Πέμπτη, 19 Σεπτεμβρίου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Πλοῦτος (362-414)

ΒΛ. φεῦ,
ὡς οὐδὲν ἀτεχνῶς ὑγιές ἐστιν οὐδενός,
ἀλλ᾽ εἰσὶ τοῦ κέρδους ἅπαντες ἥττονες.
ΧΡ. οὔ τοι μὰ τὴν Δήμητρ᾽ ὑγιαίνειν μοι δοκεῖς.
365 ΒΛ. ὡς πολὺ μεθέστηχ᾽ ὧν πρότερον εἶχεν τρόπων.
ΧΡ. μελαγχολᾷς, ὦνθρωπε, νὴ τὸν οὐρανόν.
ΒΛ. ἀλλ᾽ οὐδὲ τὸ βλέμμ᾽ αὐτὸ κατὰ χώραν ἔχει,
ἀλλ᾽ ἐστὶν ἐπιδηλοῦν τι πεπανουργηκότα.
ΧΡ. σὺ μὲν οἶδ᾽ ὃ κρώζεις· ὡς ἐμοῦ τι κεκλοφότος
370 ζητεῖς μεταλαβεῖν. ΒΛ. μεταλαβεῖν ζητῶ; τίνος;
ΧΡ. τὸ δ᾽ ἐστὶν οὐ τοιοῦτον, ἀλλ᾽ ἑτέρως ἔχον.
ΒΛ. μῶν οὐ κέκλοφας, ἀλλ᾽ ἥρπακας; ΧΡ. κακοδαιμονᾷς.
ΒΛ. ἀλλ᾽ οὐδὲ μὴν ἀπεστέρηκάς γ᾽ οὐδένα;
ΧΡ. οὐ δῆτ᾽ ἔγωγ᾽. ΒΛ. ὦ Ἡράκλεις, φέρε, ποῖ τις ἂν
375 τράποιτο; τἀληθὲς γὰρ οὐκ ἐθέλει φράσαι.
ΧΡ. κατηγορεῖς γὰρ πρὶν μαθεῖν τὸ πρᾶγμά μου.
ΒΛ. ὦ τᾶν, ἐγώ σοι τοῦτ᾽ ἀπὸ σμικροῦ πάνυ
ἐθέλω διαπρᾶξαι πρὶν πυθέσθαι τὴν πόλιν,
τὸ στόμ᾽ ἐπιβύσας κέρμασιν τῶν ῥητόρων.
380 ΧΡ. καὶ μὴν φίλως γ᾽ ἄν μοι δοκεῖς νὴ τοὺς θεοὺς
τρεῖς μνᾶς ἀναλώσας λογίσασθαι δώδεκα.
ΒΛ. ὁρῶ τιν᾽ ἐπὶ τοῦ βήματος καθεδούμενον
ἱκετηρίαν ἔχοντα μετὰ τῶν παιδίων
καὶ τῆς γυναικός, κοὐ διοίσοντ᾽ ἄντικρυς
385 τῶν Ἡρακλειδῶν οὐδ᾽ ὁτιοῦν τῶν Παμφίλου.
ΧΡ. οὔκ, ὦ κακόδαιμον, ἀλλὰ τοὺς χρηστοὺς μόνους
ἔγωγε καὶ τοὺς δικαίους καὶ σώφρονας
ἀπαρτὶ πλουτῆσαι ποήσω. ΒΛ. τί σὺ λέγεις;
οὕτω πάνυ πολλὰ κέκλοφας; ΧΡ. οἴμοι τῶν κακῶν,
390 ἀπολεῖς. ΒΛ. σὺ μὲν οὖν σεαυτόν, ὥς γ᾽ ἐμοὶ δοκεῖς.
ΧΡ. οὐ δῆτ᾽, ἐπεὶ τὸν Πλοῦτον, ὦ μόχθηρε σύ,
ἔχω. ΒΛ. σὺ Πλοῦτον; ποῖον; ΧΡ. αὐτὸν τὸν θεόν.
ΒΛ. καὶ ποῦ ᾽στιν; ΧΡ. ἔνδον. ΒΛ. ποῦ; ΧΡ. παρ᾽ ἐμοί. ΒΛ. παρὰ σοί; ΧΡ. πάνυ.
ΒΛ. οὐκ ἐς κόρακας; Πλοῦτος παρὰ σοί; ΧΡ. νὴ τοὺς θεούς.
395 ΒΛ. λέγεις ἀληθῆ; ΧΡ. φημί. ΒΛ. πρὸς τῆς Ἑστίας;
ΧΡ. νὴ τὸν Ποσειδῶ. ΒΛ. τὸν θαλάττιον λέγεις;
ΧΡ. εἰ δ᾽ ἔστιν ἕτερός τις Ποσειδῶν, τὸν ἕτερον.
ΒΛ. εἶτ᾽ οὐ διαπέμπεις καὶ πρὸς ἡμᾶς, τοὺς φίλους;
ΧΡ. οὐκ ἔστι πω τὰ πράγματ᾽ ἐν τούτῳ. ΒΛ. τί φῄς;
400 οὐ τῷ μεταδοῦναι; ΧΡ. μὰ Δία· δεῖ γὰρ πρῶτα— ΒΛ. τί;
ΧΡ. βλέψαι ποῆσαι νώ— ΒΛ. τίνα βλέψαι; φράσον.
ΧΡ. τὸν Πλοῦτον, ὥσπερ πρότερον, ἑνί γέ τῳ τρόπῳ.
ΒΛ. τυφλὸς γὰρ ὄντως ἐστί; ΧΡ. νὴ τὸν οὐρανόν.
ΒΛ. οὐκ ἐτὸς ἄρ᾽ ὡς ἔμ᾽ ἦλθεν οὐδεπώποτε.
405 ΧΡ. ἀλλ᾽ ἢν θεοὶ θέλωσι, νῦν ἀφίξεται.
ΒΛ. οὔκουν ἰατρὸν εἰσαγαγεῖν ἐχρῆν τινά;
ΧΡ. τίς δῆτ᾽ ἰατρός ἐστι νῦν ἐν τῇ πόλει;
οὔτε γὰρ ὁ μισθὸς οὐδέν ἐστ᾽ οὔθ᾽ ἡ τέχνη.
ΒΛ. σκοπῶμεν. ΧΡ. ἀλλ᾽ οὐκ ἔστιν. ΒΛ. οὐδ᾽ ἐμοὶ δοκεῖ.
410 ΧΡ. μὰ Δί᾽, ἀλλ᾽ ὅπερ πάλαι παρεσκευαζόμην
ἐγώ, κατακλίνειν αὐτὸν εἰς Ἀσκληπιοῦ
κράτιστόν ἐστι. ΒΛ. πολὺ μὲν οὖν, νὴ τοὺς θεούς.
μή νυν διάτριβ᾽, ἀλλ᾽ ἅνυε πράττων ἕν γέ τι.
ΧΡ. καὶ δὴ βαδίζω. ΒΛ. σπεῦδέ νυν. ΧΡ. τοῦτ᾽ αὐτὸ δρῶ.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ - ΙΦΙΣ

ΙΦΙΣ
(φύλο, από κορίτσι σε αγόρι)
 
Το αμφίσημο όνομα Ίφις προδίδει την ιστορία μιας μεταμόρφωσης από το ένα φύλο στο άλλο, από κορίτσι σε αγόρι. Η Ίφις ήταν κόρη ελεύθερων αλλά φτωχών Κρητών από τη Φαιστό, του Λίγδου και της Τελέθουσας. Όταν η Τελέθουσα έμεινε έγκυος, ο Λίγδος της παρήγγειλε να του παρουσιάσει το παιδί μόνο αν ήταν αγόρι, αν ήταν κορίτσι να το σκοτώσει. Λίγο πριν γεννήσει, η Τελέθουσα είδε σε όραμα τη θεά Ίσιδα σε όλο το μεγαλείο και με όλη τη συνοδεία της που την πρόσταξε να αναθρέψει το παιδί όποιο κι αν ήταν το φύλο του. Το παιδί γεννήθηκε και η μητέρα, υπακούοντας στις θεϊκές προσταγές, για να σώσει το κορίτσι, το έντυσε αγόρι και το παρουσίασε σαν αγόρι, ενώ ο πατέρας τού έδωσε το όνομα που είχε ο δικός του πατέρας. Ο έρωτας της ξεχωριστής για την ομορφιά και την καταγωγή της Ιάνθης για τον δεκατριάχρονο Ίφι και ο αρραβώνας τους που τόσο επιζητούσε ο πατέρας του/της έφερε σε δύσκολη θέση την Τελέθουσα αλλά και το κορίτσι που ντρεπόταν για το άνομο πάθος του για την ομόφυλή της Ιάνθη. Οι προσευχές της στην Ίσιδα προκάλεσαν τον οίκτο της θεάς που, θέλοντας να απαλλάξει τη μητέρα από τις συνέπειες μιας αποκάλυψης, μεταμόρφωσε* την Ίφιδα σε αγόρι.
 
Η ιστορία της/του Ίφιδας θυμίζει της Λευκίππης / του Λεύκιππου -και οι δυο κρητικοπούλες, και για τις δυο ο πατέρας τους είχε ζητήσει να είναι αγόρια, και των δυο το φύλο το έκρυψε η μητέρα τους μέχρι που έφτασαν σε ηλικία γάμου, στη διάσωση και των δυο έπαιξαν μάντεις, ιερείς ή θεοί.
----------------------------
*Η μεταμόρφωση της Ίφιδος
 
Τραντάχτηκε, της φάνηκε [της Τελέθουσας], ο βωμός (και τράνταγμα στ'
αλήθεια είχε γίνει),
σειστήκανε οι θύρες του ναού, τα κέρατα που μοιάζαν τη σελήνη
ανάλαμψαν, τα σείστρα της θεάς με θόρυβο μεγάλο κροταλίσαν -
καλό σημάδι, χάρηκε, αλλά οι έγνοιες την καρδιά της δεν αφήσαν.
Βγήκε απ' της θεάς το ιερό· η κόρη ακολουθεί τα βήματά της,
αλλά με βήμα τώρα πιο ανοιχτό· αλλάζει κι η λευκάδα της χιονάτης της
όψης της, πιο δυνατό κορμί, και στη θωριά της κάτι είχε σκληρύνει,
της κεφαλής η κόμη πιο κοντή κι αχτένιστη, σαν αγοριού και κείνη.
Είχε γυναίκεια δύναμη πιο πριν, αντρίκειο σφρίγος νιώθει να 'χει τώρα.
Κι αγόρι είχε γίνει, αληθώς! Ναι, στη θεά προσφέρετε τα δώρα,
χαρείτε άφοβα. Εκρέμασαν ευθύς τις προσφορές στου ιερού τον τοίχο
κι απάνω, ευχαριστώντας τη θεά, εσκάλισαν τούτον εδώ το στίχο:
ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΦΙ: ΤΑΜΑ ΚΟΡΙΤΣΙΟΥ ΠΟΥ ΤΩΡΑ ΞΕΠΛΗΡΩΝΕΙ ΣΑΝ ΑΓΟΡΙ.
Την άλλη μέρα ήλιος λαμπερός απλώνονταν σε θάλασσες και όρη·
όλοι του γάμου άγιοι και θεοί μαζώχτηκαν, χαρά γαμπρού και νύφης,
και έτσι, άντρας πια κανονικός, επήρε την Ιάνθη του ο Ίφις.
(Οβ., Μετ. 9.782-797)

Η αβάσταχτη καταπίεση της επιτυχίας

Φαντάσου την εξής εικόνα: ένας γνωστός σου, σε συναντά στο δρόμο και σε ρωτά το τυπικό «τι κάνεις». Μέχρι πριν από λίγες δεκαετίες, το παράδοξο ήταν πως η αναμενόμενη απάντηση θα ήταν «καλά» ακόμα κι αν η ζωή σου ήταν στο χείλος της καταστροφής. Σήμερα τη θέση του «καλά» έχει αρχίσει να παίρνει το «τρέχω».

Η τυπική εικόνα του ανθρώπου που είναι «καλά», είναι πλέον η εικόνα του ανθρώπου που είναι απασχολημένος, δραστήριος, που δεν έχει χρόνο για ξεκούραση, γιατί η επιτυχία απαιτεί θυσίες και σκληρή δουλειά. Η επιτυχία, όμως, είναι μόνη της μία ανταμοιβή έτσι δεν είναι; Η καλή φήμη, τα χρήματα, οι γνωριμίες, ο έπαινος, αποτελούν θαυμάσια κίνητρα για να προσπαθείς να είσαι ο καλύτερος ή τουλάχιστον πετυχημένος.

Πως επηρεάζει η κοινωνία τις επιλογές μας


Η κοινωνία μας, σε μεγάλο βαθμό, προωθεί αυτό ακριβώς το πρότυπο, από τις διαφημίσεις μέχρι τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης κι από τον κινηματογράφο και τη μουσική μέχρι τον ίδιο μας τον κοινωνικό κύκλο. Καλό αυτοκίνητο, ακριβά κοσμήματα, κύρος από ένα καταξιωμένο επάγγελμα, ταξίδια στην πρώτη θέση ο θαυμασμός των άλλων, να μας δείχνουν το πόσο κοντά σ’ αυτό το ιδεώδες είναι η δική τους ζωή.

