Δευτέρα, 15 Ιουλίου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Νεφέλαι (1131-1170)

ΣΤ. πέμπτη, τετράς, τρίτη, μετὰ ταύτην δευτέρα,
εἶθ᾽, ἣν ἐγὼ μάλιστα πασῶν ἡμερῶν
δέδοικα καὶ πέφρικα καὶ βδελύττομαι,
εὐθὺς μετὰ ταύτην ἔσθ᾽ ἕνη τε καὶ νέα.
1135 πᾶς γάρ τις ὀμνύς, οἷς ὀφείλων τυγχάνω,
θείς μοι πρυτανεῖ᾽ ἀπολεῖν μέ φησι κἀξολεῖν·
ἐμοῦ τε μέτρια καὶ δίκαι᾽ αἰτουμένου·
ὦ δαιμόνιε, τὸ μέν τι νυνὶ μὴ λάβῃς,
τὸ δ᾽ ἀναβαλοῦ μοι, τὸ δ᾽ ἄφες, οὔ φασίν ποτε
1140 οὕτως ἀπολήψεσθ᾽, ἀλλὰ λοιδοροῦσί με
ὡς ἄδικός εἰμι, καὶ δικάσεσθαί φασί μοι.
νῦν οὖν δικαζέσθων· ὀλίγον γάρ μοι μέλει,
εἴπερ μεμάθηκεν εὖ λέγειν Φειδιππίδης.
τάχα δ᾽ εἴσομαι κόψας τὸ φροντιστήριον.
1145 παῖ, ἠμί, παῖ παῖ. ΣΩ. Στρεψιάδην ἀσπάζομαι.
ΣΤ. κἄγωγέ σ᾽· ἀλλὰ τουτονὶ πρῶτον λαβέ·
χρὴ γὰρ ἐπιθαυμάζειν τι τὸν διδάσκαλον.
καί μοι τὸν υἱόν, εἰ μεμάθηκε τὸν λόγον
ἐκεῖνον, εἴφ᾽, ὃν ἀρτίως εἰσήγαγες.
1150 ΣΩ. μεμάθηκεν. ΣΤ. εὖ γ᾽, ὦ παμβασίλει᾽ Ἀπαιόλη.
ΣΩ. ὥστ᾽ ἀποφύγοις ἂν ἥντιν᾽ ἂν βούλῃ δίκην.
ΣΤ. κεἰ μάρτυρες παρῆσαν, ὅτ᾽ ἐδανειζόμην;
ΣΩ. πολλῷ γε μᾶλλον, κἂν παρῶσι χίλιοι.
ΣΤ. βοάσομαι τἄρα τὰν ὑπέρτονον
1155 βοάν. ἰὼ κλάετ᾽, ὦβολοστάται,
αὐτοί τε καὶ τἀρχαῖα καὶ τόκοι τόκων·
οὐδὲν γὰρ ἄν με φλαῦρον ἐργάσαισθ᾽ ἔτι,
οἷος ἐμοὶ τρέφεται
τοῖσδ᾽ ἐνὶ δώμασι παῖς,
1160 ἀμφήκει γλώττῃ λάμπων,
πρόβολος ἐμός, σωτὴρ δόμοις, ἐχθροῖς βλάβη,
λυσανίας πατρῴων μεγάλων κακῶν·
ὃν κάλεσον τρέχων ἔνδοθεν ὡς ἐμέ.
1165 ὦ τέκνον, ὦ παῖ, ἔξελθ᾽ οἴκων,
ἄιε σοῦ πατρός.
ΣΩ. ὅδ᾽ ἐκεῖνος ἀνήρ.
ΣΤ. ὦ φίλος, ὦ φίλος.
ΣΩ. ἄπιθι συλλαβών.
1170 ΣΤ. ἰὼ ἰώ, τέκνον· ἰώ, ἰοῦ ἰοῦ.

***
Βγαίνει από το σπίτι του ο Στρεψιάδης κρατώντας ένα σακί αλεύρι. ΣΤΡ. Η πέμπτη μέρα πριν τελειώσει ο μήνας,
τέταρτη, τρίτη, δεύτερη κατόπι,
κι έπειτ᾽ αυτή που πιότερο, αχ, απ᾽ όλες
φοβούμαι και σιχαίνομαι και τρέμω,
του φεγγαριού η στερνή και πρώτη μέρα.
Γιατί όλοι οι δανειστές μου ορκίζονται ότι,
παράβολο αφού παν και καταθέσουν,
θα με τσακίσουν, θα με κάμουν λιώμα.
Ζητώ εγώ κάτι λογικό και δίκιο:
«Καλέ μου, αυτό μη μου το πάρεις τώρα,
για αυτό μια αναβολή, τ᾽ άλλο άσε μού το.»
«Ποτέ» απαντούν «δε θα τα πάρουμε έτσι»
1140 και με βρίζουν κι είμαι άτιμος μου λένε
και πως στο δικαστήριο θα με πάνε.
Μικρή διακοπή.
Και δε με πάνε! Αν έμαθε ευγλωττία
ο Φειδιππίδης, δυάρα εγώ δε δίνω.
Και θα το μάθω ευθύς· χτυπάω την πόρτα.
Μικρέ! Μ᾽ ακούς; Μικρέ!
Ανοίγει η πόρτα του σπουδαστηρίου και παρουσιάζεται ο ίδιος ο Σωκράτης.
ΣΩΚ. Στρεψιάδη, γεια σου.
ΣΤΡ. Γεια και χαρά σου. Πάρε πρώτα τούτο·
Του δίνει το σακί το αλεύρι.
στο δάσκαλο χρωστούμε κάποιο δώρο.
Κι ο γιος μου, που τον πήρες μαθητή σου,
τον άδικο έχει μάθει λόγο; Πες μου.
ΣΩΚ. Τον έμαθε. ΣΤΡ. Ω Κατεργαριά, ω αφέντρα
1150 του κόσμου! Ζήτω! ΣΩΚ. Κι έτσι απ᾽ όποια θέλεις
δίκη μπορείς να ξεγλιστράς. ΣΤΡ. Κι ας ήταν
μάρτυρες τη στιγμή που δανειζόμουν;
ΣΩΚ. Ακόμα πιο καλά· κι ας ήταν χίλιοι.
ΣΤΡ. Ζήτω, ζήτω! Δυνατή φωνή θα βγάλω.
Κλάψτε, τοκογλύφοι εσείς.
Κλάψτε κι εσείς, κεφάλαια, τόκων τόκοι,
τώρ᾽ από σας κακό πια δε φοβούμαι.
Μες στο σπίτι μου έχω γιο,
ένα γιο έχω γω τρανό,
1160 που αστραψιές πετάει η δίκοπή του γλώσσα·
ο φρουρός μου, του σπιτιού ο σωτήρας είναι,
είναι σκιάχτρο των εχθρών μου,
του γονιού του λυτρωτής απ᾽ τα δεινά.
Φώναξέ τον, νά ᾽ρθει εδώ κοντά μου αμέσως.
Έβγα, γιε μου, έβγα παιδί μου, από κει μέσα·
ο πατέρας σου σε κράζει κι άκουσέ τον.
ΣΩΚ. Νά τον, έρχεται ο λεβέντης.
ΣΤΡ. Ω καλέ κι αγαπητέ μου.
ΣΩΚ. Άιντε, πάρ᾽ τονε μαζί σου.
1170 ΣΤΡ. Γιόκα, γιόκα μου, ω χαρές!

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ - ΑΝΑΞΑΡΕΤΗ

ΑΝΑΞΑΡΕΤΗ
(πέτρινο άγαλμα)
 
Κάποτε, ο Ίφης, ένας νέος ταπεινής καταγωγής, είδε την ευγενή Αναξαρέτη, από το γένος του Τεύκρου, και την ερωτεύθηκε. Αγωνίστηκε για μεγάλο χρονικό διάστημα να συγκρατήσει το πάθος του αλλά η λογική του τον πρόδωσε και κατέληξε ζητιάνος του έρωτά της στο κατώφλι του παλατιού. Μάλιστα, φανέρωσε τα αισθήματά του στην παραμάνα του κοριτσιού και ενίοτε έδινε σε υπηρέτες της να της παραδώσουν φλογερές επιστολές με τις οποίες προσπαθούσε να την καλοπιάσει. Εκείνη όμως στάθηκε σκληρή απέναντί του, πιο σκληρή και από τη «μανιασμένη θάλασσα» και από το «ατσάλι» και από «βράχο καρφωμένο στη θέση του». Αλαζονικά και με θρασύτητα στέρησε τον επίδοξο εραστή από κάθε ελπίδα. Ανήμπορος να αντιμετωπίσει τον πόνο από το μακρόχρονο βασανιστήριο της απόρριψης, ο Ίφης, μπροστά στην πόρτα της Αναξαρέτης, της απηύθυνε τον τελευταίο ερωτικό του λόγο αναγνωρίζοντάς της τη νίκη στον μεταξύ τους αγώνα (αγάπης αγώνας άγονος), για την οποία την καλούσε να τραγουδήσει παιάνα νικηφόρο έχοντας φορέσει στεφάνι δάφνης:
 
Πεθάνω ευχαρίστως· τώρα, καρδιά από ατσάλι, χαίρε! Τώρα θα έχετε κάτι καλό να πείτε για την αγάπη μου, κάτι που σας ευχαριστεί. Να θυμάστε ότι η αγάπη μου για σας δεν τελειώνει πριν από την ίδια μου τη ζωή. Καμιά απλή φήμη δεν θα έρθει σε σας να ανακοινώσει τον θάνατό μου· να μην έχετε καμιά αμφιβολία, εγώ ο ίδιος θα είμαι εκεί, ορατά παρών, ώστε να μπορέσουν τα άγρια μάτια σας να θριαμβολογήσουν πάνω στο άψυχο σώμα μου. Ωστόσο, θεοί δείτε τι κάνουν οι θνητοί, μακάρι να με θυμάστε και να υπομένετε την ιστορία μου που θα λέγεται στο μέλλον.
 
Πέρασε ένα σχοινί στη δοκό της πόρτας της, αυτήν που συχνά έστεφε με γιρλάντες από λουλούδια βρεγμένα με τα δάκρυα της αγάπης του, και κρεμάστηκε. Και έτσι όπως κρεμόταν και χτυπούσαν τα πόδια του την πόρτα, έμοιαζε σαν κάποιος να χτυπά για να του ανοίξουν. Όταν οι υπηρέτες άνοιξαν, και αποκαλύφθηκε το αποτρόπαιο θέαμα, ξεκρέμασαν το σώμα και το μετέφεραν στο σπίτι της μητέρας του, μια και ο πατέρας του ήταν νεκρός. Η μάνα τον πήρε στην αγκαλιά της και του είπε τα λόγια που μόνο ένας αλλόφρων από τον πόνο πατέρας θα έλεγε και ετοίμασε τον νεκρό όπως μόνο μια γυναίκα και μητέρα οφείλει να κάνει· ύστερα οδήγησε τη νεκρική πομπή του γιου της μέσα από την καρδιά της πόλης προς την πυρά.
 
