Δευτέρα, 26 Αυγούστου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Ὄρνιθες (1269-1312)

Σχετική εικόναΠΙ. δεινόν γε τὸν κήρυκα τὸν παρὰ τοὺς βροτοὺς
1270 οἰχόμενον, εἰ μηδέποτε νοστήσει πάλιν.
ΚΗΡΥΞ
ὦ Πισθέταιρ᾽, ὦ μακάρι᾽, ὦ σοφώτατε,
ὦ κλεινότατ᾽, ὦ σοφώτατ᾽, ὦ γλαφυρώτατε,
ὦ τρισμακάρι᾽, ὦ— κατακέλευσον. ΠΙ. τί σὺ λέγεις;
ΚΗ. στεφάνῳ σε χρυσῷ τῷδε σοφίας οὕνεκα
1275 στεφανοῦσι καὶ τιμῶσιν οἱ πάντες λεῴ.
ΠΙ. δέχομαι. τί δ᾽ οὕτως οἱ λεῲ τιμῶσί με;
ΚΗ. ὦ κλεινοτάτην αἰθέριον οἰκίσας πόλιν,
οὐκ οἶσθ᾽ ὅσην τιμὴν παρ᾽ ἀνθρώποις φέρει,
ὅσους τ᾽ ἐραστὰς τῆσδε τῆς χώρας ἔχεις.
1280 πρὶν μὲν γὰρ οἰκίσαι σε τήνδε τὴν πόλιν,
ἐλακωνομάνουν ἅπαντες ἄνθρωποι τότε,
ἐκόμων, ἐπείνων, ἐρρύπων, ἐσωκράτων,
σκυτάλι᾽ ἐφόρουν· νῦν δ᾽ ὑποστρέψαντες αὖ
ὀρνιθομανοῦσι, πάντα δ᾽ ὑπὸ τῆς ἡδονῆς
1285 ποιοῦσιν ἅπερ ὄρνιθες ἐκμιμούμενοι.
πρῶτον μὲν εὐθὺς πάντες ἐξ εὐνῆς ἅμα
ἐπέτονθ᾽ ἕωθεν ὥσπερ ἡμεῖς ἐπὶ νομόν·
κἀκεῖθεν ἂν κατῇρον εἰς τὰ βιβλία·
εἶτ᾽ ἂν ἐνέμοντ᾽ ἐνταῦθα τὰ ψηφίσματα.
1290 ὠρνιθομάνουν δ᾽ οὕτω περιφανῶς ὥστε καὶ
πολλοῖσιν ὀρνίθων ὀνόματ᾽ ἦν κείμενα.
Πέρδιξ μὲν εἷς κάπηλος ὠνομάζετο
χωλός, Μενίππῳ δ᾽ ἦν Χελιδὼν τοὔνομα,
Ὀπουντίῳ δ᾽ ὀφθαλμὸν οὐκ ἔχων Κόραξ,
1295 Κορυδὸς Φιλοκλέει, Χηναλώπηξ Θεογένει,
Ἶβις Λυκούργῳ, Χαιρεφῶντι Νυκτερίς,
Συρακοσίῳ δὲ Κίττα· Μειδίας δέ τοι
Ὄρτυξ ἐκαλεῖτο· καὶ γὰρ ᾔκειν ὄρτυγι
ὑπὸ στυφοκόπου τὴν κεφαλὴν πεπληγμένῳ.
1300 ᾖδον δ᾽ ὑπὸ φιλορνιθίας πάντες μέλη,
ὅπου χελιδὼν ἦν τις ἐμπεποημένη
ἢ πηνέλοψ ἢ χήν τις ἢ περιστερὰ
ἢ πτέρυγες, ἢ πτεροῦ τι καὶ σμικρὸν προσῆν.
τοιαῦτα μὲν τἀκεῖθεν. ἓν δέ σοι λέγω·
1305 ἥξουσ᾽ ἐκεῖθεν δεῦρο πλεῖν ἢ μυρίοι
πτερῶν δεόμενοι καὶ τρόπων γαμψωνύχων.
ὥστε πτερῶν σοι τοῖς ἐποίκοις δεῖ ποθέν.
ΠΙ. οὐ τἄρα μὰ Δί᾽ ἡμῖν ἔτ᾽ ἔργον ἑστάναι.
ἀλλ᾽ ὡς τάχιστα σὺ μὲν ἰὼν τὰς ἀρρίχους
1310 καὶ τοὺς κοφίνους ἅπαντας ἐμπίμπλη πτερῶν·
μανῆς δὲ φερέτω μοι θύραζε τὰ πτερά·
ἐγὼ δ᾽ ἐκείνων τοὺς προσιόντας δέξομαι.

***
ΠΙΣ. Μα ο κήρυκας που πήγε στους ανθρώπους
1270 δε γύρισε· πολύ παράξενο είναι.
Έρχεται λαχανιασμένος ένας κήρυκας κρατώντας ένα χρυσό στεφάνι.
Ο ΚΗΡΥΚΑΣ
Πισθέταιρε, ω σοφότατε, ω μακάριε,
ω πάνσοφε, ω σπουδαίε, ω δοξασμένε,
ω τρισμακάριε. . . (Σιγά) Πες να σταματήσω.
ΠΙΣ. Μίλα. ΚΗΡ. Με το χρυσό στεφάνι τούτο
όλα της γης σε στεφανώνουν τα έθνη
τιμώντας τη σοφία σου. ΠΙΣ. Όλα τα έθνη
τα ευχαριστώ. Γιατί όμως με τιμούνε;
ΚΗΡ. Ω ουράνιας δοξασμένης πολιτείας
εσύ ιδρυτή, δεν ξέρεις τί μεγάλο
οι ανθρώποι σού έχουν σεβασμό, και πόσοι
1280 τη χώρα σου θαυμάζουν. Πριν τη χτίσεις,
μια λακωνομανία τους είχε πιάσει·
δεν έτρωγαν, δεν πλένονταν, αφήναν
μακριά μαλλιά, σωκρατοφέρνανε όλοι,
κρατούσαν κοντοράβδια· τώρα αλλάξαν,
πουλομανία τούς βρήκε, είν᾽ η χαρά τους
τρόπους πουλιών να ξεσηκώνουν σε όλα.
Μύγες σα χάφτουν τα πουλιά πετώντας,
χαζεύουνε κι αυτοί και χάφτουν μύγες·
στο δάσκαλο όλοι στέλνουν τα παιδιά τους
κι όπως σκαλίζουν οι όρνιθες το χώμα,
κι αυτά ορνιθοσκαλίσματα μαθαίνουν.
1290 Απ᾽ τη μεγάλη αυτή πουλομανία
ονόματα πουλιών πολλοί έχουν πάρει.
Μέσα στ᾽ αλώνι κάποιας Φιλομήλας
με την Παγόνα χόρευε ο Περδίκης·
κι έξυπνοι και κουτοί πουλιά έχουν γίνει,
εκείνοι είναι ξεφτέρια, ετούτοι μπούφοι.
Πουλομανία! Κι όσα τραγούδια λένε,
1300 γεμάτα από πουλιά· σου τραγουδάνε
τη «γερακίνα», το «άσπρο περιστέρι»,
σειούνται οι κοπέλες ίδιες σουσουράδες
κι αλλάζουνε φιλιά σαν τα τρυγόνια.
Αυτά οι ανθρώποι κάνουν εκεί κάτω.
Ένα σου λέω: σε λίγο εδώ θα φτάσουν
αμέτρητοι, ζητώντας ν᾽ αποχτήσουν
φτερούγες κι αϊτονύχηδες να γίνουν.
Φτερά λοιπόν να βρεις γι᾽ αυτούς που θά ᾽ρθουν.
ΠΙΣ. Εμπρός, καιρό ας μη χάνουμε. Εσύ τρέξε
και γέμιζε καλάθια και κοφίνια
1310 όλο φτερά· κι όσα μαζεύονται, έξω
να μου τα φέρνει εδώ ο Μανής. Εγώ
θα δέχομαι γραμμή τους επισκέπτες.
Ο κήρυκας φεύγει.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ - ΔΡΑΚΟΝΤΑΣ

Αποτέλεσμα εικόνας για ΔΡΑΚΟΝΤΑΣΔΡΑΚΟΝΤΑΣ
(αστερισμός)
 
Για τον αστερισμό του Δράκοντα* υπάρχουν οι εξής εκδοχές:
 
1. Ήταν ο φύλακας των μήλων των Εσπερίδων, ο Λάδωνας.
 
2. Ήταν σύμμαχος των Γιγάντων στη μάχη τους με τους θεούς του Ολύμπου. Τον Δράκοντα αυτόν τον άρπαξε στη Γιγαντομαχία** η θεά Αθηνά και τον τοποθέτησε σαν αστερισμό στον ουρανό, για να μην μπορεί να βλάψει πια τους Ολύμπιους θεούς.
 
3. Ήταν το φίδι που σκότωσε ο Κάδμος, του οποίου τα δόντια έσπειρε και βγήκαν οπλισμένοι άντρες.
 
4. Ήταν η Λερναία Ύδρα, αν και γι' αυτήν υπάρχει ο αστερισμός της Ύδρας.
--------------------------
*Αστερισμός του Δράκοντα
 
Οὗτός ἐστιν ὁ μέγας τε καὶ δι' ἀμφοτέρων τῶν Ἂρκτων κείμενος· λέγεται δὲ εἶναι ὁ τὰ χρύσεα μῆλα φυλάσσων, ὑπὸ δὲ ῾Ηρακλέους ἀναιρεθείς· ᾧ καὶ ἐν τοῖς ἄστροις τάξις ἐδόθη δι' Ἣραν, ἣ κατέστησεν αὐτὸν ἐπὶ τὰς Ἑσπερίδας φύλακα τῶν μήλων· Φερεκύδης γάρ φησιν, ὅτε ἐγαμεῖτο ἡ Ἣρα ὑπὸ Διός, φερόντων αὐτῇ τῶν Θεῶν δῶρα τὴν Γῆν ἐλθεῖν φέρουσαν τὰ χρύσεα μῆλα· ἰδοῦσαν δὲ τὴν Ἣραν θαυμάσαι καὶ εἰπεῖν καταφυτεῦσαι εἰς τὸν τῶν Θεῶν κῆπον, ὃς ἦν παρὰ τῷ Ἂτλαντι· ὑπὸ δὲ τῶν ἐκείνου παρθένων ἀεὶ ὑφαιρουμένων τῶν μήλων κατέστησε φύλακα τὸν ὄφιν ὑπερμεγέθη ὄντα· μέγιστον δὲ ἔχει σημεῖον· ἐπίκειται δὲ αὐτῷ Ἡρακλέους εἴδωλον, ὑπόμνημα τοῦ ἀγῶνος Διὸς θέντος ἐναργέστατον τῇ σχηματοποιίᾳ.
Ερατοσθένης, Καταστερισμοί, 1,3
 
**Γιγαντομαχία
Η Γιγαντομαχία δεν είναι γνωστή από τον Όμηρο ή τον Ησίοδο. Ο Ησίοδος μόνο διασώζει τον μύθο της γέννησης τους των Γιγάντων (Θεογονία 184-187), ενώ όλες οι υπόλοιπες πληροφορίες αντλούνται κυρίως από τον Πίνδαρο και τον Απολλόδωρο.

