Παρασκευή, 27 Σεπτεμβρίου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Πλοῦτος (684-725)

ΓΥ. ταλάντατ᾽ ἀνδρῶν, οὐκ ἐδεδοίκεις τὸν θεόν;
685 ΚΑ. νὴ τοὺς θεοὺς ἔγωγε, μὴ φθάσειέ με
ἐπὶ τὴν χύτραν ἐλθὼν ἔχων τὰ στέμματα.
ὁ γὰρ ἱερεὺς αὐτοῦ με προὐδιδάξατο.
τὸ γρᾴδιον δ᾽ ὡς ᾔσθετο δή μου τὸν ψόφον,
τὴν χεῖρ᾽ ὑπῆρε· κᾆτα συρίξας ἐγὼ
690 ὀδὰξ ἐλαβόμην ὡς παρείας ὢν ὄφις.
ἡ δ᾽ εὐθέως τὴν χεῖρα πάλιν ἀνέσπασεν,
κατέκειτό θ᾽ αὑτὴν ἐντυλίξασ᾽ ἡσυχῇ
ὑπὸ τοῦ δέους βδέουσα δριμύτερον γαλῆς.
κἀγὼ τότ᾽ ἤδη τῆς ἀθάρης πολλὴν ἔφλων·
695 ἔπειτ᾽ ἐπειδὴ μεστὸς ἦν, ἀνεπαυόμην.
ΓΥ. ὁ δὲ θεὸς ὑμῖν οὐ προσῄειν; ΚΑ. οὐδέπω.
μετὰ τοῦτο δ᾽ ἤδη καὶ γέλοιον δῆτά τι
ἐπόησα. προσιόντος γὰρ αὐτοῦ μέγα πάνυ
ἀπέπαρδον· ἡ γαστὴρ γὰρ ἐπεφύσητό μου.
700 ΓΥ. ἦ πού σε διὰ τοῦτ᾽ εὐθὺς ἐβδελύττετο.
ΚΑ. οὔκ, ἀλλ᾽ Ἰασὼ μέν τις ἀκολουθοῦσ᾽ ἅμα
ὑπηρυθρίασε χἠ Πανάκει᾽ ἀπεστράφη
τὴν ῥῖν᾽ ἐπιλαβοῦσ᾽· οὐ λιβανωτὸν γὰρ βδέω.
ΓΥ. αὐτὸς δ᾽ ἐκεῖνος; ΚΑ. οὐ μὰ Δί᾽ οὐδ᾽ ἐφρόντισεν.
705 ΓΥ. λέγεις ἄγροικον ἄρα σύ γ᾽ εἶναι τὸν θεόν;
ΚΑ. μὰ Δί᾽ οὐκ ἔγωγ᾽, ἀλλὰ σκατοφάγον. ΓΥ. αἲ τάλαν.
ΚΑ. μετὰ ταῦτ᾽ ἐγὼ μὲν εὐθὺς ἐνεκαλυψάμην
δείσας, ἐκεῖνος δ᾽ ἐν κύκλῳ τὰ νοσήματα
σκοπῶν περιῄει πάντα κοσμίως πάνυ.
710 ἔπειτα παῖς αὐτῷ λίθινον θυείδιον
παρέθηκε καὶ δοίδυκα καὶ κιβώτιον.
ΓΥ. λίθινον; ΚΑ. μὰ Δί᾽ οὐ δῆτ᾽, οὐχὶ τό γε κιβώτιον.
ΓΥ. σὺ δὲ πῶς ἑώρας, ὦ κάκιστ᾽ ἀπολούμενε,
ὃς ἐγκεκαλύφθαι φῄς; ΚΑ. διὰ τοῦ τριβωνίου·
715 ὀπὰς γὰρ εἶχεν οὐκ ὀλίγας μὰ τὸν Δία.
πρῶτον δὲ πάντων τῷ Νεοκλείδῃ φάρμακον
κατάπλαστον ἐνεχείρησε τρίβειν, ἐμβαλὼν
σκορόδων κεφαλὰς τρεῖς Τηνίων. ἔπειτ᾽ ἔφλα
ἐν τῇ θυείᾳ συμπαραμειγνύων ὀπὸν
720 καὶ σχῖνον· εἶτ᾽ ὄξει διέμενος Σφηττίῳ
κατέπλασεν αὐτοῦ τὰ βλέφαρ᾽ ἐκστρέψας, ἵνα
ὀδυνῷτο μᾶλλον. ὁ δὲ κεκραγὼς καὶ βοῶν
ἔφευγ᾽ ἀνᾴξας· ὁ δὲ θεὸς γελάσας ἔφη·
«ἐνταῦθά νυν κάθησο καταπεπλασμένος,
725 ἵν᾽ ἐπομνύμενον παύσω σε τὰς ἐκκλησίας.»

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ - ΚΑΡΚΙΝΟΣ

ΚΑΡΚΙΝΟΣ
(αστερισμός)
 
Ο αστερισμός του Καρκίνου* είναι η γιγαντιαία καραβίδα που έστειλε η Ήρα στη Λέρνα, προκειμένου να δυσκολέψει ακόμη περισσότερο τον Ηρακλή στην προσπάθειά του να σκοτώσει την Ύδρα που κατάκαιγε σοδειές και ανθρώπους με τη φλογισμένη αναπνοή της.
 
Ο Κάβουρας δάγκωσε τον ήρωα στη φτέρνα και εκείνος τη συνέθλιψε πατώντας το κεφάλι της. Ορισμένα από τα αστέρια του αστερισμού ονομάζονται ὄνοι και καταστερίστηκαν από τον Διόνυσο.
 