Ο ήχος του θρήνου έφτασε στα αυτιά της Αναξαρέτης με την καρδιά από πέτρα, η οποία από καθαρή περιέργεια, και ίσως γιατί ένας εκδικητικός θεός την παρακίνησε, θέλησε να δει την κηδεία από ένα ανοιχτό παραθύρι στο πιο ψηλό σημείο του σπιτιού της. Αλλά μόλις κοίταξε τον Ίφη, τα μάτια της άρχισαν να μεγαλώνουν και το ζεστό αίμα της άρχισε να κρυώνει στο σώμα της. Προσπάθησε να κάνει ένα βήμα πίσω, όμως δεν μπόρεσε να κουνηθεί, ούτε να αποστρέψει το βλέμμα της -σαν να είχε πετρώσει σώμα και βλέμμα. Η πέτρα που η Αναξαρέτη είχε στη θέση της καρδιάς κατέλαβε το σώμα. Μαρτυρείται ότι στη Σαλαμίνα, σε ναό της Αφροδίτης, εξακολουθεί να υπάρχει το άγαλμα της αλαζονικής κόρης με το όνομα Ατενίζουσα Αφροδίτη -Venus Prospiciens.
 
Την ιστορία αυτή, σύμφωνα με τον Οβίδιο, τη διηγήθηκε ο μεταμορφωμένος σε γριά γυναίκα θεός της αλλαγής Βερτούμνος στη νύφη Πομόνα (=Οπώρα) που φρόντιζε τα φρούτα, προκειμένου να της διδάξει ότι οι κόρες θα πρέπει να βάζουν στην άκρη την απρόθυμη περηφάνια τους και να ενδίδουν στις πιέσεις και τις επιθυμίες των εραστών -έμμεση προτροπή να δεχθεί τον έρωτά του. Η αλληγορική του ιστορία δεν έφερε κανένα αποτέλεσμα και ήταν έτοιμος να χρησιμοποιήσει τη βία της αρπαγής. Όμως όταν πήρε ξανά την αρχική του μορφή, νέος λαμπρός σαν τον ήλιο και ανέφελος, βρήκε την ανταπόκριση που ήθελε. Η Πομόνα, γυναίκα του μυθικού βασιλιά Πίκου, που η Κίρκη μεταμόρφωσε σε δρυοκολάπτη, γιατί αρνήθηκε τον έρωτά της για χάρη του έρωτα της γυναίκας του, έπεσε στην αγκαλιά του Βερτούμνου, θεότητα που συνδέεται με την αλλαγή των εποχών και τη γονιμότητα, γάμος κατάλληλος και για τους δυο.
 
Παρόμοια ιστορία με της Αναξαρέτης παραδίδει και ο Οβίδιος στις Μεταμορφώσεις του (14) παραλλάσσοντας όμως τα ονόματα.

Αργία μήτηρ πάσης κακίας

Η λέξη αργία, μεταξύ άλλων, σημαίνει: το να μην εργάζεται κάποιος, να μην έχει εργασία, δουλειά· η οκνηρία, η φυγοπονία· «το μη σκέπτεσθαι ή το νωθρόν οκνούσα την σκέψιν», «το μη επαρκώς εργάζεσθαι», παύση, διακοπή από τις καθημερινές εργασίες. Στον Πλάτωνα βρίσκουμε και τη φράση «δι’ αργίαν διανοίας.»
 
«Η αργία γεννάει κάθε αμαρτία.»
 
Ουσιαστικά πρόκειται για μετάφραση-απόδοση του αρχαίου ελληνικού γνωμικού  «Αργία μήτηρ πάσης κακίας.»: ο αργός είναι ευεπίφορος προς το κακό, μπορεί να το διαπράξει πιο εύκολα· αυτός που δεν δουλεύει συχνά είναι φτωχός και με «κενές ελπίδες», οπότε στρέφεται προς το κακό για να ικανοποιήσει ακόμα και τις στοιχειώδεις διατροφικές ή άλλες ανάγκες του.
 
Με παραπλήσια σημασία ο λαογράφος Νικόλαος Πολίτης καταγράφει τις ιταλικές «Η αργία γεννά το ελάττωμα», «Η αργία είναι η αρχή κάθε κακού», «Όταν δεν κάνει κανείς τίποτα, μαθαίνει να κάνει το κακό», «Η ακαμωσιά είναι αιτία χίλιων κακών», «Η οκνιά (= η τεμπελιά) είναι η μητέρα της δυστυχίας· η δουλειά γεννά τα πλούτη», «Ο αργός σπανίως είναι καλός άνθρωπος», «Η οκνιά αυξάνει τα ελαττώματα», την αγγλική «Η αργία είναι η ρίζα όλων των κακών», την ισλανδική «Η αργία είναι πολλών κακών μητέρα», την δανέζικη «Η ακαμωσιά διδάσκει το ελάττωμα», την γερμανική «Η αργία είναι των αμαρτιών η αρχή», την αραβική «Η αργία είναι το εργαστήρι του διαβόλου» και την τουρκική «Η ακαμωσιά γεννά φροντίδες».

Μ’ όλα της τα λάθη, η αγάπη, είναι πάντα αγάπη

Σε κοίταζα, και δεν ήξερα αν έβλεπα το φως ή το απόλυτο σκοτάδι. Σε κοίταζα και δεν ήξερα αν ήσουν ο παράδεισος ή η κόλαση. Σε κοίταζα κι ήθελα να φωνάξω, να τρέξω.

Κι η αγκαλιά σου έμοιαζε ολόκληρη και ταυτόχρονα αγκάθινη. Και δεν ήξερα αν η καρδιά μου ηρεμούσε ή αν πληγωνόταν βαθιά. Τίποτα δεν ήξερα. Ήμουν μονάχα εκεί. Μαζί σου. Εγώ κι εσύ.
Ήταν αρκετό και ταυτόχρονα λίγο.

Μου έλειπε κάτι! Μου έλειπε μια σιγουριά. Μια δυνατή σιγουριά. Μια σιγουριά στην αγκαλιά σου. Ήθελα τόσο πολύ να την νιώσω, που παρακαλούσα να δημιουργηθεί.

Μα εσύ, κάπου αλλού. Χαμός στις σκέψεις, στα λόγια, στις πράξεις. Και γώ, να έχω τόσο ανάγκη να πιστέψω. Κι εγώ, να παλεύω να κρατηθώ. Να παλεύω να μην δώσω το είναι μου. Να παλεύω να μην πληγωθώ.

Κι ύστερα, εγώ. Εγώ κι ο εαυτός μου. Και να μην ξέρω αν θέλω να κλάψω γοερά ή να χαμογελάσω με τη ψυχή μου. Να πονάει η καρδιά μου γι’ αυτό το ίσως. Να κυλάνε τα δάκρυα κι εγώ να παλεύω να τα σταματήσω, να παλεύω να μην τα αφήσω να ορίσουν τη ζωή μου.

Και θέλω. Θέλω τόσο πολύ να γίνεις το ερεβοκτόνο μου φως! Να γίνεις το φως που θα συντροφεύει το άλλο φως, το δικό μου! Να γίνεις το φως που θα με βοηθάει να βλέπω όταν το δικό μου θα τρεμοσβήνει. Θέλω να γίνεις ένας παράδεισος. Όχι σαν αυτός που φαντάζονται όλοι. Ένας δικός μας παράδεισος.

Με χαμόγελα και λύπες, μα με αγάπη. Με αγάπη και καρδιά. Αληθινή καρδιά! Θέλω πολύ να δω μέσα σου ότι έχεις να μου δώσεις. Μην ανησυχείς, θα είναι σίγουρα αρκετό. Μην ανησυχείς, η αγάπη δεν μετριέται. Η αγάπη είναι φτιαγμένη για να είναι μοναδική, όχι τέλεια. Η αγάπη έχει σκαμπανεβάσματα και λάθη. Μα στην τελική, η αγάπη, είναι αγάπη.

Να ζεις ελεύθερος, χωρίς μάσκες και προκαταλήψεις

«BE FREE TO FEEL YOURSELF» [Απελευθερώσου, για να νιώσεις τον εαυτό σου]
Το νέο μότο για την ζωής μας.

Να ζεις ελεύθερος χωρίς μάσκες , χωρίς προκαταλήψεις, χωρίς να σκέφτεσαι τι να πεις και πώς να το πεις, χωρίς, χωρίς, χωρίς.

Να μιλάς για σένα, για όλα αυτά που νιώθεις, για όλα αυτά που σου αρέσουν και δεν σου αρέσουν, για όλα αυτά που αγαπάς , για όλα αυτά που σε πληγώνουν , για όλα αυτά που σε φοβίζουν, για όλα αυτά που σε κάνουν δυνατό και αδύναμο, για όλα αυτά που θέλεις να γίνεις.

Αναζήτησε τα αν δεν τα ξέρεις. Είναι εκεί και σε περιμένουν να τα εξερευνήσεις.

Να βάζεις στόχους διεκδικώντας τα όνειρα σου.
Να δημιουργείς για ένα καλύτερο αύριο, για σένα και για τις σχέσεις σου.
Να ακούς, να ακούς την αλήθεια των ανθρώπων με σεβασμό , αυτή την αλήθεια στην οποία πιστεύουν σήμερα.

Ζήσε ελεύθερος αγαπώντας όλα τα συναισθήματα που σου δημιουργούνται. Δεν χρειάζεται να τα αρνηθείς είναι δικά σου, αγάπησε τα και άσε και τους άλλους , όποιους άλλους θέλουν να τα αγαπήσουν.
Ζήσε σήμερα με σεβασμό στο παρελθόν σου, αυτό είναι δεν αλλάζει.

Το μόνο που αλλάζει είναι ο τρόπος που το κοιτάς κάθε φορά που τρέχεις στις κρυψώνες του.

Ζήσε σήμερα για ένα καλύτερο αύριο σου.

Να είσαι ελεύθερος και να αισθάνεσαι.. ο εαυτός σου!

Ευτυχία: Ο μεγάλος ασθενής της εποχής μας

Αν ρωτούσαμε αρκετούς, σήμερα, να μας δώσουν έναν ευσύνοπτο και ουσιαστικό ορισμό της ευτυχίας θα απαντούσαν με μεγάλη σιγουριά και με βλέμμα που δεν εγείρει αμφιβολίες ότι ευτυχία είναι τα χρήματα, τα υλικά αγαθά και γενικώς ό, τι “δυστυχώς” δεν έχουν καταφέρει να κάνουν πράξη στην ζωή τους και μάχονται καθημερινώς και ανελλιπώς για να οδηγηθούν στα αποκτήματα που θα τους βοηθήσουν να αγγίξουν αλλά και να γευτούν την “ευτυχία”.

