Παρασκευή, 16 Αυγούστου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Ὄρνιθες (903-951)

ΠΙ. θύοντες εὐξώμεσθα τοῖς πτερίνοις θεοῖς.
ΠΟΙΗΤΗΣ
Νεφελοκοκκυγίαν τὰν εὐδαίμονα
905 κλῇσον, ὦ Μοῦσα, τεαῖς ἐν ὕμνων ἀοιδαῖς.
ΠΙ. τουτὶ τὸ πρᾶγμα ποδαπόν; εἰπέ μοι, τίς εἶ;
ΠΟ. ἐγώ; μελιγλώσσων ἐπέων ἱεὶς ἀοιδὰν
Μουσάων θεράπων ὀτρηρός,
910 κατὰ τὸν Ὅμηρον.
ΠΙ. ἔπειτα δῆτα δοῦλος ὢν κόμην ἔχεις;
ΠΟ. οὔκ, ἀλλὰ πάντες ἐσμὲν οἱ διδάσκαλοι
Μουσάων θεράποντες ὀτρηροί,
κατὰ τὸν Ὅμηρον.
915 ΠΙ. οὐκ ἐτὸς ὀτρηρὸν καὶ τὸ ληδάριον ἔχεις.
ἀτάρ, ὦ ποητά, κατὰ τί δεῦρ᾽ ἀνεφθάρης;
ΠΟ. μέλη πεπόηκ᾽ εἰς τὰς Νεφελοκοκκυγίας
τὰς ὑμετέρας κύκλιά τε πολλὰ καὶ καλὰ
καὶ παρθένεια καὶ κατὰ τὰ Σιμωνίδου.
920 ΠΙ. ταυτὶ σὺ πότ᾽ ἐπόησας; ἀπὸ πόσου χρόνου;
ΠΟ. πάλαι, πάλαι δὴ τήνδ᾽ ἐγὼ κλῄζω πόλιν.
ΠΙ. οὐκ ἄρτι θύω τὴν δεκάτην ταύτης ἐγώ,
καὶ τοὔνομ᾽ ὥσπερ παιδίῳ νυνδὴ ᾽θέμην;
ΠΟ. ἀλλά τις ὠκεῖα Μουσάων φάτις
925 οἷάπερ ἵππων ἀμαρυγά.
σὺ δὲ πάτερ, κτίστορ Αἴτνας,
ζαθέων ἱερῶν ὁμώνυμε,
δὸς ἐμὶν ὅ τι περ
τεᾷ κεφαλᾷ θέλεις
930 πρόφρων δόμεν ἐμὶν τεῶν.
ΠΙ. τουτὶ παρέξει τὸ κακὸν ἡμῖν πράγματα,
εἰ μή τι τούτῳ δόντες ἀποφευξούμεθα.
οὗτος, σὺ μέντοι σπολάδα καὶ χιτῶν᾽ ἔχεις,
ἀπόδυθι καὶ δὸς τῷ ποητῇ τῷ σοφῷ.
935 ἔχε τὴν σπολάδα· πάντως δέ μοι ῥιγῶν δοκεῖς.
ΠΟ. τόδε μὲν οὐκ ἀέκουσα φίλα
Μοῦσα δῶρον δέχεται·
τὺ δὲ τεᾷ φρενὶ μάθε Πινδάρειον ἔπος—
940 ΠΙ. ἅνθρωπος ἡμῶν οὐκ ἀπαλλαχθήσεται.
ΠΟ. νομάδεσσι γὰρ ἐν Σκύθαις ἀλᾶται στρατῶν
ὃς ὑφαντοδόνητον ἔσθος οὐ πέπαται.
ἀκλεὴς δ᾽ ἔβα σπολὰς ἄνευ χιτῶνος.
945 ξύνες ὅ τοι λέγω.
ΠΙ. ξυνίημ᾽ ὅτι βούλει τὸν χιτωνίσκον λαβεῖν.
ἀπόδυθι· δεῖ γὰρ τὸν ποητὴν ὠφελεῖν.
ἄπελθε τουτονὶ λαβών. ΠΟ. ἀπέρχομαι,
κἀς τὴν πόλιν ἀπελθὼν ποήσω τοιαδί·
950 «κλῇσον, ὦ χρυσόθρονε, τὰν τρομεράν, κρυεράν·
νιφόβολα πεδία πολύπορά τ᾽ ἤλυθον. ἀλαλαί.»

***
ΠΙΣ., επίσημα.
Στους φτερωτούς θεούς δέηση, θυσία!
Έρχεται τραγουδώντας ένας ποιητής, ακούρευτος και κουρελιάρης.
Ο ΠΟΙΗΤΗΣ
Τη Νεφελοκοκκυγία,
την ευτυχισμένη,
Μούσα, τραγούδησ᾽ εσύ με τους ύμνους σου.
ΠΙΣ. Πούθε είν᾽ αυτό το πλάσμα; Ε συ, ποιός είσαι;
ΠΟΙ. Ποιός; Εγώ;
Είμαι ποιητής τραγουδιών σαν το μέλι γλυκών
και των Μουσών δουλευτής είμαι ακούραστος,
910 όπως είπε κι ο Όμηρος.
ΠΙΣ. Δούλος; Και πώς δεν κόβεις τα μαλλιά σου;
ΠΟΙ. Όχι, μα όποιος γράφει στίχους σαν εμένα,
είναι των Μουσών
δουλευτής ακούραστος,
όπως είπε κι ο Όμηρος.
ΠΙΣ., παρατηρώντας το παλιό και τριμμένο ρούχο του ποιητή.
Και το ρούχο σου, βλέπω, ακούραστο είναι.
Αλλά ποιά οργή, ποιητή μου, εδώ σε φέρνει;
ΠΟΙ. Για τις Νεφελοκοκκυγίες σας έχω
πολλά κι ωραία τραγούδια εγώ συνθέσει,
διθύραμβους, παρθένεια, σιμωνίδεια.
920 ΠΙΣ. Εσύ όλ᾽ αυτά; Μα πότε κι από πότε;
ΠΟΙ. Είναι καιρός που υμνώ την πόλη τούτη.
ΠΙΣ. Μα μόλις τώρα εγώ θυσία προσφέρνω
για τα δεκάημερά της· μόλις τώρα
της έδωσα όνομα όπως στα μωράκια.
ΠΟΙ. Είναι γοργή των Μουσών η φωνή
σαν αστραπόβολο τρέξιμο αλόγων.
Έλα, ω πατέρα, ιερών σεβαστών συνονόματε,
θεμελιωτή εσύ της Αίτνας,
απ᾽ τ᾽ αγαθά σου ένα κάτι
μ᾽ ένα σου γνέψιμο δώσε κι εμένα,
930 ό,τι η καρδιά σου σού πει να μου δώσεις.
ΠΙΣ. Πολλή ζαλούρα τούτος θα μας φέρει,
αν κάτι δεν του δώσω να γλιτώσω.
Σε έναν από τους δούλους.
Εσύ φοράς και κάπα και χιτώνα·
βγάλ᾽ τη και δώσ᾽ τη στο σοφό ποιητή μας.
Στον ποιητή.
Πάρε την κάπα· σα να τρέμεις κιόλας.
ΠΟΙ. Πρόθυμα δέχεται τούτο το χάρισμα η Μούσα·
όμως εσύ
βάλε στο νου σου τους στίχους αυτούς τους πινδάρειους...
940 ΠΙΣ. Δε θα γλιτώσω, φαίνεται, από τούτον.
ΠΟΙ. Έρημος μέσα στη χώρα γυρνά των νομάδων Σκυθών
όποιος δεν έχει ένα ντύμα υφασμένο σε χτύπο αργαλειού.
Άδοξη η κάπα χωρίς το χιτώνα.
Νιώσε τί λέω.
ΠΙΣ. Νιώθω· να πάρεις θέλεις το χιτώνα.
Στο δούλο.
Γδύσου· ο ποιητής χαρούμενος να φύγει.
Στον ποιητή.
Νά, πάρε αυτόν και πήγαινε. ΠΟΙ. Πηγαίνω,
κι έτσι την πόλη εγώ θα τραγουδάω:
950 Ψάλε, χρυσόθρονη Μούσα, την πόλη που κρυώνει και τρέμει·
σε χιονοσκέπαστους κάμπους ολάνοιχτους πήγα. Αλαλά.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ - ΓΛΑΥΚΟΣ

ΓΛΑΥΚΟΣ
(θεός)
 
Το όνομα Γλαύκος παραπέμπει στο δυνατό φως αλλά και στη θάλασσα -ο Ησίοδος (Θεογ. 440), αλλά και οι τραγικοί, καλούν τη θάλασσα γλαυκήν. Δύο παραδίδονται με το όνομα αυτό και σε σχέση με μια μεταμόρφωση αλλά και με τη θάλασσα.
 
Γλαύκος 1
 
Ο πρώτος Γλαύκος ήταν γιος του Σίσυφου, ιδρυτή της πόλης Εφύρα, της μελλοντικής Κορίνθου. Διαδέχθηκε τον πατέρα του στον θρόνο της πόλης και πήρε μέρος με το αγώνισμα του τέθριππου στους ταφικούς αγώνες προς τιμή του Πελία. Νικήθηκε από τον Ιόλαο, τον γιο του Ιφικλή, και κατασπαράχθηκε από τις φοράδες του που αφήνιασαν, είτε γιατί ήπιαν νερό από μια μαγική πηγή, είτε από τον θυμό της Αφροδίτης, γιατί ο Γλαύκος, θέλοντας να τις κάνει πιο γρήγορες, δεν τις άφηνε να ζευγαρώσουν· έτσι όμως προσέβαλε τη θεά. Άλλη εκδοχή του μύθου θέλει τον Γλαύκο να πίνει ο ίδιος από πηγή που το νερό της χάριζε την αθανασία. Όμως ποιος να πιστέψει ένα θνητό που έλεγε ότι είχε γίνει αθάνατος; Για να πείσει για τη μεταμόρφωσή του, έπεσε στη θάλασσα και έγινε ένας θαλασσινός θεός που έφερνε γρήγορο τέλος σε όποιον ναυτικό τον αντίκριζε.
 
Πιο ορθολογικές ερμηνείες θέλουν τον Γλαύκο να κάνει μεγάλες δαπάνες για την εκτροφή αλόγων που έπαιρναν μέρος σε ιπποδρομίες και να μην ενδιαφέρεται καθόλου για τα του οίκου του, με αποτέλεσμα να χάσει όλη του την περιουσία (Παλαίφ., περί απίστων 25)
 
Γλαύκος 2
 
Ο δεύτερος Γλαύκος ήταν γιος του Ανθηδόνα, ιδρυτή της ομώνυμης πόλης στη Βοιωτία, και της Αλκυόνης· ή του Ποσειδώνα και μιας Ναϊάδας. Υπήρξε ψαράς που μεταβλήθηκε σε αθάνατο θεό της θάλασσας, γιατί έφαγε ένα χόρτο. Οι θεοί της θάλασσας τον δέχτηκαν και ζήτησαν από τον Ωκεανό και την Τηθύ, το θαλασσινό ζευγάρι των θεών, να τον εξαγνίσουν. Τον έβαλαν να επαναλάβει ένα ξόρκι εννέα φορές και του είπαν να λουστεί σε εκατό ποταμούς· και τότε νερά από τόσους ποταμούς έπεσαν στο κεφάλι του. Αυτά είπε ο Γλαύκος ότι θυμόταν από εκείνη τη διαδικασία του καθαρμού και της μεταμόρφωσης· δεν ήξερε τίποτε άλλο. Όταν αργότερα συνήλθα, όλο μου το σώμα είχε μετασχηματιστεί σε κάτι άλλο από αυτό που ήταν πριν και το μυαλό μου δεν ήταν πια το ίδιο. Τότε είδα για πρώτη φορά αυτή τη σκουρόχρωμη πράσινη γενειάδα, τα μαλλιά μου που κυμάτιζαν στην πλατιά θάλασσα, αυτοί οι γιγάντιοι ώμοι και τα σκουρόχρωμα χέρια, αυτά τα πόδια που καμπυλώνουν κάτω σε ουρά ψαριού. Αυτά βάζει ο Οβίδιος τον ερωτευμένο Γλαύκο να λέει στην όμορφη Σκύλλα, για να καταλήξει στην απελπισμένη φράση: Σε τι μπορεί να χρησιμεύει αυτό το σχήμα ή που εγώ τέρπω τους ωκεάνιους θεούς; Τι χρησιμεύει να είναι κανείς θεός, αν όλα αυτά δεν σε συγκινούν; (Οβ., Μετ. 13.950 κ.ε.). Και όχι μόνο δεν του χρησίμευσε η θεϊκή του όψη και υπόσταση, ώστε να κατακτήσει την κοπέλα, αλλά υπήρξε και η αιτία της μεταμόρφωσης της νέας σε τέρας είτε με την παρέμβαση της Κίρκης που τον αγαπούσε και ζήλευε τη Σκύλλα είτε του Ποσειδώνα, για να την εκδικηθεί που προτίμησε τον Γλαύκο αντί για εκείνον. Ωστόσο, ακόμη και άσχημη εξακολουθούσε να την αγαπά· γι' αυτό την έκανε θεά.
 
Ο Γλαύκος εμπλέκεται και σε άλλους άτυχους έρωτες. Προσπάθησε να κατακτήσει την Αριάδνη, όταν ο Θησέας την άφησε στη Νάξο. Και εδώ στάθηκε άτυχος, αφού είχε για αντίπαλο τον Διόνυσο, στη συνοδεία του οποίου εντάχθηκε, όταν έφτασε ο θεός στο νησί για να πάρει το κορίτσι. Λεγόταν ακόμη ότι από αγάπη για τον Μελικέρτη, που άλλαξε την ανθρώπινη φύση του σε θεϊκή, έπεσε στη θάλασσα· στην Ανθηδόνα, κοντά στη θάλασσα, υπήρχε το λεγόμενο πήδημα του Γλαύκου.
 
Μαζί με την αθανασία ο Γλαύκος πήρε από τους θεούς και το χάρισμα της προφητείας «και προλέγει μέχρι τώρα στους ανθρώπους τα μέλλοντα. όσοι ταξιδεύουν στη θάλασσα διηγούνται κάθε χρόνο πολλά για τη μαντική του Γλαύκου» (Διόδ. 4.48). Γι' αυτό ο Βιργίλιος δίνει πατέρα στην προφήτισσα Σίβυλλα από την Κύμη τον Γλαύκο. Συνόδευσε την Αργώ, της οποίας θεωρείται ο κατασκευαστής σε ορισμένες παραλλαγές, και πολέμησε στο πλευρό των Αργοναυτών. Ως θεός εμφανίστηκε στους Αργοναύτες και τους συνόδεψε στο ταξίδι τους για δυο μερόνυχτα. Τότε προέβλεψε στον Ηρακλή τους άθλους και την αθανασία του και στους Τυνδαρίδες την αθανασία και τη θεοποίησή τους και ότι θα τιμώνται σαν θεοί με το όνομα Διόσκουροι - επομένως, ο Γλαύκος είναι αρχαιότερος θεός προστάτης των ναυτικών από τους Διόσκουρους που επίσης έχουν την ίδια ιδιότητα. (Διόδ. 4.48*) Ως προστάτης των ναυτικών δέχεται τις προσευχές των θνητών για σωτηρία (AG 6.164**). Εμφανίστηκε στον Μενέλαο την ώρα που περνούσε τον Μαλέα στον δρόμο από την Τροία για τη Σπάρτη και του αποκάλυψε τη μοίρα και τον θάνατο του αδελφού του Αγαμέμνονα στο ύστερο λουτρό που τούχεν ετοιμάσει η γυναίκα του· αυτά του είπε ο πελαγίσιος μαντευτής, ο προφήτης, ο αληθολόγος (Ευρ., Ορ. 360-365).
 
Ως θνητός υπήρξε πατέρας του Βελλεροφόντη, θεϊκός πατέρας του οποίου είναι ο Ποσειδώνας.
 
