Παρασκευή, 2 Αυγούστου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Ὄρνιθες (310-351)

Αποτέλεσμα εικόνας για ὌρνιθεςΧΟΡΟΣ
310 ποποποποποπο ποῦ μ᾽ ὃς ἐκάλεσε; τίνα τόπον ἄρα νέμεται;
ΕΠ. οὑτοσὶ πάλαι πάρειμι κοὐκ ἀποστατῶ φίλων.
315ΧΟ. τιτιτιτιτιτιτι τίνα λόγον ἄρα ποτὲ πρὸς ἐμὲ φίλον ἔχων;
ΕΠ. κοινόν, ἀσφαλῆ, δίκαιον, ἡδύν, ὠφελήσιμον.
ἄνδρε γὰρ λεπτὼ λογιστὰ δεῦρ᾽ ἀφῖχθον ὡς ἐμέ.
ΧΟ. ποῦ; πᾷ; πῶς φῄς;
320 ΕΠ. φήμ᾽ ἀπ᾽ ἀνθρώπων ἀφῖχθαι δεῦρο πρεσβύτα δύο·
ἥκετον δ᾽ ἔχοντε πρέμνον πράγματος πελωρίου.
ΧΟ. ὦ μέγιστον ἐξαμαρτὼν ἐξ ὅτου ᾽τράφην ἐγώ,
πῶς λέγεις; ΕΠ. μήπω φοβηθῇς τὸν λόγον. ΧΟ. τί μ᾽ ἠργάσω;
ΕΠ. ἄνδρ᾽ ἐδεξάμην ἐραστὰ τῆσδε τῆς ξυνουσίας.
325 ΧΟ. καὶ δέδρακας τοῦτο τοὔργον; ΕΠ. καὶ δεδρακώς γ᾽ ἥδομαι.
ΧΟ. κἀστὸν ἤδη που παρ᾽ ἡμῖν; ΕΠ. εἰ παρ᾽ ὑμῖν εἴμ᾽ ἐγώ.

ΧΟ. ἔα ἔα· [στρ.]
προδεδόμεθ᾽ ἀνόσιά τ᾽ ἐπάθομεν· ὃς γὰρ
φίλος ἦν ὁμότροφά θ᾽ ἡμῖν ἐνέμετο
330 πεδία παρ᾽ ἡμῖν,
παρέβη μὲν θεσμοὺς ἀρχαίους,
παρέβη δ᾽ ὅρκους ὀρνίθων.
εἰς δὲ δόλον ἐκάλεσε, παρέβαλέ τ᾽ ἐμὲ παρὰ γένος
ἀνόσιον, ὅπερ ἐξότ᾽ ἐγένετ᾽ ἐπ᾽ ἐμοὶ
335 πολέμιον ἐτράφη.

ἀλλὰ πρὸς τοῦτον μὲν ἡμῖν ἐστιν ὕστερος λόγος·
τὼ δὲ πρεσβύτα δοκεῖ μοι τώδε δοῦναι τὴν δίκην
διαφορηθῆναί θ᾽ ὑφ᾽ ἡμῶν. ΠΙ. ὡς ἀπωλόμεσθ᾽ ἄρα.
ΕΥ. αἴτιος μέντοι σὺ νῷν εἶ τῶν κακῶν τούτων μόνος.
340 ἐπὶ τί γάρ μ᾽ ἐκεῖθεν ἦγες; ΠΙ. ἵν᾽ ἀκολουθοίης ἐμοί.
ΕΥ. ἵνα μὲν οὖν κλάοιμι μεγάλα. ΠΙ. τοῦτο μὲν ληρεῖς ἔχων
κάρτα· πῶς κλαύσει γάρ, ἢν ἅπαξ γε τὠφθαλμὼ ᾽κκοπῇς;

ΧΟ. ἰὼ ἰώ· [ἀντ.]
ἔπαγ᾽ ἔπιθ᾽ ἐπίφερε πολέμιον ὁρμὰν
345 φονίαν, πτέρυγά τε παντᾷ περίβαλε
περί τε κύκλωσαι·
ὡς δεῖ τώδ᾽ οἰμώζειν ἄμφω
καὶ δοῦναι ῥύγχει φορβάν.
οὔτε γὰρ ὄρος σκιερὸν οὔτε νέφος αἰθέριον
350 οὔτε πολιὸν πέλαγος ἔστιν ὅ τι δέξεται
τώδ᾽ ἀποφυγόντε με.

***
Ο ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ
310 Πού είν᾽ αυτός που μ᾽ έχει κράξει; Πού να βρίσκεται; Πού πού;
ΤΣΑ. Πάντα εγώ πιστός στους φίλους, είμ᾽ εδώ και καρτερώ.
ΚΟΡ. Τσι τσι τσι τσι τσίριξέ μας, τί καλό έχεις να μας πεις;
ΤΣΑ. Λόγο ωφέλιμο και δίκιο για όλους, σίγουρο, γλυκό.
Ήρθαν και με βρήκαν δυο άντρες φίνοι, τετραπέρατοι.
ΚΟΡ. Πού και πώς; τί λες; γιά πες.
320 ΤΣΑ. Απ᾽ τον κόσμο των ανθρώπων φτάσανε δυο γέροι εδώ·
ήρθανε κρατώντας κάτι ριζιμιό, θεμελιακό.
ΚΟΡ. Πώς! Απ᾽ τα μικρά μου χρόνια λάθος πιο βαρύ απ᾽ αυτό
που μου λες δεν είδα. ΤΣΑ. Θάρρος· μη φοβάσαι. ΚΟΡ. Τί έκαμες!
ΤΣΑ. Δέχτηκα άντρες που αγαπούνε των πουλιών τη συντροφιά.
ΚΟΡ. Έκαμες μια τέτοια πράξη; ΤΣΑ. Ναι, και χαίρομαι γι᾽ αυτό.
ΚΟΡ. Κι είναι κάπου εδώ κοντά μας τώρα; ΤΣΑ. Τόσο όσο κι εγώ.

Ο ΧΟΡΟΣ
Ποποποπό!
Τί πάθαμε! Μας πρόδωσαν,
φερθήκαν αθεόφοβα·
330 αυτός που βόσκαμε μαζί
και που τον αγαπούσαμε
πάτησε και παλιούς θεσμούς
πάτησε κι όρκους των πουλιών.
Μέσα σε βρόχο με τύλιξε
και σε φυλή με παράδωσε ανόσια,
που μου ᾽χει στήσει τον πόλεμο αφότου
ήρθε στον κόσμο.

ΚΟΡ. Το λογαριασμό με τούτον θα τον δούμε αργότερα·
τώρα τούτοι οι δυο γερόντοι πρέπει να πλερώσουνε,
να τους κάμουμε κομμάτια. ΠΙΣ. Πάει λοιπόν, χαθήκαμε.
ΕΥΕ. Για τις συμφορές μας τούτες φταις εσύ και μόνο εσύ·
340 τί με πήρες από πέρα; ΠΙΣ. Για να σ᾽ έχω σύντροφο.
ΕΥΕ. Δε λες, για να χύσω μαύρα δάκρυα. ΠΙΣ. Κουταμάρες λες·
σα σου βγάλουνε τα μάτια, πώς μπορείς, μωρέ, να κλαις;

ΧΟΡ. Αέρα, μπρος!
Χιμήστε, πιείτε το αίμα τους·
απλώστε τις φτερούγες σας
και ζώστε τους από παντού·
βόγκους να βγάλουνε κι οι δυο·
τα ράμφη μας στις σάρκες τους
να μπουν να τις σπαράξουνε.
Όχι, από μας δεν ξεφεύγουνε·
ούτε ισκιωμένα βουνά κι ούτε νέφη
350 ούτε του πέλαγου ολάφριστο κύμα
δεν τους γλιτώνει.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ - ΑΤΛΑΝΤΑΣ

ΑΤΛΑΝΤΑΣ
(πέτρα)
 
Ο Άτλαντας ήταν γιος του Ιαπετού και της Ωκεανίδας Κλυμένης (ή της Ωκεανίδας Ασίας), αδελφός του Μενοίτιου, του Προμηθέα και του Επιμηθέα, σύζυγος της Εσπερίδας από την οποία απέκτησε επτά κόρες, τις Ατλαντίδες ή Εσπερίδες· ή της Ωκεανίδας Πλειόνης από την οποία απέκτησε τις επτά Πλειάδες· ή της Ησιόνης που του γέννησε την Ηλέκτρα· ή της Αίθρας από την οποία απέκτησε τον Ύαντα και δώδεκα κόρες. Αναφέρεται και ως πατέρας της Πασιφάης, της Καλυψώς και της αρκαδικής ηρωίδας Μαίρας· ή της Καλυψώς που του γέννησε ένα γιο, τον Αύσονα. Τιμωρήθηκε από τον Δία, όπως και οι άλλοι τρεις Υαπετίδες αδελφοί του. Ο Ησίοδος συνοψίζει το βιογραφικό του:
 
