Δευτέρα, 16 Σεπτεμβρίου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Πλοῦτος (253-289)

ΚΑ. ὦ πολλὰ δὴ τῷ δεσπότῃ ταὐτὸν θύμον φαγόντες,
ἄνδρες φίλοι καὶ δημόται καὶ τοῦ πονεῖν ἐρασταί,
255 ἴτ᾽, ἐγκονεῖτε, σπεύδεθ᾽, ὡς ὁ καιρὸς οὐχὶ μέλλειν,
ἀλλ᾽ ἔστ᾽ ἐπ᾽ αὐτῆς τῆς ἀκμῆς, ᾗ δεῖ παρόντ᾽ ἀμύνειν.
ΧΟΡΟΣ
οὔκουν ὁρᾷς ὁρμωμένους ἡμᾶς πάλαι προθύμως,
ὡς εἰκός ἐστιν ἀσθενεῖς γέροντας ἄνδρας ἤδη;
σὺ δ᾽ ἀξιοῖς ἴσως με θεῖν, πρὶν ταῦτα καὶ φράσαι μοι
260 ὅτου χάριν μ᾽ ὁ δεσπότης ὁ σὸς κέκληκε δεῦρο.
ΚΑ. οὔκουν πάλαι δήπου λέγω; σὺ δ᾽ αὐτὸς οὐκ ἀκούεις.
ὁ δεσπότης γάρ φησιν ὑμᾶς ἡδέως ἅπαντας
ψυχροῦ βίου καὶ δυσκόλου ζήσειν ἀπαλλαγέντας.
ΧΟ. ἔστιν δὲ δὴ τί καὶ πόθεν τὸ πρᾶγμα τοῦθ᾽ ὅ φησιν;
265 ΚΑ. ἔχων ἀφῖκται δεῦρο πρεσβύτην τιν᾽, ὦ πόνηροι,
ῥυπῶντα, κυφόν, ἄθλιον, ῥυσόν, μαδῶντα, νωδόν·
οἶμαι δὲ νὴ τὸν οὐρανὸν καὶ ψωλὸν αὐτὸν εἶναι.
ΧΟ. ὦ χρυσὸν ἀγγείλας ἐπῶν, πῶς φῄς; πάλιν φράσον μοι.
δηλοῖς γὰρ αὐτὸν σωρὸν ἥκειν χρημάτων ἔχοντα.
270 ΚΑ. πρεσβυτικῶν μὲν οὖν κακῶν ἔγωγ᾽ ἔχοντα σωρόν.
ΧΟ. μῶν ἀξιοῖς φενακίσας ἔπειτ᾽ ἀπαλλαγῆναι
ἀζήμιος, καὶ ταῦτ᾽ ἐμοῦ βακτηρίαν ἔχοντος;
ΚΑ. πάντως γὰρ ἄνθρωπον φύσει τοιοῦτον εἰς τὰ πάντα
ἡγεῖσθέ μ᾽ εἶναι κοὐδὲν ἂν νομίζεθ᾽ ὑγιὲς εἰπεῖν;
275 ΧΟ. ὡς σεμνὸς οὑπίτριπτος. αἱ κνῆμαι δέ σου βοῶσιν
ἰοὺ ἰού, τὰς χοίνικας καὶ τὰς πέδας ποθοῦσαι.
ΚΑ. ἐν τῇ σορῷ νυνὶ λαχὸν τὸ γράμμα σου δικάζειν,
σὺ δ᾽ οὐ βαδίζεις; ὁ δὲ Χάρων τὸ ξύμβολον δίδωσιν.
ΧΟ. διαρραγείης. ὡς μόθων εἶ καὶ φύσει κόβαλος,
280 ὅστις φενακίζεις, φράσαι δ᾽ οὔπω τέτληκας ἡμῖν,
οἳ πολλὰ μοχθήσαντες οὐκ οὔσης σχολῆς προθύμως
δεῦρ᾽ ἤλθομεν, πολλῶν θύμων ῥίζας διεκπερῶντες.
ΚΑ. ἀλλ᾽ οὐκέτ᾽ ἂν κρύψαιμι. τὸν Πλοῦτον γάρ, ὦνδρες, ἥκει
285 ἄγων ὁ δεσπότης, ὃς ὑμᾶς πλουσίους ποήσει.
ΧΟ. ὄντως γὰρ ἔστι πλουσίοις ἡμῖν ἅπασιν εἶναι;
ΚΑ. νὴ τοὺς θεούς, Μίδας μὲν οὖν, ἢν ὦτ᾽ ὄνου λάβητε.
ΧΟ. ὡς ἥδομαι καὶ τέρπομαι καὶ βούλομαι χορεῦσαι
ὑφ᾽ ἡδονῆς, εἴπερ λέγεις ὄντως σὺ ταῦτ᾽ ἀληθῆ.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ - ΙΠΠΗ ή ΙΠΠΩ ή ΕΥΙΠΠΗ ή ΘΕΤΙΣ ή ΩΚΥΡΡΟΗ

ΙΠΠΗ ή ΙΠΠΩ ή ΕΥΙΠΠΗ ή ΘΕΤΙΣ ή ΩΚΥΡΡΟΗ
(αστερισμός, άλογο)
 
Τούτου μόνον τὰ ἔμπροσθεν φαίνεται ἕως ὀμφαλοῦ.
 
Μελανίππη ἡ σοφὴ και Μελανίππη ἡ δεσμῶτις είναι δύο αποσπασματικά σωσμένα έργα του Ευριπίδη, που στρέφονται γύρω από τον θεσσαλικό μύθο Χείρων - Αίολος - Ίππη - Μελανίππη. Ακόμη και σε συνδυασμό με άλλες πηγές (Στράβωνας, Διονύσιος Αλικαρνασσέας, Παυσανίας, Διόδωρος, Υγίνος) δεν σχηματίζεται μία σαφής εικόνα για τον μύθο που επεξεργάστηκε ο Ευριπίδης και ο οποίος εκτυλίσσεται στη Βοιωτία ή τη Θεσσαλία και μεταφέρεται στη Ν. Ιταλία. Λέγεται, ακόμη, ότι παλαιότερα το όνομα αυτής της Νύμφης ήταν Θέτιδα.
 
Την Ίππη, κόρη του Κένταυρου Χείρωνα, είδε ο Αίολος, ο γιος του Έλληνα με καταγωγή από τον Δία, και την ερωτεύτηκε. Αποπλάνησε την κόρη κρυφά από τον πατέρα της και αυτή έμεινε έγκυος. Όταν πια δεν μπορούσε να κρύψει την κοιλιά της, έφυγε στα βουνά, όπου και γέννησε. Την έψαξε ο πατέρας της και εκείνη, από ντροπή για το πάθημά της, προσευχήθηκε στους θεούς να μην την αναγνωρίσει ο πατέρας της, και οι θεοί, κυρίως η Άρτεμη, μεταμόρφωσαν και την ίδια και τον πατέρα της σε αστερισμούς για την ευσέβειά τους. Όμως τους τοποθέτησαν έτσι στον ουρανό, ώστε να μην φαίνεται ο αστερισμός της κόρης (Ἳππος) από τον αστερισμό του πατέρα (Κένταυρος)· μάλιστα, δεν φαίνεται το πίσω μέρος της, για να μην αναγνωρίζεται το φύλο της -ότι, δηλαδή, είναι γυναίκα. (Ερατ., Κατ. 1.18.8-1.18.19*) Κατά άλλους ο αστερισμός αυτός είναι ο Πήγασος.
 
Στον Οβίδιο η αιτία που οδήγησε στη μεταμόρφωση της Νύφης είναι άλλη. Αρχικά λεγόταν Ωκυρρόη από τον τόπο όπου γεννήθηκε -στην όχθη ενός ρυακιού με γρήγορα νερά (ὠκὺς = γρήγορος, ορμητικός, ταχυκίνητος). Και σε αυτήν την εκδοχή πατέρας της είναι ο Κένταυρος Χείρωνας και μητέρα της η Νύμφη Χαρικλώ. Μόλις γεννήθηκε της δόθηκε το χάρισμα της μαντικής, όμως το χρησιμοποίησε άσκεπτα, καθώς αποκάλυψε στον πατέρα της και στον μικρό προστατευόμενο και μαθητευόμενό του Ασκληπιό τη μυστική ιστορία των θεών παρά τη σχετική απαγόρευση. Εκείνοι την τιμώρησαν μεταμορφώνοντάς την σε άλογο. Από τότε ονομάστηκε Ιππώ. (Οβ., Μετ. 2.635 κ.ε.).
 
Πολύ σπάνια είναι η απεικόνιση θηλυκού Κενταύρου. Στην Πέλλα βρέθηκε αποσπασματικό ψηφιδωτό με ζεύγος Κενταύρων, ενός αρσενικού και ενός θηλυκού. Ο αρσενικός Κένταυρος δεξιά κρατά φιάλη, η Κενταυρίνα αριστερά πιθανόν οινοχόη. Διακοσμούσε το κατώφλι του ανδρώνα με το ψηφιδωτό του κυνηγιού του λιονταριού (325-300 π.Χ.). Πάλι σε κατώφλι ανδρώνα στην ίδια πόλη (αρχές 3ου αι. π.Χ.) ψηφιδωτό (του Καναλιού) δείχνει Κενταυρίνα μπροστά σε άνοιγμα σπηλιάς, πιθανόν των Νυμφών και του Διονύσου. Με το αριστερό χέρι κρατά ραβδωτή φιάλη και με το δεξί ρυτό που καταλήγει σε κεφάλι, πιθανόν σκύλου· πίσω δηλώνεται σχηματικά ένα δέντρο.  Η σπονδή που προσφέρει η Κενταυρίνα είναι πιθανό να αναπαριστά τελετή που θα γινόταν συχνά στον χώρο που διακοσμούσε το ψηφιδωτό. Στην περίπτωση αυτή, δεν θα πρέπει να αποκλείουμε μεταμφίεση πιστών ή ιερέων σε χορό Κενταύρων. Όσο για την παράσταση ζεύγους θηλυκών Κενταύρων που στεφανώνουν την Αφροδίτη σε ρωμαϊκό ψηφιδωτό του 2ου αι. μ.Χ., αυτό μπορεί να παραπέμπει στην ερωτική ιστορία της Ίππης και στην παγκυριαρχία της Αφροδίτης και του έρωτα, ανεξάρτητα από τις όποιες συνέπειες μιας ερωτικής συνεύρεσης. Σε μια εποχή όμως με έντονη την εκκοσμίκευση του μύθου και τη χρήση του ως διακοσμητικού στοιχείου παρά ως θρησκευτικού, περισσότερο προκρίνουμε μια αισθητική ανάγνωση του έργου με τη συμμετρία και την ισορροπία μορφών και μοτίβων (στεφάνια), και μάλιστα την εποχή που η αυτοκρατορία ζούσε μέσα στην ευδαιμονία που της εξασφάλισε η Pax Romana.
---------------------
*Η Ίππη στον ουρανό
 
Εὐριπίδης δέ φησιν ἐν Μελανίππῃ Ἵππην εἶναι τὴν τοῦ Χείρωνος θυγατέρα, ὑπ᾽ Αἰόλου δὲ ἀπατηθεῖσαν φθαρῆναι καὶ διὰ τὸν ὄγκον τῆς γαστρὸς φυγεῖν εἰς τὰ ὄρη, κἀκεῖ ὠδινούσης αὐτῆς τὸν πατέρα ἐλθεῖν κατὰ ζήτησιν, τὴν δ᾽ εὔξασθαι καταλαμβανομένην πρὸς τὸ μὴ γνωσθῆναι μεταμορφωθῆναι καὶ γενέσθαι ἵππον. διὰ γοῦν τὴν εὐσέβειαν αὐτῆς τε καὶ τοῦ πατρὸς ὑπ᾽ Ἀρτέμιδος εἰς τὰ ἄστρα τεθῆναι, ὅθεν τῷ Κενταύρῳ οὐχ ὁρατή ἐστιν· Χείρων γὰρ λέγεται εἶναι ἐκεῖνος. τὰ δὲ ὀπίσθια μέρη αὐτῆς ἀφανῆ ἐστι πρὸς τὸ μὴ γινώσκεσθαι θήλειαν οὖσαν. (Ερατ., Κατ. 1.18.8-1.18.19)

Τίτος Λουκρήτιος: Οι επιθυμίες και ο σοφός άνθρωπος

Ω ξένε, εδώ καλό θα είναι να χρονοτριβήσεις, εδώ το υψηλότερο αγαθό μας είναι η ηδονή.
Επιγραφή στην είσοδο του Κήπου

 
Ο Ρωμαίος ποιητής και φιλόσοφος Τίτος Λουκρήτιος Κάρος (λατινικά Titus Lucretius Carus) γεννήθηκε περίπου στα 98-94 π.Χ. και πέθανε γύρω στα 55-53 π.Χ. Το μόνο γνωστό του έργο είναι ένα εκτενές φιλοσοφικό ποίημα με τίτλο De Rerum Natura, («Περί της φύσεως των πραγμάτων»). Φαίνεται ότι ολόκληρο το βιβλίο βασίστηκε στην χαμένη επιτομή των τριανταεπτά τόμων που συνέταξε ο  αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος Επίκουρος. Τα χειρόγραφα του De Rerum Natura ήταν επί αιώνες θαμμένα στα άδυτα ενός μοναστηριού της νότιας Γερμανίας, ώσπου ανακαλύφθηκαν το 1417. Είναι γνωστό ότι από το τεράστιο και αξιολογότατο συγγραφικό έργο των Επικούρειων σώθηκαν ελάχιστα. Τα συγγράμματα τους πολεμήθηκαν συστηματικά σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας.
 
