Σάββατο, 31 Αυγούστου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Ὄρνιθες (1470-1493)

1470 ΧΟ. πολλὰ δὴ καὶ καινὰ καὶ θαυ- [στρ.]
μάστ᾽ ἐπεπτόμεσθα καὶ
δεινὰ πράγματ᾽ εἴδομεν.
ἔστι γὰρ δένδρον πεφυκὸς
ἔκτοπόν τι, Καρδίας ἀ-
1475 πωτέρω, Κλεώνυμος,
χρήσιμον μὲν οὐδέν, ἄλ-
λως δὲ δειλὸν καὶ μέγα.
τοῦτο ‹τοῦ› μὲν ἦρος ἀεὶ
βλαστάνει καὶ συκοφαντεῖ,
1480 τοῦ δὲ χειμῶνος πάλιν τὰς
ἀσπίδας φυλλορροεῖ.

ἔστι δ᾽ αὖ χώρα πρὸς αὐτῷ [ἀντ.]
τῷ σκότῳ πόρρω τις ἐν
τῇ λύχνων ἐρημίᾳ,
1485 ἔνθα τοῖς ἥρωσιν ἄνθρω-
ποι ξυναριστῶσι καὶ ξύν-
εισι πλὴν τῆς ἑσπέρας.
τηνικαῦτα δ᾽ οὐκέτ᾽ ἦν
ἀσφαλὲς ξυντυγχάνειν.
1490 εἰ γὰρ ἐντύχοι τις ἥρῳ
τῶν βροτῶν νύκτωρ Ὀρέστῃ,
γυμνὸς ἦν πληγεὶς ὑπ᾽ αὐτοῦ
πάντα τἀπὶ δεξιά.

***
ΧΟΡ. Καθώς πετούμε εδώ κι εκεί,
1470 καινούρια πράματα είδαμε,
παράξενα κι απίστευτα.
Είν᾽ ένα δέντρο αλλόκοτο
απ᾽ την Καρδιά πολύ μακριά
και τ᾽ όνομά του Κλεώνυμος·
δεν ωφελεί σε τίποτα
κι είναι ψηλό κι είναι δειλό.
Πάντα την άνοιξη πετά
βλαστάρια συκοφαντικά
1480 και, σαν πλακώσει η χειμωνιά,
οι ασπίδες του φυλλορροούν.

Κι είναι μια χώρα μακρινή
στα σύνορα της σκοτεινιάς,
γυμνή από φέγγος λυχναριού·
άνθρωποι κι ήρωες τρων εκεί
μαζί και συντροφεύονται,
μα την ημέρα μοναχά·
το βράδυ τέτοιο αντάμωμα
είναι πολύ επικίνδυνο·
1490 τη νύχτα, αν σμίξει ένας θνητός
με τον Ορέστη, ο ήρωας
αυτός τον κάνει τ᾽ αλατιού
και τον αφήνει ολόγυμνο.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ - ΕΛΙΚΗ

Σχετική εικόναΕΛΙΚΗ
(αστερισμός)
 
Ο Ερατοσθένης μεταφέρει την πληροφορία του Άρατου ότι μία από τις τροφούς του Δία, η κρητική Νύμφη Ελίκη, τιμήθηκε από τον θεό να στολίζει τον ουρανό σαν αστερισμός -της Μικρής Άρκτου*.
 
Άλλες πληροφορίες θέλουν τον Κρόνο να κυνηγά τις δύο τροφούς του Δία για να τις τιμωρήσει, επειδή είχαν αναθρέψει το παιδί. Και ο Δίας τις μεταμόρφωσε σε αστερισμούς, τη Μικρή και τη Μεγάλη Άρκτο. Ενίοτε, η Ελίκη ταυτίζεται με την Καλλιστώ, η οποία έγινε από τον Δία ο αστερισμός της Μεγάλης Άρκτου
-----------------------
*Αστερισμός της Μικρής Άρκτου
 
Αὕτη ἐστὶν ἡ μικρὰ καλουμένη· προσηγορεύθη δὲ ὑπὸ τῶν πλείστων Φοινίκη· ἐτιμήθη δὲ ὑπὸ τῆς Ἀρτέμιδος· γνοῦσα δὲ ὅτι ὁ Ζεὺς αὐτὴν ἔφθειρεν, ἠγρίωσεν αὐτήν· ὕστερον δὲ σεσωσμένῃ λέγεται δόξαν αὐτῇ περιθεῖναι ἀντιθεῖσαν ἕτερον εἴδωλον ἐν τοῖς ἄστροις, ὥστε δισσὰς ἔχειν τιμάς. Ἀγλαοσθένης δὲ ἐν τοῖς Ναξικοῖς φησι τροφὸν γενέσθαι τοῦ Διὸς Κυνόσουραν, εἶναι δὲ μίαν τῶν ᾿Ιδαίων νυμφῶν· ἀφ' ἧς ἐν μὲν τῇ πόλει τῇ καλουμένῃ ῾Ιστοῖς, τοὔνομα τοῦτο ἦν, ἣν οἱ περὶ Νικόστρατον ἔκτισαν, καὶ τὸν ἐν αὐτῇ [δὲ] λιμένα καὶ τὸν ἐπ' αὐτῷ τόπον Κυνόσουραν κληθῆναι. Ἂρατος δὲ αὐτὴν καλεῖ Ἑλίκην ἐκ Κρήτης οὖσαν· γενέσθαι δὲ Διὸς τροφὸν καὶ διὰ τοῦτο ἐν οὐρανοῖς τιμῆς ἀξιωθῆναι.
Ερατοσθένης, Καταστερισμοί, 1,2

Οι ερωτήσεις "γιατί"

Αποτέλεσμα εικόνας για ερεβοκτονοσ ελπίζωΓιατί ο κόσμος είναι έτσι όπως είναι; ρωτάνε τα νέα παιδιά.
Γιατί δεν υπάρχει αγάπη, κατανόηση, αλληλεγγύη;
Όμως οι ερωτήσεις "γιατί" σπάνια μας οδηγούν κάπου διαφορετικά απ' όπου βρισκόμαστε ήδη.

Βοηθούν μόνο στο να τεθεί το πρώτο ερώτημα, να δημιουργηθεί η πρώτη απορία, να γίνει συνειδητό το πρώτο ρήγμα με τον πλαστό κόσμο της υποκειμενικής αντίληψης. Τίποτα άλλο! Ο ίδιος νους που ρωτάει δεν έχει απαντήσεις αληθινές, δημιουργικές. Έχει όμως επιπλέον ψευδαισθήσεις, συνηθισμένες κατηγορίες, υποθετικές θεωρίες. Εξαρτάται τι πραγματικά ψάχνεις.

Γιατί οι ερωτήσεις είναι άλλες και ο δρόμος να βρεις τις απαντήσεις διαφορετικός. Πώς βρίσκομαι εγώ μέσα στον κόσμο; Πώς τιμώ τη ζωή, τον Εαυτό μου; Πώς βλέπω εγώ τους άλλους, το τοπίο, το μέλλον; Η δική μου όραση πώς διαμορφώνεται; Πώς συμμετέχω σε όλο αυτό που βλέπω; Ποια είναι η δική μου ευθύνη;

Ο άλλος κόσμος που ψάχνεις υπάρχει και βρίσκεται ακριβώς δίπλα σου, όμως δεν τον βλέπεις. Είναι αδύνατον να τον δεις ενόσω δεν συμμετέχεις σε αυτόν, ενόσω δεν ανήκεις, επιλεκτικά, σε αυτόν. Και αυτό δεν είναι απλό...είναι όμως επιλογή!

