Τετάρτη, 14 Αυγούστου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Ὄρνιθες (801-858)

ΠΙ. ταυτὶ τοιαυτί. ΕΥ. μὰ Δί᾽ ἐγὼ μὲν πρᾶγμά πω
γελοιότερον οὐκ εἶδον οὐδεπώποτε.
ΠΙ. ἐπὶ τῷ γελᾷς; ΕΥ. ἐπὶ τοῖσι σοῖς ὠκυπτέροις.
οἶσθ᾽ ᾧ μάλιστ᾽ ἔοικας ἐπτερωμένος;
805 ΠΙ. εἰς εὐτέλειαν χηνὶ σύ γε γεγραμμένῳ.
ΕΥ. σὺ δὲ κοψίχῳ γε σκάφιον ἀποτετιλμένῳ.
ΠΙ. ταυτὶ μὲν ᾐκάσμεσθα κατὰ τὸν Αἰσχύλον
«τάδ᾽ οὐχ ὑπ᾽ ἄλλων, ἀλλὰ τοῖς αὑτῶν πτεροῖς.»
ΧΟ. ἄγε δὴ τί χρὴ δρᾶν; ΠΙ. πρῶτον ὄνομα τῇ πόλει
810 θέσθαι τι μέγα καὶ κλεινόν, εἶτα τοῖς θεοῖς
θῦσαι μετὰ τοῦτο. ΕΥ. ταῦτα κἀμοὶ συνδοκεῖ.
ΧΟ. φέρ᾽ ἴδω, τί δ᾽ ἡμῖν τοὔνομ᾽ ἔσται τῇ πόλει;
ΠΙ. βούλεσθε τὸ μέγα τοῦτο τοὐκ Λακεδαίμονος
Σπάρτην ὄνομα καλῶμεν αὐτήν; ΕΥ. Ἡράκλεις·
815 σπάρτην γὰρ ἂν θείμην ἐγὼ τἠμῇ πόλει;
οὐδ᾽ ἂν χαμεύνῃ πάνυ γε κειρίαν γ᾽ ἔχων.
ΠΙ. τί δῆτ᾽ ὄνομ᾽ αὐτῇ θησόμεσθ᾽; ΕΥ. ἐντευθενὶ
ἐκ τῶν νεφελῶν καὶ τῶν μετεώρων χωρίων
χαῦνόν τι πάνυ. ΠΙ. βούλει Νεφελοκοκκυγίαν;
ΧΟ. ἰοῦ ἰοῦ·
820καλόν γ᾽ ἀτεχνῶς ‹σὺ› καὶ μέγ᾽ ηὗρες τοὔνομα.
ΕΥ. ἆρ᾽ ἐστὶν αὑτηγὶ Νεφελοκοκκυγία,
ἵνα καὶ τὰ Θεογένους τὰ πολλὰ χρήματα
τά τ᾽ Αἰσχίνου ᾽σθ᾽ ἅπαντα; ΠΙ. καὶ λῷστον μὲν οὖν
τὸ Φλέγρας πεδίον, ἵν᾽ οἱ θεοὶ τοὺς γηγενεῖς
825 ἀλαζονευόμενοι καθυπερηκόντισαν.
ΧΟ. λιπαρὸν τὸ χρῆμα τῆς πόλεως. τίς δαὶ θεὸς
πολιοῦχος ἔσται; τῷ ξανοῦμεν τὸν πέπλον;
ΕΥ. τί δ᾽ οὐκ Ἀθηναίαν ἐῶμεν πολιάδα;
ΠΙ. καὶ πῶς ἂν ἔτι γένοιτ᾽ ἂν εὔτακτος πόλις,
830 ὅπου θεὸς γυνὴ γεγονυῖα πανοπλίαν
ἕστηκ᾽ ἔχουσα, Κλεισθένης δὲ κερκίδα;
ΧΟ. τίς δαὶ καθέξει τῆς πόλεως τὸ Πελαργικόν;
ΠΙ. ὄρνις. ΧΟ. ἀφ᾽ ἡμῶν; τοῦ γένους; ΠΙ. τοῦ Περσικοῦ,
ὅσπερ λέγεται δεινότατος εἶναι πανταχοῦ,
835 Ἄρεως νεοττός. ΕΥ. ὦ νεοττὲ δέσποτα·
ὡς ὁ θεὸς ἐπιτήδειος οἰκεῖν ἐπὶ πετρῶν.
ΠΙ. ἄγε νυν σὺ μὲν βάδιζε πρὸς τὸν ἀέρα
καὶ τοῖσι τειχίζουσι παραδιακόνει,
χάλικας παραφόρει, πηλὸν ἀποδὺς ὄργασον,
840 λεκάνην ἀνένεγκε, κατάπεσ᾽ ἀπὸ τῆς κλίμακος,
φυλακὰς κατάστησαι, τὸ πῦρ ἔγκρυπτ᾽ ἀεί,
κωδωνοφορῶν περίτρεχε καὶ κάθευδ᾽ ἐκεῖ.
κήρυκα δὲ πέμψον τὸν μὲν εἰς θεοὺς ἄνω,
ἕτερον δ᾽ ἄνωθεν αὖ παρ᾽ ἀνθρώπους κάτω,
845 κἀκεῖθεν αὖθις παρ᾽ ἐμέ. ΕΥ. σὺ δέ γ᾽ αὐτοῦ μένων
οἴμωζε παρ᾽ ἔμ᾽. ΠΙ. ἴθ᾽, ὦγάθ᾽, οἷ πέμπω σ᾽ ἐγώ.
οὐδὲν γὰρ ἄνευ σοῦ τῶνδ᾽ ἃ λέγω πεπράξεται.
ἐγὼ δ᾽ ἵνα θύσω τοῖσι καινοῖσιν θεοῖς,
τὸν ἱερέα πέμψοντα τὴν πομπὴν καλῶ.
850παῖ παῖ, τὸ κανοῦν αἴρεσθε καὶ τὴν χέρνιβα.

ΧΟ. ὁμορροθῶ, συνθέλω, [στρ.]
συμπαραινέσας ἔχω
προσόδια μεγάλα σεμνὰ προσιέναι θεοῖ-
σιν, ἅμα δὲ προσέτι χάριτος ἕνε-
855 κα προβάτιόν τι θύειν.
ἴτω ἴτω ἴτω δὲ Πυθιὰς βοά,
συναυλείτω δὲ Χαῖρις ᾠδᾷ.