Όταν ο Κρόνος έκοψε τα γεννητικά όργανα του πατέρα του, Ουρανού, το αίμα από την πληγή του θεού γονιμοποίησε ξανά τη Γαία. Από την ιδιότυπη αυτή ένωση γεννήθηκαν οι Ερινύες, οι Νύμφες των μελιών (και γενικά οι θεότητες που συνυπάρχουν με τα δέντρα) και οι Γίγαντες. [1] Ως τόπος γέννησης των τελευταίων αναφέρονται οι Φλέγρες. Ο Πίνδαρος ονομάζει Φλέγρας πεδίον το μέρος, όπου διεξήχθηκε ο αγώνας ανάμεσα στους Ολύμπιους θεούς και τους Γίγαντες (Ν. 1. 100).
 η Γη, αγανακτισμένη για την τύχη των Τιτάνων [ο Δίας τους είχε ρίξει στον Τάρταρο], γέννησε από τον Ουρανό τους Γίγαντες, τεράστιους και ανίκητους, φοβερούς στην όψη, με πυκνά, πλούσια και μακριά μαλλιά και γένια και με λέπια φιδιού στα πόδια. Μερικοί λένε ότι γεννήθηκαν στις Φλέγρες, άλλοι πάλι στην Παλλήνη. Αυτοί εξακόντιζαν στον ουρανό πέτρες και φλεγόμενες δρυς. Απ’ όλους τους διέφερε ο Πορφυρίωνας και ο Αλκυονέας, που παρέμενε αθάνατος, όσο πολεμούσε στη γη που γεννήθηκε. Αυτός έδιωξε και τις αγελάδες του Ήλιου από την Ερύθεια. Στους θεούς δόθηκε σαφής χρησμός ότι κανένας τους δεν θα μπορούσε να σκοτώσει τους Γίγαντες, και ότι θα μπορούσαν να τους εξοντώσουν αν κάποιος θνητός συμμαχούσε μαζί τους. Όταν το πληροφορήθηκε η Γη, αναζήτησε ένα βοτάνι, για να μη σταθεί δυνατό να εξολοθρευτούν από κανένα θνητό. Αλλά ο Δίας απαγόρευσε στην Ηώ, στη Σελήνη και στον Ήλιο να φέγγουν και πρόλαβε αυτός και έκοψε το βοτάνι· με τη μεσολάβηση μάλιστα της Αθηνάς εξασφάλισε για σύμμαχο τον Ηρακλή. Και εκείνος σημάδεψε με το τόξο του πρώτα τον Αλκυονέα· αλλά πέφτοντας αυτός στη γη, ξανάβρισκε τις δυνάμεις του· με τη συμβουλή όμως της Αθηνάς ο Ηρακλής τον τράβηξε έξω από την Παλλήνη. 2 Και εκείνος λοιπόν με αυτόν τον τρόπο πέθανε. Ο Πορφυρίωνας πάλι, την ώρα της μάχης με τον Ηρακλή, όρμησε και στην Ήρα. Γιατί ο Δίας του ξύπνησε πόθο ερωτικό για τη θεά, η οποία, καθώς αυτός τις ξέσκιζε τα πέπλα θέλοντας να τη βιάσει, έβαλε τις φωνές καλώντας σε βοήθεια· και καθώς ο Δίας τον κατακεραύνωσε, ο Ηρακλής τον σκότωσε με το τόξο του. Όσο για τους υπόλοιπους, ο Απόλλωνας χτύπησε με τα βέλη του το αριστερό μάτι του Εφιάλτη και ο Ηρακλής το δεξιό· τον Εύρυτο τον σκότωσε ο Διόνυσος με τον θύρσο, τον  Κλυτίο η Εκάτη με δαυλούς, τον Μίμαντα ο Ήφαιστος που τον χτύπησε με πυρακτωμένο σίδερο. Η Αθηνά με τη σειρά της, καθώς ο Εγκέλαδος το έσκαγε, έριξε επάνω του το νησί της Σικελίας, ύστερα έγδαρε τον Πάλλαντα και με το δέρμα του προστάτευε το σώμα της την ώρα της μάχης. Ο Πολυβώτης, κυνηγημένος μεσοπέλαγα από τον Ποσειδώνα, φθάνει στην Κω· και ο Ποσειδώνας έκοψε ένα κομμάτι του νησιού, που ονομαζόταν Νίσυρος, και το έριξε επάνω του. Ο Ερμής, φορώντας στην μάχη τη δερμάτινη περικεφαλαία του Άδη, σκότωσε τον Ιππόλυτο, η Άρτεμη τον +Γρατίωνα+, οι Μοίρες πολεμώντας με χάλκινα ρόπαλα, σκότωσαν τον Άγριο και τον Θόωνα, τους υπόλοιπους τους χτύπησε ο Δίας με κεραυνούς και τους εξόντωσε· και σε όλους εξαπέλυε τα βέλη του ο Ηρακλής και τους αποτελείωνε. (Απολλόδωρος 1.7.1.)
Οι Φλέγρες, που αναφέρονται ως τόπος γέννησης των Γιγάντων και σύγκρουσης ανάμεσα σε αυτούς και τους Ολύμπιους, είναι το αρχαίο όνομα της Παλλήνης όπου κατοικούσαν οι Κρουσαίοι, Θράκες και σύμμαχοι των Τρώων, τους οποίους συνάντησε ο Αινείας φεύγοντας από την Τροία. [Χάρτης 1] Επομένως, ό,τι γνωρίζουμε από τις πηγές για την προϊστορική φάση της χερσονήσου, την περίοδο που έφερε το όνομα Φλέγρα (περίοδο της Φλέγρας), είναι η Γιγαντομαχία, οι Κρουσαίοι, οι σχέσεις με την Τροία.

Αν λάβουμε υπόψη μας τις απόψεις που έχουν διατυπωθεί για την ετυμολογία των λέξεων Φλέγρες και Παλλήνη και που τις συνδέουν με την ηφαιστειώδη φύση του τόπου (Φλέγρες), με γεωλογικές αναστατώσεις και με την παλλόμενη από τους σεισμούς γη (Παλλήνη), τότε θα προτείναμε μια φυσιοκρατική - κοσμογονική ερμηνεία του μύθου των Γιγάντων, τους οποίους θα εκλαμβάναμε ως χθόνια στοιχεία που προκαλούν μετεωρολογικά φαινόμενα, σεισμούς, ηφαιστειακή δράση, θύελλες, τυφώνες, ξηρασίες, πυρκαγιές, ρήγματα στον φλοιό της γης και γενικά αναστατώσεις της γης (εξ ου και τα ονόματα των Γιγάντων –Εγκέλαδος, Ερυσίχθων, Χθονόφυλος, Πάλλαντας κτλ).

Από την άλλη, ο Όμηρος υποδεικνύει μια περισσότερο ιστορική ερμηνεία. Στην Οδύσσεια (η 56-60) οι Γίγαντες είναι μυθικός λαός, αγχίθεοι (γένος μεταξύ θεών και ανθρώπων –γεννιούνται από τη γη αλλά από το αίμα του Ουρανού) και υπέρθυμοι (θρασείς και αυθάδεις). Στην ομηρική παράδοση στηρίζονται συγγραφείς, όπως ο Θεαγένης (ύστερα ελληνιστικά χρόνια[;]), την άποψη του οποίου διασώζει ο Στέφανος Βυζάντιος (λ. Παλλήνη), ο οποίος προτείνει μια «ευημεριστική» (εκλογικευμένη, «ιστορικοποιημένη») ερμηνεία. Σύμφωνα με αυτήν οι κάτοικοι της Φλέγρας, οι Γίγαντες, ήταν μισάνθρωποι. Αυτούς κυνήγησε και τιμώρησε ο Ηρακλής. Στη διάρκεια της μάχης έπεσαν κεραυνοί και ξέσπασαν τυφώνες, ἀφ’ ὧν ἡ τῶν Θεῶν μάχη πρὸς αὐτοὺς μεμυθολόγηται. Την άποψη αυτή παραδίδει και ο Στράβων σε απόσπασμα του 7ου βιβλίου του (αρ. 25).

Γιγαντομαχία και Τιτανομαχία υπηρετούν την ιδέα της διαμόρφωσης του κόσμου μέσα από συγκρουόμενες φυσικές δυνάμεις, χωρίς όμως να αποκλείεται –κάθε άλλο μάλιστα– μια περισσότερο ιστορική ερμηνεία: η σύγκρουση γηγενών κατοίκων με λαούς που μετακινούνται και διεκδικούν με τη βία την εγκατάσταση σε τόπους ήδη κατοικημένους, και ο σταδιακός «εξελληνισμός» των περιοχών.
---------------------
[1] Από την ίδια πράξη αποκοπής γεννήθηκε η Αφροδίτη -από τα γεννητικά όργανα του θεού που έπεσαν στη θάλασσα. Αφροδίτη είναι η γεννημένη από τα κύματα ή από το σπέρμα του θεού.

Όσα θες να πεις και όσα θες να κρύψεις τα αποκαλύπτει η σιωπή σου

Δεν έχω μάθει να σωπαίνω παρά μόνο για σένα.
Γιατί εσύ ξέρεις και με διαβάζεις. Μπορείς να το κάνεις και στο έχω επιτρέψει εγώ.
Και αν τώρα δεν μιλώ είναι γιατί έτσι πρέπει, γιατί ξέρω ότι έτσι θες.
Μιλάνε οι ψυχές μας και αυτό αρκεί.
Είμαι εκεί και είσαι εδώ ανάμεσα σε χιλιάδες άλλους, όμως αισθάνομαι την αύρα σου ζεστή να με κυριεύει και να με γοητεύει, όπως τότε.
Δεν θέλω να σε αντικαταστήσει κάνεις, γιατί πρώτον κανένας δεν μπορεί να σε αντιγράψει και δεύτερον γιατί είσαι ο κρυφός μου παράδεισος.
Μου αρέσει να σε μαντεύω.
Ακόμα και όταν δεν μιλάς ξέρω τι θα έλεγες.
Διαβάζω το βλέμμα σου και το μυαλό σου.
Όταν σε κοιτώ και μόνο είναι σαν να ακούω τις σκέψεις σου και ας μη μου λες λέξη. Δεν μιλώ γιατί δεν θέλω να σπάσω την ήχο της σιωπής σου.
Όμως εγώ ξέρω να σε ακούω και να σε αισθάνομαι και ας μην μου λες λέξη καταλαβαίνω τα πάντα…
Η σιωπή σου μιλάει δυνατά στα αυτιά μου.
Το να αισθάνεσαι τον άνθρωπο σου σημαίνει πιο πολλά από το να βομβαρδίζεσαι με λόγια.
Το καταλαβαίνω όταν απλά σε κοιτώ και μου ανταποδίδεις ένα βλέμμα γεμάτο τρυφερότητα και σιγουριά ότι είσαι εδώ μόνο για μένα.
Είναι ακριβώς αυτό που χρειάζομαι, χωρίς τα λόγια σου, είναι σαν να μου λες να στηρίζομαι πάνω σου και με θωρακίζεις με την προστασία σου.
Όσα θες να πεις και όσα θες να κρύψεις τα αποκαλύπτει η σιωπή σου.
Ακόμα και όταν μου είσαι θυμωμένος.
Γιατί εγώ ξέρω και την διαβάζω τη σιωπή σου.
Νομίζω περισσεύουν τα λόγια όταν μιλάνε οι σιωπές μας.
Αυτή είναι και η μαγεία μας άλλωστε!

Πάρε τα όνειρά σου στα χέρια σου και δώστους ζωή

Και πέφτεις στο κρεβάτι, και για εκείνα τα λεπτά πριν σε πάρει γλυκά ο ύπνος, ονειρεύεσαι με ανοιχτά μάτια. Και αυτές οι σκέψεις, είναι τα μεγαλύτερα όνειρα της ζωής σου.

Όλοι πρέπει να έχουμε όνειρα. Τα όνειρα μας κρατούν σε εγρήγορση και μας κρατούν ζωντανούς. Μέσα απ’ αυτά μπορούμε να ζούμε πάνω από μία ζωές. Μας επιστρατεύουν, ώστε να προσπαθούμε κάθε μέρα και να τα κάνουμε πραγματικότητα, κι ας μην πραγματωθούν ποτέ. Πολλοί λένε ότι όταν κατακτάς ένα όνειρο , πολλές φορές το απομυθοποιείς και δεν σου φαίνεται πια τόσο σημαντικό. Διαφωνώ. Κατακτάς ένα όνειρο. Το κάνεις δικό σου! Και έτσι ανοίγει ο δρόμος για τα επόμενα όνειρα και φιλοδοξίες. Όσα από αυτά και αν υλοποιηθούν, τα όνειρα δεν σταματούν ποτέ. Το ένα διαδέχεται το άλλο. Αν δεν ονειρευόμασταν δεν θα μοχθούσαμε για τίποτα. Και τότε απλά θα μείνουμε παθητικοί και η ζωή μας θα ήταν άχρωμη και αδιάφορη.

Αλλά τίποτα δεν γίνεται αυτόματα. Κανένα όνειρο και καμία φιλοδοξία δεν παίρνουν σάρκα και οστά από μόνα τους. Αν απλά ονειρεύεσαι και δεν δρας, και δεν προσπαθείς να τα προσεγγίσεις και να τα κατακτήσεις, τότε είσαι απλά ένας ακόμα ονειροπόλος, βολεμένος στα σχέδια της ζωής. Ακόμα και η αποτυχία είναι μια εξέλιξη. Και καταλήγεις μετά από χρόνια αναλογίζεσαι και λες «τι κατάφερα στη ζωή μου». Και αλήθεια ποιος είναι ικανοποιημένος με αυτό; Πάντα απορούσα με τους ανθρώπους που δεν πάλευαν για τα όνειρά τους. Και ακόμα περισσότερο απορούσα με τους ανθρώπους που δεν είχαν όνειρα. Μικρά ή μεγάλα.

