Τρίτη, 10 Σεπτεμβρίου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Πλοῦτος (26-55)

ΧΡ. ἀλλ᾽ οὔ σε κρύψω· τῶν ἐμῶν γὰρ οἰκετῶν
πιστότατον ἡγοῦμαί σε καὶ κλεπτίστατον.
ἐγὼ θεοσεβὴς καὶ δίκαιος ὢν ἀνὴρ
κακῶς ἔπραττον καὶ πένης ἦν. ΚΑ. οἶδά τοι.
30 ΧΡ. ἕτεροι δ᾽ ἐπλούτουν. ἱερόσυλοι, ῥήτορες
καὶ συκοφάνται καὶ πονηροί. ΚΑ. πείθομαι.
ΧΡ. ἐπερησόμενος οὖν ᾠχόμην ὡς τὸν θεόν,
τὸν ἐμὸν μὲν αὐτοῦ τοῦ ταλαιπώρου σχεδὸν
ἤδη νομίζων ἐκτετοξεῦσθαι βίον,
35 τὸν δ᾽ υἱόν, ὅσπερ ὢν μόνος μοι τυγχάνει,
πευσόμενος εἰ χρὴ μεταβαλόντα τοὺς τρόπους
εἶναι πανοῦργον, ἄδικον, ὑγιὲς μηδὲ ἕν,
ὡς τῷ βίῳ τοῦτ᾽ αὐτὸ νομίσας ξυμφέρειν.
ΚΑ. «τί δῆτα Φοῖβος ἔλακεν ἐκ τῶν στεμμάτων;»
40 ΧΡ. πεύσει. σαφῶς γὰρ ὁ θεὸς εἶπέ μοι ταδί·
ὅτῳ ξυναντήσαιμι πρῶτον ἐξιών,
ἐκέλευε τούτου μὴ μεθίεσθαί μ᾽ ἔτι,
πείθειν δ᾽ ἐμαυτῷ ξυνακολουθεῖν οἴκαδε.
ΚΑ. καὶ τῷ ξυναντᾷς δῆτα πρώτῳ; ΧΡ. τουτῳί.
45 ΚΑ. εἶτ᾽ οὐ ξυνίης τὴν ἐπίνοιαν τοῦ θεοῦ
φράζουσαν, ὦ σκαιότατέ, σοι σαφέστατα
ἀσκεῖν τὸν υἱὸν τὸν ἐπιχώριον τρόπον;
ΧΡ. τῷ τοῦτο κρίνεις; ΚΑ. δῆλον ὁτιὴ καὶ τυφλῷ
γνῶναι δοκεῖ τοῦθ᾽, ὡς σφόδρ᾽ ἐστὶ συμφέρον
50 τὸ μηδὲν ἀσκεῖν ὑγιὲς ἐν τῷ νῦν γένει.
ΧΡ. οὐκ ἔσθ᾽ ὅπως ὁ χρησμὸς εἰς τοῦτο ῥέπει,
ἀλλ᾽ εἰς ἕτερόν τι μεῖζον. ἢν δ᾽ ἡμῖν φράσῃ
ὅστις ποτ᾽ ἐστὶν οὑτοσὶ καὶ τοῦ χάριν
καὶ τοῦ δεόμενος ἦλθε μετὰ νῷν ἐνθαδί,
55 πυθοίμεθ᾽ ἂν τὸν χρησμὸν ἡμῶν ὅ τι νοεῖ.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ - ΗΧΩ

ΗΧΩ
(ηχώ)
 
Η Ηχώ ήταν Νύμφη των δασών και των πηγών, παγιδευμένη σε έρωτες ανεκπλήρωτους είτε από εκείνη προς άλλους είτε από άλλους προς εκείνη. Κάποτε εμφανίζεται ερωτευμένη με ένα Σάτυρο που την αποφεύγει, ενώ αδιαφορεί και αποφεύγει τον ερωτευμένο μαζί της Πάνα. Για να την εκδικηθεί ο τραγόμορφος θεός, βάζει βοσκούς να την κομματιάσουν.
 
Απελπισμένος είναι και ο έρωτάς της για τον Νάρκισσο, ο οποίος αποφεύγει το ερωτικό πλησίασμα* οποιουδήποτε. Η απελπισία της Ηχώς την έκανε να αποτραβηχτεί από τη ζωή και να εγκαταλείψει τον εαυτό της· αδυνάτισε τόσο που έμεινε μόνο η φωνή της, γοερή εξαιτίας του αναπόδοτου και ματαιωμένου έρωτα. Εκδίκηση για την Ηχώ αλλά και με αφορμή την Ηχώ ζήτησαν οι νέες που είχαν επίσης περιφρονηθεί από τον Νάρκισσο.
 
Η Νέμεση ανέλαβε τη δικαίωση. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή, περισσότερο ορθολογιστική, η Ηχώ ήταν η δίδυμη αδελφή του Νάρκισσου. Αυτή πέθανε πρόωρα, και επειδή ο Νάρκισσος την αγαπούσε υπερβολικά, ερωτικά, σύχναζε στα ήσυχα νερά του Δονακώνα, όπου το είδωλό του του θύμιζε έντονα την αδελφή του. Έμεινε εκεί, μέχρι που πέθανε.
 
Και στις δύο εκδοχές η κόρη γίνεται μια φωνή που επαναλαμβάνει** τις τελευταίες συλλαβές των λέξεων που προφέρει κανείς. Σύμφωνα με τον Οβίδιο, το «κουσούρι» αυτό το απέκτησε, όταν ακόμη είχε θωριά Νύμφης, σαν τιμωρία από την Ήρα, γιατί την καθυστερούσε με κουβεντολόι, όταν εκείνη προσπαθούσε να πιάσει τον Δία εν ώρα συνουσίας με τις νύμφες (Οβ., Μετ. 363).
--------------------------
*Όψη και ήθος του Νάρκισσου
 
Μεγάλωνε του Κηφισού ο γιος, κι έκλεινε τώρα τα δεκάξι χρόνια-
κορμοστασιά και όψη εφηβική με του άντρα συνταιριάζονταν τη νιότη.
Λεβέντες τον εγύρεψαν πολλοί, πολλές τον λαχταρήσανε κοπέλες.
ήταν ωραίος, ήταν δροσερός, όμως σκληρή κι αγέρωχη η καρδιά του,
ποτέ του δεν τον άγγιξε κανείς, μήτε κοπέλες μήτε άντρα χέρι.
[…]
Του Νάρκισσου τα θύματα πολλά: απρόσιτος και με παρόμοιο τρόπο
αρνιότανε τις νύμφες των δασών, των ποταμών, αρνιόταν και τους άντρες
[…]
(Οβ., Μετ. 3. 351-355)
 
**Ηχώ και Νάρκισσος: η ακουστική ψευδαίσθηση
 
Μια μέρα κυνηγούσε το παιδί [ο Νάρκισσος] από τους άλλους είχε
ξεμακρύνει
και φώναξε «παιδιά, είστε εδώ;» -«εδώ», του αντιλάλησε εκείνη [η Ηχώ].
Έστρεψε γύρω έκπληκτος να δει, έφερνε πέρα-δώθε τη ματιά του
και «τότε έλα!» είπε δυνατά - το « έλα» ξαναγύρισε στ' αφτιά του.
Κοιτάει ξανά τριγύρω του. κανείς! Δε φαίνεται ψυχή μέσα στα δάση,
«έλα λοιπόν», φωνάζει - και ξανά ακούει ακριβώς την ίδια φράση.
Τον ξεγελάει τούτη η φωνή, που είναι της φωνής του η ρεπλίκα,
και λέει «έλα, να 'μαστε μαζί!» Αυτός ο λόγος ήταν σκέτη γλύκα
για την Ηχώ που απάντησε «μαζί!»
(Οβ., Μετ. 3. 379-387)

Ο Αριστοτέλης, οι αισθήσεις ως πηγή γνώσης και η διαίρεση των αγαθών

Με δεδομένο ότι κάθε επιστήμη επιδιώκει την επίτευξη του δικού της αγαθού (αγαθό για την ιατρική είναι η υγεία, ενώ για τη ναυπηγική η ασφαλής πλεύση) ο Αριστοτέλης κάνει λόγο για το υπέρτατο αγαθό, το οποίο πρέπει να συνδυάζει το τέλος –εκπλήρωση του τελικού σκοπού– όλων των επιστημών. Η αναζήτηση και η κατάδειξη αυτού του υπέρτατου αγαθού δεν μπορεί παρά να γίνει με γνώμονα την εμπειρία: «Και αν κάποιος κάτι θέλει να αποδείξει σχετικά μ’ αυτά, μάλλον δεν πρέπει να μεταχειριστεί τα αθέατα πράγματα, αλλά για τα αφανή να μεταχειριστεί τα προφανή, και για τα νοητά τα αισθητά» (1183a 1.21).
 
Η εμπειρία αποτελεί το μοναδικό ασφαλή δρόμο για τη διερεύνηση όλων των θεμάτων, ακόμη και των πιο θεωρητικών, όπως αυτό του υπέρτατου αγαθού που τίθεται ως απώτερος κοινός στόχος όλων των επιστημών: «Τα αισθητά είναι πιο εύκολο να τα δούμε και να τα αντιληφθούμε. Όταν λοιπόν επιχειρεί κανείς να μιλήσει σχετικά με το αγαθό, δεν πρέπει να μιλά για την ιδέαν» (1183a 1.21).

Η αντιπαράθεση με τον Πλάτωνα, που υποστήριζε την ιδέα του αγαθού ως υπέρτατης θετικής δύναμης με σχεδόν θεϊκές προεκτάσεις, είναι απολύτως σαφής: «Κι όμως κάποιοι τουλάχιστον έχουν την εντύπωση πως, όταν μιλούν για το αγαθό, πρέπει να μιλούν για την ιδέαν του αγαθού· λένε ότι πρέπει να μιλούν για το κατεξοχήν αγαθό, και αυτό σε κάθε περίπτωση είναι πρωτίστως κάτι σαν την ιδέαν, ώστε, κατά τη γνώμη τους, κατεξοχήν αγαθό πρέπει να είναι η ιδέα» (1183a 1.22).
 
Μια τέτοια αντίληψη είναι αδύνατο να ικανοποιήσει τον Αριστοτέλη. Με δεδομένο ότι η πολιτική επιστήμη είναι η ανώτερη επιστήμη που αναζητά το υπέρτατο αγαθό (άποψη που έχει διατυπωθεί και στα «Ηθικά Νικομάχεια», αφού η πολιτική είναι που θα συντονίσει όλες τις επιστήμες προς όφελος της πόλης, δηλαδή προς εξασφάλιση της ευτυχίας όλων) είναι σαφές ότι το κριτήριο της διερεύνησης είναι αποκλειστικά ο άνθρωπος: «Σίγουρα έργο της» (εννοείται της πολικής) «είναι να μιλήσει για το αγαθό, και μάλιστα το υπέρτατο αγαθό, και ακριβέστερα για το ανθρώπινο υπέρτατο αγαθό» (1183a 1.20).
 
Για τον Αριστοτέλη η απόδοση του υπέρτατου αγαθού με τρόπο που να ξεπερνά τα ανθρώπινα μέτρα κρίνεται αδιανόητη, όχι γιατί δεν είναι αλήθεια (κανείς δε θα μπορούσε να είναι βέβαιος γι’ αυτό), αλλά γιατί τίθεται έξω από το πλαίσιο της φιλοσοφικής διερεύνησης. Η φιλοσοφία είναι δημιούργημα του ανθρώπου και αποπειράται να δώσει απαντήσεις μέσα στο πλαίσιο που εκείνος ορίζει. Εάν η φιλοσοφία παύει να αφορά τα ανθρώπινα μέτρα παίρνοντας θεϊκή (ή οποιαδήποτε άλλη) υπόσταση, στερείται νοήματος, καθώς δεν απευθύνεται πλέον στον άνθρωπο. Με άλλα λόγια, η φιλοσοφία που δεν επικεντρώνει στον άνθρωπο δεν είναι φιλοσοφία, γιατί αποκόπτεται από τον πυρήνα της έρευνάς της που είναι ο άνθρωπος και μόνο ο άνθρωπος.

Από αυτή την άποψη, η –έτσι κι αλλιώς– ασαφής πλατωνική εκδοχή του υπέρτατου αγαθού ως ιδέας του κατεξοχήν αγαθού κρίνεται αδιάφορη, καθώς το θέμα δεν είναι το κατεξοχήν αγαθό αλλά το ανθρώπινο αγαθό, το οποίο πρέπει να διερευνήσει η πολιτική επιστήμη: «… το θέμα μας είναι η πολιτική επιστήμη ή δραστηριότητα, και αυτή δεν ασχολείται με το κατεξοχήν αγαθό αλλά το ανθρώπινο αγαθό. [Καμιά επιστήμη ή δραστηριότητα δε μιλά για τον εσώτερο σκοπό της ορίζοντάς τον ως αγαθό, επομένως ούτε και η πολιτική]. Οπότε η πολιτική δε μιλά για το αγαθό ως ιδέαν του αγαθού» (1183a 1.23).
 
Η ιδέα του αγαθού κρίνεται επίφοβη, ακόμη κι αν τεθεί ως υποθετική αρχή για σκέψη προκειμένου να προσεγγίσει κανείς τα επιμέρους αγαθά που την συναποτελούν: «Αλλά ίσως κάποιος ισχυριστεί ότι την ιδέαν του αγαθού την παίρνει ως αρχή, και με εφαλτήριο αυτήν θα μιλήσει και για τα επιμέρους αγαθά. Και πάλι κάνει λάθος· διότι οι αρχές πρέπει να έχουν άμεση σχέση με το ζήτημα» (1183a 1.24).
 
Το υπέρτατο αγαθό ως ιδέα δεν έχει καμία σχέση με τα πρακτικά-χειροπιαστά επιμέρους αγαθά των άλλων επιστημών και γι’ αυτό δεν μπορεί να τεθεί ως αρχή-εφαλτήριο για περαιτέρω διερεύνηση. Είναι σαν να διερευνάται το άθροισμα των γωνιών ενός τριγώνου υπό την αρχή ότι η ψυχή είναι αθάνατη: «Είναι άτοπο, να θέλει κανείς να δείξει ότι το τρίγωνο έχει άθροισμα γωνιών ίσο με δύο ορθές, και να πάρει ως αρχή ότι η ψυχή είναι αθάνατη! Αυτή η αρχή δεν έχει να κάνει με το ζήτημα, και η αρχή πρέπει να είναι σχετική και μάλιστα συνδεδεμένη με το ζητούμενο. Στην πραγματικότητα, και χωρίς να είναι αθάνατη η ψυχή, θα αποδειχθεί ότι το τρίγωνο έχει άθροισμα γωνιών ίσο με δύο ορθές» (1183b 1.24).

Σε κάθε περίπτωση η ιδέα του αγαθού είναι αδύνατο να σχετιστεί με το υπέρτατο για τον άνθρωπο αγαθό, όπως διερευνάται από την πολιτική επιστήμη: «Ομοίως και για τα αγαθά, είναι δυνατό να θεωρήσει κανείς τα επιμέρους, χωρίς να ασχοληθεί με την ιδέαν του αγαθού. Συμπέρασμα: η ιδέα του αγαθού δεν είναι αρχή σχετική με το αγαθό στο οποίο στοχεύει η πολιτική» (1183b 1.25).
 
Αλήθεια, πώς μπορεί να συσχετιστεί με λογικά επιχειρήματα το υπέρτατο πλατωνικό αγαθό-ιδέα με τα χειροπιαστά προβλήματα της πόλης που αφορούν την παιδεία, τη δικαιοσύνη, την αξιοκρατία ή τα επιμέρους αγαθά των άλλων επιστημών όπως η υγεία ή η ασφαλής πλεύση; Ποιος συσχετισμός της λογικής που ανταποκρίνεται στα ανθρώπινα μέτρα μπορεί να αποδείξει μια τέτοια σχέση αρχής ανάμεσα στο αγαθό ιδέα και τα επιμέρους αγαθά; Από τη στιγμή που αυτό είναι αδύνατο να συμβεί, τότε χάνει κάθε ενδιαφέρον για περαιτέρω διερεύνηση. Άλλες είναι οι αρχές που πρέπει να διερευνηθούν κι άλλοι οι δρόμοι που πρέπει να διασχίσει ο νους του ανθρώπου.
 