***
Ξαναγυρίζουν ο Πισθέταιρος και ο Ευελπίδης, με φτερά στους ώμους· ακολουθούν οι δύο δούλοι.ΠΙΣ., καμαρώνοντας τα φτερά του.
Έτσι λοιπόν. ΕΥΕ. Ποτέ, μα την αλήθεια,
πράμα τόσο γελοίο εγώ δεν είδα.
ΠΙΣ. Για τί γελάς; ΕΥΕ. Για τα γοργόφτερά σου.
Έτσι που τα φοράς, ξέρεις πώς μοιάζεις;
ΠΙΣ. Εσύ σα ζωγραφιά πανάθλιας χήνας.
ΕΥΕ. Κοτσύφι εσύ, άκρη άκρη κουρεμένο.
ΠΙΣ. Λοιπόν του Αισχύλου ο στίχος μάς ταιριάζει:
«Το ᾽βραμε απ᾽ τα φτερά μας, όχι απ᾽ άλλους.»
ΚΟΡ. Πες τώρα τί θα κάμουμε. ΠΙΣ. Το πρώτο,
ένα όνομα να δώσουμε στην πόλη
810 τρανό και ξακουστό, και μια θυσία
έπειτα στους θεούς. ΕΥΕ. Σύμφωνος είμαι.
ΚΟΡ. Λοιπόν πώς θα τη βγάλουμε την πόλη;
ΠΙΣ. Θέλετε να την πούμε Σπάρτη, που είναι
ένα όνομα σπουδαίο, λακωνικό;
ΕΥΕ. Τί; Σπάρτη εγώ την πόλη μου να βγάλω;
Σα να μου λες για στρώμα να έχω σπάρτα.
ΠΙΣ. Σαν τί όνομα λοιπόν; ΕΥΕ. Απ᾽ τους ουράνιους
τόπους παρμένο, απ᾽ τις νεφέλες τούτες·
ένα όνομα έτσι ανάλαφρο και κούφιο.
ΠΙΣ. Νεφελοκοκκυγία! Σ᾽ αρέσει; ΚΟΡ. Γεια σου!
820 Όνομα μεγαλείο κι ωραίο, αλήθεια.
ΕΥΕ. Νεφελοκοκκυγία! Σ᾽ αυτή την πόλη
θα χτίζουνε τους πύργους τους οι ψεύτες
κι οι φαντασμένοι. ΠΙΣ. Μάλλον θα ᾽ναι η χώρα
όπου οι θεοί θα λένε, κορδωμένοι,
πως νίκησαν τους Γίγαντες. ΚΟΡ. Τί πόλη
λαμπρή! Και πολιούχος της ποιός θα ᾽ναι;
Για ποιόν θεό οι γιορτές κι οι προσφορές μας;
ΕΥΕ. Την Αθηνά προτείνω την Πολιάδα.
ΠΙΣ. Τί προκοπή, μωρέ, θα δει μια χώρα
που αρματωσιά φορεί μια θεά, μια κόρη,
830 κι έχει άντρες που αργαλειού κρατούν σαΐτα;
ΚΟΡ. Ποιός θα ᾽ναι στην Ακρόπολη, στο κάστρο;
ΠΙΣ. Πουλί. ΚΟΡ. Τί σόι; ΠΙΣ. Κοκόρι κι όχι κόρη·
πουλί που κοκορεύεται και ξέρει
να πολεμά, ξεπεταρούδι του Άρη.
ΕΥΕ. Ω αφέντη κλωσσοπούλι! Του ταιριάζει
να ᾽ναι θεός στους βράχους θρονιασμένος.
ΠΙΣ. Μα τώρα τράβα εσύ προς τον αέρα
και βόηθα αυτούς που χτίζουνε το τείχος·
δίνε χαλίκι, ανέβαζε σκαφίδι,
840 γυμνός τη λάσπη δούλευε, γκρεμίσου
από τη σκάλα, βάλε βάρδιες, έχε
παραχωμένη τη φωτιά, τριγύρνα
με κουδούνι στο χέρι για να ελέγχεις
τις φρουρές μας, και πλάγιαζε εκεί χάμω.
Στείλε έναν κράχτη στους θεούς απάνω,
στείλε έναν άλλο στους ανθρώπους κάτω
και πες του νά ᾽ρθει εκείθε εδώ σ᾽ εμένα.
ΕΥΕ., δυσαρεστημένος.
Και κάθου εσύ και βόγκα, να σ᾽ ακούω.
ΠΙΣ. Γιά πήγαινε, καλέ μου, όπου σε στέλνω·
χωρίς εσένα δεν τελειώνει το έργο.
Ο Ευελπίδης φεύγει.
Στους νέους θεούς θυσία θα κάμω· νά ᾽ρθει
ιερέας εδώ, οδηγός της λιτανείας.
Στους δούλους.
850 Κάνιστρο κι αγιασμού νερό εσείς φέρτε.
Φεύγει, όπως και οι δούλοι.

ΧΟΡ. Συμφωνούμε και το θέλουμε κι εμείς,
ναι, το θέλει κι η καρδιά μας ν᾽ ακουστούνε
ύμνοι λιτανείας προς τους θεούς,
ύμνοι επίσημοι μεγάλοι·
αλλά θα ᾽ναι πιο καλόβουλοι οι θεοί,
κι ένα ζώο αν τους προσφέρουμε θυσία.
Δελφικό παιάνα ας ψάλουμε, κι ο αυλός
την ιερή να συνοδεύει μελωδία.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ - ΓΑΛΙΝΘΙΑΔΑ

ΓΑΛΙΝΘΙΑΔΑ
(ζώο, νυφίτσα)
 
Της Γαλινθιάδας η μεταμόρφωση ήταν αποτέλεσμα τιμωρίας για ατόπημα απέναντι σε θεότητες. Όμως τελικά τιμήθηκε από θεούς και ανθρώπους, γιατί με τα ψέματα που διατύπωσε δεν είχε κακή πρόθεση.
 
Η Γαλινθιάδα είναι κόρη του Θηβαίου Προίτου, φίλη της Αλκμήνης, της κόρης του Ηλεκτρύωνα και ερωμένης του Δία. Όταν ήταν η Αλκμήνη να γεννήσει τον Ηρακλή, η Ήρα όρισε στις Μοίρες και την Ειλείθυια, τις θεότητες του τοκετού, να απέχουν από τη διαδικασία και να μην βοηθήσουν τη μεγάλη αντίζηλό της να γεννήσει. Εκείνες όχι μόνο δεν βοήθησαν την Αλκμήνη, αλλά έμειναν με σταυρωμένα, με «δεμένα» χέρια και πόδια για εννιά μερόνυχτα μπροστά στην πόρτα του σπιτιού μουρμουρίζοντας ξόρκια που εμπόδιζαν την γέννηση.
 