Πιο εύκολο είναι να αφήνεις τον άλλον κόσμο να σε παρασύρει, να σε πείθει για τη μονιμότητα και την αποκλειστικότητα του. Και έχει ισχύ, μην τον υποτιμάς, γιατί παίζει στα νούμερα, εξαρτάται από τα ποσοστά. Είναι θέμα στατιστικής και ισορροπίας. Και αυτή ακριβώς είναι και η επιλογή σου, η ελεύθερη βούλησή σου. Να αντιλαμβάνεσαι τα πάντα, να τα βλέπεις όλα, αλλά να επιλέγεις συνειδητά πού θέλεις να ανήκεις, σε τι θέλεις να συμμετέχεις, τι επιτρέπεις να διατηρείται στο νοητικό-ψυχικό-συναισθηματικό-οπτικό σου πεδίο.

Δική σου είναι η ενέργεια και εσύ την ορίζεις. Δεν τη βλέπεις, οι αισθήσεις σε ξεγελούν, κι όμως την ορίζεις. Σημαντικό είναι πρώτα να μάθεις πώς. Πώς λειτουργεί όλο αυτό; Πώς διαμορφώνεται, μοιράζεται, διαρρέει, διοχετεύεται η ενέργεια;

Είναι όλα όσα έχεις (η ενέργεια σου). Δεν κατέχεις πραγματικά τίποτ' άλλο. Όλα τα άλλα είναι εργαλεία, προσωρινά, που χρησιμοποιείς στο δρόμο σου: πτυχία, σχέσεις, χρήματα, χρόνος, πράγματα... με σύνεση ή ασυνείδητα.

Μεγαλώνοντας ψάχναμε όλοι την αλήθεια γύρω μας, σε πρότυπα, σε βιβλία, στο παρελθόν, σε ό,τι επιλέξαμε να πιστέψουμε. Αλλά διαπιστώνουμε, όλο και περισσότερο, πως δεν βρίσκεται η αλήθεια πουθενά. Δεν γεμίζει το εσωτερικό κενό με όσες ποσότητες μελέτης, συμβιβασμού ή πειθαρχίας στις προσταγές των θεωριών που μάς δόθηκαν κι εμείς πιστέψαμε.

Κι όμως, αυτό που ψάχνουμε, το αληθινό, το διαχρονικό, το δημιουργικό και απελευθερωτικό βρίσκεται πολύ πιο κοντά απ' ότι υποθέσαμε αρχικά...

Χθες καθόμασταν σε ένα μεγάλο παιδότοπο όπου βρίσκονταν πολλοί άνθρωποι, πολλά παιδιά. Ένας κόσμος, μια πραγματικότητα; Όχι, πολλοί κόσμοι, και ένας συνειδητός παρατηρητής που παρακολουθούσε ατάραχος, τα όσα διαδραματίζονταν. Την κάθε πραγματικότητα, τον κάθε υποκειμενικό κόσμο, τα κρυμμένα μυστικά που φανερώνονται τόσο απλά, όταν βρίσκεσαι απ' έξω να παρατηρείς. Όχι κριτής, όχι κατήγορος, μα με κατανόηση, με συμπάθεια, με την καθαρότητα της άφοβης θέασης.

Όμως τότε, θα πρέπει να μετακινηθείς. Θα πρέπει εσύ να επιλέξεις σε ποιον κόσμο θέλεις να ανήκεις ή να συμμετέχεις για όσο βρίσκεσαι εδώ. Και γιατί! Και εκεί ξεκινά, αναγκαστικά, ένα άλλο, διαφορετικό ταξίδι, με πολύ διαφορετικό τρόπο σκέψης, με άλλες επιλογές, με περισσότερη ευθύνη. Γιατί ανακαλύπτεις πως ΕΙΣΑΙ, πως συμβάλλεις, πως ενισχύεις τις όποιες ψευδαισθήσεις αντιπαθείς και κατηγορείς. Πως διατηρείς αυτό που φοβάσαι, πως αποφεύγεις αυτό που μπορείς και θέλεις να είσαι, επίσης από φόβο και άπειρες ψεύτικες πεποιθήσεις περί αυτού.

Δεν υπάρχουν μαγικές συνταγές και αυτόματες αλλαγές. Υπάρχει η ατομική βούληση που ισχυροποιείται με την δέσμευση, την αυτο-πειθαρχία, την αφοσίωση... ξεχασμένες ιδιότητες σε έναν κόσμο που τρέχει προς το πουθενά, ενώ παράλληλα υπάρχει και ένας άλλος κόσμος...ακριβώς δίπλα, ορατός και πραγματικός... Όταν βρίσκεσαι ΜΕΣΑ σε αυτόν!

Κοιμήσου ήσυχα, όλα καταστρέφονται ακριβώς όπως τα επέλεξες

Ας κοιμηθούμε λίγο ακόμα ήρεμοι πως όλα είναι καλά.
Η γη γυρίζει και πετάει σπίθες από τη μια άκρη της στην άλλη. Σπίθες που δημιουργήσαμε εμείς.
Ο κόσμος ματώνει, χάνεται, εξατμίζεται και εμείς είμαστε απλοί παρατηρητές του.
Έτσι αποχαυνωμένοι στα τετράγωνα κουτιά μας κοιτώντας έναν ψεύτικο κόσμο από πλαστικό, δημιουργώντας ένα κόσμο από πλαστικό.
Φυτεύουμε γόπες στη γη αντί για καρπούς, ανάβουμε φωτιές αντί να ρίχνουμε νερό για να τη δροσίσουμε.
Και μετά από όλα αυτά;
Μετά περιμένουμε να μας δώσει αέρα για να ζήσουμε.
Όταν το μόνο οξυγόνο που έχει απομείνει το κάναμε μπετό και σίδερο.
Όταν σκοτώνουμε, κάθε ημέρα που περνάει, κάθε τι μικρό που γεννιέται και προσπαθεί να μεγαλώσει πάνω σε ετούτη την έρμη γη.
Κάνουμε άμβλωση σε ότι πάει να γεννήσει γιατί τάχα μας πειράζει. Δεν μπορούμε αλλιώς γιατί πως θα γεμίσουμε με ακόμα πιο πολλά άψυχα κτίρια τον κόσμο; Πως θα φτιάξουμε ακόμα πιο πολλά άψυχα κουτιά;
Μάλλον δεν έχουμε καταλάβει ακόμα πως τα χρόνια περνάνε και η γη αρχίζει να μας εκδικείται.
Μέχρι πόσο αδελφέ θα πατάς επάνω της, θα της παίρνεις τα παιδιά που γεννάει και εκείνη θα σου δίνει απλόχερα όλα εκείνα που ζητάς για να ζήσεις.
Μα σου τα έδινε δίχως να ζητήσει και εσύ τη βίαζες μέρα με την ημέρα λες και την τιμωρούσες για το δώρο που σου έδινε, το δώρο που λέγεται ζωή.
Για το οξυγόνο που σου δίνει δίχως να ζητήσει τίποτα παρά μόνο λίγο νερό.
Για τους καρπούς που γεννάει για να φας εσύ ώστε να ζήσεις.
Για το νερό που σου δίνει για να ξεδιψάσεις.
Μα υπάρχει τίποτα ομορφότερο από τα αγαθά που σου δίνει η φύση;
Σου τα δίνει απλόχερα και εσύ το μόνο που κάνεις είναι να την τιμωρείς.
Έφτασε η ώρα της! Η ώρα που θα πάρει το νεογέννητο και απάτητο χώμα της πίσω.
Σεισμοί, θάνατοι, καμένα δάση, εξαφάνιση μοναδικών ζώων, αλλαγή κλιματική. Είναι σαν να προσπαθεί κάτι να μας πει αλλά εμείς εκεί με τα αυτιά μας κλειστά, το χαβά μας ώστε να τα καταστρέψουμε όλα.
Θα θελήσουμε κάποια στιγμή να γυρίσουμε πίσω τη φύση αλλά θα είναι πολύ αργά.
Θα τα έχει καταστρέψει όλα η απληστία μας και η γη δεν θα μας δίνει πια τίποτα παρά μόνο θα μας τιμωρεί.
Ήδη το κάνει.
Ας ξυπνήσουμε όσο είναι καιρός μπας και σώσουμε τους εαυτούς μας από ετούτο το μεγάλο πανήγυρι.
Η γη ακόμα θα προσπαθεί μαζί μας εάν εμείς το θελήσουμε…
Ας κοιμηθούμε ήσυχα, όλα χάνονται όπως ακριβώς το θελήσαμε.
Καληνύχτα κόσμε.
Ραντεβού στην αντίπερα όχθη της φαντασίας μας.

