Δευτέρα, 24 Ιουνίου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Νεφέλαι (358-397)

ΧΟ. χαῖρ᾽, ὦ πρεσβῦτα παλαιογενές, θηρατὰ λόγων φιλομούσων·
σύ τε, λεπτοτάτων λήρων ἱερεῦ, φράζε πρὸς ἡμᾶς ὅ τι χρῄζεις·
360 οὐ γὰρ ἂν ἄλλῳ γ᾽ ὑπακούσαιμεν τῶν νῦν μετεωροσοφιστῶν
πλὴν ἢ Προδίκῳ, τῷ μὲν σοφίας καὶ γνώμης οὕνεκα, σοὶ δέ,
ὅτι βρενθύει τ᾽ ἐν ταῖσιν ὁδοῖς καὶ τὠφθαλμὼ παραβάλλεις,
κἀνυπόδητος κακὰ πόλλ᾽ ἀνέχει κἀφ᾽ ἡμῖν σεμνοπροσωπεῖς.
ΣΤ. ὦ Γῆ, τοῦ φθέγματος· ὡς ἱερὸν καὶ σεμνὸν καὶ τερατῶδες.
365 ΣΩ. αὗται γάρ τοι μόναι εἰσὶ θεαί, τἄλλα δὲ πάντ᾽ ἐστὶ φλύαρος.
ΣΤ. ὁ Ζεὺς δ᾽ ὑμῖν, φέρε, πρὸς τῆς Γῆς, οὑλύμπιος οὐ θεός ἐστιν;
ΣΩ. ποῖος Ζεύς; οὐ μὴ ληρήσεις· οὐδ᾽ ἐστὶ Ζεύς. ΣΤ. τί λέγεις σύ;
ἀλλὰ τίς ὕει; τουτὶ γὰρ ἔμοιγ᾽ ἀπόφηναι πρῶτον ἁπάντων.
ΣΩ. αὗται δήπου· μεγάλοις δέ σ᾽ ἐγὼ σημείοις αὐτὸ διδάξω.
370 φέρε, ποῦ γὰρ πώποτ᾽ ἄνευ Νεφελῶν ὕοντ᾽ ἤδη τεθέασαι;
καίτοι χρῆν αἰθρίας ὕειν αὐτόν, ταύτας δ᾽ ἀποδημεῖν.
ΣΤ. νὴ τὸν Ἀπόλλω, τοῦτό γέ τοι ‹δὴ› τῷ νῦν λόγῳ εὖ προσέφυσας·
καίτοι πρότερον τὸν Δί᾽ ἀληθῶς ᾤμην διὰ κοσκίνου οὐρεῖν.
ἀλλ᾽ ὅστις ὁ βροντῶν ἐστὶ φράσον, τοῦθ᾽ ὅ με ποιεῖ τετρεμαίνειν.
375 ΣΩ. αὗται βροντῶσι κυλινδόμεναι. ΣΤ. τῷ τρόπῳ, ὦ πάντα σὺ τολμῶν;
ΣΩ. ὅταν ἐμπλησθῶσ᾽ ὕδατος πολλοῦ κἀναγκασθῶσι φέρεσθαι,
κατακρημνάμεναι πλήρεις ὄμβρου δι᾽ ἀνάγκην, εἶτα βαρεῖαι
εἰς ἀλλήλας ἐμπίπτουσαι ῥήγνυνται καὶ παταγοῦσιν.
ΣΤ. ὁ δ᾽ ἀναγκάζων ἐστὶ τίς αὐτάς, οὐχ ὁ Ζεύς, ὥστε φέρεσθαι;
380 ΣΩ. ἥκιστ᾽, ἀλλ᾽ αἰθέριος δῖνος. ΣΤ. Δῖνος; τουτί μ᾽ ἐλελήθει,
ὁ Ζεὺς οὐκ ὤν, ἀλλ᾽ ἀντ᾽ αὐτοῦ Δῖνος νυνὶ βασιλεύων.
ἀτὰρ οὐδέν πω περὶ τοῦ πατάγου καὶ τῆς βροντῆς μ᾽ ἐδίδαξας.
ΣΩ. οὐκ ἤκουσάς μου τὰς Νεφέλας ὕδατος μεστὰς ὅτι φημὶ
ἐμπιπτούσας εἰς ἀλλήλας παταγεῖν διὰ τὴν πυκνότητα;
385 ΣΤ. φέρε, τουτὶ τῷ χρὴ πιστεύειν; ΣΩ. ἀπὸ σαυτοῦ ᾽γώ σε διδάξω.
ἤδη ζωμοῦ Παναθηναίοις ἐμπλησθεὶς εἶτ᾽ ἐταράχθης
τὴν γαστέρα, καὶ κλόνος ἐξαίφνης αὐτὴν διεκορκορύγησεν;
ΣΤ. νὴ τὸν Ἀπόλλω, καὶ δεινὰ ποεῖ γ᾽ εὐθύς μοι, καὶ τετάρακται
χὤσπερ βροντὴ τὸ ζωμίδιον παταγεῖ καὶ δεινὰ κέκραγεν·
390 ἀτρέμας πρῶτον παππὰξ παππάξ, κἄπειτ᾽ ἐπάγει παπαπαππάξ
χὤταν χέζω, κομιδῇ βροντᾷ παπαπαππὰξ ὥσπερ ἐκεῖναι.
ΣΩ. σκέψαι τοίνυν ἀπὸ γαστριδίου τυννουτουὶ οἷα πέπορδας·
τὸν δ᾽ ἀέρα τόνδ᾽ ὄντ᾽ ἀπέραντον, πῶς οὐκ εἰκὸς μέγα βροντᾶν;
ΣΤ. ταῦτ᾽ ἄρα καὶ τὠνόματ᾽ ἀλλήλοιν, βροντὴ καὶ πορδή, ὁμοίω.
395 ἀλλ᾽ ὁ κεραυνὸς πόθεν αὖ φέρεται λάμπων πυρί, τοῦτο δίδαξον,
καὶ καταφρύγει βάλλων ἡμᾶς, τοὺς δὲ ζῶντας περιφλύει;
τοῦτον γὰρ δὴ φανερῶς ὁ Ζεὺς ἵησ᾽ ἐπὶ τοὺς επιόρκους.

***
Η ΚΟΡΥΦΑΙΑ, στο Στρεψιάδη.
Χαίρε, γέροντα εσύ του παλιού του καιρού,
κυνηγάρη φιλόμουσων λόγων.
Στο Σωκράτη.
Κι ω ιερέα αερόλογων φίνων εσύ,
τί ζητάς, έλα πες μας, τί θέλεις;
360 Απ᾽ αυτού του καιρού τους σοφούς που ερευνούν
τα μετέωρα δυο μόνον ακούμε
σ᾽ ό,τι πούνε, τον Πρόδικο μόνο κι εσέ·
για το νου και τις γνώσεις εκείνον,
για το τόσο καμάρι σου εσέ, που όλο πας
και λοξά μες στους δρόμους κοιτάζεις,
και, ξυπόλυτος, δείχνεις μεγάλη αντοχή,
κι έχεις όψη αυστηρή, σα δικός μας.
ΣΤΡ. Τί φωνή, Μάνα Γη! Τί φωνή σοβαρή
και ιερή και υπερκόσμια στ᾽ αλήθεια!
ΣΩΚ. Ναι, γιατ᾽ είναι θεές, κι είναι μόνον αυτές,
κι όλα τ᾽ άλλα είναι λόγια του ανέμου.
ΣΤΡ. Στ᾽ όνομα όμως της Γης, έλα πες μου· για μας
θεός δεν είναι κι ο Ολύμπιος ο Δίας;
ΣΩΚ. Βρε ποιός Δίας; Γιά παράτα τα αυτά τα σαχλά·
Δίας κανείς πουθενά δεν υπάρχει.
ΣΤΡ. Μπα! Τί λες; Αλλά τότε ποιός βρέχει λοιπόν;
Έλα δείξε μου αυτό πρώτ᾽ απ᾽ όλα.
ΣΩΚ. Μα οι Νεφέλες, νομίζω· κι αυτό με τρανά
τώρα ευθύς θα σ᾽ το μάθω σημάδια.
370 Είδες, πες μου, ως τα τώρα να πέφτει βροχή
πουθενά, σα δεν έχει νεφέλες;
Κι όμως θα ᾽πρεπε ο Δίας, κι όταν λείπουν αυτές,
να μας ρίχνει βροχή με λιακάδα.
ΣΤΡ. Για το θέμα που τώρα εξετάζουμε, μα
τον Απόλλωνα, το ᾽βρες ωραία·
από κόσκινο μέσα εγώ νόμιζα πριν,
σοβαρά, πως ο Δίας κατουράει.
Μα οι βροντές, που με κάνουν και τρέμω; Ναι, αυτές
τις βροντές, έλα πες, ποιός τις κάνει;
ΣΩΚ. Οι Νεφέλες κυλώντας βροντούνε. ΣΤΡ. Και πώς;
Ω που η τόλμη σου όρια δεν έχει!
ΣΩΚ. Με νερό σα γεμίσουν πολύ, και βρεθούν
στην ανάγκη ν᾽ αλλάξουνε θέση,
το μεγάλο φορτιό της βροχής χαμηλά
τις κρεμνά· τότε αυτές απ᾽ το βάρος
με ορμή πέφτουν, η μια τους στην άλλη χτυπά,
κι έτσι σπάνε και γίνεται βρόντος.
ΣΤΡ. Αλλά θέση ν᾽ αλλάξουνε, λέγε μου, ποιός
στην ανάγκη τις φέρνει; Όχι ο Δίας;
380 ΣΩΚ. Του ουρανού κάποιος ρούφουλας. ΣΤΡ. Ρούφουλας; Μπα!
Νά και κάτι που μου είχε ξεφύγει,
ότι Δίας δεν υπάρχει, στη θέση εκεινού
βασιλιάς είν᾽ ο Ρούφουλας τώρα.
Για μπουμπούνισμα ωστόσο, θαρρώ, και βροντή
δε με δίδαξες τίποτα ως τώρα.
ΣΩΚ. Μα δεν άκουσες; Είπα: οι Νεφέλες νερό
σα φορτώνονται κι έχουνε βάρος,
απ᾽ την τόση πυκνότητα πέφτουν η μια
πα στην άλλη και γίνεται βρόντος.
ΣΤΡ. Μιαν απόδειξη θέλω γι᾽ αυτό, να πειστώ.
ΣΩΚ. Για παράδειγμα εσένα θα πάρω.
Παναθήναια σαν είναι, κι εσύ με ζουμί
την κοιλιά σου γεμίζεις, δε νιώθεις
ανακάτωμα; Αυτή η ταραχή ξαφνικά
στην κοιλιά σου δε φέρνει γουργούρες;
ΣΤΡ. Φυσικά, και μεγάλο με πιάνει κακό·
το ζουμί αναταράζεται αμέσως
κι αρχινά κάτι κρότους, σα να ᾽ναι βροντές,
και μεγάλες κραυγές ξεπετάει·
390 απαλά σαν αρχίζει· παππάξ και παππάξ·
παπαππάξ συνεχίζει σε λίγο·
κι όταν τέλος τα κάνω, συνέχεια βροντά,
παπαπά παπαππάξ σαν εκείνες.
ΣΩΚ. Συλλογίσου λοιπόν· από μια τόση δα
κοιλιά που έχεις πετάς τέτοιους κρότους·
ε, ο αέρας ο απέραντος τότε τί θες
να σου κάνει; Να μην μπουμπουνίζει;
ΣΤΡ. Α, γι᾽ αυτό και τα ονόματα μοιάζουν· βροντή
και πορδή· τώρα, αλήθεια, το νιώθω.
Μα από πού ξεκινά ο κεραυνός με φωτιές
και με λάμψες, που στάχτη σε κάνει,
αν σε βρει, ή καψαλίζει μονάχα, χωρίς
να σκοτώσει; Μπορείς να μου μάθεις;
Ολοφάνερα τούτον ο Δίας —μη μου πεις—
τον πετά σ᾽ όποιον είναι ορκοπάτης.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ - ΑΓΔΙΣΤΗ