Η Γαλινθιάδα λυπήθηκε την Αλκμήνη και φοβούμενη για τις συνέπειες που μπορεί να είχαν επάνω της οι πόνοι ανήγγειλε στις θεές ότι η Αλκμήνη, με εντολή του Δία και παρά την απουσία τους, είχε γεννήσει ένα παιδί και ότι τα προνόμιά τους καταλύονταν. Έκπληκτες οι θεές σηκώθηκαν από τη θέση που «έδενε» την Αλκμήνη· αυτό επέτρεψε στην έγκυο γυναίκα να ελευθερωθεί από τους πόνους και να φέρει στον κόσμο τον Ηρακλή.
 
Έτσι, το ψέμα αποκαλύφθηκε και, όπως ήταν επόμενο, οι θεές εκδικήθηκαν την ψεύτρα νέα και τη μεταμόρφωσαν σε νυφίτσα, καταδικασμένη να ζει σε κρυψώνες κάτω από τη γη, να συλλαμβάνει από τα αυτιά και να γεννά από το στόμα που είχε ξεστομίσει το ψέμα που τις ξεγέλασε. Όμως η Εκάτη λυπήθηκε το ζώο και το έκανε ακόλουθό της και ιερό της ζώο. Από ευγνωμοσύνη ο Ηρακλής έκτισε ιερό προς τιμή της, της αφιέρωσε άγαλμα πλάι στο σπίτι όπου ο ήρωας είχε γεννηθεί και της προσέφερε θυσίες. Αυτές τις θυσίες τις κράτησαν και οι Θηβαίοι και κατά τη γιορτή του Ηρακλή θυσίαζαν το πρωί πρώτα στη Γαλινθιάδα.

Άγχος, κίνδυνος ή ευκαιρία

Το άγχος ως μια φυσική διεργασία του ανθρώπινου ψυχισμού ενεργοποιείται κάθε φορά που βρισκόμαστε μπροστά σε κάτι καινούργιο, άγνωστο, μπροστά σε μια ενδεχόμενη αλλαγή ή σε ένα γεγονός που έρχεται απροσδόκητα και αιφνιδιαστικά να διαταράξει τους ρυθμούς της καθημερινότητάς μας. Τι το κάνει όμως, από μια φυσική και ίσως δημιουργική διεργασία, να μας «αρρωσταίνει»;

Ζούμε στην εποχή της κυριαρχίας του άγχους, το οποίο θα λέγαμε ότι αποτελεί και την πιο «μοδάτη» διαγνωστική κατηγορία. Ό,τι δηλαδή δεν εντάσσεται σε μια οργανική ακολουθία αποδίδεται εκεί. «Δεν έχεις τίποτα, άγχος είναι!!!», είναι μια φράση που ακούγεται συχνά, τόσο από τους ειδικούς, όσο και στην καθημερινότητα. Το ερώτημα όμως παραμένει: τι έχω; Όπως παραμένουν και τα σωματικά συμπτώματα που πολλές φορές ακολουθούν το αυξημένο άγχος.

Συνήθως λοιπόν δεν ξέρουμε τι να κάνουμε με αυτή την «ασθένεια», κι ό,τι μας λένε δεν φαίνεται να ανταποκρίνεται θετικά, συμβουλές δηλαδή του τύπου απλώς ηρέμησε, δες τη ζωή αλλιώς, χαλάρωσε, γυμνάσου, κάνε ταξίδια, δεν έχουν θετικό αντίκτυπο, ενώ πολλές φορές αγχώνουν περισσότερο.

Που οφείλεται το άγχος


Πως δημιουργείται επομένως το άγχος, πως ξεφεύγει από τον έλεγχό μας και κυρίως πως μπορεί να γίνει δημιουργικό; Το άγχος με βεβαιότητα αυξάνεται στις περιπτώσεις που ο άνθρωπος εγκαταλείπει τον εαυτό του στη μοίρα του και συνεπώς ως αντίδοτο μπορεί να λειτουργήσει η ανάληψη της προσωπικής ευθύνης. Είναι εντυπωσιακό, βέβαια, πως σήμερα, στην εποχή των μεγάλων επιστημονικών ανακαλύψεων και της συνεχόμενης ροής πληροφοριών, κάποιοι άνθρωποι σκέφτονται όπως σκεφτόντουσαν και οι άνθρωποι, πριν ακόμη τους Πυθαγόρειους φιλοσόφους, τότε που αποτελούσε κοινή πεποίθηση πως η μοίρα και οι θεοί ρυθμίζανε την ανθρώπινη ζωή. Μοίρα όμως δεν είναι η εναπόθεση της ζωής μας σε κάτι έξω από εμάς, αλλά η ανάληψη της προσωπικής ευθύνης όλων των επιλογών μας, ανάμεσα στα αμετάκλητα γεγονότα της γέννησης και του θανάτου, στα οποία και μόνο δεν μπορούμε να παρέμβουμε.

Μοίρα μας είναι οι επιλογές μας

Το άγχος είναι παράγωγο της μη ανάληψης αυτής ακριβώς της προσωπικής ευθύνης που αναπτύσσεται στο διάκενο μιας αμφιθυμίας, να επιθυμούμε και ταυτόχρονα να φοβόμαστε τις αλλαγές. Μοιάζει παράδοξο αλλά αγαπάμε τη σταθερότητα και την αλλαγή με το ίδιο πάθος.

Δεν έχουμε μάθει όμως να κινούμαστε συνθετικά μέσα σε αυτές τις έννοιες και μέσα από τις συνθέσεις να δημιουργούμε νέα νοήματα. Ειδικά στην ελληνική κοινωνία των διχαστικών διλημμάτων, οι εσωτερικές διχοτομήσεις και οι εμφύλιοι μέσα μας, μας οδηγούν κάθε φορά σε μια μονοσήμαντη θέαση της πραγματικότητας.

Όπως συμβαίνει να παρακολουθούμε ταυτόχρονα την οθόνη της τηλεόρασης, του τάμπλετ, του κινητού, έτσι ζούμε και τη ζωή μας, δημιουργώντας στιγμιότυπα, ασύνδετα μεταξύ τους και κενά νοήματος. Είναι, θα λέγαμε σαν η ζωή να είναι αποσπασματική, ένα φιλμ με μπερδεμένα καρέ, δίχως ροή. Δίχως όμως αίσθηση μιας βιογραφικής συνέχειας οι άνθρωποι νιώθουν μετέωροι, θυμωμένοι, πικραμένοι. Άνθρωποι σπασμένοι, που τα «σπάνε», θυμώνουν ή προσπαθούν να είναι επιτυχημένοι, αρκεί να μη νιώσουν το κενό της αμφιθυμίας τους και την αποσπασματικότητα της ζωής τους.

Κύριο γνώρισμα αυτής της παραδοχής είναι ο κατακερματισμένος άνθρωπος, ο άνθρωπος που ενώ έχει την πληροφόρηση, δεν κατέχει τη γνώση και δεν μπορεί να συνθέτει και να δημιουργεί συγκροτημένες αφηγήσεις για τον εαυτό και τον κόσμο.