Περισσότερο ορθολογικές αφηγήσεις θεωρούν ότι ο Γλαύκος ήταν ναυτικός και πολύ καλός κολυμβητής, και γι' αυτό οι άνθρωποι τον αποκαλούσαν Πόντιον (=θαλασσινό) (Αθήν., Δειπν. 7.47). Ο Παλαίφατος, ξεκινώντας από την αρχική αφήγηση ότι ο Γλαύκος ήταν ψαράς, υποστηρίζει ότι η ιστορία της μεταμόρφωσης του Γλαύκου σε θεό είναι μύθευμα που προέκυψε από το γεγονός ότι διέφερε από τους άλλους ψαράδες και γιατί ήταν πολύ καλός κολυμβητής και γιατί η ψαριά του ήταν πάντα πλούσια, ακόμη κι όταν οι άλλοι δεν έπιαναν λέπι. Κάποια φορά που κολυμπούσε τον έχασαν από τα μάτια τους, έλειψε πολλές μέρες από το σπίτι του και όταν επέστρεψε και οι δικοί του τον ρώτησαν πού ήταν, απάντησε «στη θάλασσα». Και επειδή ήταν και ικανός ψαράς, όπως είπαμε, τον αποκάλεσαν θαλάσσιον, κατ' αντιστοιχία προς το ὄρειον που σήμαινε τον ικανό κυνηγό. Η ονομασία εδραιώθηκε, γιατί ο Γλαύκος περνούσε τον περισσότερο χρόνο στη θάλασσα. Και όταν κάποτε χάθηκε από ένα θαλάσσιο κήτος και δεν ξαναβγήκε στην ξηρά, οι κάτοικοι του τόπου του είπαν ότι ο Γλαύκος κατοικούσε πια μόνιμα στη θάλασσα. (Παλαίφατος, περί απίστων 27.8-25***) Τέλος, ο παραδοξογράφος Ηράκλειτος αναφέρει ότι ο Γλαύκος κατοικούσε σε νησί και ότι έκανε σήματα στα παραπλέοντα πλοία ποια πορεία να ακολουθήσουν, για να μην καταποντιστούν (περί απίστων 10).
 
Τον μύθο της μεταμόρφωσης του Γλαύκου χρησιμοποίησε ο Πλάτωνας ως παράδειγμα για να δείξει πώς η ψυχή παρουσιάζεται στον άνθρωπο παραμορφωμένη, όπως παραμορφώθηκε η αρχική μορφή του Γλαύκου με προσκολλήσεις, σπασίματα και νεροφαγώματα (Πλ., Πολ. 611c-d****). Και είναι, βέβαια, ενδιαφέρουσα η αντιστροφή της ιδέας του μύθου από τον φιλόσοφο: ενώ στον μύθο ο Γλαύκος με τη μεταμόρφωσή του θεοποιείται, περνά δηλαδή σε έναν ανώτερο βαθμό ύπαρξης, μάλιστα τον ανώτατο, για τον φιλόσοφο η μεταμόρφωση σε «θεό» είναι πλαστή εικόνα που καλύπτει την πραγματική θειότητα της ψυχής. Και επειδή η εικόνα αυτή είναι γοητευτική, συναρπαστική, «ευλαβική», είναι επικίνδυνη.
-------------------------------
*Γλαύκος και Αργοναύτες
 
Και είχαν φτάσει πλέον [οι Αργοναύτες] στη μέση του Εύξεινου Πόντου, όταν έπεσαν σε μια πολύ επικίνδυνη θαλασσοταραχή. Προσευχήθηκε όμως ο Ορφέας στους θεούς της Σαμοθράκης και σταμάτησαν οι άνεμοι και εμφανίστηκε κοντά στο πλοίο ο Γλαύκος ο θαλασσινός θεός, όπως ονομάζεται. Αυτός ο θεός, που συνόδεψε το πλοίο στο ταξίδι του για δυο μερόνυχτα αδιάκοπα, προφήτεψε στον Ηρακλή τους άθλους του και την αθανασία του και στους Τυνδαρίδες ότι θα ονομαστούν Διόσκουροι και θα τιμώνται σαν θεοί από όλους τους ανθρώπους. Και γενικά απευθύνθηκε σε όλους τους Αργοναύτες, τον καθένα με το όνομά του, και τους είπε ότι χάρη στις προσευχές του Ορφέα και σύμφωνα με κάποια πρόνοια των θεών, έκανε την εμφάνισή του και τους προμηνύει τα μέλλοντα. Και τους συμβούλεψε, μόλις φτάσουν σε ξηρά, να ευχαριστήσουν τους θεούς, γιατί χάρη σε αυτούς σώθηκαν μέχρι τώρα δύο φορές. Έπειτα ο Γλαύκος βούτηξε πάλι στον βυθό της θάλασσας… (Διόδ. 4.48)
 
**Προσευχή στον Γλαύκο
 
Γλαύκῳ καὶ Νηρῆι καὶ Ἰνοῖ καὶ Μελικέρτῃ καὶ βυθίῳ Κρονίδῃ καὶ Σαμόθρᾳξι θεοῖς σωθεὶς ἐκ πελάγους Λουκίλλιος ὧδε κέκαρμαι ταὰς τρίχας ἐκ κεφαλῆς· ἄλλο γὰρ οὐδὲν ἔχω.
 
***Ψαράς και κολυμβητής ή θεός;
 
Γλαῦκος ἦν ἀνὴρ ἁλιεὺς Ἀνθηδόνιος τὸ γένος· ἦν δὲ κολυμβητής, ἐν τούτῳ διαφέρων τῶν ἄλλων. κολυμβῶν δὲ ἐν τῷ λιμένι, ὁρώντων αὐτὸν τῶν ἀπὸ τῆς πόλεως, καὶ διακολυμβήσας εἴς τινα τόπον καὶ μὴ ὀφθεὶς τοῖς οἰκείοις ἡμέρας ἱκανάς, διακολυμβήσας πάλιν, ὤφθη αὐτοῖς· πυνθανομένων δὲ "ποῦ διέτριψας τὰς τοσαύτας ἡμέρας;" ἔφη "ἐν τῇ θαλάσσῃ". καὶ συγκλείων εἰς ἔλυτρον ἰχθῦς, ὁπότε χειμὼν γένοιτο καὶ μηδεὶς τῶν ἄλλων ἁλιέων ἰχθῦς δύναιτο λαβεῖν, ἐπυνθάνετο τῶν πολιτῶν τίνας δὴ βούλοιντο τῶν ἰχθύων ἀποκομισθῆναι αὐτοῖς, καὶ κομίζων οὓς ἂν ἤθελον, Γλαῦκος θαλάσσιος ἐκλήθη, ὥσπερ νῦν εἴ τις ἐν ὄρει οἰκῶν καὶ ὢν ἀγαθὸς θηρευτὴς ὄρειος ἄνθρωπος καλοῖτο. οὕτω καὶ ὁ Γλαῦκος τὰ πλεῖστα ἐν θαλάσσῃ διατρίβων Γλαῦκος θαλάσσιος ἐκλήθη. καὶ περιτυχὼν θηρίῳ θαλασσίῳ ἀπώλετο· μὴ ἐξελθόντα δὲ ἐκ τῆς θαλάσσης ἐμύθευσαν οἱ ἄνθρωποι ὡς ἐν θαλάσσῃ οἰκοῦντα κἀκεῖ τοῦ λοιποῦ διάγοντα. (Παλαίφατος, περί απίστων 27.8-25)
 
****Η μεταμόρφωση του Γλαύκου και η παραμόρφωση της ψυχής
 
Για να γνωρίσουμε την αληθινή φύση [της ψυχής], δεν πρέπει να την ιδούμε όπως τη βλέπουμε σήμερα, στην κατάσταση της διαφθοράς από την ένωσή της με το σώμα και από τα άλλα κακά, αλλά πρέπει να τη μελετήσουμε προσεκτικά με το λογισμό ποια είναι καθ' εαυτήν και καθαρή από κάθε ξένο στοιχείο, και τότε θα εννοήσουμε πόσο πολύ ωραιότερη είναι, και τότε ακόμη θα γνωρίσουμε ακριβέστερα τη φύση της δικαιοσύνης και της αδικίας και όλων των άλλων, για όσα μιλήσαμε ήδη. Αυτά που είπαμε για κείνην είναι βέβαια αληθινά, αλλά σχετικά με την τωρινή της κατάσταση· την είδαμε καθώς εκείνοι που βλέπουν τον θαλάσσιο Γλαύκο και δεν μπορούν να αναγνωρίσουν εύκολα την πρώτη του μορφή, επειδή τα παλαιά μέρη του σώματός του είναι άλλα σπασμένα, άλλα πάλι φαγωμένα και εντελώς παραμορφωμένα από τα κύματα, κι απάνω του έχουν προσκολληθεί κοχύλια και φύκια και πέτρες, ώστε με κάθε άλλο θηρίο να μοιάζει μάλλον παρά όπως ήταν η αρχική του φύση· έτσι παρουσιάζεται και σε μας η ψυχή, παραμορφωμένη από μύρια κακά. (Πλ., Πολιτ. 611c-d)

Η μεγαλοσύνη μιας σχέσης είναι η ίδια της η ανασφάλεια

Ο Η., είπε ότι βρίσκει τη σχέση του με τη γυναίκα του πολύ δύσκολη και συγκρουσιακή· ενώ άρχισε χαρούμενα, σύντομα πέρασε σε διχόνοια και πόνο. Με ρώτησε πώς θα μπορούσε να βγει από αυτή τη σύγκρουση.

Το να ζεις, είναι το να έχεις σχέσεις, και όλες οι σχέσεις είναι οδυνηρές. Είναι η ίδια η φύση της σχέσης να γίνεται αιτία ενόχλησης.

Μπορείς λογικά να σχηματίσεις ένα μοντέλο ιδανικής σχέσης, αλλά αυτό είναι μόνο μια φυγή από εκείνο που είναι γεγονός.

Ένα τέτοιο διανοητικό ιδανικό, εμποδίζει την προσαρμογή και την πιθανότητα να πας πέρα από τη σύγκρουση.

Τότε το μοντέλο γίνεται πιο σημαντικό από την κατανόηση· η ταύτιση εμποδίζει τη σωστή σκέψη.

Η σχέση είναι κάτι αναπόφευκτα οδυνηρό, πράγμα που φαίνεται στην καθημερινή μας ζωή.

Εάν σε μια σχέση δεν υπάρχει ένταση, παύει να είναι σχέση και γίνεται απλώς ένα ναρκωτικό, μία βολική, κοιμισμένη κατάσταση, που οι περισσότεροι άνθρωποι προτιμούν και θέλουν.

Η σύγκρουση είναι ανάμεσα στην έντονη επιθυμία για βόλεμα και σ’ εκείνο που είναι γεγονός, ανάμεσα στην ψευδαίσθηση και στην πραγματικότητα.

Αν αναγνωρίσεις την ψευδαίσθηση, τότε μπορείς – παραμερίζοντάς την – να δώσεις όλη σου την προσοχή στην κατανόηση της σχέσης.

Αν αναζητάς ασφάλεια στη σχέση, τότε είναι μία επένδυση στο βόλεμα, στην ψευδαίσθηση, ενώ η μεγαλοσύνη μιας σχέσης είναι η ίδια της η ανασφάλεια. Εάν αναζητάς ασφάλεια στη σχέση, εμποδίζεις τη λειτουργία της που φέρνει τις δικές της επενέργειες και δυστυχίες.

Σίγουρα, η λειτουργία της σχέσης είναι να αποκαλύπτει την κατάσταση όλης της ύπαρξης κάποιου.

Η σχέση είναι μία διαδικασία αυτό-αποκάλυψης, αυτογνωσίας.

Η αποκάλυψη του εαυτού είναι οδυνηρή κι απαιτεί διαρκή τακτοποίηση και ευλυγισία της σκέψης και των συναισθημάτων.

Είναι μια οδυνηρή πάλη, με περιόδους φωτισμένης ειρήνης.

Για να ξεριζώσεις συνήθειες, απαγορεύσεις, φιλοσοφίες και δόγματα, είναι πολύ ενοχλητικό και πολύ κοπιαστικό.

Αλλά η λειτουργία της σχέσης είναι να φέρει κατανόηση· και για να κατανοήσεις, η σύγκρουση μοιάζει αναγκαία.

Στην πλήρη γνώση του εαυτού υπάρχει ελευθερία από ψυχολογικούς πόνους, από συγκρούσεις και σύγχυση· και η σχέση είναι ο δρόμος προς αυτή την ελευθερία.

Δεν υπάρχει απομόνωση ψυχολογικά, ακόμα και για τον άνθρωπο που αποσύρεται από τα εγκόσμια· στην κατάσταση που αποκλείονται τα πάντα γύρω σου, υπάρχει άγνοια.

Τα πάντα έχουν σχέση μεταξύ τους και στην κατανόηση μιας σχέσης, με τις πιέσεις της και τις διασκεδάσεις της, τις υπερεντάσεις της και τις συγκρούσεις της, τις οδύνες και τις χαρές της, η μοναχικότητα της κατανόησης καθαρίζει τον νου και την καρδιά από τους αυτό-απομονωτικούς τοίχους κι έτσι φέρνει συνειδητοποίηση της ευλογίας του υπέρτατου.

Αλλά οι περισσότεροι από εμάς αποφεύγουν, παραμερίζουν τις εντάσεις στη σχέση, προτιμώντας την ευκολία και το βόλεμα μιας εξάρτησης, μιας αδιατάρακτης ασφάλειας, ένα σίγουρο αγκυροβόλημα.

Τότε η οικογένεια, η σχέση γίνεται μια φυγή· είναι η φυγή της απερισκεψίας.

Κι όταν η ανασφάλεια γλιστράει αναπόφευκτα μέσα στην εξάρτηση, τότε αυτή η ιδιαίτερη σχέση μπαίνει στην άκρη και μια καινούργια αρχίζει, με την ελπίδα ότι θα δώσει μεγαλύτερη ασφάλεια.

Στις σχέσεις δεν υπάρχει ασφάλεια και η εξάρτηση το μόνο που κάνει είναι να θρέφει φόβο.

Χωρίς κατανόηση της διαδικασίας της ασφάλειας και του φόβου, η σχέση γίνεται μια αναγκαστική τροχοπέδη, ένας δρόμος άγνοιας.

Όλη η ζωή έχει πάλη και πόνο.

Δεν υπάρχει έξοδος απ’ αυτό εκτός από τη σωστή σκέψη που έρχεται μέσα από την αυτογνωσία.

Είναι οι στόχοι που θέτεις απόρροια του εαυτού σου;

Για να εξακολουθεί να πορεύεται κανείς στην ζωή, θέτει στόχους και παράλληλα αυτό το ίδιο τον σώζει από την αδράνεια και την επακόλουθη υπαρξιακή σύγχυση. Ο κάθε στόχος αντικαθίσταται από τον επόμενο και αυτή η σειρά διαδοχικών περιπετειών, ανεξαρτήτως αποτελέσματος, καθορίζει το δικό μας «βιβλίο της ζωής». Το άτομο διαρκώς αναζητά και κατασταλάζει σε νέες προσδοκίες: μια ανώτερη επαγγελματική θέση, ενάν ισχυρό διαπροσωπικό δεσμό, ένα ανανεωμένο μοντέλο συμπεριφοράς, ή ίσως απλά κάποιες γαλήνιες στιγμές ενός απόλυτου τίποτα.
 
Απορροφημένοι στην διαδικασία πραγμάτωσης του πολυπόθητου και νεογέννητου σκοπού, συχνά κάπου εκεί χάνουμε την ουσία. Όχι επειδή δεν απολαμβάνουμε το ταξίδι προς την Ιθάκη -ποσό μάλλον την ξεγνοιασιά που μας προσφέρει- αλλά επειδή δεν αναλογιζόμαστε πως η Ιθάκη αυτή ίσως δεν αποτελεί την πραγματική μας επιθυμία. Το ταξίδι εν τέλει καταλήγει σε μια αλλοτρίωση της ταυτότητας και του «είναι» μας. Οι σελίδες ωστόσο του βιβλίου αδιάκοπα καταγράφουν, γυρίζουν και λιγοστεύουν.
 
Ο καθένας πράττει και αποφασίζει κάθε δεδομένη στιγμή σύμφωνα με τα γεγονότα που περικλείουν εκείνη την χρονική περίοδο την ζωή του. Μια επιλογή όμως περιλαμβάνει και κρυμμένους παράγοντες, όπως υποσυνείδητες σκέψεις και ανάγκες, πρόσωπα του παρελθόντος, του παρόντος ή ενός φανταστικού μέλλοντος και πραγματικά γεγονότα του τώρα. Ίσως κάτι τόσο απλό όπως τα βιβλία που διαλέγεις να διαβάζεις τελευταία να αποσκοπούν στον εντυπωσιασμό κάποιου συγκεκριμένου ατόμου ή πολλών. Ίσως το ίδιο να συνέβη ακόμα και με τις εκδηλώσεις στις οποίες παρευρίσκεσαι. Ίσως κάπου στο ενδιάμεσο, να έχασες την ταυτότητα σου και η βούληση που φαινομενικά εξέφραζες να μην σου άνηκε, να μην ταυτιζόταν με αυτό που αποκαλείς «εαυτό σου». Ίσως, επίσης, κάποιοι αγώνες που έχεις δώσει, από την εισαγωγή στο πανεπιστημιακό τμήμα στο οποίο σε παρέπεμπαν οι γονείς σου μέχρι την θέση γραφείου που με την πειθώ του φίλου σου δέχτηκες να ακολουθήσεις, να μην ήταν κατ’ ουσίαν προϊόντα της βούλησης σου. Ξεφυλλίζοντας τις ολοκληρωμένες σελίδες του βιβλίου, οι αμφιβολίες κυριεύουν και στοιχειώνουν.
 