Κάποιοι θα συναινούσαν, θα επικροτούσαν και θα θαρρούσαν πως ορθότερη προσέγγιση δεν θα μπορούσε να αποδοθεί, ενώ κάποιοι άλλοι θα αηδίαζαν, θα τρόμαζαν και θα απορούσαν για το αν ηθικοπνευματική διάβρωση και φθορά που έχουν υποστεί αρκετοί μπορεί να λάβει ακόμη μεγαλύτερες διαστάσεις. Πόσο πιο κούφια και δύσμορφη μπορεί να είναι αλλά και να γίνει η πλούσια και πολυπόθητη αυτή ευτυχία;

Παρόλα αυτά η απάντηση στο ερώτημα της ζωής που καλείται ευτυχία είναι απλή, σχεδόν λιτοδίαιτη. Είναι η ικανοποίηση, η ευφορία και το αίσθημα αγαλλίασης για αυτά που έχουμε κατακτήσει, γι' αυτά που μας εναγκαλίζουν και γι΄ αυτά που έχουμε θέσει ως βλέψεις και ως επιθυμίες στο απώτερο μέλλον. Βέβαια εδώ έγκειται η χασματώδης και η περίτρανη διαφορά με τον ματαιόδοξο ορισμό που δόθηκε παραπάνω, στο γεγονός δηλαδή ότι οι εν δυνάμει επιθυμίες θα συμβάλλουν στην ολοκλήρωση μας ως προσωπικότητες και θα μας κάνουν αρτιότερους και ποιοτικότερους όταν λάβουν υποστατή μορφή. H αληθινή, η έντιμη και η τόσο ειλικρινής ευτυχία διέπει καθημερινά τον βίο μας, ωστόσο εμείς εθελοτυφλούμε ή μάλλον μέσα στην άβυσσο της ασημαντότητας έχουμε λησμονήσει με τόσο χυδαίο τρόπο το πραγματικό περιεχόμενο της. Μας περιβάλλει, μας χαμογελά και μας υπαγορεύει πως αυτά που είναι τόσο απλά είναι και αυτά που περιέχουν μια ξεχωριστή ομορφιά και καθίστανται απαραίτητα για να είναι κανείς ευτυχής.

Η ευτυχία βρίσκεται τόσο με φανερό όσο και με άδηλο τρόπο σε μία βόλτα, σε έναν γόνιμο και ευχάριστο διάλογο, στην φλόγα της φιλίας, σε ένα χάδι, αλλά και «σ’ ένα ποτήρι κρασί και σ’ ένα φτωχικό μαγκαλάκι» όπως είχε πει και ο μεγάλος Ν. Καζαντζάκης. Η ευτυχία, ακόμη κρύβει την φωτεινή μαγεία της στην υλοποίηση στόχων, οραμάτων και μακροχρόνιων επιθυμιών, αλλά κυρίως το ταξίδι είναι αυτό που μας έχει κάνει στο τέλος πιο ευτυχείς, διότι μέσω του ταξιδιού κατανοούμε την σπουδαιότητα της ευτυχίας. Τα κίνητρα, οι ωραίες αναμνήσεις αλλά και οι ελπίδες του μέλλοντος είναι αυτά που μας κρατούν σε εγρήγορση στο όμορφο παιχνίδι της ευτυχίας. Υπάρχουν, επιπλέον, άνθρωποι που μας αγαπούν, μας νοιάζονται, προσπαθούν συνεχώς να μας συμβουλεύουν και να μας απωθούν από σφάλματα. Είναι άτομα που προσπαθούν συνεχώς να μας προτρέπουν στον δρόμο της αρετής, η οποία υπηρετεί την ευτυχία με πίστη και ευλάβεια. Υπάρχει σπουδαιότερη ευτυχία, όταν αυτή εγκολπώνεται απ’ την αγάπη των γύρω μας;

Η ρίζα, δυστυχώς του προβλήματος που δυστυχώς πολλοί από εμάς αδυνατούμε να αντιληφθούμε βρίσκεται στο κυνήγι μιας αποπροσανατολισμένης, έκλυτης και διεφθαρμένης ευτυχίας της οποίας η όψη είναι τόσο απεχθής και τόσο ρηχή. Δεν είναι τίποτε άλλο από μία σαθρή γοητεία, πράγμα που μας έχει καταστήσει έρμαιο των ευτελών εκφάνσεων της. Στην πραγματικότητα πρόκειται για έναν αγώνα δρόμου δυστυχίας, έναν φαύλο κύκλο ο οποίος τρέφεται απ’ την άμετρη επιθυμία για απόκτηση περισσοτέρων και μόνο σαφώς τα περισσότερα θα νοηματοδοτήσουν την ζωή και την υπό εξαφάνιση «ευτυχία». Ωστόσο, η ευτυχία βρίσκεται μέσα μας και μας συντροφεύει, μας κάνει την παρουσία της καθημερινά αισθητή με έναν τόσο ηχηρό τρόπο. Μας εμπνέει, μας ταξιδεύει και συμβάλλει στην πρόοδο μας εν συνόλω. Πραγματικά ευτυχισμένος είναι μόνο εκείνος ο οποίος έχει κατανοήσει ότι με αυτά που κρατά στο χέρι του και στο πνεύμα του δύναται να κατακτήσει τον κόσμο. Διαχρονικό το ερώτημα, μα ποιος μπορεί να δώσει τέλος στα δεσμά του;

Μπέρτραντ Ράσελ: Εκπαίδευση και στοργή

Μια εκπαίδευση σχεδιασμένη για την εξάλειψη του φόβου δεν είναι καθόλου δύσκολο να δημιουργηθεί. Το μόνο που χρειάζεται είναι να μεταχειριζόμαστε το παιδί με ευγένεια, να το βάλουμε σε ένα περιβάλλον όπου η πρωτοβουλία είναι δυνατή χωρίς καταστροφικά αποτελέσματα, και να το σώσουμε από την επαφή με ενήλικες που έχουν παράλογες φοβίες, όπως το σκοτάδι, τα ποντίκια, ή την κοινωνική επανάσταση.

Ένα παιδί, επίσης, θα πρέπει να μην υπόκειται σε αυστηρή τιμωρία, ή σε απειλές, ή σε σοβαρές και υπέρμετρες επιπλήξεις.

Το να σώσουμε ένα παιδί από το μίσος είναι ένα κάπως πιο πολύπλοκο εγχείρημα. Οι καταστάσεις που προκαλούν τη ζηλοτυπία πρέπει, πολύ προσεκτικά, να αποφεύγονται μέσω της ευσυνείδητης και ακριβούς δικαιοσύνης, μεταξύ διαφορετικών παιδιών. Ένα παιδί πρέπει να αισθάνεται το ίδιο, το αντικείμενο της ένθερμης στοργής εκ μέρους ορισμένων, τουλάχιστον, ενηλίκων με τους οποίους έχει να κάνει, και δεν πρέπει να αποθαρρύνεται να επιδίδεται σε φυσικές δραστηριότητες και να εκφράζει τις απορίες του, εκτός όταν υπάρχει κίνδυνος για τη ζωή του ή τίθεται θέμα υγείας. Ειδικότερα, δεν πρέπει να υπάρχουν προκαταλήψεις για τη γνώση ερωτικών θεμάτων, ή για συζητήσεις θεμάτων που οι παραδοσιακοί άνθρωποι θεωρούν ακατάλληλες. Αν αυτοί οι απλοί κανόνες εφαρμόζονται από την αρχή, το παιδί θα είναι άφοβο και φιλικό.

Οπωσδήποτε, με την είσοδο στην ενήλικη ζωή, ένα νεαρό άτομο, τόσο μορφωμένο, θα βρει τον εαυτό του βυθισμένο σε έναν κόσμο γεμάτον αδικία, γεμάτον σκληρότητα, γεμάτον εξαθλίωση που μπορεί να προληφθεί. Η αδικία, η σκληρότητα και η δυστυχία που υπάρχουν στον σύγχρονο κόσμο είναι μια κληρονομιά από το παρελθόν, και βασική πηγή τους είναι οι οικονομικές συνθήκες, αφού ο ανταγωνισμός ζωής και θανάτου για τα μέσα διαβίωσης ήταν στο παρελθόν αναπόφευκτος. Δεν είναι όμως αναπόφευκτος στην εποχή μας.

Με την παρούσα βιομηχανική τεχνική, μπορούμε, αν θέλουμε, να παρέχουμε μια ανεκτή διαβίωση για όλους. Θα μπορούσαμε επίσης να εξασφαλίσουμε, ότι ο πληθυσμός του πλανήτη θα πρέπει να είναι στάσιμος, αν δεν παρεμποδιζόμασταν από την πολιτική επιρροή των εκκλησιών που προτιμούν πόλεμο, επιδημία και έλλειψη αντισύλληψης.

Η γνώση υπάρχει, με την οποία η καθολική ευτυχία μπορεί να επιτευχθεί· το βασικό εμπόδιο για τη χρησιμοποίησή της για τον σκοπό αυτό είναι η διδασκαλία της θρησκείας. Η θρησκεία αποτρέπει τα παιδιά μας από το να έχουν μια ορθολογιστική εκπαίδευση· η θρησκεία μάς εμποδίζει από την απομάκρυνση των βασικών αιτιών του πολέμου· η θρησκεία μάς αποτρέπει από το ηθικό δίδαγμα της επιστημονικής συνεργασίας, σε αντικατάσταση των παλαιών άγριων ​​δογμάτων της αμαρτίας και της τιμωρίας.

Είναι πιθανόν ότι η ανθρωπότητα βρίσκεται στο κατώφλι μιας χρυσής εποχής, αλλά, αν είναι έτσι, θα πρέπει πρώτα να σκοτώσει τον δράκο που φυλάει την πόρτα, κι αυτός ο δράκος είναι η θρησκεία.

Ράινερ Μαρία Ρίλκε: Είναι γόνιμη η μοναξιά, επειδή είναι δύσκολη

«Είναι γόνιμη η μοναξιά, επειδή είναι δύσκολη. Γόνιμος είναι και ο έρωτας: επειδή κι ο έρωτας είναι δύσκολος»

«Μην αφήσετε να σας κυριέψει στη μοναξιά σας ανησυχία και ταραχή, επειδή νιώθετε μέσα σας έναν αόριστο πόθο να ξεφύγετε απ' τη μόνωσή σας. Ίσα-ίσα, αυτός ο πόθος — αν τον μεταχειριστείτε γαλήνια και στοχαστικά, σα μέσο για κάποιο σκοπό — θα σας βοηθήσει ν' απλώσετε τη μοναξιά σας σε πιο πλούσιο και πιο πλατύ χώρο.

Οι άνθρωποι έχουν βρει για το κάθε τι την ευκολότερη (συμβατική) λύση, την ευκολότερη απ' όλες τις εύκολες λύσεις.

Είναι γόνιμη η μοναξιά, επειδή είναι δύσκολη. Ένας παραπάνω λόγος για να επιχειρήσουμε κάτι, πρέπει νά  'ναι η δυσκολία που το κάτι αυτό παρουσιάζει.

Γόνιμος είναι κι ο έρωτας: επειδή κι ο έρωτας είναι δύσκολος.

Έρωτας του ανθρώπου για τον άνθρωπο: ίσως αυτό νά 'ναι το δυσκολότερο απ' όσα μάς έταξεν η μοίρα, το πιο απόμακρο, η τελευταία δοκιμασία, το έργο που όλα τ' άλλα δεν είναι παρά προετοιμασία και προπαρασκευή του.