Το άγχος μπορεί να γίνει οδηγός


Το άγχος, λοιπόν, αυτός ο μικρός ο μέγας μοχλός της αλλαγής, θετικής ή αρνητικής μας φανερώνει την ψυχή μας, μας δίνει μια εικόνα των ψυχικών διεργασιών κι ως εκ τούτου είναι ένας πολύτιμος οδηγός.

Κάθε αλλαγή επιφέρει άγχος και κάθε φορά που χρειάζεται να αλλάξουμε αγχωνόμαστε. Εκεί ακριβώς είναι που ο άνθρωπος αναπτύσσει αμυντικές λειτουργίες για να παραμείνει στη σταθερότητα μιας κατάστασης, που έχει επιλέξει, ακόμη κι αν αυτή του είναι δυσάρεστη. Το άγχος της μετάβασης είναι πιο τρομακτικό από τη μούχλα της σταθερότητας.

Άγχος μας προκαλούν και οι θετικές αλλαγές, γιατί ζητούν από μας επαναπροσδιορισμό και μετακίνηση. Για παράδειγμα, ακόμη κι αν κερδίσει κάποιος το τζόκερ, δεν γλυτώνει από την ανάγκη, την επιθυμία, την εν γένει υποχρέωση των εσωτερικών αλλαγών. Το παράδοξο που συμβαίνει εξάλλου πολύ συχνά σε αρκετούς ανθρώπους είναι λίγο μετά από μια επιτυχία να λυγίζουν, ή να αρρωσταίνουν ψυχικά και σωματικά. Ανασύρω στη μνήμη μου τα λόγια πολλών θεραπευόμενων που μου λένε πως παθαίνουν κρίσεις πανικού σε μια περίοδο που όλα τους πάνε καλά, που όλες οι ορατές τους επιθυμίες έχουν γίνει πραγματικότητα. Αυτό συμβαίνει απλώς επειδή δεν έχουν γίνει οι εσωτερικές αλλαγές, αυτές που μπορούν να στηρίξουν και τις επερχόμενες ή υφιστάμενες εξωτερικές αλλαγές.

Η προσωπική ευθύνη της αναγνώρισης του άγχους


Αυτή όμως είναι η μοίρα μας όπως λέγαμε παραπάνω, δηλαδή, να διαχειριστούμε υπό την οπτική της προσωπικής ευθύνης, ό,τι -θετικό ή αρνητικό- μας προκαλεί άγχος. Και πως θα το πετύχουμε αυτό, μα βλέποντας τι σημαίνει για μας το άγχος, κάνοντας τις δικές μας αναγνώσεις, βγαίνοντας από την παιδική κρυψώνα της αποφυγής της πραγματικότητας ώστε αντί να μεταθέτουμε, να καταστέλλουμε, να μεταστρέφουμε, απλά να δράσουμε. Δρω σημαίνει ρισκάρω και να αποτύχω, αλλά και να είμαι έτοιμος για την επιτυχία… Όταν δεν δρω, αγχώνομαι, είναι μια καινούργια ρήση που θα μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε.

Η ζωή δίχως σκοπό δεν έχει νόημα, και ο σκοπός δίχως νόημα μπορεί να είναι τραυματικός. Ως εκ τούτου, όσο κατευθύνουμε τη ζωή μας προς ένα σκοπό με νόημα, τόσο επιτρέπουμε να ορίζουμε εμείς το πεπρωμένο μας. Ασφαλώς μπορεί να μην γνωρίζουμε τι θα συμβεί στο μέλλον, έχουμε όμως τη δυνατότητα να επιλέξουμε πώς θέλουμε να δράσουμε σε κάθε τι που μας φέρνει η ζωή. Η ανάληψη της προσωπικής ευθύνης είναι ο καλύτερος τρόπος αντιμετώπισης του άγχους, σε αντίθεση με τις αποσπασματικές λύσεις της αποφυγής του, της μετάθεσης σε εξωγενής παράγοντες ή/και της καταφυγής στο αλκοόλ, στις ουσίες, στο φαγητό, στα ηρεμιστικά, κλπ.

Μιλώντας για αντιμετώπιση και αξιοποίηση του άγχους σημαντικό είναι λοιπόν να κατανοούμε τις ρίζες του. Σε αυτή την περίπτωση το άγχος μπορεί να γίνει όχημα επανανοηματοδότησης της ύπαρξης με νέα δεδομένα και οι πηγές του άγχους να γίνουν πηγές αυτογνωσίας, διεύρυνσης και θετικών αλλαγών

Ουμπέρτο Έκο: Ο ανόητος και ο βλάκας

Ο ανόητος είναι περιζήτητος, ιδίως στις κοσμικές συγκεντρώσεις.

Φέρνει τους πάντες σε αμηχανία, μα προσφέρει ευκαιρίες για σχόλια.

Στη θετική μορφή του είναι διπλωματικός.

Μιλάει εκτός θέματος ακόμη και για τις γκάφες των άλλων, στρέφοντας αλλού τη συζήτηση.

Ωστόσο δεν μας ενδιαφέρει, δεν είναι ποτέ δημιουργικός, μηρυκάζει.

Ο ανόητος δεν λέει ότι η γάτα γαβγίζει, μιλάει για τη γάτα όταν οι άλλοι μιλούν για το σκύλο.

Λαθεύει στους κανόνες της συζήτησης, κι όταν λαθεύει ωραία είναι υπέροχος. Νομίζω ότι πρόκειται για απειλούμενο είδος, είναι φορέας κυρίως αστικών αρετών.

«Και ο βλάκας;».

«Α, ο βλάκας δεν κάνει λάθη συμπεριφοράς. Κάνει λάθος συλλογισμούς.

Είναι αυτός που λέει ότι όλοι οι σκύλοι είναι κατοικίδια και όλοι οι σκύλοι γαβγίζουν, όμως και οι γάτοι είναι κατοικίδια ζώα, επομένως γαβγίζουν.

Ή ότι όλοι οι Αθηναίοι είναι θνητοί, όλοι οι κάτοικοι του Πειραιά είναι θνητοί, επομένως όλοι οι κάτοικοι του Πειραιά είναι Αθηναίοι».

«Πράγμα που ισχύει».

«Ναι, αλλά συμπτωματικά. Ο βλάκας μπορεί να πει και κάτι σωστό, όμως για λανθασμένους λόγους»

«Λοιπόν. Στον κόσμο υπάρχουν οι κρετίνοι, οι ανόητοι, οι βλάκες και οι τρελοί».

«Εξαιρείται κανείς;»

«Ναι, εμείς οι δυο. Ή τουλάχιστον, δίχως να θέλω να σας προσβάλω, εγώ.»
 