Ο άνθρωπος βρίσκεται σε μια ακαταπαυστή αναζήτηση της αλήθειας σχετικά με την ύπαρξη του, χωρίς όμως ποτέ να κατορθώνει να την ορίσει, εφόσον μεταβάλλεται τόσο γρήγορα όσο χτυπούν και οι δείκτες του ρολογιού. Πορευόμενος ,ωστόσο, αποκτά μια ιδέα για το ποιά θα μπορούσε να είναι η δική του αλήθεια και κατά αυτόν τον τρόπο κινείται σ’ εκείνο το νοητό μονοπάτι. Η πληθώρα των εξωτερικών επιδράσεων είναι αναπόφευκτη και συγχρόνως απολύτως αναγκαία. Όταν, επομένως, επέρχεται η ισορροπία μεταξύ του εξωτερικού και εσωτερικού κόσμου, η ανάγνωση των επιθυμιών και κατ’ επέκταση ο ορισμός των σωστών στόχων αποτελούν πιο εφικτά εγχειρήματα.

Eckhart Tolle: Η ζωή δεν είναι τόσο σοβαρή όσο την κάνει ο νους μου

-Η θέαση της ομορφιάς σε ένα λουλούδι θα μπορούσε να αφυπνίσει τους ανθρώπους έστω και για λίγο, στην ομορφιά που αποτελείς ουσιαστικό μέρος της δικής τους εσώτερης Ύπαρξης, της αληθινής τους φύσης.

-…η αναγνώριση των συλλογικά αποκτηθέντων μέσω εξαρτημένης μάθησης νοητικών διεργασιών που διαιωνίζουν τη μη αφυπνισμένη κατάσταση.

-Ο ανθρώπινος νους είναι εξαιρετικά ευφυής. Ωστόσο, η ίδια του η ευφυία είναι μολυσμένη από παραφροσύνη.

-Αν η ιστορία της ανθρωπότητας ήταν η κλινική περίπτωση ενός μεμονομένου ανθρώπου, η διάγνωση θα έπρεπε να είναι: χρόνια παρανοϊκά παραληρήματα, παθολογική ροπή προς τη διάπραξη φόνου και πράξεων ακραίας βίας και ωμότητας, εναντίον αυτών που αντιλαμβάνεται ως «εχθρούς» του – καθώς η δική του έλλειψη συνειδητότητας προβάλλεται προς τα έξω.

–Φόβος, απληστία και επιθυμία για εξουσία είναι οι ψυχολογικές παρωθητικές δυνάμεις όχι μόνο πίσω από τον πόλεμο και τη βία μεταξύ εθνών, φυλών, θρησκειών και ιδεολογιών, αλλά και η αιτία ατέρμονης σύγκρουσης στις προσωπικές σχέσεις.

–Δε γίνεσαι καλός προσπαθώντας να είσαι καλός, αλλά βρίσκοντας την καλοσύνη που είναι ήδη εντός σου επιτρέπονται σ΄ αυτή την καλοσύνη να αναδυθεί.

-Κάνουν σχέδια χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τους το πρότυπο για τη δυσλειτουργία που κουβαλάει κάθε άνθρωπος μέσα του: το Εγώ.

-Ένα μεγάλης κλίμακας άνοιγμα πνευματικότητας έξω από τις θρησκευτικές δομές είναι μια εντελώς καινοτόμος εξέλιξη.

-Αν οι δομές του ανθρώπινου νου παραμείνουν αμετάβλητες, θα καταλήγουμε πάντα να αναδημιουργούμε τον ίδιο κόσμο, τα ίδια δεινά, την ίδια δυσλειτουργία

-…όταν έχεις προσαρτήσεις μια λέξη σε κάτι, γνωρίζεις τι είναι. Η πραγματικότητα είναι: Δεν γνωρίζεις τι είναι, απλώς έχεις καλύψει το μυστήριο με μια ετικέτα.

-Όταν το κοιτάζεις ή το κρατάς και του επιτρέπεις να υπάρχει χωρίς να του επιβάλλεις μια λέξη ή μια νοητική ετικέτα μια αίσθηση δέους, θαυμασμού ξυπνάει μέσα σου. Η ουσία του κοινωνείται σιωπηλά σ΄ εσένα και αντανακλά τη δική σου ουσία πίσω σ΄ εσένα.

–Όταν δεν καλύπτεις τον κόσμο με λέξεις και ετικέτες, επιστρέφει στη ζωή σου μια αίσθηση του θαυμαστού που έχει χαθεί εδώ και πολύ καιρό, από τότε που η ανθρωπότητα, αντί να χρησιμοποιεί τη σκέψη κατακυριεύτηκε από αυτήν. Ένα βάθος επιστρέφει στη ζωή σου.

-Όταν βλέπεις ποιος δεν είσαι, η πραγματικότητά του ποιος είσαι αναδύεται από μόνη της.

-Δεν συνειδητοποιούσα ακόμα ότι η σκέψη δίχως συναίσθηση είναι το κύριο δίλημμα της ανθρώπινης ύπαρξης.

–Η ζωή δεν είναι τόσο σοβαρή όσο την κάνει ο νους μου.

-Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν κατοικούν σε μια ζωντανή πραγματικότητα αλλά σε μια εννοιοποιημένη.

–Ο ανεξέλεγκτος αγώνας για περισσότερα, για ατέρμονη ανάπτυξη αποτελεί δυσλειτουργεία και ασθένεια. Είναι η ίδια δυσλειτουργία που εκδηλώνει το καρκινικό κύτταρο, που ο μοναδικός του στόχος είναι να πολλαπλασιαστεί, χωρίς να έχει επίγνωση του ότι επιφέρει την ίδια του την καταστροφή καταστρέφοντας τον οργανισμό του οποίου είναι μέρος.

–Αν μπορώ να νιώσω το «Υπάρχω» τόσο έντονα, τότε αυτό που είμαι δεν έχει μειωθεί καθόλου. Μπορώ να το νιώθω και τώρα, κάτι γαλήνιο και πολύ ζωντανό.

–Την Ύπαρξη πρέπει να την νιώσεις. Δεν μπορείς να τη σκεφτείς. Το Εγώ δεν τη γνωρίζει επειδή αποτελείται από σκέψη.

-Όλα όσα επιζητεί το Εγώ και στα οποία δεν μπορεί να νιώσει.

-…μερικές φορές το να παραιτείσαι από πράγματα είναι μια πράξη πολύ μεγαλύτερης δύναμης από το να τα υπερασπίζεσαι ή να γατζώνεσαι πάνω τους.

–Η ζωή θα σου δώσει όποια εμπειρία είναι πιο βοηθητική για την εξέλιξη της συνειδητότητάς σου.

–Το Εγώ δεν είναι λάθος, είναι απλώς μη συνειδητό… το Εγώ δεν είναι προσωπικό. Δεν είναι αυτό που είσαι.

-…το να βγάζεις τον εαυτό σου σωστό και τους άλλους λάθος είναι ένα από τα κύρια εγωικά πρότυπα, μια από τις κύριες μορφές της μη συνείδησης.

-Επομένως η επιθυμία διατηρεί το Εγώ ζωντανό πολύ περισσότερο από το έχω… Είναι μια εθιστική ανάγκη, όχι μη αυθεντική.

-Η έσχατη αλήθεια του ποιος είσαι δεν είναι «είμαι αυτός», «είμαι εκείνος» αλλά Είμαι.
Eckhart Tolle, Για μια νέα ζωή

Jacques Derrida: Μαθαίνοντας να ζεις εν τέλει

Μαθαίνεις να ζεις σημαίνει ωριμάζεις, επίσης εκπαιδεύεις: μαθαίνεις στον άλλο και προπάντων στον ίδιο τον εαυτό σου. Το να απευθύνεσαι σε κάποιον για να του πεις "θα σου μάθω να ζεις", σημαίνει, ενίοτε σε απειλητικό τόνο, θα σε διαπλάσω και δη θα σε στρώσω.

Εν συνεχεία, και η αμφιλογία αυτού του παιγνιδιού έχει μεγαλύτερη σημασία για μένα, αυτός ο αναστεναγμός ανοίγεται επίσης σε μια δυσκολότερη ερωτητική: το ζην, αυτό το πράγμα μπορείς να το μάθεις στον εαυτό σου, μπορείς να το διδάξεις στον εαυτό σου;

Μπορεί κανείς να μάθει, με την πειθαρχία ή με την μαθητεία, με την εμπειρία ή τον πειραματισμό, να αποδεχθεί, ή, καλύτερα, να επιβεβαιώσει τη ζωή;

Εν προκειμένω, λοιπόν, για να απαντήσω, εγώ, χωρίς πρόσθετες περιστροφές στο ερώτημά σας: όχι, ποτέ δεν έμαθα-να-ζω. Καθόλου, εν τοιαύτη περιπτώσει!

Μαθαίνεις να ζεις, αυτό θα έπρεπε να σημαίνει ότι μαθαίνεις να πεθάνεις, να λαμβάνεις υπ΄ όψιν, για να την αποδεχθείς, την απόλυτη θνητότητα (χωρίς σωτηρία, ούτε ανάσταση, ούτε λύτρωση -- ούτε για τον εαυτό σου ούτε για τον άλλον).

Από τον Πλάτωνα και εφεξής πρόκειται για το παλαιό φιλοσοφικό ερώτημα: φιλοσοφείς σημαίνει μαθαίνεις να πεθάνεις.

Δεν έχω μάθει να τον αποδέχομαι, τον θάνατο. Είμαστε όλοι επιζώντες με αναστολή.

Ωστόσο, παραμένω ανεπίδεκτος διαπαιδαγωγήσεως όσον αφορά τη σοφία του να ξέρεις-να-πεθάνεις ή, αν προτιμάτε, να ξέρεις-να-ζεις. Ως τώρα, τίποτε δεν έχω μάθει ή επιτύχει σχετικά με αυτό το θέμα.

Ο χρόνος της αναστολής συρρικνώνεται με επιταχυνόμενο ρυθμό. όχι μόνο γιατί είμαι, μαζί με άλλους, κληρονόμος τόσων πραγμάτων, καλών ή τρομερών: καθώς οι περισσότεροι από τους στοχαστές με τους οποίους συνδεόμουν είναι νεκροί, όλο και πιο συχνά με αποκαλούν επιζώντα: ο τελευταίος, ο έσχατος εκπρόσωπος μιας "γενιάς", χονδρικά της δεκαετίας του 1960· αυτό το γεγονός, χωρίς να είναι επακριβώς αληθινό, δεν μου εμπνέει μόνο ενστάσεις αλλά και ισθήματα μιας κάπως μελαγχολικής εξέγερσης.

Καθώς, επιπρόσθετα, ορισμένα προβλήματα υγείας --το είπαμε-- έχουν γίνει πιεστικά, το ερώτημα της επιβίωσης ή της αναστολής, που πάντοτε με κατέτρυχε, κυριολεκτικά, σε κάθε στιγμή της ζωής μου, συγκεκριμένα και ακατάπαυστα, σήμερα αποκτά διαφορετική χροιά.

Πάντοτε ενδιαφερόμουν για τη θεματική της επιβίωσης, το νόημα της οποίας δεν προστίθεται στο ζην και στο θνήσκειν.

Η επιβίωση είναι αρχέγονη: η ζωή είναι επιβίωση.

Επιβιώνεις με την τρέχουσα σημασία θέλει να πει ότι συνεχίζεις να ζεις, αλλά επίσης ότι ζεις μετά τον θάνατο.

Αφήνω εδώ ένα κομματάκι χαρτί, φεύγω, πεθαίνω: αδύνατον να εξέλθω από τούτη τη δομή, αυτή είναι η σταθερή μορφή της ζωής μου.

Κάθε φορά που αφήνω να φύγει κάτι, κάθε φορά που το τάδε ίχνος φεύγει από εμένα, "εκπορεύεται" από εμένα, με τρόπο μη επανιδιοποιήσιμο, ζω τον θάνατό μου μέσα στη γραφή.
 
Jacques Derrida, Μαθαίνοντας να ζεις εν τέλει

Οι περισσότεροι άνθρωποι είναι αυθεντίες στο να κρύβουν τα πραγματικά τους συναισθήματα

Το «λέω όλη την αλήθεια» είναι τελείως διαφορετικό από το «είμαι ειλικρινής» ή «δεν λέω ψέματα».
 
Πολλές φορές λέτε την αλήθεια, αλλά παραλείπετε σημαντικά μέρη της ή όταν δεν σας αρέσει η αλήθεια, κατασκευάζετε μια καινούρια.
 
Χαμογελάτε ποτέ, ενώ είστε πραγματικά θυμωμένοι; Έχετε συμπεριφερθεί ποτέ άσχημα και θυμωμένα, ενώ βαθιά μέσα σας φοβάστε πραγματικά; Γελάτε ποτέ και αστειεύεστε, ενώ νιώθετε θλίψη και απόρριψη; Έχετε κατηγορήσει ποτέ κάποιον άλλο, ενώ νιώθετε πως είστε εσείς ένοχοι;
 
Αυτό ακριβώς εννοώ όταν αναφέρομαι στην «πλήρη αλήθεια».
 
Οι περισσότεροι άνθρωποι είναι αυθεντίες
στο να κρύβουν τα πραγματικά τους συναισθήματα.
 
Οι άνθρωποι είμαστε όλοι αυθεντίες στο να κρύβουμε την αλήθεια για τα συναισθήματά μας. Γινόμαστε μαέστροι στη μεταμφίεση, με αποτέλεσμα να κρύβουμε και να καταπνίγουμε τον πραγματικό μας εαυτό. Ίσως μάλιστα είστε τόσο καλοί στο να κρύβετε την αλήθεια από τον εαυτό σας, που στο τέλος πιστεύετε τα ίδια σας τα ψέματα.
 
Η ικανότητά σας να νιώσετε αγάπη είναι άμεσα συνδεδεμένη με την ικανότητά σας για απόλυτη ειλικρίνεια. Όσο πιο αληθινοί είστε στη ζωή σας, τόσο περισσότερη αγάπη θα βιώσετε. Οι σχέσεις από άμεση και αποτελεσματική επικοινωνία αποτελούν πηγή αυξανόμενης αγάπης και σεβασμού προς τον εαυτό μας.
 
Οι σχέσεις που βασίζονται στο ψέμα μπορεί να είναι εύκολες και άνετες, αλλά δεν συμβάλλουν καθόλου στην ανάπτυξη της αγάπης προς τον εαυτό σας ούτε, βέβαια, στην ανάπτυξη του αυτοσεβασμού σας.
 
Το Φαινόμενο του Παγόβουνου
Τα συναισθήματά μας μοιάζουν με παγόβουνο
γενικά δείχνουμε ένα ελάχιστο μέρος
και το υπόλοιπο παραμένει «κάτω από το νερό».
 
Ζώντας με την Καρδιά και Όχι με το Νου
 
Η καταπίεση των συναισθημάτων σας είναι στην πραγματικότητα ένας μηχανισμός άμυνας, τον οποίο έχετε αναπτύξει με το πέρασμα του χρόνου. Αδυνατώντας να αντιμετωπίσετε και να εκφράσετε τα αληθινά σας συναισθήματα, μαθαίνετε να τα κρύβετε βαθιά μέσα σας, ελπίζοντας ότι θα εξαφανιστούν. Με την πολύχρονη απόρριψη και καταπίεση, αποκτάτε την επιβλαβή συνήθεια να πνίγετε αυτόματα κάθε συναίσθημα που σας προκαλεί ανασφάλεια, σύγχυση ή το θεωρείτε απαράδεκτο. Αρχίζετε να ερμηνεύετε με το μυαλό ό,τι αισθάνεστε, αντί να το νιώθετε, απλά και αυθόρμητα, με την καρδιά σας.
 
Τι Νιώθετε Πραγματικά;
 
Αποτέλεσμα της καταπίεσης των συναισθημάτων σας
είναι ότι παύετε να αισθάνεστε και αρχίζετε να σκέφτεστε
πως θα έπρεπε να αισθάνεστε.
 
Η ανακάλυψη των κρυμμένων συναισθημάτων σας παίζει πρωτεύοντα ρόλο στην ανάπτυξή σας, επειδή, όσο τα καταπιέζετε, τόσο χάνετε την επαφή με αυτό που είστε και θέλετε πραγματικά. Όταν είστε αναστατωμένοι ή ανήμποροι (συναισθηματικά) να αντιμετωπίσετε μια συγκεκριμένη κατάσταση, βιώνετε υποσυνείδητα διάφορα επίπεδα συναισθημάτων ταυτόχρονα.
 
Τα επίπεδα αυτά είναι:
Θυμός, Μομφή και Πικρία
Πόνος, Θλίψη και Απογοήτευση
Φόβος και Ανασφάλεια
Ενοχή, Τύψεις και Μεταμέλεια
Αγάπη, Κατανόηση, Συγχώρεση και Επιθυμία
 
Η απόλυτη ειλικρίνεια έχει πολλά διαφορετικά επίπεδα.
Είναι τελείως φυσιολογικό να έχετε πολλά αλληλοσυγκρουόμενα
συναισθήματα ταυτόχρονα.
 