ΑΓΔΙΣΤΗ
(δέντρο, αμυγδαλιά ή ροδιά)
 
Ο μύθος του/της Άγδιστης είναι συνδεδεμένος με την ιστορία του Άττη. Η ιστορία τους παραδίδεται σε δύο εκδοχές, η πρώτη από τον Παυσανία, η δεύτερη από το Λατίνο ρήτορα Αρνόβιο.
 
Η τοπική [φρυγική] παράδοση γι' αυτόν λέει ότι ο Δίας, στον ύπνο του επάνω, εκσπερμάτωσε πάνω στη γη κι ότι αυτή με τον καιρό γέννησε ένα δαίμονα με διπλά γεννητικά όργανα, του άνδρα και της γυναίκας. Και τον ονομάζουν Άγδιστη. Οι θεοί, φοβούμενοι τον Άγδιστη, του απέκοψαν τα ανδρικά όργανα. Κι απ' αυτά φύτρωσε μια αμυγδαλιά. Όταν ωρίμασαν οι καρποί της, λένε, η θυγατέρα του Σαγγάριου ποταμού [Νύμφη Σαγαρίτιδα] τους έκοβε. Κι όπως τους έχωνε στoν κόρφο της, εκεί­νοι χάνονταν αμέσως, κι αυτή βρέθηκε με παιδί στην κοιλιά. Κι όταν γέννησε, τo παιδί, έκθετο, το περιποιούνταν ένας τράγος. Όπως μεγάλωνε, η ομορφιά του ξεπερνούσε τα ανθρώπινα μέτρα και τότε τον ερωτεύθηκε ο/η Άγδιστη. Όταν ο Άττης μεγάλωσε, οι συγγενείς του τον έστειλαν στον Πεσσινούντα για να παντρευτεί τη θυγατέρα του βασιλιά. Την ώρα που ψαλλόταν ο υμέναιος, εμφανίζεται ο/η Άγδιστη κι ο Άττης καταλαμβάνεται από μανία και κόβει τα γεννητικά του όργανα. Το ίδιο έκανε κι αυτός που του έδωσε για σύζυγο τη θυγατέρα του. Ο/Η Άγδιστη μετάνιωσε για τις συμφορές που προκάλεσε στον Άττη και πέτυχε από τον Δία να μη σήπεται κανένα μέρος του σώματος του Άττη ούτε να λειώνει. Αυτή είναι η πιο διαδομένη παράδοση* για τον Άττη. (Παυσανίας 7.17.10-13)
 
Άλλη ή συμπληρωματική και με άλλες λεπτομέρειες εκδοχή του μύθου από τον Αρνόβιο τοποθετεί την ιστορία στα σύνορα της Φρυγίας, στο σημείο όπου βρισκόταν ένας έρημος απόκρημνος βράχος που ονομαζόταν Άγδος (στο όρος Δίδυμο). Εκεί ο Δευκαλίωνας και η Πύρρα, ο πατέρας και η μητέρα του ανθρώπινου γένους, είχαν σμιλέψει ανθρώπους στην πέτρα, και η Κυβέλη, η μεγάλη μητέρα των θεών, σμιλεύτηκε και εκείνη σε αυτό το βράχο -γι' αυτό η θεά λατρευόταν με τη μορφή μιας ακατέργαστης πέτρας, ενός μαύρου βετύλου. Ο Δίας θέλησε να ενωθεί μαζί της αλλά δεν τα κατάφερε και άφησε το σπέρμα του σ' ένα διπλανό βράχο. Από αυτό γεννήθηκε το ερμαφρόδιτο πλάσμα Άγδιστη που το μέθυσε και το ευνούχισε ο Διόνυσος. Από το αίμα του φύτρωσε μια ροδιά. Καρπούς από αυτή τη ροδιά έβαλε στον κόρφο της η Νάνα, κόρη του θεού ποταμού Σαγγάριου της Φρυγίας, και έμεινε έγκυος. Ο Σαγγάριος διέταξε να αφήσουν το παιδί που γεννήθηκε έκθετο, όμως το περισυνέλεξαν διαβάτες και το ανέθρεψαν με μέλι και γάλα τράγου (!). Γι' αυτό ονόμασαν το παιδί Άττη που στα φρυγικά σημαίνει τράγος ή ο ωραίος. Τον Άττη διεκδίκησαν η Άγδιστη, η Κυβέλη και ο βασιλιάς της Πεσσινούντας Μίδας για λογαριασμό της κόρης του. Για να μην τον πάρει καμιά άλλη, η Άγδιστη ενέβαλε στον Άττη και την ακολουθία του μανία, ο ωραίος Άττης ευνουχίστηκε κάτω από ένα πεύκο και πέθανε. Η Κυβέλη έθαψε τα μέλη του, αλλά από το αίμα της πληγής του φύτρωσαν μενεξέδες που περικύκλωσαν το πεύκο. Η κόρη του Μίδα σκοτώθηκε από απελπισία και από το αίμα της φύτρωσαν επίσης μενεξέδες. Η Κυβέλη την έθαψε και πάνω από τον τάφο της φύτρωσε μια αμυγδαλιά. Ο Δίας, συγκινημένος από τις παρακλήσεις της Άγδιστης, συμφώνησε το σώμα του Άττη να μην αποσυντεθεί, τα μαλλιά του να συνεχίσουν να φυτρώνουν και το μικρό του δάχτυλο να κινείται. Η Άγδιστη μετέφερε το σώμα στον Πεσσινούντα, πόλη στην Άνω Φρυγία, κοντά στον Σαγγάριο ποταμό, όπου και το έθαψε, ίδρυσε αδελφότητα ιερέων και καθιέρωσε γιορτή για να τον τιμήσει. Είναι πιθανό η παραλλαγή του Οβιδίου* να έχει τις απαρχές της στον τόπο ταφής του Άττη.
 
Τέλος, λέγεται ότι Άγδιστη είναι ένα επίθετο στη Φρυγία για την Κυβέλη ή τη Ρέα, επομένως η Άγδιστις είναι μια μορφή της ίδιας της θεάς που στη Φρυγία λατρεύεται οργιαστικά. Ο μύθος της Άγδιστης και του Άττη είναι η ιστορία θανάτων αλλά και διαρκούς (ανα-)γέννησης της ζωής (πεύκο, μενεξέδες).
-------------------------
*Άλλες παραδόσεις για τον Άττη
 
Οι κάτοικοι της Δύμης έχουν ένα ναό της Αθηνάς μ' ένα αρχαιότατο άγαλμα. Έχουν επίσης κι ένα ιερό προς τιμή της Δινδυμήνης μητρός και του Άττη. Ποιος ήταν αυτός ο Άττης δεν μπόρεσα να μάθω κανένα μυστικό. Αλλά ο Eρμησιάναξ, ο ελεγει­ακός ποιητής, λέει σ' ένα ποίημά του ότι αυτός ήταν ο γιός του Καλαού του Φρυγός κι ότι ήταν ευνούχος εκ γενετής. Κι όταν μεγάλωσε, μετανάστευσε στη Λυδία, σύμφωνα πάντα με την εκδο­χή του Ερμησιάνακτα, και εκεί τελούσε για τους Λυδούς τα όργια της Μητρός. Και ότι έφτασε σε τέτοιο σημείο τιμής που ο Ζευς ορ­γίστηκε εναντίον της κι έστειλε ένα χοίρο για να καταστρέψει τις καλλιέργειες των Λυδών. Τότε και άλλοι Λυδοί κι ανά­μεσα τους κι ο ίδιος ο Άττης εξοντώθηκαν απ' το χοίρο. Και εί­ναι σχετικό μ' αυτήν την ιστορία το γεγονός ότι οι Γαλάτες, που κατοικούν στον Πεσσινούντα απέχουν απ' τους χοίρους. Η τρέχου­σα άποψη για τον Άττη είναι διαφορετική. (Παυσανίας 7.17.9-10)
 
*Ο Άττης στον Οβίδιο
 
Σύμφωνα με τον Οβίδιο (Fasti 4) ο πολύ όμορφος Άττης, που ζούσε στα δάση της Φρυγίας, αγαπήθηκε από τη θεά Κυβέλη με τρόπο αγνό. Γι' αυτό αποφάσισε να τον κρατήσει ιερέα στον ναό της με τον όρο να κρατήσει την αγνότητά του. Όμως τον έρωτα δεν τον σταματά κανένας όρκος, και ο Άττης δεν μπόρεσε να αντισταθεί στη νύμφη Σαγγαρίτιδα. Οργισμένη η Κυβέλη, έκοψε το δέντρο που ήταν δεμένο με τη ζωή της Νύμφης και ενέβαλε μανία στον Άττη. Στην κρίση επάνω ο νέος απέκοψε τα γεννητικά του όργανα, όμως μετά από αυτή του την πράξη ξαναέγινε δεκτός στην υπηρεσία της θεάς. Ενίοτε παριστάνεται πάνω σε άρμα μαζί με τη θεά να διασχίζουν τα όρη της Φρυγίας.

