τις θέσεις μας κατανοητές και να πείθουμε τους ακροατές μας για την ορθότητά τους. Ο Ισοκράτης ισχυρίζεται πως, όποιος κατακτήσει αυτό το ταλέντο, αποκτά εκείνες τις ιδιότητες που χαρακτηρίζουν τον μορφωμένο άνθρωπο, εκείνον που μπορεί να επιτύχει στη ζωή του περισσότερα από κάθε άλλον.

Το φαινόμενο της ψευδούς συναίνεσης και πώς παραμορφώνει τη σκέψη μας

Έχετε παραξενευτεί ποτέ επειδή έτυχε κάποιος να μην συμφωνεί μαζί σας ενώ εσείς πιστεύατε ότι θα συμφωνούσε; Τότε, είναι πολύ πιθανό να αντιμετωπίζετε το φαινόμενο της ψευδούς συναίνεσης.

Τι είναι το φαινόμενο της ψευδούς συναίνεσης;

Η ψευδής συναίνεση αποτελεί μια γνωστική προκατάληψη η οποία οδηγεί το άτομο σε υπερεκτίμηση της ορθότητας των απόψεων, των πεποιθήσεων, των αξιών και των προτιμήσεών του. Αυτό σημαίνει ότι το άτομο πιστεύει ότι οι άλλοι άνθρωποι συμφωνούν με αυτά που ο ίδιος πιστεύει ή πρεσβεύει.

Στην πραγματικότητα, όμως, δεν ισχύει κάτι τέτοιο.

Η ψευδής συναίνεση έχει τη δύναμη να αυξήσει ή να μειώσει την αυτοεκτίμηση, την υπερβολική εμπιστοσύνη ή την πεποίθηση του ατόμου ότι οι άλλοι ασπάζονται την δική του άποψη. Αυτό το φαινόμενο μας οδηγεί στο να πιστεύουμε ότι οι άλλοι αισθάνονται με τον ίδιο τρόπο που νιώθουμε κι εμείς, ενώ όταν διαπιστώσουμε ότι αυτό δεν ισχύει, διαταράσσεται το σύστημα των αντιλήψεών μας.

Μελέτες δείχνουν ότι οι πολίτες πιστεύουν συχνά ότι οι πολιτικοί υποψήφιοι που προτιμούν, προτιμούνται επίσης από την πλειοψηφία του πληθυσμού. Επιπλέον, άνθρωποι με ρατσιστικές απόψεις συχνά πιστεύουν ότι αυτές οι απόψεις ισχύουν και για τους υπόλοιπους ανθρώπους που παρουσιάζουν κοινά χαρακτηριστικά με τους ίδιους.

Παρόμοιες μελέτες δείχνουν ότι η εσφαλμένη συναινετική προκατάληψη μπορεί να εμφανιστεί σε ένα ευρύ φάσμα καταστάσεων και να ποικίλλει ανάλογα με τη σοβαρότητά τους. Αυτή η υπερεκτίμηση μπορεί να είναι άλλοτε θετική και άλλοτε αρνητική.

Από πού προέρχεται η ψευδής συναίνεση;

Η ψευδής συναίνεση προέρχεται από την ανάγκη μας να τηρούμε τους κανόνες ώστε να είμαστε αποδεκτοί από τους άλλους μέσα στο ίδιο περιβάλλον. Για παράδειγμα, τα μέλη μιας ομάδας επιζητούν τη συναίνεση και σπανίως έρχονται σε επαφή με όσους διαφωνούν. Εκείνοι που ανήκουν στην ομάδα τείνουν να συμμορφώνονται με τους υπόλοιπους ή να προσπαθούν να συμμορφωθούν με αυτό που θεωρούν ότι είναι αποδεκτό από τους πολλούς. Αυτό ενισχύει την ψευδή συναίνεση. Όταν τα άτομα αυτά συναντούν κάποιον που σκέφτεται διαφορετικά ή παρουσιάζει στοιχεία ενάντια στα πιστεύω τους, τείνουν να τον απορρίπτουν.

Γιατί συμβαίνει αυτό;

Όταν προσπαθούμε να πάρουμε μια απόφαση ή να εκτιμήσουμε πόσο πιθανό είναι να συμβεί κάτι, θεωρούμε ως σωστή την πεποίθηση που μας έρχεται αρχικά στο νου. Όταν εξετάζουμε την πεποίθηση αυτή, ανατρέχουμε σε όσους βρίσκονται πιο κοντά σε εμάς, όπως οι φίλοι και η οικογένεια. Αυτοί οι άνθρωποι τείνουν να μοιάζουν ή να έχουν τις ίδιες πεποιθήσεις με εμάς.

Αυτό μας οδηγεί στο να πιστεύουμε ότι οι άλλοι θα σκέφτονται και θα αισθάνονται με τον ίδιο τρόπο. Επειδή γνωρίζουμε περισσότερο τις δικές μας πεποιθήσεις από των άλλων, νιώθουμε πιο άνετα όταν συναντάμε κάποιον που συμμερίζεται τις ίδιες απόψεις με εμάς. Είναι φυσιολογικό να μας έλκουν παραπάνω οι όμοιοί μας.