Διακηρυγμένος στόχος του Ρωμαίου Λουκρήτιου ήταν να απαλλάξει το νου των ανθρώπων από τις προκατάληψεις, τις δεισιδαιμονίες και τον φόβο του θανάτου. Σε 7.415 συνολικά στίχους, γίνεται εκτενής αναφορά σε όλες τις απόψεις των Επικούρειων Ο Λουκρήτιος απέρριπτε ως αβάσιμη δεισιδαιμονία την ιδεαλιστική άποψη ότι το Σύμπαν κυβερνάται από θεϊκές παρεμβάσεις ή υπερφυσικές δυνάμεις, όπως θεωρούσε η πλειοψηφία των ανθρώπων του καιρού του. Ο θάνατος για τον Λουκρήτιο δεν ήταν εγγενώς ούτε καλός ούτε κακός, μόνο μία απόλυτη παύση της ύπαρξης, και ο φόβος του θανάτου δεν ήταν παρά μία προβολή επίγειων, καθημερινών φόβων.
 
Το κυνήγι της δόξας
 
Σύμφωνα με την αντίληψη των Επικούρειων, το να επιδιώκεις τη δόξα, τον πλούτο και τη δύναμη χωρίς μέτρο είναι αφύσικο, μια συνεχής πηγή ταραχών και δυσφορίας. Ακόμα και όταν ο αδύνατος γίνει δυνατός, ο θνητός άνθρωπος ποτέ δε θα γίνει παντοδύναμος, ούτε θα νικήσει τους φόβους του, με πρώτο το φόβο του θανάτου. Το να είσαι αδύναμος και να θέλεις να γίνεις δυνατός είναι τουλάχιστον εξίσου οδυνηρό με το να είσαι δυνατός και να επιθυμείς την αδύνατη παντοδυναμία. Έτσι εξηγείται πιθανώς και η θρυλούμενη ελαφρά μελαγχολία των μεγάλων ανδρών και γυναικών. Αφού τα έχουν όλα, γιατί δεν αισθάνονται ευτυχισμένοι;
 
Μια εικόνα της σοφίας
 
Οι γλυκιές κατοικίες των σοφών βρίσκονται αλλού:
 
«Σου δίνει τέρψη το να κάθεσαι να παρακολουθείς από τη στεριά τις σκληρές δοκιμασίες του άλλου που παραδέρνει μες στην απέραντη θάλασσα, την ώρα που οι άνεμοι σηκώνουν τα κύματα και την κάνουν να λυσσομανά. Όχι βέβαια γιατί ηδονίζεσαι με τα ξένα βάσανα, μα γιατί είναι γλυκό να βλέπεις από τι κακά έχεις γλυτώσεις εσύ ο ίδιος. Όπως κι είναι ευχάριστο να βλέπεις τις σκληρές μάχες να μαίνονται πέρα στους κάμπους, χωρίς να σε αγγίζει ο κίνδυνος. Τίποτε όμως δεν είναι πιο γλυκό από το να είσαι θρονιασμένος στα ύφη τα οχυρωμένα από τις γνώσεις και τη διδασκαλία των σοφών, κι από τις γαλήνιες αυτές κατοικίες σκύβοντας να ρίχνεις το βλέμμα στους άλλους και να τους βλέπεις να τρέχουν πέρα δώθε, ψάχνοντας στα τυφλά το δρόμο της ζωής, να συναγωνίζονται σε εξυπνάδα, να μαλώνουν για την ευγενή τους καταγωγή, να μοχθούν μέρα και νύχτα και να τσακίζονται να σκαρφαλώσουν στην κορυφή του πλούτου ή να κατακτήσουν την εξουσία.»
 
Οι επιθυμίες
 
Σε όλες τις ιστορικές εποχές, ο πλούτος που επιδιώκει η ματαιοδοξία των θνητών θα χάνεται πάντοτε στο άπειρο. Ο Επίκουρος χωρίζει τις επιθυμίες σε τρεις μεγάλες κατηγορίες: φυσικές και αναγκαίες, φυσικές αλλά όχι αναγκαίες, ούτε φυσικές ούτε αναγκαίες. Για κάθε επιθυμία, μπορούμε να θέσουμε το φαινομενικά απλό ερώτημα, τι θα (μου) συμβεί αν γίνει αυτό που επιθυμώ; και τι θα συμβεί αν δεν γίνει;
 
«Ω, κακόμοιρα ανθρώπινα μυαλά και τυφλωμένες καρδιές! Σε τι σκοτάδια, σε τι κινδύνους κυλάει ο λίγος χρόνος της ζωής σας! Δεν ακούτε λοιπόν την κραυγή της φύσης που διαλαλεί την επιθυμία της, από το κορμί να φύγει κάθε πόνος, και το πνεύμα να νιώσει ευδαιμονία ελεύθερη από έγνοιες και αγωνίες;
 
Το βλέπουμε πως δε χρειάζεται το κορμί πολλά πράγματα. Κάθε τι που διώχνει τον πόνο, μπορεί και πολλές απολαύσεις να προσφέρει. Η ίδια η φύση τότε δεν ζητά μεγαλύτερη ευχαρίστηση. Αν το σπίτι δεν έχει χρυσά αγάλματα εφήβων να κρατούν στο δεξί το χέρι αναμμένες δάδες και να φωτίζουν τα νυχτερινά φαγοπότια, αν το σπίτι δεν αστραποβολά από ασήμια και χρυσάφια, αν δεν αντιλαλούν κιθάρες μες στα στολισμένα σαλόνια, εμάς μας είναι αρκετό να ξαπλώνουμε στο τρυφερό χορτάρι, φίλοι με φίλους στην ακροποταμιά, κάτω από τα σκιερά κλαδιά ενός μεγάλου δέντρου μας είναι αρκετό να μπορούμε να διασκεδάζουμε με λίγα έξοδα, ιδίως αν μας χαμογελά ο καιρός, κι η εποχή ραίνει το καταπράσινο χορτάρι με λουλούδια. Ο καυτός πυρετός δεν αφήνει γρηγορότερα το κορμί που ξαπλώνει πάνω σε κεντητά στρώματα και σε άλικες πορφύρες, απ’ ό,τι το κορμί που ‘ναι ξαπλωμένο σ’ ένα φτωχικό στρωσίδι.»
 
Το κακό λοιπόν δεν το προξενούν η φτώχεια της φύσης (η της φύσεως ένδεια) αλλά οι αιωνίως ανικανοποίητες ορέξεις των ανθρώπων που σχετίζονται με τις κούφιες ιδέες (η περί τας κενάς δόξας όρεξις). Η φύση παρουσιάζεται γενναιόδωρη αλλά οι ματαιόδοξοι θνητοί δύσκολα εκτιμούν τα δώρα της. Αντίθετα με την γνώμη των πολλών, δεν είναι άπληστο το στομάχι, άπληστη και ψεύτικη είναι η ιδέα ότι μπορεί να γεμίζει συνέχεια (άπληστον ου γαστήρ· δόξα ψευδής υπέρ του γαστρός αορίστου πληρώματος.)

«Παράβαλε με τις προσφορές άλλων θεών. Η Δήμητρα, καθώς λένε, μας έδωσε το σιτάρι, ο Διόνυσος το κρασί. Μα και δίχως αυτά υπάρχει ζωή κι ακούμε πως και σήμερα ακόμα ζουν λαοί που δεν τα γνωρίζουν. Θα ήταν όμως αδύνατο να ζήσει κανείς ευτυχισμένα δίχως καθαρή καρδιά. Δικαιολογημένα μάς φαίνεται θεός εκείνος που η σοφία του ζωντανή και απλωμένη στα μεγάλα έθνη γαληνεύει τις καρδιές με τις γλυκιές παρηγοριές της ζωής. Αν νομίζεις πως οι άθλοι του Ηρακλή αξίζουν περισσότερο, τότε ξεμακραίνεις πολύ απ’ την αλήθεια» Λουκρήτιος

Τα πλούτη, η δόξα, η ευγενική καταγωγή και η εξουσία δεν κάνουν τον άνθρωπο ευτυχισμένο:
 
«Κι αφού τα πλούτη κι η ευγενική καταγωγή κι η δόξα του θρόνου δεν ωφελούν σε τίποτα το κορμί, θα πρέπει να σκεφτούμε πως ούτε και το πνεύμα ωφελούν. Μήπως τάχα, την ώρα που βλέπεις τις λεγεώνες σου να κάνουν πολεμικές ασκήσεις στο πεδίο του Άρεως και να προελαύνουν ορμητικά, και μήπως, την ώρα που παρακολουθείς τα γυμνάσια του στόλου σου στην ανοιχτή θάλασσα, θα τρομάξουν οι δεισιδαιμονίες σου και θα πάρουν δρόμο και θα φύγει απ’ την ψυχή σου ο φόβος του θανάτου, αφήνοντάς την λεύτερη, απαλλαγμένη από το άγχος;»
 
Ο σοφός άνθρωπος δεν ασχολείται με την πολιτική, εκτός κι αν υπάρχουν σοβαροί λόγοι. Κατά την εκτίμησή μου, οι Επικούρειοι δεν ήταν τόσο αμέτοχοι στα κοινά όσο παρουσιάζονται συνήθως. Η ίδια η διατύπωση της φιλοσοφίας του δικαίου στάθηκε ριζοσπαστική πολιτική παρέμβαση με διάρκεια αιώνων και ενέπενευσε πολιτικούς αγώνες στους οποίους χύθηκαν ποτάμια αίμα και μελάνι. Μπορούμε άραγε να χαρακτηρίσουμε απολίτικο έναν άνδρα που είπε ότι οι νόμοι φτιάχνονται από τους ανθρώπους και όχι από τους θεούς;
 
Πρώτη η Αθήνα
 
Ο Λουκρήτιος παρουσιάζει τον  θείο Επίκουρο ως τέκνο της δημοκρατικής Αθήνας: «Πρώτη η Αθήνα με το λαμπρό το όνομα, μοίρασε κάποτε στους βασανισμένους θνητούς τις σοδειές των καρπών και ανανέωσε τη ζωή και καθιέρωσε νόμους. Πρώτη χάρισε τις γλυκιές παρηγοριές της ζωής, σαν γέννησε τον άντρα εκείνο τον προικισμένο με τέτοιο πνεύμα, που από τα χείλη του έβγαινε η αλήθεια για το κάθε τι και μολονότι έσβησε το φως της ζωής του, οι θείες ανακαλύψεις του έχουν παντού διαδοθεί κι η δόξα του υψώθηκε ως τα ουράνια.»
 