Και ο Ιαπετός την κόρη του Ωκεανού με τους ωραίους αστραγάλους
πήρε γυναίκα του, την Κλυμένη, κι ανέβηκε μαζί της σε κοινό κρεβάτι.
Εκείνη τον Άτλαντα το γενναιόψυχο του γέννησε παιδί,
γέννησε και το μεγαλοφάνταστο Μενοίτιο και τον Προμηθέα,
τον εύστροφο με τους ποικίλους δόλους, και τον Επιμηθέα τον ασυλλόγιστο,
που έγινε του κακού η αρχή για τους θνητούς τους σιτοφάγους.
Αφού πρώτος αυτός υποδέχτηκε την πλασμένη από το Δία γυναίκα,
την παρθένα [την Πανδώρα]. Τον υβριστή Μενοίτιο ο Δίας που μακριά ηχεί
στο έρεβος ξαπέστειλε χτυπώντας τον με τον γεμάτο αιθάλη κεραυνό
για την αλαζονεία του και την υπεροπτική του ανδρεία.
Κι ο Άτλας τον πλατύ ουρανό βαστά με το κεφάλι και τα χέρια του τ' ακάματα
σε κρατερή ανάγκη υποταγμένος, στα πέρατα στέκοντας της γης,
μπροστά απ' τις Εσπερίδες τις γλυκόφωνες.
(Ησ. Θεογ. 507-519)
 
Κατά τον Απολλόδωρο ο Άτλαντας δεν σήκωνε τον ουρανό στη Δύση, στην Εσπερία αλλά στη χώρα των Υπερβορείων. Εκεί πήγε και τον βρήκε ο Ηρακλής, ενώ νωρίτερα είχε περάσει από τον Καύκασο, το άλλο όριο του κόσμου, το ανατολικό. Εκεί, ο άλλος τιμωρημένος αδελφός, ο Προμηθέας, από ευγνωμοσύνη στον ήρωα που τον απάλλαξε από τον αετό που του έτρωγε το συκώτι, του υπέδειξε να πείσει τον Άτλαντα να πάρει για λογαριασμό του τα μήλα των Εσπερίδων, λέγοντάς του ότι θα κρατούσε στη θέση του το στερέωμα του ουρανού όσο θα κρατούσε το εγχείρημά του. Και ο Άτλαντας πήγε στον κήπο των Εσπερίδων, έκοψε τρία μήλα και τα έφερε στον Ηρακλή. Όμως δεν ήθελε πια να κρατά τον ουρανό και σκόπευε να τον αφήσει στους ώμους του Ηρακλή. Αλλά εκείνος τον ξεγέλασε με τέχνασμα· του είπε να κρατήσει μόνο στιγμιαία τον ουρανό, ώστε να βάλει στο κεφάλι του μια κουλούρα ύφασμα για να τον σηκώνει πιο εύκολα. Ο Άτλαντας άφησε κάτω τα μήλα και παρέλαβε τον ουρανό· τότε ο Ηρακλής τα άρπαξε και έφυγε. Κάποιοι λένε ότι δεν τα πήρε από τον Άτλαντα, αλλά ότι ο ίδιος τα έκοψε, αφού πρώτα σκότωσε το φίδι που τα φύλαγε.
 
Ο Οβίδιος θέλει τον Άτλαντα πάμπλουτο βασιλιά της Μαυριτανίας με πολλά κοπάδια διαφόρων ζώων και απέραντους κήπους με τα περίφημα μήλα, για την προστασία των οποίων είχε υψώσει τείχη και έβαλε ένα δράκοντα να τα φυλά. Αρνήθηκε να φιλοξενήσει τον Περσέα, όταν έμαθε την καταγωγή του, γιατί χρησμός από τη Θέτιδα στον Παρνασσό τον είχε προειδοποιήσει ότι ένας γιος του Δία θα του έκλεβε τα μήλα. Ο Περσέας προσπάθησε να τον πείσει, αλλά δεν τα κατάφερε όσο κι αν τον παρακάλεσε. Και τότε έβγαλε από το σακούλι του το κεφάλι της Μέδουσας και τον απολίθωσε. Έτσι, ο Τιτάνας μεταβλήθηκε στο ομώνυμο βουνό, οι ώμοι και τα χέρια του έγιναν κορυφές με ψηλότερη αυτή του κεφαλιού του, τα μαλλιά και η γενειάδα του έγιναν δάση, τα κόκαλά του έγιναν βράχια. Και το κάθε μέρος έγινε τεράστιο και ο ουρανός με τα αστέρια αναπαύονταν σε αυτόν (Μετ. 4.604-662). Είναι πιθανό η ιστορία αυτής της μεταμόρφωσης να στηρίζεται στην περιγραφή του ομώνυμου βουνού στην Αφρική από τον Ηρόδοτο που οι κορυφές του δεν διακρίνονται ούτε χειμώνα ούτε καλοκαίρι από τα νέφη που τις καλύπτουν. Οι ντόπιοι ονομάζουν το βουνό κίονα του ουρανού και τους εαυτούς τους Άτλαντες.
 
Ο Διόδωρος Σικελιώτης αναφέρει τον Άτλαντα ως γιο του Ουρανού και διάσημο αστρονόμο που δίδαξε στους ανθρώπους τους νόμους του ουρανού. Γι' αυτό οι άνθρωποι πίστεψαν ότι ολόκληρο το σύμπαν στηρίζεται στους ώμους του Άτλαντα, ο μύθος δηλαδή υπαινίσσεται την ανακάλυψη και περιγραφή του σφαιρικού σύμπαντος από τον Άτλαντα (Διόδ. 60.2). Ήταν πατέρας πολλών παιδιών ανάμεσα στα οποία ξεχώριζε ο Έσπερος για την ευσέβεια, τη δικαιοσύνη και τον ανθρωπισμό του. Θύελλα τον άρπαξε από το βουνό Άτλας και καταστερίστηκε για την ευσέβειά του.

Εμάς μισούμε κι αυτοκαταστρεφόμαστε

Όλεθρος.
Επιθυμία.
Καταστροφή.
Επιθυμία για αυτοκαταστροφή.
Όλα τα επιθυμούμε και τίποτα δεν μας φτάνει. Κι άλλο, κι άλλο, κι άλλο. Μανία μας πιάνει.
Σαρώνουμε τα πάντα και μας σαρώνουν.
Ολέθριες οι συνέπειες.
Μυρίζει περίεργα η ατμόσφαιρα.
Κάπου, κάτι, κάποιος ξεψυχάει.
Κάπου, κάτι, κάποιος ξαναζεί.
Μια ζωή, ποια ζωή αφού δεν την υπολογίζεις. Ούτε τη δική σου υπολογίζεις. Μόνο κι άλλο, κι άλλο, κι άλλο και τίποτα δεν μας φτάνει πια.
Γη, νερό, φωτιά, αέρας, όλα τα θέλουμε και συνάμα δείχνουμε πως τα μισούμε. Εμάς μισούμε. Το τόσο απάνθρωπο είδος μας.
Ποιον μισούμε; Εμάς μισούμε κι αυτοκαταστρεφόμαστε λες και πατήσαμε ένα κουμπί και μέρα με τη μέρα τελειώνουμε.
Ακούς; Εμάς μισούμε. Το τόσο απάνθρωπο είδος μας.
Ποιοι είστε, ποιοι είμαστε και πως έχουμε κολλήσει εδώ;
Στον όλεθρο, στην καταστροφή, στη δική μας μανία που η σφοδρή επιθυμία και απληστία μας οδήγησε.
Άνθρωπος για τον άνθρωπο.
Άνθρωπος χωρίς τον άνθρωπο.
Άνθρωπος χωρίς ανθρωπιά.
Ζωντανεύουν οι τραγωδίες που χιλιάδες χρόνια πριν γράφτηκαν. Τόσο οικίες, τόσο σημερινές. Εμείς μονάχα χειροτερεύουμε και το νόημα χάνουμε.
Τραγωδία η μόνη λέξη που σε τέτοιες μέρες αρμόζει. Δική σου. Δική μου. Όλων.
Τόσο ξένοι και ξαφνικά τόσο γνωστοί κι ύστερα πάλι ξένοι. Μονάχοι. Μες στην ψυχής τον ολοφυρμό.
Ουρλιάζουν, ουρλιάζεις κι έπειτα ακολουθεί σιωπή και πάλι μόνοι και πάλι ξένοι.
Ποιος ξέρει ποιον όλεθρο ετοιμάζεις, ποια καταστροφή για την επόμενη μέρα.