Όταν εκφράζετε όλα τα αρνητικά σας συναισθήματα,
μπορείτε να βιώσετε την αγάπη
και την κατανόηση τελείως αυθόρμητα.
 
Η απόλυτη αλήθεια για το πως αισθάνεστε έχει πολλά επίπεδα. Φυσιολογικά εσείς αναγνωρίζετε ένα συναίσθημα τη φορά, αλλά και τα άλλα είναι επίσης παρόντα. Όταν βιώνετε όλα αυτά τα επίπεδα και τα εκφράζετε πλήρως, οι συναισθηματικές αναταραχές διευθετούνται πολύ ευκολότερα. Κάθε συναίσθημα πρέπει να το ζείτε και να το εκφράζετε χωρίς περιορισμούς, διαφορετικά δεν θα ερμηνευτεί ποτέ σε βάθος. Στη δεύτερη περίπτωση, το πιο πιθανό είναι να το καταπιέσετε, δημιουργώντας μεγαλύτερο συναισθηματικό φορτίο, το οποίο, όμως, θα μεταφέρετε από τη μια σχέση στην άλλη.
 
Εκφράζοντας ειλικρινά όλα τα αρνητικά σας συναισθήματα, μπορείτε να βιώσετε άμεσα την αγάπη και την κατανόηση, όπως στην αρχή της σχέσης.
 
Κάτω από όλα τα αρνητικά σας συναισθήματα υπάρχουν τα θετικά· κάτω από όλο το θυμό και τον πόνο βρίσκονται η αγάπη και η προθυμία για επικοινωνία. Το πρόβλημα δημιουργείται όταν εκδηλώνετε το θυμό ή τον πόνο και αμελείτε να εκφράσετε όλη την αλήθεια για την αγάπη που βρίσκεται από κάτω. Ο μόνος τρόπος για να φέρετε στο φως την αγάπη είναι να βιώσετε και να εκφράσετε όλα τα άλλα συναισθήματα που έχουν στοιβαχτεί πάνω της.
 
Κάτω από όλα τα αρνητικά συναισθήματα
περιμένει η αγάπη για να αναβλύσει.

Ο θαμπωμένος καθρέφτης της Αυτοεκτίμησης

Σε τελική ανάλυση, αυτογνωσία είναι η ικανότητα να βλέπουμε ξεκάθαρα τον προορισμό, αφού απεκδύσουμε την προσωπικότητα από τις ιδιότητες και τους κοινωνικούς ρόλους με τους οποίους την περιτυλίξαμε ασφυκτικά όλα αυτά τα χρόνια.
 
Κι έτσι συνυπάρχουν δύο είδη αυτοεκτίμησης:
 
Η συγχρονική, που τις ρίζες της έχει στο πρόσκαιρο, στο εφήμερο, στο επιφανειακό, σε όλες εκείνες τις νοηματοδοτήσεις που προκρίνουμε και ενστερνιζόμαστε ως ενήλικες, μέσω των συσχετίσεών μας με πρόσωπα, με ομάδες και με την κοινωνία εν γένει.
 
Και εκείνη η στέρεα, η διαχρονική, η επώδυνη, που καθορίζει την ιστορικότητά μας, ξεχωρίζει το ουσιώδες από το περιστασιακό, αναδεικνύει το μόνιμο και αποτελεί τον απολογισμό μιας ζωής και την καταμέτρηση μιας πορείας.
 
Αν λοιπόν σταθείτε μπροστά σε τούτο τον αδέκαστο καθρέφτη της ψυχής, αρχικά, χνωτισμένο θα τον βρείτε και σκυθρωπό από τις ασθμαίνουσες ανάσες της καθημερινότητας, από τα πλαστά δεδομένα με τα οποία μας εμποτίζουν οι αισθήσεις, η επιστήμη, η λογική, οι συμβάσεις και οι συμβιβασμοί, και με δυσκολία θα διακρίνετε το είδωλό σας.
 
Μη φοβηθείτε. Ακολουθήστε τη μουσική της πρώτης ποίησης, πάρτε με τρεμάμενα χέρια το καθάριο πανί της καρδιάς και καθαγιάσετε το γυαλί με τη φροντίδα και τη σπουδή και την ορμή που κάποτε σας ενέπνευσε ή σας έτρεψε σε φυγή.
 
Οι επιλογές που απορρίψατε, θα επαναστατήσουν ενάντιά σας και θα σας παρουσιάσουν όσα θα μπορούσατε να γίνετε, αλλά αρνηθήκατε, όλους τους ευτυχισμένους επιλόγους που δε θα βιώσετε, όλα τα σενάρια που δε θα γράψετε ποτέ στο μυθιστόρημα της ζωής σας. Είναι ο δυνητικός εαυτός, που φέρνει τις παραισθήσεις.
 
Οι άνθρωποι που αφήσατε να λιγοστέψουν χωρίς να προφέρετε το ακριβό «σ' αγαπώ», θα απαγγείλουν την ετυμηγορία, οι ερινύες θα σπεύσουν να σας καταδικάσουν.
 
Μη λιποταχτήσετε.
 
Τα συναισθήματα, ο συνήγορός σας και η αξία της αυτογνωσίας, ο αρωγός σας.
 
Το έκτρωμα που βλέπετε στο αντιφέγγισμα του καθρέφτη, δεν είστε εσείς, αλλά η έπαρση και η ματαιοδοξία ενός θνητού που προκαλεί το αθάνατο.
 
Με σταθερή κίνηση αφαιρέστε τον κονιορτό της ζωής, που σας παρασύρει όπου εκείνη θέλει, και μην τρομάξετε από την έξαφνη ακινησία. Αναστοχασμός είναι, και περισυλλογή και ενσυναίσθηση.
 
Αποβάλετε σιγά - σιγά την τέφρα των ιδανικών που θυσιάσατε, τη νοσηρή νοτιά της κοινωνικής παραζάλης, τα ιζήματα των στερεοτύπων και των δοξασιών, τα κατακάθια των επίπλαστων ιδιοτήτων και αφεθείτε στη θωπεία και την αυθεντικότητα του παιδικού εαυτού, που πεισματικά θα σας ρωτήσει γιατί τον αγνοήσατε.
 
Μιλήστε, όχι απολογητικά, ούτε ψιθυριστά, αλλά με σθένος και βεβαιότητα και πείτε του με τη δύναμη την αναζωογονητική της νέας πορείας προς το διηνεκές και της απρόσμενης αποκάλυψης:
 
Πως τελικά αυτοεκτίμηση είναι η αναμέτρηση του ανθρώπου με το πεπρωμένο του, η δύναμη να αντιπαλεύεις και να απειλείς τον ανένδοτο θάνατο με το εύθραυστο ακόντιο της καρδιάς, αλλά με την πίστη πως η ψυχή τελικά και η αγάπη θα ζεστάνει τη μοναξιά και την ψύχρα του αιώνιου.
 
Πάρτε το παιδί που πια εναργώς διακρίνετε μες στον καθρέφτη και αγκαλιάστε το με τη στοργή της μητέρας που γνωρίζει πως θα το χάσει.

Σιμόν ντε Μποβουάρ: Οι 9 τύποι ανθρώπων που θα συναντήσετε στη ζωή σας

Η Σιμόν ντε Μποβουάρ ήταν μία από τις πρώτες γυναίκες που πήραν πτυχίο από τη Σορβόνη και έγινε γνωστή για τη συμβολή της στην παριζιάνικη πνευματική σκηνή και τη σχέση της με τον Ζαν Πολ Σαρτρ. Αυτό που λίγοι γνωρίζουν είναι ότι η Μποβουάρ είχε δώσει κάποια στιγμή μία λίστα με τους 9 τύπους ανθρώπων με τους οποίους θα βγούμε ραντεβού κάποια στιγμή της ζωής μας.
 
1. Ο απαθής
Ο απαθής τύπος μόλις δει έστω και μία αχτίδα ελευθερίας, τρομάζει και κλείνεται στον εαυτό του, μακριά από τον κόσμο. Έχει αποφασίσει εδώ και καιρό ότι τα πάντα στον κόσμο είναι ασήμαντα και βαρετά, γεγονός που έχει γίνει κάτι σαν «αυτοεκπληρούμενη προφητεία» με αποτέλεσμα αντί να αντιμετωπίζει τις προκλήσεις της ελεύθερης βούλησης, να κρύβεται από αυτές. Μπορεί να στέκεται μπροστά από το πιο σημαντικό μνημείο του κόσμου και πάλι να μην εντυπωσιάζεται.
Κίνδυνος: Χαμηλός. Θα τον εντοπίσετε από χιλιόμετρα.
 
2. Ο σοβαρός
Ίσως είναι ο πιο συνηθισμένος τύπος ανθρώπου. Μόλις πάρει μία απόφαση κανείς δεν μπορεί να του αλλάξει γνώμη, ειδικά όταν η απόφαση αυτή έχει να κάνει με τις αξίες και τις πεποιθήσεις του. Αυτοί οι άνθρωποι εμφανίζονται παντού, από φανατικούς με τη θρησκεία, μέχρι διευθυντές σε μεγάλες εταιρείες. Γνωρίζουν ότι είναι «απατεώνες», αλλά έχουν ανάγκη να πιστεύουν σε κάτι, ακόμα κι αν αυτό έρχεται σε αντίθεση με τη συμπεριφορά τους. Τουλάχιστον, μπορείτε να τους εντοπίσετε από την ειρωνεία της κατάστασης.
Κίνδυνος: Μεσαίος. Εάν έχετε παρόμοιες αξίες θα είστε μια χαρά.
 
3. Ο παθιασμένος
Μπορεί να τον μπερδέψετε για κάποιον που είναι «σοβαρός τύπος», αλλά ο παθιασμένος άνθρωπος θα επενδύσει όλη του την ενέργεια και τα πιστεύω του σε κάτι, αλλά δεν πιστεύει ότι το νόημα της ζωής βρίσκεται σε κάποιο αντικείμενο, αλλά στην σχέση που έχει με αυτό. Θα μιλάει με τις ώρες για ένα νέο φοβερό άλμπουμ ή για την ιταλική ποίηση. Εάν καταφέρετε να γίνετε εσείς το αντικείμενο του πόθου του, τότε θα περάσετε μαγικές στιγμές, αλλά δυστυχώς πολύ δύσκολα θα καταφέρετε να ξεπεράσετε την ιταλική ποίηση.
Κίνδυνος: Μεσαίος. Ιδανικός για έναν καλοκαιρινό έρωτα, αρκεί να μπορείτε να διαχειριστείτε το συναισθηματικό κενό που θα έρθει με τον χωρισμό.
 
4. Ο μηδενιστής
Αυτός ο τύπος είναι πιο συνηθισμένος στους εφήβους που έχουν χάσει την ειδυλλιακή φάση της παιδικής τους ηλικίας ή μπορεί να το συναντήσει κανείς σε μία κρίση ηλικίας, ειδικά στους ανθρώπους που προσπαθούσαν πάντοτε να είναι σοβαροί (και απέτυχαν). Οι μηδενιστές προσπάθησαν κάποτε να είναι ελεύθεροι αλλά δεν τα κατάφεραν, οπότε έχουν την τάση να είναι πιο πληθωρικοί και επιθετικοί.
Κίνδυνος: Υψηλός. Αντίθετα με τους απαθείς ανθρώπους δεν περιορίζονται στο να κάθονται και απλά να γκρινιάζουν. Πρέπει να αποδείξουν σε όλους ότι ο κόσμος δεν έχει κανένα νόημα, ακόμα κι αν αυτό σημαίνει ότι θα καταστρέψουν όλα όσα έχουν δημιουργήσει οι άλλοι.
 
5. Ο διαβολικός
Ένας περίεργος συνδυασμός από έναν σοβαρό άνθρωπο που είναι δαιμονικά πιστός σε αρχές ή σε μία ομάδα, αλλά μόνο για να μπορέσει να τα απορρίψει και να παραπονεθεί για αυτά. Πρόκειται παραδείγματος χάριν για μία γυναίκα που δουλεύει σε περιοδικό μόδας αλλά γκρινιάζει για τη βιομηχανία της μόδας ή για έναν άντρα που θέλει να τρώει μπέργκερ αλλά γκρινιάζει όταν ο κιμάς δεν είναι βιολογικός.
Κίνδυνος: Χαμηλός. Είναι εύκολο να τους εντοπίσετε, από τις διαφορετικές τους προσωπικότητες.
 
6. Ο περιπετειώδης
Πρόκειται για την αισιόδοξη εκδοχή του μηδενιστή. Ο περιπετειώδης γνωρίζει ότι υπάρχει ένα τελικό νόημα στη ζωή, οπότε αποφασίζει να «αγκαλιάσει την ηδονιστική ύπαρξη με περιέργεια, αδράττοντας εκατομμύρια δυνατότητες χωρίς να παραμένει πιστός σε κανέναν. Του αρέσει να κάνει πράγματα για το καλό του. Οι περιπετειώδεις άνθρωποι έχουν τη μυστική επιθυμία, οι ανακαλύψεις τους να γραφτούν σε ιστορικά βιβλία, και για αυτό το λόγο ζητούν συνεχώς επιβεβαίωση.
Κίνδυνος: Υψηλός. Είναι πολύ εύκολο να σας παρασύρουν.
 
7. Ο επικριτικός τύπος
Είναι πολύ σκεπτικός και προσεκτικός και ακροβατεί ανάμεσα στον σοβαρό και τον μηδενιστή. Γι’ αυτό αποφεύγει να είναι αφοσιωμένος σε μόνο ένα δόγμα, αλλά συνεχίζει να πιστεύει ότι ορισμένα δόγματα έχουν μεγαλύτερη σημασία από άλλα.
Κίνδυνος: Χαμηλός. Δεν είναι εύκολο να σας παρασύρει και δεν είναι ευχάριστος στην παρέα.
 
8. Ο καλλιτέχνης
Όπως ο περιπετειώδης, έτσι και ο καλλιτέχνης έχει σχετικά ώριμες αντιδράσεις στις υπαρξιακές του κρίσεις. Αποδεχόμενος ότι ο κόσμος δεν έχει κάποια φοβερή ουσία που χρειάζεται να κυνηγήσει κανείς, ο καλλιτέχνης στρέφει την προσοχή του στην επιφάνεια της ζωής και προσπαθεί κάθε μέρα να μεταμορφώσει αυτή την επιφάνεια σε κάτι φοβερό. Όπως οι επικριτικοί, έτσι και οι καλλιτέχνες πιστεύουν ότι υπάρχει ένας αντικειμενικός χώρος έξω από τον χρόνο και την ελεύθερη βούληση, η ομορφιά.
Κίνδυνος: Μεσαίος. Μπορεί να βρεθείτε ανάμεσα σε χρώματα και τέμπερες αλλά κάποια στιγμή θα καταλάβετε ότι δεν θα μπορέσετε ποτέ να αναμετρηθείτε με το πραγματικό τους είδωλο που είναι η τέχνη.
 
9. Ο ελεύθερος.
Σύμφωνα με την Σιμόν ντε Μποβουάρ υπάρχει μία σπάνια «ράτσα» ανθρώπων που έρχεται αντιμέτωπη με την υπαρξιακή κρίση και καταφέρνει να την ξεπεράσει. Το καταφέρνει επειδή συγκεντρώνεται στην ευτυχία των άλλων, χωρίς εγωισμό και μένει πιστή σε μία μόνο αρχή: να προστατεύει την ελευθερία των άλλων. Πρόκειται για ένα σύντροφο αλτρουιστή, που είναι καλός ακροατής και θα θυσιάσει τον εαυτό του για το άλλο του μισό.
Ζούμε ελπίζοντας ότι μια μέρα θα τον γνωρίσουμε.

Η φύση της τύχης είναι άστατη

Ο Ανίκιος Μάνλιος Σεβερίνος Βοήθιος (475-525 μ. Χ.), αυτό είναι το πλήρες όνομά του, ήταν ένας από τους τελευταίους Ρωμαίους φιλοσόφους. Πέθανε είκοσι χρόνια προτού η Ρώμη πέσει σε χέρια βαρβάρων. Αλλά και όσο ζούσε, η Ρώμη είχε πάρει ήδη τον κατήφορο. Όπως οι επίσης Ρωμαίοι Κικέρων και Σενέκας, ο Βοήθιος θεωρούσε τη φιλοσοφία ένα είδος αυτοβοήθειας, έναν πρακτικό τρόπο για να βελτιώσει κανείς τη ζωή του, καθώς και έναν κλάδο αφηρημένης σκέψης. Συνδέθηκε επίσης με τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη, το έργο των οποίων μετέφρασε στα λατινικά διατηρώντας ζωντανές τις ιδέες τους σε μια εποχή που υπήρχε κίνδυνος να χαθούν για πάντα. Καθώς ήταν χριστιανός, η γραφή του άρεσε στους θρησκόληπτους φιλοσόφους που διάβαζαν τα βιβλία του κατά τον Μεσαίωνα. Η φιλοσοφία του λοιπόν γεφύρωσε τους Έλληνες και Ρωμαίους στοχαστές με τη χριστιανική φιλοσοφία που θα επικρατούσε στη Δύση για πολλούς αιώνες μετά τον θάνατό του.