Κι εγώ, αφού εγώ δεν κάνω τίποτα απ’ αυτά που βλέπω να κάνουν οι άλλοι, τότε κάτι κάνω λάθος, σαν να φαίνεται πως η δική μου ζωή δεν έχει τόση αξία. Τί κάνω λοιπόν; Προσπαθώ με μανία να είμαι κι εγώ επιτυχημένος ή ντρέπομαι για την μετριότητά μου; Προσπαθώ να παίρνω καλούς βαθμούς στο σχολείο, να βγάζω πιο πολλά λεφτά, να πάρω καλύτερο κινητό, καλύτερο αυτοκίνητο, μεγαλύτερο σπίτι; Ίσως και να τα καταφέρνω, ίσως και όχι.
Πάντα όμως αισθάνομαι μία φωνή μέσα μου να μου λέει πως πρέπει να προσπαθήσω περισσότερο, να μην συμβιβάζομαι με τον εύκολο δρόμο αλλά να επιλέγω πάντα τον δυσκολότερο, να προσπαθώ να είμαι ο καλύτερος.
Αυτή η φωνή είναι πάντα εκεί για να με ωθεί να φέρω εις πέρας όλο και μεγαλύτερες επιτυχίες, να ζω σύμφωνα με όλο και πιο αυστηρά κριτήρια κι όταν τα καταφέρνω απλά να μένει σιωπηλή για λίγο μέχρι να μου υπενθυμίσει ότι θα μπορούσα και καλύτερα.

Πως επηρεάζουν οι γονείς τις επιλογές μας


Ποια είναι αυτή η φωνή και γιατί μερικοί από εμάς νιώθουμε τόσο έντονα την ανάγκη να δείξουμε ότι είμαστε πετυχημένοι; Όλοι μας θα έχουμε ακούσει (μάλλον πολύ συχνά) έναν γονιό να λέει, «θέλω το παιδί μου να μεγαλώσει και να γίνει ένας σπουδαίος επιστήμονας, μία σπουδαία αθλήτρια, ένας σπουδαίος καλλιτέχνης, μία επιτυχημένη μάνατζερ. Πόσο συχνά όμως ακούμε έναν γονιό να λέει «θέλω το παιδί μου να μεγαλώσει και να είναι ευτυχισμένο»;

Ίσως, οι γονείς μας, να μας επιβράβευαν μόνο όταν καταφέρναμε κάτι σπουδαίο, ίσως ήθελαν μέσα από τη δική μας επιτυχία να νιώσουν εκείνοι καλύτερα για τα δικά τους μειονεκτήματα και ανεκπλήρωτα όνειρα κι έτσι μάθαμε να συνδέουμε την αγάπη τους με την επιτυχία. Ίσως στην παιδική μας ηλικία, η επιτυχία να ήταν απλά ο δικός μας τρόπος να εξασφαλίσουμε την αποδοχή του κοινωνικού μας περίγυρου ή να προστατευτούμε από την επίκρισή του. Σε κάθε περίπτωση και αν η επιβράβευση ήταν δύσκολο να μας δοθεί, τότε είναι ακόμα πιο δύσκολο για μας, σήμερα, να είμαστε ικανοποιημένοι αν δεν καταφέρουμε το τέλειο. Το τέλειο όμως είναι κάτι που ποτέ δεν επιτυγχάνεται και γι’ αυτό πάντα μετά την πρώτη ικανοποίηση από μία επιτυχία, μας μένει μία αίσθηση κενού γιατί θα μπορούσαμε να τα είχαμε καταφέρει και καλύτερα.

Κάπου μέσα σ’ αυτήν την αέναη προσπάθεια επιτυχίας, υπάρχω κι εγώ, ο πραγματικός μου εαυτός που έχει τις δικές του ανάγκες, τα δικά του όνειρα και τα δικά του θέλω, που δεν εισακούστηκαν ποτέ ούτε από τους γονείς ούτε από εμένα. Αυτό το κομμάτι, θάφτηκε βαθιά μέσα μου στην προσπάθεια να ικανοποιήσω τις ανάγκες και τα όνειρα των γονιών μου και να κερδίσω τον σεβασμό και την αναγνώριση της κοινωνίας. Γι’ αυτό, ακόμα και η επιτυχία μπορεί να μου αφήνει μία αίσθηση κενού, γιατί οι δικές μου ανάγκες δεν γνωρίζω καν ποιες είναι, γιατί δεν έχω ακούσει εκείνο το πραγματικό κομμάτι του εαυτού μου ίσως για δεκαετίες τώρα αλλά ακούω την άλλη φωνή, εκείνη που μου λέει συνέχεια να πετύχω κι αν αποτύχω με κατακρίνει.

Η προσωπική πρόσπαθεια στην αναζήτηση της ευτυχίας


Το να μην θέλεις καλό μισθό και φήμη ίσως σήμερα να θεωρείται αποτυχία από την κοινωνία μας όμως πολλοί άνθρωποι πλέον θέλουν να είναι επιτυχημένοι κι όχι ευτυχισμένοι. Τί συμβαίνει όμως με τα απλά καθημερινά πράγματα, αυτά που δεν θεωρούμε ότι αποτελούν κάτι ξεχωριστό;

Είναι πραγματικά πολύ δύσκολο να κάνεις μία ειλικρινή ερωτική σχέση, μία πραγματική συντροφική σχέση με τις τρομερές δυσκολίες και τα προβλήματα που έχει η οποιαδήποτε μακροχρόνια σχέση, που σου προσφέρει όμως ταυτόχρονα αποδοχή, αγάπη και κατανόηση από τον σύντροφό σου.

Είναι πολύ δύσκολο να έχεις ειλικρινείς φιλίες, να αγαπάς και να αγαπιέσαι από τους φίλους σου και την οικογένειά σου γι’ αυτό που είσαι, με τα προτερήματα και τα ελαττώματά σου. Είναι δύσκολο να αναθρέψεις ένα παιδί ώστε να είναι ισορροπημένο κι ευτυχισμένο.

Τέτοια κατορθώματα ίσως φαίνονται τετριμμένα και δεν θα βγουν πολλές ταινίες γι’ αυτά, γιατί τα θεωρούμε δεδομένα, όμως αυτά τα αγαθά θέλουν πραγματικά πολύ προσπάθεια για να αποκτηθούν κι ας θεωρούνται δεδομένα. Αν καταφέρεις να βρεις τον εαυτό σου και να τον ακούσεις, αν καταφέρεις να ξεπεράσεις τις προσδοκίες των άλλων ίσως να ανακαλύψεις πως η πραγματική ευτυχία βρίσκεται μέσα σου και στην ικανοποίηση απλών αναγκών που κάποιες φορές απαιτούν σκληρή δουλειά.

Ναι, φοβάμαι… αλλά γιατί;

Τι είναι ο φόβος: Μπορούμε απλά να τον ορίσουμε ως ένα συναίσθημα που αναδύεται όταν αντιμετωπίζουμε καταστάσεις πρωτόγνωρες τις οποίες τις αντιλαμβανόμαστε ως απειλητικές. Το συναίσθημα αυτό συνδέεται άρρηκτα με την αίσθηση της απώλειας.

Άξαφνα νιώθουμε πως την επόμενη στιγμή μια επιλογή μας θα έχει καταστροφικές συνέπειες για κάτι δικό μας, είτε είναι αυτό είναι αντικείμενο είτε πρόσωπο είτε μια αξία. Δεν έχει τόση σημασία αν η απειλή είναι μια φανταστική υπόθεση ή αν δεν έχει την παραμικρή πιθανότητα να υλοποιηθεί. Αυτό που συμβαίνει εκείνη τη στιγμή στο μυαλό μας είναι για μας αληθινό και τρομαχτικό. Μας καθηλώνει και μας κάνει ανίκανους να σκεφτούμε ψύχραιμα και λογικά.

Ο φόβος τις περισσότερες φορές μοιάζει να είναι αδικαιολόγητος κι αβάσιμος κυρίως διότι ενώ πράγματι μπορεί να μη γνωρίζουμε με τι έχουμε να κάνουμε και πού θα οδηγήσει μια ενδεχόμενη δράση μας εκλαμβάνουμε εκ προοιμίου το αποτέλεσμα ως δεδομένα αρνητικό. Έτσι ο φόβος κυριεύει την προσωπικότητα και τα κέντρα μέσα απ’ τα οποία δρα ο άνθρωπος: το κινητικό, το νοητικό και το συναισθηματικό με αποτέλεσμα η συμπεριφορά να βρίσκεται εκτός ελέγχου.

Πολύ συχνά, η πεποίθηση ότι τα πράγματα τελικά θα εξελιχθούν όπως φοβόμαστε, ότι θα εξελιχθούν, μπορεί να οδηγήσει στη αυτοεκπληρούμενη προφητεία. Αυτό σημαίνει ότι η συμπεριφορά κι οι δράσεις μας θα τείνουν να επιβεβαιώσουν τους φόβους μας μόνο και μόνο επειδή είμαστε πεπεισμένοι γι' αυτό. Θα δικαιολογήσουμε εύκολα κάθε αποτέλεσμα μιας συμπεριφοράς που οδηγεί στο αναμενόμενο αφού δεν είμαστε σε θέση να δράσουμε με γνώμονα την ανατροπή της κατάστασης.

Αυτό που συμβαίνει τη στιγμή του φόβου έχει μια υπνωτική δύναμη που δεν επιτρέπει στο άτομο να ελέγξει σφαιρικά το πρόβλημα. Ο νους μαγνητίζεται και καθηλώνεται στο εξωτερικό ερέθισμα αδυνατώντας να σκεφτεί μήπως η αιτία του φόβου βρίσκεται κάπου αλλού, πιο πέρα από το αυτονόητο, μέσα μας. Και τι θα μπορούσε, μέσα μας, να νιώθει ότι φοβάται και τι άραγε να συμβαίνει κατά τη διάρκεια του παραγομένου συναισθήματος που αποκαλούμε φόβο;

Η απάντηση στα ερωτήματα αυτά δεν είναι απλή και παρόλο που μπορούμε να ακολουθήσουμε θεωρίες που ήδη υπάρχουν ωστόσο είναι μοναδική για κάθε άνθρωπο ακόμη κι αν σε γενικές γραμμές υπάρχουν κάποια κοινά στοιχεία. Στο ανθρώπινο σώμα ξεκινούν αυτόματα κάποιες διεργασίες που το βάζουν σε στάση φυγής ή πάλης.

Το ερώτημα που αναδύεται ενστικτωδώς στο άτομο που βιώνει φόβο είναι: να μείνω και να παλέψω ή να φύγω; Αυτό το φαινόμενο είναι μετρήσιμο βιολογικά και γίνεται εύκολα αντιληπτό αφού οι παλμοί ανεβαίνουν, το άτομο ιδρώνει, η αναπνοή του γίνεται ταχύτερη, οι μυς του σώματος σφίγγουν και συχνά νιώθει ζάλη ή ακόμη ότι πνίγεται.

Ωστόσο, συμβαίνουν και διεργασίες που δεν είναι άμεσα αντιληπτές και θα χρειασθεί μεγάλη ενδοσκόπηση για να διερευνηθούν: Τέσσερα βασικά σημεία αναφοράς απειλούνται απ’ τη δυσάρεστη δόνηση που προκαλεί το συναίσθημα του φόβου.

Πρώτον οι «αξίες» που αποκρυσταλλώνονται απ’ τα εκάστοτε ισχύοντα κοινωνικά συστήματα, τον φιλικό και οικογενειακό περίγυρο, τις αυθεντίες που τυγχάνουν της αποδοχής μας και τους νόμους που θεσπίζουν οι πολιτικές εξουσίες. Η διαμόρφωση, η αποδοχή κι η εσωτερίκευση αυτών των κανόνων σχηματίζει το πλαίσιο ηθικής μέσα στο οποίο περιοριστικά κινείται ο άνθρωπος και λέω περιοριστικά αφού η ελευθερία κινήσεων έχει όρια, ακόμη κι αν αυτά είναι καθολικά αποδεκτά. Η οριοθέτηση δε παύει να υπάρχει και παίρνει το σχήμα της ανάλογα με τις ανοχές τον συστήματος.

Δεύτερον οι «αξίες» που έχει καλλιεργήσει ατομικά ο άνθρωπος και διαμορφώνουν το δικό του πλαίσιο δράσης μέσα στο ευρύτερο κοινωνικό σύνολο. Στις αξίες αυτές εμπεριέχονται οι διαχρονικές αρετές που θεωρούνται αρχετυπικές στο φάσμα της ύπαρξης ή κληρονομικές ή ιδιοσυγκρασιακά χαρακτηριστικά της προσωπικότητας καθώς κι οι ικανότητες, τα ταλέντα, που έχει αναπτύξει στο πέρασμα της ζωής ή εμφανίζονται έμφυτα από τη γέννηση.