Ποιο είναι το δικό μας μερίδιο ευθύνης στο παγκόσμιο καλό

Αποτέλεσμα εικόνας για ερεβοκτονοσ ελπίζωΣήμερα, η παγκόσμια οικονομία ελέγχεται από επιχειρήσεις, όχι χώρες. Πρέπει όμως όλοι να αναλάβουμε την ευθύνη για την κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε. Εμείς είμαστε οι επιχειρήσεις. Πολλοί από εμάς δουλεύουμε για αυτές και σχεδόν όλοι μας αγοράζουμε από αυτές.

Μέχρι τώρα, έχουμε στείλει ηχηρά το μήνυμα ότι θέλουμε μπλούζες και τζιν παντελόνια φτηνά και υψηλής ποιότητας και πως αν αυτά κατασκευάζονται σε κάτεργα στην Ασία ή τη Λατινική Αμερική, θα κάνουμε τα στραβά μάτια και θα το αγνοήσουμε. Στέλνουμε το μήνυμα ότι θέλουμε φτηνότερα καύσιμα για τα αυτοκίνητά μας, κι αν αυτό σημαίνει την καταστροφή του τροπικού δάσους του Αμαζονίου, θα κάνουμε τα στραβά μάτια και θα το αγνοήσουμε.

Αυτό πρέπει να αλλάξει. Πρέπει να αναλάβουμε τις ευθύνες μας ως καταναλωτές. Πρέπει εμείς να αλλάξουμε αυτή την κατάσταση. Ένας από τους μεγαλύτερους συντελεστές της κατάστασης στην οποία βρισκόμαστε σήμερα είναι ότι στη δεκαετία του εβδομήντα τέθηκε ένας νέος στόχος για τις επιχειρήσεις και τις εταιρείες, του οποίου καλύτερος εκφραστής ήταν ίσως ο Μίλτον Φρίντμαν, της Οικονομικής Σχολής του Σικάγο.

Δήλωσε πως «Η μόνη ευθύνη μιας επιχείρησης είναι να μεγιστοποιήσει τα κέρδη της», ανεξαρτήτως του κοινωνικού ή περιβαλλοντικού κόστους. Όταν παρακολουθούσα τη σχολή διοίκησης επιχειρήσεων στα τέλη της δεκαετίας του εξήντα, διδάχτηκα πως οι επιχειρήσεις θα πρέπει να αποφέρουν κέρδη στους επενδυτές τους, αλλά και πως ένας καλός Διευθύνων Σύμβουλος εταιρείας πρέπει να φροντίζει για τους εργαζομένους του, να τους παρέχει καλή υγειονομική περίθαλψη και όρους συνταξιοδότησης, και να δεχθεί μείωση στον δικό του μισθό, προτού αρχίζει να απολύει υφισταμένους του.

Θα πρέπει να είναι υπεύθυνος απέναντι στους πελάτες και τους προμηθευτές του, να είναι έντιμο μέλος της κοινωνίας, να πληρώνει τους φόρους του, ακόμη και να προβαίνει σε ενέργειες που δεν του ζητήθηκαν, και να κάνει χρηματικές δωρεές σε σχολεία και κέντρα αναψυχής. Όλα αυτά άλλαξαν τη δεκαετία του εβδομήντα, όταν ο Μίλτον Φρίντμαν όρισε τον νέο αυτό στόχο και από τότε κάθε σημαντικός ηγέτης στον κόσμο τον υιοθέτησε.

Είναι ένας τρομερός στόχος. Οι επιχειρήσεις πρέπει να υπηρετούν το κοινωνικό σύνολο και να είναι υπεύθυνες για τη δημιουργία ενός καλύτερου κόσμου για εμάς, για τα παιδιά μας και για τα εγγόνια μας. Ο νέος στόχος θα πρέπει να είναι: οι επιχειρήσεις μπορούν να αποφέρουν κέρδος στους επενδυτές τους, αλλά μόνο αν είναι κοινωνικά και περιβαλλοντικά υπεύθυνες.

Το κλειδί για τη δημιουργία μιας νέας οικονομίας, μιας οικονομίας ζωής, είναι να επανακαθορίσουν οι επιχειρήσεις τους στόχους τους και να πουν: «Ο σκοπός και η πρόθεσή μας είναι να έχουμε ένα αξιοπρεπές ποσοστό απόδοσης στις επενδύσεις μας και την ίδια στιγμή να δημιουργήσουμε έναν δίκαιο, φιλικό στο περιβάλλον, ειρηνικό κόσμο για κάθε ζωντανό ον».

Η αλλαγή είναι απλή. Όχι εύκολη

Αν κάποιος σας είπε πως είναι εύκολο να αλλάξουμε στη ζωή μας κάποια πράγματα που μας ταλαιπωρούν ή που μας τραβάνε πίσω για χρόνια, σας είπε ψέματα. Εύκολος δρόμος για την αλλαγή, σε όποια μορφή και αν την επιθυμήσουμε, δεν υπάρχει.

Η εσωτερική αλλαγή είναι μια μακροχρόνια διαδικασία που απαιτεί κόπο και αποφασιστικότητα. Η αλλαγή του εσωτερικού μας κόσμου απαιτεί υπομονή, σαν ένα βαρύ σώμα που χρειάζεται πολύ δουλειά και επιμονή για να μεταμορφωθεί σε ένα σώμα υγιές και λειτουργικό.

Η συμβουλή για να αποκτήσεις ένα σώμα είναι απλή: απλώς απομακρύνσου από λιπαρές τροφές και βάλε την κίνηση στην καθημερινότητά σου. Όσο και απλή να είναι η συμβουλή άλλο τόσο δύσκολη είναι να την τηρήσουν οι άνθρωποι.

Έτσι και στην εσωτερική αλλαγή τα πράγματα είναι πολύ απλά αλλά όχι εύκολα. Πρέπει σιγά σιγά να αλλάξουμε τον τρόπο που σκεφτόμαστε και αντιμετωπίζουμε τα προβλήματα και τα πράγματα που δεν επιθυμούμε στην ζωή μας.

Πρέπει σιγά σιγά να εκπαιδεύσουμε το μυαλό μας και τη συνείδησή μας να πειθαρχεί και να απομακρύνει ανθρώπους και σκέψεις που μας τραβάνε πίσω. Δύσκολος ο δρόμος, αλλά αξίζει.

Η λέξη-κλειδί είναι η αποδοχή

Πολλές φορές η συνειδητοποίηση κάποιων πραγμάτων είναι αρκετά επώδυνη και αρνούμαστε να τα δεχτούμε. Ο εγκέφαλός μας είναι περισσότερο εξοπλισμένος για την αποφυγή του πόνου παρά για την αντιστάθμισή του οπότε, όταν νιώθουμε ότι θα υποφέρουμε, σταματάμε απότομα και αμέσως αρχίζουμε να τρέχουμε.