Γι' αυτό κι οι νέοι — που είναι "αρχάριοι" στο κάθε τι — δεν ξέρουν ακόμα ν' αγαπούν: πρέπει να διδαχτούν τον έρωτα. Με όλο τους το είναι, με όλες τους τις δυνάμεις συμμαζεμένες γύρω στην ερημική φοβισμένη καρδιά τους, που οι χτύποι της ψηλώνουν ολοένα, πρέπει να μάθουν ν' αγαπούν.

Ο καιρός όμως της μαθητείας είναι πάντα καιρός μακρόχρονου "εγκλεισμού". Έτσι είναι, για πολύν καιρό, κι ο έρωτας: μοναξιά, ολοένα και πιο έντονη και πιο βαθιά μόνωση.

Έρωτας δε θα πει ν' ανοίγεσαι ευθύς, να δίνεσαι, να ενώνεσαι με κάποιον Άλλον (τι θα ήταν, άλλωστε, η ένωση δυο όντων ακαθόριστων ακόμα, ατέλειωτων, ανοργάνωτων;)˙ είναι μια σπάνια ευκαιρία για να ωριμάσεις, ν' αποχτήσεις μιαν υπόσταση δική σου, να γίνεις εσύ ένας ολόκληρος Κόσμος, για χάρη κάποιου άλλου, αγαπημένου προσώπου˙ είναι μια υψηλή, ακράτητη αξίωση, που σε χρίζει εκλεκτό της και σε σπρώχνει προς τ' απέραντα πλάτη.

Μόνο έτσι θά 'πρεπε να μεταχειρίζονται οι νέοι τον έρωτά τους: σαν ένα καθήκον που τους υποχρεώνει να εργάζονται αδιάκοπα στο μέσα τους κόσμο ("ν' ακρομάζονται και να σφυροκοπάνε νύχτα-μέρα").

Δεν είναι ακόμα ώριμοι για το δόσιμο του εαυτού τους, για την εγκατάλειψη και το σβήσιμό τους μέσα σ' ένα άλλο άτομο, για οποιοδήποτε τρόπο Ένωσης. (Πρέπει, πρώτα, και για πολύν-πολύν καιρό, να μαζεύουν και να θησαυρίζουν ολοένα.)

Η Ένωση αυτή, το δόσιμο αυτό, είναι το στερνό σκαλοπάτι˙ ίσως η ανθρώπινη ζωή να μη μπορεί ακόμα να το χωρέσει.

Εδώ όμως λαθεύουν οι νέοι τόσο συχνά και τόσο βαριά: ορμάνε ακράτητοι ο ένας προς τον άλλον, όταν τους αγγίξει η αγάπη (είναι στη φύση τους να μη μπορούν να περιμένουν), σκορπίζονται εδώ κι εκεί, ενώ η ψυχή τους είναι γεμάτη ακεφιά, ακαταστασία και ταραχή.

Για τους ανθρώπους ο έρωτας δεν είναι παρά μια απόλαυση, τον κατάντησαν λοιπόν κάτι εύκολο και φτηνό, ακίνδυνο και σίγουρο, όμοιο με τις απολαύσεις τών δρόμων.

Αλήθεια, πόσοι και πόσοι νέοι στάθηκαν ανίκανοι να βρουν το σωστό δρόμο τής αγάπης, για πόσους τα σύνορα τού έρωτα σταματάνε στο εύκολο, βιαστικό δόσιμο του εαυτού τους! (Οι περισσότεροι, άλλωστε, δε θα προχωρήσουν — σίγουρα — πιο πέρα από κει.)

Νιώθουν, πολλοί, να λυγίζουν κάτ' απ' το βάρος αυτού τού λάθους και πασχίζουν να κάνουν βιώσιμη και γόνιμη, με το δικό τους προσωπικό τρόπο, την κατάσταση αυτή όπου βρέθηκαν ριγμένοι.

Η φύση τους τούς λέει πως τα προβλήματα του έρωτα — λιγότερο από άλλα, που είναι το ίδιο σημαντικά — δε μπορούν να λυθούν σύμφωνα με τούτον ή εκείνον το γενικό κανόνα που εφαρμόζεται σ' όλες τις περιπτώσεις˙ νιώθουν πως τα προβλήματα αυτά — άμεσα προβλήματα ανθρώπου προς άνθρωπο — χρειάζονται, για κάθε περίπτωση, καινούρια, ιδιαίτερη, αποκλειστικά προσωπική απάντηση.

Πώς όμως αυτοί — μια και μπερδεύτηκαν πια έτσι αναμεταξύ τους που δεν ξεχωρίζουν ο ένας απ' τον άλλον, μια και δεν έχουν πια τίποτα Δικό τους — πώς θα μπορούσαν να βρουν μέσα τους κάποιαν έξοδο, για να ξεφύγουν απ' την άβυσσο όπου έχει βουλιάξει η μοναξιά τους;

Έρημοι κι αβοήθητοι, πορεύονται στα τυφλά κι ο ένας κι ο άλλος. Σκορπάνε τις καλύτερες δυνάμεις τους για να γλιτώσουν από συμβατικότητες όπως ο γάμος, και πέφτουν σ' άλλες συμβατικές λύσεις, λιγότερο χτυπητές, το ίδιο όμως θανάσιμες. Επειδή μονάχα για συμβατικότητες είναι άξιοι. Ό,τι βγαίνει απ' αυτές τις βιαστικές κι ανυπόμονες, θολές και ταραγμένες ενώσεις, είναι πάντα συμβατικό. Κάθε σχέση που είναι καρπός αυτής της πλάνης έχει κάτι το συμβατικό, ακόμα κι αν είναι ασυνήθιστη (ή, όπως λέει ο κόσμος, ανήθικη). Κι ο χωρισμός ακόμα θά 'ταν μια συμβατική χειρονομία, μια απρόσωπη τυχαία απόφαση, αδύναμη κι άκαρπη.

Οι γυναίκες — που μέσα τους κατοικεί μια ζωή πιο αυθόρμητη, πιο γόνιμη, γεμάτη από περισσότερη εμπιστοσύνη — είναι, σίγουρα, πιο ώριμες, πιο "ανθρώπινες" απ' τον άντρα — το φαντασμένο κι ανυπόμονον αρσενικό, που καταφρονάει ό,τι νομίζει πως αγαπάει, επειδή δε γνώρισε ποτέ την τραχιά καρποφορία τών σπλάχνων, που θα του ξάνοιγε (όπως στη γυναίκα) τα μυστικά βάθη τής ζωής.

Αυτή η "ανθρωπιά" τής γυναίκας, ωριμασμένη μέσα στον πόνο και την καταφρόνια, θα βγει στο φως τής μέρας, όταν η γυναίκα λυτρωθεί απ' τις κοινωνικές συμβατικότητες, όπου την καταδικάζει η αποκλειστικά θηλυκή υπόστασή της. Κι οι άντρες, που δε νιώθουν ακόμα σήμερα πως η ώρα αυτή ζυγώνει, θα ξαφνιαστούν με τον ερχομό της και θα νικηθούν.

Δεν αργεί η μέρα (σίγουρα σημάδια το μαρτυράνε κιόλας, προπάντων στις χώρες του βορρά), δεν αργεί η μέρα που η Νέα Κοπέλα θα υπάρξει, η Γυναίκα θα υπάρξει˙ που οι λέξεις "νέα κοπέλα" και "γυναίκα" δε θα σημαίνουν πια μονάχα το αντίθετο του αρσενικού, μα κάτι ξεχωριστό, που θά 'χει δική του αξία κι υπόσταση, κάτι που δε θά 'ναι απλό συμπλήρωμα άλλου, μα ολοκληρωμένη μορφή τής ζωής και της ύπαρξης — : η γυναίκα-γνήσιος άνθρωπος.

Αυτή η πρόοδος (ενάντια στη θέληση του άντρα, που θα μείνει, στην αρχή, πίσω) θα μεταμορφώσει ριζικά την ερωτική ζωή, πλημμυρισμένην από τόσες πλάνες σήμερα:

Ο έρωτας δε θά 'ναι πια σχέση άντρα με γυναίκα, αλλά Ανθρώπου με Άνθρωπο˙ θα στέκει πιο κοντά στην ανθρώπινη φύση (γεμάτος άπειρη απαλότητα και σεβασμό, καλός και καθάριος σε όλα κείνα που σμίγει και χωρίζει).

Θά 'ναι ο έρωτας που προετοιμάζουμε μ' αγωνία και μόχθο: δυο Μοναχικοί Άνθρωποι, που θα προστατεύουν, θα συμπληρώνουν, θα περιορίζουν και θα σέβονται ο ένας τον άλλον.

Και τούτο ακόμα: Μη νομίσετε πως χάθηκε ο μεγάλος έρωτας που σας κυρίεψε κάποτε στα εφηβικά σας χρόνια˙δε μέστωσαν, τότε, εντός σας τρανοί κι ευγενικοί πόθοι και σχέδια που, σήμερα ακόμα, τροφοδοτούν τη ζωή σας;

Πιστεύω πως αυτός ο έρωτας μένει έτσι άφθαρτος και δυνατός μέσα στη θύμησή σας, επειδή στάθηκε η πρώτη σας βαθιά μόνωση, ο πρώτος εσώτερος μόχθος που κάνατε στη ζωή σας.»
 
Ράινερ Μαρία Ρίλκε, Γράμματα σ' ένα νέο ποιητή

Όσοι μπορούν να παραδεχτούν ότι δεν γνωρίζουν, τείνουν να γνωρίζουν περισσότερα

Σε όλους έχει τύχει. Κάνουμε νέες γνωριμίες και θέλουμε απλά να τις εντυπωσιάσουμε. Μπορεί να είναι εύκολο να υποκριθούμε ότι γνωρίζουμε για κινηματογράφο, πολιτική ή για τις επιστήμες απλά για να ξεφύγουμε από μια άβολη θέση.

Αλλά αντίθετα απ’ ό,τι πιστεύουμε ότι είναι το λογικό, μια νέα σειρά πέντε ερευνών από το Πανεπιστήμιο Pepperdine δείχνει ότι όσοι παραδέχονται ότι δεν γνωρίζουν κάτι, τείνουν να έχουν στην πραγματικότητα περισσότερες γνώσεις. Αν θέλετε να κάνετε τέτοιους ανθρώπους να σας θεωρήσουν έξυπνους, ίσως το καλύτερο πράγμα που έχετε να πείτε είναι «δεν γνωρίζω».

Πίσω από την διανοητική μετριοφροσύνη

Διανοητική μετριοφροσύνη σημαίνει ότι έχουμε την επίγνωση και την ειλικρίνεια να παραδεχτούμε ότι δεν γνωρίζουμε κάποια πράγματα ή ότι δεν έχουμε αρκετή εμπειρία πάνω σε ένα ζήτημα. Οι επιστήμονες έχουν γενικά συνδέσει την ταπεινοφροσύνη – την αρετή δηλαδή της αναγνώρισης των περιορισμών μας – με περισσότερη ακαδημαϊκή γνώση και καλύτερους βαθμούς. Και αυτό είναι λογικό αν σκεφτούμε ότι χρειάζεται να μάθει κανείς πράγματα για να αποκτήσει επαρκείς γνώσεις σε κάτι.

