Τρίτη, 17 Σεπτεμβρίου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Πλοῦτος (290-321)

290 ΚΑ. καὶ μὴν ἐγὼ βουλήσομαι —θρεττανελο— τὸν Κύκλωπα
μιμούμενος καὶ τοῖν ποδοῖν ὡδὶ παρενσαλεύων
ὑμᾶς ἄγειν. ἀλλ᾽ εἶα, τέκεα, θαμίν᾽ ἐπαναβοῶντες
βληχώμενοί τε προβατίων
αἰγῶν τε κιναβρώντων μέλη
295 ἕπεσθ᾽ ἀπεψωλημένοι· τράγοι δ᾽ ἀκρατιεῖσθε.
ΧΟ. ἡμεῖς δέ γ᾽ αὖ ζητήσομεν —θρεττανελο— τὸν Κύκλωπα
βληχώμενοι σὲ τουτονὶ πινῶντα καταλαβόντες,
πήραν ἔχοντα λάχανά τ᾽ ἄγρια δροσερά, κραιπαλῶντα
ἡγούμενον τοῖς προβατίοις,
300 εἰκῇ δὲ καταδαρθόντα που
μέγαν λαβόντες ἡμμένον σφηκίσκον ἐκτυφλῶσαι.

ΚΑ. ἐγὼ δὲ τὴν Κίρκην γε, τὴν τὰ φάρμακ᾽ ἀνακυκῶσαν,
ἣ τοὺς ἑταίρους τοῦ— Φιλωνίδου ποτ᾽ ἐν Κορίνθῳ
ἔπεισεν ὡς ὄντας κάπρους
305 μεμαγμένον σκῶρ ἐσθίειν, —αὐτὴ δ᾽ ἔματτεν αὐτοῖς—,
μιμήσομαι πάντας τρόπους·
ὑμεῖς δὲ γρυλίζοντες ὑπὸ φιληδίας
ἕπεσθε μητρί, χοῖροι.
ΧΟ. οὐκοῦν σέ, τὴν Κίρκην γε, τὴν τὰ φάρμακ᾽ ἀνακυκῶσαν
310 καὶ μαγγανεύουσαν μολύνουσάν τε τοὺς ἑταίρους
λαβόντες ὑπὸ φιληδίας
τὸν Λαρτίου μιμούμενοι τῶν ὄρχεων κρεμῶμεν,
μινθώσομέν θ᾽ ὥσπερ τράγου
τὴν ῥῖνα· σὺ δ᾽ Ἀρίστυλλος ὑποχάσκων ἐρεῖς·
315«ἕπεσθε μητρί, χοῖροι.»

ΚΑ. ἀλλ᾽ εἶά νυν τῶν σκωμμάτων ἀπαλλαγέντες ἤδη
ὑμεῖς ἐπ᾽ ἄλλ᾽ εἶδος τρέπεσθ᾽,
ἐγὼ δ᾽ ἰὼν ἤδη λάθρᾳ
βουλήσομαι τοῦ δεσπότου
320 λαβών τιν᾽ ἄρτον καὶ κρέας
μασώμενος τὸ λοιπὸν οὕτω τῷ κόπῳ ξυνεῖναι.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ - ΙΥΓΓΑ

ΙΥΓΓΑ
(πέτρινο άγαλμα ή πουλί)
 
Κόρη του Πάνα και της νύμφης Ηχώς. Δίνοντας στον Δία ένα μαγικό φίλτρο, του προκάλεσε σφοδρό έρωτα για την Ιώ, ιέρεια της γυναίκας του Ήρας. Η Ήρα κυνήγησε τόσο την ερωμένη του άνδρα της όσο και την υπεύθυνη για τον έρωτα αυτόν, την Ίυγγα. Τη μεταμόρφωσε σε πέτρινο άγαλμα ή στο ομώνυμο πουλί που χρησιμοποιούνταν σε ερωτικούς εξορκισμούς.
 
Σύμφωνα με τον Πίνδαρο η θέα Αφροδίτη πρώτη το κατέβασε στη γη και το δάνεισε στον Ιάσονα, για να κερδίσει τον έρωτα της Μήδειας (Πίνδ., Πυθ. 4. 213-219). Οι γόητες και οι μάγισσες έδεναν το πτηνό σε τροχό και το περιέστρεφαν. Με τον ήχο που έκανε το στριφογύρισμα -εξάλλου, ἰύζω, απ' όπου και το όνομα Ίυγξ, σημαίνει κραυγάζω, βοώ, χουγιάζω- πίστευαν ότι προσέλκυαν τον ερωτικό σύντροφο, τον έθελγαν ή τον μάγευαν για να υπακούει, πόσο μάλλον αν επρόκειτο για άπιστο εραστή -ἕλκειν ἴυγγα ἐπὶ τινι (Ξεν., Απομν. 3.11.17). Πιο εύχρηστο και εύκολο ήταν να το κάνει κανείς αυτό με το ομώνυμο παιχνίδι και όχι με πραγματικό πουλί δεμένο σε τροχό. Κατασκευαζόταν σε σχήμα αστεριού, ρόμβου ή τροχού, με ακτίνες τα φτερά και τα πόδια του πουλιού τεταμένα -ἴυγξ τετράκναμος (Πίνδ. Πυθ. 4.381). Πάνω στον δίσκο ή στον τροχό της ίυγγας ο ενδιαφερόμενος για κάποιο πρόσωπο χάραζε ερωτικές αφιερώσεις ή μαγικές επικλήσεις και του το έστελνε ή προσπαθούσε εκ του μακρόθεν να επιτύχει το επιθυμητό αποτέλεσμα. Μεταφορικά η λέξη ἲυξ σήμαινε γοητεία, φίλτρο, επομένως είναι ισχυρότερη της λέξης πόθος = σφοδρή επιθυμία.
 
Κατά τον Φώτιο η Ίυγγα ταυτίζεται με τη Μίνθα, που επίσης μεταμορφώθηκε.

Ο Θουκυδίδης, ο τρωικός πόλεμος και η έννοια του μύθου

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα ομηρικά έπη κινούνται περισσότερο στο μύθο παρά στην ιστορική πραγματικότητα. Κι αυτό είναι απολύτως εύλογο, αφού η έννοια έπος, εξ’ ορισμού, εμπεριέχει την υπερβολή: «έπος: ποιητική σύνθεση μακρόπνοης έμπνευσης και μεγάλης έκτασης με διαπλεκόμενες ιστορίες, που εξυμνεί με θριαμβολογική, εγκωμιαστική και συχνά εξωραϊστική διάθεση γνωστά κατορθώματα ηρώων, θεών και ηγεμόνων». Το έπος αποσκοπεί στην τέρψη. Το έπος αφορά την ψυχαγωγική δυναμική της ομήγυρης που τρέφεται με μύθους. Δεν υπάρχει τίποτε πιο εκτονωτικό, πιο εξισορροπητικό, πιο εξυψωτικό και ταυτόχρονα πιο καταπραϋντικό από τον ομαδικό μύθο. Γι’ αυτό οι ραψωδοί συνδέονται με τα πανηγύρια. Γιατί τα πανηγύρια συνδέονται με το ξέφρενο, δηλαδή με τη συναισθηματική απελευθέρωση. Ο μύθος είναι η πύλη αυτού του μηχανισμού. Είναι η μυσταγωγία της ομαδικότητας, που λειτουργεί σχεδόν ενορατικά, σαν παραίσθηση από κοινού, σαν συμμετοχικό ξεπέρασμα του εαυτού, σαν άνευ όρων παράδοση, σαν συλλογική – στα όρια του μεταφυσικού – εμπειρία. Κι αυτό ακριβώς είναι η φυγή. Μιλάμε για τη φυγή της ατομικότητας, που θέλει, έστω για λίγο, να ενωθεί με τους άλλους. Κι όσο πιο ζωντανά αναπαρίσταται ο μύθος, τόσο πιο αληθινός είναι. Η αλήθεια του μύθου δεν είναι παρά το μέτρο έντασης της φυγής. Στόχος του μύθου η στιγμιαία απώλεια της συνείδησης που διαχέεται μέσα στις συνειδήσεις των φανταστικών άλλων που διαμορφώνουν την εξέλιξή του. Κι από εδώ ξεκινά η διάπλαση. Γιατί η ταύτιση και η αποστροφή που μοιραία γεννάται, ως συναισθηματική συμμετοχή, δεν είναι η ασύνειδη επαναφορά του εαυτού που υπογείως καλείται να πάρει θέση, αλλά η επιβολή του μύθου που εξαναγκάζει το κοινό να ενταχθεί στο διαδραματιζόμενο γίγνεσθαι. Οι συγκρούσεις της φαντασιακής κοσμογονίας γίνονται υπόθεση προσωπική, αφού, με το ξεπέρασμα του εαυτού, όλα είναι  προσωπικά, μετατρέποντας το μύθο σε βιωματική συνθήκη. Το βίωμα του μύθου είναι η μεγαλύτερη συναισθηματική είσπραξη, που μόνο ως ταύτιση μπορεί να ερμηνευτεί και που αποκτά ολοφάνερες παιδαγωγικές διαστάσεις, μετουσιώνοντας το φαντασιακό σε ρυθμιστικό παράγοντα συμπεριφοράς με τη διάπλαση των επιθυμιών κατά τα προβαλλόμενα πρότυπα. Γι’ αυτό τα ομηρικά έπη αποτέλεσαν την πιο αξιόπιστη εκπαιδευτική ύλη στην αρχαία Αθήνα. Γι’ αυτό εξακολουθούν να έχουν περίοπτη θέση και στα σημερινά σχολεία. Γιατί καθιστούν σαφές ότι το καλό ταυτίζεται με την ανδρεία, τη φιλοπατρία κτλ και ότι το λάθος ταυτίζεται με τη δειλία, τον εγωισμό κτλ. Μπροστά σ’ αυτή την οπτική η αλήθεια έχει ελάχιστη σημασία.
 