Οι αρετές κι οι επιδεξιότητες (ταλέντα) δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να θεωρηθούν ως αυτοτελές αναπόσπαστο κομμάτι αλλά μπορούν είτε να συνυπάρχουν είτε όχι. Είναι ανεξάρτητες και καμιά δεν αναιρεί την άλλη ούτε η μια αποτελεί προϋπόθεση ύπαρξης της άλλης. Στη περίπτωση όμως ταυτόχρονης παρουσίας και των δύο Θα λάβουμε ένα θεάρεστο αποτέλεσμα εξαιρετικής ομορφιάς.

Τα ελαττώματα, ορίζονται κι αυτά ως «αξίες» παρόλο που έχουν αρνητικό πρόσημο. Ουσιαστικά πρόκειται για τον αντίθετο πόλο μιας αρετής, μιας θετικής δράσης που διέσχισε το σημείο του μέτρου έφτασε στην αντίπερα όχθη κι έγινε μια υπερβολή, ένα κακέκτυπο της πρώτης. Τρίτον, οι πεποιθήσεις, που έχουν αποκρυσταλλωθεί και συνθέτουν ένα πλαίσιο συμπεριφοράς αλλά συγχρόνως οριοθετούν τη δράση των μελών αυτής της κοινωνίας.

Οι «Αξίες» λοιπόν κοινωνικές, ατομικές και οι πεποιθήσεις υφαίνουν ένα μανδύα που χαρακτηρίζει τη δομή της προσωπικότητας του. Τέταρτον, αγαθά και άνθρωποι με τα οποία έχουμε συνδεθεί σε βαθμό ταύτισης και προσκόλλησης.

Μέσα στους τέσσερις αυτούς άξονες ενυπάρχει μια συγκολλητική, θα λέγαμε, ουσία που κρατά σφιχτά δεμένα στη δομή της προσωπικότητας πράγματα, ανθρώπους και ιδέες ώστε ο άνθρωπος να θεωρεί πως δίχως αυτά η ζωή του δε μπορεί να υπάρχει.

Η προσκόλληση στις αξίες και τις ιδέες, η προσκόλληση σε ανθρώπους και σχέσεις, σε πράγματα και κτήσεις. Η προσκόλληση σε αυθεντίες που παραδίδουμε άνευ όρων ένα μεγάλο μέρος τον εαυτού μας αποδεχόμενοι ως δεδομένη κάθε τούς άποψη. Η προσκόλληση στις κοινωνικές κι ατομικές πεποιθήσεις.

Η προσκόλληση με τα φαινόμενα, γεγονότα και καταστάσεις που βιώνουμε στη πορεία της ζωής μας. είναι ένα κομβικό σημείο που διαμορφώνει ένα ισχυρό δεσμό. Αυτός ο δεσμός κινδυνεύει από ένα εξωτερικό ή εσωτερικό παράγοντα (σκέψεις) και τότε ο φόβος αναδύεται.

Η επιτυχία είναι αυτό που προσελκύεις ανάλογα με το τι είδους άνθρωπος έχεις γίνει

Γιατί πιστεύεις ότι υπάρχουν άνθρωποι που τους συμβαίνουν μόνο καλά πράγματα και άλλοι που τους συμβαίνει πάντα το αντίθετο;
«Η επιτυχία είναι αυτό που προσελκύεις ανάλογα με το τι είδος άνθρωπος έχει γίνει» – Jim Rohn

Τα έσοδα που έχεις κάθε μήνα συνδέονται άμεσα με τη φιλοσοφία σου και όχι με την οικονομία, όπως πιστεύουν οι περισσότεροι άνθρωποι. Γι’ αυτόν τον λόγο, αν θέλεις να βελτιώσεις την οικονομική σου κατάσταση, δεν είναι η οικονομία που πρέπει να αλλάξεις, αλλά η φιλοσοφία σου.

Δεν μπορείς να αλλάξεις τους καρπούς, αν δεν αλλάξεις αυτό που τρέφει τις ρίζες. Αυτή είναι η βάση όσων θέλεις να αποκτήσεις στη ζωή σου.

Έχουμε τις αισθήσεις μας στραμμένες προς τα έξω, και αυτό είναι που μας θέτει εμπόδια. Συνεχώς επηρεαζόμαστε από αυτό που βλέπουμε, ακούμε και νιώθουμε. Ενώ, στην πραγματικότητα, αυτό που βλέπουμε, που ακούμε και που νιώθουμε είναι απλώς το δημιούργημα των σκέψεών μας.

Απλώς κοίταξε τη φύση, κοίταξε τα δέντρα, τα φυτά. Αυτό που βλέπεις στο εξωτερικό είναι το αποτέλεσμα όσων συμβαίνουν κάτω από τη γη, στο εσωτερικό, στις ρίζες.

Το λάθος μας είναι ότι πιστεύουμε πως ό,τι βλέπουμε στη ζωή μας, εξωτερικά, μας καθορίζει, όταν στην πραγματικότητα αυτό που βλέπουμε είναι το δημιούργημα όσων σκεφτόμαστε.

Ο καθένας από εμάς δέχεται ό,τι λαχταρά, ό,τι θεωρεί πως είναι ικανός να αποκτήσει και ό,τι του αξίζει, και, φυσικά, ανάλογα με το πόσο πολύ το επιδιώκει. Δεν αρκεί να ονειρευόμαστε, πρέπει να πιστεύουμε ότι είμαστε ικανοί και αντάξιοι όσων θέλουμε να δεχτούμε, να αφοσιωνόμαστε 100% και να αναλαμβάνουμε την απαραίτητη δράση για να τα πετύχουμε.

Η ζωή μάς προσφέρει, διαρκώς, αγάπη και αφθονία, δώρα και μαθήματα. Αν, όμως, κλείσεις την πόρτα, θα τα προσφέρει σε κάποιον άλλον που θα είναι διατεθειμένος να το δεχτεί.
Η ευκαιρία είναι σαν το χάραμα, αν κάποιος δεν βιαστεί, το χάνει.
Αν έχεις μια ιδέα, ένα όνειρο, ανάλαβε αμέσως δράση. Δεν χρειάζεται να τα ξέρεις όλα για να ξεκινήσεις⋅ το μόνο που χρειάζεται είναι να το πιστέψεις και να πάρεις τον δρόμο τώρα αμέσως. Η στιγμή είναι τώρα

Η πλατωνική θέαση του κόσμου

Κατά το δεύτερο ήμισυ του 5ου π.Χ. αιώνα, γίνεται εμφανής μια στροφή της φιλοσοφίας προς τον άνθρωπο και τα προβλήματα της ζωής. Η ριζική αυτή στροφή εξέφραζε την αντίδραση του κοινού νου κατά του κόσμου που παρουσίαζαν οι φυσικοί φιλόσοφοι, ο οποίος ήταν ακατανόητος και απόμακρος.

Η άνοδος μιας καινούργιας τάξης, εκείνης των σοφιστών, που κέρδιζαν τα προς το ζην καθοδηγώντας τους ανθρώπους σε πρακτικά θέματα, υπήρξε αποτέλεσμα της γενικότερης αυτής ανθρωποκεντρικής στροφής. Τους σοφιστές διέκρινε ο σκεπτικισμός, που έφθανε μέχρι την ειρωνεία, για τις απόλυτες αξίες και την γνώση. Στον μεταβατικό αυτό κόσμο των ιδεών εμφανίσθηκε ο Σωκράτης, που προσπάθησε να αποκαταστήσει το κλονισμένο κύρος της φιλοσοφίας και των ηθικών αξιών· ενώ ο Πλάτων, ο προικισμένος μαθητής του, έκανε έργο ζωής του την διάδοση και την διεύρυνση της σωκρατικής διδασκαλίας –που παρέμενε προφορική– και των ηθικών της διδαγμάτων.

Μετά τον θάνατο του Σωκράτη και πολλές περιπετειώδεις περιπλανήσεις, ο Πλάτων επανακάμπτει στην Αθήνα, όπου ιδρύει ένα είδος φιλοσοφικής σχολής, την φημισμένη Ακαδημία. Έγραψε περί τους 30 διαλόγους, που κινούνται γύρω από την μεταφυσική, την ηθική ή την πολιτική. «Η πλατωνική φιλοσοφία», επισημαίνει ένας βαθύς μελετητής της, ο Βασίλης Κάλφας, «μπορεί να ιδωθεί ως προσπάθεια υπεράσπισης ενός νέου τρόπου ζωής: του φιλοσοφικού βίου απέναντι στον βίο που ευαγγελίζονται αφενός οι ποιητές και αφετέρου οι σοφιστές.

Η πολυσυζητημένη εξορία των ποιητών από την πλατωνική πολιτεία δεν είναι τίποτε άλλο από την απόρριψη μιας παιδείας και ενός τρόπου ζωής που στηριζόταν στην μνήμη, την προφορικότητα και το εθιμικό δίκαιο υπέρ μιας νέας παιδείας που στηρίζεται στο έλλογο επιχείρημα, στην γραφή και στον νόμο». Είναι χαρακτηριστικό ότι, σύμφωνα με τον κορυφαίο σύγχρονο φιλόσοφο Alfred Whitehead, όλη η μεταγενέστερη δυτική φιλοσοφία μπορεί να αναγνωσθεί σαν απλές υποσημειώσεις στον Πλάτωνα. Παρά την φαινομενική του υπερβολή, το σχόλιο αυτό απηχεί το ιστορικό βάρος αλλά και την αντοχή στον χρόνο του πλατωνικού έργου.

Ο Πλάτων δεν ενεργεί σαν αυθεντία: παρακινεί, αντίθετα, στην αναζήτηση της αλήθειας, θέτει αλλεπάλληλα ερωτήματα και προσπαθεί να κλονίσει προϋπάρχουσες βεβαιότητες. Έτσι, επιλέγει ως κεντρικό πρόσωπο των διαλόγων του τον Σωκράτη, όχι απλώς ως αναφορά στον δάσκαλό του, αλλά για να αποκαλύψει με την «μαιευτική μέθοδο» την πλάνη των αισθήσεων και των φαινομένων. Με απαράμιλλο τρόπο, στο έργο του αναδύεται η διαλεκτική πορεία προς τις αιώνιες, αρχετυπικές ιδέες του αγαθού, του κάλλους, της αλήθειας, που μόνον ατελείς απομιμήσεις τους απαντούν στον καθημερινό κόσμο.

Όσον αφορά όμως το φως και την λειτουργία της οράσεως, λίγα έχει να προσθέσει το έργο αυτό σε όσα ο Εμπεδοκλής και οι ατομιστές φιλόσοφοι επρέσβευαν. Αποτελεί, ωστόσο, μια σύνθεση πληρέστερη· και θεωρεί ότι το φως που ξεκινά από το μάτι έχει έναν ρόλο ίσης σπουδαιότητας με το φως του Ήλιου. Σύμφωνα λοιπόν με τον Πλάτωνα, ένα απαλό φως που οφείλεται στην εσώτερη φλόγα του ματιού συνενώνεται με το φως της ημέρας, και σχηματίζει έτσι μια ομοιογενή φωτεινή ουσία. Η ουσία αυτή αποτελεί την γέφυρα που επιτρέπει στις εικόνες του εξωτερικού κόσμου να φθάσουν στην ψυχή. Υπάρχει, επομένως, μια βαθύτερη αρμονία ανάμεσα στην λειτουργία του ματιού και στον Ήλιο. Η ίδια ιδέα ανακλάται, πολλούς αιώνες αργότερα, στους στίχους του Γκαίτε:
Εάν το μάτι δεν ήταν όπως ο Ήλιος πώς θα μπορούσαμε να βλέπομε το φως; Εάν η δύναμη του Θεού και η δική μας δεν ήταν ένα, πώς θα μπορούσε το έργο του να γοητεύει τη ματιά μας;

Όσα πάντως σχετίζονται με τις αισθήσεις απαντούν σε έναν από τους ύστερους διαλόγους του Πλάτωνα, τον Τίμαιο. Εκεί ο φιλόσοφος πραγματεύεται με ποιητική γλώσσα την δημιουργία του κόσμου, και περιγράφει τις θεμελιώδεις δομές του. Τονίζει χαρακτηριστικά: «Το πρώτο όργανο που έπλασαν οι θεοί ήταν τα μάτια που μας φέρνουν το φως… Επέτρεψαν στην ανόθευτη φωτιά, που βρίσκεται μέσα μας και είναι αδελφή της άλλης, να ρέει διαμέσου των ματιών, λεία και πυκνή…»

Όταν λοιπόν υπάρχει ολόγυρα φως της ημέρας, τότε το ρεύμα της όρασής μας βγαίνει από τα μάτια και, καθώς το όμοιο έλκεται από το όμοιο, συνενώνεται με το έξω φως· δημιουργείται έτσι ένα ομοιογενές σώμα, οικείο σε μας, στην ευθεία των ματιών, οπουδήποτε και αν βρίσκεται το εξωτερικό αντικείμενο στο οποίο προσκρούει το ρεύμα αυτό.