Προτιμούν την αφάνεια απ’ την έκθεση

Ένας τίγρης, βγήκε ένα βράδυ για νερό και βρήκε εμπρός του μια λίμνη. Διψασμένος σαν ήταν, βουτούσε το στόμα του αχόρταγα μες στο νερό και του φαινόταν πως δεν το ‘χε γευτεί ποτέ ξανά, τόσο πολύ δροσερό.

Ο τίγρης, λοιπόν, προτού προφτάσει ακόμη να καταπιεί την τελευταία του γουλιά, άκουσε μια φωνή να βγαίνει απ’ αυτό το παράξενο το νερό. «Το νερό που ήπιες είναι μαγικό κι έχω γι’ αυτό μια χάρη να σου κάνω: Μπορώ ευθύς αμέσως να σε μεταμορφώσω σε λιοντάρι. Θα σε θαυμάζουν όλοι, θα υποκλίνονται εμπρός σου και θα τρέμουν σαν θα συλλογίζονται τη δύναμή σου. Μπορεί και τώρα να ‘σαι δυνατός, μα δεν αρκεί, αφού κανένας δε σε λογαριάζει για τόσο ισχυρό. Φτάνει να μου πεις το “ναι”, λοιπόν, και θα σε κάνω βασιλιά.»

Ο τίγρης έμεινε ασάλευτος, σαν άκουσε αυτά τα παράξενα και, στ’ αλήθεια, θελκτικά λόγια που έβγαιναν απ’ τη λίμνη. «Μπορεί και τώρα να ‘μαι δυνατός, μα κανείς δε με λογαριάζει για τόσο ισχυρό», μουρμούριζε τη φράση που εισχώρησε πιο δυνατά μέσα στην καρδιά του.

Άξαφνα, όμως, σκέφτηκε: «Μα εμένα μου αρέσει που δε με πιστεύει κανένας για τόσο δυνατό. Μου φτάνει που ξέρω εγώ πόσο δυνατός είμαι». Κι ο τίγρης, λοιπόν, ευχαρίστησε το νερό για την τόσο δελεαστική χάρη που ήθελε να του κάνει, αρνήθηκε με σιγουράδα την πρότασή του αυτή και δεν έγινε ποτέ βασιλιάς.

Σαν αυτόν τον αλλόκοτο τίγρη φερόμαστε και μερικοί άνθρωποι, λοιπόν, και προτιμούμε να παραμένουμε στη θέση που έχουμε, κι ας είναι αυτή που δέχεται τη λιγότερη δόξα και τον λιγότερο θαυμασμό.

Καταρχάς, όπως ο τίγρης δεν είχε την ανάγκη να ξέρει κανείς για τη δύναμη που πραγματικά διέθετε, καθώς του αρκούσε που γνώριζε ο ίδιος πόσο δυνατός ήταν, έτσι κι εμείς βρίσκουμε ευχαρίστηση με την κρυφή επίγνωση των δυνατοτήτων μας. Μπορεί ακόμη και να προτιμούμε, δηλαδή, να μη μας λογαριάζουν για τόσο δυνατούς κι ας δεχόμαστε και την υποτίμησή τους ακόμη, καθώς μέσα μας θα σκεφτόμαστε με ηδονή πάντα: «Με υποτιμάς, μα αν ήξερες την πραγματική δύναμή μου, αν ήξερες τι έχω καταφέρει, δε θα ξεστόμιζες τα λόγια σου αυτά».

Ίσως, όμως, να προτιμούμε τη θέση με τη λιγότερη δόξα, καθώς είναι κι η θέση που μας επιτρέπει να κάνουμε λάθη και να μην τα προσέχει κανένας. Αναπόφευκτα, όταν όλα τα βλέμματα είναι στραμμένα πάνω μας, τότε έστω και το μικρότερο ατόπημά μας θα εντοπίζεται και, το χειρότερο, θα κατακρινόμαστε γι’ αυτό. Κατέχοντας, λοιπόν, μιαν απαρατήρητη θέση, το όποιο λάθος μας θα περνά στο ντούκου, κι επομένως, δε θα ντρεπόμαστε γι’ αυτό σε τόσο μεγάλο βαθμό.

Ο τίγρης, όμως, μπορεί να μην ήθελε τις ευθύνες που θα είχε ένας βασιλιάς, γι’ αυτό και να αρνήθηκε να μεταμορφωθεί σε λιοντάρι. Κι εμείς, λοιπόν, προτιμούμε πολλές φορές να κατέχουμε μια θέση που να μην έχει πολλές ευθύνες κι ας μη γνωρίσουμε γι’ αυτό την απόλυτη καταξίωση ποτέ στη ζωή μας, καθώς δε θέλουμε να εξαρτώνται από εμάς άλλοι άνθρωποι και για χάρη μας, μάλιστα, να φτάσουν και να ζημιωθούν ακόμη.

Τέλος, ίσως ο τίγρης να μη θεωρούσε πως το να ‘ναι κανείς βασιλιάς είναι και κάτι το τόσο σπουδαίο και να έβρισκε τον τίτλο αυτόν ένα αχρείαστο προνόμιο. Έτσι κι εμάς, λοιπόν, δε μας ενδιαφέρει ν’ αποκτήσουμε δόξα στη ζωή μας, αφού την υποτιμούμε ως αγαθό. Μα μπορεί ακόμη κι από συστολή να μην τη θέλουμε, καθώς μια περίοπτη θέση θα μας έκανε, στ’ αλήθεια, να αισθανόμαστε άβολα.

Κι έτσι, λοιπόν, ο τίγρης αρνήθηκε να μεταμορφωθεί σε λιοντάρι κι ήταν και πολύ χαρούμενος, μάλιστα, που δε δέχτηκε και που δε λογάριαζε κανένας τώρα τη δύναμή του. Του άρεσε καλύτερα έτσι, που ήξερε μόνον εκείνος πόσο δυνατός ήταν.

Η αγάπη είναι αλτρουισμός

Έρωτας κι αγάπη. Αγάπη κι έρωτας. Ποιος μπορεί να αρνηθεί ότι αυτές οι δύο λέξεις δεν έχουν χιλιοαναλυθεί, από ψυχολόγους, από φιλοσόφους αλλά κι από απλούς θνητούς. Έχουν δοθεί ορισμοί, περιγραφές, κανόνες, κατηγορίες κι είδη. Ψάχνουμε να βρούμε τι είναι αυτό που θέλουμε και τι είναι αυτό που θα μας κάνει να ζούμε ευτυχισμένοι κι ικανοποιημένοι απ’ τη ζωή μας, όσο γίνεται περισσότερο.

Η αγάπη, ειδικά, που θεωρείται το πιο ολοκληρωμένο συναίσθημα που μπορεί να βιώσει ο άνθρωπος, είναι και το πιο περίπλοκο. Καθώς εκεί πιάνουμε πολύ συχνά τον εαυτό μας να λέει: «Μ’ αγαπάει, αλλά όχι όπως θέλω εγώ να μ’ αγαπούν». Και κάπου εκεί προσπαθούμε, ο καθένας ξεχωριστά, να αναλύσουμε, να καταλάβουμε και να δώσουμε και στους άλλους να κατανοήσουν τις δικές μας αλήθειες, τα δικά μας «πιστεύω» ή «δεν πιστεύω», όπως και τα «θέλω» μας. Ειδικά τα «θέλω» μας.

Η αγάπη είθισται να ακολουθεί τον έρωτα. Έρχεται, δηλαδή, σε δεύτερο χρόνο μέσα σε μία σχέση, οποιασδήποτε μορφής. Οπότε, θεωρητικά, θα έπρεπε να ‘ναι συναίσθημα ώριμο και κατασταλαγμένο. Δεν αγαπάμε κάποιον, έτσι, απλά επειδή έτυχε.

Ο Γερμανός ψυχολόγος, ψυχαναλυτής, κοινωνιολόγος, ανθρωπιστής και φιλόσοφος, Έριχ Φρομ, ο οποίος μαθήτευσε δίπλα στον Σίγκμουντ Φρόυντ, με τον οποίο διαφωνούσε σε πολλά, λέει στο βιβλίο του «Η τέχνη της αγάπης»: Η παιδαριώδης αγάπη ακολουθεί την αρχή: «Αγαπώ επειδή με αγαπούν.» Η ώριμη αγάπη ακολουθεί την αρχή: «Με αγαπούν επειδή αγαπώ.» Η ανώριμη αγάπη λέει: «Σ’ αγαπώ επειδή σε χρειάζομαι.» Η ώριμη αγάπη λέει: «Σε χρειάζομαι επειδή σ’ αγαπώ.»

Πόσο δύσκολο είναι να καταλάβουμε τον τρόπο με τον οποίο αγαπάμε; Πώς μπορούμε να ‘μαστε σίγουροι ότι δεν αγαπάμε με παιδαριώδη ή ανώριμο τρόπο; Πόσο εύκολο είναι να εξελίξουμε τον τρόπο που αγαπάμε, προς το καλύτερο, για μας και για τους άλλους;

«Αγαπώ επειδή με αγαπούν.» Επιφανειακό και ναρκισσιστικό ν’ αγαπάς κάποιον επειδή σε αγαπάει. Όταν είσαι, δηλαδή, το κέντρο του κόσμου κάποιου, τότε –και μόνο τότε– μπορείς να αφεθείς και να αγαπήσεις; Γιατί; Πόση ανασφάλεια νιώθεις για να μην αγαπάς, παρά μόνο εκ του ασφαλούς; Όταν κάποιος μας αγαπάει, συνήθως, συμβαίνει γιατί είδε κάποια πράγματα στον χαρακτήρα μας, τα οποία αγγίζουν δικές του ευαίσθητες χορδές. Να τιμάς την αγάπη κάποιου με τον, ελάχιστο, φόρο τιμής της αναγνώρισης των δικών του πτυχών που βρίσκεις αξιαγάπητες και να τα παραδέχεσαι χωρίς να χρειάζεσαι πρώτα επιβεβαίωση κι ανταπόκριση. Όχι επειδή σου έδωσε σημασία. Ίσως ο Φρομ την ονομάζει παιδαριώδη, επειδή ακριβώς έτσι λειτουργούν τα παιδιά. Όσο περισσότερη σημασία τους δίνει κάποιος, τόσο περισσότερο δένονται μαζί του. Αλλά εσύ δεν είσαι παιδί. Ή, μήπως, είσαι;

«Με αγαπούν επειδή αγαπώ.» Ώριμο δεν ξέρω αν είναι, αλλά σίγουρα είναι ένα σκαλί επάνω και θετικά προσμετρήσιμο απ’ το «αγαπώ επειδή με αγαπούν». Βγάζει ένα είδος ανασφάλειας, όμως, το να πιστεύεις πως σε αγαπούν επειδή αγαπάς. Μοιάζει σαν μαραθώνιος που πρέπει ν’ αποδείξεις πως αγαπάς, για να πιστέψεις πως αξίζεις την ανταπόδοση των συναισθημάτων. Βέβαια, απ’ την άλλη μεριά, όταν πιστεύουμε κάτι τέτοιο τότε είμαστε, σχεδόν, σίγουροι πως αν μη τι άλλο κάποιος είδε σε μας κάτι –έστω κι αν αυτό ήταν τα συναισθήματά μας– κι έτσι μας αγάπησε. “I’ll show you mine if you show me yours”, δηλαδή. Θυμίζει λίγο νταραβέρι.