Επιπλέον, πιστεύοντας ότι οι άλλοι συμφωνούν μαζί μας, ενισχύεται παράλληλα κι η αυτοεκτίμησή μας. Είμαστε «προγραμματισμένοι» να πιστεύουμε ότι οι άλλοι θα συμφωνήσουν μαζί μας παρά ότι θα διαφωνήσουν. Έτσι, τείνουμε να εστιάζουμε την προσοχή μας σε όσους συμπορεύονται με εμάς.

Αυτό μας ενθαρρύνει να προβάλλουμε τις σκέψεις και τις πεποιθήσεις μας σε άλλους. Βασιζόμαστε στις πληροφορίες που είναι περισσότερο διαθέσιμες σε εμάς και διαμορφώνουμε τις ανάλογες πεποιθήσεις. Υποθέτουμε, λοιπόν, ότι οι άλλοι διαβάζουν τις ίδιες πληροφορίες και σχηματίζουν τις ίδιες απόψεις.

Τι επηρεάζει αυτή τη γνωστική προκατάληψη;

Υπάρχουν διάφοροι παράγοντες που μπορούν να επηρεάσουν την ψευδή συναίνεση. Υπάρχουν κάποιες καταστάσεις στις οποίες η (ψευδής) πεποίθησή μας για συναίνεση θα είναι ισχυρότερη από ότι σε άλλες.

Εάν θεωρούμε ότι η γνώμη μας για ένα συγκεκριμένο θέμα είναι εμπεριστατωμένη, είναι πιο πιθανό να πιστεύουμε ότι οι άλλοι θα συμφωνήσουν μαζί μας. Εάν είμαστε απόλυτα πεπεισμένοι για κάτι, είναι πιθανότερο να πιστεύουμε ότι οι άλλοι αισθάνονται με τον ίδιο τρόπο. Επιπλέον, όσο περισσότεροι είναι οι υποστηρικτές μας, τόσο περισσότερο θα είμαστε πεπεισμένοι ότι οι άλλοι συμφωνούν με τη γνώμη μας.

Πώς να καταπολεμήσετε το φαινόμενο της ψευδούς συναίνεσης

Αν κατανοήσετε από πού προέρχεται αυτή η προκατάληψη, θα είστε σε θέση να μειώσετε την επιρροή που σας ασκεί στον τρόπο σκέψης μας.

• Αποδεχθείτε ότι οι άλλοι μπορεί να μην συμφωνούν μαζί σας. Μπορεί να έχουν πληροφορίες ή γνώσεις που εσείς δεν έχετε, οπότε να είστε ανοιχτοί. Να λαμβάνετε πάντα υπόψη σας άλλες απόψεις και πληροφορίες κατά τη διαμόρφωση της δικής σας άποψης και να εξετάζετε ποια μπορεί να είναι τα αδύναμα σημεία στο δικό σας σκεπτικό.

• Επικεντρωθείτε στους εσωτερικούς λόγους της πεποίθησής σας και τι μπορεί να επηρεάζει τη διαδικασία σκέψης σας ώστε να έχετε την πεποίθηση αυτή. Προσπαθήστε να απομακρυνθείτε από τους παράγοντες που παίρνουν μέρος κατά την λήψη της απόφασή σας και εξετάστε νέα στοιχεία από διαφορετικές πηγές για να αποκτήσετε μια σφαιρική οπτική.

Η ψευδής προκατάληψη της συναίνεσης μπορεί να μας κάνει υπερβολικά σίγουρους σε κάποιες καταστάσεις. Είναι σημαντικό να το ισορροπούμε αυτό, ώστε να μπορούμε να εκτιμήσουμε σωστά τις αντιδράσεις των άλλων. Αν και είναι λογικό να πιστεύουμε ότι οι άνθρωποι θα συμφωνούν μαζί μας σε κάποια πράγματα, είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι είναι εξίσου λογικό και να μην συμφωνήσουν μαζί μας σε ορισμένες περιπτώσεις.

Ξέχασαν να ερωτεύονται δυνατά

Νιώσατε κι εσείς ν’ αγαπάτε χωρίς την αναμενόμενη ανταπόκριση; Νιώσατε να σας κόβουν τα φτερά και το χαμόγελο ενώ ήσασταν γεμάτοι συναίσθημα κι έτοιμοι να δώσετε τα πάντα; Λένε πώς όσοι αγαπούν, δεν φεύγουν. Λένε πώς όσοι αγαπούν κάνουν υπομονή και καταλαβαίνουν.

Πόσοι, όμως, αντέχουν να μένουν και να πληγώνονται συνεχώς από τον ίδιο άνθρωπο που τους απορρίπτει ξανά και ξανά χωρίς καν να το καταλαβαίνει ή να το παραδέχεται. Είναι αυτό μία τοξική σχέση; Είναι έρωτας χωρίς πραγματική ανταπόκριση; Είναι καλύτερα να είσαι στο λίγο ή στο τίποτα, όταν δεν μπορείς να ζήσεις κάτι στο φουλ.