Εξαιτίας της ομοιογένειας, το προϊόν της συνένωσης αυτής αποκτά παντού ίδιες ποιότητες, είτε προέρχεται από την πρόσκρουση του ίδιου του ρεύματος σε ένα αντικείμενο είτε από την πρόσκρουση ενός αντικειμένου στο ρεύμα, και μεταφέρει τις κινήσεις που προκαλούνται κατά την πρόσκρουση όλου του σώματος στην ψυχή, με αποτέλεσμα την γέννηση της αίσθησης που ονομάζουμε όραση».

Όπως φαίνεται και από άλλα αποσπάσματα του πλατωνικού έργου, ο φιλόσοφος θεωρεί ότι ένας μηχανισμός απορροών υποστηρίζει την λειτουργία των αισθήσεων. Τα αισθητήρια όργανα διαθέτουν μικροσκοπικούς πόρους και, καθώς τα σωματίδια του ήχου ή του χρώματος έχουν διαφορετικό σχήμα και μέγεθος, διεισδύουν ανάλογα με το αν το όργανο είναι σχεδιασμένο για την όραση ή την ακοή.

Ο μηχανισμός της οράσεως είναι, συνεπώς, πολύπλοκος. Χρειάζεται να συνδέσει τα σωματίδια αυτά με την φλόγα που εκπηγάζει από το μάτι, αποκρυπτογραφεί τα μηνύματα του χρώματος και του σχήματος, και μεταφέρει τις πληροφορίες στην ψυχή. Είναι λοιπόν συχνά σε θέση να δημιουργήσει, κατά τον Πλάτωνα, αυταπάτες ή πλάνες. Μια παρόμοια πλάνη είναι το ουράνιο τόξο: στην πραγματικότητα δεν υπάρχει, όπως δεν υπάρχουν και οι παράδοξες εικόνες των αντικειμένων σε έναν κυρτό καθρέφτη. Μόνον ο αιώνιος, αμετάβλητος κόσμος των ιδεών, που ως μάτι έχει την ψυχή και τον Θεό ως πηγή φωτός, αποτελεί την αδιαμφισβήτητη βάση της αλήθειας.

Ας σημειωθεί ότι ο πλατωνικός θεός είναι μια καλλιτεχνική φύση, που σμιλεύει τον υπαρκτό κόσμο με βάση ένα ιδεατό πρότυπο· και την τελειότητα του προτύπου προσπαθεί να προσεγγίσει με κόπο. Εντυπωσιακή είναι άλλωστε η θέση που επιφυλάσσει ο πλατωνικός διάλογος στον άνθρωπο. Ο άνθρωπος είναι, κατά κάποιον τρόπο, μια μικρογραφία του Σύμπαντος. Aν ρυθμίσει, συνεπώς, την στάση του με βάση την αρμονία που διέπει το Σύμπαν, η δράση του θα είναι έλλογη και ηθική. Στο πλαίσιο αυτό, είναι χαρακτηριστική η αποστολή της οράσεως, η οποία δεν εξαντλείται στις τετριμμένες ανάγκες της καθημερινότητας:

«Ας πούμε απλώς και μόνον ότι η όραση είναι η αιτία του μέγιστου αγαθού: ο Θεός την ανακάλυψε και μας την δώρισε, για να μπορούμε να παρατηρούμε στον ουρανό τις αδιατάρακτες κυκλικές κινήσεις του νου και να τις προσαρμόζουμε στις συγγενικές αλλά ταραγμένες περιφορές της δικής μας διάνοιας. Η εξοικείωση με τις ουράνιες κινήσεις μας επιτρέπει να κατανοούμε την σύμφυτη ορθότητα των μαθηματικών τους σχέσεων, οπότε μπορούμε να διορθώνουμε την πλάνη των εσωτερικών μας κινήσεων μιμούμενοι τις απλανείς θεϊκές τροχιές».

Η θεωρία των αισθήσεων του Πλάτωνα αποτελεί απειροελάχιστο μόνον ψήγμα του φιλοσοφικού του έργου. Η σχετικά εκτεταμένη αναφορά σε αυτήν, πέραν του ειδικού βάρους που φέρει ο φιλόσοφος, έχει και μια άλλη αιτία. Μέχρι τον 11ο μ.Χ. αιώνα, ο Τίμαιος ήταν ο μόνος μεταφρασμένος στα λατινικά διάλογος του Πλάτωνα, και είχε τεράστια απήχηση στον χριστιανικό και αργότερα στον μουσουλμανικό κόσμο. Ανάμεσα σε άλλα, συνετέλεσε έτσι στην διάδοση των προσωκρατικών ιδεών. Η δημιουργία του κόσμου από μια αγαθοεργό θεότητα ήταν, άλλωστε, σύμφωνη με τα χριστιανικά δόγματα. Δεν είναι λοιπόν τυχαία η ισχυρή επίδραση που ασκεί το πλατωνικό έργο στην χριστιανική σκέψη. Είναι χαρακτηριστικό ότι, οκτώ αιώνες αργότερα, ο άγιος Αυγουστίνος, στο Περί Γενέσεως σύγγραμμά του, επαναλαμβάνει όσα ο Πλάτων πρεσβεύει για την λειτουργία της οράσεως. Και καταλήγει:

«Πάντως, το φως που υπάρχει στο μάτι, σύμφωνα με όσα λένε οι αυθεντίες, είναι τόσο ασθενικό, που χωρίς την βοήθεια του εξωτερικού φωτός δεν θα βλέπαμε».

Ας σημειωθεί ότι όσα εγνώριζε ο τέταρτος π.Χ. αιώνας γύρω από την ιατρική και την αστρονομία, την ψυχολογία και τις φυσικές επιστήμες, συνοψίζονται με ενάργεια στον πλατωνικό Τίμαιο.

Σήμερα, που η επιστημονική γνώση εμφανίζεται εν πολλοίς στείρα και εξειδικευμένη, ο πλατωνικός διάλογος εξακολουθεί να διδάσκει την ανάγκη της ενοποιητικής ματιάς και της συνολικής θεώρησης του κόσμου.

MANDEVILLE: Οι φανατικοί εχθροί της μοναξιάς

Δεν βλέπω ωστόσο γιατί αυτή η ανάγκη συντροφιάς, αυτή η ισχυρή επιθυμία συναναστροφής, συγκαταλέγεται στα υπέρ μας και αναφέρεται ως ανθρώπινη αυταξία που δεν απαντά στα άλλα ζώα. Διότι, για να είναι μια απόδειξη της φυσικής μας υπεροχής και της ύπαρξης στον άνθρωπο μιας γενναιόδωρης αγάπης που υπερβαίνει τον εαυτό του και αγκαλιάζει ολόκληρο το είδος του, η ανάγκη για συντροφιά (και, αντίστοιχα, η απέχθεια της μοναξιάς) θα έπρεπε να είναι εξόφθαλμη και ιδιαιτέρως ισχυρή στους καλύτερους του είδους μας, στους ανθρώπους με τη μεγαλύτερη ευφυΐα, τα μεγαλύτερα ταλέντα και τις περισσότερες αρετές. Όμως τα πιο αδύναμα πνεύματα, τα λιγότερο ικανά να χαλιναγωγήσουν τα πάθη τους, οι ένοχες συνειδήσεις που τρέμουν στην ιδέα να μείνουν μόνες με τον εαυτό τους, καθώς και οι άνθρωποι δίχως αξία, οι οποίοι είναι ανίκανοι να παραγάγουν από μόνοι τους οτιδήποτε χρήσιμο, αυτοί είναι οι φανατικότεροι εχθροί της μοναξιάς – προτιμούν οποιαδήποτε συντροφιά παρά να μείνουν χωρίς συντροφιά.

Ενώ οι γνωστικοί και καλλιεργημένοι άνθρωποι, οι οποίοι στοχάζονται και μελετούν τα πράγματα και οι οποίοι δεν είναι έρμαιο των παθών τους, πρόθυμα και χωρίς πρόβλημα μπορούν να μείνουν μοναχοί. Θ’ αποφύγουν είκοσι, παρέες προκειμένου να μην υποστούν την κακοφωνία, τη βλακεία και την προπέτεια, και θα προτιμήσουν το γραφείο τους ή έναν κήπο προκειμένου να μη συναντήσουν τίποτε δυσάρεστο και προσβλητικό για το καλό τους γούστο – ή ακόμα και την έρημο για ν’ αποφύγουν τη συναναστροφή με ορισμένους ανθρώπους.

BERNARD MANDEVILLE, Περί της φύσης της κοινωνίας

Η ΠΡΟΤΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΔΡΑΣΗΣ. Γιατί το να περιμένουμε χωρίς να κάνουμε τίποτα είναι μαρτύριο

Η προτίμηση της δράσης εκδηλώνεται κυρίως μπροστά σε μια πρωτόγνωρη συγκεχυμένη κατάσταση.

Η πλάνη αυτή παρατηρείται στα πιο μορφωμένα άτομα. ‘Ένας γιατρός έχει μπροστά του έναν ασθενή με συγκεχυμένα κλινικά συμπτώματα. Μην ξέροντας αν πρέπει να παρέμβει η όχι, δηλαδή να του γράψει ένα φάρμακο η να περιμένει, έχει την τάση να διαλέγει τη συνταγή, όχι για οικονομικούς λόγους, αλλά απλώς διότι παρακινείται από την προτίμηση της δράσης.

Από που προέρχεται αυτή η στάση μας; Την εποχή που οι άνθρωποι ήταν κυνηγοί και τροφοσυλλέκτες η δράση ήταν πιο επικερδής από τη σκέψη. Η γρήγορη αντίδραση ήταν ζήτημα επιβίωσης. Και η σκέψη μπορούσε να αποβεί μοιραία. Όταν οι πρόγονοί μας έβλεπαν να ξεπροβάλλει στην άκρη του δάσους μια σιλουέτα που έμοιαζε πολύ με τίγρη με κοφτερά δόντια, δεν κάθονταν σε έναν βράχο, όπως ο Σκεπτόμενος του Ροντέν, για να στοχαστοὐν πάνω στην ταξινόμηση των ειδών. Το έβαζαν στα πόδια. Είμαστε όλοι απόγονοι αυτών των ανθρώπων, που αντιδρούσαν άμεσα για να αποφύγουν τον κίνδυνο. Όμως ο σημερινός μας κόσμος είναι τελείως διαφορετικός – ανταμείβει αυτούς που σκέφτονται δυο φορές προτού δράσουν. Μια επανεκπαίδευση που μας είναι πολύ επίπονη.

Δε λαμβάνετε καμία διάκριση, κανένα μετάλλιο, κανένα άγαλμα με το όνομά σας αν πάρετε τη σωστή απόφαση διαλέγοντας την αναμονή για το καλό της εταιρείας, του κράτους, της ανθρωπότητας. Αντιθέτως, αν δείξετε αποφασιστικότητα, δράσετε αμέσως και δείτε την κατάσταση να βελτιώνεται (ίσως εντελώς τυχαία), έχετε όλες τις πιθανότητες να δεχτείτε τιμές στην πλατεία του χωριού σας η να ανακηρυχτείτε «καλύτερος συνεργάτης της χρονιάς». Η κοινωνία προτιμά την απερίσκεπτη δράση από τη στοχαστική αναμονή.

Συμπέρασμα: Στις δύσκολες η πρωτόγνωρες καταστάσεις κινούμαστε από την παρόρμηση να κάνουμε κάτι, είτε συμβάλλουμε στη βελτίωση της κατάστασης είτε όχι. Έπειτα αισθανόμαστε πολύ καλύτερα, ακόμα κι αν δεν υπήρξε καμία βελτίωση. Συχνά, μάλιστα, η κατάσταση έχει χειροτερέψει. Με δυο λόγια, έχουμε την τάση να ενεργούμε πολύ γρήγορα και πολύ συχνά. Συνεπώς, αν είστε μέσα σε ομίχλη, μην κάνετε τίποτα προτού μπορέσετε να δείτε πιο καθαρά. Συγκρατηθείτε και μη δράσετε. «Όλη η ανθρώπινη δυστυχία προέρχεται από ένα και μοναδικό πράγμα, το ότι δεν ξέρουμε να μένουμε ήσυχοι σε ένα δωμάτιο» έγραφε ο Μπλάιζ Πασκάλ. Για τον ίδιο, το δωμάτιο αυτό ήταν το γραφείο του.

Χέγκελ: Τίποτα το μεγάλο δεν έγινε στον κόσμο χωρίς ένα μεγάλο πάθος

Ο Χέγκελ, εκπρόσωπος του γερμανικού ιδεαλισμού, δήλωνε, εδώ και δύο αιώνες, ότι «το διάβασμα της εφημερίδας είναι η πρωινή προσευχή του σύγχρονου ανθρώπου».

Στην πιο καθημερινή του σκέψη, πέρα από τα θεωρητικά του επιτεύγματα υπερασπιζόταν τη διαρκή μόρφωση ως εργαλείο για την κατάκτηση της ελευθερίας.