Αν και ταπεινοφροσύνη είναι το να αναγνωρίζουμε ότι έχουμε αδυναμίες γενικά, η διανοητική μετριοφροσύνη αναφέρεται ειδικότερα στην περίπτωση διανοητικής δυνατότητας σφάλματος. Ένας άνθρωπος είναι διανοητικά ταπεινός όταν συνειδητοποιεί ότι οι ιδέες και οι απόψεις του μπορεί να είναι λανθασμένες. Εδώ εμπλέκεται μια δεκτικότητα στις νέες πληροφορίες, και σύμφωνα με τους ερευνητές, «μια υγιής εξάρτηση ανάμεσα στη νοημοσύνη και στο εγώ».

Οι αλαζόνες, οι μετριόφρονες και οι αλαζόνες-μετριόφρονες

Για την έρευνα, η ομάδα των επιστημόνων έθεσε μια ερώτηση: Υπάρχει κάποιο όφελος γνώσης από την παραδοχή της πιθανότητας λάθους; Για να απαντήσουν, έτρεξαν όχι ένα, ούτε δύο, αλλά πέντε ξεχωριστά πειράματα. 1.200 συμμετέχοντες απάντησαν σε μια σειρά ερωτηματολογίων που εξέταζε τις γνωστικές τους ικανότητες, τις προβλέψεις τους γι΄ αυτές και φυσικά τα επίπεδα διανοητικής μετριοφροσύνης.

Για το τελευταίο κομμάτι, χρησιμοποίησαν διαφορετικές μεθόδους σε διαφορετικές μελέτες για να έχουν μια σφαιρική αντίληψη του ζητήματος. Και οι πέντε έρευνες χρησιμοποιήθηκαν για να εξετάσουν παρελθοντικές γνώσεις, μοτίβα σκέψης, χαρακτηριστικά και κίνητρα.

Η ερευνητική ομάδα βρήκε ότι η διανοητική μετριοφροσύνη συσχετιζόταν με περισσότερες γενικές γνώσεις, αν και όχι με μεγαλύτερες γνωστικές ικανότητες. Δηλαδή οι συμμετέχοντες που ήταν διανοητικά μετριόφρονες δεν ήταν εξυπνότεροι, αλλά έτειναν να γνωρίζουν περισσότερα σε σύγκριση με όσους δεν ήταν.

Οι ερευνητές πιστεύουν ότι αυτό το «προβάδισμα» στη γνώση οφείλεται στο γεγονός ότι η μετριοφροσύνη ανοίγει δρόμο προς την εισροή και τη μάθηση νέων πληροφοριών, δηλαδή καλλιεργεί την περιέργεια, τη δεκτικότητα και την συλλογή. Επίσης, βρέθηκε μια σχέση ανάμεσα στη διανοητική μετριοφροσύνη και στην «κοινωνική επαγρύπνηση», που σημαίνει ότι αυτοί οι άνθρωποι εργάζονται καλύτερα με άλλους.

Σε έναν σκληρό κόσμο που θέλει να σε κάνει άκαρδο, μείνε ευγενικός

Σε έναν κόσμο που τους κάνει όλους να νομίζουν πως είναι καλύτερα να είσαι άκαρδος, να είσαι ευγενής. Να έχεις ενσυναίσθηση. Να δείχνεις συμπόνια. Να αγαπάς. Μην αφήσεις τον πόνο να σε διαμορφώσει σε ένα άτομο που δεν αναγνωρίζεις. Να είσαι μεγαλύτερος από τον πόνο. Να είσαι κάποιος που ανεξάρτητα από το πόσες φορές η αγάπη σε έχει πληγώσει εξακολουθείς να πιστεύεις σε αυτή. Να είσαι ευγενικός σε έναν σκληρό κόσμο.

Σε έναν κόσμο που τους κάνει όλους να αισθάνονται πως πρέπει να τα κάνουν όλα μόνοι τους, ζήτα βοήθεια. Μοιράσου. Δώσε. Μάθε από τους άλλους. Να περιβάλλεσαι με θετικούς ανθρώπους, με άτομα που σε κάνουν καλύτερο άτομο. Μην ντρέπεσαι να ζητήσεις συμβουλές, κανείς δεν τα ξέρει όλα και όλοι χρειαζόμαστε λίγη βοήθεια.

Σε έναν κόσμο που σκοτώνει τα όνειρα σου, τόλμησε να ονειρευτείς. Να πιστεύεις. Να έχεις την πίστη πως κάποια μέρα θα ζεις την ζωή που πάντα ήθελες. Η ζωή μπορεί να γίνει δύσκολη, αλλά είναι επίσης ευγενική και γενναιόδωρη σε εκείνους που εκτιμούν την ομορφιά της. Να είσαι κάποιος που βλέπει το ποτήρι μισό-γεμάτο και μην αφήσεις κανέναν να σου πει το αντίθετο.

Σε έναν κόσμο που περιμένει να είσαι απόμακρος, αμέτοχος και αδιάφορος, να είσαι παρών και ευάλωτος. Να είσαι κάποιος που νοιάζεται. Να είσαι κάποιος που δεν φοβάται να δείξει τα συναισθήματα του. Τόλμησε να λες «Σ’ αγαπώ» περισσότερες φορές. Να είσαι κάποιος που παίρνει ρίσκα αντί να αναρωτιέσαι τι θα συμβεί. Να είσαι κάποιος που ξέρει πως ανεξάρτητα από το πόσες φορές σε ρίξει η ζωή, κάθε φορά θα σηκώνεσαι ακόμα πιο δυνατός από την προηγούμενη.

Σε έναν κόσμο γεμάτο ψέματα, πες την αλήθεια. Πιο σημαντικά, ζήσε την αλήθεια σου. Αποδέξου τον εαυτό σου όπως είσαι, με όλα τα λάθη, τις ατέλειες και τις μοναδικές ιδιότητες σου. Σταμάτα να προσποιείσαι πως είσαι κάποιος που δεν είσαι γατί είσαι ήδη μοναδικός. Μην ζεις την ζωή σου σύμφωνα με τις προσδοκίες της κοινωνίας. Ζήσε με τους δικούς κανόνες και επιθυμίες.

Και εν τέλει, σε έναν κόσμο που συνεχώς προσπαθεί να σε αλλάξει, μείνε αληθινός. Μοίρασε την αγάπη, την ευγένεια και να συμπεριφέρεσαι καλά στους άλλους. Επειδή στο τέλος, μόνο αυτό έχει σημασία. Εν τέλει, σου μένουν οι καλές αναμνήσεις, οι φορές που ερωτεύτηκες, οι αναμνήσεις σου με τους αγαπημένους σου. Η αγάπη είναι το πιο ισχυρό συναίσθημα που υπάρχει, διάδωσε την. Και να φέρεσαι με ευγένεια. Πάντα.

OSCAR WILDE: Το Αηδόνι και το Τριαντάφυλλο

«Είπε πως θα χορέψει μαζί μου, αν της φέρω κόκκινα τριαντάφυλλα», έλεγε ο νεαρός σπουδαστής, «μα μέσα σ’ όλο μου τον κήπο δεν υπάρχει ούτε ένα κόκκινο τριαντάφυλλο». Απ’ τη φωλιά του που είχε χτισμένη στη βαλανιδιά, τον άκουσε το Αηδόνι και κοίταξε έξω απ’ τα φυλλώματα απορημένο. «Ούτε ένα κόκκινο τριαντάφυλλο μέσα σ’ όλο μου τον κήπο!» φώναξε και τα μάτια του πλημμύρισαν δάκρυα. «Αχ, γιατί η ευτυχία να εξαρτάται από τόσο ασήμαντα πραγματάκια! Έχω διαβάσει όλα όσα έχουν γράψει οι σοφοί και κατέχω όλα τα μυστικά της φιλοσοφίας κι όμως πάει χαμένη η ζωή μου, επειδή μου λείπει ένα κόκκινο τριαντάφυλλο». «Να, επιτέλους, κάποιος που αγαπά πραγματικά», είπε το Αηδόνι. «Κάθε βράδυ τραγουδούσα γι’ αυτόν κι ας μην τον γνώριζα. Κάθε βράδυ έλεγα την ιστορία του στ’ άστρα και τώρα τον βλέπω. Τα μαλλιά του είναι μαύρα, σαν του υάκινθου τον ανθό, και τα χείλη του κόκκινα, σαν το τριαντάφυλλο του πόθου του. Αλλά το πάθος έχει κάνει το πρόσωπό του σαν ωχρό ελεφαντόδοντο κι η λύπη το μέτωπό του έχει σφραγίσει». «Ο Πρίγκιπας δίνει χορό αύριο βράδυ», μουρμούριζε ο νεαρός σπουδαστής, «και η αγάπη μου θα είναι κι αυτή προσκεκλημένη. Αν της φέρω ένα κόκκινο τριαντάφυλλο, θα χορέψει μαζί μου ως το ξημέρωμα. Αν της φέρω ένα κόκκινο τριαντάφυλλο, θα την κρατήσω στην αγκαλιά μου κι εκείνη θα ακουμπήσει το κεφάλι της στον ώμο μου και θα μπλέξει το χέρι της μες στο δικό μου. Μα δεν υπάρχει κόκκινο τριαντάφυλλο στον κήπο μου. Θα κάτσω μονάχος μου, λοιπόν, κι εκείνη θα με προσπεράσει. Δεν θα μου δώσει προσοχή κι εμένα θα ραγίσει η καρδιά μου». «Να, στ’ αλήθεια, αυτός που αγαπά αληθινά», είπε το Αηδόνι. «Πάσχει με ό,τι εγώ τραγουδώ: ό,τι είναι χαρά για μένα, πόνος είναι γι’ αυτόν.

Σίγουρα είναι υπέροχο πράγμα η Αγάπη. Πολυτιμότερη κι από σμαράγδια, ακριβότερη κι απ’ το λεπτότερο οπάλι. Δεν μπορούν μαργαριτάρια και ρόδια να την αγοράσουν ούτε κι απλώνεται στον πάγκο της αγοράς. Οι έμποροι να την αγοράσουν δεν μπορούν ούτε και στη ζυγαριά μπορεί να ζυγιστεί για όλο το χρυσάφι». «Οι μουσικοί θα κάθονται στον εξώστη τους», είπε ο νεαρός σπουδαστής. «Θα παίζουν τα έγχορδα όργανά τους και η αγάπη μου θα χορεύει στον ήχο της άρπας και του βιολιού. Θα χορεύει τόσο ανάλαφρα, που τα πόδια της δεν θα ακουμπάνε στο πάτωμα και γύρω της θα συνωστίζονται οι αυλικοί με τα χαρωπά τους κοστούμια. Μαζί μου όμως δεν πρόκειται να χορέψει, γιατί δεν έχω κόκκινο τριαντάφυλλο να της προσφέρω». Και ρίχτηκε πάνω στο χορτάρι κι έκρυψε το πρόσωπό του μες στα χέρια του και έκλαψε.