Παρασυρόμενοι από το συναίσθημα, δύσκολα θα απαλλαγούμε από αυτό, αν δεν κατανοήσουμε τη ρίζα του συμβάντος. Oπότε, η λέξη-κλειδί είναι η αποδοχή, δηλαδή η συμφιλίωση με την πραγματικότητα. Θα ήθελα να επισημάνω ότι η αποδοχή δεν έχει καμία σχέση με την παραίτηση, μεταξύ άλλων διότι η παραίτηση ωθεί στην επώδυνη αδράνεια, σαν να νιώθουμε πως δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα για να αλλάξουμε την κατάσταση.

Η αποδοχή κατορθώνει εκείνο που δεν θα μπορούσε ποτέ να επιτύχει η παραίτηση, αφού προτρέπει σε δράση, στην ανάληψη ευθύνης, στην απόλυτη επίγνωση πως μπορούμε να αντιδράσουμε στο συμβάν. Στην αποδοχή, η δράση δεν είναι επανάσταση ενάντια στο συμβάν, αλλά στην ιδέα πως δεν υπάρχει επιλογή αντίδρασης.

Καθώς ανοίγομαι στη δυνατότητα να αποδεχτώ κάτι, συμφωνώ και με τη σκέψη ότι μπορεί να υπάρχει μια κρυφή ευκαιρία στην κατάσταση που βιώνω και ότι μπορώ να αναζητήσω και την άλλη πλευρά του νομίσματος.

Αποδέξου και βρες ξανά τον εαυτό σου!

Το Τάο είναι το άγνωστο και αθέατο βασίλειο

Ο παράδοξος τρόπος σκέψης είναι ενσωματωμένος σε ανατολίτικες έννοιες -όπως το γιν και το γιανγκ, δηλαδή το θηλυκό και το αρσενικό- και τα πράγματα περιγράφονται με άνεση ως αυτό και εκείνο – ταυτόχρονα. Αντίθετα, εμείς στη Δύση τείνουμε να θεωρούμε τα αντίθετα ως ασύμβατες έννοιες, που ανατίθενται η μια στην άλλη. Αυτό το βιβλίο (το Τάο) μάς ζητά να αλλάξουμε τον παγιωμένο τρόπο σκέψης μας – πράγμα που θα έχει ως αποτέλεσμα να δούμε και την ίδια τη ζωή μας να αλλάζει.

Το Τάο είναι το άγνωστο, αθέατο βασίλειο από όπου εκπορεύονται τα πάντα· ταυτόχρονα, το Τάο ενυπάρχει αόρατο μέσα στο κάθε τι. Όταν επιθυμούμε να δούμε αυτό το αόρατο μυστήριο, επιχειρούμε να το περιγράφουμε με όρους μορφών του εξωτερικού κόσμου – είναι αυτό που ο Λάο Τσε αποκαλεί «τα 10.000 πράγματα». Μας συμβουλεύει πως, για να δούμε πραγματικά το μυστήριο, θα πρέπει να πάψουμε να προσπαθούμε να το δούμε. Ή, όπως μ’ αρέσει να το σκέφτομαι εγώ, «Άσε τα πάντα στα χέρια της φύσης». Πώς όμως μπορούμε να κάνουμε κάτι τέτοιο; Ένας τρόπος είναι να επιτρέψουμε στον εαυτό μας να ασκηθεί λίγο περισσότερο στην παράδοξη συλλογιστική σύμφωνα με την οποία η επιθυμία (το να θέλουμε κάτι) και η έλλειψη επιθυμίας (να επιτρέπουμε ή να αποδεχόμαστε τις καταστάσεις) είναι έννοιες διαφορετικές μα και ίδιες, κάτι σαν τους δυο μυστηριώδεις και αντίθετους πόλους ενός συνεχούς.

Η επιθυμία είναι η φυσική έκφραση της δημιουργίας των συνθηκών οι οποίες θα μας επιτρέψουν να γίνουμε δεκτικοί. Ουσιαστικά, δηλαδή εγκόσμια προετοιμασία για να λάβουμε. Σύμφωνα με τον Λάο Τσε, η λαχτάρα να γνωρίσουμε ή να δούμε το μυστήριο του Τάο θα μας αποκαλύψει στοιχεία του σε μια ποικιλία εκδηλώσεων, αλλά δεν θα μας φανερώσει το ίδιο μυστήριο· Όμως, δεν πρόκειται για αδιέξοδο! Από το πεδίο της επιθυμίας είναι που ανθίζει το μυστηριώδες Τάο. Είναι λες και η επιθυμία μετουσιώνεται σε αβίαστη αποδοχή. Επιθυμώντας, κάποιος βλέπει τις εκδηλώσεις- σταματώντας να επιθυμεί, μπορεί κάποιος να αντικρίσει το ίδιο το μυστήριο.

Αν συντονιστούμε με όσα μάς λέει ο Λάο Τσε, γίνεται προφανές πως ο κόσμος μας προσφέρει άφθονα παραδείγματα αυτής της παράδοξης διαδικασίας. Σκεφτείτε την κηπουρική και τη λαχτάρα κάποιων για τις ζουμερές σπιτικές τομάτες ή τους ανοιξιάτικους ασφόδελους. Τελικά, αυτό που συμβαίνει είναι πως τους επιτρέπουμε να αναπτυχθούν με την ησυχία τους. Τώρα, σκεφτείτε πόσα πράγματα στη ζωή αφορούν την επιθυμία και πόσο διαφέρει αυτή από το να αφήσουμε κάτι να συμβεί. Να θέλουμε να κοιμηθούμε, για παράδειγμα, αντί να αφήνουμε τον εαυτό μας να κοιμηθεί. Να θέλουμε να κάνουμε δίαιτα αντί να κάνουμε δίαιτα. Να θέλουμε να αγαπήσουμε αντί να αγαπάμε. Σε αυτό το πλαίσιο του Τάο, η έλλειψη επιθυμίας σημαίνει πως εμπιστευόμαστε, επιτρέπουμε, αποδεχόμαστε. Η επιθυμία είναι η αρχή και το πεδίο για την κατάσταση της μη επιθυμίας, μα είναι ταυτόχρονα και η αρχή και το πεδίο της αποδοχής. Είναι το ίδιο, αλλά και διαφορετικό.

Δώστε προσοχή στις στιγμές που μπορείτε να αισθανθείτε μέσα στο σώμα σας τη γέφυρα ανάμεσα στην επιθυμία και στην αποδοχή (ή ανάμεσα στην προσπάθεια και στην ίδια την πράξη). Η προσπάθεια να παίξετε πιάνο, να οδηγήσετε ένα αυτοκίνητο ή να κάνετε ποδήλατο είναι το ίδιο μα ταυτόχρονα και διαφορετικό από το να παίζεις πράγματι πιάνο, να οδηγείς αυτοκίνητο ή να κάνεις ποδήλατο. Από τη στιγμή που κάποιος θελήσει να μάθει αυτές τις καθημερινές δραστηριότητες, έρχεται στιγμή που απλώς τους επιτρέπει να συμβούν. Η ουσία είναι να αναγνωρίσετε μέσα στο σώμα σας τη διαφορά ανάμεσα στο να προσπαθείτε και να επιτρέπετε, και στη συνέχεια να αντιληφθείτε πόσο χαλαρωτική είναι η αίσθηση της δεύτερης κατάστασης. Αυτή η πρακτική θα σας βοηθήσει επίσης να κατανοήσετε καλύτερα το αόρατο μυστήριο των δέκα χιλιάδων πραγμάτων, που περιλαμβάνουν όλα τα ορατά φαινόμενα του κόσμου μας.