Κατόπιν αυτών ο Αριστοτέλης θα συνεχίσει τη διερεύνηση του αγαθού κατηγοριοποιώντας τα επιμέρους αγαθά ανάλογα με τη σημασία τους: «Μετά τις παραπάνω διευκρινίσεις, ας προσπαθήσουμε να πούμε με ποιες σημασίες χρησιμοποιείται ο όρος “αγαθό”. Λοιπόν, τρία είδη αγαθών υπάρχουν: αγαθά τίμια, αγαθά επαινετά, αγαθά δυνάμεις» (1183b 2.1).
 
Κι εξηγεί: «Με τη λέξη τίμιον εννοώ κάτι σαν το θείο, το ανώτερο (οπότε τίμια αγαθά είναι η ψυχή, ο νους), το αρχαιότερο (οπότε τίμιον αγαθό είναι η αρχή), τέτοια πάνω-κάτω· τίμια, δηλαδή, είναι τα αγαθά στα οποία αποδίδεται τιμή (όλα τα προηγούμενα και τα παρόμοιά τους οι άνθρωποι τα τιμούν). Ανήκει βέβαια και η αρετή στα τίμια αγαθά, στην περίπτωση τουλάχιστον που λόγω αυτής γίνεται κάποιος σπουδαίος· και “άνθρωπος σπουδαίος” σημαίνει αμέσως “άνθρωπος της αρετής”» (1183b 2.1-2.2).
 
Είναι προφανές ότι τα τίμια αγαθά είναι τα ανώτερα και γι’ αυτό αναφέρονται ως τέτοια ο νους και η ψυχή. Αυτός είναι και ο λόγος που αποτελούν την αρχή, ως αρχαιότερα. Και βέβαια, είναι συνυφασμένα με την αρετή, αφού αφορούν το σπουδαίο άνθρωπο, δηλαδή τον άνθρωπο που πραγματώνει την αρετή. Από κει και πέρα σειρά έχουν τα επαινετά: «Άλλα αγαθά είναι επαινετά· παραδείγματος χάριν οι αρετές, για το λόγο ότι τις ενάρετες πράξεις τις ακολουθεί ο έπαινος» (1183b 2.2).

Η ασάφεια ανάμεσα στην αρετή που «ανήκει στα τίμια αγαθά» και στις αρετές που ανήκουν στα επαινετά δεν έχει καμία σχέση με την ιεραρχική κατάταξη των αγαθών, η οποία προβάλλει τα τίμια ως ανώτερα. Η διαφορά ανάμεσα στην τιμή που επιφέρουν τα τίμια και τον έπαινο που «ακολουθεί τις ενάρετες πράξεις» πρέπει να σχετίζεται με την ανωτερότητα των πρώτων που (προφανώς) έχουν να κάνουν με τη συνολική παρουσία του σπουδαίου ανθρώπου, δηλαδή με την απόδοση μιας ανώτερης προσωπικότητας που διαγράφεται από το σύνολο της συμπεριφοράς της (μια ενιαία αρετή), σε σχέση με τη μεμονωμένη αρετή που μπορεί να έχει ένας άνθρωπος (και που επαινείται), ο οποίος όμως στο σύνολο μπορεί να μην είναι σπουδαίος (ή τόσο σπουδαίος), καθώς οι αρετές που επαινούνται είναι πολλές. Με δυο λόγια, στα επαινετά ανήκουν οι αρετές που φέρνουν τον έπαινο, ενώ τα τίμια δεν περιορίζονται μόνο στις αρετές αποδίδοντας την πληρότητα του σπουδαίου ανθρώπου.

Η τρίτη κατηγορία αγαθών που καταγράφει ο Αριστοτέλης είναι τα αγαθά δυνάμεις: «Άλλα αγαθά είναι δυνάμεις· παραδείγματος χάριν, η εξουσία, ο πλούτος, η ισχύς, το κάλλος, για το λόγο ότι αυτά μπορεί να τα χρησιμοποιήσει βέβαια ο ενάρετος με τρόπο καλό, αλλά και ο ανήθικος με τρόπο κακό· για τούτον το λόγο αυτά και τα παρόμοιά τους αγαθά αποκαλούνται δυνάμεις (δυνατότητες)· οπωσδήποτε είναι αγαθά (το καθένα τους όμως αποδεικνύεται πράγματι αγαθό μέσω της χρήσης που θα κάνει ο ενάρετος και όχι μέσω της χρήσης που θα κάνει ο ανήθικος). Αυτά τα αγαθά-δυνατότητες συμβαίνει να έχουν ως αίτιο απόκτησής τους και την τύχη· γιατί είναι θέμα τύχης και ο πλούτος και η εξουσία, και με ένα λόγο όλα τα αγαθά που αποτελούν δυνατότητες». (1183b 2.2-2.3).
 
Η τρίτη κατηγορία αγαθών έχουν να κάνουν πρωτίστως με τον άνθρωπο που τα εκπροσωπούν. Επειδή σχετίζονται και με την τύχη, υπάρχει πάντα η πιθανότητα να φτάσει σε αυτά κι εκείνος που δεν κατέχει την αρετή. Γι’ αυτό παρουσιάζονται ως δυνατότητες. Η εξουσία είναι μια δυνατότητα που μπορεί να στραφεί τόσο προς το καλό όσο και προς το κακό. Θα έλεγε κανείς ότι πρόκειται για την πιο επικίνδυνη κατηγορία αγαθών, αφού ενδέχεται να έχουν πρόσβαση σε αυτή κι άνθρωποι που δεν το αξίζουν. Όμως, εδώ διαγράφεται και η ευθύνη της πολιτικής οργάνωσης ως σύνολο που πρέπει να εξασφαλίζει τους μηχανισμούς, ώστε στα αγαθά-δυνάμεις να φτάνουν μόνο οι άξιοι.

Όταν η εξουσία ή το χρήμα ή η ισχύς φτάνει στα χέρια των αδίστακτων ανθρώπων, τα πράγματα γίνονται επικίνδυνα για την πόλη. Κι όσο πιο συχνό είναι το φαινόμενο να αναρριχώνται τέτοιοι άνθρωποι, τόσο πιο έντονη είναι η ανεπάρκεια της πολιτικής οργάνωσης. Από αυτή την άποψη, οι άνθρωποι που κατέχουν τα αγαθά-δυνάμεις δίνουν το στίγμα για την ποιότητα της πόλης. Το ορθό πολίτευμα αποσκοπεί στο να περιορίζει τον παράγοντα της τύχης δίνοντας το περιθώριο να αναδειχθεί η αξία. Όταν αυτό δε συμβαίνει, τότε τα αγαθά-δυνάμεις δε θα εκπληρωθούν, αφού «το καθένα τους αποδεικνύεται πράγματι αγαθό μέσω της χρήσης που θα κάνει ο ενάρετος και όχι μέσω της χρήσης που θα κάνει ο ανήθικος». Κι αυτή είναι η αρχή της παθογένειας.
 
Η διαίρεση των αγαθών ολοκληρώνεται με ένα τέταρτο είδος, στο οποίο ο Αριστοτέλης δε δίνει κάποιο συγκεκριμένο όνομα: «Απομένει ένα τέταρτο είδος αγαθού, είδος που είτε διασώζει κάτι το αγαθό είτε το προξενεί, για παράδειγμα η γυμναστική την υγεία και οτιδήποτε άλλο παρόμοιο» (1183b 2.4).
 
Πρόκειται για αγαθά που δεν υφίστανται ως αυτοσκοπός και νοηματοδοτούνται μόνο όταν τίθενται στην υπηρεσία ενός άλλου ανώτερου αγαθού. Η γυμναστική, όσο κι αν προσφέρει χαρά από μόνη της, δε θα μπορούσε να έχει ιδιαίτερη αξία, αν δε συνέβαλε στην καλή υγεία ή στη διαμόρφωση της ανδρείας ψυχής. Το ίδιο θα μπορούσε να πει κανείς και για το φαγητό (καθώς τρέφεται για να ζήσει) ή την ενδυμασία (ντύνεται για να μην κρυώνει).
 
Η αποκοπή των αγαθών αυτών από την υπηρεσία του τελικού στόχου οδηγεί σε στρεβλώσεις που έχουν να κάνουν με την υπερβολή. Ο άνθρωπος που γυμνάζεται όχι για χάρη του σώματος, αλλά για τη χαρά της γυμναστικής ως αυτοσκοπού είναι δυνατό να ξεπεράσει τα όρια και τελικά μέσω της υπερβολής να βλάψει την υγεία του μετατρέποντας τη γυμναστική σε σωματική εξάντληση, δηλαδή σε κατάχρηση. Κι όσο αφορά τη διαμόρφωση της ψυχής, είναι πολύ πιθανό (ο ίδιος άνθρωπος) αντί να οδηγηθεί στην ανδρεία να καταλήξει στο θράσος. Το ίδιο μπορεί να συμβεί και με το φαγητό και με οποιοδήποτε άλλο αγαθό αυτής της κατηγορίας
 
Όμως, ο Αριστοτέλης, αφού ολοκληρώσει αυτού του είδους τη διαίρεση των αγαθών, θα προτείνει και μια άλλη προάγοντας το κριτήριο της επιδίωξης: «Υπάρχει, όμως, και μια διαφορετική διαίρεση των αγαθών: άλλα αγαθά τα επιλέγουμε και τα επιδιώκουμε σε κάθε τόπο και με κάθε τρόπο, άλλα αγαθά όχι· για παράδειγμα, τη δικαιοσύνη και τις υπόλοιπες αρετές τις επιλέγουμε και τις επιδιώκουμε σε κάθε τόπο και με κάθε τρόπο, πράγμα όμως που δεν ισχύει με την ισχύ και τον πλούτο και τη δύναμη και τα όμοιά τους» (1183b 2.5 και 1184a 2.5).
 
Το ότι προκρίνονται σε κάθε τόπο και με κάθε τρόπο η δικαιοσύνη και οι αρετές σε αντίθεση με την ισχύ και τον πλούτο έχει να κάνει με το γεγονός ότι η προσέγγιση αφορά τις αρετές κι όχι τις αληθινές προτιμήσεις των ανθρώπων. Εξάλλου, έχει ήδη ξεκαθαριστεί ότι στην ισχύ και στον πλούτο παίζει μεγάλο ρόλο και η τύχη, πράγμα που αποδεικνύει ότι οι δίχως αρετή άνθρωποι (προφανέστατα) έχουν άλλες προτεραιότητες. Θα έλεγε κανείς ότι η διαίρεση αυτή έχει περισσότερο δεοντολογικό περιεχόμενο παρά αντικειμενικό.
 
Όσο για την επόμενη διαίρεση των αγαθών που θα προτείνει ο Αριστοτέλης είναι φανερό ότι προσομοιάζει στην τέταρτη κατηγορία της πρώτης διαίρεσης που διερευνούσε τη σχέση της γυμναστικής και της υγείας: «Επόμενη διαίρεση των αγαθών: άλλα αγαθά αποτελούν τελικούς στόχους, άλλα δεν αποτελούν· παραδείγματος χάριν, η υγεία είναι τελικός στόχος, αλλά όσα κάνουμε για την υγεία δεν είναι τελικοί στόχοι. Και όταν υπάρχει αυτή η σχέση, είναι πάντα ανώτερο το αγαθό που αποτελεί τελικό στόχο – η υγεία είναι ανώτερη από όσα κάνουμε γι’ αυτήν. Γενικά μιλώντας, ανώτερο είναι πάντα αυτό για το οποίο υπάρχουν τα άλλα» (1184a 2.6).
 
Η διαίρεση αυτή εξυπηρετεί περισσότερο την ανάδειξη της ιεραρχίας στα αγαθά και τη διάκρισή τους σε τέλεια και ατελή: «… ανάμεσα στα αγαθά που αποτελούν τελικούς στόχους ανώτερο είναι πάντα το τέλειο και όχι το ατελές· και τέλειο είναι αυτό που με την απόκτησή του δε χρειαζόμαστε τίποτα παραπάνω, ενώ ατελές αυτό που κι όταν το αποκτήσουμε, κάτι πάλι μας λείπει» (1184a 2.7).
 
Και θα γίνει σαφέστερος φέρνοντας ένα παράδειγμα: «Ας το δούμε στην περίπτωση της δικαιοσύνης και της ευτυχίας: όταν έχουμε την πρώτη, πάλι πολλά μας λείπουν· ενώ όταν αποκτήσουμε τη δεύτερη, τίποτε άλλο δε θέλουμε· συνεπώς, αυτό είναι το υπέρτατο αγαθό για τον άνθρωπο, αυτό ψάχνουμε, αυτό που είναι τελικός στόχος τέλειος. Συμπέρασμα: το αγαθό είναι ο τέλειος τελικός στόχος όχι οποιοσδήποτε άλλος αλλά αυτός των αγαθών ανθρώπων» (1184a 2.7).
 
Με άλλα λόγια το υπέρτατο αγαθό δεν έχει να κάνει με την αοριστία της πλατωνικής ιδέας αλλά με την πρακτική καταμέτρηση των αγαθών και την ιεράρχησή τους. Αυτό που μένει είναι η αναζήτηση του τέλειου αγαθού που θα προκύψει ως ολοκλήρωση των ατελών, τα οποία υφίστανται για την εξυπηρέτησή του. Κι αυτό βέβαια σύμφωνα με τις ανάγκες του ανθρώπου, αφού η φιλοσοφία απευθύνεται μονάχα σ’ αυτόν.
 
Γι’ αυτό προτείνεται ως υπέρτατο αγαθό η ευτυχία. Αν η έρευνα δεν αφορούσε τον άνθρωπο αλλά κάποιο άλλο ον ενδεχομένως να μην προτεινόταν το ίδιο υπέρτατο αγαθό, αλλά κάτι διαφορετικό, κάτι που θα ταίριαζε περισσότερο στο ον για χάρη του οποίου θα διενεργούνταν η έρευνα.
 
Από κει και πέρα ο Αριστοτέλης θα προβεί σε μια ακόμη διαίρεση των αγαθών: «Ακολουθεί άλλη μία διαίρεση των αγαθών. Τα αγαθά χωρίζονται σε: α) ψυχικά (όπως οι αρετές), β) σωματικά (όπως η υγεία και η ομορφιά), γ) εξωτερικά (όπως ο πλούτος, η εξουσία, η τιμή και όλα τα παρόμοια). Ανώτερα όλων τούτων είναι τα ψυχικά αγαθά· αυτά διακρίνονται σε τρία: διανοητική ικανότητα, αρετή και ηδονή» (1184b 3.1).
 
Αριστοτέλης: «Ηθικά μεγάλα», βιβλίο πρώτο

Το μητρικό άγχος αυξάνει τα υπερκινητικά συμπτώματα στο παιδί

Τα υπερκινητικά παιδιά συχνά αποτελούν το βάσανο των γονιών των εκπαιδευτικών και των συμμαθητών τους. Αν και μπορεί να είναι αξιαγάπητα φαίνεται σα να μη μπορούν να σταθούν ήσυχα ούτε λεπτό και διαρκώς αναστατώνουν τους γύρω τους.

Τις τελευταίες δεκαετίες, αυτή η συμπεριφορά προσέλκυσε το ενδιαφέρον των ειδικών της ψυχικής υγείας οι οποίοι στοιχειοθέτησαν τη Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής (ΔΕΠ) ή Υπερκινητικό Σύνδρομο κατά τον παλιότερο ορισμό. Η υπερκινητικότητα είναι μια μπερδεμένη έννοια γιατί αναφέρεται τόσο σε μια διαγνωστική κατηγορία όσο και σε χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς. Παιδιά που «υπεραντιδρούν» έχουν «μικρό εύρος προσοχής» συχνά χαρακτηρίζονται «υπερκινητικά» αν και μπορεί να μην έχουν τα υπόλοιπα συμπτώματα για να θεωρηθούν πως έχουν Υπερκινητικό Σύνδρομο ή Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής. Το αν ένα παιδί είναι απλός πολύ δραστήριο ή έχει υπερκινητικό σύνδρομο είναι δύσκολο να καθοριστεί.