«Γιατί κλαίει;» ρώτησε μια μικρή Πράσινη Σαύρα καθώς περνούσε πλάι του με ανασηκωμένη την ουρά της. «Αλήθεια, γιατί;» ρώτησε και μια Πεταλούδα που πετούσε κυνηγώντας μια ηλιαχτίδα. «Γιατί, αλήθεια;» ψιθύρισε μια Μαργαρίτα στη γειτόνισσά της με απαλή, χαμηλή φωνή. «Κλαίει για ένα κόκκινο τριαντάφυλλο», είπε το Αηδόνι. «Για ένα κόκκινο τριαντάφυλλο;» έκαναν εκείνα μ’ ένα στόμα. «Μα αυτό είναι γελοίο!» Κι η μικρή Σαύρα, που ήταν κάπως κυνική, ξέσπασε αμέσως σε γέλια. Το Αηδόνι, όμως, καταλάβαινε το μυστικό της λύπης του νέου και καθόταν σιωπηλό μες στη βαλανιδιά και συλλογιζόταν σχετικά με το μυστήριο της Αγάπης. Άξαφνα άνοιξε τα καφέ φτερά του και χύθηκε πετώντας στον αέρα. Πέρασε μέσα από το δασάκι και σαν σκιά διέσχισε τον κήπο. Στο κέντρο του κήπου με το πλούσιο χορτάρι φύτρωνε μια όμορφη Τριανταφυλλιά κι όταν αυτό την είδε, πέταξε κατευθείαν από πάνω της και κατέβηκε για να καθίσει σ’ ένα κλαδάκι. «Χάρισέ μου ένα κόκκινο τριαντάφυλλο», της φώναξε, «κι εγώ θα σου τραγουδήσω το γλυκύτερο τραγούδι μου». Αλλά η Τριανταφυλλιά κούνησε το κεφάλι της. «Τα δικά μου τριαντάφυλλα είναι λευκά», αποκρίθηκε, «λευκά σαν τον αφρό της θάλασσας, λευκότερα κι από το χιόνι πάνω στα βουνά. Μπορείς, όμως, να πεις στην αδερφή μου που φυτρώνει γύρω απ’ το ηλιακό ρολόι κι ίσως αυτή σου δώσει ό,τι θελήσεις». Έτσι, λοιπόν, το Αηδόνι πέταξε πάνω απ’ την Τριανταφυλλιά που φύτρωνε γύρω απ’ το ηλιακό ρολόι. «Χάρισέ μου ένα κόκκινο τριαντάφυλλο», της φώναξε, «κι εγώ θα σου τραγουδήσω το γλυκύτερο τραγούδι μου». Αλλά η Τριανταφυλλιά κούνησε το κεφάλι της. «Τα δικά μου τριαντάφυλλα είναι κίτρινα», αποκρίθηκε, «κίτρινα σαν τα μαλλιά της νεράιδας που κάθεται πάνω σε θρονί κεχριμπαρένιο, πιο κίτρινα κι απ’ τον ασφόδελο που ανθοβολεί μες στο λιβάδι, προτού φτάσει ο θεριστής με το δρεπάνι του. Μπορείς, όμως, να πας στην αδελφή μου που φυτρώνει κάτω απ’ το παράθυρο του σπουδαστή κι ίσως αυτή σου δώσει ό,τι θελήσεις». Έτσι, λοιπόν, το Αηδόνι πέταξε πάνω απ’ την Τριανταφυλλιά που φύτρωνε κάτω από το παράθυρο του σπουδαστή. «Χάρισέ μου ένα κόκκινο τριαντάφυλλο», της φώναξε, «κι εγώ θα σου τραγουδήσω το γλυκύτερο τραγούδι μου».

Αλλά η Τριανταφυλλιά κούνησε το κεφάλι της. «Ναι, είναι κόκκινα τα τριαντάφυλλά μου», αποκρίθηκε, «κόκκινα σαν τα πόδια του περιστεριού, πιο κόκκινα ακόμα κι απ’ τις μεγάλες βεντάλιες των κοραλιών που σαλεύουν αργά κι όλο σαλεύουν στην ωκεάνια σπηλιά. Μα ο χειμώνας πάγωσε τις φλέβες μου κι ο παγετός έκαψε τα μπουμπούκια μου κι έσπασε η καταιγίδα τα κλαδιά μου και θα μείνω δίχως τριαντάφυλλα όλο αυτόν τον χρόνο». «Το μόνο που χρειάζομαι είναι ένα κόκκινο τριαντάφυλλο», της φώναξε το Αηδόνι, «ένα και μοναδικό κόκκινο τριαντάφυλλο! Δεν υπάρχει κανένας τρόπος να τ’ αποκτήσω;» «Υπάρχει ένας τρόπος», αποκρίθηκε η Τριανταφυλλιά, «μα είναι τόσο τρομερός, που δεν τολμώ να σου τον πω». «Πες μου τον», είπε το Αηδόνι, «δεν φοβάμαι». «Αν θες ένα κόκκινο τριαντάφυλλο», είπε τότε εκείνη, «πρέπει να το φτιάξεις μονάχο σου με μουσική στο φεγγαρόφωτο και να του δώσεις χρώμα από το αίμα της καρδιάς σου. Πρέπει να μου τραγουδήσεις τρυπώντας το στήθος σου σ’ ένα μου αγκάθι. Όλη τη νύχτα πρέπει να τραγουδάς και το αγκάθι πρέπει να φτάσει ως την καρδιά σου, να τρυπήσει την καρδιά σου και το αίμα της ζωής σου πρέπει να τρέξει μες στις δικές μου φλέβες κι αίμα δικό μου να γίνει». «Ο Θάνατος είναι μεγάλο τίμημα για ένα τριαντάφυλλο», είπε το Αηδόνι, «και η Ζωή είναι χιλιάκριβη για όλους. Είναι όμορφο να κάθεσαι μέσα στο πράσινο δάσος και να αντικρίζεις τον ήλιο στο χρυσό του άρμα και το φεγγάρι μέσα στο άρμα του το μαργαριταρένιο. Γλυκιά είναι η ευωδιά της λευκάκανθας, γλυκιές κι οι κληματίδες που κρύβονται μες στην κοιλάδα και τα ρείκια που φυτρώνουνε στον λόφο. Όμως η Αγάπη αξίζει πιο πολύ απ’ τη Ζωή και τι είναι, τάχα, η καρδιά ενός πουλιού μπρος στην καρδιά ενός ανθρώπου;» Κι έτσι, άνοιξε τα καφέ φτερά του και πέταξε ψηλά. Πέρασε σαν σκιά πάνω απ’ τον κήπο και σαν σκιά κατευθύνθηκε προς το δασάκι.

Ο νέος ήταν ακόμα σωριασμένος πάνω στο χορτάρι, όπου τον είχε αφήσει, και τα δάκρυα δεν είχαν ακόμα στεγνώσει στα μάτια του. «Να είσαι χαρούμενος!» του φώναξε το Αηδόνι. «Να είσαι χαρούμενος! Θα έχεις το κόκκινό σου τριαντάφυλλο. Θα το φτιάξω μοναχό μου με μουσική στο φεγγαρόφωτο και θα του δώσω χρώμα από το αίμα της καρδιάς μου. Το μόνο που σου ζητώ γι’ αντάλλαγμα είναι να μείνεις πάντα αυτός που αγαπάει αληθινά, γιατί ο Έρωτας είναι σοφότερος απ’ τη Φιλοσοφία και ισχυρότερος από τη Δύναμη. Έχει φτερά στο χρώμα της φωτιάς και φλόγινο είναι το κορμί του. Γλυκά είναι τα χείλη του σαν μέλι και σαν θυμίαμα η πνοή του». Ο νέος ανασηκώθηκε στο χορτάρι και άκουγε προσεκτικά, μα δεν μπορούσε να καταλάβει τι του έλεγε το Αηδόνι, γιατί ήξερε μόνο όσα είναι γραμμένα στα βιβλία. Κατάλαβε, όμως, η Βελανιδιά και την έπιασε θλίψη, γιατί αγαπούσε πολύ το μικρό Αηδόνι που είχε χτίσει μες στα κλαδιά της τη φωλιά του. «Τραγούδησέ μου ένα τελευταίο τραγούδι», του ψιθύρισε. «Θα νιώσω μοναξιά όταν θα ‘χεις φύγει». Έτσι, το Αηδόνι τραγούδησε στη Βελανιδιά και η φωνή του ήταν σαν το γάργαρο νερό που χύνεται από ασημένιο αγγείο. Αφού τέλειωσε το τραγούδι του, ο σπουδαστής σηκώθηκε κι έβγαλε από την τσέπη του ένα σημειωματάριο κι ένα μολυβδοκόνδυλο. «Έχει πράγματι φόρμα στο τραγούδι του», έκανε μέσα του καθώς απομακρυνόταν περνώντας μέσα από το δασάκι, «δεν μπορείς να του το αρνηθείς. Μα έχει, τάχα, αίσθημα; Φοβάμαι πως όχι. Αλήθεια, είναι σαν τους περισσότερους καλλιτέχνες. Στιλ χωρίς καμιά ειλικρίνεια. Δεν θα θυσιαζόταν για τους άλλους. Σκέφτεται μόνο τη μουσική και ο καθένας ξέρει πόσο εγωιστικές είναι οι τέχνες. Πρέπει, ωστόσο, να παραδεχτούμε πως έχει μερικές όμορφες νότες στη φωνή του. Τι κρίμα που δεν σημαίνουν τίποτα και δεν έχουν καμιά πρακτική αξία!» Και μπήκε στην κάμαρά του. Ξάπλωσε στο μικρό του κρεβάτι με το αχυρόστρωμα κι άρχισε να σκέφτεται την αγάπη του. Ύστερα από λίγο αποκοιμήθηκε.

Κι όταν στον ουρανό άρχισε να λάμπει το φεγγάρι, το Αηδόνι πέταξε στην Τριανταφυλλιά κι ακούμπησε το στήθος του στο αγκάθι. Όλη τη νύχτα τραγουδούσε με το στηθάκι του καρφωμένο στο αγκάθι και το ψυχρό κρυσταλλένιο φεγγάρι έσκυβε κάτω κι άκουγε με προσοχή. Όλη τη νύχτα τραγουδούσε και το αγκάθι χωνόταν πιο βαθιά, όλο και πιο βαθιά μες στο στηθάκι του και έφευγε από πάνω του το αίμα της ζωής του. Τραγούδησε πρώτα για το πώς γεννήθηκε η αγάπη μες στην καρδιά ενός αγοριού και μιας κοπέλας. Και πάνω στην κορφή της Τριανταφυλλιάς, στο πιο ψηλό κλαδάκι, άνθισε σιγά σιγά ένα θεσπέσιο τριαντάφυλλο, το ένα πέταλο μετά απ’ το άλλο, καθώς το ένα τραγούδι ακολουθούσε το άλλο. Χλωμό ήταν στην αρχή, όπως η καταχνιά που κρέμεται πάνω από το ποτάμι, χλωμό όπως την ώρα που ξημερώνει και ασημένιο σαν τις φτερούγες της αυγής. Σαν τη σκιά του τριαντάφυλλου μέσα σ’ έναν ασημένιο καθρέφτη, σαν τη σκιά του τριαντάφυλλου μέσα σε μια λιμνούλα, έτσι ήταν και το τριαντάφυλλο που άνθιζε στην κορφή της Τριανταφυλλιάς, στο πιο ψηλό κλωνί. Μα η Τριανταφυλλιά φώναξε στο Αηδόνι να τρυπηθεί ακόμα πιο πολύ πάνω στ’ αγκάθι. «Ακόμα πιο πολύ, ακόμα πιο βαθιά, μικρό μου Αηδόνι», φώναξε η Τριανταφυλλιά, «αλλιώς η μέρα θα φανεί και το τριαντάφυλλο δεν θα έχει τελειώσει». Έτσι, το Αηδόνι τρυπιότανε ακόμα πιο βαθιά και το τραγούδι του πιο δυνατό, όλο και δυνατότερο γινόταν, γιατί τραγουδούσε για το πώς γεννήθηκε το πάθος μες σ’ έναν άντρα και σε μια γυναίκα. Κι ένα λεπτό κοκκίνισμα χυνόταν μες στα φύλλα του τριαντάφυλλου, σαν το κοκκίνισμα στο πρόσωπο του γαμπρού όταν φιλάει τα χείλη της νύφης.