Ουμπέρτο Έκο, Εκκρεμές του Φουκώ

Bertrand Russell: Η Θέση του Έρωτα στην Ανθρώπινη Ζωή

Ο έρωτας είναι κάτι πολύ μεγαλύτερο από την επιθυμία για σεξουαλική επαφή∙ είναι το σπουδαιότερο μέσο για να ξεφύγουν από τη μοναξιά που πληγώνει τους πιο πολλούς άντρες και γυναίκες στο μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους.

Στους πιο πολλούς ανθρώπους υπάρχει ένας βαθιά ριζωμένος φόβος για τον κρύο εξωτερικό κόσμο και για την πιθανή σκληρότητα του πλήθους.

Υπάρχει μια λαχτάρα για στοργή που συχνά κρύβεται κάτω από την τραχύτητα, τη χοντροκοπιά και το απότομο φέρσιμο στους άντρες ή κάτω από την γκρίνια και το καυγάδισμα στις γυναίκες.

Ο δυνατός αμοιβαίος έρωτας, όσο διαρκεί, εξαφανίζει αυτά τα αισθήματα, γκρεμίζει τα σκληρά τείχη του εγώ και δημιουργεί ένα νέο πλάσμα που αποτελείται από δύο ενωμένα σε ένα.

Η φύση δεν έφτιαξε τα ανθρώπινα όντα για να ζουν μόνα, γιατί δεν μπορεί να εκπληρώσει το βιολογικό σκοπό της παρά μόνο με τη συνεργασία των ανθρώπων∙ και οι πολιτισμένοι άνθρωποι δεν μπορούν να ικανοποιήσουν ολοκληρωτικά το σεξουαλικό τους ένστικτο χωρίς αγάπη.

Το ένστικτο δεν ικανοποιείται ολοκληρωτικά παρά μόνο όταν στην ερωτική σχέση μπαίνει ολάκερη η ύπαρξη του ανθρώπου, ψυχική και σωματική.

Εκείνοι που δεν έχουν γνωρίσει τη βαθιά οικειότητα και την έντονη συντροφικότητα της ευτυχισμένης αμοιβαίας αγάπης έχουν χάσει το καλύτερο πράγμα που μπορεί να δώσει η ζωή∙ ασυνείδητα, αν όχι συνειδητά, το αισθάνονται αυτό και η απογοήτευση που γεννιέται τους οδηγεί προς το φθόνο, την καταπίεση και τη σκληρότητα.

Ο κόσμος ενωμένος με την Ορθή Λογική

Για όσους επιθυμούν να ακολουθήσουν τον δρόμο του ορθολογισμού, ελπίζω αυτό το κείμενο να τους βοηθήσει.

Ο ορθολογιστής είναι απαλλαγμένος από τις φοβίες των παρανοϊκών δογμάτων. Μην ακολουθείτε τις παρανοϊκές λατρείες, μην γιορτάζετε τις παρανοϊκές γιορτές. Ακόμα και αν όλοι γύρω σας τις γιορτάζουν, εσείς να τις αποφεύγετε. Μην σας ενδιαφέρει πως θα σας δουν, μην σας ενδιαφέρει αν δεν σας συμπαθούν, επειδή δεν συμμετέχετε. Ο αυθεντικός ορθολογιστής νιώθει μέσα του γαλήνη, ο κάλπικος ζει με την ταραχή για το πώς θα τον βλέπουν οι άλλοι.

Μην παριστάνετε πως πιστεύετε στις παρανοϊκές λατρείες, για να σας βλέπουν με καλό μάτι αυτοί που τις πιστεύουν, γιατί έτσι διαιωνίζετε την παράνοια. Στις τελετουργίες και τις γιορτές τους, να εργάζεστε κανονικά. Η υποκρισία δεν είναι σεβασμός, αλλά άσκηση προς την ασυνέπεια και την ανευθυνότητα.

Δεν έχετε ανάγκη τα μπιχλιμπίδια των παρανοϊκών δογμάτων. Δεν σας προστατεύουν, δεν σας σώζουν. Μόνο οι πράξεις σας μπορούν να σας εξελίξουν, μόνο η εργατικότητά σας, μόνο η επιμέλεια που δείχνετε, μόνο η δημιουργικότητα που βγάζετε, μόνο η ευθύνη που τηρείτε, μόνο ο πραγματισμός που αντιλαμβάνεστε, μόνο η ρεαλιστική λογική σκέψη που έχετε, μόνο η αυτάρκεια που καταφέρνετε, μέσα από την εγκράτεια σας.

Απελευθερωθείτε από τα μπιχλιμπίδια των παρανοϊκών δογμάτων. Πάρτε μια μαύρη σακούλα των σκουπιδιών και γεμίστε την με όλες τις εικόνες, τα φυλαχτά και τα μαντζούνια. Όταν πλέον δεν θα έχετε αφήσει κανένα τρελό μπιχλιμπίδι, πάρτε την σακούλα και πετάξτε την στα σκουπίδια. Αφού αδειάσετε πρώτα το μυαλό σας από αυτά τα σκουπίδια, θα αδειάσετε και το σπίτι σας, θα απελευθερώσετε την ζωή σας.

Όταν κάτι δεν το γνωρίζετε να το παραδέχεστε με θάρρος λέγοντας «Δεν το γνωρίζω». Μετά να μελετάτε για να το μάθετε. Όταν μελετώντας γνωρίσετε τις αιτίες και την φύση αυτού που δεν γνωρίζετε, τότε δεν θα ζείτε στην άγνοια και δεν θα χρειάζεστε μυθεύματα για να καλύπτετε την άγνοιά σας.

Η προσευχή του ορθολογιστή δεν είναι να παπαγαλίζει μαγικά λόγια, αλλά να μελετά. Δεν μπορείτε να σκεφτείτε όταν δεν γνωρίζετε και δεν γνωρίζετε όταν δεν μελετάτε. Μελετώ ώστε να έχω ορθή σκέψη.

Κανένας άνθρωπος δεν είναι κατώτερος από την φύση του, κατρακυλά μόνο όταν ζει μέσα στην δεισιδαιμονία και την ανορθολογικότητα. Όποιος θεωρεί την γυναίκα κατώτερη δεν είναι ορθολογιστής, αλλά παραμένει σκλάβος των παρανοϊκών δογμάτων. Όποιος θεωρεί πως είναι ανώτερος, εξαιτίας εθνικότητας, παραμένεις σκλάβος των παρανοϊκών δογμάτων. Η ανωτερότητα δεν πηγάζει από το αίμα, αλλά από το μυαλό. Ο ορθολογιστής για να φτάσει το άριστο, θέτει τον εαυτό του σε συστηματικό εσωτερικό αυτοέλεγχο, αξιολογώντας τις πράξεις του και τελειοποιώντας τον εαυτό του. Γι’ αυτό, να έχετε ως αδέλφια σας τους ανθρώπους που ζουν με τρόπο ορθολογιστικό, γιατί η εθνικότητα, η γλώσσα και το χρώμα δεν είναι εμπόδια όταν ενώνει η ορθή λογική.