Ακόμα και τα όνειρα θέλουν δουλειά, όπως και όλα στην ζωή. Τίποτα δεν έρχεται από μόνο του. Όταν ποθούμε κάτι είναι σημαντικό να επιστρατεύσουμε όλη την δύναμη που έχουμε μέσα μας –και ο καθένας μας διαθέτει εσωτερική δύναμη κι ας μην το γνωρίζουμε όλοι- ώστε να το επιτύχουμε! Δεν είναι τυχαία η φράση του «ό,τι δεν συνέβη ποτέ, είναι ότι δεν ποθήσαμε αρκετά».

Το μόνο που πρέπει να κάνουμε είναι να σηκωθούμε από το καναπέ, και να κυνηγήσουμε τα όνειρα μας. Όχι αύριο. Όχι σε ένα χρόνο. Τώρα! Τώρα είναι η κατάλληλη ώρα να κάμεις την ζωή σου όπως επιθυμείς. Πάρε την ζωή στα χέρια σου και άρχισε να πραγματοποιείς τα όνειρα σου. Γιατί μπορείς. Αρκεί να αγωνιστείς. Στην προσπάθεια σου, θα συναντήσεις τείχη υπερυψωμένα και θα εκτροχιαστείς από την διαδρομή σου. Αλλά εσύ γκρέμισε τα τείχη, και αν δεν μπορείς βρες εναλλακτικό μονοπάτι.

Ξεχάστε το περίφημο ρητό του Κοέλιο που λέει: «όταν θέλεις κάτι όλο το σύμπαν συνωμοτεί για να το αποκτήσεις». Το σύμπαν δεν παίρνει τέτοιες πρωτοβουλίες αν εσύ δεν πάρεις τα όνειρά σου στα χέρια σου.

Ποτέ μη πάρεις δανεικά φτερά για να πετάξεις

Είναι μάταιο να βασίζεσαι στους άλλους και να περιμένεις πάντα από κάποιον το οτιδήποτε. Στα δικά σου πόδια να στηρίζεσαι και στις δικές σου δυνάμεις και όποτε και όπου φτάσεις.

Ποτέ μη πάρεις δανεικά φτερά για να πετάξεις γιατί δε θα πας εκεί που θες, αλλά και να πας θα πρέπει να γυρίσεις πίσω για να επιστρέψεις τα φτερά σε αυτόν που ανήκουν. Εσύ θα τα έχεις αλλά προσωρινά γιατί δεν παύουν να είναι ξένα.

Καμιά φορά καλώς ή κακώς την έχουμε την ανάγκη του άλλου. Είτε την παρέα του, είτε τη γνώμη του, είτε μια αγκαλιά, είτε το οτιδήποτε. Δε μπορούμε όμως όποτε χρειαζόμαστε κάποιον να τον έχουμε. Δεν είναι κτήμα μας κανένας, ούτε υποχρεωμένος να βρίσκεται δίπλα μας κανείς. Όλα από επιλογή γίνονται και σε πληγώνει όταν βλέπεις ότι δεν είσαι επιλογή αυτού που αγαπάς, όταν δεν είσαι επιλογή των δικών σου ανθρώπων, αυτούς που θεωρείς δικούς σου και τους καλείς για κάποιο λόγο κοντά σου και αυτοί είτε αδιαφορούν, είτε σε αποφεύγουν. Με δυο λόγια απλά δεν υπάρχουν. Απουσιάζουν από τη ζωή σου απλά σε μπερδεύουν οι guest εμφανίσεις που κάνουν και σε ξεγελάνε.

Μη παραμυθιάζεσαι και να μετράς τους ανθρώπους στη συνολική τους πορεία. Αν ήταν εκεί όχι όταν τους το ζήτησες αλλά και όταν τους είχες ανάγκη αλλά δε το είπες καν, το ένιωσαν και ήρθαν.

Όπως και να χει όμως φρόντισε να είσαι ένας ολοκληρωμένος άνθρωπος από μόνος σου και να μην περιμένεις την παρουσία κάποιου για να γίνεις. Γιατί δε θα βρίσκεις πάντα αυτό που σου λείπει στους ανθρώπους. Βρες τα με τον εαυτό σου και βασίσου σε σένα.

Ισορροπία ανάμεσα σε συναίσθημα και λογική

Όλοι ονειρευόμαστε τον ιδανικό σύντροφο, με τον οποίο πιασμένοι χέρι-χέρι θα βαδίζουμε στα μονοπάτια της ζωής. Τα όνειρα όντως είναι όμορφα, αρκεί να γίνονται πραγματικότητα και να μην παραμένουν στη φαντασιακή τους διάσταση. Ίσως ένα απ’ τα πιο δύσκολα ερωτήματα, που οφείλουμε να θέσουμε στον εαυτό μας, είναι τι σημαίνει για μας ιδανικός σύντροφος. Ένα ερώτημα που με τη σειρά του γεννά περισσότερα. «Αν τον βρω, πώς θα αναγνωρίσω ότι είναι ο κατάλληλος; Κι αν στην πορεία γνωρίσω κάποιον άλλο, που φαντάζει ιδανικότερος, τι κάνω; Αν μετά από κάποιο χρονικό διάστημα εκείνος αλλάξει ή αλλάξω εγώ, η σχέση πού οδεύει;»

Θα σκεφτείτε πώς είναι δυνατό να επιλέξω εκείνον που θα ερωτευθώ, όταν αυτό απλά συμβαίνει. Θ’ αναρωτηθείτε αν γίνεται να τοποθετούμε τους ανθρώπους και τις επιθυμίες μας σε κουτάκια και να οριοθετούμε τον έρωτα και την αγάπη. Και θα ‘χετε δίκιο. Η επιλογή, όμως, του κατάλληλου για τον καθένα μας συντρόφου είναι, ίσως, απ’ τις πιο σημαντικές και καθοριστικές για τη ζωή μας αποφάσεις.

Πολλοί άνθρωποι λειτουργούν με βάση τα συναισθήματά τους και πράττουν αυτό που η καρδιά τους προστάζει. Ερωτεύονται, παθιάζονται κι επιθυμούν –ασυνείδητα ή κι συνειδητά– να βιώνουν την ερωτική σχέση στα άκρα. Τα κριτήρια, δυνάμει των οποίων επιλέγουν τον σύντροφό τους, είναι ο έρωτας, το πάθος κι η χημεία. Ή τουλάχιστον αυτά παίζουν για ‘κείνους τον πρωταρχικό ρόλο.

Υπάρχουν κι αυτοί που βασίζονται στη λογική και διαλέγουν τον εν δυνάμει σύντροφό τους με γνώμονα το μυαλό. Βασικό κριτήριο για ‘κείνους αποτελεί η ασφάλεια κι η πρακτική καθημερινότητα. Επιλέγουν εκείνον με τον οποίο μπορούν να βιώνουν με άνεση κι ευκολία τα καθημερινά πράγματα της σχέσης· σπίτι, παιδιά, δουλειές, οικονομικά. Ασφαλώς και σ’ αυτή την περίπτωση συνυπάρχει και το κριτήριο του έρωτα, απλώς δεν κυριαρχεί στην επιλογή τους.

Και στις δύο αυτές περιπτώσεις δεν υπάρχει κάτι λάθος. Δε σημαίνει ότι αυτοί που επιλέγουν τις ερωτικές τους σχέσεις με βάση τη λογική, αισθάνονται λιγότερο απ’ τους άλλους. Αλλά ούτε κι οι άλλοι που επιλέγουν τον παθιασμένο έρωτα, δεν ενδιαφέρονται για την ασφάλεια της καθημερινότητάς τους. Κάπου εδώ, ίσως, να βρίσκεται κι η λύση της εξίσωσης των ερωτικών σχέσεων· η ισορροπία ανάμεσα στο συναίσθημα και τη λογική. Η ύπαρξη της αντικειμενικότητας των πραγμάτων.

Αρκετοί, εύλογα, θα σκεφτείτε ότι μπορεί να μην υπάρχει τρόπος να εκλογικεύεις την καρδιά κι όσα αυτή αισθάνεται. Κάτι τέτοιο μπορεί να ‘ναι εφικτό, εφόσον γνωρίζεις τον εαυτό σου κι έχεις αναγνωρίσει τα ελαττώματα και τα προτερήματά σου. Αφού έχεις κατασταλάξει σε όλα όσα θέλεις από μια σχέση κι απ’ τον εν δυνάμει σύντροφό σου, τότε μπορείς να επιλέξεις τον άνθρωπο εκείνο που μπορεί να βαδίσει πλάι σου.

Είθισται στην έναρξη μιας ερωτικής σχέσης να προσπαθούμε να δείξουμε τον καλό μας εαυτό, κάτι που προφανώς δε γίνεται εσκεμμένα. Επιθυμούμε να ‘μαστε αρεστοί. Όταν ερωτευόμαστε, δεν μπορούμε ν’ αντιληφθούμε αν τα ελαττώματα του άλλου μας ταιριάζουν. Το ίδιο ισχύει και για το άλλο μέλος της σχέσης. Ο χρόνος, όμως, κυλά κι επειδή ο έρωτας και το πάθος δε διαρκούν παντοτινά, βγαίνουν στην επιφάνεια όλα όσα ο καθένας μας αποκαλεί κουσούρια κι αδυναμίες. Εκεί εμφανίζονται οι πρώτες κρίσεις στα ζευγάρια. Κι οι σχέσεις είτε συνεχίζονται είτε διακόπτονται.

Φανταστείτε τη σχέση μεταξύ ενός εσωστρεφούς κι ενός εξωστρεφούς ανθρώπου. Για παράδειγμα, κάποιον που θέλει κάθε βράδυ να βγαίνει έξω και να διασκεδάζει με κόσμο, ενώ ο σύντροφός του προτιμά να μένει μέσα. Μπορεί ο ένας να καλύπτει τις επιθυμίες του άλλου συνεχώς; Ή σκεφτείτε δύο ανθρώπους που θέλουν να ‘χουν τον έλεγχο της σχέσης τους και να ‘ναι αυτόνομοι. Μπορούν να συνυπάρξουν οι δύο αυτοί άνθρωποι; Σίγουρα όχι για μεγάλο διάστημα.

Οι σχέσεις δεν είναι εύκολες κι οι επιλογές μας πολλές φορές, μ’ όποια κριτήρια κι αν αποφασίζουμε, μας οδηγούν στο να ερωτευόμαστε αυτόν που δεν ταιριάζει με τον δικό μας χαρακτήρα. Έτσι, όμως, ωριμάζουμε, εξελισσόμαστε, προχωράμε μπροστά και (το κυριότερο) γνωρίζουμε ακόμη καλύτερα τον εαυτό μας και μαθαίνουμε να υποστηρίζουμε τα «θέλω» μας. Όσο μεγαλώνουμε τα κριτήριά μας διαφοροποιούνται. Απ’ τις εμπειρίες που αποκομίζουμε, μαθαίνουμε να επιλέγουμε αυτόν που οι δικές του ατέλειες θα ταιριάζουν με τις δικές μας. Εκείνον που ακόμη κι αν μας δυσκολεύει, μας κάνει καλύτερους ανθρώπους.

Η αρχική ερωτική έλξη που αισθανόμαστε είναι απόλυτα φυσιολογική κι υγιής. Ούτε επιλέγεται ούτε κι ελέγχεται. Ο τρόπος, όμως, με τον οποίο θ’ ανταποκριθούμε και θα διαχειριστούμε το συναίσθημα αυτό ανήκει αποκλειστικά σ’ εμάς. Με οποιαδήποτε κριτήρια κι αν επιλέγουμε τους συντρόφους μας, να θυμόμαστε ότι οι επιλογές μας είμαστε εμείς. Κι αν τις ακυρώσουμε, είναι σαν ν’ ακυρώνουμε τον ίδιο μας τον εαυτό.