Η ευτυχία έρχεται στα τα ζύγια του ανθρώπου, στο μέτρο του δυνατού. Το μυαλό των θνητών, σκλαβωμένο από χίλιες έγνοιες, μοιάζει τρύπιο βαρέλι δίχως πάτο:
 
«Είδε πως ήταν στο χέρι των ανθρώπων όλα τα απαραίτητα για να ζουν με ασφάλεια, στο μέτρο του δυνατού. Είδε τους δυνατούς με τα πλούτη και τις τιμές, περήφανους ως και για το καλό όνομα των παιδιών τους, κι όμως μες στα σπίτια τους οι καρδιές τους ήσαν γεμάτες αγωνία και το μυαλό τους σκλαβωμένο από τις έγνοιες, και πως αναγκάζονταν να μαλώνουν και να παραπονιούνται πικρά. Και κατάλαβε πως όλο το κακό έβγαινε μέσα από το ίδιο το δοχείο, και πως κάποιο ελάττωμα του τα χαλνούσε όλα όσα έρχονταν να μπουν μέσα του, ως και τα πιο όμορφα. Εν μέρει γιατί ήταν όλο τρύπες και δίχως πάτο κι ήταν αδύνατο να γεμίσει και εν μέρει γιατί οτιδήποτε δεχόταν μέσα, του μετέδιδε μιαν άσχημη γεύση, θα έλεγε κανείς.»
 
Η μελέτη της Φύσης
 
Η φυσική φιλοσοφία δεν φτιάχνει κομπασμένους και πολυλογάδες (ου κομπούς ουδέ τη φωνή εργαστικούς παρασκευάζει) ούτε ανθρώπους που κάνουν επίδειξη γνώσεων για να εντυπωσιάζουν τους πολλούς (ουδέ την περιμάχητον παρά τοις πολλοίς παιδείαν ενδεικνυμένους) αλλά προσωπικότητες σοβαρές και αυτάρκεις. Η μελέτη της Φύσης και του Σύμπαντος έχει ως κύριο στόχο να διαλύσει τους παιδικούς φόβους και τις θλιβερές σκέψεις που βασανίζουν τις καρδιές των ανθρώπων:
 
«Κι εκείνος απολύμανε τις καρδιές με λόγια γεμάτα αλήθεια, και σήκωσε φράχτες στις επιθυμίες και στους φόβους. Και μας δίδαξε ποιο είναι το υπέρτατο αγαθό που όλοι λαχταρούμε και μας έδειξε τον δρόμο, το πιο σύντομο και ίσιο μονοπάτι για να φτάσουμε εκεί. Έδειξε ποια δυστυχία υπάρχει στα ανθρώπινα πράγματα, πώς γεννιέται και σκορπά παντού με λογιών-λογιών μορφές, τυχαία είτε από φυσική αιτία σύμφωνα με την τάξη που έθεσε το σύμπαν, και δίδαξε από ποιες πόρτες πρέπει να την αντιμετωπίσουμε, και απόδειξε ότι μάταια το ανθρώπινο γένος μηρυκάζει τις θλιβερές σκέψεις. Γιατί όπως τα μικρά παιδιά φοβούνται μες στο σκοτάδι και τρέμουν το καθετί, έτσι κι εμείς φοβούμαστε μες στο φως, τόσες και τόσες φορές, πράγματα που δεν είναι πιο φοβερά από κείνα που τρομάζουν τα παιδιά και που φαντάζονται ότι θα τους συμβούν μες στα σκοτεινά.
 
Αυτό το φόβο λοιπόν, αυτά τα σκοτάδια της ψυχής, ας μη περιμένουμε να τα σκορπίσουν οι αχτίδες του ήλιου μήτε τα φωτεινά βέλη της μέρας μόνο η μελέτη κι η ερμηνεία της φύσης μπορεί να τα διαλύσει.»
 
Το νόημα της ζωής
 
Ποια είναι η ανώτατη πνευματική ηδονή; αυτή που αναβλύζει τις στιγμές που η νηφάλια σκέψη (νήφων λογισμός) σκορπίζει τα σκοτάδια της μεταφυσικής και ό,τι προκαλεί φόβο γίνεται αντικείμενο στοχασμού, έρχεται δηλαδή στα μέτρα του Έλληνα ανθρώπου της κλασικής εποχής. Για τους Επικούρειους, κάθε δραστηριότητα είναι σοφή, όταν έχει ως σκοπό να μάς οδηγήσει στην ευτυχισμένη ζωή. Το βαρύ καθήκον της ευτυχίας ο μεγάλος Έλληνας το πήρε απ’ τους θεούς και το έριξε στους ανθρώπους. Ευτυχισμένη ζωή δεν νοείται μέσα στο φόβο· οι αγαπημένοι φίλοι, η ευδαιμονία και η αταραξία του σώματος και της ψυχής είναι η μόνη εγγύηση της ευτυχίας για τους θνητούς. Ο Επίκουρος για τον Λουκρήτιο ήταν θεός, αφού ήταν εκείνος που πρώτος βρήκε το νόημα της ζωής, ό,τι σήμερα ονομάζουμε σοφία, εκείνος που με την επιστημοσύνη του άρπαξε τη ζωή μέσα απ’ τις τόσες ανεμοζάλες κι από βαθιά σκοτάδια, και την απίθωσε σε τέτοιο γαλήνιο λιμάνι και σε τόσο καθάριο φως.

Οι σχέσεις αντέχουν αν εστιάζεις σ’ όσα ενώνουν

Μεγάλη υπόθεση στην εξέλιξη μια σχέσης η επικοινωνία μεταξύ των ανθρώπων. Κάθε νέα ή παλιά σχέση που έχουμε εξαρτάται κατά το ήμισυ από εμάς για το αν θα πετύχει ή όχι. O τρόπος με τον οποίο επικοινωνούμε συνεπώς, αλλά και το πού ακριβώς θα εστιάσουμε κατά τη διαδικασία μετάδοσης πληροφοριών, γνώσεων και συναισθημάτων, είναι το κλειδί της υπόθεσης.

Η επικοινωνία είναι θεμέλιος λίθος για οποιαδήποτε μορφή σχέσης. Ειδικότερα όταν έχει να κάνει με ερωτικές ιστορίες αποτελεί τα θεμέλια και τις κολώνες που κρατάνε αυτό το οικοδόμημα που σιγά-σιγά βλέπει τον κόσμο απ’ την ένωση δύο αρχιτεκτόνων που μόλις άρχισαν να γνωρίζονται. Όπου εμπλέκεται το συναίσθημα και χρειάζεται να δούμε πού συμφωνούμε και πού όχι, η επικοινωνία γίνεται με γνώμονα τη συνεννόηση των δύο μελών. Κοινός στόχος είναι η εξεύρεση λύσεων για να μπορέσει αυτή η σχέση να ευδοκιμήσει με την ελάχιστη πιθανότητα δυστυχίας και για τους δύο. Συνηθίζουμε να εστιάζουμε στα θετικά χαρακτηριστικά, αυτά που μας ενώνουν, και προσπαθούμε να τα εξελίξουμε ακόμη περισσότερο, έτσι ώστε να γίνει η ιστορία μας από αυτές με το ζητούμενο happy end.

Η στιγμή, όμως, που δε βλέπουμε πια κάτι καλό, κάτι θετικό κι αξιόλογο ώστε να προσπαθήσει κάποιος να (αυτό)βελτιωθεί για να αποδώσει αυτή η επικοινωνία τα μέγιστα ως προς τη θετική της πλευρά, είναι συνήθως δείγμα εστίασης σε όσα πάνε λάθος. Έχουμε ήδη λάθος τρόπο σκέψης, επικεντρωνόμαστε σε ‘κείνα που μπλοκάρουν οποιαδήποτε προσπάθεια για συνεννόηση, κι αρχίζουμε να στρέφουμε το βλέμμα μας προς την έξοδο κινδύνου για άτακτη –ή μη– φυγή. Είναι εξαιρετικά βασικό στοιχείο το πού θα εστιάσουμε για να ‘μαστε σε θέση να προβλέψουμε, με όση περισσότερη ασφάλεια γίνεται, τη συνέχεια της ιστορίας μας.

Δύο δρόμοι υπάρχουν μεταξύ ανθρώπων που έχουν συναισθήματα ο ένας για τον άλλον κι έχουν βρει το κουράγιο να τα παραδεχτούν και να τα αποδεχτούν. Ο ένας είναι να εστιάσουν στα θετικά και σ’ αυτά που τους ενώνουν σ’ αυτήν την τυχαία συνεύρεση κι ο άλλος είναι να βλέπουν τα αρνητικά κι ό,τι τους κάνει να διαφέρουν, με αποτέλεσμα το μέλλον να μην προβλέπεται ευοίωνο. Έχει μεγάλη σημασία, τόσο πού στρέφεται το βλέμμα, όσο και το πώς θα το αποκωδικοποιήσουμε όλο αυτό που μας συμβαίνει.

Γιατί το να εστιάσεις σ’ όσα είναι κοινά, σε ‘κείνα που είναι εύκολο να σε κάνουν να χαρείς, είναι θετική εξέλιξη κι ενδεχομένως έκβαση του νέου καημού που μπήκε στη ζωή μας για να ‘χει αίσια αποτελέσματα. Βλέπουμε συννεφάκια, έρωτες, και καρδούλες, πιστεύοντας στην αδελφή ψυχή και τις δίδυμες φλόγες. Μέχρι πιθανώς τα αρνητικά, που τόσο δε μας ένοιαζαν, να κατακλύσουν τα πάντα και να γκρεμοτσακιστούμε απ’ τα ουράνια που βρισκόμασταν για κάποιο διάστημα.

Το να μην μπορούμε, όμως, να δούμε τίποτα θετικό και να βρίσκουμε μόνο εμπόδια στο μεταξύ μας νταραβέρι, μετατρέπει τις ελπίδες, που αρχικά άνθισαν μέσα μας, σε αλυσίδες που μας σφίγγουν. Φυσικό επακόλουθο είναι το ξενέρωμα, οι αντιπαραθέσεις, και μετά ατελείωτα κρασιά με φίλους κι αναζητήσεις του γιατί δεν προχώρησε αυτή η νέα μας συγκίνηση. Μέχρι να απομακρυνθούμε εντελώς και παντελώς, και μετά από λίγο καιρό ν’ αρχίσουμε να θυμόμαστε κάτι θετικό και να αμφιβάλλουμε για την απόφασή μας.

Αλήθεια, ποιος μπορεί να πει πως μία νέα γνωριμία, μία νέα ιστορία της ζωής μας έχει μόνο ομοιότητες ή διαφορές; Υπάρχουν πάντα και παντού και τα δύο. Κι είναι εκείνη η περίοδος που πρέπει να εστιάζουμε σε αυτά τα χαρακτηριστικά που έκαναν αυτή την είσοδο στην καθημερινότητά μας, να προσέχουμε τις επιμέρους ιδιότητές μας ως προσωπικότητες, να τσεκάρουμε στο τι σέρνει μαζί του ο καθένας από προηγούμενες προσωπικές ιστορίες, έτσι ώστε να μπορέσουμε να πλέξουμε ένα νέο, κοινό, καλάθι από χρησιμοποιημένα υλικά. Για χωρέσει όλα αυτά που μας ενώνουν κι ενδεχομένως αλλά τόσα κι ακόμη περισσότερα, απ’ όσα μας χωρίζουν, με την ελπίδα τα θετικά να υπερισχύσουν.

Η τελική έκβαση της εκάστοτε, δυνάμει νέας μας σχέσης, εξαρτάται απ’ τον τρόπο που βλέπουμε το ποτήρι. Μισογεμάτο ή μισοάδειο; Κι αν βαριόμαστε να το γεμίσουμε στην περίπτωση που βλέπουμε τις ελλείψεις και τα κενά, είναι επειδή ο κάτοχός του δεν έχει κάνει τόσο μεγάλο κρότο στο μυαλό μας. Κι όλα τ’ άλλα είναι δικαιολογίες που λέμε στον εαυτό μας. Όταν το βέλος από κράμα εγκεφαλικού και σωματικού βρει κέντρο στον στόχο του μυαλού μας, τότε η προσπάθεια για συνεννόηση θεωρείται δεδομένη κι έχουμε μεγαλύτερες πιθανότητες να ζήσουμε περισσότερες χαρούμενες στιγμές.