Τα 10.000 πράγματα στα οποία αναφέρεται ο Λάο Τσε συμβολίζουν τα ταξινομημένα και επιστημονικά κατονομασμένα αντικείμενα της γης, τα οποία μάς βοηθούν να επικοινωνούμε και να αναγνωρίζουμε για ποιο πράγμα μιλάμε ή τι σκεφτόμαστε. Ωστόσο, παρ’ όλη την τεχνολογική εξειδίκευση και επιστημονική κατηγοριοποίηση, ποτέ δεν θα μπορέσουμε να δημιουργήσουμε ένα πραγματικό ανθρώπινο μάτι ή συκώτι, ή ακόμα κι έναν κόκκο σταριού. Το καθένα απ’αυτά- μαζί με όλα τα υπόλοιπα που αποτελούν τον γνωστό ή κατονομασμένο κόσμο- προέρχεται από το μυστήριο, το αιώνιο Τάο. Ακριβώς όπως ο κόσμος δεν είναι τα κατονομασμένα του μέρη, έτσι κι εμείς δεν είμαστε αποκλειστικά το δέρμα, τα κόκκαλα και οι ποταμοί των υγρών από τα οποία αποτελείται το σώμα μας. Είμαστε κι εμείς το αιώνιο Τάο, το οποίο αόρατα ζωντανεύει τη γλώσσα μας για να μιλάμε, τα αυτιά μας για να ακούμε, τα μάτια μας για να βλέπουμε τις εκδηλώσεις του μυστηρίου. Αν επιτρέψουμε συνειδητά σε αυτό το ακατανόμαστο μυστήριο να συμβεί, τότε μόνο έχουμε πετύχει να πραγματώσουμε το Τάο.

Αυτό σημαίνει πως θα πρέπει και να διακινδυνεύουμε αλόγιστα; Ασφαλώς όχι. Σημαίνει πως πρέπει να αποδεχόμαστε το μυστήριο τη στιγμή που μας ληστεύουν ή μας κακομεταχειρίζονται; Πιθανώς όχι. Αυτό σημαίνει πως δεν πρέπει ποτέ να προσπαθούμε να αλλάξουμε τα πράγματα; Όχι. Σημαίνει όμως πως πρέπει να ασκηθούμε στο να ζούμε μέσα στο μυστήριο και να του επιτρέπουμε να κυλάει μέσα μας ανεμπόδιστα. Σημαίνει πως αποδεχόμαστε την παραδοξότητα να παραμένουμε συγκροτημένοι, καθώς επιτρέπουμε ταυτόχρονα το ξεδίπλωμα του μυστηρίου.

Εξασκήστε το Τάο· βρείτε τους προσωπικούς σας τρόπους για να ζείτε μέσα στο μυστήριο. Όπως λέει και ο Λάο Τσε στην πρώτη στροφή: «Και το ίδιο το μυστήριο είναι το κλειδί για την απόλυτη κατανόηση».

Ιδού η συμβουλή μου για το πώς μπορείτε να μετατρέψετε το κείμενο αυτό σε καθημερινή πρακτική κατά τον 21ο αιώνα:

Πρώτον και κυριότερο, απολαύστε το μυστήριο!

Κάθε τι πρόκειται να συμβεί σύμφωνα με Θεϊκή τάξη. Μην προσπαθείτε πολύ σκληρά να κάνετε κάτι να συμβεί – απλώς επιτρέψτε του να γίνει.

Καστοριάδης: Τι μου επιτρέπεται να ελπίζω;

Ας πάρουμε τα τρία περίφημα καντιανά ερωτήματα σχετικά με τα ανθρώπινα ενδιαφέροντα:
 
«Τι μπορώ να γνωρίσω; Τι πρέπει να κάνω; Τι μου επιτρέπεται να ελπίζω;».

Για τα δύο πρώτα δεν έχω έτοιμη απάντηση. Σας θυμίζω απλώς ότι η σχετική συζήτηση ξεκίνησε από τους Έλληνες. Στο τρίτο όμως ερώτημα έχω την απάντηση: τίποτα. Και ισχυρίζομαι πως η απάντηση αυτή βρίσκεται στη βάση της ελληνικής σύλληψης του κόσμου. Πρέπει βέβαια να διευκρινίσουμε τον όρο ελπίδα. Η ελπίδα ή προσδοκία έχει δύο έννοιες.

Αφενός, μια έννοια τρέχουσα, εμπειρική, που παραπέμπει στο γεγονός ότι στην καθημερινή μας ζωή έχουμε απέναντι στην πραγματικότητα ορισμένες καθορισμένες – περιορισμένες προσδοκίες σε σχέση με δραστηριότητες μας. Περιμένουμε την επόμενη να ανατείλει και πάλι ο ήλιος, να βρούμε ψάρια στη θάλασσα … Η ελπίδα αυτή παραπέμπει άλλωστε σε σειρά πολύ σημαντικών προβλημάτων κοσμολογικής και ταυτόχρονα ψυχολογικής τάξεως …

Αυτό που διακυβεύεται εδώ είναι η εικασία μιας κάποιας κανονικότητας των πραγμάτων και κυρίως των φαινομένων των οποίων η κανονικότητα τα καθιστά θετικά για τους ανθρώπους ή τουλάχιστον σχετικά «εύχρηστα». Αντιθέτως, κανένας δεν θα έλεγε ότι ελπίζουμε στο θάνατό μας, παρά το ότι το γεγονός είναι εξίσου πιθανό με την ανατολή του ήλιου … τουλάχιστον ως γεγονός.

Η προσδοκία ή η ελπίδα όμως έχουν όμως και μια άλλη έννοια, «destinal» (της μοίρας): δηλαδή την ιδέα μια θεμελιακής, έσχατης συμφωνίας, πέραν όλων των δυνατών αντιθέσεων και αντιφάσεων, μεταξύ των βαθύτερων φιλοδοξιών μας και αυτού που θα συμβεί. Την ιδέα μιας κάποιας αρμονίας μεταξύ του κόσμου και της ύπαρξης μας, που περιλαμβάνει βέβαια, κατά προνομιακό τρόπο και αυτό που επιθυμούμε. Η ελπίδα αυτή συνεπάγεται, επομένως, ότι η τάξη του κόσμου, περιέχει την απάντηση στις δικές μας προσδοκίες. Μια τέτοια αναπαράσταση συναντάται σε πολλές αν όχι σε όλες τις κοινωνίες. Πρόκειται άλλωστε κατά τη γνώμη μου, για τη θεμελιακή θέση του μονοθεϊσμού. Ωστόσο, απουσιάζει παντελώς από την πρωταρχική ελληνική στάση, τουλάχιστον μέχρι τον 5ο αιώνα, πράγμα που φαίνεται στο μύθο της Πανδώρας στον Ησίοδο.

Γνωρίζετε ότι η Πανδώρα ήρθε στους ανθρώπους ως δώρο των θεών. Το δώρο όμως αυτό ήταν παγίδα και θα όφειλαν να το είχαν αποποιηθεί. Η Πανδώρα θα ανοίξει το περίφημο αγγείο από το οποίο θα ξεπηδήσουν όλα τα δεινά της ανθρωπότητας. Όταν θα το ξανακλείσει, θα κλείσει μέσα και την ελπίδα. Ιδού λοιπόν η ελληνική θεώρηση της ανθρώπινης ζωής: πληθώρα κάθε λογής κακών και απουσία ελπίδας – η ελπίδα κλείστηκε σ’ ένα κουτί που κανείς πλέον δεν μπορεί να ανοίξει.

