Τετάρτη, 25 Σεπτεμβρίου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Πλοῦτος (619-640)

ΧΡ. αὕτη μὲν ἡμῖν ἡπίτριπτος οἴχεται.
620 ἐγὼ δὲ καὶ σύ γ᾽ ὡς τάχιστα τὸν θεὸν
ἐγκατακλινοῦντ᾽ ἄγωμεν εἰς Ἀσκληπιοῦ.
ΒΛ. καὶ μὴ διατρίβωμέν γε, μὴ πάλιν τις αὖ
ἐλθὼν διακωλύσῃ τι τῶν προὔργου ποεῖν.
ΧΡ. παῖ Καρίων, τὰ στρώματ᾽ ἐκφέρειν ἐχρῆν
625 αὐτόν τ᾽ ἄγειν τὸν Πλοῦτον, ὡς νομίζεται,
καὶ τἄλλ᾽ ὅσ᾽ ἐστὶν ἔνδον εὐτρεπισμένα.

‹ΧΟΡΟΥ›

ΚΑ. ὦ πλεῖστα Θησείοις μεμυστιλημένοι
γέροντες ἄνδρες ἐπ᾽ ὀλιγίστοις ἀλφίτοις,
ὡς εὐτυχεῖθ᾽, ὡς μακαρίως πεπράγατε,
630 ἅλλοι θ᾽ ὅσοις μέτεστι τοῦ χρηστοῦ τρόπου.
ΧΟ. τί δ᾽ ἐστίν, ὦ βέλτιστε, τῶν σαυτοῦ φίλων;
φαίνει γὰρ ἥκειν ἄγγελος χρηστοῦ τινος.
ΚΑ. ὁ δεσπότης πέπραγεν εὐτυχέστατα,
μᾶλλον δ᾽ ὁ Πλοῦτος αὐτός· ἀντὶ γὰρ τυφλοῦ
635 ἐξωμμάτωται καὶ λελάμπρυνται κόρας,
Ἀσκληπιοῦ παιῶνος εὐμενοῦς τυχών.
ΧΟ. λέγεις μοι χαράν, λέγεις μοι βοάν.
ΚΑ. πάρεστι χαίρειν, ἤν τε βούλησθ᾽ ἤν τε μή.
ΧΟ. ἀναβοάσομαι τὸν εὔπαιδα καὶ
640 μέγα βροτοῖσι φέγγος Ἀσκληπιόν.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ - ΚΑΛΥΜΜΑ ΠΥΡΟΣ

ΚΑΛΥΜΜΑ ΠΥΡΟΣ
(αστερισμός του βωμού)
 
Όταν ο Δίας ηγήθηκε του αγώνα εναντίον του Κρόνου και των άλλων Τιτάνων, οι πρώτοι Κύκλωπες*, όχι της Οδύσσειας, του χάρισαν τη βροντή, την αστραπή και τον κεραυνό. Για να μην φανερωθεί η δύναμη του κεραυνού, οι Κύκλωπες κατασκεύασαν και ένα κάλυμμα, στο οποίο οι θεοί ορκίστηκαν για να επικυρώσουν τη συμμαχία τους.
 
Μετά την επιτυχή έκβαση του αγώνα τους έδωσαν ένα τέτοιο στους ανθρώπους, για να τελούν εκεί τις θυσίες τους όσοι συνασπίζονται, όσοι μετέχουν σε αγώνες, όσοι ορκίζονται, οι μάντεις όταν θέλουν να μαντεύσουν.
 
Ο αστερισμός αυτός ονομάζεται από τον Ερατοσθένη Θυτήριον**. Από χριστιανούς μελετητές του ουρανού θεωρήθηκε ότι ο αστερισμός απεικονίζει βωμό που ίδρυσε ο Μωυσής ή τον χρυσό βωμό του ναού του Σολομώντα ή τον βωμό του Νώε μετά τον κατακλυσμό.
----------------------
*Κύκλωπες
 
Οι πρώτοι Κύκλωπες, αν και έχουν τα ίδια χαρακτηριστικά με τους Κύκλωπες του Ομήρου, δεν ταυτίζονται με αυτούς. Είναι γιοι της Γαίας και έχουν στο μέτωπο ένα μόνο μάτι. Τα ονόματά τους -Βρόντης, Στερόπης, Άργης- μαρτυρούν ότι είναι μάλλον θεότητες της φύσης: το όνομα του πρώτου Κύκλωπα παραπέμπει στη βροντή, του δεύτερου προέρχεται από τη λέξη στεροπὴ (ἀστεροπὴ, άστραπὴ), ενώ του τρίτου σημαίνει λευκός (<ἀργὸς, ἀργήεις, ἀργὴς, ἀργινόεις) και υποδηλώνει τον κεραυνό από τη λευκή του λάμψη. Οι Κύκλωπες χάρισαν στον Δία τη βροντή, την αστραπή και τον κεραυνό, στον Πλούτωνα και τον Ποσειδώνα άλλα όπλα -δερμάτινη περικεφαλαία στον πρώτο, τρίαινα στον δεύτερο· με αυτά τα όπλα οι γιοι του Κρόνου νίκησαν τον πατέρα τους και τους Τιτάνες.
 
**Αστερισμός του Θυτηρίου
 
Τοῦτό ἐστιν ἐφ' ᾧ πρῶτον οἱ Θεοὶ τὴν συνωμοσίαν ἔθεντο, ὅτε ἐπὶ τὸν Κρόνον ὁ Ζεὺς ἐστράτευσεν, Κυκλώπων κατασκευασάντων ἔχοντος τοῦ πυρὸς κάλυμμα ὅπως μὴ ἴδωσι τὴν τοῦ κεραυνοῦ δύναμιν· ἐπιτυχόντες δὲ τῆς πράξεως ἔθηκαν καὶ αὐτὸ ἐν τῷ οὐρανῷ εἰς μνημόσυνον· ὃ καὶ εἰς τὰ συμπόσια οἱ ἄνθρωποι φέρουσι καὶ θύουσιν οἱ κοινωνεῖν ἀλλήλοις προαιρούμενοι, ἔν τε τοῖς ἀγῶσι καὶ τοῖς ὀμνύειν βουλόμενοι ὡς δικαιοτάτην πίστιν τιθέντες καὶ τῇ χειρὶ ἐφάπτονται τῇ δεξιᾷ μαρτύριον εὐγνωμοσύνης τοῦτο ἡγούμενοι · ὁμοίως δὲ καὶ οἱ μάντεις ἐπὶ τούτῳ θύουσιν ὅταν βούλωνται ἀσφαλέστερον ἰδεῖν.
Ερατοσθένης, Καταστερισμοί, 1,39

Ο Αριστοτέλης, το θρεπτικό μέρος της ψυχής, η υπερβολή και η έλλειψη

Ο Αριστοτέλης, αφού κατέδειξε ότι η ευτυχία είναι ενέργεια της ψυχής προς την κατεύθυνση της αρετής, προκειμένου να συνεχίσει τη διερεύνηση του τελικού ορισμού της ευτυχίας επανέρχεται στο ζήτημα της διαίρεσης της ψυχής. Έχει ήδη ξεκαθαρίσει από τα «Ηθικά Νικομάχεια» ότι η ψυχή χωρίζεται σε δύο μέρη το άλογον και το λόγον έχον μέρος: «ένα μέρος της ψυχής είναι το δίχως λόγον, ενώ το άλλο είναι αυτό που έχει λόγον». (1102a 13.32-33)
 
Όμως, το άλογον μέρος της ψυχής έχει τη δική του υποδιαίρεση, καθώς χωρίζεται στο φυτικόν ή θρεπτικόν και το επιθυμητικόν: «Ένα μέρος από το άλογο μέρος της ψυχής είναι κοινό σε όλους τους ζωντανούς οργανισμούς: είναι το φυτικό μέρος της, αυτό που κάνει όλους αυτούς τους ζωντανούς οργανισμούς να τρέφονται και να μεγαλώνουν· είναι, πράγματι, εκείνη η δύναμη της ψυχής που πρέπει, σκέφτομαι, να τη δεχτεί κανείς για όλους τους τρεφόμενους οργανισμούς, για τα έμβρυα, αλλά επίσης και για τους ολοκληρωμένους οργανισμούς – δεν είναι αυτό πιο λογικό παρά να δεχτούμε γι’ αυτούς τους τελευταίους μια διαφορετική δύναμη;» (1102a 13.38-40 και 1102b 13.1-3).
 
Αντίθετα με το φυτικόν ή θρεπτικόν τμήμα του αλόγου μέρους της ψυχής, το οποίο αφορά μόνο την αύξηση και την αναπαραγωγή των οργανισμών παραπέμποντας στο ενστικτώδες, το επιθυμητικόν εμπεριέχει τη λογική και είναι το λόγον-άλογον μέρος της ψυχής, που όμως συμπεριλαμβάνεται (μαζί το θρεπτικόν) στο άλογον μέρος της ψυχής: «Φαίνεται όμως ότι στην ψυχή υπάρχει και άλλο ένα άλογο μέρος, που όμως μετέχει κατά κάποιον τρόπο στο λόγο. Έτσι, όταν μιλούμε για εγκρατή και μη εγκρατή άνθρωπο, ο έπαινός μας είναι για το λόγο και για το μέρος της ψυχής που έχει αυτόν το λόγο, αφού αυτός είναι που παρακινεί και προτρέπει στο καλύτερο» (1102b 13.15-19).
 
Το τελικό συμπέρασμα είναι ξεκάθαρο: «Έγινε λοιπόν φανερό ότι το άλογο μέρος είναι διπλό· το φυτικό (θρεπτικό) μέρος δε μετέχει καθόλου στο λόγο, ενώ το επιθυμητικό μέρος (με γενικότερη ονομασία το ορεκτικό μέρος της ψυχής) μετέχει κατά κάποιον τρόπο στο λόγο, στο βαθμό που υπακούει και πειθαρχεί σε αυτόν» (1102b 13.33-36).

Από κει και πέρα το καθαρά λόγον έχον μέρος της ψυχής έχει να κάνει με τις διανοητικές αρετές, δηλαδή τις γνώσεις και την καλλιέργεια του πνεύματος πάνω στα ζητήματα των επιστημών και της φιλοσοφίας. Η διαίρεση αυτή επαναλαμβάνεται και στα «Ηθικά Μεγάλα» χωρίς την ελάχιστη απόκλιση: «Η ψυχή, λοιπόν –όπως λέμε– έχει διαιρεθεί σε δύο μέρη: στο μέρος που έχει λογική και στο μέρος που είναι άλογο. Στο μέρος που έχει λογική, ασφαλώς, ενυπάρχουν η φρόνηση, η εξυπνάδα, η σοφία, η ευμάθεια, η μνήμη κι όλα τα παρόμοια· ενώ στο άλογο μέρος της ψυχής» (εδώ εννοεί το επιθυμητικό) «ενυπάρχουν τούτες οι επονομαζόμενες αρετές, η σωφροσύνη, η δικαιοσύνη, η ανδρεία, και όλες όσες γίνεται αποδεκτό ότι ανήκουν στο ήθος και επαινούνται» (1185b 5.1).
 
Είναι φανερό ότι οι ηθικές αρετές «σωφροσύνη, δικαιοσύνη, ανδρεία» συγκαταλέγονται στο επιθυμητικό τμήμα του αλόγου μέρους της ψυχής ως παράγοντες που διαμορφώνουν κυρίως το χαρακτήρα του ανθρώπου. Οι διανοητικές αρετές είναι σπουδαίες κι αξίζει να τις αναπτύξει κανείς, αλλά δεν μπορούν να αποδοθούν ως ηθικοί χαρακτηρισμοί.
 
Με άλλα λόγια, ο ενάρετος άνθρωπος έχει καλλιεργήσει πρωτίστως το επιθυμητικό μέρος της ψυχής κι όχι το λόγον έχον. Το ότι εκείνος που ανέπτυξε τη διανοητική αρετή έχει ένα προβάδισμα και στην ηθική διαμόρφωση (ο Αριστοτέλης το αποδέχεται αυτό) δεν αποτελεί αλάνθαστο εχέγγυο ηθικής υπεροχής. Το προβάδισμα δεν είναι απόδειξη. Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις επιστημόνων ή φιλοσόφων που στη ζωή τους απεδείχθησαν αμοραλιστές, καιροσκόποι ή και ανέντιμοι, δηλαδή άνθρωποι που δεν κατάφεραν να δαμάσουν τα πάθη τους.
 