«Ο άνθρωπος γίνεται αυτό που πρέπει να είναι μέσω της εκπαίδευσης, μέσω της πειθαρχίας. Ο άνθρωπος είναι απλώς η δυνατότητα να γίνει, δηλαδή, λογικός, ελεύθερος- είναι απλώς η αποφασιστικότητα, το καθήκον. Το ζώο τελειώνει γρήγορα την εκπαίδευσή του- αλλά αυτό δεν πρέπει να θεωρείται ως ευεργεσία της φύσης απέναντι στο ζώο. Η ανάπτυξή του είναι ποσοτική, μόνο, ευρωστία. Ο άνθρωπος, αντίθετα, είναι υποχρεωμένος να κάνει ο ίδιος τον εαυτό του αυτό που πρέπει να είναι- είναι υποχρεωμένος να τα αποκτήσει όλα από μόνος του, ακριβώς επειδή είναι πνεύμα- είναι υποχρεωμένος να αποτινάξει το φυσικό. Το πνεύμα είναι, συνεπώς, το προσωπικό του αποτέλεσμα».

Μια ζωή εστιασμένη στην επιτυχία και στην πληρότητα είναι μια ζωή κατά τη διάρκεια της οποίας δε σταματάμε ποτέ να μαθαίνουμε και να επαναπροσδιοριζόμαστε. Καθώς η νοητική παράλυση οδηγεί στην ανία, το να καλλιεργούμε ένα πνεύμα ανήσυχο συνιστά ασφάλεια ζωής για να μη χάσουμε ποτέ τον ενθουσιασμό να ζούμε.

Η Κοινωνία της Παρόρμησης

Η κοινωνία της παρόρμησης, στην εποχή της στιγμιαίας επιβράβευσης
 
Στην σύγχρονη τεχνολογική εποχή, παρά το γεγονός ότι οι αληθινές αλυσίδες έχουν εκλείψει, παρατηρούμε να δημιουργείται ένας νέος τύπος σκλάβου: είναι ο άνθρωπος που υποβάλλει τον εαυτό του σε εθελοντική δουλεία, αυτός που μετατρέπει τον εαυτό του σε πράγμα, όπως ακριβώς είναι οι δούλοι. Δεν καταργήθηκε η δουλεία, -αν είναι δυνατόν- απλώς γίνανε όλοι δούλοι.  Στην «Κοινωνία της Παρόρμησης» αναλύονται οι αιτίες αυτής της αφύσικης συμπεριφοράς και με ποιον τρόπο οι ανθρωπόμαζες έχουν πέσει θύματα της κατάχρησης λέξεων άνευ ουσίας όπως η «θετικότητα» «αγάπη για όλους» «ανοχή» θεάματα και κατανάλωση και φυσικά υποταγή στον Αφέντη και δουλικότητα. Οι έννοιες αυτές, υποβοηθούμενες από την ψευδαίσθηση της «ελευθερίας επιλογής», παράγει κουρασμένους, αποτυχημένους και καταθλιπτικούς, δουλικούς ανθρώπους, παράγει βιολογικά πράγματα. 
 
Οι ηθικές απαγορεύσεις και οι κανόνες έχουν δώσει την θέση τους στα πρότζεκτ, στις πρωτοβουλίες και στα κίνητρα. Ενώ η κοινωνία της παρόρμησης με την αρνητικότητα της παράγει τρελούς και εγκληματίες, η κοινωνία της επίδοσης, αντιθέτως, γεννά καταθλιπτικούς και αποτυχημένους. Η θετικότητα του «μπορώ» είναι πιο αποτελεσματική από την αρνητικότητα του «πρέπει». Το επιδοσιακό υποκείμενο είναι ταχύτερο και παραγωγικότερο από το υπάκουο υποκείμενο αλλά η υπερδραστηριότητα τον καταστρέφει. Ο κύριος γίνεται δούλος. Η vita active έχει αρθεί σε απόλυτη αρχή. Ο σύγχρονος δούλος έχει επιλέξει ο ίδιος την υποδούλωσή του, προκειμένου να εξασφαλίσει την ελάχιστα ενδιαφέρουσα και απολύτως κενή επιβίωσή του.
 
Ενώ η υστερία είναι μια ψυχική ασθένεια της κοινωνίας της πειθαρχίας, η παράνοια και κατάθλιψη είναι η σημερινή ασθένεια. Συνυπεύθυνη της κατάθλιψης είναι η υπερελεγκτική σχέση που αναπτύσσεται με τον Εαυτό. Το υποκείμενο φθείρεται σαν να ήταν μέσα σε ένα τροχό χάμστερ που γυρίζει όλο και πιο γρήγορα γύρω από τον εαυτό του. Είναι πλάνη, να πιστεύετε ότι όσο πιο δραστήριοι γινόσαστε, τόσο πιο ελεύθεροι είσαστε. Η κόπωση επιτρέπει μια ήρεμη απραξία, μια ιδιαίτερη ορατότητα. Η εξαντλητική κόπωση είναι κόπωση της θετικής δύναμης ενώ η κόπωση που εμπνέει είναι η κόπωση της αρνητικής δύναμης, δηλαδή του να μη κάνω τίποτα.
 
Ας σας χάριζαν αυτήν ακριβώς τη στιγμή 1 ευρώ και σας έλεγαν ότι περιμένοντας μία εβδομάδα θα παίρνατε 5 ευρώ, τι θα κάνατε; Γιατί οι περισσότεροι άνθρωποι επιλέγουν το 1 ευρώ τώρα αντί για τα 5 ευρώ σε μία εβδομάδα; Ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Πολ Ρόμπερτς στο δοκίμιό του με τίτλο «Η κοινωνία της παρόρμησης, η Αμερική στην εποχή της στιγμιαίας επιβράβευσης» (Εκδόσεις Bloomsbury) έχει τις απαντήσεις. Μελετώντας εκ του σύνεγγυς την αμερικανική κοινωνία, ο Ρόμπερτς καταλήγει σε μερικά ανησυχητικά συμπεράσματα, με πλέον σοβαρό τηn μυωπική θεώρηση των πραγμάτων, την αδιαφορία δηλαδή για το απώτερο μέλλον.
 
«Η κοινωνία της παρόρμησης, είναι μια κοινωνία που εστιάζει στον εαυτό, στο άτομο και ειδικότερα στις βραχυπρόθεσμες εγωκεντρικές επιθυμίες του. Είναι μια κοινωνία που καθοδηγείται περισσότερο απ’ την επιθυμία, παρά απ’ την ανάγκη. Το μοτίβο αυτής της εστίασης στους βραχυπρόθεσμους εγωκεντρικούς σκοπούς αντιγράφεται απ’ την κοινωνία σε όλους τους θεσμούς, με αποτέλεσμα να το διακρίνουμε ολοκάθαρα στις επιχειρήσεις, στα πανεπιστήμια, στους οικονομικούς και κυβερνητικούς οργανισμούς, σε όλους τους θεσμούς δηλαδή που ιστορικά έτειναν να αντιμάχονται τηn βραχυπρόθεσμη οπτική του ατόμου υπέρ μιας πιο ευρείας χρονικά εστίασης. Το πρόβλημα που ανακύπτει είναι ότι, αν οι πάντες εστιάζουν στον βραχυπρόθεσμο ορίζοντα, ποιος θα ασχοληθεί με τον μακροπρόθεσμο ορίζοντα;»
 
Ο Ρόμπερτς θεωρεί ότι η εστίασή μας στο «εδώ, εγώ και τώρα» οφείλεται στην ταύτιση του εαυτού με την αγορά. «Πριν από 150 χρόνια η κοινωνία σού παρείχε φαγητό, καταφύγιο και κάποια ψυχαγωγία. Οσο οι τεχνολογίες γίνονταν καλύτερες και πιο αποδοτικές, καταφέρναμε να δημιουργούμε όλο και πιο γρήγορα εργαλεία ικανοποίησης, κομμένα και ραμμένα για τις εξατομικευμένες μας επιθυμίες. Δείτε πόσο γρήγορα ανταποκρίνεται η αγορά όταν χρησιμοποιείτε διαδικτυακά προϊόντα. Το προϊόντα αυτά χρησιμοποιούν τεχνητή νοημοσύνη προκειμένου να σας εποπτεύουν διαρκώς και να προσαρμόζουν τις αποκρίσεις τους στις δικές σας αποκρίσεις, μέχρι να ταιριάξουν απόλυτα μαζί σας, να γίνετε δηλαδή ένα πράγμα, μηδενίζοντας εντελώς το κενό μεταξύ της αγοράς και του εαυτού σας».
 
Ένα από τα αποτελέσματα αυτής της μυωπικής μας σχέσης με την πραγματικότητα είναι το γεγονός ότι χάνουμε την επαφή με την κοινότητα, με το «εμείς», ασχολούμενοι διαρκώς με τον εαυτό μας. Το κινητό τηλέφωνο αναδεικνύεται το σύμβολο αυτής της εγωπαθούς κοινωνίας. «Το i phone, είναι ένα εξαιρετικό παράδειγμα της κοινωνίας του εγώ, της κοινωνίας που θέτει το άτομο στο κέντρο των πάντων. Σαφώς τα άτομα πρέπει να είναι το κέντρο της κοινωνίας, αλλά το γεγονός ότι δίνουμε έμφαση στο εγώ αντί στο εμείς, ότι δεν είναι we phone αλλά i phone, είναι ενδεικτικό. Εχουμε επιτρέψει στον κόσμο να νιώθει ότι ο εαυτός του είναι το κέντρο του σύμπαντος, ξεχνώντας το γεγονός ότι δεν υπάρχει σύμπαν χωρίς τηn σύνδεση με τους άλλους».
 
Εγκέφαλος και εξέλιξη
 
Πού οφείλεται, λοιπόν, αυτός ο εθισμός μας στις στιγμιαίες ανταμοιβές; Ο Ρόμπερτς αναφέρει ότι,
«Eάν η κοινωνία της παρόρμησης είχε σημαία, αυτή θα απεικόνιζε έναν άνθρωπο να κοιτάζει απ’ τηn λάθος πλευρά ενός τηλεσκοπίου. Τα ανθρώπινα όντα έχουμε μερικά ελαττώματα στον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο. Ο εγκέφαλος είναι ένα εκπληκτικό όργανο, αλλά έχει κάποια θέματα “καλωδίωσης”, ένα εκ των οποίων είναι ότι τείνουμε να αποδίδουμε μεγαλύτερη αξία σε βραχυπρόθεσμα γεγονότα.
 
Εάν κάνεις ένα πείραμα με ανθρώπους και τους προσφέρεις να διαλέξουν μεταξύ μιας μικρής ανταμοιβής τώρα, 1 ευρώ σήμερα αντί για 5 ευρώ την επόμενη εβδομάδα, οι περισσότεροι θα πάρουν το 1 ευρώ σήμερα, ακόμα κι αν από επενδυτική σκοπιά θα ήταν καλύτερα να περιμένουν μία εβδομάδα και να πάρουν τα 5. Αυτό είναι πολύ λογικό, γιατί σε εξελικτικές εποχές έπρεπε να έχεις τον νου σου για απειλές που βρίσκονταν ακριβώς μπροστά σου, σ’ ένα ζώο που θα πηδήξει πάνω σου, ή για την πηγή φαγητού που μπορεί να βρίσκεται παραδίπλα. Το καλό νέο είναι ότι επιζήσαμε, αλλά το κάναμε σε βάρος του μέλλοντος, οπότε είναι σαν να κοιτάζουμε συνέχεια απ’ τη λάθος πλευρά του τηλεσκοπίου, όπου το μέλλον μοιάζει μικρότερο απ’ αυτό που πραγματικά είναι.
 
Καθώς ενηλικιωνόμαστε ως άτομα και κοινωνίες, μαθαίνουμε να πειθαρχούμε, μαθαίνουμε τη σπουδαιότητα της υπομονής απ’ την κοινωνία, τις οικογένειες και τα σχολεία μας. Με άλλα λόγια, όλοι αυτοί οι θεσμοί μάς έχουν διδάξει να εστιάζουμε στο μέλλον, μας έχουν διδάξει να κοιτάζουμε στο τηλεσκόπιο και να αναγνωρίζουμε ότι αυτές οι μικρές εικόνες που βλέπουμε είναι αυθεντικές. Την ίδια στιγμή όμως έχουμε όλη αυτή την τεχνολογία, τα καταναλωτικά προϊόντα και την καταναλωτική κουλτούρα, που μας ενθαρρύνει να εστιάζουμε στον κοντινό ορίζοντα, στο τι είναι διαθέσιμο αυτήν τη στιγμή. Ετσι υπάρχει μια διαρκής πίεση στο άτομο να εστιάσει στο εδώ και τώρα. Η πρόκληση των κοινωνιών μας είναι να σκεφτούμε με μακροπρόθεσμους όρους».
 