Η ζωή του Βοήθιου ήταν ένα μίγμα τύχης και ατυχίας. Ο Θεοδώριχος, ο Οστρογότθος βασιλιάς που κυβερνούσε εκείνη την εποχή τη Ρώμη, του έδωσε το ανώτατο αξίωμα του υπάτου. Ύστερα, όμως η τύχη του άλλαξε. Αφότου κατηγορήθηκε ότι συνωμοτεί ενάντια στον Θεοδώριχο φυλακίστηκε, βασανίστηκε και έπειτα εκτελέστηκε.

Ενώ βρισκόταν στη φυλακή, ξέροντας πως σύντομα θα πέθαινε, ο Βοήθιος έγραψε ένα βιβλίο που, μετά τον θάνατό του, έγινε ένα μεσαιωνικό μπεστ σέλερ, την Παραμυθία της φιλοσοφίας. Αρχίζει με τον Βοήθιο να μετανιώνει μες στο κελί της φυλακής του. Ξαφνικά συνειδητοποιεί πως μια γυναίκα τον κοιτάζει από ψηλά. Το ύψος της μοιάζει να αλλάζει από κανονικό σε ψηλότερο κι από τον ουρανό. Φορά ένα σκισμένο φόρεμα διακοσμημένο με μια σκάλα που ξεκινά από το ελληνικό γράμμα «Π» στον ποδόγυρο και να φτάσει μέχρι το γράμμα «Θ». Στο ένα χέρι κρατά ένα σκήπτρο, στο άλλο βιβλία. Αυτή η γυναίκα αποκαλύπτεται πως είναι η Φιλοσοφία. Όταν μιλά, λέει στον Βοήθιο τι πρέπει να πιστεύει. Είναι οργισμένη μαζί του επειδή την ξέχασε, και έχει έρθει να του θυμίσει πως πρέπει να αντιδράσει σε όσα συμβαίνουν. Το υπόλοιπο του βιβλίου είναι η συζήτησή τους, που αφορά την τύχη και τον Θεό. Είναι γραμμένο πότε σε πρόζα και πότε σε ποίηση. Η γυναίκα, η φιλοσοφία, του δίνει συμβουλές.

Λέει στον Βοήθιο πως η τύχη αλλάζει συνέχεια και ότι δεν πρέπει να εκπλήσσεται. Αυτή είναι η φύση της τύχης. Είναι άστατη. Ο τροχός της τύχης γυρνά. Άλλες φορές βρίσκεσαι στην κορυφή άλλες φορές στον πάτο. Ο Βοήθιος πρέπει να καταλάβει πως έτσι είναι τα πράγματα

Οι θνητοί εξηγεί η Φιλοσοφία, είναι ανόητοι όταν αφήνουν την ευτυχία τους να εξαρτάται από κάτι τόσο ευμετάβλητο. Η αληθινή ευτυχία μπορεί να έλθει μόνο από μέσα, από τα πράγματα που οι άνθρωποι ελέγχουν, όχι απ’ όσα η ατυχία μπορεί να καταστρέψει. Αυτή η στωική θέση. Όταν οι άνθρωποι λένε ότι «φιλοσοφούν» τα άσχημα πράγματα που τους συμβαίνουν, αυτό εννοούν: προσπαθούν να μην επηρεάζονται από πράγματα που δεν ελέγχουν, όπως ο καιρός ή το ποιοι είναι οι γονείς τους. Τίποτα, λέει η Φιλοσοφία στον Βοήθιο, δεν είναι τρομερό αυτό καθαυτό –όλα βασίζονται στο πως τα σκεπτόμαστε. Η ευτυχία είναι μια κατάσταση του νου, όχι του κόσμου∙ αυτή είναι μια ιδέα που ο Επίκτητος θα αναγνώριζε ως δική του.

Η Φιλοσοφία θέλει ο Βοήθιος να επιστρέψει σε αυτήν. Του λέει ότι μπορεί να είναι πραγματικά ευτυχισμένος παρ’ ότι βρίσκεται στη φυλακή και περιμένει να εκτελεστεί. Εκείνη θα τον γιατρέψει από τη δυστυχία του. Το μήνυμα είναι ότι τα πλούτη, η εξουσία και οι τιμές δεν αξίζουν, αφού έρχονται και παρέρχονται. Κανείς δεν πρέπει να βασίζει την ευτυχία του σε τόσο εύθραυστα θεμέλια. Η ευτυχία πρέπει να πηγάζει από κάτι πιο στέρεο, κάτι που δεν μπορεί να μας το πάρει κανείς. Επειδή ο Βοήθιος πίστευε πως θα συνεχίζει να ζει μετά θάνατον, η επιδίωξη της ευτυχίας με όχημα τα τετριμμένα εγκόσμια πράγματα ήταν σφάλμα. Ούτως ή άλλως, θα τα έχανε όλα με τον θάνατό του.

Μα που μπορεί να βρει ο Βοήθιος την αληθινή ευτυχία; Η απάντηση της Φιλοσοφίας είναι ότι θα τη βρει στον Θεό ή στο αγαθό (αυτά εντέλει ταυτίζονται). Ο Βοήθιος ήταν χριστιανός, αλλά αυτό δεν το αναφέρει στην Παραμυθία της φιλοσοφίας. Ο Θεός τον οποίο περιγράφει η Φιλοσοφία θα μπορούσε να είναι ο Θεός του Πλάτωνα, η αμιγής Ιδέα του αγαθού.

Σε όλο το βιβλίο η Φιλοσοφία θυμίζει στον Βοήθιο όσα ήδη γνωρίζει. Και αυτό προέρχεται από τον Πλάτωνα, αφού ο Πλάτων πίστευε πως η μάθηση είναι ουσιαστικά ανάμνηση ιδεών που ήδη έχουμε. Ποτέ δε μαθαίνουμε κάτι νέο, απλώς υποβοηθούμε τις αναμνήσεις μας. Η ζωή είναι ένας αγώνας να θυμηθούμε όσα γνωρίζαμε πρωτύτερα. Αυτό που ο Βοήθιος ήδη γνωρίζει ως ένα βαθμό είναι ότι δε χρειαζόταν να ανησυχεί για την απώλεια της ελευθερίας του και της δημόσιας εκτίμησης. Αυτά δεν τα ελέγχει. Σημασία έχει η στάση του απέναντι στην κατάστασή του, κάτι που μπορεί να επιλέγει.

Όμως τον Βοήθιο τον απασχολεί ένα αυθεντικό πρόβλημα που έχει απασχολήσει πολλούς πιστούς στον Θεό. Ο Θεός, όντας τέλειος, πρέπει να γνωρίζει όλα όσα συμβαίνουν, αλλά και όλα όσα θα συμβούν. Αυτό εννοούμε όταν περιγράφουμε τον Θεό ως «παντογνώστη». Αν λοιπόν υπάρχει Θεός, πρέπει να γνωρίζει ποιος θα κερδίσει το επόμενο παγκόσμιο κύπελλο Από αυτά προκύπτει πως ο Θεός γνωρίζει τι θα κάνω στη συνέχεια, ακόμα και αν δεν είμαι βέβαιος τι θα είναι αυτό.

Αν ο Θεός ξέρει ήδη τι θα κάνουμε, πως μπορούμε να επιλέγουμε στ’ αλήθεια τι να κάνουμε; Είναι η επιλογή αυταπάτη; Φαίνεται πως δεν μπορώ να έχω ελεύθερη βούληση αν ο Θεός γνωρίζει τα πάντα. Αν δεν μπορούμε να επιλέγουμε αυτό που κάνουμε, πως μπορεί ο Θεός να αποφασίζει αν θα πάμε στον παράδεισο;

Όμως η Φιλοσοφία, έχει μερικές απαντήσεις. Έχουμε ελεύθερη βούληση του λέει. Δεν είναι αυταπάτη. Αν και ο Θεός ξέρει τι θα κάνουμε, η ζωή μας δεν είναι προκαθορισμένη. Ή, για να το θέσουμε διαφορετικά, η γνώση του Θεού για το τι θα κάνουμε διαφέρει από τον προκαθορισμό (την ιδέα ότι δεν έχουμε επιλογή για το τι θα κάνουμε). Εξακολουθούμε να έχουμε την επιλογή για το τι θα κάνουμε αμέσως μετά. Το λάθος είναι να εκλαμβάνουμε τον Θεό ως ένας άνθρωπο που βλέπει τα πράγματα να εκτυλίσσονται χρονικά. Η Φιλοσοφία λέει στον Βοήθιο ότι ο Θεός είναι άχρονος, εντελώς έξω από τον χρόνο.

Αυτό σημαίνει ότι ο Θεός συλλαμβάνει τα πάντα στη στιγμή. Ο Θεός βλέπει το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον ως ενότητα. Εμείς οι θνητοί βλέπουμε αναγκαστικά το ένα πράγμα να ακολουθεί το άλλο, αλλά ο Θεός δε το βλέπει έτσι. Ο λόγος για τον οποίο ο Θεός γνωρίζει το μέλλον, δίχως να διαλύει την ελεύθερη βούλησή μας και να μας μετατρέπει σε προγραμματισμένες μηχανές χωρίς επιλογή, είναι ότι ο Θεός δε μας παρατηρεί σε μια συγκεκριμένη στιγμή. Βλέπει τα πάντα με τη μία, με έναν άχρονο τρόπο. Και, όπως λέει η Φιλοσοφία στον Βοήθιο, δεν πρέπει να ξεχνά πως ο Θεός κρίνει τους ανθρώπους για το πώς συμπεριφέρονται, τι επιλογές κάνουν, παρ’ ότι ξέρει εκ των προτέρων τι θα κάνουν.

Αν η Φιλοσοφία έχει δίκιο και ο Θεός υπάρχει, τότε ο Θεός ξέρει ακριβώς πότε θα τελειώσω αυτή την πρόταση. Όμως εξακολουθεί να είναι ελεύθερη η επιλογή μου να βάλω εδώ τελεία.

Δημόκριτος: Η Αλήθεια μας Διαφεύγει Τελείως

ΔΗΜΟΚΡΙΤΟΣ: Ο ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟΣ ΤΩΝ ΦΙΛΟΣΟΦΩΝ, ΠΟΥ ΚΑΝΕΙΣ ΔΕΝ ΤΟΝ ΓΝΩΡΙΣΕ
 
Ο Σοφός Φιλόσοφος Δημόκριτος (460-350 π.κ.ε.) γεννήθηκε στα Άβδηρα της Θράκης και από πολύ νεαρή ηλικία αφοσιώθηκε τελείως στη φιλοσοφία, παραμελώντας κάθε άλλη υπόθεση της πεζής και μετρίας καθημερινής πραγματικότητας. Ο πατέρας του Δημόκριτου ήταν μεγαλέμπορος, και, όταν πέθανε, άφησε στον Δημόκριτο μια περιουσία εκατό ταλάντων, ποσό, τεράστιο για την εποχή. Ο Δημόκριτος αμέσως χρησιμοποίησε αυτή την κληρονομιά για να κάνει ένα μεγάλο και πολύχρονο ταξίδι σε όλο τον γνωστό κόσμο, αναζητώντας τη γνώση, τη σοφία και τα αξιοθέατα (αυτά που είναι άξια να θεαθούν), όπου κι αν βρίσκονται, με σκοπό τη θεωρία και τη σύνθεση Κοσμοθεωρίας.
 
Για πολλά χρόνια, ταξίδεψε από την Αίγυπτο ως την Αιθιοπία, στη Μικρά Ασία, στη Βαβυλώνα, στην Περσία και στην Ινδία. Ο Δημόκριτος ήταν ένας ενθουσιώδης διανοούμενος, εξαιρετικά φιλομαθής και πολυμαθής, αφοσιωμένος, τίμιος και ευσυνείδητος περιπετειώδης, που ήθελε να γνωρίσει τα πάντα κατ’ ιδία, να τα ατενίσει με τα ίδια του τα μάτια, δεν είχε καμία προκατάληψη, δογματισμό, σωβινισμό, παρωπιδισμό.
 
Ήταν ένας ελεύθερος άνθρωπος. Είχε αφιερώσει τη ζωή του στην αναζήτηση της αλήθειας, δεν ήθελε να περιορίζεται από κανένα όριο ή σύνορο, γεωγραφικό ή άλλο. «Η πατρίδα του σώφρονος ανθρώπου είναι ο κόσμος» έλεγε, και ήταν Κοσμοπολίτης, πολίτης του κόσμου, ταξιδευτής, οικουμενικός σοφός. «Πιο σημαντική είναι η κατάκτηση μίας αλήθειας, από την κατάκτηση ενός θρόνου», έλεγε, δείχνοντας την περιφρόνησή του για τα αξιώματα και την εξουσία.
 
Από ταπεινότητα ή υπερηφάνεια ή λογική αρνήθηκε να ιδρύσει μια σχολή, να προκαλέσει συζητήσεις, να προωθήσει τις θεωρίες του, όπως έκαναν σχεδόν όλοι οι φιλόσοφοι. Ξόδεψε όλη την περιουσία του στο κυνήγι της γνώσης και στα ταξίδια, ακόμη κι όταν έφτασε στο σημείο να μην έχει καθόλου χρήματα, αντί να επωφεληθεί από την τεράστια παιδεία του και να ιδρύσει σχολή όταν εγκαταστάθηκε τελικά στην Αθήνα για κάποια χρόνια, περιόρισε στο ελάχιστο όλες τις ανάγκες του, έζησε σχεδόν τελείως απομονωμένος, χωρίς να συμμετέχει στους φιλοσοφικούς κύκλους και στην αγορά, και αφιερώθηκε εξ ολοκλήρου στη συγγραφική, στον στοχασμό και στην έρευνα.
 
Ίσως ήταν ο πρώτος πανεπιστήμονας σοφός. Από τον Διογένη Λαέρτιο μαθαίνουμε ότι ο Δημόκριτος έγραψε πάρα πολλά συγγράμματα φιλοσοφίας, αστρονομίας, ιατρικής, μαθηματικών, φυσικής, ψυχοθεραπείας, ανατομίας, λογοτεχνίας, αισθητικής τεχνολογίας, ηθικής, ανθρωπολογίας, κ.ά. φυσικά, δεν διασώζεται κανένα. Ήταν αναμφισβήτητα ο μεγαλύτερος στοχαστής της αρχαίας Ελλάδας, ανώτερος ακόμη και του Αριστοτέλη ή του Πλάτωνα, με μια σοφία ξεχωριστή και σπάνια, με μεγάλο ταλέντο στον λόγο, που όμως ήταν πάντα γλαφυρός και μετρημένος, και με ιδιαίτερα ψυχικά χαρίσματα.
 
Σύμφωνα με τις πληροφορίες που έχουν διασωθεί για τον Δημόκριτο, μονάχα μια φορά αποφάσισε να εμφανιστεί στο κοινό, όταν επέστρεψε γέροντας πια στα Άβδηρα, για να διαβάσει στους συμπολίτες του ένα εξαιρετικό έργο του, το Μέγας Διάκοσμος, δεν ξέρουμε αν πρόκειται για το έργο του Λεύκιππου που αποδίδεται μεταξύ άλλων και στον Δημόκριτο, ή αν πρόκειται για έργο με τον ίδιο τίτλο ή μία σύμπτυξη των γνώσεων των δύο σοφών. Υποτίθεται ότι το έργο αυτό ήταν το απάνθισμα όλης της σοφίας του και όποιος τον άκουσε να το διαβάζει, έμεινε με ανοιχτό το στόμα.
 
Λέγεται ότι οι πολίτες των Αβδήρων αποφάσισαν να τον ανταμείψουν και έκαναν έρανο και του έδωσαν πίσω το ποσό των εκατό ταλάντων, της περιουσίας του που την είχε ξοδέψει για να αποκτήσει αυτές τις θαυμαστές γνώσεις. Κι αυτό είναι ένα παράδειγμα που θα έπρεπε να μιμηθούν οι σύγχρονοι άνθρωποι, ανταμείβοντας τους κόπους των σοφών διανοούμενων. Οι κάτοικοι των Αβδήρων, σε όλη την αρχαία Ελλάδα θεωρούνταν «μωροί και γελοίοι».
 
Ο Δημόκριτος ακολούθησε τις διδαχές του δασκάλου του, Λεύκιππου, και όπως εκείνος, έφτασε στις υλιστικές θεωρίες του ξεκινώντας από τις ιδεαλιστικές αντιλήψεις του Παρμενίδη. Όπως κι ο Παρμενίδης, αρνήθηκε κι ο Δημόκριτος τις αισθήσεις ως ικανά όργανα γνώσης, και κατέληξε ότι οι αισθήσεις «μας επιτρέπουν να αναγνωρίζουμε μόνο τις δευτερεύουσες ιδιότητες» των πραγμάτων: το σχήμα, το χρώμα, τη γεύση, τη θερμοκρασία, κλπ. Μας δίνουν μια μικρή άποψη της πραγματικότητας, αλλά η αλήθεια μας διαφεύγει τελείως. Τα άτομα και οι σχέσεις τους και οι συνδυασμοί των σχέσεων τους, αποτελούν τη μοναδική πραγματικότητα του σύμπαντος.
 