Η ευχαρίστηση του πόνου

Ξέρεις, δε μ’ αρέσει να πονώ. «Και σε ποιον αρέσει, άλλωστε;» θα μου πεις. Δεν είναι τόσο απλή η απάντηση όσο νομίζεις. Σ’ αρέσει εσένα να πονάς; Μη βιαστείς να απαντήσεις «όχι», γιατί ο πόνος, καθώς φαίνεται, είναι τόσο δα πιο περίπλοκος απ’ όσο τον έχεις καταχωρίσει στην κεφάλα σου.

Τι πάει να πει πόνος; Στον Όμηρο θα βρεις το ρήμα «πένομαι» που πάει να πει «μοχθώ». Στα λατινικά θα βρεις το ουσιαστικό “poena”, λαϊκιστή «ποινή». Υποψιάζομαι, λοιπόν, πως οι παλιοί συνέδεαν τον πόνο με την καταπόνηση και την τιμωρία. Σκέψου την καταπόνηση του Οδυσσέα σαν βγήκε στον πηγαιμό για την Ιθάκη. Γεμάτος Λαιστρυγόνες, γεμάτος Κύκλωπες ο δρόμος του. Προσπάθεια, κούραση, κακουχίες, μόχθος, πόνος. Σκέψου το πολύπλοκο Ρωμαϊκό Δίκαιο και τις διαδικασίες που ακολουθούνταν για να επιβληθεί η “poena”, η «ποινή», ο πόνος. Κι ύστερα καταπόνηση και ποινή δίνουν και παίρνουν ως όροι στις διάφορες θρησκείες. Φυσικά κι ο πόνος κάποτε συνδέθηκε άμεσα και με τον νοσολογικό πόνο. Τότε, στην εποχή του Ιπποκράτη, αυτού του τύπου που, καθώς λένε, υπήρξε ο «πατέρας» της Ιατρικής.

Δεν είμαι γιατρός και πιθανόν ούτε εσύ, γι’ αυτό θα προσπαθήσω να στο εξηγήσω απλά, μπας και καταλάβεις τίποτα. Στο σώμα μας έχουμε κάτι σαν αισθητήρες. «Υποδοχείς πόνου» θαρρώ πως λέγονται. Χτυπάς, γρατζουνίζεσαι, καίγεσαι κι εκείνοι το αντιλαμβάνονται και στέλνουν σήμα σ’ αυτό το δαιμόνιο όργανο ονόματι «εγκέφαλος». Κι έπειτα αφότου ολοκληρωθεί η διαδικασία αυτή ξεκινά μια άλλη, ψυχολογικού περιεχομένου. Είναι η αντίδραση στο αισθητηριακό ερέθισμα που προηγήθηκε. Τώρα έρχεται το άγχος, ο φόβος, το στρες, η μελαγχολία.

Ο πόνος δεν είναι κάτι αντικειμενικό. Καθένας τον αντιλαμβάνεται και τον βιώνει με τρόπο διαφορετικό. Και φυσικά κανείς δεν μπορεί να κατανοήσει με ακρίβεια τι νιώθει ο άλλος όταν πονά. Γι’ αυτό πολλές λέξεις εφευρέθηκαν, μπας και καταφέρουν να τον περιγράψουν. Πόνος εντοπισμένος, διάχυτος, επίμονος, περιοδικός. Πόνος επιφανειακός, βαθύς, καυστικός, ισχυρός, ήπιος. «Νιώθω μια σουβλιά» θα πεις. «Σαν να με χτυπούν με σφυρί.» «Νιώθω κάτι σαν τσίμπημα.» «Νομίζω πως πεταρίζει η καρδιά μου.»

Ο δαιμόνιος εγκέφαλος, όταν λάβει σήμα για πόνο, σπεύδει να τον θεραπεύσει ή έστω να τον απαλύνει. Και τότε εκκρίνει τις ενδορφίνες, κάτι σαν φυσικά παυσίπονα. Οι ενδορφίνες, για να μαθαίνεις, διεγείρουν στον εγκέφαλο τους ίδιους υποδοχείς με αυτούς των οπιούχων. Φυσική μορφίνη, σαν να λέμε. Μας δίνει την ντόπα, λοιπόν, ο εγκέφαλος κι έτσι ακολουθεί ένα αίσθημα απόλαυσης κι ευφορίας. Και φαντάζομαι αντιλαμβάνεσαι πως η ντόπα, όταν επαναλαμβάνεται συνεχώς, σε κάνει να εθιστείς σ’ αυτή.

Και κάπως έτσι, μπορούμε πλέον να εξηγήσουμε αυτή την περίεργη ευχαρίστηση του πόνου. Γιατί υπάρχουν κι εκείνοι που γουστάρουν τον πόνο απ’ τα tattoo, τα piercing, δαγκώματα, γρατζουνίσματα, καψίματα. Μαζοχιστές θες να τους πεις; Πες τους κι έτσι. Και σ’ όλα αυτά μην ξεχνάς και τον σεξουαλικό πόνο που πολλοί επιθυμούν. Σίγουρα κάτι θα ‘χει πάρει το αφτί σου.

Ο πόνος, λοιπόν, είναι άμεσα συνδεδεμένος με την ευχαρίστηση. Άσε και το άλλο. Λένε πως οι υποδοχείς πόνου κι οι υποδοχείς ευχαρίστησης είναι δίπλα-δίπλα. Σ’ αρέσει, τελικά, να πονάς; Μη βιαστείς να απαντήσεις και πάνω απ’ όλα μη βιαστείς να κρίνεις, γιατί ο εγκέφαλος παίζει περίεργα παιχνίδια, που πιθανόν δε γνωρίζεις.

Σκέψεις: Σκυταλοδρομία ή αγώνας ταχύτητας;

Πολλές φορές θυμώνουμε, λυπούμαστε, αγχωνόμαστε ή καταθλιβόμαστε όταν ερχόμαστε αντιμέτωποι με καταστάσεις ή ανακαλούμε περιστατικά που κολυμπούν στον ωκεανό του μυαλού μας. Βλέπουμε την κατάσταση ή την οραματιζόμαστε και αμέσως οδηγούμαστε σε μία από τις αναφερόμενες αρνητικές συναισθηματικές καταστάσεις.

Όμως, είναι δυνατό να υπάρχουν και άλλα πράγματα που παρεμβάλλονται μεταξύ του αρχικού ερεθίσματος και του τελικού αποτελέσματος; Πράγματα τα οποία δεν αντιλαμβανόμαστε αλλά υποδαυλίζουν τη συμπεριφορά μας;

Είναι δυνατό, αφού καμιά φορά η διαδικασία της σκέψης μοιάζει με ένα σιρκουί ταχύτητας... Μετά το σήμα της εκκίνησης – που προκαλεί το αρχικό ερέθισμα – η σκέψη μας ταξιδεύει με την φόρα δρομέα ταχύτητας για να φτάσει στον τερματισμό που την περιμένει η συμπεριφορά μας. Η ιδιαιτερότητα είναι ότι η αρχική σκέψη δεν είναι και αυτή που τερματίζει! Για να γίνει περισσότερο κατανοητό ας χρησιμοποιήσουμε ένα παράδειγμα επάνω στον παραλληλισμό μας.

Πολλές φορές τυχαίνει να καλούμε κάποιον στο τηλέφωνο και να μην απαντά. Υπάρχουν περιπτώσεις που αυτό μας οδηγεί στη θλίψη και έτσι το συναίσθημά μας θεωρεί υπεύθυνο για τη δημιουργία του το γεγονός ότι ο άλλος δεν απάντησε στην κλήση μας. Είναι, όμως, αλήθεια ότι η μη ανταπόκριση του άλλου ευθύνεται για το ότι εμείς στενοχωρηθήκαμε; Ας επιστρέψουμε στην αρχική μας αλληγορία και ας ξεκινήσουμε να ενστερνιζόμαστε το εξής. Αν και μπορεί να νομίζουμε ότι η σκέψη είναι ένας σπρίντερ που εκείνος διανύει όλη τη διαδρομή και καταλήγει στο τέλος της κάνουμε λάθος... Βλέπετε, η σκέψη μας είναι σκυταλοδρόμος!

Αυτό σημαίνει ότι η σκέψη που ξεκινά μετά το προσφερόμενο ερέθισμα (στην περίπτωσή μας το ότι ο άλλος δεν απάντησε στην κλήση μας) δίνει τη σκυτάλη σε μία άλλη, ενδιάμεση, η οποία με τη σειρά της περνάει τη σκυτάλη σε μία τρίτη και ούτω καθεξής μέχρι η τελευταία που την παραλαμβάνει να φτάσει στον τερματισμό. Αυτές οι ενδιάμεσες σκέψεις που με τον παραλογισμό τους μας οδηγούν – στην περίπτωσή μας – να στενοχωριόμαστε ονομάζονται παράλογα πιστεύω! Και γιατί δεν τις αντιλαμβανόμαστε ρωτάτε; Μα, είπαμε στην αρχή... Οι σκέψεις – αν και σκυταλοδρόμοι – τρέχουν με την ταχύτητα του ασυνειδήτου, δηλαδή γρήγορα σαν δρομείς ταχύτητας!

Πως εντοπίζουμε, λοιπόν, τα παράλογα πιστεύω; Αυτό, είναι μία διαδικασία τόσο εύκολη όσο και νευραλγική. Για να το πετύχουμε, όμως, απευθύνουμε τέσσερεις κατηγορίες ερωτήσεων σε εμάς. Πόσες απαιτήσεις έχουμε από τον κόσμο; Πόσο καταστροφικά βιώνουμε τις δύσκολες καταστάσεις; Πόσο αντέχουμε να ματαιωνόμαστε και πόσο υποτιμούμε τον εαυτό μας ή τους άλλους; Για να επιστρέψουμε στο παράδειγμα με την ατυχή κλήση ας υποθέσουμε ότι κάποιος φέρει την πεποίθηση πως ο άλλος πρέπει να σηκώσει το τηλέφωνο εφόσον τον κάλεσε. Ας μπούμε, λοιπόν, πλασματικά στο μυαλό του και – ράβοντας τις κατηγορίες των ερωτημάτων – ας ακολουθήσουμε τον κυκεώνα των σκέψεών του μέχρι να εντοπίσουμε όλα τα παράλογα πιστεύω. Αυτές, θα στοιχίζονται κάπως έτσι...

"Δεν σήκωσε το τηλέφωνο γιατί με αγνοεί... και δεν πρέπει να με αγνοούν γιατί δεν αντέχω να είμαι αόρατος στους άλλους... καθώς δεν είμαι ικανός να επιζήσω από κάτι τέτοιο και, αυτομάτως, καταστρέφεται ο κόσμος μου!"

Οι λέξεις που είναι με τα, έντονα, πλάγια γράμματα είναι ο ακρογωνιαίος λίθος των, ενδιάμεσων, παράλογων πιστεύω. Αυτές, που παραλαμβάνουν την σκυτάλη της αρχικής σκέψης και οδηγούν στο αρνητικό συναίσθημα του τέλους. Χρησιμοποιώντας την κριτική μας ικανότητα αλλά και εγκαλώντας αποδείξεις να στηρίξουν ή να καταρρίψουν τα παράλογα πιστεύω μας μπορούμε – μετά βεβαιότητας – να οδηγηθούμε σε θετικότερα συναισθηματικά αποτελέσματα.

Από την άνωθεν περιγραφή, το πρώτο πράγμα που συμπεραίνεται είναι ότι δεν είναι η ίδια η πράξη που δημιουργεί τη θλίψη όσο ο συμβολισμός της πράξης αυτής. Για τον φανταστικό πρωταγωνιστή του παραδείγματός μας το να μην απαντήσει κάποιος την κλήση του σημαίνει ότι είναι αόρατος για τους άλλους... Ότι τον αγνοούν και αυτό είναι καταστροφικό για εκείνον! Πότε, όμως, μπολιάστηκε η πεποίθηση αυτή στο ασυνείδητό του; Πολύ πιθανό στην πρώιμη, παιδική του ηλικία να είχε νιώσει παραγκωνισμένος όταν προσπάθησε να συμμετέχει σε συζητήσεις, να τον μείωσαν οι συνομιλητές του ή να τον αγνόησαν οδηγώντας τον να νιώσει "αόρατος" και μόνος.