Δεν μιλάμε για καβγάδες. Αυτοί σημαίνει ότι θέλετε και οι δυο. Μιλάμε για την αδιαφορία. Μιλάμε για τη σιωπή. Μιλάμε για απόρριψη. Μιλάμε γι’ αυτό που τη μία είσαι τα πάντα για κάποιον μέσα στα χέρια του και την άλλη δεν είσαι τίποτα. Που στα ξαφνικά τρως ''Χ'' και δεν καταλαβαίνεις πού έφταιξες κι από πού σου ήρθε.

Μιλάμε γι’ αυτό που συμβαίνει όταν νιώθεις άλλα και βιώνεις άλλα. Πολύ μπερδεμένα πράγματα. Το λίγο σε σκοτώνει σιγά σιγά. Το καθόλου θα σε κρατήσει για λίγο νεκρό όμως κάποια στιγμή θα αναστηθείς. Μία on and off όμως κατάσταση μπορεί να σε αρρωστήσει.

Υπάρχουν παραδείγματα για το πώς μπορούν να διώξουν οι άνθρωποι κάποιον που τους αγαπάει. Κι αυτά είναι απλά. Δεν καταλαβαίνουν πόσο τυχεροί είναι που έχουν αυτό τον έρωτα, δεν τους νοιάζει και τόσο αυτός ο έρωτας, δεν είναι έτοιμοι παρόλα όσα νιώθουν να μοιραστούν πράγματα; Ποιος ξέρει; Κάθε περίπτωση μοιάζει αλλά είναι και διαφορετική.

Εκεί η προσδοκία γκρεμοτσακίζεται μπροστά στο τίποτα του άλλου, εκεί χάνεται ο έρωτας, εκεί που το πάθος γίνεται ένα τυπικό μήνυμα “καλά είμαι εσύ”; Εκεί που το “καλημέρα μωρό μου” γίνεται έχω δουλειά θα της στείλω αργότερα. Εκεί που το σεξ δεν ενθουσιάζει πια και αραιώνει. Εκεί που τα “θα πάμε απόψε μια βόλτα”; ή “μπορώ να σε δω λίγο τώρα όπως είσαι δε με νοιάζει” γίνεται ένα ψυχρό καληνύχτα.

Εκεί που σταματάς να προσπαθείς γιατί θεωρείς τον άλλο δεδομένο. Ένα λουλούδι σ’ ένα τραπέζι όταν ανοίγεις την πόρτα μετά από μια κουραστική μέρα, δεν φαντάζεσαι πόσο χαρούμενη θα την κάνει. Ένα απρόοπτο μήνυμα “μωρό μου σε σκέφτομαι, σε θέλω”, δε φαντάζεσαι πόσο καταπληκτικό θα κάνει το σεξ την επόμενη φορά.

Ρωτάς γιατί δεν τα έχεις πια; Κάποιος βαρέθηκε. Κάποιος στην πορεία κουράστηκε. Γιατί μένει λες; Δεν ξέρω την απάντηση. Κανείς δεν ξέρει ούτε ο ίδιος που μένει ενώ δεν είναι μέσα σε αυτή τη σχέση 100%. Κι έρχεται η γκρίνια, η μουρμούρα από τη μια, οι τελευταίες προσπάθειες να βρείτε το κοινό σας γέλιο, τη κοινή σας χαρά, αυτά που σας ένωναν κι έκαναν τη σχέση σας ν’ αξίζει.

Τη σχέση που σας ξεκουράζει κι όπου όλα έβγαιναν τόσο εύκολα κι απλά. Οι κουβέντες, οι αυθόρμητες συζητήσεις, οι έντονοι καβγάδες, το παθιασμένο σεξ. Τίποτα. Ή μάλλον σχεδόν τίποτα. Κι αυτό πονάει περισσότερο.

Ξαφνικά το τέλος μοιάζει λυτρωτικό. Από το να δεις ακόμη ένα τρομαχτικό, τυπικό μήνυμα στο κινητό σου, “καλά είσαι, εσύ;”, προτιμάς να κοιτάς το κινητό και να μην έρχεται τίποτα. Που πήγε το online σεξ, τα αστεία, τα τηλεφωνήματα; Φώναζες άδικα ότι σου έλειπαν; Σου έλειπαν τότε που τον είχες, σου λείπουν και τώρα που τον έχασες.

Είσαι στον ίδιο παρονομαστή. Απλά έκανες αυτό που δεν μπορούσε. Τον άφησες ελεύθερο να βρει το πάθος που μαζί σου έχασε. Να βρει ξανά τον ενθουσιασμό του σε μια φρέσκα σάρκα. Απέτυχες να τον κρατήσεις; Μπορεί. Αλλά νομίζω πώς ό,τι κι αν έκανες, στο τέλος θα τον έχανες. Ακόμη κι αν δεν σε άφηνε ποτέ.