«Μαζί» θα πει δύο σύντροφοι ισάξιοι

Όταν ερωτεύεσαι λένε πως το IQ σου πέφτει αυτόματα στο μισό του, κι αν το καλοσκεφτούμε αυτό είναι μια πραγματικότητα. Η λογική μας παύει να λειτουργεί στον απαιτούμενο βαθμό και φυσικά η καρδιά μας παίρνει τα ηνία και προχωράει ακάθεκτη, με τα μάτια κλειστά, μέχρι να βρει τοίχο.

Εκεί, λοιπόν, κάπου μεταξύ έρωτα, αγάπης κι ανάγκης, βρισκόμαστε πολλές φορές σε σχέσεις που μας κάνουμε να νιώθουμε πως τα πράγματα δεν τοποθετούνται ισάξια στη ζυγαριά. Αυτό μπορεί να μην το καταλάβουμε απ’ την αρχή, αλλά ακόμη κι όταν το καμπανάκι χτυπήσει κι επιτέλους τα μάτια μας μπορέσουν να δουν το παζλ καθαρά, εμείς συνεχίζουμε να παίζουμε τον ίδιο ρόλο που ενσαρκώναμε μέχρι τώρα.

Το να νιώθεις υποδεέστερος σε μια σχέση είναι πιο συχνό από όσο νομίζουμε και στην εποχή της εικόνας και της εσωτερικευμένης ανασφάλειας, που εκφράζεται με την υπερέκθεση της τέλειας ζωής, γίνεται ακόμη πιο έντονο. Αρχικά, το να νιώθουμε ότι είμαστε πιο κάτω απ’ τον άλλον μέσα στη σχέση, συνήθως, ξεκινά απ’ τον ίδιο μας τον εαυτό. Νιώθουμε λίγοι απέναντι στη ζωή, στις προσδοκίες μας ή στους άλλους κι αυτό αντανακλά και στον σύντροφό μας.

Όταν δεν έχουμε βρει τη θέση μας μέσα στον κόσμο κι ανάμεσα στους άλλους, τότε είναι δύσκολο να τοποθετηθούμε με σιγουριά απέναντι σε έναν άλλον άνθρωπο και να διεκδικήσουμε αυτό που δικαιωματικά μας αξίζει. Το φαινόμενο αυτό γίνεται ακόμη πιο έντονο όταν η παρουσία του συντρόφου είναι αρκετά έντονη και δυναμική. Δηλαδή, όταν το έτερον ήμισυ είναι άτομο με εμβληματική προσωπικότητα και μπόλικη αυτοπεποίθηση μάς οδηγεί ακόμη πιο εύκολα στο να βάλουμε τον εαυτό μας σε ένα χαμηλότερο βάθρο από αυτό που θα τοποθετήσουμε εκείνον.

Το ίδιο μπορεί να συμβεί με μεγαλύτερη ευκολία και σε σχέσεις με διαφορά ηλικίας. Τα χρόνια, σε αυτή την περίπτωση, δεν αποτελούν πρόβλημα ως αριθμός, αλλά μεταφράζονται σε περισσότερη εμπειρία, ίσως πιο αναπτυγμένη κοινωνικότητα και δημοτικότητα και κάποιες φορές σε καλύτερη οικονομική κατάσταση. Αυτά είναι στοιχεία που μπορούν να επηρεάσουν αρνητικά ένα άτομο που δεν έχει αναπτύξει την αυτοεκτίμηση που χρειάζεται, ώστε να μπορεί να νιώσει πως καμία σημασία δεν έχουν όλα αυτά για να ‘ναι μια σχέση ισάξια.

Κάπου εκεί έρχεται η εξάρτηση στο άτομο που φαινομενικά είναι ανώτερο, με αποτέλεσμα να εκμηδενίζονται τα «θέλω» κι οι ανάγκες του εξαρτώμενου. Αυτό όχι μόνο είναι καταστροφικό για το άτομο που γαντζώνεται απ’ τον δυνατό σύντροφο, αλλά αποτελεί και μη γοητευτικό χαρακτηριστικό που μπορεί να δημιουργήσει φθορά στη σχέση.

Το θέμα είναι πώς μπορούμε να φέρουμε τα πράγματα στη μέση και να νιώσουμε ισάξιοι απέναντι στο σύντροφό μας; Το βασικό και κύριο μέλημα είναι να προσπαθήσουμε να γνωρίσουμε τον εαυτό μας σε βάθος. Να εντοπίσουμε τα καλά και τα κακά μας στοιχεία και να επικεντρωθούμε σε εκείνα που αξίζουν την επιβράβευσή μας. Να ενισχύσουμε την αυτοπεποίθησή μας και να αγαπήσουμε ουσιαστικά τον εαυτό μας, δίνοντας έτσι λόγο και στους άλλους να μας θαυμάσουν εξίσου.

Τώρα, αν βλέπουμε ότι το πρόβλημα δεν είναι τόσο δικό μας, αλλά πως ο άλλος είναι εκείνος που προσπαθεί να επιβληθεί και να μας κάνει να νιώθουμε υπό, τότε μήπως να ξανασκεφτούμε γιατί το ανεχόμαστε; Καλές οι σχέσεις κι η συντροφικότητα, αλλά αν είναι να πατάς τον εαυτό σου για την αγάπη κάποιου, τότε μάλλον δεν αξίζει και πολύ.

Άρα, το μυστικό κρύβεται στη δύναμη να αγαπάς τον εαυτό σου πριν και πάνω απ’ τους άλλους, επιλέγοντας πάντα τον δρόμο που σε οδηγεί στην ευτυχία, με ή χωρίς παρέα, αν αυτή η παρέα δε σε αφήνει να ‘σαι πραγματικά εσύ!

Θυμός και Κατάθλιψη

Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, ο καθένας μας μπορεί να θυμώσει. Αυτό είναι εύκολο. Το να θυμώσουμε όμως με τον σωστό άνθρωπο, για το σωστό λόγο και με το σωστό τρόπο, δεν είναι και τόσο εύκολο. Ο θυμός δεν είναι σε όλες τις περιπτώσεις ο ίδιος. Ερμηνεύεται μέσα στο πλαίσιο στο οποίο συμβαίνει. Μπορεί να καλύπτει ένα άλλο συναίσθημα, ή να μετατοπίζεται προς διαφορετικό άτομο από αυτό που συνδέεται.

Η κατάθλιψη μπορεί να ξεσπάσει σαν θυμός. Κι από την άλλη, η χρόνια αδυναμία να εκφράσουμε εποικοδομητικά το θυμό μας μπορεί να οδηγήσει σε συναισθήματα αναποτελεσματικότητας κι απελπισίας. Μπορεί να γινόμαστε έξαλλοι από θυμό για μικροπράγματα, και να γινόμαστε εχθρικοί και επιθετικοί απέναντι σε κοντινά μας πρόσωπα. Οι συμπεριφορές αυτές συνοδεύονται από ενοχές που διαιωνίζουν τον κύκλο της κατάθλιψης.

Ο θυμός είναι μια φυσική αντίδραση


Χρειάζεται να τον ακούμε και να τον σεβόμαστε παρά να τον αποφεύγουμε. Ποιο είναι το μήνυμα πίσω από το θυμό μας; Ότι οι άλλοι καταπατούν τα όριά μας και τα δικαιώματά μας, ότι μας πληγώνουν, ότι οι ανάγκες μας ή οι επιθυμίες μας δεν ικανοποιούνται, ή ότι τα πράγματα δεν εξελίσσονται όπως περιμέναμε. Μας βοηθάει να πούμε «μέχρι εδώ» σε καταστάσεις στις οποίες μας υπονομεύουν. Να σταματήσουμε να προσαρμόζουμε τις ανάγκες μας στις ανάγκες των άλλων. Μας κινητοποιεί να πούμε όχι.