Αυτό το αποτέλεσμα, λοιπόν, κυοφορήθηκε από τη συνείδησή του και γεννήθηκε ως ασυνείδητο, παράλογο, πιστεύω που νοτίζει την ερμηνεία κάθε ανάλογης πράξης του. Σκεφτείτε το πιστεύω, αυτό, ως το βαγόνι ενός τρένου κατάμεστο από κόσμο που εμποδίζει τη σκέψη να το διαβεί, της κλείνει το δρόμο ενώ ταυτόχρονα ξεστομίζει αρνητικούς χαρακτηρισμούς για εκείνη... Φαντάζεστε – μόνο – πόση δύναμη χρειάζεται η σκέψη να καταβάλει για να διασχίσει, αυτό, το βαγόνι χωρίς να κουβαλήσει την "ηχώ" αυτής της ματαιωτικής εμπειρίας.

Όλη η παραπάνω διαδικασία μπορεί να εκποιείται ακαριαία αλλά η διάρκειά της είναι μεγάλη στην ψυχοσύνθεσή μας αλλά και στις σχέσεις μας με τους άλλους. Κάθε φορά που ερχόμαστε αντιμέτωποι με μία νευραλγική κατάσταση ή μία "δύσκολη" σκέψη είναι πολύ εύκολο να "επιβιβαστούμε" σε εκείνο το τρένο που ταξιδεύει με ιλιγγιώδη ταχύτητα και είναι γεμάτο με κατάμεστα βαγόνια που δυσκολεύουν το ταξίδι μας. Ας προσπαθήσουμε να κρατήσουμε στο νου μας αυτό... Όσο δύσκολο κι αν είναι να κοιτάξουμε τις πεποιθήσεις μας και να δούμε την ερμηνεία που τους έχουμε δώσει πάντα είναι πιο δύσκολο να δούμε μέσα από την πούλβερη που αφήνουν πίσω τους.

Sigmund Freud: Κάνουμε τα πάντα για να αποφύγουμε την πραγματικότητα

Έτσι όπως μας έχει δοθεί, η ζωή μας ταλαιπωρεί πολύ, μας προκαλεί πολύ πόνο, απογοητεύσεις και άλυτα προβλήματα. Για να την υποφέρουμε, δεν μπορούμε να αποφύγουμε τα καταπραϋντικά μέσα (δεν γίνεται χωρίς βοηθητικές κατασκευές, μας λέει ο Τέοντορ Φοντάνε).
 
Υπάρχουν ίσως τρία είδη τέτοιων μέσων:
 
-Δραστικοί αντιπερισπαμοί που μας κάνουν να υποτιμούμε τη μιζέρια μας.
-Υποκατάστατα ικανοποίησης που τη μειώνουν.
-Ναρκωτικές ουσίες που μας κάνουν να μην την αισθανόμαστε.
 
Κάποιο από αυτά μας γίνεται απαραίτητο.
 
Αυτόν το αντιπερισπασμό έχει κατά νου ο Βολταίρος, όταν κλείνοντας τον Καντίντ μας δίνει τη συμβουλή να καλλιεργούμε το κήπο μας.
 
Ένας παρόμοιος αντιπερισπασμός είναι και η επιστημονική δραστηριότητα.
 
Τα υποκατάστατα ικανοποίησης, όπως αυτά που προσφέρει η Τέχνη, είναι ψευδαισθήσεις εναντίον της πραγματικότητας, και ως εκ τούτου ψυχικώς εξίσου δραστικά, χάρη στον ρόλο που διεκδικεί η φαντασία στην ψυχική ζωή.
 
Οι ναρκωτικές ουσίες επιδρούν στο σώμα μας, μεταβάλλουν τη χημεία του.
Δεν είναι απλό να ορίσουμε τη θέση της θρησκείας εντός αυτής της σειράς. Θέλει λίγη προσπάθεια ακόμα.»
 
Sigmund Freud, Η δυσφορία μέσα στον πολιτισμό

Έχεις πάρει λάθος τρένο

Τη στιγμή που επιθυμείς την ευτυχία, έχεις απομακρυνθεί από το παρόν. Έχεις απομακρυνθεί από το υπαρξιακό, έχεις ήδη μετακινηθεί προς το μέλλον, το οποίο δεν βρίσκεται πουθενά, το οποίο δεν έχει έρθει ακόμη.

Έχεις μετακινηθεί μέσα σε ένα όνειρο. Τώρα, τα όνειρα δεν μπορούν ποτέ να εκπληρωθούν.

Η επιθυμία σου για ευτυχία είναι ένα όνειρο και το όνειρο είναι κάτι μη πραγματικό. Μέσα από το μη πραγματικό, κανένας δεν μπορεί ποτέ να φτάσει στο πραγματικό. Έχεις πάρει λάθος τρένο.

Η επιθυμία για ευτυχία δείχνει απλώς ότι δεν είσαι ευτυχισμένος αυτήν εδώ τη στιγμή. Η επιθυμία για ευτυχία δείχνει απλώς ότι είσαι ένας άνθρωπος δυστυχισμένος. Και ο δυστυχισμένος άνθρωπος προβάλλει στο μέλλον, ότι κάποτε, κάποια μέρα, θα είναι ευτυχισμένος. Η προβολή σου βγαίνει από τη δυστυχία. Κουβαλάει τον ίδιο σπόρο της δυστυχίας. Αφού βγαίνει από σένα, δεν μπορεί να είναι κάτι διαφορετικό από σένα. Είναι δικό σου παιδί, δικό σου αίμα, δική σου συνέχεια.

Ασφαλώς, όταν είσαι ακόμη πιο δυστυχισμένος, θα επιθυμείς ακόμη περισσότερη ευτυχία για το μέλλον. Τότε παγιδεύεσαι μέσα σε ένα φαύλο κύκλο. Όσο πιο δυστυχισμένος γίνεσαι, τόσο περισσότερο επιθυμείς την ευτυχία. Όσο περισσότερο επιθυμείς την ευτυχία, τόσο πιο δυστυχισμένος γίνεσαι. Τώρα είσαι σαν το σκύλο που κυνηγάει την ίδια του την ουρά.

Έτσι, το πρώτο πράγμα είναι το να μην ονειρεύεσαι, να μην προβάλλεις.

Το πρώτο πράγμα είναι να βρίσκεσαι στο εδώ και τώρα.

Ό,τι κι αν συμβαίνει, εσύ απλώς να βρίσκεσαι στο εδώ και τώρα. Και σε περιμένει μια τρομερή αποκάλυψη. Η αποκάλυψη είναι ότι κανένας δεν μπορεί να είναι δυστυχισμένος στο εδώ και τώρα.
Έχεις δει ποτέ δυστυχισμένο άνθρωπο στο εδώ και τώρα;

Είναι ποτέ δυνατόν να είσαι δυστυχισμένος αυτή τη στιγμή;

Μπορείς να σκεφτείς το χθες και μπορείς να νιώσεις δυστυχισμένος. Μπορείς να σκεφτείς το αύριο και μπορείς να νιώσεις δυστυχισμένος.

Αυτήν εδώ τη στιγμή όμως, αυτή τη στιγμή που δονείται και πάλλεται, αυτήν εδώ την πραγματική στιγμή, μπορείς να είσαι δυστυχισμένος αυτή τη στιγμή;

Μπορείς να φέρεις τη δυστυχία από το παρελθόν, από τη μνήμη σου. Κάποιος σε πρόσβαλε χθες κι εσύ ακόμη κουβαλάς την πληγή και αισθάνεσαι δυστυχισμένος γι’ αυτό.

Ή μπορείς να είσαι δυστυχισμένος για το αύριο. Αύριο μπορεί να τελειώσουν τα χρήματα σου και τότε που θα πας να μείνεις; Τι θα τρως; Αύριο μπορεί να τελειώσουν τα χρήματά σου – τότε έρχεται η δυστυχία.

Έρχεται είτε από το χθες είτε από το αύριο, ποτέ όμως δεν είναι στο εδώ και τώρα. Αυτήν εδώ τη στιγμή, η δυστυχία είναι ανέφικτη.

Αν το έχεις μάθει αυτό, μπορείς να γίνεις φωτισμένος.

Τότε, κανένας δεν κλείνει το δρόμο σου.

Η ευτυχία βρίσκεται εκεί που είσαι – όπου κι αν βρίσκεσαι, η ευτυχία βρίσκεται εκεί. Σε περιβάλλει, είναι ένα φυσικό φαινόμενο. Είναι σαν τον αέρα, σαν τον ουρανό. Η ευτυχία δεν είναι κάτι που χρειάζεται να το αναζητήσεις.

Είναι το ίδιο υλικό από το οποίο είναι φτιαγμένο το σύμπαν.

Η χαρά είναι το ίδιο υλικό από το οποίο είναι φτιαγμένο το σύμπαν.

Πρέπει όμως να κοιτάξεις ευθεία μπροστά σου.

Αν κοιτάξεις στο πλάι, τότε τη χάνεις.

Χάνεις εξαιτίας του εαυτού σου. Χάνεις επειδή έχεις λανθασμένη προσέγγιση.

Το να επιθυμείς την ευτυχία σε κάνει να κοιτάζεις κάπου αλλού και τότε τη χάνεις.

Η ευτυχία δεν είναι κάτι που χρειάζεται να δημιουργήσεις. Η ευτυχία είναι κάτι που χρειάζεται να το δεις. Είναι ήδη παρούσα.

Αυτήν εδώ τη στιγμή, μπορείς να γίνεις ευτυχισμένος, τρομερά ευτυχισμένος.

ROBIN SHARMA: Οι τίτλοι όντως φέρνουν δύναμη. Αλλά αν κάποτε μας στερήσουν τον τίτλο, τότε και η δύναμή του κάνει φτερά

Υπάρχει, όμως, μια δύναμη πολύ πιο βαθιά από τη δύναμη που μπορεί να προσφέρει ο οποιοσδήποτε τίτλος. Κι αυτή είναι η φυσική μας δύναμη να ηγούμαστε, που υπάρχει μέσα στον καθένα μας από το απλό γεγονός και μόνο πως είμαστε ανθρώπινες υπάρξεις. Δυστυχώς, αυτή η δυνατότητα είναι ναρκωμένη στους περισσότερους ανθρώπους και ελάχιστα αξιοποιείται. Παρ’ όλα αυτά, υπάρχει και είναι διαθέσιμη σε οποιονδήποτε θέλει να την αναζητήσει και να την ενεργοποιήσει. Στην πραγματικότητα, αυτή και μόνο είναι η δύναμη στην πιο αληθινή της μορφή”.

“Γιατί το λες αυτό;”

 “Επειδή είναι η δύναμη που δεν μπορούν ποτέ να μας πάρουν, ό,τι και να συμβαίνει στον εξωτερικό κόσμο. Είναι αληθινή δύναμη και δεν εξαρτάται διόλου από τις εξωτερικές συνθήκες.”

Οι Τέσσερις Φυσικές Δυνάμεις είναι:

Φυσική Δύναμη No 1. Οποιοσδήποτε ζει και αναπνέει αυτή τη στιγμή έχει τη δύναμη να πηγαίνει στη δουλειά του κάθε μέρα και να εκφράζει μέσω της εργασίας του τον Άριστο Εαυτό που κρύβει μέσα του. Και δεν χρειάζεται κανέναν τίτλο για να το κάνει αυτό.

Φυσική Δύναμη No 2. Οποιοσδήποτε είναι σήμερα ζωντανός, έχει τη δύναμη να εμπνέει, να επηρεάζει και να εξυψώνει οποιονδήποτε άνθρωπο συναντήσει, προσφέροντάς του το δώρο ενός σπουδαίου παραδείγματος. Και δεν χρειάζεται κανέναν τίτλο για να το κάνει αυτό.

Φυσική Δύναμη No 3. Οποιοσδήποτε είναι σήμερα γεμάτος από ζωή μπορεί με πάθος και έμπνευση να κινητοποιήσει θετικές αλλαγές σε πείσμα όλων των αρνητικών συνθηκών. Και δεν χρειάζεται κανέναν τίτλο για να το κάνει αυτό.

Φυσική Δύναμη No 4. Οποιοσδήποτε ζει και αντιλαμβάνεται την αλήθεια της φιλοσοφίας “Ηγέτης Δίχως Τίτλο”, μπορεί να συμπεριφερθεί απέναντι στους συναδέλφους του με σεβασμό, εκτίμηση, ευγένεια – και με αυτό τον τρόπο να εξυψώσει την κουλτούρα ενός ολόκληρου οργανισμού στο καλύτερο δυνατό επίπεδο. Και δεν χρειάζεται κανέναν τίτλο για να το κάνει αυτό.

ROBIN S. SHARMA, ΗΓΕΤΗΣ ΔΙΧΩΣ ΤΙΤΛΟ

Ιδέ ο Άνθρωπος

Ο «πραγματικός κόσμος» και ο «φαινομενικός κόσμος».
 