Ίσως να βρεις αυτόν που να τρέφεται από τη μυρωδιά σου. Που να θέλει να ξυπνά με τη φωνή σου. Που να γεμίζουν οι στιγμές του μόνο όταν θα είσαι κι εσύ παρούσα. Που να απαιτεί να σε δει. Που να σε διεκδικεί. Που το να σου μιλάει δε θα είναι απλά μία βαρετή διαδικασία για να σε ρίξει στο κρεβάτι μετά. Ίσως να τον ξαναβρείς κι ίσως πάλι να τον ξαναχάσεις. Ίσως την επόμενη φορά κρατήσει για πάντα.

Κλείσε τις πληγές σου και βγες ξανά στο παιχνίδι. Δώσε τα όλα και ζήτα τα όλα. Ένας έρωτας πρέπει να είναι ζωντανός, ενεργός να μας γεμίζει. Αλλιώς γίνεται κι αυτός μια ρουτίνα. Γι’ αυτό τόσοι άνθρωποι γύρω μας είναι άδειοι και δυστυχισμένοι. Ξέχασαν να ερωτεύονται δυνατά.

Μαύρη τρύπα «καταβροχθίζει» άστρο!

Εντυπωσιακές είναι οι εικόνες που έδωσε στη δημοσιότητα η NASA και δείχνουν μία μαύρη τρύπα να καταβροχθίζει ένα άστρο.

Πρόκειται για την πρώτη φορά που ο «κυνηγός πλανητών» της ΝΑSA Transiting Exoplanet Survey Satellite (TESS) απαθανάτισε το εντυπωσιακό φαινόμενο που είναι γνωστό ως «γεγονός παλιρροϊκής διακοπής» (tidal disruption event).

Οι επιστημονικές παρατηρήσεις που ακολούθησαν από εγκαταστάσεις της NASA έδωσαν μια λεπτομερή εικόνα από τις πρώτες στιγμές αυτού του καταστροφικού για τα άστρα φαινομένου.

«Τα δεδομένα από το TESS μας έδειξαν ακριβώς πότε αυτό το καταστρεπτικό συμβάν, με το όνομα ASASSN-19bt, άρχισε να γίνεται πιο φωτεινό, κάτι που δεν είχαμε παρατηρήσει ποτέ πριν» δήλωσε ο Thomas Holoien, επικεφαλής του Παρατηρητηρίου Καρνέγκι (Observatory Carnegie), στην Πασαντένα της Καλιφόρνιας.

Ο ίδιος τόνισε ότι «επειδή εντοπίσαμε έγκαιρα την "παλιρροϊκή διάρρηξη" με το σύστημα "Επίγεια Αυτοματοποιημένη Έρευνα για Υπερκαινοφανείς" (ASAS-SN), ήταν δυνατή η άμεση ενεργοποίηση παρατηρήσεων του φαινομένου κατά τις πρώτες κιόλας ημέρες. Αυτά τα πρώτα δεδομένα θα είναι εξαιρετικά χρήσιμα για τη μοντελοποίηση της φυσικής αυτών των εκρήξεων».

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ: Ἠθικὰ Νικομάχεια (1127b-1128b)

[VIII] Οὔσης δὲ καὶ ἀναπαύσεως ἐν τῷ βίῳ, καὶ ἐν ταύτῃ διαγωγῆς μετὰ παιδιᾶς, δοκεῖ καὶ ἐνταῦθα εἶναι ὁμιλία