Κι ενώ είναι δυσλειτουργικό να κλειδώνουμε το συναίσθημα του θυμού, το να εκτονώνουμε το θυμό μας δεν είναι πάντα λύση. Μπορεί να οδηγήσει σε μια κλιμάκωση των επιθέσεων. Η αναγνώριση και η έκφραση του θυμού είναι δύο διαφορετικές διαδικασίες. Η επίγνωση του θυμού προϋποθέτει να παρατηρούμε τι συμβαίνει στο σώμα μας – ταχυκαρδία, τρέμουλο, δυσφορία -, καθώς και να αναγνωρίσουμε τι είναι αυτό που πυροδοτεί το θυμό. Οι διαπροσωπικές δεξιότητες βοηθούν στο να εκφράσουμε και να επικοινωνήσουμε το θυμό μας στους άλλους με τέτοιο τρόπο ώστε να επιλύσουμε το πρόβλημα.

Πολλά άτομα που έχουν κατάθλιψη παρουσιάζουν χαμηλή ανοχή στη ματαίωση


Η απογοήτευση όμως μπορεί να πηγάζει από παράλογες πεποιθήσεις ή προσδοκίες που δημιουργούν αόρατες απαιτήσεις. Όπως για παράδειγμα ότι υπάρχει ένας «σωστός» τρόπος με τον οποίο «πρέπει» να γίνονται τα πράγματα. Ή να περιμένουμε πως επειδή κάναμε κάτι καλό σε κάποιον, είναι υποχρεωμένος να μας το ανταποδώσει. Η αμοιβαιότητα σε αυτή την περίπτωση εμπεριέχει τον κίνδυνο να συσσωρεύσουμε πικρία και θυμό.

Ένα άλλο πρόβλημα που προκύπτει συχνά είναι ο ανεπίλυτος θυμός από γεγονότα που συνέβησαν στο παρελθόν. Συναισθηματικές εκκρεμότητες με σημαντικά πρόσωπα στη ζωή μας που εξακολουθούν να μας επηρεάζουν στο παρόν. Σύντροφοι που μας πρόδωσαν, γονείς που μας παραμέλησαν ή μας εγκατέλειψαν. Καταστάσεις που έχουν ξεθωριάσει με το πέρασμα του χρόνου, ωστόσο το αρνητικό συναίσθημα παραμένει έντονο και μας κρατάει παγιδευμένους.

Για να αποδράσουμε από το παρελθόν χρειάζεται αρχικά να συνειδητοποιήσουμε το χρόνιο αίσθημα θυμού. Και να το διαχωρίσουμε από τη θλίψη που σχετίζεται με την απώλεια.

Αν δεν μπορέσουμε να αναγνωρίσουμε το βασικό αίσθημα της θλίψης, δεν θα καταφέρουμε ποτέ να εκπληρώσουμε την ανάγκη μας για αγάπη και σύνδεση.

Όσο ο θυμός απομακρύνει τους άλλους από κοντά μας, τόσο θα απομακρυνόμαστε εμείς οι ίδιοι από τον εαυτό μας. Ξεπερνώντας τα συναισθήματα του θυμού και της αδικίας, θα μπορέσουμε να αποδεσμευτούμε από το άλλο πρόσωπο ώστε να αποδεχτούμε την κατάσταση και να βρούμε τη λύτρωση μέσα μας.

Η συνήθεια της μιζέριας και η συνήθεια του μάρτυρα

Ο φόβος μήπως εκτεθούμε καλλιεργεί ανθυγιεινές συνήθειες.

Φανταστείτε τη Μαρία, η οποία πάντα ακολουθεί τους κανόνες σε κάθε πτυχή της ζωής της. Πηγαίνει πάντα πρώτη στη δουλειά, δε φεύγει ποτέ νωρίς, διεκπεραιώνει όλες τις υποχρεώσεις της νωρίς και αμέσως ξεκινά την επόμενη.

Παρέχει επίσης άφθονες ευκαιρίες στα παιδιά της που θα τα βοηθήσουν να μεγαλώσουν με ανοιγμένους ορίζοντες και είναι μία φιλότιμη κόρη. Είναι ιδιαίτερα σχολαστική και προσεκτική σε κάθε τομέα τής ζωής της. Η Μαρία δουλεύει σκληρά πάνω σε οτιδήποτε κι αν καταπιάνεται -δεν υπάρχουν ποτέ ημίμετρα από την πλευρά της. Πιστεύει ότι χάρη στην τεράστια δύναμη της θέλησης και της σκληρής δουλειάς της μπορεί να κάνει το αδύνατο δυνατό και να έχει τα επιθυμητά αποτελέσματα. Διπλασιάζει την προσπάθειά της όταν η γραμμή του τερματισμού είναι στο προσκήνιο. Η ταυτότητά της εξαρτάται από τους άλλους που την βλέπουν ως ένα άτομο που εργάζεται πιο σκληρά και πιο επιτυχημένα σε σύγκριση με άλλους. Και η ίδια έχει ανάγκη να δει τον εαυτό της μέσα από αυτό το πρίσμα.

Ποιες επιπτώσεις έχει όμως αυτού του είδους ο τρόπος ζωής


Ο William James (1902) εκφράζει την ανησυχία του πως κάποιος όπως η Μαρία γίνεται σαν μια μηχανή που «αρνείται να λειτουργήσει όταν τα ρουλεμάν είναι τόσο ζεστά και οι ιμάντες τόσο σφιχτοί». Παρά το γεγονός ότι θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε την κατάσταση της Μαρίας ως σύνδρομο εξάντλησης, ελλοχεύει ένας μεγαλύτερος κίνδυνος. Το κίνημα mind-cure στα τέλη του 19ου αιώνα παρέχει μια ενδιαφέρουσα διάγνωση και θεραπεία με επίκαιρο χαρακτήρα. Η γνώμη τού Horace Fletcher, γνωστού υποστηρικτή του κινήματος mind-cure, είναι αρκετά χρήσιμη σε αυτό το σημείο.

Το πρόβλημα, σύμφωνα με τον Fletcher, είναι ο φόβος. Ενώ εξυπηρετεί σημαντικούς ρόλους για τον καθένα από εμάς ξεχωριστά, αλλά και ως είδος συλλογικά, ο φόβος γίνεται εμπόδιο που αποδυναμώνει σε μεγάλο βαθμό τον άνθρωπο. Η γραμμή μεταξύ βάσιμων και αβάσιμων φόβων καθίσταται αρκετά διαπερατή. Ενώ είναι σημαντικό να είναι κάποιος καλός και προσεκτικός στη διαχείριση δικαιολογημένων φόβων, οι άνθρωποι αρχίζουν να υποφέρουν όταν ασχολούνται σχολαστικά με φόβους απομακρυσμένους, φανταστικούς ή υπερβολικούς. Αυτός ο τρόπος σκέψης μας, κατά τον Fletcher, γίνεται φοβική σκέψη. Όταν οι φοβικές σκέψεις κυβερνούν τη ζωή μας, είμαστε επιρρεπείς στο να βιώνουμε έντονο ψυχικό πόνο, τον οποίο έχουμε προκαλέσει μόνοι μας στον εαυτό μας.

Ποιο είναι το ιδιαίτερο είδος των φοβικών σκέψεων της Μαρίας


Φοβάται ότι οι άλλοι γύρω της μπορεί να διαπιστώσουν ότι δεν είναι αυτό που φαίνεται. Πιθανά, μπορεί να φοβάται εξίσου, ή ακόμα παραπάνω, μήπως το ανακαλύψει και η ίδια για τον εαυτό της. Οι φόβοι αυτοί έχουν την τάση να παίρνουν τις εξής δύο μορφές, όπως τις αναφέρει ο William James: τη συνήθεια της μιζέριας και τη συνήθεια του μάρτυρα. Είναι εφικτό αυτές οι δύο συνήθειες να συνδυάζονται μεταξύ τους, αλλά για λόγους σαφήνειας, θα περιγράψουμε την καθεμιά ξεχωριστά. Η Μαρία με τη συνήθεια της μιζέριας μετατρέπει τα πάντα σε δουλειά ή υποχρέωση. Ακόμα και πράγματα που οι άλλοι τα εκλαμβάνουν ως διασκέδαση, εκείνη τα μετατρέπει σε δουλειά.