Δηλαδή: ο ψευδόκοσμος και η πραγματικότητα.
 
Το ψεύδος τού ιδανικού ήταν μέχρι σήμερα κατάρα γιά την πραγματικότητα. Το ίδιο το ανθρώπινο γένος κατέστη κίβδηλο και ψευδές μέχρι το βάθος των κατώτατων ενστίκτων του, μέχρι το σημείο να προσκυνά τις αξίες που είναι αντίθετες προς εκείνες, οι οποίες παλιότερα τού εξασφάλιζαν μιά άνθιση, ένα μέλλον, ένα υπερυψωμένο δικαίωμα στο μέλλον. Το τελευταίο πράγμα, που θα υποσχόμουν, θα ήταν να «διορθώσω» το ανθρώπινο γένος. Δεν πρόκειται να υψώσω νέα είδωλα, ενώ τα παλιά ας διδαχτούν τι σημαίνει να στηρίζεσαι σε πήλινα πόδια. Τα είδωλα – αυτή είναι η λέξη μου γιά τα «ιδανικά» – πρέπει να γκρεμίζονται. Αυτή είναι η τέχνη μου. Παραχάραξαν στον μέγιστο βαθμό την αξία, την έννοια και την αληθοφάνεια τής πραγματικότητας, εμφανίζοντας έναν ψεύτικο ιδεώδη κόσμο.
 
Η φιλοσοφία – έτσι όπως εγώ την βίωσα και την αισθάνθηκα – είναι η εκούσια ζωή στους πόλους και στα βουνά, η διερεύνηση τού κάθε ξένου και άξιου απορίας πράγματος τής ζωής, τού κάθε πράγματος που μέχρι σήμερα ήταν δέσμιο τής ηθικής. Η εμπειρία τής μακρόχρονης περιπλάνησης στον χώρο τού απαγορευμένου μού δίδαξε τις αιτίες, με βάση τις οποίες ηθικολογούσαν κ’ εξιδανίκευαν ως τώρα, και τούτες οι αιτίες ήταν πολύ πιο διαφορετικές από εκείνες που κάποιος θα ήθελε. Μ’ αυτόν τον τρόπο ήρθε γιά μένα στο φως η απόκρυφη ιστορία των φιλοσόφων και η ψυχολογία των μεγάλων ονομάτων τους.
 
Πόση αλήθεια μπορεί να σηκώσει, πόση αλήθεια μπορεί να τολμήσει ένα πνεύμα; Γιά μένα τούτο υπήρξε πάντοτε το καθαυτό μέτρο τής αξίας. Το λάθος, δηλαδή η πίστη στα ιδανικά, δεν είναι τυφλότητα. Το λάθος είναι δειλία. Κάθε κατάκτηση, κάθε βήμα προς την γνώση, οφείλεται στο θάρρος, στην σκληρότητα απέναντι στον εαυτό μας, στην καθαρότητα τού εαυτού μας. Δεν πολεμώ τα ιδανικά. Απλά, ενώπιόν τους φορώ τα χειρόκτιά μου. Κλίνουμε προς το απαγορευμένο. Με τούτο το σύνθημα θα επιβληθεί κάποτε η φιλοσοφία μου, αφού μέχρι τώρα κυριολεκτικά απαγορευόταν μόνον η αλήθεια.
 
Υπό την συνοπτική προϋπόθεση ότι κατεβαίνω στον κόσμο με μια τόσο βαρειά αξίωση, που μέχρι τώρα κανείς δεν του πρόβαλε, κρίνω απαραίτητο να πω, ποιος είμαι. Κατά βάση θα ‘πρεπε κανείς να το ξέρει. Γιατί δεν άφησα τον εαυτό μου «αμάρτυρο». Η απόσταση όμως ανάμεσα στο μέγεθος της αποστολής μου και στην μικρότητα των συγκαιρινών μου έλαβε τέτοια μορφή, ώστε κανείς να μη μ’ έχει ακούσει και κανείς να μη μ’ έχει ιδεί. Ζω αντλώντας από τις πιστώσεις μου. Είναι ίσως μια απλή προκατάληψη το ότι ζω;
 
Δεν χρειάζομαι παρά να μιλήσω με κάποιον «μορφωμένο», που ανεβαίνει στην Άνω Ενγκαντίν, για να με κάμει να πιστέψω ότι δεν ζω. Κάτω από τις συνθήκες αυτές υπάρχει ένα χρέος, απέναντι στο οποίο στην ουσία ξεσηκώνονται και οι συνήθειες, και πολύ περισσότερο η περηφάνεια των ενστίκτων μου, δηλαδή να πω: «ακούστε με, γιατί ‘μαι αυτός κι αυτός. Προπαντός μη με περάστε γι’ άλλονε. Όσοι δε θα με καταλάβουν, θα πηδήξω στην τραχηλιά τους και θα γκρεμιστούν στην άβυσσο. Και 'μεις, αλάθευτοι μα την απάτη, καταλάβαμε καλά. Δύο πόλεμοι, που οι οιμωγές τους έκαμαν να συγκλονισθούντα τα φρύδια του Ολύμπου, είναι άραγε αρκετοί για να σχολιάσουν αυτά τα δύο τελεσίγραφα; –Εγώ δεν είμαι άνθρωπος, εγώ ’μαι δυναμίτης. -ΦΡΙΝΤΡΙΧ ΝΙΤΣΕ
 
Όταν δεν υπάρχει γύρω μας τίποτα το αληθινό, πώς να υποψιαστούμε ότι όλα είναι ψεύτικα;» Δημήτρης Λιαντίνης
 
Μετάφραση του έργου του Φρίντριχ Νίτσε «Ιδέ ο άνθρωπος – Πώς κανείς γίνεται εκείνο που είναι» (πρωτ. τίτλος: Ecce Homo – Wie man wird, was man ist). Χαρακτηριστικό είναι οτι για την μεταφορά του εν λόγω έργου από τα γερμανικά στα ελληνικά ο Λιαντίνης αποφεύγει τον όρο «μετέφρασε» και χρησιμοποιεί τον όρο «ελλήνισε».
 
Το Ιδέ ο άνθρωπος, πώς κανείς γίνεται εκείνο που είναι, ο Nietzsche το έγραψε από τις 15 Οχτώβρη ως τις 4 Νοέμβρη του 1888 στο Τουρίνο. Ύστερα από εξήντα μερόνυχτα τρελάθηκε. Ένας ποιητής στην δική του γλώσσα θα ‘λεγε ότι ο ίδιος έβαλε φωτιά στον δυναμίτη του μυαλού του. Ανατινάξεις διαφορετικού οντολογικού γένους, που δεν γίνεται να προσομοιασθούν με τους λαγουμιτζήδες της Ακρόπολης στα 1826, όπως τους ανιστορεί ο Μακρυγιάννης
 
Ο Nietzsche δεν είναι ούτε ο νομοθέτης, ούτε ο φιλόσοφος, ούτε ο ποιητής. Είναι ο μέγας Ερωτικός. Τα γραφτά του Nietzsche μιλούν για έναν εξαιρετικά ευαίσθητον άντρα. Για έναν από εκείνους που μπορούν ν’ ακούσουν, πώς ο ρόχθος του νερού στρογγυλεύει τα λιθάρια.
 
Μιλώντας για την ερωτική αγνότητα του Nietzsche, την υλοποιημένη δηλαδή κατάσταση της ευαισθησίας του, εννοώ το μυστήριο της λειτουργίας εκείνης, που αφού έσωσε από ευαισθησία να μετατραπεί σε ύλη, έπρεπε να ξαναδιαλυθεί ακολουθώντας τον αντίστροφο δρόμο. Κι εδώ βρίσκεται ο κόμπος. Γιατί ερωτική αγνότητα σημαίνει το φραγμό του δρόμου στη χύδην, στη χυδαία εκτόνωση.
 
Δεν ξέρω, αν ωφελεί να κυττάξει κανείς από την άλλη πλαγιά του μεσονυχτιού. Εννοώ την αναγνώριση και την κατανόηση. Το μέγα Μεσημέρι στη γλώσσα του άγιου πρωτότυπου. Αν εκεί που’ ριξε το αγκίστρι του δεν πιάστηκε τίποτα, δεν είναι γιατί έλειψαν τα ψάρια. Τα κότσια έλειψαν. Τι πάει να πει ότι για ν’ ανοίξεις το Nietzsche χρειάζεται να’ χεις γερά κότσια;
 
Να μη ζητιανεύεις τον πόρο ούτε στο χαμαιτυπείο, ούτε στον αυνανισμό, όταν σου λείπει η γυναίκα. Αλλά να φτάνεις να πιαστείς από τα ράχτα της θάλασσας, που’ ναι σκληρά – ουδείς λόγος – σωσίβια όμως για το ναυαγό. Σαν κάποιας αρκαδικής νύφης το νεύμα, που σαρκοπλάθει το όνειρο. Ή κάποιας αλαργινής ονείρωξης το πνεύμα, που φυσάει και σαρώνει τα σύννεφα, όπως εφύσηξε εκείνη η πρωϊνή αύρα, που αναστάτωσε τα κοριτσίστικα σεντόνια της Ναυσικάς: η δ’ ανέμου ως πνοή επέσσυτο δέμνια κούρης.
 
Αυτό πάει να πει νά ‘ χεις γερά κότσια. Να χαιρετάς από καρδιάς κάθε πρωϊ τον ήλιο και το γείτονα. Αλλά να μην ξεχνάς το θάνατο, που στέκεται σιμώτερα απ’ το γείτονα. Όσο λιγότερο σκέπτεσαι πως ο θάνατος είναι ο παντοτινός σου πιστός, ο ίσκιος σου, που ούτε να τον πιάσεις μπορείς ούτε να του ξεφύγεις γίνεται – ακόμη και υπό σκιάν σε παραστέκει – τόσο περισσότερο σου λείπουν τα κότσια. Ο θάνατος είναι ο γόρδιος δεσμός της φιλοσοφίας του Nietzsche. Ολόκληρη η περίφημη θεωρία για τη “μεταξίωση όλων των αξιών” στηρίζεται και ξεκινάει απ’αυτό το ελαφρό σημείο, τούτο το “πάτημα του περιστεριού”. Ο θάνατος είναι το άλλο μάτι, που το ένα, εκεί που κανείς δεν το περιμένει, τα κάνει δύο, και ο Κύκλωπας γίνεται άνθρωπος.
 
Να ξεντυθείς όλες τις προλήψεις που παραμόρφωσαν με τον καιρό ο διάφανο σώμα του ελληνικού θεού σε κύλινδρο κουτσουροκορμό. Να γδάρεις μόνος σου τα εφτά τους δέρματα που φιδοντύνουν το κορμί σου – και λέγοντας προλήψεις μη θαρρείς καμώματα των αστρολόγων και του Καζαμία, αλλά φιλοσοφίες, και θρησκείες, και τέχνες, και επιστήμη, και συστήματα, και πολιτικές – και μόνο τότε θα παραδεχθεί ο Απόλλωνας τη μουσική του. Μπορεί μάλιστα – αντί για να σε γδάρει όπως το Μαρσύα – να σπάσει και την κιθάρα του. Να σταθείς έτσι γυμνός κάτου από την παγωνιά του ήλιου και τη λάμψη του τίποτα. Αυτό θα πει νά’ χεις γερά κότσια.
 
Όλα τα κακά τα γέννησε ένα λανθασμένο βήμα, ένα αδέξιο τσάκισμα στη δίπλη του ανθρώπινου χορού: Γιατί ο άνθρωπος προτιμά από το να μη θέλει τίποτα, να θέλει το τίποτα.
 
Χρεωστώ τούτη την εξομολόγηση: Υπάρχουν ώρες, που ανοίγοντας να διαβάσω Nietzsche δεν καταλαβαίνω λέξη. Σα ν’ ακούω να κρώζει απάνου στο κεφάλι μου εκείνο το μαύρο περιστέρι του Ηροδότου, που έρχοντας από την Αίγυπτο έχτισε το μαντείο της Δωδώνης. Και υπάρχουν πάλι άλλες στιγμές, που ανοίγοντας το Nietzsche νομίζω ότι διαβάζω ελληνική γλώσσα. Για να μεταφράσω το Ecce homo, την αυτοπροσωπογραφία του Nietzsche, χρειάστηκε, υπομένοντας την τυραγνία του απρόοπτου, να κρατήσω και να κρατηθώ σ’αυτές τις δεύτερες στιγμές.
 