Το μητρικό άγχος και η υπερκινητικότητα του παιδιού


Οι μητέρες που έχουν άγχος, κατά την εγκυμοσύνη και τα πρώτα χρόνια μετά τη γέννηση του παιδιού τους, αυξάνουν τις πιθανότητες εμφάνισης συμπτωμάτων υπερκινητικότητας του παιδιού στην ηλικία των 16 ετών, σύμφωνα με νέα έρευνα ψυχικής υγείας.

Το εγχείρημα αυτό παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο συνέδριο ECNP 2019 στην Κοπεγχάγη και έδειξε, για ακόμη μια φορά, ότι τα ερεθίσματα στα οποία εκτίθεται ένα παιδί στην περίοδο της εγκυμοσύνης και τα πρώτα χρόνια μετά μπορεί να έχουν μακροπρόθεσμες συνέπειες στην υγεία του.

Συγκεκριμένα, στην έρευνα αυτή, στην οποία χρησιμοποιήθηκαν δεδομένα από 3.000 παιδιά από τη διαχρονική μελέτη «Avon Longitudinal Study of Parents and Children» (ALSPAC), φάνηκε ότι το μητρικό άγχος συνδέεται με υπερκινητικότητα του παιδιού, όχι όμως και με τα υπόλοιπα συμπτώματα της ΔΕΠΥ (Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής και Υπερκινητικότητας).

Η Μπλάνκα Μπολέα, επικεφαλής της μελέτης από το Πανεπιστήμιο του Μπρίστολ, η οποία πλέον είναι αναπληρώτρια καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο του Τορόντο, στον Καναδά, δηλώνει: «Είναι η πρώτη φορά που το άγχος συνδέεται με την υπερκινητικότητα στη μετέπειτα ζωή αν και δε συμβαίνει το ίδιο με τη διάσπαση προσοχής. Φαίνεται, λοιπόν, ότι κάποια από τα συμπτώματα της ΔΕΠΥ σχετίζονται με το άγχος κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης αλλά όχι όλα. Γενικά, τα άγχη τα οποία βιώνει μια μητέρα μπορεί να εμφανιστούν ακόμη και στην επόμενη γενιά».

Η ίδια μάλιστα παρατηρεί ότι κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης παρατηρήθηκε σχεδόν σε όλες τις γυναίκες αύξηση των επιπέδων άγχους.

Διαπιστώθηκε ότι το 28% των γυναικών που συμμετείχαν στην έρευνα είχαν μέτριο ή υψηλό άγχος. Από τα 3.199 παιδιά που παρακολουθήθηκαν τα 224 έδειξαν συμπτώματα υπερκινητικότητας με το ποσοστό αυτής να είναι διπλάσιο για τα παιδιά μητέρων μέτριου ή υψηλού άγχους.

Τα δεδομένα και τα ευρήματα της έρευνας


Οι μελετητές κατέγραψαν τα επίπεδα σωματικών συμπτωμάτων άγχους (εφίδρωση, αϋπνία, ζαλάδα, τρόμος) σε 8.727 μητέρες από την πρώιμη εγκυμοσύνη μέχρι και τη στιγμή που το παιδί τους έκλεινε τα 5 έτη. Στη συνέχεια, χώρισαν τις μητέρες σε τρεις κατηγορίες ανάλογα με το επίπεδο του άγχους τους: χαμηλό άγχος, μέτριο άγχος, υψηλό άγχος. Τα παιδιά συμπλήρωσαν τεστ προσοχής στα οκτώ έτη. Δε φάνηκε καμία διαφορά στα συμπτώματα διάσπασης προσοχής των παιδιών ανάλογα με τα επίπεδα άγχους των μητέρων τους αλλά βρέθηκε ότι στα 16 έτη τα παιδιά των οποίων οι μητέρες είχαν υποφέρει από μέτριο ή υψηλό άγχος είχαν πολύ περισσότερα συμπτώματα υπερκινητικότητας από εκείνα που δεν είχαν εκτεθεί σε άγχος.

Συγκεκριμένα το 11% των παιδιών με μητέρες «μετρίου άγχους» και το 11% των παιδιών με μητέρες «υψηλού άγχους» έδειξαν συμπτώματα υπερκινητικότητας, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό για τα παιδιά με μητέρες «χαμηλού άγχους» ήταν μόλις 5%. Τα αποτελέσματα διατηρήθηκαν ακόμη και όταν οι συμμετέχοντες έλαβαν υπόψη τους κοινωνιοδημογραφικούς παράγοντες.

Ήδη προηγούμενες έρευνες έχουν δείξει ότι η ψυχική υγεία της μητέρας επηρεάζει την ανάπτυξη του παιδιού. Για παράδειγμα η κατάθλιψη στις μητέρες έχει συνδεθεί τόσο με δυσκολίες δημιουργίας δεσμών με αυτές όσο και με συμπεριφορικά προβλήματα. Η παρούσα μελέτη δείχνει ότι το άγχος μπορεί να οδηγήσει σε προβλήματα υπερκινητικότητας αλλά όχι προσοχής. Αυτό μπορεί να οφείλεται σε παθοφυσιολογικούς μηχανισμούς στον προγραμματισμό των εμβρυικών νευρώνων κατά την εγκυμοσύνη αλλά και σε περιγεννητικούς παράγονες.

Μπορεί βέβαια να διαδραματίζουν και άλλοι παράγοντες ρόλο, όπως περιβαλλοντικοί, γενετικοί ή βιολογικοί. Η ΔΕΠΥ είναι μια πολυπαραγοντική διαταραχή και δεν μπορεί να εξηγηθεί από έναν μόνο παράγοντα αν και είναι ήδη γνωστό ότι μπορεί να είναι κληρονομική. Το πόνημα αυτό δείχνει τη σημασία του άγχους αλλά οι ερευνητές φιλοδοξούν να επιβεβαιώσουν και άλλους παράγοντες που συνδέονται με τη διαταραχή.

Επιστημονική δημοσίευση: European College of Neuropsychopharmacology

Η ευθύνη για την ανατροφή τους είναι μαζί κόπος και ευλογία

Μέχρι την σύλληψη είμαστε γεμάτοι λαχτάρα. Από εκεί και μετά ξεκινάει η αγωνία. Η πρώτη χοριακή, η δεύτερη, ο πρώτος υπέρηχος... Η αυχενική διαφάνεια και πάει λέγοντας...

Τέλος πάντων το παιδί κάποια στιγμή θα γεννηθεί και όλα καλά (;). Όμως όχι, απλώς τελείωσαν οι αγωνίες του εμβρύου, τώρα ξεκινούν οι αγωνίες του βρέφους! Θα θηλάσει; θα θηλάσει επαρκώς; Θα αναπτυχθεί καλά; θα περπατήσει; θα μιλήσει στην ώρα του; θα ψηλώσει;...

O κατάλογος είναι ατελείωτος. Ταυτόχρονα το μόνο σίγουρο είναι ότι θα κλάψει, θα ξενυχτήσει, θα πάθει κολικούς, θα κολλήσει ιώσεις, θα ανεβάσει πυρετό, θα πονέσουν τα αυτιά του, ο λαιμός του, η κοιλιά του...

Μα καλά αυτή είναι μητρότητα; Μια ζωή γεμάτη αγωνίες ;

Όχι, σίγουρα όχι! Παρ' όλο που όλα τα παραπάνω ισχύουν υπάρχει παράλληλα και το θαύμα της ύπαρξης. Της ύπαρξης καθ' αυτής. Το γεγονός και μόνο ότι το παιδί ΕΙΝΑΙ, ότι ΥΠΑΡΧΕΙ μαζί μας, μεγαλώνει ανάμεσα μας, ότι είμαστε οι γεννήτορες του, μας γεμίζει χαρά. Μας κάνει ευτυχισμένους, πλήρεις, μας δίνει ένα νέο νόημα, τελείως διαφορετικό στη ζωή μας. Το νόημα του να είμαστε ΓΟΝΕΙΣ.

Η ευθύνη για την ανατροφή του είναι μαζί κόπος και ευλογία. Ο μόχθος για να του προσφέρουμε το καλύτερο δυνατό είναι ταυτόχρονα και ανάπαυση της ψυχής μας. Και η ανταμοιβή δεν σταματά εδώ. Το βλέπουμε και γεμίζουμε καμάρι, το παρακολουθούμε να μεγαλώνει, να κατακτά ένα- ένα τα στάδια ανάπτυξης, να γίνεται “ολόκληρο παιδί” και φουσκώνουμε περηφάνια.

Από την στιγμή που γινόμαστε γονείς η αγωνία και η υπεροχή συνυπάρχουν. Είναι ένας σύνθετος ρόλος (πολλές φορές μία “ισορροπία τρόμου”), που έχει πολλές απαιτήσεις. Υπομονή, πάνω από όλα μεγάλη υπομονή, εγρήγορση, επαγρύπνηση, σταθερότητα, ευαισθησία, προσοχή, αυστηρότητα, επιμονή...

Πολλές διαφορετικές ψυχικές καταστάσεις για τις οποίες χρειάζεται να είμαστε προετοιμασμένοι για να ανταπεξέλθουμε. Όμως, απ' την άλλη, το να είσαι γονιός είναι ο μόνος ρόλος για τον οποίο δεν μπορούμε να κάνουμε πρόβα. Δεν έχουμε χρόνο για δοκιμές, όλα πρέπει να γίνουν την ώρα που συμβαίνουν. Ιδίως στο πρώτο παιδί! Γιατί στο δεύτερο, στα επόμενα..., υπάρχει τουλάχιστον η εμπειρία του πρώτου...

Υπομονή μαμάδες και μπαμπάδες, βρείτε κουράγιο και παρηγοριά για τα δύσκολα από τους προηγούμενους, από την εμπειρία όλων των γενεών που τα κατάφεραν. Γιατί η φύση ξέρει καλύτερα από εμάς, γνωρίζει ότι είμαστε προορισμένοι για να τα καταφέρουμε. Ας εμπιστευτούμε το ένστικτο μας, ας αφήσουμε την αγάπη μας να είναι οδηγός, ας αποδεχτούμε ότι στην ζωή τίποτα δεν είναι τέλειο, ότι θα κάνουμε και λάθη και ότι εν τέλει τα πράγματα ίσως να είναι πιο απλά απ'ότι νομίζαμε ή απ' ότι φοβηθήκαμε...

Ίρβιν Γιάλομ: Η αφύπνιση στο τέλος της ζωής - Ο Ιβάν Ίλιτς του Τολστόι

Ο Ίρβιν Γιάλομ στο βιβλίο του "Στον κήπο του Επίκουρου" γράφει τα εξής:
 
Στον Θάνατο του Ιβάν Ίλιτς του Τολστόι ο πρωταγωνιστής -ένας μεσήλικος, απορροφημένος στον εαυτό του αλαζονικός γραφειοκράτης- αναπτύσσει μια θανατηφόρα κοιλιακή ασθένεια και πεθαίνει μέσα σε ακατάλυτους πόνους.

Καθώς πλησιάζει ο θάνατος, ο Ιβάν Ίλιτς συνειδητοποιεί πως όλη του τη ζωή προστατευόταν απ' την ιδέα του θανάτου με ασπίδα την απορρόφησή του στην απόκτηση επιρροής, στην εμφάνιση και στο χρήμα. Εξοργίζεται με όλους όσοι διαιωνίζουν γύρω του την άρνηση και το ψεύδος προσφέροντάς του αβάσιμες ελπίδες ανάρρωσης. Στη συνέχεια, έπειτα από μια εντυπωσιακή συνομιλία με το βαθύτερο κομμάτι του εαυτού του, έχει μια στιγμή μεγάλης διαύγειας, όπου σαν να ξυπνάει και όπου συνειδητοποιεί ότι πεθαίνει τόσο άσχημα επειδή έζησε τόσο άσχημα.

Ολόκληρη η ζωή του ήταν λάθος. Προφυλάσσοντας τον εαυτό του απ' τον θάνατο, τον προφύλαξε κι απ' τη ζωή. Συγκρίνει τη ζωή του με κάτι που είχε νιώσει πολλές φορές σε σιδηροδρομικές αμαξοστοιχίες, όπου νόμιζε ότι προχωρούσε προς τα εμπρός, ενώ στην πραγματικότητα κυλούσε προς τα πίσω. Με λίγα λόγια, αποκτά συναίσθηση της ύπαρξης.

Όσο γρήγορα κι αν πλησιάζει ο θάνατος για τoν Ιβάν Ίλιτς, εκείνος ανακαλύπτει πως υπάρχει ακόμα καιρός. Καταλαβαίνει πως όχι μόνο ο ίδιος αλλά και κάθε ζωντανό πλάσμα είναι υποχρεωμένο να πεθάνει. Ανακαλύπτει τη συμπόνια - ένα καινούργιο συναίσθημα μέσα του. Νιώθει τρυφερότητα για τους άλλους: για τον μικρό του γιο που του φιλάει το χέρι. Για τον νεαρό υπηρέτη που τον φροντίζει μ' έναν πολύ φυσικό, στοργικό τρόπο. Ακόμα και για τη νεαρή γυναίκα του, για πρώτη φορά. Νιώθει οίκτο για κείνους, για τον πόνο που τους προκάλεσε, και τελικά πεθαίνει όχι μέσα στον πόνο αλλά με τη χαρά της απέραντης συμπόνιας.

Η ιστορία του Τολστόι δεν είναι μόνο ένα λογοτεχνικό αριστούργημα αλλά κι ένα πολύ ισχυρό μάθημα και συμπεριλαμβάνεται μάλιστα πολύ συχνά στα υποχρεωτικά αναγνώσματα όσων εκπαιδεύονται να προσφέρουν ανακούφιση στους μελλοθάνατους. Αν μια τέτοια συναίσθηση της ύπαρξης οδηγεί σε σημαντική προσωπική αλλαγή, τότε πώς μπορούμε να μετακινηθούμε από τον τρόπο της καθημερινότητας στον τρόπο που οδηγεί στην αλλαγή; Όχι απλώς επιθυμώντας το ή με το να σφίγγουμε τα δόντια και να βάζουμε τα δυνατά μας.

Αντίθετα, συνήθως χρειάζεται κάποια επείγουσα ή μη αναστρέψιμη εμπειρία, για να ξυπνήσει έναν άνθρωπο και να τον τινάξει από τον καθημερινό τρόπο στον οντολογικό. Αυτό ονομάζω αφυπνιστική εμπειρία. Πού βρίσκονται όμως στην καθημερινή μας ζωή οι αφυπνιστικές εμπειρίες, για όσους από εμάς δεν βρίσκονται αντιμέτωποι με τελικό καρκίνο, με το εκτελεστικό απόσπασμα ή με μια επίσκεψη του Φάσματος του Μέλλοντος;

Από την εμπειρία μου οι μεγαλύτεροι καταλύτες για μια αφυπνιστική εμπειρία είναι τα επείγοντα γεγονότα ζωής: Πένθος για την απώλεια ενός αγαπημένου προσώπου Ασθένεια απειλητική για τη ζωή Διακοπή μιας πολύ στενής σχέσης Κάποιο μείζον ορόσημο ζωής, όπως ορισμένα μεγάλα γενέθλια (πενήντα, εξήντα, εβδομήντα κοκ.) Ένα κατακλυσμικό τραύμα, όπως πυρκαγιά, βιασμός ή ληστεία Η αποχώρηση των παιδιών από το σπίτι («άδεια φωλιά») Απώλεια δουλειάς ή αλλαγή καριέρας Συνταξιοδότηση Μετακίνηση σε οίκο ευγηρίας Τέλος, σαν αφυπνιστικές εμπειρίες μπορούν να λειτουργήσουν τα πολύ έντονα όνειρα που μεταφέρουν ένα μήνυμα απ' τον βαθύτερο εαυτό μας.