Σε κάθε άλλη περίπτωση, όταν τα «ναι μεν αλλά» γεμίζουν το μυαλό μας, βρίσκουμε λόγους για αποχώρηση. Δεν ήταν, φαίνεται, δυνατός ο κρότος.

H κρίση στην ζωή μας και τα χαρακτηριστικά της

Η κρίση είναι μια παροδική κατάσταση αποσταθεροποίησης του ατόμου όταν έρχεται αντιμέτωπο με μια απειλητική κατάσταση, την οποία αντιλαμβάνεται ως σημαντικό πρόβλημα που εκείνη τουλάχιστον την στιγμή δεν μπορεί ούτε να αποφύγει ούτε να επιλύσει με τις συνήθεις δεξιότητες επίλυσης προβλημάτων που διαθέτει (Caplan,1964).

Συνήθως, πρόκειται για μια συναισθηματική απειλητική κατάσταση που συνδέεται με αλλαγές στις κοινωνικές συνθήκες στις οποίες το άτομο ζει.

Με άλλα λόγια, μία συναισθηματική απειλητική κατάσταση ή ένας συναισθηματικός κίνδυνος που αφορά οποιαδήποτε μεταβολή στις κοινωνικές συνθήκες στις οποίες ζει το άτομο, τέτοια ώστε να προκαλέσει αλλαγές στις προσδοκίες του από τον εαυτό του και στις σχέσεις με τους άλλους (Klein & Lindemann, 1961).

Η πιθανότητα δημιουργίας μιας κρίσης


Για να δημιουργηθεί μια κρίση, πρέπει να έχουμε ένα επικίνδυνο ή στρεσογόνο γεγονός, που δύναται με τη υποκειμενική αντίληψη του ατόμου ή την υποκειμενική εμπειρία του, να αποτελέσει πραγματικό κίνδυνο για αυτό. Η κρίση, όπως είναι αναμενόμενο, μπορεί να επιφέρει αναστάτωση, άγχος, αποδιοργάνωση και να διαταράσσει κάθε ισορροπία που έχει το άτομο. Το άτομο, με την σειρά του, βιώνει μία εσωτερική ένταση που μαζί με την αδυναμία του να αντιμετωπίσει το αναπάντεχο και στρεσογόνο γεγονός, δημιουργούν μία δυσπροσαρμοστικότητα. Η κρίση μπορεί να επέλθει, αν ένα πρόβλημα δεν μπορεί να επιλυθεί όπως το άτομο το έχει σχεδιάσει και φέρνει τέτοια αναστάτωση στο ίδιο που δεν μπορεί να συνεχίσει την ζωή του.

Στην συνέχεια το άτομο προσπαθεί να βρει τρόπους για να ανακουφίσει την ένταση που βιώνει ενώ γνωρίζει ότι η κρίση δεν είναι συνεχόμενη και μπορεί να ανατραπεί και να έχει καλύτερα αποτελέσματα. Στο σημείο αυτό πρέπει να κάνουμε εμφανές το γεγονός ότι η κρίση και οι συνέπειές της είναι αποτέλεσμα της υποκειμενικής αντίληψης κάθε ατόμου. Αυτό σημαίνει ότι ένα συγκεκριμένο γεγονός μπορεί να οδηγήσει σε κρίση ένα άτομο αλλά να μην επηρεάσει καθόλου κάποιο άλλο. Υπάρχουν, θα λέγαμε, μεγάλες ενδοατομικές διαφορές και ως προς την ένταση που βιώνει κάθε άτομο την κρίση, και ως προς ποια γεγονότα οδηγούν στην κρίση αλλά και ποιες τεχνικές θα ακολουθήσει για να αντιμετωπίσει κάθε κρίσιμη κατάσταση με την οποία έρχεται αντιμέτωπος.

Η κρίση και τα χαρακτηριστικά της


Η κρίση είναι αναμφισβήτητα ένα κομμάτι της ζωής όλων των ανθρώπων και όλοι αργά ή γρήγορα θα έρθουν αντιμέτωποι με μία κρίση και θα πρέπει να γνωρίζουν όχι μόνο πώς να την αντιμετωπίσουν, αλλά και τι επιπτώσεις θα έχει αυτή για την ζωή τους γενικότερα. Η πιο συνηθισμένη κρίση, που οι περισσότεροι άνθρωποι καλούνται να επιλύσουν, είναι συνυφασμένη με αλλαγές στις κοινωνικές συνθήκες στις οποίες ζει και τον επηρεάζουν αρνητικά.
Δεν υπάρχει φυσιολογική και μη φυσιολογική αντίδραση στην κρίση, αφού εξαρτάται κάθε φορά τόσο από το άτομο όσο και από τις καταστάσεις. Το σίγουρο κάθε φορά με την κρίση είναι ότι διαταράσσει και αναστατώνει τον φυσιολογικό ρυθμό ζωής του κάθε ατόμου.
Κάθε κρίση που καλείται να αντιμετωπίσει ένα άτομο έχει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά που τα συναντούμε σχεδόν σε κάθε κρίση. Η κρίση εξαρτάται από τα ψυχικά αποθέματα που διαθέτει ένα άτομο για να αντιμετωπίσει κάθε δύσκολη κατάσταση που έρχεται αντιμέτωπος. Η κοινωνική υποστήριξη που λαμβάνει το άτομο διαδραματίζει επίσης, ένα σημαντικό ρόλο για τον καθορισμό του τρόπου που θα επιλέξει το άτομο να επιλύσει μία κατάσταση κρίσης.

Τα άτομα προσπαθούν να διατηρήσουν μια κατάσταση συναισθηματικής ισορροπία και πασχίζουν με κάθε τρόπο να επιλύσουν κάθε δύσκολη κατάσταση που τους φέρνει δυσφορία. Κάποια άτομα ακολουθούν συγκεκριμένες στρατηγικές για την αντιμετώπιση ενός προβλήματος ενώ άλλα έχουν έλλειψη στρατηγικών που απαιτούνται για την αντιμετώπιση της πραγματικότητας της κρίσης. Κάθε κρίση είναι μια αδυναμία να διατηρηθεί σταθερή η συναισθηματική κατάσταση του ατόμου.

Τα συμπτώματα μιας κρίσης


Κάθε φορά που το άτομο αντιμετωπίζει μία κρίση, διαθέτει τα κατάλληλα ψυχικά αποθέματα για να αντέξει τη συναισθηματική έλλειψη ισορροπίας. Κάθε κρίση μπορεί να επιφέρει αλλαγή και το άτομο πρέπει να είναι έτοιμο για κάτι τέτοιο. Κάθε κρίση δύναται να επηρεάσει τόσο το ίδιο το άτομο σε ατομικό επίπεδο όσο και μια ολόκληρη κοινότητα μέσα στην οποία ζει το άτομο. Για παράδειγμα, ένας τσακωμός μεταξύ των παιδιών σε ένα σχολείο μπορεί να επηρεάσει ολόκληρη την σχολική κοινότητα και να υπάρχει ανάγκη για σχεδιασμό προγράμματος, ώστε να επιλυθεί η κρίση και το αναπάντεχο αυτό γεγονός χωρίς επιπρόσθετες αρνητικές συνέπειες.

Κάποιες κρίσεις είναι περιστασιακές, που σημαίνει ότι το άτομο τις αντιμετωπίζει σε συγκεκριμένες περιόδους με συγκεκριμένη διάρκεια ενώ άλλες κρίσεις είναι πιο χρόνιες και χρειάζεται από το άτομο μια πιο λεπτομερής αντιμετώπιση. Το άτομο μόνο που κατανοεί ότι βρίσκεται κατά την διάρκεια ενός απειλητικού γεγονότος, μπορεί να εφαρμόσει στρατηγικές ώστε να το αντιμετωπίσει με την δέουσα προσοχή για να το αποφύγει. Κάθε άτομο αφού αισθανθεί ψυχολογικό πόνο από το γεγονός είναι σε θέση να κάνει τις απαραίτητες ενέργειες είτε να προσαρμοστεί στην καινούργια κατάσταση είτε να μείνει δυσπροσάρμοστο και να βιώνει ανισορροπία.

Το άτομο σε κρίση θα αισθανθεί εξάντληση, ανημποριά, ανεπάρκεια, σύγχυση και άγχος. Μπορεί, επίσης, να παρατηρηθούν και σωματικά συμπτώματα. Η αποδιοργάνωση ή η έλλειψη ισορροπίας ενδέχεται να βιώνονται σε όλες τις σφαίρες της ζωής του ατόμου. Η αποδιοργανωμένη λειτουργία μπορεί να σημειωθεί στις εργασιακές σχέσεις, τις οικογενειακές σχέσεις, τις κοινωνικές σχέσεις και τις κοινωνικές δραστηριότητες. Μέρος αυτής της κατάστασης αναστάτωσης και αποδιοργάνωσης είναι η μείωση των φυσικών αμυνών του ατόμου και η αυξημένη πιθανότητα εύκολου επηρεασμού.

Καθώς το άτομο ωριμάζει και αντιμετωπίζει νέες και ποικίλες προβληματικές καταστάσεις, αναπτύσσει μια ποικιλία στρατηγικών αντιμετώπισης, οι οποίες τον βοηθούν να προσαρμοστεί στη μεταβαλλόμενη πραγματικότητα της ζωής του. Σε μία κρίση ωστόσο, αν το υπάρχον πρόβλημα είναι τόσο καταιγιστικό, το άτομο αισθάνεται ότι βρίσκεται εκτός ελέγχου και ότι είναι ανίκανο να προσαρμοστεί. Για παράδειγμα, τα παιδιά που δεν έχουν αναπτύξει ακόμη ένα ευρύ φάσμα στρατηγικών αντιμετώπισης, είναι ιδιαίτερα ευάλωτα σε ένα γεγονός κρίσης.

Τι είναι, τελικά οι κρίσεις


Οι κρίσεις θα λέγαμε είναι γεγονότα που επαναπροσδιορίζουν τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο και τη θέση μας σε αυτό. Άρα, οι κρίσεις αποτελούν καταστάσεις όπου η πιθανότητα για αλλαγή είναι σημαντική. Οι άμυνες είναι μειωμένες και η πιθανότητα επηρεασμού είναι αυξημένη.

Τα άτομα που ανταπεξέρχονται επιτυχώς σε μια κρίση, όχι μόνο δεν αισθάνονται πλέον αναστατωμένα και αποδιοργανωμένα, αλλά έχουν, επίσης, αναπτύξει νέες στρατηγικές αντιμετώπισης αγχογόνων καταστάσεων και έχουν εξελιχθεί σε ψυχολογικό επίπεδο. Από την άλλη πλευρά, εκείνοι που αδυνατούν να επιλύσουν μια κρίση κατά τρόπο προσαρμοστικό μπορεί να διαπιστώσουν ότι χρειάζεται να αποσυρθούν από πολλές πτυχές της ζωής τους. Η κατάσταση αυτή είναι κάτι περισσότερο από απλό στρες.

Τέλος, τα συμπτώματα της κατάστασης κρίσης μοιάζουν σε πολλά σημεία με εκείνα των παθολογικών καταστάσεων αλλά δεν αποτελούν ενδείξεις ψυχικής νόσου. Ο καθένας, από το πόσο είναι ψυχικά ασθενής ή υγιής, μπορεί να εισέλθει σε μία κατάσταση κρίσης. Με λίγα λόγια, κάθε αντίδραση σε επικείμενη κρίση είναι μια φυσιολογική αντίδραση σε μη φυσιολογικές περιστάσεις.

Η ρηχή σκέψη, κάνει δυνατή την εξάπλωση του κακού

Για μένα υπάρχει μια σημαντικότατη διαφορά: "κοινοτοπία" είναι ό,τι συμβαίνει συνήθως, κοινώς, παρ' όλα αυτά κάτι μπορεί να είναι αβαθές, και δίχως ακόμη να είναι κοινό...