Η προσπάθεια να είναι ευτυχισμένη καθίσταται ακόμη μία υποχρέωση που πρέπει να φέρει εις πέρας. Φοβάται ότι οι άλλοι μπορεί να ανακαλύψουν ότι δεν μπορεί να διασκεδάσει ή ότι δεν είναι διασκεδαστικό άτομο. Δεν είναι χαρούμενη, ακόμη κι αν βάζει τα δυνατά της ώστε οι άλλοι γύρω της να είναι χαρούμενοι. Φοβάται μήπως και η ίδια ανακαλύψει ότι δεν γνωρίζει τι εστί διασκέδαση ή ευτυχία. Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι το γεγονός πως είναι δύσκολο για εκείνη να διασκεδάζει ή να είναι ευτυχισμένη. Φοβάται μήπως ανακαλύψει ότι είναι ένα μίζερο άτομο. Και ακριβώς επειδή φοβάται μήπως καταλήξει στο συμπέρασμα αυτό, συνεχίζει να κάνει περισσότερα πράγματα επειδή τουλάχιστον μερικά από αυτά οφείλουν να την κάνουν ευτυχισμένη.

Η συνήθεια του μάρτυρα αποτελεί μια πιο δύσκολη δυναμική ως προς την αναγνώρισή της, ιδιαίτερα για τον δυτικό κόσμο, όπου καλλιεργείται η κουλτούρα που (υπερ)εκτιμά τη σκληρή δουλειά σε τέτοιο βαθμό που φαίνεται να υπάρχει ένας διαρκής αγώνας για το ποιος μπορεί να εργαστεί περισσότερο, να αναβάλει τις διακοπές του και να απαντήσει σε ένα μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου το ταχύτερο, ανεξαρτήτως χρόνου. Η Μαρία με τη συνήθεια του μάρτυρα σκέφτεται ότι εργάζεται σκληρότερα από όλους τους άλλους ή ότι πρέπει να κάνει τα πάντα η ίδια επειδή είναι η μόνη που ξέρει πώς.

Ο άνθρωπος που λειτουργεί κατ’ αυτόν τον τρόπο τείνει να αρνείται οποιαδήποτε βοήθεια για διάφορους λόγους: κάποιος άλλος απλώς θα αποτελέσει εμπόδιο ή θα κάνει κάτι λάθος ή θα απαιτήσει από την ίδια να κάνει περισσότερη δουλειά. Για τον τρόπο σκέψης της Μαρίας, η αξία της βρίσκεται στο ότι είναι καλύτερη από όλους τους άλλους. Τρομάζει στην προοπτική ότι αν οι άλλοι να ανακαλύψουν ότι δεν είναι τέλεια και ότι δεν μπορεί να τα κάνει όλα, θα δουν ότι είναι ακριβώς όπως αυτοί. Εάν η Μαρία συναντούσε κάποιον που θα μπορούσε να εργαστεί πιο σκληρά, πιο πολύ και πιο αποτελεσματικά από την ίδια θα ερχόταν αντιμέτωπη με το γεγονός ότι δεν η καλύτερη. Για εκείνη, οτιδήποτε λιγότερο από το καλύτερο είναι το χειρότερο. Θεωρεί ότι πρέπει να αρχίσει να εργάζεται σκληρότερα και να τα κάνει όλα καλύτερα, ώστε κανείς, συμπεριλαμβανομένης και της ίδιας, να μην καταλήξει σε αυτά τα συμπεράσματα.

Η διάγνωση και η σύσταση της χαλάρωσης


Η διάγνωση του Fletcher σχετικά με τις φοβικές σκέψεις συνοδεύεται από μια συνηθισμένη σύσταση σε πολλούς από αυτούς που γνωρίζουν το κίνημα mind-cure, μία σύσταση η οποία θα ήταν τρομακτική για ένα άτομο όπως η Μαρία: χαλάρωσε, ξέχασέ τα όλα, σταμάτα να αναλαμβάνεις τόσο μεγάλες ευθύνες οι οποίες εν τέλει δε σου ανήκουν και, τέλος, αφέσου. Η συμβουλή «αφέσου» κουβαλά βαρύ φορτίο. Πολλοί πιστεύουν ότι σημαίνει να τα παρατήσεις ή να εγκαταλείψεις την προσπάθεια. Το να αφεθείς, όμως, στο πλαίσιο αυτό, σημαίνει «να χαλαρώσεις τη λαβή σου». Όταν κρατάς κάτι πολύ σφιχτά, τα χέρια σου μπορεί να πάθουν κράμπες και όταν συμβαίνει κάτι τέτοιο, ο πόνος τής κράμπας δυσκολεύει τα δάχτυλά σου να ανοίξουν. Αν όμως δεν μπορείς να ανοίξεις τα δάχτυλά σου, πώς μπορείς να αδράξεις νέες ευκαιρίες;

Αυτό που συνιστούν οι υποστηρικτές τού κινήματος mind-cure είναι να αλλάξουμε τα σημεία εκκίνησης του τρόπου σκέψης μας. Αντί να φοβόμαστε ότι κάτι κακό πρόκειται να συμβεί ή ότι θα εκτεθούμε ή ότι θα θεωρηθούμε απατεώνες ή οτιδήποτε άλλο, να ξεκινάμε με μία θετική σκέψη. Να καλλιεργήσουμε έστω και ένα μικρό κομμάτι αισιοδοξίας. Ο Fletcher θεωρούσε ότι ο φόβος και η αισιοδοξία είναι δύο δυνάμεις αντίθετες. Όπου βασιλεύει ο φόβος, η αισιοδοξία είναι σχεδόν εξαφανισμένη. Όπου βασιλεύει η αισιοδοξία, οι φόβοι βρίσκονται υπό κατάλληλο έλεγχο και οι φοβικές σκέψεις δεν μπορούν να ριζώσουν.

Η υπέρβαση των φοβικών σχέσεων μπορεί να είναι μία σταδιακή διαδικασία ή μπορεί να συμβεί ξαφνικά, αν κάποιος βρεθεί σε μια κατάσταση που τον εξαναγκάζει να αξιολογήσει τη ζωή του. Είτε σταδιακή είτε ξαφνική, η μετάβαση από τις φοβικές σκέψεις στην αισιοδοξία είναι αυτό που ο William James περιγράφει ως μετατροπή. Εάν η Μαρία επρόκειτο να βιώσει μία τέτοια εμπειρία, ο James θα της έλεγε το εξής: «θα διαπιστώσεις ότι όχι μόνο αποκτάς μία ιδανική εσωτερική ανακούφιση, αλλά, συχνά, και τα συγκεκριμένα αγαθά που πίστευες ότι είχες αποκηρύξει». Η Μαρία μπορεί να βρει την ευτυχία, τη διασκέδαση και την αξία που αποζητά, όταν σταματήσει να εργάζεται τόσο σκληρά (και σκληρότερα από οποιονδήποτε άλλον) για να τα επιτύχει.

Γιατί φιλοσοφούμε;

Επί του παρόντος, θα διερωτηθώ: για ποιο λόγο φιλοσοφούμε; Προς τι η διερεύνηση αυτή των πρώτων αρχών και των τελικών σκοπών των πραγμάτων; Διότι το να πούμε ότι όλοι οι άνθρωποι τείνουν εκ φύσεως προς το ειδέναι, είναι σωστό· γιατί όμως;

Οι φιλόσοφοι αναζητούν μία θεωρητική ή ιδανική αφετηρία για τον ανθρώπινο μόχθο τους, ο οποίος είναι το φιλοσοφείν, ωστόσο, παραμελούν ευχαρίστως να αναζητήσουν την πρακτική και πραγματική αφετηρία, το πραγματικό κίνητρο. Τι σκοπεύει κανείς κάνοντας φιλοσοφία, σκεπτόμενος και εκθέτοντας την στους ομοίους του; Την αλήθεια μήπως για την αλήθεια; Η την αλήθεια προκειμένου να υπαγάγουμε σε αυτήν τη συμπεριφορά μας και να προσαρμόσουμε την πνευματική μας στάση εν όψει της ζωής και του σύμπαντος; .

Η φιλοσοφία είναι το ανθρώπινο προϊόν κάθε φιλοσόφου , κάθε δε φιλόσοφος είναι ένας άνθρωπος με σάρκα και οστά ο οποίος απευθύνεται σε άλλους ανθρώπους με σάρκα και οστά όπως αυτός. Είτε δε πράττει κατά το πως το επιθυμεί ή όχι, φιλοσοφεί όχι μόνο με το μυαλό αλλά και με τη θέληση, με το αίσθημα, με τη σάρκα και με τα οστά, με όλη του την ψυχή και με όλο του το κορμί. Ο άνθρωπος είναι που φιλοσοφεί.