Η καθεμιά απ' τις ακόλουθες ιστορίες, τις οποίες αντλώ από την κλινική μου εμπειρία, εικονογραφεί και μια διαφορετική μορφή αφυπνιστικής εμπειρίας. Όλες οι στρατηγικές που χρησιμοποιώ με τους ασθενείς μου είναι προσβάσιμες απ' τον καθένα: μπορείτε να τροποποιήσετε όποια θέλετε και να τη χρησιμοποιήσετε όχι μόνο στην προσωπική έρευνα του εαυτού σας αλλά και για να προσφέρετε βοήθεια στους ανθρώπους που αγαπάτε.

Αριστοτέλης: Ο μορφωμένος διαφέρει από τον αμόρφωτο, όσο ο ζωντανός από τον νεκρό

Αποτέλεσμα εικόνας για ερεβοκτονοσ επιλογέσΝαι, τελείωσες το πτυχίο σου, έκανες και το μεταπτυχιακό σου. Είσαι πλέον μορφωμένος; Όχι απαραίτητα.

Θέλω να σου θυμίσω πως οι περισσότεροι «σοφοί» που πέρασαν από αυτό τον πλανήτη, δεν έγιναν σοφοί από τις γνώσεις που έλαβαν σε σχολεία και πανεπιστήμια, ούτε και απέδειξαν την αξία τους μέσω ενός χαρτιού αλλά μέσα από τα βιώματά τους, δίνοντας το καλό παράδειγμα στους υπολοίπους.

Μόρφωση δεν είναι μόνο η γνώση, δηλαδή όσα μαθαίνουμε στα σχολεία ή μέσα στην κοινωνία.

Μόρφωση είναι και ο τρόπος που χρησιμοποιούμε την γνώση που έχουμε λάβει, δηλαδή ο τρόπος που συμπεριφερόμαστε στους συνανθρώπους μας και τα υπόλοιπα ζωντανά πλάσματα του τόπου, ο τρόπος που βάζουμε το κοινό καλό πάνω από τις προσωπικές μας φιλοδοξίες και ευχαριστήσεις.

Μόρφωση πάει να πει να παίρνουμε από την φύση όσα μπορεί να μας δώσει, να το μοιραζόμαστε με τους συνανθρώπους μας (και τα υπόλοιπα πλάσματα του πλανήτη) και να αφήνουμε και κάτι για τις επόμενες γενιές. Μόρφωση είναι να κρατάμε και να αναπτύσσουμε τις ανθρώπινες μας αξίες, όπως η δικαιοσύνη, το καθήκον, η τιμιότητα, η αλήθεια, η εργατικότητα και η αγάπη προς τον άνθρωπο, την κοινωνία και το περιβάλλον, εξελίσσοντας την ανθρώπινη κοινωνία προς το μέλλον που της αξίζει.

Όπως είπε και ο Θερβάντες: «Υπάρχουν άνθρωποι τους οποίους η γνώση [των λατινικών] δεν τους εμποδίζει να είναι ζώα».

Μια ματιά στην ύπαιθρο πολλές φορές φτάνει για να σε πείσει: σκουπίδια σε κάθε γωνιά, αποψίλωση των δασών μας, κατακερματισμός των φυσικών οικοσυστημάτων μας, άναρχη ανάπτυξη, γκολφ και ξενοδοχεία στις παραλίες ωοτοκίας των χελωνών, υπεραλίευση των θαλασσών μας και πολλά άλλα που ούτε καν μπορώ να απαριθμήσω.

Πόσω μάλλον άμα σκεφτεί κανείς το πώς συμπεριφερόμαστε στους συνανθρώπους μας. Αν αμφιβάλλεις ρίξε μια βόλτα στην πόλη, προσπάθησε να διασταυρώσεις τον δρόμο, δες τι γίνεται στα parking των αναπήρων ή απλά βάλε ειδήσεις και δες πόσοι κλέβουν τα χρήματα του λαού ή καταχρώνται την εξουσία που τους δόθηκε από αυτόν για να τους οδηγήσει σε «ένα καλύτερο αύριο».

Επομένως, εκτός από την γνώση που θα λάβεις εσύ και τα παιδιά σου στο σχολείο και το πανεπιστήμιο, φρόντισε να διδαχτείς (αλλά και να διδάξεις) παιδεία, σωστή συμπεριφορά και μόρφωση. Και πολλά από αυτά τα μαθήματα σ’ τα δίνει η ίδια η φύση, αν απλώς έρθεις πιο κοντά της.

Θα μου πεις, μα διαβάζω! Εφημερίδες, περιοδικά, blogs, αθλητικά: δεν μπορεί κανείς να γίνει πολύ μορφωμένος όταν διαβάζει μόνο αυτό που του αρέσει.

«Μάταια είναι η εκμάθηση χωρίς σκέψη, επικίνδυνη είναι η σκέψη χωρίς εκμάθηση» σύμφωνα με τον Κομφούκιο.

ARTHUR SCHOPENHAUER: Ο ενεργός βίος έχει, ως επί το πλείστον, διεκπεραιωθεί, ο άνθρωπος δεν έχει πλέον να περιμένει τίποτε

Όσο, όμως, αυξάνει η ηλικία τόσο ευκολότερο και φυσικότερο γίνεται εδώ το sapere aude [τόλμα να γνωρίζεις]· μετά δε τα εξήντα η ορμή για μοναχικότητα είναι πια μια ορμή φυσική, ενστικτοειδής, καθώς τώρα όλα συμπράττουν για την προαγωγή της. Η ισχυρότερη έλξη προς την κοινωνικότητα, ο έρωτας δηλ. για τις γυναίκες και η γενετήσια ορμή, δεν δρα πλέον· από τις μύριες πλάνες και ανοησίες, έχει κανείς πια απελευθερωθεί· ο ενεργός βίος έχει, ως επί το πλείστον, διεκπεραιωθεί, ο άνθρωπος δεν έχει πλέον να περιμένει τίποτε, σχέδια και προθέσεις δεν έχει πια· η γενεά στην οποία πραγματικά ανήκει δεν βρίσκεται πλέον εν ζωή· έχοντας γύρω του μία ξένη γενεά, ο άνθρωπος είναι ήδη αντικειμενικά και ουσιαστικά μόνος.

Συνάμα δε, καθώς η ροή του χρόνου έχει επιταχυνθεί, θέλει ν’ αξιοποιήσει πνευματικά αυτόν που του απομένει· διότι τώρα, εφόσον, βέβαια, το μυαλό έχει διατηρήσει τις δυνάμεις του, οι πολλές αποκτηθείσες γνώσεις κι εμπειρίες, η βαθμηδόν τελειωθείσα επεξεργασία όλων των σκέψεων και η μεγάλη ευχέρεια στην εξάσκηση όλων των πνευματικών δυνάμεων καθιστά την μελέτη κάθε είδους ευκολότερη και πιο ενδιαφέρουσα από ποτέ. Τώρα πια, βλέπει κανείς με διαύγεια μύρια πράγματα που παλαιότερα περιεβάλλοντο από ομίχλη, καταλήγει σε συμπεράσματα και νιώθει όλη του την υπεροχή.

Ως συνέπεια της μακρόχρονης πείρας, έχει πάψει να περιμένει πολλά πράγματα από τους ανθρώπους, καθώς αυτοί, συνολικά θεωρούμενοι, δεν αποδεικνύονται πιο αξιόλογοι όταν τους γνωρίζουμε καλύτερα· αντίθετα, τώρα γνωρίζει κανείς ότι – εξαιρουμένων κάποιων ευτυχών συγκυριών – δεν θ’ απαντά παρά μόνο πολύ ελαττωματικά δείγματα της ανθρώπινης φύσης, τα οποία είναι καλύτερα να μην αγγίζει.

Έτσι, δεν υπόκειται πλέον στις συνήθεις πλάνες, αλλά σύντομα διακρίνει τι είναι ο καθένας και σπάνια νιώθει την επιθυμία να συσχετισθεί περισσότερο μαζί του. Τέλος, και ειδικά εάν ο άνθρωπος έχει αναγνωρίσει την μοναχικότητα σαν μια παλιά καλή του φίλη, έχει προστεθεί επίσης και η συνήθεια της απομόνωσης και της τριβής με τον εαυτό του, έχοντας καταστεί “δευτέρα φύσις”.

Κατά συνέπεια, η αγάπη για την μοναχικότητα, η οποία παλαιότερα έπρεπε να κατακτηθεί με αγώνα κατά της κοινωνικής ορμής, είναι τώρα εντελώς απλή και φυσική: στην μοναξιά νιώθει κανείς όπως το ψάρι μέσα στο νερό. Ως εκ τούτου, κάθε ατομικότητα εξαιρετική κι άρα ανόμοια με τις υπόλοιπες και διαχωρισμένη απ’ αυτές νιώθει, λόγω της ουσιαστικής της αυτής απομόνωσης, στην μεν νεότητα θλίψη, στο δε γήρας ανακούφιση.

Εντούτοις, ο καθένας αποκτά το αληθινό αυτό προνόμιο του γήρατος πάντοτε κατ’ αναλογία προς τις διανοητικές του δυνάμεις, συνεπώς, το εξέχον μυαλό περισσότερο απ’ όλους, σε μικρότερο δε βαθμό προφανώς όλοι. Μόνον εντελώς ενδεείς κι ευτελείς φύσεις είναι στο γήρας τόσο κοινωνικές όσο και άλλοτε. Τέτοιοι άνθρωποι είναι για την κοινωνία – στην οποία και δεν ταιριάζουν πια – φορτικοί, το περισσότερο δε που καταφέρνουν είναι να τους ανέχονται, ενώ άλλοτε η συντροφιά τους ήταν περιζήτητη.

ARTHUR SCHOPENHAUER, ΑΦΟΡΙΣΜΟΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΑΚΤΙΚΗ ΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ

Ο George Carlin μιλάει για τη θρησκεία

Να ευθυμήσουμε και λίγο!

Ο George Carlin, Η βλακεία της θρησκείας

Διάρκεια 10:29

 
Αποτέλεσμα εικόνας για ερεβοκτονοσ επιλογέσ

Περὶ τοῦ προσώπου τῷ κύκλῳ τῆς Σελήνης

Ένα από τα όχι και τόσο γνωστά έργα του Πλουτάρχου είναι το Περὶ τοῦ ἐμφαινομένου προσώπου τῷ κύκλῳ τῆς Σελήνης, δηλ. σε ελεύθερη μετάφραση Σχετικά με το πρόσωπο που φαίνεται στην σφαίρα της Σελήνης. Αν και το κείμενο που είναι γραμμένο σε μορφή διαλόγου δεν σώζεται ολόκληρο σήμερα, πρόκειται για ένα από τα αρχαιότερα έργα που συγκεντρώνει τις ερμηνείες και τις απόψεις σχετικά με τη Σελήνη, όπως αυτές έγιναν αντιληπτές μέσω παρατηρήσεων από τους σύγχρονους ερευνητές της εποχής του Πλουτάρχου.

Το Περὶ τοῦ ἐμφαινομένου προσώπου τῷ κύκλῳ τῆς Σελήνης έχει συμπεριληφθεί από τους φιλολόγους σε ένα ευρύτερο σώμα έργων που ονομάζεται Ηθικά, μία συλλογή από πολλές πραγματείες και λόγους που κατέγραψε ο Πλούταρχος καλύπτοντας μία μεγάλη ποικιλία θεμάτων. Η πραγματεία, λοιπόν, αυτή σε μορφή διαλόγου επηρέασε σε σημαντικό βαθμό όπως φάνηκε αργότερα τον αστρονόμο Κέπλερ.

Όσοι διαβάσουν το έργο του Πλουτάρχου για τη Σελήνη δεν είναι παράξενο αν τους φέρει στο μυαλό τα έργα του Λουκιανού με την αντίστοιχη θεματολογία, την Αληθινή Ιστορία και τον Ικαρομέννιπο ή τον Υπερνέφελο. Υπάρχουν σύγχρονες μελέτες από ιστορικούς και φιλολόγους που υποστηρίζουν αρκετά πειστικά ότι ο Λουκιανός αν δεν επηρεάστηκε άμεσα, φαίνεται ότι είχε διαβάσει ή είχε υπόψη του το συγκεκριμένο έργο του Πλουτάρχου παρόλο που δεν αναφέρει σε κανένα από τα έργα του το όνομά του. Για την ιστορία, να αναφέρουμε ότι οι αστρονόμοι έχουν ονομάσει δώσει το όνομα του αρχαίου Έλληνα συγγραφέα του Πλουτάρχου σε έναν από τους κρατήρες της Σελήνης παραπέμποντας με αυτόν τον τρόπο στο συγκεκριμένο έργο του.
«Ολόκληρη γύρω γύρω λάμπει με φωτιά,
Πιο γαλανό από πέτρα κυανή
Φαίνεται μιας κόρης το μάτι και το υγρό της μέτωπο
Κοιτάζοντάς τη μοιάζει με πρόσωπο»
ποίημα του ποιητή Αγησιάνακτα για το πρόσωπο της Σελήνης όπως αναφέρεται στο
Περὶ τοῦ ἐμφαινομένου προσώπου τῷ κύκλῳ τῆς Σελήνης, 920e
Λίγα λόγια για το έργο και τα πρόσωπα του διαλόγου

Το Περὶ τοῦ ἐμφαινομένου προσώπου τῷ κύκλῳ τῆς Σελήνης, ή εν συντομία Περί του Προσώπου της Σελήνης είναι ένας πολύπλευρος διάλογος μεταξύ προσώπων πάνω σε θέματα αστρονομίας, κοσμολογίας, γεωγραφίας και οπτικής. Σημαντικό κομμάτι του διαλόγου για το οποίο θα μιλήσουμε αναλυτικότερα είναι ο μύθος για τον ρόλο της σελήνης στον κύκλο ζωής των ψυχών, ένα θέμα στο οποίο ο ρόλος της Σελήνης φαίνεται να είναι καίριος για τους ανθρώπους στην αρχαιότητα.

Το πρόσωπο/φάσεις της Σελήνης σε όλες τις κοσμολογίες του αρχαίου κόσμου θεωρείτο από το πιο καλοπροαίρετο έως το πιο τρομακτικό πράγμα που μπορούσε να αντιμετωπίσει η ψυχή στην προσπάθειά της να αποδεσμευτεί από τον κόσμο της ύλης.

Όπως φαίνεται από το διάλογο που έχει διασωθεί, τα εισαγωγικά κεφάλαιά του προφανώς έχουν χαθεί και έτσι δεν γνωρίζουμε ποια ήταν η αφορμή για την συζήτηση αυτή, πότε έγινε και πού. Ωστόσο, τα πρόσωπα που συμμετέχουν φαίνεται να αντιπροσωπεύουν τα φιλοσοφικά ρεύματα της εποχής του συγγραφέα και εμφανίζονται με την παρακάτω σειρά.

1) Σέξτιος Σύλλας: πρόκειται για έναν Καρχηδόνιο, οποίος είναι πολύ πρόθυμος να διηγηθεί έναν μύθο ή ιστορία σχετικά με την Σελήνη από κάποιον φίλο του που άκουσε στην Καρχηδόνα. Την ιστορία αυτή ο Σύλλας όντως τη διηγείται στο τέλος του έργου δίνοντας πληροφορίες σχετικά με τη λατρεία του Κρόνου στην Καρχηδόνα και πώς αυτή συνδέεται με τη φύση και τη θέση της Σελήνης στο πλανητικό στερέωμα.
2) Λαμπρίας: πρόκειται μάλλον για τον μεγαλύτερο αδελφό του Πλουτάρχου.
3) Απολλωνίδης: αστρονόμος και γεωμέτρης.
4) Αριστοτέλης: πιθανόν ο Πλούταρχος να τον ονομάζει έτσι για να δηλώσει έναν εκπρόσωπο της Περιπατητικής Σχολής του Αριστοτέλη.
5) Φαρνάσης: ένας Στωϊκός φιλόσοφος.
6) Λούκιος: μαθητής της φιλοσοφίας του Πυθαγόρα από την Ετρουρία.
7) Θέων: γραμματικός από την Αίγυπτο.
8 ) Μενέλαος: ένας εξέχων αστρονόμος που έζησε και εργάστηκε στην Αλεξάνδρεια όπου πολλές από τις παρατηρήσεις του καταγράφηκαν από τον Πτολεμαίο και άλλους συγγραφείς.