Από αυτή την άποψη, ο Αριστοτέλης επαινεί κυρίως τις ηθικές παρά τις διανοητικές αρετές, καθώς οι ηθικές (δηλαδή οι σχετιζόμενες με το επιθυμητικό μέρος της ψυχής) θα παίξουν τον καθοριστικότερο ρόλο στη διάπλαση του χαρακτήρα, δηλαδή στην εξισορρόπηση της ψυχής που θα οδηγήσει στην ευτυχία: «Οπωσδήποτε, για τούτες τις αρετές» (εννοείται του επιθυμητικού μέρους της ψυχής) «θεωρούμαστε αξιέπαινοι, ενώ για τις αρετές του λογικού μέρους της ψυχής κανείς δε χαρακτηρίζεται αξιέπαινος· κανείς δεν επαινείται επειδή είναι σοφός ούτε επειδή έχει φρόνηση ούτε επαινείται κανείς για οποιαδήποτε από αυτές και τις παρόμοιές τους» (1185b 5.2).

Η άποψη ότι η σοφία και η φρόνηση δεν αποτελούν αξιέπαινες αρετές προκαλεί έκπληξη κι έρχεται σε πλήρη αντίθεση με όσα υποστήριξε στο τέλος του πρώτου βιβλίου των «Ηθικών Νικομαχείων»: «Μιλώντας, πράγματι, για το χαρακτήρα ενός ανθρώπου δε λέμε ότι είναι σοφός ή ότι έχει γρήγορη αντίληψη, αλλά ότι είναι πράος ή σώφρων. Επαινούμε, πάντως, και τον σοφό για την ψυχική ιδιότητα που έχει. Τις άξιες επαίνου έξεις τις λέμε αρετές» (1103a 13.8-11).
 
Υποθέτουμε ότι, όταν ο Αριστοτέλης στα «Ηθικά Μεγάλα» γράφει πως «κανείς δεν επαινείται επειδή είναι σοφός ούτε επειδή έχει φρόνηση», εννοεί ότι δεν επαινείται σε σχέση με την ηθική αρετή. Αναφέρεται, δηλαδή, στο συγκεκριμένο πλαίσιο της ηθικής υπόστασης της αρετής κι όχι στην ευρύτερη έννοιά της, όπως το θέτει στα «Ηθικά Νικομάχεια». Θα ήταν παράλογο να δεχτούμε ότι για τον Αριστοτέλη δεν έχει καμία αξία η φρόνηση ή η σοφία. Κάτι τέτοιο (επί της ουσίας) θα ισοδυναμούσε με την άρνηση του έργου του.
 
Το βέβαιο είναι ότι δεν επαινείται κανείς και για το άλογο κομμάτι της ψυχής που αφορά στο θρεπτικό του μέρος: «Και για το άλογο, βέβαια, μέρος της ψυχής επίσης κανείς δεν επαινείται, παρά μόνο στο βαθμό που αυτό έχει την ιδιότητα να υπηρετεί το λογικό μέρος της ψυχής και στο βαθμό που όντως το κάνει» (1185b 5.2).
 
Το θρεπτικό τμήμα του αλόγου μέρους της ψυχής είναι αδύνατο να συμπεριληφθεί στους παράγοντες της ευτυχίας, καθώς δεν έχει τη δυνατότητα να δράσει ενεργητικά: «αν το θρεπτικόν έχει τη δική του αρετή, δε θα υπάρχει ενεργητική πραγμάτωση αυτής της αρετής. Οτιδήποτε στερείται ορμής, στερείται και ενεργητικής πραγμάτωσης· και στο μέρος τούτο της ψυχής δε φαίνεται να υπάρχει ορμή, αλλά το θρεπτικόν μοιάζει όμοιο με τη φωτιά. Διότι και η φωτιά ό,τι κι αν της δώσεις θα το καταφάει, αλλά κι άμα δεν της δώσεις τίποτα, δεν έχει ορμή για να το βρει. Έτσι και το θρεπτικόν: αν του δώσεις τροφή, επιτελεί τη λειτουργία της θρέψης, αλλά άμα δεν του δώσεις τροφή, δεν έχει ορμή για να επιτελέσει αυτή τη λειτουργία. Αυτός είναι ο λόγος που οτιδήποτε στερείται ορμής, στερείται κι ενεργητικής πραγμάτωσης. Συμπέρασμα: κατά κανένα τρόπο το θρεπτικόν δε συμβάλλει στο στόχο της ευτυχίας» (1185a 4.9).

Με δεδομένο ότι η ευτυχία έχει να κάνει με την ενέργεια της ψυχής που θα φτάσει στην κατάλληλη ισορροπία τροχίζοντας όλα τα πάθη, το θρεπτικόν στερούμενο αυτής της δυνατότητας δε συγκαταλέγεται στους διαμορφωτές της ευτυχίας. Η έννοια της ορμής καταδεικνύει την ενεργητική διάθεση της ψυχής που οφείλει να συνδράμει προς την κατεύθυνση της ευδαιμονίας.
 
Όμως, η απόρριψη του θρεπτικού στην κατάκτηση της ευτυχίας δεν πρέπει να εκληφθεί ως περιφρόνηση (πολύ περισσότερο ακύρωση) των αναγκών του. Το θρεπτικό, ως αναπόσπαστο μέρος της ψυχής που ταυτίζεται με το ενστικτώδες της επιβίωσης οφείλει πριν από όλα να έχει αυτά που χρειάζεται. Ο άνθρωπος που δεν τρέφεται είναι αδύνατο να ευτυχήσει. Η ψυχή, ως αναπόσπαστη ενότητα με το σώμα, έχει και υλική βάση, που, αν δεν εκπληρωθεί, είναι αδύνατο να γίνει λόγος για οτιδήποτε. Το ζην μπορεί να μην είναι αρκετό για την ευτυχία, αλλά χωρίς αυτό είναι αδύνατο να γίνει λόγος για ευ ζην.
 
Η αριστοτελική εκδοχή του χωρίς ορμή θρεπτικού φαίνεται δυσερμήνευτη, αν αναλογιστεί κανείς ότι ο άνθρωπος που πεινά είναι έτοιμος να κάνει τα πάντα. Η ορμή που μπορεί να διοχετεύσει το ανικανοποίητο θρεπτικόν είναι τόσο δυνατή, όσο και η δύναμη του ενστίκτου για ζωή.
 
Από αυτή την άποψη μπορούμε να υποθέσουμε ότι ο Αριστοτέλης αρνείται την ορμή στο θρεπτικόν όχι για να καταδείξει την παθητικότητα του ανθρώπου μπροστά στην πείνα ή οτιδήποτε καταπιέζει τα ένστικτά του, αλλά για να καταστήσει σαφές ότι η εκπλήρωση αυτών είναι αδύνατο να ταυτιστεί με την ευτυχία. Η ενέργεια της ψυχής έχει να κάνει με την κατάκτηση της ηθικής αρετής που θα χαλιναγωγήσει τα πάθη κι όχι με την επιβίωση. Η επιβίωση αποτελεί την απαραίτητη προϋπόθεση για να ξεκινήσει η αναζήτηση της ευτυχίας. Αν δεν υπάρχει το ζην κάθε έννοια αρετής ματαιώνεται.
 
Με βάση αυτά γίνεται αντιληπτή η άποψη: «… η ενεργητική πραγμάτωση της αρετής είναι η ευτυχία» (1185a 4.10). Η έννοια της αρετής έχει ξεκάθαρα ηθικό περιεχόμενο και γι’ αυτό το θρεπτικόν δεν μπορεί να έχει καμία θέση σε αυτού του είδους την «πραγμάτωσή» της. Γιατί η επιβίωση δεν έχει καμία σχέση με την ηθική αρετή. Μην ξεχνάμε ότι το θρεπτικόν αφορά όλα τα έμβια όντα, ενώ η ηθική αρετή αποκλειστικά τον άνθρωπο.
 
Από κει και πέρα, όλα καθορίζονται από τη μεσότητα που θα περιορίσει την υπερβολή και την έλλειψη σε όλες τις συμπεριφορές: «Η ηθική αρετή φθείρεται και αναιρείται από την έλλειψη και την υπερβολή. Και το ότι η έλλειψη και η υπερβολή φθείρουν και αναιρούν μπορεί να το δει κανείς στα αισθητά πράγματα (οφείλουμε να παίρνουμε τα φανερά ως μαρτυρία για τα αφανή), και μάλιστα αυτό είναι προφανές στην περίπτωση της γυμναστικής· η υπερβολική γυμναστική μειώνει την ισχύ· το ίδιο συμβαίνει και με την ελάχιστη γυμναστική. Άλλο παράδειγμα όμοιο: τα ποτά και οι τροφές· με το υπερβολικό ποτό ή φαγητό σίγουρα φθείρεται η υγεία, και με το ελάχιστο συμβαίνει το ίδιο, ενώ με τη μετρημένη διατροφή προστατεύεται η ισχύς και η υγεία» (1185b 5.3).
 
Ο μεγάλος δάσκαλος του μέτρου για μια ακόμη φορά καταδεικνύει τη σημασία της μεσότητας σε όλες τις ανθρώπινες δραστηριότητες. Με γνώμονα την εμπειρία συμπεραίνει ότι όπως στα φανερά ζητήματα η υπερβολή και η έλλειψη φθείρουν το σωστό, έτσι και στα θεωρητικά («αφανή») συμβαίνει το ίδιο: «Κάτι αντίστοιχο με αυτά συμβαίνει και την περίπτωση της σωφροσύνης και της ανδρείας και των υπολοίπων αρετών. Έστω ότι κάποιος είναι τόσο άφοβος, που δε φοβάται ούτε τους θεούς· αυτός πια δεν είναι ανδρείος αλλά μαινόμενος. Αντίστροφα, έστω ότι κάποιος φοβάται τα πάντα· αυτός είναι δειλός» (1185b 5.4).

Με άλλα λόγια, ανδρείος δεν είναι αυτός που δε νιώθει φόβο ποτέ, αφού κάτι τέτοιο αποτελεί ξεκάθαρη υπερβολή. Ανδρείος είναι αυτός που θα νιώσει φόβο τη στιγμή που πρέπει, με τα πράγματα που πρέπει, για το λόγο που πρέπει και με τον τρόπο που πρέπει – όπως έχει καταδειχθεί από τα «Ηθικά Νικομάχεια». Η έννοια του άφοβου απορρίπτεται ως στρέβλωση που επιφέρει η υπερβολή: «Ανδρείος, συνεπώς, δεν είναι ούτε αυτός που φοβάται τα πάντα ούτε αυτός που δε φοβάται τίποτα. Άρα τα ίδια πράγματα ενισχύουν ή φθείρουν την αρετή» (1185b 5.4-5.5).
 
Η αρετή όμως (πέρα από τη μεσότητα) έχει να κάνει και με τα συναισθήματα, δηλαδή με την ευχαρίστηση ή τη δυσαρέσκεια που νιώθει κάποιος κάνοντας μια πράξη. Ο άνθρωπος δεν έχει άλλη επιλογή από το να κάνει αυτό που τον ευχαριστεί, κι αυτός είναι ο λόγος που πρέπει να βρίσκει ευχαρίστηση από τα πράγματα που το αξίζουν. Η ευχαρίστηση των ανάξιων πραγμάτων θα φέρει και τις ανάξιες πράξεις: «… η ηδονή είναι η αιτία που πράττουμε κάτι κακό, ενώ η λύπη είναι η αιτία που απέχουμε από κάτι καλό· και γενικώς είναι αδύνατη οποιαδήποτε αναφορά στην αρετή και την κακία χωρίς συσχέτιση με τη λύπη και την ηδονή. Άρα η αρετή έχει να κάνει με τις διάφορες μορφές ηδονής και λύπης» (1185b 6.1)
 
Από το δεύτερο βιβλίο των «Ηθικών Νικομαχείων» ο Αριστοτέλης έχει ξεκαθαρίσει ότι δε φτάνει απλώς να κάνει κανείς το καλό, πρέπει να χαίρεται κιόλας γι’ αυτό. Η χαρά αποτελεί το εχέγγυο της επανάληψης της πράξης, καθώς ο άνθρωπος είναι από τη φύση του πλασμένος να κάνει αυτά που τον ευχαριστούν. Αν η πράξη δε συνοδεύεται από το αντίστοιχο συναίσθημα της χαράς (πολύ περισσότερο αν προξενεί λύπη) δεν είναι βέβαιο ότι θα επαναληφθεί.
 