Δεν θέλω δε να χρησιμοποιήσω εδώ τη λέξη εγώ. λέγοντας ότι, φιλοσοφώντας, είμαι εγώ ο φιλόσοφος και όχι ο άνθρωπος, για να μη γίνει σύγχυση του συγκριμένου, περιορισμένου με σάρκα και οστά αυτού εγώ, το οποίο έχει πονόδοντο και βρίσκει ανυπόφορη τη ζωή, αν ο θάνατος είναι ο αφανισμός της προσωπικής συνείδησης, με το άλλο αυτό εγώ του λαθρεμπορίου, με το Εγώ, με κεφαλαίο, το θεωρητικό Εγώ που εισήγαγε στη φιλοσοφία ο Φίχτε, ούτε άλλωστε με το παρομοίως θεωρητικό Μοναδικό του Μαξ Στίρνερ. Είναι προτιμότερο να πω: εμείς, αλλά εμείς τα άτομα που περικλείονται στον χώρο.

Η γνώση για τη γνώση! Η αλήθεια για την αλήθεια! Αυτό είναι απάνθρωπο. Αν λέγαμε δε ότι η θεωρητική φιλοσοφία κατευθύνεται προς την πρακτική, η αλήθεια προς το αγαθό, η επιστήμη προς την ηθική, θα έλεγα: προς τι όμως το αγαθό; Μη τυχόν είναι κατά τύχη αυτοσκοπός; Καλό είναι μόνο ό,τι συμβάλλει στη διατήρηση, στη διαιώνιση και στον εμπλουτισμό της συνείδησης. Το αγαθό απευθύνεται στον άνθρωπο, στη διατήρηση και στην τελειοποίηση της ανθρώπινης κοινωνίας η οποία συντίθεται από ανθρώπους. Αλλά κ· αυτή, τι χρειάζεται; «Να ενεργείς κατά τρόπον ώστε η ενέργεια, σου να μπορεί να χρησιμεύσει ως κανόνας για όλους τους ανθρώπους», μας λέγει ο Καντ. Ας είναι, αλλά γιατί; Πρέπει να αναζητήσουμε ένα λόγο.

Στην αφετηρία αυτήν, στην πραγματική αφετηρία, την πρακτική και όχι τη θεωρητική, κάθε φιλοσοφίας υπάρχει ένα γιατί. Ο φιλόσοφος ασχολείται με τη φιλοσοφία ενός πράγματος όχι τόσο για να φιλοσοφήσει. Primum vivere, deinde phiJosophari (πρώτα ζούμε και μετά φιλοσοφούμε) λέγει το αρχαίο λατινικό ρητό και όπως ο φιλόσοφος προτού να υπάρξει είναι άνθρωπος, χρειάζεται να ζει για να φιλοσοφεί και στην πραγματικότητα φιλοσοφεί για να ζει. Και φιλοσοφεί είτε για να μπορεί να υποφέρει τη ζωή, είτε για να εξασφαλίσει κάποιο σκοπό, είτε για να διασκεδάζει και να λησμονεί τα δεινά του ή ως άθλημα ή χάριν παιδιάς. Ένα θαυμάσιο παράδειγμα της τελευταίας αυτής περίπτωσης είναι ο φοβερός αυτός Αθηναίος είρων. ο Σωκράτης, περί του οποίου μας αναφέρει ο Ξενοφών στα Απομνημονεύματά του ότι δίδασκε τόσο ωραία στην εταίρα Θεοδότα την τέχνη από την οποία θα επωφελείτο αυτή για να προσελκύει τους έραπτες της. ώστε ζήτησε στον φιλόσοφο να γίνει ο σινθηρατής της, συγκυνηγός της. δηλαδή ο μεσολαβητής της. Πράγματι δε η φιλοσοφία μεταβάλλεται ευχαρίστως συχνά σ' ένα είδος πνευματικού, αν θέλετε, προξενητισμού. Άλλοτε σε όπιο για να καταπραΰνει τους πόνους.

Η σύγκριση είναι μια μορφή βίας απέναντι στον εαυτό μας

«Το μόνο πράγμα για το οποίο μπορεί να είμαστε ένοχοι είναι να υποχωρήσουμε μπροστά στην επιθυμία μας» –Λακάν

Στην εποχή μας έχουμε απεριόριστες δυνατότητες να συγκρινόμαστε με τους άλλους. Αυτό είναι το χειρότερο δηλητήριο για την αυτοπεποίθηση. Στο Facebook ή στο Instagram πάντα θα υπάρχουν, φαινομενικά τουλάχιστον, άνθρωποι πιο όμορφοι, πιο πλούσιοι, πιο καλλιεργημένοι, πιο συνδεδεμένοι, πιο δεσμευμένοι από εμάς, άνθρωποι που η ζωή τους είναι πιο ωραία από τη δική μας.

Οι γονείς μας δεν είχαν αυτό το πρόβλημα: δεν μπορούσαν να κάνουν κακό στον εαυτό τους τόσο εύκολα. Δεν μπορούσαν να δουν από τον καναπέ τους την παρέλαση εικόνων ευτυχίας και επιτυχίας των άλλων. Συγκρίνονταν μόνο με τους οικείους τους: οι άγνωστοι παρέμεναν άγνωστοι, οι πληροφορίες πολύ μακρινές και οι διασημότητες απρόσιτες.

Η σύγκριση δεν μπορούσε να γίνει παρά μόνο στον περίγυρο, ανάμεσα σε άτομα που συνήθως ανήκαν στον ίδιο κόσμο. Σήμερα όλα έχουν αλλάξει. Κρινόμαστε διαρκώς σε διάφορα κοινωνικά περιβάλλοντα, από τη μια άκρη της χώρας ή του κόσμου στην άλλη. Πρόκειται για μια ανεξάντλητη πηγή αναστάτωσης. Και το χειρότερο είναι ότι κρινόμαστε με κριτήριο στοιχεία τα οποία πολύ συχνά έχουν υποστεί επεξεργασία και γνωρίζουν μεγάλη προβολή και συνεπώς δυνητικά πιθανόν να είναι ψεύτικα.

Έτσι είναι βέβαιο ότι πάντα θα είμαστε χαμένοι. Η σύγκριση μας επιβεβαιώνει ότι δεν είμαστε καλοί, χωρίς όμως να μας μαθαίνει πώς θα γίνουμε καλύτεροι. Μας πληγώνει χωρίς να μας εκπαιδεύει. Πράγματι, στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δεν συγκρίνουμε δύο πραγματικότητες ανάλογα με οριστικά και αντικειμενικά κριτήρια.

Συγκρίνουμε τη δική μας πραγματικότητα – την οποία γνωρίζουμε και δεν την απαλύνουμε όταν τη φέρνουμε στο προσκήνιο – με αυτό που δείχνουν οι άλλοι για τον εαυτό τους. Δεν έχει σημασία ότι ξέρουμε πως οι εικόνες της ζωής των άλλων που δημοσιεύονται στο Instagram ή στο Facebook περνούν από επεξεργασία, διορθώνονται, επιλέγονται. Παραμένουν «πραγματικές» κι εμείς δεν μπορούμε να σταματήσουμε να τις συγκρίνουμε με τη δική μας ζωή.

Είναι μια επίθεση, μια πηγή χειραγώγησης γεμάτη ναρκισσιστικές πληγές. Ακούμε διαρκώς για τα It-girls, τα γοητευτικά, επιθυμητά κορίτσια με τους εκατομμύρια followers, διαβάζουμε το ημερολόγιο της ονειρεμένης ζωής τους –ακόμα κι αν στην πραγματικότητα η ζωή τους είναι ελάχιστα ζηλευτή, ενώ αρκετές από αυτές έχουν αποπειραθεί ν’ αυτοκτονήσουν– και συνεχίζουμε να πιστεύουμε όσα βλέπουμε.

Το ίδιο συμβαίνει και με τις φωτογραφίες των μοντέλων στα περιοδικά: παρόλο που όλοι ξέρουμε ότι έχουν υποστεί επεξεργασία, αυτό δεν μας εμποδίζει να τις συγκρίνουμε με τα δικά μας ατελή σώματα. Βομβαρδιζόμαστε με εικόνες που μας λένε, περισσότερο ή λιγότερο έμμεσα, ότι εμείς ταξιδεύουμε λιγότερο, κερδίζουμε λιγότερα χρήματα, πηγαίνουμε σε λιγότερο όμορφα μέρη και συναναστρεφόμαστε λιγότερο ενδιαφέροντες ανθρώπους, ότι έχουμε μια λιγότερο ολοκληρωμένη ζωή από τους άλλους, τους «φίλους», τους followers που γνωρίζουμε από κοντά ή από πολύ μακριά.