Η ευημεριστική ερμηνεία του Παλαίφατου θέλει τον Καρκίνο στρατηγό - ἀνὴρ μέγας καὶ πολεμικός- που ήρθε σε βοήθεια του βασιλιά Λέρνου, όταν ο Ηρακλής επιτέθηκε στο βασίλειό του. Αυτόν τον στρατηγό σκότωσε ο Ηρακλής και όχι κάποια καραβίδα.
-------------------------------
*Αστερισμός του Καρκίνου
 
Οὗτος δοκεῖ ἐν τοῖς ἄστροις τεθῆναι δι' Ἣραν, ὅτι μόνος Ἡρακλεῖ τῶν ἄλλων συμμαχούντων ὅτε τὴν ὕδραν ἀνῄρει, ἐκ τῆς λίμνης ἐκπηδήσας ἔδακεν αὐτοῦ τὸν πόδα, καθάπερ φησὶ Πανύασις ἐν Ἡρακλείᾳ· θυμωθεὶς δ' ὁ Ἡρακλῆς δοκεῖ τῷ ποδὶ συνθλάσαι αὐτόν, ὅθεν μεγάλης τιμῆς τετύχηκε καταριθμούμενος ἐν τοῖς ιβ ζῳδίοις.
Καλοῦνται δέ τινες αὐτῶν ἀστέρες Ὂνοι, οὓς Διόνυσος ἀνήγαγεν εἰς τὰ ἄστρα. ἔστι δὲ αὐτοῖς καὶ Φάτνη παράσημον· ἡ δὲ τούτων ἱστορία αὕτη· Ὂνων καὶ Φάτνης. Ὃτε ἐπὶ Γίγαντας ἐστρατεύοντο οἱ Θεοί, λέγεται Διόνυσον καὶ Ἣφαιστον καὶ Σατύρους ἐπὶ ὄνων πορεύεσθαι· οὔπω δὲ ἑωραμένων αὐτοῖς τῶν Γιγάντων πλησίον ὄντες ὠγκήθησαν οἱ ὄνοι, οἱ δὲ Γίγαντες ἀκούσαντες τὴν φωνὴν ἔφυγον· διὸ ἐτιμήθησαν ἐν τῷ Καρκίνῳ εἶναι ἐπὶ δυσμάς.
Ερατοσθένης, Καταστερισμοί, 1,11

Επιστημονική Φαντασία: Το «ό,τι καλύτερο» και «ό,τι χειρότερο» στη σύγχρονη Λογοτεχνία

Η «Science Finction», ή επί το Ελληνικότερον «Επιστημονική Φαντασία»” αποτελεί μία περίεργη δισυπόστατη οντότητα μέσα στο χώρο της λογοτεχνικής σκηνής του αιώνα. Η μία της υπόσταση δεν είναι άλλη από τη Φαντασία με την έννοια της σύλληψης και έκφρασης ιδεών και υποθετικών γεγονότων που αναμφίβολα κινούνται μέσα στο χώρο του μη-πραγματικού («φανταστικού»). Η δεύτερη υπόστασή της, είναι η «επιστημονική» της φύση, που δεν είναι παρά μία επιστημονική θα λέγαμε επεξήγηση ή δικαιολόγηση, των όσων το μυαλό του συγγραφέα συλλαμβάνει και απλώνει πάνω στο χαρτί. Από την μία λοιπόν, μέσα στα διηγήματα της Επιστημονικής Φαντασίας βλέπουμε να συμβαίνουν γεγονότα και ιστορίες, που με κανέναν τρόπο δεν μπορούν να γίνουν κατανοητά ή αποδεκτά από τον τρέχοντα ρασιοναλισμό, που οπωσδήποτε μαρκάρει ανεξίτηλα τις οικείες μας – «δυτικού τύπου» (όπως τις αποκαλούνε αυθαίρετα) - κοινωνίες μας. Από την άλλη μεριά πάλι, αυτά τα αδιανόητα, παράξενα γεγονότα έρχονται να εξηγηθούνε «επαρκώς» με έναν επιστημονικοφανή τρόπο και να περάσουν ως απόλυτα φυσιολογικά, από τη στιγμή που θα κάνουμε πιστευτή ή αποδεκτή μία υποθετική εξέλιξη στις κατακτήσεις της Επιστήμης (που, συνήθως, απέχει πολύ από τα ισχύοντα στις ημέρες μας πράγματα). Συνεπώς, η Επιστημονική Φαντασία γεννιέται και ζει πάνω στην άγραφη συμφωνία ανάμεσα στο συγγραφέα και στο κοινό του για την αποδοχή αυτής ακριβώς της επιστημονικοφανούς εξέλιξης των προγραφομένων κοινωνιών, ώστε το μυθιστόρημα να μπορέσει από εκεί και ύστερα να εξελιχθεί άνετα κι αποτελεσματικά.

Αν θέλουμε ν’ αναζητήσουμε την προϊστορία του φαινομένου, θα βρούμε εύκολα στοιχεία Επιστημονικής Φαντασίας διάσπαρτα στις κουλτούρες μίας σειράς από λαούς της προχριστιανικής περιόδου, δηλαδή σε Έλληνες, Κινέζους, Ασσύριους κ.ά. ανάμεικτα βέβαια πάντοτε με θρησκευτικο-εθνικούς θρύλους. Μετά τη μεγάλη αστρολογική «ανακάλυψη» (κάτι που όμως είχε ήδη διατυπωθεί από τους Έλληνες της Αρχαιότητας) των Αναγεννησιακών της Ευρώπης για τον ηλιοκεντρισμό του πλανητικού μας συστήματος τα μυαλά μίας σειράς πρωτοπόρων απογειώθηκαν κανονικά, βάζοντας τα πρώτα θεμέλια του προδρόμου «εκείνου» που σήμερα γνωρίζουμε. Η ολοκλήρωση ήρθε μετά από το μπουμ του Ουτοπισμού και τη Βιομηχανική Επανάσταση που εγκαινίασε τους καιρούς που γέννησαν με τη σειρά τους τον ζοφερό εικοστό αιώνα. Εκείνο που περνούσε φευγαλέα στην προχριστιανική λογοτεχνία με εκπληκτικά για την εποχή διηγήματα (όπως λ.χ. ο «Ικαρομένιππος» του Λουκιανού, όπου ο πρωταγωνιστής ξεκινάει ταξίδι προς την σελήνη!!), στη διάρκεια του μεσοπολέμου εκρήγνυται, δημιουργώντας πια ένα λογοτεχνικό «συμβάν».