Αν όμως ο μύθος ταυτίζεται με την τέχνη, η αλήθεια ταυτίζεται με την επιστήμη. Κι αν η ιστορία είναι η αναζήτηση της αλήθειας για τα γεγονότα του παρελθόντος τότε δεν έχει άλλη επιλογή από να αποκτήσει επιστημονικές διαστάσεις, που μόνο μεθοδολογικά μπορούν να εξασφαλιστούν. Κι εδώ ακριβώς ξεκινά ο ρόλος του Θουκυδίδη: «Ο Θουκυδίδης ο Αθηναίος έγραψε την ιστορία του πολέμου των Πελοποννησίων και των Αθηναίων, πώς πολέμησαν μεταξύ τους, αρχίζοντας να γράφει αμέσως μόλις ξέσπασε, γιατί προέβλεψε και πως μεγάλες διαστάσεις θα πάρει και πιο αξιόλογος απ’ όλους τους προηγούμενους θα είναι». (Βιβλίο πρώτο, παράγραφος ένα, σε μετάφραση του Α. Γεωργοπαπαδάκου). Ο Θουκυδίδης προφανώς πέρασε τα πρώτα εφτά χρόνια του πελοποννησιακού πολέμου στην Αθήνα και γνώριζε τα γεγονότα από πρώτο χέρι, έχοντας ακούσει τους λόγους του Περικλή και τις συζητήσεις για την Πύλο και τη Μυτιλήνη. Όταν το 424 π.Χ εξορίστηκε για 20 χρόνια λόγω της απώλειας της Αμφίπολης, κατέφυγε στα κτήματά του στη Θράκη κι αφιερώθηκε στη συγγραφή της ιστορίας του πολέμου καθορίζοντας για πρώτη φορά στην ανθρωπότητα τις βασικές αρχές της επιστημονικής ιστοριογραφίας: «Τις πράξεις που στη διάρκεια του πολέμου έγιναν, δεν έκρινα σωστό να τις γράψω βασισμένος στις πληροφορίες του πρώτου τυχόντα ούτε όπως εγώ νόμιζα, αλλά αφού ερεύνησα με κάθε δυνατή ακρίβεια για την καθεμιά, τόσο για κείνες που ο ίδιος ήμουν παρών όσο και για κείνες που μάθαινα από άλλους. Και η εξακρίβωση γινόταν δύσκολα, γιατί οι αυτόπτες μάρτυρες δεν έλεγαν τα ίδια για το ίδιο περιστατικό, αλλά καθένας ανάλογα με τη συμπάθειά του για τη μια ή την άλλη παράταξη ή καταπώς θυμόταν. Κι όσο στο να ακούει κανείς την αφήγησή μου, επειδή λείπει απ’ αυτήν το μυθικό, ίσως θα φανεί λιγότερο ευχάριστη. Όσοι όμως θα θελήσουν να γνωρίσουν με ακρίβεια αυτά που έγιναν κι εκείνα που, σύμφωνα με την ανθρώπινη φύση, θα γίνουν κάποτε ξανά τέτοια ή παρόμοια τούτοι να κρίνουν το έργο μου ωφέλιμο θα μου είναι αρκετό. Το έργο έχει γραφτεί πιο πολύ σαν μελέτημα παντοτινό παρά σαν πρόσκαιρο ανάγνωσμα για να τ’ ακούν κάποιοι ευχάριστα». Ο Θουκυδίδης ξεκαθαρίζει από την αρχή ότι δεν γράφει για τέρψη, αλλά για την αλήθεια. Όμως και πάλι βρισκόμαστε μπροστά στο διδακτικό – παιδαγωγικό στοιχείο που θα ωφελήσει την ανθρωπότητα, αφού, για τον Θουκυδίδη, η ιστορία κινείται από νόμους που την υποχρεώνουν να επαναλαμβάνει «τέτοια ή παρόμοια» και που κινούνται «σύμφωνα με την ανθρώπινη φύση». Κι αυτό ακριβώς ενδιαφέρει τον Θουκυδίδη, η ανθρώπινη φύση. Γιατί η επίσημη καταγραφή της ιστορίας δεν είναι τίποτε άλλο από τη μελέτη της ανθρώπινης συμπεριφοράς μέσα στα διάφορα ιστορικά ερεθίσματα που όσο περισσότερο τα μελετά κανείς, τόσο περισσότερο διαπιστώνει ότι μοιάζουν.
 
Ο Θουκυδίδης δεν εμπιστεύεται τα γεγονότα «όπως τα τραγούδησαν οι ποιητές, που τα μεγαλοποίησαν και τα στόλισαν, ή όπως τα εκθέσανε οι λογογράφοι, που περισσότερο ζήτησαν να τέρψουν τους ακροατές τους παρά να τους πουν την αλήθεια….». (βιβλίο πρώτο, παράγραφος 21). Εξάλλου γνωρίζει καλά ότι οι άνθρωποι είναι απολύτως επιρρεπείς στους μύθους: «Υπάρχουν και πολλά άλλα πράγματα, ακόμα και σύγχρονα κι όχι ξεχασμένα από την πολυκαιρία, για τα οποία κι οι άλλοι Έλληνες έχουν γνώμες σφαλερές, όπως λόγου χάρη ότι οι βασιλείς των Λακεδαιμονίων δεν έχουν μία ψήφο ο καθένας, αλλά δύο, κι ότι στο στρατό της Σπάρτης υπάρχει λόχος Πιτανάτης που ποτέ δεν υπήρξε. Τόσο λίγο ταλαιπωρούνται οι πολλοί να αναζητήσουν την αλήθεια και πιο πολύ κλίνουν να δεχτούν τα έτοιμα». (βιβλίο πρώτο, παράγραφος 20).
 
Τον τρωικό πόλεμο ο Θουκυδίδης τον συγκαταλέγει στην αρχαιολογία. Όταν ο Μίνωας οργάνωσε το ναυτικό και πολέμησε την πειρατεία, καθιστώντας τις θάλασσες ασφαλέστερες, άρχισαν να ακμάζουν τα παράλια. Υπήρχε ευημερία και κάποιοι «πλούσιοι έχτισαν τείχη γύρω από τις πόλεις τους. Γιατί επιθυμώντας τα κέρδη, κι οι φτωχότεροι δέχονταν την εξάρτηση από τους πιο δυνατούς, κι οι δυνατότεροι, διαθέτοντας πλούτο, έκαναν υποτελείς τους τις μικρότερες πόλεις. Βρίσκονταν πια σ’ αυτή την κατάσταση, όταν, αργότερα, έκαμαν την εκστρατεία εναντίον της Τροίας». (βιβλίο πρώτο παράγραφος 8). Το ιμπεριαλιστικό παιχνίδι της ισχύος ήταν η απαραίτητη προϋπόθεση για να περάσουμε στον τρωικό πόλεμο: «Ο Αγαμέμνονας, κατά τη γνώμη μου, κατόρθωσε να συγκεντρώσει τις δυνάμεις για την εκστρατεία εναντίον της Τροίας, κυρίως επειδή ήταν ο πιο δυνατός από τους άλλους ηγεμόνες, κι όχι επειδή οι μνηστήρες της Ελένης, που έγινε αρχηγός τους, είχαν δεσμευτεί με τους όρκους τους οποίους είχαν κάνει στον Τυνδάρεο», και συμπληρώνει: «Αφού παρέλαβε την κληρονομιά αυτή ο Αγαμέμνονας και ταυτόχρονα απέκτησε ναυτικό ισχυρότερο από οποιουδήποτε άλλου, μπόρεσε κατά τη γνώμη μου να κάμει εκστρατεία κι όσοι τον ακολούθησαν, το ‘καμαν περισσότερο από φόβο παρά από φιλοφροσύνη. Είναι, εξάλλου, φανερό πως αυτός πήρε μέρος στην εκστρατεία έχοντας τα πιο πολλά καράβια κι ότι έδωσε και στους Αρκάδες, όπως αναφέρει ο Όμηρος, αν μπορεί κανείς να βασιστεί στη μαρτυρία του….. Αν, λοιπόν, ο Αγαμέμνονας δεν είχε κάποιο αξιόλογο ναυτικό, δε θα μπορούσε, μια και ήταν στεριανός, να εξουσιάζει νησιά, εκτός από τα κοντινά του, που δεν είναι πολλά. Κι απ’ αυτήν την εκστρατεία πρέπει να συμπεράνει κανείς ποια ήταν η κατάσταση πρωτύτερα». (βιβλίο πρώτο, παράγραφος 9). Ο Θουκυδίδης, ορίζει από την αρχή τα οικονομικά συμφέροντα ως την κινητήρια δύναμη της ιστορίας. Γι’ αυτό κάνει λόγο για ανθρώπινα πάθη. Γιατί δεν υπάρχουν ούτε θεϊκές παρεμβάσεις, ούτε παιχνίδια της μοίρας, ούτε τυχαία περιστατικά. Μόνο η μάχη της εξουσίας, δηλαδή ο ανθρώπινος παράγοντας. Όμως η απομυθοποίηση του τρωικού πολέμου αφορά και το κομμάτι των καθαυτό πολεμικών επιχειρήσεων: «Κι αν ακόμη θα πρέπει να δώσουμε κι εδώ πίστη στον Όμηρο, ο οποίος, σαν ποιητής, είναι φυσικό να τη μεγαλοποίησε, και πάλι η εκστρατεία αυτή ήταν φανερά κατώτερη από τις σημερινές. Αναφέρει λοιπόν ο ποιητής πως από τα χίλια διακόσια καράβια που πήραν μέρος στην εκστρατεία, των Βοιωτών είχαν εκατόν είκοσι άντρες το καθένα και του Φιλοκτήτη πενήντα, θέλοντας να δείξει έτσι, κατά τη γνώμη μου, τα πιο μεγάλα και τα πιο μικρά. Οπωσδήποτε στον κατάλογο των καραβιών δεν αναφέρει πλοία άλλου μεγέθους. Ότι, εξάλλου, όλοι οι άντρες ήταν ταυτόχρονα κωπηλάτες και πολεμιστές το μνημονεύει, όταν μιλά για τα καράβια του Φιλοκτήτη. Εδώ λέει ότι όλοι οι κωπηλάτες ήταν και τοξότες. Επιβάτες, εκτός από τους βασιλιάδες και τους σπουδαιότερους αξιωματούχους, δεν είναι πιθανό να βρίσκονταν πολλοί πάνω στα πλοία, μια και επρόκειτο να περάσουν πέλαγος φορτωμένα πολεμικό υλικό κι εξάλλου δεν είχαν κατάστρωμα, αλλά ήταν φτιαγμένα με τον παλιό τρόπο, σαν τα πειρατικά. Αν λοιπόν πάρει κανείς τον μέσο όρο των μεγαλύτερων και των μικρότερων καραβιών, δεν φαίνεται να ήταν πολλοί όσοι έλαβαν μέρος στην εκστρατεία, μια και στάλθηκαν σ’ αυτήν πολεμιστές από ολόκληρη την Ελλάδα. Αιτία γι’ αυτό ήταν όχι τόσο η έλλειψη ανθρώπων όσο η έλλειψη χρημάτων. Γιατί από ανεπάρκεια εφοδίων είχαν φέρει λίγο στρατό, τόσο μόνον όσον έλπιζαν ότι θα μπορούσε να συντηρηθεί επιτόπου πολεμώντας. Κι όταν αποβιβάστηκαν και νίκησαν στην πρώτη μάχη (αυτό είναι φανερό, γιατί αλλιώς δε θα μπορούσαν να προστατέψουν με τείχος το στρατόπεδό τους) και τότε δεν φαίνεται να χρησιμοποίησαν όλες τους τις δυνάμεις, αλλά από έλλειψη τροφίμων, επιδόθηκαν στην καλλιέργεια της Χερσονήσου και σε διαρπαγές. Εξ’ αιτίας αυτής της διασποράς των δυνάμεών τους μπόρεσαν οι Τρωαδίτες να αντέξουν δέκα ολόκληρα χρόνια στον πόλεμο, αφού ήταν ισόπαλοι με τις ελληνικές δυνάμεις που κάθε φορά έμεναν στο στρατόπεδο. Αν, αντίθετα, οι Έλληνες είχαν έρθει έχοντας αποθέματα τροφίμων και αντί να ασχολούνται με τη γεωργία και τη διαρπαγή, πολεμούσαν συνέχεια όλοι μαζί, εύκολα, χάρη στην υπεροχή τους στις μάχες, θα είχαν κυριέψει την πόλη, αφού και διεσπαρμένοι που ήταν και με μέρος μόνο του στρατού τους κάθε φορά διαθέσιμο, άντεχαν. Αν, εξάλλου, είχαν κάνει τακτική πολιορκία, θα κυρίευαν την Τροία σε μικρότερο χρόνο και με λιγότερον κόπο. Αλλά από έλλειψη χρημάτων και τα πριν από τα τρωικά ήταν ασήμαντα, κι αυτά τα ίδια, μόλο που υπήρξαν πιο ξακουστά από τα προηγούμενα, αποδείχνεται από τα πράγματα ότι ήταν κατώτερα από τη φήμη και την παράδοση που, χάρη στους ποιητές, έχει επικρατήσει σήμερα γι’ αυτά». (βιβλίο πρώτο, παράγραφοι 10 – 11). Όμως, όσο η σαφής γνώση της ιστορικής πορείας – που μόνο η ιστορία ως επιστήμη μπορεί να προσφέρει –  καθίσταται απαραίτητη για τη διαμόρφωση ορθής κρίσης των γεγονότων (δηλαδή της ανθρώπινης συμπεριφοράς όπως εκτυλίσσεται στο πέρασμα των αιώνων), άλλο τόσο διαφωτιστικά λειτουργεί και ο μύθος, που, σε τελική ανάλυση, μετουσιώνοντας τα γεγονότα σε τέχνη – υπό το πρίσμα των δεδομένων υπερβολών – διεισδύει στην ανθρώπινη άβυσσο μετατρέποντάς την σε αντικείμενο ερμηνείας. Βρισκόμαστε δηλαδή μπροστά σε δύο αντικρουόμενους μηχανισμούς, που τελικά συμφιλιώνονται, αφού επί της ουσίας εξυπηρετούν τους ίδιους στόχους. Ο εντοπισμός των κινήτρων συμπεριφοράς, η έννοια της συλλογικής δράσης, η φιλοδοξία της ατομικότητας, η αναγωγή των γεγονότων στο σήμερα, η απόπειρα πρόγνωσης, ο προβληματισμός, ο εντοπισμός της ενδεχόμενης επανάληψης, η αντίληψη της συνέχειας μέσα στο πέρασμα των αιώνων, ο φανατισμός, το οικονομικό συμφέρον, το παράλογο της βαρβαρότητας κτλ κτλ, με δυο λόγια ο παιδαγωγικός ρόλος της μελέτης του ανθρώπου ως  το υποκείμενο της ιστορικής εξέλιξης, αφορά και την ιστορία, ως έννοια επιστημονική, και το μύθο, ως έννοια καλλιτεχνική. Γι’ αυτό και η ιστορική αποκατάσταση του τρωικού πολέμου από το Θουκυδίδη, δεν θα ματαιώσει ποτέ τη μυθοπλαστική απόδοση του Ομήρου, αλλά θα συμπλέουν αιώνια στο ίδιο αντιθετικό και ταυτόχρονα ενωτικό κουβάρι. Το πρόβλημα ξεκινά όταν χάνονται τα όρια κι όταν ο μύθος παρουσιάζεται ως γεγονός αλλοιώνοντας σκοπίμως την ιστορική αλήθεια. Όταν δηλαδή η ιστορία πλάθεται αυθαίρετα μετατρεπόμενη από μηχανισμός αναζήτησης της αλήθειας σε προπαγανδιστικό εργαλείο εξυπηρέτησης συμφερόντων. Όμως εδώ δε μιλάμε για μύθο. Εδώ μιλάμε για καιροσκοπισμό, κι αυτό είναι μια τελείως διαφορετική ιστορία.