Η αλήθεια συνίσταται στην «Αναγκαιότητα», που είναι ακατανόητη για εμάς. Τα πάντα αποτελούνται από τα άτομα. Τα άτομα είναι αιώνια: ούτε πεθαίνουν ούτε γεννιούνται ποτέ καινούρια άτομα. Εκείνο που αλλάζει είναι μόνο οι ενώσεις των ατόμων και οι σχέσεις τους. Δεν αναγνωρίζουμε την «αναγκαιότητα» των πάντων, και γι’ αυτό εφευρίσκουμε την έννοια του «τυχαίου» από την άγνοια μας για την αναγκαιότητα που υπαγορεύει όλες τις αλλαγές. Όλα γίνονται για κάποιον αναγκαίο λόγο. Ο άνθρωπος αποτελείτο επίσης από άτομα. Ο άνθρωπος έχει όντως μία ψυχή, η οποία είναι φτιαγμένη από διαφορετική ύλη, ευγενέστερη.
 
Κατά τη γνώμη μου, οι θεωρίες του Δημόκριτου για τα άτομα, είναι αρκετά συσκοτισμένες, και δεν είναι απολύτως σίγουρο ότι εννοούσε τα σωματίδια που ονομάστηκαν από τους επιστήμονες «άτομα» προς τιμήν του. Σαφώς, πρέπει να σχετίζονται άμεσα με αυτά, αλλά διαφαίνεται ότι με την Ατομική θεωρία, ο Δημόκριτος εννοούσε πολύ περισσότερα πράγματα, τα οποία, δυστυχώς, δεν θα τα μάθουμε ποτέ, όπως το θέλησαν οι εχθροί της γνώσης.
 
Ο σοφός Δημόκριτος έλεγε πως ο άνθρωπος πρέπει να αρκεστεί στη μέτρια ευτυχία που του επιτρέπει η τόσο στενή εξάρτηση του από την ύλη. Οι αισθήσεις δεν τον βοηθούν καθόλου, διότι δεν του είναι χρήσιμες παρά μόνο για να παρατηρεί ένα μικρό μέρος του κόσμου κι όχι για να κατανοήσει τον κόσμο. Είμαστε περιορισμένοι από τις αισθήσεις μας. Το καλό και τα κακό υπάρχουν μόνο μέσα στον άνθρωπο και όχι έξω του. Ο σοφός άνθρωπος πρέπει να ξεχωρίζει το κακό μέσα στους ανθρώπους και να το αποφεύγει. Το καλό πρέπει να το βρει μέσα του και όχι να το περιμένει από τον έξω κόσμο. Αν ο άνθρωπος θέλει τη γαλήνη, πρέπει να ζήσει μια ζωή τακτική, με ολιγάρκεια, χωρίς πολλές προσδοκίες, με στοχασμό και με αγάπη προς τους άλλους. Αν αναζητεί τη γνώση και την αλήθεια, θα πρέπει να είναι προετοιμασμένος να περάσει από πολύ μεγάλες ταλαιπωρίες και βάσανα και μοναξιά και μεγάλες θυσίες, με αμφίβολα αποτελέσματα.
 
Ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς παραθέτει το εξής απόσπασμα ως προερχόμενο από τον Δημόκριτο: «Εγώ όμως εξ όλων των ανθρώπων της εποχής μου περιηγήθην πλείστην έκτασιν γης, και έκανα μακροτάτας ερεύνας, και πλείστας κλιματολογικάς και γεωγραφικάς ποικιλίας είχον την ευκαιρίαν να παρατηρήσω, και εγενόμην ακροατής μεγίστου αριθμού πεπαιδευμένων ανθρώπων, και ως προς την σύνθεσιν γραμμών επί τη βάσει αποδείξεως κανείς εκ των ανθρώπων δεν εδείχθη ανώτερός μου, ούτε οι εν Αιγύπτω ονομαζόμενοι Αρπεδονάπται. Με αυτά δε όλα επί ογδοήκοντα έτη έζησα εις τα ξένα» (Πιστεύεται ότι ο αριθμός των ογδόντα ετών που δίδεται εδώ, αποτελεί λανθασμένη ερμηνεία του αριθμού Π, που στην αρχαιότητα σήμαινε τον αριθμό πέντε και στους μεταγενέστερους χρόνους σήμαινε το ογδόντα, όταν αποδόθηκε το απόσπασμα αυτό).
 
Όταν επέστρεψε από τις περιηγήσεις του, έμεινε για ένα χρονικό διάστημα στην Αθήνα, όπου αντιλήφθηκε ότι ήταν εντελώς άγνωστος για τους Αθηναίους, κανείς δεν είχε ακούσει ποτέ για τον Δημόκριτο. «Ήλθον γαρ είς Αθήνας και ου τις με έγνωκεν». Ο Κικέρωνας και ο Διογένης Λαέρτιος μας λένε ότι επειδή ο Δημόκριτος καταφρονούσε την δόξα, δεν έπραξε τίποτε απολύτως για να γίνει γνωστός στην Αθήνα, προσθέτουν επίσης ότι αυτός ήξερε μεν τον Σωκράτη, αλλά «ο Σωκράτης ουδεμία γνώσιν είχε περί αυτού». Ο Απολλόδωρος ο Κυζικηνός μαρτυρεί ότι ο Δημόκριτος είχε γνωριστεί με τον Πυθαγόρειο φιλόσοφο Φιλόλαο. Ο Θράσυλλος μας δίνει την πληροφορία ότι ο Δημόκριτος είχε μελετήσει με μεγάλη αφοσίωση τα μαθηματικά συγγράμματα των Πυθαγορείων. Υπάρχει, επίσης, η πληροφορία ότι ένα από τα πολλά συγγράμματα του είχε τον τίτλο Πυθαγόρης, αλλά κανείς δεν ξέρει τι έγραφε ο Δημόκριτος σε αυτό.
 
Όταν ολοκλήρωσε ο Δημόκριτος τις περιηγήσεις του, επέστρεψε στην πατρίδα του, στα Άβδηρα, κι εκεί οι συμπολίτες του (πολύ πριν ακούσουν την ανάγνωση του Μέγας Διάκοσμος) τον έβλεπαν ως αξιοπερίεργο πλάσμα, τον θεωρούσαν άρρωστο και πειραγμένο στο μυαλό ή μανιακό. Στις Ιπποκρατικές Επιστολές, διαφαίνεται ότι οι Αβδηρίτες έστειλαν μία επιστολή στον φημισμένο γιατρό Ιπποκράτη, πατέρα, της ιατρικής επιστήμης, παρακαλώντας τον να έρθει στα Άβδηρα για να θεραπεύσει τον Δημόκριτο που «έπασχε από μανία».
 
Οι πληροφορίες που έχουμε για τη ζωή του Δημόκριτου είναι εξαιρετικά λιγοστές και αμφιλεγόμενες, κι έτσι το κείμενο αυτής της παράξενης επιστολής προς τον Ιπποκράτη είναι ιδιαίτερα διαφωτιστικό. Το παραθέτω: «Η βουλή και ο δήμος των Αβδηριτών στέλνει τους χαιρετισμούς της εις τον Ιπποκράτην. Αυτός ο Δημόκριτος έχει περίπεσει εις νόσον ένεκαν της κατεχούσης αυτόν υπερβολικής σοφίας. Δηλαδή, αφού εξέχασε τα πάντα και πρώτα από όλα τον ίδιον τον εαυτόν του, μένει άγρυπνος και την ημέραν και την νύκτα. Περνά δε διαρκώς τον βίον του γελών εξ αφορμής ασήμαντων αλλά και σημαντικών πραγμάτων και φαντάζεται ότι όλη η ζωή δεν αξίζει τίποτε. Κάμνει δε αυτός ο άνθρωπος και αναζητήσεις δια τα εις τον Άδην συμβαίνοντα και τα περιγράφει. Λέγει ακόμην ότι ολοκλήρωσε ο -περιβάλλων την γην- αήρ, είναι γεμάτος από είδωλα και με μεγάλην προσοχήν ακροάται τας φωνάς των πτηνών και πολύ συχνά σηκώνεται την νύκτα μόνος εις την ησυχίαν και συμπεριφέρεται ωσάν να ψάλλει άσματα και λέγει ότι ο νους του περιτρέχει εις το χωρίς πέρας διάστημα»
 
Η παράδοση λέει ότι ο Ιπποκράτης περνώντας από τα Άβδηρα επισκέφτηκε τον μεγάλο φιλόσοφο, τον βρήκε απόλυτα υγιή και διαβεβαίωσε τους συμπολίτες του ότι δεν έπρεπε να ανησυχούν για την υγεία του και ότι κανέναν κίνδυνο δεν διέτρεχαν από αυτόν.
 
Σε μια επιστολή του Ιπποκράτη προς τον φίλο του τον Δαμάγητο στη Ρόδο, ο Ιπποκράτης περιγράφει το μέρος στο οποίο έμενε και εργαζόταν ο Δημόκριτος καθώς και το τι έκανε εκεί: «Έξω από την πόλη υπήρχε σε μεγάλο ύψος ένας λόφος, σκιασμένος από ψηλές λεύκες με πυκνό φύλλωμα. Από εκεί υπήρχε η θέα των εγκαταστάσεων στις οποίες έμενε ο Δημόκριτος Και ο ίδιος ο Δημόκριτος καθόταν κάτω από έναν χαμηλό και πυκνόφυλλο πλάτανο, φορούσε ένδυμα χονδρό που άφηνε ελεύθερα τα χέρια του από τους ώμους ήταν μόνος του με απεριποίητο το πρόσωπο του, καθισμένος σε έναν λίθινο θρόνο, πολύ ωχρός, στην όψη και πολύ αδυνατισμένος, με ακούρευτο γένι. Παράπλευρα, από τα δεξιά του, έτρεχε διάμεσο της κατωφέρειας του λόφου ένα ρυάκι με νερό με ήρεμο κελάρισμα. Πέρα από τον λόφο, σε κάποιο ψηλότερο μέρος, υπήρχε κάποιο τέμενος, αφιερωμένο μάλλον στις νύμφες, το οποίο ήταν στεγασμένο από αμπέλους που είχαν φυτρώσει μόνοι τους.
 
Αυτός δε είχε πάνω στα γόνατα του, με μεγάλη ευκοσμία, ένα βιβλίο και ήταν τοποθετημένα, και από τα δύο μέρη γύρω του, και άλλα πολλά βιβλία. Είχε δε σωρευτεί εκεί δίπλα και μεγάλος αριθμός ζώων τα οποία είχαν υποστεί ανατομία εξ ολοκλήρου. Αυτός δε άλλοτε με βιαστικό ρυθμό παραδιδόταν εις το να γράφει, άλλοτε έπεφτε σε κατάσταση ηρεμίας, συγκρατών τον εαυτό του εις ακινησίαν και βυθιζόμενος εις εσωτερικές σκέψεις. Έπειτα δε από ολίγον χρόνο αφού έκανε αυτά, σηκωνόταν και περπατούσε και εξέταζε τα σπλάχνα των ζώων. Έπειτα, αφού τα τοποθετούσε στη θέση τους, ερχόταν στον λίθινο θρόνο, καθόταν και συνέχιζε να γράφει.»
 
Είναι αλήθεια ότι ο Δημόκριτος αντίκριζε τα πάντα με γέλιο, (γελοίο) σε αντίθεση με τον πιο θλιμμένο Ηράκλειτο. Ο Στοβαίος μας αναφέρει ότι «αντί να οργίζονται οι σοφοί κατελαμβάνοντο ο μεν Ηράκλειτος από δάκρυα, ο δε Δημόκριτος από γέλωτα».

Ο Σουίδας αναφέρει ότι ο μεγάλος λυρικός ποιητής Διαγόρας ο Μήλειος, υπήρξε δούλος, και ο Δημόκριτος διέγνωσε την ευφυία του και τον αγόρασε με το ποσό των δέκα χιλιάδων δραχμών, κι έπειτα του έδωσε την ελευθερία του και τον έκανε μαθητή του. Αργότερα, ο Διαγόρας έγινε ποιητής και πήγε στην Αθήνα, αλλά εκεί, συζητώντας τα πράγματα που έμαθε από τον Δημόκριτο, συνελήφθη για αθεϊσμό και καταδικάστηκε σε θάνατο, αλλά κατάφερε να διαφύγει και δεν ξαναγύρισε ποτέ στην Αθήνα.
 
Από την ύστερη αρχαιότητα ακόμη, συζητείται και ερμηνεύεται με πολλούς τρόπους το ότι ο Πλάτωνας, ο οποίος έχει συζητήσει επανειλημμένα τις διδασκαλίες του Αβδηρίτη Πρωταγόρα και όλων των προγενέστερων φιλοσόφων, δεν αναφέρει πουθενά ούτε μία λέξη για τον Δημόκριτο. Ο Διογένης Λαέρτιος όμως, μας δίνει τις ακόλουθες πληροφορίες: «Ο Αριστόξενος, στα ιστορικά του υπομνήματα, λέει ότι ο Πλάτωνας θέλησε να κάψει όσα συγγράμματα του Δημόκριτου είχε μπορέσει να συγκεντρώσει. Όμως, οι Πυθαγόρειοι φιλόσοφοι Αμίλκας και Κλεινίας τον εμπόδισαν, λέγοντάς του ότι από αυτό δεν θα προκύψει κανένα αποτέλεσμα, διότι τα βιβλία ήδη πλέον βρισκόντουσαν στα χέρια πολλών. Άλλη απόδειξη γι’ αυτό αποτελεί το ότι ο Πλάτων, αν και έχει αναφέρει όλους τους αρχαίους φιλοσόφους, δεν αναφέρει σε κανένα σύγγραμμα του τον Δημόκριτο, ακόμη και στις περιπτώσεις στις οποίες θα έπρεπε να φέρει κάποια αντίρρηση στις διδασκαλίες του. Είναι προφανές ότι ο Πλάτων γνώριζε ότι θα έπρεπε να κάνει πολεμική εναντίον του αρίστου εκ των φιλοσόφων»
 
Σε αντίθεση με τον Πλάτωνα, ο μαθητής του ο Αριστοτέλης συζητά πολύ συχνά στα συγγράμματα του τις διδασκαλίες του Δημόκριτου και εκφράζεται με μεγάλο σεβασμό γι’ αυτές. Ακόμη και ο μισάνθρωπος Τίμωνας μνημόνευει τον Δημόκριτο σε ένα δίστιχο: «Μεταξύ των πρώτων ανέγνωσε και τον Δημόκριτο με την υπερβολική του σοφία, τον βασιλέα των λόγων, συζητητή εξαίσιο με διφορούμενα επιχειρήματα» Λέγοντας «διφορούμενα επιχειρήματα» και ονομάζοντας τον Δημόκριτο «αμφίνοον λεσχήνα», αναφέρεται στην κωδική γλώσσα, την οποία, όπως και όλοι οι φιλόσοφοι, έτσι και ο Δημόκριτος τη χρησιμοποιούσε σε πολλά γραπτά του, όταν ήθελε να μιλήσει για τα μεγάλα μυστικά του κόσμου. Είναι η κατά την αρχαιότητα λεγόμενη «αλληγορία», από τα άλλο και αγορεύω, δηλαδή όταν άλλα λέω και άλλα εννοώ.
 
Είναι βέβαιο ότι τελικά ο Πλάτωνας έκαψε τα συγγράμματα του Δημόκριτου που είχε συγκεντρώσει (οι Πυθαγόρειοι δεν θα μπορούσαν να τον εμποδίζουν κάθε μέρα) και το ίδιο έκαναν και όλοι όσοι δεν ήθελαν να διαδοθούν, αυτές οι περίεργες νέες θεωρίες, που αναιρούσαν τα δικά τους ασήμαντα πράγματα που οι άνθρωποι ως τότε τα θεωρούσαν πολύτιμες και μεγάλες αλήθειες. Ανάμεσα σε αυτές τις θεωρίες, όμως, στα συγγράμματα του Δημόκριτου, υπήρχαν και πολλά μυστικά και αποκαλύψεις που οι μυστικιστές της εποχής, δεν ήθελαν καθόλου να φανερώνονται στο φως της ημέρας, με τη μορφή βιβλίου, που μπορούσε να πέσει στα χέρια του καθενός, ενώ οι ίδιοι τα έκρυβαν ζηλότυπα στο σκοτάδι των κελιών τους. Επίσης, πολλά από τα συγγράμματα περιείχαν φριχτά ανοσιουργήματα, όπως π.χ. το ότι οι Δελφοί δεν ήταν ο ομφαλός της Γης και η Ελλάδα δεν βρισκόταν στο μέσον της Γης.
 