Κι εδώ βρίσκεται ο ρόλος του εθισμού, καθώς ο άνθρωπος από την πιο μικρή ηλικία πρέπει να εθιστεί να κάνει το καλό εισπράττοντας χαρά. Ο εθισμός (έξις) θα επιφέρει τα μόνιμα στοιχεία του χαρακτήρα, αφού αυτά που συνηθίζει κάποιος να κάνει από την παιδική του ηλικία διαπλάθουν εν τέλει την προσωπικότητά του. Ο άνθρωπος χαρακτηρίζεται από τις πράξεις του· αυτά που κάνει, αυτά είναι. Κι εφόσον οι πράξεις καθορίζονται από τα συναισθήματα της χαράς και της λύπης, αυτό που μένει είναι να μάθει να εισπράττει χαρά από τα σωστά πράγματα. Μόνο έτσι θα μπορέσει να πραγματώσει την αρετή, ώστε να κατακτήσει την ευτυχία.
 
Με το δεδομένο αυτό γίνεται σαφές και ότι η αρετή δεν είναι εκ φύσεως: «Το γεγονός τούτο φανερώνει ότι καμία από τις αρετές του αλόγου μέρους της ψυχής» (εννοείται του αλόγου που εντάσσεται στο επιθυμητικόν, όχι του αλόγου-θρεπτικού) «δεν υπάρχει μέσα μας από τη φύση. Ο λόγος; Οτιδήποτε υπάρχει από τη φύση δεν αλλάζει με τη συνήθεια» (1186a 6.2).
 
Ο Αριστοτέλης θα φέρει το ίδιο παράδειγμα που είχε επικαλεστεί και στα «Ηθικά Νικομάχεια»: «η πέτρα και γενικά οτιδήποτε βαρύ: από τη φύση κινούνται προς τα κάτω· ακόμα, λοιπόν, κι αν κάποιος τα ρίχνει συνέχεια προς τα πάνω προσπαθώντας να τους προσδώσει τούτη τη συνήθεια, η πέτρα και τα βαριά ποτέ δεν πρόκειται να κινηθούν προς τα πάνω, αλλά πάντα προς τα κάτω θα πηγαίνουν. Το ίδιο και σε όλες τις ανάλογες περιπτώσεις» (1186a 6.2).
 
Οτιδήποτε δίνεται από τη φύση είναι άκαμπτο και δεν μπορεί να συμπεριφερθεί διαφορετικά όσο κι αν το συνηθίζει κανείς σε κάτι τέτοιο. Η ηθική αρετή, όμως, είναι κάτι που διαμορφώνεται από τον εθισμό. Επομένως δεν είναι από τη φύση. Και βέβαια, αυτό είναι απολύτως εύλογο, καθώς αν η ηθική αρετή ήταν κάτι εκ φύσεως δεδομένο, τότε δε θα χρειαζότανε η ενεργητική πραγμάτωση της ψυχής για την κατάκτηση της ευτυχίας, αφού κι αυτή θα ήταν εξίσου δεδομένη, ως απόρροια της δεδομένης αρετής. Κάτι τέτοιο όμως δεν ισχύει. Η ηθική αρετή δεν είναι από τη φύση και πρέπει ο άνθρωπος να ενεργήσει για να την αποκτήσει. Το ίδιο και η ευτυχία.
 
Αυτό, όμως, δε σημαίνει ότι είναι και αντίθετη από τη φύση, καθώς το παρά φύση είναι κάτι αρνητικό. Θα ήταν παράλογο να απαιτεί κανείς να εθιστεί ο άνθρωπος σε κάτι αντίθετο από τη φύση του. Η ηθική αρετή είναι σύμφυτη κι είναι στο χέρι του καθενός να την αποκτήσει ή όχι. Κι αυτό ακριβώς συμβαίνει και με την ευτυχία. Γι’ αυτό ο άνθρωπος είναι που πλάθει την ευτυχία ή τη δυστυχία του. Γιατί η φύση του έχει δώσει όλες τις δυνατότητες κι είναι πλέον δική του ευθύνη το αν θα τις πραγματώσει ή όχι.
 
Αριστοτέλης, Ηθικά Μεγάλα

Η ΖΩΗ… ΕΝΑ ΤΕΝΤΩΜΕΝΟ ΣΚΟΙΝΙ

Σκεφτόμαστε ότι η ζωή μοιάζει πολύ με την ισορροπία σε τεντωμένο σκοινί και ότι αρκεί ένα λάθος βήμα για να πέσουμε. Προσπαθούμε αδιάκοπα να προχωρήσουμε με βοηθό το σκοπό μας για να φτάσουμε στους στόχους μας, πασχίζοντας ταυτόχρονα να κρατάμε σε ισορροπία τα διάφορα στοιχεία της ζωής μας.

Όταν χάσουμε την ισορροπία

Πολλοί από μας χάνουμε την ισορροπία μας σε σχέση με τα χρήματα. Αν δεν έχουμε αρκετά, η ζωή μας γίνεται ένα αδιάκοπο κυνήγι χρημάτων. Αφιερώνουμε όλη μας την ενέργεια στην προσπάθεια να βελτιώσουμε τα οικονομικά μας.

Σ’ αυτή μας την πορεία, αποστερούμε ενέργεια από την οικογένειά μας, το σύντροφό μας, τις πνευματικές και διανοητικές ανάγκες μας, ακόμη και από την υγεία μας. Επιπλέον, δεν κινούμαστε προς την κατεύθυνση των σκοπών της ζωής μας. Δεν προχωράμε καθόλου πάνω στο τεντωμένο σκοινί. Πιστεύουμε ότι μόνον αφού τακτοποιήσουμε πρώτα τα οικονομικά μας θα μπορέσουμε ν’ αφιερώσουμε την ενέργειά μας σε όλα τα υπόλοιπα στοιχεία της ζωής μας και να κινηθούμε προς το σκοπό μας.

Και άλλοι τομείς της ζωής μπορεί να βρίσκονται σε δυσαρμονία. Μπορεί να είναι η σχέση ενός ζευγαριού. Μπορεί να είναι ένα πνευματικό κενό που μας κατατρώει. Μπορεί να είναι η έλλειψη κατάλληλου κοινωνικού περιβάλλοντος. Μπορεί να είναι μια αρρώστια. Αν κάποιος τομέας της ζωής μας απορροφά δυσανάλογο ποσοστό της ενέργειάς μας, παρουσιάζεται έλλειψη στους υπόλοιπους. Αυτό μας ανισορροπεί και είμαστε ανίκανοι να κάνουμε το επόμενο βήμα στο τεντωμένο σκοινί της ζωής, μέχρι ν’ αποκατασταθεί ξανά η ισορροπία μας.

Βρίσκουμε την ισορροπία

Η προτεραιότητα, επομένως, είναι να φέρουμε τη ζωή μας ξανά σε ισορροπία. Πρέπει ν’ ασχοληθούμε μ’ εκείνους τους τομείς που απορροφούν πάρα πολλή από την ενέργειά μας, να τους εξετάσουμε απ’ όλες τις πλευρές και να τους επαναφέρουμε στην ευθεία, ώστε να έχουμε ενέργεια διαθέσιμη και για άλλα πράγματα.

Είναι αναγκαίο να κρατάμε μια ισορροπία που τη συνθέτουν πολλές επιτυχημένες ταυτότητες, ως πατεράδες ή μανάδες, ως εραστές, ως σύζυγοι, ως γιοι ή κόρες, ως εργαζόμενοι, ως αφεντικά και πάει λέγοντας. Μόνο όταν η κάθε ταυτότητα είναι ολοκληρωμένη θα είναι λειτουργικός και ο αντίστοιχος τομέας της ζωής μας και δεν θα απορροφά δυσανάλογα πολλή από την ενέργειά μας.

Μόνο που αυτό δεν γίνεται από μόνο του. Η επίτευξη της ισορροπίας στη ζωή είναι μια επιλογή που την κάνει ο καθένας μας συνεχώς, λεπτό το λεπτό, σκέψη τη σκέψη, συναίσθημα το συναίσθημα. Από τη μια, μπορούμε απλώς να υπάρχουμε. Από την άλλη όμως, μπορούμε να επιλέξουμε να συγκεντρώσουμε τις στιγμές μας και να δημιουργήσουμε πολύτιμα λεπτά σε όλους τους τομείς της ζωής μας.

Είναι σημαντικό να καταλάβετε εδώ ότι αυτό δεν μπορούν να το κάνουν οι άλλοι για μας. Μόνο εμείς μπορούμε να είμαστε εμείς, μόνο εσείς, εσείς. Κανένας δεν μπορεί να σκεφτεί, να αναπνεύσει, να αισθανθεί, να δει, να βιώσει, ν’ αγαπήσει ή να πεθάνει για κάποιον από μας. Μέσα μας, είμαστε αυτό που είμαστε. Ερχόμαστε στη ζωή χωρίς ένα χάρτη ή ένα φυλλάδιο οδηγιών ή έναν ορισμό του εαυτού μας, εκτός από το φύλο μας. Σ’ εμάς απομένει ν’ ανακαλύψουμε ποιοι είμαστε και τι μπορούμε να γίνουμε. Είναι δικό μας ζήτημα το να ισορροπήσουμε όλες τις διαφορετικές όψεις της ζωής μας. Μπορούμε να το κάνουμε πατώντας το κουμπάκι «απόφαση» στον πίνακα της ζωής μας.

Ψυχολογία: Δεν έχει βάση, αφού δεν υπάρχει η ψυχή πραγματικά

Συχνά ακούγεται η λέξη ψυχολογία, σε μια ποικιλία εκφράσεων. Από πού προέρχεται όμως πραγματικά; Τι είναι; Έχει πρακτική υπόσταση ή περιέχει μόνο θεωρητικές ρίζες; Με ποιον τρόπο μπορεί να σχετίζεται με την ψυχική υγεία; Είναι πράγματι επιστήμη;

Πολλές φορές, οι άνθρωποι αναρωτιούνται και κυρίως αμφισβητούν την έννοια της ψυχολογίας και συνεπώς των ψυχοθεραπευτικών προσεγγίσεων που υπάρχουν.

Η ψυχή δεν υπάρχει πραγματικά


"Δεν έχει βάση, αφού δεν υπάρχει η ψυχή πραγματικά", ακούγεται ως επιχείρημα.

Η ψυχολογία χωρίζεται σε δύο συνθετικά "ψυχή" και "λόγος".

Στην πραγματικότητα, η λέξη Ψυχή έχει τις ρίζες της στην Ελληνική αρχαιότητα, αφού πρόκειται για μια θνητή γυναίκα που η ομορφιά της άγγιζε εκείνη της θεάς Αφροδίτης. Για αυτόν ακριβώς το λόγο, η θεότητα Αφροδίτη τη ζήλευε, τόσο ώστε να στείλει τον γιό της Έρωτα να κάνει την Ψυχή να ερωτευτεί με τον πιο άσχημο άντρα. Ωστόσο, ο Έρωτας κατά λάθος πληγώθηκε ο ίδιος από το βέλος του και έτσι ερωτεύτηκε την Ψυχή παράφορα. Έτσι, πήρε την Ψυχή στο παλάτι του και της πρόσφερε πολλά δώρα, αρκεί να μην τον έβλεπε ποτέ στο πρόσωπο. Σε μια επίσκεψη των αδερφών της Ψυχής, εκείνες παρακίνησαν υποψίες στην Ψυχή για τον σύντροφό της και το παράξενο αίτημά του, με αποτέλεσμα η ίδια να αθετήσει το λόγο της και να τον κοιτάξει στο πρόσωπο.