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ: Ἠθικὰ Νικομάχεια (1107a-1108b)

[VII] Δεῖ δὲ τοῦτο μὴ μόνον καθόλου λέγεσθαι, ἀλλὰ καὶ τοῖς καθ᾽ ἕκαστα ἐφαρμόττειν. ἐν γὰρ τοῖς περὶ τὰς πράξεις λόγοις οἱ μὲν καθόλου κοινότεροί εἰσιν, οἱ δ᾽ ἐπὶ μέρους ἀληθινώτεροι· περὶ γὰρ τὰ καθ᾽ ἕκαστα αἱ πράξεις, δέον δ᾽ ἐπὶ τούτων συμφωνεῖν. ληπτέον οὖν ταῦτα ἐκ τῆς διαγραφῆς.
Περὶ μὲν οὖν φόβους καὶ θάρρη ἀνδρεία μεσότης·

[1107b] τῶν δ᾽ ὑπερβαλλόντων ὁ μὲν τῇ ἀφοβίᾳ ἀνώνυμος (πολλὰ δ᾽ ἐστὶν ἀνώνυμα), ὁ δ᾽ ἐν τῷ θαρρεῖν ὑπερβάλλων θρασύς, ὁ δ᾽ ἐν τῷ μὲν φοβεῖσθαι ὑπερβάλλων τῷ δὲ θαρρεῖν ἐλλείπων δειλός. περὶ ἡδονὰς δὲ καὶ λύπας —οὐ πάσας, ἧττον δὲ καὶ περὶ τὰς λύπας— μεσότης μὲν σωφροσύνη, ὑπερβολὴ δὲ ἀκολασία. ἐλλείποντες δὲ περὶ τὰς ἡδονὰς οὐ πάνυ γίνονται· διόπερ οὐδ᾽ ὀνόματος τετυχήκασιν οὐδ᾽ οἱ τοιοῦτοι, ἔστωσαν δὲ ἀναίσθητοι. περὶ δὲ δόσιν χρημάτων καὶ λῆψιν μεσότης μὲν ἐλευθεριότης, ὑπερβολὴ δὲ καὶ ἔλλειψις ἀσωτία καὶ ἀνελευθερία. ἐναντίως δ᾽ ἐν αὐταῖς ὑπερβάλλουσι καὶ ἐλλείπουσιν· ὁ μὲν γὰρ ἄσωτος ἐν μὲν προέσει ὑπερβάλλει ἐν δὲ λήψει ἐλλείπει, ὁ δ᾽ ἀνελεύθερος ἐν μὲν λήψει ὑπερβάλλει ἐν δὲ προέσει ἐλλείπει. νῦν μὲν οὖν τύπῳ καὶ ἐπὶ κεφαλαίου λέγομεν, ἀρκούμενοι αὐτῷ τούτῳ· ὕστερον δὲ ἀκριβέστερον περὶ αὐτῶν διορισθήσεται. περὶ δὲ χρήματα καὶ ἄλλαι διαθέσεις εἰσί, μεσότης μὲν μεγαλοπρέπεια (ὁ γὰρ μεγαλοπρεπὴς διαφέρει ἐλευθερίου· ὃ μὲν γὰρ περὶ μεγάλα, ὃ δὲ περὶ μικρά), ὑπερβολὴ δὲ ἀπειροκαλία καὶ βαναυσία, ἔλλειψις δὲ μικροπρέπεια· διαφέρουσι δ᾽ αὗται τῶν περὶ τὴν ἐλευθεριότητα, πῇ δὲ διαφέρουσιν, ὕστερον ῥηθήσεται. περὶ δὲ τιμὴν καὶ ἀτιμίαν μεσότης μὲν μεγαλοψυχία, ὑπερβολὴ δὲ χαυνότης τις λεγομένη, ἔλλειψις δὲ μικροψυχία· ὡς δ᾽ ἐλέγομεν ἔχειν πρὸς τὴν μεγαλοπρέπειαν τὴν ἐλευθεριότητα, ‹τῷ› περὶ μικρὰ διαφέρουσαν, οὕτως ἔχει τις καὶ πρὸς τὴν μεγαλοψυχίαν, περὶ τιμὴν οὖσαν μεγάλην, αὐτὴ περὶ μικρὰν οὖσα· ἔστι γὰρ ὡς δεῖ ὀρέγεσθαι τιμῆς καὶ μᾶλλον ἢ δεῖ καὶ ἧττον, λέγεται δ᾽ ὁ μὲν ὑπερβάλλων ταῖς ὀρέξεσι φιλότιμος, ὁ δ᾽ ἐλλείπων ἀφιλότιμος, ὁ δὲ μέσος ἀνώνυμος. ἀνώνυμοι δὲ καὶ αἱ διαθέσεις, πλὴν ἡ τοῦ φιλοτίμου φιλοτιμία. ὅθεν ἐπιδικάζονται οἱ ἄκροι τῆς μέσης χώρας· καὶ ἡμεῖς δὲ ἔστι μὲν ὅτε τὸν μέσον φιλότιμον καλοῦμεν ἔστι δ᾽ ὅτε ἀφιλότιμον, καὶ ἔστι μὲν ὅτε

[1108a] ἐπαινοῦμεν τὸν φιλότιμον ἔστι δ᾽ ὅτε τὸν ἀφιλότιμον. διὰ τίνα δ᾽ αἰτίαν τοῦτο ποιοῦμεν, ἐν τοῖς ἑξῆς ῥηθήσεται· νῦν δὲ περὶ τῶν λοιπῶν λέγωμεν κατὰ τὸν ὑφηγημένον τρόπον. ἔστι δὲ καὶ περὶ τὴν ὀργὴν ὑπερβολὴ καὶ ἔλλειψις καὶ μεσότης, σχεδὸν δὲ ἀνωνύμων ὄντων αὐτῶν τὸν μέσον πρᾶον λέγοντες τὴν μεσότητα πραότητα καλέσωμεν· τῶν δ᾽ ἄκρων ὁ μὲν ὑπερβάλλων ὀργίλος ἔστω, ἡ δὲ κακία ὀργιλότης, ὁ δ᾽ ἐλλείπων ἀόργητός τις, ἡ δ᾽ ἔλλειψις ἀοργησία. εἰσὶ δὲ καὶ ἄλλαι τρεῖς μεσότητες, ἔχουσαι μέν τινα ὁμοιότητα πρὸς ἀλλήλας, διαφέρουσαι δ᾽ ἀλλήλων· πᾶσαι μὲν γάρ εἰσι περὶ λόγων καὶ πράξεων κοινωνίαν, διαφέρουσι δὲ ὅτι ἣ μέν ἐστι περὶ τἀληθὲς τὸ ἐν αὐτοῖς, αἳ δὲ περὶ τὸ ἡδύ· τούτου δὲ τὸ μὲν ἐν παιδιᾷ τὸ δ᾽ ἐν πᾶσι τοῖς κατὰ τὸν βίον. ῥητέον οὖν καὶ περὶ τούτων, ἵνα μᾶλλον κατίδωμεν ὅτι ἐν πᾶσιν ἡ μεσότης ἐπαινετόν, τὰ δ᾽ ἄκρα οὔτ᾽ ἐπαινετὰ οὔτ᾽ ὀρθὰ ἀλλὰ ψεκτά. εἰσὶ μὲν οὖν καὶ τούτων τὰ πλείω ἀνώνυμα, πειρατέον δ᾽, ὥσπερ καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων, αὐτοὺς ὀνοματοποιεῖν σαφηνείας ἕνεκα καὶ τοῦ εὐπαρακολουθήτου. περὶ μὲν οὖν τὸ ἀληθὲς ὁ μὲν μέσος ἀληθής τις καὶ ἡ μεσότης ἀλήθεια λεγέσθω, ἡ δὲ προσποίησις ἡ μὲν ἐπὶ τὸ μεῖζον ἀλαζονεία καὶ ὁ ἔχων αὐτὴν ἀλαζών, ἡ δ᾽ ἐπὶ τὸ ἔλαττον εἰρωνεία καὶ εἴρων ‹ὁ ἔχων›. περὶ δὲ τὸ ἡδὺ τὸ μὲν ἐν παιδιᾷ ὁ μὲν μέσος εὐτράπελος καὶ ἡ διάθεσις εὐτραπελία, ἡ δ᾽ ὑπερβολὴ βωμολοχία καὶ ὁ ἔχων αὐτὴν βωμολόχος, ὁ δ᾽ ἐλλείπων ἄγροικός τις καὶ ἡ ἕξις ἀγροικία· περὶ δὲ τὸ λοιπὸν ἡδὺ τὸ ἐν τῷ βίῳ ὁ μὲν ὡς δεῖ ἡδὺς ὢν φίλος καὶ ἡ μεσότης φιλία, ὁ δ᾽ ὑπερβάλλων, εἰ μὲν οὐδενὸς ἕνεκα, ἄρεσκος, εἰ δ᾽ ὠφελείας τῆς αὑτοῦ, κόλαξ, ὁ δ᾽ ἐλλείπων καὶ ἐν πᾶσιν ἀηδὴς δύσερίς τις καὶ δύσκολος. εἰσὶ δὲ καὶ ἐν τοῖς παθήμασι καὶ περὶ τὰ πάθη μεσότητες· ἡ γὰρ αἰδὼς ἀρετὴ μὲν οὐκ ἔστιν, ἐπαινεῖται δὲ καὶ ὁ αἰδήμων. καὶ γὰρ ἐν τούτοις ὃ μὲν λέγεται μέσος, ὃ δ᾽ ὑπερβάλλων, ὡς ὁ καταπλὴξ ὁ πάντα αἰδούμενος· ὁ δ᾽ ἐλλείπων ἢ μηδὲν ὅλως ἀναίσχυντος, ὁ δὲ μέσος αἰδήμων. νέμεσις