Ένας ίσως από τους λόγους που το έργο αυτό του Πλουτάρχου δεν έχει μελετηθεί σε βάθος να οφείλεται στο στη δυσκολία που προβάλλουν οι επιστημονικές-αστρονομικές λεπτομέρειες όπως αυτές καταγράφονται στο κείμενο, ενώ το τμήμα που αναφέρει το μύθο σχετικά με το ρόλο της Σελήνης στο ταξίδι των ψυχών φαίνεται να έχει απασχολήσει τους μελετητές της φιλοσοφίας, αλλά και πάλι όχι συστηματικά. Στην πραγματικότητα, το κείμενο φαίνεται να είναι χωρισμένο σε τρία μέρη που διαφέρουν αρκετά μεταξύ τους, τουλάχιστον τα δύο τελευταία από το πρώτο. Ας δούμε με περισσότερες λεπτομέρειες καθένα από αυτά τα μέρη.

Tο επιστημονικό μέρος

Στο πρώτο μέρος συναντάμε το κεντρικό θέμα της συζήτησης που αφορά τις σύγχρονες για την εποχή του Πλουτάρχου φιλοσοφικές και επιστημονικές θεωρίες σχετικά με τη Σελήνη. Σε αυτό το μέρος παρουσιάζεται μία μεγάλη γκάμα από απόψεις βασισμένες στη φυσική, αστρονομία και γεωμετρική οπτική της εποχής που χρησιμοποιούνται σαν εργαλεία γιαν τον προσδιορισμό των συστατικών των υλικών που διαμορφώνουν τη Σελήνη. Ίσως αυτό το κομμάτι να είναι και ένα από τα μοναδικά στην αρχαιότητα που συγκεντρώνει με τον καλύτερο τρόπο όλες τις επιστημονικές αλήθειες της εποχής σχετικά με το δορυφόρο της Γης.

Στο τμήμα αυτό συνοψίζονται από τους ομιλητές θεωρίες όπως αυτές του Αρίσταρχου και του Ιππάρχου, αμφισβητούνται οι νόμοι της ανάκλασης, απορρίπτεται η θεωρία περί φυσικής κίνησης προς το κέντρο του σύμπαντος, ενώ μπορούμε να διακρίνουμε τις πρώτες βάσεις για τις μελλοντικές θεωρίες του Κοπέρνικου, του Γαλιλαίου και του Κέπλερ. Μάλιστα ο τελευταίος υποστήριξε ότι ο διάλογος αυτός του Πλουτάρχου ήταν το πιο σημαντικό έργο της αρχαιότητας με θέμα το δορυφόρο της Γης. Ο Κέπλερ, ήδη από νωρίς είχε δείξει μεγάλο ενδιαφέρον για τη Σελήνη και μετέφρασε το κείμενο του Πλουτάρχου από τα Ελληνικά που ήταν αρχικά γραμμένο στα Λατινικά, συμπληρώνοντας και δικές του παρατηρήσεις, όπου ο ίδιος θεωρούσε ότι ήταν απαραίτητες.

Η άποψη που κυριαρχεί σε αυτή την ενότητα είναι σε αντίθεση με τους Στωϊκούς και τον Αριστοτέλη—που υποστήριζαν ότι η Σελήνη είναι ένα μείγμα φωτιάς και σκοτεινού αέρα, ένα αιθέριο και φωτεινό άστρο που περιέχει ένα αρκετά πιο εξαιρετικό στοιχείο από τα συνηθισμένα τέσσερα, αυτά της γης, του νερού, της φωτιάς και του αέρα—η Σελήνη είναι ένα συμπαγές ουράνιο σώμα σαν τη Γη. Η επιχειρηματολογία της παραπάνω θέσης είναι αρκετά ενδιαφέρουσα και βασίζεται κυρίως στην ανθρώπινη παρατήρηση.

Οι ομιλητές αναφέρονται σε θέματα που άπτονται των σκιών που φαίνονται στο πρόσωπο που δείχνει η Σελήνη, της κίνησής της σε σχέση με τη Γη, το χρώμα της και τις φάσεις της. Ένα αρκετά σημαντικό στοιχείο που θίγεται σε αυτό το κομμάτι και που αρκετά αργότερα στη σύγχρονη ιστορία απασχόλησε τους επιστήμονες είναι το γεγονός ότι ζητήματα αστρονομικά συνδέονται άμεσα με τη γεωγραφία του χώρου καθώς οφείλεται να δίνεται έμφαση στην αμοιβαία σχέση που υπάρχει μεταξύ των όσων συμβαίνουν στη γη και στον ουρανό.

Είναι ενδιαφέρον ότι με το που εδραιώνεται μία ισχυρή επιχειρηματολογία υπέρ της θέσης ότι η Σελήνη είναι σαν τη Γη, οι ομιλητές επιχειρούν να προσεγγίσουν το θέμα κατά πόσο μπορεί η Σελήνη να κατοικηθεί. Αυτό μας οδηγεί στο δεύτερο κομμάτι του διαλόγου όπου οι συνδιαλεγόμενοι εξερευνούν μία σειρά γεωγραφικών θεμάτων που αφορούν το περιβάλλον, αλλά και την ίδια τη ζωή πάνω στον δορυφόρο της Γης.

Tελεολογικές και περιβαντολλογικές θεωρίες

Το κομμάτι αυτό μονοπωλεί σχεδόν ο μονόλογος του Λαμπρία, ο οποίος φαίνεται ότι συμφωνεί με τις προσωπικές απόψεις του Πλουτάρχου για το θέμα, αλλά και των Πλατωνικών φιλοσόφων. Αυτό που προσπαθούν να επιλύσουν οι συνομιλητές δεν είναι τόσο αν όντως υπάρχουν όντα στη Σελήνη, αλλά κατά πόσο θα μπορούσαν να ζήσουν εκεί. Σε ένα άλλο έργο του, το «Περί των αρεσκόντων τοις φιλοσόφοις φυσικών δογμάτων» ο Πλούταρχος αναφέρει ότι η απόψη ότι υπάρχουν όντα στη Σελήνη αποδίδεται στους Πυθαγορίους, ενώ ο Διογένης ο Λαέρτιος την αποδίδει στον Αναξαγόρα (Περί των αρεσκόντων τοις φιλοσόφοις, 892a:

«Οἱ Πυθαγόρειοι γεώδη φαίνεσθαι τὴν σελήνην διὰ τὸ περιοικεῖσθαι αὐτὴν καθάπερ τὴν παρ´ ἡμῖν γῆν μείζοσι ζῴοις καὶ φυτοῖς καλλίοσιν· εἶναι γὰρ πεντεκαιδεκαπλασίονα τὰ ἐπ´ αὐτῆς ζῷα τῇ δυνάμει μηδὲν περιττωματικὸν ἀποκρίνοντα, καὶ τὴν ἡμέραν τοσαύτην τῷ μήκει.»

Απ.: «Οι Πυθαγόριοι υποστηρίζουν ότι η Σελήνη φαίνεται να είναι γήινη για το λόγο ότι κατοικείται όπως και η γη μας. Και πάνω σε αυτήν υπάρχουν ζώα μεγαλύτερα σε μέγεθος και φυτά εξαιρετικής ομορφιάς από αυτά που μπορεί να φιλοξενήσει ο πλανήτης μας. Επίσης δεν αφήνουν πίσω τους περιττώματα και εκεί οι μέρες διαρκούν δεκαπέντε φορές περισσότερο.»)

Αυτός που προσεγγίζει, όμως, πρώτος την πιθανότητα ύπαρξης ζωής στη Σελήνη είναι ο Θέων βασιζόμενος σε ένα τελεολογικό επιχείρημα που είχε διατυπωθεί νωρίτερα, ότι δηλαδή η Σελήνη είναι σαν την Γη. Αναφέρει, λοιπόν:

«Αν δεν είναι δυνατόν [η ύπαρξη ζωής στη Σελήνη], τότε είναι παράλογο και το να είναι η γη η Σελήνη, διότι θα φανεί τότε πως δεν έχει γίνει για κανένα σκοπό αλλά μάταια, εφόσον ούτε καρπούς βγάζει ούτε προσφέρει σε ανθρώπους κάποιου είδους έδρα, γέννηση και τρόπους επιβίωσης, πράγματα που λέμε πως έχει γίνει και τούτη εδώ (Γη)…» (Περί του Προσώπου της Σελήνης, 937d-e)

Ο λόγος του Θέωνα επικεντρώνεται στο να δυσφημίσει κατά κάποιον τρόπο ότι μπορεί να υπάρξει κατοίκηση στη Σελήνη και καταθέτει για αυτό μία σειρά περιαυτολογικών θα λέγαμε εμποδίων που καθιστούν κάθε μορφή ζωής εκεί αδύνατη. Το λόγο παίρνει κατόπιν ο Λαμπρίας, ο οποίος διαφωνεί με την άποψη ότι η Σελήνη δεν έχει κανένα απολύτως ρόλο επειδή και μόνο δεν μπορούν να ζήσουν πάνω της άνθρωποι. Άλλωστε, υπάρχουν, υποστηρίζει πολλά μέρη πάνω στη Γη που δεν είναι κατοικήσιμα:
«Πρώτα απ’ όλα, λοιπόν, δεν είναι αναγκαίο, αν δεν κατοικούν άνθρωποι στη Σελήνη, αυτή να έχει γίνει μάταια και χωρίς λόγο. Πράγματι, ούτε τούτη εδώ τη γη βλέπουμε να παράγει ή να κατοικείται σε όλη της την έκταση, αλλά μικρό της μέρος, σαν να ήταν κορυφές ή χερσόνησοι που αναδύονται από το βυθό, είναι γόνιμο σε ζώα και φυτά, ενώ από τα υπόλοιπα άλλα είναι έρημα και άκαρπα λόγω της κακοκαιρίας και του καύσωνα, ενώ τα περισσότερα έχουν βυθιστεί στη μεγάλη θάλασσα … Κάθε άλλο, όμως, παρά μάταια έχουν γίνει αυτά, διότι και απαλές αναθυμιάσεις βγάζει η θάλασσα και τους πιο ευχάριστους ανέμους, όταν το καλοκαίρι είναι στην ακμή του, από την ακατοίκητη και παγωμένη περιοχή ελευθερώνουν και σκορπίζουν τα χιόνια, καθώς λιώνουν σιγά σιγά…» (Περί του Προσώπου της Σελήνης, 938d-e)
Με τον ίδιο τρόπο, μία Σελήνη άγονη από κάθε ίχνος ζωής μπορεί ακόμα να εκτελεί «χρήσιμες» λειτουργίες, όπως να απορροφά τις αναθυμιάσεις της Γης και να μετριάζει τον υπερβολικό καύσο και τη δριμύτητα του ήλιου. Ο Λαμπρίας συνεχίζει λέγοντας ότι τίποτα δεν έχει ειπωθεί που να αποδεικνύει ότι η κατοίκηση στη Σελήνη είναι απίθανη και υποστηρίζει στον μονόλογό του ότι αυτή κατοικείται από ζωντανά όντα, που είναι όμως ανώτερα σε ιεραρχία από τους γήινους θνητούς.

Μπορεί η κίνησή της να μη θυμίζει αυτή της Γης, αλλά δεν είναι όμως ακανόνιστη ή μη σταθερή, εφόσον οι αστρονόμοι έχουν αποδείξει το αντίθετο. Μία ανάλογη ισορροπία φέρνει την ηρεμία στις μεγάλες διαφορές της θερμοκρασίας, ενώ η λεπτή και διάφανη ατμόσφαιρά της διαχέει το φως του ήλιου, αναφέρει ο Λαμπρίας. Στην συνέχεια υποστηρίζει ότι και στη Γη υπάρχουν φυτά που αντέχουν σε ακραίες καιρικές συνθήκες και επιβιώνουν είτε με ελάχιστο νερό, είτε με ξηρασία είτε με χιονιά και παρόλο αυτά προσαρμόζονται άψογα.

Στο σημείο αυτό ο Πλούταρχος μέσω του Λαμπρία απαριθμεί μία λίστα τέτοιων φυτών στη Γη και θέτει την εξής ερώτηση στους συνομιλητές του: «γιατί να μην υπάρχουν και ανάλογα τέτοια φυτά στη Σελήνη που να προσαρμόζονται στις συνθήκες που επικρατούν εκεί;» Με λίγα λόγια:
«Εκείνοι πάλι που θεωρούν τη Σελήνη σώμα πυρωμένο και φλογισμένο κάνουν λάθος, αλλά κι αυτοί, που απαιτούν τα εκεί ζωντανά πλάσματα να διαθέτουν όσα ακριβώς (όργανα) διαθέτουν και τα εδώ για τη γένεση, την τροφή και την επιβίωση, μοιάζουν να μην έχουν ιδέα από τις ανωμαλίες τις σχετικές με τη φύση, στις οποίες μπορεί κανείς να ανακαλύψει μεγαλύτερες και περισσότερες διαφορές και ανομοιότητες των ζωντανών πλασμάτων μεταξύ τους παρά με τα μη ζωντανά πλάσματα.» (Περί του Προσώπου της Σελήνης, 940b)
Και συνεχίζει ο Λαμπρίας μετά τις παρατηρήσεις του για το περιβάλλον και για ίδιους τους ανθρώπους που κατοικούν στη Σελήνη, οι οποίοι μπορεί να μην χρειάζονται τόσο τροφή όσο εμείς στη Γη για να επιβιώσουν. Έτσι, αντίστοιχα, το περιβάλλον της Σελήνης ενδέχεται να είναι το κατάλληλο για αυτούς με τον ίδιο τρόπο που ένας φαινομενικά για τον άνθρωπο αφιλόξενος ωκεανός μπορεί να υποστηρίξει κάποια μορφή ζωής διαφορετική από την ανθρώπινοι. Οι άνθρωποι της Σελήνης, λοιπόν…
«θα απορούσαν πολύ περισσότερο με τη Γη, βλέποντάς τη, σαν κατακάθι και λάσπη του σύμπαντος [ὑποστάθμην καὶ ἰλὺν τοῦ παντὸς], να αχνοφαίνεται μέσα από τα υγρά, ομίχλες και νέφη, τόπος χωρίς φως, χαμηλός και ακίνητος, αν γεννάει και τρέφει ζωντανά πλάσματα, που έχουν μερίδιο στην κίνηση, την αναπνοή και τη θερμότητα.» (Περί του Προσώπου της Σελήνης, 940e)
Είναι πάρα πολύ σημαντικός ο τρόπος με τον οποίο αναπτύσσει την επιχειρηματολογία του ο Λαμπρίας, η οποία βασίζεται στο μοτίβο της ανεστραμμένης προοπτικής βάζοντας κατά κάποιο τρόπο τους συνομιλητές του, αλλά και τον αναγνώστη του σε μία έξω από την οικεία ανθρώπινη κατάσταση/ θέση παρατήρησης. Υπό αυτήν την ανεστραμμένη προοπτική των όντων που κατοικούν στην Σελήνη—όπου τα γήινα όντα δεν είναι το σημείο αναφοράς/παρατήρησης—η ίδια η Σελήνη είναι η «πραγματική Γη», η οποία καταλαμβάνει τη μέση θέση μεταξύ του οίκου των θεών και του ό,τι είναι ο «Κάτω Κόσμος» για αυτούς. (δηλ. στην κορυφή οι θεοί, στη μέση η Σελήνη-Γη και στο τέλος ο Κάτω Κόσμος).