«Σ’ αγαπώ επειδή σε χρειάζομαι.» Όχι! Δεν αγαπάς όταν χρειάζεσαι κάποιον. Δηλαδή, τι; Δεν είχες με τι ν’ ασχοληθείς, χρειάζεσαι βοήθεια σε κάτι κι είπες ν’ αγαπήσεις για να καλύψεις τα κενά; Ν’ αγαπάμε τότε και τους υδραυλικούς, όταν έχει βουλώσει το σιφόνι, τους ηλεκτρολόγους, όταν έχει καεί καμιά ασφάλεια, τους γιατρούς επειδή αρρωστήσαμε. Μοιάζει λίγο με εκμετάλλευση, έτσι δεν είναι; Δεκανίκι λέγεται και δεν είμαστε κουτσοί για να χρειαζόμαστε συναισθηματικές πατερίτσες.

«Σε χρειάζομαι επειδή σ’ αγαπώ.» Όταν το συναίσθημα της αγάπης έχει κατακλύσει όλο σου το είναι, θα το καταλάβεις. Θα νιώθεις πως αν δε μοιραστείς το οτιδήποτε με αυτόν τον άνθρωπο, δεν έχει νόημα να το περιγράψεις πουθενά αλλού. Γιατί αυτός ο ένας άνθρωπος είναι που εμπιστεύεσαι απόλυτα, που νιώθεις ότι ακόμη κι αν διαφωνείτε βλέπει τις καταστάσεις από μία σκωπτική γωνία, που εσύ δεν μπορείς, κι έτσι σου έχει γίνει απαραίτητη η παρουσία του στη ζωή σου.

Βέβαια, σκεπτόμενος όλα τα παραπάνω ταυτόχρονα ενώ γράφω, πιστεύω πως η αγάπη δε χωράει «επειδή». «Σ’ αγαπώ.» Απλά. Επειδή αγαπώ εμένα και θέλω να σε αγαπήσω με τον ίδιο αληθινό και δυνατό τρόπο. Και θα κάνω ό,τι περνάει απ’ το χέρι μου να το καταλάβεις. Κι αν δεν το καταλάβεις, δεν πειράζει. Κι αν το καταλάβεις και δε σε νοιάζει, πάλι δεν πειράζει.

Πειράζει μόνο αν σε αγαπάω μ’ έναν τρόπο από αυτόν που δε θα σε κάνει να νιώθεις σίγουρος για τον εαυτό σου. Γιατί αν σου κάνω κακό, δεν αγαπάω εσένα. Αγαπάω εγωιστικά εμένα κι αυτό είναι ένα κεφάλαιο που χρειάζεται δουλειά συνεχόμενη κι αδιάκοπη για να διορθωθεί προς το καλύτερο.

Η αγάπη είναι αλτρουισμός. Δεν είναι ανταποδοτικό συναίσθημα. Σε οποιαδήποτε μορφή σχέσης. Πρέπει, μόνο, να υπάρχει καλός συγχρονισμός και λίγη τύχη. Κάτι σαν να κερδίζεις στο καζίνο, δηλαδή. Κι όλοι ξέρουμε πόσο, εξαιρετικά, σπάνιο είναι κάτι τέτοιο.

Tα βήματα της ερωτικής αποπλάνησης μπορεί να φαίνονται αστεία• αλλά δεν είναι πιο αστεία από τα βήματα ενός χορού

Σε όποιον δεν έχει μυηθεί στο παιγνίδι, τα βήματα της ερωτικής αποπλάνησης μπορεί να φαίνονται αστεία• αλλά δεν είναι πιο αστεία από τα βήματα ενός χορού.
 
Οι χορευτές χορεύουν και η δεξιοτεχνία τους είναι η χαρά τους.
 
Όλα είναι κανονισμένα, από την πρώτη ανταλλαγή βλεμμάτων ώς την τελική συνεύρεση.
 
Και η προσποίηση και των δύο είναι σημαντικό συστατικό του εκλεπτυσμένου παιγνιδιού – παριστάνουν και οι δύο πως τους παρασέρνει στη δίνη του το πάθος, πως είναι ανήμποροι ν’ αντισταθούν στην ορμή του• κάθε βήμα προς τα εμπρός, κάθε υποχώρηση, κάθε συμφωνία και κάθε άρνηση, όλα είναι απαραίτητα στην επιτυχή διεξαγωγή και ολοκλήρωση του παιγνιδιού.
 
Αλλά στο παιγνίδι αυτό νικητής αναδεικνύεται πάντα η γυναίκα• και νομίζω πως θα πρέπει να νιώθει λίγη περιφρόνηση για τον αντίπαλό της• που ενώ είναι ο ηττημένος και το θύμα, νομίζει πως είναι ο νικητής και ο θύτης.

Πώς μπορούμε να βρούμε γαλήνη στις σκοτεινότερες πλευρές της ζωής μας

«Ο νους μπορεί να ακολουθήσει χιλιάδες κατευθύνσεις, αλλά σε αυτό το όμορφο μονοπάτι, περπατώ γαλήνια. Με κάθε βήμα, ο άνεμος φυσά. Με κάθε βήμα, ένα λουλούδι ανθίζει» –Thich Nhat Nanh

Είναι εύκολο να νιώσουμε γαλήνια και θετικά όταν ο ήλιος λάμπει και η ζωή μας κυλά όπως τη θέλουμε. Αλλά τα πράγματα δυσκολεύουν όταν μένουμε μόνοι μας χωρίς επιλογή, όταν φοβόμαστε, αρρωσταίνουμε ή νιώθουμε τόσο κουρασμένοι που δεν μπορούν καν να σηκωθούμε από το κρεβάτι το πρωί.

Ως επιζών ως τώρα, γνωρίζω κάτι για το πώς να διαχειριζόμαστε τις δύσκολες στιγμές. Γνωρίζω πώς είναι η πραγματική εξάντληση και απελπισία, αλλά έχω επίσης μάθει ότι είναι δυνατό να βρούμε στιγμές γαλήνης και φωτός ακόμα κι υπό τις δυσκολότερες συνθήκες.

Οι παρακάτω 5 τεχνικές με βοήθησαν να βρω το φως στα σκοτεινότερα σημεία. Εύχομαι να διευκολύνουν κι εσάς έστω και λίγο.

Πώς μπορούμε να βρούμε γαλήνη στις σκοτεινότερες πλευρές της ζωής μας

1. Δεν έχει νόημα να υποκρίνεστε ότι όλα είναι εντάξει

Αν τα πράγματα δεν πάνε καλά, αναγνωρίστε το. Αυτό δεν σημαίνει όμως να επικρίνουμε τον εαυτό μας που νιώθει κουρασμένος και απελπισμένος. Αντιθέτως, φροντίστε τον εαυτό σας όπως θα κάνατε για ένα μέλος της οικογένειάς σας ή για έναν φίλο σας.

Πείτε στον εαυτό σας ότι έχετε κάθε δικαίωμα να νιώθετε έτσι, αλλά ότι τα συναισθήματα είναι σαν τα κύματα. Έρχονται και φεύγουν. Και αν και τα πράγματα είναι σκληρά σήμερα, είστε κι εσείς σκληροί. Έχετε περάσει άσχημα ξανά. Θα το ξεπεράσετε λοιπόν και αυτό και το αύριο θα είναι μια καλύτερη μέρα.

2. Δώστε στον εαυτό σας το δώρο να ζει πραγματικά έστω και για μία ώρα παραπάνω

Όταν έκανα χημειοθεραπείες, φοβόμουν ότι δεν θα έβρισκα τη δύναμη να τα βγάλω πέρα σε όλη τη διαδικασία. Άρχισα λοιπόν να σκέφτομαι ότι πρέπει να προσπαθήσω να ζήσω ώρα με την ώρα και αυτό άλλαξε τα πάντα.

Ας πούμε ότι είναι 1 το μεσημέρι. Αυτό που έχετε να κάνετε είναι να βάλετε τα δυνατά σας μέχρι τις 2. Δεν χρειάζεται να ανησυχείτε για το αυριανό δείπνο, ούτε για το επόμενο ραντεβού σας. Χρειάζεται μόνο να τα καταφέρετε για την επόμενη ώρα.

3. Εστιάστε στο να αγαπήσετε τον εαυτό σας

Ακούστε το σώμα σας και δώστε του ό,τι χρειάζεται για να νιώθει υγιές. Ξεκουραστείτε πολύ, κοιμηθείτε νωρίς και μη νιώθετε καθόλου τύψεις γι’ αυτό. Ο αγαπημένος μου τρόπος να φροντίσω τον εαυτό μου, όταν περνούσα άσχημα ήταν να κάνω ένα ζεστό (ή δροσερό μπάνιο).

4. Μείνετε απασχολημένοι

Μην κάθεστε απλά και ανησυχείτε για κάτι που δεν γνωρίζετε. Ακόμα κι αν δεν έχετε αρκετή ενέργεια, μπορείτε και πάλι να βρείτε κάτι μικρό να απασχοληθείτε. Καθαρίστε το σπίτι σας. Διαβάστε κάτι, μάθετε. Ξεκινήστε ένα project, εξερευνήστε, ταξιδέψτε, προσφέρετε, μοιραστείτε.

5. Κοιτάξτε ψηλά και αναπνεύστε

Τέλος, όταν νιώθετε άγχος και θλίψη ή έχετε φτάσει στα όρια σας, το μόνο που έχετε να κάνετε είναι να νιώσετε στιγμιαία καλά απλά κοιτώντας ψηλά. Υψώστε το βλέμμα σας στον ουρανό. Πάρτε ένα λεπτό να νιώσετε τη σύνδεση με το σύμπαν.

Ύστερα, εισπνεύστε από την κοιλιά σας. Καθώς συνεχίζετε την βαθιά αναπνοή, θα νιώσετε μια αίσθηση χαλάρωσης να ξεκινά από τους ώμους σας και να κατεβαίνει προς την σπονδυλική σας στήλη. Νιώστε τους μύες σας να μαλακώνουν και η γαλήνη να εισέρχεται στο σώμα σας.