Πολλές φορές αποδίδουμε· στην τύχη ή στο πέρασμα των αιώνων το γεγονός ότι ένα αρχαίο σύγγραμμα «δεν διασώθηκε», άραγε, να «διασωθεί» από τι; από ποιόν; Αλλά τι θα λέγατε για περίπου εκατό (απ’ όσα γνωρίζουμε, ίσως και περισσότερα) σημαντικά συγγράμματα, δηλαδή όλο το έργο του μεγαλύτερου των φιλοσόφων; Όταν ένα αρχαίο σύγγραμμα «διασώζεται», όσο περνά ο χρόνος τόσο περισσότεροι μελετητές και συγγραφείς το παίρνουν στα χέρια τους και αναφέρονται σε αυτό στα δικά τους συγγράμματα ή το επανεκδίδουν. Όσο περισσότερες αναφορές αποσπασμάτων βρίσκουμε σε άλλους συγγραφείς μέσα στα χρόνια και στους αιώνες που ακολουθούν, τόσο περισσότερο χρόνο «διασώθηκε» το σύγγραμμα ή ένα κομμάτι του. Έτσι, είναι φανερό ότι τα συγγράμματα του Δημόκριτου «δεν διασώθηκαν» από την αρχαιότητα ακόμη, αφού αποσπάσματα τους παραθέτει σχεδόν αποκλειστικά ο Αριστοτέλης (του οποίου η τεράστια και θαυμαστή βιβλιοθήκη επίσης αγνοείται) και πέντε-έξι μεταγενέστεροι φιλόσοφοι οι οποίοι και είχαν μόνο αποσπάσματα, που προέρχονταν συνήθως από αναφορές των μαθητών του Αριστοτέλη, και ξέρουμε ότι με το ζόρι κάποια συγγράμματα έφτασαν μέχρι την εποχή του Σουίδα, του Καλλίμαχου και του Θρασύλλου.
 
Οι θιασώτες της θρησκευτικής και μυστικιστικής επικράτειας των εποχών, είχαν κάθε λόγο να εξαφανίσουν από το πρόσωπο της γης όλη αυτήν την πρωτόγνωρη επιστημονική θεώρηση των πάντων που διέδιδε το «υλιστικό» έργο του Δημόκριτου, όπως είχαν κάθε λόγο να εξαφανίσουν ακόμη και τη μνήμη για τον μεγάλο φιλόσοφο, αποθαρρύνοντάς τους πάντες να γράψουν για τον βίο και τα έργα του. Ακόμη και απλά τους τίτλους των έργων του Δημόκριτου, τους γνωρίζουμε μόνο και μόνο επειδή τους αναφέρει ο Διογένης Λαέρτιος και ο Καλλίμαχος.
 
Οι τίτλοι είναι πάρα πολλοί, και παραθέτω εδώ μονάχα μερικούς δειγματοληπτικά, για να φανεί πόσο σημαντικά, πρωτόγνωρα και σημαντικά βιβλία ήταν: Μέγας Διάκοσμος, Μικρός Διάκοσμος, Κοσμογραφίη, Περί των Πλανητών, Περί Σαρκός Περί Νου, Περί Αισθησίων, Περί Ειδώλων, Περί των εν Αίδου (Άδη), Περί Χυμών, Περί Χροών, Περί των Διαφερόντων Ρυσμών, Περί Αμειψιρυσμιών, Περί Απορημάτων, Αιτίαι Ουράνιαι, Αιτίαι Αέριοι, Αιτίαι Επίπεδοι, Αιτίαι Περί Πυρός και Περί των Εν Πυρί, Αιτίαι Περί φωνών, Αιτίαι Περί Σπερμάτων, Περί της Λίθου, Περί Διαφορής Γνώμης, Περί Σφαίρηε, Περί Αλόγων, Μέγας Ενιαυτός, Ουρανογραφίη, Εκπετάσματα, Ακτινογραφίη, Άμιλλα Κλεψύδραι, Πολογραφίη, Περί Ζώων, Περί Καλλοσύνης Επέων, Περί Ευφώνων και Δυσφώνων, Περί Αοιδής, Περί Ρυθμών και Αρμονίης, Περί των εν Βαβυλώνι ιερών Γραμμάτων, Περί των εν Μερόηι Μυστών, Ωκεανού Περίπλους, Χαλδαϊκός Λόγος, Χερνικά, Περί Ευθυμίης, Τριτογένεια, Κρατυντήρια, κλπ, κλπ, κλπ …
 
Απ’ όλα αυτά τα έργα που τους τίτλους τους μόνο γνωρίζουμε, αλλά και από όλα εκείνα που δεν γνωρίζουμε ούτε τους τίτλους τους, διασώζονται αποσπάσματα από συφορές που γεμίζουν (μαζί με κάποιες δεκάδες γνωμικά) όλο κι όλο καμιά δεκαριά σελίδες ενός βιβλίου!
 
Και για να καταλάβει ο αναγνώστης για τι είδους πράγματα μιλάμε εδώ, ιδού το μόνο διασωθέν κομματάκι από το ογκώδες έργο του Δημόκριτου με τίτλο Περί των εν Αίδου (Άδη), το οποίο παραθέτει ο Πρόκλος: «Ο Δημόκριτος εξηγεί κατά τον ακόλουθο τρόπο πως ο αποθανών δύναται να επανέλθει στη ζωή. Ο θάνατος δεν ήταν νέκρωσης, όπως φαίνεται, ολοκλήρου της ζωής του σώματος, αλλά μια χαλάρωσης της ζωής, ίσως ένεκα κάποιου κτυπήματος ή τραύματος. Οι δεσμοί όμως της ζωής οι υπάρχοντες γύρω από τον μυελόν, έμεναν στερεώς ριζωμένοι, και η καρδία είχε ενυπάρχοντα εις το βάθος της του σπινθήρα της ζωής. Και εφόσον είχαν παραμείνει αυτά τα ζωτικά στοιχεία, ανέκτησε ο αποθανών την εσβησμένη ζωή του, αφού έγινε κατάλληλος για να καταστεί εμψυχωμένη ύπαρξης»
 
Να και το μικρό απόσπασμα που έχουμε από το έργο Περί Ιδεών, όπως το αναφέρει ο Σέξτος ο Εμπειρικός, που κι αυτός κατέχει μόνο το απόσπασμα: «Ο άνθρωπος πρέπει να κατανοήσει ότι βρίσκεται σε πολύ μακρινή απόσταση από την πραγματικότητα. Οι σκέψεις τις οποίες αναπτύξαμε αποδεικνύουν καθαρά, ότι καμία πραγματικά αληθινή γνώση δεν έχουμε για κανένα πράγμα, αλλά στον καθένα από τους ανθρώπους οι δοξασίες της οποίες σχηματίζει προέρχονται από το ρεύμα των ατόμων και των ειδώλων τα οποία εκπέμπουν τα πράγματα, το οποίον προσπίπτει σε αυτούς. Είναι απρόσιτη η γνώση που φανερώνει τι είναι κατά την αληθινή πραγματικότητα το κάθε πράγμα»
 
Ο Διογένης Λαέρτιος αναφέρει: «Ο Δημόκριτος εκπαίδευε τον εαυτό του, λέει ο Αντισθένης με πολλούς τρόπους και με μέσα τέτοια ώστε να εξετάζει τις εντυπώσεις των αισθήσεων, γι’ αυτό και πολλές φορές έμενε σε απόλυτη απομόνωση και σύχναζε σε σκοτεινούς τύμβους» Ο Aullus Gellius αναφέρει: «Έχει καταγραφεί ότι ο Έλληνας φιλόσοφος Δημόκριτος, ένας άνδρας άξιος σεβασμού πιο πολύ από κάθε άλλον άνθρωπο που περπάτησε στη γη, άνθρωπος πολύ μεγάλης μάθησης και σοφίας, με τη θέληση του στέρησε από τον εαυτό του την όραση και αυτοτυφλώθηκε, διότι πίστευε ότι οι σκέψεις και οι συλλογισμοί του νου του, όταν εξέταζε τους νόμους της φύσης, θα ήταν πιο ζωηροί και ακριβείς αν μπορούσε να τους ελευθερώσει από τα δεσμευτικά θέλγητρα της όρασης και από τις περισπάσεις που επέφεραν τα μάτια. Την πράξη του αυτή, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο εύκολα και ανώδυνα τύφλωσε τον εαυτό του με μία ευφυή επινόηση, την περιγράφει ο ποιητής Λαβέριος: Ο Δημόκριτος, ο σοφός των Αβδήρων, μια ασπίδα έστησε για να αντικρίσει του ήλιου την ανατολή, να καταστρέψει την όραση του από του μπρούντζου τη λάμψη, κι έτσι με τις ακτίνες του ηλίου κατέστρεψε τα μάτια του» φυσικά, ο Δημόκριτος, συχνάζοντας σε σκοτεινούς τύμβους και κοιτώντας κάτοπτρα που καθρέφτιζαν τον ήλιο, δεν τυφλωνόταν μόνιμα αλλά προσωρινά, για να πετύχει την αποδέσμευση από την αίσθηση της όρασης για λίγο καιρό, ώστε να πειραματιστεί με την πραγματικότητα και να αποδεσμεύσει τον νου από τη συνεχή παρατήρηση του ορατού κόσμου. Τόσο αφοσιωμένος ήταν στην αναζήτηση της αλήθειας.
 
Ο Δημόκριτος έβλεπε φάσματα, «είδωλα», μέσα στο σκοτάδι των τύμβων, και συχνά υπέφερε από οπτικές παραισθήσεις, ενώ ανάμεσα σε αυτές έβλεπε μελλοντικά γεγονότα τα οποία πλέον μπορούσε να προβλέψει με ακρίβεια. Επίσης πίστευε ότι τα οράματα που βλέπει ο άνθρωπος στον ύπνο του, έχουν εξωτερική προέλευση και έλεγε ότι τα όνειρα είναι λιγότερο αξιόπιστα το φθινόπωρο, εξαιτίας των διαταραχών στον αέρα εκείνη την εποχή. Έλεγε, επίσης, ότι αυτά που οι άνθρωποι ονομάζουν Θεούς, δεν είναι παρά είδωλα, περιπλανώμενα φαντάσματα, διοράματα που εκπέμπονται από τη φύση. Ο Δημόκριτος μιλούσε για φασματικά κατοπτρικά simulacra.
 
Όταν τον κατηγορούσαν με όλων των ειδών τις συκοφαντίες οι ζηλόφθονοι και μισαλλόδοξοι άνθρωποι της εποχής του, έλεγε: «Ο αγαθός άνθρωπος δεν δίνει καμία σημασία στις κατηγορίες εναντίον του που προέρχονται από φαύλους. Με μεγάλη δυσκολία έρχονται προς εμάς τα αγαθά κατόπιν επιμόνου αναζητήσεώς τους, ενώ τα κακά μας έρχονται εύκολα και χωρίς να τα επιζητήσουμε. Αλλά είναι χαρακτηριστικό ενός αγαθού νου, να απασχολεί κανείς τη σκέψη του πάντοτε με κάτι το ευγενικό» 
 
Ο Δημόκριτος εφαρμόζοντας ο ίδιος τις θεωρίες του για υγιεινή ζωή, έζησε μέχρι τα βαθιά γεράματα, στην ηλικία των 110 ετών. Μια μέρα κατάλαβε ότι θα πεθάνει και το είπε στην αδελφή του. Αλλά εκείνη του είπε ότι, αν πέθαινε, αυτό θα την εμπόδιζε να συμμετάσχει στον εορτασμό των θεσμοφορίων, γιατί θα έπρεπε να πενθήσει. Ο Δημόκριτος της είπε ότι θα αναβάλει τον θάνατο του για να μπορέσει εκείνη να συμμετάσχει στους πολυήμερους εορτασμούς, αλλά την παρακάλεσε να του φέρνει λίγο μέλι κάθε πρωί. Έτσι, βάζοντας λίγο μέλι κάθε πρωί στα ρουθούνια του και εισπνέοντας το άρωμα του, κατάφερε να κρατηθεί στη ζωή μέχρι το τέλος των εορτών, ώσπου επέστρεψε η αδελφή του που δεν ήθελε να πενθήσει και να χάσει το πανηγύρι. Και τότε ο Δημόκριτος είπε γελώντας: «Λοιπόν, τώρα μπορώ να φύγω. Σας χαιρετώ»

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ: Ἠθικὰ Νικομάχεια (1096a-1097a)

[VI] Τὸ δὲ καθόλου βέλτιον ἴσως ἐπισκέψασθαι καὶ διαπορῆσαι πῶς λέγεται, καίπερ προσάντους τῆς τοιαύτης ζητήσεως γινομένης διὰ τὸ φίλους ἄνδρας εἰσαγαγεῖν τὰ εἴδη. δόξειε δ᾽ ἂν ἴσως βέλτιον εἶναι καὶ δεῖν ἐπὶ σωτηρίᾳ γε τῆς ἀληθείας καὶ τὰ οἰκεῖα ἀναιρεῖν, ἄλλως τε καὶ φιλοσόφους ὄντας· ἀμφοῖν γὰρ ὄντοιν φίλοιν ὅσιον προτιμᾶν τὴν ἀλήθειαν. οἱ δὴ κομίσαντες τὴν δόξαν ταύτην οὐκ ἐποίουν ἰδέας ἐν οἷς τὸ πρότερον καὶ ὕστερον ἔλεγον, διόπερ οὐδὲ τῶν ἀριθμῶν ἰδέαν κατεσκεύαζον· τὸ δ᾽ ἀγαθὸν λέγεται καὶ ἐν τῷ τί ἐστι καὶ ἐν τῷ ποιῷ καὶ ἐν τῷ πρός τι, τὸ δὲ καθ᾽ αὑτὸ καὶ ἡ οὐσία πρότερον τῇ φύσει τοῦ πρός τι (παραφυάδι γὰρ τοῦτ᾽ ἔοικε καὶ συμβεβηκότι τοῦ ὄντος)· ὥστ᾽ οὐκ ἂν εἴη κοινή τις ἐπὶ τούτοις ἰδέα. ἔτι δ᾽ ἐπεὶ τἀγαθὸν ἰσαχῶς λέγεται τῷ ὄντι (καὶ γὰρ ἐν τῷ τί λέγεται, οἷον ὁ θεὸς καὶ ὁ νοῦς, καὶ ἐν τῷ ποιῷ αἱ ἀρεταί, καὶ ἐν τῷ ποσῷ τὸ μέτριον, καὶ ἐν τῷ πρός τι τὸ χρήσιμον, καὶ ἐν χρόνῳ καιρός, καὶ ἐν τόπῳ δίαιτα καὶ ἕτερα τοιαῦτα), δῆλον ὡς οὐκ ἂν εἴη κοινόν τι καθόλου καὶ ἕν· οὐ γὰρ ἂν ἐλέγετ᾽ ἐν πάσαις ταῖς κατηγορίαις, ἀλλ᾽ ἐν μιᾷ μόνῃ. ἔτι δ᾽ ἐπεὶ τῶν κατὰ μίαν ἰδέαν μία καὶ ἐπιστήμη, καὶ τῶν ἀγαθῶν ἁπάντων ἦν ἂν μία τις ἐπιστήμη· νῦν δ᾽ εἰσὶ πολλαὶ καὶ τῶν ὑπὸ μίαν κατηγορίαν, οἷον καιροῦ, ἐν πολέμῳ μὲν γὰρ στρατηγικὴ ἐν νόσῳ δ᾽ ἰατρική, καὶ τοῦ μετρίου ἐν τροφῇ μὲν ἰατρικὴ ἐν πόνοις δὲ γυμναστική. ἀπορήσειε δ᾽ ἄν τις τί ποτε καὶ βούλονται λέγειν αὐτοέκαστον, εἴπερ ἔν τε