Μέσα από την ορθή λογική, οι άνθρωποι μπορούν να ζουν με αρμονία και να συνεργάζονται, γιατί δεν διακατέχονται από παρανοϊκές φαντασιώσεις. Ο συναισθηματικός παραλογισμός χωρίζει τους ανθρώπους, κατασκευάζοντας αιτίας εκεί που δεν υπάρχουν, διαστρεβλώνοντας έτσι την πραγματικότητα και τον ρεαλισμό. Όταν ο άνθρωπος το αντιληφθεί αυτό, θα νιώσει σαν τον τυφλό που μπόρεσε να δει και θα καταλάβει πως τα μπιχλιμπίδια των παρανοϊκών δογμάτων που κρατά ως φυλαχτά και λάβαρα, δεν είναι τίποτε άλλο, παρά ανούσια υλικά αντικείμενα, που δεν έχουν πραγματική αξία. Θα καταλάβει τον χρόνο που έχασε και τους πόρους που ξόδεψε σε αυτές τις τρέλες. Τους ανθρώπους που έχασαν ανούσια τη ζωή τους στο βωμό τρελών θεωριών και αυτούς που ακόμα μάχονται υπνωτισμένοι στο όνομα του παραλογισμού.

Η διαπίστωση αυτής της κατάστασης είναι το πραγματικό πέρασμα από την ανωριμότητα, στην ωριμότητα, από την τρέλα, στην ορθή λογική. Από έναν κόσμο κομματιασμένο, σε έναν κόσμο ουσιαστικά ενωμένο. Και σας παρουσιάζω σχηματικά αυτή την ενότητα, μέσα από δύο γεωμετρικά σύμβολα, έτσι ώστε να έχετε στο μυαλό σας εύκολα την ουσία αυτού του κειμένου. Με τον κύκλο να θυμάστε την ενότητα και πως μπορεί αυτή να γίνει αποτελεσματική πράξη μέσα από την ορθή λογική και με το τετράγωνο να θυμάστε την ορθή λογική, όπου ο χαρακτήρας σας θα διαπλαστεί μεθοδικά, μέσα από την μελέτη, την επιμέλεια και την εργατικότητα σε ότι κάνετε.

Έτσι, όταν κάποιος σας ζητήσει να του εξηγήσετε, πως μπορεί ο κόσμος να είναι ενωμένος με την ορθή λογική, θα του δείξετε το σχήμα και το κείμενο, ώστε να καταλάβει την ουσία βαθιά μέσα του και να την κάνει πράξη. Όλο το κείμενο και το σχήμα ως βοηθητική απεικόνιση, είναι άχρηστα, εάν δεν υπάρξει πράξη. Ο ορθολογιστής ζει με πρακτική και όχι με φαινομενική αποτελεσματικότητα.

Πώς οι γονείς κάνουν τα παιδιά τους αγενή

Ακόμα κι αν δεχτούμε ότι κάποια χαρακτηριστικά είναι εγγενή, σίγουρα δεν θα μπορούσαμε να βάλουμε σ’ αυτήν την κατηγορία την αγένεια.

Κανείς άνθρωπος δεν γεννιέται με τη διάθεση να είναι προσβλητικός κι αντιπαθής, επομένως κανένα παιδί που χαρακτηρίζεται απ’ τον κοινωνικό του περίγυρο ή/και τους δικούς του «αγενές» δεν το έχει επιλέξει.

Μπορεί να παπαγαλίζει τη συμπεριφορά που βλέπει, να φωνάζει έτσι άρρητα «προσέξτε με» ή να ενθαρρύνεται με τον έναν ή τον άλλον τρόπο απ’ το περιβάλλον του να συμπεριφέρεται χοντροκομμένα.

Πώς οι γονείς κάνουν τα παιδιά τους αγενή

Καλώς ή κακώς το μεγαλύτερο μερίδιο ευθύνης για τη συμπεριφορά ενός παιδιού βαραίνει τους ώμους των γονιών του κι όπως περήφανα επισημαίνουμε τα σπουδαία του προτερήματα, καταφανώς κληρονομημένα από εμάς, έτσι πρέπει και να ‘χουμε αυτιά και μάτια ανοιχτά για τα ελαττώματα που εμείς δημιουργήσαμε –κι εμείς θα εξαλείψουμε.

Πώς, λοιπόν, οι γονείς κάνουν τα παιδιά τους αγενή;

Σύνδρομο Διάδοχου Θρόνου…

Καμιά φορά, για διάφορους λόγους που δεν εξετάζονται εδώ (και τώρα), οι γονείς θεωρούν ότι τα παιδιά τους είναι το κέντρο του σύμπαντος, παραμερίζοντας τόσο τις προσωπικές τους ανάγκες όσο και τα δικαιώματα του καημένου του (άσχετου με τα παιδιά τους) κοσμάκη.

Κανείς δεν ισχυρίζεται ότι η αγάπη πρέπει να ‘χει χαλινάρι και η φροντίδα όριο, ωστόσο ένα παιδί που μαθαίνει ότι τα «θέλω» του είναι διαταγή για τους γονείς, πιθανότατα θα θεωρήσει δεδομένο ότι το ίδιο ισχύει και για οποιονδήποτε άλλο γνωρίσει.

…Και το ανάποδό του

Ωστόσο, ακόμα πιο πιθανό απ’ το να είναι το παιδί αγενές επειδή είναι «κακομαθημένο» είναι το ακριβώς αντίθετό του: να εκφράζει, δηλαδή, την ανάγκη του για προσοχή, φροντίδα κι αγάπη μέσα από συμπεριφορά «απρεπή». Η ελλειμματική φροντίδα ή η κάπως τσιγγούνικη αγάπη μπορεί να οδηγήσουν εύκολα ένα παιδί σε συναισθηματική κατάσταση θυμού.

Ακόμα κι αν το τοποθετήσουμε σε συνθήκες ενηλίκων, τα πράγματα δεν αλλάζουν πολύ: ένας άνθρωπος που πεινάει για αγάπη επειδή τη στερήθηκε είναι, συχνά, ένας άνθρωπος αψύς. Για πολλούς ανθρώπους συναισθηματικά διψασμένους, η «άσχημη» συμπεριφορά είναι ο ευκολότερος τρόπος να εκφράσουν το έλλειμμά τους. Σκεφτείτε, λοιπόν, πόσο εύκολο είναι για ένα παιδί να μετουσιώσει το θυμό και τον καημό του σε αγένεια.