Μα το αγκάθι δεν είχε ακόμα φτάσει στην καρδιά του κι έτσι έμενε λευκή και του τριαντάφυλλου, η καρδιά, γιατί μόνο το αίμα της καρδιάς ενός Αηδονιού μπορεί να βάψει κατακόκκινη την καρδιά ενός ρόδου. Κι η Τριανταφυλλιά φώναζε στο Αηδόνι να τρυπηθεί ακόμα πιο πολύ πάνω στ’ αγκάθι. «Ακόμα πιο πολύ, ακόμα πιο βαθιά, μικρό μου Αηδόνι», φώναζε η Τριανταφυλλιά, «αλλιώς η μέρα θα φανεί και το τριαντάφυλλο δεν θα ‘χει τελειώσει». Έτσι, το Αηδόνι τρυπήθηκε ακόμα πιο βαθιά και άγγιξε το αγκάθι την καρδιά του κι ένας άγριος πόνος το διαπέρασε. Πικρός, πολύ πικρός ήταν ο πόνος και παράφορο, όλο και πιο παράφορο γινόταν το τραγούδι του, γιατί τραγουδούσε για τον Έρωτα που βρίσκει την τελειότητά του στον Θάνατο, για τον Έρωτα που δεν πεθαίνει μες στον τάφο. Και το εξαίσιο ρόδο έγινε πορφυρό, σαν το χρώμα της ανατολής. Πορφυρό ήταν το ντύμα από τα πέταλα και πορφυρή σαν το ρουμπίνι ήταν η καρδιά του. Μα η φωνή του Αηδονιού όλο και πιο αχνή γινόταν κι άρχισαν οι μικρές φτερούγες του να σπαρταρούν και μια θολή μεμβράνη σκέπασε τα μάτια του. Αχνό, όλο και πιο αχνό έγινε το τραγούδι του κι ένιωσε κάτι να το πνίγει στον λαιμό. Τότε άφησε να βγει απ’ το λαρύγγι του το ύστατο κύμα μουσικής. Το άκουσε το λευκό Φεγγάρι και λησμόνησε την αυγή χασομερώντας στον ουρανό. Το άκουσε το κόκκινο ρόδο κι ένα ρίγος εκστατικό το συνεπήρε και άνοιξε τα πέταλά του στον ψυχρό πρωινό αέρα. Η ηχώ το έφερε στην κόκκινη σπηλιά της στο βουνό και ξύπνησε τους κοιμισμένους βοσκούς από τα όνειρά τους. Διαπέρασε τις καλαμιές του ποταμού κι εκείνες έφεραν το μήνυμά του ως τη θάλασσα. «Κοίτα, κοίτα!» φώναξε η Τριανταφυλλιά. «Είναι έτοιμο πια το τριαντάφυλλο». Μα το Αηδόνι δεν απάντησε, γιατί ήταν νεκρό πάνω στο ατέλειωτο χορτάρι με το αγκάθι στην καρδιά του. Κι ο σπουδαστής άνοιξε το μεσημέρι το παράθυρό του και κοίταξε έξω.

«Τι βλέπω! Τι εξαίσια τύχη!» αναφώνησε. «Να ένα κόκκινο τριαντάφυλλο! Ποτέ στη ζωή μου δεν είδα ξανά τριαντάφυλλο σαν αυτό. Είναι τόσο όμορφο, που είμαι σίγουρος πως θα έχει κάποιο μακρύ λατινικό όνομα». Κι έσκυψε κάτω και το έκοψε. Μετά φόρεσε το καπέλο του κι ανέβηκε τρέχοντας στο σπίτι του καθηγητή κρατώντας το τριαντάφυλλο στο χέρι του. Η κόρη του καθηγητή καθόταν στο κατώφλι τυλίγοντας γαλάζιο μετάξι σε μια κουβαρίστρα με το σκυλάκι της στα πόδια της. «Είχες πει πως θα χόρευες μαζί μου, αν σου έφερνα ένα κόκκινο τριαντάφυλλο», της φώναξε ο σπουδαστής. «Να το πιο κόκκινο τριαντάφυλλο του κόσμου. Θα το καρφιτσώσεις απόψε κοντά στην καρδιά σου και καθώς θα χορεύουμε μαζί, εκείνο θα σου λέει πόσο σ’ αγαπώ». Μα το κορίτσι συνοφρυώθηκε. «Φοβάμαι ότι δεν θα πηγαίνει με το φουστάνι μου», αποκρίθηκε. «Και, εκτός αυτού, η ανιψιά του Αρχιθαλαμηπόλου μού έστειλε μερικά αληθινά κοσμήματα και ο καθένας ξέρει πως τα κοσμήματα κοστίζουν πιο πολύ απ’ τα λουλούδια». «Ε, λοιπόν, στην τιμή μου, είσαι πολύ αχάριστη», είπε ο σπουδαστής θυμωμένος και πέταξε το τριαντάφυλλο στον δρόμο. Εκείνο έπεσε σ’ ένα ρείθρο και το πάτησε ο τροχός μιας καρότσας. «Αχάριστη!» έκανε η κοπέλα. «Άκου να σου πω, είσαι αγενέστατος. Και, στο κάτω κάτω, ποιος είσαι; Ένας σπουδαστής είσαι! Εσύ δεν φοράς στα παπούτσια σου ασημένιες αγκράφες, όπως η ανιψιά του Αρχιθαλαμηπόλου». Και σηκώθηκε απ’ το κάθισμά της και μπήκε στο σπίτι. «Τι ανόητο πράγμα που είναι ο Έρωτας!» έλεγε ο σπουδαστής καθώς απομακρυνόταν. «Ούτε στο μισό δεν φτάνει σε αξία τη Λογική, γιατί δεν αποδεικνύει τίποτα και σου λέει πάντοτε πράγματα που δεν πρόκειται να συμβούν, όπως σε κάνει να πιστεύεις πράγματα που δεν είναι αληθινά. Πράγματι, δεν είναι πράγμα καθόλου πρακτικό και καθώς στην εποχή μας το παν είναι να είσαι πρακτικός, θα ξαναγυρίσω στη Φιλοσοφία και θα σπουδάσω τη Μεταφυσική». Έτσι, γύρισε στην κάμαρά του, έβγαλε ένα μεγάλο σκονισμένο βιβλίο και άρχισε να διαβάζει.

Oscar Wilde, ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ

Αρχαίοι Κυνικοί: εξέγερση Βίου

Από τον Σωκράτη στους Κυνικούς

§1

Ποιοι είναι οι Κυνικοί; Φιλοσοφικά αναδύονται ως μια «αιρετική» διεκδίκηση του ορθού μέσα στον κατακερματισμό της ελληνικής κοινωνίας. Αυτός ο κατακερματισμός άρχισε να γίνεται αισθητός από το δεύτερο ήμισυ του 5ου π.Χ. αιώνα· αποκορυφώθηκε δε κατά τον 4ο αι. και εντεύθεν. Η Κυνική φιλοσοφία δεν χάραξε κάποια χωριστή αλλά συμβατή κατεύθυνση με την κανονιστική πορεία της τοτινής κοινωνίας και πολιτείας των ανθρώπων. Απεναντίας εξέφραζε τάσεις στοχαστικής και εν ταυτώ βιωματικής απόσυρσης ως κριτικής εναντίωσης στη μαζική έκφραση της ανθρώπινης κοινότητας.

Οι τάσεις αυτές χαρακτηρίζονται από ποικίλες διακυμάνσεις και αποκλίσεις. Ωστόσο, κατά την ύστερη περίοδο εξέλιξής του Κυνισμού, ας πούμε κατά τη Ρωμαϊκή εποχή, εμφανιζόταν μια πιο ομοιογενής τάση προς τον «μονώτην βίον». Αυτός ο βίος ταιριάζει στον Κυνικό σοφό, γιατί του επιτρέπει, όπως μας λέει ο Διογένης με τον δικό του «μονώτην βίο», να είναι μέσα στον κοινωνικό-πολιτικό θόρυβο της καθημερινότητας ο αυθεντικός, ο πραγματικός άρχοντας που δύναται και δικαιούται να διδάξει στους μη σοφούς το ορθό. Ο «αιρετικός» χαρακτήρας του Κυνικού, υπό ένα πιο ευρύ βλέμμα βέβαια, έγκειται στο να αναδεικνύει την Κυνική σύζευξη θεωρείν και πράττειν ως το υπό-δειγμα, δυνάμει του οποίου μπορεί και πρέπει να οργανώνεται ο ιδιωτικός και ο δημόσιος-πολιτικός βίος των ανθρώπων. Έτσι η «αιρετική» του διεκδίκηση ηχεί περισσότερο ως ανειλημμένη αποστολή για μεταρρύθμιση της κοινωνίας σύμφωνα με το «πολύτροπο» (Αντισθένης) του σοφού. Το πολύτροπο σημαίνει πως ο σοφός πρέπει να λαμβάνει υπόψη τους ακροατές του, αλλά και τον «καιρόν», δηλ. τις εκάστοτε συνθήκες και περιστάσεις. Με γνώμονα αυτό το «πολύτροπον», ο σοφός δεν κάνει διάκριση ανάμεσα σε ειδικούς που θέλουν να ακούσουν ή να μάθουν και μη ειδικούς. Και τούτο δεν θα μπορούσε να συμβεί στην περίπτωση της Κυνικής φιλοσοφίας, γιατί τότε θα έπαυε να είναι «αίρεσις βίου».