Φυσικά είναι μόνο εικόνες, όμως τις βλέπουμε κάθε μέρα κι έχουν ένα μέρος αλήθειας. Αρκεί μια στιγμή κούρασης, μιας περαστικής δυσκολίας, για να μας καταβάλει. Αυτό το δηλητήριο είναι τόσο δυνατό, που μπορεί να ξυπνήσει τις πληγές της παιδικής ηλικίας που ευθύνονται για την έλλειψη αυτοπεποίθησης: η εντύπωση ότι οι γονείς μας μας υποτιμούσαν σε σχέση με τα αδέλφια μας, ότι μας απέρριψε ένας εραστής που προτίμησε άλλο πρόσωπο, ότι ντρεπόμασταν που ήμασταν τελευταίοι στην τάξη…

Το σχολείο ευνοεί την κατάταξη, την αξιολόγηση και ξέρει να ενσταλάζει το δηλητήριο της σύγκρισης ακόμα και από τις πολύ μικρές ηλικίες. Εμφυσά στα παιδιά την ιδέα ότι η αξία τους μετριέται όχι αναφορικά με τα ίδια, αλλά σε σχέση με τα υπόλοιπα, σαν να βρίσκουμε ικανοποίηση μάλλον ξεπερνώντας τους άλλους παρά όντας ολοκληρωμένοι οι ίδιοι. Σε όλες αυτές τις σκηνές της παιδικής ηλικίας η σύγκριση ήταν βασανιστική.

Το γεγονός ότι συγκρινόμαστε μας απομακρύνει από την αλήθεια της ύπαρξής μας. Είμαστε όλοι μοναδικοί. Η αξία μας είναι απόλυτη κι όχι σχετική με την αξία των άλλων. Καθένας από εμάς είναι αυτό που είναι. Είμαστε όλοι μοναδικά διαμάντια. Μπορούμε να συγκρίνουμε κάποια από τα κοινωνικά επιτεύγματά μας, όμως η λάμψη ενός μοναδικού διαμαντιού δεν μπορεί να συγκριθεί με κανένα άλλο.

Αν αναγνωρίσουμε τη μοναδικότητά μας, παίρνουμε απόσταση από την έννοια της σύγκρισης. Άλλωστε, μπορούμε να συγκρίνουμε μόνο πράγματα που μοιάζουν: καμία μοναδικότητα δεν μοιάζει με άλλη. Με άλλα λόγια, η σύγκριση ανάμεσα σε δύο άτομα δεν έχει κανένα νόημα.

H υπόσταση της θνητής φύσις μας

Σχετική εικόναΟ Χαιρωνεύς Πλούταρχος στο έργο του “Περί του ΕΙ του εν Δελφοίς, 392.A.10 – 392.E.6” σχετικά με την υπόσταση της θνητής φύσις μας αναφέρει το εξής:
 
“Εμείς δεν έχουμε κανένα μερίδιο στο όντως Είναι, αλλά κάθε θνητή φύση βρίσκεται μεταξύ της γενέσεως και της φθοράς και παρέχει μόνο ένα φάσμα και μία αμυδρή και αβέβαιη εικόνα του εαυτού της.
 
Άν τώρα προσηλώσεις την διάνοιά σου επιθυμώντας να τη συλλάβεις: όπως το δυνατό δράξιμο του ύδατος κάνει να χαθεί το περιεχόμενο διαρρέοντας με την πίεση και τη συγκέντρωση του ύδατος στο ίδιο σημείο, έτσι και η λογική αποτυγχάνει, όταν την άκρα σαφήνεια για κάθε πράγμα από εκείνα που μπορούν να αλλοιωθούν και να μεταβληθούν, επειδή άλλοτε εξετάζει το γιγνόμενο και άλλοτε το φθορά του, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να κατανοήσει τίποτα από τα σταθερά και όντως Όντα.
 
“Αδύνατον να μπείς δυο φορές στο ίδιο ποτάμι” κατά τον Ηράκλειτο, ούτε να αγγίξεις θνητή ουσία δύο φορές στην ίδια κατάσταση, αλλά εξαιτίας της οξύτητας και της ταχύτητας της μεταβολής “σκορπά και πάλι μαζεύεται” ή καλύτερα ούτε πάλι ούτε ύστερα, αλλά ταυτόχρονα και συγκεντρώνεται και διαλύεται και “έρχεται και φεύγει”.
 
Για αυτό τον λόγο και δεν οδηγεί στο Είναι το γιγνόμενο από αυτή ακριβώς επειδή η γένεσι ποτέ δεν σταματά ούτε στέκεται, αλλά μεταβάλλοντας το αδιάκοπα, από τότε που είναι ακόμα σπέρμα, δημιουργεί το έμβρυο, έπειτα το βρέφος, μετά τομ παίδα, κατόπιν στη σειρά το μειράκιο, τον νεανίσκο έπειτα, τον άνδρα, τον ώριμο άνθρωπο, τον γέροντα, καταστρέφοντας τις πρώτες γενέσεις και ηλικίες με τις επόμενες.
 
Κι εμείς με τρόπο γελοίο φοβόμαστε ένα και μόνο θάνατο, τη στιγμή που έχουμε πεθάνει και πεθαίνουμε τόσους θανάτους! Γιατί δεν ισχύει μόνο, όπως έλεγε ο Ηράκλειτος, ότι “ο θάνατος του πυρός είναι γένεσι αέρος και ο θάνατος του αέρος είναι γέννεσι του ύδατος” αλλά ακόμα σαφέστερα στη δική μας περίπτωση ο άνθρωπος που βρίσκεται στην ακμή του καταστρέφει όταν γεννιέται ο γέροντας, καταστρέφεται ο νέος μεταπίπτοντας στον ακμάζοντα, ο παίς σε νέον, το νήπιο στον παίδα.
 
Ο χθεσινός άνθρωπος έχει πεθάνει μεταπίπτοντας στον σημερινό, ενώ ο σημερινός έχει πεθάνει μεταπίπτοντας στον αυριανό. Κανείς δεν μένει ο ίδιος και κανείς δεν είναι ένας, αλλά γιγνόμεθα πολλοί, καθώς η ύλη περιστρέφεται και γλιστρά γύρω από ένα φάντασμα και ένα κοινό εκμαγείο.
 
Γιατί πως παραμένουμε οι ίδιοι, ενώ χαιρόμαστε τωρα με άλλα πράγματα, πρωτύτερα με άλλα, ενώ αγαπάμε και μισούμε, θαυμάζουμε και ψέγουμε κάθε φορά αντίθετα πράγματα, ενώ διαθέτουμε διαφορετικά λόγια και διαφορετικά συναισθήματα, χωρίς να διατηρούμε το ίδιο είδος, την ίδια μορφή, ούτε κάν την ίδια διάνοια;
 
Γιατί ούτε είναι λογικό να νιώθει κανείς διαφορετικά συναισθήματα άνευ μεταβολής, ούτε και κανείς αν μεταβληθεί μένει ο ίδιος. Αν, τώρα, κανείς δεν είναι πάντα ο ίδιος, τότε ούτε και υπάρχει, αλλά μεταβάλλει την ίδια του την φύση καθώς γίνεται άλλος από άλλον. Και η αίσθηση, επειδή αγνοεί το ΟΝ, αποφαίνεται λανθασμένα ότι αυτό που φαίνεται υπάρχει στα αλήθεια.
 