Η ψυχή ηρεμεί, όταν βρει τις απαντήσεις της

«Γιατί έτσι». Εξαιρετική απάντηση. Απελευθερωτική. Την ανακάλυψες όταν ήταν αδύνατο να χωρέσει στο μυαλό σου μια επώδυνη προδοσία. Ήταν πάρα πολύ όλο αυτό που είχε γίνει, για να το συλλάβει η λογική σου και να το αντιμετωπίσεις ψύχραιμα.

Δεν μπορούσες να το αντέξεις, ήθελες τον χρόνο σου. Έτσι έκλεισες μέσα σε ένα κουτάκι όλα τα αναπάντητα «γιατί» και τα μπερδεμένα συναισθήματα μαζί με τον πόνο που σου προκαλούσαν, και το καταχώνιασες κάπου στο βάθος του μυαλού σου. Αρκέστηκες στο «Γιατί έτσι» και μοναδικός σου στόχος ήταν να καταφέρεις να σταθείς στα πόδια σου και να συνεχίσεις.

Συναισθήματα είναι αυτά όμως, χαρά μου, όχι ρούχα να τα διπλώσεις και να τα λησμονήσεις σε ένα συρτάρι της ντουλάπας σου. Τα συναισθήματα παραμένουν ζωντανά μέσα σου, όσο κι αν εσύ προσπαθείς να τα ξεχάσεις κοιμίζοντάς τα. Και ξέρεις, φτάνει κάτι πολύ μικρό για να ξυπνήσουν. Ένα τραγούδι που χορεύατε μαζί, μια ταινία που είχατε δει στο σινεμά, μέχρι και η μυρωδιά από την φρεσκοαπλωμένη μπουγάδα της γειτόνισσας, που, για κακή σου τύχη, χρησιμοποιεί αυτό το απορρυπαντικό που είχες κι εσύ για να πλένεις τα ρούχα σας.

Και τότε το κουτάκι, που με τόση επιμέλεια είχες σφραγίσει και διπλοκλειδώσει, ανοίγει διάπλατα και σε κατακλύζουν όλα τα καταπιεσμένα συναισθήματα, όλος ο πόνος που προσπαθούσες να αποφύγεις. Ξαναζείς από την αρχή με κάθε λεπτομέρεια, ό,τι είχε γίνει και σε πιάνει το παράπονο για τον άδικο τρόπο που σου φέρθηκε. Γίνεσαι για άλλη μια φορά κομμάτια και μετά εξοργίζεσαι με τον εαυτό σου που ασχολείσαι ακόμη. Και σ’ αυτά τα «γιατί» που έχουν στήσει πάλι χορό μέσα στο κεφάλι σου, έμαθες πια, και απαντάς με αυξανόμενο τσαμπουκά κάθε φορά: «Γιατί έτσι.»

Κι ο χρόνος περνάει κι όλο αυτό το σκηνικό επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά. Βλέπεις, είναι ένα παιχνίδι για γερά νεύρα και πρέπει να κάνεις υπομονή μέχρι να αποστασιοποιηθείς λίγο συναισθηματικά, μέχρι να νιώσεις δυνατή. Να νιώσεις δυνατή για να αρχίσεις δειλά-δειλά να ‘ξεκλειδώνεις’ και μόνη σου τους δαίμονές σου. Να μετριέσαι με τις αντοχές σου και να τεστάρεις τις ισορροπίες σου.

Έχεις πλέον καταλάβει πως τα εκνευριστικά «γιατί» θα πάψουν να σε καταδιώκουν μόνο όταν θα βρεις τις πολυπόθητες απαντήσεις. Λένε πως τις βρίσκεις όταν πια δεν τις χρειάζεσαι. Εσύ όμως ξέρεις ότι πάντα θα τις χρειάζεσαι. Θα τις χρειάζεσαι για να ηρεμήσει το μέσα σου, για να κάνεις ειρήνη με τον εαυτό σου. Και θα τις βρεις, και τις απαντήσεις και την ψυχική σου ηρεμία. Άλλωστε η υπομονή είναι μία από τις αρετές σου και το πείσμα ανεκτίμητος σύμμαχος!

Το τίμημα της ελευθερίας σου, μπορεί να είναι ακριβό, αλλά αξίζει

Κάθεσαι στο παγκάκι, που σε έχει φιλοξενήσει πολλές φορές τα βράδια, όταν η μοναδική παρέα που είχες ήταν η φωνή του εαυτού σου. Και έχεις βιώσει στο πετσί σου το τίμημα της ελευθερίας. Μεγάλη δασκάλα. Ένα σχολείο χωρίς τελειωμό. Μοναχική ελευθερία. Το διάλεξες ανάμεσα σε πολλά άλλα.

Μάχεσαι με τα φαντάσματα που σε στοιχειώνουν κάθε φορά που βρίσκεσαι σε απάτητους δρόμους. Και ξέρεις πως οι επιλογές πληρώνονται ακριβά. Δεν υποκύπτεις στις θύελλες. Δεν υποκλίνεσαι στα πρότυπα. Δεν κουνάς το δάχτυλο, μα πετάνε σφαίρες τα μάτια σου στη ψευτιά. Δεν βρίζεις καμία υπόληψη, μα η αλήθεια σου κόβει σα μαχαίρι.

Θέλεις να νιώθεις ελεύθερος. Να νιώθεις, πως η ψυχή σου τριγυρνάει στα μέρη που τρέφεται με αισιοδοξία. Θέλεις να αισθάνεσαι ελαφρύς. Σαν τα μικρά παιδιά, που όλη την ώρα τρέχουν και πηδούν, σαν να έχουν καταργήσει το νόμο της βαρύτητας. Όμως, ξέρεις. Ξέρεις πόσες ώρες πέρασες πονώντας, για να σχηματίσεις μία μάχιμη καρδιά. Πόσες πληγές έξυσες, για να χύσουν κάθε στάλα και μετά τις έκλεισες.

Ώρες μοναξιάς ατελείωτες. Το τίμημα της ελευθερίας. Είναι ακριβή η άτιμη, μα αξίζει. Και μόλις την κατακτήσεις, απλά δεν της επιτρέπεις να φύγει. Πλέον γνωρίζεις που να ψάξεις, σε ποιες σπηλιές κρύβεται και περιμένει έναν ατρόμητο τυχοδιώκτη να την εξημερώσει. Την αγαπάς. Δεν τη προδίδεις για τίποτα και για κανέναν. Τώρα πατάς σταθερά στα πόδια σου χωρίς να πατάς στη γη! Μία ελεύθερη μοναχικότητα, που λατρεύεις!