Ο Έρωτας εγκατέλειψε την Ψυχή λόγω της προδοσίας της. Η Ψυχή, με σκοπό να επανασυνδεθεί με τον Έρωτα, πλησίασε την θεά Αφροδίτη, η οποία της ανέθεσε μια σειρά από ακατόρθωτες αποστολές. Η Ψυχή κατάφερε να τις ολοκληρώσει όλες και έτσι συνδέθηκε ξανά με τον αγαπημένο της και μεταμορφώθηκε σε θεότητα (Ελληνικοί Μύθοι και Ελληνική Μυθολογία, 2014). Βασιζόμενοι σε αυτή την ιστορία, η Ψυχή θεωρήθηκε η θεότητα που αντιπροσωπεύει τον ανθρώπινο θρίαμβο, έναντι στις δυσκολίες της ζωής, με στόχο την επίτευξη της πραγματικής ευτυχίας (Bulfinch, 1855).

Ο ορισμός της ψυχολογίας


Προσθέτοντας το συνθετικό "λόγος", η ψυχολογία γίνεται η μελέτη της ψυχής. Επειδή η ψυχή παραπέμπει σε μη μετρήσιμες πηγές, η επιστημονική της έκβαση αφορά κυρίως στα παρατηρούμενα φαινόμενα που αφορούν το νου, τη σκέψη, τα συναισθήματα και τη συμπεριφορά του ανθρώπου. Επομένως, η ψυχολογία μπορεί να οριστεί και ως η επιστήμη που ασχολείται με τη μελέτη της ανθρώπινης σκέψης και συμπεριφοράς. Η Ψυχολογία λοιπόν, ετυμολογικά αλλά και μυθολογικά, σχετίζεται με τη δύναμη που εκφράζει ο άνθρωπος για να υπερνικήσει δύσκολες καταστάσεις.

Wilhelm Wundt

Ο όρος "ψυχολογία" ήρθε στο παρασκήνιο στα τέλη του 1800, αφού προηγούμενα έτη, οποιαδήποτε θεωρία σχετιζόμενη με τις διαδικασίες του νου συγκαταλεγόταν στα πλαίσια της φιλοσοφίας. Ο όρος χρησιμοποιήθηκε από τον Γερμανό φυσιολόγο Wilhelm Wundt στο βιβλίο του, που εκδόθηκε το 1874, με τίτλο "Principles of Physiological Psychology". Σε αυτό το βιβλίο εμφανίζονται οι πρώιμες σκέψεις περί σύνδεσης φυσιολογίας και ανθρώπινης σκέψεις και συμπεριφοράς. Το 1879, γίνεται ο ιδρυτής του πρώτου εργαστηρίου Ψυχολογίας εντός του Πανεπιστημίου του Leipzig, γεγονός που σηματοδοτεί τη πρώτη επίσημη ξεχωριστή και διακριτή εμφάνιση της Ψυχολογίας ως επιστήμη.

E. B. Titchener

Τη σκυτάλη για τη συνέχιση της Ψυχολογίας, δίνει στους μαθητές του ο Wundt, με ευδιάκριτη την παρουσία του Edward B. Titchener. Ο τελευταίος, έγινε ο ιδρυτής της πρώτης μεγάλης σχολής σκέψης, το Δομισμό ή Στουκτουραλισμό (Structuralism).

Οι άνθρωποι που ακολουθούν τον Στρουκτουραλισμό ως σχολή σκέψης, πιστεύουν ότι η ανθρώπινη συνείδηση μπορεί να αναλυθεί σε υπό-μέρη. Αυτό συμβαίνει με τη διαδικασία της ενδοσκόπησης, όπου οι απαντήσεις και οι αντιδράσεις διασπώνται από εκπαιδευμένα άτομα σε πιο βασικές αντιλήψεις και αισθήσεις. Ο Δομισμός έχει δεχθεί κριτική για την αναξιοπιστία των μεθόδων, τον περιορισμό που τις διακατέχει και την υποκειμενικότητά τους. Ωστόσο, έδινε ιδιαίτερη έμφαση στην επιστημονική έρευνα.

W. James

Την ίδια περίοδο που αναπτυσσόταν η ψυχολογία ανά τον κόσμο, στην Αμερική, ο ψυχολόγος William James, εμφανίζεται και δημοσιεύει το κλασσικό σύγγραμμά του "Οι αρχές της Ψυχολογίας", το οποίο τον καθιερώνει πατέρα της αμερικάνικης ψυχολογίας. Το βιβλίο αυτό έγινε το ορόσημο για μια νέα σχολή σκέψης, το "Λειτουργισμό". Σύμφωνα με τον Λειτουργισμό, η άμεση παρατήρηση ήταν η πιο κατάλληλη μέθοδος για να μελετήσουν τον ανθρώπινο νου και τη συμπεριφορά, στοιχεία που εξετάζονταν ώστε να κατανοηθεί πώς πραγματικά λειτουργεί η συμπεριφορά για να βοηθήσει τους ανθρώπους να ζουν στο περιβάλλον τους.

Η συμφωνία για την ανθρώπινη συνείδηση υπήρχε και από τις δύο σχολές σκέψης, ωστόσο οι προσεγγίσεις ήταν διαφορετικές. Οι δομιστές πάσχιζαν να "τεμαχίσουν" τις ψυχικές διαδικασίες σε μικρότερα μέρη, ενώ οι λειτουργιστές εξηγούσαν τη συνείδηση ως συνεχή και μεταβαλλόμενη διαδικασία.

S. Freud

Οι θεωρίες ήταν ως τώρα βασισμένες στη συνειδητή ανθρώπινη εμπειρία. Δηλαδή αυτή που ο άνθρωπος μπορεί να αντιληφθεί μέσω των αισθήσεών του και του περιβάλλοντός του. Η κατανόηση του εαυτού του και η αίσθηση της "θέσης" του, της σημασίας του στον κόσμο, αλλά και η επίγνωση των συνεπειών των πράξεών του, συγκαταλέγονται στην ομπρέλα του συνειδητού.

Ένας Αυστριακός νευρολόγος, διαφοροποίησε τις πρώιμες κατευθύνσεις της ψυχολογίας προτείνοντας μια θεωρία της προσωπικότητας, που περιείχε τη σημαντικότητα του ασυνείδητου νου. Ο Sigmund Freud, εργάστηκε κλινικά με ασθενείς και ανέπτυξε τη θεωρία που παρουσιάζει ότι οι πρώιμες εμπειρίες της παιδικής ηλικίας και οι ασυνείδητες παρορμήσεις, συμβάλλουν στην ανάπτυξη της προσωπικότητας και κατ’ επέκταση της συμπεριφοράς των ενηλίκων.

Πώς αυτές οι πληροφορίες του ασυνείδητου εκφράζονται


Ο Freud, στο βιβλίο του "Η Ψυχοπαθολογία της καθημερινής ζωής", αναπτύσσει την θεωρία περί ονείρων και των φροϋδικών ολισθημάτων (Freudian slips), όρος που δηλώνει αυτό που εκφράζεται χωρίς να το θέλουμε (π.χ. λέμε κατά λάθος ή μας ξεφεύγει). Η ψυχαναλυτική θεωρία του Freud, θα απασχολήσει τον 20ο αιώνα και θα επηρεάσει όχι μόνο τους τομείς της ψυχικής υγείας, αλλά και άλλους τομείς, όπως τη λογοτεχνία και την τέχνη. Η αρχικές ιδέες έχουν αντιμετωπιστεί με σκεπτικισμό και έχουν υποστεί κάποιες διαφοροποιήσεις, ωστόσο η θεωρία αυτή επηρέασε και ενέπνευσε την ψυχολογία αδιαμφισβήτητα.

Εξελικτικά λοιπόν, η ψυχολογία έγινε μεμονωμένη επιστήμη με πολλούς κλάδους και προσεγγίσεις. Άλλες σημαντικές σχολές αναπτύχθηκαν και συνεχίζουν να αναπτύσσονται στον χώρο της Ψυχολογίας, με τις προαναφερόμενες να είναι οι πρώιμοι πρωταγωνιστές της ψυχολογικής σκηνής. Για αυτό, η ψυχολογία περιέχεται στις κοινωνικές επιστήμες, καθώς η θεωρητική της υπόσταση εξαρτάται και υποστηρίζεται από την έρευνα.

Οι αλλαγές που υπόκεινται οι επιστήμες προέρχονται κυρίως από την έρευνα, πολύτιμος οδηγός για τη δημιουργία οποιαδήποτε θεωρίας, προσέγγισης ή μελέτης. Παραδείγματος χάρη, όπως στην φαρμακευτική χρειάζεται να ερευνηθεί με εργαστήρια, διάφορα τεστ και αναλύσεις αν μια ουσία είναι κατάλληλη για την καταπολέμηση μιας ασθένειας, έτσι και στη ψυχολογία, η έρευνα είναι απαραίτητο εργαλείο για τη δημιουργία και την επαλήθευση θεωριών, προσεγγίσεων και θεραπευτικών μέσων.

Τι σημαίνει «εμπιστοσύνη» σε μια σχέση και πώς μπορούμε να την αποκαταστήσουμε

Είναι δύσκολο να θέλει κανείς να δημιουργήσει βαθιές συνδέσεις με άλλους ανθρώπους, αλλά η έλλειψη εμπιστοσύνης να τον κρατά πίσω. Είναι ουσιαστικά επώδυνο. Τα καλά νέα είναι ότι είναι κάτι το οποίο μπορεί να αλλάξει• δεν χρειάζεται να είμαστε για πάντα καχύποπτοι και απόμακροι από όλους. Τα άσχημα νέα είναι ότι αυτό το ζήτημα δεν αφορά τους άλλους, αλλά εμάς τους ίδιους.

Ας φέρω ένα παράδειγμα για να καταλάβετε. Πολλοί θυμωμένοι εφήβοι, άτομα με προβληματικές συμπεριφορές είχαν μεγαλώσει στο κέντρο της πόλης και αντιμετώπιζαν ψυχοκοινωνικούς στρεσογόνους παράγοντες, όπως βία, ναρκωτικά και μονογονεϊκές οικογένειες με οικονομικά προβλήματα.

Σε μια προσπάθεια εστίασα με μέθοδο, στη διαχείριση του θυμού και στις κοινωνικές δεξιότητες. Κι αυτό που άκουγα συνεχώς ήταν: «Δεν μπορώ να εμπιστευθώ κανέναν».

Είτε γυναίκες, είτε άντρες, αυτό ήταν η πιο συνηθισμένη δήλωση και η μεγαλύτερη πρόκληση για εμένα. Και καθώς τα χρόνια περνούσαν και αποκτούσα εμπειρία, ανακάλυψα ότι η έλλειψη εμπιστοσύνης ήταν μία από τους μεγαλύτερους αγώνες που δίνει κάθε ένας άνθρωπος.

Η εμπιστοσύνη είναι η βάση όλων των σχέσεων
 
Οι σχέσεις χτίζονται πάνω στην εμπιστοσύνη. Όταν δεν εμπιστευόμαστε τους άλλους, στερούμε από τον εαυτό μας την ανθρώπινη σύνδεση και την αυθεντική ζωή. Ίσως σχετίζεται με την έμφυτη δυσκολία μας να δείξουμε ευάλωτοι.

Ίσως κάποτε νιώθαμε ασφαλείς να μοιραζόμαστε τις ελπίδες, τα όνειρα και τους δαίμονές μας, αλλά όχι πια. Πολλοί από εμάς έχουν προδοθεί. Άλλοι ακόμα προσπαθούν να κλείσουν τις πληγές τους.