«Χαχα, Γιωργάκη κάνε πώς μουτζώνουμε!»

Ίσως έχετε ήδη συναναστραφεί με τέτοιους γονείς: είναι εκείνοι οι άνθρωποι που θεωρούν φοβερά χαριτωμένο να βλέπουν το ροδαλό τους τρίχρονο να ξεστομίζει βρισιές και, αντί να αγνοήσουν/ να κατακρίνουν/ να διαχειριστούν αυτήν του τη συμπεριφορά, γελούν ευχαριστημένοι. Κι όπως είναι φυσικό, ένα παιδί που νιώθει ότι χειροκροτείται από το κοινό του επιδεικνύοντας μια συγκεκριμένη συμπεριφορά, θα την επανάλαβει για να ξαναχειροκροτηθεί.

Καθ΄ ομοίωση

Υπάρχει, άραγε, σιγουρότερος τρόπος να γίνει ένα παιδί αγενές απ' το να έχει αγενείς γονείς; Η μίμηση είναι ένα απ' τα βασικότερα χαρακτηριστικά της παιδικής συμπεριφοράς κι ανάπτυξης. Αν θες να κάνει ή να μην κάνει κάτι το παιδί σου, κάν'το ή μην το κάνεις -νόμος.

Εάν, λοιπόν, είσαι το είδος του ανθρώπου που βρίζει στα φανάρια τους οδηγούς επειδή άργησαν δύο νανοσεκόντ να ξεκινήσουν, που μιλάει με αγένεια στους σερβιτόρους και τους υπαλλήλους των μαγαζιών, που πετάει το σκουπίδι του όπου βρει, που διακόπτει, φωνάζει, αρνείται να ακούσει άλλη άποψη, διαολοστέλνει τους διαφωνούντες και θεωρεί ότι κάθε μέρος είναι τσιφλίκι του, τότε πώς, από πού, γιατί να γίνει το παιδί σου άνθρωπος γλυκομίλητος κι ευγενικός;

Τι συμβαίνει σ’ έναν εγκέφαλο που είναι διαπαιδαγωγημένος μέσα στα προβλήματα;

Δεν μπορεί ποτέ να λύνει προβλήματα, το μόνο που μπορεί είναι να δημιουργεί περισσότερα προβλήματα.

Από την παιδική ηλικία είμαστε εκπαιδευμένοι να ζούμε με προβλήματα κι έτσι, όντας μέσα στα προβλήματα , δεν μπορούμε ποτέ να λύσουμε τελείως ένα πρόβλημα.

Μόνο ένας ελεύθερος εγκέφαλος, που δεν είναι διαμορφωμένος να ζει με προβλήματα, μπορεί να λύσει προβλήματα. Είναι από τα μόνιμα εμπόδιά μας το να έχουμε προβλήματα όλη την ώρα. Οπότε ο εγκέφαλός μας δεν είναι ποτέ ήσυχος, δεν είναι ελεύθερος να παρατηρεί.

Για να βρεις, λοιπόν, έναν τρόπο ζωής όπου θα μπορείς να αντιμετωπίζεις προβλήματα, να τα λύνεις και να μην παγιδεύεσαι μέσα σ αυτά, χρειάζεται πολύ μεγάλη παρατηρητικότητα, προσοχή και επίγνωση για να φροντίζεις να μην εξαπατάς τον εαυτό σου ούτε ένα δευτερόλεπτο.

Κατ’ αρχάς, λοιπόν, πρέπει να υπάρχει τάξη. Και μπαίνει τάξη μόνο όταν δεν υπάρχουν προβλήματα, όταν υπάρχει ελευθερία – όχι ελευθερία να κάνεις ότι σ’ αρέσει, γιατί αυτή δεν είναι ελευθερία. Το να διαλέγεις ανάμεσα στον έναν γκουρού και στον άλλον γκουρού ή ανάμεσα σε τούτο το βιβλίο και σ’ εκείνο, αυτό είναι μια άλλη μορφή σύγχυσης. Όπου υπάρχει επιλογή δεν υπάρχει ελευθερία. Όταν έχεις καθαρό μυαλό, τότε δεν υπάρχει επιλογή, αλλά άμεση αντίληψη και σωστή δράση.

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ: Ἠθικὰ Νικομάχεια (1095a-1095b)

[IV] Λέγωμεν δ᾽ ἀναλαβόντες, ἐπειδὴ πᾶσα γνῶσις καὶ προαίρεσις ἀγαθοῦ τινὸς ὀρέγεται, τί ἐστὶν οὗ λέγομεν τὴν πολιτικὴν ἐφίεσθαι καὶ τί τὸ πάντων ἀκρότατον τῶν πρακτῶν ἀγαθῶν. ὀνόματι μὲν οὖν σχεδὸν ὑπὸ τῶν πλείστων ὁμολογεῖται· τὴν γὰρ εὐδαιμονίαν καὶ οἱ πολλοὶ καὶ οἱ χαρίεντες λέγουσιν, τὸ δ᾽ εὖ ζῆν καὶ τὸ εὖ πράττειν ταὐτὸν ὑπολαμβάνουσι τῷ εὐδαιμονεῖν· περὶ δὲ τῆς εὐδαιμονίας, τί ἐστιν, ἀμφισβητοῦσι καὶ οὐχ ὁμοίως οἱ πολλοὶ τοῖς σοφοῖς ἀποδιδόασιν. οἳ μὲν γὰρ τῶν ἐναργῶν τι καὶ φανερῶν, οἷον ἡδονὴν ἢ πλοῦτον ἢ τιμήν, ἄλλοι δ᾽ ἄλλο — πολλάκις δὲ καὶ ὁ αὐτὸς ἕτερον· νοσήσας μὲν γὰρ ὑγίειαν, πενόμενος δὲ πλοῦτον· συνειδότες δ᾽ ἑαυτοῖς ἄγνοιαν τοὺς μέγα τι καὶ ὑπὲρ αὐτοὺς λέγοντας θαυμάζουσιν. ἔνιοι δ᾽ ᾤοντο παρὰ τὰ πολλὰ ταῦτα ἀγαθὰ ἄλλο τι καθ᾽ αὑτὸ εἶναι, ὃ καὶ τούτοις πᾶσιν αἴτιόν ἐστι τοῦ εἶναι ἀγαθά. ἁπάσας μὲν οὖν ἐξετάζειν τὰς δόξας ματαιότερον ἴσως ἐστίν, ἱκανὸν δὲ τὰς μάλιστα ἐπιπολαζούσας ἢ δοκούσας ἔχειν τινὰ λόγον. μὴ λανθανέτω δ᾽ ἡμᾶς ὅτι διαφέρουσιν οἱ ἀπὸ τῶν ἀρχῶν λόγοι καὶ οἱ ἐπὶ τὰς ἀρχάς. εὖ γὰρ καὶ ὁ Πλάτων ἠπόρει τοῦτο καὶ ἐζήτει, πότερον ἀπὸ τῶν ἀρχῶν ἢ ἐπὶ τὰς ἀρχάς ἐστιν ἡ ὁδός, ὥσπερ