Με τα μάτια της ζήλιας όλα μοιάζουν τραγικά

Άτιμο πράγμα η ζήλια. Δεν ξέρεις από πού μπορεί να σε χτυπήσει. Είναι ύπουλη, συνήθως, για όποιον δεν ξέρει ή δεν αναγνωρίζει άμεσα τα σημάδια της, και κουραστική για όποιον δεν μπορεί να την αντιμετωπίσει, να τη διαχειριστεί ή αναγκάζεται να την υπομείνει για το «καλό της σχέσης», γιατί αγαπά ή δειλιάζει να φύγει.


Θα πεις, δε φταις εσύ που ζηλεύεις, απ’ τη στιγμή που ο άλλος σου δίνει απλόχερα αφορμές και δικαιώματα να το κάνεις. Αν δεν υπήρχαν ενδείξεις, δε θα είχες αυτόν τον κόμπο στο στομάχι κάθε φορά που έβγαινε έξω απ’ το σπίτι ή αργούσε να γυρίσει, κάθε φορά που άκουγες μήνυμα στο κινητό του αμόρε, ή όταν έπεφταν στην αντίληψή σου κάποια ύποπτα βλέμματα, που αντάλλαξε με κάποιον/α. Δε θα θύμωνες άδικα κάθε φορά που γυρνούσε κομμάτια, αδιαφορώντας για τις δικές σου ανησυχίες την ώρα που πραγματικά χρειαζόσουν να κατευνάσει τις φοβίες σου, έστω και για λίγο, και σώπαινες δίνοντάς του το άλλοθι της κούρασης, μέχρι δηλαδή να κάνει την επόμενη «ύποπτη» κίνηση που θα σε έκανε να ξεσπάσεις.

Μα με τα μάτια της ζήλιας όλα μοιάζουν τραγικά. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι θεωρούμε δεδομένο το χειρότερο σενάριο που μπορεί να πλάσει ο νους μας. Επομένως, μη βιάζεσαι να βγάλεις συμπεράσματα. Ας μη σταθούμε στο να ψάξεις και να κατανοήσεις τις ανησυχίες του άλλου κλπ. Επιβάλλεται, όμως, να κοιτάξεις πρώτα τη δική σου πλευρά, τις προσωπικές σου ανησυχίες και φοβίες και μάλιστα να μην το κάνεις επιφανειακά. Ψάξε σε βάθος εκείνο το τερατάκι, με τα πολλά πρόσωπα, που ονομάζεται «ζήλια» κι άφησε για λίγο τις σκόρπιες ή κι άτοπες ενδείξεις που έρχονται απ’ έξω. Γιατί, σε πολλές περιπτώσεις, στις σχέσεις που ο ένας απ’ τους δύο βλέπει τα πάντα με τα μάτια της ζήλιας, σημαίνει πως βρίσκονται άσχημες εμπειρίες από προηγούμενες σχέσεις του με αόρατα νήματα πίσω απ’ το παρασκήνιο να υποδεικνύουν τον δρόμο της υποφαινόμενης απειλής.

Η ζήλια είναι συσσωρευμένα συναισθήματα θυμού, οργής, φόβου, αμφισβήτησης, ανασφάλειας, χαμηλής αυτοεκτίμησης –στις περισσότερες περιπτώσεις, τουλάχιστον– και πηγάζουν από παιδικές μας αναμνήσεις πέρα απ’ τις σχέσεις που προηγήθηκαν και δεν είχαν καλή κατάληξη. Αυτά τα αποκαΐδια μπορούν να δημιουργήσουν οφθαλμαπάτες και τότε η κάθε κίνηση απ’ τον σύντροφο συνεπάγεται την επιθυμία για απιστία, προδοσία και πολλές φορές η σκέψη δε μένει μόνο στην επιθυμία αλλά και στην εντύπωση ότι όντως η κατάσταση έχει ξεφύγει απ’ τον έλεγχο.

Δημιουργούνται αμφιβολίες στο μυαλό σου και μόλις δοθεί η κατάλληλη αφορμή για να εκδηλωθούν (ή και δημιουργώντας την) ξεκινάς να εκτοξεύεις κατηγορίες για προθέσεις ή και πράξεις απιστίας, μέχρι να βρεθούν ενδείξεις κι αποδείξεις πως είναι απλώς η ιδέα σου. Τα κατάλοιπα, όμως, δεν αφήνουν τις ανησυχίες σου να διαψευσθούν λογικά, κατασκευάζεις λογικοφανείς ιστορίες, βασισμένες σε κάποιες αναμνήσεις ή και κάποιες πρόσφατες πράξεις του συντρόφου σου, συνθέτοντας την απόλυτη πεποίθηση της προδοσίας.

Γιατί, ναι, μπορεί όντως ο σύντροφος να ‘χει κάπως λερωμένη τη φωλιά του ή να υπάρχει η προδιάθεση προς την απιστία, όπου μπαίνουν κι άλλοι παράμετροι, μα ακόμα κι εκεί υπάρχει μερίδιο ευθύνης και για τους δύο. Ακόμα και αν κάποιος υπήρξε, από μικρή ηλικία ενδεχομένως, επιρρεπής στην απιστία, τα σημάδια πολλές φορές είναι ορατά εξαρχής -εκτός κι αν επέλεξες εν αγνοία σου, πάνω στον ενθουσιασμό, που ίσως, να μην τα δεις ή και να τα προσπεράσεις.

Μα εδώ μιλάμε για τις περιπτώσεις που η ζήλια σε κυριεύει και σε κάνει να βλέπεις τους φόβους σου να παίρνουν σάρκα κι οστά, χωρίς πάντα να υπάρχουν ενδείξεις ή και πραγματικά γεγονότα, κάνοντας την κοινή σας ζωή μαρτύριο. Για παράδειγμα, το να αργεί να φύγει απ’ τη δουλειά δε σημαίνει απαραίτητα πως είναι δικαιολογία και κάτι ύποπτο κρύβεται από πίσω, μπορεί όντως κάτι να έτυχε. Όπως επίσης η υπερβολική τρυφερότητα κάποιου ή και τα πολλά δώρα που σου κάνει κλπ, δεν είναι σώνει και καλά ένδειξη ενοχής, επειδή έκανε κάτι, για ‘σένα, ασυγχώρητο. Μην ξεχνάς πως οι άνθρωποι διαφέρουν από άτομο σε άτομο, ακόμα κι όταν κάποιες πράξεις, σκέψεις ή κι εμπειρίες μοιάζουν πανομοιότυπες.

Μην αφήνεις παλιές συμπεριφορές και καταστάσεις που χάραξαν και πλήγωσαν τα συναισθήματα και τις αναμνήσεις σου να στέκονται εμπόδιο στο να χαρείς την τωρινή σου ζωή. Από ένα σημείο και μετά αυτό γίνεται συνήθεια, κουράζοντας κι εσένα, χωρίς να το καταλαβαίνεις, αλλά περισσότερο τον σύντροφό σου, που πάντα προσπαθεί να κατευνάσει τις παράλογες ίσως παρορμήσεις και τα ξεσπάσματά σου, γιατί –όπως κι εσύ– δε θέλει να σε χάσει. Φθείρει ψυχολογικά και τους δύο με διαφορετικό τρόπο, και πολλές φορές είναι δύσκολο να μπει ο ένας στη θέση του άλλου.

Υποτίθεται, όμως, πως μια σχέση για να στεριώσει πρέπει να υπάρχει εμπιστοσύνη και καθημερινή προσπάθεια βελτίωσης του καθενός και κυρίως του εαυτού μας. Γι’ αυτό ανοίξου, αν θέλεις να προσπαθήσεις για αυτή τη σχέση, πάλεψε τους δαίμονές σου, δείξε εμπιστοσύνη και μίλα για ό,τι σε απασχολεί.

Στον άνθρωπό σου πρέπει να μπορείς να ξεγυμνώσεις την ψυχή σου χωρίς κανέναν απολύτως ενδοιασμό. Αν δεν μπορείς, ακόμα κι όταν έχεις πάρει τον χρόνο σου, ίσως πρέπει να αναθεωρήσεις την έννοια της σχέσης σας.

Τον κόσμο θα τον σώσουν οι θαρραλέες καρδιές

Η Καρδιά το αποφάσισε. Θα εγκατέλειπε οριστικά τους ανθρώπους και θα τραβούσε για άλλες, μακρινές πολιτείες. Στην πραγματικότητα βέβαια δεν είχε ιδέα πού θα πήγαινε, μα ήταν πλέον κάτι παραπάνω από σίγουρη πως η περιφρόνηση των ανθρώπων βραχυκύκλωνε τις αρτηρίες της και πως το αλαζονικό βλέμμα του νου ανέβαζε κυριολεκτικά το αίμα της στο κεφάλι.

Επέλεξε λοιπόν μια τεράστια βαλίτσα μα προτού προλάβει να στοιβάξει σε αυτήν φλέβες, βαλβίδες κι αρτηρίες, η Ζωή της έφραξε το δρόμο, προκαλώντας την σ’ ένα τελευταίο ταξίδι. «Αν ύστερα από αυτό δε θυμηθείς πόσο σπουδαία είσαι, τότε εγώ η ίδια θα σου ευχηθώ τα καλύτερα για τη συνέχεια και θα σε αποχαιρετήσω», της είπε, χαμογελώντας της πλατιά.

Η Καρδιά δεν χρειάστηκε να το σκεφτεί και πολύ. Λάτρευε τα χαμόγελα, την ενθουσίαζαν οι νέες προκλήσεις και συνήθιζε ν’ ακολουθεί το ένστικτό της, δίχως να εμπλέκεται σε δαιδαλώδεις αναλύσεις. Η τελευταία της συνήθεια υπήρξε, μάλιστα, μια από τις ουσιαστικότερες διαμάχες της με τον εγκέφαλο, που ενίοτε την χαρακτήριζε επιπόλαιη, ακόμη και απερίσκεπτη.

Το ταξίδι λοιπόν ξεκίνησε και πρώτη στάση τους υπήρξε το χρονικό μιας κύησης. Ένα έμβρυο μόλις 16 ημερών σχημάτισε δειλά την καρδιά του. Την 22η μέρα της κύησης ακούστηκε από εκεί ένας μαγικός ήχος που έκτοτε δεν σίγασε. Το έμβρυο αντίκρισε κάποτε το φως του κόσμου, η μητέρα το κράτησε στην αγκαλιά της και τα δάκρυα έτρεξαν από τα μάτια και των δύο γονιών.

«Το θαύμα της ύπαρξης. Είναι τελικά οι ενήλικες εκείνοι που σταδιακά λησμονούν την αξία μου», αναστέναξε η Καρδιά. «Μην προτρέχεις. Η περιπέτεια μας, άλλωστε, μόλις ξεκίνησε», της απάντησε η Ζωή. Οι δύο φίλοι άνοιγαν τα φτερά τους και πετούσαν τώρα ψηλά, πιάνοντας ζωηρή κουβέντα για όσες ανατολές χάρισαν στην ανθρωπότητα τη νέα της μέρα.