Η Επιστημονική Φαντασία, ακολούθησε μία σταδιοδρομία ανάλογη με εκείνη των πολύ γνωστών σχεδιοϊστοριών (γνωστότερων ως comics). Γεννήθηκαν σα μαζικό φαινόμενο από την αστική ανία των δυτικών κοινωνιών, από τη γόνιμη μήτρα που σχημάτιζαν μία σειρά από προικισμένα μυαλά ενός μειοψηφικού ποσοστού γόνων της αστικής τάξης. Αποτέλεσμα αυτού του συγκεκριμένου είδους πατρότητας, υπήρξε το άγριο καπέλωμα της Επιστημονικής Φαντασίας από την κυρίαρχη ιδεολογία, προωθώντας τα αστικοχριστιανικά κλισέ τού «καλού» και του «κακού» ήρωα, την ηθική, πολιτική και κοινωνική δικαίωση των κατεστημένων δομών και όλα τα σχετικά, με αποτέλεσμα να ξεπέσει σύντομα (τουλάχιστον ένα σεβαστό αριθμητικά κομμάτι της) στην υποκουλτούρα και την παραφιλολογία. Η «λογοτεχνία» που το φτηνιάρικο αστικό μοντέλο Επιστημονικής Φαντασίας γέννησε, αποτελείτο από κακοδοσμένες περιπέτειες διαστήματος, συναντήσεις με απίθανα τέρατα και φυσικούς κινδύνους, μάχες με εξωγήινους και τα σχετικά. Όλη η μπούρδα της πρακτορικοαστυνομικής παραφιλολογίας, εδώ απλώς με διαστημικό περιτύλιγμα.

Η περίοδος μετά τον τελευταίο πόλεμο πάντως, δημιούργησε εντυπωσιακές αναστατώσεις σε τομείς όπως Φανταστική Λογοτεχνία, Κόμικς, Κουλτούρα νεολαίας κ.λ.π. Στον χώρο των Κόμικς και της Επιστημονικής Φαντασίας, κάνουνε την εμφάνισή τους ριζοσπάστες δημιουργοί και συγγραφείς που καταφέρνουνε να μεταφέρουνε αποτελεσματικά στο χώρο δουλειάς τους τις αντιφάσεις του συστήματος, την αντιδραστικότητα των κυρίαρχων δομών και το όραμα ενός ονειρεμένου κόσμου απαλλαγμένου από τα κοινωνικοπολιτικά νοσήματα του παρόντος. Το σύστημα χάνει μία ακόμα μάχη στον πόλεμο για την μονοπώληση του δυναμικών των Mass Media.

Η προοδευτική τάση μέσα στην Επιστημονικά Φαντασία, χάρισε στην ανθρωπότητα μία σειρά από αριστουργήματα: «Εμείς» (Ζαμιάτιν), «Θαυμαστός Καινούργιος Κόσμος» (Άλντους Χάξλεϋ), «1984» (Τζώρτζ Όργουελ), «Γυναίκες στην Άκρη του Χρόνου» (Μαρτζ Πήρσυ), «Ο Πλανήτης των Αμαζόνων» (Μαρκ Ρέϋνολντς), «Σοκγουέηβ Ράϊντερ» (Τζων Μπρούνερ), «Το Νεφέλωμα της Ανδρομέδας» (Ιβάν Εφραίμοφ), «Οι Πράκτορες του Χάους» (Σπίραντα), κ.α.

Στη νέα αυτή φάση της Επιστημονικής Φαντασίας, που ενισχύθηκε υπερβολικά (όπως και έγινε επίσης με τα Κόμικς), ύστερα από το άλμα της ριζοσπαστικής φαντασίας στη δεκαετία του ‘60, ερχόμαστε τώρα αντιμέτωποι με γραφόμενα που απέχουν έτη κι έτη φωτός μακριά από εκείνα τα «θεαματικά», κακοσουλουπωμένα «λογοτεχνήματα» που βλαστήσανε στις πρώτες δεκαετίες του αιώνα. Στο γνωστό «The Dispossessed» η Ούρσουλα Λε Γκουίν γράφει πράγματα όπως αυτά που ακολουθούν: «Κοίταξε, δεν ήτανε ο Όντο που είχε πει ότι όπου υπάρχει ιδιοκτησία, υπάρχει και κλοπή;… Και ότι αν θες να φτιάξεις εγκληματικότητα, δεν έχεις παρά να δημιουργήσεις απαγορεύσεις…» «Κανείς μας δεν έχει στην ιδιοκτησία του κάτι που να μπορεί να του κλαπεί. Ό,τι θέλουμε το παίρνουμε από τις κοινές αποθήκες. Όσο για τη βία… τι να σού πω. Θα με σκότωνες ποτέ σου; Και αν τέλος πάντων ήθελες να με σκοτώσεις, θα σε σταμάταγε άραγε ένας κάποιος τάδε νόμος; Ο εξαναγκασμός αποτελεί το λιγότερο αποτελεσματικό μέσο εξασφάλισης αυτού που λέμε τάξη…».