Μπορεί να μην είναι δυνατό να αποφύγουμε τις σκοτεινές μέρες στη ζωή μας, αλλά είναι μπορούμε πάντα να φέρουμε έστω και λίγο φως στο σκοτάδι, λίγη γαλήνη στην ψυχή μας, επιλέγοντας την αποδοχή, την ευγνωμοσύνη, τη συγκέντρωση και την αγάπη.

Εμπεδοκλής: Κανείς τους δεν είχε θεαματικότερο τέλος

Εμπεδοκλής (490-430 π.Χ.)

Πρόκειται μάλλον για την πιο παράξενη αλλά και για την ελκυστικότερη από τις μορφές που αναφέρονται ως προσωκρατικοί. Και σίγουρα κανείς τους δεν είχε θεαματικότερο τέλος. Όπως επισημαίνει ο Πλούταρχος, με την αποχώρηση του Εμπεδοκλή η φιλοσοφία βρέθηκε σε αναταραχή, κυκλοφορούν δε άφθονες ιστορίες για τη μεταμόρφωσή του σε θεό.

Ο Εμπεδοκλής έγραψε δύο έμμετρα έργα, εκτενή κάποτε μα όχι πια, τα Περί φύσεως και Καθαρμοί. Έλεγε πως ήταν «άφθαρτος θεός, όχι πια θνητός». Ο Διογένης τον περιγράφει να φοράει πανάκριβη πορφύρα με χρυσαφένιο ζωνάρι, μπρούντζινα σανδάλια και δάφνινο «στέμμα δελφικό». Είχε πυκνά μαλλιά, κρατούσε πάντοτε μπαστούνι και διέθετε ακολουθία ολόκληρη από νεαρούς που τον φρόντιζαν. Μας φέρνει στο νου κάτι από μάγο, από ιερέα, μα και από τσαρλατάνο. Πάντως δεν έπαψε ποτέ να θεωρείται ριζοσπάστης στις πολιτικές του θέσεις και ταυτιζόταν με τη δημοκρατία. Λέγεται, μάλιστα, ότι έπεισε τους συμπολίτες του στον Ακράγαντα της Σικελίας να καταργήσουν τους διαχωρισμούς και να καλλιεργήσουν την πολιτειακή ισότητα.

Σ’ ένα από τα εκτενέστερα σωζόμενα αποσπάσματα του έργου του ο θάνατος αναφέρεται ως «μέγας εκδικητής». Σύμφωνα με τον θρύλο, κάποτε κράτησε ζωντανή επί τριάντα μέρες μια γυναίκα που δεν ανάσαινε ούτε είχε σφυγμό. Ο Αέτιος του αποδίδει την άποψη ότι ο ύπνος ήταν απόρροια της ψύξης του αίματος και ότι ο θάνατος επέρχεται όταν αυτό χάσει εντελώς τη θερμότητα του. Αφού λοιπόν η ζέστη είναι ο φορέας της ζωής, το καλύτερο μέρος για να τερματίσει ο Εμπεδοκλής την αναζήτηση της αθανασίας ήταν η φωτιά ενός ηφαιστείου. Κι όπως ιστορούν, φόρεσε τα καλά του και ρίχτηκε εκούσια στην Αίτνα, επιβεβαιώνοντας τις φήμες ότι είχε θεϊκή υπόσταση. Η αλήθεια όμως διαπιστώθηκε αργότερα, όταν στην πλαγιά του ηφαιστείου βρέθηκε το ένα από τα μπρούντζινα σανδάλια του που είχαν φτύσει έξω οι φλόγες.

Υπάρχουν και άλλες ιστορίες για το θάνατο του Εμπεδοκλή, όχι τόσο συναρπαστικές: λένε πως έφυγε από τη Σικελία για την Ελλάδα και δε γύρισε ποτέ, ότι έσπασε το γοφό του πηγαίνοντας σε μια γιορτή και πέθανε από κάποια επακόλουθη αρρώστια, ότι γλίστρησε στη θάλασσα και πνίγηκε λόγω γηρατειών.

Το ότι στο πρόσωπό του συνδυάζονταν η μυστικιστική ύβρις και ο πολιτικός ριζοσπαστισμός ώθησε περίπου είκοσι δύο αιώνες αργότερα -στον απόηχό του ενθουσιασμού αλλά και της απογοήτευσης που προκάλεσε η Γαλλική Επανάσταση- το σπουδαίο Γερμανό φιλόσοφο και ποιητή Φρίντριχ Χαίλντερλιν να γράψει το έμμετρο δράμα Ο θάνατος του Εμπεδοκλή. Η εξαιρετική αυτή σύγχρονη τραγωδία γράφτηκε σε τρεις διαφορετικές εκδοχές στα τέλη της δεκαετίας του 1790, έμεινε όμως ημιτελής και δεν εκτιμήθηκε όσο της άρμοζε. Ο Χαίλντερλιν αποκαλεί «μεθυσμένο με θεό» τον Εμπεδοκλή και του αναγνωρίζει σαφώς ότι ήταν θρησκευτικός μεταρρυθμιστής και πολιτικός επαναστάτης. Ο θάνατος «στην ύψιστη πυρά», όπως την αποκαλεί ο Χαίλντερλιν, γίνεται αντιληπτός ως θυσία στη φύση και ως παραδοχή ότι υπάρχει μια δύναμη ανώτερη από την ανθρώπινη ελευθερία: η ειμαρμένη.

Ο Εμπεδοκλής περιγράφεται πάντοτε ως φυσιογνωμία σοβαρή και αρχοντική, πράγμα που αρκούσε στο Λουκιανό για να τον κάνει ρεζίλι στους Νεκρικούς Διαλόγους, όπου τον δείχνει να κατεβαίνει στον Άδη «μισοκαμένος από την Αίτνα». Όταν ο κυνικός Μένιππος τον ρωτάει τι τον ώθησε να βουτήξει στον κρατήρα, εκείνος αποκρίνεται: «Μια μελαγχολία». Πράγμα που προκαλεί την έκρηξη του Μένιππου:

 Όχι! Ματαιοδοξία ήταν- κι έπαρση· και μπόλικη ανοησία- αυτά σ’ έκαψαν ολόκληρο, απ’ την κορφή ως τα νύχια – και καλά σου έκαναν!

Προς εκτόξευση το πειραματικό «ηλιακό ιστιοφόρο» LightSail 2

Η μικρή διαστημοσυσκευή, το «ηλιακό ιστιοφόρο» LightSail 2 της αμερικανικής Πλανητικής Εταιρείας, έχει προγραμματιστεί να εκτοξευτεί στις 25 Ιουνίου (06:30 ώρα Ελλάδας) με έναν πύραυλο Falcon Heavy της Space X από το Διαστημικό Κέντρο Κένεντι στη Φλόριντα πως τα ιστιοφόρα της θάλασσας έχουν τον αέρα στα πανιά τους για να τα σπρώχνει, έτσι και στο διάστημα ο ηλιακός «άνεμος» μπορεί να αποτελεί την κινητήρια δύναμη για ένα σκάφος.
 
Η τεχνολογία αυτή θα δοκιμαστεί από μια μικρή διαστημοσυσκευή, το «ηλιακό ιστιοφόρο» LightSail 2 της αμερικανικής Πλανητικής Εταιρείας, το οποίο έχει προγραμματιστεί να εκτοξευτεί στις 25 Ιουνίου (06:30 ώρα Ελλάδας) με έναν πύραυλο Falcon Heavy της Space X από το Διαστημικό Κέντρο Κένεντι στη Φλόριντα.
 
Με μέγεθος φραντζόλας ψωμιού και βάρος μόνο πέντε κιλών, το LightSail 2, που κατασκευάστηκε από την εταιρεία Stellar Exploration Inc, δύο εβδομάδες αφότου βρεθεί στο διάστημα, θα ξεδιπλώσει ένα ηλιακό «πανί» μεγάλο σχεδόν όσο ένα ρινγκ του μποξ (32 τετραγωνικών μέτρων) και θα προσπαθήσει να αλλάξει την τροχιά του, αξιοποιώντας τα φωτόνια του ηλιακού ανέμου που θα πέφτουν απαλά πάνω στο ιστίο.
 
Πρόκειται για το αποκορύφωμα ενός δεκαετούς προγράμματος των επιστημόνων και μηχανικών της Πλανητικής Εταιρείας, η οποία είχε ιδρυθεί το 1980 από τρεις οραματιστές, μεταξύ των οποίων ο διάσημος αστρονόμος Καρλ Σέιγκαν.
 
«Πριν από 40 χρόνια ο καθηγητής μου Καρλ Σέιγκαν παρουσίασε το όραμα για ένα διαστημικό σκάφος με ηλιακό ιστίο που θα μπορούσε να εξερευνήσει το διάστημα. Χιλιάδες άνθρωποι από όλον τον κόσμο υποστήριξαν αυτήν την αποστολή» δήλωσε ο επικεφαλής της Πλανητικής Εταιρείας, Bill Nye.
 
Αν η αποστολή είναι επιτυχής, το LightSail 2 θα γίνει το πρώτο διαστημικό σκάφος που θα αλλάξει την τροχιά του γύρω από τη Γη με τη βοήθεια όχι μιας μηχανής, αλλά ενός ιστίου και του ηλιακού φωτός.
 
Η εκτόξευσή του θα γίνει μαζί με άλλους 23 δορυφόρους που θα τεθούν σε τρεις διαφορετικές τροχιές, στο πλαίσιο του πιλοτικού διαστημικού προγράμματος Space Test Programm-2 του υπουργείου Άμυνας των ΗΠΑ.
 
Το LightSail-2 θα βρίσκεται μέσα στη διαστημοσυσκευή Prox-1 που θα έχει μέγεθος βαλίτσας και θα απελευθερωθεί από αυτήν επτά μέρες μετά την εκτόξευσή του.
 
Λίγες μέρες αργότερα το LightSail 2 θα ανοίξει τέσσερις ηλιακούς συλλέκτες και τέσσερα τριγωνικού σχήματος ιστία Mylar, με συνολική επιφάνεια 32 τετραγωνικών μέτρων και πάχους μόλις 4,5 μικρομέτρων (μικρότερα από την ανθρώπινη τρίχα), τα οποία θα στραφούν προς τον Ήλιο.
 