Σύντομα προσγειώθηκαν στον επόμενο σταθμό τους. Ένα παιδί, ήταν δεν ήταν 7 χρονών, περπατούσε σκυφτό, με την τσάντα στον ώμο. Τα θλιμμένα του μάτια ζωγράφιζαν με σκούρο χρώμα την έκφρασή του. Ένα τσούρμο από ενήλικες, άξαφνα του έφραξαν το δρόμο. Τον κοίταξαν με το παγωμένο τους βλέμμα και του διαμήνυσαν με την ξύλινη φωνή τους:

«Δίνε του. Στο σχολείο μας δε δεχόμαστε πρόσφυγες. Πίσω στην πατρίδα σου, λοιπόν. Δρόμο!» Η Καρδιά τότε πόνεσε πολύ κι άρχισε να σπάει σε πολλά κομμάτια. «Αυτό ακριβώς εννοώ. Οι άνθρωποι με πληγώνουν διαρκώς με τη σκληρότητά τους. Άλλο δεν αντέχω τη συναναστροφή μαζί τους. Κάθε ελπίδα μου κι ένα αστέρι που δεν εκπλήρωσε την ευχή του», ψιθύρισε ταραγμένη.

Η Ζωή την χάιδεψε τρυφερά και την ενθάρρυνε να στρέψει το βλέμμα της στο μέλλον. Κι η Καρδιά είδε εκείνο το παιδί, σαράντα χρόνια μετά. Ήταν πλέον διακεκριμένος ψυχοθεραπευτής και επούλωνε όσες τραυματισμένες καρδιές αισθάνθηκαν κάποτε ξένες, σ’ έναν αφιλόξενο κόσμο.

«Ίσως και ν’ αξίζει τον κόπο», μουρμούρισαν συγκινημένοι οι δύο φίλοι. Και πλέον η μια στάση διαδεχόταν την άλλη, οι εικόνες έτρεχαν ιλιγγιωδώς, οι αποστάσεις εκμηδενίζονταν. Μια κοπέλα ασφυκτιούσε στην ασφαλή δουλειά της κι ένας φωτισμένος άντρας την έπειθε να μην εγκαταλείψει την ιστορία της. Κι εκείνη, χρόνια μετά, έγραφε βιβλία και θυμόταν την καλοσύνη του, το πείσμα του να σώσει το όνειρο και τη φλόγα του, που μεταμόρφωσε την κολοκύθα της σε άμαξα. Ένας νέος είχε απαρνηθεί την αγάπη αλλά μια κοπέλα τον αγκάλιασε με στοργή, τον αποδέχτηκε για τα σκοτάδια του και τελικά τον έλουσε με το φως της.

Ένας αλκοολικός εγκατέλειψε το δεκανίκι του οινοπνεύματος, ένα δειλό παιδί στέφτηκε χρυσός ολυμπιονίκης, ένας μικρόσωμος αθλητής θριάμβευσε απέναντι σε γίγαντες κι ένας επαναστάτης αγωνίστηκε με αυταπάρνηση για την ισότητα. Ένας ομοφυλόφιλος άντρας περιφρόνησε τις αλυσίδες της κλειστής κοινωνία που μεγάλωσε κι έγινε εμπνευσμένος σχεδιαστής μόδας. Ένας φτωχός έγχρωμος τύπος χρίστηκε πρόεδρος του πλανήτη, ένας επιστήμονας ανακάλυψε το σωτήριο εμβόλιο και το κορίτσι από το συνοικιακό καφέ σέρβιρε στη νέα μέρα την ελπίδα.

Ένας παππούς έκλεισε οριστικά τα μάτια του μα πρόλαβε ν’ αφήσει πίσω του ένα φωτογραφικό άλμπουμ γεμάτο αναμνήσεις και μια αστείρευτη πηγή ηλίου, που φώτισε τα βήματα όσων γενναιόδωρα αγάπησε. Κι ενώ το ταξίδι όδευε στο τέλος του, κάτι απρόσμενο και μαγικό συνέβη. Ο νους παρουσιάστηκε μπροστά στην καρδιά και φώναξε με όλη του τη δύναμη:

«Μη μας εγκαταλείπεις! Κατά βάθος σε θαυμάζω. Ίσως, μάλιστα, και λίγο να σε φθονώ. Για το θάρρος σου να ορμάς στην αρένα, κόντρα σε κάθε πιθανότητα. Για την τρέλα σου, που εκμηδενίζει τη ρουτίνα. Για το κόκκινο χρώμα σου, που εκστασιάζει τους θνητούς. Για την ικανότητά σου ν’ αφουγκράζεσαι τις σιωπές και για το μοναδικό σου ταλέντο να ντύνεις με μαγεία τις στιγμές.

Εγώ, βλέπεις, συνεχώς κινούμαι. Φλυαρώ αδιάκοπα και στήνω αδιέξοδα εκεί όπου υπάρχουν μόνο δρόμοι. Δεν το αντιλαμβάνεσαι λοιπόν; Είμαι η ερώτηση κι είσαι η απάντηση, είμαι το πρόβλημα κι είσαι η λύση».

Η Καρδιά επιτέλους κατάλαβε. Δεν μπορούσε να φύγει. Η Ζωή τη χρειαζόταν. Για να σηκώνεται περήφανα, έπειτα από τις οδυνηρές της πτώσεις. Για να ελπίζει, ύστερα από την ολοσχερή καταστροφή της. Για να προχωρά με το κεφάλι ψηλά και τις κεραίες ανοιχτές. Για ν’ αλλάζει τον ρου της ιστορίας, με την ατσαλένια της θέληση και το σπουδαίο της όραμα.

Kι αυτή ήταν απλώς η ιστορία της Καρδιάς, που κάποτε πίστεψε πως θα μεταμορφώσει το κόσμο. Και τελικά το έκανε. Γιατί το μεγαλύτερό μας όνειρο, βρίσκεται πάντα ένα τσιγάρο πίστης μακριά μας. Και εκλιπαρεί μονάχα για τη φωτιά μας.

Ομάδα αστρονόμων ανακάλυψε το βαρύτερο και πυκνότερο άστρο νετρονίων - Είναι μεγαλύτερο και από τον Ήλιο

Μια ομάδα αστρονόμων ανακάλυψε ένα άστρο νετρονίων (πάλσαρ) με τη μεγαλύτερη μάζα που έχει ποτέ βρεθεί.

Είναι σχεδόν 2,2 φορές μεγαλύτερη της μάζας του Ηλιου μας ή 333.000 μεγαλύτερη της Γης, συμπιεσμένη μέσα σε μια σφαίρα διαμέτρου μόνο 25 χιλιομέτρων, δηλαδή περίπου όσο μια πόλη. Πρόκειται για το άστρο J0740+6620, σε απόσταση 4.600 ετών φωτός από τη Γη, το οποίο αποτελεί ζευγάρι με ένα γειτονικό άστρο λευκό νάνο.

Η ανακάλυψη του διπλού συστήματος επιτεύχθηκε με το τηλεσκόπιο του Αστεροσκοπείου Green Bank της Δ.Βιρτζίνια από επιστήμονες έξι χωρών (ΗΠΑ, Βρετανία, Καναδάς, Αυστραλία, Κίνα, Ουγγαρία), με επικεφαλής τη Θένκφουλ Κρομάρτι του Πανεπιστημίου της Βιρτζίνια, και η σχετική δημοσίευση έγινε στο περιοδικό αστρονομίας «Nature Astronomy».

Οι αστέρες νετρονίων είναι απομεινάρια τεράστιων άστρων

Οι 2,17 ηλιακές μάζες που ζυγίζει το συγκεκριμένο άστρο, είναι πολύ κοντά στο θεωρητικό όριο συμπιεσμένης μάζας, την οποία μπορεί να έχει ένα σώμα προτού μετατραπεί σε μαύρη τρύπα.

Οι εξωτικοί αστέρες νετρονίων είναι συμπιεσμένα απομεινάρια τεράστιων άστρων, που αρχικά μετατράπηκαν με εκρηκτικό τρόπο σε υπερκαινοφανείς αστέρες (σούπερ-νόβα). Στη συνέχεια, ο πυρήνας του άστρου κατέρρευσε εκ των έσω και τα πρωτόνια και ηλεκτρόνια του συγχωνεύθηκαν μεταξύ τους, δημιουργώντας νετρόνια. Τα πάλσαρ θεωρούνται τα πυκνότερα φυσικά αντικείμενα στο γνωστό σύμπαν (με εξαίρεση τις μαύρες τρύπες), καθώς μόνο ένα κουταλάκι ζάχαρης από το υλικό τους θα μπορούσε να ζυγίζει 100 τόνους στη Γη ή σχεδόν όσο όλος ο ανθρώπινος πληθυσμός του πλανήτη μας.

Τα άστρα αυτά στριφογυρίζουν με τρομερή ταχύτητα και περιοδικότητα σαν σβούρες ή φάροι, εκπέμποντας από τους μαγνητικούς πόλους τους δίδυμες ακτίνες ραδιοκυμάτων, που κατά σταθερά χρονικά διαστήματα «σαρώνουν» το διάστημα και μπορεί να γίνουν αντιληπτές από τη Γη. Μερικά πάλσαρ πραγματοποιούν εκατοντάδες περιστροφές κάθε δευτερόλεπτο και οι αστρονόμοι μπορούν να τα χρησιμοποιήσουν σαν το ισοδύναμο των ατομικών ρολογιών, κάτι που βοηθά στη μελέτη του χωροχρόνου και στην κατανόηση της γενικής θεωρίας σχετικότητας του Αϊνστάιν.

Βέντρις – Κόμπερ & Ελληνική Γραμμική Β’ Γραφή

Ο Μάικλ Βέντρις και η Αλις Κόμπερ αποκρυπτογράφησαν την Γραμμική Β γραφή.
 
Ο Μάικλ Βέντρις (Michael Ventris, 12 Ιουλίου 1922 – 6 Σεπτεμβρίου 1956) ήταν Άγγλος αρχιτέκτονας και γλωσσολόγος κι ο άνθρωπος που σε συνεργασία με την Αμερικανίδα Άλις Κόμπερ αποκρυπτογράφησε την Γραμμική Β. Γιος συνταγματάρχη του βρετανικού στρατού ο Βέντρις, πέρασε τα παιδικά του χρόνια σε οικοτροφεία της Ελβετίας, όπου φάνηκε η κλίση του στην εκμάθηση γλωσσών. Μέχρι εννέα χρονών είχε μάθει Γαλλικά, Γερμανικά, Ελβετικά, αρχαία Ελληνικά και Λατινικά. Στην Αγγλία  σε ηλικία 14 χρονών, παρακολούθησε στο Βρετανικό μουσείο μια διάλεξη του Άρθουρ Έβανς για την Ελληνική και Μινωική τέχνη. Εκεί άκουσε για την Γραμμική Β γραφή, η οποία δεν είχε αποκρυπτογραφηθεί και το έβαλε σκοπό της ζωής του να την αποκρυπτογραφήσει.
 