Η προοδευτική Επιστημονική Φαντασία στη δεκαετία του 80 του 90 και του 2000-2019 αλλά και σε εκείνη που θα ακολουθήσει, καλείται να παίξει έναν πολύ δύσκολο ρόλο έκφρασης με έναν αξιόλογο τρόπο των φουτουριστικών φαντασιώσεων της ανθρωπότητας, δίχως όμως να γλιστρήσει πάνω στη βλέννα του ολισθηρού σοκακιού που η σκέψη του τεχνοολοκληρωτισμού χαράζει. Διανύουμε εποχές που κάθε εκφραστικό μέσο του καθημερινού ανθρώπου είναι οτιδήποτε άλλο εκτός από αυτό που θα λέγαμε «ουδέτερο» Ζούμε στις εποχές του μαύρου / άσπρου. Της μίας ή της άλλης όχθης. Η Επιστημονική Φαντασία οφείλει να εξοικειώνει ολοένα και περισσότερο το κοινό της με το συνεχώς μετατρεπόμενο προς περισσότερο πολύπλοκες μορφές, τεχνολογικό περιβάλλον, αντίθετα από την αντίστοιχη υποκουλτούρα, που αποσκοπεί στην εγκαθίδρυση κάποιων νέων μορφών αγκυλωμένου συλλογικού υποσυνείδητου στημένες πάνω στο Θέαμα, τον τρόμο και τους κάθε είδους διαχωρισμούς. Οφείλει να ασκεί κοινωνική κριτική του παλιού κόσμου και να δημιουργεί εναλλακτικές προτάσεις ενός, έστω και εξεζητημένου ως σύλληψη, ξεπεράσματος των υπαρχουσών σχέσεων και δομών. Οφείλει να μένει πάντοτε κεντραρισμένη πάνω στον άνθρωπο, την επικοινωνία, τις ανθρώπινες αξίες και τις (πανανθρώπινες) ψυχολογικές καταστάσεις, προσπαθώντας να χαρτογραφήσει τις νέες πορείες της ανθρωπότητας μέσα σε θετικά ή αρνητικά «μελλοντικά» περιβάλλοντα, δημιουργώντας έτσι ολοκληρωμένες αναλύσεις ανθρωπίνων χαρακτήρων και κοινωνικώς σχέσεων αντί να εμπορεύεται τσουβαληδόν «εντυπωσιασμούς» από κακοθεαματικά ντεκόρ και υπερφυσικές αναγωγές. Οφείλει να δρα ως ειδοποιός λόγος, προβλέποντας και προειδοποιώντας, πάντοτε σύμφωνα με τα παρόντα δεδομένα και μετά από σοβαρότητα και υπεύθυνη ανάλυση. Ένας συγγραφέας της σειράς δεν μπορεί παρά να μεταφέρει απλώς στο μέλλον τις ήδη υπάρχουσες σχέσεις και τάσεις μέσα στις «δυτικές» κοινωνίες, κάνοντας τελικά τίποτα περισσότερο από το να επεκτείνει την παρούσα ηλιθιότητα και αντιφατικότητα των κοινωνιών «μας» στο υποτιθέμενο απώτερο μέλλον, ντύνοντάς τες απλώς με κοστούμια διαστημικά ή μετά-καταστροφικά. Οι κοινωνίες μεταφέρονται αυτούσιες σ’ ένα εξελιγμένο υπέρ το δέον περιβάλλον για να κυλήσει η ιστορία και να βγει το βιβλίο και να τυπωθεί το βιβλίο και να διαφημισθεί το βιβλίο και να καταναλωθεί το βιβλίο και πάει και τελείωσε. Αυτό ήταν όλο; η κοινωνία ποτέ δεν αλλάζει. Η τεχνολογία όμως ποτέ δεν μένει στατική. Το «Απόλυτο Όνειρο του Τέλειου Αστού», εδώ χώνεται ανάμεσα στα εξώφυλλα ενός βιβλίου μεγάλου τιράζ και πουλιέται στους καταναλωτές του σαν λογοτεχνική ιδέα.

Βρισκόμαστε στο έμπα της δεκαετίας του 2020 και η ανθρώπινη Φαντασία ήδη προ πολλού έχει αρχίσει να οργιάζει και περισσότερο από όσο συνήθιζε μέχρι σήμερα. Ένα πολύ ενδιαφέρον κομμάτι της αποτελεί και εκείνο που έχει ήδη οριστεί ως Επιστημονική Φαντασία και που στα πολύ γρήγορα «περάσαμε» σε τούτο εδώ το κείμενο. Την Επιστημονική Φαντασία που αναντίρρητα αποτελεί το «Ό,τι καλύτερο» και «Ό,τι χειρότερο» της σύγχρονης λογοτεχνίας και ελπίζω να συμφωνήσετε μαζί μου πάνω στο «γιατί». Αποτελώντας κομμάτι του μεγάλου λογοτεχνικού κόσμου, η Επιστημονική Φαντασία δεν μπορεί να ξεφύγει από την ενιαία στρατηγική, που η υπόθεση Λογοτεχνία οφείλει ν’ ακολουθήσει σε καιρούς που απλώς εκκολάπτουν μέλλουσες ανακατατάξεις και πολιτισμικές αναστατώσεις. Σε καιρούς σαν και αυτούς της δεκαετίας που έρχεται. Και αυτή η στρατηγική θα είναι ξεκάθαρη και σταράτη: απελευθέρωση ή έλεγχος, άγνοια ή συνειδητότητα, αλλαγή ή νορμαλισμός, και πάει λέγοντας.

Η Νέα Φαντασία θα είναι Σαρωτική σπρώχνοντας τις καταστάσεις στα όρια της θραύσης ή ακόμα μακρύτερα. Θα είναι Δίχως Όνομα, αρνούμενη να κλεισθεί στις ασφυκτικές ετικέτες. Θ’ αποτελεί την Επώαση. Θ’ αποτελεί το Λυκαυγές…

Η λύτρωση θα έρθει όταν ξεχάσεις όσα σου έμαθαν

Και έρχονται εκείνες οι μέρες που κάνεις τον απολογισμό των πράξεων σου. Με λίγα λόγια, χωρίζεις τις ορθές και ηθικές από τις λανθασμένες. Και αυτή η διαδικασία, σε κάνει αυτόματα καλύτερο άνθρωπο, γιατί θες να βελτιώσεις τις καλές σου πράξεις και να περιορίσεις τις άσχημες.

Θέλεις να γίνεις, αυτό που λέμε, καλύτερο άτομο, όχι μόνο για σένα, αλλά και για όσους έχεις δίπλα σου. Γιατί όμως το κάνεις αυτό; Επειδή έτσι σου έμαθαν, επειδή σου το επιβάλουν ή επειδή το θέλεις;

Μία τέτοια συνήθεια θα έχει επιτυχία αν προκύπτει από την ευσυνείδητη θέληση σου, γιατί μόνο τότε θα αποδείξεις στους άλλους ότι είναι σημαντικοί για σένα, τόσο σημαντικοί, ώστε να θες να βελτιωθείς. Μμμ... Αυτά τα άτομα όμως, πρέπει να είναι πολύ σπουδαία, για να φτάσεις σε αυτό το σημείο. Στο σημείο που ξεπερνάς τα έμφυτα πάθη σου, όπως τον εγωισμό.

Και τότε είναι, που παίρνεις την μεγάλη απόφαση.

Τι γίνεται όμως αν συνεχίζεις να τα κάνεις όλα λάθος; Τι γίνεται αν αρχίζεις να απελπίζεσαι με την συμπεριφορά σου; Σε εκείνη την περίπτωση, χρειάζεσαι μόνο υπομονετικούς ανθρώπους που θα σε περιμένουν και θα σε στηρίξουν. Και εκείνες οι στιγμές είναι που σου υπενθυμίζουν, γιατί αξίζει να κάνεις αυτόν τον αγώνα.

Εκείνοι, οι γενναίοι και καλόκαρδοι θα σε περιμένουν με υπομονή να βγάλεις προς τα έξω την καλή σου πλευρά, αφού είναι σίγουροι πως υπάρχει.