Αυτή, η κατά κάποιου είδους προειδοποίηση προς τους αναγνώστες και τους συνομιλητές του να μην υιοθετούν και να επιβάλλουν το μοντέλο ζωής της Γης σαν εκείνη τη νόρμα/φόρμουλα/θεώρηση βάσει της οποίας θα πρέπει να αντιλαμβάνονται και να προβλέπουν τη ζωή στο σύμπαν, διαφημίζει θα λέγαμε μία διαφορετική εξω-κοσμική προοπτική του γνωστού μας ανθρωπίνου κόσμου, και αποκαλύπτει τη διαφορετικότητα σαν το δομικό υλικό της ίδιας της ζωής. Σύμφωνα με τον Λαμπρία, η άποψη που υποστηρίζει ότι δεν μπορεί να υπάρξει ζωή στη Σελήνη ίσως να οφείλεται στο γεγονός ότι η ανθρώπινη φύση στέκεται εμπόδιο στο να αντιληφθεί ο άνθρωπος ότι υψηλότερες μορφές ζωής από τη δική του είναι πιθανόν να υπάρχουν στο σύμπαν.

Σε αυτό το σημείο τελειώνει και το δεύτερο μέρος του διαλόγου, αλλά θα ήταν άδικο να μην κάνουμε ορισμένες παρατηρήσεις με αφορμή όλες αυτές τις περιαυτολογικές γνώσεις που παρατίθενται από τον Πλούταρχο σχετικά με τη διαφορετικότητα των περιοχών πάνω στη γη, των ζώων και των φυτών. Ο Πλούταρχος ακούγεται σαν να μας προειδοποιεί ότι τα διάφορα περιβάλλοντα μπορεί να φαίνονται φαινομενικά αφιλόξενα για τον άνθρωπο αλλά υπό μία μη τελεολογική θεώρηση δεν πρέπει απαραίτητα όλα να έχουν έναν ολοκληρωτικό ή άμεσα ανθρωποκεντρικό χαρακτήρα-σκοπό. Για παράδειγμα, υπάρχει ζωή στους ωκεανούς και τις ερήμους που από μόνη της έχει τη δική της αξία και χαρακτήρα παρόλο που για τον άνθρωπο η σημασία της μπορεί να είναι φαινομενικά απόμακρη.

Υπάρχουν και άλλοι συγγραφείς στην αρχαιότητα, όπως ο Λουκρήτιος που παρουσιάζουν μία σειρά παραδειγμάτων τα οποία αποδεικνύουν ότι ακόμα και αν υπήρχε ένας Δημιουργός, τότε σίγουρα δεν δημιούργησε τα πάντα για τον άνθρωπο ή θα συμπληρώναμε για να βολεύουν και να εξυπηρετούν αυτόν ή ακόμα ότι και η Γη δεν δημιουργήθηκε για τον ίδιο τον άνθρωπο. Η Γη, υποστηρίζει, δεν είναι τέλεια: μεγάλες περιοχές της δεν είναι προσβάσιμες στον άνθρωπο και δεν είναι μυστικό ότι πολλά από τα ζώα που κατοικούν πάνω της προσαρμόζονται πολύ καλύτερα στη φύση από ότι εκείνος.

Αν και η ζωή μπορεί να βρεθεί ακόμα και στις πιο αφιλόξενες περιοχές, ο Πλούταρχος σε αυτό το κομμάτι καταλήγει ότι ακόμα και αυτές παίζουν το ρόλο τους στη λειτουργία του όλου. Αναδεικνύοντας αυτές τις αλληλεπιδράσεις μέσα σε ένα γεωγραφικό περιβάλλον απορρίπτει την ιδέα ότι η προοπτική κατοίκησης είναι αυτή που καθιστά ένα μέρος χρήσιμο, είτε πρόκειται για τη Γη είτε για τη Σελήνη.

Βλέπουμε, λοιπόν, πως ο Πλούταρχος θέτει προβληματισμούς σύγχρονους σε εμάς, μιας και η τελεολογική θεώρηση του σύμπαντος είναι ακόμα εξέχουσα σε αρκετές σχολές σκέψεις που αφορούν τις φυσικές επιστήμες και ιδιαίτερα όσες ασχολούνται με τη ζωή. Ειδικά τα διάφορα οικοσυστήματα αναπόφευκτα εγείρουν προβλήματα όσον αφορά τη λειτουργία τους και το σκοπό τους. Παραμένει ακόμα και σήμερα θέμα προς συζήτηση κατά πόσο ή όχι μία τελεολογική θεώρηση του σύμπαντος μπορεί να μειώνεται με την μηχανιστική επεξηγηματική συμπεριφορά των επιμέρους μερών του και κατά πόσο μία καθαρά μηχανιστική επεξήγηση των φαινομένων είναι πιθανή.

Ο Πλούταρχος τουλάχιστον στο έργο του αυτό βρήκε την αφορμή να υποδείξει ότι η αιτιότητα και η αιτία δεν είναι συνώνυμες, και ότι η επεξήγηση ενός γεγονότος παραθέτοντας τις αιτίες του δεν εξαλείφει την ανάγκη κάποιου να κατανοήσει και την σημασία του.

O ρόλος της Σελήνης στη γένεση-δημιουργία

Ίσως το τρίτο μέρος του έργου είναι και αυτό που παρουσιάζει το μεγαλύτερο ενδιαφέρον, τουλάχιστον εδώ. Στο σημείο αυτό, αρχικά ο Σύλλας ξεκινάει την αφήγηση μίας ιστορίας που έμαθε από κάποιον ξένο που έμενε στο νησί του Κρόνου, που βρίσκεται δυτικά της Βρετανίας. Πέρα από αυτά τα νησιά, συνεχίζει η ιστορία βρίσκεται μία μεγάλη ήπειρος όπου τα ποτάμια της χύνονται στον Ατλαντικό ωκεανό και από την οποία στέλνονται στο νησί του Κρόνου απεσταλμένοι κάθε τριάντα χρόνια (όταν ο Κρόνος περάσει στον αστερισμό του Ταύρου).

Το τμήμα αυτό μαζί και με άλλες λεπτομέρειες που αναφέρονται θυμίζει έντονα το μύθο της Ατλαντίδας που καταγράφεται στον Τιμαίο του Πλάτωνα, και είναι και αυτό που έχει απασχολήσει περισσότερο τους ερευνητές. Οι ομοιότητες είναι αρκετές, αλλά δεν θα μας απασχολήσει περισσότερο εδώ, εφόσον θα επικεντρωθούμε στο δεύτερο κομμάτι της ιστορίας του Σύλλα. Ο ξένος, λοιπόν, που γνώρισε ο Συλλας στην Καρχηδόνα είχε ανακαλύψει κάτι ιερές περγαμηνές που είχαν ξεχαστεί για πολύ καιρό μέσα στη Γη και συμβούλεψε τον Σύλλα:
«ότι από τους ορατούς θεούς πρέπει να τιμούν οι άνθρωποι ξεχωριστά τη Σελήνη, πράγμα που παρότρυνε και εμένα να κάνω, επειδή είναι κυρία της ζωής,βρίσκεται κοντά.» (Περί του Προσώπου της Σελήνης, 942c)
Στη συνέχεια, περιληπτικά θα λέγαμε ότι ο Πλούταρχος αναδιατυπώνει μία αρκετά δημοφιλή θέση για την αρχαιότητα ότι δηλαδή η Σελήνη είναι ο απαραίτητος ενδιάμεσος σταθμός για την ανύψωση της ψυχής στις ανώτερες σφαίρες. Ας δούμε περιληπτικά τι αναφέρει η ιστορία του Σύλλα για τη λειτουργία αυτή της Σελήνης και μετά θα προχωρήσουμε σε μία ανάλυσή του για το πώς φυλακίζεται η ψυχή και τη θέση της μέσα στη δημιουργία, ή όπως τα αρχαία κείμενα την αναφέρουν σαν γένεση.

Σελήνη και το Ταξίδι των Ψυχών

Συγκεκριμένα γίνεται λόγος για το ίδιο το πρόσωπο της Σελήνης που τρομοκρατεί τις ψυχές, αν και ο ίδιος ο Πλούταρχος παρουσιάζει πιο ρεαλιστικά το γεγονός λέγοντας ότι απλά αυτό που βλέπουν οι ψυχές όταν αφήνουν το σώμα πίσω στη Γη δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένα βάθος/κοίλωμα, το μεγαλύτερο μάλιστα από αυτά που αποκαλούν και μυχό της Εκάτης. Ίσως να πρόκειται, για τη λεγόμενη περιοχή της σελήνης που ονομάζεται Mare Orientale, από όπου ξεκινά μία μωβ διπλή εσωτερικά ακτίνα που ρουφά την ψυχή κάποιου όταν αυτός πεθάνει. Στο μέρος αυτό, αναφέρει ο Πλούταρχος τιμωρούνται και παίρνουν εκδίκηση οι ψυχές για όσα υποστούν ή πράξουν. Άραγε να έχει να κάνει σχέση με τη λεγόμενη περιοχή ανακύκλωσης-σταθμού υποδοχής, Sinus Midii όπου υπάρχει και το περίφημο κτίσμα-κατασκευή SHARD; Ας δούμε πώς περιγράφει ο Πλούταρχος αυτό το σημείο:
«Τις φοβίζει [ψυχές] όμως και το αποκαλούμενο πρόσωπο, όταν φθάνουν κοντά, που είναι βλοσυρό και τρομακτικό να το βλέπεις. Ωστόσο στην πραγματικότητα δεν είναι τίποτε, αλλά, όπως ακριβώς η δική μας η γη διαθέτει κόλπους βαθείς και μεγάλους … έτσι και τούτα είναι τα βάθη της σελήνης και τα κοιλώματα. Από αυτά το μεγαλύτερο αποκαλούν μυχό της Εκάτης, όπου τιμωρούνται και παίρνουν εκδίκηση οι ψυχές για όσα τυχόν υποστούν ή πράξουν. Και δύο μεγάλες από αυτές ονομάζονται πύλες και από μέσα τους περνούν οι ψυχές, η μια προς τη μεριά της σελήνης που βλέπει προς στον ουρανό, την άλλη προς τη μεριά που βλέπει προς τη γη.» (Περί του Προσώπου της Σελήνης, 944c)
Ας δούμε, όμως, από την αρχή πώς περιγράφει ο Πλούταρχος το ταξίδι αυτό των ψυχών. Στην ιστορία αυτή ο αναγνώστης θα διαπιστώσει πάρα πολλές ομοιότητες με τις ιδέες του Πλάτωνα και συγκεκριμένα με το τρόπο που παρουσιάζεται η ψυχή στο έργο του Τιμαίος.

Και για τους δύο συγγραφείς ο άνθρωπος αποτελείται από τρία μέρη: τον νου (πνεύμα), την ψυχή και το σώμα όπου προέρχονται ή δίνονται στον άνθρωπο αντίστοιχα από τον Ήλιο, τη Σελήνη και τη Γη. Δεν θα πρέπει να θεωρείται ο νους σαν το μέρος της ψυχής, όπως θεωρείται η ψυχή σαν μέρος του σώματος. Στον Τιμαίο η ψυχή έχει ένα θνητό και ένα αθάνατο κομμάτι: στο μεν πρώτο κατοικεί το θυμοειδές και το επιθυμητικόν και στο αθάνατο κατοικεί το λογιστικόν.

Για τον Πλούταρχο ο νους (πνεύμα) είναι ανώτερος και πιο θεϊκός από την ψυχή για όσο βρίσκεται η ψυχή στο σώμα. Η ανάμειξη της ψυχής και του σώματος δημιουργεί αίσθηση, ενώ η σύνοδος του νου και της ψυχής τον λόγο. Όλα αυτά τα αναφέρουμε γιατί κεντρικό θέμα της ιστορίας του Πλουτάρχου σχετικά με το ταξίδι των ψυχών στη Σελήνη έχει να κάνει με τον Διπλό Θάνατο.
«Όσο για το θάνατο που πεθαίνουμε, ο ένας [πρώτος θάνατος] κάνει τον άνθρωπο αντί για τρία [νους-ψυχή-σώμα] να αποτελείται από δύο στοιχεία· ο άλλος [θάνατος] αντί για δύο να αποτελείται από ένα. Ο πρώτος γίνεται στη γη της Δήμητρας [επίγειος θάνατος]…, μέσα σε αυτή γίνεται το μυστήριο και τους νεκρούς Δημήτρειους ονόμαζαν παλιά οι Αθηναίοι. Ο άλλος θάνατος γίνεται στη Σελήνη της Φερσεφόνης [Περσεφόνης].
Συνοικος της μίας είναι ο χθόνιος Ερμής, της άλλης ο ουράνιος. Λύνει όμως η Γη γρήγορα και με βία την ψυχή από το σώμα, ενώ η Φερσεφόνη μαλακά και επί μεγάλο χρονικό διάστημα λύνει τον νου από την ψυχή, για αυτό το λόγο έχει αποκληθεί και μονογενής, γιατί μένει μόνο του το καλύτερο μέρος του ανθρώπου, καθώς διαχωρίζεται από αυτήν.» (Περί του Προσώπου της Σελήνης, 943a-c)
Στο κομμάτι, λοιπόν αυτό είναι ξεκάθαρο ότι ο Πλούταρχος αναφέρεται στο διπλό θάνατο του ανθρώπου και στο πόσο διαφορετικά αυτοί συμβαίνουν. Στη συνέχεια περιγράφονται με αρκετές λεπτομέρειες τι συμβαίνει στις ψυχές μέχρι να έρθει ο δεύτερος θάνατός τους. Είναι αρκετά αξιοσημείωτο ότι για τον Πλούταρχο δεν έχουν όλες οι ψυχές αυτό που ονομάζει νου-πνεύμα, ή όπως θα λέγαμε θεϊκό σπινθήρα. Το πιθανότερο είναι να αναφέρεται σε αυτό που ονομάζουμε έμψυχα και άψυχα όντα, έμψυχοι και άψυχοι άνθρωποι. Αυτό που ακολουθεί είναι μία καταπληκτική περιγραφή της «ενεργειακής απογύμνωσης της ψυχής κατά επίπεδα.»
«Καθένας από αυτούς τους διαχωρισμούς (νου-ψυχής) επιτυγχάνεται κατά φύση με τον τρόπο αυτό: κάθε ψυχή, τόσο χωρίς όσο και με νου, όταν βγει από το σώμα, είναι ορισμένο από την ειμαρμένη να πλανηθεί στην περιοχή μεταξύ Γης και Σελήνης για ορισμένο διάστημα—όχι ίσο· αλλά οι άδικες και οι ακόλαστες ψυχές πληρώνουν για τα αδικήματά τους, ενώ οι άλλες όσο για να εξαγνιστούν, και, σαν να ήταν χαλασμένος ατμός, να εκπνεύσουν τα μιάσματα που προέρχονται από το σώμα, στο πιο γαλήνιο μέρος του αέρα που το αποκαλούν «τα λιβάδια του Άδη,» πρέπει να μείνουν για ορισμένο χρονικό διάστημα.» (Περί του Προσώπου της Σελήνης, 943c)
Σε αυτό θα λέγαμε το μεσοδιάστημα, οι ψυχές πριν φθάσουν στη Σελήνη έχουν την ψευδαίσθηση της κίνησης και ζουν σε μία εικονική πραγματικότητα νιώθοντας ανάμεικτα συναισθήματα. Ο Πλούταρχος χρησιμοποιεί την εικόνα της θάλασσα και των κυμάτων για να αποδώσει το νόημα αυτό:
«Εκεί σαν να επαναφέρονται στην πατρίδα από την ξενιτιά της εξορίας γεύονται χαρά παρόμοια με εκείνη που νιώθουν όσοι μυούνται στα μυστήρια, συνδυασμένη με ελπίδα γλυκιά αλλά ανακατεμένη σε μεγάλο βαθμό με ταραχή και έξαψη.» Πράγματι, πολλές είναι εκείνες τις οποίες σπρώχνει εκείνη και απομακρύνει με το κύμα, μολονότι έχουν ήδη πιαστεί από τη Σελήνη, ορισμένες πάλι από τις εκεί βλέπουν να αναποδογυρίζουν και να καταποντίζονται, λες, πάλι σε βυθό.» (Περί του Προσώπου της Σελήνης, 943d)
Μετά από αυτό μεσοδιάστημα αγκιστρώνονται οι ψυχές στη Σελήνη τις οποίες ο Πλούταρχος παρομοιάζει με ακτίνες, που όμως έχουν φωτιά στην ψυχή που ελαφραίνει και πηγαίνει προς τα πάνω.