Το 1940 ξεκίνησε σπουδές αρχιτεκτονικής και παράλληλα μελετούσε την Γραμμική Β. Το 1942 παντρεύτηκε και ξεκίνησε εκπαίδευση πιλότου στην RAF αλλά τελικά κατέληξε να ασχολείται με την αποκρυπτογράφηση κωδικοποιημένων εχθρικών μηνυμάτων. Το 1946 άφησε την αεροπορία και συνέχισε τις αρχιτεκτονικές του σπουδές, αποφοίτησε τρία χρόνια αργότερα και βρήκε δουλειά στο υπουργείο Παιδείας ως μέλος ομάδας σχεδιασμού νέων σχολικών κτιρίων. Η αποκρυπτογράφηση της Γραμμικής Β δεν είχε σταματήσει να τον στοιχειώνει και κατά τα τέλη του 1949 έστειλε ένα ερωτηματολόγιο σε όλους τους ειδικούς (γλωσσολόγους, ιστορικούς και αρχαιολόγους) που τους απασχολούσε το ίδιο θέμα, προτείνοντάς τους να βρεθούν την Πρωτοχρονιά του 1950 για ανταλλαγή απόψεων.
 
'Εχοντας μάλιστα τακτική αλληλογραφία με άλλους ερευνητές και επαφή με καταξιωμένους επιστήμονες, όπως ο σερ Τζων Μάιρς. Λόγω της πλάνης στην οποία είχε πέσει χάρη στις εσφαλμένες θεωρίες του Άρθουρ Έβανς και παρά τις συνεχείς έρευνες που έκαναν οι Μάιρς, Βέντρις και οι αμερικανοί Έμμετ Μπένετ και Άλις Κόμπερ, δεν σημειώθηκε σημαντική πρόοδος, ώσπου η Αμερικανίδα ερευνήτρια Άλις Κόμπερ παρατήρησε ότι ομάδες συμβόλων, που ονομάστηκαν τα τρίδυμα της Κόμπερ, φανέρωναν κλίση λέξεων. Η κλίση οδήγησε στο συμπέρασμα ότι επρόκειτο για γλώσσα με γραμματικούς κανόνες όπως της Ελληνικής και της Λατινικής, όχι της Ετρουσκικής.
 
Μετά από ένα μικρό διάλειμμα από την ενασχόληση με την Γραμμική Β, το 1950 έκανε προσπάθεια να οργανώσει την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των ερευνητών. Όμως κανένας ερευνητής (συμπεριλαμβανομένου του Βέντρις) δεν τόλμησε να προτείνει ότι η γλώσσα της Γραμμικής Β είναι πανάρχαια Ελληνική, (ποιός τολμούσε να σκεφτεί διαφορετικά, σε μια εποχή που άρχιζαν να επιβάλλουν το σαθρό ινδοευρωπαϊκό αφήγημα του σημιτικού τίποτα) και μάλιστα Προ – Ομηρική.
 
Το 1951 άρχισε να διανέμει τις Σημειώσεις Εργασίας του σε άλλους ερευνητές και να σχηματίζει κανάβους, όπου καταχώριζε τα σύμβολα ανάλογα με την πιθανή σημασία τους. Παραιτήθηκε μάλιστα από την αρχιτεκτονική εργασία του για να ασχοληθεί με την αποκρυπτογράφηση. Τελικά το 1952 αποτόλμησε να εγκαταλείψει την υπόθεση της Ετρουσκικής γλώσσας και να δοκιμάσει την πιθανότητα της Ελληνικής. Ήδη είχαν ανακαλυφθεί και δημοσιευτεί οι πινακίδες Γραμμικής Β που βρέθηκαν στο ανάκτορο της Πύλου.
 
Η Γραμμική Β.
 
Ανακαλύφθηκε στις αρχές του εικοστού αιώνα στην Κνωσό από τον Άρθουρ Έβανς, που την ονόμασε έτσι επειδή χρησιμοποιούσε γραμμικούς χαρακτήρες (και όχι εικονιστικούς, όπως η Μινωική ιερογλυφική γραφή) χαραγμένους σε πήλινες πινακίδες. Διέφερε όμως από μια πρωιμότερη παρόμοια γραφή, την Γραμμική Α, που βρέθηκε επίσης στην Κνωσό και στην νότια Κρήτη. Πήλινες πινακίδες με Γραμμική Β γραφή βρέθηκαν αργότερα στο Μυκηναϊκό ανάκτορο της Πύλου στην Μεσσηνία και σε άλλες θέσεις της ηπειρωτικής Ελλάδας.
 
Συνολικά έχουν βρεθεί περί τα 5.000 κείμενα σε Γραμμική Β (κυρίως πινακίδες και αγγεία). Από αυτά γύρω στα 3.000 προέρχονται από την Κνωσό, γύρω στα 1.400 από την Πύλο, γύρω στα 300 από την Θήβα, 90 από τις Μυκήνες ενώ μικρότερος αριθμός προέρχεται από τα Χανιά, τα Μάλια, την Τίρυνθα, την Ελευσίνα, τον Ορχομενό και αλλού.
 
Η Γραμμική Β αρχικά δεν ταυτίστηκε με καμία γλώσσα, θεωρούμενη από τον Έβανς ότι αναπαριστούσε μια ξεχωριστή γλώσσα που ονόμαζε «Μινωϊκή» ενώ ήταν απόλυτα πεπεισμένος ότι ήταν αδύνατο να ήταν Ελληνική (sic) Πολύ αργότερα από την ανακάλυψη των πινακίδων και μετά από πολλές αποτυχημένες προσπάθειες αρχαιολόγων και γλωσσολόγων, αποκρυπτογραφήθηκε το 1952 από το νεαρό αρχιτέκτονα Μάικλ Βέντρις (M. Ventris). Ο Βέντρις ζήτησε τηn βοήθεια του κλασικού φιλολόγου Τζων Τσάντγουικ (J. Chadwick) και μαζί δημοσίευσαν ένα ιστορικό άρθρο στο Journal of Hellenic Studies. Εκεί ερμήνευαν με σιγουριά 65 από τα 88 τότε γνωστά σύμβολά της, διατύπωναν τους βασικούς κανόνες ορθογραφίας της και έφερναν στο φως μια Προ – Αρχαϊκή Ελληνική διάλεκτο πέντε αιώνες παλαιότερη από τα Ελληνικά του Ομήρου.
 
Η Γραμμική Β περιλαμβάνει 89 συλλαβογράμματα, που αναπαριστούν συλλαβές με φωνητική αξία και περί τα 260 ιδεογράμματα (ή λογογράμματα), που αποδίδουν έννοιες όπως άνδρας, γυναίκα, αγελάδα, λάδι, κρασί κλπ. και σύμβολα για την απόδοση αριθμών. Αν και τα κείμενά της είναι στην πλειοψηφία τους λίστες εφοδίων που μπαίνουν, βγαίνουν ή είναι αποθηκευμένα στα ανάκτορα και τηλεγραφικές επιγραφές εμπορευμάτων, η αξία τους ως πρωτογενείς πηγές για την οικονομία, το εμπόριο, τη θρησκεία, την κοινωνική διαστρωμάτωση και τη διοικητική οργάνωση της μυκηναϊκής Ελλάδας είναι τεράστια. Ως σήμερα έχει αποκρυπτογραφηθεί το 87% των κειμένων.
 
Αρκετές προσπάθειες έχουν γίνει μέχρι σήμερα, για να ερμηνευθούν και τα υπόλοιπα 17 περίπου σύμβολα των οποίων δεν είναι γνωστή η συλλαβική τους αξία.
 
Οι πινακίδες της Γραμμικής Β μας δίνουν πληροφορίες για την πανάρχαια γλώσσα των Ελλήνων.
 
Είναι τα πρώτα γραπτά μνημεία Ελληνικής γλώσσας.
 
Είναι πολύτιμος μάρτυρας της ιστορίας της Ελληνικής γλώσσας.
 
Αλις Κόμπερ η γυναίκα που αποκρυπτογράφησε την Γραμμική Β
 
Στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού η Αμερικανίδα Άλις Κόμπερ, (Alice Elizabeth Kober) δίδασκε Ελληνικά και Λατινικά στο Πανεπιστήμιο και από την δεκαετία του ’30 πολεμούσε να σπάσει τους κώδικες επικοινωνίας της Μυκηναϊκής γραφής, καταγράφοντας για χρόνια την συχνότητα του κάθε συμβόλου. Αρχικά, η επικρατέστερη θεωρία ήταν πως η Γραμμική Β αποτελούσε μέρος του πολιτισμού των Ετρούσκων, ενός αρχαίου πολιτισμού της Ιταλίας, ενώ υπήρχαν και πιο αλλόκοτες θεωρίες, όπως ότι ανήκει στον πολιτισμό της Πολυνησίας ή των Βάσκων.
 
Η Κόμπερ, (η οποία θεωρούνταν ως το θάνατό της το 1950 η διασημότερη επιγραφικός) όμως, δεν δεχόταν καμία εικασία πάνω στην μεθοδολογία της. Έμαθε μια σειρά από αρχαίες γλώσσες, από Αιγυπτιακά μέχρι την γλώσσα των Σουμέριων και Σανσκριτικά. Τι σήμαιναν όμως όλα αυτά τα άγνωστα και μυστήρια σύμβολα πάνω στις αρχαίες πινακίδες; Εκείνη ξεκίνησε με το να καταγράφει την συχνότητα του κάθε συμβόλου και του κάθε χαρακτήρα ξεχωριστά. Τα σημείωνε πάνω σε παλιές ευχετήριες κάρτες αλλά και στα εσώφυλλα των βιβλίων της. Λόγω της έλλειψης χαρτιού πριν από τον πόλεμο, έκοψε μόνη της πάνω από 180.000 μικροσκοπικές κάρτες, χρησιμοποιώντας ως σύστημα αρχειοθέτησης τις χάρτινες συσκευασίες των τσιγάρων της.
 
Η Κόμπερ ανακάλυψε επαναλαμβανόμενες ομάδες συμβόλων που ξεκινούσαν όμοια αλλά κατέληγαν διαφορετικά, ενδεικτικό μιας γλώσσας με κλίσεις, όπως τα Ελληνικά. Διαπίστωσε την ύπαρξη ενός μοτίβου τριών σημείων στην γραφή (που αργότερα ο Βέντρις ονόμασε Kober triplets) και επίσης βρήκε πρώτη ότι η Γραμμική Β ήταν συλλαβογραφική.
 