[1096b] αὐτοανθρώπῳ καὶ ἐν ἀνθρώπῳ εἷς καὶ ὁ αὐτὸς λόγος ἐστὶν ὁ τοῦ ἀνθρώπου. ᾗ γὰρ ἄνθρωπος, οὐδὲν διοίσουσιν· εἰ δ᾽ οὕτως, οὐδ᾽ ᾗ ἀγαθόν. ἀλλὰ μὴν οὐδὲ τῷ ἀίδιον εἶναι μᾶλλον ἀγαθὸν ἔσται, εἴπερ μηδὲ λευκότερον τὸ πολυχρόνιον τοῦ ἐφημέρου. πιθανώτερον δ᾽ ἐοίκασιν οἱ Πυθαγόρειοι λέγειν περὶ αὐτοῦ, τιθέντες ἐν τῇ τῶν ἀγαθῶν συστοιχίᾳ τὸ ἕν· οἷς δὴ καὶ Σπεύσιππος ἐπακολουθῆσαι δοκεῖ. ἀλλὰ περὶ μὲν τούτων ἄλλος ἔστω λόγος· τοῖς δὲ λεχθεῖσιν ἀμφισβήτησίς τις ὑποφαίνεται διὰ τὸ μὴ περὶ παντὸς ἀγαθοῦ τοὺς λόγους εἰρῆσθαι, λέγεσθαι δὲ καθ᾽ ἓν εἶδος τὰ καθ᾽ αὑτὰ διωκόμενα καὶ ἀγαπώμενα, τὰ δὲ ποιητικὰ τούτων ἢ φυλακτικά πως ἢ τῶν ἐναντίων κωλυτικὰ διὰ ταῦτα λέγεσθαι καὶ τρόπον ἄλλον. δῆλον οὖν ὅτι διττῶς λέγοιτ᾽ ἂν τἀγαθά, καὶ τὰ μὲν καθ᾽ αὑτά, θάτερα δὲ διὰ ταῦτα. χωρίσαντες οὖν ἀπὸ τῶν ὠφελίμων τὰ καθ᾽ αὑτὰ σκεψώμεθα εἰ λέγεται κατὰ μίαν ἰδέαν. καθ᾽ αὑτὰ δὲ ποῖα θείη τις ἄν; ἢ ὅσα καὶ μονούμενα διώκεται, οἷον τὸ φρονεῖν καὶ ὁρᾶν καὶ ἡδοναί τινες καὶ τιμαί; ταῦτα γὰρ εἰ καὶ δι᾽ ἄλλο τι διώκομεν, ὅμως τῶν καθ᾽ αὑτὰ ἀγαθῶν θείη τις ἄν. ἢ οὐδ᾽ ἄλλο οὐδὲν πλὴν τῆς ἰδέας; ὥστε μάταιον ἔσται τὸ εἶδος. εἰ δὲ καὶ ταῦτ᾽ ἐστὶ τῶν καθ᾽ αὑτά, τὸν τἀγαθοῦ λόγον ἐν ἅπασιν αὐτοῖς τὸν αὐτὸν ἐμφαίνεσθαι δεήσει, καθάπερ ἐν χιόνι καὶ ψιμυθίῳ τὸν τῆς λευκότητος. τιμῆς δὲ καὶ φρονήσεως καὶ ἡδονῆς ἕτεροι καὶ διαφέροντες οἱ λόγοι ταύτῃ ᾗ ἀγαθά. οὐκ ἔστιν ἄρα τὸ ἀγαθὸν κοινόν τι κατὰ μίαν ἰδέαν. ἀλλὰ πῶς δὴ λέγεται; οὐ γὰρ ἔοικε τοῖς γε ἀπὸ τύχης ὁμωνύμοις. ἀλλ᾽ ἆρά γε τῷ ἀφ᾽ ἑνὸς εἶναι ἢ πρὸς ἓν ἅπαντα συντελεῖν, ἢ μᾶλλον κατ᾽ ἀναλογίαν; ὡς γὰρ ἐν σώματι ὄψις, ἐν ψυχῇ νοῦς, καὶ ἄλλο δὴ ἐν ἄλλῳ. ἀλλ᾽ ἴσως ταῦτα μὲν ἀφετέον τὸ νῦν· ἐξακριβοῦν γὰρ ὑπὲρ αὐτῶν ἄλλης ἂν εἴη φιλοσοφίας οἰκειότερον. ὁμοίως δὲ καὶ περὶ τῆς ἰδέας· εἰ γὰρ καὶ ἔστιν ἕν τι τὸ κοινῇ κατηγορούμενον ἀγαθὸν ἢ χωριστὸν αὐτό τι καθ᾽ αὑτό, δῆλον ὡς οὐκ ἂν εἴη πρακτὸν οὐδὲ κτητὸν ἀνθρώπῳ· νῦν δὲ τοιοῦτόν τι ζητεῖται. τάχα δέ τῳ δόξειεν ἂν βέλτιον εἶναι γνωρίζειν

[1097a] αὐτὸ πρὸς τὰ κτητὰ καὶ πρακτὰ τῶν ἀγαθῶν· οἷον γὰρ παράδειγμα τοῦτ᾽ ἔχοντες μᾶλλον εἰσόμεθα καὶ τὰ ἡμῖν ἀγαθά, κἂν εἰδῶμεν, ἐπιτευξόμεθα αὐτῶν.

Πιθανότητα μὲν οὖν τινα ἔχει ὁ λόγος, ἔοικε δὲ ταῖς ἐπιστήμαις διαφωνεῖν· πᾶσαι γὰρ ἀγαθοῦ τινὸς ἐφιέμεναι καὶ τὸ ἐνδεὲς ἐπιζητοῦσαι παραλείπουσι τὴν γνῶσιν αὐτοῦ. καίτοι βοήθημα τηλικοῦτον τοὺς τεχνίτας ἅπαντας ἀγνοεῖν καὶ μηδ᾽ ἐπιζητεῖν οὐκ εὔλογον. ἄπορον δὲ καὶ τί ὠφεληθήσεται ὑφάντης ἢ τέκτων πρὸς τὴν αὑτοῦ τέχνην εἰδὼς τὸ αὐτὸ τοῦτο ἀγαθόν, ἢ πῶς ἰατρικώτερος ἢ στρατηγικώτερος ἔσται ὁ τὴν ἰδέαν αὐτὴν τεθεαμένος. φαίνεται μὲν γὰρ οὐδὲ τὴν ὑγίειαν οὕτως ἐπισκοπεῖν ὁ ἰατρός, ἀλλὰ τὴν ἀνθρώπου, μᾶλλον δ᾽ ἴσως τὴν τοῦδε· καθ᾽ ἕκαστον γὰρ ἰατρεύει. καὶ περὶ μὲν τούτων ἐπὶ τοσοῦτον εἰρήσθω.

***
[6] Ίσως, πράγματι, είναι προτιμότερο να εξετάσουμε σε βάθος το κορυφαίο αγαθό ως μια καθολική οντότητα και να αναρωτηθούμε τί ακριβώς θέλει αυτό να πει. Φυσικά, μια τέτοια συζήτηση καταντάει να είναι πολύ επίπονη, αφού αυτοί που παρουσίασαν τη θεωρία για τις Ιδέες ήταν φίλοι μας. Ίσως όμως κανείς δεν θα διαφωνήσει ότι είναι καλύτερο —κάτι παραπάνω: ότι είναι ανάγκη— να είμαστε έτοιμοι ακόμη και τις πιο προσωπικές μας αντιλήψεις να αναιρέσουμε, αν είναι με τον τρόπο αυτό να σωθεί η αλήθεια — έναν λόγο παραπάνω αφού είμαστε και φιλόσοφοι: έχοντας κανείς να διαλέξει ανάμεσα σε δύο φίλους, έχει το ιερό χρέος να προτιμήσει την αλήθεια.

Οι δημιουργοί λοιπόν αυτής της θεωρίας δεν παρουσίασαν Ιδέες για ομάδες πραγμάτων μέσα στις οποίες δέχονταν «αυτό που προηγείται» και «αυτό που έπεται»· αυτός είναι και ο λόγος που δεν υποστήριξαν την ύπαρξη μιας Ιδέας μέσα στην οποία να χωρούν όλοι οι αριθμοί. Η λέξη όμως αγαθό είναι μια λέξη που χρησιμοποιείται και στην κατηγορία της ουσίας και στην κατηγορία της ποιότητας και στην κατηγορία της σχέσης, και το «καθεαυτό», δηλαδή η ουσία, προηγείται φύσει από το «ενσχέσει προς» (γιατί η σχέση μοιάζει με παραφυάδα και με συμπληρωματική, δευτερεύουσα ιδιότητα του όντος) — και άρα δεν μπορεί να υπάρχει μια κοινή Ιδέα για την ουσία και για τη σχέση.

Επίσης: Επειδή η λέξη «αγαθό» χρησιμοποιείται με όσες σημασίες και η λέξη «είναι» (λέγεται, πράγματι, στην κατηγορία της ουσίας, π.χ. για τον θεό και για τον νου, στην κατηγορία της ποιότητας, π.χ. για τις αρετές, στην κατηγορία της ποσότητας, π.χ. για το σωστό μέτρο, στην κατηγορία της σχέσης, π.χ. για το χρήσιμο, στην κατηγορία του χρόνου, π.χ. για την κατάλληλη στιγμή, στην κατηγορία του τόπου, π.χ. για την τοποθεσία διαμονής, και ούτω καθεξής), είναι φανερό ότι το «αγαθό» δεν μπορεί να είναι μια λέξη κοινή, κάτι το καθολικό και ένα· γιατί τότε δεν θα χρησιμοποιούνταν για όλες τις κατηγορίες, αλλά μόνο για μία.

Επίσης: Δεδομένου ότι για όλα όσα εμπίπτουν σε μία Ιδέα υπάρχει και μία επιστήμη, μία επιστήμη θα έπρεπε να υπάρχει και για όλα τα αγαθά. Η πραγματικότητα όμως είναι ότι υπάρχουν πολλές, ακόμη και στην περίπτωση που ο προσδιορισμός «αγαθό» χρησιμοποιείται για πολλά επιμέρους πράγματα κάτω από την ίδια κατηγορία. Παράδειγμα η κατηγορία της κατάλληλης στιγμής: με την κατάλληλη στιγμή στον πόλεμο ασχολείται η επιστήμη της στρατηγικής, ενώ με την κατάλληλη στιγμή στην αρρώστια η ιατρική· με το μέτρο στην τροφή η ιατρική, ενώ με το μέτρο στην άθληση η γυμναστική.

Μπορεί επίσης κανείς να αναρωτηθεί τί θέλουν άραγε να πουν με αυτό το «καθεαυτό» που προσθέτουν στα επιμέρους πράγματα, δεδομένου ότι και για τον

[1096b] «άνθρωπο καθεαυτόν» και για τον «άνθρωπο» ο ορισμός είναι ένας και ο αυτός — αφού είναι άνθρωποι, δεν μπορεί να υπάρχει καμιά διαφορά ανάμεσα στον έναν και στον άλλον. Αν έτσι έχει το πράγμα, τότε καμιά επίσης διαφορά και ανάμεσα στο «αγαθό καθεαυτό» και στο «αγαθό».

Αλλά και με το να είναι αιώνιο το «αγαθό καθεαυτό» δεν θα είναι πιο αγαθό από το αγαθό —μήπως το μακροχρόνιο λευκό είναι πιο λευκό από το λευκό που κρατάει μόνο μια μέρα;

Ίσως οι Πυθαγόρειοι μιλούν για το αγαθό με πιο πειστικό τρόπο, όταν τοποθετούν το Ένα στον κατάλογό τους των αγαθών. Αυτήν ακριβώς τη διδασκαλία τους φαίνεται ότι ακολούθησε και ο Σπεύσιππος. Ας αφήσουμε όμως το θέμα αυτό να το συζητήσουμε αλλού.

Διαφαίνεται, πάντως, μια αντίρρηση πάνω σε όσα είπαμε ως τώρα, με το σκεπτικό ότι οι υποστηρικτές των Ιδεών δεν μιλούν για όλα τα αγαθά, αλλ᾽ ότι με το νόημα της μιας Ιδέας μιλούν μόνο για τα αγαθά που επιδιώκονται και αγαπώνται γι᾽ αυτό που είναι τα ίδια, ενώ τα αγαθά που έχουν τη δύναμη να γεννούν τα αγαθά που είπαμε, να τα διαφυλάττουν —κατά κάποιο τρόπο— ή να εμποδίζουν το αντίθετο, λέγονται «αγαθά για χάρη εκείνων», και, πάντως, με ένα νόημα δευτερεύον.

Είναι, άρα, φανερό ότι για τα αγαθά μπορούμε να μιλούμε με δύο τρόπους: αγαθά καθεαυτά και αγαθά για χάρη εκείνων. Χωρίζοντας λοιπόν τα ωφέλιμα αγαθά από τα καθεαυτά αγαθά, ας εξετάσουμε αν τα καθεαυτά αγαθά ονομάζονται αγαθά με το νόημα της μιας Ιδέας.

Ποιά αγαθά θα βάζαμε στον αριθμό των καθεαυτά αγαθών; Θα ήταν αυτά που οι άνθρωποι τα επιδιώκουν ακόμη και όταν μένουν μόνα τους, π.χ. τη φρόνηση και την όραση, καθώς και κάποιες ηδονές και τιμές; Αυτά, πράγματι, τα αγαθά θα τα έβαζε κανείς στα καθεαυτά αγαθά, ακόμη και αν οι άνθρωποι τα επιδιώκουν για χάρη κάποιων άλλων. Ή μήπως αγαθό καθεαυτό δεν είναι τίποτε άλλο παρά μόνο η Ιδέα του αγαθού; Μόνο που στην περίπτωση αυτή η Ιδέα δεν θα έχει κανένα απολύτως περιεχόμενο.

Αν όμως ανήκουν στα καθεαυτά αγαθά και αυτά που αναφέραμε πρωτύτερα, τότε ο ορισμός του αγαθού θα πρέπει να εμφανίζεται σε όλα αυτά ο ίδιος, όπως π.χ. ο ορισμός της λευκότητας στις περιπτώσεις του χιονιού και του ψιμυθίου. Οι ορισμοί, ωστόσο, της τιμής, της φρόνησης και της ηδονής ως μορφών του αγαθού είναι χωριστοί και διαφορετικοί ο ένας από τον άλλον. Το «αγαθό», επομένως, δεν είναι κάτι το κοινό με το νόημα της μιας Ιδέας.

Τί εννοούμε λοιπόν, τότε, όταν λέμε «αγαθό»; Ασφαλώς, η περίπτωση δεν μοιάζει καθόλου με την περίπτωση των πραγμάτων που έχουν κατά τύχη το ίδιο όνομα. Μήπως άραγε τότε πρόκειται για διαφορετικά πράγματα, που παίρνουν όμως το ίδιο όνομα επειδή προέρχονται από ένα αγαθό ή επειδή όλα τους κατατείνουν σε ένα αγαθό; Ή μήπως μάλλον πρόκειται για πράγματα που παίρνουν το ίδιο όνομα κατ᾽ αναλογίαν; Κάτι δηλαδή σαν το: ό,τι είναι η όραση στο σώμα, είναι ο νους στην ψυχή — παρόμοια και κάτι άλλο σε κάποιες άλλες περιπτώσεις.

Ίσως όμως θα ήταν καλύτερο τα θέματα αυτά να τα αφήσουμε για την ώρα στην άκρη: η λεπτομερής εξέτασή τους είναι, σκέφτομαι, έργο άλλου κλάδου της φιλοσοφίας. Το ίδιο ισχύει και για το θέμα της Ιδέας του αγαθού· Γιατί και αν ακόμη υπήρχε ένα αγαθό που να μπορεί να λέγεται από κοινού για τα αγαθά, ή ένα χωριστό αυθύπαρκτο αγαθό, είναι φανερό ότι δεν θα μπορούσε ούτε να γίνει πράξη ούτε να αποκτηθεί από τον άνθρωπο. Εμείς όμως ένα τέτοιο αγαθό αναζητούμε τώρα.

Εν πάση περιπτώσει, θα μπορούσε ίσως κανείς να το θεωρήσει σωστό να γνωρίσουμε

[1097a] το απόλυτο αυτό αγαθό με το βλέμμα μας στραμμένο στα αγαθά που μπορούν να αποκτηθούν και να πραγματοποιηθούν: έχοντάς το ως πρότυπο και ως υπόδειγμα, θα γνωρίσουμε καλύτερα αυτά που είναι αγαθά για μας, και γνωρίζοντάς τα, θα τα επιτύχουμε και θα τα αποκτήσουμε ευκολότερα.

Η σκέψη αυτή έχει αρκετή αλήθεια μέσα της, μόνο που, καθώς φαίνεται, βρίσκεται σε αντίθεση με την πρακτική των τεχνών/επιστημών: μολονότι όλες τους επιδιώκουν κάποιο αγαθό και ψάχνουν να βρουν τον τρόπο να καλύψουν το κενό που δημιουργεί η έλλειψή του, αφήνουν στην άκρη τη γνώση του απόλυτου, του καθεαυτό αγαθού — και, φυσικά, δεν είναι καθόλου εύλογο, μια τόσο μεγάλη βοήθεια όλοι ανεξαίρετα οι εκπρόσωποι των τεχνών να την αγνοούν και να μη ζητούν να ωφεληθούν από αυτήν.

Από την άλλη, δεν μπορεί κανείς να δει τί όφελος θα έχει για την τέχνη του ο υφαντής ή ο μαραγκός από τη γνώση αυτού του απόλυτου αγαθού, ή πώς θα γίνει καλύτερος γιατρός ή καλύτερος στρατηγός αυτός που θα έχει αντικρίσει την ίδια τη σχετική Ιδέα. Προφανώς ούτε την υγεία την εξετάζει ο γιατρός με αυτόν τον τρόπο· αυτό που εξετάζει είναι η υγεία του ανθρώπου, ίσως μάλιστα η υγεία του συγκεκριμένου ανθρώπου· γιατί ο γιατρός θεραπεύει συγκεκριμένα άτομα.
Ας θεωρηθούν όμως αρκετά όσα είπαμε για το θέμα αυτό.