Γιατί η εμπιστοσύνη είναι τόσο δύσκολη;

Όσο περίεργο κι αν μας φαίνεται το «δεν εμπιστεύομαι κανέναν», στην πραγματικότητα σημαίνει «δεν εμπιστεύομαι τον εαυτό μου». Όταν κάποιος μιλά συνεχώς για κάποιον άλλο, στην πραγματικότητα, μιλά για τον εαυτό του και για τον δικό του πόνο. Και ένας τρόπος να αποφύγουμε να νιώθουμε όλα εκείνα τα ανεπιθύμητα συναισθήματα είναι να τα περάσουμε σε έναν άλλο μέσω της προβολικής ταύτισης:

Η προβολή είναι η ασυνείδητη πράξη κατά την οποία προσδίδουμε ένα δικό μας εσωτερικό χαρακτηριστικό σε κάποιον άλλο. Τις περισσότερες φορές αυτό που προβάλουμε είναι ένα ανεπιθύμητο συναίσθημα ή χαρακτηριστικό. Οπότε προσδιορίζοντας τους άλλους ως ανεπιθύμητους ή ανειλικρινείς, μπορούμε να αποφύγουμε να νιώσουμε αυτά τα συναισθήματα για εμάς τους ίδιους.

Ταύτιση με τις προβολές των άλλων σημαίνει απώλεια της ικανότητάς μας να εμπιστευτούμε τις ίδιες μας τις αντιλήψεις, τις απόψεις, τις σκέψεις και τα συναισθήματα. Μας λείπει η ικανότητα να κατανοήσουμε τον εσωτερικό μας κόσμο.

Σε βαθύτερο επίπεδο αυτή η έλλειψη εμπιστοσύνης στους άλλους αναπαριστά ένα ανώριμο εγώ που δεν έχει αναπτύξει ανθεκτικότητα και αντοχή στη σύγχυση. Φυσικά, αν μεγαλώσατε με μη υποστηρικτικούς και απαξιωτικούς φροντιστές, είναι εύκολο να καταλάβετε γιατί δυσκολεύεστε να εμπιστευθείτε. Γιατί να εμπιστευθείτε κάποιον, αν τα συναισθήματά σας δεν επιβεβαιώνονταν ποτέ ως παιδί;

Όταν σας λείπει αυτή η βάση, περιμένετε από τους άλλους ότι θα σας απογοητεύσουν και ότι δεν θα κρατήσουν το λόγο τους. Άλλωστε, αυτό δεν έκαναν και οι γονείς σας; Ο κίνδυνος του να αναμένετε ότι όλοι και συνεχώς θα μας απορρίπτουν είναι βαθιά ριζωμένος και αποτελεί μια σχεδόν αυτόματη σκέψη.

Όμως, οι άνθρωποι είμαστε προγραμματισμένοι να συνδεόμαστε. Και όταν απομονωνόμαστε από τους άλλους, στερούμαστε και τη σημαντικότερη σχέση της ζωής μας – τη σχέση με τον ίδιο μας τον εαυτό.

Πώς να ξαναχτίσουμε την εμπιστοσύνη για τον εαυτό μας


1. Αναγνωρίστε ότι όλοι οι άνθρωποι αποτελούνται από «καλά» και «κακά» κομμάτια. Με άλλα λόγια, όλοι έχουμε ελαττώματα.
2. Αποδεχτείτε τις σκοτεινές, ανεπιθύμητες και πρωτόγονες πλευρές σας. Αλλάξτε αυτά που μπορείτε και αποδειχτείτε αυτά που δεν μπορείτε πλήρως να εξελίξετε.
3. Δουλέψτε με τον εαυτό σας για να χτίσετε αντοχή σε έντονα, δυνατά συναισθήματα, όπως εχθρικότητα, απόρριψη, σύνδεση και έρωτα.
4. Αποκτήστε συνείδηση των προβολών που κάνετε σε άλλους.
5. Αφήστε πίσω σας τις παρελθοντικές προδοσίες. Αντισταθείτε στην παρόρμηση να βυθιστείτε σε σκέψεις για το ποιος και γιατί σας αδίκησε.
6. Πιστέψτε ότι ο κόσμος είναι στο μεγαλύτερο μέρος του ένα ασφαλές μέρος και οι άνθρωποι έχουν και μια έμφυτη καλή πλευρά.
7. Μάθετε πως όταν κάποιος σας προδώσει, μπορείτε να αντέξετε τα άβολα συναισθήματα του θυμού, της απόρριψης, του πόνου και της αβεβαιότητας. Δεν θα καταρρεύσετε και δεν θα έρθει το τέλος του κόσμου.
8. Συγχωρέστε τον εαυτό σας για τις προβολές που κάνετε στους άλλους και για τις ευκαιρίες που έχετε χάσει κατά καιρούς. Ποτέ δεν είναι αργά και οι σχέσεις πετυχαίνουν αφού έχουμε έρθει σε επαφή και έχουμε μάθει τον εαυτό μας.

Θα αρχίσεις να παρατηρείς τις ευκαιρίες που κρύβονται ακόμα και στην κατάσταση που ήδη βρίσκεσαι

Η λέξη-κλειδί για τις περιόδους κρίσης είναι η εστίαση. Να εστιάζεις ξανά και ξανά την προσοχή σου σε αυτά που είναι σημαντικά για σένα. Να ψάχνεις κάθε μέρα πράγματα που σου δίνουν χαρά. Μπορεί να είναι κάτι απλό, όπως μια βόλτα, μια συζήτηση στο τηλέφωνο με ένα θετικό φίλο, ένα χαλαρωτικό μπάνιο· κάν’ το! Επίσης εστίασε την προσοχή σου με αποφασιστικότητα και θάρρος στα πράγματα που πραγματικά έχουν σημασία για σένα, σε αυτά που συμφωνούν με τους στόχους σου. Άκου την προσωπική σου διαίσθηση και ακολούθησέ την.

Καθώς επανακτάς την αυτοεκτίμησή σου, καθώς νιώθεις ξανά την προσωπική σου αξία και μειώνεις τους φόβους σου, θα αρχίσεις να παρατηρείς τις ευκαιρίες που κρύβονται ακόμα και στην κατάσταση που ήδη βρίσκεσαι. Όταν νιώθουμε να μας επιβάλλεται κάποια αλλαγή, συχνά γινόμαστε πολύ πεισματάρηδες. Ασφαλώς πρέπει να κάνουμε τις ανάλογες ενέργειες για να βεβαιωνόμαστε ότι δε μας εξαναγκάζουν σε πράγματα που είναι εναντίον των συμφερόντων μας, αλλά επίσης πάντα βοηθάει να έχουμε τα μάτια μας ανοιχτά για τυχόν ευκαιρίες που θα προσφέρει αυτή η αλλαγή.

Αν και στην αρχή μπορεί να μην το πιστεύεις, να είσαι ανοιχτός στο ενδεχόμενο η αλλαγή να είναι προς το καλύτερο και όχι προς το χειρότερο, και τελικά να βγεις κερδισμένος σε σχέση με πριν. Για παράδειγμα, μπορεί να έχασες τη δουλειά σου λόγω περιορισμού των θέσεων εργασίας, αλλά έτσι ίσως να μη χρειάζεται πια να κάνεις μια δουλειά που μισείς. Μπορεί αυτή τη στιγμή να αντιμετωπίζεις δυσκολίες σχετικά με τα δικαιώματά σου ως άτομο, ως καταναλωτής, ως ενοικιαστής ή ως υπάλληλος. Ωστόσο πιθανόν να καταλήξεις να έχεις περισσότερα δικαιώματα από αυτά είχες προηγουμένως. Αφού αποδεχτείς αυτά τα ενδεχόμενα, άρχισε να εξετάζεις πώς θα ήθελες να εξελιχθούν τα πράγματα. Για παράδειγμα, ποια δουλειά θα ήθελες πραγματικά να κάνεις, ή πώς θα ήθελες να σε αντιμετωπίζουν οι άλλοι; Άρχισε να σχηματίζεις στο μυαλό σου τις ανάλογες εικόνες. Πώς μπορείς να δημιουργείς ευκαιρίες; Άρχισε να κάνεις θετικές σκέψεις και άκου προσεκτικά την προσωπική σου διαίσθηση.

Οι αλλαγές ενδέχεται να είναι πολύ θετικές· μπορεί να σου προσφέρουν κάθε είδους καινούριες και συναρπαστικές ευκαιρίες – καινούριους ανθρώπους, νέους και καλύτερους τρόπους διεξαγωγής των δραστηριοτήτων σου, μεγαλύτερη ευτυχία και εσωτερική εκπλήρωση. Ίσως θυμάσαι κάποιες αλλαγές που σου επιβλήθηκαν αναγκαστικά και μετά ανακάλυψες ότι ήταν για το καλό σου. Από μια θέση υψηλής αυτοεκτίμησης εστίασε την προσοχή σου στο καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα, σε αυτό που σου φέρνει χαρά και είναι σύμφωνο με τους στόχους σου· ψάξε για άμεσα καθώς και για μακροπρόθεσμα πλεονεκτήματα. Χαλάρωσε και παρατήρησε.

Μία χώρα που δεν καταλαβαίνει την τέχνη είναι μία χώρα σκλάβων

Ο σπουδαίος δραματουργός Ευγένιος Ιονέσκο έγραψε με εξαιρετική διαύγεια ορισμένες αξιομνημόνευτες σελίδες στις οποίες περιγράφει μια ανθρωπότητα που έχει χάσει τον δρόμο της και η οποία, εξαιτίας της λατρείας της για το χρήσιμο και το κέρδος έχει χάσει και το νόημα της ζωής:

Παρατηρήστε τον κόσμο να τρέχει πολυάσχολος στους δρόμους. Δεν κοιτάζουν ούτε δεξιά ούτε αριστερά, ανήσυχοι, με τα μάτια καρφωμένα στο έδαφος, σαν σκυλιά. Προχωράνε ευθεία, αλλά, πάντα χωρίς να κοιτάζουν μπροστά τους, αφού ακολουθούν μηχανικά μια ήδη γνωστή γι’ αυτούς διαδρομή. Σε όλες τις μεγάλες πόλεις του κόσμου αυτό συμβαίνει.

Ο σύγχρονος άνθρωπος, ο οικουμενικός, είναι ο πολυάσχολος άνθρωπος, που δεν έχει χρόνο, που είναι αιχμάλωτος της ανάγκης, που δεν κατανοεί πως ένα πράγμα μπορεί να μην είναι χρήσιμο που δεν κατανοεί ούτε πως, στην πραγματικότητα, το χρήσιμο μπορεί να είναι ένα άχρηστο καταπιεστικό βάρος.

Αν δεν καταλάβουμε τη χρησιμότητα του άχρηστου, την αχρηστία του χρήσιμου, δεν θα καταλάβουμε την τέχνη, και μια χώρα που δεν καταλαβαίνει την τέχνη είναι μια χώρα σκλάβων ή ρομπότ, μια χώρα δυστυχισμένων ανθρώπων, ανθρώπων που δεν γελάνε και δεν χαμογελάνε, μια χώρα χωρίς πνεύμα όπου δεν υπάρχει χιούμορ, δεν υπάρχει γέλιο αλλά οργή και μίσος.

Όταν φθάσεις στο διάσελο αλλάζουν αυτά που βλέπεις

Εκεί γύρω στο μέσο της ζωής σου, νιώθεις σαν να φθάνεις σε ένα μεγάλο διάσελο. Είναι κάτι σαν ένα βουνό, που μέχρι τότε το ανεβαίνεις. Δεν βλέπεις το τέλος, παρά μόνο τον ουρανό και την διαδρομή που πρέπει να διανύσεις, που είναι πάντα προς τα πάνω. Και ανεβαίνοντας μαθαίνεις και προσδοκάς. Σκοπός είναι να φθάσεις και μέχρι τότε είσαι αθάνατος.

Και κάποτε πλησιάζεις την κορυφή, το ίσιωμα. Το βουνό που ανεβαίνουμε οι περισσότεροι δεν είναι απότομο. Θυμίζει περισσότερο ένα λόφο, σαν μια καμπάνα, που το ψηλότερο σημείο είναι ένα ήπιο, κυρτό, διάσελο. Στο βάθος υπάρχουν και πανύψηλες κορυφές, για λίγους.