Όμως, η αγάπη προς το πρόσωπό σου είναι αυτή, που τους κάνει σίγουρους. Και όταν καταφέρεις να κάνεις τους άλλους να σε αγαπήσουν τότε μπορείς να καταφέρεις τα πάντα, μπορείς να γυρίσεις τον κόσμο ανάποδα, και εν τέλει…. Να γίνεις αυτό το πρότυπο του ανθρώπου, για το οποίο όλοι συζητάμε!

Σε αυτήν την περίπτωση, θα ακολουθήσεις τον δρόμο προς την αυτό ολοκλήρωση, την αυτοπεποίθηση, τον αυτοσεβασμό, την αυτοκυριαρχία, και άλλα πολλά. Και αυτό το κυνήγι θα είναι ότι σημαντικότερο έχει κάνει ποτέ άνθρωπος... Γιατί, όλοι έχουμε την καλή και κακή μας πλευρά.

Την μία την εξυμνούμε και την άλλη, απλά, την αποδεχόμαστε. Έτσι, λίγες φορές ακολουθούμε τον διαφορετικό και καινοτόμο δρόμο, τον δρόμο της λύτρωσης και της εσωτερικής πληρότητας και ευτυχίας. Τον δρόμο που θα μας κάνει καλύτερους , και στη συνέχεια ευτυχισμένους, καθώς…. ‘’Μία ψυχή δεν μπορεί να δει το ωραίο, αν δεν είναι ωραία αυτή η ίδια’’!

Η ζωή σου ως ορυχείο παραγωγής δεδομένων

Τα προσωπικά δεδομένα, η τεχνολογία αναγνώρισης προσώπου, οι αλγόριθμοι που γνωρίζουν τα πάντα για τον τρόπο ζωής μας και πώς θα προστατευθούμε.. Οι ζωές μας δημιουργούν μπίζνες και τζίρους που σε καμία περίπτωση δεν αντιστοιχούν στις υπηρεσίες που λαμβάνουμε δωρεάν.

Στα ευρωπαϊκά και στα αμερικανικά αεροδρόμια υπάρχουν εδώ και καιρό συστήματα ελέγχου διαβατηρίων και αναγνώρισης προσώπου. Το μηχάνημα ελέγχει την αυθεντικότητα του διαβατηρίου και ταυτοχρόνως συγκρίνει τη φωτογραφία με τα δεδομένα που επεξεργάζεται η φωτογραφική κάμερα, εστιασμένη στο πρόσωπο του επιβάτη. Αν η βιομετρική διάγνωση αντιστοιχεί με αυτό που έχει αποτυπωθεί στη φωτογραφία, η μπάρα ανοίγει και ο επιβάτης δύναται να προχωρήσει προς επιβίβαση. Στα μεγάλα αμερικανικά αεροδρόμια ο έλεγχος εισόδου στη χώρα γίνεται από αντίστοιχα μηχανήματα. Το διαβατήριο ελέγχεται, μαζί με το πρόσωπο και τα δακτυλικά αποτυπώματα.
 
Στη συνέχεια το μηχάνημα τυπώνει μία απόδειξη ταυτοποίησης, την οποία ο επιβάτης παραδίδει στον αστυνομικό που θα βάλει τις σφραγίδες και, ενδεχομένως, να κάνει τις γνωστές ερωτήσεις για τον σκοπό επίσκεψης στη χώρα, το σημείο διαμονής και, κυρίως, για την ημερομηνία αναχώρησης. Σε αρκετά αεροδρόμια των ΗΠΑ, ο επιβάτης φωτογραφίζεται και λίγο πριν μπει στο αεροπλάνο. Η σχετική πινακίδα ενημερώνει τους Αμερικανούς υπηκόους ότι η φωτογραφία τους θα διαγραφεί μετά από δύο εβδομάδες. Για τους υπόλοιπους δεν υπάρχει καμία ενημέρωση.
 
Στην Κίνα και στην Ιαπωνία, που δεν διατηρούν δυτικού τύπου αναστολές για προσωπικά δεδομένα, η τεχνολογία αναγνώρισης προσώπου χρησιμοποιείται πλέον σε πλήθος εφαρμογών. Ψωνίζεις στο σούπερ μάρκετ, το ρομπότ αναγνωρίζει το πρόσωπό σου και κάνει τη χρέωση στην πιστωτική κάρτα. Ως λαός ήμασταν πολύ μπροστά όταν υιοθετήσαμε την έκφραση «έχω πρόσωπο». Σε αρκετές πόλεις της Κίνας, το πρόσωπο του επιβάτη είναι αρκετό για να κόψει εισιτήριο, δεν χρειάζεται να κουβαλάει επάνω του ούτε μετρητά, ούτε πιστωτική κάρτα.
 
Πριν από δύο χρόνια, εμείς οι Ευρωπαίοι, ήμασταν σε παροξυσμό για το GDPR, το πλαίσιο διαχείρισης και προστασίας προσωπικών δεδομένων. Αστειότητες. Εδώ μαθαίνουμε ότι η Siri μας ακούει σε πραγματικό χρόνο, αλλά ρωτάμε ο ένας τον άλλον αν αποδεχόμαστε τα cookies και βγάζουμε ένα βαρουφακικό «ουάου» όταν συνειδητοποιούμε ότι η εφαρμογή του Google Maps διατηρεί λεπτομερές αρχείο των μετακινήσεών μας.
 
Την προηγούμενη εβδομάδα ο Economist έγραψε ότι το έτος 2035 στον πλανήτη θα υπάρχουν ένα τρισεκατομμύριο συσκευές σε περιβάλλον διασύνδεσης. Τώρα, ας πούμε, έχετε στο δίκτυο τον υπολογιστή, το κινητό και την τηλεόραση, ίσως και το κλιματιστικό. Το 2035, όμως, θα έχετε συνδέσει και την κουζίνα και το ψυγείο και το αυτοκίνητο. Το data profile σας θα δημιουργεί λεπτομερές πληροφοριακό πλαίσιο ακόμα και για την ώρα που πάτε για ύπνο.
 