Εκτός από το πρόσωπο της Σελήνη που όπως αναφέραμε πιο πάνω τρομοκρατεί τις ψυχές, ένα άλλο στοιχείο που έχει την ίδια επίδραση είναι η σκιά της και συγκεκριμένα η σκιά της Γης που πέφτει πάνω της σε εκλείψεις. Σε αυτή την περίπτωση αναφέρει ο Πλούταρχος οι ψυχές των αγαθών την παροτρύνουν να κινηθεί πιο γρήγορα ώστε να βγει έξω από τη σκιά γιατί όταν βρίσκονται κάτω από αυτήν δεν ακούν την μουσική του ουρανού, ή αλλιώς τη θεία αρμονία κατά τον Πλάτωνα.

Στην αντίθετη περίπτωση, οι ψυχές των αδίκων περνούν μέσα από τη σκιά με οδυρμούς και αλαλαγμούς και αυτός είναι ο λόγος όπου και οι περισσότεροι άνθρωποι συνηθίζουν να κάνουν θόρυβο χτυπώντας μέταλλα κατά τη διάρκεια των εκλείψεων για να κάνουν πάταγο εναντίον των φαύλων ψυχών. Είναι γνωστό ότι το χτύπημα των μετάλλων στην αρχαιότητα θεωρούνταν πως έχει τη δύναμη να αποτρέπει το κακό και γι’ αυτό το λόγο γινόταν κατά τη διάρκεια των εκλείψεων ώστε να διώξει τα κακά πνεύματα που τις προκαλούσαν.

Κάποιες από αυτές τις ψυχές εκεί, που ο Πλούταρχος αποκαλεί δαίμονες κατεβαίνουν στη Γη για να φροντίσουν τα μαντεία και να παρευρίσκονται και να λαμβάνουν μέρος στις ανώτατες οργιαστικές τελετές, αλλά και να βοηθούν και να προστατεύουν όσους αδικούνται, να σώζουν ανθρώπους στους πολέμους και στη θάλασσα. Όσοι όμως από αυτούς σφάλλουν, φυλακίζονται και πάλι σε ανθρώπινα σώματα, δηλ. ενσαρκώνονται και πάλι πριν έρθει ο δεύτερος θάνατος όπως στις άλλες ψυχές.

Και από το σημείο αυτό ο Πλούταρχος μέσα σε μία παράγραφο περιγράφει ακριβώς τι είναι αυτός ο δεύτερος θάνατος, μία αλλαγή όπως λέει σε άλλο τόπο προς το άριστο. Αυτό δεν είναι τίποτα άλλο από τον διαχωρισμό του νου από την ψυχή, που για άλλες ψυχές έρχεται νωρίς και για άλλες πιο αργά. Είναι η στιγμή εκείνη που η ψυχή όντας το περίβλημα του νου, του πνεύματος, του θεϊκού σπινθήρα τον ξετυλίγει για να γυρίσει αυτός πίσω στην πηγή του, σύμφωνα με τον Πλούταρχο, τον ήλιο.
«Την πετυχαίνουν [την αλλαγή] τώρα άλλοι νωρίτερα άλλοι αργότερα, όταν ο νους διαχωριστεί από την ψυχή. Διαχωρίζεται μέσω του έρωτα για την εικόνα στον ήλιο, με την οποία λάμπει και φαίνεται επιθυμητό, το ωραίο, το θεϊκό και το μακάριο, το οποίο κάθε φύση, η καθεμιά με το δικό της τρόπο λαχταρά.
Η ουσία όμως της ψυχής (τῆς ψυχῆς φύσις) μένει πάνω στη σελήνη, διατηρώντας κάποια ίχνη και όνειρα ζωής, για να το πούμε έτσι, και γι’ αυτήν να θεωρείς ότι σωστά έχει λεχθεί το «ψυχή σαν όνειρο φτερούγισε και πέταξε.» Στην πραγματικότητα δεν το παθαίνει αμέσως, ούτε αφού αποχωριστεί από το σώμα, αλλά αργότερα, όταν μείνει έρημη και μόνη, αφού χωριστεί από τον νου.» (Περί του Προσώπου της Σελήνης, 944f)
Με λίγα λόγια αυτός ο δεύτερος θάνατος είναι η επιστροφή του παγιδευμένου θεϊκού σπινθήρα στην αρχική του πηγή· είναι το μεγάλο στοίχημα που πρέπει να κερδίσουν όλοι όσοι τον διαθέτουν για να μην κάνουν πάλι το σφάλμα της ενσάρκωσης, να μην υποστούν άλλη μία γένεση, άλλη μία δημιουργία. Και η Σελήνη παίζει έναν καίριο ρόλο σε αυτό το διαχωρισμό της ψυχής από το νου, ώστε ο δεύτερος να ξεφύγει από τη φυλακή της δημιουργίας και να επιστρέψει πίσω στη θεία φλόγα, όπως οι ψυχές που διαθέτουν σωφροσύνη και πόθησαν ζωή φιλοσοφημένη και χωρίς σκοτούρες, όπως αναφέρει ο Πλούταρχος. Όπως στη Γη γίνεται ο διαχωρισμός του σώματος από τα δύο άλλα μέρη, έτσι γίνεται και στη Σελήνη που αποτελεί το σύνορο για τη φυλακή των ψυχών.

Ο αγώνας για την απελευθέρωση είναι αρκετά δύσκολος
«Από τις ψυχές που αγαπούσαν τις τιμές, τη δράση, από τις ψυχές που ερωτεύονταν τα σώματα και λειτουργούσαν με το θυμικό ορισμένες ζουν σε ύπνο βλέποντας για όνειρα ό,τι θυμούνται από τη ζωή. Αν όμως το άστατο και το επιρρεπές στα πάθη στοιχείο τις ξεσηκώνει και τις τραβάει από τη σελήνη προς άλλη γένεση, δεν τις αφήνει η σελήνη … αλλά τις καλεί πίσω και τις κρατάει με μάγια να γείρουν προς τη γη.» (Περί του Προσώπου της Σελήνης, 945b)
Στο τέλος του διαλόγου αναφέρεται εν συντομία και η αντίστροφη διαδικασία, αυτή της γένεσης: ο ήλιος θερίζει τη ζωτική δύναμη, τον νου. Κατόπιν η Σελήνη τον σπέρνει και δημιουργεί νέες ψυχές και στο τέλος η Γη τις ντύνει με σώματα. Η μεγάλη διαφορά μεταξύ των τριών αυτών ουράνιων σωμάτων είναι οτι τόσο ο Ήλιος όσο και η Γη δίνουν κάτι, ενώ μόνο η Σελήνη δίνει και παίρνει μαζί και συνθέτει και διαιρεί ανάλογα με τις διαφορετικές της δυνάμεις. Σε όλη αυτή τη διαδικασία της γένεσης, οι τρεις Μοίρες σύμφωνα με τους αρχαίους παίζουν μεγάλο ρόλο: η Άτροπος εγκατεστημένη στον Ήλιο δίνει αρχή στη γένεση, η Κλωθώ που κινείται γύρω από τη Σελήνη συνδέει και αναμειγνύει, ενώ τελευταία γύρω από τη γη συμμετέχει στο έργο η Λάχεσις.

Κλείνοντας ο Πλούταρχος αναφέρει πως το άψυχο είναι από μόνο του αδύναμο και επηρεάζεται από άλλα πράγματα. Ο νους-πνεύμα αντίθετα είναι ανεπηρέαστος και αυτοκράτωρ.

Γένεσις και Απογένεσις

Ο Πορφύριος (3ος αι. μΚΕ) στο έργο του Περί του εν Οδυσσεία των Νυμφών Άντρου (Σχετικά με το στην Οδύσσεια Σπήλαιο των Νυμφών) συνδέει το γεγονός της απογένεσις, δηλ. της ανύψωσης της ψυχής από τον υλικό κόσμο με τον ήλιο, και τη διαδικασία της γένεσις με την κάθοδο της ψυχής στον υλικό κόσμο την συνδέει με τη Σελήνη. Αναφέρει, όπως και άλλοι θεολόγοι αλλά και προγενέστερες παραδόσεις, ότι τόσο ο ήλιος όσο και η σελήνη αποτελούν τις δύο «πύλες» μέσα από τις οποίες γίνεται η ανύψωση και η κάθοδος της ψυχής αντίστοιχα.

Ανεξάρτητα από το πόσες σφαίρες ή στρώματα διασχίζει η ψυχή για να ανυψωθεί έξω από τη δημιουργία, η Σελήνη σε όλες αυτές τις παραδόσεις είναι το τελευταίο και κατώτατο όριο-φυλακή πριν τον κόσμο της ύλης. Καθώς είναι η ίδια ο τελευταίος σταθμός της καθόδου της ψυχής, η Σελήνη είναι αυτή που ολοκληρώνει και τη διαδικασία την ενσάρκωσης. Αυτό ακριβώς διαπραγματεύεται όπως είδαμε και τμήμα του έργου Περί του Προσώπου της Σελήνης.

Για να καταλάβουμε όμως το ρόλο της Σελήνης στο θέμα της γένεσης ας πούμε λίγα πράγματα το κοσμολογικό σύστημα στην αρχαιότητα και τις διαιρέσεις του. Εκτός από το διαχωρισμό του κόσμου σε επτά ουράνιες σφαίρες που ήταν αρκετά δημοφιλής στους Ελληνιστικούς και Ύστερους αρχαϊκούς χρόνους, ο διαχωρισμός του σύμπαντος γινόταν και σε τρεις άλλες σφαίρες: την υλική ή γήινη, την αιθερική ή κοσμική και την νοητική ή υπερκοσμική. Υπό αυτή την οπτική αντί να υπάρχουν άρχοντες που να ελέγχουν αυτές τις σφαίρες, κάθεμιά τους βρισκόταν υπό την επιρροή της Γης, της Σελήνης και του Ήλιου αντίστοιχα.

Η Σελήνη σε αυτό το σύστημα αποτελεί το κατώτατο σύνορο της κοσμικής σφαίρας και έτσι ο υλικός κόσμος που βρίσκεται κάτω από τον ουρανό συχνά αναφέρεται σαν υπο-σελήνιος τον οποίο και ελέγχουν σε μεγάλο βαθμό οι δυνάμεις της Σελήνης. Οι δύο αυτές διαφορετικές διαιρέσεις του κόσμου (επτά σφαίρες και η τριμερής διαίρεση) δεν ακυρώνουν η μία την άλλη, απλά δίνουν έμφαση σε διαφορετικά ουράνια σώματα.

Το πρόσωπο της Σελήνης στην αρχαία Κοσμολογία

Η Σελήνη σύμφωνα με τις πηγές φαίνεται να μας δείχνει δύο πρόσωπα όσον αφορά τις ψυχές: ένα ευσπλαχνικό και ένα τρομακτικό. Αυτό θα δούμε ότι έχει να κάνει με το πώς αξιολογείται σε κάθε περίπτωση η γένεση-δημιουργία σαν κοσμολογικό σύστημα, δηλαδή είτε θετικά είτε αρνητικά.

Το θέμα της ενσάρκωσης και συγκεκριμένα ο/οι λόγοι της καθόδου της ψυχής μέσα από τη γένεση-δημιουργία, εκούσια ή ακούσια απασχόλησε αρκετούς τους φιλοσόφους είτε πρόκειται για την κάθοδο μεμονωμένων ψυχών μέσα στον υλικό κόσμο της Δημιουργίας είτε πρόκειται για την αρχική κάθοδο της Ψυχής γενικότερα από τις ανώτερες σφαίρες στις κατώτερες. Σε κάθε περίπτωση η ενσάρκωση-παγίδευση της ψυχής στον κόσμο της ύλης σημαίνει ότι δεν συμμετέχει στην τελειότητα των υψηλότερων σφαιρών.

Αυτή η απώλεια της τελειότητας μεταφράζεται με πολλούς τρόπους και κάθε τρόπος δίνει μια διαφορετική κοσμολογική θεώρηση για τη φύση του υλικού κόσμου και τη γένεση της ψυχής μέσα σε αυτό. Οι φιλόσοφοι λοιπόν στο έργο τους φαίνεται να αξιολογούν την ενσάρκωση της ψυχής άλλοτε θετικά και άλλοτε αρνητικά, γεγονός που συνδέεται με το ευσπλαχνικό και το τρομακτικό πρόσωπο της Σελήνης αντίστοιχα.

Έτσι και ο ρόλος της Σελήνης στη Γένεση-Δημιουργία εξαρτάται άμεσα από την οπτική—θετική ή αρνητική—και την αξιολόγηση της ίδιας της Γένεσης-Δημιουργίας σαν ένα κοσμολογικό σύστημα. Η πιο απαισιόδοξη θέση θεωρεί αυτή την πτώση απλά καταστροφική. Η πιο αισιόδοξη άποψη υποστηρίζει ότι η κάθοδος της ψυχής και η δημιουργία στο υλικό σύμπαν είναι μέρος της αποκάλυψης της θείας έκφρασης για την ολοκλήρωση του κόσμου. Τώρα σκεφθείτε καλά και προβληματιστείτε τι και ποιους εξυπηρετεί η διάδοση αυτής της θέσης.

Η Κάθοδος της Ψυχής και η Δημιουργία

Ενδεικτικό του αρνητικού ρόλου της Σελήνης είναι η απουσία της σε διάφορα τελετουργικά της αρχαιότητας που αφορούν στην ανύψωση της ψυχής, την απογένεση όπως την αποκαλούσαν. Για παράδειγμα, στην τελετουργική προετοιμασία για ένα ξόρκι αθανασίας που βρίσκεται στη λεγόμενη Λειτουργία του Μίθρα είναι έτσι προγραμματισμένη ώστε να αποφευχθεί η παρουσία της Σελήνης κατά τη διάρκεια της ανύψωσης του μάγου στους ουρανούς για να συναντήσει τον ύψιστο θεό, ο οποίος αναφέρεται σαν Ήλιος Μίθρας.

Αν και στο ταξίδι αυτό προβλέπεται να συναντήσει θεούς άλλων πλανητών και άστρων δεν φαίνεται να βλέπει ποτέ μα ποτέ τη Σελήνη. Γιατί όμως να συμβαίνει αυτό; Γιατί πρέπει πάση θυσία σε όλη αυτή την τελετουργική προετοιμασία να αποφύγει την επιρροή της Σελήνης;

Όταν πρόκειται για την αρχαία κοσμολογία που αφορά τη γένεση-δημιουργία η παρουσία της Σελήνης είναι επικίνδυνη και βλαπτική. Το πρόσωπό της που βλέπει στη Γη συνδέεται με τη μανία και με την τρέλα. Ο Κλήμεντας Αλεξανδρείας αναφέρει πως ο Ορφέας αποκαλούσε τη Σελήνη και γοργόνειο λόγω του τρομακτικού της προσώπου, μία άποψη που όπως είδαμε μοιράζεται και ο Πλούταρχος. Το πρόσωπό της αποτελεί το είδωλο της Φύσης, την προσωποποίηση του υλικού κόσμου.

Για την αρχαιότητα η Σελήνη αποτελούσε την μητέρα των δαιμόνων του κόσμου, εκεί που κατοικούν τα κακά πνεύματα. Όταν κάποιος την κοιτάει ή την καλεί με τα ονόματα που τις αποδίδονται τότε φέρνει τις δυνάμεις της γένεσης, με άλλα λόγια εκείνες τις δυνάμεις που δένουν την ψυχή στο σώμα, εκείνες τις δυνάμεις που κρατούν τον άνθρωπο φυλακισμένο στη δημιουργία. Η Σελήνη δεν αποτελεί το σκαλοπάτι ή το μέσο για την ανύψωση, αλλά μία επικίνδυνη δύναμη της οποίας κάθε επίκληση πρέπει να αποφευχθεί καθώς μόνο οι θετικές δυνάμεις μπορούν να απελευθερώσουν την ψυχή από τη μαύρη ύλη.