Οι νέες τεχνολογίες προσφέρουν εξαιρετικές δυνατότητες, προσθέτει ο Ρόμπερτς, αλλά κομίζουν και σοβαρές προκλήσεις. «Εάν είμαι γιατρός κι έχω μπροστά μου έναν βαριά ασθενή, το να μπορώ εκείνη τη στιγμή να πάρω την ταμπλέτα μου και να επικοινωνήσω μ’ έναν συνάδελφο σε μια άλλη χώρα, και μαζί να κάνουμε τη διάγνωση εντός λεπτών, σώζοντας μια ζωή ή εξοικονομώντας χρήματα, είναι φανταστικό. Εάν όμως χρησιμοποιώ το μεγαλύτερο μέρος αυτής της ικανότητας για να ικανοποιώ απλώς ατομικές επιθυμίες και την ίδια στιγμή να μη χρησιμοποιώ αυτή την τεχνολογία για να ικανοποιώ μακροπρόθεσμες ανάγκες, τότε με το χρόνο αυτοϋπονομεύομαι.
 
Φανταστείτε έναν κόσμο που κάθεται μονίμως μπροστά από ένα βιντεοπαιχνίδι, λαμβάνοντας διαρκείς στιγμιαίες ικανοποιήσεις μ’ αυτόν και μόνο τον τρόπο, αυτό ξεκάθαρα είναι ένα σοβαρό πρόβλημα. Προφανώς, δεν βρισκόμαστε ακόμα εκεί, είμαστε κάπου στηn μέση, αλλά μια κοινωνία θα έπρεπε να έχει διαρκώς μια αίσθηση της θέσης της μέσα σ’ αυτό το ιστορικό συνεχές».
 
Αυτοδιαφήμιση στα social media
 
Μια περιδιάβαση στον εικονικό κόσμο της δικτύωσης μπορεί να μας προσφέρει ένα ζωντανό παράδειγμα όλων των στοιχείων της κοινωνίας της παρόρμησης. Ο ναρκισσισμός συνδυάζεται με τις στιγμιαίες επιβραβεύσεις και δημιουργεί μια ακαταμάχητη όσο και πρωτόγνωρη συνθήκη.
 
«Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, μας επιτρέπουν να γίνουμε διάσημοι στο δικό μας δίκτυο και μας ενθαρρύνουν να επιδεικνύουμε τη ζωής μας, τις διακοπές μας, τα παιδιά μας, τι φάγαμε για πρωινό, τα κατοικίδιά μας, τις σκέψεις μας, μας ενθαρρύνουν να τα επιδεικνύουμε αυτά και να τα μεταδίδουμε μ’ έναν τρόπο που θα ήταν αδιανόητος πριν από 20 χρόνια. Ουσιαστικά, αυτoδιαφημιζόμαστε. Προωθούμε τους εαυτούς μας σαν να είμαστε brands, σαν να είμαστε προϊόντα, και είναι ενδιαφέρον αυτό, γιατί οι άνθρωποι -και ιδιαίτερα οι έφηβοι- καταλαβαίνουν απ’ την αρχή ότι πρέπει να εμπορεύονται τους εαυτούς τους μέσω των δράσεων και των εικόνων τους.
 
Είμαι 54 ετών και μερικές φορές φαντάζομαι πώς θα ήταν αν όταν ήμουν στο λύκειο συμπεριφερόμουν όπως συμπεριφέρονται οι άνθρωποι σήμερα. Τι θα έκανα λοιπόν τη δεκαετία του ’70; Θα σηκωνόμουν νωρίς το πρωί και θα έπρεπε να βρω μια πολαρόιντ, πιθανώς, και να αρχίσω να φωτογραφίζω το πρωινό μου, το κατοικίδιό μου, τη μητέρα μου, τον πατέρα μου και τον εαυτό μου φυσικά, κι αφού έπαιρνα όλες αυτές τις φωτογραφίες, θα είχα στα χέρια μου ένα πακέτο φωτογραφιών με το οποίο θα πήγαινα στο σχολείο, όπου θα έδειχνα μία μία αυτές τις φωτογραφίες ζητώντας απ’ τους συμμαθητές μου να πουν ότι τους αρέσουν. Αν το έκανα αυτό στο σχολείο μου, θα έτρωγα ξύλο γιατί κανένας δεν επιτρεπόταν να αυτοδιαφημίζεται έτσι. Αυτή η πράξη μου θα εκλαμβανόταν ως κάτι χυδαίο και απαράδεκτο. Τώρα, όμως, το κάνουμε αυτό σε καθημερινή βάση. Είναι υπέροχο να κρατάς επαφή με ανθρώπους μέσω του Facebook, να βλέπεις τι κάνουν και να μαθαίνεις τα νέα τους, υπάρχει σίγουρα κάτι ελκυστικό σε όλο αυτό, αλλά, αν η διαδικασία της αυτοδιαφήμισης δυσκολεύει το άτομο να δει τον υπόλοιπο κόσμο, με άλλα λόγια αν ο εαυτός γίνει τόσο μεγάλος σαν ένας τεράστιος πλανήτης που καλύπτει την όρασή μας και μας εμποδίζει να δούμε τον υπόλοιπο κόσμο, τότε υπάρχει πρόβλημα».
 
Μπορούμε να διαχωρίσουμε τηn θέση μας απ’ την κοινωνία της παρόρμησης; «Ναι, σπάζοντας τους δεσμούς ανάμεσα στον εαυτό και σε κάποια στοιχεία της κοινωνίας της παρόρμησης. Μπορείς, για παράδειγμα, να αποσυνδεθείς απ’ το διαδίκτυο ή να γίνεις πολύ πιο προσεκτικός με το πόσο χρόνο ξοδεύουν τα παιδιά σου καλωδιωμένα. Εχω φίλους που ξυπνούν στις 3 το πρωί για να τσεκάρουν το τηλέφωνό τους, καταστρέφοντας τον ύπνο τους. Υπάρχουν τρόποι να κάνεις πίσω και να χρησιμοποιήσεις αυτές τις εκπληκτικές τεχνολογίες ως εργαλεία. Φανταστείτε έναν ξυλουργό, μ’ ένα εκπληκτικό σετ εργαλείων και δεξιοτήτων, να ξυπνά στις 3 το πρωί για να βγει έξω να ψωνίσει υλικά σε μαγαζί. Γιατί του είναι αδιανόητο; Γιατί εργάζεται κατά την διάρκεια της ημέρας και ξέρει πότε να σταματήσει την δουλειά για να εστιάσει στην οικογένεια και την υπόλοιπη ζωή του».
 
Μάρκετινγκ, πολιτική, οργή και συμβιβασμός
 
Στο πεδίο της πολιτικής, η ραγδαία άνοδος του εξτρεμισμού μπορεί τώρα να αποδοθεί στη διαρκή υπόσχεση γρήγορων ανταμοιβών χωρίς μέριμνα για τις μελλοντικές συνέπειες.
 
«Το αμερικανικό πολιτικό σύστημα, έχει γίνει το κυριότερο παράδειγμα της κοινωνίας της παρόρμησης. Μεγάλο μέρος της τεχνολογίας του μάρκετινγκ και των στρατηγικών που δημιούργησαν την κοινωνία της παρόρμησης στην καταναλωτική αγορά χρησιμοποιούνται τώρα κανονικότατα και στην πολιτική σφαίρα.  Για παράδειγμα, η υπολογιστική ισχύς που μας επιτρέπει να αναλύουμε μεγάλο όγκο δεδομένων αξιοποιείται προκειμένου να προσαρμόσουμε τα πολιτικά μηνύματα σε μεμονωμένους ψηφοφόρους, αντιμετωπίζοντάς τους δηλαδή σαν καταναλωτές. Κατά κάποιον τρόπο πείσαμε τους ψηφοφόρους ότι θα μπορούσαν να έχουν όλα όσα θέλουν χωρίς να χρειάζεται να ανέχονται οτιδήποτε δεν θέλουν.
 
Την ίδια στιγμή, τους ενθαρρύναμε να είναι θυμωμένοι για τα πράγματα που δεν θέλουν και τους αποθαρρύναμε ως προς την ιδέα του συμβιβασμού. Ομως όλη η ουσία της πολιτικής είναι ο συμβιβασμός, είναι το να πείσεις τον κόσμο να παραιτηθεί από κάτι, για να πάρει κάτι ευρύτερα χρήσιμο και καλύτερο μακροπρόθεσμα. Αντ’ αυτού η αμερικανική πολιτική έχει μεταφερθεί σ’ ένα σημείο όπου προσπαθεί να πείσει τους ψηφοφόρους ότι μπορούν να έχουν ό,τι θέλουν ατομικά, όλη την ώρα. Κι έτσι, όταν τους ζητείται να παραιτηθούν από κάτι, έχουν κάθε λόγο να είναι θυμωμένοι».
 
Η διαδικασία εστίασης στον βραχυπρόθεσμο ορίζοντα εξελίχθηκε, αλλά βρήκε την αποτύπωσή της στους ΤραμπΣάντερς.
 
«Ο Τραμπ, έχει εξουσιοδοτήσει τους υποστηρικτές του να ζητούν τα πράγματα που θέλουν και να αρνούνται οτιδήποτε δεν θέλουν, και μάλιστα να τα αρνούνται οργισμένα, μερικές φορές ακόμη και με βία. Ωστόσο, υπάρχει και η δημοκρατική πλευρά της εξίσωσης. Εως ένα βαθμό, και ο Μπέρνι Σάντερς έχει ενδώσει σε μια παρόμοια παρορμητικότητα. Εχει πείσει τους υποστηρικτές του ότι μπορούν να ζητούν μια αλλαγή που βασίζεται απλώς στην ατομική τους παρόρμηση, σαν να είναι αρκετό το να θέλεις και μόνο κάτι για να γίνει, χωρίς να χρειαστεί να περάσεις μέσα από τις περίπλοκες διαδικασίες της πολιτικής.
 
Θέλει να κυνηγήσει το 1%. Αυτός είναι ένας πολύ ενδιαφέρων σκοπός, γιατί γινόμαστε ξεκάθαρα μια πολύ άνιση κοινωνία, αλλά δεν είναι απλό, είναι μια πολύ περίπλοκη διαδικασία. Χρειάζεται να αρχίσεις μεταρρυθμίζοντας το πολιτικό σύστημα που έχει ενθαρρύνει την ανισότητα στη βάση. Χρειάζεται να βγάλεις τα χρήματα έξω από το σύστημα. Θέλω να πω ότι υπάρχουν τόσο πολλά βήματα κι εκείνος μερικές φορές παρουσιάζει την αλλαγή σαν να μπορούσε να συμβεί σχεδόν στιγμιαία. Και το κίνημα occupy είχε παρόμοια στοιχεία. Σύμφωνοι, οι πολιτικοί χρειάζεται να πείσουν και μέρος της πειθούς είναι να προτείνεις ότι “ναι, μπορείς να έχεις αυτό που θέλεις”, αλλά νομίζω ότι είναι πολύ επικίνδυνο να υποσχόμαστε γρήγορες και στιγμιαίες λύσεις».
 
Αν λειτουργούσαν πιο αποτελεσματικά τα Μέσα, ίσως το πρόβλημα να ήταν μικρότερο. Αλλά κι εκεί η παρόρμηση έχει πάρει τα ηνία.
 
«Εχω αρχίσει να πιστεύω τελευταία ότι ένα μεγάλο πρόβλημα με την δημοσιογραφία, με τους δημοσιογράφους και τα Μέσα είναι ότι οι δημοσιογράφοι, αντί να βγαίνουν έξω στον κόσμο να συνομιλούν και να βλέπουν τα πράγματα όπως είναι, βασίζονται στο διαδίκτυο και σ’ ένα-δύο τηλεφωνήματα που θα κάνουν, ξεχνώντας ότι, μόλις βγεις έξω, μιλήσεις με τους ανθρώπους και δοκιμάσεις τις θεωρίες σου, συνειδητοποιείς συχνά ότι οι ιδέες που πήρες απ’ το διαδίκτυο είναι εντελώς λάθος.
 
Ο Ντόναλντ Τραμπ είναι ένα εύγλωττο παράδειγμα αυτού του γεγονότος, καθώς η πολιτική τάξη στις ΗΠΑ χρειάστηκε ένα χρόνο για να πιστέψει ότι ο Τραμπ ήταν αληθινός. Τα Μέσα δεν μπορούσαν να το αποδεχτούν, γιατί δεν ταίριαζε σε καμία από τις θεωρίες που είχαν δημιουργήσει μέσα σ’ αυτές τις φούσκες τους που είχαν φτιάξει με το διαδίκτυο, με τους κοντινούς τους φίλους, τις ελίτ που διακινούσαν τις ίδιες πληροφορίες, τα ίδια δεδομένα, τις ίδιες έρευνες. Ετσι λοιπόν ήρθε ο Ντόναλντ Τραμπ και τους ήταν αδύνατο να δουν ότι ήταν ένα αληθινό φαινόμενο. Και μόνο όταν οι δημοσιογράφοι βγήκαν έξω, έσβησαν τα τηλέφωνά τους και μίλησαν με τους υποστηρικτές του Τραμπ, κατάλαβαν το γιατί».
 