Σήμερα ήδη έχετε επιτρέψει σε εφαρμογές να παρακολουθούν πόσα βήματα κάνετε στη διάρκεια της ημέρας ή τι επιδόσεις έχετε όταν γυμνάζεστε. Οι ασφαλιστικές εταιρείες ξερογλείφονται. Μέσα σε λιγότερο από είκοσι χρόνια ο αλγόριθμος θα γνωρίζει τα πάντα για τον τρόπο ζωής σας και θα μπορεί να διατυπώσει σενάριο για το προσδόκιμο ζωής και τις ασθένειες που θα σας απειλήσουν. Αυτό δεν είναι απαραιτήτως κακό. Μέχρι που θα σου κόψει ένα ασφαλιστικό συμβόλαιο ή μία επαγγελματική ευκαιρία.
 
Στο Facebook, συνήθως πολλές φορές μέσα στη μέρα, υιοθετείτε μία από τις έξι βασικές συναισθηματικές αντιδράσεις που υιοθετεί η πλατφόρμα: μου αρέσει, θυμώνω, λυπάμαι, καρδούλα κ.λ.π. Όταν ο αλγόριθμος της πλατφόρμας μάθει να κατανοεί ακριβώς και τι λέει το post, τότε θα μπορεί να φτιάξει ένα πληρέστατο προφίλ συναισθηματικών αντιδράσεων και πολιτικών αντιλήψεων.
 
Γιατί σας τα λέω όλα αυτά; Για να βάλω δύο θέματα, που έλεγαν παλαιότερα και στις συνελεύσεις. Πρώτον, οι ζωές μας, ως ορυχεία παραγωγής δεδομένων, δημιουργούν μπίζνες και τζίρους που σε καμία περίπτωση δεν αντιστοιχούν στις υπηρεσίες που λαμβάνουμε δωρεάν. Κοινώς κάποια στιγμή, θα πρέπει να οργανωθεί ένα κίνημα που θα διεκδικεί ουσιαστική αμοιβή για τα δεδομένα μας. Ακούγεται ουτοπικό, αφού η αντίσταση στον νέο κόσμο θα είναι η απόλυτη ακινησία, δηλαδή η μη παραγωγή δεδομένων. Όμως το αίτημα ωριμάζει. Δεύτερον, πέρα από τις συμφωνίες για τα πυρηνικά, τη βιοηθική, το κλίμα ή ό,τι άλλο, ο πλανήτης οφείλει πλέον να συζητήσει μία Συμφωνία για την Τεχνητή Νοημοσύνη. Και να το κάνει τώρα. Αύριο θα τρέχει και δεν θα προλαβαίνει.

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ: Ἠθικὰ Νικομάχεια (1127a-1127b)

[VII] Περὶ τὰ αὐτὰ δὲ σχεδόν ἐστι καὶ ἡ τῆς ἀλαζονείας μεσότης· ἀνώνυμος δὲ καὶ αὐτή. οὐ χεῖρον δὲ καὶ τὰς τοιαύτας ἐπελθεῖν· μᾶλλόν τε γὰρ ἂν εἰδείημεν τὰ περὶ τὸ ἦθος, καθ᾽ ἕκαστον διελθόντες, καὶ μεσότητας εἶναι τὰς ἀρετὰς πιστεύσαιμεν ἄν, ἐπὶ πάντων οὕτως ἔχον συνιδόντες. ἐν δὴ τῷ συζῆν οἱ μὲν πρὸς ἡδονὴν καὶ λύπην ὁμιλοῦντες εἴρηνται, περὶ δὲ τῶν ἀληθευόντων τε καὶ ψευδομένων εἴπωμεν ὁμοίως ἐν λόγοις καὶ πράξεσι καὶ τῷ προσποιήματι. δοκεῖ δὴ ὁ μὲν ἀλαζὼν προσποιητικὸς τῶν ἐνδόξων εἶναι καὶ μὴ ὑπαρχόντων καὶ μειζόνων ἢ ὑπάρχει, ὁ δὲ εἴρων ἀνάπαλιν ἀρνεῖσθαι τὰ ὑπάρχοντα ἢ ἐλάττω ποιεῖν, ὁ δὲ μέσος αὐθέκαστός τις ὢν ἀληθευτικὸς καὶ τῷ βίῳ καὶ τῷ λόγῳ, τὰ ὑπάρχοντα ὁμολογῶν εἶναι περὶ αὑτόν, καὶ οὔτε μείζω οὔτε ἐλάττω. ἔστι δὲ τούτων ἕκαστα καὶ ἕνεκά τινος ποιεῖν καὶ μηδενός. ἕκαστος δ᾽ οἷός ἐστι, τοιαῦτα λέγει καὶ πράττει καὶ οὕτω ζῇ, ἐὰν μή τινος ἕνεκα πράττῃ. καθ᾽ αὑτὸ δὲ τὸ μὲν ψεῦδος φαῦλον καὶ ψεκτόν, τὸ δ᾽ ἀληθὲς καλὸν καὶ ἐπαινετόν. οὕτω δὲ καὶ ὁ μὲν ἀληθευτικὸς μέσος ὢν ἐπαινετός, οἱ δὲ ψευδόμενοι ἀμφότεροι μὲν ψεκτοί, μᾶλλον δ᾽ ὁ ἀλαζών. περὶ ἑκατέρου δ᾽ εἴπωμεν, πρότερον δὲ περὶ τοῦ ἀληθευτικοῦ. οὐ γὰρ περὶ τοῦ ἐν ταῖς ὁμολογίαις ἀληθεύοντος λέγομεν, οὐδ᾽ ὅσα εἰς ἀδικίαν ἢ δικαιοσύνην συντείνει (ἄλλης