Ζούμε σε ένα κόσμο που οι λίγοι χτίζουν βωμούς στην μοναδικότητά τους. Πιστεύουν ότι έχουν δικαίωμα στην ευτυχία. Και άλλοι, πολλοί, αγωνίζονται για το δικαίωμα να θεωρούνται άνθρωποι και όχι σκύλοι.

Όταν φθάσεις στο διάσελο αλλάζουν αυτά που βλέπεις. Ο ουρανός είναι εκεί αλλά ψηλότερα δεν έχει άλλο. Τώρα ο δρόμος έχει μόνο κάτω, το τέλος το βλέπεις, είσαι θνητός. Το κατέβασμα είναι αλλιώτικο. Αυτά που νόμισες ότι έμαθες πρέπει να τα ξεμάθεις.

Όταν όμως αρχίζεις να ξεμαθαίνεις σε πιάνει θλίψη. Πολλά από αυτά που νομίζεις για σταθερά, παύουν να είναι. Τώρα ξέρω πολύ λιγότερα από αυτά που νόμιζα ότι ήξερα και όταν θυμάμαι τον εαυτό μου που «ήξερε», αλαζόνα και αγέρωχο, ντρέπομαι και στεναχωριέμαι.

Χωρίς την ευκαιρία, το ταλέντο και η ικανότητα είναι άχρηστα

Οι επιτυχίες και οι αποτυχίες μας προκύπτουν πάντα από την αλληλεπίδραση πολλών πραγμάτων. Χωρίς την ευκαιρία, το ταλέντο και η ικανότητα είναι άχρηστα. -Νικολό Μακιαβέλι

Από τη μια μεριά υπάρχουν οι περιστάσεις και τα απρόβλεπτα (που θα αποκαλώ, γενικά, το τυχαίο), τα οποία επιδρούν πάνω σε ό,τι η ανάγκη και η λογική επιβάλλουν να συμβεί (και που λαϊκά είναι γνωστό ως το πεπρωμένο).

Από την άλλη μεριά υπάρχει το σεντούκι με τα βοηθήματά μας, τα εσωτερικά και τα εξωτερικά (που από δω κι έπειτα θα τα αποκαλώ προσωπική τύχη), τα οποία θα μπορούσαμε να ορίσουμε ως το σύνολο των ικανοτήτων, των χαρισμάτων και των περιστάσεων που βρίσκονται στη διάθεσή μας μια συγκεκριμένη στιγμή. Μ’ άλλα λόγια, όσα καταφέραμε να κάνουμε με ό,τι μας έλαχε.

Το να έχει κανείς μια θαυμάσια φωνή,
μια υπερφυσική δύναμη ή μια αξιοζήλευτη μνήμη,
όπως και το να έχει γεννηθεί ωραίος, έξυπνος ή επιδέξιος
αποτελεί, το δίχως άλλο, πλεονέκτημα.
Πρέπει όμως να έχουμε υπόψη μας πως ακόμα κι αν
«γεννηθήκαμε με όλες τις χάρες του κόσμου κερδισμένες»
το τέλος της ιστορίας μας, κανείς δεν μας το εγγυάται.
Ν. Ρέσερ

Ας υποθέσουμε ότι, για κάποιο λόγο, θα θέλαμε να γνωρίζουμε προκαταβολικά τι πιθανότητες έχουμε να φέρουμε ένα καλό αποτέλεσμα σε μια συγκεκριμένη κατάσταση. Ας υποθέσουμε επίσης ότι ήταν στο χέρι μας να υπολογίσουμε -αν όχι όλους τουλάχιστον τους περισσότερους- παράγοντες που θα επιδράσουν. Για να βρούμε αν θα μας χαμογελάσει η τύχη, θα πρέπει να αθροίσουμε:

Το σύνολο των βοηθημάτων (εξωτερικών και εσωτερικών)
στα οποία βασιζόμαστε και τα οποία αποτελούν
τη δική μας Τύχη.
*
Το βάρος όσων είναι προκαθορισμένα: το Πεπρωμένο.
*
Το αναγκαίο μερίδιο του απρόβλεπτου: το Τυχαίο.
 
Σκοπός αυτής της υπόθεσης εργασίας είναι να μάθουμε να αποκαλούμε «ΤΥΧΗ» όλα αυτά μαζί, και να μην περιορίζουμε την έννοιά της μόνο σε αυτό που είναι τυχαίο.

Έτσι, θα είναι πιο εύκολο να δεχτούμε ότι η τύχη,- ακόμα κι όταν ελάχιστα εξαρτάται από τυχαίο-, πάντα έχει έναν λόγο, μεταβάλλει και διαμορφώνει αναγκαστικά κάθε τελικό αποτέλεσμα και παίζει το ρόλο της σε κάθε κατάσταση.

Ας φανταστούμε τώρα ότι, —από καπρίτσιο—, θέλουμε να πάμε ακόμα παραπέρα. Ας πούμε ότι θέλουμε να μετρήσουμε τη δυνατότητά μας να φέρουμε ένα αποτέλεσμα, προκαθορίζοντας εμείς οι ίδιοι τον συνδυασμό Τύχης, Πεπρωμένου και Τυχαίου.

Για να το καταφέρουμε, σε όλα αυτά τα πράγματα που συγκεντρώσαμε κάτω από τη γενική έννοια της Τύχης, θα πρέπει να προσθέσουμε και το πόσο ενδεδειγμένη και αποτελεσματική (ή όχι) μπορεί να είναι αυτή η παρακινδυνευμένη ενέργειά μας.

Οι ενέργειές μας είναι εξ ορισμού άρρηκτα συνδεδεμένες με τις αποφάσεις μας, και ως εκ τούτου επηρεάζονται από κάτι που θα μπορούσαμε, ίσως, να ονομάσουμε: το Ταλέντο μας.

Είμαι πεπεισμένος ότι κανένας δεν ελέγχει στο βαθμό που θα ήθελε τα πράγματα που τον απασχολούν, αλλά ξέρω επίσης ότι συμμετέχουμε υποχρεωτικά σε κάθε τι που μας αφορά. Όλα εκείνα στα οποία πρωταγωνιστούμε (δηλαδή, η ζωή μας η ίδια) σχετίζονται με τη συμπεριφορά μας, που κι αυτή είναι στενά συνδεδεμένη με την ιδέα που έχουμε για τον κόσμο και τον ίδιο μας τον εαυτό.
 
Για να το πω με τον δικό μου τρόπο:
 
Κατά κύριο λόγο, το να είμαι ενήλικος πάει να πει
πως αναλαμβάνω την ευθύνη
όσων κάνω κι όσων λέω,
όσων αποσιωπώ
κι όσων δεν κάνω.
Κι αυτό πάει να πει πως ξέρω ότι, ενεργητικός ή παθητικός…
Είμαι-αν όχι ο μόνος-, τουλάχιστον
ένας αναγκαίος συνυπεύθυνος
για όσα μου συμβαίνουν.
 
Φυσικά, αυτή η συνευθύνη που περιγράφω δεν παραπέμπει σε κάποια ικανότητά μας να προκαλούμε εμείς οι ίδιοι τα γεγονότα απλώς και μόνο ενεργώντας με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Αν ήταν έτσι, τότε αυτός θα ήταν ένας δρόμος προς την παντοδυναμία και όχι προς την ωριμότητα.

Ούτε βέβαια υποστηρίζω ότι μπορούμε να βασιστούμε σε κάποια ικανότητα πρόβλεψης- κάθε άλλο. Για μένα, το να είναι κανείς ενήλικος προϋποθέτει ότι γνωρίζει πως τα προγνωστικά του έχουν όρια, και παρά ταύτα αρνείται να χρησιμοποιήσει αυτό ακριβώς το επιχείρημα προκειμένου να ερμηνεύσει τις αντιξοότητες· προϋποθέτει επίσης ότι εγκαταλείπει τη συνήθειά του να ρίχνει το φταίξιμο στις απρόβλεπτες περιστάσεις και να προσπαθεί έτσι να δικαιολογήσει τα λάθη, τις παραλήψεις ή την απρονοησία του.

Η τεχνητή νοημοσύνη βοηθά όσο ένας γιατρός

Η τεχνητή νοημοσύνη φαίνεται ήδη να ανιχνεύει πολύ καλά διάφορες ασθένειες μέσω της μελέτης ιατρικών απεικονιστικών εξετάσεων, εμφανίζοντας παρόμοια επίπεδα ακρίβειας με επαγγελματίες και εξειδικευμένους γιατρούς.

Η τεχνητή νοημοσύνη στο πλευρό των γιατρών

Αυτό σύμφωνα με την πιο ολοκληρωμένη μέχρι σήμερα στον κόσμο μελέτη του ζητήματος.

Η ευρεία ανασκόπηση και μετα-ανάλυση όλων των έως τώρα επιστημονικών δημοσιεύσεων, διεθνώς, που αφορούν την ιατρική χρήση της τεχνητής νοημοσύνης, με επικεφαλής τον καθηγητή Άλαστερ Ντένιστον του βρετανικού Πανεπιστημίου του Μπέρμιγχαμ, δημοσιεύθηκε στο περιοδικό για θέματα ψηφιακής υγείας «The Lancet Digital Health».

Αν και υπάρχουν περισσότερα από 20.500 επιστημονικά άρθρα πάνω σε αυτό το θέμα μεταξύ 2012-2019, λίγες είναι προς το παρόν οι μελέτες που κρίνονται υψηλού επιπέδου, γι' αυτό εξακολουθεί, κατά τους ερευνητές, να υπάρχει μία αβεβαιότητα, όσον αφορά την πραγματική διαγνωστική δύναμη της ιατρικής τεχνητής νοημοσύνης.

Πάντως, οι έως τώρα ενδείξεις είναι ιδιαίτερα θετικές και ελπιδοφόρες, ενώ έχει ήδη δει το φως της δημοσιότητας έρευνα που μαρτυρά πως η τεχνητή νοημοσύνη ανιχνεύει τον καρκίνο του προστάτη.

Η εξέλιξη της τεχνητής νοημοσύνης

Ο συνδυασμός των μεγάλων δεδομένων (big data), της βαθιάς μηχανικής μάθησης (deep learning), των εξελιγμένων αλγόριθμων και της ολοένα μεγαλύτερης επεξεργαστικής ισχύος των υπολογιστών επιτρέπουν στις μηχανές να συναγωνίζονται ήδη τους γιατρούς σε ακρίβεια διαγνώσεων, από τους καρκίνους έως τις παθήσεις των ματιών.

Η νέα μελέτη τονίζει ότι η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να βοηθήσει σημαντικά τους γιατρούς, ιδίως στα νοσοκομεία που έχουν φόρτο εργασίας, στην ακρίβεια και στην ταχύτητα των διαγνώσεων. Προς το παρόν, πάντως, σύμφωνα με τον δρα Ντένιστον, «η τεχνητή νοημοσύνη δεν είναι σημαντικά καλύτερη από τις ανθρώπινες διαγνώσεις».

Συγκριτικά, οι καλύτεροι σήμερα ιατρικοί αλγόριθμοι επιτυγχάνουν ακρίβεια 87% στις διαγνώσεις τους, έναντι 86% των επαγγελματιών υγείας. Όσον αφορά τη δυνατότητα να διακρίνονται έγκαιρα οι άνθρωποι που δεν έχουν κάποια πάθηση, οι αλγόριθμοι φθάνουν σε ακρίβεια το 93%, έναντι 91% των ανθρώπων.

Οι ερευνητές επισήμαναν, όμως, ότι μέχρι στιγμής δεν έχουν πραγματοποιηθεί τυχαιοποιημένες κλινικές μελέτες που να συγκρίνουν στην πράξη την εξέλιξη της υγείας των ασθενών, των οποίων οι παθήσεις έχουν διαγνωσθεί είτε από άνθρωπο είτε από υπολογιστή, ώστε να διαπιστωθεί αν οι διαγνώσεις της τεχνητής νοημοσύνης οδηγούν επίσης σε καλύτερη έκβαση του ιατρικού προβλήματος, σε ταχύτερη θεραπεία, σε πιο γρήγορη έξοδο από το νοσοκομείο και σε μεγαλύτερη διάρκεια επιβίωσης.