Ο Ρόμπερτς χρησιμοποιεί τον όρο «ρωγμές στον καθρέφτη» για να εικονογραφήσει την εσωτερική αστάθεια της κοινωνίας της παρόρμησης και να την δει σαν μια αφορμή να επανεξετάσουμε τον τρόπο που ζούμε στη Δύση.
 
«Μας υπενθυμίζεται διαρκώς ότι δεν μπορούμε να έχουμε ό,τι θέλουμε αμέσως τώρα. Υπάρχουν μεγάλες ρωγμές, όπως η οικονομική κρίση ή, ακόμα καλύτερα, η στεγαστική φούσκα: η αγορά δίνει βραχυπρόθεσμη ικανοποίηση, αδιαφορώντας για τις μακροπρόθεσμες συνέπειες, και μετά καταρρέει. Υπάρχει καλύτερη ένδειξη για το γεγονός ότι δεν είναι βιώσιμη η κοινωνία της παρόρμησης; Το θέμα είναι ότι επισκευάζει τον εαυτό της πολύ γρήγορα και μπορεί πολύ τάχιστα να προσφέρει εκ νέου βραχυπρόθεσμη ικανοποίηση, έτσι ώστε να μας δίνει την εντύπωση ότι τα πράγματα δεν είναι τόσο άσχημα. Ετσι στις ΗΠΑ η στεγαστική αγορά ξαναζεσταίνεται και αρχίζουμε να βλέπουμε τις ίδιες πρακτικές αναφορικά με το δανεισμό, που βλέπαμε πριν από την κατάρρευση. Δεν είναι τόσο άσχημα όσο τότε, αλλά για μία ακόμη φορά ενθαρρύνουμε τους ανθρώπους να πουν “παίρνω δάνειο πολλών ετών για να αγοράσω αυτοκίνητο».
 
Όμως τα δάνεια για τα αυτοκίνητα υποτίθεται ότι πρέπει να είναι διετή ή τριετή. Τώρα τα επεκτείνουμε όλο και περισσότερο στο χρόνο για να επιτρέπουμε στους ανθρώπους να αγοράζουν όλο και μεγαλύτερα αυτοκίνητα, εκμεταλλευόμενοι τις χαμηλές τιμές των καυσίμων. Το πρόβλημα, όμως, είναι ότι το αέριο δεν θα είναι φθηνό αενάως. Οι χιλιάδες καταναλωτές που είναι κλειδωμένοι μέσα σ’ αυτά τα τεράστια αυτοκίνητα είναι ένα σπουδαίο παράδειγμα παρορμητικής συμπεριφοράς που ανταποκρίνεται στις παρούσες συνθήκες, αλλά εθελοτυφλεί για τις πιθανότητες των μελλοντικών προβλημάτων».
 
Και το τελικό ερώτημα που προκύπτει είναι αν, μπορούμε να είμαστε αισιόδοξοι.
 
«Σε κάποιο βαθμό η οικονομική κρίση μας ξύπνησε απ’ το λήθαργο και μας υποχρέωσε να αναγνωρίσουμε τον κίνδυνο και το ρίσκο της βραχυπρόθεσμης σκέψης. Οι εκλογές επίσης μας υποχρεώνουν να ξυπνήσουμε απότομα. Στην Ευρώπη η άνοδος των ακροδεξιών κομμάτων έχει ταρακουνήσει το θεσμό του Τύπου και πολλούς ρεπόρτερ, που είχαν κλειδωθεί στις φούσκες τους και δεν πρόσεχαν τι γινόταν στον ευρύτερο κόσμο. Δυστυχώς, αυτό είναι το μοτίβο της ανθρώπινης ιστορίας και νομίζω ότι υπάρχει συνεχώς μια πίεση απ’ την κοινωνία της παρόρμησης να μας κοιμίσει ξανά. Η αληθινή κοινωνία, όμως, προσπαθεί συνεχώς να μας ξυπνήσει.
 
Θα θέλαμε να λύναμε ένα πρόβλημα μια για πάντα, αλλά η αλήθεια είναι ότι αδυνατούμε – κάποιες απ’ τις χειρότερες πρακτικές θα επανέρχονται ξανά και ξανά. Μπορούμε λοιπόν να λύσουμε τα προβλήματα μόνο προσωρινά, αλλά πιστεύω ότι σε διαφορετικές ιστορικές στιγμές κάναμε καλύτερο ή χειρότερο έργο αφύπνισης. Νομίζω ότι είναι μία απ’ αυτές τις στιγμές που ο κόσμος αναγνωρίζει ότι κοιμόταν, ότι ήμασταν εστιασμένοι στον βραχύ ορίζοντα και στον εγωισμό. Τώρα είμαστε λίγο πιο πρόθυμοι να γίνουμε υπομονετικοί, να εστιάσουμε στον μακρύτερο ορίζοντα και στην πραγματικότητα και να δούμε τις διακινδυνεύσεις της κοινωνίας της παρόρμησης. Ναι, τώρα είμαι λίγο πιο αισιόδοξος, νιώθω πιο εμψυχωμένος».
 
Μαζί του, ελπίζω κι εμείς.

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ: Ἠθικὰ Νικομάχεια (1121a-1122a)

Ὁ δ᾽ ἄσωτος καὶ ἐν τούτοις διαμαρτάνει· οὔτε γὰρ ἥδεται ἐφ᾽ οἷς δεῖ οὐδὲ ὡς δεῖ οὔτε λυπεῖται· ἔσται δὲ προϊοῦσι φανερώτερον. εἴρηται δὴ ἡμῖν ὅτι ὑπερβολαὶ καὶ ἐλλείψεις εἰσὶν ἡ ἀσωτία καὶ ἡ ἀνελευθερία, καὶ ἐν δυσίν, ἐν δόσει καὶ λήψει· καὶ τὴν δαπάνην γὰρ εἰς τὴν δόσιν τίθεμεν. ἡ μὲν οὖν ἀσωτία τῷ διδόναι καὶ μὴ λαμβάνειν ὑπερβάλλει, τῷ δὲ λαμβάνειν ἐλλείπει, ἡ δ᾽ ἀνελευθερία τῷ διδόναι μὲν ἐλλείπει, τῷ λαμβάνειν δ᾽ ὑπερβάλλει, πλὴν ἐν μικροῖς. τὰ μὲν οὖν τῆς ἀσωτίας οὐ πάνυ συνδυάζεται· οὐ γὰρ ῥᾴδιον μηδαμόθεν λαμβάνοντα πᾶσι διδόναι· ταχέως γὰρ ἐπιλείπει ἡ οὐσία τοὺς ἰδιώτας διδόντας, οἵπερ καὶ δοκοῦσιν ἄσωτοι εἶναι· ἐπεὶ ὅ γε τοιοῦτος δόξειεν ἂν οὐ μικρῷ βελτίων εἶναι τοῦ ἀνελευθέρου. εὐίατός τε γάρ ἐστι καὶ ὑπὸ τῆς ἡλικίας καὶ ὑπὸ τῆς ἀπορίας, καὶ ἐπὶ τὸ μέσον δύναται ἐλθεῖν. ἔχει γὰρ τὰ τοῦ ἐλευθερίου· καὶ γὰρ δίδωσι καὶ οὐ λαμβάνει, οὐδέτερον δ᾽ ὡς δεῖ οὐδ᾽ εὖ. εἰ δὴ τοῦτο ἐθισθείη ἤ πως ἄλλως μεταβάλοι, εἴη ἂν ἐλευθέριος· δώσει γὰρ οἷς δεῖ, καὶ οὐ λήψεται ὅθεν οὐ δεῖ. διὸ καὶ δοκεῖ οὐκ εἶναι φαῦλος τὸ ἦθος· οὐ γὰρ μοχθηροῦ οὐδ᾽ ἀγεννοῦς τὸ ὑπερβάλλειν διδόντα καὶ μὴ λαμβάνοντα, ἠλιθίου δέ. ὁ δὲ τοῦτον τὸν τρόπον ἄσωτος πολὺ δοκεῖ βελτίων τοῦ ἀνελευθέρου εἶναι διά τε τὰ εἰρημένα, καὶ ὅτι ὃ μὲν ὠφελεῖ πολλούς, ὃ δὲ οὐθένα, ἀλλ᾽ οὐδ᾽ αὑτόν. ἀλλ᾽ οἱ πολλοὶ τῶν ἀσώτων, καθάπερ εἴρηται, καὶ λαμβάνουσιν ὅθεν μὴ δεῖ, καὶ εἰσὶ κατὰ τοῦτο ἀνελεύθεροι. ληπτικοὶ δὲ γίνονται διὰ τὸ βούλεσθαι μὲν ἀναλίσκειν, εὐχερῶς δὲ τοῦτο ποιεῖν μὴ δύνασθαι· ταχὺ γὰρ ἐπιλείπει αὐτοὺς τὰ ὑπάρχοντα. ἀναγκάζονται οὖν ἑτέρωθεν

[1121b] πορίζειν. ἅμα δὲ καὶ διὰ τὸ μηδὲν τοῦ καλοῦ φροντίζειν ὀλιγώρως καὶ πάντοθεν λαμβάνουσιν· διδόναι γὰρ ἐπιθυμοῦσι, τὸ δὲ πῶς ἢ πόθεν οὐδὲν αὐτοῖς διαφέρει. διόπερ οὐδ᾽ ἐλευθέριοι αἱ δόσεις αὐτῶν εἰσίν· οὐ γὰρ καλαί, οὐδὲ τούτου ἕνεκα, οὐδὲ ὡς δεῖ· ἀλλ᾽ ἐνίοτε οὓς δεῖ πένεσθαι, τούτους πλουσίους ποιοῦσι, καὶ τοῖς μὲν μετρίοις τὰ ἤθη οὐδὲν ἂν δοῖεν, τοῖς δὲ κόλαξιν ἤ τιν᾽ ἄλλην ἡδονὴν πορίζουσι πολλά. διὸ καὶ ἀκόλαστοι αὐτῶν εἰσὶν οἱ πολλοί· εὐχερῶς γὰρ ἀναλίσκοντες καὶ εἰς τὰς ἀκολασίας δαπανηροί εἰσι, καὶ διὰ τὸ μὴ πρὸς τὸ καλὸν ζῆν πρὸς τὰς ἡδονὰς ἀποκλίνουσιν. ὁ μὲν οὖν ἄσωτος ἀπαιδαγώγητος γενόμενος εἰς ταῦτα μεταβαίνει, τυχὼν δ᾽ ἐπιμελείας εἰς τὸ μέσον καὶ εἰς τὸ δέον ἀφίκοιτ᾽ ἄν. ἡ δ᾽ ἀνελευθερία ἀνίατός τ᾽ ἐστίν (δοκεῖ γὰρ τὸ γῆρας καὶ πᾶσα ἀδυναμία ἀνελευθέρους ποιεῖν), καὶ συμφυέστερον τοῖς ἀνθρώποις τῆς ἀσωτίας· οἱ γὰρ πολλοὶ φιλοχρήματοι μᾶλλον ἢ δοτικοί. καὶ διατείνει δ᾽ ἐπὶ πολύ, καὶ πολυειδές ἐστιν· πολλοὶ γὰρ τρόποι δοκοῦσι τῆς ἀνελευθερίας εἶναι. ἐν δυσὶ γὰρ οὖσα, τῇ τ᾽ ἐλλείψει τῆς δόσεως καὶ τῇ ὑπερβολῇ τῆς λήψεως, οὐ πᾶσιν ὁλόκληρος παραγίνεται, ἀλλ᾽ ἐνίοτε χωρίζεται, καὶ οἳ μὲν τῇ λήψει ὑπερβάλλουσιν, οἳ δὲ τῇ δόσει ἐλλείπουσιν. οἱ μὲν γὰρ ἐν ταῖς τοιαύταις προσηγορίαις οἷον φειδωλοὶ γλίσχροι κίμβικες, πάντες τῇ δόσει ἐλλείπουσι, τῶν δ᾽ ἀλλοτρίων οὐκ ἐφίενται οὐδὲ βούλονται λαμβάνειν, οἳ μὲν διά τινα ἐπιείκειαν καὶ εὐλάβειαν τῶν αἰσχρῶν (δοκοῦσι γὰρ ἔνιοι ἢ φασί γε διὰ τοῦτο φυλάττειν, ἵνα μή ποτ᾽ ἀναγκασθῶσιν αἰσχρόν τι πρᾶξαι· τούτων δὲ καὶ ὁ κυμινοπρίστης καὶ πᾶς ὁ τοιοῦτος· ὠνόμασται δ᾽ ἀπὸ τῆς ὑπερβολῆς τοῦ μηδὲν ἂν δοῦναι)· οἳ δ᾽ αὖ διὰ φόβον ἀπέχονται τῶν ἀλλοτρίων ὡς οὐ ῥᾴδιον αὐτὸν μὲν τὰ ἑτέρων λαμβάνειν, τὰ δ᾽ αὐτοῦ ἑτέρους μή· ἀρέσκει οὖν αὐτοῖς τὸ μήτε λαμβάνειν μήτε διδόναι. οἳ δ᾽ αὖ κατὰ τὴν λῆψιν ὑπερβάλλουσι τῷ πάντοθεν λαμβάνειν καὶ πᾶν, οἷον οἱ τὰς ἀνελευθέρους ἐργασίας ἐργαζόμενοι, πορνοβοσκοὶ καὶ πάντες οἱ τοιοῦτοι, καὶ τοκισταὶ κατὰ μικρὰ καὶ ἐπὶ πολλῷ.