[1127b] γὰρ ἂν εἴη ταῦτ᾽ ἀρετῆς), ἀλλ᾽ ἐν οἷς μηδενὸς τοιούτου διαφέροντος καὶ ἐν λόγῳ καὶ ἐν βίῳ ἀληθεύει τῷ τὴν ἕξιν τοιοῦτος εἶναι. δόξειε δ᾽ ἂν ὁ τοιοῦτος ἐπιεικὴς εἶναι. ὁ γὰρ φιλαλήθης, καὶ ἐν οἷς μὴ διαφέρει ἀληθεύων, ἀληθεύσει καὶ ἐν οἷς διαφέρει ἔτι μᾶλλον· ὡς γὰρ αἰσχρὸν τὸ ψεῦδος εὐλαβήσεται, ὅ γε καὶ καθ᾽ αὑτὸ ηὐλαβεῖτο· ὁ δὲ τοιοῦτος ἐπαινετός. ἐπὶ τὸ ἔλαττον δὲ μᾶλλον τοῦ ἀληθοῦς ἀποκλίνει· ἐμμελέστερον γὰρ φαίνεται διὰ τὸ ἐπαχθεῖς τὰς ὑπερβολὰς εἶναι. ὁ δὲ μείζω τῶν ὑπαρχόντων προσποιούμενος μηδενὸς ἕνεκα φαύλῳ μὲν ἔοικεν (οὐ γὰρ ἂν ἔχαιρε τῷ ψεύδει), μάταιος δὲ φαίνεται μᾶλλον ἢ κακός· εἰ δ᾽ ἕνεκά τινος, ὁ μὲν δόξης ἢ τιμῆς οὐ λίαν ψεκτός, ὡς ἀλαζών, ὁ δὲ ἀργυρίου, ἢ ὅσα εἰς ἀργύριον, ἀσχημονέστερος (οὐκ ἐν τῇ δυνάμει δ᾽ ἐστὶν ὁ ἀλαζών, ἀλλ᾽ ἐν τῇ προαιρέσει· κατὰ τὴν ἕξιν γὰρ καὶ τῷ τοιόσδε εἶναι ἀλαζών ἐστιν)· ὥσπερ καὶ ψεύστης ὃ μὲν τῷ ψεύδει αὐτῷ χαίρων, ὃ δὲ δόξης ὀρεγόμενος ἢ κέρδους. οἱ μὲν οὖν δόξης χάριν ἀλαζονευόμενοι τὰ τοιαῦτα προσποιοῦνται ἐφ᾽ οἷς ἔπαινος ἢ εὐδαιμονισμός, οἱ δὲ κέρδους, ὧν καὶ ἀπόλαυσίς ἐστι τοῖς πέλας καὶ διαλαθεῖν ἔστι μὴ ὄντα, οἷον μάντιν σοφὸν ἰατρόν. διὰ τοῦτο οἱ πλεῖστοι προσποιοῦνται τὰ τοιαῦτα καὶ ἀλαζονεύονται· ἔστι γὰρ ἐν αὐτοῖς τὰ εἰρημένα. οἱ δ᾽ εἴρωνες ἐπὶ τὸ ἔλαττον λέγοντες χαριέστεροι μὲν τὰ ἤθη φαίνονται· οὐ γὰρ κέρδους ἕνεκα δοκοῦσι λέγειν, ἀλλὰ φεύγοντες τὸ ὀγκηρόν· μάλιστα δὲ καὶ οὗτοι τὰ ἔνδοξα ἀπαρνοῦνται, οἷον καὶ Σωκράτης ἐποίει. οἱ δὲ τὰ μικρὰ καὶ φανερὰ [προσποιούμενοι] βαυκοπανοῦργοι λέγονται καὶ εὐκαταφρονητότεροί εἰσιν· καὶ ἐνίοτε ἀλαζονεία φαίνεται, οἷον ἡ τῶν Λακώνων ἐσθής· καὶ γὰρ ἡ ὑπερβολὴ καὶ ἡ λίαν ἔλλειψις ἀλαζονικόν. οἱ δὲ μετρίως χρώμενοι τῇ εἰρωνείᾳ καὶ περὶ τὰ μὴ λίαν ἐμποδὼν καὶ φανερὰ εἰρωνευόμενοι χαρίεντες φαίνονται. ἀντικεῖσθαι δ᾽ ὁ ἀλαζὼν φαίνεται τῷ ἀληθευτικῷ· χείρων γάρ.

***
[7] Στην ίδια, σχεδόν, περιοχή ανήκει και η μεσότητα ως προς την καυχησιά. Και γι᾽ αυτή τη μεσότητα η γλώσσα μας δεν έχει λέξη που να τη δηλώνει. Δεν είναι, πάντως, καθόλου άσκοπο να εξετάσουμε και αυτές τις έξεις, πρώτον γιατί έτσι θα αποκτούσαμε καλύτερες γνώσεις πάνω στο θέμα του χαρακτήρα των ανθρώπων, έχοντας μιλήσει με λεπτομέρειες για την κάθε επιμέρους περίπτωση, και δεύτερον γιατί έτσι θα στερεωνόταν η πίστη μας ότι οι αρετές είναι μεσότητες, αφού θα βλέπαμε συνολικά ότι έτσι έχει το πράγμα σε όλες τις περιπτώσεις.

Μιλώντας λοιπόν για την κοινωνική συμβίωση κάναμε λόγο για τους ανθρώπους που στις κοινωνικές τους σχέσεις προκαλούν στους άλλους ευχαρίστηση ή λύπη. Ας μιλήσουμε τώρα για τους ανθρώπους που επίσης με τα λόγια και τις πράξεις τους —και με την προσποίησή τους— συμπεριφέρονται στους άλλους με ειλικρίνεια ή ανειλικρίνεια. Κατά την κοινή λοιπόν αντίληψη ο καυχησιάρης θέλει να φαίνεται ότι έχει πράγματα που δίνουν στον άνθρωπο αξία και καλό όνομα (που στην πραγματικότητα δεν τα έχει), ή ότι έχει περισσότερα από αυτά που πράγματι έχει· ο κρυψίνους, από την άλλη, και ο υποκριτής αρνείται ότι έχει αυτά που έχει, ή μειώνει την αξία τους· τέλος, ο μέσος —ένας άνθρωπος, θα έλεγε κανείς, που λέει τα πράγματα με το όνομά τους —είναι ειλικρινής στις πράξεις της καθημερινής του ζωής και στα λόγια του και παραδέχεται ότι έχει αυτά που πράγματι έχει: ούτε περισσότερα ούτε λιγότερα.

Καθένα, πάντως, από αυτά που είπαμε μπορεί να γίνεται από κάποιον είτε με έναν συγκεκριμένο σκοπό είτε και χωρίς. Ο κάθε άνθρωπος μιλάει, ενεργεί και ζει σύμφωνα με αυτό που είναι, εκτός αν οι ενέργειές του γίνονται για την εξυπηρέτηση ενός συγκεκριμένου σκοπού. Το ψέμα είναι καθεαυτό κάτι το τιποτένιο και ψεκτό, ενώ η αλήθεια είναι κάτι το ωραίο και άξιο επαίνου. Έτσι και ο ειλικρινής άνθρωπος, ως άνθρωπος της μεσότητας, είναι άξιος επαίνου, ενώ οι δύο μορφές ανειλικρίνειας είναι ψεκτές — ιδιαίτερα η περίπτωση της καυχησιάς.