[1128a] τις ἐμμελής, καὶ οἷα δεῖ λέγειν καὶ ὥς, ὁμοίως δὲ καὶ ἀκούειν. διοίσει δὲ καὶ τὸ ἐν τοιούτοις λέγειν ἢ τοιούτων ἀκούειν. δῆλον δ᾽ ὡς καὶ περὶ ταῦτ᾽ ἔστιν ὑπερβολή τε καὶ ἔλλειψις τοῦ μέσου. οἱ μὲν οὖν τῷ γελοίῳ ὑπερβάλλοντες βωμολόχοι δοκοῦσιν εἶναι καὶ φορτικοί, γλιχόμενοι πάντως τοῦ γελοίου, καὶ μᾶλλον στοχαζόμενοι τοῦ γέλωτα ποιῆσαι ἢ τοῦ λέγειν εὐσχήμονα καὶ μὴ λυπεῖν τὸν σκωπτόμενον· οἱ δὲ μήτ᾽ αὐτοὶ ἂν εἰπόντες μηδὲν γελοῖον τοῖς τε λέγουσι δυσχεραίνοντες ἄγροικοι καὶ σκληροὶ δοκοῦσιν εἶναι. οἱ δ᾽ ἐμμελῶς παίζοντες εὐτράπελοι προσαγορεύονται, οἷον εὔτροποι· τοῦ γὰρ ἤθους αἱ τοιαῦται δοκοῦσι κινήσεις εἶναι, ὥσπερ δὲ τὰ σώματα ἐκ τῶν κινήσεων κρίνεται, οὕτω καὶ τὰ ἤθη. ἐπιπολάζοντος δὲ τοῦ γελοίου, καὶ τῶν πλείστων χαιρόντων τῇ παιδιᾷ καὶ τῷ σκώπτειν μᾶλλον ἢ δεῖ, καὶ οἱ βωμολόχοι εὐτράπελοι προσαγορεύονται ὡς χαρίεντες· ὅτι δὲ διαφέρουσι, καὶ οὐ μικρόν, ἐκ τῶν εἰρημένων δῆλον. τῇ μέσῃ δ᾽ ἕξει οἰκεῖον καὶ ἡ ἐπιδεξιότης ἐστίν· τοῦ δ᾽ ἐπιδεξίου ἐστὶ τοιαῦτα λέγειν καὶ ἀκούειν οἷα τῷ ἐπιεικεῖ καὶ ἐλευθερίῳ ἁρμόττει· ἔστι γάρ τινα πρέποντα τῷ τοιούτῳ λέγειν ἐν παιδιᾶς μέρει καὶ ἀκούειν, καὶ ἡ τοῦ ἐλευθερίου παιδιὰ διαφέρει τῆς τοῦ ἀνδραποδώδους, καὶ πεπαιδευμένου καὶ ἀπαιδεύτου. ἴδοι δ᾽ ἄν τις καὶ ἐκ τῶν κωμῳδιῶν τῶν παλαιῶν καὶ τῶν καινῶν· τοῖς μὲν γὰρ ἦν γελοῖον ἡ αἰσχρολογία, τοῖς δὲ μᾶλλον ἡ ὑπόνοια· διαφέρει δ᾽ οὐ μικρὸν ταῦτα πρὸς εὐσχημοσύνην. πότερον οὖν τὸν εὖ σκώπτοντα ὁριστέον τῷ λέγειν μὴ ἀπρεπῆ ἐλευθερίῳ, ἢ τῷ μὴ λυπεῖν τὸν ἀκούοντα ἢ καὶ τέρπειν; ἢ καὶ τό γε τοιοῦτον ἀόριστον; ἄλλο γὰρ ἄλλῳ μισητόν τε καὶ ἡδύ. τοιαῦτα δὲ καὶ ἀκούσεται· ἃ γὰρ ὑπομένει ἀκούων, ταῦτα καὶ ποιεῖν δοκεῖ. οὐ δὴ πᾶν ποιήσει· τὸ γὰρ σκῶμμα λοιδόρημά τι ἐστίν, οἱ δὲ νομοθέται ἔνια λοιδορεῖν κωλύουσιν· ἔδει δ᾽ ἴσως καὶ σκώπτειν. ὁ δὴ χαρίεις καὶ ἐλευθέριος οὕτως ἕξει, οἷον νόμος ὢν ἑαυτῷ. τοιοῦτος μὲν οὖν ὁ μέσος ἐστίν, εἴτ᾽ ἐπιδέξιος εἴτ᾽ εὐτράπελος λέγεται. ὁ δὲ βωμολόχος ἥττων ἐστὶ τοῦ γελοίου, καὶ οὔτε ἑαυτοῦ οὔτε τῶν ἄλλων ἀπεχόμενος εἰ γέλωτα ποιήσει, καὶ τοιαῦτα λέγων

[1128b] ὧν οὐδὲν ἂν εἴποι ὁ χαρίεις, ἔνια δ᾽ οὐδ᾽ ἂν ἀκούσαι. ὁ δ᾽ ἄγροικος εἰς τὰς τοιαύτας ὁμιλίας ἀχρεῖος· οὐθὲν γὰρ συμβαλλόμενος πᾶσι δυσχεραίνει. δοκεῖ δὲ ἡ ἀνάπαυσις καὶ ἡ παιδιὰ ἐν τῷ βίῳ εἶναι ἀναγκαῖον. τρεῖς οὖν αἱ εἰρημέναι ἐν τῷ βίῳ μεσότητες, εἰσὶ δὲ πᾶσαι περὶ λόγων τινῶν καὶ πράξεων κοινωνίαν. διαφέρουσι δ᾽ ὅτι ἣ μὲν περὶ ἀλήθειάν ἐστιν, αἳ δὲ περὶ τὸ ἡδύ. τῶν δὲ περὶ τὴν ἡδονὴν ἣ μὲν ἐν ταῖς παιδιαῖς, ἣ δ᾽ ἐν ταῖς κατὰ τὸν ἄλλον βίον ὁμιλίαις.