[1095b] ἐν τῷ σταδίῳ ἀπὸ τῶν ἀθλοθετῶν ἐπὶ τὸ πέρας ἢ ἀνάπαλιν. ἀρκτέον μὲν γὰρ ἀπὸ τῶν γνωρίμων, ταῦτα δὲ διττῶς· τὰ μὲν γὰρ ἡμῖν τὰ δ᾽ ἁπλῶς. ἴσως οὖν ἡμῖν γε ἀρκτέον ἀπὸ τῶν ἡμῖν γνωρίμων. διὸ δεῖ τοῖς ἔθεσιν ἦχθαι καλῶς τὸν περὶ καλῶν καὶ δικαίων καὶ ὅλως τῶν πολιτικῶν ἀκουσόμενον ἱκανῶς. ἀρχὴ γὰρ τὸ ὅτι, καὶ εἰ τοῦτο φαίνοιτο ἀρκούντως, οὐδὲν προσδεήσει τοῦ διότι· ὁ δὲ τοιοῦτος ἔχει ἢ λάβοι ἂν ἀρχὰς ῥᾳδίως. ᾧ δὲ μηδέτερον ὑπάρχει τούτων, ἀκουσάτω τῶν Ἡσιόδου·

οὗτος μὲν πανάριστος ὃς αὐτὸς πάντα νοήσῃ,
ἐσθλὸς δ᾽ αὖ κἀκεῖνος ὃς εὖ εἰπόντι πίθηται.
ὃς δέ κε μήτ᾽ αὐτὸς νοέῃ μήτ᾽ ἄλλου ἀκούων
ἐν θυμῷ βάλληται, ὃ δ᾽ αὖτ᾽ ἀχρήιος ἀνήρ.

***
[4] Ας ξαναβρούμε λοιπόν τη συνέχεια του λόγου μας και, αφού κάθε γνώση και κάθε διαδικασία επιλογής και προτίμησης αποβλέπει σε κάποιο αγαθό, ας θέσουμε το ερώτημα: «Ποιός είναι ο στόχος της πολιτικής τέχνης και επιστήμης και ποιό είναι το κορυφαίο όλων των αγαθών που μπορεί κανείς να πετύχει με τις πράξεις του;».

Σε επίπεδο λέξης οι πιο πολλοί συμφωνούν μεταξύ τους: είναι η «ευδαιμονία»· έτσι τη λέει ο πολύς κόσμος, έτσι και οι πιο ραφιναρισμένοι στοχαστές, και ταυτίζουν με την «ευδαιμονία» την «καλή ζωή» και την «καλή πράξη/ενέργεια». Για το τί είναι όμως η ευδαιμονία, επικρατεί μεγάλη διχογνωμία, και ο πολύς κόσμος δεν δίνει στη λέξη το περιεχόμενο που της δίνουν οι σοφοί.

Ο πολύς κόσμος φέρνει με την «ευδαιμονία» στο μυαλό του κάτι το φανερό και χειροπιαστό, την ηδονή, ας πούμε, ή τον πλούτο ή την τιμή: ο καθένας κάτι διαφορετικό· δεν είναι, μάλιστα, λίγες οι φορές που ένα και το αυτό άτομο εννοεί τώρα αυτό και ύστερα πάλι κάτι άλλο: την υγεία, όταν αρρωστήσει, τον πλούτο, αν είναι φτωχός. Έχοντας συνείδηση της άγνοιάς τους οι άνθρωποι θαυμάζουν αυτούς που λένε κάτι που ακούγεται σπουδαίο και που είναι πάνω από τη δική τους αντιληπτική ικανότητα. Κάποιοι ήταν της γνώμης ότι πέρα από τα πολλά αυτά αγαθά υπάρχει και ένα άλλο, ένα αγαθό καθεαυτό, που είναι η αιτία τού να είναι αγαθά και όλα αυτά που μνημονεύσαμε.

Να εξετάσουμε όλες τις γνώμες που έχουν διατυπωθεί σχετικά, δεν έχει μάλλον κανένα νόημα. Θα αρκεσθούμε λοιπόν στις πιο διαδεδομένες και σ᾽ αυτές που θεωρούνται ότι έχουν περιεχόμενο που επιδέχεται κάποια συζήτηση.

Να μη ξεχνούμε, πάντως, ότι ο συλλογισμός και η επιχειρηματολογία που ξεκινάει από τις πρώτες αρχές διαφέρει από τον συλλογισμό και την επιχειρηματολογία που καταλήγει σ᾽ αυτές. Πολύ σωστά αντιμετώπιζε το πρόβλημα αυτό και ο Πλάτωνας, που έθετε το ερώτημα αν ο δρόμος ήταν από ή προς τις πρώτες αρχές — ακριβώς όπως

[1095b] στο στάδιο: από τους κριτές προς το σημείο της στροφής ή ανάποδα; Είναι φανερό ότι πρέπει να ξεκινούμε από τα γνωστά, μόνο που αυτά τα «γνωστά» λέγονται με διπλό νόημα: «γνωστά σε μας» και «γνωστά γενικά». Εμείς ίσως πρέπει να ξεκινούμε από τα γνωστά σε μας.

Γι᾽ αυτό και το άτομο που πρόκειται να ακούσει με ικανοποιητικά αποτελέσματα λόγους για το ωραίο, για το δίκαιο και γενικά για τα θέματα με τα οποία ασχολείται η πολιτική επιστήμη πρέπει να έχει μεγαλώσει και ανατραφεί με καλές συνήθειες. Γιατί αρχή είναι το ότι, και αν αυτό θεωρηθεί από αυτόν ικανοποιητικά φανερό, δεν θα χρειαστεί επιπλέον και το διότι· ένα τέτοιο όμως άτομο έχει ή μπορεί εύκολα να αποκτήσει τις αρχές. Όσο γι᾽ αυτόν που ούτε τις έχει ούτε μπορεί να τις αποκτήσει, αυτός ας ακούσει τους ακόλουθους στίχους του Ησίοδου:

 Ο πιο καλός απ᾽ όλους είν᾽ ο που τα πάντ᾽ από μόνος του νοεί.
Καλός είναι κι αυτός που πείθεται στις συμβουλές των άλλων.
Όμως αυτός που ούτ᾽ από μόνος του νοεί ούτε και δέχεται
τις συμβουλές των άλλων, βάρος της γης, θαρρώ, αυτός πως είναι.