Το Καθήκον της Ευτυχίας

«Υπάρχουν πλάσματα που η ευτυχία πέφτει μανιασμένα επάνω τους σαν να ήταν δυστυχία, και πράγματι αυτό είναι». -Φρανσουά Μιυριάκ
 
Τα Παράδοξα Εμπόδια της Ευτυχίας.
 
Η επιδίωξή μας για ευτυχία συναντά τρία παράδοξα. Ο στόχος της είναι τόσο ακαθόριστος, ώστε να γίνεται αποθαρρυντικός λόγω της ασάφειάς του. Η πραγματοποίησή της έχει ως αποτέλεσμα την πλήξη ή την απάθεια (υπό αυτή την έννοια, η ιδανική ευτυχία θα ήταν μια ευτυχία διαρκώς πραγματοποιούμενη και διαρκώς αναγεννώμενη, πράγμα που θα μας απάλλασσε από την διπλή παγίδα της απογοήτευσης και του κορεσμού). Και, τέλος, η επιδίωξη αυτή παραβλέπει την οδύνη σε σημείο να βρισκόμαστε εντελώς άοπλοι απέναντι της όταν εμφανιστεί μπροστά μας.
 
Στην πρώτη περίπτωση ο ίδιος ο αφηρημένος χαρακτήρας της ευτυχίας εξηγεί τη γοητεία που εξασκεί επάνω μας και την αγωνία που μας προκαλεί. Όχι μόνο δυσπιστούμε απέναντι στους προκατασκευασμένους παραδείσους, αλλά δεν είμαστε ποτέ σίγουροι πως είμαστε πραγματικά ευτυχισμένοι. Όταν αναρωτιόμαστε αν είμαστε ή όχι, έχουμε αυτομάτως παύσει να είμαστε. Εξ ου και το πάθιασμά μας με αυτή την κατάσταση συνδέεται επίσης με δυο στάσεις, τον κομφορμισμό και τον φθόνο, τις δυο ασθένειες της δημοκρατικής κουλτούρας: την ευθυγράμμιση με τις ηδονές της πλειονότητας και τον υπερβολικό θαυμασμό για τους εκλεκτούς, τους ευνοούμενους της τύχης.
 
Στην δεύτερη περίπτωση, η επιδίωξη της ευτυχίας, στη λαϊκή της μορφή, στην Ευρώπη συμπίπτει με την έλευση της πεζότητας αυτού του καινούριου εγκόσμιου καθεστώτος που εγκαθιδρύεται στην αυγή της σύγχρονης εποχής όπου, μετά την απόσυρση του Θεού, έχουμε τον θρίαμβο της άθρησκης ζωής συρρικνωμένης στην απόλυτη πεζότητά της.
 
Η πεζότητα ή η νίκη της αστικής τάξης: μετριότητα, ανουσιότητα, χυδαιότητα.
 
Τέλος, ένας τέτοιος σκοπός όπως είναι η ευτυχία, καθώς αποβλέπει στην εξαφάνιση της οδύνης, την μεταθέτει ακούσια στο κέντρο του συστήματος. Σε σημείο που ο σημερινός άνθρωπος υποφέρει επίσης κι από την επιθυμία του να μην θέλει πια να υποφέρει, έτσι καθώς μπορούμε να αρρωστήσουμε επιζητώντας επίμονα την τέλεια υγεία.
 
Η εποχή μας αφηγείται μια αλλόκοτη ιστορία: την ιστορία μιας κοινωνίας απόλυτα δοσμένης στον ηδονισμό, για την οποία τα πάντα γίνονται δυσφορία, μαρτύριο. Η δυστυχία δεν είναι πια απλώς και μόνον η δυστυχία: ακόμα χειρότερα, είναι η αποτυχία της ευτυχίας.
 
Σαν καθήκον για ευτυχία, εννοώ λοιπόν αυτή την κυρίαρχη ιδεολογία του δεύτερου μισού του εικοστού αιώνα, που μας ωθεί να αξιολογούμε τα πάντα από την οπτική γωνία της ευχαρίστησης και της δυσαρέσκειας, αυτήν την κλήτευση στην ευφορία, που ρίχνει στην ντροπή και στη δυσφορία εκείνους που δεν την προσυπογράφουν.
 
Διπλή επιταγή: από την μια, πρέπει να αντλούμε ό,τι το καλύτερο από την ζωή• από την άλλη, να θλιβόμαστε, να τιμωρούμαστε αν δεν τα καταφέρουμε.
 
Διαστροφή μιας από τις ωραιότερες ιδέες: πως ο καθένας μας έχει την δυνατότητα να διαχειρίζεται το πεπρωμένο του και να βελτιώνει τη ζωή του. Πώς ένα χειραφετικό σύνθημα του Διαφωτισμού, το δικαίωμα στην ευτυχία, μπόρεσε να μεταμορφωθεί σε σκληροπυρηνικό δόγμα; Αυτή είναι η περιπέτεια που θα προσπαθήσουμε να περιγράψουμε.
 
Το Υπέρτατο Αγαθό έχει τόσα πολλά νοήματα, ώστε το κολλάμε επάνω σε ορισμένα συλλογικά ιδανικά: την υγεία, τον πλούτο, το σώμα, τις ανέσεις, την ευμάρεια, όλα αυτά τα βλέπουμε σαν τάλισμαν που πάνω τους το Υπέρτατο Αγαθό θα επικαθίσει σαν πουλί σε ξόβεργα. Τα μέσα γίνονται σκοποί κι αποκαλύπτουν την ανεπάρκειά τους όταν η αναμενόμενη αγαλλίαση δεν εμφανιστεί στο ραντεβού. Τόσο ώστε -τι παρανόηση- συχνά μας απομακρύνουν από την ευτυχία ακριβώς εκείνα τα μέσα που υποτίθεται πως θα μας βοηθούσαν να την προσεγγίσουμε.
 
Εξ ου και οι συχνές παρανοήσεις σχετικά με αυτήν: πως πρέπει να την διεκδικήσουμε σαν κάτι που μας το οφείλουν, να τη μάθουμε σαν μια σχολική ύλη, να την κατασκευάσουμε όπως χτίζεται ένα σπίτι• πως είναι κάτι που αγοράζεται, που μεταφράζεται σε χρήμα, πως κάποιοι την κατέχουν από σίγουρη πηγή και πως αρκεί να τους μιμηθούμε για να μας αγκαλιάσει κι εμάς η αύρα που τους τυλίγει.
 
Αντίθετα με μια κοινοτοπία που επαναλαμβάνεται ακούραστα από τον Αριστοτέλη ως σήμερα (αλλά στον Αριστοτέλη ο όρος είχε άλλη σημασία), δεν είναι αλήθεια πως όλοι μας επιζητούμε την ευτυχία, η οποία αποτελεί μια δυτική αξία, ιστορικά χρονολογημένη. Υπάρχουν και άλλες, η ελευθερία, η δικαιοσύνη, ο έρωτας, η φιλία, που μπορούν να τεθούν πάνω από την ευτυχία- και πώς να γνωρίζουμε τι επιζητούν όλοι οι άνθρωποι από τότε που υπάρχουν; Απλώς διατυπώνουμε κούφιες γενικεύσεις.
 
Δεν είμαστε εναντίον της ευτυχίας, αλλά εναντίον της μεταλλαγής αυτού του εύθραυστου συναισθήματος σε ένα πραγματικό συλλογικό ναρκωτικό -κάτω από χημικές, πνευματικές, ψυχολογικές, θρησκευτικές μορφές- στο οποίο θα πρέπει να εθιστούμε όλοι μας. Οι πιο προχωρημένες φιλοσοφίες και επιστήμες οφείλουν να ομολογήσουν την αδυναμία τους να εγγυηθούν την ευδαιμονία των λαών ή των προσώπων. Κάθε φορά που η ευτυχία μάς αγγίζει, είναι η έκφραση μιας δωρεάς, μιας εύνοιας κι όχι αποτέλεσμα ενός υπολογισμού, μιας ειδικής συμπεριφοράς. Κι ίσως να γνωρίζουμε πολύ περισσότερο τις χαρές αυτού του κόσμου, την καλοτυχία, τις ηδονές, τις επιτυχίες, όταν παραιτηθούμε από το όνειρο να συναντήσουμε την μακαριότητα με κεφαλαίο Μ.
 
Σήμερα νιώθουμε την επιθυμία να απαντήσουμε στον νεαρό Μιραμπώ: «αγαπώ πάρα πολύ την ζωή για να θέλω να είμαι μονάχα ευτυχισμένος»

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ: Ἠθικὰ Νικομάχεια (1125b-1126b)

[V] Πραότης δ᾽ ἐστὶ μεσότης περὶ ὀργάς· ἀνωνύμου δ᾽ ὄντος τοῦ μέσου, σχεδὸν δὲ καὶ τῶν ἄκρων, ἐπὶ τὸ μέσον τὴν πραότητα φέρομεν, πρὸς τὴν ἔλλειψιν ἀποκλίνουσαν, ἀνώνυμον οὖσαν. ἡ δ᾽ ὑπερβολὴ ὀργιλότης τις λέγοιτ᾽ ἄν. τὸ μὲν γὰρ πάθος ἐστὶν ὀργή, τὰ δ᾽ ἐμποιοῦντα πολλὰ καὶ διαφέροντα. ὁ μὲν οὖν ἐφ᾽ οἷς δεῖ καὶ οἷς δεῖ ὀργιζόμενος, ἔτι δὲ καὶ ὡς δεῖ καὶ ὅτε καὶ ὅσον χρόνον, ἐπαινεῖται· πρᾶος δὴ οὗτος ἂν εἴη, εἴπερ ἡ πραότης ἐπαινεῖται. βούλεται γὰρ ὁ πρᾶος ἀτάραχος εἶναι καὶ μὴ ἄγεσθαι ὑπὸ τοῦ πάθους, ἀλλ᾽ ὡς ἂν ὁ λόγος τάξῃ, οὕτω καὶ ἐπὶ τούτοις καὶ ἐπὶ