[IX] Περὶ δὲ αἰδοῦς ὥς τινος ἀρετῆς οὐ προσήκει λέγειν· πάθει γὰρ μᾶλλον ἔοικεν ἢ ἕξει. ὁρίζεται γοῦν φόβος τις ἀδοξίας, καὶ ἀποτελεῖται τῷ περὶ τὰ δεινὰ φόβῳ παραπλήσιον· ἐρυθραίνονται γὰρ οἱ αἰσχυνόμενοι, οἱ δὲ τὸν θάνατον φοβούμενοι ὠχριῶσιν. σωματικὰ δὴ φαίνεταί πως εἶναι ἀμφότερα, ὅπερ δοκεῖ πάθους μᾶλλον ἢ ἕξεως εἶναι. οὐ πάσῃ δ᾽ ἡλικίᾳ τὸ πάθος ἁρμόζει, ἀλλὰ τῇ νέᾳ. οἰόμεθα γὰρ δεῖν τοὺς τηλικούτους αἰδήμονας εἶναι διὰ τὸ πάθει ζῶντας πολλὰ ἁμαρτάνειν, ὑπὸ τῆς αἰδοῦς δὲ κωλύεσθαι· καὶ ἐπαινοῦμεν τῶν μὲν νέων τοὺς αἰδήμονας, πρεσβύτερον δ᾽ οὐδεὶς ἂν ἐπαινέσειεν ὅτι αἰσχυντηλός· οὐδὲν γὰρ οἰόμεθα δεῖν αὐτὸν πράττειν ἐφ᾽ οἷς ἐστὶν αἰσχύνη. οὐδὲ γὰρ ἐπιεικοῦς ἐστὶν ἡ αἰσχύνη, εἴπερ γίνεται ἐπὶ τοῖς φαύλοις (οὐ γὰρ πρακτέον τὰ τοιαῦτα· εἰ δ᾽ ἐστὶ τὰ μὲν κατ᾽ ἀλήθειαν αἰσχρὰ τὰ δὲ κατὰ δόξαν, οὐδὲν διαφέρει· οὐδέτερα γὰρ πρακτέα, ὥστ᾽ οὐκ αἰσχυντέον)· φαύλου δὲ καὶ τὸ εἶναι τοιοῦτον οἷον πράττειν τι τῶν αἰσχρῶν. τὸ δ᾽ οὕτως ἔχειν ὥστ᾽ εἰ πράξαι τι τῶν τοιούτων αἰσχύνεσθαι, καὶ διὰ τοῦτ᾽ οἴεσθαι ἐπιεικῆ εἶναι, ἄτοπον· ἐπὶ τοῖς ἑκουσίοις γὰρ ἡ αἰδώς, ἑκὼν δ᾽ ὁ ἐπιεικὴς οὐδέποτε πράξει τὰ φαῦλα. εἴη δ᾽ ἂν ἡ αἰδὼς ἐξ ὑποθέσεως ἐπιεικές· εἰ γὰρ πράξαι, αἰσχύνοιτ᾽ ἄν· οὐκ ἔστι δὲ τοῦτο περὶ τὰς ἀρετάς. εἰ δ᾽ ἡ ἀναισχυντία φαῦλον καὶ τὸ μὴ αἰδεῖσθαι τὰ αἰσχρὰ πράττειν, οὐδὲν μᾶλλον τὸν τὰ τοιαῦτα πράττοντα αἰσχύνεσθαι ἐπιεικές. οὐκ ἔστι δ᾽ οὐδ᾽ ἡ ἐγκράτεια ἀρετή, ἀλλά τις μικτή· δειχθήσεται δὲ περὶ αὐτῆς ἐν τοῖς ὕστερον. νῦν δὲ περὶ δικαιοσύνης εἴπωμεν.

***
[8] Δεδομένου ότι στη ζωή υπάρχει επίσης αναψυχή και ανάπαυση (στην οποία περιλαμβάνονται η σχόλη και η διασκέδαση), λέμε ότι και εδώ υπάρχουν κάποιοι κομψοί και καλαίσθητοι τρόποι επικοινωνίας

[1128a] με τους άλλους: να λέμε —αλλά και να ακούμε— αυτά που πρέπει και με τον τρόπο που πρέπει. Δεν είναι επίσης χωρίς σημασία το είδος των ανθρώπων στους οποίους λέμε αυτά που λέμε ή των ανθρώπων από τους οποίους ακούμε αυτά που ακούμε.

Εν πάση περιπτώσει, είναι φανερό ότι υπάρχει και εδώ υπερβολή και έλλειψη ενσχέσει με το μέσον.

Αυτούς λοιπόν που ξεπερνούν το μέτρο στην προσπάθειά τους να κάνουν τους άλλους να γελάσουν, η κοινή αντίληψη τους θεωρεί «καραγκιόζηδες»: ανθρώπους απαίδευτους και κακόγουστους, ανθρώπους που θέλουν με κάθε τρόπο να προκαλέσουν το γέλιο, ανθρώπους, τέλος, που έχουν πιο πολύ για στόχο τους να προκαλέσουν το γέλιο παρά να πουν αυτά που θέλουν να πουν με τρόπο αρμόζοντα και ευπρεπή, χωρίς να στενοχωρήσουν τον άνθρωπο που είναι το αντικείμενο του σκώμματός τους. Αντίθετα, αυτούς που ούτε οι ίδιοι είναι σε θέση να πουν κάτι το αστείο ούτε ανέχονται αυτούς που το κάνουν, η κοινή αντίληψη τους θεωρεί «χωριάτες» και τραχείς ανθρώπους.