Εννοώ ότι, αν πάμε μέχρι τη ρίζα, το κακό δεν είναι ριζικό, δεν έχει βαθύτητα, και είναι ακριβώς για το λόγο αυτό που είναι τόσο τρομερά δύσκολο να συλλάβουμε με τη σκέψη, γιατί σκέφτομαι εξ ορισμού, σημαίνει φτάνω μέχρι τις ρίζες.

Το κακό είναι ένα φαινόμενο της επιφάνειας, και αντί να είναι ριζικό, είναι απλώς ακραίο.

Αντιστεκόμαστε στο κακό όχι παρασυρόμενοι από την επιφάνεια των πραγμάτων, αλλά σταματώντας και ξεκινώντας να σκεφτόμαστε – δηλαδή προσεγγίζοντας μια διάσταση διαφορετική από εκείνη του ορίζοντα της καθημερινής ζωής.

Με άλλα λόγια, όσο πιο ρηχός είναι κάποιος τόσο πιο πιθανό είναι να ενδώσει στο κακό.

Σήμερα είμαι της άποψης πως το κακό δεν είναι ποτέ "ριζικό", αλλά μονάχα ακραίο, και ότι δεν έχει ούτε βαθύτητα ούτε κάποια δαιμονική διάσταση.

Το κακό δύναται να κατακυριεύει τα πάντα και να σαρώνει τον κόσμο ολόκληρο, ακριβώς γιατί διασπείρεται σαν μύκητας.

Το κακό "προκαλεί τη σκέψη", όπως είπα, γιατί η σκέψη προσπαθεί ν αγγίξει το βάθος, να φτάσει στις ρίζες του και από τη στιγμή που καταπιάνεται με το κακό, απογοητεύεται, το εγχείρημα αποβαίνει μάταιο, γιατί δεν βρίσκει τίποτε, γιατί δεν υπάρχει τίποτε να βρει. Εδώ έγκειται η "ρηχότητα" του.

Μόνο το καλό έχει βαθύτητα και μόνο το αγαθό μπορεί να είναι ριζικό.

Είσαι ό,τι λες

Κάθε λέξη που χρησιμοποιείς είναι συνήθως η έκφραση του τι συμβαίνει μέσα σου. Αν θέλεις να ξέρεις ποιός πραγματικά είσαι, αν επιθυμείς να γνωρίσεις τις πιο μύχιες σκέψεις σου του είναι σου, άκου τι λόγια προφέρεις. Άκου τον εαυτό σου, όταν μιλάει στους άλλους!

Μπορείς να ηχογραφείς για μια εβδομάδα κάθε τηλεφωνική σου κλήση και στο τέλος της εβδομάδας άκου τι λόγια είπες, με τι τρόπο μίλησες και θα ανακαλύψεις πολλά πράγματα για σένα που δεν φανταζόσουν….

'Ενας χρυσός κανόνας, ανάμεσα στα πολλά και σημαντικά, είναι να είσαι πάντα ειλικρινής! Πρακτικά, δεν υπάρχει κάποιος αρκετά σοβαρός λόγος για να μην λες την αλήθεια. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να εξωτερικεύεις όλες σου τις σκέψεις κάθε στιγμή και ώρα! Όταν όμως ανοίγεις το στόμα σου για να μιλήσεις, να απαντήσεις σε μια ερώτηση ή να απευθυνθείς σε κάποιον, είναι πρωταρχικής σημασίας, τόσο για εσένα όσο και για το περιβάλλον σου, να πεις την αλήθεια. Λέγοντας την αλήθεια, εκφράζεις ακριβώς, ό,τι συμβαίνει μέσα σου. Ειλικρινές είναι το άτομο που σκέφτεται, αισθάνεται, λέει και πράττει το ίδιο πράγμα. Η μεγαλύτερη σπατάλη ανθρώπινης ενέργειας, προέρχεται από τη μη επωφελή χρήση του λόγου. Δεν είναι κάτι καινούργιο το ότι μιλάμε πολύ, και πολύ συχνά, χωρίς να λέμε απολύτως τίποτα….

Αν σου ζητήσει κάποιος τη γνώμη σου για κάτι και φοβάσαι μήπως τον πληγώσεις εκφράζοντας ελεύθερα αυτό που σκέφτεσαι, μπορείς να του πεις: ”Φοβάμαι μη σε πληγώσω! Ζήτησες τη γνώμη μου και μπορεί να μη σου αρέσει η απάντηση…Από την άλλη, εγώ θέλω να είμαι ειλικρινής. Αν δεν με ρωτούσες, ίσως να μην έλεγα τίποτα. Αφού όμως θέλεις τη γνώμη μου, θα σου την πω…” Μπορεί η γνώμη σου να μην αρέσει στον άλλο στην αρχή, σε βάθος χρόνου όμως θα σεβαστεί την ειλικρίνειά σου. Θα καταλάβει ότι μαζί σου πάντα θα ξέρει που βρίσκεται, γιατί είσαι ειλικρινής. Αν δεν του αρέσει να ακούει την αλήθεια, απλώς θα σταματήσει να ζητάει τη γνώμη σου.

Το ίδιο μπορείς να κάνεις και όταν έχεις να πεις κάτι σε κάποιον και φοβάσαι την αντίδρασή του, ωστόσο πρέπει να το πεις. Πες του το από πριν. Ξεκαθάρισε ότι έχεις κάτι να πεις και θα το πεις ξεκάθαρα και στα ίσα, επειδή θέλεις να είσαι ειλικρινής και έχει σημασία να εκφράσεις ακριβώς αυτό που σκέφτεσαι, όσο δύσκολο και αν σου είναι.

Υπάρχει μια πολύ καλή άσκηση που θα σου επιτρέψει να διαπιστώσεις αν χρησιμοποιείς την ενέργειά σου για να πεις λόγια ωφέλιμα. Στο τέλος κάθε ημέρας, ανακεφαλαίωσε τις συζητήσεις που έκανες και αναρωτήσου αν στο τέλος κάθε συζήτησης ένοιωθες καλύτερος-η, γεμάτος-η, εμπλουτισμένος-η με ενέργεια και πιο δυναμικός-ή. Αν ένοιωσες έτσι, θα παρατηρήσεις ότι στην ίδια κατάσταση βρέθηκε και ο συνομιλητής σου.

Όταν έρχεται κάποιος με διάθεση να κουτσομπολέψει, είναι σημαντικό να του κόψεις αμέσως τη φόρα. ΄Ετσι, εμποδίζεις την σπατάλη ενέργειας. Είναι αυτονόητο ότι δεν πρέπει να λες εσύ στους άλλους τέτοια κουτσομπολιά.

Αν βιώνεις συσσωρευμένη οργή, επειδή δεν μπόρεσες να εκφραστείς σε μερικές περιπτώσεις, μην ξεχνάς ότι η έκφραση της οργής μπορεί να αποτελεί ένα υγιές μέσο απαλλαγής από συσσωρευμένη ένταση. Αρκεί βέβαια να πρόκειται για οργή συγκρατημένη και δικαιολογημένη, που δεν αποσκοπεί στο να αλλάξει τον άλλο.

Αν είσαι άτομο που δυσκολεύετε να εκφραστεί, να διατυπώσει τη σκέψη του, εξασκήσου από σήμερα, για να αρχίσεις να πετυχαίνεις μικρές, καθημερινές νίκες. Πολύ συχνά, αρκεί να πούμε κάτι μικρό, αυτό το κατιτί που συνήθως δεν λέμε. Θα δεις, η ενέργεια που θα χρησιμοποιήσεις γι΄ αυτήν την προσπάθεια θα αντισταθμιστεί με την αίσθηση ευεξίας που θα βιώσεις. Με τακτική εξάσκηση, θα σου γίνεται όλο και πιο εύκολο, όπως συμβαίνει άλλωστε με όλα τα πράγματα.

Αν θέλεις να σε ακούν οι άλλοι, μην προσπαθείς να είσαι πολύ διαφορετικός-ή από το συνομιλητή σου. Όταν καλλιεργούμε ηθελημένα μεγάλες διαφορές με τους άλλους, συχνά οδηγούμαστε σε πνευματική αλαζονεία. Επίσης, είναι σημαντικό να αντιληφθείς ότι η δύναμη του λόγου είναι κολοσσιαία. Μπήκες στον κόπο να ακούσεις τον εαυτό σου, να συνειδητοποιήσεις τι λόγια χρησιμοποιείς; Οι λέξεις και οι εκφράσεις που χρησιμοποιείς είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτικές για το τι συμβαίνει μέσα σου. Για παράδειγμα, στη διάρκεια μιας συζήτησης κάποιοι θα απαντήσουν :”Όχι, όχι! δεν ήθελα να πω αυτό. Ήθελα να πω ότι…” Και συνεχίζουν λέγοντας το αντίθετο από αυτό που, υποτίθεται, ήθελαν να πουν. Είναι όμως πολύ αργά επειδή η πρώτη λέξη που χρησιμοποίησαν αντανακλούσε την πραγματική τους σκέψη!

Κάθε φορά που αρχίζεις μια φράση με την έκφραση “Θα ήθελα” στην πραγματικότητα εκφράζεις φόβο. Εξέτασε προσεκτικά το ακόλουθο παράδειγμα. “Θα ήθελα του χρόνου να κάνω ένα ταξίδι!” Η φράση σημαίνει: ”Επιθυμώ να κάνω ένα ταξίδι, αλλά φοβάμαι μήπως δεν μπορέσω”. Η αιτία του φόβου ενδέχεται να είναι η έλλειψη χρημάτων, χρόνου, ακόμη και η αίσθηση ότι, απλούστατα, δεν το αξίζεις αυτό το ταξίδι. Και όπως ξέρεις, κάθε φορά που φοβάσαι κάτι, το κάνεις και βγαίνει συνεχώς προς τα έξω. Όσο λοιπόν θα λες “Θα ήθελα του χρόνου να κάνω ένα ταξίδι!” να είσαι σίγουρος-η ότι αυτό το ταξίδι δεν θα γίνει ποτέ!

Όταν χρησιμοποιείς την έκφραση “Δεν θα ήθελα….” πάλι εκφράζεις φόβο. Είσαι το μόνο πρόσωπο στον κόσμο, ικανό να δημιουργήσεις τη ζωή σου και τη δημιουργείς ανάλογα με το τι σκέφτεσαι, τι λες, τι βλέπεις, τι ακούς και τι αισθάνεσαι. Καθεμία εξουσία σου ασκεί μεγάλη επίδραση στη ζωή σου, και από εσένα και μόνο εξαρτάται πως θα τη χρησιμοποιήσεις.

Όταν χρησιμοποιείς την έκφραση “Δεν θα έπρεπε” σε εκφράσεις όπως :”Δεν θα έπρεπε να κοιμάμαι τόσο αργά!” “Δεν θα έπρεπε να ξοδεύω τόσα πολλά!” είναι σαν να λες “Αυτό θέλω να κάνω, αλλά κάποια στιγμή αποφάσισα ότι δεν ήταν καλό, ούτε λογικό, ούτε σωστό”. Όταν λοιπόν θέλεις να κάνεις κάτι και κυριαρχήσει η άποψη “δεν είναι λογικό”, δεν ακούς τις πραγματικές σου ανάγκες. Τον έλεγχο παίρνει η νόηση, που αιτιολογεί και αποφασίζει για εσένα. Και η νόηση επηρεάζεται από τις αποφάσεις που πήρες στα παιδικά σου χρόνια, μια εποχή που η γνώση του καλού και του κακού χειραγωγούσε τη ζωή σου και τη ζωή όλων στο περιβάλλον σου. Είναι σημαντικό, λοιπόν, να ακούμε τις πραγματικές μας ανάγκες αντί για τη νόησή μας.

Όταν χρησιμοποιείς την έκφραση “Όφειλα”, δείχνεις ότι θέτεις στον εαυτό σου απαιτήσεις μη ρεαλιστικές, κάτι που απαιτεί πολλή ενέργεια. Αν προσπαθήσεις παρ΄ όλα αυτά, να πραγματοποιήσεις αυτό το “Όφειλα”, ενεργείς ενάντια στην πραγματική επιθυμία σου.