Ένα μήνα μετά η συνεχής ηλιακή ώθηση ελπίζεται ότι θα επιτρέψει στο LightSail-2 να κερδίσει ύψος, κινούμενο πλέον σε υψηλότερη τροχιά από την αρχική των 300 χιλιομέτρων, φθάνοντας σε ύψος έως 865 χιλιομέτρων, υπερδιπλάσιο από αυτό του Διεθνούς Διαστημικού Σταθμού.
 
Το LightSail-2 αναμένεται να είναι ορατό τις νύχτες από αρκετά μέρη της Γης. Αφού εκτελέσει περιφορές γύρω από τη Γη επί έναν περίπου χρόνο, τελικά θα υποκύψει στη βαρύτητα του πλανήτη μας και, χάνοντας σταδιακά ύψος, θα καταστραφεί στην ατμόσφαιρα.
 
Η Πλανητική Εταιρεία είχε εκτοξεύσει το 2015 ένα σχεδόν πανομοιότυπο σκάφος, το LightSail-1, το οποίο δοκίμασε το σύστημα ξεδιπλώματος του ιστίου.
 
Νωρίτερα, το 2005, είχε εκτοξεύσει μια συσκευή με μεγαλύτερο ιστίο, την Cosmos 1, η οποία όμως δεν κατάφερε να τεθεί σε τροχιά λόγω αποτυχίας του ρωσικού πυραύλου που τη μετέφερε.
 
Το πρόγραμμα LightSail, που ξεκίνησε το 2009, έχει ήδη προσφέρει χρήσιμα στοιχεία σε άλλους φορείς.
 
Το σκάφος NEA Scout της Αμερικανικής Διαστημικής Υπηρεσίας (NASA) θα εκτοξευτεί για τη Σελήνη με την πρώτη πτήση του νέου μεγάλου αμερικανικού πυραύλου βαρέων βαρών Space Launch System (SLS) και θα χρησιμοποιήσει ένα ηλιακό ιστίο για να επισκεφθεί έναν κοντινό στη Γη αστεροειδή.
 
Το πρώτο ηλιακό «πανί» είχε τεθεί σε τροχιά από την Ιαπωνική Διαστημική Υπηρεσία το 2010, ενώ λίγο αργότερα την ίδια χρονιά η NASA έκανε κάτι ανάλογο.
 
Στόχος από τότε μέχρι σήμερα είναι να δοθεί μια απάντηση στο κατά πόσον τα ηλιακά ιστία αποτελούν εναλλακτικό τρόπο κίνησης είτε μικρών δορυφόρων μέσα στο ηλιακό μας σύστημα είτε ακόμη και μεγαλύτερων σκαφών για μακρινά διαστρικά ταξίδια, χωρίς να χρειάζονται τόνοι καυσίμων που θα βαραίνουν υπερβολικά το σκάφος.
 
Από την άλλη, τα ηλιακά ιστία επιτρέπουν μια αργή αλλά συνεχή πρόωση, οπότε θεωρητικώς τουλάχιστον είναι δυνατόν να αναπτυχθούν απίστευτες ταχύτητες.

Η «δανεισμένη» μορφή και το Άμορφο Είναι

Η δημιουργία των όντων ακολουθεί ένα πρότυπο, μια γενετική τάξη ή μπορούμε να την πούμε μήτρα μέσα από την οποία ξεπροβάλλουν οι μορφές. Τα βιολογικά συστήματα ακολουθούν μια γενετική αλληλουχία γεγονότων που καθορίζουν την μορφή. Μπορούμε να πούμε ότι οι βιολογικές ομοιότητες σε ένα γενετικό επίπεδο είναι συντηρημένες κατά την δημιουργία των βιολογικών μορφών. Υπάρχει ένα υπόβαθρο λοιπόν το οποίο δεν είναι μόνο υλικής φύσης αλλά κυρίως μιας ιδιόμορφης ενεργειακής προέλευσης η οποία μέχρι σήμερα είναι τελείως ανεξερεύνητη.
 
Ο μοναδικός που εισχώρησε βαθιά μέσα σε αυτό το κομμάτι και μας άφησε τεράστια κληρονομιά είναι ο Βίλχελμ Ράιχ. Εκείνος έπιασε το αντιληπτικό φαινόμενο πίσω από το βιολογικό. Η ενέργεια που διαπνέει την Υπαρξιακή μας Δομή έχει μια τριπλή φύση. Είναι η Αντιληπτική, η μη Αντιληπτική και μια διττή τρίτη φύση Αντιληπτικότητας και μη Αντιληπτικότητας.
 
Η ανακάλυψη του ωκεανού οργοενέργειας του Ράιχ άνοιξε μια πρωτότυπη διάσταση στην ανθρώπινη σκέψη. Ουσιαστικά, η όραση μας πρώτη φορά ακούμπησε την βάση της δημιουργίας των όντων και της υλικότητας μας. Ο Ράιχ κατάλαβε ότι αυτό που διαπνέει το Σύμπαν είναι παντού και ορθώς σαν επιστήμονας που ήταν μελέτησε τις πρωτόγνωρες για εμάς βιοφυσικές της ιδιότητες και ανακάλυψε την Ζωτικότητα της Οργόνης.
 
Το σύμπαν είναι ένα κουκούλι μέσα στο οποίο η Υλικότητα παίρνει μορφή, δηλαδή γίνεται αντιληπτή, συνειδητή παράγοντας επίγνωση της Υπαρξιακής της κατάστασης. Φαίνεται ότι οι κόσμοι είναι άπειροι, φούσκες που «ταξιδεύουν» μέσα σε έναν τεράστιο ωκεανό ενέργειας. Αυτή η ενέργεια φαίνεται όμως ότι δεν έχει μια άτακτη κατεύθυνση ή κατανομή.
 
Φυσικά όταν μιλάμε για κάτι τέτοιο είναι αδιανόητο να πάρουμε τις μετρητοίς τις σχετικές έννοιες του Χώρου και Χρόνου και να δημιουργήσουμε ένα καθολικό δόγμα ύπαρξης τους στα ευρύτερα Σύμπαντα. Εδώ μπορούμε να εισάγουμε μια θεωρία η οποία μπορεί να θυμίζει μεταφυσική υπόθεση αλλά που εν τέλει να έχει μια βάση σε μια διαφορετικού τύπου επιστήμη της Φυσικής. Σε αυτή την υπόθεση μπορούμε να πούμε ότι η Οργόνη διαπνέει και διαποτίζει τα Σύμπαντα αφού είναι η βάση της δημιουργίας τους.
 
Όμως εδώ είναι το σημαντικό. Αυτή η διάχυση και η διαπότιση γίνεται πιθανά με ένα μορφικό πλέγμα πεδίων σαν ίνες που κάθε μια έχει μια ιδιότητα: την Αντίληψη, την μη Αντίληψη και τις δυο υποστάσεις μαζί. Όταν δημιουργείται ένα κλειστό κύκλωμα το οποίο περικλείει αυτές τις ίνες δημιουργείται ένα Σύμπαν. Καθώς οι ίνες διαπερνούν αυτό το κλειστό σύστημα δημιουργούν διαβαθμισμένες Υπαρξιακές και μη Υπαρξιακές καταστάσεις.
 
Οι Αντιληπτικές Ίνες δημιουργούν διαβαθμίσεις υλικότητας και όσο η Αντίληψη αυξάνεται, η ενέργεια στερεοποιείται, αποκτά μορφή. Οι μη αντιληπτικές Ίνες δίνουν το χώρο στην μορφή να υπάρξει και οι διττές ίνες δίνουν την Επίγνωση. Όταν η Οργόνη παγιδεύεται μέσα στο δημιουργούμενο ενεργειακό κουκούλι φέρεται σαν ένας βιολογικός οργανισμός: διαστέλλεται, η ένταση φτάνει στο απόγειο και εκφορτίζεται -ακολουθώντας την οργαστική λειτουργία.
 
Το Οργονικό Άπειρο Πλέγμα φαίνεται να έχει έμφυτη λειτουργία δημιουργίας βρόγχων επίγνωσης μέσα σε ένα «οργανωμένο» πλαίσιο λειτουργιών. Μπορούμε να πούμε ότι ο άπειρος οργονικός ωκεανός είναι ένας άπειρος οργανισμός που αποτελείται από άπειρους κλειστούς βρόγχους-Σύμπαντα-κύτταρα που είναι Συνειδητά.
 
Εδώ όμως ερχόμαστε στο ερώτημα τι μας δίνει Συνείδηση και τι είναι το λεγόμενο έμψυχο;
 
Πώς μπορούμε αυτή την στιγμή να διαβάζουμε, να αντιλαμβανόμαστε και να στοχαζόμαστε; Ποιες είναι οι εκείνες οι διαδικασίες που μας οδηγούν σε αυτό; Το πώς μπορεί μια μήτρα ακατέργαστης ενέργειας να οδηγήσει στην δημιουργία όντων που μπορούν να συνειδητοποιήσουν ένα μέρος αυτού του απείρου, να ταξινομήσουν και να διερευνήσουν με αρχή μέση και τέλος αποτελεί μυστήριο. Η Συνείδηση έχει ένα συστατικό στοιχείο· έχει την αίσθηση του Εαυτού -μιας υπαρξιακής οντότητας μέσα σε συγκεκριμένα μορφικά πλαίσια, με επίγνωση της μονάδας της αλλά και του Απείρου από το οποίο έχει προέλθει και για το οποίο αναρωτιέται.
 
Το έμψυχο όμως έχει μια διαφορετική ουσία, έχει καταγωγή. Δεν είναι ότι προέρχεται απλά από μια μήτρα. Προέρχεται από μια πηγή η οποία διαπνέεται από το Άφατο. Το έμψυχο διαπνέει τις ίνες που περιγράψαμε, αποτελεί μέρος τους αλλά ταυτόχρονα είναι Ασύνδετο μαζί τους. Το έμψυχο μπορούμε χοντροκομμένα να θεωρήσουμε ότι είναι η Ουσία της Οργόνης και η Οργόνη ο Φορέας της. Δεν δημιουργεί αλλά Είναι. Είναι αλλά Δεν Είναι. Όλα αυτά συνυπάρχουν ταυτόχρονα.
 
Καθώς λοιπόν οι κλειστοί βρόγχοι-Σύμπαντα δημιουργούνται η ψυχή τα διαπνέει όλα αλλά ταυτόχρονα παραμένει ελεύθερη από δέσμευση. «Ταξιδεύει» μέσα από την θάλασσα της οργόνης και διαποτίζει την δημιουργημένη Υλικότητα. Καθώς μορφοποιούνται τα πρότυπα μορφές και δημιουργούνται τα κελύφη που αποτελούν την μορφική διάταξη για την ύπαρξη βιολογικής ζωής, εμφανίζεται η ιδιότητα της αντιγραφής για την διαιώνιση της αντίληψης και της επίγνωσης μέσα από ίδια κελύφη. Έτσι, δημιουργείται η έννοια της μεταβίβασης της μορφικής κληρονομιάς υπό την μορφή πληροφοριών (γενετικό υλικό).
 