[1122a] πάντες γὰρ οὗτοι ὅθεν οὐ δεῖ λαμβάνουσι, καὶ ὁπόσον οὐ δεῖ. κοινὸν δ᾽ ἐπ᾽ αὐτοῖς ἡ αἰσχροκέρδεια φαίνεται· πάντες γὰρ ἕνεκα κέρδους, καὶ τούτου μικροῦ, ὀνείδη ὑπομένουσιν. τοὺς γὰρ τὰ μεγάλα μὴ ὅθεν δὲ δεῖ λαμβάνοντας, μηδὲ ἃ δεῖ, οὐ λέγομεν ἀνελευθέρους, οἷον τοὺς τυράννους πόλεις πορθοῦντας καὶ ἱερὰ συλῶντας, ἀλλὰ πονηροὺς μᾶλλον καὶ ἀσεβεῖς καὶ ἀδίκους. ὁ μέντοι κυβευτὴς καὶ ὁ λωποδύτης καὶ ὁ λῃστὴς τῶν ἀνελευθέρων εἰσίν· αἰσχροκερδεῖς γάρ. κέρδους γὰρ ἕνεκα ἀμφότεροι πραγματεύονται καὶ ὀνείδη ὑπομένουσιν, καὶ οἳ μὲν κινδύνους τοὺς μεγίστους ἕνεκα τοῦ λήμματος, οἳ δ᾽ ἀπὸ τῶν φίλων κερδαίνουσιν, οἷς δεῖ διδόναι. ἀμφότεροι δὴ ὅθεν οὐ δεῖ κερδαίνειν βουλόμενοι αἰσχροκερδεῖς· καὶ πᾶσαι δὴ αἱ τοιαῦται λήψεις ἀνελεύθεροι. εἰκότως δὲ τῇ ἐλευθεριότητι ἀνελευθερία ἐναντίον λέγεται· μεῖζόν τε γάρ ἐστι κακὸν τῆς ἀσωτίας, καὶ μᾶλλον ἐπὶ ταύτην ἁμαρτάνουσιν ἢ κατὰ τὴν λεχθεῖσαν ἀσωτίαν. περὶ μὲν οὖν ἐλευθεριότητος καὶ τῶν ἀντικειμένων κακιῶν τοσαῦτ᾽ εἰρήσθω.

***
Ο άσωτος ενεργεί λανθασμένα και σ᾽ αυτές τις περιπτώσεις· ούτε, πράγματι, ευχαριστιέται με αυτά που πρέπει και με τον τρόπο που πρέπει ούτε λυπάται — το πράγμα θα γίνει πιο φανερό στη συνέχεια της έκθεσής μας.

Έχουμε ήδη πει ότι η ασωτία και η ανελευθερία είναι υπερβολές και ελλείψεις, και στους δύο μάλιστα τρόπους με τους οποίους ενεργεί η ελευθεριότητα, δηλαδή στη δόση και στη λήψη (τη δαπάνη τη βάζουμε, βέβαια, και αυτήν στη δόση): η ασωτία υπερβάλλει στη δόση και στη μη λήψη και ελλείπει στη λήψη, η ανελευθερία ελλείπει στη δόση και υπερβάλλει στη λήψη — για μικρά όμως πάντοτε πράγματα.

Τα δύο χαρακτηριστικά της ασωτίας σπάνια συνυπάρχουν στον ίδιο άνθρωπο· δεν είναι, πράγματι, εύκολο, μη παίρνοντας κανείς από πουθενά, να δίνει σε όλους: τα περιουσιακά αποθέματα αυτών που δίνουν εξαντλούνται γρήγορα, αν είναι απλοί ιδιώτες — και είναι σ᾽ αυτούς κυρίως, κατά την κοινή αντίληψη, που ταιριάζει ο χαρακτηρισμός «άσωτος»· εν πάση περιπτώσει, ένας τέτοιας λογής άνθρωπος θα θεωρούνταν, φυσικά, πολύ καλύτερος από τον ανελεύθερο. Μπορεί, πράγματι, ο άνθρωπος αυτός να θεραπευθεί και με το πέρασμα της ηλικίας και με τη φτώχεια που θα γίνεται συνεχώς μεγαλύτερη, και έχει τη δυνατότητα να φτάσει στο μέσον. Γιατί ο άνθρωπος αυτός έχει τα χαρακτηριστικά του ελευθέριου ανθρώπου: δίνει και δεν παίρνει, μόνο που ούτε το ένα ούτε το άλλο το κάνει όπως πρέπει και σωστά. Αν έφτανε με τη διαδικασία του εθισμού στο σημείο να ενεργεί έτσι, ή αν άλλαζε με κάποιον άλλο τρόπο, θα γινόταν ελευθέριος. Γιατί σ᾽ αυτήν την περίπτωση θα δώσει εκεί που πρέπει, και δεν θα πάρει από εκεί που δεν πρέπει. Αυτός είναι και ο λόγος που δεν θεωρείται άνθρωπος κατώτερου χαρακτήρα· γιατί το να φτάνει κανείς σε υπερβολή στο να δίνει και στο να μη παίρνει, δεν δείχνει άνθρωπο κακό ή χαμηλού επιπέδου, αλλά άνθρωπο ανόητο. Ο άνθρωπος που είναι με αυτόν τον τρόπο άσωτος θεωρείται πολύ καλύτερος από τον ανελεύθερο, τόσο για τους λόγους που είπαμε όσο και γιατί αυτός ωφελεί πολλούς, ενώ ο άλλος κανέναν, ούτε και τον ίδιο τον εαυτό του.

Οι περισσότεροι όμως άσωτοι, όπως το έχουμε ήδη πει, και παίρνουν από εκεί που δεν πρέπει και είναι από την άποψη αυτή ανελεύθεροι. Την τάση να παίρνουν την αποκτούν επειδή θέλουν να ξοδεύουν, κάτι όμως που δεν είναι σε θέση να το κάνουν με την απλοχεριά που θέλουν, αφού τα υπάρχοντά τους εξαντλούνται γρήγορα· αναγκάζονται λοιπόν

[1121b] να τα προμηθευτούν από αλλού. Από την άλλη μεριά, καθώς δεν νοιάζονται καθόλου για το (ηθικά) ωραίο, παίρνουν απερίσκεπτα και από παντού· το μόνο που επιθυμούν είναι να δίνουν· το πώς και το από πού τους είναι τελείως αδιάφορο. Γι᾽ αυτό και όταν δίνουν, η ενέργειά τους αυτή δεν έχει καθόλου τα χαρακτηριστικά της ελευθεριότητας, αφού ούτε (ηθικά) ωραία είναι, ούτε σε έναν τέτοιου είδους συγκεκριμένο σκοπό αποβλέπει, ούτε γίνεται με τον τρόπο που πρέπει· είναι φορές που κάνουν πλούσιους αυτούς που πρέπει να μείνουν φτωχοί: σε ανθρώπους με καλό και αξιοπρεπή χαρακτήρα μπορεί να μη δίνουν τίποτε, δίνουν όμως πολλά στους κόλακες και σ᾽ αυτούς που τους προσφέρουν κάποια άλλη ευχαρίστηση. Γι᾽ αυτό και οι περισσότεροι από αυτούς είναι ακόλαστοι· γιατί καθώς ξοδεύουν απλόχερα, ξοδεύουν πάμπολλα και για τις ακολασίες τους: μη έχοντας ως σκοπό της ζωής τους το (ηθικά) ωραίο, καταλήγουν να στραφούν προς τις ηδονές.

Μένοντας λοιπόν δίχως καθοδήγηση ο άσωτος καταντάει σ᾽ αυτά· αν όμως του εξασφαλισθεί μια φροντισμένη καθοδήγηση, έχει, κατά τη γνώμη μου, τη δυνατότητα να φτάσει στο μέσον και στο σωστό. Για τον ανελεύθερο όμως δεν υπάρχει θεραπεία (γιατί τα γηρατειά και κάθε είδους σωματική αδυναμία κάνει, κατά την κοινή αντίληψη, τους ανθρώπους ανελεύθερους). Εξάλλου η ανελευθερία είναι πιο σύμφυτη στους ανθρώπους από ό,τι η ασωτία: οι περισσότεροι άνθρωποι είναι μάλλον φιλοχρήματοι παρά πρόθυμοι να δίνουν χρήματα.

Τέλος, η ανελευθερία καλύπτει μεγάλη έκταση και είναι πολύμορφη — φαίνεται, πράγματι, ότι υπάρχουν πολλά είδη ανελευθερίας. Καθώς η ανελευθερία σχετίζεται με δύο πράγματα, με την έλλειψη στη δόση και με την υπερβολή στη λήψη, δεν εμφανίζεται στην ολοκληρωμένη της μορφή σε όλους τους ανθρώπους, αλλά μερικές φορές χωρίζεται: άλλοι υπερβάλλουν στη λήψη και άλλοι ελλείπουν στη δόση. Αυτοί που τους λέμε με λέξεις όπως «τσιγκούνης», «σφιχτός», «σπαγγοραμμένος», όλοι τους ελλείπουν στη δόση· δεν επιθυμούν, πάντως, τα ξένα υλικά αγαθά, ούτε και θέλουν να τα πάρουν, μερικοί από ένα είδος εντιμότητας και αποφυγής των άσχημων πραγμάτων (υπάρχουν, πράγματι, κάποιοι που δίνουν την εντύπωση, ή τουλάχιστον έτσι λένε οι ίδιοι, ότι ο λόγος που φυλάγουν τα χρήματά τους είναι για να μη βρεθούν κάποια μέρα στην ανάγκη να κάνουν κάτι το άσχημο· εδώ ανήκει και ο «εξηνταβελόνης» και όλοι οι όμοιοί του — η λέξη ξεκινάει από την υπερβολή στην οποία φτάνουν, να μη θέλουν να δώσουν απολύτως τίποτε), και άλλοι πάλι κρατιούνται μακριά από τα ξένα αγαθά από φόβο, λέγοντας πως δεν είναι εύκολο ο ίδιος να παίρνεις τα αγαθά των άλλων, να εμποδίζεις όμως τους άλλους να πάρουν τα δικά σου· προτιμούν λοιπόν μήτε να παίρνουν μήτε να δίνουν.

Άλλοι, πάλι, υπερβάλλουν στη λήψη, καθώς παίρνουν από παντού και τα πάντα, όπως π.χ. αυτοί που κάνουν βρόμικες και χυδαίες δουλειές: οι σωματέμποροι και όλοι οι όμοιοί τους ή οι τοκογλύφοι που δανείζουν μικρά μικρά ποσά με μεγάλους τόκους.

[1122a] Όλοι αυτοί παίρνουν από εκεί που δεν πρέπει και όσα δεν πρέπει. Κοινό χαρακτηριστικό τους είναι προφανώς η αισχροκέρδεια, αφού για κάποιο κέρδος, και αυτό μικρό, είναι πρόθυμοι να υπομείνουν κάθε λογής ντροπή. Γιατί αυτούς που παίρνουν μεγάλα κέρδη, όχι όμως από εκεί που πρέπει, κέρδη που δεν θα έπρεπε να τα κερδίζουν, αυτούς δεν τους λέμε ανελεύθερους (τους τυράννους π.χ. που καταστρέφουν πόλεις και λεηλατούν ιερά), αλλά μάλλον κακούς, ασεβείς και άδικους. Ο άνθρωπος όμως που παίζει ζάρια, ο κλέφτης και ο ληστής, αυτοί ανήκουν στους ανελεύθερους, αφού είναι αισχροκερδείς. Και στις δύο περιπτώσεις οι άνθρωποι αυτοί κυνηγούν το κέρδος, και είναι πρόθυμοι να υπομείνουν γι᾽ αυτό κάθε λογής ντροπή: οι δεύτεροι δέχονται να αντιμετωπίσουν τους πιο μεγάλους κινδύνους για χάρη του κέρδους, ενώ οι πρώτοι κερδίζουν από τους φίλους τους, στους οποίους θα έπρεπε να δίνουν. Και οι δύο λοιπόν είναι αισχροκερδείς, αφού θέλουν να κερδίζουν από εκεί που δεν πρέπει· και όλες αυτού του είδους οι λήψεις είναι ανελεύθερες. Και είναι πολύ σωστό που η ανελευθερία λέγεται ως το αντίθετο της ελευθεριότητας· γιατί είναι μεγαλύτερο κακό από την ασωτία, και οι άνθρωποι σφάλλουν πιο συχνά προς αυτή την κατεύθυνση παρά με τον τρόπο της ασωτίας όπως την περιγράψαμε.

Ας θεωρηθούν λοιπόν αρκετά όσα είπαμε για την ελευθεριότητα και για τις αντίθετές της κακίες.