§2

Από τη σκοπιά της ιστορίας της φιλοσοφίας η Κυνική φιλοσοφία φαίνεται να ανάγει τις θεμελιώδεις καταβολές της στη Σωκρατική φιλοσοφία. Συνιστά, ως ένα μεγάλο βαθμό, ένα είδος φιλοσοφικής εξέγερσης ενάντια στη θεωρητική και στοχαστική μετεξέλιξη που υπέστη το πρωταρχικό φιλοσοφικό θεώρημα εν όλω του Σωκράτη. Έτσι ξαναπιάνει το νήμα της Σωκρατικής θεώρησης των πραγμάτων και κηρύσσει την έμπρακτη περισσότερο εφαρμογή του αγαθού παρά την επιστημονική του θεώρηση. Ακριβώς όπως και στον Σωκράτη, οι Κυνικοί αναγνωρίζουν ως βασική θεμιτή αρχή του βίου –θεωρητικού και πρακτικού– τη μετάβαση από την πράξη στη σκέψη και όχι αντίστροφα. Αυτή η πράξη κατανοείται, για τους Κυνικούς, κυρίως ως ένας σωκρατικός τρόπος ύπαρξης, με όλες βέβαια τις διαφοροποιήσεις που υπαγορεύουν οι διαφορετικές συνθήκες δράσης. Σωκρατικός τρόπος ύπαρξης για αυτούς σημαίνει πρωτίστως ανα-τροπή της τελετουργικής ιεράρχησης των αξιών και άμεση αναζήτηση, καθίδρυση μιας μορφής ηθικής τέχνης, η οποία οξύνει τον ανθρώπινο νου και τον καθιστά ικανό σε όλα τα επίπεδα της ζωής, από το ηθικό με την στενή έννοια του όρου ως το οικονομικό και πολιτικό, να έχει άμεση και καθαρή εποπτεία των πραγμάτων. Ετούτη η αμεσότητα, η καθαρότητα του εποπτεύειν εφαρμόζεται ως ένας συνεχής, κοπιαστικός έλεγχος του δημόσιου λέγειν και πράττειν. Ένας τέτοιος έλεγχος λαμβάνει, μέσα από την άμεση πράξη και στάση του Κυνικού σοφού, τον χαρακτήρα ενός ανηλεούς «σφυροκοπήματος» του οποιουδήποτε ανίδεου όντος, που θέλει είτε να «κυβερνήσει» είτε να «φιλοσοφήσει» με παραμορφωτικό τρόπο, δηλαδή έξω από τον πόνο [=από τον κόπο της εργασίας] και την άσκηση. Όπως ο τεχνικός, κατά την ηθική τέχνη των Κυνικών, ξέρει το αντικείμενό του, όχι όταν το θεωρεί γενικά, αλλά μόνο όταν το πιάνει με τα χέρια του και το υποβάλλει σε εξαντλητική, σε πρακτική και ουσιώδη επεξεργασία, ώστε να αυτο-εξαγνίζεται και ο ίδιος, να γιγνώσκει εαυτόν εν έργω, έτσι και όποιος βούλεται να συμβάλει στην κατασκευή, στην οικοδόμηση του ορθού βίου, είτε διανοητής είτε πολιτικός είτε ιδιώτης, πρέπει να επιτυγχάνει την «παραχάραξη του νομίσματος» (Διογένης), δηλαδή εν έργω να ξεθεμελιώνει τις ψευδείς γνώμες περί του πράττειν και περί του εαυτού του και με ένθερμη διαύγεια ήθους και λόγου να πορεύεται προς το «εστί» των πραγμάτων:

Να αναζητείς τους πιο πυκνοκατοικημένους τόπους και να θέλεις σ’ αυτούς να μένεις μόνος σου και χωρίς συντροφιά κι ούτε να δέχεσαι φίλο ή φιλοξενούμενο· όλα τούτα καταργούν την εξουσία. Μπροστά σε όλους να κάνεις θαρρετά όσα δεν θα μπορούσε κανείς να κάνει ιδιαιτέρως, κι από τις σαρκικές ηδονές να προτιμάς τις πιο καταγέλαστες … Δεν θα σου χρειαστεί ούτε μόρφωση ούτε λόγια και φλυαρίες … αρκεί να είσαι αναιδής και θρασύς και να έχεις μάθει καλά να εξευτελίζεις.

Λόγος ειρωνικός, αλλά με βαθύ νόημα περιγράφει ό,τι ακριβώς συμβαίνει στην πραγματικότητα της αγοράς, στη μαζική δηλ. κοινωνία, εκείνη την εποχή αλλά και σήμερα. Συμβαίνει πράγματι στον χώρο της αγοράς να αναπτύσσεται δράση και αντίδραση ανάμεσα σε όμοιους και ανόμοιους. Μια δράση και αντίδραση ωστόσο, που λόγω της ενδότερης στοχαστικότητάς της με τον δικό της κυνικό τρόπο όχι, δεν είναι δράση εκφυλισμένων όντων, όπως συμβαίνει στην ενδοχώρα της δυσώδους κοινωνικο-πολιτικής αγοράς του σήμερα: οι ανίκανοι και οι φαύλοι, είτε δεσμώτες των κυβερνητών είναι αυτοί είτε κυβερνήτες των δεσμωτών, να θεωρούν εαυτόν αναντικατάστατο «αναμορφωτή» των ιστορικών μας πεπρωμένων.

Αρχαία Ελληνική Γραμματεία: ΗΣΙΟΔΟΣ - Ἔργα καὶ Ἡμέραι (695-723)

695 Ὡραῖος δὲ γυναῖκα τεὸν ποτὶ οἶκον ἄγεσθαι,
μήτε τριηκόντων ἐτέων μάλα πόλλ᾽ ἀπολείπων
μήτ᾽ ἐπιθεὶς μάλα πολλά· γάμος δέ τοι ὥριος οὗτος·
ἡ δὲ γυνὴ τέτορ᾽ ἡβώοι, πέμπτῳ δὲ γαμοῖτο.
παρθενικὴν δὲ γαμεῖν, ὥς κ᾽ ἤθεα κεδνὰ διδάξῃς,
700 τὴν δὲ μάλιστα γαμεῖν, ἥτις σέθεν ἐγγύθι ναίει
πάντα μάλ᾽ ἀμφὶς ἰδών, μὴ γείτοσι χάρματα γήμῃς.
οὐ μὲν γάρ τι γυναικὸς ἀνὴρ ληίζετ᾽ ἄμεινον
τῆς ἀγαθῆς, τῆς δ᾽ αὖτε κακῆς οὐ ῥίγιον ἄλλο,
δειπνολόχης, ἥ τ᾽ ἄνδρα καὶ ἴφθιμόν περ ἐόντα
705 εὕει ἄτερ δαλοῖο καὶ ὠμῷ γήραϊ δῶκεν.
εὖ δ᾽ ὄπιν ἀθανάτων μακάρων πεφυλαγμένος εἶναι.
μὴ δὲ κασιγνήτῳ ἶσον ποιεῖσθαι ἑταῖρον·
εἰ δέ κε ποιήσῃς, μή μιν πρότερος κακὸν ἔρξεις,
μηδὲ ψεύδεσθαι γλώσσης χάριν· εἰ δέ σέ γ᾽ ἄρχῃ
710 ἤ τι ἔπος εἰπὼν ἀποθύμιον ἠὲ καὶ ἔρξας,
δὶς τόσα τείνυσθαι μεμνημένος· εἰ δέ κεν αὖτις
ἡγῆτ᾽ ἐς φιλότητα, δίκην δ᾽ ἐθέλῃσι παρασχεῖν,
δέξασθαι· δειλός τοι ἀνὴρ φίλον ἄλλοτε ἄλλον
ποιεῖται· σὲ δὲ μή τι νόος κατελεγχέτω εἶδος.
715 μηδὲ πολύξεινον μηδ᾽ ἄξεινον καλέεσθαι,
μηδὲ κακῶν ἕταρον μηδ᾽ ἐσθλῶν νεικεστῆρα.
μηδέ ποτ᾽ οὐλομένην πενίην θυμοφθόρον ἀνδρὶ
τέτλαθ᾽ ὀνειδίζειν, μακάρων δόσιν αἰὲν ἐόντων.
γλώσσης τοι θησαυρὸς ἐν ἀνθρώποισιν ἄριστος
720 φειδωλῆς, πλείστη δὲ χάρις κατὰ μέτρον ἰούσης·
εἰ δὲ κακὸν εἴποις, τάχα κ᾽ αὐτὸς μεῖζον ἀκούσαις.
μηδὲ πολυξείνου δαιτὸς δυσπέμφελος εἶναι·
ἐκ κοινοῦ πλείστη τε χάρις δαπάνη τ᾽ ὀλιγίστη.

***
Στην ώρα σου γυναίκα στο σπίτι σου να φέρεις,
μήτε πάρα πολύ μικρότερος απ᾽ τα τριάντα χρόνια,
μήτε και πάρα πολύ μεγαλύτερος. Αυτός είναι ο κατάλληλος καιρός για γάμο.
Τέσσερα χρόνια να ᾽ναι η γυναίκα έφηβη, τον πέμπτο να παντρεύεται.
Να παντρευτείς παρθένα, για να της μάθεις φρόνιμες συνήθειες,
700 κι αυτήν προπάντων να παντρεύεσαι, που κάθεται κοντά σου,
αφού τα πάντα γύρω απ᾽ αυτήν καλά τα μάθεις, μην τύχει για τους γείτονες χαρά να παντρευτείς.
Απ᾽ τη γυναίκα την καλή τίποτε πιο καλό δεν αποκτά ο άντρας,
και τίποτε πάλι φοβερότερο απ᾽ την κακή, που το φαΐ παραμονεύει:
αυτή το σύζυγό της, και δυνατός να είναι ακόμα,
δίχως δαυλό τον καίει και πρόωρα γηρατειά τού δίνει.
Καλά φυλάξου από των μακάριων αθανάτων την εκδίκηση.
Το φίλο με τον αδερφό σου μην τον κάνεις ίσο.
Μα κι αν τον κάνεις, πρώτος εσύ να μην τον βλάψεις,
κι ούτε ψεύτικη εύνοια στα λόγια να του δείξεις.
710 Μα αν εκείνος κάνει αρχή και πει λόγια ή κάνει πράξεις δυσάρεστες,
θυμήσου τα διπλά να του ανταποδώσεις. Κι αν πάλι για συμφιλίωση
το πρώτο βήμα κάνει και θέλει να σου δώσει ικανοποίηση, να το δεχτείς.
Ο ελεεινός ο άνθρωπος κάθε φορά και άλλον φίλο κάνει.
Ο χαρακτήρας σου να μη διαψεύδει την εμφάνισή σου.
Μήτε να λέγεσαι άνθρωπος που φιλοξενεί πολλούς, μήτ᾽ αφιλόξενος,
μήτε και φίλος των κακών, μήτε και των καλών κατήγορος,
μήτε ποτέ σου να τολμήσεις την ψυχοφθόρα φτώχεια ενός ανθρώπου
την καταραμένη να ονειδίσεις: είναι κι αυτή δοσμένη απ᾽ τους θεούς που ζουν αιώνια.
Άριστος θησαυρός μες στους ανθρώπους η φειδωλή η γλώσσα,
720 που σαν προχωράει με μέτρο είναι πολύ μεγάλη η χάρη της.
Αν πεις κακία, γοργά κι ο ίδιος θ᾽ ακούσεις μεγαλύτερη.
Δυσάρεστος μην είσαι σε τραπέζι που φιλοξενεί πολλούς:
από κοινό τραπέζι αντλείς πάρα πολλή χαρά μ᾽ ελάχιστη δαπάνη.