Σε βιολογική βάση μπορούμε να πούμε ότι οι ενεργειακές ίνες για τις οποίες μιλήσαμε μεταφράζονται ως εξής: πρωτεΐνες- Αντίληψη, RNA-μη Αντίληψη, DNA (διττή φύση Αντίληψης και μη Αντίληψης). Οι πρωτεΐνες δημιουργούν την υλικότητα, το RNA είναι ο φορέας της πληροφορίας και ο παράγοντας που δημιουργεί τον απαιτούμενο χώρο για να εκδηλωθεί η υλικότητα αλλά σαν φορέας είναι μη αντιληπτός και το γενετικό υλικό (DNA) το οποίο έχει κωδικοποιημένο την αντιληπτική και μη αντιληπτική φύση της πραγματικότητας. Αυτό το σύστημα εμπεριέχει μια εν δυνάμει ιδιότητα, αυτής της αυτό-οργάνωσης.
 
Τοπικά όμοιες ενεργειακές μορφές συγκεκριμένης διαβάθμισης, δημιουργούν κοινότητες κελυφών (κυττάρων) που έχουν μια δική τους επίγνωση και μεταβιβάζουν την επίγνωση τους μέσω ενεργειακής πληροφορίας διαβαθμισμένης πύκνωσης προς τους απογόνους τους. Έτσι, δημιουργούνται κοινότητες κυττάρων-ενεργειακών κελυφών με επίγνωση που αναπτύσσουν σταδιακά συνείδηση καθώς αναπτύσσουν την δυναμική της κίνησης. Η κινούμενη εσωτερική οργονική ενέργεια δημιουργεί τάσεις, συστολές και διαστολές καθώς πάλλεται εσωτερικά. Η κίνηση κινητοποιεί τις ίνες της αντίληψης με επέκταση της αντιληπτικότητας της, με τάση αύξησης της σε πιο πολύπλοκες υφές που με έναν συνθετικό τρόπο μπορεί να οδηγήσουν σε αποστάγματα συνείδησης και επίγνωσης.

Η κυτταρική συνείδηση είναι η βάση για την ανάπτυξη μιας καθολικής συνείδησης που ενοποιεί σε ένα τα αντιληπτικά πεδία και μπορεί να τα εκφράζει με λογισμό. Η εστίαση της συνείδησης στην Αντιληπτική ίνα «δημιουργεί» ένα αντιληπτικό επεισόδιο το οποίο λαμβάνει την εξής μορφή: αρχικά σχηματοποιείται  μια λεπτοφυή ύλη (μια πρώτο-μορφικού επιπέδου σκέψη) και  μέσα από το νευρικό-αισθητικό σύστημα εκφράζεται με την μορφή λόγου, απτής σκέψης, σχηματοποιημένης εικόνας και αντίληψης.
 
Η εστίαση της συνείδησης στην μη Αντιληπτική ίνα «δημιουργεί» μια γενικευμένη αισθητηριακή αντίληψη που αντιλαμβάνεται ως διαίσθηση -ως γνώση μη λεκτική, με κινητήρια μορφή την δράση. Η εστίαση της συνείδησης στην Αντιληπτική και μη αντιληπτική ίνα ενοποιεί δυο πεδία: την σκέψη και την διαίσθηση. Είναι γνώση με πράξη. Γνώση που μπορεί να γίνει κατανοητή αλλά πολλές φορές η δυνατότητα λογικής έκφρασης της είναι αδύνατη λόγω του εύρους της αντιληπτικότητας που ξεπερνάει το ίδιο το βιολογικό σύστημα.
 
Μέσα σε αυτά τα Σύμπαντα υπάρχει η περίπτωση να υπάρξουν οργανισμοί οι οποίοι να ευθυγραμμίσουν τόσο πολύ τις ίνες των βιολογικών τους συστημάτων με τις «εξωτερικές» ίνες που να επεκταθούν συνειδησιακά και ενεργειακά σε τέτοια επίπεδα που να δημιουργήσουν μια ενεργειακή οντότητα που να μπορεί να «ορίσει» ένα πεδίο χώρο-χρονικού εύρους δράσης. Αυτοί οι οργανισμοί μπορούν εν συνεχεία να δημιουργήσουν εσωτερικές ενεργειακές λούπες μικρό-συμπάντων στις οποίες κυριαρχούν και διαμορφώνουν ανάλογα με την δική τους ενεργειακή υπόσταση.
 
Οι δημιουργοί αυτοί αυτό-τρέφονται  δίνοντας την δική τους συνείδηση στο σύστημα το οποίο δημιουργεί επάλληλα όπως προηγουμένως περιγράψαμε οργανισμούς οι οποίοι είναι εγκλωβισμένοι μέσα σε μια ψευδό-υποστασιακή δομή σύμπαντος έχοντας συνείδηση που δεν είναι δική τους,  με ένα ενεργειακό όμως υπόστρωμα που έχει καταγωγή τον ωκεανό της οργόνης. Στην καλύτερη περίπτωση αυτοί οι δημιουργοί καθώς απλώνονταν ενεργειακά μέσα στο εκάστοτε Σύμπαν θα επέτρεπαν την σύνδεση της συνείδησης τους με το Άπειρο. Για λόγο όμως που για εμάς τα ανθρώπινα όντα είναι αδιανόητο να γίνει αντιληπτός αυτοί επέλεξαν να αποσπαστούν και να ψευδό-δημιουργήσουν μέσα σε μια ήδη «δημιουργία» (που έχει δημιουργηθεί από την Δύναμη της Πρόθεσης και όχι από σκοπιμότητα) του άπειρου ωκεανού της οργοενέργειας.
 
Καθώς το Έμψυχο διατρέχει τον ωκεανό της οργόνης και τα Σύμπαντα μπορεί να εγκλωβιστεί στις ψευτό-λούπες των δημιουργών και να εγκλωβιστεί εκεί. Το Έμψυχο διαποτίζει και αυξάνει την Συνείδηση του Δημιουργού γι’ αυτό αποτελεί το «καύσιμο» για την διαιώνιση της υπόστασης του. Η απελευθέρωση του Έμψυχου στοιχείου αποδυναμώνει και αποσυνδέει την ψευδό-δημιουργία μαζί με τον Δημιουργό της. Η καθαρή ενέργεια της Οργόνης δεν αποτελεί «καύσιμο» ή «τροφή» αν δεν υπάρχει η σύζευξη του Έμψυχου στοιχείου.
 
Αυτοί που μπόρεσαν να «δουν» μέσα στους αιώνες αντιλήφθηκαν πρώτα από όλα την ενεργειακή στρέβλωση που επικρατεί στον εκάστοτε κόσμο και εν συνεχεία διείσδυσαν στην πραγματικότητα αυτή μελετώντας τις στρεβλώσεις ώσπου να αντιληφθούν με φρίκη ότι η υπαρξιακή τους υπόσταση βρίσκεται μέσα σε ένα ενεργειακό υποκατάστατο. Όποτε η ελευθερία από αυτό το υποκατάστατο σε εκείνο που δεν έχει υποκατάστατο υπήρξε η πρώτη τους ενασχόληση. Η αξία αυτού του επιχειρήματος έγκειται στο γεγονός ότι με «δανεισμένη» συνείδηση έπρεπε να αντιληφθούν το ψεύτικο και να διαισθανθούν την διέξοδο από αυτό.
 
Επειδή όμως το υπόστρωμα αυτού του ψεύτικου κόσμου στηρίζεται πάνω σε μια αδιανόητη Ενέργεια η οποία διαποτίζεται από το Έμψυχο αρκούσε η σύνδεση με αυτή την Άφατη αρχή για να ξυπνήσει η γνώση και η όραση. Εκείνος που παρά την δανεισμένη του συνείδηση μπορούσε να ευθυγραμμίσει τις ίνες μπορούσε να δει και όντας οραματιστής μπορούσε να προχωρήσει πέρα από την φυλακή. Καθώς όμως φαίνεται ότι ο κόσμος μας εγκλωβίστηκε πάνω στην πρώτη Αντιληπτική Ίνα αποκόπηκε από τις υπόλοιπες δυο και ο ενεργός σύνδεσμος μεταξύ τους σκούριασε.
 
Με την πρώτη αντιληπτική ίνα ο κόσμος στερεοποιείται και γίνεται δεδομένος, απτός και ρηχός. Με την σύνδεση των υπόλοιπων δυο κάποιος αφυπνίζεται ως προς την ουσία. Αυτή η σύνδεση υπάρχει μέσα στα κύτταρα μας καθώς η βιολογική και ενεργειακή δομή δεν μπορεί να υπάρχει αν δεν υπάρχουν ενοποιημένες και σε λειτουργία όλες οι αντιληπτικές ίνες.
 
Όταν η Επίγνωση μας βρίσκεται εστιασμένη στην πρώτη αντιληπτική ίνα δεν υπάρχει ο χώρος για επέκταση της στις υπόλοιπες. Αυτό που πρέπει να δημιουργηθεί λοιπόν είναι χώρος. Για να δημιουργηθεί ο χώρος πρέπει να υπάρξει άδειασμα και όταν μιλάμε για άδειασμα μιλάμε για από-υλοποίηση των στερεότυπων και θεωριών που είναι πρωτό-μορφικές σκέψεις. Αυτές δημιουργούν ένα στένεμα της Αντίληψης και δεν επιτρέπουν την διεύρυνση καθώς λειτουργούν σαν άγκυρες.
 
Αυτές οι άγκυρες φαίνεται να υπάρχουν μόνο στο κυτταρικό κομμάτι του εγκεφάλου που ενοποιεί την αντίληψη. Ο ανθρώπινος εγκέφαλος είναι από κατασκευής έτσι ώστε να έχει συγκεκριμένα νευρικά μονοπάτια που εξυπηρετούν ένα μόνο συγκεκριμένο είδος αντίληψης.
 
Τα οργονικά ρεύματα όμως παρέχουν την δυνατότητα πλαστικότητας των νευρικών κυκλωμάτων του εγκεφάλου όταν αυτά όμως κινητοποιηθούν από την πρόθεση ενός οργανισμού. Η πρόθεση όταν ενεργοποιείται εσωτερικά και συντονιστεί με την Πρόθεση που διαπνέει το Σύμπαν δημιουργεί μια ενοποιημένη Αντίληψη και μια Αφύπνιση της καταγωγής.
 