Η Κόμπερ ζούσε μια πειθαρχημένη ζωή αφιερωμένη στην έρευνα της και προχωρούσε στην αποκωδικοποίηση, όταν αρρώστησε και πέθανε υπό ανεξήγητες συνθήκες, σε ηλικία μόλις 43 χρόνων, στις 16 Μαΐου του 1950. Με τον Βέντρις είχε συναντηθεί μία φορά στην Οξφόρδη και είχαν ανταλλάξει ιδέες και πληροφορίες. Ο ένας υποτιμούσε τον άλλον βαθιά. Εκείνη επειδή φάνταζε στα μάτια της ως ένας χαζούλης ερασιτέχνης και εκείνος επειδή η Κόμπερ ήταν γυναίκα και γνώριζε περισσότερα από αυτόν (που ήταν άντρας). Σε μία διάλεξή του, λίγο πριν από τον περίεργο θάνατό του σε αυτοκινητικό δυστύχημα, αναγνώρισε την συνεισφορά της στο έργο του. Μια αναγνώριση, όμως, που πέρασε στα ψιλά σχεδόν από όλους.
 
Ο Βέντρις στις 1 Ιουλίου 1952, ανακοίνωσε στο BBC την αποκρυπτογράφηση της Γραμμικής Β και αργότερα συνεργάστηκε με τον Τζον Τσάντγουικ (JohnChadwick), κλασσικό φιλόλογο και γλωσσολόγο και επιβεβαίωσαν την υπόθεση του ότι η γλώσσα των πινακίδων της γραμμικής γραφής Β’ είναι η Ελληνική αντίθετα προς την άποψη που είχε μέχρι τότε επιβάλει με το κύρος του (και το κύρος των Μυστικών Εταιριών) ο Έβανς, ότι οι μινωικές γραφές -τόσο η γραμμική Α’ που δεν έχει μέχρι σήμερα αποκρυπτογραφηθεί, όσο και η γραμμική Β’, περιείχαν μια Μινωική, μη Ελληνική γλώσσα. Ο Έβανς που προέβαλε την δύναμη του Μινωικού κόσμου και στην κυριαρχία των Μινωιτών στον χώρο της ηπειρωτικής Ελλάδας, αποδείχτηκε πως έσφαλε, η Ελληνική γραφή των Μυκηναίων ήταν που είχε διαδοθεί και στην Κρήτη.
 
Όταν τελικά ο κώδικας αποκωδικοποιήθηκε, πολλοί ήταν αυτοί που απογοητεύτηκαν. Επειδή πάνω στις πινακίδες δεν υπήρχε σπουδαία ποίηση. Μάλιστα, ορισμένοι μελετητές είχαν περιγράψει τα κείμενα που μεταφράστηκαν ως «κατάλογοι για άπλυτα ρούχα». Τα κείμενα όμως αποκάλυπταν πληροφορίες για μια πιο λεπτομερή και καθημερινή εικόνα της ζωής στην Κνωσό, υποστηρίζει ο Τζον Μπένετ, καθηγητής Αρχαιολογίας του Αιγαίου, στο Πανεπιστήμιο του Σέφιλντ.
 
Οι δίσκοι, μεταξύ άλλων, αποκάλυπταν τις τεράστιες οι ποσότητες ελαιόλαδου, οι οποίες χρησίμευαν ως βάση για τα αρώματα που χρησιμοποιούσαν οι Κρήτες. Αποκάλυψαν επίσης ότι τα έντονα χρώματα, όπως το κόκκινο, το μοβ – ιώδες και το λευκό, ήταν ιδιαίτερα δημοφιλή στον κόσμο της εποχής εκείνης. Το μινωικό ανάκτορο της Κνωσού είναι μεγαλύτερο σε έκταση από το παλάτι του Μπάκινγχαμ στο Λονδίνο κι ανακαλύφθηκε από τον αρχαιολόγο Άρθουρ Έβανς το 1900. Λειτουργούσε επίσης ως διοικητικό, επιστημονικό, ιατρικό κέντρο, με τις τεράστιες βιβλιοθήκες του και ως μέρος για θρησκευτικές τελετές. «Στις πινακίδες έχουμε αναφορές για αφιερώσεις σε διάφορες θεότητες» επισημαίνει ο Μπένετ. Στην Κνωσό υπήρχαν περίπου 120 γραφείς και ο καθένας είχε ελαφρώς διαφορετικό χαρακτήρα. Με βάση τον γραφικό χαρακτήρα των γραφέων οι αρχαιολόγοι υποθέτουν ότι τις πινακίδες της Κνωσού τις έγραψαν τουλάχιστον 60 διαφορετικοί γραφείς, ενώ αυτές της Πύλου τουλάχιστον 30. Θεωρούνταν μία δουλειά με εξαιρετικό κύρος και γίνεται απολύτως σαφές από τις επιγραφές, πως όλη η Βασιλική οικογένεια ήταν σε θέση να διαβάζει και να γράφει.
 
Το 1939, εκτός από την Κρήτη, είχαν βρεθεί και στην ηπειρωτική Ελλάδα γύρω στις 300 πλάκες με την Γραμμική Β, κάνοντας την σύγκριση, ο Βέντρις παρατήρησε ότι ορισμένες «λέξεις» υπήρχαν μόνο στις πλάκες της Κρήτης. Έκανε, λοιπόν, την εμπνευσμένη υπόθεση, (είτε δική του, είτε της Κόμπερ) πως αυτές οι λέξεις ήταν ονόματα πόλεων και τοπωνύμια, πράγμα που αποδείχτηκε σωστό κι αυτό άνοιξε τον δρόμο. Ερμήνευσε με σιγουριά 65 από τα 88 τότε γνωστά σύμβολά της, διατύπωσε τους βασικούς κανόνες ορθογραφίας της και έφερε στο φως την πρώτη Ελληνική γλώσσα 7 αιώνες παλαιότερη από τα Ελληνικά του Ομήρου, αποδεικνύοντας ότι η γραπτή Ελληνική Ιστορία δεν αρχίζει, όπως θεωρούνταν ως τότε, τον 8ο αιώνα αλλά τουλάχιστον από τα μέσα του 15ου αιώνα, αφού το αρχαιότερο κείμενο γραμμένο σε πήλινη πινακίδα που ανακαλύφθηκε το 2010 στην Ίκλαινα της Μεσσηνίας χρονολογείται περίπου το 1450 π.κ.ε. και είναι γραμμένο σε πήλινη πινακίδα που ανακαλύφθηκε το καλοκαίρι του 2010 στην Ίκλαινα Μεσσηνίας από τον καθηγητή Μιχάλη Κοσμόπουλο.
 
Άλλα, γραμμένα λίγο αργότερα, προέρχονται από την Κνωσό και ανήκουν στην Υστερομινωική ΙΙ περίοδο (περί τα 1400 π.κ.ε.). Τα υπόλοιπα κείμενα από την Κνωσό είναι κατά την κρατούσα γνώμη από το 1370 π.κ.ε. πριν την καταστροφή του Μυκηναϊκού ανακτόρου. Υποστηρίζεται όμως και η άποψη ότι είναι κατά έναν αιώνα νεότερα. Τα υπόλοιπα κείμενα χρονολογούνται από τον 13ο αιώνα π.κ.ε.  Αμφισβητούμενη είναι η χρονολόγηση των κειμένων, οπότε, σ’ αυτές τις χρονολογίες …κράτα πολύ μικρό καλάθι!! είναι κατά πολύ παλαιότερες.

Η Γραμμική Α
 
Δεν έχει φαινομενικά αποκρυπτογραφηθεί και δήθεν αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα μυστήρια της σύγχρονης αρχαιολογίας. Η αποκρυπτογράφησή της θα αποκάλυπτε την Προ – Αρχαία γλώσσα και την καταγωγή των Ελλήνων (Μινωιτών, Μυκηναίων, Μακεδόνων) που φυσικά χαλάει την ινδοευρωπαϊκή – σημιτική απάτη. Οι βδελυροί απόγονοι των Αβυσσαίων – Ατλάντων δεν θα μας επιβάλλουν το μιαρό DNA τους, εμείς οι Προ-Αρχαίοι Ελληνες είμαστε αυτοί που τους έστειλαν πίσω στις σπηλιές τους όπου ανήκουν.
 
Φαντάσου -αν μπορείς- να δώσουν στο κοινό την Γραμμική Α’… χι χι χι καταρρέει αυτοστιγμή όλος ο διαστρεβλωμένος πολιτισμός τους.
 
Και έρχεται στο Φως ο Ολόλαμπρος Προ-Αρχαίος Ελληνικός πολιτισμός!! (γράμματα, τεχνολογίες, τέχνες, κοινωνικός ιστός, φιλοσοφίες κλπ) που ανατρέπει ριζικά την σαπίλα που σήμερα βιώνουμε. Σκέψου (σκέφτομαι άρα υπάρχω έλεγε ο τύπος, μα τείνω να θεωρώ πως ελάχιστοι άνθρωποι υπάρχουν) ότι σήμερα, με την σουπερ τεχνολογία που δηλώνουν πως έχουν είναι απολύτως ανίκανοι να κατασκευάσουν έναν Παρθενώνα ή την Σφίγγα ή τις Αιγυπτιακές Πυραμίδες, και δεν εννοώ μονάχα κατασκευαστικά αλλά, και ειδικότερα, Ενεργειακά. Μέχρι σήμερα είναι ανίκανοι να αντιληφθούν (φταίει και το βδελυρό, βαρβαρικό DNA τους, των Ατλάντιων-Αβυσσαίων) πως και με ποιόν τρόπο κατασκευάστηκαν αυτά τα τιτάνια αρχιτεκτονικά μεγαθήρια Δύναμης.
 
Το 1954 ο Βέντρις εργάστηκε ως σχεδιαστής σε ανασκαφές στο Εμποριό της Χίου, όπου απέδιδε την γλώσσα Γραμμική Β των πινακίδων αμέσως μετά την ανασκαφή τους !!! Φυσικά και, δεν θα το επέτρεπαν αυτό. Γιατί άλλο το να βρίσκονται οι πινακίδες κι άλλο να τις αποδίδει κάποιος αυτολεξεί κι επιτόπου, χαλάει το ινδοευρωπαϊκό-σημιτικό αφήγημά τους. Τις πινακίδες μπορούν να τις βρίσκουν αλλά απαγορεύεται· επί ποινή θανάτου· να τις αποδίδουν στο κοινό αυτολεξεί. Εδώ έκαναν ολόκληρο πόλεμο στην Συρία για να καταστρέψουν την αληθινή ιστορία και την ΑΡΧΕΓΟΝΗ ΠΗΓΗ ΔΥΝΑΜΗΣ του ΕΛΛΗΝΑ ΑΝΘΡΩΠΟΥ και θα αφήσουν τον κάθε τυχάρπαστο ανεξάρτητο ερευνητή να τους χαλάσει την σούπα; Ε, μην τρελαθούμε κι όλας!!! Μέσα τα κεφάλια …
 
Ο Βέντρις πέθανε κι αυτός ανεξήγητα μετά από τέσσερα χρόνια, στις 6 Σεπτεμβρίου του 1956 όταν το αυτοκίνητο που οδηγούσε, καρφώθηκε σε σταθμευμένο φορτηγό στα περίχωρα του Λονδίνου. Και οι δύο ανεξάρτητοι επιστήμονες σε Αμερική κι Ευρώπη που ασχολήθηκαν με το θέμα της Ελληνικής γλώσσας πέθαναν ανεξήγητα και νεότατοι.
 