[1126a] τοσοῦτον χρόνον χαλεπαίνειν· ἁμαρτάνειν δὲ δοκεῖ μᾶλλον ἐπὶ τὴν ἔλλειψιν· οὐ γὰρ τιμωρητικὸς ὁ πρᾶος, ἀλλὰ μᾶλλον συγγνωμονικός. ἡ δ᾽ ἔλλειψις, εἴτ᾽ ἀοργησία τίς ἐστιν εἴθ᾽ ὅ τι δή ποτε, ψέγεται. οἱ γὰρ μὴ ὀργιζόμενοι ἐφ᾽ οἷς δεῖ ἠλίθιοι δοκοῦσιν εἶναι, καὶ οἱ μὴ ὡς δεῖ μηδ᾽ ὅτε μηδ᾽ οἷς δεῖ· δοκεῖ γὰρ οὐκ αἰσθάνεσθαι οὐδὲ λυπεῖσθαι, μὴ ὀργιζόμενός τε οὐκ εἶναι ἀμυντικός, τὸ δὲ προπηλακιζόμενον ἀνέχεσθαι καὶ τοὺς οἰκείους περιορᾶν ἀνδραποδῶδες. ἡ δ᾽ ὑπερβολὴ κατὰ πάντα μὲν γίνεται (καὶ γὰρ οἷς οὐ δεῖ, καὶ ἐφ᾽ οἷς οὐ δεῖ, καὶ μᾶλλον ἢ δεῖ, καὶ θᾶττον, καὶ πλείω χρόνον), οὐ μὴν ἅπαντά γε τῷ αὐτῷ ὑπάρχει. οὐ γὰρ ἂν δύναιτ᾽ εἶναι· τὸ γὰρ κακὸν καὶ ἑαυτὸ ἀπόλλυσι, κἂν ὁλόκληρον ᾖ, ἀφόρητον γίνεται. οἱ μὲν οὖν ὀργίλοι ταχέως μὲν ὀργίζονται καὶ οἷς οὐ δεῖ καὶ ἐφ᾽ οἷς οὐ δεῖ καὶ μᾶλλον ἢ δεῖ, παύονται δὲ ταχέως· ὃ καὶ βέλτιστον ἔχουσιν. συμβαίνει δ᾽ αὐτοῖς τοῦτο, ὅτι οὐ κατέχουσι τὴν ὀργὴν ἀλλ᾽ ἀνταποδιδόασιν ᾗ φανεροί εἰσι διὰ τὴν ὀξύτητα, εἶτ᾽ ἀποπαύονται. ὑπερβολῇ δ᾽ εἰσὶν οἱ ἀκρόχολοι ὀξεῖς καὶ πρὸς πᾶν ὀργίλοι καὶ ἐπὶ παντί· ὅθεν καὶ τοὔνομα. οἱ δὲ πικροὶ δυσδιάλυτοι, καὶ πολὺν χρόνον ὀργίζονται· κατέχουσι γὰρ τὸν θυμόν. παῦλα δὲ γίνεται ὅταν ἀνταποδιδῷ· ἡ γὰρ τιμωρία παύει τῆς ὀργῆς, ἡδονὴν ἀντὶ τῆς λύπης ἐμποιοῦσα. τούτου δὲ μὴ γινομένου τὸ βάρος ἔχουσιν· διὰ γὰρ τὸ μὴ ἐπιφανὲς εἶναι οὐδὲ συμπείθει αὐτοὺς οὐδείς, ἐν αὑτῷ δὲ πέψαι τὴν ὀργὴν χρόνου δεῖ. εἰσὶ δ᾽ οἱ τοιοῦτοι ἑαυτοῖς ὀχληρότατοι καὶ τοῖς μάλιστα φίλοις. χαλεποὺς δὲ λέγομεν τοὺς ἐφ᾽ οἷς τε μὴ δεῖ χαλεπαίνοντας καὶ μᾶλλον ἢ δεῖ καὶ πλείω χρόνον, καὶ μὴ διαλλαττομένους ἄνευ τιμωρίας ἢ κολάσεως. τῇ πραότητι δὲ μᾶλλον τὴν ὑπερβολὴν ἀντιτίθεμεν· καὶ γὰρ μᾶλλον γίνεται· ἀνθρωπικώτερον γὰρ τὸ τιμωρεῖσθαι· καὶ πρὸς τὸ συμβιοῦν οἱ χαλεποὶ χείρους. ὃ δὲ καὶ ἐν τοῖς πρότερον εἴρηται, καὶ ἐκ τῶν λεγομένων δῆλον· οὐ γὰρ ῥᾴδιον διορίσαι τὸ πῶς καὶ τίσι καὶ ἐπὶ ποίοις καὶ πόσον χρόνον ὀργιστέον, καὶ τὸ μέχρι τίνος ὀρθῶς ποιεῖ τις ἢ ἁμαρτάνει. ὁ μὲν γὰρ μικρὸν παρεκβαίνων οὐ ψέγεται, οὔτ᾽ ἐπὶ τὸ μᾶλλον οὔτ᾽ ἐπὶ τὸ ἧττον· ἐνίοτε γὰρ τοὺς ἐλλείποντας

[1126b] ἐπαινοῦμεν καὶ πράους φαμέν, καὶ τοὺς χαλεπαίνοντας ἀνδρώδεις ὡς δυναμένους ἄρχειν. ὁ δὴ πόσον καὶ πῶς παρεκβαίνων ψεκτός, οὐ ῥᾴδιον τῷ λόγῳ ἀποδοῦναι· ἐν γὰρ τοῖς καθ᾽ ἕκαστα κἀν τῇ αἰσθήσει ἡ κρίσις. ἀλλὰ τό γε τοσοῦτον δῆλον, ὅτι ἡ μὲν μέση ἕξις ἐπαινετή, καθ᾽ ἣν οἷς δεῖ ὀργιζόμεθα καὶ ἐφ᾽ οἷς δεῖ καὶ ὡς δεῖ καὶ πάντα τὰ τοιαῦτα, αἱ δ᾽ ὑπερβολαὶ καὶ ἐλλείψεις ψεκταί, καὶ ἐπὶ μικρὸν μὲν γινόμεναι ἠρέμα, ἐπὶ πλέον δὲ μᾶλλον, ἐπὶ πολὺ δὲ σφόδρα. δῆλον οὖν ὅτι τῆς μέσης ἕξεως ἀνθεκτέον. αἱ μὲν οὖν περὶ τὴν ὀργὴν ἕξεις εἰρήσθωσαν.

***
[5] Η πραότητα είναι μεσότητα στην περιοχή της οργής. Στην πραγματικότητα δεν υπάρχει στη γλώσσα μας λέξη που να δηλώνει το μέσον, όπως, γενικά, και τα δύο άκρα. Χρησιμοποιούμε λοιπόν για το μέσον τη λέξη «πραότητα», μολονότι αυτή κλίνει προς την πλευρά της έλλειψης, για την οποία δεν υπάρχει ξεχωριστή λέξη. Για την υπερβολή θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί η λέξη οργιλότητα. Γιατί το πάθος για το οποίο μιλούμε είναι η οργή, και αυτά που την προκαλούν είναι πολλά και διάφορα.

Αυτός λοιπόν που οργίζεται γι᾽ αυτά που πρέπει και με αυτούς που πρέπει, και ακόμη με τον τρόπο που πρέπει, τότε που πρέπει και για όσον χρόνο πρέπει, αυτός επαινείται. Αυτός, λέω, είναι ο πράος, αφού η πραότητα επαινείται. Πραγματικά, ο πράος θέλει να είναι ατάραχος και να μην άγεται από το πάθος, αλλά να οργίζεται με τον τρόπο, για τα πράγματα και

[1126a] για όσον χρόνο ορίζει ο ορθός λόγος. Η λανθασμένη συμπεριφορά του φαίνεται πως είναι μάλλον προς την κατεύθυνση της έλλειψης· γιατί ο πράος δεν είναι εκδικητικός άνθρωπος, αλλά μάλλον άνθρωπος της κατανόησης και της επιείκειας.

Η έλλειψη —είτε την πούμε αοργησία είτε οτιδήποτε άλλο— ψέγεται. Γιατί αυτοί που δεν οργίζονται για όσα πρέπει, θεωρούνται ανόητοι· το ίδιο και αυτοί που δεν οργίζονται με τον τρόπο που πρέπει ή όταν πρέπει ή με τους ανθρώπους που πρέπει· γιατί οι άνθρωποι αυτοί θεωρούνται ότι δεν αντιλαμβάνονται τίποτε και ότι δεν αισθάνονται λύπη, και ο άνθρωπος που δεν οργίζεται, θεωρείται ότι δεν έχει την ιδιότητα να αμύνεται· κάτι ακόμη: το να ανέχεται κανείς προπηλακισμούς σε βάρος του ίδιου του εαυτού του και σε βάρος των δικών του ανθρώπων δείχνει ότι έχει χαρακτηριστικά δούλου.

Η υπερβολή γίνεται με όλες τις προϋποθέσεις που είπαμε (οργίζεται δηλαδή κανείς με ανθρώπους που δεν πρέπει, για πράγματα που δεν πρέπει, περισσότερο από ό,τι πρέπει, πιο γρήγορα και για περισσότερο χρόνο), αυτά όμως δεν υπάρχουν, φυσικά, όλα μαζί στο ίδιο άτομο. Ούτε και θα μπορούσαν, πράγματι· γιατί το κακό και τον ίδιο τον εαυτό του καταστρέφει και, αν εμφανίζεται με το σύνολο των μορφών του, είναι κάτι το ανυπόφορο.

Οι οργίλοι λοιπόν και γρήγορα οργίζονται, και με αυτούς που δεν πρέπει, και για πράγματα που δεν πρέπει και περισσότερο από ό,τι πρέπει, η οργή τους όμως υποχωρεί γρήγορα· αυτό είναι το καλύτερο που έχουν. Αυτό τους συμβαίνει επειδή δεν συγκρατούν την οργή τους, αλλά, λόγω της ορμητικότητας του χαρακτήρα τους, αντιδρούν αμέσως, με φανερό μάλιστα τρόπο — και ευθύς η οργή τους υποχωρεί. Οι χολερικοί άνθρωποι είναι εξαιρετικά ορμητικοί, οργίζονται για το καθετί και με κάθε ευκαιρία· εξού και το όνομά τους.

Οι μουτρωμένοι και κατσούφηδες άνθρωποι καταπραΰνονται δύσκολα και η οργή τους κρατάει για μεγάλο διάστημα χρόνου· ο λόγος είναι ότι αυτοί συγκρατούν την οργή τους. Η οργή αυτού του ανθρώπου υποχωρεί, όταν ανταποδώσει τα ίσα· η εκδίκηση σταματάει, πράγματι, την οργή, καθώς στη θέση της λύπης προκαλεί ευχαρίστηση. Όσο δεν γίνεται αυτό, οι άνθρωποι αυτοί έχουν μέσα τους το βάρος: καθώς αυτό δεν είναι φανερό, κανένας δεν μπορεί να τους βοηθήσει πείθοντάς τους — και το να χωνέψεις ο ίδιος μέσα σου την οργή, είναι κάτι που θέλει χρόνο. Οι άνθρωποι αυτοί είναι εξαιρετικά οχληροί στον εαυτό τους και στους πιο καλούς τους φίλους. Τους ανθρώπους που τα βάζουν με αυτούς που δεν πρέπει, περισσότερο από ό,τι πρέπει και για περισσότερο χρόνο, και που δεν συμφιλιώνονται ώσπου να εκδικηθούν και να τιμωρήσουν τους λέμε δύστροπους. Αντίθετη στην πραότητα θεωρούμε πιο πολύ την υπερβολή, για τον λόγο ότι είναι πιο συχνή (η εκδίκηση προσιδιάζει, πράγματι, περισσότερο στην ανθρώπινη φύση)· επιπλέον, οι δύστροποι άνθρωποι είναι χειρότεροι για να συμβιώσει κανείς μαζί τους.

Αυτό που έχουμε ήδη πει στα προηγούμενα, γίνεται φανερό και από αυτά που λέμε τώρα. Δεν είναι δηλαδή δυνατό να ορίσουμε με ακρίβεια με ποιόν τρόπο, με ποιούς, με τί και για πόσο χρόνο πρέπει κανείς να οργίζεται, όπως επίσης και το ως ποιό σημείο ενεργεί κανείς σωστά και ύστερα περνάει στο λάθος. Γιατί όποιος παρεκκλίνει λίγο μόνο από τη σωστή γραμμή —είτε προς το περισσότερο είτε προς το λιγότερο— δεν ψέγεται· μερικές, πράγματι, φορές επαινούμε αυτούς που ελλείπουν

[1126b] και τους λέμε πράους, και μερικές φορές ονομάζουμε «άντρες» τους ανθρώπους που οργίζονται, γιατί είναι, λέει, ικανοί να κυβερνήσουν. Δεν είναι λοιπόν εύκολο να πούμε με τον λόγο μας πόσο και πώς πρέπει να παρεκκλίνει κανείς από τη σωστή γραμμή για να είναι ψεκτός· γιατί η απόφαση εξαρτάται από τα επιμέρους πράγματα και από την εντύπωση της στιγμής. Εν πάση περιπτώσει, τόσο τουλάχιστο έχει γίνει φανερό, ότι η μέση έξη είναι επαινετή: αυτή που μας κάνει να οργιζόμαστε με τους ανθρώπους που πρέπει, για τα πράγματα που πρέπει, με τον τρόπο που πρέπει και όλα τα άλλα που έχουμε πει. Αντίθετα, οι υπερβολές και οι ελλείψεις είναι ψεκτές: ελαφρά αν η απόκλιση είναι μικρή, περισσότερο αν η απόκλιση είναι μεγαλύτερη, έντονα αν η απόκλιση είναι πολύ μεγάλη. Είναι λοιπόν φανερό ότι πρέπει να μένουμε προσκολλημένοι στη μέση έξη.
Ας θεωρηθούν λοιπόν αρκετά όσα είπαμε για τις σχετικές με την οργή έξεις.