Αυτούς, τέλος, που αστειεύονται με τρόπο κομψό και καλαίσθητο η γλώσσα μας τους λέει με τη λέξη ευτράπελοι, κάτι σαν «άνθρωποι που “τρέπονται” εύκολα τη μια προς τα εδώ και την άλλη προς τα εκεί»· γιατί αυτού του είδους τα πράγματα λογαριάζονται κινήσεις του χαρακτήρα, και όπως κρίνουμε τα σώματα με βάση τις κινήσεις τους, έτσι και τους χαρακτήρες.

Εν πάση περιπτώσει, επειδή το αστείο και το κωμικό έχει πολύ μεγάλη πέραση και οι πιο πολλοί άνθρωποι βρίσκουν στις διασκεδάσεις και στα σκώμματα περισσότερη από ό,τι πρέπει ευχαρίστηση, ονομάζουν ευτράπελους και τους καραγκιόζηδες, θεωρώντας τους ευχάριστους και χαριτωμένους ανθρώπους· ότι όμως διαφέρουν οι μεν από τους δε, και μάλιστα όχι λίγο, έχει γίνει φανερό από αυτά που είπαμε.

Στη μεσότητα προσιδιάζει και η λεπτότητα και διακριτικότητα. Του λεπτού και διακριτικού ανθρώπου γνώρισμα είναι να λέει και να ακούει πράγματα που ταιριάζουν στον καλό άνθρωπο και σ᾽ αυτόν που έχει πάρει την αγωγή του ελεύθερου ανθρώπου· γιατί υπάρχουν κάποια πράγματα που ταιριάζει να τα λέει και να τα ακούει ένας τέτοιος άνθρωπος για διασκέδαση, και φυσικά η διασκέδαση ενός ελεύθερου ανθρώπου διαφέρει από τη διασκέδαση του κοινού και τυχαίου ανθρώπου, όπως διαφέρει και η διασκέδαση του καλλιεργημένου από τη διασκέδαση του ακαλλιέργητου ανθρώπου. Μπορεί κανείς να το προσέξει αυτό συγκρίνοντας τις παλαιές κωμωδίες με τις καινούργιες: στους παλαιούς ποιητές το αστείο βασιζόταν στην αισχρολογία, ενώ στους καινούργιους στον υπαινιγμό και στο υπονοούμενο· αυτά όμως τα δύο παρουσιάζουν όχι μικρή μεταξύ τους διαφορά από την άποψη της ευπρέπειας.

Ποιόν λοιπόν από τους ακόλουθους δύο ορισμούς θα πρέπει να δεχτούμε για τον άνθρωπο που σκώπτει και αστειεύεται σωστά: Είναι αυτός που λέει πράγματα που ταιριάζουν στο άτομο που έχει πάρει την αγωγή του ελεύθερου ανθρώπου, ή είναι αυτός που δεν στενοχωρεί, κάτι παραπάνω: που ευχαριστεί τον ακροατή του; Μήπως όμως τελικά αυτό το δεύτερο είναι από τα πράγματα όπου ο ορισμός είναι στην πραγματικότητα αδύνατος, αφού άλλα είναι τα πράγματα που δυσαρεστούν ή ευχαριστούν τον έναν και άλλα τον άλλον; Ίδιο θα είναι και το είδος των αστείων και των σκωμμάτων των οποίων θα είναι αυτός το αντικείμενο· γιατί το είδος των αστείων και των σκωμμάτων των οποίων ανέχεται να είναι αυτός το αντικείμενο είναι μάλλον το είδος των αστείων και των σκωμμάτων που ο ίδιος κάνει. Αυτό θα πει ότι υπάρχουν αστεία και σκώμματα που δεν θα τα κάνει· γιατί το σκώμμα είναι ένα είδος κακολογίας, και το να κακολογούμε κάποια πράγματα οι νομοθέτες μάς το απαγορεύουν —ίσως θα έπρεπε να μας απαγορεύουν και το να κάνουμε ορισμένου είδους σκώμματα. Ο κομψός λοιπόν και εκλεπτυσμένος άνθρωπος, ο άνθρωπος που πήρε την αγωγή του ελεύθερου ανθρώπου, θα συμπεριφερθεί με τον τρόπο που περιγράψαμε, ωσάν ο ίδιος να είναι νόμος για τον εαυτό του.

Τέτοιος είναι λοιπόν ο άνθρωπος που βρίσκεται στο μέσον, είτε τον λέμε ευτράπελο είτε τον λέμε λεπτό και διακριτικό άνθρωπο. Ο «καραγκιόζης», από την άλλη, κυριευμένος από την επιθυμία να λέει αστεία και να προκαλεί γέλιο, δεν λογαριάζει ούτε τον εαυτό του ούτε τους άλλους, αν είναι να προκαλέσει γέλιο, και λέει πράγματα

[1128b] που ο κομψός και εκλεπτυσμένος άνθρωπος δεν θα τα έλεγε ποτέ — μερικά ο κομψός και εκλεπτυσμένος άνθρωπος δεν θα δεχόταν ούτε να τα ακούσει. Όσο για τον «χωριάτη», αυτός είναι άχρηστος και ακατάλληλος γι᾽ αυτού του είδους τις κοινωνικές διασκεδάσεις: μη μπορώντας να συνεισφέρει τίποτε αγανακτεί και γκρινιάζει για όλα. Η ανάπαυση, πάντως, και η διασκέδαση θεωρείται κάτι το απαραίτητο στη ζωή των ανθρώπων.