Διόνυσος εναντίον Εσταυρωμένου· ισχυρίζεται ότι δύο αντίρροπες δυνάμεις ισοζυγιάζονται απάνου στην ακμή της σύγκρουσης. Αν ημπορώ κάτι ν’ακούσω απ’ αυτό το περιώνυμο εναντίον είναι η φωνή του Ηράκλειτου για τον πόλεμο, τον πατέρα των όντων. Ύστερα από είκοσι αιώνες ο στοχασμός του Nietzsche ανανεώνει τη δύναμη του ανθρώπου να συνεχίσει την πορεία του πνεύματος. Παρόμοια, όπως ο πόλεμος των όντων – εννοώ του βοριά και της αχτίνας – ανανεώνει το κουράγιο της φύσης να συνεχίσει την πορεία της ζωής. Έτσι κατανοώ· δεν ξέροντας πώς τελείωσε η αντιδικία του ειδωλολάτρη και του χριστιανού, που άρχισε σε κάποιο καπηλειό στην Αϊδελβέργη 24.11.1978.

Γερμανικός Ιδεαλισμός: από τη φιλοσοφία του Fichte (1)

Αποτέλεσμα εικόνας για FichteJohann Gottlieb Fichte: 1762–1814

Η ελευθερία του Εγώ: σχετικές και απόλυτες πτυχές

§1

     Ι. Ο Γιόχαν Γκότλιπ Φίχτε ανήκει στους πιο σημαντικούς εκπροσώπους του επονομαζόμενου Γερμανικού Ιδεαλισμού. Τι είναι ο Γερμανικός Ιδεαλισμός; Είναι ένα φιλοσοφικό κίνημα, από τα πιο σημαντικά στην ιστορία της φιλοσοφίας, που συνέβαλε τα μέγιστα στη συγκρότηση της αυτοσυνείδητης υποκειμενικότητας της νεωτερικής εποχής. Ανάγει τα φιλοσοφικά του θεμέλια στον Καντ και περιλαμβάνει στους κόλπους του, μαζί με τον Φίχτε, τον Σέλλινγκ (Schelling) και τον Χέγκελ (Hegel). Καθένας απ΄ αυτούς τους φιλοσόφους είναι ένας Ολύμπιος Δίας, με καθοριστικές επιδράσεις στην μετέπειτα εξέλιξη της φιλοσοφίας, πρωτίστως δε των Ευρωπαϊκών φιλοσοφικών κινημάτων. Με τον Χέγκελ, ειδικότερα, ο Γερμανικός Ιδεαλισμός φτάνει στο αποκορύφωμα, ουσιαστικά στην ολοκλήρωση της συνολικής ανάπτυξης της νεότερης φιλοσοφικής σκέψης. Η ανάπτυξη της φιλοσοφίας, μετά από αυτό το φιλοσοφικό κίνημα, δεν μπόρεσε να φτάσει στις κορυφές της συστηματοποίησης της σκέψης της, εφάμιλλης με εκείνη του Γερμανικού Ιδεαλισμού.

     ΙΙ. Το εν λόγω κίνημα ανέδειξε ως κεντρική έννοια της σκέψης, αλλά και ως προϋπόθεση για την αυτο-κατάφαση του ανθρώπου, ήτοι της συνείδησης και της αυτοσυνείδησής του, το Απόλυτο. Η εν λόγω έννοια ανήκει στις πιο πολυσυζητημένες έννοιες, στο πλαίσιο της ιστορίας της φιλοσοφικής σκέψης, αλλά και στις πιο αξιοτίμητες. Από την αρχαιότητα μέχρι και τις ημέρες μας, η εν λόγω έννοια, πότε με τη μια ή την άλλη μετωνυμία και πότε με το αυτό όνομα, απασχολεί τη φιλοσοφία, ακόμη κι αν ορισμένες φιλοσοφικές κατευθύνσεις δεν ομολογούν «πίστη» στο Απόλυτο. Η εν λόγω έννοια αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για την εξέλιξη της σκέψης των εκπροσώπων του Γερμανικού Ιδεαλισμού αλλά και για την κατανόηση της φιλοσοφίας τους από τον αναγνώστη. Το ζητούμενο εκάστοτε του πνεύματος του Γερμανικού Ιδεαλισμού είναι η σχέση Εγώ, υποκειμένου ή συνείδησης με το Απόλυτο, οι διάφορες μορφές και ερμηνευτικές εκδοχές αυτής της σχέσης, όπως επίσης η ενότητά τους και το είδος της ενότητας· σχέση και ενότητα ανθρώπινου υποκειμένου με το θεό ως το Απόλυτο, με το απόλυτο πνεύμα, με την υπόσταση κ.λπ. Η έννοια αυτή έχει μια αποκλειστικά θρησκευτική ‒θεολογική καλύτερα‒ σημασία στον μεσαιωνικό κόσμο και εκλαμβάνεται ως κάτι που ανήκει στη σφαίρα του Επέκεινα, στο πλαίσιο πάντα της εξωτερικής διάκρισης που κυριαρχεί τότε ανάμεσα στο πεπερασμένο και το άπειρο.

     ΙΙΙ. Ο Φίχτε, εκκινώντας από την Καντιανή κριτική του Λόγου, αναπτύσσει μια υπερβατολογική μεταφυσική, που έχει ως κεντρική φιλοσοφική βάση την επιστήμη της γνώσεως, την επονομαζόμενη επιστημολογία (Wissenschaftslehre). Η τελευταία τούτη νοείται ως η ενότητα της πρακτικής και της θεωρητικής φιλοσοφίας. Η απόλυτη αρχή που παράγει κάθε κατηγορία γνώσης είναι το Εγώ. Το τελευταίο, στις διάφορες συνδηλώσεις του μέσα στη φιχτιανή φιλοσοφία, συγκροτεί την ενεργό αυτοσυνειδησία, την απόλυτη υποκειμενικότηταˑ η έννοια του Απόλυτου εισάγεται τώρα με αυτή τη μορφή, για να δειχθεί ότι παράγει όλα τα περιεχόμενα του σύμπαντος κόσμου, καθότι είναι ταυτισμένη με το θεό: Ολότητα υποκειμένου-αντικειμένου. Κατ’ αυτό το πνεύμα, το Εγώ Φίχτε δεν είναι ένα διασπαραγμένο Εγώ, ματαιωμένο, εγωιστικό, ασήμαντο καθεαυτό και διεαυτό, Απεναντίας ενδημεί μέσα στον κόσμο και συνδέεται άρρηκτα με το αντι-κείμενο, με το μη-Εγώˑ το τελευταίο δεν το εκμηδενίζει, αλλά με σκέψη και δράση το καθιστά Ένα με τον εαυτό του, το ανεβάζει στο επίπεδο του Εαυτού.  

§2

     Ι. Στο πεδίο της φιλοσοφικής θεώρησης της Ιστορίας, συλλαμβάνει την τελευταία ως διαδικασία ή διεργασία πολιτισμικής εξέλιξης. Όπως ο ίδιος αναφέρει στο έργο του: Die Grundzüge des gegenwärtigen Zeitalters (Τα βασικά χαρακτηριστικά της σύγχρονης εποχής), ο σκοπός της επίγειας ζωής της ανθρωπότητας έγκειται σε τούτο: η τελευταία διευθετεί όλες τις σχέσεις αυτής της ζωής της με ελευθερία και με οδηγό προς αυτή την ελευθερία το Λόγο. Τούτο σημαίνει ότι το ανθρώπινο γένος μπορεί να ευτυχήσει μόνο με την ελεύθερη κυριαρχία του Λόγου, υπό το νόημα της απόλυτης ενότητάς του με την ελευθερία.

     ΙΙ. Με βάση λοιπόν αυτή την αρχή, ο Φίχτε προχωρεί στον φιλοσοφικό καταμερισμό της ιστορίας σε πέντε εποχές. Υπό την οπτική Λόγου και Ελευθερίας, η πρώτη εποχή είναι εκείνη της ενστικτώδους κυριαρχίας του Λόγου, χωρίς ανεπτυγμένη αυτοσυνείδηση και ελευθερία. Πρόκειται για την κατάσταση της αθωότητας του ανθρώπινου γένους, κατά τοπρότυπο του μύθου του παραδείσου. Η δεύτερη είναι εκείνη της αυθεντίας των θεωρητικών δογμάτων, που απαλλοτριώνουν το ένστικτο του Λόγου, καθώς αδυνατούν να πείσουν τους ανθρώπους και ζητούν απ’ αυτούς τυφλή πίστη και υπακοή· εδώ έχουμε την κατάσταση της αρχόμενης αμαρτίας.
   
     ΙΙΙ. Η τρίτη χαρακτηρίζεται από το γεγονός ότι η ελευθερία βρίσκεται στην αρχική της φάση, την μη-αυτοσυνείδητη, και στρέφεται ενάντια στην ως άνω κυριαρχία του Λόγου και τα προστάγματά του. Από τη μια χειραφετείται από τον εξαναγκασμό του δογματισμού, αλλά από την άλλη επαναστατεί κυριολεκτικά ενάντια στον ίδιο το Λόγο, μην έχοντας ακόμη φτάσει στην επίγνωση πως ο Λόγος, ενάντια στον οποίο ξεσηκώνεται, και η ίδια συνθέτουν μια ενότητα ή ταυτότητα· κάτι δηλαδή που αντιστοιχεί στις επόμενες εποχές. Κατ’ αυτήν την εποχή κυριαρχεί απόλυτη αδιαφορία απέναντι στην αλήθεια και ολική ακολασία. Πρόκειται για την κατάσταση της ολοκληρωμένης
αμαρτωλότητας (Zeitalter der vollendeten Sündhaftigkeit).

     ΙV. Με τούτη την εποχή ο Φίχτε έχει κατά νου τον Διαφωτισμό. Στην ίδια δε τοποθετούσε και το δικό του παρόν. Ο Διαφωτισμός προσέφερε, από τη μια μεριά, σημαντικές υπηρεσίες, καθώς απαξίωσε οποιαδήποτε εξωτερική αυθεντία, αλλά δεν απέτρεψε την επικράτηση ενός μονοδιάστατου, δεσποτικού Εγώ, με κινητήρια δύναμή του τον εγωισμό και την αυθαιρεσία. Με τούτη την ερμηνεία συμπορεύεται ορισμένως και ο Χέγκελ, όπως θα δούμε, όταν συζητήσουμε τη συμβολή του στην ανάπτυξη του Γερμανικού Ιδεαλισμού. Γενικώς μπορούμε να πούμε στο παρόν σημείο ότι από τη μια πλευρά, κατά τον Χέγκελ, ο Διαφωτισμός απελευθέρωσε τη δυναμική του Λόγου από τη δεσποτεία της θρησκείας, από την άλλη όμως έφτασε στην απολυτοποίηση του Λόγου, ήτοι σε μια εν είδει θρησκείας δεσποτείας του. Κατά την τέταρτη εποχή αρχίζει να αναδύεται ο αυτοσυνείδητος Λόγος και η επιστήμη του, ενώ κατά την πέμπτη συντελείται η απόλυτη ταύτιση Λόγου και Ελευθερίας, η απόλυτη δικαίωση. 

     V. Και το γνωσι-οντο-λογικό ερώτημα που τίθεται τώρα είναι: σε ποια εποχή κατατάσσεται το σύγχρονο Ελλαδικό βασίλειο της μετριοκρατίας ‒το βασίλειο που καλύπτει αυτή τη μετριοκρατία με την επιβολή μιας επιθετικής εξωτερικής αυθεντίας‒ μαζί με την πλήρη εξαχρείωση των συνειδήσεων, τη συνένοχη αδιαφορία και την απέραντη ακολασία; Προφανώς στην τρίτη, πλην όμως χωρίς κάποια θαμπή έστω προσδοκία μετάβασης στην τέταρτη και πέμπτη εποχή, αφού η απόλυτη ανορθολογικότητα των ακαλλιέργητων μειοψηφικών μετριοτήτων του επιστημονικού, πολιτισμικού και κοινωνικο-πολιτικού στερεώματος, με παιδεία επιπέδου αφισοκολλητών ή μελών επαρχιακού Δημοτικού Συμβουλίου, έχει εξορίσει τη στοιχειώδη ελευθερία του Λόγου, που μόνο αυτή/αυτός μπορεί να ξεθεμελιώσει την πρωτοκαθεδρία της βαρβαρότητας.