Για να υπάρξει Αφύπνιση της καταγωγής η ενεργειακή αλλά και βιολογική υποδομή πρέπει να αντανακλά στοιχεία που ανήκουν εκτός του ψευδό-σύμπαντος. Δεν έχουν όλες οι βιολογικές μορφές αυτή την καταγωγή. Αυτή η καταγωγή φέρει την υπογραφή ενός κόσμου έξω από το ψευδό-σύμπαν. Μπορεί να εκφράζεται σε αυτό το ψευδο-σύμπαν αλλά δεν του ανήκει, είναι δανεισμένη. Για να υπάρχει το ψεύτικο δανείζεται το αληθινό. Για να έχει υπόσταση το ψεύτικο πρέπει να φέρει τα θεμέλια του αληθινού. Τα θεμέλια αυτά είναι η καταγωγή.
 
Αυτός που  απογυμνώνει το ψεύτικο και φτάνει στα θεμέλια του γυμνός, αυτός βλέπει. Αυτός  κατανοεί και αφυπνίζεται.
 
Όσο αδιανόητο και αν ακούγεται για την μορφική διάταξη του ανθρώπινου -αυτό μας έχει δανειστεί σαν μια καρικατούρα-αντιγραφή από κάτι Άφατο. Αυτό οφείλει να απομονωθεί και να απογυμνωθεί για να φτάσει κανείς στην ουσία.  Έχουμε δανεισμένο μυαλό και δανεισμένες αισθήσεις. Εγκλωβισμένοι και διχοτομημένοι επιμένουμε στον διαχωρισμό. Δεν μπορούμε να ενοποιήσουμε γιατί δημιουργηθήκαμε ώστε να εξυπηρετούμε την ανάγκη για τροφοδότηση χωρίς να μπορούμε να ελευθερωθούμε στιγμιαία κατά βούληση.
 
Είναι δρόμος πολεμικός η Αφύπνιση διότι με δανεισμένη συνείδηση και βιολογική υπόσταση στέκεσαι μπροστά στο αδιανόητο. Στέκεσαι τολμώντας το άλμα στο Άπειρο. Στην καταγωγή σου.
 
Ο γράφων δεν αποδίδει καμία αυθεντία στα γραφόμενα και καμία σιγουριά για την απόλυτη αλήθεια. Απόλυτη αλήθεια βρίσκεται στον κόσμο της πρώτης αντιληπτικής ίνας. Στον ενοποιημένο κόσμο, στην άφατη πραγματικότητα η αλήθεια είναι μια συνεχόμενη ροή και μόνο αυτοί που έχουν την αίσθηση της καταγωγής μπορεί να το αντιληφθούν.

Αρχαία Ελληνική Γραμματεία: ΗΣΙΟΔΟΣ - Ἔργα καὶ Ἡμέραι (106-142)

Εἰ δ᾽ ἐθέλεις, ἕτερόν τοι ἐγὼ λόγον ἐκκορυφώσω,
εὖ καὶ ἐπισταμένως· σὺ δ᾽ ἐνὶ φρεσὶ βάλλεο σῇσιν
[ὡς ὁμόθεν γεγάασι θεοὶ θνητοί τ᾽ ἄνθρωποι].
Χρύσεον μὲν πρώτιστα γένος μερόπων ἀνθρώπων
110 ἀθάνατοι ποίησαν Ὀλύμπια δώματ᾽ ἔχοντες.
οἳ μὲν ἐπὶ Κρόνου ἦσαν, ὅτ᾽ οὐρανῷ ἐμβασίλευεν·
ὥστε θεοὶ δ᾽ ἔζωον, ἀκηδέα θυμὸν ἔχοντες,
νόσφιν ἄτερ τε πόνων καὶ ὀιζύος, οὐδέ τι δειλὸν
γῆρας ἐπῆν, αἰεὶ δὲ πόδας καὶ χεῖρας ὁμοῖοι
115 τέρποντ᾽ ἐν θαλίῃσι κακῶν ἔκτοσθεν ἁπάντων·
θνῇσκον δ᾽ ὥσθ᾽ ὕπνῳ δεδμημένοι· ἐσθλὰ δὲ πάντα
τοῖσιν ἔην· καρπὸν δ᾽ ἔφερε ζείδωρος ἄρουρα
αὐτομάτη πολλόν τε καὶ ἄφθονον· οἱ δ᾽ ἐθελημοὶ
ἥσυχοι ἔργ᾽ ἐνέμοντο σὺν ἐσθλοῖσιν πολέεσσιν.
120 [ἀφνειοὶ μήλοισι, φίλοι μακάρεσσι θεοῖσιν.]
αὐτὰρ ἐπεὶ δὴ τοῦτο γένος κατὰ γαῖα κάλυψεν,
τοὶ μὲν δαίμονές εἰσι Διὸς μεγάλου διὰ βουλὰς
ἐσθλοί, ἐπιχθόνιοι, φύλακες θνητῶν ἀνθρώπων,
[οἵ ῥα φυλάσσουσίν τε δίκας καὶ σχέτλια ἔργα
125 ἠέρα ἑσσάμενοι πάντη φοιτῶντες ἐπ᾽ αἶαν,]
πλουτοδόται· καὶ τοῦτο γέρας βασιλήιον ἔσχον.
Δεύτερον αὖτε γένος πολὺ χειρότερον μετόπισθεν
ἀργύρεον ποίησαν Ὀλύμπια δώματ᾽ ἔχοντες,
χρυσέῳ οὔτε φυὴν ἐναλίγκιον οὔτε νόημα·
130 ἀλλ᾽ ἑκατὸν μὲν παῖς ἔτεα παρὰ μητέρι κεδνῇ
ἐτρέφετ᾽ ἀτάλλων μέγα νήπιος, ᾧ ἐνὶ οἴκῳ·
ἀλλ᾽ ὅτ᾽ ἄρ᾽ ἡβήσαι τε καὶ ἥβης μέτρον ἵκοιτο,
παυρίδιον ζώεσκον ἐπὶ χρόνον, ἄλγε᾽ ἔχοντες
ἀφραδίῃς· ὕβριν γὰρ ἀτάσθαλον οὐκ ἐδύναντο
135 ἀλλήλων ἀπέχειν, οὐδ᾽ ἀθανάτους θεραπεύειν
ἤθελον οὐδ᾽ ἔρδειν μακάρων ἱεροῖς ἐπὶ βωμοῖς,
ᾗ θέμις ἀνθρώποις κατὰ ἤθεα. τοὺς μὲν ἔπειτα
Ζεὺς Κρονίδης ἔκρυψε χολούμενος, οὕνεκα τιμὰς
οὐκ ἔδιδον μακάρεσσι θεοῖς οἳ Ὄλυμπον ἔχουσιν.
140 αὐτὰρ ἐπεὶ καὶ τοῦτο γένος κατὰ γαῖα κάλυψεν,
τοὶ μὲν ὑποχθόνιοι μάκαρες θνητοὶ καλέονται,
δεύτεροι, ἀλλ᾽ ἔμπης τιμὴ καὶ τοῖσιν ὀπηδεῖ.

***
Μ᾽ αν θέλεις κι άλλον εγώ με συντομία λόγο θα σου πω,
καλά κι επισταμένα. Κι εσύ μέσα στο νου σου βάλ ᾽το,
[πως απ᾽ την ίδια φύτρα γεννηθήκανε οι θεοί και οι θνητοί οι άνθρωποι.]
Πρώτο απ᾽ όλα το χρυσό το γένος των θνητών ανθρώπων
110 έφτιαξαν οι αθάνατοι που τα Ολύμπια τα δώματα κατέχουν.
Κι έζησαν τούτοι τον καιρό του Κρόνου, τότε που ήταν βασιλιάς στον ουρανό.
Ζούσανε σαν θεοί κι είχανε την καρδιά τους δίχως θλίψεις,
από κόπους μακριά και δυστυχίες. Κι ούτε τα ελεεινά
τα γηρατειά σ᾽ αυτούς υπήρχαν, μα πάντα ανάλλαχτοι στα πόδια και τα χέρια
χαίρονταν σ᾽ ευωχίες, έξω απ᾽ όλα τα κακά.
Και σαν παραδομένοι σε ύπνο πέθαιναν. Και όλα τα αγαθά
σ᾽ αυτούς υπήρχαν. Καρπό τούς έδινε η σιτοδότρα γη
από μόνη της πολύ και άφθονο. Κι εκείνοι με προθυμία
ζούσαν ήσυχοι απ᾽ τα χωράφια τους μέσα σε αγαθά πολλά,
120 [πλούσιοι σε κοπάδια, αγαπητοί στους μακάριους θεούς.]
Όμως αφού το γένος τούτο το σκέπασε το χώμα,
γίνανε εκείνοι δαίμονες αγαθοί, με τη θέληση του Δία του μεγάλου,
πάνω στη γη φύλακες των θνητών ανθρώπων
[που προσέχουν δίκαιες κρίσεις κι άδικα έργα
ντυμένοι ομίχλη, σ᾽ όλη τη γη γυρνώντας,]
πλουτοδότες. Τούτο το βασιλικό προνόμιο αποκτήσαν.
Δεύτερο πάλι γένος, το αργυρό, πολύ κατώτερο
φτιάξανε κατόπιν οι θεοί που τα Ολύμπια δώματα κατέχουν,
ανόμοιο στο σώμα και το νου με το χρυσό το γένος.
130 Χρόνια εκατό ανατρεφόταν το παιδί πλάι στη μάνα την πιστή
παίζοντας χαρωπά, ανόητο πολύ, μέσα στο σπίτι του.
Μα όταν έφτανε η ώρα να γίνουν νέοι, επάνω στην ακμή της νιότης,
για λίγο χρόνο ζούσαν κι υποφέρανε
εξαιτίας της μωρίας τους. Γιατί τις μεταξύ τους ανόσιες προσβολές
να αποφύγουν δεν μπορούσαν, ούτε τους αθανάτους να λατρεύουν
θέλανε, ούτε θυσίες να κάνουν στους ιερούς των μακαρίων θεών βωμούς,
πράγμα σωστό για τους ανθρώπους κατά τις συνήθειές τους.
Αυτούς ο Δίας, του Κρόνου ο γιος, τους εξαφάνισε οργισμένος,
γιατί δεν αποδίδανε τιμές στους μακαρίους θεούς που εξουσιάζουνε τον Όλυμπο.
140 Όμως αφού και τούτο το γένος κάλυψε η γη,
λέγονται τούτοι υποχθόνιοι, μακάριοι θνητοί,
κατώτεροι, μα κι έτσι τους συνοδεύει και αυτούς κάποια τιμή.