Κάθε φορά που λες “Δεν πρόλαβα”, ή κάτι ανάλογο, έχεις να κάνεις με ψευδαίσθηση. Παραμυθιάζεις τον εαυτό σου….Στην πραγματικότητα, απλώς επέλεξες να κάνεις κάτι πιο σημαντικό ή πιο ενδιαφέρον. Γίνε πιο ειλικρινής με τον εαυτό σου! Αντί να τον εξαπατάς, αναγνώρισε ότι δεν ήταν ζήτημα έλλειψης χρόνου. Έχεις το απόλυτο δικαίωμα να επιλέξεις τι θέλεις να κάνεις και δεν χρειάζεται δικαιολογία εάν αλλάξεις τις προτεραιότητές σου.

Αν σου συμβαίνει να χρησιμοποιείς την έκφραση “Σκοτώνω το χρόνο μου“, να ξέρεις το εξής: Αυτό που σπαταλάς (ο χρόνος) είναι ό,τι πολυτιμότερο έχεις.

Χρησιμοποιούμε επίσης, το ρήμα “προσπαθώ” σε πάρα πολλές περιπτώσεις και με διάφορες χρήσεις, όπου έχει την έννοια μιας πρόθεσης λίγο-πολύ αόριστης. Όταν προφέρεις αυτό το ρήμα με τούτη την έννοια, στην πραγματικότητα λες ότι δεν έχεις πάρει ακόμη κάποια απόφαση για το συγκεκριμένο θέμα. Έτσι, κάθε φορά που λες σε κάποιον “Προσπάθησα να του μιλήσω” ή “Προσπάθησα να καταλάβω“, και τα λοιπά, σημαίνει ότι δεν είχες στ΄ αλήθεια την πρόθεση να το κάνεις.

Μια έκφραση που χρησιμοποιούμε άπειρες φορές καθημερινά είναι το “Πρέπει”. Αν μαγνητοφωνούσες όλες τις συζητήσεις σου, θα ξαφνιαζόσουν με τη συχνότητα με την οποία ξεστομίζεις αυτή τη λέξη. Κάθε φορά που λες “πρέπει”, λειτουργεί το μυαλό σου. Αποφασίζει για εσένα η γνώση σου γύρω από το καλό και το κακό. Τα πρόσωπα που ενεργούν επειδή “έτσι πρέπει” να ενεργήσουν, να σκεφτούν ή να πουν κάτι, καταλήγουν πάντα να χάσουν τη δική τους δύναμη. Νοιώθουν ότι υπόκεινται σε κάποιο νόμο που τους λέει “Έτσι πρέπει, δεν έχεις επιλογή!”

Από που προκύπτει, λοιπόν, αυτό το “πρέπει”; Ποιος αποφάσισε ότι έπρεπε αυτό ή εκείνο; ΠΑΝΤΑ ΕΧΕΙΣ ΕΠΙΛΟΓΗ! Δεν έχεις παρά να δηλώσεις “Όχι, δεν πρέπει! Στη ζωή μου, εγώ επιλέγω τι κάνω. Όταν επιλέγω κάτι, θα πληρώσω ένα τίμημα. Είμαι έτοιμος-η να το πληρώσω”. Αυτό είναι και τίποτε άλλο. Εσύ ως ανθρώπινο ον, διαθέτεις τη μεγάλη δύναμη να επιλέγεις. Και κάθε φορά που λες “πρέπει”, δυστυχώς χάνεις την επαφή με αυτή τη δύναμη. Και όσο λιγότερο επικοινωνείς με τη δύναμή σου, τόσο προσπαθείς να επιβληθείς στους άλλους.

Οι εκφράσεις του τύπου “Νομίζω”, “Μπορεί”, “Μου φαίνεται”, “Λες και” υποδηλώνουν ότι το άτομο προβαίνει σε ανάλυση τη στιγμή που τις χρησιμοποιεί, όταν μιλάει για τον εαυτό του.

Πολλοί άνθρωποι σχολιάζουν ασυνήθιστες ή εντυπωσιακές καταστάσεις με τις εξής εκφράσεις: “Φοβερό!”, “Τρομερό!”, “Αδύνατον!”, “Δεν υπάρχει!”, “Δεν μπορεί!”, “Δεν το πιστεύω!”. Συνηθίζεις αυτό το λεξιλόγιο; Χρησιμοποιείς τις εκφράσεις “Φοβερό αλλά και ωραίο!” ή “Αδύνατον να ζω κάτι τόσο υπέροχο!”; Αν ναι, τότε μπλοκάρεις με τα λόγια σου αυτή την υπέροχη ενέργεια. Πίσω από τα λόγια σου κρύβεται απλώς η πεποίθηση ότι δεν αξίζεις αυτά τα όμορφα πράγματα. Γιατί, λοιπόν, να ξανασυμβούν στη ζωή σου, αφού όταν συμβαίνουν εσύ λες :”Όχι! Δεν μου αξίζουν!”; Οι λέξεις που προφέρεις πρέπει να είναι λέξεις που σου δίνουν ενέργεια. Πόσες φορές την ημέρα χρησιμοποιείς το ρήμα “Αγαπώ” ;

Και να η λέξη που ασκεί τη μεγαλύτερη επιρροή στη ζωή σου: “Είμαι”. Χρησιμοποιώντας αυτή τη λέξη, δημιουργείς, αφού το “Είμαι” συνδέεται με την ισχυρότερη ενέργεια που υπάρχει! Κάθε “είμαι” που χρησιμοποιείς, δημιουργεί την ταυτότητά σου, φτιάχνεις ένα πρόπλασμα του τι πρόκειται να γίνεις. Διάλεξε λοιπόν τις λέξεις που λες και προετοίμασε με αυτόν τον τρόπο τη ζωή που θέλεις να ζήσεις.

Κλείστε τον κύκλο. Αυτό που πέρασε δεν θα ξαναγυρίσει ποτέ

Πάντα πρέπει να ξέρουμε πότε κάποιο στάδιο φτάνει στο τέλος του. Αν επιμείνουμε να παραμείνουμε εκεί περισσότερο απ’ όσο χρειάζεται, θα χάσουμε τη χαρά και το νόημα των άλλων σταδίων, τα οποία πρέπει να ζήσουμε.

Να κλείνουμε κύκλους, πόρτες, να γυρίζουμε σελίδα, να ολοκληρώνουμε κεφάλαια – δεν έχει σημασία πώς το λέμε, αυτό που έχει σημασία είναι να αφήνουμε στο παρελθόν τις στιγμές της ζωής μας που πέρασαν. Χάσατε τη δουλειά σας; Τελείωσε μια σχέση; Φύγατε απ’ το σπίτι των γονιών σας; Φύγατε στο εξωτερικό; Η φιλία που καλλιεργούσατε τόσο καιρό εξαφανίστηκε χωρίς εξηγήσεις; Μπορείτε να περάσετε πολύ καιρό απορώντας γιατί συνέβη αυτό. Μπορείτε να πείτε στον εαυτό σας ότι δεν θα κάνετε ούτε ένα βήμα πριν κατανοήσετε τις αιτίες που έκαναν ξαφνικά σκόνη κάποια πράγματα που ήταν τόσο σημαντικά και σταθερά στη ζωή σας. Αυτή η στάση όμως θα αποδειχτεί πολύ ψυχοφθόρα για όλους: Οι γονείς σας, ο άντρας ή η γυναίκα σας, οι φίλοι σας, τα παιδιά σας, η αδερφή σας, όλοι θα ολοκληρώνουν κεφάλαια, θα γυρίζουν σελίδα, θα προχωρούν και όλοι θα στεναχωριούνται επειδή εσείς βρίσκεστε σε τέλμα. Κανείς δεν μπορεί να βρίσκεται ταυτόχρονα στο παρόν κ στο παρελθόν, ούτε καν όταν προσπαθούμε να κατανοήσουμε αυτά που μας συμβαίνουν.

Αυτά που πέρασαν, δεν θα ξαναγυρίσουν: Δεν μπορούμε να μείνουμε για πάντα παιδιά, όψιμοι έφηβοι, γιοι που νιώθουν ενοχές ή μνησικακία για τους γονείς τους, εραστές που ζουν μέρα και νύχτα ένα δεσμό με κάποιον που έχει πια φύγει και δεν έχει την παραμικρή πρόθεση να επιστρέψει. Οι καταστάσεις περνούν και το καλύτερο που μπορούμε να κάνουμε είναι να τις αφήσουμε πράγματι να φύγουν. Γι’ αυτό είναι τόσο σημαντικό (όσο επίπονο κι αν είναι) να καταστρέφουμε αναμνηστικά, να μετακομίζουμε, να δίνουμε πράγματα σε ορφανοτροφεία, να πουλάμε ή να χαρίζουμε τα βιβλία που έχουμε. Τα πάντα στον ορατό κόσμο είναι εκδήλωση του αοράτου, όσων συμβαίνουν στην καρδιά μας – και καταστρέφοντας ορισμένες αναμνήσεις, σημαίνει και ότι δημιουργούμε χώρο για να πάρουν τη θέση τους άλλες.

Αποδεσμευτείτε από τα πράγματα. Αφήστε τα να φύγουν. Απαγκιστρωθείτε. Κανείς δεν παίζει με σημαδεμένη τράπουλα στη ζωή, έτσι λοιπόν μερικές φορές κερδίζουμε και μερικές χάνουμε. Μην ελπίζετε να σας δώσουν κάτι πίσω, να αναγνωρίσουν τις προσπάθειες σας, να ανακαλύψουν τη μεγαλοφυΐα σας, να κατανοήσουν την αγάπη σας. Σταματήστε να ανοίγετε την τηλεόραση των συναισθημάτων σας και να βλέπετε συνέχεια την ίδια εκπομπή που σας δείχνει πόσο έχετε υποφέρει από μια απώλεια: Αυτό απλώς σας δηλητηριάζει, τίποτα άλλο.

Δεν υπάρχει τίποτα πιο επικίνδυνο από το να μην αποδεχόμαστε ερωτικούς χωρισμούς, υποσχέσεις για δουλειά που δεν έχουν συγκεκριμένη ημερομηνία εκκίνησης, αποφάσεις που αναβάλλονται συνεχώς στο όνομα της “ιδανικής στιγμής”.

Πριν αρχίσει ένα νέο κεφάλαιο, πρέπει να ολοκληρωθεί το παλιό: Πείτε στον εαυτό σας ότι αυτό που πέρασε δεν θα ξαναγυρίσει ποτέ.

Θυμηθείτε ότι κάποτε μπορούσατε να ζήσετε χωρίς αυτό το πράγμα ή αυτόν τον άνθρωπο – τίποτα δεν είναι αναντικατάστατο, η συνήθεια δεν είναι ανάγκη. Μπορεί να μοιάζει προφανές, μπορεί να είναι ακόμα κ δύσκολο, άλλα είναι πολύ σημαντικό. Κλείνοντας κύκλους. Όχι από υπεροψία, από αδυναμία ή από αλαζονεία, απλώς επειδή κάτι δεν είναι πια μέρος της ζωής σας. Κλείστε την πόρτα, αλλάξτε δίσκο, καθαρίστε το σπίτι σας, τινάξτε τη σκόνη. Σταματήστε να είστε αυτός που ήσασταν και μεταμορφωθείτε σ’ αυτόν που είστε.