[1108b] δὲ μεσότης φθόνου καὶ ἐπιχαιρεκακίας, εἰσὶ δὲ περὶ λύπην καὶ ἡδονὴν τὰς ἐπὶ τοῖς συμβαίνουσι τοῖς πέλας γινομένας· ὁ μὲν γὰρ νεμεσητικὸς λυπεῖται ἐπὶ τοῖς ἀναξίως εὖ πράττουσιν, ὁ δὲ φθονερὸς ὑπερβάλλων τοῦτον ἐπὶ πᾶσι λυπεῖται, ὁ δ᾽ ἐπιχαιρέκακος τοσοῦτον ἐλλείπει τοῦ λυπεῖσθαι ὥστε καὶ χαίρειν. ἀλλὰ περὶ μὲν τούτων καὶ ἄλλοθι καιρὸς ἔσται· περὶ δὲ δικαιοσύνης, ἐπεὶ οὐχ ἁπλῶς λέγεται, μετὰ ταῦτα διελόμενοι περὶ ἑκατέρας ἐροῦμεν πῶς μεσότητές εἰσιν· ὁμοίως δὲ καὶ περὶ τῶν λογικῶν ἀρετῶν.

***
[7] Η γενική όμως αυτή διαπίστωση δεν μπορεί να είναι αρκετή· χρειάζεται να βρίσκει εφαρμογή και στις επιμέρους περιπτώσεις. Γιατί στην πρακτική φιλοσοφία οι καθολικές αρχές έχουν, βέβαια, πλατύτερη εφαρμογή, οι αρχές όμως που καλύπτουν μερικότερες περιπτώσεις έχουν μέσα τους μεγαλύτερο ποσοστό αλήθειας: η συμπεριφορά μας αποτελείται από επιμέρους πράξεις, και ο θεωρητικός μας λόγος πρέπει να βρίσκεται σε συμφωνία με αυτές. Ας μιλήσουμε λοιπόν για τις επιμέρους αυτές περιπτώσεις με τη βοήθεια του διαγράμματός μας.

Στην περιοχή του φόβου και του θάρρους μεσότητα είναι η ανδρεία·

[1107b] από την πλευρά της υπερβολής: τον άνθρωπο που δεν αισθάνεται κανέναν απολύτως φόβο, η γλώσσα μας δεν έχει λέξη που να τον δηλώνει (σε πολλές, όπως θα δούμε, περιπτώσεις η γλώσσα μας δεν διαθέτει τις σχετικές λέξεις)· ο υπερβολικός στο θάρρος δηλώνεται με τη λέξη θρασύς, ενώ ο υπερβολικός στον φόβο αλλά ελλιπής στο θάρρος δηλώνεται με τη λέξη δειλός.

Στις ηδονές και στις λύπες —όχι σε όλες, και πάντως κάτι που πρέπει να το σκεφτόμαστε έτσι σε μικρότερο βαθμό όταν λέμε «και στις λύπες»— μεσότητα είναι η σωφροσύνη, υπερβολή η ακολασία· ελλιπείς ως προς τις ηδονές δεν φαίνεται να υπάρχουν· γι᾽ αυτό και οι άνθρωποι αυτοί δεν έχουν στη γλώσσα μας λέξη που να τους δηλώνει — εμείς ας τους πούμε αναίσθητους.

Στη δόση και τη λήψη χρημάτων μεσότητα είναι η ελευθεριότητα, υπερβολή και έλλειψη η ασωτία και η ανελευθερία. Σ᾽ αυτές τις δύο οι άνθρωποι υπερβάλλουν και ελλείπουν με ακριβώς αντίθετο τρόπο: ο άσωτος υπερβάλλει στο ξόδεμα και ελλείπει στη λήψη, ενώ ο ανελεύθερος υπερβάλλει στη λήψη και ελλείπει στο ξόδεμα των χρημάτων — προς το παρόν ο λόγος μας για όλα αυτά είναι σχηματικός και περιληπτικός και αρκούμαστε σ᾽ αυτό, αργότερα όμως η πραγμάτευσή μας θα γίνει πολύ ακριβέστερη και πιο λεπτομερειακή.

Η σχέση μας με τα χρήματα μπορεί, βέβαια, να έχει και άλλες μορφές: μεσότητα η μεγαλοπρέπεια (διαφέρει, πράγματι, ο μεγαλοπρεπής από τον ελευθέριο: στην πρώτη περίπτωση ο λόγος είναι για μεγάλα ποσά, στη δεύτερη για μικρά), υπερβολή η μεγαλομανία και η κακογουστιά, και έλλειψη η κακομοιριά· στην περίπτωση αυτή οι αντίθετες προς τη μεσότητα ιδιότητες διαφέρουν από τις ιδιότητες που αναφέραμε πρωτύτερα ως αντίθετες προς την ελευθεριότητα, περισσότερα όμως για τη διαφορά αυτή παρακάτω.