Τρεις είναι λοιπόν οι μεσότητες στις σχέσεις που αναπτύσσουν οι άνθρωποι μεταξύ τους στην καθημερινή τους ζωή: αυτές ακριβώς που περιγράψαμε. Όλες τους αναφέρονται στη σχέση που αναπτύσσουμε με τους άλλους με τα λόγια και τις πράξεις μας. Διαφέρουν, πάντως, μεταξύ τους κατά τούτο, ότι η μία από αυτές έχει να κάνει με την αλήθεια, ενώ οι άλλες δύο με την ευχαρίστηση. Από τις δύο, πάλι, που αναφέρονται στην ευχαρίστηση η μία έχει να κάνει με τις κοινωνικές μας διασκεδάσεις, ενώ η άλλη με όλες γενικά τις περιστάσεις της κοινωνικής μας ζωής.

[9] Για τη ντροπή δεν μπορούμε να μιλούμε σαν να είναι αρετή, γιατί αυτή μοιάζει πιο πολύ με πάθος παρά με έξη. Εν πάση περιπτώσει, η ντροπή ορίζεται ως ένα είδος φόβου του ατόμου μήπως χάσει το καλό του όνομα, και έχει συνέπειες και αποτελέσματα παραπλήσια με αυτά που προκαλεί ο φόβος του κινδύνου: αυτοί που ντρέπονται κοκκινίζουν, ενώ αυτοί που φοβούνται τον θάνατο χλωμιάζουν. Και στις δύο λοιπόν περιπτώσεις γίνεται φανερό ότι πρόκειται για φαινόμενα που σχετίζονται κατά κάποιο τρόπο με το σώμα μας, κάτι που θεωρείται ότι είναι γνώρισμα μάλλον του πάθους παρά της έξης. Το πάθος, πάντως, αυτό δεν ταιριάζει σε κάθε ηλικία, αλλά μόνο στη νεανική.

Ο λόγος είναι ότι θεωρούμε ότι οι νέοι άνθρωποι πρέπει να είναι ντροπαλοί: ζώντας κάτω από την επήρεια του πάθους οι νέοι κάνουν πολλά σφάλματα, και η ντροπή τούς προφυλάγει από αυτά. Τους ντροπαλούς νέους τους επαινούμε, τον μεγάλο όμως άνθρωπο κανείς δεν θα τον επαινούσε ότι είναι ντροπαλός· γιατί λογαριάζουμε ότι ο μεγάλος άνθρωπος δεν θα έκανε τίποτε από αυτά που φέρνουν ντροπή. Η ντροπή, επίσης, δεν είναι γνώρισμα του καλού ανθρώπου, αφού είναι κάτι που πηγαίνει μαζί μαζί με τις κακές πράξεις (τέτοιες πράξεις, ούτως ή άλλως, δεν πρέπει να τις κάνουμε, και δεν έχει καμιά σημασία αν πρόκειται για πραγματικά επαίσχυντες ή για επαίσχυντες κατά την κοινωνική σύμβαση πράξεις: ούτε τις μεν ούτε τις δε πρέπει να τις κάνουμε, και επομένως κανένα δεν μένει περιθώριο για ντροπή). Γνώρισμα, άλλωστε, του ευτελούς ανθρώπου είναι και το να έχει την τάση να κάνει επαίσχυντες πράξεις. Το να είναι όμως κανείς τέτοιου είδους άνθρωπος ώστε να νιώθει ντροπή κάθε φορά που κάνει μια τέτοιου είδους πράξη, και για τον λόγο αυτό να φαντάζεται πως είναι καλός άνθρωπος, αυτό είναι εντελώς παράλογο· γιατί το αίσθημα της ντροπής σχετίζεται με πράξεις που γίνονται με τη θέλησή μας, και ο καλός άνθρωπος ποτέ δεν θα κάνει κακές πράξεις με τη θέλησή του. Μόνο υπό όρους, λοιπόν, θα έλεγα ότι το αίσθημα της ντροπής είναι κάτι το καλό: στην περίπτωση που ο καλός άνθρωπος θα έκανε κάποια επαίσχυντη πράξη, θα ένιωθε γι᾽ αυτήν ντροπή· τέτοιου είδους όμως όροι δεν υπάρχουν στην περίπτωση των αρετών. Και αν η αναισχυντία, το να μην αισθάνεται δηλαδή κανείς ντροπή να κάνει επαίσχυντες πράξεις, είναι κακό, δεν σημαίνει καθόλου ότι είναι καλό το να νιώθει ντροπή αυτός που κάνει τέτοιου είδους πράξεις. Ούτε και η εγκράτεια είναι αρετή, αλλά κάτι το μεικτό· αυτό όμως θα γίνει φανερό παρακάτω. Τώρα ας μιλήσουμε για τη δικαιοσύνη.