Αυτό που είναι σημαντικό για το διαχωρισμό του σύμπαντος στις διαφορετικές αυτές σφαίρες ή στρώματα βρίσκεται στην αντίληψη ότι η ψυχή ακολουθεί μία πορεία καθόδου μέσα από αυτές για να ενσαρκωθεί μέσα στον κόσμο της ύλης μέσα από την διαδικασία που ονομάζουμε Γένεση, ή διαφορετικά Δημιουργία. Σύμφωνα με την αρχαία κοσμολογία από κάθε στρώμα που περνάει η ψυχή στην πορεία της ενσάρκωσής της αποκτά και συγκεκριμένα χαρακτηριστικά από την κάθε αντίστοιχη σφαίρα επιρροής. Η Σελήνη, λοιπόν με τη σειρά της γίνεται η πύλη δια μέσου της οποίας πραγματοποιείται η Γένεση και διαχωρίζονται τον θνητό-φθαρτό κόσμο από τον αθάνατο.
Για εκείνους όμως που θέλουν να ανυψωθούν στόχος είναι να υπερκεράσουν το ίδιο το εμπόδιο της Σελήνης, δηλαδή την ίδια την εκπρόσωπο της Γένεσης που φυλακίζει τις ψυχές όταν επέρχεται ο φυσικός θάνατος.
Μάλιστα, όπως ανέφερε και ο Πλούταρχος αυτό δεν αρκεί από μόνο του καθώς χρειάζεται η ψυχή να πεθάνει για δεύτερη φορά πριν ακόμα πάρει το δρόμο της για ακόμα μία ενσάρκωση στον κόσμο της ύλης. Κάποια γνωστικά συστήματα αναφέρουν την παρουσία μία σειρά αρχόντων σε διάφορες βαθμίδες που συνωμοτούν για να κρατήσουν την αδαή ψυχή στον υλικό κόσμο, παίρνοντας διάφορες μορφές κατά την άνοδο της ψυχής προς την απογένεση.

Ανάμεσα σε αυτούς τους θεούς ή δαίμονες συναντάμε την Περσεφόνη και την Εκάτη σαν την προσωποποίηση της ίδιας της Σελήνης που ρυθμίζει τον υλικό κόσμο και είναι η δύναμη που συγκρατεί τις ψυχές κλειδωμένες στον σκοτεινό κόσμο της ύλης.

Λίγες Σκέψεις για το τέλος

Αν όλα αυτά σας φαίνονται παράδοξα ή υπερβολικά αναλογιστείτε τον ρόλο που παίζει η σελήνη στη φυσική ζωή των έμβιων όντων πάνω στη Γη, από την περίοδο και ωορρηξία των γυναικών που είναι στενά συνδεδεμένη με τις φάσεις της Σελήνης μέχρι τα φαινόμενα παλίρροιας και περιοδικότητας σε θάλασσες και ωκεανούς.

Όπως φαίνεται ήδη στην αρχαιότητα ήταν γνωστή η λειτουργία της ενεργειακής φυλακής του συστήματος Γης-Σελήνης. Το ποιος και γιατί καταναλώνει όλη αυτή την ενέργεια έχει γίνει θέμα συζήτησης πολλές φορές από αυτή εδώ την ιστοσελίδα. Η φυλακή της Δημιουργίας εξυπηρετεί κάποιους-κάτι και δεν υπάρχει απλά για να υπάρχει. Και όπως κάθε φυλακή είναι ανάγκη να διαθέτει ένα σύστημα υψίστης ασφαλείας με τη διαφορά ότι εδώ μεγάλο ρόλο σε αυτό παίζουν οι ίδιοι οι φυλακισμένοι.

Ίσως μία αρκετά σημαντική παράμετρος σε όλο αυτό το παιχνίδι—ναι, γιατί είμαστε παιχνίδια—είναι ότι υπάρχει σε όλους ένα έμφυτο ρεύμα διπλής ενέργειας-κατεύθυνσης που όταν ρέει προς τα πάνω γεννά θεούς και όταν ρέει προς τα κάτω γεννά ανθρώπους. Μόνο που έχουμε χάσει τον μπούσουλα ανάμεσα σε αυτές τις πολικότητες και η «ενέργεια» που συγκεντρώνεται κυρίως προς τα κάτω ούτε πια ανθρώπους γεννά. Το ζητούμενο βέβαια δεν είναι να γεννά ούτε και θεούς που δημιουργούν τα μικρά ιδιωτικά τους κλαμπ σαν άλλες δημιουργίες μέσα στα οποία βαριούνται μέχρι θανάτου και το καλύτερο που έχουν να κάνουν είναι να ρισκάρουν την «αθανασία» τους πολεμώντας εναντίον ενός άλλου αθανάτου.

Το ζητούμενο ίσως εδώ να βρίσκεται στην ανάγκη να πιστεύεις ότι ο κόσμος είναι μυστηριώδης και απύθμενος σαν έκφραση της εσώτερης προτίμησης του πολεμιστή, όπως αναφέρει ο Δον Χουάν. Από την άλλη δεν χρειάζεται να στίβεις και τον κόσμο σαν λεμόνι, αλλά να παραμένεις μαζί του όσο χρειάζεται και μετά να απομακρύνεσαι γρήγορα.

«Είναι αλήθεια, όπως λέει και ο Πλούταρχος, πως στις περιπτώσεις αυτές δεν υπάρχει όντως μεγάλη διαφορά μεταξύ αυτών που πιστεύουν ακράδαντα κάτι και εκείνων που ενοχλούνται πολύ μαζί τους και δυσπιστούν πέρα για πέρα, αλλά δεν εννοούν να εξετάσουν ήρεμα το δυνατόν και το ενδεχόμενο.» Η επίγνωση άλλωστε απέχει πάρα πολύ από τη δυσπιστία.

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ: Ἠθικὰ Νικομάχεια (1115a-1115b)

[VI] Ὅτι μὲν οὖν μεσότης ἐστὶ περὶ φόβους καὶ θάρρη, ἤδη φανερὸν γεγένηται· φοβούμεθα δὲ δῆλον ὅτι τὰ φοβερά, ταῦτα δ᾽ ἐστὶν ὡς ἁπλῶς εἰπεῖν κακά· διὸ καὶ τὸν φόβον ὁρίζονται προσδοκίαν κακοῦ. φοβούμεθα μὲν οὖν πάντα τὰ κακά, οἷον ἀδοξίαν πενίαν νόσον ἀφιλίαν θάνατον, ἀλλ᾽ οὐ περὶ πάντα δοκεῖ ὁ ἀνδρεῖος εἶναι· ἔνια γὰρ καὶ δεῖ φοβεῖσθαι καὶ καλόν, τὸ δὲ μὴ αἰσχρόν, οἷον ἀδοξίαν· ὁ μὲν γὰρ φοβούμενος ἐπιεικὴς καὶ αἰδήμων, ὁ δὲ μὴ φοβούμενος ἀναίσχυντος. λέγεται δ᾽ ὑπό τινων ἀνδρεῖος κατὰ μεταφοράν· ἔχει γάρ τι ὅμοιον τῷ ἀνδρείῳ· ἄφοβος γάρ τις καὶ ὁ ἀνδρεῖος. πενίαν δ᾽ ἴσως οὐ δεῖ φοβεῖσθαι οὐδὲ νόσον, οὐδ᾽ ὅλως ὅσα μὴ ἀπὸ κακίας μηδὲ δι᾽ αὑτόν. ἀλλ᾽ οὐδ᾽ ὁ περὶ ταῦτα ἄφοβος ἀνδρεῖος. λέγομεν δὲ καὶ τοῦτον καθ᾽ ὁμοιότητα· ἔνιοι γὰρ ἐν τοῖς πολεμικοῖς κινδύνοις δειλοὶ ὄντες ἐλευθέριοί εἰσι καὶ πρὸς χρημάτων ἀποβολὴν εὐθαρσῶς ἔχουσιν. οὐδὲ δὴ εἴ τις ὕβριν περὶ παῖδας καὶ γυναῖκα φοβεῖται ἢ φθόνον ἤ τι τῶν τοιούτων, δειλός ἐστιν· οὐδ᾽ εἰ θαρρεῖ μέλλων μαστιγοῦσθαι, ἀνδρεῖος. περὶ ποῖα οὖν τῶν φοβερῶν ὁ ἀνδρεῖος; ἢ περὶ τὰ μέγιστα; οὐθεὶς γὰρ ὑπομενετικώτερος τῶν δεινῶν. φοβερώτατον δ᾽ ὁ θάνατος· πέρας γάρ, καὶ οὐδὲν ἔτι τῷ τεθνεῶτι δοκεῖ οὔτ᾽ ἀγαθὸν οὔτε κακὸν εἶναι. δόξειε δ᾽ ἂν οὐδὲ περὶ θάνατον τὸν ἐν παντὶ ὁ ἀνδρεῖος εἶναι, οἷον ἐν θαλάττῃ ἢ νόσοις. ἐν τίσιν οὖν; ἢ ἐν τοῖς καλλίστοις; τοιοῦτοι δὲ οἱ ἐν πολέμῳ· ἐν μεγίστῳ γὰρ καὶ καλλίστῳ κινδύνῳ. ὁμόλογοι δὲ τούτοις εἰσὶ καὶ αἱ τιμαὶ αἱ ἐν ταῖς πόλεσι καὶ παρὰ τοῖς μονάρχοις. κυρίως δὴ λέγοιτ᾽ ἂν ἀνδρεῖος ὁ περὶ τὸν καλὸν θάνατον ἀδεής, καὶ ὅσα θάνατον ἐπιφέρει ὑπόγυια ὄντα· τοιαῦτα δὲ μάλιστα τὰ κατὰ πόλεμον. οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ ἐν θαλάττῃ

[1115b] καὶ ἐν νόσοις ἀδεὴς ὁ ἀνδρεῖος, οὐχ οὕτω δὲ ὡς οἱ θαλάττιοι· οἳ μὲν γὰρ ἀπεγνώκασι τὴν σωτηρίαν καὶ τὸν θάνατον τὸν τοιοῦτον δυσχεραίνουσιν, οἳ δὲ εὐέλπιδές εἰσι παρὰ τὴν ἐμπειρίαν. ἅμα δὲ καὶ ἀνδρίζονται ἐν οἷς ἐστὶν ἀλκὴ ἢ καλὸν τὸ ἀποθανεῖν· ἐν ταῖς τοιαύταις δὲ φθοραῖς οὐδέτερον ὑπάρχει.

***
[6] Ότι η ανδρεία είναι μεσότητα στην περιοχή του φόβου και του θάρρους έχει ήδη γίνει φανερό. Είναι προφανές ότι φοβούμαστε τα πράγματα που προκαλούν φόβο, και αυτά είναι, για να το πούμε με δυο λόγια, τα κακά πράγματα — εξού και ο ορισμός του φόβου ως «προσδοκίας κακού». Φοβούμαστε λοιπόν όλα τα κακά πράγματα, π.χ. το κακό όνομα, τη φτώχεια, την αρρώστια, την έλλειψη φίλων, τον θάνατο, ο ανδρείος όμως άνθρωπος δεν θεωρείται ότι έχει σχέση με όλα αυτά. Μερικά, πράγματι, από αυτά τα κακά και πρέπει και είναι ωραίο να τα φοβάται κανείς· μερικά μάλιστα θα ήταν άσχημο να μην τα φοβάται, π.χ. το κακό όνομα: όποιος το φοβάται είναι ένας σωστός άνθρωπος, ένας άνθρωπος που αισθάνεται ντροπή, ενώ αυτός που δεν το φοβάται είναι άνθρωπος που δεν αισθάνεται ντροπή. Μερικοί χρησιμοποιούν και σ᾽ αυτή την περίπτωση τη λέξη «ανδρείος», αυτοί όμως κάνουν, στην πραγματικότητα, μεταφορά της λέξης σε μια καινούργια σημασία· έχει, πράγματι, ο άνθρωπος αυτός κάτι κοινό με τον ανδρείο, αφού και ο ανδρείος είναι ένας άνθρωπος που δεν αισθάνεται φόβο. Τη φτώχεια όμως ίσως δεν πρέπει να τη φοβούμαστε, ούτε την αρρώστια: γενικά δεν πρέπει να φοβούμαστε τα πράγματα που δεν προέρχονται από την κακία ούτε έχουν την αρχή τους σ᾽ εμάς τους ίδιους. Αλλά και πάλι ο άνθρωπος που δεν αισθάνεται φόβο μπροστά σ᾽ αυτά δεν είναι ανδρείος. Τον λέμε, παρ᾽ όλα αυτά, και αυτόν ανδρείο — αναλογικά· γιατί υπάρχουν άνθρωποι που, ενώ είναι δειλοί στους πολεμικούς κινδύνους, είναι ελευθέριοι και αντιμετωπίζουν με θάρρος την απώλεια χρημάτων. Ούτε, επίσης, είναι δειλός ο άνθρωπος που φοβάται μια βιαιοπραγία σε βάρος των παιδιών του ή της γυναίκας του ή όποιος φοβάται τον φθόνο ή άλλα τέτοια πράγματα· ούτε πάλι είναι ανδρείος ο άνθρωπος που αντιμετωπίζει με θάρρος μια επικείμενη μαστίγωσή του. Με τί λογής λοιπόν φοβερά πράγματα σχετίζεται η ιδιότητα του ανδρείου; Ασφαλώς με τα πιο μεγάλα και τα πιο βαριά· γιατί κανείς άλλος δεν είναι πιο ικανός από τον ανδρείο να μείνει και να αντιμετωπίσει τα δεινά. Το πιο φοβερό, πάντως, από όλα τα πράγματα είναι ο θάνατος, γιατί ο θάνατος είναι το τέλος, και για τον πεθαμένο —όλοι το λένε— δεν υπάρχει πια ύστερα τίποτε, ούτε καλό ούτε κακό. Φαίνεται όμως ότι η ιδιότητα του ανδρείου δεν σχετίζεται με όλες τις περιπτώσεις θανάτου, επιπαραδείγματι με τον θάνατο στη θάλασσα ή με τον θάνατο από αρρώστια. Με ποιές λοιπόν, τότε, περιπτώσεις θανάτου; Ασφαλώς με τις ωραιότερες. Τέτοιοι είναι οι θάνατοι στο πεδίο της μάχης· γιατί αυτοί βρίσκουν τον άνθρωπο μέσα στον πιο μεγάλο και τον πιο ωραίο κίνδυνο. Σε αντιστοιχία προς αυτούς τους θανάτους βρίσκονται και οι τιμές που τους απονέμονται στις πόλεις και στο περιβάλλον των μοναρχών. Κατά κύριο, επομένως, λόγο ανδρείος θα πρέπει να χαρακτηρισθεί αυτός που αντιμετωπίζει δίχως φόβο τον ωραίο θάνατο, καθώς και όλα όσα αποτελούν άμεση απειλή θανάτου — τέτοια είναι κατά κύριο λόγο όσα διαδραματίζονται στον πόλεμο.

Άφοβος όμως είναι ο ανδρείος και στη θάλασσα

[1115b] και στις αρρώστιες, όχι όμως με τον τρόπο των ναυτικών: αυτός έχει χάσει κάθε ελπίδα σωτηρίας και δυσανασχετεί με την ιδέα ενός τέτοιου θανάτου, ενώ εκείνοι έχουν θάρρος και είναι αισιόδοξοι λόγω της πείρας τους. Εκτός αυτού οι άνθρωποι δείχνουν ανδρεία εκεί όπου μπορούν να φανούν παλικάρια ή εκεί όπου το να πεθάνουν είναι ωραίο· στις περιπτώσεις όμως θανάτου που περιγράψαμε μόλις τώρα δεν τίθεται θέμα ούτε για το ένα ούτε για το άλλο.