Πλούταρχος ο Χαιρωνεύς

Αρχαία Ελληνική Γραμματεία: ΗΣΙΟΔΟΣ - Θεογονία (729-774)

ἔνθα θεοὶ Τιτῆνες ὑπὸ ζόφῳ ἠερόεντι
730 κεκρύφαται βουλῇσι Διὸς νεφεληγερέταο,
χώρῳ ἐν εὐρώεντι, πελώρης ἔσχατα γαίης.
τοῖς οὐκ ἐξιτόν ἐστι, θύρας δ᾽ ἐπέθηκε Ποσειδέων
χαλκείας, τεῖχος δ᾽ ἐπελήλαται ἀμφοτέρωθεν.
[ἔνθα Γύγης Κόττος τε καὶ Ὀβριάρεως μεγάθυμος
735 ναίουσιν, φύλακες πιστοὶ Διὸς αἰγιόχοιο.
ἔνθα δὲ γῆς δνοφερῆς καὶ ταρτάρου ἠερόεντος
πόντου τ᾽ ἀτρυγέτοιο καὶ οὐρανοῦ ἀστερόεντος
ἑξείης πάντων πηγαὶ καὶ πείρατ᾽ ἔασιν,
ἀργαλέ᾽ εὐρώεντα, τά τε στυγέουσι θεοί περ·
740 χάσμα μέγ᾽, οὐδέ κε πάντα τελεσφόρον εἰς ἐνιαυτὸν
οὖδας ἵκοιτ᾽, εἰ πρῶτα πυλέων ἔντοσθε γένοιτο,
ἀλλά κεν ἔνθα καὶ ἔνθα φέροι πρὸ θύελλα θυέλλης
ἀργαλέη· δεινὸν δὲ καὶ ἀθανάτοισι θεοῖσι.]
[τοῦτο τέρας· καὶ Νυκτὸς ἐρεμνῆς οἰκία δεινὰ
745 ἕστηκεν νεφέλῃς κεκαλυμμένα κυανέῃσι.]
τῶν πρόσθ᾽ Ἰαπετοῖο πάις ἔχει οὐρανὸν εὐρὺν
ἑστηὼς κεφαλῇ τε καὶ ἀκαμάτῃσι χέρεσσιν
ἀστεμφέως, ὅθι Νύξ τε καὶ Ἡμέρη ἆσσον ἰοῦσαι
ἀλλήλας προσέειπον ἀμειβόμεναι μέγαν οὐδὸν
750 χάλκεον· ἡ μὲν ἔσω καταβήσεται, ἡ δὲ θύραζε
ἔρχεται, οὐδέ ποτ᾽ ἀμφοτέρας δόμος ἐντὸς ἐέργει,
ἀλλ᾽ αἰεὶ ἑτέρη γε δόμων ἔκτοσθεν ἐοῦσα
γαῖαν ἐπιστρέφεται, ἡ δ᾽ αὖ δόμου ἐντὸς ἐοῦσα
μίμνει τὴν αὐτῆς ὥρην ὁδοῦ, ἔστ᾽ ἂν ἵκηται·
755 ἡ μὲν ἐπιχθονίοισι φάος πολυδερκὲς ἔχουσα,
ἡ δ᾽ Ὕπνον μετὰ χερσί, κασίγνητον Θανάτοιο,
Νὺξ ὀλοή, νεφέλῃ κεκαλυμμένη ἠεροειδεῖ.
ἔνθα δὲ Νυκτὸς παῖδες ἐρεμνῆς οἰκί᾽ ἔχουσιν,
Ὕπνος καὶ Θάνατος, δεινοὶ θεοί· οὐδέ ποτ᾽ αὐτοὺς
760 Ἠέλιος φαέθων ἐπιδέρκεται ἀκτίνεσσιν
οὐρανὸν εἰσανιὼν οὐδ᾽ οὐρανόθεν καταβαίνων.
τῶν ἕτερος μὲν γῆν τε καὶ εὐρέα νῶτα θαλάσσης
ἥσυχος ἀνστρέφεται καὶ μείλιχος ἀνθρώποισι,
τοῦ δὲ σιδηρέη μὲν κραδίη, χάλκεον δέ οἱ ἦτορ
765 νηλεὲς ἐν στήθεσσιν· ἔχει δ᾽ ὃν πρῶτα λάβῃσιν
ἀνθρώπων· ἐχθρὸς δὲ καὶ ἀθανάτοισι θεοῖσιν.
ἔνθα θεοῦ χθονίου πρόσθεν δόμοι ἠχήεντες
[ἰφθίμου τ᾽ Ἀίδεω καὶ ἐπαινῆς Περσεφονείης]
ἑστᾶσιν, δεινὸς δὲ κύων προπάροιθε φυλάσσει,
770 νηλειής, τέχνην δὲ κακὴν ἔχει· ἐς μὲν ἰόντας
σαίνει ὁμῶς οὐρῇ τε καὶ οὔασιν ἀμφοτέροισιν,
ἐξελθεῖν δ᾽ οὐκ αὖτις ἐᾷ πάλιν, ἀλλὰ δοκεύων
ἐσθίει, ὅν κε λάβῃσι πυλέων ἔκτοσθεν ἰόντα.
[ἰφθίμου τ᾽ Ἀίδεω καὶ ἐπαινῆς Περσεφονείης.]

***
Εκεί οι θεοί Τιτάνες, κάτω απ᾽ το νεφελώδη ζόφο,730 είναι κρυμμένοι μ᾽ απόφαση του Δία που τα σύννεφα μαζεύει,σε τόπο μουχλιασμένο, στα έσχατα της πελώριας γης.Έξοδο αποκεί δεν έχουν: χάλκινες θύρες ο Ποσειδώναςέβαλε από πάνω τους και τείχος κι από τις δυο μεριές τούς ζώνει.[Εκεί μένουν ο Κόττος, ο Γύγης κι ο μεγαλόψυχος Βριάρεως,φύλακες του Δία πιστοί που την αιγίδα του βαστάει.Εκεί της ζοφερής της γης, του νεφελώδη Τάρταρου,του πόντου του ατρύγητου και τ᾽ ουρανού του έναστρουείναι στη σειρά οι πηγές και τα πέρατα όλων,πικρά και μουχλιασμένα, που κι θεοί μισούνε.740 Χάσμα μεγάλο που και σ᾽ ένα ολόκληρο έτος, αυτό που φέρνει των καρπών τ᾽ ωρίμασμα,δε θα ᾽φτανες μέχρι τον πυθμένα του —αν πρώτα πέρναγες μέσα από τις πύλες—μα εδώ κι εκεί θα σε παρέσερνε η μια πάνω στην άλλη η φοβερή η θύελλα.Είναι φοβερό και για τους αθάνατους θεούς ακόμα.][Πράγμα παράδοξο αυτό. Και τρομερή η οικία της σκοτεινής της Νύχταςστέκει εκεί με μαύρες νεφέλες καλυμμένη.]Μπροστά απ᾽ αυτές ο γιος του Ιαπετού όρθιος τον πλατύ ουρανόβαστά με το κεφάλι και τα ακάματα τα χέρια τουακλόνητος, στο μέρος που ζυγώνουνε η Νύχτα και η Ημέρακι η μια την άλλη χαιρετούν καθώς περνούν το χάλκινο κατώφλι750 το μεγάλο: η μία μες στην οικία κατεβαίνει κι η άλλη βγαίνει έξωκαι ποτέ δεν τις κρατά το σπίτι εντός του και τις δυο μαζί,μα πάντα η μια απ᾽ τις δυο έξω απ᾽ το σπίτικυκλογυρνά τη γη, ενώ η άλλη μες στο σπίτιμέχρι να φτάσει η ώρα της δικής της πορείας περιμένει.Η μια κατέχει για όσους ζουν πάνω στη γη το φως που τα πάντα βλέπει,κι η άλλη, η ολέθρια Νύχτα, έχει στα χέρια της τον Ύπνο,τον αδερφό του Θανάτου, με ομιχλώδη νεφέλη καλυμμένη.Εκεί και τα παιδιά της σκοτεινής της Νύχτας σπίτι έχουνε,ο Ύπνος και ο Θάνατος, δεινοί θεοί. Ποτέ αυτούς760 ο Ήλιος ο λαμπρός δεν τους κοιτά με τις ακτίνες του,ούτε σαν ανεβαίνει, ούτε σαν κατεβαίνει από τον ουρανό.Ο ένας απ᾽ τους δυο τη γη και την πλατιά της θάλασσας τη ράχηήσυχος γυρνά και στους ανθρώπους ήπιος,ενώ του άλλου σιδερένια η καρδιά και χάλκινη η ψυχήανελέητη στα στήθια του είναι. Κι όποιον απ᾽ τους ανθρώπους πάρειτον κρατά. Και είναι μισητός και στους αθάνατους θεούς ακόμα.Εκεί μπροστά και του χθονίου θεού το ηχηρό το σπίτι,[του δυνατού του Άδη και της φοβερής της Περσεφόνης,]στέκεται, και σκύλος σκληρός από εμπρός φυλάγει,770 ανελέητος, και ένα τέχνασμα κακό κατέχει:σε όσους έρχονται κουνάει την ουρά και τα δυο του αυτιά συνάμα,μα δεν αφήνει έξω να βγούνε πάλι, αλλά παραμονεύεικαι καταβροχθίζει όποιον τυχόν θα πιάσει να βγαίνει έξω από τις πύλες[του δυνατού του Άδη και της φοβερής της Περσεφόνης.]