Σχετικά με την τιμή και την ατιμία μεσότητα είναι η μεγαλοψυχία, υπερβολή αυτό που θα μπορούσε κανείς να το ονομάσει ένα είδος κενοδοξίας, έλλειψη η μικροψυχία. Σε όποια σχέση λέγαμε ότι βρίσκεται η ελευθεριότητα προς τη μεγαλοπρέπεια (η διαφορά τους βρίσκεται, λέγαμε, στο ότι η ελευθεριότητα έχει να κάνει με μικρά χρηματικά ποσά), στην ίδια σχέση προς τη μεγαλοψυχία (που αναφέρεται στη μεγάλη τιμή) βρίσκεται μια άλλη ιδιότητα, η οποία αναφέρεται στη μικρή τιμή. Γιατί την τιμή μπορεί κανείς να την επιθυμεί και να την επιδιώκει με τον τρόπο που πρέπει, περισσότερο από ό,τι πρέπει ή λιγότερο από ό,τι πρέπει: ο υπερβολικός στην επιδίωξη της τιμής λέγεται φιλόδοξος, ο ελλιπής αφιλόδοξος, ενώ για τον μέσο δεν υπάρχει λέξη. Δεν υπάρχουν επίσης λέξεις με τις οποίες να δηλώνονται οι αντίστοιχες αφηρημένες έννοιες, και μόνο για τον φιλόδοξο υπάρχει αντίστοιχα το ουσιαστικό φιλοδοξία. Αυτός είναι και ο λόγος που όσοι συμπεριφέρονται με τους ακραίους τρόπους διεκδικούν για τον εαυτό τους τη μέση θέση. Και εμείς οι ίδιοι, άλλωστε, τον μέσο άλλοτε τον ονομάζουμε φιλόδοξο και άλλοτε αφιλόδοξο, και επαινούμε τη μια φορά

[1108a] τον φιλόδοξο και την άλλη τον αφιλόδοξο. Για ποιόν λόγο το κάνουμε αυτό, θα το πούμε παρακάτω. Προς το παρόν ας συνεχίσουμε, με τον τρόπο που εφαρμόσαμε ως τώρα, τον λόγο μας για τις υπόλοιπες περιπτώσεις του διαγράμματός μας.

Υπερβολή, έλλειψη και μεσότητα υπάρχει και στην οργή. Ιδιαίτερες λέξεις για τις τρεις αυτές περιπτώσεις στην πραγματικότητα δεν έχουμε, λέγοντας όμως πράο τον μέσο, ας ονομάσουμε πραότητα τη μεσότητα. Γι᾽ αυτόν που κατέχει την άκρη της υπερβολής ας χρησιμοποιήσουμε τη λέξη οργίλος (η αντίστοιχη κακία θα έχει, τότε, το όνομα οργιλότητα), ενώ γι᾽ αυτόν που κατέχει την άκρη της έλλειψης ας χρησιμοποιήσουμε κάτι σαν τη λέξη αόργητος (η έλλειψη θα έχει, τότε, το όνομα αοργησία).

Υπάρχουν και άλλες τρεις μεσότητες, οι οποίες παρουσιάζουν βέβαια μια κάποια ομοιότητα μεταξύ τους, στην πραγματικότητα όμως διαφέρουν η μια από την άλλη: όλες τους αναφέρονται στη σχέση που αναπτύσσουμε με τους άλλους με τα λόγια και τις πράξεις μας· η διαφορά τους βρίσκεται στο ότι η μία από αυτές έχει να κάνει με την αλήθεια που υπάρχει στα λόγια και στις πράξεις μας, ενώ οι άλλες δύο με την ευχαρίστηση που υπάρχει μέσα σ᾽ αυτά· η ευχαρίστηση πάλι αυτή διακρίνεται α) σ᾽ εκείνην που βιώνεται στις κοινωνικές μας διασκεδάσεις και β) σ᾽ εκείνην που ενυπάρχει σε όλες γενικά τις περιστάσεις της ζωής μας. Ας μιλήσουμε λοιπόν και γι᾽ αυτές τις περιπτώσεις, για να διακρίνουμε ακόμη καλύτερα ότι η μεσότητα είναι σε όλες τις περιπτώσεις επαινετή, ενώ τα άκρα δεν είναι ούτε επαινετά ούτε ορθά, αλλά ψεκτά. Στις περισσότερες από τις περιπτώσεις για τις οποίες ερχόμαστε να μιλήσουμε η γλώσσα μας δεν διαθέτει λέξεις που να τις δηλώνουν· πρέπει λοιπόν να δοκιμάσουμε —το κάναμε και στις άλλες περιπτώσεις— να πλάσουμε οι ίδιοι λέξεις, αφού ο στόχος μας είναι η σαφήνεια και η παροχή στους άλλους της δυνατότητας να μας παρακολουθήσουν ευκολότερα.

Ενσχέσει με την αλήθεια: Ας συμφωνήσουμε να λέμε ειλικρινή τον μέσο και ειλικρίνεια τη μεσότητα. Η προσποίηση προς το μεγαλύτερο από το πραγματικό είναι η καυχησιά και ο άνθρωπος που έχει την ιδιότητα αυτή είναι ο καυχησιάρης. Η προσποίηση προς το μικρότερο από το πραγματικό είναι η υποκριτική κρυψίνοια και ο άνθρωπος που έχει την ιδιότητα αυτή είναι ο κρυψίνους και ο υποκριτής.

Ενσχέσει τώρα με την ευχαρίστηση στις κοινωνικές μας διασκεδάσεις: Ο μέσος λέγεται χαριτολόγος (το αντίστοιχο αφηρημένο ουσιαστικό είναι χαριτολογία), η υπερβολή είναι το «καραγκιοζλίκι» και ο άνθρωπος που έχει την ιδιότητα αυτή είναι ο «καραγκιόζης», ενώ ο ελλιπής είναι ο «χωριάτης» και η ιδιότητα είναι η «χωριατιά».

Ενσχέσει προς την ευχαρίστηση που ενυπάρχει σε όλες γενικά τις περιστάσεις της ζωής μας: Ο ευχάριστος με τον τρόπο που πρέπει είναι ο φιλικός, ο αξιαγάπητος (μεσότητα είναι, τότε, η φιλικότητα)· ο υπερβολικός λέγεται α) αρεσιάρης, αν το κάνει χωρίς να αποβλέπει σε τίποτε, και β) κόλακας, αν το κάνει αποβλέποντας στο προσωπικό του συμφέρον· ο ελλιπής, αυτός δηλαδή που είναι αντιπαθητικός στα πάντα, είναι ο άνθρωπος που θα μπορούσε κανείς να τον πει καβγατζή και δύστροπο.

Μεσότητες υπάρχουν και στα πάθη, στον χώρο, θέλω να πω, των παθών· το να ντρέπεται π.χ. κανείς δεν είναι βέβαια αρετή, ο ντροπαλός ωστόσο άνθρωπος επαινείται. Και σ᾽ αυτές πράγματι τις περιπτώσεις λέει κανείς για έναν άνθρωπο ότι τηρεί τη μεσότητα ή ότι ξεπερνάει το μέτρο, όπως π.χ. ο άνθρωπος που ντρέπεται τα πάντα, ο άνθρωπος που τα χάνει από ντροπή· ο ελλιπής, αυτός που δεν αισθάνεται την παραμικρή ντροπή, είναι ο αναίσχυντος, ενώ ο μέσος είναι ο ντροπαλός.

Η νέμεση,

[1108b] η ιερή αγανάκτηση, είναι η μεσότητα μεταξύ φθόνου και επιχαιρεκακίας — και οι τρεις τους αναφέρονται στη χαρά και στη λύπη που αισθάνεται κανείς για όσα συμβαίνουν στους άλλους: ο νεμεσητικός λυπάται όταν βλέπει ανθρώπους που ευτυχούν ενώ δεν το αξίζουν· ο φθονερός, ξεπερνώντας τον νεμεσητικό, λυπάται για κάθε επιτυχία του άλλου· τέλος, ο επιχαιρέκακος όχι μόνο δεν λυπάται για το κακό που συμβαίνει στον άλλον, αλλά επιπλέον χαίρεται κιόλας.

Για όλα όμως αυτά θα έχουμε και αλλού την ευκαιρία να μιλήσουμε. Όσο για τη δικαιοσύνη, δεδομένου ότι ο όρος δεν χρησιμοποιείται με ένα μόνο νόημα, αφού μιλήσουμε διεξοδικά για όλα αυτά, θα κάνουμε λόγο για τα δύο της είδη και θα δείξουμε με ποιόν τρόπο είναι μεσότητα το καθένα από αυτά. Παρόμοια θα κάνουμε λόγο και για τις λογικές αρετές.