Φρικτό κάποιος να μην σκέφτεται παρά μόνο την εντύπωση που θα αφήσει σε ένα πλήθος από χασομέρηδες

Για να περιγράψω πιο γλαφυρά την παράλογη και υπερβολική έγνοια για τη γνώμη των άλλων θα παραθέσω ένα κείμενο από το τεύχος της 31ης Μαρτίου του 1846 της εφημερίδας Times, όπου παρουσιάζεται μια λεπτομερής αναφορά της εκτέλεσης του Thomas Wix, ενός μαθητευόμενου τεχνίτη, που για λόγους εκδίκησης είχε δολοφονήσει τον δάσκαλό του. Στην περίπτωση αυτή έχουμε πολύ ασυνήθιστες συνθήκες και μια ιδιόμορφη προσωπικότητα, που ωστόσο εξυπηρετούν σε μεγάλο βαθμό τον σκοπό μας- οι δύο αυτοί παράγοντες συνδυάζονται για να δώσουν μια ζωντανή εικόνα της ανοησίας αυτής, που είναι βαθιά ριζωμένη στην ανθρώπινη φύση και μας επιτρέπει να δούμε πιο ξεκάθαρα μέχρι πού μπορεί να φτάσει. «Το πρωί της εκτέλεσης» λέει η αναφορά «τον επισκέφτηκε ο ιερωμένος, όμως ο Wix, παρόλο που ήταν ήρεμος, δεν έδειξε κανένα ενδιαφέρον για τη διακονία του και η μόνη έγνοια του ήταν να συμπεριφερθεί “θαρραλέα” μπροστά στους θεατές που θα παρακολουθούσαν το επονείδιστο τέλος του… Στη διαδρομή ο Wix προχώρησε με προθυμία προς την κρεμάλα και, καθώς έμπαινε στο προαύλιο της εκκλησίας, είπε αρκετά δυνατά ώστε να ακουστεί στον περίγυρό του: “Άρα λοιπόν, όπως είπε και ο Dr. Dodd, σύντομα θα ξέρω το μέγα μυστικό”. Φτάνοντας στο ικρίωμα, ο δύσμοιρος ανέβηκε την απότομη σκάλα δίχως την παραμικρή βοήθεια και, όταν στάθηκε στο κέντρο, υποκλίθηκε δύο φορές στους θεατές, μια κίνηση που έκανε το άθλιο πλήθος που βρισκόταν από κάτω να αρχίσει να ζητωκραυγάζει».

Αυτό είναι ένα λαμπρό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο κάποιος, μπροστά στον πιο φριχτό επικείμενο θάνατο και την αιωνιότητα, δεν σκέφτεται παρά μόνο την εντύπωση που θα αφήσει σε ένα πλήθος από χασομέρηδες και τη γνώμη που θα σχηματίσουν για εκείνον.

Τέτοιες ακραίες περιπτώσεις περιγράφουν με τον πιο γλαφυρό τρόπο αυτό που θέλω να πω, διότι μας προσφέρουν μια μεγεθυσμένη αντανάκλαση της ίδιας μας της φύσης. Οι αγωνίες που έχουμε όλοι μας, οι ανησυχίες, οι στενοχώριες, οι σκοτούρες, τα βάσανα και οι επίπονες προσπάθειες οφείλονται, ίσως στο μεγαλύτερο μέρος των περιπτώσεων, στην έγνοια μας για τη γνώμη των άλλων και από αυτή την άποψη, είμαστε τόσο ανόητοι όσο αυτός ο άθλιος εγκληματίας που αναφέραμε. Από εκεί πολύ συχνά πηγάζουν και ο φθόνος και το μίσος.

Είναι φανερό πλέον ότι τίποτε δεν θα υπηρετούσε περισσότερο την ευτυχία μας -η οποία στο μεγαλύτερο μέρος της βασίζεται στην ηρεμία και την ικανοποίηση- από το να μετριάσουμε στα μέτρα του λογικού αυτή την παρόρμηση της ανθρώπινης φύσης – κάτι που ίσως την περιόριζε στο ένα πεντηκοστό από αυτό που είναι τώρα. Με μια τέτοια κίνηση, θα απαλλασσόμασταν από αυτό το αγκάθι που συνεχώς κεντρίζει το δέρμα μας και μας πονά. Ωστόσο, κάτι τέτοιο είναι πολύ δύσκολο επίτευγμα, διότι η εν λόγω παρόρμηση αποτελεί φυσική και εγγενή ανθρώπινη διαστροφή. Ο Τάκιτος λέει: «Η δίψα για δόξα είναι το τελευταίο πράγμα που ο σοφός αποτινάζει από πάνω του». 0 μόνος τρόπος για να δώσει κανείς ένα τέλος σε αυτή την ανοησία είναι να δει καθαρά πως πρόκειται για ανοησία- και αυτό μπορεί να γίνει εάν αναγνωρίσουμε πως οι περισσότερες απόψεις που έχουν οι άνθρωποι στο κεφάλι τους συνήθως είναι εσφαλμένες, παράλογες, αναληθείς και βλακώδεις, άρα καθαυτές είναι ανάξιες της προσοχής μας. Επιπλέον, πρέπει να αναγνωρίσουμε πως στις περισσότερες περιστάσεις και υποθέσεις του βίου μας, η γνώμη των άλλων έχει ελάχιστη πραγματική και θετική επιρροή πάνω μας και γενικά είναι τόσο δυσμενής, που κάποιος θα πέθαινε από στενοχώρια εάν άκουγε όλα όσα λέγονταν για κείνον, ή τον τόνο με τον οποίον μιλούν γι’ αυτόν.

Τέλος, μαζί με όλα τα υπόλοιπα, πρέπει να καταλάβουμε καλά πως η υπόληψη καθαυτή δεν έχει πραγματικά άμεση αλλά έμμεση αξία. Εάν οι άνθρωποι γενικότερα μεταστρέφονταν από αυτή την παγκόσμια παραφροσύνη, το αποτέλεσμα θα ήταν ένα τεράστιο κέρδος για την ηρεμία και την ευφρόσυνη μας – κέρδος τόσο μεγάλο που δύσκολα μπορούμε να το συλλάβουμε στις μέρες μας. Ο κόσμος θα φανέρωνε ένα πιο σταθερό και σίγουρο πρόσωπο στους άλλους, και γενικότερα θα συμπεριφερόταν λιγότερο αμήχανα και συνεσταλμένα. Μπορούμε να παρατηρήσουμε πως ο απομονωμένος τρόπος ζωής έχει υπερβολικά ωφέλιμη επίδραση στην ψυχική μας ηρεμία, και τούτο συμβαίνει κυρίως επειδή έτσι αποφεύγουμε να ζούμε υπό το συνεχές βλέμμα των άλλων και να υπολογίζουμε διαρκώς τη γνώμη του καθενός· κοντολογίς, μας δίνει τη δυνατότητα να επιστρέφουμε στον εαυτό μας. Παράλληλα, μπορούμε με αυτόν τον τρόπο να αποφύγουμε και πολλές κακοτοπιές, στις οποίες μας οδηγούν οι κατά καιρούς σκιαμαχίες μας ή -για να είμαι πιο σαφής- η ενδοτικότητά μας σε αυτή την επιζήμια παραφροσύνη. Συνεπώς, θα έπρεπε να φροντίζουμε περισσότερο τα πραγματικά αγαθά μας και να τα απολαμβάνουμε με λιγότερους περισπασμούς. Όμως, χαλεπά τα καλά, αυτό που αξίζει είναι και δύσκολο.

ARTHUR SCHOPENHAUER, Η ΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ

Hegel: πώς φιλοσοφείται η κοινή γνώμη;

Τι είναι η κοινή γνώμη;

§1 Το Ορθό και το Στρεβλό της κοινής γνώμης

Τι είναι για τον Χέγκελ η δημόσια, ήτοι η κοινή γνώμη (öffentliche Meinung); Στην ουσία της είναι η έκφραση, υπό ένα συλλογικό τρόπο εμφάνισης, κρίσεων, απόψεων, συμβολών, γνωμών των ατόμων. Ετούτη η έκφραση μεταφράζει στην πράξη την τυπική ελευθερία λόγου, που διαθέτουν τα επί μέρους άτομα μέσα σε μια κοινωνία και δη στη σημερινή μαζικο-δημοκρατική κοινωνία. Αυτή η κοινή γνώμη, ως εκ της φύσης και της δομής της,

«αξίζει εξίσου να εκτιμάται όσο και να περιφρονείται», (Φιλοσοφία του Δικαίου, § 318).

Ι. Να εκτιμάται, γιατί είναι εκείνη η μορφή, με την οποία ο υγιής κοινός νους,

«ενσαρκώνει τις αιώνιες υποστασιακές αρχές της δικαιοσύνης» (§ 317).

ΙΙ. Να περιφρονείται , γιατί συνιστά διαστροφή των υποστασιακών τούτων αρχών. Συνιστά διαστροφή αυτών των αρχών, γιατί η ίδια είναι ένα συνονθύλευμα υποκειμενικών αντιλήψεων, χωρίς κανένα υποστασιακό έρεισμα, οι οποίες όμως περνούν για περιούσια γνώση. Στη συνάφεια τούτη, ο Χέγκελ δεν αποδέχεται έτσι άκριτα την φαντασιακή οντοποίηση της έννοιας της δημοκρατίας, που στα λόγια υπερασπίζεται την ελευθερία λόγου και πράξης του ατόμου, στην ουσία όμως την υπονομεύει. Ειδικά στις εποχές μας, η ως άνω φαντασιακή οντοποίηση λειτουργεί, εν τοις πράγμασι, ως ουσιαστική κατάργηση των προαναφερθεισών «αιωνίων υποστασιακών αρχών της δικαιοσύνης».

§2 Από τη φιλοσοφία του Δικαίου (§ 317)

«Η κοινή γνώμη ενσαρκώνει [περιέχει μέσα της] τις αιώνιες υποστασιακές αρχές της δικαιοσύνης –το αληθινό περιεχόμενο και το αποτέλεσμα όλου του συνταγματικού πολιτεύματος, της νομοθεσίας και της γενικής κατάστασης ως τέτοιας– με τη μορφή του υγιούς κοινού νου ως της κοινωνικά-ηθικής βάσης που διαπερνά τους πάντες [είναι παρούσα στον καθένα] με τη μορφή προκαταλήψεων· ενσαρκώνει επίσης τις αληθινές ανάγκες και τις βαθιές τάσεις της πραγματικότητας. –Ταυτόχρονα, αυτό το εσωτερικό φτάνει στο επίπεδο της συνείδησης και παριστάνεται με γενικές προτάσεις, εν μέρει για τον εαυτό του, εν μέρει για να υπηρετήσει τη συγκεκριμένη συλλογιστική γύρω από δεδομένα, διατάξεις και σχέσεις του κράτους και από ανάγκες που συναισθανόμαστε· παρόμοια εμφανίζεται [κάνει αισθητή την παρουσία της] ολόκληρη η συμπτωματικότητα της γνώμης, η αβεβαιότητά της και η διαστρέβλωση, η ψευδής γνώση και κρίση. Εδώ πρόκειται για τη συνείδηση περί την ιδιο-τυπία της άποψης και της πληροφοριακής γνώσης· γι’ αυτό μια γνώμη, όσο πιο κακό περιεχόμενο εκφράζει, τόσο πιο ιδιό-τυπη είναι. Γιατί το κακό στο περιεχόμενό του είναι το τελείως μερικό και ιδιό-τυπο, ενώ το ορθολογικό είναι το καθεαυτό και διεαυτό καθολικό· απεναντίας, το ιδιό-τυπο είναι εκείνο, για το οποίο η γνώμη επαίρεται ότι είναι κάτι. Γι’ αυτό δεν πρέπει να θεωρείται ως μια υποκειμενική διαφορά απόψεων, όταν τη μια φορά οι άνθρωποι λένε:

Φωνή λαού, οργή θεού

και την άλλη (στον Αρίοστο π.χ.),

ότι ο αμαθής [ή αδαής] λαός τον καθένα κατσαδιάζει
και να μιλάει του αρέσει για ό,τι δεν σκαμπάζει


ή ακόμη στον Γκαίτε,

η μάζα να χτυπήσει μπορεί
σε τούτο αυτή είναι σεβαστή.
Να κρίνει όμως δεν μπορεί,
εδώ είναι ελεεινή
”».