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ: Ἠθικὰ Νικομάχεια (1103b-1104b)

[II] Ἐπεὶ οὖν ἡ παροῦσα πραγματεία οὐ θεωρίας ἕνεκά ἐστιν ὥσπερ αἱ ἄλλαι (οὐ γὰρ ἵνα εἰδῶμεν τί ἐστιν ἡ ἀρετὴ σκεπτόμεθα, ἀλλ᾽ ἵν᾽ ἀγαθοὶ γενώμεθα, ἐπεὶ οὐδὲν ἂν ἦν ὄφελος αὐτῆς), ἀναγκαῖον ἐπισκέψασθαι τὰ περὶ τὰς πράξεις, πῶς πρακτέον αὐτάς· αὗται γάρ εἰσι κύριαι καὶ τοῦ ποιὰς γενέσθαι τὰς ἕξεις, καθάπερ εἰρήκαμεν. τὸ μὲν οὖν κατὰ τὸν ὀρθὸν λόγον πράττειν κοινὸν καὶ ὑποκείσθω — ῥηθήσεται δ᾽ ὕστερον περὶ αὐτοῦ, καὶ τί ἐστιν ὁ ὀρθὸς λόγος, καὶ πῶς ἔχει πρὸς τὰς ἄλλας ἀρετάς. ἐκεῖνο δὲ προδιομολογείσθω,

[1104a] ὅτι πᾶς ὁ περὶ τῶν πρακτῶν λόγος τύπῳ καὶ οὐκ ἀκριβῶς ὀφείλει λέγεσθαι, ὥσπερ καὶ κατ᾽ ἀρχὰς εἴπομεν ὅτι κατὰ τὴν ὕλην οἱ λόγοι ἀπαιτητέοι· τὰ δ᾽ ἐν ταῖς πράξεσι καὶ τὰ συμφέροντα οὐδὲν ἑστηκὸς ἔχει, ὥσπερ οὐδὲ τὰ ὑγιεινά. τοιούτου δ᾽ ὄντος τοῦ καθόλου λόγου, ἔτι μᾶλλον ὁ περὶ τῶν καθ᾽ ἕκαστα λόγος οὐκ ἔχει τἀκριβές· οὔτε γὰρ ὑπὸ τέχνην οὔθ᾽ ὑπὸ παραγγελίαν οὐδεμίαν πίπτει, δεῖ δ᾽ αὐτοὺς ἀεὶ τοὺς πράττοντας τὰ πρὸς τὸν καιρὸν σκοπεῖν, ὥσπερ καὶ ἐπὶ τῆς ἰατρικῆς ἔχει καὶ τῆς κυβερνητικῆς. ἀλλὰ καίπερ ὄντος τοιούτου τοῦ παρόντος λόγου πειρατέον βοηθεῖν. πρῶτον οὖν τοῦτο θεωρητέον, ὅτι τὰ τοιαῦτα πέφυκεν ὑπ᾽ ἐνδείας καὶ ὑπερβολῆς φθείρεσθαι, (δεῖ γὰρ ὑπὲρ τῶν ἀφανῶν τοῖς φανεροῖς μαρτυρίοις χρῆσθαι) ὥσπερ ἐπὶ τῆς ἰσχύος καὶ τῆς ὑγιείας ὁρῶμεν· τά τε γὰρ ὑπερβάλλοντα γυμνάσια καὶ τὰ ἐλλείποντα φθείρει τὴν ἰσχύν, ὁμοίως δὲ καὶ τὰ ποτὰ καὶ τὰ σιτία πλείω καὶ ἐλάττω γινόμενα φθείρει τὴν ὑγίειαν, τὰ δὲ σύμμετρα καὶ ποιεῖ καὶ αὔξει καὶ σῴζει. οὕτως οὖν καὶ ἐπὶ σωφροσύνης καὶ ἀνδρείας ἔχει καὶ τῶν ἄλλων ἀρετῶν. ὅ τε γὰρ πάντα φεύγων καὶ φοβούμενος καὶ μηδὲν ὑπομένων δειλὸς γίνεται, ὅ τε μηδὲν ὅλως φοβούμενος ἀλλὰ πρὸς πάντα βαδίζων θρασύς· ὁμοίως δὲ καὶ ὁ μὲν πάσης ἡδονῆς ἀπολαύων καὶ μηδεμιᾶς ἀπεχόμενος ἀκόλαστος, ὁ δὲ πᾶσαν φεύγων, ὥσπερ οἱ ἄγροικοι, ἀναίσθητός τις· φθείρεται δὴ σωφροσύνη καὶ ἡ ἀνδρεία ὑπὸ τῆς ὑπερβολῆς καὶ τῆς ἐλλείψεως, ὑπὸ δὲ τῆς μεσότητος σῴζεται. ἀλλ᾽ οὐ μόνον αἱ γενέσεις καὶ αὐξήσεις καὶ αἱ φθοραὶ ἐκ τῶν αὐτῶν καὶ ὑπὸ τῶν αὐτῶν γίνονται, ἀλλὰ καὶ αἱ ἐνέργειαι ἐν τοῖς αὐτοῖς ἔσονται· καὶ γὰρ ἐπὶ τῶν ἄλλων τῶν φανερωτέρων οὕτως ἔχει, οἷον ἐπὶ τῆς ἰσχύος· γίνεται γὰρ ἐκ τοῦ πολλὴν τροφὴν λαμβάνειν καὶ πολλοὺς πόνους ὑπομένειν, καὶ μάλιστα ἂν δύναιτ᾽ αὐτὰ ποιεῖν ὁ ἰσχυρός. οὕτω δ᾽ ἔχει καὶ ἐπὶ τῶν ἀρετῶν· ἔκ τε γὰρ τοῦ ἀπέχεσθαι τῶν ἡδονῶν γινόμεθα σώφρονες, καὶ γενόμενοι μάλιστα δυνάμεθα ἀπέχεσθαι αὐτῶν· ὁμοίως δὲ

[1104b] καὶ ἐπὶ τῆς ἀνδρείας· ἐθιζόμενοι γὰρ καταφρονεῖν τῶν φοβερῶν καὶ ὑπομένειν αὐτὰ γινόμεθα ἀνδρεῖοι, καὶ γενόμενοι μάλιστα δυνησόμεθα ὑπομένειν τὰ φοβερά.

***
[2] Επειδή λοιπόν η παρούσα φιλοσοφική μας ενασχόληση δεν έχει ως στόχο της, όπως οι άλλες, τη θεωρητική γνώση (η έρευνά μας δηλαδή δεν γίνεται για να μάθουμε τί είναι η αρετή, αλλά για να γίνουμε ενάρετοι — αλλιώς δεν θα είχε κανένα νόημα), είναι ανάγκη να εξετάσουμε το θέμα «πράξεις», με το νόημα «πώς πρέπει να τις πράττουμε» — αυτό, φυσικά, επειδή από αυτές εξαρτάται και το τί θα είναι τελικά οι έξεις μας, όπως το έχουμε ήδη πει. Ας βάλουμε λοιπόν ως βάση τη γενικά παραδεκτή αρχή ότι οι πράξεις μας πρέπει να κατευθύνονται από τον ορθό λόγο — για το θέμα αυτό θα μιλήσουμε πιο κάτω (εκεί θα πούμε και τί είναι ο ορθός λόγος και σε ποιά σχέση βρίσκεται προς τις άλλες αρετές). Ας σπεύσουμε όμως να συμφωνήσουμε από τώρα μεταξύ μας

[1104a] πως κάθε φορά που μιλούμε για πράξεις και για συμπεριφορές ο λόγος μας δεν μπορεί παρά να είναι γενικός και όχι ακριβής ως τη λεπτομέρεια· το είπαμε ήδη στην αρχή αρχή, ότι οι φιλοσοφικοί μας λόγοι πρέπει να ζητούμε να είναι αντίστοιχοι προς το θέμα μας — και, βέβαια, τα θέματα τα σχετικά με τη συμπεριφορά μας και με ό,τι μας συμφέρει και μας ωφελεί δεν έχουν τίποτε το σταθερό, όπως δεν έχουν τίποτε το σταθερό και τα θέματα τα σχετικά με την υγεία μας. Αν αυτό ισχύει για τις γενικότερου περιεχομένου κρίσεις μας, σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό δεν μπορεί να είναι ακριβής ως την τελευταία λεπτομέρεια ο λόγος μας για τα επιμέρους θέματα, αφού αυτά δεν αποτελούν αντικείμενο κάποιας συγκεκριμένης επιστήμης ούτε εμπίπτουν σε κάποιους συγκεκριμένους κανόνες, αλλά τα ίδια τα ενεργούντα άτομα πρέπει κάθε φορά να κρίνουν τί ταιριάζει στη συγκεκριμένη περίσταση — όπως ακριβώς συμβαίνει και στον χώρο της ιατρικής ή στην τέχνη της διακυβέρνησης του πλοίου.

Παρόλο όμως που η παρούσα μας έρευνα έχει αυτόν τον χαρακτήρα, εμείς πρέπει να της προσφέρουμε όποια συνδρομή μπορούμε. Ας ξεκινήσουμε λοιπόν με την παρατήρηση ότι τα πράγματα αυτά έχουν από τη φύση τους την ιδιότητα να φθείρονται από την έλλειψη και την υπερβολή, όπως ακριβώς βλέπουμε ότι γίνεται στην περίπτωση της σωματικής ρώμης και της υγείας — το θεωρείτε, φαντάζομαι, φυσικό, για τα όχι φανερά πράγματα να χρησιμοποιούμε τις αποδείξεις που μας προσφέρουν τα φανερά. Έτσι: οι υπερβολικές γυμναστικές ασκήσεις αλλά και οι λειψές φθείρουν τη σωματική δύναμη· επίσης: τα ποτά και τα τρόφιμα, όταν γίνονται περισσότερα ή λιγότερα από κάποια συγκεκριμένη ποσότητα, φθείρουν την υγεία, ενώ τα σύμφωνα με το μέτρο τη γεννούν, την αυξάνουν και τη διασφαλίζουν. Το ίδιο λοιπόν συμβαίνει και στην περίπτωση της σωφροσύνης, της ανδρείας και των άλλων αρετών. Πραγματικά, ο άνθρωπος που συστηματικά τρέπεται σε φυγή μπροστά στο καθετί, που φοβάται τα πάντα και δεν αντιστέκεται σε τίποτε, γίνεται δειλός· ο άνθρωπος, από την άλλη, που δεν φοβάται τίποτε και βγαίνει να αντιμετωπίζει το καθετί, γίνεται απόκοτος· το ίδιο: αυτός που απολαμβάνει συστηματικά όλων των ειδών τις ηδονές και δεν μένει μακριά από καμία, γίνεται ακόλαστος, ενώ αυτός που —σαν αγροίκος— μένει συστηματικά μακριά από όλες τους, γίνεται, θα λέγαμε, αναίσθητος· συμπέρασμα: τη σωφροσύνη και την ανδρεία τις φθείρει η υπερβολή και η έλλειψη, ενώ η μεσότητα τις σώζει.

Δεν είναι όμως μόνο ότι έχουν την ίδια αρχή και τις ίδιες αιτίες τόσο η γένεση και η αύξηση των αρετών όσο και η φθορά τους· στον ίδιο επίσης χώρο θα εκδηλωθεί και η πραγμάτωσή τους· έτσι, άλλωστε, συμβαίνει και στις άλλες, τις πιο φανερές, περιπτώσεις· π.χ. στην περίπτωση της σωματικής ρώμης: η σωματική ρώμη γεννιέται από την πολλή τροφή και από την άσκηση στους πολλούς κόπους, αυτά όμως τα πράγματα είναι ικανός να τα κάνει κατά κύριο λόγο ο σωματικά ρωμαλέος. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με τις αρετές: μένοντας συστηματικά μακριά από τις ηδονές γινόμαστε σώφρονες, και όταν γίνουμε, έχουμε πια σε πολύ μεγάλο βαθμό τη δύναμη να μένουμε μακριά τους· το ίδιο

[1104b] και με την ανδρεία: αποκτώντας σιγά σιγά τη συνήθεια να περιφρονούμε τα πράγματα που προκαλούν φόβο και να τα αντιμετωπίζουμε, γινόμαστε ανδρείοι, και όταν γίνουμε, έχουμε πια σε πολύ μεγάλο βαθμό τη δύναμη να τα αντιμετωπίζουμε.