Ας μιλήσουμε και για τους δύο, και ας αρχίσουμε με τον ειλικρινή άνθρωπο. Δεν μιλούμε για τον άνθρωπο που είναι ειλικρινής στις συμφωνίες που συνάπτει, ούτε για πράγματα που ανήκουν στην περιοχή της αδικίας ή της δικαιοσύνης (αυτά

[1127b] θα είχαν να κάνουν με μιαν άλλη αρετή), αλλά για τον άνθρωπο που εκεί όπου δεν τίθεται κανένα τέτοιο θέμα είναι ειλικρινής και στα λόγια και στις πράξεις της καθημερινής του ζωής επειδή τέτοια είναι η έξη του. Ένας τέτοιος άνθρωπος είναι —θα το δέχονταν όλοι— προικισμένος με την αρετή της δικαιοσύνης. Γιατί ο άνθρωπος που αγαπάει την ειλικρίνεια και είναι ειλικρινής εκεί όπου δεν υπάρχει ανάγκη, θα είναι σε ακόμη μεγαλύτερο βαθμό ειλικρινής εκεί όπου υπάρχει ανάγκη· θα αποφύγει, πράγματι, την ανειλικρίνεια σαν κάτι το άσχημο και τιποτένιο — κάτι που έτσι κι αλλιώς το απέφευγε και καθεαυτό. Ένας τέτοιος άνθρωπος αξίζει τον έπαινο. Αν ο άνθρωπος αυτός χρειαστεί να παρεκκλίνει από την αλήθεια, θα κλίνει προς την πλευρά της έλλειψης, δεδομένου ότι αυτό μοιάζει πιο ευπρεπές, αφού οι υπερβολές είναι γενικά κάτι το βαρύ και χοντροκομμένο.

Το άτομο που —δίχως να αποβλέπει σε κάτι— προσποιείται ότι έχει περισσότερα από αυτά που πράγματι έχει, δίνει την εντύπωση ότι είναι κατώτερος άνθρωπος (αλλιώς δεν θα έβρισκε ευχαρίστηση στην ψευτιά)· πιο πολύ, πάντως, δίνει την εντύπωση λιγόμυαλου και ανόητου ανθρώπου παρά κακού. Αν όμως το κάνει αποβλέποντας σε κάτι συγκεκριμένο, τότε: αν αποβλέπει σε ένα καλό όνομα ή σε τιμή, η καυχησιά του δεν είναι πολύ αξιοκατάκριτη· αν όμως το κάνει για χρήματα, ή για πράγματα που αποφέρουν χρήματα, τότε η περίπτωση είναι πιο επαίσχυντη (καυχησιάρης δεν είναι, στην πραγματικότητα, αυτός που έχει τη δυνατότητα γι᾽ αυτό το πράγμα, αλλά αυτός που επιλέγει αυτόν τον τρόπο συμπεριφοράς· γιατί ένας άνθρωπος είναι καυχησιάρης, επειδή αυτή είναι η έξη του και επειδή είναι αυτού του είδους άνθρωπος) — ακριβώς όπως ένας είναι ψεύτης γιατί τον ευχαριστεί το ψέμα, και άλλος γιατί επιθυμεί να κερδίσει καλό όνομα ή χρήματα. Αυτοί λοιπόν που καυχιώνται για να κερδίσουν ένα καλό όνομα, καυχιώνται ότι έχουν ιδιότητες που κερδίζουν τον έπαινο ή τα συγχαρητήρια των ανθρώπων, ενώ αυτοί που αποβλέπουν στο κέρδος καυχιώνται ότι έχουν ιδιότητες από τις οποίες μπορούν να επωφεληθούν οι συνάνθρωποί τους και των οποίων την έλλειψη εύκολα μπορεί κανείς να αποκρύψει, τις ιδιότητες π.χ. του μάντη, του σοφού, του γιατρού. Αυτός είναι ο λόγος που πάρα πολλοί άνθρωποι προσποιούνται ότι έχουν αυτού του είδους τις ιδιότητες και καυχιώνται γι᾽ αυτές: μέσα σ᾽ αυτές υπάρχουν αυτά που είπαμε.

Όσο για τους ανθρώπους της υποκριτικής κρυψίνοιας, αυτοί, μειώνοντας τις πραγματικές τους ιδιότητες, δημιουργούν μια κομψότερη και πιο εκλεπτυσμένη εικόνα —από πλευράς χαρακτήρα— στα μάτια των ανθρώπων· γιατί δημιουργούν στους άλλους την εντύπωση ότι μιλούν όπως μιλούν όχι επειδή κυνηγούν το κέρδος, αλλά για να αποφύγουν τα μεγαλεία και την επίδειξη· και αυτοί επίσης αρνούνται ότι έχουν τις ιδιότητες που θεωρούνται ότι προσπορίζουν στον άνθρωπο ένα καλό όνομα — αυτό ακριβώς που συνήθιζε να κάνει και ο Σωκράτης. Όσοι όμως αρνούνται ότι έχουν κάποιες μικρές και ασήμαντες ιδιότητες, καθώς και ιδιότητες που ολοφάνερα τις έχουν, αυτοί χαρακτηρίζονται με τη λέξη βαυκοπανούργοι και είναι πιο καταφρονητέοι· καμιά φορά μάλιστα αυτό δεν είναι παρά μια ολοφάνερη καυχησιά, κάτι σαν τα ρούχα των Σπαρτιατών· γιατί και η υπερβολή και η μεγάλη έλλειψη είναι κομπασμός και καυχησιά. Αυτοί όμως που χρησιμοποιούν την υποκριτική προσποίηση μέτρια, αποκρύπτοντας πράγματα εμφανή και κατάδηλα, φαίνονται άνθρωποι κομψοί και εκλεπτυσμένοι.

Είναι, πάντως, φανερό ότι ο καυχησιάρης άνθρωπος είναι ο κυρίως αντίθετος στον άνθρωπο της ειλικρίνειας και της αλήθειας· γιατί αυτός είναι χειρότερος.