§3

Τα πιο πάνω παραδείγματα δείχνουν πως το ίδιο το εσωτερικό Είναι της κοινής γνώμης είναι ένα περιδινούμενο όλο. Συνενώνει μέσα του μια αλήθεια και μια πλάνη: αμφότερες έχουν το χαρακτηριστικό να είναι στον εαυτό τους χωρίς αρχή και τέλος. Έτσι δεν μπορεί κανείς να πάρει στα σοβαρά, όπως λέει ο Χέγκελ, ούτε τη μια ούτε την άλλη εξωτερίκευση ή έκφραση της κοινής γνώμης. Τι μπορεί να παίρνει στα σοβαρά; Το γεγονός ότι ως κοινή γνώμη έχει έναν αντικειμενικά υποστασιακό χαρακτήρα, ο οποίος συνυφαίνεται με την ίδια την υποστασιακότητα του λαού. Το αληθινό, επομένως, το αληθινά σοβαρό, στην περίπτωση της κοινής γνώμης, είναι η εσωτερική της υπόσταση, η οποία ωστόσο αποδεικνύεται κάθε φορά ως τέτοια από τον εαυτό της μόνο και για τον εαυτό της και όχι από την πληροφορία και την απλή γνώμη ή από τη διάδοση της πληροφορίας.

Ωστόσο, η φαινομενικότητα της κοινής γνώμης, δηλαδή η εκδήλωσή της, όσο κι αν δεν ανταποκρίνεται στην απόλυτη, ήτοι ολόκληρη αλήθεια, δεν παύει να αποτελεί μια κάποια φωνή της εσωτερικής υπόστασης της κοινής γνώμης. Αυτή η φωνή αρθρώνεται, κάθε φορά, σε σοβαρό λόγο, όταν δεν εξαπατάται και δεν αυταπατάται ο λαός. Το κεντρικό λοιπόν ερώτημα που θέτει ο Χέγκελ είναι: επιτρέπεται να εξαπατάται ένας λαός; Και ο φιλόσοφος απαντά:

«Ένας λαός δεν αφήνει τον εαυτό του να εξαπατάται σχετικά με την υποστασιακή του βάση, την ουσία και τον προσδιορισμένο χαρακτήρα του πνεύματός του· εξαπατάται όμως από μόνος του σε ό,τι αφορά τον τρόπο, με τον οποίο αποκτά γνώση αυτού του χαρακτήρα και κρίνει τις πράξεις του, τα γεγονότα κ.λπ.» (§ 317).

Η έννοια του λαού δεν είναι από μόνη της καλή ή κακή: γίνεται το ένα ή το άλλο ανάλογα με το πώς αξιολογεί ή κατανοεί την υποστασιακή της αντικειμενικότητα και με τη στάση, που της υπαγορεύει αυτή η κατανόηση. Ένας λαός, που δεν έχει συνείδηση του εαυτού του ως τέτοιας υπόστασης, εκπίπτει σε άμορφη μάζα, σε όχλο, και καταδικάζεται να ζει στη βαρβαρότητα. Γι’ αυτοί και όλοι οι λαοί δεν είναι ούτε μπορεί να είναι υποχρεωτικά ίδιοι.

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ: Ἠθικὰ Νικομάχεια (1119a-1119b)

[XII] Ἑκουσίῳ δὲ μᾶλλον ἔοικεν ἡ ἀκολασία τῆς δειλίας. ἣ μὲν γὰρ δι᾽ ἡδονήν, ἣ δὲ διὰ λύπην, ὧν τὸ μὲν αἱρετόν, τὸ δὲ φευκτόν· καὶ ἡ μὲν λύπη ἐξίστησι καὶ φθείρει τὴν τοῦ ἔχοντος φύσιν, ἡ δὲ ἡδονὴ οὐδὲν τοιοῦτο ποιεῖ. μᾶλλον δὴ ἑκούσιον. διὸ καὶ ἐπονειδιστότερον· καὶ γὰρ ἐθισθῆναι ῥᾷον πρὸς αὐτά· πολλὰ γὰρ ἐν τῷ βίῳ τὰ τοιαῦτα, καὶ οἱ ἐθισμοὶ ἀκίνδυνοι, ἐπὶ δὲ τῶν φοβερῶν ἀνάπαλιν. δόξειε δ᾽ ἂν οὐχ ὁμοίως ἑκούσιον ἡ δειλία εἶναι τοῖς καθ᾽ ἕκαστον· αὐτὴ μὲν γὰρ ἄλυπος, ταῦτα δὲ διὰ λύπην ἐξίστησιν, ὥστε καὶ τὰ ὅπλα ῥιπτεῖν καὶ τἆλλα ἀσχημονεῖν· διὸ καὶ δοκεῖ βίαια εἶναι. τῷ δ᾽ ἀκολάστῳ ἀνάπαλιν τὰ μὲν καθ᾽ ἕκαστα ἑκούσια (ἐπιθυμοῦντι γὰρ καὶ ὀρεγομένῳ), τὸ δ᾽ ὅλον ἧττον· οὐθεὶς γὰρ ἐπιθυμεῖ ἀκόλαστος εἶναι. τὸ δ᾽ ὄνομα τῆς ἀκολασίας καὶ ἐπὶ τὰς παιδικὰς ἁμαρτίας φέρομεν· ἔχουσι

[1119b] γάρ τινα ὁμοιότητα. πότερον δ᾽ ἀπὸ ποτέρου καλεῖται, οὐθὲν πρὸς τὰ νῦν διαφέρει, δῆλον δ᾽ ὅτι τὸ ὕστερον ἀπὸ τοῦ προτέρου. οὐ κακῶς δ᾽ ἔοικε μετενηνέχθαι· κεκολάσθαι γὰρ δεῖ τὸ τῶν αἰσχρῶν ὀρεγόμενον καὶ πολλὴν αὔξησιν ἔχον, τοιοῦτον δὲ μάλιστα ἡ ἐπιθυμία καὶ ὁ παῖς· κατ᾽ ἐπιθυμίαν γὰρ ζῶσι καὶ τὰ παιδία, καὶ μάλιστα ἐν τούτοις ἡ τοῦ ἡδέος ὄρεξις. εἰ οὖν μὴ ἔσται εὐπειθὲς καὶ ὑπὸ τὸ ἄρχον, ἐπὶ πολὺ ἥξει· ἄπληστος γὰρ ἡ τοῦ ἡδέος ὄρεξις καὶ πανταχόθεν τῷ ἀνοήτῳ, καὶ ἡ τῆς ἐπιθυμίας ἐνέργεια αὔξει τὸ συγγενές, κἂν μεγάλαι καὶ σφοδραὶ ὦσι, καὶ τὸν λογισμὸν ἐκκρούουσιν. διὸ δεῖ μετρίας εἶναι αὐτὰς καὶ ὀλίγας, καὶ τῷ λόγῳ μηθὲν ἐναντιοῦσθαι —τὸ δὲ τοιοῦτον εὐπειθὲς λέγομεν καὶ κεκολασμένον— ὥσπερ δὲ τὸν παῖδα δεῖ κατὰ τὸ πρόσταγμα τοῦ παιδαγωγοῦ ζῆν, οὕτω καὶ τὸ ἐπιθυμητικὸν κατὰ τὸν λόγον. διὸ δεῖ τοῦ σώφρονος τὸ ἐπιθυμητικὸν συμφωνεῖν τῷ λόγῳ· σκοπὸς γὰρ ἀμφοῖν τὸ καλόν, καὶ ἐπιθυμεῖ ὁ σώφρων ὧν δεῖ καὶ ὡς δεῖ καὶ ὅτε· οὕτω δὲ τάττει καὶ ὁ λόγος. ταῦτ᾽ οὖν ἡμῖν εἰρήσθω περὶ σωφροσύνης.

***
[12] Η ακολασία, τώρα, είναι σε μεγαλύτερο βαθμό εκούσια από ό,τι η δειλία. Γιατί, ενώ η πρώτη γεννιέται από την ηδονή, η δεύτερη γεννιέται από τη λύπη, και από τα δύο αυτά πράγματα το ένα το επιδιώκουμε, ενώ το άλλο κοιτάζουμε πώς να το αποφύγουμε· και ενώ η λύπη ανατρέπει και φθείρει τη φυσική κατάσταση αυτού που την αισθάνεται, η ηδονή δεν κάνει τίποτε τέτοιο. Η ακολασία, επομένως, είναι πιο εκούσια· γι᾽ αυτό και πιο επονείδιστη· γιατί ο εθισμός στις ηδονές είναι πιο εύκολος: τα ευχάριστα πράγματα είναι στη ζωή πολλά, και ο εθισμός σ᾽ αυτά είναι ακίνδυνος, ενώ με τα πράγματα που προκαλούν φόβο συμβαίνει το αντίθετο.

Θα μπορούσε, κατά τη γνώμη μου, να θεωρήσει κανείς ότι η δειλία είναι κάτι το εκούσιο με διαφορετικό από ό,τι οι επιμέρους πράξεις δειλίας τρόπο. Η ίδια, πράγματι, η δειλία είναι άλυπη, ενώ οι επιμέρους πράξεις δειλίας, εξαιτίας της λύπης που προκαλούν, βγάζουν το άτομο τελείως από τον εαυτό του, με αποτέλεσμα να φτάνει ακόμη και τα όπλα του να πετάει και άλλες πράξεις που δεν τον ντροπιάζουν να κάνει (γι᾽ αυτό και οι πράξεις αυτές θεωρούνται ότι γίνονται υπό το κράτος βίας). Το αντίθετο συμβαίνει στην περίπτωση του ακόλαστου: οι επιμέρους πράξεις του είναι εκούσιες (αφού τις κάνει κινημένος από την επιθυμία και τον πόθο), η ίδια όμως η κατάσταση αυτή είναι —συνολικά— λιγότερο εκούσια· κανένας, πράγματι, δεν επιθυμεί να είναι ακόλαστος.

Τη λέξη «ακολασία» τη χρησιμοποιούμε και για τα σφάλματα των παιδιών· υπάρχει, πράγματι,

[1119b] κάποια ομοιότητα ανάμεσά τους. Ποιά από τις δύο περιπτώσεις πήρε το όνομά της από την άλλη, είναι κάτι που αυτή τη στιγμή δεν έχει σημασία, είναι ωστόσο φανερό ότι η «ακολασία» των μεγάλων είναι που πήρε το όνομά της από την «ακολασία» των παιδιών. Η μεταφορά, πάντως, δεν είναι κακή, αφού καθετί που επιθυμεί τα άσχημα πράγματα και επιδέχεται μεγάλη εξέλιξη πρέπει να φρονηματίζεται μέσω της τιμωρίας — και φυσικά, τέτοιας λογής είναι κατά κύριο λόγο η επιθυμία και το παιδί· γιατί και των παιδιών η ζωή κατευθύνεται από την επιθυμία, και κυρίως σ᾽ αυτά γίνεται εμφανής η επιδίωξη του ευχάριστου. Αν λοιπόν η επιθυμία δεν είναι υπάκουη και υποταγμένη σ᾽ αυτό που άρχει, τότε η επιδίωξη του ευχάριστου θα προχωρήσει πολύ μακριά· γιατί η επιθυμία του ευχάριστου είναι αχόρταγη, και έρχεται στον δίχως νου άνθρωπο από παντού, και η άσκηση της επιθυμίας αυξάνει την έμφυτη, την εσωτερική δύναμη, με αποτέλεσμα, αν οι επιθυμίες είναι μεγάλες και δυνατές, να μπορούν ακόμη και να αχρηστέψουν τη σκέψη. Γι᾽ αυτό και πρέπει οι επιθυμίες να είναι μέτριες και λίγες, και με κανέναν τρόπο να μην εναντιώνονται στον λόγο — και είναι σ᾽ αυτήν ακριβώς την περίπτωση που μιλούμε για «υπακοή» και για «φρονηματισμό μέσω της τιμωρίας»: όπως το παιδί πρέπει να ζει σύμφωνα με τις προσταγές του παιδαγωγού, έτσι και το επιθυμητικό στοιχείο που υπάρχει μέσα μας πρέπει να ακολουθεί τις οδηγίες του λόγου. Γι᾽ αυτό το επιθυμητικό στοιχείο του σώφρονα ανθρώπου πρέπει να βρίσκεται σε αρμονική σχέση με το λογικό του στοιχείο· γιατί ο στόχος και των δύο είναι το ηθικά ωραίο, και ο σώφρων άνθρωπος επιθυμεί αυτά που πρέπει, με τον τρόπο που πρέπει και τη στιγμή που πρέπει: αυτό ακριβώς ορίζει και ο λόγος.

Αυτά είναι όσα είχαμε να πούμε για τη σωφροσύνη.