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ: Ἠθικὰ Νικομάχεια (1119b-1120a)

ΒΙΒΛΙΟ Δ': Για την ηθική αρετή

[1119b] [I] Λέγωμεν δ᾽ ἑξῆς περὶ ἐλευθεριότητος. δοκεῖ δὴ εἶναι ἡ περὶ χρήματα μεσότης· ἐπαινεῖται γὰρ ὁ ἐλευθέριος οὐκ ἐν τοῖς πολεμικοῖς, οὐδ᾽ ἐν οἷς ὁ σώφρων, οὐδ᾽ αὖ ἐν ταῖς κρίσεσιν, ἀλλὰ περὶ δόσιν χρημάτων καὶ λῆψιν, μᾶλλον δ᾽ ἐν τῇ δόσει. χρήματα δὲ λέγομεν πάντα ὅσων ἡ ἀξία νομίσματι μετρεῖται. ἔστι δὲ καὶ ἡ ἀσωτία καὶ ἡ ἀνελευθερία περὶ χρήματα ὑπερβολαὶ καὶ ἐλλείψεις· καὶ τὴν μὲν ἀνελευθερίαν προσάπτομεν ἀεὶ τοῖς μᾶλλον ἢ δεῖ περὶ χρήματα σπουδάζουσι, τὴν δ᾽ ἀσωτίαν ἐπιφέρομεν ἐνίοτε συμπλέκοντες· τοὺς γὰρ ἀκρατεῖς καὶ εἰς ἀκολασίαν δαπανηροὺς ἀσώτους καλοῦμεν. διὸ καὶ φαυλότατοι δοκοῦσιν εἶναι· πολλὰς γὰρ ἅμα κακίας ἔχουσιν. οὐ δὴ οἰκείως προσαγορεύονται· βούλεται γὰρ ἄσωτος εἶναι ὁ ἓν κακὸν ἔχων,

[1120a] τὸ φθείρειν τὴν οὐσίαν· ἄσωτος γὰρ ὁ δι᾽ αὑτὸν ἀπολλύμενος, δοκεῖ δ᾽ ἀπώλειά τις αὑτοῦ εἶναι καὶ ἡ τῆς οὐσίας φθορά, ὡς τοῦ ζῆν διὰ τούτων ὄντος. οὕτω δὴ τὴν ἀσωτίαν ἐκδεχόμεθα. ὧν δ᾽ ἐστὶ χρεία, ἔστι τούτοις χρῆσθαι καὶ εὖ καὶ κακῶς· ὁ πλοῦτος δ᾽ ἐστὶ τῶν χρησίμων· ἑκάστῳ δ᾽ ἄριστα χρῆται ὁ ἔχων τὴν περὶ τοῦτο ἀρετήν· καὶ πλούτῳ δὴ χρήσεται ἄριστα ὁ ἔχων τὴν περὶ τὰ χρήματα ἀρετήν· οὗτος δ᾽ ἐστὶν ὁ ἐλευθέριος. χρῆσις δ᾽ εἶναι δοκεῖ χρημάτων δαπάνη καὶ δόσις· ἡ δὲ λῆψις καὶ ἡ φυλακὴ κτῆσις μᾶλλον. διὸ μᾶλλόν ἐστι τοῦ ἐλευθερίου τὸ διδόναι οἷς δεῖ ἢ λαμβάνειν ὅθεν δεῖ καὶ μὴ λαμβάνειν ὅθεν οὐ δεῖ. τῆς γὰρ ἀρετῆς μᾶλλον τὸ εὖ ποιεῖν ἢ τὸ εὖ πάσχειν, καὶ τὰ καλὰ πράττειν μᾶλλον ἢ τὰ αἰσχρὰ μὴ πράττειν· οὐκ ἄδηλον δ᾽ ὅτι τῇ μὲν δόσει ἕπεται τὸ εὖ ποιεῖν καὶ τὸ καλὰ πράττειν, τῇ δὲ λήψει τὸ εὖ πάσχειν ἢ μὴ αἰσχροπραγεῖν. καὶ ἡ χάρις τῷ διδόντι, οὐ τῷ μὴ λαμβάνοντι, καὶ ὁ ἔπαινος δὲ μᾶλλον. καὶ ῥᾷον δὲ τὸ μὴ λαβεῖν τοῦ δοῦναι· τὸ γὰρ οἰκεῖον ἧττον προΐενται μᾶλλον ἢ οὐ λαμβάνουσι τὸ ἀλλότριον. καὶ ἐλευθέριοι δὲ λέγονται οἱ διδόντες· οἱ δὲ μὴ λαμβάνοντες οὐκ εἰς ἐλευθεριότητα ἐπαινοῦνται, ἀλλ᾽ οὐχ ἧττον εἰς δικαιοσύνην· οἱ δὲ λαμβάνοντες οὐδ᾽ ἐπαινοῦνται πάνυ. φιλοῦνται δὲ σχεδὸν μάλιστα οἱ ἐλευθέριοι τῶν ἀπ᾽ ἀρετῆς· ὠφέλιμοι γὰρ, τοῦτο δ᾽ ἐν τῇ δόσει.

***
[1119b] [1] Ας μιλήσουμε στη συνέχεια για την ελευθεριότητα.

Η ελευθεριότητα θεωρείται ότι είναι η μεσότητα στον χώρο των χρημάτων και, γενικά, των υλικών αγαθών. Επαινείται, πράγματι, ο ελευθέριος όχι ενσχέσει με τις πολεμικές του πράξεις, ούτε ενσχέσει με αυτά για τα οποία επαινείται ο σώφρων, ούτε, επίσης, ενσχέσει με τις δίκαιες αποφάσεις του, αλλά ενσχέσει με τη δόση και τη λήψη χρημάτων και υλικών αγαθών, και μάλιστα πιο πολύ με τη δόση. Με τη λέξη χρήματα εννοούμε καθετί που η αξία του μετριέται με τη βοήθεια του νομίσματος. Με τα χρήματα και με τα υλικά αγαθά σχετίζονται, επίσης, ως υπερβολές και ελλείψεις, η ασωτία και η ανελευθερία: την κατηγορία της ανελευθερίας την αποδίδουμε πάντοτε στους ανθρώπους που δείχνουν μεγαλύτερο από ό,τι θα έπρεπε ενδιαφέρον για τα χρήματα και για τα υλικά αγαθά, ενώ τη λέξη ασωτία τη χρησιμοποιούμε μερικές φορές συμπλέκοντας περισσότερες σημασίες· ονομάζουμε, πράγματι, ασώτους τους ακρατείς και αυτούς που ξοδεύουν τα χρήματά τους για να ικανοποιήσουν την ακολασία τους. Γι᾽ αυτό και οι άσωτοι θεωρούνται εξαιρετικά κακής ποιότητας άνθρωποι· γιατί έχουν πολλές μαζί κακίες. Δεν είναι, λοιπόν, ταιριαστή η λέξη με την οποία ονομάζονται· γιατί η λέξη άσωτος θέλει να πει: «άνθρωπος που έχει μία μόνο κακή ιδιότητα:

[1120a] την ιδιότητα να καταστρέφει την περιουσία του». Άσωτος είναι, πράγματι, ο άνθρωπος που καταστρέφεται από τον ίδιο τον εαυτό του, και η καταστροφή της περιουσίας θεωρείται ένα είδος αυτοκαταστροφής, αφού η ζωή θεωρείται ότι διατηρείται μέσω αυτών των πραγμάτων. Με αυτή λοιπόν τη σημασία καταλαβαίνουμε τη λέξη ασωτία.

Τα πράγματα που προορίζονται για χρήση μπορούν να χρησιμοποιηθούν και καλά και κακά· ο πλούτος είναι ένα από τα πράγματα που είναι για χρήση· την καλύτερη, πάλι, χρήση κάθε πράγματος την κάνει εκείνος που έχει τη σχετική με το πράγμα αυτό αρετή· και τον πλούτο, επομένως, θα τον χρησιμοποιήσει με τον καλύτερο τρόπο αυτός που έχει τη σχετική με τα χρήματα και τα υλικά αγαθά αρετή· ο άνθρωπος αυτός είναι ο ελευθέριος. «Κάνω χρήση των χρημάτων και, γενικά, των υλικών αγαθών» θα πει: «τα ξοδεύω» και «τα δίνω», ενώ με τις εκφράσεις «τα παίρνω» και «τα φυλάγω» αναφερόμαστε μάλλον στην κτήση τους. Γι᾽ αυτό και είναι γνώρισμα του ελευθέριου ανθρώπου πιο πολύ το να δίνει σ᾽ αυτούς που πρέπει παρά το να παίρνει από όπου πρέπει και να μην παίρνει από όπου δεν πρέπει. Απόδειξη αρετής είναι, πράγματι, πιο πολύ το να κάνει κανείς το καλό παρά το να το δέχεται, και πιο πολύ το να κάνει ωραίες πράξεις παρά το να μην κάνει άσχημες πράξεις· και δεν είναι δύσκολο να δει κανείς ότι το να δίνει κανείς, το να κάνει το καλό και το να κάνει ωραίες πράξεις πηγαίνουν μαζί, όπως επίσης το να παίρνει κανείς πηγαίνει μαζί με το να δέχεται το καλό ή να μην κάνει άσχημες πράξεις. Ευγνωμοσύνη αισθανόμαστε γι᾽ αυτόν που δίνει, όχι γι᾽ αυτόν που δεν παίρνει· και ο έπαινος προορίζεται μάλλον για τον πρώτο. Επίσης, το να μην πάρει κανείς είναι πιο εύκολο από το να δώσει· πραγματικά, οι άνθρωποι κλίνουν σε μικρότερο βαθμό στο να στερηθούν κάτι το δικό τους παρά στο να μη πάρουν το ξένο. Επίσης, ελευθέριοι λέγονται αυτοί που δίνουν. Αυτοί, πάλι, που δεν παίρνουν, δεν επαινούνται για ελευθεριότητα, αλλά μάλλον για δικαιοσύνη, ενώ αυτοί που παίρνουν, δεν επαινούνται καθόλου. Από όλους, τέλος, τους φορείς των επιμέρους αρετών, με τη μεγαλύτερη σχεδόν αγάπη περιβάλλονται οι ελευθέριοι· ο λόγος είναι ότι οι άνθρωποι αυτοί είναι ωφέλιμοι στους άλλους, και αυτό σχετίζεται με το ότι δίνουν.